Miroslav Holub, The Door

Go and open the door.
Maybe outside there’s
a tree, or a wood,
a garden,
or a magic city.

Go and open the door.
Maybe a dog’s rummaging.
Maybe you’ll see a face,
or an eye,
or the picture
of a picture.

Go and open the door.
If there’s a fog
it will clear.

Go and open the door.
Even if there’s only
the darkness ticking,
even if there’s only
the hollow wind,
even if
nothing
is there,
go and open the door.
At least
there’ll be
a draught.

Η πόρτα

Πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Ίσως εκεί έξω υπάρχει
ένα δέντρο ή ένα δάσος,
ένας κήπος,
ή μια μαγική πόλη.

Πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Ίσως υπάρχει το ανασκάλεμα ενός σκύλου.
Ίσως θα δεις ένα πρόσωπο,
ή ένα μάτι,
ή την όψη
μιας εικόνας.

Πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Αν υπάρχει ομίχλη
θα καθαρίσει.

Πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Ακόμα κι αν υπάρχει μόνο
το σκοτάδι ηχώντας,
ακόμη και αν υπάρχει μόνο
ο κούφιος άνεμος,
ακόμα κι αν
τίποτα
δεν υπάρχει εκεί,
πήγαινε και άνοιξε την πόρτα.
Τουλάχιστον
θα υπάρχει
μια έλξη.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αλέξης Αντωνόπουλος, O λυγμός του Squonk

Αν μπορούσατε να δείτε πόσο όμορφος είμαι
κάποιες φορές όταν είμαι μόνος

πόσο ψηλός γίνομαι
πόσο δυνατός
πόσο αληθινά μεγαλειώδης.

Γίνομαι πανέμορφος κάποιες φορές
σάς τ’ ορκίζομαι.

Αρκεί
εσείς
να μη με κοιτάτε.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Γιάννης Καρατζόγλου, από τη συλλογή «Δ.Ξ.Θ.»

Η εφημερίδα αύριο τύλιγε ψάρια ή κυμά- όσο για σήμερα
το ίδιο θέμα πάλι, πρωτοσέλιδο και τρίστηλο, θέμα ρουτίνας
τα κλισέ της διαδικασίας, οι ανώνυμες πληροφορίες δια το ποιόν των,
από τι ο καθείς εμφορείτο, πως θα ανέτρεπε τα βάθρα του εθνικού μας
πολιτισμού,
σε ποιο οινομαγειρείο έτρωγε τα μεσημέρια, πόσες εκτρώσεις έκανε
με τη Μαιρούλα,
έπειτα δημοσιογραφικές συνήθειες κι η αγόρευση του συνηγόρου
κι η θαρραλέα απολογία, συνήθειες τα σχόλια ωραία μωρέ
τους τάπαν…
Όμως Αυτοί, την ίδια ώρα έπαιρναν βουβά την άγουσα για το Γεντί
το Κορωπί, την Αίγινα, τον Κορυδαλλό δυνάμει του δελταξιθήτα
ψηφίσματος
όταν εμείς πουλούσαμε, γελάγαμε, κάναμε βόλτα στην παραλία
πειράζαμε κορίτσια
βλέπαμε στην τηλεόραση ένα ψωριάρικο λιοντάρι να αλυχτάει
ότι προέχει η έννομος τάξις και όχι αι αναμοχλεύσεις των παθών,
βγάζαμε δόντια, τρώγαμε σουβλάκια, αγοράζαμε προικιά
σεντόνια- μαξιλάρια,
ήταν μακριά από μας το διξιθήτα, αν και γνωρίζαμε καλά
πως μεταφράζονταν η υποχρέωσις πατάξεως των ολίγων αρνητών
του θαύματος
που αποτελεί το σύγχονό μας κράτος….
Τώρα, τι μας είρθε και τα θυμόμαστε αυτά πρωί -πρωί
στο μαγαζί μας,
ή βράδυ, όταν ρωτάει η γυναικούλα μας τρυφερά πού πάμε πάλι
απόψε,
ανάμεσα σε σαββατιανές πληρωμές και εισπράξεις- αραιά και που,
και καμιά Ρόζα Λούξεμπουργκ για προσωρινή αυταπάτη-
τί τ’ αναφέρουμε όλα αυτά, αφού γνωστοί είναι οι ρόλοι που
υποδυθήκαμε
όλα αυτά τα χρόνια, κι έτσι τουλάχιστον δεν αμφιβάλλουμε ποιοί
είμαστε
εγώ ας πούμε, ο hypocrite poète κι εσύ ο hypocrite lecteur,
μικροί ασήμαντοι, χυδαίοι figurantes στη μέση της πιο μεγάλης
τραγωδίας.

