Κυριακή

milenaphotopoetry

Τόσα γράμματα γεμάτα θύελλες, 
απ' τις πηγές έως το δέλτα και πίσω πάλι,
φάροι μ'ασπρόμαυρο σφυγμό, 
μιας νιότης ξενιστές, 
ασυγκίνητης,
εκδιδόμενης ,
χωρίς κακία,
χωρίς αντάλλαγμα .
••••••••••••••••••••••••••••

View original post

Poem of the Week

Manolis

valentineThe House of the World

The tiny
flower of the candle,
on the table the bread, the wine,
the rose,
the suddenly
whiteness of the open bed ─
eternity
millimetrically
to share with you.

Eugénio de Andrade, Portugal (1923 ─ 2005)

Translation Germain Droogenbroodt

from: “Oficio de paciencia, Poesía Hiperión

Σπίτι του Κόσμου

Το μικροσκοπικό λουλούδι

του καντηλιού

στο τραπέζι το ψωμί, το κρασί

το τριαντάφυλλο

το ξαφνικό λευκό του κρεβατιού

αιωνειότητα

χιλιοστών

που μοιραζόμαστε.
Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

 

Eugénio de Andrade, Portugal (1923 ─ 2005)

View original post

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Οι κληρονόμοι της oδού Ευωνύμων

Εσύ θα πάρεις το κλειδί του παραδείσου
κι εσύ θα πάρεις μία αγχόνη από μπροκάρ,
το ρόπτρο, τη μεταποιημένη πιλοτή, το οικόσημο
και μια σημαία-κειμήλιο απ’ τη λεγεώνα των ξένων,
εσύ θα πάρεις ένα επώνυμο δαντελωτό
για όλες τις μελλοντικές παραγράφους,
μια ρήτρα αποδέσμευσης, το ναρκοθετημένο μου γονιδίωμα
και το προσωπικό τηλέφωνο ενός διακεκριμένου πνευμονολόγου,
εσύ θα πάρεις το χλιμίντρισμα των άδειων τετραγωνικών
σ’ ένα υπό κατάσχεση σπίτι και μια ισόβια συνδρομή στον τοπικό
σύλλογο ιππασίας,
κάποια οδυνηρή μου διαπίστωση που έφτασε αργά, πολύ αργά,
γι’ αυτό κι είναι οδυνηρή εξάλλου,
τον ζαχαρώδη μου διαβήτη και την αργή μου αυτοκτονία
με επιθέματα νικοτίνης, cross-fit και βαρβιτουρικά,
την κάβα με τα Opus One, τις Χίμαιρες, τα Haut-Brion
κι όλα τα Vosne-Romanee που δεν πρόλαβα ν’ ανοίξω,
τα δώρα των αρχαιοκάπηλων φίλων μου εσύ- θα πάρεις μια ζωή
σαν απομίμηση της ζωής ενός μίμου,
την κυνηγητική μου συνήθεια και τα βαλσαμωμένα ελατοπούλια,
καθώς και την απέχθεια, τη βαθιά μου απέχθεια για ό,τι ποτέ κινήθηκε
ή εξακολουθεί να κινείται πάνω στη γη,
την απροσεξία μου, την ανορθόγραφη ευφυία μου και τη λάθος μου κρίση,
τα γνωστικά σταυρόλεξα εσύ, τα αντιοξειδωτικά και τις καθημερινές πρακτικές πρόληψης και θωράκισης ενάντια στο αλτσχάιμερ και τον προστάτη,
εσύ θα πάρεις τους άψογα διατηρημένους μου μασητήρες,
(Ηλέκτρα αισθάνομαι παράξενα, ένα ελαφρό κρυολόγημα ίσως;)
κάποια εμπνευσμένη ιδέα μου που στην εκτέλεση έπασχε
και θα συνεχίσει να πάσχει,
μια καλοδιατηρημένη συλλογή από αυγά Faberge,
τη σπάνη και τον Μποντριγιάρ που διάβασε η μαμά σου στα δεκάξι,
οδηγίες φύλαξης για τους προ-ελληνιστικούς σου αμφορείς,
επτά φιλέτα οικόπεδα στον αιγιαλό της Θάσου,
τα μάρμαρα Διονύσου που προανέφερα και τη σκυτάλη της ασφαλιστικής—
εσύ θα πάρεις ό,τι χρειάζεσαι κι εσύ θα πάρεις όσα έχεις ανάγκη

