Άρης Αλεξάνδρου (Αριστοτέλης Βασιλειάδης) (1922-1978), Ποιήματα

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ

Φίλε ή αντίπαλε μην τ’ αναγγείλεις πουθενά.
Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος.

*

ΘΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙΣ

Όσο ψηλά κι αν ανεβείς εδώ θα παραμείνεις.
Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ
μες στα χαλάσματα
χαράζοντας γραμμές
εδώ θα επιμένεις δίχως βία
χωρίς ποτέ να καταφύγεις
στην βολική απόγνωση
ποτέ στην περιφρόνηση
κι ας έχουν σήμερα τη δύναμη
εκείνοι που οικοδομούνε ερημώσεις
κι ας βλέπεις φάλαγγες ανθρώπων να τραβάν συντεταγμένοι
για το ξυλουργείο
να δέχονται υπερήφανοι
την εκτόρνευσή τους
και να τοποθετούνται στα αυστηρά τετράγωνα σαν πιόνια.
Εσύ θα επιμένεις σαν να μετράς το χρόνο
με τις σειρές των πετρωμάτων
Σάμπως να ήσουν σίγουρος πως θαρθει μια μέρα
όπου οι χωροφύλακες κ’ οι επαγρυπνητές θα βγάλουν τις στολές τους.
Εδώ μες στα χαλάσματα που τα σπείραν άλας
Θέλεις δε θέλεις θα βαδίζεις
Υπολογίζοντας την κλίση που θα’χουν τα επίπεδα
Θα επιμένεις πριονίζοντας τις πέτρες μοναχός σου
Θέλεις δε θέλεις πρέπει ν’ αποχτήσεις ένα δικό σου χώρο.

*

Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΤΡΑ

…Εδώ που έχω καταφύγει
σωριάζονται μια μια οι εποχές
βαριές σαν πέτρες.
Ορθός στη μέση της ζωής
δε ζυγιάζω τίποτα.
Ξέρξης κι Αθήνα δεν υπάρχουν.
Είμαι προδότης για τη Σπάρτη
για τους είλωτες σπαρτιάτης.
Με το σπαθί χαράζω
στα στεγνωμένα χείλη
το χαμόγελό μου.

*Από τη συλλογή «Ευθύτης Οδών», 1959.

*

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣΤΟΪ

…Εσένα θα σου ανοίξω την καρδιά μου
σαν το κρεμμύδι που το σπας
με μια γροθιά στο γόνατο.
Μες στην ομάδα είμουν
άχρηστος πάντα
σαν ένα σαν.
Για την ομάδα είμουν
ύποπτος πάντα
σαν την αλήθεια.

*Απόσπασμα οκτασέλιδου ποιήματος. Το ποίημα είναι αφιερωμένο στον ποιητή Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Στο «Έξω απ’ τα δόντια» γράφει σε 31 σελίδες το διεισδυτικό και αποκαλυπτικό μαζί: «Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη;»

*

«… Εντασσόμενοι σε μια ομάδα, δεν επιδιώκουμε ίσως και τόσο να σχετιστούμε με ομοϊδεάτες μας, όσο να ενσωματωθούμε σε μια “οικογένεια”, να βρούμε δηλαδή τα αδέλφια μας (εξ αυτού πηγάζει άλλωστε και ο φόβος της απομόνωσης που φαίνεται να είναι αταβιστικός γιατί κάπου θα διατηρούμε τη μνήμη του πρωτόγονου ανθρώπου, ο οποίος από τη στιγμή που τον έδιωχνε η φατρία του, βρισκόταν ολομόναχος μέσα στη ζούγκλα και φυσικά τρελαινότανε πριν τον κατασπαράξουν τα θηρία).
Η ένταξη, η προσκόλληση στην ομάδα είναι ένα είδος έρωτα. Έτσι εξηγείται η τύφλωση των πιστών και το μίσος των απογοητευμένων…
Ουδέποτε αισθάνθηκα τον μεταφυσικό εκείνο φόβο που αισθάνονται οι πιστοί (…) ακόμα κι όταν είχα την αυταπάτη να πιστεύω πως θα μπορούσα να είμαι ενταγμένος σε μια ομάδα.
Φυσικά η απομόνωση, η μοναξιά, δημιουργεί γύρω σου ένα κενό και το κενό έχει πικρή γεύση. Αλλά από τη στιγμή που διαπίστωσα πως μέσα στην ομάδα ήμουν ύποπτος σαν την αλήθεια, διάλεξα την απομόνωση».