*Από το συλλογικό «Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης». Εμείς το πήραμε από εδώ: https://theshadesmag.wordpress.com/2019/08/03/poihtes-thess/

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Καντίνα

1.

Κάθε πρωί
το ίδιο λατομείο
βαθειά την ευτυχία σκάβοντας
ν’ αναληφθεί η λάσπη

2.

Πιες
ακόμα
λίγο κρασί
να κατεβεί ο δράκος

3.

Νύχτα ο ευκάλυπτος αναρρώνει
από την χρόνια εμμονή σου
για μεταφυσική

4.

Στο στέκι αυτό μας ξόδεψαν οι Κυριακές
ψιλά εμείς στην τσέπη του χρόνου

5.

Βάζει παγάκια στο κρασί
σαν κάποιο απόκρυφο συμβιβασμό
να μοντερνίζει

6.

Οι φαντάροι κάνουν γόπινγκ
κι οι μοναχοί ενθυμείν

7.

«Μετά την ανηφόρα, αριστερά»
πάντα να λες στους οδηγούς
σαν σε ρωτούν στο δρόμο

8.

Νυν και αεί ναυαγοί
εις τους αιώνες των ημιόνων

9.

Στα όρθια πίνεις το κρασί
στο γόνατο τον χρόνο
απελπίσου μποέμικη ψυχή
απελπίσου

10.

Πιότερο επιθυμώ να πιω παρά να πω
και μες στην μπύρα πάλι, ξεκουράζομαι απ’ το ουίσκι

11.

Κρίμα και κύμα του καημού
παρηγοριά δε βρήκαμε
από τις παρηχήσεις

Θωμάς Δ. Τυπάλδος, Κώστας Ρεούσης: Υπερρεαλισμός ή ρεουσισμός!

Ο ποιητής Κώστας Ρεούσης, στη Λέσχη Φίλων Μουσικής «Γιουσουρούμ», του φίλου του Πραξιτέλη Δασκαλάκη, στην παλιά πόλη της Χώρας Νήσου Κύπρου, στην οδό Άρεως … βαθιά μέσα στη νύχτα … πίνοντας μπίρες με τους ποιητές-μεταφραστές Μιχάλη Παπαντωνόπουλο και Γιάννη Ζελιαναίο (δεν διακρίνονται εδώ), στις 3 Σεπτεμβρίου 2015. Φωτογραφία: Γιώτα Παναγιώτου

Η γνωστή υπερρεαλιστική ρήση «πρέπει ν’ αλλάξει το παιχνίδι, όχι οι κανόνες του παιχνιδιού», αν βρίσκει εκφραστή στο μοντέρνο ελληνόφωνο υπερρεαλισμό, τότε τον βρίσκει με τον καλύτερο τρόπο στο πρόσωπο του Κώστα Ρεούση. Ο ποιητής των κατακλυσμιαίων εικόνων, των κοφτερών λέξεων και των φράσεων που ματώνουν πρώτα τον αμφιβληστροειδή του ματιού κι εν συνεχεία, τ’ αυλάκια του μυαλού. Ο Ρεούσης, είναι από εκείνους τους ποιητές που γνωρίζουν στο μέγιστο βαθμό τους κανόνες τόσο της ποίησης όσο και της γλώσσας, μα έχουν συνάμα ως πρό(σ)ταγμα, την ανατροπή -όχι την καταστροφή- του παιχνιδιού.

