Μιχαήλ Μητσάκης, Δύο μικροί

Εκατό δέκα χρόνια από την αποδημία του Μιχαήλ Μητσάκη…

«Δύο μικροί», διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη (1868 – 1916), (εκδ. «Νεφέλη», 1988)

Εις την γωνίαν της οδού, δύο μικροί ίστανται. Ηλιοκαή είνε τα πρόσωπα αυτών και τα ενδύματά των τετριμμένα. Ασκεπείς και οι δύο, και η μαύρη κόμη των, άτακτος και ακτένιστος, μόνη καλύπτει την κεφαλήν αυτών, δασεία. Του αυτού σχεδόν αναστήματος και μ’ ομοιόμορφον περίπου την πενιχράν περιβολήν, ην συμπληρώνει καταπίπτουσα από της ζώνης μέχρι των γονάτων, μακρά ποδιά. Ο εις κρατεί ανά χείρας τμήμα χαρτίου, κατερρακωμένον, κατεσπιλωμένον, υπομέλαν, εφ ου διακρίνοντ’ εξίτηλα τ’ αποτυπώματα πληθύος δακτύλων, αφ’ ων διήλθε. Και ο άλλος, προστριβόμενος εις αυτόν, μηρόν προς μηρόν, αγκώνα προς αγκώνα, κλίνει πλαγίως και αυτός το πρόσωπόν του επί του χαρτίου και ακροάζεται μετά προσοχής της αναγνώσεως του γράμματος. Διότι είνε γράμμα, και ο φάκελλος αυτού, ερριμμένος, κείται προ ποδών, επί του πεζοδρομίου, με το εικοσάλεπτον ερυθρόν αυτού σήμα έξωθεν, γράμμα δι’ επιτετηδευμένων καλλιγραφικών χαρακτήρων γεγραμμένον, μετ’ επιμελείας, μ’ ευθείας τας σειράς, ως δια χάρακος τεθέντος υποκάτωθεν ίσως επί τούτου όπως τας σημειοί. Και απευθύνεται φαίνεται προς τον έναν εκ των μικρών, εκείνον όστις παρατηρεί πλαγίως μετά προσοχής, ως προσπαθών να μαντεύση κάλλιον αντιλαμβανόμενος αυτών και δια του βλέμματος την άγνωστον αυτώ σημασίαν των επί του χάρτου σημείων, άτινα τω απαγγέλλει ο σύντροφός του, πλέον γραμματισμένος καθ’ όλα τα διδόμεν’ απ’ αυτόν κ’ εις ον, όπως εξάγεται, κατέφυγεν ίνα του τ’ αναγνώση.

Και αναγινώσκει ο μικρός διερμηνεύς, πράγματι:

«Καλαμάτα, 27 Μαρτίου 1889. Παιδί μου Γιώργη. Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω δια την καλήν σου υγείαν και δεύτερον αν ερωτάς και δι’ ημάς καλώς υγιαίνομεν. Παιδί μου, σου γράφω και σου λέω πως αφότου έφυγες είμαι εις μεγάλην ανησυχία και λαχταρίζω νύχτα και μέρα κάθε ώρα και στιγμή πώς να βρίσκεσαι μοναχό σου σε τόσο μεγάλη πολιτεία, που χάνονται οι μεγάλοι και όχι εσύ δέκα χρόνων παιδί, και τι να γίνεσαι. Το γράμμα σου έλαβα οπού μού έγραφες πως ο μπάρμπας σου ο Αντώνης εφρόντισε και σ’ έβαλε ‘ς ένα μαγαζί με τριάντα δραχμαίς το μήνα. Έκαμα, παιδάκι μου, το σταυρό μου κ’ επαρακαλέσθηκα ‘ς το Θεό μέραις να μου κόβη και χρόνους ναν του της δίνη. Έλαβα και τα δύο τάλληρα που μου έστειλες από το μισθό σου με τον Παναγιώτη και σε ευχήθηκα η δυστυχισμένη πέτρα να πιάνης και μάλαμμα να γίνεται. Τώρα, από τότε έχω τρεις μήνες να μάθω για σένα. Τι κάνεις, τι γίνεσαι δεν ηξέρω. Ξημερώνει, βραδιάζει, με την έννοια σου πέφτω και με την έννοια σου ξυπνώ. Η αδερφή σου μου λέει: «Μα μη στενοχωριέσαι, τι κάνεις έτσι, θαρρωστήσης, καϋμένη μητέρα!», μα εμένα ύπνος δε μου πάει να συλλογίζωμαι ολοένα πού να είσαι και πώς να περνάς. Όσους έρχονται απ’ αυτού πηγαίνω και τους ρωτώ για σένα, μα αρηά και πού ναυρώ κανένα να μου πη πως δε είδεν. Η αδελφή σου μού λέει πάλι: «Μα πού ναν τον ιδούνε, μάννα, τόσος κόσμος ‘κει πέρα…!», μα εμένα μου φαίνεται σα να σ’ έχω χαμένο και σένα σαν τον πατέρα σου…»,