[η ανάγκη κι η χρησιμότητα
είναι έννοιες υποκειμενικές
μονάκριβοί μας
λίγη ευγνωμοσύνη δεν θα έβλαπτε
κοιτάξτε τη στέπα που θα κληρονομήσετε,
άλλοι στη θέση σας θα αισθάνονταν πανευτυχείς
που έτυχε να αντικρίσουν, έστω για μια φορά, μες στη ζωή, τέτοια θέα]

εσύ θα πάρεις τη λατρεία μου για εσένα σαν σκιά
σαν φάσμα, σαν ικρίωμα και σαν παραίσθηση ιχνηλάτη,
(Ηλέκτρα ζαλίζομαι πάρε τηλέφωνο τον γιατρό επειγόντως)
την έρημο που ισχυρίζομαι πως διέσχισα
και το καταφύγιο στο Gstaad φυσικά,
μια ευγένεια παραμορφωτική που τρίζει πάνω από κυριακάτικα σερβίτσια
και το ξεκούρδιστο κοσμοείδωλο μιας ακόμα γαμψής εποχής,
εσύ θα πάρεις την εδραιωμένη μου πεποίθηση
πως δεν υπάρχει λόγος πια για να ανησυχείς,
εσύ θα πάρεις ό,τι ονειρεύτηκες κι εσύ θα πάρεις όσα έχεις ανάγκη
(Ηλέκτρα δεν νιώθω καλά σου λέω)

κάντε λιγάκι υπομονή, μονάκριβοί μας,
άλλωστε, το μόνο που απομένει είναι να βρούμε λίγο καιρό,
λίγο καιρό και λίγη διάθεση,
λίγο καιρό, λίγη διάθεση και επαρκείς νομικές συμβουλές,
λίγο καιρό, λίγη διάθεση, επαρκείς νομικές συμβουλές και τις αρμόζουσες συνθήκες
για να συντάξουμε αυτές τις χρονοβόρες κι άκρως μακάβριες
δ ι ά θ…
(Ηλέκτρα μου τετέλεσται, αλλά μην αγωνιάς,
εσύ θα πάρεις ό,τι προβλεπεται από τη Νόμιμη Μοίρα)

*Από τη συλλογή “Οδός Ρόδων”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάης 2018. Η φωτογραφία εόιναι από τη συλλογή του ποιητή στη σελίδα του στο Facebook.

Denise Levertov, Τα δίκαια

Να σου δώσω θέλω
κάτι που δημιούργησα

λέξεις λιγοστές σε μια σελίδα — ίδια
με το να σου ’λεγα «να, λίγες μπλε χάντρες»

ή, «να, ένα λαμπρό κόκκινο φύλλο που
βρήκα στο πεζοδρόμιο» ( γιατί,

να βρω σημαίνει να επιλέξω, και εγώ
επέλεξα) Μα είναι δύσκολο:

ως τώρα τίποτα δεν βρήκα
άλλο πέρα από τη διάθεση να δώσω. Ή

μήπως λέξεις χιλιοειπωμένες; Φτηνές
και άψυχες; ακόμη και παράλογες;
Ετούτη

λάβε έναντι καλύτερα — την πιθανή
υπόσχεση: Αν

γράψω ποτέ
κανένα ποίημα με μια ορισμένη διάθεση

(επίμονη, τρυφερή, αόριστη,
θλιμμένη & ξεπεσμένη)

σε σένα θα το δώσω.

*Από το βιβλίο “Ντενίς Λέβερτοφ Ποιήματα”, Επιλογή-μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Εκδόσεις Ηριδανός, 2007.

