Θεόδωρος Μπασιάκος (1963 – 2020), Ποιήματα

ΖΕ ΣΟΥΪ ΑΡΑΠΗΣ

Και δεν μπορώ ν’ ανασάνω
μ’ αυτό το γόνατο του μπάτσου στο σβέρκο μου
δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τα δακρυγόνα στις πλατείες και τους δρόμους δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τ’ αποκαΐδια των δασών μας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τα σκουπίδια του πολιτισμού σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τους νόμους της οικονομίας σας και τους νόμους της δικαιοσύνης σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τον παραλογισμό της λογικής σας, (δε πά’ να βαστά κι’ απ’ την ιδιαίτερη πατρίδα μου όπως καυχιόνται μερικοί ηλίθιοι… δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ την σκατίλα της ιδιαίτερης πατρίδας μου) δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ την ασχήμια, την κακογουστιά της κοινωνίας του θεάματός σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τις στερήσεις και τους αποκλεισμούς της καταναλωτικής κοινωνίας σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τις ανέσεις σας και τον εφησυχασμό σας και τα εθελόδουλά σας ήθη κι’ έθιμα… Ζε σουΐ αράπης.

*Από την Μικρή ανθολογία για την δολοφονία του George Floyd στο ιστολόγιο Ποιητικό Σταυροδρόμι

*

Η ΚΗΔΕΙΑ

Αγόρι, κορίτσι.
Δώστε –
Στο κορίτσι μια κούκλα.
Στο αγόρι φτυαράκι.
Η κούκλα ξεχαρβαλωμένη να ‘ναι, νεκρή.
Τ’ αγόρι θα σκάψει με το φτυαράκι του λάκκο
ένα λάκκο μικρό, τόσο δα, για την κούκλα της φίλης του.
Δώστε –
Και στον Ούζο, τον χαζό μας, ένα καπέλο
καπέλο να ‘χει ο χαζός μας, να το βγάλει καθώς περνά η κηδεία.

*

ΦΟΥΤΜΠΩΛ

Το κρανίο μου παίζουν κλωτσοσκούφι
Στρατηγοί Vs Μπίζνεσμεν.
Γ κ ο ο ο ο ό λ !
Ζήτω! Σεισμός στην εξέδρα
Διαμαρτυρίες, ήτανε οφσάϊντ
Πουλημένος ο ρέφερυ.
Εγώ τώρα πάλι – άουτ!
το κρανίο μου στου διαόλου τη μάνα.
“- Να ζει κανείς ή να μη ζει;” αναρωτιέται ο Αμλετάκος
τραβώντας να μαζέψει τη μπάλλα.
Αν κάνει καλά τη δουλειά του ο σπόρος, μπράβο, κονόμησε χαρτζιλικάκι.

*

ΠΟΛΕΜΟΣ

Χαλασμένη γειτονιά είναι οι στίχοι μου.
Στα χαλάσματα των στίχων μου, πιτσιρικάδες βγήκαν
και παίζουν –
πόλεμο
έναν
πόλεμο αφελή
όμως
καθαρό
παλικαρίσιο
έναν
πόλεμο χωρίς
υποκρισίες
μήτε τις προστυχιές
του
πόλεμου
των μεγάλων.

*Από τον ‘Πόλεμο’ φυλλάδιο με ποιήματα, που κυκλοφόρησε σε ελάχιστα αντίτυπα, εκτός εμπορίου, το 2007.

**Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν εδώ: https://daphnechronopoulou.blogspot.com/2020/07/rip_20.html και εδώ: https://logotexniaskepsi.wordpress.com

10 Poems by Ion Deaconescu

Manolis

ΣΑΝ ΑΣΤΕΡΙ ΗΡΘΕΣ ΑΠΟ ΨΗΛΑ

Ήρθες από πολύ μακριά

άσε με να φωνάξω τον αγέρα

να ευλογίσει την ελπίδα σου

τον ουρανό να επικαλεστώ

τα γαλανά σου μάτια να φυλάξει

που μόλις ξύπνησαν από

τα βέλη του Αυγερινού.