Και η επιστολή εξακολουθεί, επί του αυτού τόνου και δι’ αναλόγων φράσεων, ανησυχίαν και λύπην και αγωνίαν εκδηλούσα. Προδήλως, μητρός είνε το κετερρακωμένον γράμμα, μητρός αγραμμάτου και πτωχής – δια ξένης χειρός γραφέν -, μητρός ήτις θα κατέφυγεν ίσως και αυτή εις κανένα γραμματισμένον δια να της το γράψη υπαγορεύουσα αυτώ, όπως ο υιός της τώρα εις τον μικρόν φίλον του δια να του τ’ αναγνώση. Και η αγωνία ήν εκφράζει, είνε η αγωνία της χωρισμένης από τον υιόν της αυτόν, όν έστειλε φαίνεται μακράν, εις την μεγάλην αυτήν πολιτείαν περί ής ομιλεί, εις την Αθήνα, εις την πρωτεύουσαν, αναγκασθείσα πιθανώς υπό της δυστυχίας, δια να εύρη πόρον ζωής, και αγνοεί έκτοτε τι γίνεται, και πονεί δια τον χωρισμόν του. Ο μικρός αναγινώσκει αργά-αργά, πιστώς, ευσυνειδήτως, συλλαβιστά, απομονών τας λέξεις, διαιρών αυτάς μίαν προς μίαν, ως να ταις αποδίδη υπέροχον έννοιαν. Και ο άλλος ακούει, εν σοβαρότητι, συγκεκινημένος κάπως, παρακολουθών το βλέμμα του φίλου του φερόμενον επί των γραμμών, διαπορούμενος ίσως καθ’ εαυτόν πώς τα άψυχα αυτά στοιχεία, τα κεχαραγμένα δια μελάνης επί του χάρτου, να ημπορούν να τω φέρουν την φωνήν της μάννας του, να τω φανερώνουν τι σκέπτεται, να τω μεταδίδουν πληροφορίας, να τω διαβιβάζουν ερωτήσεις, ως να την έχη εμπροστά του και να την ακούη την ιδίαν. Προ τριών μηνών την αφήκεν εκεί κάτω, εις την πατρίδα των, εις την Καλαμάταν, και έφυγε, και ήλθεν εις τας Αθήνας, πλησίον του θείου του τού Αντώνη, δια να τον βάλη εις κανένα μαγαζί, ή να τον μάθη καμμίαν τέχνην. Και έκτοτε, πλανάται το παιδίον ανά την πρωτεύουσαν, υπό την προστασίαν μεν του θείου του πάντοτε, αλλ’ αφειμένον εις τας ιδίας του δυνάμεις, εργαζόμενον όπως ζήση και αμειβόμενον δια λογαριασμόν του, υπηρέτης εις ένα μαγαζί, εις το οποίον τον έβαλε μικροσκοπικός παλαιστής του αγώνος της ζωής. Και ιδού οπού η πτωχή μητέρα του, την οποίαν ενόμιζεν όταν έφευγεν ότι την έχανε διαπαντός, η απομείνασα εκεί, εις τον τόπον των, χήρα με τ’ άλλα δύο της μικρά, αποφασίσασα να τον εμπιστευθή ως εις άλλην μητέρα εις την πρωτεύουσαν, εις την Αθήνα ως την ονομάζει, εις την μεγάλην αυτήν πολιτείαν ήν μεγαλοποιεί έτι μάλλον η επαρχιωτική φαντασία της – ιδού οπού του γράφει τώρα – περίεργον! ως να του ομιλή! – από την άκραν εκείνην της Πελοποννήσου, από την Μεσσηνίαν, δια να τον ερωτήση τι κάμνει και να μάθη τι γίνεται!...

