Δάφνη Χρονοπούλου, Δύο ποιήματα

Φώτο: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Παράτησε ένα γιό στά δεκαπέντε
-μαγκιά της, λέει, ό καινούργιος του μπαμπάς.
’Άφησε τό γραφείο στά τριανταπέντε
κι ήρθε στη Δήλο κι εγινε σκαφτιάς.

Αύτά πού αφήνουμε άραγε μένουν σωσμένα
σάν τούς καρπούς σέ χειμωνιάτικη ροδιά,
στά βάθη τής ψυχής καί του καιρού χαμμένα
ή θάβονται σά πτώματα κρυμμένα
μέ τύψη, θλίψη καί περίεργη μυρωδιά;

Τό μέλλον άκουμπάει στό παρελθόν μας,
όπως τά νέα χόρτα βγαίνουν μέσα στά ξερά,
μά είναι φορές πού οί πόρτες κλείνουν των δικών μας,
κόβονται οί γέφυρες καί μένει τό παρόν μας
νά πλέει άσήμαντο στου Αιγαίου τά νερά.

***

ΜΑΛΛΟΝ

Οταν ρωτούσε αν θά γύριζε νωρίς
τής απαντούσε πώς θ’ άργουσε μάλλον.
«Μάλλον ποτέ μαζί μου δέ θά βγεις στή Χώρα,
μάλλον ποτέ δε θα μου φέρεις δώρα.»
Στα ραντεβού τους πάντα άργουσε
και στο τηλέφωνο συχνά δέν άπαντοϋσε.
Ποτέ του δέν της έφερε λουλούδια’
δέν είχανε άγαπημένα τους τραγούδια.
Όταν την έβλεπε κλαμένη νά τόν περιμένει
την ενοιωθε μαζι του πιά δεμένη
σά μέ αλυσίδα, σά στά πρόθυρα θανάτου’
το ύφος της είχε -ω τί φρίκη- κάτι άπ τή μαμά του
ή τη δική της -άλλη φρίκη- μάλλον.
Σε ό,τι του ζητούσε, εΐλικρινά τής άπαντοϋσε
«μάλλον». «Μάλλον θα πάμε διακοπές στήν Αμοργό.»
«Μάλλον θά πάμε νά χορέψουμε στό Αργώ.»
Μάλλον θα φύγω ώς τό καλοκαίρι,
μάλλον με άλλη θέλω νά μαι, σ’ άλλα μέρη.»
Αλλά ήρθε η νύχτα πού κι εκείνη βγήκε
και όταν γύρισε στό σπίτι δέν τή βρήκε.
Καί όταν τήν είδε νά του φεύγει μ’ άλλον
ένοιωσε πώς τήν άγαπάει μάλλον.
Και πως κάνεις δεν είναι άναντικατάστατος
ιδίως άν ό καινούργιος είναι ωραίος κι ευκατάστατος.

*Από τη συλλογή “Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΛΗΝΩΣ”, Kastellakia Records, Μύκονος.

Γιώργος Γκανέλης, Η γοητεία του τέλους

Όταν διαβάζεις την ιστορία σου
αναίσθητος στο πάτωμα
τρώγοντας σοβάδες απ’ το ταβάνι
είναι γιατί πληθαίνουν τα σύννεφα
και χτίζονται παντού λαβύρινθοι

Ή με διαφορετικά λόγια
φτάσαμε αισίως στο παρά πέντε
τόσα ποιήματα που γράφτηκαν
και κανένα δεν κατάφερε
ν’ αποτυπώσει αυτήν την ώρα

Ο καθένας βιώνει το τέλος του
με τον δικό του προσωπικό τρόπο

*Από τη συλλογή “Ωδίνες της Ποίησης”, Εκδόσεις στίξις, Δεκέμβρης 2018.