Η ποίηση του Ρεούση δεν γνωρίζει τι θα πει κομφορμισμός, τι θα πει στερεότυπα και εφησυχασμός. Τρέχουν οι λέξεις ουρλιάζοντας και κραδαίνοντας τσεκούρια. Κεφάλια παίρνουν ανέμελων και απαίδευτων αναγνωστών οι οποίοι θεωρούν πως η ποίηση είναι ματσάκια από μαδημένες μαργαρίτες και ερωτοχτυπημένες πεταλουδίτσες. Οι στιχοπλοκίες του Ρεούση είναι ένας πόλεμος, όχι αναίτιος και δίχως στόχο. Αιτία έχει το απόλυτο μηδέν που κοκορεύεται αυνανιζόμενο, κι αυτοπερνιέται για ένα, και στόχος του είναι σαπισμένα -από μια αδόκιμη ανήθικη ηθική που όλους μάς περιβάλει- μυαλά.

Όπως προείπα, ο Ρεούσης, γνωρίζει πολύ καλά τους κανόνες και το παιχνίδι στο οποίο λαμβάνει μέρος. Όσον αφορά στο «παιχνίδι» του υπερρεαλισμού, σ’ ένα και μόνο στίχο του κατάφερε ν’ αποδείξει πως το ξέρει με τον πιο περίτρανο και αδιαμφισβήτητο τρόπο: «ο υπερπραγματικός στιχοπλόκος πλοηγεί την τρέλα στην ανάσα!». Η τρέλα είναι η ελευθερία, η επανάσταση του καταπιεσμένου υπερεγώ απέναντι σε μια ρομποτοποίηση του ατομικοσυνειδησιακού παράγοντα, ενώ η ανάσα, δεν είναι παρά η αντιστεκόμενη στην «αλήθεια», αλήθεια του. Είναι αυτή η στιγμή της μεθυσμένης νηφαλιότητας που σε ξεσηκώνει την πιο περίεργη ώρα, γνωρίζοντας πως ίσως αύριο δεν θα ζεις (τουλάχιστον, όχι όπως ζούσες πριν). Αυτή η στιγμή είναι που έχεις αφεθεί να σε κατακλύσει η υπερπραγματικότητα, να σε ρουφήξει η δίνη της κι αν δεν έχεις το φόβο του άγνωστου μες στη καρδιά σου, οφείλεις ν’ αφεθείς, να μετουσιωθείς ο ίδιος σε υπερπραγματικότητα κι αν κι εφόσον δεν νιώθεις και τόσο καλός πλοηγός, μπορείς ν’ αφεθείς στα έμπειρα χέρια του Ρεούση που αυτός δεν φοβάται τις φουρτούνες, γιατί πολύ απλά, -κι αυτό να το θυμάσαι-, είναι ο ίδιος μια φουρτούνα.

Και το παιχνίδι ασταμάτητα συνεχίζεται…

Ο Ρεούσης δεν μένει στάσιμος σ’ ένα σημείο, ελίσσεται. Τον φαντάζομαι τη στιγμή που γράφει να είναι εκεί ενώ δεν είναι. Είμαι σίγουρος πως έχει ανακαλύψει μυστικές θύρες, οι οποίες τον οδηγούν σε προσωπικές, πολυεπίπεδες διαστάσεις. Εκεί, η ιδιαίτερη, ολοδική του, πρακτική χρήση της ελληνικής γλώσσας… γίνεται μία ΤΑΦΡΟΣ! Δεν χρησιμοποιώ καθόλου μα καθόλου τυχαία αυτή τη λέξη. Σε μια από τις πολλές μας αλληλογραφίες μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και λίγο πριν με τιμήσει με το να είμαι ο πρώτος αναγνώστης του ποιήματός του «ΤΑΦΡΟΣ», μου επισήμανε με τον δικό του απαράμιλλο κι εύστοχο πάντα τρόπο, ό,τι η ελληνική γλώσσα, προϋπήρχε κατά πολύ του υπερρεαλισμού. Απόδειξη για τα λεγόμενα πως έφερε τη λέξη τάφρος, λέγοντάς μου ότι εντός της εμπεριέχει άλλες δύο λέξεις, τη λέξη φάρος και τη λέξη τάφος.