*Από το κείμενο «Ένταξη και συζήτηση» στο «Έξω απ’ τα δόντια», εκδ. ύψιλον/βιβλία, 1982.

*

ΙΣΩΣ ΜΕ ΛΙΓΟΝ ΗΛΙΟ

[απόσπασμα]

στον Μάξιμο

…κι απ’ το πολύ πες-πες τα λόγια μας φουσκώσανε
με όλους τους ανέμους
και γίνανε μπαλόνια παιδικά
ώσπου σπάσαν
μόλις τ’ άγγιξε ένα νύχι πιο σκληρό.
Κ’ έτσι
ίσως να’ χουμε φτάσει σε μιαν ώρα
που μας λείπει ξανά
η πρώτη αρχή
και πρέπει να γυρίσουμε σ’ ένα υλικό
δίχως ονόματα
σαν την ανώνυμη ζωή μας.

*

ΠΡΟΧΤΕΣ

[απόσπασμα]

Όταν ο δρόμος θα σέρνεται έρημος
κάτω απ’ τα κλειστά παράθυρα
-αλήθεια τί πολλά ενοικιαστήρια στη γειτονιά μας-
τότε μια τελευταία αχτίδα
μια μοναδική σκουριασμένη πεντάρα
στην άσφαλτο
το ταξίδι στον εαυτό σου.

*Από τη συλλογή «Ακόμα τούτη η Άνοιξη», Απρίλης 1946.

*

ACCEPTATION / ΑΠΟΔΟΧΗ

Εκτός από τον ουρανό
χωρίς πουλιά
τα βρεγμένα ονόματα
των δρόμων
τα νησιά παλιών καιρών
εξαφανισμένα
σ’ ένα ξεχασμένο μάθημα
γεωγραφίας
εκτός από τη γλώσσα μου
χαμένη κι αυτή
τις λέξεις μεταφρασμένες
με λεξικό
χωρίς ιστορία χωρίς γη
χωρίς νερό
εκτός από τον πόνο της
τρίτης μου εξορίας.
Εκτός απ’ όλα αυτά
πάμε καλά

*Από την ενότητυα «Exercices De Redaction», εννιά ποιήματα γραμμένα στη γαλλική γλώσσα. Τα επτά από αυτά τα έχει μεταφράσει ο ποιητής Ξάνθος Μαϊντάς και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό POETIX ( Άνοιξη-Καλοκαίρι 2022).

**Όλα όσα αναρτώνται εδώ προέρχονται από το βιβλίο «Άρης Αλεξάνδρου – Ποιήματα 1941-1974», τρίτη έκδοση, εκδ. ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1991.

Νάνος Βαλαωρίτης, Πέντε ποιήματα

Ύστατο Σονέτο

Τι παράξενη μοίρα αυτή να μην
παίρνομε είδηση ότι βρισκόμαστε
στους αντίποδες του εγώ και του εσύ
αφού μαζί περάσαμε ολόκληρη ζωή
απ’ την καλή και την ανάποδη ώσπου
μας διέγραψε του ποιήματος το τέλος

*

Τροία

Πόσοι στο πέλαγος πόσοι πνιγμένοι
Κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν
Όλοι περίμεναν να σ’ αντικρίσουν
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.
Στις αμμουδιές θυμήσου οι πεθαμένοι
Καθώς περνάς γυρεύουν να μιλήσουν
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.
Τούτη την άνοιξη κανείς δεν ξέρει
Ο ποταμός μού γέμιζε το στόμα
Κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.
Τ’ άλογα γύρισαν χωρίς το σώμα
Όταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι
Θεέ μου πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα.