Muriel Rukeyser (1913 – 1980), Φόρος τιμής στη λογοτεχνία

Όταν φαντάζεσαι μουσικούς με πρόσωπα τρομπέτας
να φυσούν ξανά αμίμητη τζαζ
καμία τέχνη δεν κατηγορεί ούτε οι κανονιοβολισμοί πληγώνουν,

ή βγαίνοντας απ’ τα όνειρά σου των αερόπλοιων
ξανά βλέπεις τον παράλογο σακάτη
να ρίχνει το δεκανίκι του με ορμή καθώς οι προβολείς των
αυτοκινήτων

κινούνται ταχύτατα στο δρόμο με τις λακκούβες, καθώς οι τρεις σφυροκόποι
μετράνε Ένα, Δύο, Τρία πάνω απ’το παλούκι, κοπανήματα από σφύρα
και ούτε ένα σημάδι νέων κόσμων να ηρεμήσει η ψυχή’

τότε ατένισε τη λίμνη του ηλιοβασιλέματος καθώς ρέει
βράζοντας, προς τη δύση ανεξέλεγκτα
κυλώντας και κατακλύζει το καρδιοχτύπι και επαναλαμβάνει
θάλασσα πέρα από τη θάλασσα έπειτα από αβάστακτους ήλιους’
σκέψου: ποιήματα όρισαν το τοπίο: Ο Μπλέηκ, ο Ντον, ο Κητε.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα για την τζαζ / Jazz Poems” (δίγλωσση έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Επιλογή-μετάφραση Χρήστος Αγγελακόπουλος.

Ένα αστέρι κάθισε δίπλα μου: ο κόσμος σε τρία σχήματα | Ηλίας Κουρκούτας

Φτερά Χήνας

All-focus

Ένα αστέρι κάθισε δίπλα μου:
ο κόσμος σε τρία σχήματα

ένα αστέρι κάθισε δίπλα μου
μονολογώντας

ο κόσμος είναι μαγικός
καταπίνει κομμάτια ουρανού
και ζωντανές γυναίκες
έχει γοργόνες με φτερά
κορίτσια που πίνουν χάπια

πατέρες ευαίσθητους
και πληγωμένους
άντρες παλεύουν με τη μοίρα
των πραγμάτων
σαν τα παιδιά που δεν μπορούν να
παίξουν και να θυμηθούν

ένα αστέρι άρχισε να πίνει

οι νύχτες στις πόλεις
είναι σαν τα πουλιά της θάλασσας
καΐκια που μαζεύουν
άστεγους αγγέλους

ένας κόσμος μαγικός,
μ’ αδέσποτες μητέρες
γέρους αόρατους
που δαγκώνουν
την υπομονή
παιδιά πνιγμένα
στις κασέλες των γονέων
γυναίκες στις καρδιές των ναυτικών

ένα αστέρι άρχισε να πίνει

όλα ανάποδα
μου ήρθαν στη ζωή
κι οι άνθρωποι
κι οι πλανήτες
από τη γη θυμάμαι μόνο
το πρόσωπο σου στη βροχή

