Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Σπίτι στην παραλία της Ελένης

Στραμμένο στο φως
Και όμως. Με κλειστές πόρτες – παράθυρα.

Κάποτε μισανοίγουν τα παντζούρια
Και δυό χέρια γυναίκας τινάζουν μιά πετσέτα γκριζόλευκη
Σημαία των μυστικών που είχε πάντοτε τούτο το σπίτι
Βαρύ, πατώντας γενναία στη θάλασσα
Χρόνους πολλούς με πέτρινες σιωπές χτισμένο
Με ίσκιους στη μάντρα ολόγυρα
Με σβησμένα φανάρια στην πρόσοψη
Γεμάτο ώς πάνω -τα κάδρα, οι λύπες, τα έπιπλα-
Κι έντελώς άδειο
Ελαφρά υδροχρώματα νά τό κατοικούν
Πιο πολύ κι απ’ των νέων ενοίκων τώρα τα ξένα τα βήματα
Που από κάμαρη σε κάμαρη άργά, ηχούν
Προδοσία.

*Από τη συλλογή “Το ψηφιδωτό της νύχτας”, εκδ. ύψιλον/βιβλία, Οκτώβρης 2018.

Richard M. Berlin, Τι θυμάται ένας ψυχίατρος

Θυμάμαι τo σφυροκόπημα της βροχής
στην πράσινη αλουμινένια στέγη 1,
το φως που ’μπαινε απ’ έξω
ν’ αλλάζει χρώμα ανάλογα με τις ώρες των ραντεβού.

Θυμάμαι τ’ αρώματα και τον αγχωμένο ιδρώτα,
εκείνων που προτιμούσαν
τη μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα
κι εκείνων που κρύβονταν στην άκρη του καναπέ.

Θυμάμαι μαλλιά που αραίωναν,
πρόσωπα που πάχαιναν και άλλα που αδυνάτιζαν
σαν το σωρό του χιονιού που λιώνει στον ήλιο.

Θυμάμαι άδειους άνδρες
που καταβρόχθιζαν τις λέξεις μου
και άλλους που ήταν
πολύ σίγουροι για τον εαυτό τους.

Θυμάμαι χαμένες στη λήθη οικογένειες
που θα μπορούσα να τις περιγράψω
σαν να κοίταζα μια παλιά φωτογραφία,

πώς οι άνθρωποι εξασκούνταν
στις νέες φράσεις
όπως οι ηθοποιοί σε μια ξένη πόλη 2.

Ακόμα θυμάμαι, γυναίκες και άνδρες που καίγονταν
και άλλους που πάγωναν,
όλοι τους χρειάζονταν την παρηγοριά μου.

Θυμάμαι τα λόγια ενός άνδρα που με μαστίγωσαν
σαν τη ζώνη του πατέρα μου,
όταν ξέχασα μια συνεδρία μαζί του.

Τη μικρή μου αμνησία για τους εορτάζοντες,
που τους πλήγωνε πάρα πολύ
όταν αυτό συνέβαινε.

Θυμάμαι να κάθομαι σαν τους ασθενείς μου
όταν έληγε ο χρόνος, ολόκληρες ζωές
να χωράνε σε μια συνεδρία 50 λεπτών,

πως στις αμήχανες στιγμές μου έγερνα
πολύ πίσω στην κουνιστή μου πολυθρόνα
με το φόβο της πτώσης μου.

Σημειώσεις
1. Η στέγη του ιατρείου του ψυχιάτρου είναι κατασκευασμένη από πράσινο αλουμίνιο και η ακουστική της είναι σαν την ακουστική ενός τυμπάνου κατασκευασμένου από δέρμα ή συνθετικό υλικό. Άρα η βροχή όταν σφυροκοπάει τη στέγη πολλαπλασιάζεται ηχητικά εξαιτίας του υλικού της στέγης και επηρεάζει τα γεγονότα που εξελίσσονται στο γραφείο του ψυχιάτρου. Έτσι και δημιουργείται και η ανάλογη διάθεση στον ψυχίατρο-ποιητή να γράψει το ανάλογο ποίημα σε σχέση με το περιστατικό που αντιμετωπίζει. (προσωπική επικοινωνία).

2.Η παρομοίωση των ασθενών με τους ηθοποιούς ενός θιάσου που παίζουν για πρώτη φορά ένα νέο έργο, σ’ ένα άγνωστο τους θέατρο, σ’ ένα άγνωστό τους κοινό, σε μια άγνωστή τους πόλη, πού ακόμα και τις πρόβες του νέου έργου τις κάνουν στο άγνωστό τους θέατρο, αποκτά ιδιαίτερη συμβολική σημασία επειδή το ίδιο αμήχανο συναίσθημα με τους ηθοποιούς το νιώθουν και οι νέοι ασθενείς του ψυχιάτρου όταν αρχίζουν να του διηγούνται τις ιστορίες τους.

*Από το βιβλίο “Ακούσιος εραστής του θανάτου”, επιμέλεια – μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης, Θεσσαλονίκη 2018.

