Στο φως του κεριού
κοιτάζει πάλι το αναλλοίωτο πρόσωπο
άδειο βλέμμα μακρινό
χρόνια την παίρνει και την παίρνει
όπως την πρώτη φορά στο μαγαζί
που έσφυζε τεστοστερόνη
Πίσω απ’ το ασάλευτο κοίταγμα
ρούχα και χείλη φωτιά
Την άνοιξε κάποτε και είδε
μέσα να λάμπει πορφύρα
βελούδα Περσίας μεταξωτά
εκεί μέσα κάμποσο ευτύχησε
Μα όταν έμαθε
όλες τις φωνές του έρωτά της
έφυγε για πάντα
μακριά.
Category Archives: Uncategorized
Philip Levine (1928—2015), Τρία ποιήματα
A Theory Of Prosody
When Nellie, my old pussy
cat, was still in her prime,
she would sit behind me
as I wrote, and when the line
got too long she’d reach
one sudden black foreleg down
and paw at the moving hand,
the offensive one. The first
time she drew blood I learned
it was poetic to end
a line anywhere to keep her
quiet. After all, many morn-
ings she’d gotten to the chair
long before I was even up.
Those nights I couldn’t sleep
she’d come and sit in my lap
to calm me. So I figured
I owed her the short cat line.
She’s dead now almost nine years,
and before that there was one
during which she faked attention
and I faked obedience.
Isn’t that what it’s about—
pretending there’s an alert cat
who leaves nothing to chance.
Μια Θεωρία της Προσωδίας
Όταν η Νέλι, η γριά γατούλα μου,
ήταν ακόμα στην ακμή της,
καθόταν πίσω μου
καθώς έγραφα, και όταν η γραμμή
μάκραινε πολύ, άπλωνε
ξαφνικά το ένα μαύρο μπροστινό πόδι της κάτω
και την πατούσα της στο κινούμενο χέρι,
το προσβλητικό. Την πρώτη
φορά που έβγαλε αίμα, έμαθα
ότι ήταν ποιητικό να τελειώνεις
μια γραμμή οπουδήποτε για να την κρατήσεις
ήσυχη. Άλλωστε, πολλά
πρωινά είχε φτάσει στην καρέκλα
πολύ πριν καν ξυπνήσω.
Εκείνες τις νύχτες που δεν μπορούσα να κοιμηθώ,
ερχόταν και καθόταν στην αγκαλιά μου
για να με ηρεμήσει. Έτσι σκέφτηκα
ότι της χρωστούσα την κοντή γραμμή με τις γάτες.
Είναι νεκρή τώρα σχεδόν εννέα χρόνια,
και πριν από αυτό υπήρχε μια φορά
κατά την οποία προσποιούνταν την προσοχή μου
και εγώ προσποιούμουν την υπακοή.
Δεν είναι αυτό το θέμα;
Να προσποιείσαι ότι υπάρχει μια ξύπνια γάτα
που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη;
*
A Sleepless Night
April, and the last of the plum blossoms
scatters on the black grass
before dawn. The sycamore, the lime,
the struck pine inhale
the first pale hints of sky.
An iron day,
I think, yet it will come
dazzling, the light
rise from the belly of leaves and pour
burning from the cups
of poppies.
The mockingbird squawks
from his perch, fidgets,
and settles back. The snail, awake
for good, trembles from his shell
and sets sail for China. My hand dances
in the memory of a million vanished stars.
A man has every place to lay his head.
Μια νύχτα αυπνίας
Απρίλης, και τα τελευταία άνθη δαμασκηνιάς
σκορπίζονται στο μαύρο γρασίδι
πριν την αυγή. Το πλατάνι, η φλαμουριά,
το χτυπημένο πεύκο εισπνέουν
τις πρώτες χλωμές νότες του ουρανού.
Μια σιδερένια μέρα,
σκέφτομαι, κι όμως θα έρθει
εκθαμβωτική, το φως
θα ανατέλλει από την κοιλιά των φύλλων και θα χύνεται
φλεγόμενο από τα φλιτζάνια
με τις παπαρούνες.
Το μικρό κοτσύφι κελαηδά
από τη φωλιά του, νευριάζει
και ηρεμεί. Το σαλιγκάρι, ξύπνιο
για πάντα, τρέμει μέσα από το καβούκι του
και σαλπάρει για την Κίνα. Το χέρι μου χορεύει
στη μνήμη ενός εκατομμυρίου χαμένων αστεριών.
Ένας άνθρωπος έχει κάθε μέρος για να ακουμπήσει το κεφάλι του.
*
A Woman waking
She wakens early remembering
her father rising in the dark
lighting the stove with a match
scraped on the floor. Then measuring
water for coffee, and later the smell
coming through. She would hear
him drying spoons, dropping
them one by one in the drawer.
