Μαρία Πανούτσου, Αυτό το ταξίδι κράτησε πολύ

Μην φωνάζετε
δεν είμαι κουφή
ακούω τα πάντα

Από το εκεί στο εδώ
με μάτια ανοιχτά και δεν τυφλώθηκα
τρύπωνε το φως πότε – πότε

Κοίταξα πρώτα τον γιατρό που με κοίταζε
κοίταξα και την μάνα μου – ακόμη πονούσε
-χαμογελαστή πονούσε-ανοιχτό το σώμα

Μετά έκλεισα τα μάτια να ξεκουραστώ
το ταξίδι μεγάλο
και οι πόνοι με χίλιους ήλιους σε νέο πλανήτη

Για μένα το νερό μοναστήρι πρώτο
πιο σημαντικό κι’ απ’ το φως
και ο αέρας ένα ποτάμι και αυτό

Ήθελα να γεννηθώ ανάποδα
αλλά στο τέλος άλλαξα γνώμη
και βγήκα με το κεφάλι ΄
φελούκα στον ουρανό

Μέσα στο σώμα της, σκοτάδι
υγρασία και ένα κύμα ταλάντευσης
κούνια και ύπνος βαθύς

Δεν ήθελα να ξεγελαστώ
κάτι μου έλεγε ότι θα έχανα την επαφή
μόλις αντίκριζα το φως
από τί δεν ήξερα -σκεπτόμουν όμως
λαγοκοιμόμουν
αφουγκραζόμουν

Κράταγα
τα
σχοινιά
του
καραβιού

Κράτησε πολύ αυτό το ταξίδι
αναρριχιόμουν συνεχώς
καθώς γευόμουν την μυρωδιά της μάνας
αλλά και την φωνή της που με πότιζε
με ερωτήματα

Όλο αυτό
είχε
μια
γλύκα
ενοχλητική

Το φως αντίκρισα κουρασμένη
και φωνή δεν είχα να κλάψω
όμως έκλαψα στο τέλος
για να ησυχάσουν οι άλλοι

Αυτό το χωρίς επιστροφή
ταξίδι του ερχομού
που φανερώθηκε
κράτησε χρόνο πολύ

Στις χούφτες μου μηνύματα κρατούσα σφιχτά
δώρα για βασιλείς και αρχόντους
και στις κόρες των ματιών μου
όλη η ζωή της ανθρωπότητας

Είμαι αδύναμη και ο ψυχισμός βουβός
τις νύχτες με παρατάει
και τρέχει σε μέρη άγνωστα κι’ αφιλόξενα
γεμίζει τις φλέβες μου με δηλητήριο
το αισθάνομαι καθώς όλο το σώμα
σαν το υγρό που ξεχειλίζει κάποια στέρνα

Βρίσκομαι ακόμη σ’ εκείνο το ταξίδι
η μήτρα γεννά και η μήτρα θάνατο σπέρνει
άντε αδέλφια και εσύ θεέ
ανοίχτε τις θάλασσες
δεν έχουμε χρόνο πολύ ακόμη

Κέα 2019

Μαρσέλ Προυστ, Στη Celeste 1

Celeste Albaret

Ψηλη, λυγερή, όμορφη, λίγο αδύνατη,
Πότε κατάκοπη, ώρες-ώρες ζωηρή,
Γοητεύοντας τους πρίγκιπες και τον υπόκοσμο,
Εκτοξεύοντας στον Μαρσέλ μια κουβέντα ξινή,
Αντιγυρίζοντας στο μέλι ξύδι,
Πνευματώδης, ευκίνητη, ακέραιη
Είναι η σχεδον ανιψιά του Negre. 2

1.Celeste Albaret. Καμαριέρα του Προυστ.
2.Negre. Αρχιεπίσκοπος της Τουρ. Ο αδελφός της Celeste είχε παντρτυετεί την ανηψιά του.

*Από το βιβλίο “Μαρσέλ Προυστ Ποιήματα”. Μετάφραση Ελένη Κόλλια. Εκδόσεις Ηριδανός, Φεβρουάριος 2008.