Μου λες πως κάτι αγνό

υπάρχει και θα παραμείνει

που θα εμπιστευτούμε

όχι μεταμέλεια ή κάποιο ψέμα

κινήσεις που θα εμπνέουν

σιγουριά, αναμένοντας για τη ζωή

που σαν το ουράνιο τόξο

απ’ του Θεού το μέτωπο

στα στήθεια ανθρώπων θα κρυφτεί.

Φοβάμαι πως απ’ όλα αυτά

μόνο ένα δάκρυ θα κυλήσει

σαν κι εσένα που ήρθες από πολύ

μακριά σαν ένα αστέρι από ψηλά.

LIKE A WATCHFUL STAR

You came from far away

allow me to invoke the wind

to enrich your hope

and to beg the sky to protect

your blue eyes awaken by the arrows

of the morning.

You tell me there is something

pure that must remain

as area…

View original post 1,711 more words

Δίστομο | Γιώργος Πρεβεδουράκης

Φτερά Χήνας

saratsis

ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΤΕ ΤΟΝ ΧΟΛΑΡΓΟ

Έχω ένα μυαλό που ατρόφησε

από την χρόνια καλοπέραση

στις εφεδρείες

τα σπλάχνα μου σάπισαν

στις κίτρινες τέντες

συχνάζω στη λέσχη

απόστρατων σιτιστών

κοτζάμ λεκανοπέδιο

εγκλωβισμένο στο ασανσέρ

την ώρα που οι θυρωροί

κι οι πυροσβέστες σχολάνε

στοιβάζοντας τσόφλια

στην αιώρα της πιλοτής

βαφτίζω κατόπιν προτροπής

το κλούβιο αυγό

των καιρών μου          μελάτο

λέω τα χρώματα ασήκωτα

και το βάρος θολό

την άδεια για περίπτερο

την έχω μοσχοπουλήσει

είναι κι η μελαγχολία μου άκρως συμβολική

χρήσιμη

καθώς οδοντική κλωστή

για τους κοπτήρες των φυτοφάγων

κάτι Δευτέρες καθαρές

και κάτι μαύρες Παρασκευές

είναι που γίνομαι κανονικός

ωτακουστής ή αν προτιμάτε ματάκιας

τα φώτα ομίχλης βλέπω ν’ ανάβετε

μη τύχει και συγκρουστούν οι γειτονιές

μετωπικά        κι έχουμε άλλα

βαθειά μες στο αυθαίρετο δώμα

οι παιδικές μου πρωτομαγιές

πλάθουν ανέμελες πλαστελίνες φωσφόρου

πνίξε τη μπουκιά σου

να τελειώνουμε          ο ήλιος

παραμένει πλάσμα φασματικό

αδύνατο να διανεμηθεί στον…

View original post 164 more words

3 ποιήματα | Ευθύμης Λέντζας

Φτερά Χήνας

lentzas

Σήμερα ξύπνησα στην ομίχλη –
γυμνόκλαδος πόνος.
Παράξενη βροχή: από τον ουρανό
στο κόκκαλο∙ μια μουσική σε πτώση.
Να περνάει ψυχρός ο κίνδυνος: από
τις φυλλωσιές στο σώμα.
Αβέβαιος σηκώθηκα πάλι.
Σίγουρο το δέρμα που συγκίνησα, με
χείλια τραύματα: σωθικά του αλκοόλ.
Ματάκια μου που δεν σας πίστεψα∙
αύριο πώς θα σωθώ;

***

Η φριχτή φορεσιά – το σώμα μου,
άυπνο ανάμεσα σε τόσα βλέμματα.
Άοσμα χέρια μικρών αγαλμάτων.
Η πρώτη νύχτα στη θάλασσα,
μια παράξενη Πέμπτη με στήθη θαύματα∙
δανεικός ουρανός για τα τυχαία μάτια μου.
Αδύνατον να σηκωθώ από τέτοιο θάνατο.