Nefelor, Φθινόπωρο

Υπάρχει ένας δήμιος για κάθε απόγευμα.
Τα ίδια κάθε φορά τέτοιες μέρες.
Αποχαιρετισμός στην αφήγηση .
Βαρύς ο βράχος ελαφρύς.

Πάλι ήρθε.
Την ξέρω καλά την πλεχτή εποχή.
Ξέρει να πεθαίνει
πεθαίνοντας σε κάτι πράο και έντιμο.

Το χαμόγελο των χλωμών αγίων
άνω από πυκνά δάση
τράβα την κουβέρτα γη
να σκεπαστούμε όλοι σε ένα
να σκεπαστείς εσύ μέσα σε μένα.

Σημειώνω βραδέως.
Τη συνέπεια της λύπης στο βάδην των φύλων.
Την προέκταση του βλέμματος.

Ακολουθώ τις σταλαγματιές του αίματος
σε πορεία πάνω στο πεζοδρόμιο
που αφήνει ο ήλιος ψυχορραγώντας.
Με βγάζει στο άδειο καφέ να μετράω αντίστροφα
ανεβασμένες τέντες.

Οι άνθρωποι μιλούν ψιθυριστά σιωπώντας
για την κομψότητα αυτής της ατμόσφαιρας.
Συνεννοούνται αφαιρώντας,όσοι ξέρουν να αφαιρούν.

Τα χρώματα στριμώχνονται για συγνώμη
που θα μας αφήσουν σε κρύους συγγενείς,
το ραδιόφωνο παίζει φθινόπωρο
κι εγώ αποθέτω στις ανοιχτές παλάμες σου βιβλίο
το τελευταίο νέκταρ.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://nefelorpoetry.wordpress.com/2020/09/05/φθινόπωρο/

Federico Garcia Lorca, Πόλη χωρίς ύπνο

για την φωτογραφία, την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα

(Νυχτερινό στη Γέφυρα του Μπρούκλιν)

Κανείς δεν κοιμάται στον ουρανό!

Κανείς.

Τα πλάσματα της σελήνης μυρίζουν

το ένα το άλλο γύρω από τις καλύβες τους.

Θα έρθουν οι μεγάλοι ζωντανοί δεινόσαυροι

και θα δαγκώσουν τους ανθρώπους που δεν

έχουν όνειρα

και ο άνθρωπος που φεύγει με τσακισμένη τη

καρδιά του θενα συναντήσει

στις γωνιές των δρόμων

ένα κροκόδειλο απίστευτο, ησυχασμένο

κάτω από την προστασία των άστρων.

Κανείς δεν κοιμάται στον κόσμο.

Κανείς!

Ένας νεκρός υπάρχει σε κοιμητήριο

που είναι μακριά

παράπονο έχει, τρία χρόνια

ένα τοπίο, επειδή έχει,

μια εικόνα στο γόνατό του επάνω.

Τόσο πολύ έκλαιγε ο μικρός νεκρός σήμερα…

Ήρθαν τα σκυλιά για να ησυχάσει.

Δεν είναι όνειρο η ζωή!

Μην κοιμόσαστε!

Αγρυπνάτε!

Πέφτουμε από τα σκαλοπάτια και θα φάμε

χώμα βρεγμένο,

ανεβαίνουμε στις κορυφές των χιονιών

…νεκρές οι ντάλιες.

Δεν υπάρχουν όνειρα!

Ούτε λησμονιά.

Ζωντανή σάρκα

Σμίγουν σε φιλιά τα στόματα

μέσα σε πλεξούδες από φλέβες

και…

View original post 234 more words

Juan Garrido Salgado, Three poems / Τρία ποιήματα

Here lies my soul

To Roque Dalton

Here lies my soul
you will find oblivion inside
this land huddled to those dreams that no longer wake
the eternal night became a feast
of what one day we were.

Here lies my soul
you will find wings of eyes
in the pupils of a Dalton verse
I read in the prison of the tyrant in Rancagua.

The wounds I defended clash inside
that day I fell.