-«Παιδί μου, λέγει, παιδί μου, να έχης την ευχήν μου, ν’ ακούς τον μπάρμπα σου τον Αντώνη σε ό,τι και αν σου λέη σα να είμαι εγώ η ίδια. Να κάνης τη δουλειά σου άξια και τίμια για να γίνης καλός άνθρωπος και να ιδώ κ’ εγώ και τ’ αδέρφια σου καλό από σένα, μια και θέλησε ο Θεός και μας επήρε τον πατέρα σου και μας άφησε ‘ς τους πέντε δρόμους. Ν’ ακούς τον αφεντικό σου και να κάνης ό,τι θελήματα σού λέει. Τα λεπτά σου ναν τα φυλάς και να μην τα σκορπάς εδώ κ’ εκεί και άμα σου περισσεύουν ή ναν τα δίνης του μπάρμπα σου να σου τα φυλάη ή να βρίσκης άνθρωπον πιστόν από τους πατριώταις μας και να μου τα στέλνης… Μού είπαν πως αυτού είνε και ένα σχολείο για τα φτωχά παιδιά, των Απόρων, και έγραψα και εις τον μπάρμπα σου να σε βάλη και να αρχίσης να πηγαίνης για να μάθης και λίγα γράμματα, γιατί σήμερα όποιος δεν ξέρει γράμματα χάνεται…»

Τον συμβουλεύει δ’ ούτω επί μακρόν, εν αφελεία, μετά πόνου ψυχής, κοινοτάτων αλλά πλήρων ποιήσεως εν τη πεζότητί των εκφράσεων μητρός ποθούσης να ίδη το τέκνον της αποζών εκ της εργασίας του εν τιμή, και βοηθούν και την οικογένειάν του, και γινόμενον άνδρα τέλειον, και αποκαθιστάμενον, και αυτάς και οι περί αυτόν, εν ευτυχία. Και τω δίδει επί πολύ οδηγίας και περί των ελαχίστων, και τον νουθετεί, και τον ποδηγετεί, η καλή επαρχιώτις, πώς πρέπει να βαδίση εν τω βίω, απαραλλάκτως νομίζεις όπως θα τον εποδηγέτει όταν ήτο βρέφος και θα τον εμάνθανε πώς να βαδίζη επί του ψυχρού εδάφους του ταπεινού των οικίσκου. Και ο μικρός συγκινείται προδήλως επί μάλλον εφ’ όσον προβαίνει η ανάγνωσις, και επί της φυσιογνωμίας αυτού αποτυπούται έκφρασις ενδομύχου ψυχικής εργασίας ήτις τελείται φαίνετ’ εν αυτώ υπό την επήρειαν του γράμματος, και το όμμα του πλέει ενίοτε, διαμιάς υγρόν, εις αιφνίδιον δάκρυ…

Όμως, από μιας στιγμής, απροσδόκητον νέφος εσκίασε του παιδίου την μορφήν. Τας παρειάς του ανέρχεται παραδόξως βίαιον ερύθημα και λευκαίνονται τρέμοντα τα χείλη του. Οι οφθαλμοί αυτού μεγεθύνοντ’ εν εκπλήξει και σχεδόν ανοίγει το στόμα απορούν.

Προβαίνουσα λέγει σχεδόν η επιστολή:

«Παιδί μου Γιώργη, κάποιος από τους πατριώταις ήρθε απ’ αυτού και τον ηρώτησα και μου είπε πως είσαι κακό παιδί και δε δουλεύεις τακτικά εις το μαγαζί και γυρίζεις με τους μπερμπάταις ‘ς στα σοκάκια και ξοδεύεις τα λεπτά σου όπως τύχη. Εγώ, παιδί μου, δεν τον επίστεψα, μα κύτταξε καλά να μην τύχη και είνε αλήθεια γιατί δε θέλω πια να σε ξέρω για παιδί μου…»

Είνε πραγματικώς διάδοσις ανακοινωθείσα αυτή* η είδησις ή είνε τέχνασμα της καλής μητρός επιθυμούσης να δοκιμάση τον χαρακτήρα του παιδίου; Άδηλον. Αλλ’ εκείνος, εφ’ όσον προχωρεί η ανάγνωσις, επί τοσούτον κοκκινίζει εξ αγανακτήσεως, κ’ εξαγριούται, και μη συνερχόμενος πλέον:

-Ψέμματα!, ανακράζει αίφνης εν οργή, είνε ψεύτης!…

-Ποιος ναν’ αυτός τάχα; λέγει διακόπτων την ανάγνωσιν ερωτηματικώς ο σύντροφός του.

-Τον ξέρω κ’ εγώ τον ψεύτη;…, απαντά επί μάλλον και μάλλον οργιζόμενος ο παις.

-«Σε φιλώ – Η μητέρα σου Αγγελική.», επανέλαβεν ο άλλος.

Ετελείωσεν η επιστολή.

Και οι δύο μικροί αποχωρίζονται…

-Πότε θάρθης να κάνουμε το γράμμα που θαν της στείλω; ερωτά ο πρώτος.