*

Δειπνοσοφιστές

Σώματα χωρίς πρόσωπα συγκεκριμένα
Πρόσωπα χωρίς σώματα σχηματισμένα
Που σβήνουν μόλις σβήσει ο ήλιος
Με το θόρυβο μιας γραφομηχανής
Με μπράτσα γυμνά ρωμαλέα στο πλάι τους
Αντρειωμένοι ροχαλίζουν στον ύπνο τους
Και βλέπουν πως το χάος τούς νίκησε
Στα σιδερένια σαλόνια του ύπνου
Εξαϋλωμένα αισθήματα στην παραλία
Των υπνοδοχείων της Μέσης Κατηγορίας
Καμωμένη από χρώματα και αρώματα
Η ωραία Ελένη ντυμένη της μόδας
Ρεμβάζει κι αναρωτιέται τί κάνει
Καθισμένη σ’ ένα τραπέζι με άλλους
Κοιτώντας νωχελικά το αργόσχολο
Πλήθος της ζέστης της άσπρης σεζόν
Κι εγώ προσπαθώ να την πείσω
Να κάνουμε μπάνιο τη νύχτα οι δυο μας γυμνοί
Αφήνοντας στην παραλία τα ρούχα μας
Και με ρωτάει αν το νερό θα’ ναι κρύο

*

Πρωταρχικές σκηνές το καλοκαίρι

Κάθε τόσο όλα γίνονται φαιδρά
Με τα δίοπτρα του ανθυποπλοίαρχου
Σηκώνονται στις μύτες των ποδιών τους
Για να δούνε στην αντικρινή στεριά
Αν φάνηκε καμιά ξεγυμνωμένη
Καποιουνού η αγαπημένη ξαπλωμένη
Μες στην πινελιά ενός ζωγράφου
Που έμεινε μισοτελειωμένη
Η Ελένη τούς ξελίγωσε όλους
Με αρώματα απ’ τη Συρία
Και τα πουλάει λίγα λίγα
Στις κυρίες σε μιαν επαρχία
Η Ελένη (καμωμένη)
Από ματιές που μου ’ριχνε
Φορτωμένες με υπονοούμενα
Από κάποια προηγούμενα.

*

Κουράστηκα να σ’ αγαπώ

Θέλω να με βγάλουν στο σφυρί
θέλω να μπω στη φυλακή
θέλω να `μαι όπως την Κυριακή
που τρώμε όλοι ένα γλυκό
θέλω να γίνω χρυσοχόος
με χρυσόσκονη να σε χρυσίσω
θέλω να πάμε στην Αμερική
να γνωρίσουμε τον κύριο Κροίσο
θέλω να ταξιδέψω στην Ινδία
να καώ στη νεκρική πυρά
ψέλνοντας μια σούτρα βουδική
στον Γάγγη να ρίξουν τα οστά
θέλω ν’ ανεβώ τον Αμαζόνιο
αντίθετα στο ρεύμα – να φαγωθώ
από ένα σαρκοβόρο τροπικό φυτό
ψελλίζοντας μια σολομωνική
θέλω να σε δω βαθιά στα μάτια
έλεος να σου πω σταμάτα
κι ας λουστώ για δεύτερη φορά
στον καταρράχτη Νιαγάρα
θέλω ν’ αναμετρηθώ με τη σκιά
που πάντοτε σ’ ακολουθεί
ν’ αρμενίσω με λευκά πανιά
στην Ευρώπη με τα συνδικάτα
θέλω ν’ αναληφθώ στα επουράνια
να μη σε ξανασκεφτώ ποτέ μου
να κάτσω δίπλα στον Αρχάγγελο
να διαβάζουμε φτηνά ρομάντζα.