Then he was on the stairs
going for the milk. So soon
he would be at her door
to wake her gently, he thought,
with a hand at her nape, shaking
to and fro, smelling of gasoline
and whispering. Then he left.
Now she shakes her head, shakes
him away and will not rise.
There is fog at the window
and thickening the high branches
of the sycamores. She thinks
of her own kitchen, the dishwasher
yawning open, the dripping carton
left on the counter. Her boys
have gone off steaming like sheep.
Were they here last night?
Where do they live? she wonders,
with whom? Are they home?
In her yard the young plum tree,
barely taller than she, drops
its first yellow leaf. She listens
and hears nothing. If she rose
and walked barefoot on the wood floor
no one would come to lead her
back to bed or give her
a glass ofwater. If she
boiled an egg it would darken
before her eyes. The sky tires
and turns away without a word.
The pillow beside hers is cold,
the old odor of soap is there.
Her hands are cold. What time is it?
Μια γυναίκα που ξυπνάει
Ξυπνάει νωρίς και θυμάται
τον πατέρα της να σηκώνεται στο σκοτάδι
και να ανάβει τη σόμπα με ένα σπίρτο
ξυμένο στο πάτωμα. Μετά μετράει το
νερό για τον καφέ και αργότερα τη μυρωδιά
που βγαίνειι από μέσα του. Τον άκουγε
να στεγνώνει κουτάλια και να
τα ρίχνει ένα ένα στο συρτάρι.
Μετά ήταν στις σκάλες
και πήγαινε για το γάλα. Έτσι σύντομα
θα βρισκόταν στην πόρτα της
για να την ξυπνήσει απαλά, σκέφτηκε,
με το χέρι του στον αυχένα της, να τρέμει
πέρα δώθε, μυρίζοντας βενζίνη
και ψιθυρίζοντας. Μετά έφυγε.
Τώρα εκείνη κουνάει το κεφάλι της,
τον διώχνει και δεν σηκώνεται.
Ομίχλη στο παράθυρο
και να πήζει τα ψηλά κλαδιά
των πλατανιών. Σκέφτεται
την κουζίνα της, το πλυντήριο πιάτων
να ανοίγει, το χαρτόκουτο
που έσταζε στον πάγκο. Τα αγόρια της
έφυγαν αχνιστά σαν πρόβατα.
Ήταν εδώ χθες το βράδυ;
Πού μένουν; αναρωτιέται,
με ποιον; Είναι σπίτι;
Στην αυλή της, η νεαρή δαμασκηνιά,
ελάχιστα ψηλότερη απ’ αυτήν, ρίχνει
το πρώτο της κίτρινο φύλλο. Ακούει
και δεν ακούει τίποτα. Αν σηκωνόταν
και περπατούσε ξυπόλητη στο ξύλινο πάτωμα,
κανείς δεν θα ερχόταν να την οδηγήσει
πίσω στο κρεβάτι ή να της δώσει
ένα ποτήρι νερό. Αν
έβραζε ένα αυγό, θα σκοτείνιαζε
μπροστά στα μάτια της. Ο ουρανός κουράζεται
και γυρίζει την πλάτη του χωρίς να πει λέξη.
Το μαξιλάρι δίπλα της είναι κρύο,
η παλιά μυρωδιά του σαπουνιού είναι εκεί.
Τα χέρια της είναι κρύα. Τι ώρα είναι;
*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.
Nikola Madžirov, Τρία ποιήματα
Πετώντας
Η αχλή αιωρείται πάνω από την πόλη
σαν το σκυφτό κεφάλι της Παρθένου
σε μια νωπογραφία σε μέρος μακρινό.
Δορυφορικά πιάτα μιλούν σε
αγγέλους
προσπαθώντας να καθορίσουν τον αυριανό καιρό:
καθαρός, ασφαλής, σημαντικός
σαν ένα ημερολογιο με
κόκκινες ημερομηνίες
Όταν όμως η νύχτα συναντά
τις σκιές στον τοίχο,
θα συρθείς κρυφά προς τα κλαριά
σαν σπάνιο πτηνό
από την άλλη πλευρά ενός χαρτονομίσματος.
*
Ήταν άνοιξη
Ήταν άνοιξη όταν ο εισβολέας
έκαψε τους τίτλους της γης όπου κυνηγούσαμε πουλιά,
πολύχρωμα όνομα, πεταλούδες
που απαντώνται μόνο σε παλαιά εγχειρίδια βιολογίας.
Πολλά πράγματα άλλαξαν τον κόσμο
από τότε, ο κόσμος άλλαξε πολλά μέσα μας.
*
Είδα όνειρα
Είδα όνειρα που κανένας δεν θυμάται
και ανθρώπους που θρηνούσαν σε λάθος μνήματα.
Είδα αγκαλιές σε ένα αεροπλάνο που έπεφτε
και δρόμους με αρτηρίες ανοιχτές.