-Το βράδυ να με περιμένεις ‘ς το μαγαζί.

Δίδουν τας χείρας αποχαιρετιζόμενοι, ως μεγάλοι συμφωνούντες περί σπουδαίας τινός υποθέσεως. Και ενώ ο αναγνώστης του γράμματος απέρχεται ήδη, ο φίλος του ίσταται επί μικρόν, διπλώνει μετά προσοχής το υπομέλαν και κατεσπιλωμένον χαρτίον, και ενώ το εισάγει ευλαβώς και το εναποθέτει εις τον κόλπον του:

-Ψεύταις, υποτονθορύζει εκ νέου μεταξύ των οδόντων του θυμωδώς, ψεύταις!…

                                                     ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗΣ 
                                                        Εστία, 16/4/1889

Λεωνίδας Καζάσης, Ανδρισμού συνέπειαι

Έργο του Γιάννη Γαΐτη

«Από έφηβο την σκέψη μου απασχολείς», και έναν στίχο του Καβάφη, απήγγειλε στην κατά πολύ μεγαλύτερη του, ευσταλή,
με κοντή αγορίστικη κόμη φιλόλογο, ο τριανταεξάχρονος
σύνοικός της.



Αυτή γενναιόδωρα τον αντέμειψε, ενημερώνοντας υιό και
σύζυγο, με τις γνωστές δια τον θαυμαστήν συνέπειες των ύβρεων
και των απειλών.



Αυτά εδιηγείτο ο τριανταεξάχρονος σε γνωστούς ομοφύλους του,
όταν επηρεασμένος από το θέμα, εις εξ αυτών επαραπονέθη,
πως η γυναίκα του ήταν ψυχρή, και συνευρίσκονταν με παρακάλια,
υποσχέσεις κι ανταλλάγματα, δυό φορές τον μήνα. Θα είχε δε
νυμφευθή την Ανθή, εάν δεν του έκανε, από την αρχή που την εγνώρισε,
στοματικό έρωτα εις τον ανελκυστήρα, πράγμα απρεπές, που τον
απέτρεψε, αλλά με νοσταλγία θυμόταν.



Στην παρέα ήταν και ένας φοιτητής εικοσάχρονος που εξέφρασε
την άποψη , πως γυναίκα που συνευρίσκεται με άνδρα από το
πρώτο βράδυ, ακόμη και χωρίς ιδιοτέλεια χρηματική , παρά
μόνο το κίνητρο της έλξης, πουτάνα ονομάζεται.



Υπήρξε και άλλη κατάθεση ανδρός για μία Σεβαστιανή, ανώτερη
του κράτους υπάλληλο εκ Κερκύρας, η οποία ούτε χρήματα ούτε
παιδιά εζητούσε, περίπτωσις αρίστη και σπανία! Όμως την
συνεύρεσιν απέκλειε ανενδότως, και μάλιστα διερωτάτο εάν η
φύση την όρισε.



Επιστρέφοντας σπίτι ο τριανταεξάχρονος, μετά από όσα είπε
και άκουσε, πήρε την πένα και έγραψε:
Το γάλα που πίνουν από βρέφη, ανεραστία λέγεται! Nα πιούν,
να θεριέψουν, να σπουδάσουν της γνώσης έμποροι, καταναλωτές,
τρανοί πλιατσικολόγοι, τοκογλύφοι, συλητές.

T.K.Kim, Stratification Identitaire / Στρωματοποίηση ταυτότητας

Ce ne sont  pas “deux femmes”.
Ce sont  deux états d’une même présence.

La figure de gauche ne concurrence pas celle de droite.
Elle n’a pas le même statut ontologique.
Elle est souvenir, projection, trace, ou version antérieure.

  1. La matière

Je ne peins pas sur le fond.
je peins dans le fond.

Les corps semblent émerger puis être repris par la matière.
Il y a une sensation de durée, de temps qui passe, pas d’instant figé..

  1. La retenue émotionnelle

Rien n’est expressif au sens théâtral.
Le visage de droite regarde, mais sans appel. Pas de séduction.

Le tableau ne demande pas d’être aimé.
Il existe, simplement. Il parle:

de coexistence intérieure,
de ce qui reste quand on avance,
de versions de soi qui ne disparaissent jamais complètement.

Ce n’est pas un tableau de relation.
C’est un tableau de stratification identitaire.

Δεν είναι «δύο γυναίκες».
Είναι δύο καταστάσεις της ίδιας παρουσίας.