Θεώνη Κοτίνη, Παλιές ιστορίες

Παλιές ιστορίες, θα μου πεις
και ναι,
παμπάλαιες οι ιστορίες των ανθρώπων.
Πώς ξεκινά ο έρωτας, ας πούμε
πώς το κορμί γίνεται ο τόπος που όλοι ψαύουμε
σ’ εκείνη την υδρόγειο των στρογγυλών πραγμάτων
γυρνώντας με αδέξιο ένα δάχτυλο τη σφαίρα
ώσπου να σταματήσει ο στρόβιλος σε μια πατρίδα σώμα.
Το σώμα του σήμερα
μετά από τόσα χρόνια
εκείνου που ήταν κάποτε η τρυφερή μου χώρα,
απέναντι να τον κοιτώ.
Φαρδύς κορμός μεγάλος
δικός μου ακόμα
με τόσα χέρια που τον έπλασα τον άγγιξα τον είδα.
Τον χαίρομαι
όπως παιδί που ανέθρεψα και άφησα στον χρόνο.
Παλιές ιστορίες και πώς τελειώνει ο έρωτας, θα πεις.
Αυτό το σώμα,
που απέχει όσο ένα άγγιγμα στο τζάμι
θαμπό απ’ την ανάσα σου
σαν πας κοντά πολύ κοντά να δεις
θολή μια αντανάκλαση καθρέφτη.


 

Ελίνα Αφεντάκη, Τρία ποιήματα

Τελευταίο θρανίο

Μιλούσε ο δάσκαλος για θυσάνους και σωρείες.
Δες αυτά τα σύννεφα
φόρεσαν τα λευκά τους πουκάμισα
το έσκασαν από τη μάνα τους την μπόρα
και εκείνη -γκρίζα από θυμό-
τα περιμένει για να βρέξει,
σκεφτόταν εκείνος

Με κάτι τέτοια όμως, δεν γίνεσαι σημαιοφόρος.

Έτσι, παρέμεινε τυμπανιστής,
έως την αποφοίτησή του

*

Ικέτιδα

Έχω έναν κρατούμενο στο μπαλκόνι μου
σχεδόν πράσινο
Σήμερα το πρωί καθώς του έβαζα νερό
του μιλούσα
τι με κοιτάς έτσι;
πού θες να πάμε;
Η θάλασσα πια δεν μας μιλά
ασθμαίνει μόνο
δυσώδης σαν φθισική μάνα
και τα βουνά κάρβουνο
βλαστημάνε τους προγόνους μας
σε κάθε τους ανάσα.
Δεν έχει τόπο για μας, βασιλικές μου
Ένα στενό μπαλκόνι ο κλήρος μας
Γι’ αυτό, άσε με να σε χαϊδέψω
Ελέησε με

*

Κούκλα πτυσσόμενη, αυτός

Ανακάθεται με δυσκολία στο κρεββάτι
πονάει παντού.
Ζόρικη νύχτα η χθεσινή
Είναι να μη πέσεις στην περίπτωση
μονολογεί και σηκώνεται.
Κούκλα πτυσσόμενη
Τοίχο-τοίχο φτάνει στο τουαλέτα
αποφεύγοντας τον καθρέφτη
ρίμελ και μελανιές ένα
Είναι φορές που η αντανάκλαση
δεν αντέχεται.

Πόσες φορές θα στο πω
Σήκωσε το καπάκι όταν κατουράς!
Ακούγεται η φωνή της μάνας του
από 30 χρόνια απόσταση

*Από τη συλλογή “από αλάτι”, εκδόσεις Θίνες, 2024.

Φοίβη Γιαννίση, Ήλιος και άστρα νυχτερινά

υπάρχει ένας παρατηρητής αφηγητής.
υπάρχει το στήθος μου γυμνό κάτω απ’ τον ήλιο.
ο παρατηρητής στον ενεστώτα μιλά σε τρίτο πρόσωπο
για άλλα όντα.
ο ήλιος καίει με διεγείρει.
ο παρατηρητής μιλά για το φεγγάρι των άστρων τη λάμψη
τον άνεμο βροχή βροχή πέταλα τα λουλούδια
τριζόνι νυχτοπούλι τον τζίτζικα τη μύγα
χορτάρι κερασιά κουνούπι
κάποτε ο αφηγητής στο πρώτο πρόσωπο στρέφεται:
μπαίνει μέσα στα λόγια του να μας μπερδέψει.
όμως το είδα: στον κήπο
ένα λευκό έκδηλα γρύλου επέπλεε
στο νερό του κουβά
εξωσκέλετον
φωτισμένο από τη θάλασσα και τ’ αστέρια εκείνης της νύχτας.
ήταν το παλιό σου πανωφόρι παρατηρητή.
ήταν το γέρας η κάπα και η αιγίδα σου.
την πέταξες. και από τη συκιά
σκύβεις στο μάτι του πηγαδιού
να σκεφτείς
την αντανάκλασή σου.