Η τάφρος, ως γνωστόν, είναι μια παγίδα η οποία φέρει εντός της νερό, άρα ροή, άρα ζωή. Αν βρεθείς κάποτε παγιδευμένος -εγκλωβισμένος, μέσα σε μια τάφρο, να θυμάσαι πως έχεις τη δυνατότητα τού να μη σε σκοτώσει αρκεί να είσαι έτοιμος να γίνεις ένα με το νερό -με τη ροή- με τη ζωή… βρες την εσώτερη δύναμή σου, έτσι που να μετουσιωθείς σε αναπόσπαστο μέλος της ζωντανής αυτής ροής. Θα χτυπήσεις απεγνωσμένα τα χέρια σου πάνω στο υδάτινο στρώμα που στη καρδιά του μέσα θα βρεθείς; Θα φοβηθείς; Θα ζητήσεις βοήθεια από απόντες σωτήρες; Η τάφρος, εύκολα μετατρέπεται στον υγρό σου τάφο και το ίδιο εύκολα μετατρέπεται σε ολόφωτο φάρο. Η ροή να θυμάσαι, είναι -αν το θες- δίπλα σου, σύντροφός σου. Θα είναι πιο φίλος από τους φίλους σου και περισσότερο συγγενής από τους συγγενείς σου. Αν δεν είσαι ένα πληγωμένο και παγιδευμένο αγρίμι, αν σπρώξεις το ασυνείδητο εγώ σου προς την κατεύθυνση της ροής, αν γίνεις μες στο γλυκό νερό, ένας διψασμένος για αίμα καρχαρίας, θα έχεις βρει το νόημα και την κρυμμένη αλήθεια στης τάφρου το βυθό. Αυτή η τάφρος είναι η ποίηση του Ρεούση και όχι μόνο: είναι και εκρηκτικές εκφάνσεις βομβών νετρονίου κι όχι πυροτεχνήματα σε πανηγύρι της εσχάτης υποστάθμης.

Στο τέλος όμως μια απορία γεννάται: είναι ο ποιητής ή το ποίημα; Ο Ρεούσης είναι και τα δύο μαζί. Ο Ρεούσης γνωρίζει-αγαπά-σέβεται. Αντίθετα, δεν κολακεύει-δεν προσκυνά-δεν δέχεται ν’ ασπαστεί κανένα σύμβολο απ’ όπου κι αν αυτό προέρχεται. Μα την αλήθεια! Μου μοιάζει λες κι είχε αυτόν κατά νου ο Ρενέ Κρεβέλ, όταν σε μια στιγμή αυτόματης ειλικρίνειας, έγραφε: «Ο ποιητής δεν κολακεύει μήτε και καταφεύγει σε τεχνάσματα. Δεν αποκοιμίζει τα θηρία του για να παραστήσει το θηριοδαμαστή, αλλά, με όλα τα κλουβιά ορθάνοιχτα, με τα κλειδιά πεταμένα στον άνεμο, φεύγει, ταξειδιώτης που δεν σκέπτεται τον εαυτό του αλλά το ταξείδι, τις αμμουδιές των ονείρων, τα δάση των χεριών, τα ζώα της ψυχής, όλη την αδιαμφισβήτητη υπερπραγματικότητα», (μτφρ.: Νίκος Σταμπάκης). Το ότι ο Ρεούσης αγαπά τον υπερρεαλισμό, δεν χωρά αμφιβολία, μα χωρίς η αγάπη του αυτή, να παίρνει ποτέ κάποιες θρησκευτικές διαστάσεις. Στα ποιήματα -και τα πεζά- του Ρεούση, θα βρεις όλα αυτά τα οποία εμπεριέχει ο υπερρεαλισμός, -ασύδοτοι συνειρμοί, μαύρο χιούμορ, το θαυμαστό κ.ο.κ.-, και παρότι θα βρεις αυτά τα στοιχεία, δεν θα τα βρεις ως μια ακόμα κοινοτυπία ή ως το όποιο στερεότυπο υπερρεαλιστικού χαρακτήρα. Θα τα βρεις με την ιδιότυπη χρήση της γλώσσας από τον δημιουργό, σε ιδιάζοντα φρενήρη ρυθμό, που στην κυριολεξία, σου κόβει την ανάσα, με ηχοχρώματα τόσο πρωτόγνωρα. Εκεί που οι συλλαβές επαναδιαγράφουν την πορεία μιας αιωνιότητας καθώς χωρά σε μια σελίδα. Όπως προείπα, ο Ρεούσης δεν μένει ποτέ στάσιμος. Ο Ρεούσης είναι τάφρος, δεν είναι βάλτος.