Η μορφή στα αριστερά δεν ανταγωνίζεται εκείνη στα δεξιά.
Δεν έχει το ίδιο οντολογικό καθεστώς.
Είναι μνήμη, προβολή, ίχνος ή μια προηγούμενη εκδοχή.

  1. Η ύλη

Δεν ζωγραφίζω πάνω στο φόντο.
Ζωγραφίζω μέσα στο φόντο.

Τα σώματα μοιάζουν να αναδύονται και έπειτα να τα ξαναπαίρνει η ύλη.
Υπάρχει μια αίσθηση διάρκειας, χρόνου που περνά, όχι μιας παγωμένης στιγμής.

  1. Η συναισθηματική συγκράτηση

Τίποτα δεν είναι εκφραστικό με τη θεατρική έννοια.
Το πρόσωπο στα δεξιά κοιτάζει, αλλά χωρίς κάλεσμα. Καμία αποπλάνηση.
Ο πίνακας δεν ζητά να αγαπηθεί.
Υπάρχει, απλώς. Μιλά:

για εσωτερική συνύπαρξη,
για ό,τι απομένει όταν προχωράμε,
για εκδοχές του εαυτού που δεν εξαφανίζονται ποτέ εντελώς.

Δεν είναι ένας πίνακας σχέσης.
Είναι ένας πίνακας στρωματοποίησης ταυτότητας.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://tkkimblog.wordpress.com/2026/02/06/stratification-identitaire/

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan): Ὁ φίλος μου στὸ Τόκιο (My Τοkyο Friend)

Γκράουτσο:
Ὁ Χάρπο κι ὁ Τσίκο εἶπαν πώς, ἀφοῦ πεθάνουν, θὰ μᾶς στείλουν μήνυμα, ἂν μπορέσουν.
 Τζὸρτζ Τζέσελ:
Ἔχεις νέα τους;
Γκράουτσο:
Διάολε, οὔτε λέξη.

ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ἐδῶ στὸ Τόκιο εἶναι ὁ ὀγδοντάχρονος Γκράουτσο Μάρξ. Ἔφερα μαζί μου ἀπ’ τὴν Ἀμερικὴ ἕνα βιβλίο 586 σελίδων γιὰ τὸν Γκράουτσο σὲ προχωρημένη ἡλικία καὶ τὸ διαβάζω ὅποτε θέλω λίγη συντροφιά.


       Ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου εἶναι Hello, I Must Be Going καὶ τό ‘χει γράψει ἡ φίλη του ἡ Σάρλοτ Τσάντλερ. Προσεγγίζει τὸν Γκράουτσο ἀπὸ ποικίλες πλευρές. Παραθέτει δικές της ἀναμνήσεις, καθὼς καὶ συζητήσεις του μὲ ἀνθρώπους ποὺ γνώριζε καὶ γούσταρε: τὸν Γούντι Ἄλεν, τὸν Τζὸρτζ Τζέσελ, τὸν Μπὶλ Κόσμπι, τὸν Τζὰκ Νίκολσον κ.ἄ. Διαβάζουμε ἐπίσης συνεντεύξεις μὲ τοὺς ζῶντες ἀδελφούς του Γκάμο καὶ Ζέπο.


       Ἀσφαλῶς, ἀπὸ τὸν Χάρπο καὶ τὸν Τσίκο… διάολε, οὔτε λέξη.


       Τὶς τελευταῖες ἕξι ἑβδομάδες κάνω παρέα μ’ ἕναν ἡλικιωμένο Γκράουτσο Μάρξ. Λυπᾶμαι ποὺ ἐκ τῶν πραγμάτων ἡ σχέση αὐτὴ δὲν μπορεῖ νά ’ναι ἀμφίδρομη. Ἔχω διαβάσει ἑκατοντάδες ἀνέκδοτα μ’ αὐτὸν πρωταγωνιστή, ἔχω γελάσει καὶ μ’ ἔχει συναρπάσει τὸ σπιρτόζικο πνεῦμα του.


       Ὅταν δὲν περνῶ τὸν καιρό μου μὲ τὴ μορφή του ἀπ’ τὸ βιβλίο νὰ καθρεφτίζεται ψηλὰ στὸν οὐρανὸ τοῦ Τόκιο πάνω ἀπ’ τὸ ξενοδοχεῖο καὶ τὸ μικρὸ δωμάτιό μου, τὸν ἔχω στὸν νοῦ μου, ὁπουδήποτε κι ἂν βρεθῶ. Εἶμαι στὸ τρένο καὶ χαζεύω ἀπ’ τὸ παράθυρο κι ἀντὶ νὰ δῶ τὸ Τόκιο, βλέπω μιὰ φωτογραφία του ὀγδοντάχρονου Γκράουτσο Μάρξ.