*Από τη συλλογή “Χίμαιρα”, εκδόσεις Καστανιώτη, 2019.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Ταύτηση κόρης και πεθαμένης μητέρας

Παραφράζοντας τη Μαρία Βοναπάρτη…

Η μαμά μου, λένε όλοι,
είναι χρόνια νεκρή.

Εγώ όμως ξέρω
πως είναι κάπου ημιλιπόθυμη μέσα μου,

μερικά βράδια ξεδιπλώνει μόνη της τα μέλη της
και με εκλιπαρεί να την αφήσω να πεθάνει.

Θα ‘ναι καλύτερα έτσι και για τις δυο, μου λέει για να με πείσει.

Εγώ όμως, συνεχίζω τον αγώνα κατά της λήθης,
μεγαλώνοντας τους φόβους της, σαν να ‘ταν δικοί μου.

*Από τη συλλογή “Στο τέλος μιας προσημειωμένης μέρας”, εκδόσεις Βακχικόν, 2019.

Ζήσης Δ. Αϊναλής, Από τη “μονωδία της έρημος”

Ήθελα να ‘και υπόδειγμα πατρός αλλά δεν μπό-
ρεσα ν’ αρθώ, καρδιά μου, ως το ύψος σου. Μέσα
στα δύο ετούτα χρόνια πόσες φορές να διέψευσα
τον εαυτό μου, με βία τσακίζοντας τις μεγάλες
του μυαλού μου αρτηρίες, καθεμιά από τούτες
τις εφτακόσιες τριάντα μέρες, μετρημένες ως τη
μία ώρα, πόσες αθετημένες υποσχέσεις στον
εαυτό μου, άγγελέ μου. Πόσο με άλλαξες βαθιά,
χαρά μου, ως τον πυρήνα του εγώ μου κι εγώ τι
σου ’χω πράγματι προσφέρει; Τι απ΄ όσα είχα
για σένα στο μυαλό μου έχω κάνει πράξη; Πόσα
τραύματα που ποτέ δεν θα μάθω άθελά μου έχω
στη βρεφική ψυχούλα σου σταλάξει; Και πώς να
εξιλεωθώ; Πώς να με συγχωρέσεις; Όλες οι απο-
φάσεις μου λάθος και τα όνειρά μου σακάτικα.
Ανοίγω στα χέρια μου τη καρδιά μου και ψάχνω
το σκουλήκι που ψευτίζει τα μέσα μου. Άχρηστα
λόγια να τα πετάξεις στον τάφο μου.

*“Η μονωδία της έρημος”, Εκδόσεις Κέδρος, 2019.

Αθηνά Βογιατζόγλου, Στ’ Συζυγικό

Ω, μέλι κατευναστικό στα βάθη του τσαγιού,
πώς να σ’ αλλάξω με ποτά
και ηδύποτα;
Πώς να το ακούσω μέσα στη βουή
το λυρικό ροχαλητό του αίματος,
το τρίψιμο του σώματός του στην κουβέρτα
κι αυτούς τους ήχους τους λεπτούς που βγάζει
όταν συγκρούονται μέσα του όνειρα βαριά;
Στου κρεβατιού τα πόδια,
ήσυχο πια από τα σπρωξίματα της ηδονής,
απλώνει το χαλάκι μας
την ταπεινή του τρυφερότητα.

*Από τη συλλογή “Ερωτοπαίγνια”, Εκδόσεις Κέδρος, 2019.