***

Tuesday, 5th of September

I am today a magpie of the world
drinking its agony
in a forgotten verse left crying on a table.
I am a magpie today of the world,
walking head down in case I find a smile on the pavement
to drink on the evening of my own death.

***

Reading a poem by Robert Adamson I heard the voice of Federico Garcia Lorca

I have come to believe the black winged stilts/
carry knowledge of their particular death – Robert Adamson

Can you see birds gathering the wounded verses of love
in the eternal war against Lorca?
Today they launched the flight over blood
with the only trace left in the final reading of water
or wind on the Guadalquivir river
down there in the gutters of shame.

What is the time of these mass graves
where thousands of Federicos lie unknown?
Common graves of injustice or shots fired that peck at oblivion.
I’m sure the brothers of the poet are birds
dreaming of the survivors of Lorca.

Birds have flown, eating poems like grains
of desert lost in death.
They peck blood along the old road
crying dried seeds on these plains of brutality.

I’m sure that if these birds could read some verses of Lorca
they would fly to the peak of Colorado Rock and drink the murdered smile
in those ancient wells of Alfacar.

I have come to believe this is a profound dialogue
between Federico Garcia Lorca and the birds.
However, only if we listen to his voice telling us:
only the mystery makes us live. Only the mystery.

##############

Εδώ βρίσκεται η ψυχή μου

Για τον Roque Dalton

Εδώ βρίσκεται η ψυχή μου
θα βρεις τη λήθη μέσα
αυτή η γη συσσωρεύτηκε σ’ αυτά τα όνειρα που δεν ξυπνούν πλέον
η αιώνια νύχτα έγινε συμπόσιο
αυτού που ήμασταν κάποτε.

Εδώ βρίσκεται η ψυχή μου
θα βρείτε φτερά ματιών
στους μαθητές ενός στίχου του Dalton
διάβασα στη φυλακή του τυράννου στη Ρανκαγκούα.

Οι πληγές που υπερασπίστηκα συγκρούστηκαν μέσα μου
αυτή την ημέρα έπεσα.

***

Τρίτη, 5 Σεπτέμβρη

Είμαι σήμερα ένας φλύαρος του κόσμου
πίνοντας την αγωνία του
σε έναν ξεχασμένο στίχο που αφέθηκε να κλαίει σε ένα τραπέζι
Είμαι ένας φλύαρος σήμερα του κόσμου,
περπατώντας με το κεφάλι κάτω σε περίπτωση που βρω ένα χαμόγελο στο πεζοδρόμιο
να πιω το απόγευμα του θανάτου μου.

***

Διαβάζοντας ένα ποίημα του Robert Adamson, άκουσα τη φωνή του Federico Garcia Lorca

Έχω καταλάβει τα μαύρα φτερωτά ξυλοπόδαρα /
μεταφέρουν τη γνώση του συγκεκριμένου θανάτου τους

Robert Adamson

Μπορείς να δεις τα πουλιά να μαζεύουν τους τραυματισμένους στίχους της αγάπης
στον αιώνιο πόλεμο ενάντια στον Λόρκα;
Σήμερα ξεκίνησαν την πτήση πάνω απ’ το αίμα
με το μόνο ίχνος που απομένει στην τελική ανάγνωση του νερού
ή του ανέμου στον ποταμό Γκουανταλκιβίρ
εκεί κάτω στις υδρορροές της ντροπής.

Ποιος είναι ο χρόνος αυτών των μαζικών τάφων
όπου χιλιάδες Federicos κείτονται άγνωστοι;
Κοινοί τάφοι αδικίας ή πυροβολισμοί που βλήθηκαν στο ράμφισμα στη λήθη.
Είμαι βέβαιος ότι οι αδελφοί του ποιητή είναι πουλιά
που ονειρεύονται τους επιζώντες του Λόρκα.