***

Πρωινό στο μπαλκόνι κι η Λάρισα
απέραντη όπως το σώμα της γυναίκας
που αγαπώ, πριν ξετυλίξει η μέρα τα
στολίδια της – χαμόγελο σβηστό σαν
αποτσίγαρο βρεγμένο μοναξιά.
Είναι σκληρή η ψιχάλα, διώχνει τα
αδέσποτα σκυλιά, σμίγει το φόβο,
σφίγγει τα ανυπεράσπιστα οστά μου.

View original post

Ε. Μύρων, Εγώ συνεχίζω τον πόλεμο εναντίον μου

το παν είναι να κάνεις το βαμβάκι
να κόβει
τα λοιπά δεν κάνουν
ούτε για νανούρισμα
(το πολύ πολύ
να σου ζεστάνουν τη σούπα)

κι αφού κάθε αλήθεια
είναι ένα μπούμερανγκ χωρίς μπέσα
(κάποια στιγμή
θ’ αυτομολήσει)

κρύβω στις χούφτες μου
φως από τα σπλάχνα
της ωραίας σας πανσελήνου

-το κλέβω όταν αποκοιμιέστε-
το πετάω μες στη μνήμη
για να πάρει
τα πάνω της
ή έστω
ν’ ασπρίσει λίγο

Νίκος Σφαμένος, Τραγούδι…

οι μούσες κρεμάστηκαν στις ροδακινιές
η θάλασσα μύρισε κάρβουνο
και γω περπατώ
λίγο νέος
λίγο γέρος
λίγο σοφός
λίγο ανίδεος
παραπάνω θλίψη δε χωράει
και να
γίνομαι καλός
γίνομαι κακός
και όλα τα πράγματα του κόσμου
δεν υπάρχουν πια
μόνο περπατώ
μ’ ένα άδειο κεφάλι
μ’ ένα άδειο κορμί
οι λέξεις στερεύουν
η καρδιά πεθαίνει
δεν ξέρω πως συμβαίνει αυτό
δεν υπάρχει κανείς
δεν υπάρχει τίποτα
κρέμομαι στην άρπα μου
ενώ οι μούσες παραπατάνε
τα λιμάνια καίγονται
λίγο τρελός
λίγο δυνατός
λίγο σοφός
λίγο ηλίθιος
περπατώ

*Από τη συλλογή «Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως».

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2021/06/13/auta-pou-graftikan-kato-apo-vromiko-fos/

Νοσταλγία | Έλενα Λιαποπούλου

Φτερά Χήνας

kefalas

«Πρέπει να σωθούν όλοι. Ολόκληρος ο κόσμος»

I.

Σελίδες σπίθες ανάβουν πνίγονται δίπλα στο νερό που ιριδίζει που σε στάλες στάχτες στάζει πάλι πάνω σε νερό και το ταράζει όσο το φτερό το χώμα καθώς κοιμίζω τις υποσχέσεις που ολιγωρούν δίχως ανάσα σαν πέτρινοι άντρες σε γωνίες ανηφόρες κατηφόρες που σαν φωνές ταξιδευτών με τη δική μου χροιά θα λοξοδρομούν
θα ξεμακραίνουν.

II.
Όταν θα επιστρέψεις
θα αφεθεί ησυχία από τις μνήμες μου
όταν θα επιστρέψεις
δεν θα σαπίζουν πια οι καρποί του υπαρκτού
όταν θα επιστρέψεις
θα σε στεγάσω στις παλάμες μου
σαν κερί που αιώνες κόντραρε τον άνεμο
όταν θα επιστρέψεις
θα σου πω πως
καθώς το μαστίγιο του ήλιου
ελευθερωνόταν πάνω μου
άγγιξα το όνομά σου ολόκληρο
γραπώθηκα απ’ όσους γύρω μου με γύρευαν
θα σου πω το είδα, το έζησα:
όλα στον κόσμο ήταν γυμνά από σάρκα
έγλειφα σαν ύαινα κόκαλα και σκόνη.
Θα σου πω…

View original post 287 more words

Κωστής Τριανταφύλλου, Η επόμενη μέρα

Στην πρωτομάντη Γαία.
Εκχωμάτωση από το μαντείο της Δωδώνης όπου και βρέθηκε ο κεραυνός αυτός. Hλεκτρονικός κεραυνός, αέρας, αγωγιμοποιημένο χώμα, πάνω σε ξύλινη κατασκευή.  Το έργο αυτό του Costis Triandaphyllou μπορείτε να δείτε στην Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου.