Κωστής Τριανταφύλλου, γιά τή μεγαλούπολη πού δέ χωνεύω

ΑΓΑΠΗΣΤΕ
τήν άλητεία
την έπαιτεία
τήν έρημο πού σας γδύνει

α.
γυρνάει
χωρίς ναγγίζει
τά φύλλα τού γνωστού βιβλίου
τού χρόνου σά σήμερα
πώς ναγγίξω άλλιώς τίς λέξεις
πρέπει κανείς νά μή μέ βλέπει
γιά νά σηκώσω

νά ξεσηκώσω τό βάρος
τής άδειας μου τσέπης
τής άδειας μου τσάντας
τών άδειων μου χεριών
τού άδειου
χωρίς τήν άδειά οας
πώς νά μασήσω τις λέξεις
πώς νά μήν τις μισήσω
βρίσκω δυό έφημερίδες χτεσινές
μασημένες ατά χέρια σας
βρίσκω δυό ζαρωμένα αποτσίγαρα
μασημένα στά δόντια σας
βρίσκω τά χέρια μου
μασημένα άπ’ τις άδειες τσέπες
μασάω τά σάλιο μου
φτύνω αίμα
άπό τά λιγδωμένα μου μαλλιά στάζουν χλωμές γοργόνες
παίρνω ό,τι βρίσκω
μιά καχύποπτη ·
που κι έγώ δέ ξέρω τί θέλει
παίρνω τά σίγουρα βήματά σας

ό τόπος μου είναι μακρυά
καθαρίζω τήν τσατσάρα μου άπό τά μπλεγμένα όνειρα
κλέβω άπ’ τή ματιά σου
κι άπ’ τό χορτάτο σου χασμουρητό
τίπσοτα δέ γίνεται σίγουρα
ξαναγυρίΖω στήν κλεμμένη μου οργή

β.

πάντα άδειες οί καρέκλες
— πού μας φτιάξαν γιά νά καθόμαστε —

παρόλα αυτά ήθελε άκόμα
νά αίστάνεται τό πρόσωπό της
σέναν περαστικό
γλυπτό στά νιάτα του πούχε πιά χαλάσει
ποιος νοιάζεται πιά!
προσπάθησε νά φτιάξει ταποκαρδιωμένα χείλια της
κάθισε στίς άδειες καρέκλες
μίλησε γιάλλο θέμα

ένα έρωτευμένο Ζζευγάρι
κάθισε πάνω της

γ.

σένα πάγκο δυό γενιές κουβεντιάζουνε
ένα μπαστούνι κρέμεται / περιμένει
νά σηκώσει τό βάρος τού ενός
ή συζήτηση κρέμεται άπό ένα σπάγγο

όταν ξαναπέρασα είδα
δυό μπαστούνια
αύτοί πού κουβεντιάζανε είχανε φύγει άγγαλιασμένοι

δ.

ή σιωπή είναι ένα αύτοκινητιστικό δυστύχημα
πού δέν έγινε
είναι ό,τι δέν έγινε
δέν ύπήρΕε
ένας δρόμος μέσα άπ’ όλα

ό,τι δέ λέγεται
ό,τι δέν άκούγεται
ό,τι δέν μπορούμε

ή σιωπή μέσα στήν άγγαλιά
ή σιωπή μές στή σιωπή
σιωπή κραυγή
σιωπή διαιώνιση

τρέχω νά σέ προλάβω
έχεις φύγει
Τι νά μοΰ κάνει τό μπουζούκι σου
τρέχω νά προλάβω
έχω φύγει
έχω χαθεί
μές στά χαρτιά μου
σκόρος είναι ή σιωπή

παίζω μέ τή σχιζοφρένεια
λές μέ χειροπέδες ή κομπολόι

άλητεύω σέ τυραννικές περιοχές
μέ φτερωτούς παλαιστές πού έξοντώνονται

αν ή σιωπή δέν είναι ένα παιχνίδι
πώς έγώ τής ξεβίδωσα τήν πίσω ρόδα;

δυό χέρια σφιγμένοα
δάχτυλο μέ δάχτυλο τί σφίγγουνε;

χειρονομεί τι χαίρεται;
ένα αιχμηρό ηρόσωπο
ένα δάχτυλο δυσανάλογο σά μιά σειρά στραγάλια
ένα πρόσωπο φράχτης κι ή υγρασία στά μάτια του

μιό φριχτή σιωπή μάς έπιπρέπει

*Από το βιβλίο “αποσπάσματα του Κωστή 1967-1973”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Απρίλης 2015.