View original post

Ξεκλειδώνοντας τον Κλήδονα / Unlocking Klidonas

Το περιοδικό «Κλήδονας» της υπερρεαλιστικής ομάδας Αθηνών αποτελεί τη σαφέστερη μέχρι στιγμής αποτύπωση μιας δραστηριότητας που διαρκεί εδώ και δύο περίπου χρόνια, αλλά που οι ρίζες της βρίσκονται αρκετά βαθύτερα. Η ίδρυση της ομάδας και του περιοδικού οφείλονται κατ’ αρχάς στην ανάγκη κάποιων ατόμων, σε δεδομένο τόπο και χρόνο, να μετατρέψουν τις υποκειμενικές τους επιθυμίες σε συλλογικά βιώματα και διακυβεύματα, αλλά και να κοινοποιήσουν τις καταβολές, εμπειρίες και προοπτικές τους.
Σε μια χώρα βέβαια όπως η Ελλάδα, όπου ο υπερρεαλισμός έχει καταχωρηθεί ως γόνιμη επιρροή σε λογοτεχνικά και (λιγότερο) σε εικαστικά έργα, αλλά όχι ως συστηματική ομαδική δραστηριότητα, αναδεικνύεται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ο κατασταλτικός ρόλος της εξειδικευμένης κριτικής απέναντι στην στοιχειωδώς αυθεντική έκφραση. Έτσι, η πρωτοβουλία ενός συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, μιας συλλογικής ένταξης στο ζωντανό υπερρεαλιστικό κίνημα, όπως συμβαίνει με την ομάδα Αθηνών και λίγο παλαιότερα με τη σουρρεαλιστική ομάδα στα Γιάννενα, προξενεί ταυτοχρόνως την υπεροπτική αναγωγή του υπερρεαλισμού από αυτόκλητους τιμητές σε ένα ένδοξο ή μη μακρινό παρελθόν, και τις σκανδαλισμένες αντιδράσεις των ίδιων τιμητών απέναντι στην αυθάδεια μιας κίνησης που δεν εντάσσεται στο αφηρημένο τους σχήμα. Το υπαρκτό αυτό φαινόμενο δεν θα έχρηζε καμίας προσοχής αν δεν αποτελούσε τμήμα μιας ευρύτερης, διεθνούς πρακτικής.

Αντικείμενο της αδυσώπητης ταξινομητικής μανίας των αισθητικών, φιλολόγων και επαγγελματιών ιστορικών της κουλτούρας, ο υπερρεαλισμός επαινείται ίσως ως μια στιγμή στην πορεία της τέχνης και, όταν υπεισέρχεται στην ακαδημαϊκή θεώρηση το στοιχείο των ιδεών, ως μια χαμένη εξέγερση που άγνωστο γιατί αδυνατεί να συνεχιστεί, μολονότι οι αιτίες της έχουν μάλλον πολλαπλασιαστεί παρά ατονήσει! Από την άλλη πλευρά, ο υπερρεαλισμός κρίνεται ανέξοδα σε μια αυτοανακυκλούμενη και θεσμικά κατοχυρωμένη σχετικοποίηση των πάντων και ένταξη μιας νοθευμένης αμφισβήτησης στο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Οι προσεγγίσεις αυτές, όσο προωθημένες και αν διατείνονται ότι είναι, αδυνατούν να ξεφορτωθούν το βάρος του υπερρεαλισμού με οποιονδήποτε άλλον τρόπο εκτός από την ένταξή του στα καλούπια άψογα οριοθετημένων ιστορικών περιόδων.

Είναι βέβαια αδιανόητος ο υπερρεαλισμός ως πράξη και ως ανάγκη για τους ακαδημαϊκούς αναλυτές που τείνουν να κατέχουν το μονοπώλιο στην ευπρεπή διάδοση ή δυσφήμισή του, αφού τον έχουν γνωρίσει κατά κανόνα ως διδαχθείσα ύλη, ως τμήμα της κουλτούρας που εκείνος επεδίωξε ανέκαθεν να διαβρώσει για να επανέλθει στο πρωταρχικό ερέθισμα μιας έκφρασης αδιάφορης για πολιτιστικούς θεσμούς. Έτσι, ο υπερρεαλισμός μετατρέπεται ύπουλα σε καταναγκαστική γνώση αντί για ένδειξη προς την κατεύθυνση της επιθυμίας, και διασφαλίζεται η διαιώνιση της παραποίησής του.
Ωστόσο, η επιθυμία αυτή δεν παύει να υπάρχει. Ο υπερρεαλισμός επισημαίνει πάντα τις αρχές που τον ανήγαγαν σε οπτική γωνία, πράξη, ατομική και συλλογική εμπειρία: κατ’ αρχάς, απεριόριστη διαθεσιμότητα απέναντι στους ανεπαίσθητους ερεθισμούς που τείνουν να προσδίδουν στη ζωή, έστω και φευγαλέα, ένα νόημα πέραν αυτού που επιβάλλει η καθημερινή χρηστικότητα. Κατόπιν, συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η κοινωνική συνθήκη που απαγορεύει τις εξαιρετικές αυτές ενδείξεις χωρίς να κατορθώνει να εξαλείψει εντελώς τις ρωγμές που τις φέρνουν ενίοτε στο προσκήνιο δεν αποτελεί μεταφυσική αναγκαιότητα, καθώς και ότι η υποκειμενική επιθυμία δεν νοείται ανεξάρτητα από τη διυποκειμενική επικοινωνία. Τέλος, ανοιχτότητα που επιτρέπει τον εντοπισμό των στοιχείων της υπερρεαλιστικής θέασης και πράξης τα οποία διαστρέφονται από την ενσωμάτωσή τους στην κυρίαρχη κουλτούρα, ή περιπλέκονται από τις ιστορικές συγκυρίες. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς πολλών επαγγελματιών μελετητών του, ο υπερρεαλισμός έχει μια ισχυρότατα ανεπτυγμένη ικανότητα αυτοεξέτασης, κάτι που άλλωστε συμβαδίζει με την ερευνητική του φύση.