μετά την
πριν από την
έχοντας χάσει το
διατηρώντας τις σχέσεις με
μετά λοιπόν άρχισα να σκάβω την σκιά μου
ανοίγω αργά το τοπίο λόγω ανωτέρας βίας
τραβάω απ’ το κλειστό συρτάρι μικρές κραυγές κι αναστεναγμούς
για να ζήσω την ανοιξιάτικη ανάσα με μέλλον
τόσο μακρυά ακόμη
μετά την ρωγμή
μετά το σκίσιμο στα δυό τσακισμένος
τραγούδι του τρελού αδερφού
μετά τον προηγούμενο στίχο
μου είπες τί να κάνουμε πες μου σε παρακαλώ!
πως να σε αποχωριστώ
άφησέ μου την σκιά σου να σε βρω

η μέρα μετά όπως και πριν
η νύχτα μετά την μέρα μετά
με εθνικούς νικητές για το αύριο
με εθνικούς νεκρούς της παράνοιας
βιασμένους, ποδοπατημένους, χτυπημένους στην ανάσα απάνω
όλοι ντυμένοι με άγνωστα χρώματα
πάνω σε ερείπια πολιτισμών σκιές
πια σκάλα να ανέβω στο σκοτάδι που δε βγάζει στο θεό;
για να μου δείξει τον δρόμο
να μου ανοίξει δρόμο στο κενό γύρω μου γεμάτο λέξεις
από την μια μέρα στην άλλη τελείωσε η μέρα πριν
χωρίς τελετουργία αποχαιρετισμού
ξεριζωμένη γενιά σε άγριο φευγιό για τη Δύση χωρίς σκιές

και πάλι ξεκινάω για να καταλάβω τί διάολο δουλειά έχω εγώ εδώ
τί να κάνω πριν όπως και μετά αύριο γιατί χτες
όταν τα αγάλματα δεν τα πίστευε πια κανείς
δολιοφθορά μέχρις εσχάτων
κι ήρθε ο ένας και σπουδαίος λυτρωτής μέσα απ’ το δάσος
κι έκανε την απρόοπτη εμφάνισή του μέσα από την μαύρη θάλασσα γυμνός
τόσο μικρός και κωμικός από την φύση του
που δεν αντέξαμε
και τον αγαπήσαμε μέσα από τα σκορπισμένα και νεκρά
μια τέτοια μελωδία!
ας το σκεφτούμε αν θα υπάρχει αύριο
όταν έτσι ξαφνικά αυτό που ακούσαμε
που ανήκε σε όλους
έγινε τέρας που κυνηγάει στην γκρεμισμένη πόλη εφιάλτης
αν θα υπάρχει αύριο για μας την επόμενη στιγμή σήμερα
μουδιασμένος σε ένα άγνωστο τοπίο χωρίς συνέχεια ισόπεδο άναρθρο
μπερδεμένος σε ισορροπία τρόμου απορημένος
σε μια καινούρια μέρα με ξεχασμένες συνήθειες
άγνωστες φωνές κυριαρχούν στον ορίζοντα
ακούω μια μελωδία γνωστή κι αγαπημένη πίσω απ’ τα οδοφράγματα
πότε θα την κάνει το θεριό;
άντε για να δω!
τέτοιο καημό;