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

1
Νησιά μαδέρια στο πέλαγος

Κρατώντας τα λιμπρέττα
Με ιστορικές αφηγήσεις
Έχουν τα ψαλτικά μια λύτρωση και ώρα
Που μελέτησα…
Στο Καστελλόριζο μιλούν ελληνικά
Καλοί μας γείτονες, καλοί να γίνετε όλοι

Στο Καστελλόριζο τη γλώσσα μου μιλούν
Kι oι πέτρες
Και δίνουν παρατσούκλια
Στα πλεκτογάλανα δίχτυα
Των νότων του Αιγαίου δίκτυα

***

2
Μαούνες μαουνιέρηδες πεζέψαν
Στα τσιμέντα των νυκτόβιων
Περιπετειών του νου
Τόσο κοντά η αποστολή
Των σπειρωτών κυμάτων…
Γκουίντο ντ’ Αρέτσο βαφτιστή των ήχων
Κόψε βλαστάρια από πρασιές
Σποράδων
Λευτερωμένα νανουρίσματα
Μαγίστρων
Παίρνουν τα διπλωμένα κύματα
Που ανοίγουν τις πραμάτειες αμπαριών
Στα λινοβάμβακα
Παλάτια της ανίχνευσης

*Από τη συλλογή “Αλάβαστρο”.

Authoring Melodies

Manolis

Ευχαριστώ πολύ τον αγαπητό φίλο Δημήτρη Μπονόβα για την παρουσίαση μεταφράσεων μου στον ιστότοπο του και την αγαπητή φίλη Χρύσα Νικολάκη για την κριτική της.

Μανώλης Αλυγιζάκης

ΑΣΠΙΣ
Καθώς τό σκουτάρι τοῦ ἥλιου
γκρεμίστηκε στούς πολεμικούς ταρσανάδες της δύσης
λυώνει τῆς μέρας τό πρόσωπο
μιά μούμια πεταμένη στό φῶς.
Τά δέντρα ’κεῖ πού θάψαν τό μπόι τους
στήνουν στά πετεινά παγίδες.
Ἕνα καράβι βουλιάζει στήν στεριά
καί τοῦ δρυμοῦ τά ζουλάπια
ξεστρατίσαν στοῦ πέλαου τίς ὀρεινές
γιδοπατιές.
Βγαίνουν στή φόρα οἱ μαστρωπεῖες τῶν ἄστρων
καί τῆς ρεματιᾶς τό αἷμα
βουίζει γυμνό
σπάζοντας τῶν νερῶν τήν ἐπιδερμίδα.
Ἡ σάρκα τῶν πραγμάτων
δέν ἀγγειάζεται οὔτε μέ τόν βασιλικό.
Τό κορμί μου τοῦ Λινοῦ γδαρμένο κρέμεται
στό κατάρτι τοῦ μεσονυχτιοῦ.
SHIELD

When the shield of the sun descended
to the careenage of the west
the face of day melted
mummy thrown into the light
trees set traps for the birds there
where they’ve…

View original post 419 more words

Αντώνης Μπουντούρης, Από τη συλλογή “Εκμαγεία ανέμων”

ΤΡΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Εσύ που φλυαρείς για πες μου
ποιος είναι ο λόγος που τόσο άηχα
δείχνεις τη μοναξιά σου;
*
Τόσο θειάφι γύρω-σάστισαν τα χελιδόνια
Με τι κουράγιο να ξανάρθουν;
*
Κι όσο διψά το πέλαγος
με τι να το ποτίσεις;

ΔΥΟ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Ενός λαού βαθιά ραγάδα είναι αρκετή
για να περάσουν οι εχθροί.
*
Τα μοσχολούλουδα-κι αυτά
στην κλίνη του Προκρούστη.

ΜΙΑ ΑΠΟΡΙΑ

Τι μας περιζώνει που είναι αόρατο
και δεν μας αφήνει να γκρεμιστούμε;

*“Εκμαγεία ανέμων”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2019.

Μία συζήτηση με την Κατερίνα Αγυιώτη

στάχτες

Η Κατερίνα Αγυιώτη

πρόλογος – επιμέλεια ερωτήσεων, Θ.Δ.Τυπάλδος

Όσο κι αν γίνεται κουραστική η επανάληψη, οφείλω να το ξαναπώ: η εξέλιξη είναι θέμα κινητήριας δύναμης. Συγκεκριμένα, μίας δύναμης φυγόκεντρης. Αν η ποίηση επιθυμεί να είναι συνεχώς κι αδιάλειπτα εξελίξιμη, οφείλει να διαθέτει την ικανότητα της κίνησης: κίνηση στην υφολογία, τη μορφολογία, την τεχνική και – ίσως το πιο βασικό – την κίνηση των δικών της ιδεών αλλά και των ίδιων των ποιητών – αν διαχωρίζονται αυτές οι έννοιες –, που σαν λεκτικό ψηφιδωτό ιδεογράφημα, οριοθετεί την ποιητική διαλεχτική στη σχέση της με την καθημερινότητα, καθώς και τον υλισμό κι ό,τι αυτός καθορίζει στο σύνολό του.

View original post 2,763 more words