Η όποια απόπειρα ενασχόλησης με τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα σε επίπεδο σαφούς προσχώρησης και όχι αμυδρού ενδιαφέροντος που περιορίζεται σε ανασκοπήσεις και θεωρητικές ταριχεύσεις, ή έστω καλόπιστες επικλήσεις, έχει να αντιμετωπίσει δυσκολίες οι οποίες φαίνονται ίσως προφανείς αλλά κατ’ ουσίαν ανάγονται στην πνευματική ραστώνη που ευνοούν τα ιστορικά προηγούμενα. Ανταλλάσσοντας την ποιητική λειτουργία με τις μικρότητες της λογοτεχνικής παραγωγής και της διδασκαλίας της, ο κύριος όγκος των γραπτών που αναφέρονται στις εγχώριες προσλήψεις του υπερρεαλισμού παρουσιάζει την εικόνα μιας κουλτούρας ταυτοχρόνως πολύ υπανάπτυκτης για να συλλάβει τις προοπτικές και διεθνείς λειτουργίες του κινήματος, και φολκλορικά λυρικής, ώστε να αξιοποιεί στοιχεία υπερρεαλιστικής εικονοποιίας προς όφελος ενός εθνικού ιδεολογήματος.

Η αφελής χάρη μιας υποτιθέμενης Ελλάδας του 1930, κλεισμένης στον εαυτό της, που εξέπεμπε ψήγματα ενός νεότευκτου αλλά εμφατικά τοπικού λυρισμού, αγνοώντας τις διεθνείς διεργασίες και βασιζόμενη στο ατομικό έργο κάποιων λίγο-πολύ ιδιότυπων ή χαρισματικών ατόμων προϋποθέτει ασφαλώς και τη σύμφωνη μαρτυρία των νεκρών πλέον προσώπων που εισήγαγαν τον υπερρεαλισμό στη χώρα. Ωστόσο μια πρόχειρη αναδρομή στα κείμενα εκείνης της εποχής, και στις τότε απόπειρες ομαδικής δραστηριότητας, δείχνει ότι ο υπερρεαλισμός έγινε και εδώ εξ αρχής αντιληπτός ως κίνημα, ως ερευνητικό εργαλείο αλλά και διαρκής εμπειρία, που επιζητεί τη συλλογικότητα και αδιαφορεί για τις λογοτεχνικές φιλοδοξίες. Ήδη στα 1939 ο Ανδρέας Εμπειρίκος χαρακτήριζε το πρώτο του βιβλίο «πράξη» του κινήματος και όχι λογοτεχνική άσκηση, ενώ προειδοποιούσε για το καθεστώς της κριτικής, η οποία υφαρπάζει τύπους έκφρασης και εμπειρίας που δεν της ανήκουν. Σχεδόν εβδομήντα χρόνια αργότερα, η αποτυχία των τότε εγχώριων υπερρεαλιστών να συγκροτηθούν σε ομάδα με συστηματικές δημόσιες παρεμβάσεις ανακηρύσσεται άλλοτε αρετή, άλλοτε αναπόφευκτο μειονέκτημα και άλλοτε φόβητρο για οποιαδήποτε νεότερη απόπειρα. Το πλήθος των απελπιστικά δειλών κινήσεων προς αυτήν την κατεύθυνση που σημειώθηκαν κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες δεν δίνει το μέτρο για τη συνέχεια, αλλά μάλλον υποδεικνύει την αναγκαιότητα της ρήξης με μια παράδοση αθεράπευτης αδράνειας.