έχω γύρω μου δικούς μου
μάλλον με αναγνωρίζουν και μου μιλούν
τί λένε; τί μου λένε;
πώς γίνεται να βλέπω μόνον τις σκιές τους;
οι ήχοι δεν τραγουδάνε
είμαι εδώ αλλά και εκεί
σκοτεινιασμένη η γλώσσα μου
σε μια άγνωστη στιγμή που δεν είμαι εγώ
μέσα σε σκοτεινά οπλισμένα αδιέξοδα χαρακώματα
σε περιμένω άφωνος
νιώθω να μη με ακούνε
να μη καταλαβαίνουν μια τέτοια μελωδία
κάτι μου λείπει
είμαι στο πριν και το μετά μαζί
μετά την αστραπή καβάλα στην βροντή
όλα ανάποδα στρωμένα σιωπή
για να μου δώσεις λίγη αγάπη να φροντίσεις αυτή τη στιγμή
να μοιραστώ την επόμενη μέρα
να είμαι σίγουρος εδώ

  1. 3 . 2022

Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα

ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΟΝ ΠΑΓΕΤΩΝΑ

Κι όλο πέφτει χιόνι, λουλούδια
της βυσσινιάς, σάβανα λευκά
για βασίλισσες, για παιδιά.

Άλλος παγώνει στην Κολιμά
κι άλλος φλέγεται κάτω
από τον Ήλιο του Σατανά.

Μες στις καρδούλες
δώδεκα μήνες βαρυχειμωνιά,
τα ρέστα, μικρό καλοκαιράκι.

Κι όλο πέφτει χιόνι
Στους κήπους στις αυλές,
νέα κορμιά
για τους εμπόρους,
μαύρα κορμιά για τον αφέντη.

Κυρίες, κύριοι
γδυθείτε, από το μέσα ψύχος
κανένα ρούχο δεν σας ζεσταίνει.

Κυλήστε ωραία έλκυθρα
Στην χιονοθύελλα της αγάπης μου.

*

ΚΑΡΦΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΣΕΙΣ

Έρχεται στιγμή που είναι υψωμένο το λεπίδι
Λάμποντας από τα σωθικά ώς το κρανίο
Ευτυχισμένος ο θνητός
γυρίζει στον δημιουργό του

Κύριε, του λέει, κόψε κι άλλο από το σαράκι
Αφαίρεσε το σάπιο ξύλο
Μη λυπηθείς μάτια ωραία, χείλη αιρετικά
Κνήμες αγαλμάτων
Ναό του χυμένου αίματος μην υπολογίσεις
από την τάξη των επιπλωμένων.

Μάστορα θάνατε,
τί δύναται το σώμα μη ρωτήσεις.
Με μια πνοή καρφί να μην αφήσεις.

Ελαφρύ το κρεβατάκι της σάρκας, ξυλουργέ μου!

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν…”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2017.

Αιμόφιλος Τ. Ινφλουέντζας – Σεράτια Μαρκένσες, Τρία ποιήματα

LACANDONA

φύγε
να δούμε τι θα καταλάβεις

φύγε
χωρίς άγχος

έτσι κι αλλιώς
αποκλείεται να σε βγάλουν υπέρβαρη στο check-in
με τόσα κενά στις αποσκευές σου

“μέσα υπάρχει το όχι
έξω κοχλάζει το ναι”

Ν. Καρούζος

εσύ πάντως
χαμπάρι δεν πήρες

μέσα-έξω

Ο ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ έΜΠΩΡ

οφείλει να το γνωρίζει
κάθε μελλοντικός αγοραστής
που τη βλέπει στη βιτρίνα
και δακρύζει

ο αισθητήρας της
δεν αντιλαμβάνεται
όλα τα χρώματα
εντελώς σωστά
(ιδίως τις αποχρώσεις του κόκκινου)

και το κλείστρο τηε
αργεί ν’ ανταποκριθεί
στις απότομες αλλαγές του φωτός

αν μιλάμε βέβαια για την canon fx2

*Από τη συλλογή “Είκοσι τέσσερα σονέτα – για την πολιτική διαχείριση της ερωτικής απελπισίας” (και είκοσι τέσσερις μηχανές για το ίδιο περίπου πράγμα), Θεσσαλονίκη 2006.