Τα πουλιά έχουν πετάξει, τρώγωντας ποιήματα σαν κόκκους
μιας ερήμου που χάθηκε στο θάνατο.
Ραμφίζουν αίμα στον παλιό δρόμο
κλαίγοντας τους αποξηραμένους σπόρων σε αυτές τις πεδιάδες της βαρβαρότητας.

Είμαι σίγουρος ότι αν αυτά τα πουλιά μπορούσαν να διαβάσουν μερικούς στίχους του Λόρκα
θα πετούσαν στην κορυφή του Colorado Rock και θα έπιναν το δολοφονημένο χαμόγελο
σε εκείνα τα αρχαία πηγάδια του Alfacar.

Έχω καταλάβει ότι αυτός είναι ένας βαθύς διάλογος
μεταξύ του Federico Garcia Lorca και των πουλιών.
Ωστόσο, μόνο αν ακούσουμε τη φωνή του να μας λέει:
μόνο το μυστήριο μας κάνει να ζούμε. Μόνο το μυστήριο.

*From the collection “When I Was Clandestine”, Rockford Press 2019 / Από τη συλλογή “Όταν ήμουν παράνομος”, Rockford Press 2019. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Από τα “μικρά ονόματα”

μονάκριβοι όλοι τους

μες στα φυλλώματα της αμνησίας μας
όλο και κάτι σκιερό
να θυμίζουν

*

(το καλοκαίρι της αποφοίτησης
και τα αμέσως επόμενα
καλοκαίρια)

*

βλέπουν τα άστρα με μικροσκόπιο

συστήνονται στα έντομα
διά χειραψίας

*

κάτω από την υφάλμυρη αύρα τους
οι Watson & Crick
Παραιτούνται

*

μέσα στους μελάνες δρυμούς
της λησμονιάς τους βαδίζουμε

γιατί έτσι ξεχνάει το είδος μας:

περπατώντας

*

απόψε μας λείπουν αλλιώτικα

απόψε η απουσία τους μια σιωπηλή
μεσίστια εφεδρεία

ίσως να φταίει που έχει νοτιά

κι όπως γνωρίζουμε
νοτιάς
σημαίνει εκεχειρία

*

όλα τα «έκτοτε»
και τα «εφεξής»

όλα τα ξεδοντιάρικα

«από
εδώ
και πέρα»

*

μαζί κι όσα θα ζήσουμε χωριστά
ανεξαρτήτως δόγματος

μέσα στον ίδιο ασταθή
Αντιδραστήρα

*Από τη συλλογή “μικρά ονόματα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φεβρουάριος 2020.

Ιωάννα Ξυλόσομπα, Δύο ποιήματα


No 57

όλοι οι πόλεμοι είναι εμφύλιοι
γιατί όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια
στενοχωριέμαι καμιά φορά
που η ποίηση μιλάει
μόνο για αυτούς που την ακούνε
αν και θα τη συμβούλευα,
σα δικηγόρος της παντα,
να μη πει τίποτα απολύτως

***

αχ μωρέ Αθήνα

Άραγε
δε θά ‘ταν ενα θέαμα όμορφο
να έμπαζε νερά απ’την ανάποδη
η βρύση του χρόνου

και να βλέπαμε ξάφνου
στα πέριξ και άνω
της Ακρόπολης των Αθηνών
τη πτήση ενος πτεροδάκτυλου;

Φλαπ φλαπ
και σκρικ σκρικ
και όταν πια εκείνος
τόβρισκε σωστό
να εξέτεινε το βλέμμα του
σα λέηζερ δικαιοσύνης
πάνω σε μια πόλη που
-τι τα θές-
ήδη λαμπαδιασμένη ήταν.

και κάπως έτσι να τύλιγε
με τις νυχτερινές φτερούγες του
τα παντελεήμονα κλεμμένα μάρμαρα
και τα αγάλματα που
-στο κατω κατω, μεταξύ μας-
δε συμπόνεσαν ποτέ κανέναν.