Η αναγκαιότητα, βέβαια, δεν βρίσκεται ποτέ μακριά από την τυχαιότητα. Η επιθυμία ανάπτυξης υπερρεαλιστικής δράσης στην Ελλάδα απέκτησε έκφραση τα τελευταία χρόνια, χάρη στις κινήσεις ατόμων που κατ’ αρχάς αγνοούσαν ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Το πλέγμα συμπτωματικών συναντήσεων, κινήσεων με συνέπειες άσχετες των προθέσεων που τις ενέπνευσαν, εσωτερικών αντιστάσεων και συνειδητών δεσμεύσεων που οδήγησαν στην τρέχουσα κατάσταση δεν αποτελεί δείγμα κάποιας μαγικής πανάκειας, αλλά τμήμα μιας ατέλειωτης και διόλου ευθείας πορείας που έχει πάψει από καιρό, για μας, να είναι απλώς ατομική.

Το περιοδικό Κλήδονας έτσι καταγράφει μια στιγμή στην εξέλιξη της ομάδας, στην οποία συμμετέχουν και πρώην μέλη της σουρρεαλιστικής ομάδας στα Γιάννενα που πλέον ζουν στην Αθήνα. Εκτός από κείμενα και συλλογικά παιγνίδια των δύο ομάδων, το εισαγωγικό αυτό τεύχος περιλαμβάνει μεταφρασμένα κείμενα από ομάδες και επιμέρους μέλη του διεθνούς κινήματος, κάτι που θα συνεχιστεί σε επόμενα τεύχη. Για πρώτη φορά, έτσι, παρουσιάζονται από κοινού στην ελληνική γλώσσα κείμενα της σημερινής παρισινής ομάδας, της ομάδας Τσεχίας-Σλοβακίας, της ομάδας του Σικάγου και της ομάδας του Ληντς. Η επιδίωξή μας είναι η συστηματική παρουσίαση των δραστηριοτήτων και κατευθύνσεων που έχουν αναπτυχθεί στα πλαίσια του υπερρεαλισμού από την πρώιμη μεταπολεμική περίοδο μέχρι τις μέρες μας. Πρόκειται για έναν πλούτο υλικού που παραμένει ως επί το πλείστον άγνωστο, όχι μόνο στην Ελλάδα, στο όνομα μιας προκρούστειας προσέγγισης της διεθνούς κριτικής, που έχει ανάγκη από ημερομηνίες λήξεως και που αφαιρεί από τον υπερρεαλισμό κάθε χαρακτήρα διεθνούς κινήματος, ταυτίζοντάς τον με τη ζωή και το θάνατο του κύριου θεωρητικού του, André Breton.

Η αίσθηση ενός κάποιου χρέους για ενημέρωση δεν πρέπει να εκληφθεί διόλου ως ανάγκη για αντίκρουση ενός υπαινιγμού που εύκολα συνάγεται από τέτοιου είδους πεποιθήσεις: ότι με άλλα λόγια οι εν ενεργεία υπερρεαλιστές θα πρέπει να αποδείξουν, αν όχι την ύπαρξή τους, τουλάχιστον τη συνοχή και αξία του εγχειρήματός τους. Μας είναι παντελώς αδιάφορος ένας διάλογος με όρους καλλιτεχνικού εμπορίου, στους οποίους η επίσημη απόφανση είναι ήδη εγγεγραμμένη στην ερώτηση, ενώ οι εναλλακτικές προτάσεις αποτελούν πάντα μέσο αναγωγής της διακύβευσης στην ασφαλή κατηγοριοποίηση και της εξέγερσης στην απλή εξέλιξη. Η επιδίωξή μας σε αυτόν τον τομέα —όπως φάνηκε άλλωστε και στην πρόσφατη έκθεση της υπερρεαλιστικής ομάδας Τσεχίας-Σλοβακίας που διοργάνωσε η ομάδα Αθηνών τον Οκτώβριο στα πλαίσια του φεστιβάλ του περιοδικού Βαβέλ στο Γκάζι— είναι η προώθηση της γνώσης όσον αφορά στις διεθνείς ομάδες και προοπτικές. Η γνώση ωστόσο είναι αλληλένδετη με την πράξη και την επικοινωνία, και ως προς αυτό είμαστε ανοιχτοί σε κρίσεις και προσκλήσεις σε διάλογο. Όσο για τις προσεχείς εκδόσεις και εκδηλώσεις μας, ελπίζουμε να επανέλθουμε αρκετά σύντομα.