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

ο Τσέζαρε
“και ο έρωτας
θα μπορούσε να
σ’ είχε αλλάξει”
μου ψιθύρισε στ΄ αυτί
ο Τσέζαρε Παβέζε
εκείνο το νεκρό βράδυ
του Δεκέμβρη
τα σκυλιά μας κοίταζαν
απ’ το παράθυρο
δεν μίλησα κι εκείνος
άνοιξε ξαφνικά την πόρτα
αγκάλιασε το χιόνι που ‘χε
απλωθεί στην πόλη
και χάθηκε
χάθηκε για πάντα

*

δολοφονημένος

χρόνια τώρα
στην υπηρεσία του
ανάμεσα σε υπογραφές και σε
φακέλους
είχε πια ξεχάσει
τ’ όνομά του
τις νύχτες
όταν επέστρεφε
σπίτι του
“δολοφονημένος”
μουρμούριζε

Tim Pigott, Two poems / Δύο ποιήματα

a dream of eyes

a dream of eyes:
yellow sensual eyes of a cat
sad solemn eyes of slum children
on street corners of Fitzroy*
windowful of glass eyes in the smallest shop
in a deserted arcade
warm brown liquid eyes of girl spanish dancers
in a nightclub as ridiculous as a tuxedo
crazed eyes. of professional fighters
slanted over sweat-stained old leather gloves
inner third eye of ancient indian myth
cold serene eye of the daydreaming moon
buddha’s all-knowing invisible eye
anonymous nightmare eye of a crowd
burning eye of the sun-fire
eyeless smoke of memory
harmonious movement/green
eye of a forest
then nothing:
supreme black stillness of the blind

ένα όνειρο ματιών

ένα όνειρο ματιών:
κίτρινα αισθησιακά γατίσια μάτια
θλιμμένα, σοβαρά μάτια παιδιών των φτωχογειτονιών
στις γωνιές των δρόμων του Fitzroy
βιτρίνα γεμάτη γυάλινα μάτια στο πιο μικρό μαγαζί
σε μια έρημη στοά
ζεστά καστανά υγρά μάτια Ισπανίδων χορευτριών
σε ένα νυχτερινό κέντρο τόσο γελοίο όσο ένα σμόκιν
παρανοϊκά μάτια επαγγελματιών παλαιστών
γερμένα πάνω από ιδρωμένα, παλιά δερμάτινα γάντια
το εσωτερικό τρίτο μάτι ενός αρχαίου ινδικού μύθου
ψυχρό, γαλήνιο μάτι του ονειροπόλου φεγγαριού
το πανοπτικό αόρατο μάτι του Βούδα
ανώνυμο, εφιαλτικό μάτι ενός πλήθους
φλεγόμενο μάτι της ηλιακής φωτιάς
άκαπνη μνήμη χωρίς μάτια
αρμονική κίνηση / πράσινο
μάτι ενός δάσους
και ύστερα τίποτα:
η υπέρτατη μαύρη ακινησία του τυφλού

*

Vagabond landscape

on the gentle hill
beneath skull-mountain
growing in the shadows
like a magic mushroom
the vagabond sleeps
into the harsh daylight

his life is memory
blown away by memory
ashes on the trembling lashes
of a sleeping & fabled beast
-a fantastic creature of myth-

the eternal child
without the poisoned smile
the secret lover
who knows the exquisite treason
of desire/ in the land of reason

Τοπίο του αλήτη

στον απαλό λόφο
κάτω από το βουνό με όψη κρανίου
που μεγαλώνει στις σκιές
σαν μαγικό μανιτάρι
ο αλήτης κοιμάται
κάτω από το σκληρό φως της μέρας

η ζωή του είναι θύμηση
παρασυρμένη από τη μνήμη
στάχτες πάνω στις τρεμάμενες βλεφαρίδες
ενός κοιμισμένου και μυθικού θηρίου
-ένα φανταστικό πλάσμα του μύθου-

το αιώνιο παιδί
χωρίς το δηλητηριασμένο χαμόγελο
ο μυστικός εραστής
που γνωρίζει την εξαίσια προδοσία
της επιθυμίας / στη χώρα της λογικής

*Fitzroy: Εσωτερικό προάστιο της Μελβούρνης, κάτι σαν τα Εξάρχεια στις δόξες τους (επίσης και στη φωτογραφία της ανάρτησης).

**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.