Είδα ηφαίστεια που κοιμήθηκαν περισσότερο
από τις ρίζες του οικογενειακού δέντρου
κι ένα παιδί που δεν φοβάται τη βροχή.
Μόνο εμένα δεν είδε κανείς,
μόνο εμένα δεν είδε κανείς.
*Από το βιβλίο “Απομεινάρια μιας άλλης εποχής”. Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα. Εκδόσεις θράκα, 2024.
Βλαδιμίρ Μαγιακόφσκι, από το “Σύννεφο με παντελόνια”
(Αποσπάσματα)
ΙΙ
Δοξάστε με.
Δεν είμαι ταίρι εγώ των ισχυρών.
Εγώ επάνω σ’ όλα που έχουν γίνει
βάζω «μηδέν».
*
Ετούτοι
τσαγκρουνώντας ρίμες στο βιολί τους,
βράζουν έρωτες κι αηδόνια
για να βγάλουν δυό δάχτυλα ζουμί.
Ενώ ο δρόμος
δίχως γλώσσα κουλουριάζεται.
Δεν έχει με τι να φωνάξει.
Δεν έχει με τι να μιλήσει.
*
Ο δρόμος
στριμώχνει σιωπηλά τα βάσανά του.
Η φωνή του
σαν κόκκαλο ψαριού στο λαρύγγι του.
Η πολιτεία αμπάρωσε το δρόμο με σκοτάδι.
Και στο στόμα
σαπίζουν τα μικρά πτώματα
των πεθαμένων λέξεων,
και δυο μονάχα ζουν
χοντραίνοντας,
«τσογλάνι»,
και μια άλλη ακόμα,
θαρρώ:
«ψωμί».
Οι ποιητές
που μούλιασαν στα κλάματα και στ’ αναφυλλητά
λακήσαν απ’ το δρόμο
τινάζοντας ακατάδεχτα τα τσουλούφια τους.
«Πώς με δυο τέτοιες λέξεις
να τραγουδήσεις
την δεσποινίδα
και τον έρωτα
και το τριανταφυλλάκι με τις δροσοσταλίδες;»
Και πίσω από τους ποιητές
τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:
Φοιτητές,
πόρνες,
εργολάβοι.
*
Ακούστε!
Κάνει το κήρυγμά του
με βογγητά κι ουρλιάγματα
ο σύγχρονος φωνακλάς Ζαρατούστρας.
Εμείς
με πρόσωπο σαν αγουροξυπνημένο σεντόνι,
με χείλια κρεμασμένα σαν πολύφωτα,
Εμείς
οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών,
όπου η βρώμα κι ο χρυσός γαγγραίνιασαν τη λέπρα,
Εμείς,
είμαστε πιο καθάριοι κι απ’ το κρούσταλλο της Βενετιάς
που το ξεπλύνανε μαζί κ’ οι θάλασσες κι ο ήλιος.
Στα παλιά μας παπούτσια κι αν δε βρίσκονται
στους Όμηρους και στους Οβίδιους
άνθρωποι σαν και μάς,
βλογιοκομμένοι απ’ την καπνιά.
Εμείς,
καθένας από μάς,
κρατάμε μέσα στη γροθιά μας
τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.
*
Εγώ που η σύγχρονη γενιά μού γέλασε κατάμουτρα,
διακρίνω αυτόν που φτάνει μες απ’ τις οροσειρές του χρόνου,
διακρίνω αυτόν που κανένας δε βλέπει.
Εκεί που τ’ ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο,
βλέπω να καταφθάνει
των πεινασμένων στρατηλάτης,
φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης
το 1916.
Κι ανάμεσό σας είμαι εγώ
ο Πρόδρομός του,
κ’ είμαι όπου βρίσκεται κι ο πόνος, πάντοτε παντού.
Πάνω σε κάθε μια σταλαματιά τού νέφους των δακρύων
έχω σταυρωθεί.
Τίποτα πιά δεν είναι για συγγνώμη.
Κι όταν
τον ερχομό του διαλαλώντας
ανταριασμένοι
θα βγείτε να δεχτείτε τον Σωτήρα,
εγώ για σας
θα ξερριζώσω την καρδιά μου
θα την ποδοπατήσω
κ’ έτσι μεγαλωμένη
και καταματωμένη
θα σάς τη δώσω για σημαία.
ΙΙΙ
Σήμερα πρέπει
με τη βαρειά
ν’ αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιάν έγνοιαν έχετε:
«είναι τάχα ο χορός μου κομψός;»
κοιτάχτε πώς διασκεδάζω
εγώ —
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος της πλατείας.
Από σάς
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ’ ορθάνοιχτό μου μάτι.
Μ’ απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίσω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ’ αλυσσίδα
θα κρατάω σα σκυλί τον Ναπολέοντα.
*
Έι, σεις που σουλατσέρνετε,
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν είν’ κανείς σας δίχως χέρια
ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές.