Neo_Hellene Poets an Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

Manolis

Poem by Vasilis Faitas//Ποίημα Βασίλη Φαϊτά

ΣΤΟ ΚΑΦΕ «ΕΝΤΡΟΠΙΑ»

Έξω απ’ το παράθυρό μου εκεί

στη φευγαλέα ζωή των προαστίων

κάποτε ένα παιδί έσωσε τον κόσμο

γύρισε την πλάτη του στο κενό

δείχνοντας το αστραπιαίο πέρασμα του μυστικού.

Στο καφέ «Εντροπία» συγκομιδή ψυχών

οι θαμώνες αφουγκράζονται ανήσυχοι κάτι αμετάκλητο

ένας μεταλλαγμένος άνεμος εισβάλλει στις αισθήσεις

διασπά το χρόνο σε μοναχικά συμβάντα

τις λέξεις σε τρομαγμένα πουλιά.

Ρέω σε θάλασσες σωσίες υδάτινους λαβύρινθους

κάθε άνοιξη είναι ένα αβέβαιο κρυπτόγραμμα

πού πάει όλη αυτή η θύελλα που με γέννησε

πού μεταναστεύει.

Αυτό που πέρασε αστράφτει απρόσιτο

ό,τι έρχεται ζει εδώ

ανάμεσα σε μας και τους παγετώνες.

CAFÉ ENTROPY

Just outside my window

in the fleeting life of the burbs

a boy saved the world once

turned his back to the void showing

the momentary passing of the secret

gathering of souls at the Café Entropy

listening to something unchangeable

mutated wind attacks…

View original post 72 more words

θα ήμουν τυφλός αν όλοι το ξέραν

ένα έτσι

mat

Τα μάτια προσπαθούν να χωρέσουν τα σφραγισμένα σώματά μας. Μεγαλώνουν και πρήζονται κι αλληθωρίζουνε και συντρίβονται στο πρώτο, τυχαίο, νεκρό τοπίο και προσεύχονται να τον χωρέσουν ολάκερο τον κόσμο, να μην μείνει κάτι, οτιδήποτε, που τα χείλη θα αναγκαστούν να ψελλίσουν και τα χέρια ν’ αγγίξουν κι η φωτιά ανάμεσα στα σκέλια να κατασπαράξει. Έτσι κοιταζόμαστε και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε τι είναι αυτό που ο καθένας μας αντικρίζει στα μάτια του άλλου ή στα μάτια τα δικά του, στο φως ή στο σκοτάδι, στο πόνο ή στην χαρά. Στην ζωή ή στον θάνατο.

View original post

ένα έτσι

Αυτό που με πληγώνει
είναι πως όλη αυτή η αγάπη
δεν έχει καμία σημασία
αν θα αγαπηθεί
και πως πια
δεν με ενδιαφέρει.

Το μίσος δεν θα σώσει την παρτίδα.
Παίζει για τη φάση.
Και γαμώ, δηλαδή.

View original post

Έφη Καλογεροπούλου, από το “Έρημος όπως έρωτας”

Κι όπως ξεδίπλωνε το φιλμ
άρχισε να μετράει, αργά στην αρχή, γρήγορα με ρυθμό
κατόπιν, τόσοι οι ζωντανοί, τόσοι οι πεθαμένοι, τόσοι
οι ζωντανοί, τόσοι οι πεθαμένοι κι ανάμικτη σκόνη
και υγρασία μαζί, ασπρόμαυρη ζωή να πέφτει στο
τραπέζι, κι ύστερα κόβει, κόβει, κόβει μάτια, κι έλα να
παίξουμε, μου λέει.

– Τι βλέπεις;
– Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα, του λέω.
– Τι βλέπεις;
– Τίποτα. Τίποτα για τίποτα, του λέω.
– Οι τυφλοί χαμογελούν, μου λέει.

Η γη γυρίζει, και το κομμένο φιλμ μυρίζει πια για τα καλά καμένο.
***
Spot σκοτάδι φως
μεταμορφώσεις του Αόρατου υπαινιγμοί
ανήσυχα έντομα που βομβίζουν ασταμάτητα
και πάλι στην αρχή του Ονείρου επιστρέφουν
και το όνειρο
ατμός σε ατμό βυθίζεται
και η μηχανή του περιστρέφεται
και αέρας φυσάει φυσάει
εκεί που ένα πουλί ανοιγοκλείνει τα φτερά του δίχως ήχο
οι λέξεις του είναι ελαφρές σαν χιόνι
και μιλάει φωνή ανθρώπου:

– Άρχισε; Τέλειωσε;
Τι έγινε κατά τη διάρκεια;
Ποιο όνειρο; Τι είπες; Πώς; Τι; Δεν ακούω.
Βυθίστηκε; Άρχισε; Αναπνέει; Τέλειωσε;
Ποιος έκοψε τη μέρα;
Ποιο όνειρο; Τι είπες; Πώς; Τι;
Δεν ακούω.
Δεν ακούω.

Φυσούσε δυνατά
σήκωνε σκόνη
δύσκολο να δεις μάτια.
Να δεις.

— Μετά; Τι έγινε μετά; Ποιος έσβησε το φως;

Σκάλες κατέβαιναν.

– Ποιος έσβησε το φως;
Τι έγινε; Πού πήγαιναν;
Ποιος έσβησε το φως;

*’Έρημος όπως έρωτας”, εκδ. Ποιείν, 2015.