3 ποιήματα | Μάνος Αποστολίδης

Φτερά Χήνας

All-focus

Τέλος

Θα παραδοθώ
δεν θέλω τίποτα
Θα αφήσω τα πάντα να φυτρώσουν στο μικρό μου δωμάτιο
μέχρι να πεθάνουν
Θα αφήσω τα μαλλιά μου μακριά, θα μοιάζουνε ρίζες
Θα διαλέξω ύμνο για την κηδεία μου
να μιλά για μία μοναδική αγάπη
στο φέρετρό μου τρία χρώματα
και πέντε φτερά
Θα τριγυρνώ γυμνός σε θάλασσες
κι αν με ρωτήσουν τα στοιχεία μου θα πω
οι γονείς μου λέγονταν Υάκινθος και Μαργαρίτα
Θα ξεχάσω ταυτότητα, τραπεζικό λογαριασμό, και φύλο
Είμαι γιος της φύσης, θα λέω μόνο
μιας φύσης που τέλειωσε

***

Σφάχτης

Έχω έναν βαθύ πόνο
με πιάνει τις μέρες που φοβάμαι
μια τρύπα στο κέντρο της πλάτης

Η καρδιά μου παραιτείται
ή τα φτερά προσπαθούνε να βγουν

***

Ψηφιακό φίλτρο

Τα άκρα μας διαπλέκονται
Στα κενά και στις συνάψεις
χωράνε κι άλλα άκρα
Αστερισμοί και ρούνοι
ξόρκια και μάγισσες
Στην πύρινη σανίδα γελάμε μόνοι

Θα γίνουμε λέξεις

Θα γίνουμε ιστορίες για…

View original post 21 more words

Φράντς Κάφκα: Ἕνας μικρὸς μύθος

Πλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Φρὰν­τς Κάφ­κα (Franz Kafka)

Ἕ­νας Μι­κρὸς Μύ­θος

(Kleine Fabel)

ΛΛΟΙΜΟΝΟ», εἶ­πε ὁ πον­τι­κός, «ὁ κό­σμος φυ­ραί­νει μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα. Στὴν ἀρ­χὴ ἦ­ταν τό­σο με­γά­λος ποὺ τρό­μα­ζα κι ὅ­λο τό ’­βα­ζα στὰ  πό­δια, ὥ­σπου ἐ­πι­τέ­λους ἀ­να­κου­φί­στη­κα ἀν­τι­κρί­ζον­τας τεί­χη δε­ξιὰ κι’ ἀ­ρι­στε­ρά, ποὺ ἂν καὶ βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριά μου σύν­το­μα συ­νέ­κλι­ναν, κι ἤ­δη ἔ­χω βρε­θεῖ στὸ τε­λευ­ταῖ­ο δω­μά­τιο, ἐ­νῷ κά­που ἐ­κεῖ στὴ γω­νί­α στέ­κει ἡ φά­κα, στὴν ὁ­ποί­α καὶ τρέ­χω».

        «Πρέ­πει μο­νά­χα ν’ ἀλ­λά­ξῃς τὴν κα­τεύ­θυν­ση», εἶ­πε ἡ γά­τα – καὶ τὸν ἔ­φα­γε.

Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Babelmatrix                                                  

(https://www.babelmatrix.org/works/de/Kafka%2C_Franz-1883/Kleine_Fabel/en/34801-A_Little_Fable)

Φρὰν­τς Κάφ­κα (FranzKafka) γεν­νή­θη­κε στὰ 1883 στὴν Πρά­γα τῆς Τσε­χί­ας. Ἦ­ταν ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Με­γά­λω­σε κα­τὰ τὶς ἀρ­χὲς τῆς ἑ­βρα­ϊ­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας, μὲ ἕ­ναν πα­τέ­ρα ποὺ ἔ­παι­ξε κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴ δι­α­μόρ­φω­σή του, ἐ­πη­ρε­ά­ζον­τάς τον σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ μὲ τὴν αὐ­στη­ρό­τη­τά του. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά. Δη­μο­σί­ευ­σε λί­γα ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ὅ­σο βρι­σκό­ταν ἐν ζω­ῇ, ἐ­νῷ…