Ιανουάριος 2007

Το παραπάνω κείμενο είναι μια συλλογική αποτίμηση της διαδικασίας συγκρότησης και της μέχρι τώρα δράσης της ομάδας και διαβάστηκε, στις εκδηλώσεις παρουσίασης του πρώτου τεύχους του «Κλήδονα».

***


Unlocking Klidonas

Klidonas, the magazine of the Athens Surrealist Group, provides the clearest, to date, outline of an activity that has so far unfurled for well over two years, yet whose roots lie deeper still. The founding of both the group and the magazine originates in the need felt by certain individuals, at a given point in time and space, to transform their subjective desires into collective adventures and risks, as well as to communicate their formative principles, experiences and perspectives.

In a country like Greece, where surrealism has been departmentalized as a fertile influence on literary and (less so) on plastic artworks, but not as a systematic collective activity, the oppressive function of specialized criticism vis-à-vis all remotely authentic expression is particularly conspicuous. Thus, the initiative of a collective self-description and adhesion to the living surrealist movement, as in the cases of the Athens group and, a few years earlier, of the Surrealist Group of Ioannina, gives rise to the haughty reduction of surrealism, by self-appointed appraisers, to a (glorious or not) distant past, as well as to the shocked reactions of the said persons against the arrogance of a gesture not quite compatible with their abstract concept. This phenomenon would be hardly worthy of attention, were it not part of a wider, indeed international, practice.

As the object of the ruthless categorizing fury of aesthetics experts, philologists and professional cultural historians, surrealism is perhaps praised as a moment in the history of art, and, when the issue of “ideas” enters the (academic) picture, as a lost revolt, which, for reasons unknown, cannot possibly continue even though its causes have multiplied rather than vanished. On the other hand, surrealism is safely judged, within a process of self-recycled, institutional trivialization, and introduction of a facile questioning into the frame of educational syllabuses. Advanced as they may claim to be, these approaches cannot get rid of surrealism’s weight in any way other than positioning it into the moulds of impeccably delineated historical periods.

To be sure, surrealism as act and need is unthinkable for those academic analysts who claim the monopoly of its civil propagation or defamation, given that the concept has been introduced to them in the form of taught material, part of the very culture it has always sought to subvert before being restored to its original urge towards an expression wholly indifferent to cultural institutions. Surrealism is thus slyly transformed into compulsory knowledge rather than being recognized as an index in the direction of desire; hence the perpetuation of its falsification is guaranteed.

Yet the said desire does not for all that cease to exist. Surrealism insists on the principles that have rendered it into a particular viewpoint, a mode of action, an individual and collective experience: firstly, limitless availability vis-à-vis the well-nigh imperceptible motives that tend to invest life, if fleetingly, with a meaning that escapes that imposed by quotidian utility; secondly, the realization of the fact that the social condition working against the flourishing of such exceptional indices without for all that succeeding in effacing once and for all the fissures through which they may become felt is by no means a metaphysical necessity, as well as that subjective desire cannot be considered independently of trans-subjective communication; finally, the openness necessary for the detection of those elements of the surrealist viewpoint and activity which are deformed through their incorporation into institutionalized culture, or complicated by historical occurrences. Contrary to what many of its professional studiers claim, surrealism contains an exceptionally developed capacity for self-examination, fully compatible with its inquisitive nature.