       Ἐκεῖ ποὺ ὅλοι οἱ ἄλλοι βλέπουν τὸ Τόκιο, ἐγὼ βλέπω τον Γκράουτσο.


       Στὰ μισὰ τοῦ μοναχικοῦ γεύματός μου, ὁ Γκράουτσο θὰ καθίσει πλάϊ μου καὶ θὰ πεῖ κάτι ἀστεῖο καὶ θὰ χαμογελάσω.


       Ἢ τὴν ὥρα ποὺ συζητῶ μὲ κάποιους πολὺ σοβαροὺς Ἰάπωνες διανοούμενους, ὁ Γκράουτσο θὰ πεταχτεῖ ξαφνικὰ πίσω μας, ὅπως μόνο ὁ Γκράουτσο μπορεῖ νὰ τὸ κάνει. Καὶ θὰ πεῖ κάτι σὰν «Ἢ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι νεκρὸς ἢ οἱ δεῖκτες τοῦ ρολογιοῦ μου σταμάτησαν». Θὰ βάλω τὰ γέλια κι οἱ Ἰάπωνες θὰ ἀναρωτηθοῦν γιατί γελῶ. Θὰ μὲ κοιτάξουν ἀπορημένοι καὶ θὰ ζητήσω συγγνώμη λέγοντας «Μὲ συγχωρεῖτε, σκέφτηκα κάτι ἀστεῖο». Θὰ προσπαθήσουν νὰ καταλάβουν αὐτὸν τὸν ἀσυνήθιστα αἰχμηρὸ Ἀμερικανό, ὅμως κάτι τέτοιο δὲν θά ’ναι ἐφικτό.


       Ἀφοῦ πρῶτα θὰ μ’ ἔχει κάνει νὰ γελάσω, ὁ Γκράουτσο θ’ ἀποχωρήσει σιωπηλὸς· θὰ χαθεῖ στὸ σκοτεινὸ δωμάτιο, μὲς στὸ παντοτινὸ σκοτάδι ποὺ ὁδηγεῖ στὸν θάνατό μας.


       Σαγιονάρα, Γκράουτσο.


*Πηγή: Richard Brautigan, The Τοkyο-Montana Express, Λονδῖνο, Picador (Pan Books), 1982 [πρώτη ἔκδοση: Νέα Ὑόρκη, Targ Editions, 1979].


**Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan) (1935, Τακόμα – 1984, Σὰν Φρανσίσκο). Ἀμερικανὸς πεζογράφος καὶ ποιητής. Τὸ ἔργο του ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕντεκα νουβέλες, δέκα ποιητικὲς συλλογὲς καὶ μία συλλογὴ σύντομων πεζογραφημάτων. Ἡ πρωτοπρόσωπη ἀφήγηση, τὸ παιγνιῶδες καὶ γλυκόπικρο ὕφος καὶ ἡ εὑρηματικότητά του εἶναι στοιχεῖα ποὺ θὰ συναντήσει κανεὶς στὸ σύνολο τοῦ ἔργου του. Ἔδωσε ὁ ἴδιος τέλος στὴ ζωή του.


Μετάφραση ἀπό τὰ ἀγγλικά:
***Γιῶργος Ἀποσκίτης (1984). Γεννήθηκε καὶ ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Πραγματοποίησε σπουδὲς στὴν Ἀθήνα καὶ στὸ Ἐδιμβοῦργο. Ἔχει ἀσχοληθεῖ, μεταξὺ ἄλλων, μὲ τὴ λεξικογραφία καὶ μὲ τὰ κινούμενα σχέδια. Δουλειά του ἔχει δημοσιευτεῖ στὸ περιοδικὸ Σημειώσεις καὶ ἀλλοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρωτότυπα κείμενα καὶ μεταφράσεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπονζάι. Πρῶτο του βιβλίο ἡ συλλογὴ μὲ μικρὰ πεζὰ Στιγμόμετρο (Σμίλη, 2021).