Αυτόν τον πανικό ένοιωσα κι εγω για σενα.
Αν και πρέπει
το ξέρω
καχύποπτοι να είμαστε
με την νοσταλγία μιας εποχής
που ο χρόνος δε θα ‘χε σημασία

*Από το βιβλίο “Αποσπάσματα από τα όνειρα τιυ ξυλοκόπου”, εκδόσεις “κακός βηξ”, Δεκεμβρης 2017.

Blues + Spoken Word

CONCENTRATION CAMP BLUES

I aint joking people, I aint playing around
Wouldn’t jive you people, aint playing around
They got the Indian on the reservation
Got us in the ghetto town

Like when you down home, tryin to get out
A mule in his stall tryin to kick out
You gets to it in the ghetto but you aint got out

Wouldn’t jive you people, this is a natural fact
They watchin us all people, a natural fact
The man is planning to put a harness on my back

So get with it people, let’s get outa his camp
I aint jokin, I got to get outa his camp
Cause the man is ready to number us all with a
Rubber stamp

HENRY DUMAS

ΤΑ ΜΠΛΟΥΖ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ

Δεν κάνω πλάκα
Δεν παίζω
Δεν αστειεύομαι
Δεν παίζω
Έχουν τον Ινδιάνο υπό κράτηση
Και μας βάλανε στο γκέττο
Σαν να ‘σαι κλειδωμένος στο σπίτι σου, και να προσπαθείς να βγείς
Σα μουλάρι που κλωτσά για να βγει από το στάβλο
Έτσι πας στο γκέτο μα μετά δεν μπορείς να βγεις
Δεν αστειεύομαι, είναι φυσικό γεγονός
Μας κοιτάνε
όλους εμάς,
κι αυτό είναι φυσικό γεγονός
0 τύπος θέλει να μου περάσει στο λαιμό χαλινάρι
Οπότε καταλάβετε το, να βγούμε από το στρατόπεδο
Δεν κάνω πλάκα, πρέπει να βγω απ’ το στρατόπεδο του
Γιατί ο τύπος είναι έτοιμος
να μας αριθμήσει όλους
με πλαστική σφραγίδα

***

THE SCARLET WOMAN

ONCE I was good like the Virgin Mary and the Minister’s wife.
My father worked for Mr. Pullman and white people’s tips;
but he died two days after his insurance expired.
I had nothing, so I had to go to work.
All the stock l had was a white girl’s education and a face that enchanted the men of both races.
Starvation danced with me.
So when Big Lizzie, who kept a house for white men, came to me with tales of fortune
that I could reap from the sale of my virtue I bowed my head to Vice.
Now I can drink more gin than any man for miles around.
Gin is better than all the water in Lethe.

FENTON JOHNSON

Η ΑΛΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
Κάποτε ήμουν καλός όσο η Παρθένα Μαρία και η γυναίκα του Παπά.
Ο πατέρας μου δούλευε για τον Κύριο Πούλμαν και τα φιλοδωρήματα των λευκών.
Αλλά πέθανε δυο μέρες αφού έληξε η ασφάλεια του.
Δεν είχα τίποτα, κι έτσι έπρεπε να πάω να δουλέψω.
Όλο το απόθεμα που είχα ήταν μια μόρφωση που άρμοζε σε λευκό κορίτσι κι ένα πρόσωπο που μάγευε τους άντρες και των δυο φυλών.
Η πείνα χόρευε μαζί μου.
Έτσι, όταν η Μπιγκ Λίζυ, που κράταγε έναν οίκο για λευκούς, ήρθε με ιστορίες για περιουσία και τι θα μπορούσα να αδράξω από την πώληση της αρετής μου υποκλίθηκα στην Αχρειότητα.
Τώρα πίνω περισσότερο τζιν από κάθε άλλο άντρα μίλια μακριά.
Το τζιν είναι καλύτερο απ’ όλο το νερό στη Λήθη.