*
Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη,
σφαδάζει ψοφώντας η δύση.
Όλα πια είναι μια τρέλα.
*
Μαρία, Μαρία, Μαρία.
Άσε με νάμπω Μαρία,
Δε μπορώ έξω στους δρόμους.
Μαρία το βλέπεις —
που ανάμεσα στα δόντια μου κρατάω
— πάλι —
το μπαγιάτικο ψωμάκι
απ’ το χτεσινό σου χάδι.
Μαρία. Άνοιξε. Πονάω.
Βλέπεις —
μες στα μάτια μου μπήχτηκαν
οι καρφίτσες των γυναικείων καπέλων.
Μαρία,
Φοβάμαι μην ξεχάσω τ’ όνομά σου,
όπως φοβάται μην ξεχάσει ο ποιητής
μια λέξη που γεννήθηκε
στις ωδίνες της νύχτας
μια λέξη μεγάλη σαν το Θεό.
Δε θέλεις Μαρία; Δε θέλεις;
Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι του πού τούκοψε το τραίνο.
Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος
σε χορό τη γης,
όπως η Ηρωδιάδα
την κεφαλή τού Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου
τα χορέψει ως το τέλος,
μ’ εκατομμύρια στάλες αίμα
θάχουν στρωθεί τα χνάρια μου στο δρόμο
ως το κατώφλι του Πατέρα.
Παραμερίστε.
Δε θα μού φράξετε το δρόμο.
Κοιτάχτε —
αποκεφάλισαν ξανά τ’ αστέρια —
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Έι, εσύ! Ουρανέ!
Βγάλ’ το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.
Ησυχία!
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ’ τα τσιμπούρια των άστρων.
(1915-1916)
*Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος (μετά την κατά λέξη μετάφραση και τον έλεγχο του Άρη Αλεξάνδρου, όπως σημειώνει ο ίδιος ο Ρίτσος, στο βιβλίο “Μαγιακόφσκι: Ποιήματα”, Εκδόσεις Κέδρος, 1974).
John Hoffman (1928–1952), Journey to the end / Ταξίδι προς το τέλος
1.
On a little peninsula
In a dredged-out bay
An old man with a sack
Upon his shoulder
Feeds the crows
2.
Along a tiny peninsula
As white as salt
An old man with a heavy sack
Upon his shoulder
Saunters feeding
Crows
3.
Cinematomorphic flashes from
Peninsular train windows
Railroad the complete splitting
Of the crow-peopled cosmogony:
(Yet knowing that to be
Is better than to be going.)
4.
Apocalyptics unanimous
Disengage and deburrow
Black as corby night descends
The moon knifes down
Upon the tiny salt-flat-white
Peninsula.
5.
An old man with a heavy sack
Flings to the crows.
Ταξίδι προς το τέλος
1.
Σε μια μικρή χερσόνησο
Μέσα σ’ έναν εκβαθυμένο κόλπο
Ένας γέρος μ’ ένα σακί
Πάνω στον ώμο του
Ταΐζει τα κοράκια.
2.
Κατά μήκος μιας μικροσκοπικής χερσονήσου
Λευκής σαν το αλάτι
Ένας γέρος μ’ ένα βαρύ σακί
Πάνω στον ώμο του
Περπατά νωχελικά, ταΐζοντας
Κοράκια.
3.
Κινηματογραφικές εικόνες που αναβοσβήνουν
από τα παράθυρα των τρένων της Χερσονήσου
Ο σιδηρόδρομος, η απόλυτη διάσπαση
της κοσμογονίας που κατοικείται από κοράκια:
(Αν και γνωρίζοντας ότι το να είσαι
είναι καλύτερο από το να πηγαίνεις.)
4.
Οι αποκαλυπτικοί ομόφωνα
Αποσύρονται και βγαίνουν από τις τρύπες τους
Νύχτα μαύρη σαν κοράκι πέφτει
Το φεγγάρι κατεβαίνει σαν μαχαίρι
Πάνω στη μικροσκοπική, λευκή σαν αλατοπεδιάδα
Χερσόνησο.
5.
Ένας γέρος μ’ ένα βαρύ σακί
Ρίχνει τροφή στα κοράκια.
*Από την ενότητα Journey to the end, που περιέχεται στο βιβλίο Tau by Philip Lamantia and Journey to the End by John Hoffman, City Lights Books, 2008. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Irina Frolova, The Way of Winter / Зимний Путь / Ο Δρόμος του Χειμώνα
Deep into the path I stop
at the sight of it
– a bed of snow.
Underneath, the pond is still.
My heart knows
this waiting:
the hard cold, the crystallised
longing, the fragile
ice of it.
Time a silver cloud
between us,
all-holding.
And the softness sweeps,
falls over me
all at once.
*
На тропинке я остановлюсь,
загляжусь на эту
снежную постель.