Κλείνοντας, θα αναφερθώ στον Ν.Γ. Λυκομήτρο, ο οποίος με τον πλέον εύστοχο τρόπο, ονόμασε σε σχόλιό του σε ανάρτηση στον ιστότοπο «ΠΟΙΕΙΝ», την τεχνοτροπία του Ρεούση «ρεουσ(ε)ισμό». Και γιατί όχι; Όταν μπορεί να είναι μόνος του μια υπερρεαλιστική ομάδα, (βλπ. Υπερπραγματική Φράξια Λευκωσίας), ποιός τον εμποδίζει να ’ναι μόνος του ένα κίνημα;

Πάτρα, Αύγουστος 2016

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό, «Στάχτες» (www.staxtes.com), το Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016. Εμείς το πήραμε από το ιστολόγιο του Κώστα Ρεούση στο https://reousis.blogspot.com/2016/08/10_23.html?spref=fb&fbclid=IwAR0W4EJvzfhSUei3eT6sj6K_Gh81Ayqmwz2m855jFRH3bx7SpP1l0Y_GuF4

Μνήμες – Καλλιόπη Εξάρχου

Ερίνα Εσπιρίτου

Κάποτε
ήταν αιχμηρές
έκοβαν κομματάκια την καρδιά

Με τα χρόνια
στρογγύλεψαν
λειάνθηκαν
έγιναν πιο σοφές

Τώρα πια
ακουμπούν
χωρίς να διχάζουν

Σαν αθέατα χάδια

Όπως και να έχει
μνήμες ήταν
και μνήμες παραμένουν

Θρυαλλίδες
ενός απολιόρκητου βίου
που επιμένει
να παραδίδεται μόνο στη μνήμη τους

Από τη συλλογή «μάχιμα χείλη», εκδόσεις ΣΟΚΟΛΗ, 2014

View original post

Jannis Poptrandov, ποιήματα

Και γι’ αυτό πληρώνω ακόμα τέλη τηλεόρασης

Ένα συνεργείο της κρατικής
τηλεόρασης κόβει βόλτες
στην πλαζ της λίμνης Βανζέε.

Τα μικρόφωνα προτεταμένα,
η κάμερα ανοιχτή.

Θα πηγαίνατε
στην Ελλάδα
για διακοπές;

Ποτέ των ποτών, λένε δεκαοχτώ
ημίγυμνοι λουόμενοι.
Δεν φτάνει που είναι
παλιοαπατεώνες και παράσιτα,
τους στηρίζουμε και οικονομικά
από πάνω. Όχι, ούτε να το σκέφτεστε.
Δεν θα πηγαίναμε ποτέ για διακοπές
στην Ελλάδα, εκτός κι αν ήταν τζάμπα
τα αεροπορικά, η διαμονή και
η διατροφή. Αυτό θα ήταν το δίκαιο.