****Αναδημοσίευση από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2025/12/23/richard-brautigan-o-filos-mou-sto-tokio/

Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, από “Του Λιναριού τα πάθη”

User comments

Ράψιμο


Με σκουριασμένα βελόνια με στομωμένα ψαλίδια κόβω και ράβω. Η δαχτυλήθρα μου τρύπησε, τρυπιέμαι κι εγώ. Κι οι καρφίτσες μου χαίρονται τα γηρατειά του μαγνήτη. Κόβω και ράβω παρ’ όλ’ αυτά, κόβω και ράβω, να φτιάξω ρούχο να ντυθώ. Γιατί θα ’ρθουνε μέρες κακές και χειρότερες νύχτες, που τα ψαλίδια ολάνοιχτα θα ξαγρυπνούν στα τραπέζια. Θα κλείσουν για πάντα τα μάτια των βελονιών, να μην περνάει πια κλωστή. Στο βαθύ σκοτάδι πίσω απ’ τον μπουφέ, στον αγύριστο, θα ’χει πάει η δαχτυλήθρα μου. Αστραφτερές οι καρφίτσες θα ξεσηκώνονται. Κι ο μαγνήτης μου θα ’χει πεθάνει.


*


Η σβούρα


Μέσα στα δώρα που της φέραν στη γιορτή της, βρήκε μια σβούρα σκοτεινή που δε γυρνούσε. Ώρες την έριχνε πια στο χαλί. Κι έμενε η σβούρα σα νεκρή, σκοτεινιάζοντας γύρω την κάμαρη. Έξω στη λιακαδίτσα, στ’ ωραίο χωματάκι, μόλις που έπαιρνε μισή στροφή και ξανασταματούσε. Και η αυλίτσα έπεφτε μονομιάς στη σκιά.
Τι σβούρα ήταν αυτή; Ποιος της την είχε χαρίσει; Η μαμά της δεν ήξερε να της πει. Μακάρι να ’ξερε, της έλεγε, να του τα ψάλλει. Τις ξαδελφούλες της πια ξεμονάχιαζε, τις συμμαθήτριές της. Και τι μας πέρασες, μωρέ σαχλή; της κάκιωναν εκείνες. Μια παλιοσβούρα, και χαλασμένη, θα σου φέρναμε εμείς στη γιορτή σου;
Μόνη της έπρεπε να βρει την άκρη. Το σχολείο της ήτανε μέσα στα πεύκα. Κάτω απ’ τα πεύκα στεκόταν στο διάλειμμα, με τη σβούρα αγκαλιά, και κοίταζε πέρα.
Κάποια φορά, όταν χτύπησε πια το κουδούνι, κι όλα τα κοριτσάκια χαθήκαν στις τάξεις, αυτή στεκόταν ακόμα εκεί. Συλλογισμένη πήρε να περπατάει. Σε λίγο δεν έβλεπε πια το σχολείο, το σπίτι της, βρέθηκε πολύ πιο μακριά, κι αργότερα κρύφτηκε πίσω της το τελευταίο σπιτάκι, ενώ το δάσος, ατέλειωτο, συνεχιζόταν.
Τότε είδε μπροστά της έναν τεράστιο πύργο. Σκοτεινός και παράξενος υψωνόταν στα σύννεφα, κι είχε την πόρτα του ανοιχτή και την καλούσε.
Χώθηκε μέσα, δισταχτική. Μια σκάλα στενή διακρινόταν στο βάθος. Πού να οδηγούσε; Όσο κι αν κοίταζε ψηλά δεν μπορούσε να δει, γιατί εχτός που ήταν γύρω σκοτάδι, η σκάλα φαινόταν να χάνεται στα ύψη. Περπατώντας δειλά προς τα εκεί, χάιδευε τη σβούρα της ηλεκτρισμένη. Κάτι σα λάμψη πήρε να την τριγυρνά. Έκατσε χάμω, στο πρώτο σκαλάκι, κι ήσυχα ήσυχα, προσεκτικά, χωρίς καθόλου να στρίβει τα δάχτυλά της, άφησε πλάι της, με τη μύτη, τη σβούρα.
Που πήρε όμορφα στριφογυρίζοντας ν’ ανεβαίνει, μέσα σε σπίθες χρυσαφιές χρωματιστές σκαλί σκαλί, με κινήσεις χορεύτριας, με στροβίλους καθώς πάει τ’ αδράχτι.


*Από το βιβλίο «Του Λιναριού τα πάθη – Ο Μέγας Μυρμηκοφάγος» (μικρά πεζά), εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1993. («Του Λιναριού τα πάθη» πρώτη έκδοση: Άγρα, 1986). Εμείς τα αναδημοσιεύουμε από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2016/04/blog-post_12.html

Ρωξάνη Νικολάου, Από το βιβλίο “Οι ερχόμενοι”

Ο λάκκος

Σφίγγει το κεφάλι ανάμεσα στους αγκώνες του. Ο χρόνος είναι συμπαγής κι ακίνητος. Ένας λάκκος χάσκει στα πόδια του.


Πέφτει μέσα.