Тихо под покровом пруд лежит.
И знакомо сердцу,
как он ждет
сквозь метель и затвердевшую
тоску и сквозь хрупкий
этот лед.
Между нами время расстилается
всеобъятным
серебристым облаком.
И вокруг да около
нежность сыпется,
разметается.
*
Βαθιά μέσα στο μονοπάτι σταματώ
μπροστά στο θέαμά του
–ένα στρώμα χιονιού.
Από κάτω, η λίμνη είναι ακίνητη.
Η καρδιά μου γνωρίζει
αυτή την αναμονή:
το σκληρό κρύο, η κρυσταλλωμένη
λαχτάρα, ο εύθραυστος
πάγος της.
Ο χρόνος ένα ασημένιο σύννεφο
ανάμεσά μας,
που τα κρατά όλα.
Και η απαλότητα σαρώνει,
πέφτει πάνω μου
όλη μαζί.
*Η Irina Frolova είναι Αυστραλή συγγραφέας ρωσικής καταγωγής, φιλόλογος, φοιτήτρια ψυχολογίας και συγγραφέας του ποιητικού μικρού τόμου “Far and Wild” (Flying Island Books, 2021). Μπορείτε να βρείτε την Irina στο Facebook στο @irinafrolovapoet.
Fernando Pessoa, Διαιρώ αυτό που ξέρω
Διαιρώ αυτό που ξέρω.
Προκύπτει αυτό που είμαι
κι αυτό που ξέχασα. Ανάμεσα στα δυο πηγαίνω.
Δεν είμαι αυτός που σκέφτομαι
ούτε αυτός που είμαι τώρα.
Αν θα σκεφτώ, κομμάτια γίνομαι
Αν θα πιστέψω, για μένα δεν υπάρχει τέλος.
Γι’ αυτό, είναι καλύτερα
ν’ ακούς μόνο το θρόισμα
της απαλής, βέβαιης αύρας
που μέσ’ από τις φυλλωσιές περνάει.
*Mετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης
Πεφτούλης Μαρθόγλου, Δύο ποιήματα
Ο κόσμος σίγουρα,
θα μπορούσε να είναι καλύτερος.
Προς το παρόν, προσπαθούμε για τα αυτονόητα.
Δεν ακολουθούν πολλοί,
παρά λίγοι τρελοί και ρομαντικοί.
Ο καθένας με τον τρόπο του.
Ο καθένας απ’ το μετερίζι του.
Αγώνας κατάντησε η κάθε μέρα.
Τα μάτια, σπάνια ανταμώνουν τα μάτια
κι όταν αυτό γίνεται, σαστίζω.
Οι άνθρωποι, κρίνουν πιο εύκολα
παρά βοηθούν,
κι αυτό το φεγγάρι απόψε κάνει κάθε γουλιά
στον οισοφάγο να γρατζουνά.
Υποψιάζομαι έναν τεράστιο κρυφό φόβο
στις καρδιές των ανθρώπων.
Στα χνώτα τους βγαίνει ψυχρός ο χειμώνας.
Για αυτό, εφευρίσκω άλλο τρόπο προφοράς.
Αν ήθελα κάτι θα ήταν να κλέψω μερικά βήματα
απ’τα τραγούδια που χορεύουν στα χείλη της.
Απλά και ταπεινά να διαρκέσω.
*
Πλάθω την κραυγή, ποίηση.
Η αδιαφορία λυσομανάει
σε κορμιά ραπισμένα απ’ τις αδικίες.
Αρνούμαι να δεχτώ
αυτή την υπολογιστική κανονικότητα.
Βύθισα τα μούτρα στο χαρτί,
μήπως χωρέσω κάπου.
Δεν είμαι αυτός που θα ήθελε κανείς.
Μα δεν υπάρχει και κανείς να χρειάζομαι.
Κάπως έτσι κοροϊδεύω τον καιρό,
αυτός όμως δεν αστειεύεται
όταν σβήνει τα ίχνη μου στην άμμο.
Ουδέποτε θέλησα να προσαρμοστώ,
παρόλα αυτά ήσυχα καραδοκώ
τις ευκαιρίες του στίχου.
Λειαίνω τον πόνο του αγκαθιού,
γίνεται τραγούδι,
έτσι χωράω κι εγώ
σε αυτό το αλλόφρων πανηγύρι.
*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο “Τεφτέρι” Νο 3, Γενάρης 2026.
Lesego Rampolokeng, Lines for Vincent
Μέρος ευρύτερης μεταφραστικής εργασίας πάνω στο έργο του Lesego Rampolokeng
Μετάφραση, ανάλυση και βιογραφικές σημειώσεις: Ασημίνα Λαμπράκου
LINES FOR VINCENT
Στίχοι για τον Βίνσεντ
(Lesego Rampolokeng – μετάφραση: [Ασημίνα Λαμπράκου])
Του έβγαλαν το δόντι
μ’ ένα ζευγάρι πένσες, προτού πεθάνει.
Του έβγαλαν τα νύχια,
επειδή ήθελαν να χάσει το θάρρος του.
Έκοψαν τα γεννητικά του όργανα
μ’ ένα χασαπομάχαιρο.
Ενώ αιμορραγούσε, τον έγδαραν
κι άφησαν το αίμα του να ρέει με τον άνεμο.
Το μήνυμα έσκασε μέσα μου
στην κόκκινη οργή μιας καταιγίδας,
χτυπώντας σκληρά στο πίσω μέρος της ντροπής μου.
Κι ακόμη το κέλυφος της μνήμης ρίχνει ζάρια.
Ας το πάμε με τη σειρά.
Κανείς από όσους ξέρω δεν είδε το πτώμα του Βίνσεντ.
Και οι αποδείξεις καθαρίστηκαν καλά
από τον στρατιωτικό που ζούσε
με τον αγώνα να παραμείνει ανθρώπινος.
Ναι, ο άντρας στην εξουσία
έκανε μια συμφωνία σε κιλά αίματος και σάρκας.
Θάψαμε ένα άδειο φέρετρο, συμβολικά.
Λένε, ένα τσακάλι μετέφερε το κεφάλι του μακριά.
Λένε, μια σφαίρα έκλεισε τον λογαριασμό.
Ο θρύλος λέει:
στριφογύριζαν το κεφάλι του στον αέρα
και τα οστά θα είχαν φτιάξει έναν θρόνο
για τον πρόεδρο.
Ακρωτηρίασαν και σοδόμησαν το νεκρό του σώμα.
Ο Βίνσεντ ήταν ξάδελφός μου·
δολοφονήθηκε από βαναυσότητα
και ενός έθνους τη φονική δόξα.
Του έδειξα τις πρώτες μου ηβικές τρίχες
και, την εποχή της σύγχυσής μου,
μου έδειξε το μονοπάτι και τον τρόπο να διαβώ.
Μα έλαβα ένα χτύπημα
από το σοκ της ανακάλυψης της θνητότητας.
Όρθιος, με κουβέρτα την ομίχλη,
σύρθηκε μέσα στον καπνό απ’ της οβίδας την πορδή
για να πεθάνει στο Κοματιπόορτ, [1]
τόπο όπου σφραγίστηκε
η συμφωνία του κοπροθανάτου.
Η δικαιοσύνη λαβώθηκε στα πεδία του φόνου.
Ο Βίνσεντ σ’ έναν λόφο από κατακόκκινο χρώμα,
με το ρίγος τυλιγμένο γύρω του.
Μια ανεμοθύελλα μέσα του,
κουκουλωμένος κάτω από κουβέρτα φόβου.
Όπως η συνειδητοποίηση του φόνου μεγάλωνε,
κι η καταιγίδα φυσούσε ακόμη.
Τη νύχτα πνίγηκα στον ιδρώτα,
στη θέα ενός πλατιού χαμόγελου θανάτου,
με ένα όπλο να σημαδεύει τον εγκέφαλό μου.
Και το αποκάλεσαν επινόημα
μιας πυρετώδους φαντασίας.
Κι ακόμη
βλέπω τα φτιασιδωμένα τους πρόσωπα στις ειδήσεις
να τρέμουν καθώς τους παρακολουθώ
να ρίχνονται στο κοτόπουλο, γευματίζοντας,
στις λιμουζίνες τους –
αφότου το φλας της κάμερας άστραψε–τρέμω
και θέλω να ακούσω την άποψή τους:
γιατί τόσες ζωές ξεπουλήθηκαν.
Μα οι ερωτήσεις μου γεννιούνται ευνουχισμένες.
Δεν έχει νόημα
να ανακατεύω το δισκοπότηρο της επανάστασης,
όταν ό,τι μπορεί να αποφέρει
είναι μια χώρα γεμάτη κάμπιες σε παροξυσμό.
Η μητέρα δεν μπορούσε να σταματήσει
να κουνάει το κεφάλι της.
Έτσι βεβαίωσαν ότι ήταν τρελή
και την κλείδωσαν στη μοναξιά της.
Η βόμβα, η σφαίρα, η λεπίδα, το δηλητήριο
ή απλώς η σιωπή
μπορούν να απαλύνουν
την ακατανίκητη οδύνη του μυαλού μου.
Καθώς η γλώσσα μου τινάζεται,
ξέρω — μπορεί να συναντήσω
τον θάνατο του λόγου.
Μα λένε πως η μνήμη είναι δρόμος μακρύς,
που γίνεται χειρότερος
από το βαρύ φορτίο
της βίας.
σημείωση μετάφρασης: το ποίημα διαμορφώνεται παρεμβατικά στην hip hop αρχική εκδοχή του, ώστε να διευκολύνει αναγνωστικά εκείνον που θα αντέξει να το αγγίξει, και να το διαβάσει.
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΝΑΛΥΣΗΣ
Το Lines for Vincent γράφεται από μια φωνή που γνωρίζει ότι ο λόγος δεν επαρκεί και παρ’ όλα αυτά δεν υποχωρεί.
Στο Lines for Vincent το ποιητικό υποκείμενο του Rampolokeng στέκεται μέσα στο τραύμα, αποδέχεται την ασυνέχεια, την αποσπασματικότητα, την ένταση. Η βία εγγράφεται στο ποίημα ως διατάραξη της γλώσσας: οι εικόνες εμφανίζονται απότομα, οι συνδέσεις χαλαρώνουν, ο ρυθμός γίνεται κοφτός, σωματικός. Η γραφή λειτουργεί ως ίχνος της επίδρασης των γεγονότων επάνω στη φωνή που μιλά. Έτσι, το ποίημα συγκροτεί μια στάση γραφής που δεν διεκδικεί αποκατάσταση ή νοηματική πληρότητα, αλλά εμμένει στην παρουσία, στην ένταση και στη μνήμη που δεν ησυχάζει.
Μορφικά, το ποίημα κινείται ανάμεσα στον προφορικό ρυθμό και στη σιωπή της γραφής. Οι μακρείς, συχνά κατακερματισμένοι στίχοι, οι επαναλήψεις, οι απότομες μετατοπίσεις από το προσωπικό στο πολιτικό και από το γεγονός στον θρύλο, συγκροτούν μια γλώσσα που δεν «κυλά» αλλά σκοντάφτει.
Η ποίηση αντιστέκεται στη ροή, δεν εξομαλύνει.
Το Lines for Vincent δεν ζητά να διαβαστεί εύκολα.
Ζητά να αντέξει κανείς να το διαβάσει.
Και αυτό ακριβώς το καθιστά ένα από τα πιο σκληρά και αναγκαία ποιήματα του Rampolokeng: ένα ποίημα όπου η μνήμη δεν σώζει, αλλά επιμένει —
και όπου ο λόγος, απειλούμενος διαρκώς με τον θάνατό του, εξακολουθεί να μιλά.
*
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:
Ο Lesego Rampolokeng είναι Νοτιοαφρικανός ποιητής, συγγραφέας θεατρικών έργων, περφόρμερ και μουσικός. Γεννήθηκε το 1965 στο Σοβέτο (Soweto), σε ένα περιβάλλον όπου η βία του απαρτχάιντ, οι απαγορεύσεις και η καθημερινή εμπειρία της καταπίεσης δεν αποτέλεσαν απλώς ιστορικό φόντο, αλλά καθοριστική συνθήκη διαμόρφωσης συνείδησης και λόγου.
Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα, η φωνή του Rampolokeng παραμένει μία από τις πιο ισχυρές, άτεγκτες και ανυποχώρητες συνειδήσεις της νοτιοαφρικανικής λογοτεχνίας. Ο λόγος του δεν επιδιώκει τη συμφιλίωση ούτε την παρηγορία· αντιθέτως, επιμένει στη ρήξη, στη μνήμη και στην αποκάλυψη των μηχανισμών που συνεχίζουν να παράγουν βία και ανισότητα, ακόμη και μετά την τυπική κατάρρευση του απαρτχάιντ.
Σε συνέντευξή του το 2011, στο πλαίσιο του αφιερώματος South Africa – Land of Contrasts (*), ο Rampolokeng υπογραμμίζει ότι η γέννησή μας είναι ήδη μια πολιτική πράξη. [2] Υπό αυτό το πρίσμα χαράσσει τη στάση και την πορεία του, με την ακλόνητη πεποίθηση ότι η τέχνη δεν είναι θέαμα· είναι πράξη. Σε αυτήν την πράξη δεν «εκτελεί» την τέχνη του — είναι ο ίδιος η τέχνη του. Κάθε ποίημα λειτουργεί ως διακήρυξη επιβίωσης μέσα σε ένα σύστημα που, παρά τις αλλαγές ονομάτων και προσωπείων, εξακολουθεί να βασίζεται στη βία, στην αποσιώπηση και στην κανονικοποίηση της αδικίας.
Μεγαλωμένος ανάμεσα σε συρματοπλέγματα και εξεγέρσεις, αναγνωρίζει από νωρίς ότι η γλώσσα μπορεί να μετατραπεί σε όπλο — όχι για να σκοτώσει, αλλά για να αποκαλύψει. Ο λόγος του δεν στοχεύει στη λύτρωση του αναγνώστη· τον καλεί, μάλλον, σε μια κατά μέτωπο αντιπαράθεση με εκείνο που οι κοινωνίες επιλέγουν συστηματικά να ξεχνούν. Η ποίησή του λειτουργεί ως αντίσταση στη λήθη, ως πράξη μνήμης και άρνησης των ψευδαισθήσεων μιας «ελευθερίας» που παραμένει άνιση και ελλειμματική.