Πέντε ξύνουν τ’ αρχίδια τους
και σηκώνουν αδιάφορα τους ώμους.

Δεκαεννέα λουόμενοι θα πήγαιναν
οποτεδήποτε στην Ελλάδα
για διακοπές. Σήμερα
περισσότερο από ποτέ. Δεν
θα πρέπει να συγχέουμε
τον απλό λαό, τους καθημερινούς
ανθρώπους, με τους άπληστους
τραπεζίτες και τους ανίκανους
πολιτικούς.

Το επόμενο βράδυ η Άνε Βιλ
παρουσιάζει στην εκπομπή της
ένα σύντομο βιντεάκι.

Ένα συνεργείο της κρατικής
τηλεόρασης κόβει βόλτες
στην πλαζ της λίμνης Βανζέε.

Τα μικρόφωνα προτεταμένα,
η κάμερα ανοιχτή.

Θα πηγαίνατε
στην Ελλάδα
για διακοπές;

Ποτέ των ποτών, λένε δεκαοχτώ
ημίγυμνοι λουόμενοι.
Δεν φτάνει που είναι
παλιοαπατεώνες και παράσιτα,
τους στηρίζουμε και οικονομικά
από πάνω. Όχι, ούτε να το σκέφτεστε.
Δεν θα πηγαίναμε ποτέ για διακοπές
στην Ελλάδα, εκτός κι αν ήταν τζάμπα
τα αεροπορικά, η διαμονή και
η διατροφή. Αυτό θα ήταν το δίκαιο.

Η Άνε Βιλ κοιτάζει
την ομήγυρη.

Ο Έλληνας καλεσμένος
κάτι τραυλίζει.

Ο ευρωσκεπτικιστής χαμογελά.

Ο υπέρμαχος του
αποκλεισμού όλων
των χωρών παράσιτων
απ’ την ευρωζώνη
απαιτεί την ένταξη
της Ελλάδας στη
βόρεια Αφρική.

Το κοινό χειροκροτά.

***

Στα χαρακώματα της καταγάλανης θάλασσας από μπετόν

Ο διοργανωτής της πρόσφατης
λογοτεχνικής βραδιάς μού έδωσε
τριάντα ευρώ, μπήκα λοιπόν στο μετρό
και για να ξοδέψω τα χρήματα άρχισα
να πηγαίνω πέρα δώθε και ύστερα ένιωσα
το στομάχι μου να γουργουρίζει
και κατέβηκα κάπου στο ενδιάμεσο
και τέσσερις ή πέντε γωνίες αργότερα
είδα την εξής πινακίδα:

Φαγητό σαν της μαμάς

Μπήκα στο μαγαζί και είδα μια
γκριζομάλλα με καταγάλανη ποδιά
να στέκεται μόνη της πίσω απ’ τον πάγκο
και παρήγγειλα μπιζελόσουπα.

«Σερβίρεται με χοιρινό κρέας», είπε αυτή.
Εγώ δεν είπα τίποτα και κείνη με κοίταξε
απ’ την κορυφή ως τα νύχια.
«Είστε Μωαμεθανός, έτσι δεν είναι;»
«Όχι», είπα εγώ.
«Θέλετε μεγάλη ή μικρή μερίδα;»
«Σήμερα έκανα αίτηση για τη γερμανική υπηκοότητα
είπα.
Κι αυτή είπε:
«Η μπιζελόσουπα μάς έχει τελειώσει».

*Τα ποιήματα αυτά προέρχονται από το φυλλάδιο με ποιήματα του Γερμανού Jannis Poptrandov, με τίτλο “η Ευρώπη μυρίζει τελειότητα”, που τυπώθηκε και κυκλοφόρησε με τη γενική ευθύνη του περιοδικού (-ποιητικού σκεύους) “Τεφλόν”. Για τον Jannis Poptrandov δημοσιεύτηκε αφιέρωμα στο “Τεφλόν” (τεύχος 13. Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2015) σε μετάφραση Jazra Khaleed (σελ 32-51).