In Greece, any attempt towards involvement with surrealism on the level of unequivocal adhesion rather than of the faint interest proper to retrospective study and theoretical embalming, or at best good-natured evocation, comes up against the kind of difficulties that may seem obvious yet are essentially linked to the intellectual laziness encouraged by past history. By exchanging the poetic function with the pettiness of literary production and education, the vast majority of writings referring to the early indigenous assumptions regarding surrealism reproduces the picture of a culture at once too underdeveloped to comprehend the movement’s perspectives and international dynamics, and invested with a convenient folkloric lyricism via which elements of surrealist imagery could serve the interests of national ideology.

The quaint charm of a supposed 1930s Greece —the construct of a self-contained local culture, transmitting fragments of a novel yet emphatically local lyricism, ignoring international processes and relying on the individual works of some more or less idiosyncratic and/or charismatic individuals— presupposes, of course, the agreement of those (now dead) who actually introduced surrealism in the country. Yet even a rudimentary study of those distant texts, of the first attempts towards group activity, reveals that here, too, surrealism was perceived from the outset as a movement, both as a tool for research and as a perpetual adventure that seeks collectivity and remains indifferent to literary ambition. Already in 1939, Andreas Embirikos labeled his first book an “act” of the movement, rather than a literary exercise, while warning against the critical establishment’s usurpation of modes of expression and experience foreign to it. Almost seventy years later, the failure of early indigenous surrealists to maintain consistent group activity involving systematic collective public interventions is declared either a virtue or an inevitable handicap — or indeed evoked merely to scare away all who might attempt a newer venture along such lines. The many hopelessly lame moves in that direction over the course of the past four decades do not set the standard for what is to follow; rather, they serve to point out the necessity to break with a tradition of grave inertia.

Necessity, however, is never far removed from chance. The desire to develop surrealist activity in Greece attained expression in the past few years due to the acts of individuals or smaller groups who ignored each other’s presence to start with. The network of fortuitous encounters, gestures whose consequences were unrelated to their original motives, internal resistances and conscious engagements that have led to the current situation does not testify to some magic panacea; rather, it constitutes part of an endless and anything but straight route that has long ceased, for each one of us, to be merely individual.

Klidonas thus records a moment in the development of the group, to which by now have come to participate members of the Surrealist Group of Ioannina who live currently in Athens. Apart from texts and collective games by the two groups, the introductory issue of Klidonas contained translations of texts by groups and members of the international movement, something that will continue over the following issues. For the first time in the Greek language there are available in the same publication texts by the contemporary Paris group, the Czech-Slovak group, the Chicago group, as well as by groups operating in England (in Leeds and London). Our objective is the systematic presentation of activities and directions that have developed within the context of surrealism from the early post-war period onwards. This wealth of material remains for the most part unknown, not only in Greece, in the name of a procrustean approach on behalf of international criticism, whose need for sell-by dates urges it to deprive surrealism of its essential character as an international movement, by identifying it with the life and death of its major theoretician, André Breton.

The felt necessity to supply information should not at all be understood as an urge to contradict a suggestion that may easily derive from such convictions as the above: in other words, that the current surrealists should prove, if not their very existence, at least the cohesion and value of their undertaking. We are wholly indifferent to a dialogue rendered in art-market terms, whereby the official decision is already inscribed in the question, while alternative options are always means of reducing risk to safe categorization and revolution to mere evolution. Our goal regarding this sector —as witnessed in the recent Athens exhibition of the Czech-Slovak surrealist group in collaboration with the Athens group at the Babel festival— is the promotion of knowledge regarding international groups and perspectives. Yet knowledge is intertwined with practice and communication, hence our availability for criticism and invitations to dialogue. As for our future publications and manifestations, we hope to be back with more fairly soon.

January 2007

Written for the public presentations of the first issue of Klidonas and printed on issue No 2 (November 2007)

Athens Surrealist Group/Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας