Federico Garcia Lorca, Πόλη χωρίς ύπνο

για την φωτογραφία, την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα

(Νυχτερινό στη Γέφυρα του Μπρούκλιν)

Κανείς δεν κοιμάται στον ουρανό!

Κανείς.

Τα πλάσματα της σελήνης μυρίζουν

το ένα το άλλο γύρω από τις καλύβες τους.

Θα έρθουν οι μεγάλοι ζωντανοί δεινόσαυροι

και θα δαγκώσουν τους ανθρώπους που δεν

έχουν όνειρα

και ο άνθρωπος που φεύγει με τσακισμένη τη

καρδιά του θενα συναντήσει

στις γωνιές των δρόμων

ένα κροκόδειλο απίστευτο, ησυχασμένο

κάτω από την προστασία των άστρων.

Κανείς δεν κοιμάται στον κόσμο.

Κανείς!

Ένας νεκρός υπάρχει σε κοιμητήριο

που είναι μακριά

παράπονο έχει, τρία χρόνια

ένα τοπίο, επειδή έχει,

μια εικόνα στο γόνατό του επάνω.

Τόσο πολύ έκλαιγε ο μικρός νεκρός σήμερα…

Ήρθαν τα σκυλιά για να ησυχάσει.

Δεν είναι όνειρο η ζωή!

Μην κοιμόσαστε!

Αγρυπνάτε!

Πέφτουμε από τα σκαλοπάτια και θα φάμε

χώμα βρεγμένο,

ανεβαίνουμε στις κορυφές των χιονιών

…νεκρές οι ντάλιες.

Δεν υπάρχουν όνειρα!

Ούτε λησμονιά.

Ζωντανή σάρκα

Σμίγουν σε φιλιά τα στόματα

μέσα σε πλεξούδες από φλέβες

και…

View original post 234 more words

7 ποιήματα, Walt Whitman | μτφρ. Βασίλης Πανδής

Φτερά Χήνας

pandis

Εσύ αναγνώστη

Εσύ αναγνώστη πάλλεις από ζωή και περηφάνεια και αγάπη
Όπως κι εγώ,
Για σένα είναι λοιπόν τ’ ακόλουθα τραγούδια.

***

Τον εαυτό τραγουδάω

Τον εαυτό τραγουδάω, έν’ απλό ξεχωριστό πρόσωπο,
Κι όμως εκστομίζω τη λέξη Δημοκρατικός, τη λέξη En-Masse.

Τη φυσιολογία απ’ την κορφή ως τα νύχια τραγουδάω,
Ούτε η φυσιογνωμία μόνη ούτε και μόνος ο νους αξίζουν τη Μούσα,
Λέω πως ολοκληρωμένη η μορφή αξίζει περισσότερο,
Το θηλυκό ομοίως με το Αρσενικό τραγουδάω.

Τη Ζωή απέραντη στο πάθος, τον παλμό και τη δύναμη,
Χαρμόσυνη, δημιουργημένη για την ελεύθερη δράση υπό τους θείους νόμους,
Τον Σύγχρονο Άνθρωπο τραγουδάω.

***

Για εκείνον τραγουδάω

Για εκείνον τραγουδάω,
Το παρόν στο παρελθόν υψώνω,
(Όπως δέντρο πολυετές από τις ρίζες ξεπετιέται,
Το παρόν επιβαλλόμενο στο παρελθόν,)
Με χρόνο και χώρο τον διαστέλλω
Και του εμφυσώ τους αθάνατους νόμους,
Μέσ’ απ’ αυτούς να επιβάλλει τον εαυτό του
Νόμο στον εαυτό του.

View original post 326 more words

Ρογήρος Δέξτερ/Σχεδίες, Λόγια στο Outnet Ή “Pseudo-Blues” [prose song “written on a toilet roll”]

Δρόμο παίρνοντας ή αφήνοντας
Δρόμο
Έτσι λέμε καιρούς και καιρούς
Θα την κάνουμε γι’ αλλού
Για το πιο μακρινό και έρημο
Νησί των Εφτά Θαλασσών
Όπου
Όσοι μας έσπασαν τ’ αρχίδια τόσα χρόνια
Κυρίως οι μοιραίοι των βιβλίων
Και οι γενναίοι τής πλατείας
Και οι γόηδες των μπαρ και τής αμμουδιάς
Θα λείπουν – όχι δε θα υπάρχουν πια
Ίσως μόνο στην κοιλιά τού θηρίου
Που τους κατάπιε
Σε μια δαγκωνιά στην τελική
Απελπισμένη σκέψη μιας νύχτας
Παραδομένης στα ποτά των αναχωρήσεων
Στις χαιρετούρες και τα παινέματα
Των ηρώων που φεύγουν
Αλλά όλο βρίσκονται κολλημένοι στα χτεσινά
Όπως λέμε στα κοφτερά βράχια
Κυνηγώντας τις λέξεις που θ’ αποστόμωναν
Την κόψη στο τέλος τής γλώσσας των άλλων
Ας πούμε των απέναντι
Φτηνιάρηδων ξεπουλημένων παραδόπιστων
Των σα μαστρωπών δυο αιώνων
Με τους ξεσηκωμένους κήρυκες
Κεκράχτες πετεινούς τού θέρους
Τού μεσημεριού – λέξεις
Που όμως δε ζυγίζονται αλλιώτικα
Αν δε μετράς σαράντα μαχαιριές
Πρώτα στη ράχη από χέρια παλιόφιλων
Ας πούμε eat my dust και φακ φακ
Fuck you all – λέξεις
Που ξεγλιστρούν μέχρι την άκρη
Τού χείλους των cunnilinguist &
Αν δεν έχεις καταβροχθίσει
Όμοια ξεφλουδισμένο σύκο
Τουλάχιστον το μουνάκι κάποιας Suzanne
Μαρκέλλας ή άλλης
Που σιροπιάζει στο πρώτο φιλί
Χύνοντας γερά μέσα στην πνιχτή φωνή σου
Τη γλύκα που κρύβουν τα γυμνά νησιά
Και πιο πολύ
Τα γυμνά όταν το θέλουν κορίτσια τής ερημιάς
Να σε φωνάζουν στη λιακάδα τους
Και σε καλούν στον οργασμό τους
Να γαμηθείτε μέχρι να ξημερώσει
Μέχρι που το σώμα να γίνει ο σωρός μιας σάρκας
Που μόλις κάνει φου ο άνεμος
Χάθηκες – μετά από τρία γαμήσια στη σειρά
Και την επομένη να σέρνεσαι
Στη δουλειά στο πάσο στη διαδρομή
Μέσα στο τρόλεϊ με τα τρεμάμενα καλώδια
Που τρίζουν και δεν κουβαλούν κανένα υλικό ονείρων
Ούτε για μια φωλιά πουλιών στη φυλλωσιά
Παρά μονάχα κομμένα φτερά
Παρά μονάχα χαμένες ελπίδες
Και τη βεβαιότητα
Πως ό, τι κι αν λέμε
Δε θα ξεκολλήσουμε ποτέ
Από το εδώ και το τώρα τού σήμερα
Ενώ το μέλλον από μακριά
Θα μας φτύνει με χάρη στο πρόσωπο
Κι εμείς θα νομίζουμε
Ότι η ρεματιά με τ’ αηδόνια
Ή τις νεράιδες έρχεται πιο κοντά
Σαν όνειρο με νερά από κρύσταλλο
Γεμάτο τραγούδια χορούς και γέλια
Από εκείνα τα ξεφαντώματα που ζήσαμε χτες
Και θέλαμε να ξαναδούμε στο αύριο
Σα γεγονότα που κανένα χέρι
Καμιά σκέψη και προπάντων
Κανένας πλησίον δε θα μπορούσε
Βουτηγμένος στη χολή του ν’ ακυρώσει για πάντα •

Jack Hirschman, Τρία ποιήματα

Οι αντάρτες

Κοιμούνται στις σπηλιές των βουνών
Οι Ατίθασοι Άντρες
Χωρίς το σβήσιμο της δίψας
Χωρίς τη ζεστασιά γυναίκας ή παιδιού
Κρεβάτι η ξιφολόγχη
Μαξιλάρι από ατσάλι

(1952)

***

Ύμνος

Είμαι στο σπίτι,
είσαι στο σπίτι,
μέσα

τα παιδιά
κοιμούνται στο
δωμάτιό τους

μέσα, είμαι
εργάζομαι
κάτω

από Το Λυχνάρι
του
ποιήματος

(1964)

***

Η ηλικιωμένη γυναίκα

Ο οδηγός του λεωφορείου κι εγώ καταλαβαίνουμε
ότι αυτή η μικροκαμωμένη ηλικιωμένη γυναίκα
δύσκολα μπορεί να σταθεί
έτσι την επόμενη φορά που θα είσαι
στο στόμα ενός λεωφορείου
δώσε ένα χέρι.
Ακόμα και η μανούλα σου
είναι ένα παιδί κοντά στο τέλος.

(1991)

*Από το βιβλίο “Front Lines – Selected Poems”, City Lights Pocket Poets Series No 55, 2002. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Εις μνήμην Μπασιάκου | Βαλάντης Βορδός

Φτερά Χήνας

thodoros

Σε ποιόν να το πω ρε Θόδωρε ότι πέθανες
δεν είναι κανείς εδώ
και στο χωριό δεν σε ξέρουν
κι η μάνα μου δεν νιώθει από ποιήματα
με τους ομότεχνους παρτίδες έκοψα
τη λύπη πρέπει να την κρατά ένας
για να τιμά τον εκλιπόντα
Στον μόνο που το ξεστόμισα
ήταν η σκυλίτσα μου
πλάσμα εξόχως ποιητικό
που αν ήσουν εδώ χάδια θα σε γέμιζε
και φιλιά

***

Θέατρο

Θα ’χουμε μάχη
το βλέπω ξεκάθαρα
σμήνη πετάνε ανάμεσα απ’ τα δέντρα
στον αέρα υπερίπτανται σε φιγούρες
άλλα αερόβια
στο έδαφος ετοιμασίες και σκαψίματα
κουβάλημα τροφής στα καταφύγια
οι στρατοί παρατάσσονται στο θέατρο της μάχης
Είναι μέρες που ήρθαν τα πανάρχαια μαχητικά
αναβοσβήνει στην άτρακτο το φωτάκι τους
τα τανκς με τις κεραίες τους σκανάρουν τον χώρο
Μόνη κι ατάραχη κρυμμένη στην δάφνη η κουκουβάγια
παρατηρεί αθέατη
κι εγώ ετοιμάζομαι
δεν λιποψυχώ και βρέχω το σκυλί κι εμένα
με αντικουνουπικά
ανάβω φιδάκια…

View original post 211 more words

Ελένη Βουτσινά, Δύο ποιήματα

Δική μου στιγμή

Το βράδυ, τούτο το βράδυ έχει φως.
Τούτη η μέρα είναι η μέρα της κρίσης μου
τούτη η ώρα είναι η στερνή μου μα και η πιο μεγάλη
τούτη η στιγμή φεύγει και χάνεται μέσα στο χρόνο
μα είναι δική μου κατάδική μου
δεν ανήκει σε κανένα
είναι στιγμή της ψυχής και θα μείνει τέτοια
μέσα στους αιώνες για πάντα δική μου.

Περίμενα την τελευταία μου μέρα, η νύχτα σκοτεινή
μ’ αυτή είναι γεμάτη φως, φως που τυφλώνει
ποιος χάθηκε μέσα σε τόσο φως ποτέ;
Είναι πολύ μεγάλο να φεύγεις
και να σε συνοδεύει το φως μέρα ή νύχτα
συνήθως σε συνοδεύει το σκοτάδι μέρα ή νύχτα.
Τούτη η στερνή μου μέρα, νύχτα, στιγμή
είναι μια ευτυχία ολοκληρωμένη.

Έτσι ας χαθώ κόκκος σκόνης
στην απεραντοσύνη του σύμπαντος.

***

Υποχρεωτική συνύπαρξη

Ενωμένες χαλαρές άκρες
αταίριαστα νήματα
κοιτούν αναγκαστικά
προς την ίδια κατεύθυνση

Πέρα από συνηθισμένες πηγές
πήραν κάποια έννοια
αναζητώντας παράξενα μέρη
παράξενη ακρίβεια.

Εξοστρακισμένα αστέρια
στον ουρανό της ζωής
κόκκοι γύρης, έπεσαν στο χώμα

Χωριστή ζωή
ζωτική επαφή
συντροφικότητα αναγκαστική
ευαισθησία, έντονη ανάμεσά τους
αταίριαστα όνειρα
υποχρεωτική συνύπαρξη.

*Από τη συλλογή «Βάλτωμα στην ερημιά του κόσμου», Αθήνα 1985.

Όταν φεύγω απ’την ζωή

Vall.Grey poetry

a man standing naked alone and sad

Όταν πεθαίνω στάζω αίμα
στον βυθό εκεί
το γκρίζο πέπλο
 
Όταν πεθαίνω ερωτεύομαι,
η πλάση διάφανο γυαλί
το σώμα, ένα κελί
το στείρο πέπλο
 
Όταν παθαίνω ζω στην λήθη
αγάπη, λυγμός ανείπωτος
καθώς τα μάτια υγρά εκλιπαρούν
εγώ πεθαίνω για να ζω
 
                         Φωλιά ζεστή να σε είχα πάντα
                                    Νεκρή
                                              Ζωή
                                                    Φυγή λυτρωτική
 
Όταν πεθαίνω
σιωπή εκκωφαντική
ύπαρξη μηδενική
πολύτιμη
 
Όταν φεύγω απ΄την ζωή

View original post

Διάλογος για έναν

milenaphotopoetry

Και να που ήρθε ο καιρός
του γάμου των άφυλων μονολόγων,
σε μία τελετή
σεμνής ανατομίας.

Διαδικαστικόν:

Τυλίγεις
την ελκώδη γύμνια μου
σε νυφική αποστειρωμένη γάζα.
Οι συγνώμες γδύνονται
το κοινό σαρκίο τους
και για μία ύστερη φορά
τα δίκια αναποδογυρίζουν.
Κοιτούν ανάσκελα
μια ρεκλάμα αναπαλαιωμένης 
μνήμης
να επαναλαμβάνεται απλήρωτη
Να γητεύεται
και να γητεύει
της επιείκειας το μονάκριβο μάτι
και ολοπάνω του να μπήγεται
ο ξύλινος ορίζοντας
λες κι είναι δαίμονας .

-" μάζεψε τα μαλλιά σου,
μου κρύβεις το φεγγάρι"

-" ψάξε τα μάτια μου στην πλάτη.
Ορκίστηκα 
το αύριο να πληγώνω 
κοιτώντας μόνο πίσω"

-" άργησες μιά πανσέληνο
Ο ουρανός λυκάνθρωπος , 
μας δάγκωσε "

-" ας διαρρήξουμε έναν κήπο.
Να βυζάξουμε ασβέστη 
σαν τις γαρυφαλλιές 
στους τενεκέδες "

-" ξεκίνα, έρχομαι "

Για λίγο μόνον
σύμφωνοι
πεντάφτωχοι αγαπήσαμε.
Γενήκαμε κι οι δύο
Μάνες

View original post

Δια βίου πάθηση

nefelor

Η σταγόνα που περιπλανιέται μέσα του

βγήκε από τα μάτια της.

Το βασίλειό του και η δυναστεία του διαρκούν

όσο τέσσερα γκελ μιας πλακέ πέτρας

στην επιφάνειά της κατά μήκος.

Lapis Lazuli.

Ο ρυθμός που υπαγορεύει ο μετρονόμος της σιωπής είναι φυγή.

Το σκοτάδι δραπετεύει απ’το ημίφως και όταν έρχεται η νύχτα

η γη γεννά αγάλματα με καισαρική.

Το πρωί επιστρέφουν στην μήτρα τους ραγισμένα ,σερνάμενα

ακέφαλα,χωρίς καρπούς κάποια, χωρίς μηρούς ,δεξιά και αριστερά άκρα θρυμματισμένα

κρατώντας ανοιχτά ραδιόφωνα στα βραχέα

η πέτρινη καρδιά χτυπά ακόμα.

Ανατριχίλα.

Η στιγμή σχίζεται στα δύο.

Κάτω από την άσφαλτο μια χώρα νεκρών,

από κάτω συναγμένοι

Ζηλωτές και Οθωμανοί

κι άλλοι πιο κάτω κι άλλοι ,Σεφαραδίτες, Βυζαντινοί και Νορμανδοί, αρχαίοι άρχοντες, Λατίνοι τροβαδούροι.

Στα πεζοδρόμια της Σαλονίκης

Εγνατία , Ιπποδρομίου,Ντεπώ.

Αυτός περπατά παράλληλα μαζί τους

εκείνοι στριμωγμένοι προλαβαίνουν να γράψουν κάτω από τις σόλες των παπουτσιών του

“ανόητε” στην δεξιά

“αγάπησε” στην αριστερή.

Κάποιος…

View original post 376 more words

Ο Μαύρος Άγγελος κι ο Θοδωρής (μνήμη Θόδωρου Μπασιάκου)

ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Να, μαζευτήκαμε εδώ
να καλωσορίσουμε τον Άγγελο
κι εσείς με τα φτερά
κι εμείς
οι ξεπουπουλιασμένοι
-τ’ αγέρι τούτο που φυσά
πόθεν προέρχεται;
-μην είναι από πέρα;
-ή κείνο το παλιόσκυλο με τα μυτερά αυτιά
ξανά βαριανασαίνει;
να, ήδη γεμίσαμε κρασί
και πάτους και βαρέλια
μα οι κούπες όλες
θρύψαλα
κι ήρθε κι αυτός με το λιανό κορμάκι του
και ζήτησε μιαν κούπα
-κι άμα δεν έχετε,
μια κούπα από τη στάχτη μου να φτιάξετε συντρόφοι
σαν θα γεμίζει με κρασί
μπορεί να ξαναζήσω!*

Ο Άγγελος πέρα μάς αγνάντευε
κι είτε φτερούγιζε
είτε αεριζόταν
ο ζηλιάρης._

ΚΛ – 07/2020

*Τρία ρουμπαγιάτ – Ομάρ Καγιάμ

View original post