Το έργο του Rampolokeng συνομιλεί βαθιά με τη σκέψη του Frantz Fanon [3], του Steve Biko [4] και τη φιλοσοφία της Black Consciousness, [5] ενώ συγγενεύει αισθητικά και πολιτικά με ποιητές όπως ο Mafika Gwala [6] και ο Keorapetse Kgositsile. [7] Παράλληλα, έχει ασκήσει ουσιαστική επιρροή σε νεότερους Νοτιοαφρικανούς ποιητές και περφόρμερ, μεταξύ των οποίων οι Kgafela Oa Magogodi, Lebo Mashile και Khulile Nxumalo.
*σημείωση μετάφρασης: Το ποίημα Lines for Vincent, που παρουσιάζεται στο παρόν κείμενο, προέρχεται από αρχειακό υλικό σε μορφή PDF, το οποίο επιμελήθηκε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κέιπ Τάουν Kelwyn Sole [8] για διδακτικούς σκοπούς, κατόπιν συνεννόησης με τον ίδιο τον καθηγητή.
Η μετάφραση δημοσιεύεται για λόγους λογοτεχνικής παρουσίασης του έργου του ποιητή. Όλα τα δικαιώματα του πρωτοτύπου ανήκουν στον δημιουργό.
Το ποίημα αυτό συμπυκνώνει χαρακτηριστικά τη γραφή του Rampolokeng: έναν λόγο σωματικό, πολιτικά φορτισμένο, αμείλικτο, που αρνείται να εξωραΐσει την εμπειρία και επιμένει να την εκθέτει σε όλη της την ωμότητα.
Η ποίηση του Lesego Rampolokeng δεν ζητά συναίνεση. Ζητά εγρήγορση.
Παραπομπές
(*) συνέντευξή του L. R. στο 2010sdafrika – Νότια Αφρική: Χώρα των Αντιθέσεων, 7 Φεβρουαρίου 2011, (SÜDAFRIKA – Land der Kontraste), ανακτήθηκε από το Wayback Machine: https://web.archive.org/web/20130814232215/http://2010sdafrika.wordpress.com/2011/02/07/interview-with-lesego-rampolokeng
(1) Κοματιπόορτ: https://en.wikipedia.org/wiki/Komatipoort
(2) https://web.archive.org/web/20130814232215/http%3A/2010sdafrika.wordpress.com/2011/02/07/interview-with-lesego-rampolokeng/
(3) Frantz Fanon https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%82_%CE%A6%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%BD
(4) SteveBiko https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%84%CE%B9%CE%B2_%CE%9C%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%BF
(5) Black Consciousness https://www.saha.org.za/youth/black_consciousness.htm
(6) Mafika Gwala https://sahistory.org.za/people/mafika-pascal-gwala
(7) Keorapetse Kgositsile https://sahistory.org.za/people/keorapetse-william-kgositsile
(8) Kelwyn Sole https://humanities.uct.ac.za/department-english/people-departmental-associates/professor-kelwyn-sole
Πηγές:
-Lesego Rampolokeng, συνέντευξή στο 2010sdafrika.wordpress.com (αρχειοθετημένη στο Web Archive, 2011
-Poetry International / Poetry Foundation – βιογραφικά στοιχεία και παρουσίαση
-African Poetry Digital Portal (University of Nebraska)
-Kelvyn Sole, pdf
Ασημίνα Λαμπράκου
Μετάφραση και κριτική ανάγνωση ποίησης
Μαρία Λαϊνά, Καπνός
Και στράφηκα εγώ
γιατί υπήρχε κίνδυνος να εξαφανιστεί
και είχα δώσει την καρδιά μου για να το κρατήσω.
Και είδα, και να!
τον ψίθυρο μιας ομορφιάς όπως θα βγαίνει από το χώμα
ή από τα νερά, και τα νερά στο χώμα
ή από τον ύπνο στον αέρα κι απ’ τον αέρα πουθενά
υπάρχει όνειρο που δεν θα αποκοιμηθεί στο λίχνισμα του πρωινού;
κάτι που όταν το ξυπνήσουμε να είναι εκεί;
η άκρη από το βαθύ του ρούχο έστω, τ’ ασημένια του πασούμια
το πέρασμά του, αν δεν θέλει να σταθεί;
Α, τι λύπη, τι λύπη
τι λύπη μεγάλη.
Θα πάμε στους νεκρούς χωρίς ν’ αγγίξουμε
τον έρωτά τους.
*Πηγή: «Ρόδινος φόβος» στο: σε τόπο ξερό: Ποιήματα 1970-2012. Αθήνα: Πατάκης 2015.