*Από το βιβλίο “Blues + Spoken Word Σημειώσεις για τη δύναμη των λέξεων στη μαύρη κουλτούρα”, εκδ. Antifa live, Δεκέμβρης 2014. Μετάφραση: Α.Μ.

Μαρία Κατσοπούλου, Ήσουν η κοκκινόμαυρη σημαία μου

Ήσουν η κοκκινόμαυρη σημαία μου
Υψωμένο του πόθου λάβαρο στο κέντρο του κόσμου.
Ήμουν το ματωμένο σου σπαθί
Όταν έσκισες τον ουρανό στα δύο
και του άδειασες το μπλε.

Μια κυανή λίμνη σχηματίστηκε στο έδαφος
Απ’ όπου ενωμένοι γευτήκαμε τον πόνο του.

Χαμένη στο όνειρο της ηδονικής πληγής
Μου δόθηκες με δάκρυα στα μάτια
Κι εγώ φίλησα το πορφυρό αγκάλιασμα της αγάπης σου
Μην προσδοκώντας τίποτα περισσότερο
από την αιμορροούσα ψυχή σου.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν στις 29 Γενάρη 2013 στο http://www.bibliotheque.gr/

Ευάγγελος Ρουσσάκης, Dolore

αύριο θα είμαστε άλλοι.
θα μιλάμε λιγότερο.
θα λέμε πιο πολλά.
θα κοιμόμαστε σε φυσιολογικές ώρες.
θα αγαπάμε με λογική και σύνεση.
με το μέτρο των πολλών ανθρώπων.
δεν θα μας στοιχειώνει,
που τις νύχτες τα χέρια μας είναι άδεια.
δεν θα περιμένουμε.
δεν θα υπάρχει καμία αναμονή
για το μαβί και το γαλάζιο.
όλα θα είναι μονόχρωμα, και πολύχρωμα.
μα όχι σαπφειριά.
θα ξενυχτάμε μόνο τις ημέρες αργίας.
θα πίνουμε ποτά για να ταιριάξουμε με τον κόσμο.
δεν θα μας τρελαίνει τίποτα.
δεν θα πονάμε.
θα κινούμαστε στους δρόμους,
σε νορμάλ τέμπο
και δίχως τη μουσική στ’ αυτιά μας.
δεν θα παρατηρούμε
τις μικρές αλλαγές της άνοιξης.
η θάλασσα θα είναι μόνο ένας τρόπος χαλάρωσης
μετά από μια μέρα στη δουλειά.
δεν θα ονειρευόμαστε ξύπνιοι.
δεν θα βλέπουμε ταινίες
και δεν θα κλαίμε επειδή η Αλίκη
δεν πήγε ποτέ πραγματικά στην ονειροχώρα.
θα ακούμε αδιάφορα τραγούδια,
μόνο για να μην μιλήσουμε με τον διπλανό μας.
θα δυσκολευόμαστε πολύ να κλάψουμε.
οι μέρες θα είναι μέρες συνείδησης.
μια ευθεία.
και πάλι ευθεία.
μόνο ευθεία.
ένα φορτίο ανείπωτα γραμμικό.
δεν θα αγαπάμε τις ελλείψεις μας,
δεν θα μισούμε που είμαστε μόνοι.
τα βιβλία μας δεν θα μας φέρνουν δάκρυα στα μάτια.
θα γράφουμε αδιάφορα και υλικά.
όλη η μαγεία θα είναι μόνο ένα πρωί ονειροπόλησης.
αύριο θα είμαστε κάποιοι άλλοι.
αλλά θεέ μου,
επειδή δεν θα ξημερώσει εκείνο το αύριο,
παρακαλώ: γίνεται να μην πονάει τόσο;

*Από την άρτι κυκλοφορήσασα συλλογή “Νυχτερινές προσευχές”. Εκδόσεις “Πηγή”.