View original post 132 more words

Παναγιώτης Τζαννετάτος, Τρία ποιήματα

Φτερά Χήνας

kefalas

Ο παραλήπτης

Έγραψε σε ένα χαρτί
τα σχέδιά του για το μέλλον.
Τα έστειλε ταχυδρομικά με την ένδειξη “κατεπείγον”,
όμως επάνω στην βιασύνη του ξέχασες να συμπληρώσει την διεύθυνση∙
και έτσι το γράμμα δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη χρόνο.

***

Κατοπτρισμοί

Έφυγε και αυτό το απόγευμα
ακάλεστο όπως ήρθε.
Ακάλεστα όσα φέρνει και η μνήμη
σε ώρες που επιλέγεις να μη θυμάσαι.
Τώρα που πέφτει το φως απ’ τα διερχόμενα, μέσα στο σκοτάδι
καθαρά μπορώ να διακρίνω,
στα σημεία την άλλη όψη των οδών.
Αλλοτινοί κατοπτρισμοί
που κατοικούν στο ίδιο σώμα.
Έμεινα ώρα να κοιτώ
σκιές με το παιχνίδισμά τους,
σε τοίχους και καθρέφτες.
Και είδα πως μεταβάλλεται
ο άνθρωπος όταν ονειρεύεται
στο σκοτάδι.
Και είδα ακάλεστη,
για άλλη μια φορά τη μνήμη
να επιστρέφει στο παρόν,
για να λάβει εκδίκηση
για όσα όνειρα δεν έγιναν ζωή.

***

[ Άτιτλο ]

Μια φωτιά μοναχική σβήνει τα ίχνη
από τα καραβάνια…

View original post 15 more words

O απόλυτος θόρυβος

Poetry and short stories - D. Avgoustinaki

Είναι κι εκείνοι οι άνθρωποι

που δε σιωπούν

για να ακούσουν

δε σταματούν

για να δουν.

Η ζωή τους

ο απόλυτος θόρυβος

κι ένα Εγώ

υπερφίαλο

που

Ω, τι κρίμα!

Το νιώθεις κι εσύ

λίγο λίγο

τους έχει κουφάνει.

© Δέσποινα Αυγουστινάκη

View original post

Χ.Π. Σοφίας, Δέκα μικρά ποιήματα

ΚΙΤΡΙΝΟ

Έπαψε να με παιδεύει
Το χαμομήλι

Τώρα θρηνώ το κίτρινο
Μέσα στα μαλλιά σου

ΣΠΑΤΑΛΗ

είναι σπατάλη
οι λέξεις
στον έρωτα

ΑΓΑΠΗ

Φαγώθηκε ο βράχος από το κύμα
Όπως η αγάπη από τον έρωτα

ΞΕΝΕ

ξένε
δεν σε χόρτασα
γιατί έφυγες;

ΧΑΔΙΑ

τα χάδια
κανένα σώμα
δεν τα χόρτασε

ΑΝΟΙΞΗ

Μέχρι τα χρώματα να γίνουν πουλιά
Θα διαβάζουμε μαζί την άνοιξη

ΦΩΝΗ

ξεχνάω τη φωνή σου
και οι λέξεις
με υποπτεύονται

ΔΥΣΗ

Κανείς δεν γιορτάζει όταν ο ήλιος δύει
Μόνο κάτι καταραμένοι ποιητές

ΡΟΔΙΑ

Τελειώνει η νύχτα
Και η Ροδιά ντρέπεται
Που δε γέννησε χελιδόνια

ΑΚΑΚΙΑ

αυτή την Ακακία
έξω απ’ το ρημαγμένο σπίτι
Την πόνεσα

*Από τη συλλογή “Ο έρωτας της βροχής είναι παντοτινός”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2019.

Voyeur | Μαρίνα Πεβερέλλη

Φτερά Χήνας

panos

Μονίμως στα πρόθυρα κάποιου σπασμού
με ζεστασιά τρομακτική στις άκρες των δαχτύλων
Είμαι καταδικασμένη να παρακολουθώ
Άλλους να πιάνουν
Άλλους να υπομένουν
Χέρια που πιο πολύ απροθυμούν
παρά δεν ξέρουν πώς ν’ αδράξουν…

Ηδονοβλεψίες της θλίψης
Εφηύραμε νέο τύπο νοσοκομείου
Με πολύ μεγάλα παράθυρα

Εγώ μετάνιωσα,
Και για καιρό
Θρυμμάτιζα τα δόντια μου δαγκώνοντας,
Ξηλώνοντάς τα.

Δε θα ανεχτώ κανέναν άλλο πόνο
εκτός από το δικό σου∙
Ελαττωματικό αμφίβιο ασθμαίνεις στα βράχια
με ξεσκισμένο στομάχι
και λαιμό γεμάτο θάλασσα
Το ουρλιαχτό σου μού ματώνει τ’ αυτιά,
αλλά δε σε θανατώνω:
μονάχα σε σπάω σε κομμάτια
και σε σπρώχνω κάτω απ’ το κρεβάτι μου,
γι’ αργότερα.

Άλλωστε γνωρίζω πως
παρ’ ότι πνίγομαι από τα θραύσματα στο λαιμό μου,
θα συνεχίσω να ζω
όπως και χθες.


φωτογραφία: Πάνος Κεφαλάς

View original post

Κουτσό ~ Χούλιο Κορτάσαρ [απόσπασμα]

Ερίνα Εσπιρίτου

[… τη φοβερή χειρονομία του Αδάμ του Μαζάτσιο. Κρύβει το πρόσωπό του για να προστατεύσει το όραμά του, αυτό που ήταν κάποτε δικό του: μέσα σ΄εκείνη τη μικρή παλαμιαία νύχτα, το τελευταίο τοπίο του παραδείσου του. Και κλαίει (γιατί η χειρονομία είναι και αυτή που συνοδεύει το κλάμα), ώσπου συνειδητοποιεί πως είναι μάταιο, πως η πραγματική καταδίκη αρχίζει τώρα: η λήθη της Εδέμ’ με άλλα λόγια, η πειθήνια συμμόρφωση, η φτηνή και ρυπαρή χαρά της εργασίας, ο ιδρώτας του προσώπου και οι πληρωμένες διακοπές.]

σελ. 628, ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ Κουτσό μτφρ.: Αχιλλέας Κυριακίδης εκδ. Opera

Art. The Expulsion from the Garden of Eden by Masaccio, before and after restoration.

View original post

Ποιήματα | Βαλάντης Βορδός

Φτερά Χήνας

kefalas

Δουλειά

Χαιρετιόμασταν κάθε μέρα
κι έπειτα έπαιρνε τη συνηθισμένη
του θέση στο γραφείο
ώσπου έπαψα να τον αντιλαμβάνομαι
Έγινε μέρος του τοπίου
αδιάφορος κι αθέατος
απ’ την επανάληψη

***

Ματαίωση

Όπως ανάσαινες
πιο αργά κι από γάλα
κλεισμένο σε κουτί
πάνω στα ξερά χόρτα
στην άκρη του δρόμου
Ανάμεσα στα σκουπίδια
με τα ψίχουλα των φιλόζωων ανέγγιχτα
μου θύμισες τον πατέρα μου
πριν πεθάνει
Στην ίδια στάση
με την ίδια λαχανιασμένη αναπνοή
απ’ την ματαίωση

***

Γιορτινές μέρες

Κάθε που οι άνθρωποι γιορτάζουν χωρίς την παραμικρή σκέψη,
η φύση συσπάται πριν κλάψει. Κρύβει το πρόσωπό της με τα δάχτυλα
και γονατίζει προσφέροντας το λαιμό της.

View original post 185 more words