*

Κοπέλα σε συνοικιακό φούρνο

Αυτή η κοπέλα ποτίζει τα λιγοστά παρτέρια έξω από τον συνοικιακό φούρνο, τόσο συγκεντρωμένη, θαρρείς και δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Ούτε τ’ αυτοκίνητα, ούτε οι περαστικοί, ούτε η σκέψη μιας άλλης ζωής δείχνει να την απασχολούν. Λες κι οι ανιαρές πλάκες του πεζοδρομίου δεν οδηγούν στον φούρνο ‒τι θα πάρετε, ένα ψωμί, μια τυρόπιτα, ένα γάλα, 5,20 παρακαλώ‒ αλλά σε κάποιο στούντιο παραγωγής ταινιών. Είναι άλλωστε τόσο όμορφη, που θα μπορούσε να ήταν ηθοποιός, η μούσα σεναριογράφων, σκηνοθετών και μόδιστρων, κι οι παπαράτσι να μην την άφηναν σε ησυχία – ω! μα αφήστε με λίγο μόνη επιτέλους!, ίσως να έλεγε καμιά φορά.

∆εν ξέρω βέβαια αν μια αδικαιολόγητη ανασφάλεια δεν θα έκανε κάποτε το σώμα της να καμπουριάζει, αν μια φευγαλέα κι απροσδιόριστη σκιά δεν θα της έφερνε ακατανόητη θλίψη, κάνοντάς την να κρύβει ξαφνικά το κεφάλι στον αγκώνα, καθώς θα βρισκόταν με την παρέα της σ’ ένα πριβέ κλαμπ, αναλογιζόμενη πώς άραγε θα ήταν η ζωή της αν δεν ήταν μια διάσημη ηθοποιός, αλλά μόνο μια υπάλληλος σε κάποιον συνοικιακό φούρνο μιας μικρής, άγνωστης πόλης, που με αφοσίωση θα πότιζε τα λιγοστά παρτέρια του πεζοδρομίου χαμογελώντας μέσα στην υγρή ζέστη του Αυγούστου δίχως κανένας να το γνωρίζειπως-πότιζε-με-αφοσίωση-τα-λιγοστά-παρτέρια-στην-υγρή ζέστη-του-Αυγούστου εκτός ίσως από εκείνον που η σκέψη του θα την έκανε να χαμογελά καθώς θα πότιζε τα παρτέρια, καθώς θα πατούσε πάνω στις ανιαρές πλάκες του πεζοδρομίου έξω από τον συνοικιακό φούρνο μιας μικρής, άγνωστης πόλης, και που θα μάζευε τα νερά του χρόνου από πάνω της, κι όπως αγίασμα θα τα κατάπινε.

*

Οι ερχόμενοι

Στον Χρύση

Υπήρξαμε κι εμείς. Οι ερχόμενοι. Κάποιων από εμάς τα οστά ανακαλύφθηκαν σε εμβρυακή στάση, αγκαλιασμένα με τον εαυτό που αποδέχτηκαν την ύστατη στιγμή. Την ώρα αυτή που γράφω, το κρανίο μου βαστούν χέρια που θα γεννηθούν. Στις μαύρες τρύπες των ματιών του περιδιαβάζει φως από βλέμμα στοργικό κι απορημένο. Τους εμφυσά απαλά δροσιά. Ακούγονται στρατιώτες που τραγουδούν, θαμώνες πυκνοί καφενείου στον Άγιο Ερμόλαο. Πριν τον πόλεμο.
Κλαίω όλο και συχνότερα (αρκεί να νυχτώνει)
Θυμάσαι εκείνο το αγόρι, που όταν το ρωτούσαν τι θα ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει, απαντούσε: «Κυρία Πολυξένη»;
Θυμάσαι τον Παναγιώτη, που υιοθετήθηκε από πλούσιους Αμερικανούς; Σου έλεγα να πάρουμε εμείς τον Παναγιώτη, να συνεχίσει να είναι κοντά στη μητέρα του και τα οχτώ αδέρφια του, κι είπες πως οι πλούσιοι Αμερικανοί θα φρόντιζαν για όλη του την οικογένεια, όχι μόνο για τον Παναγιώτη, και μου φαινόταν ασήκωτο, μια δυστυχία αναπόφευκτη.
Όταν ήρθε να μας αποχαιρετήσει, το τελευταίο εκείνο βράδυ, σου φίλησε τα χέρια και μαζί του κλαίγαμε εσύ, εγώ, η μητέρα του και μια αδερφούλα του, νομίζω η μικρότερη. Αργότερα έφυγαν απ’ το χωριό μας οι γονείς και τα οχτώ αδέρφια του. Χαθήκαμε, κι ο Παναγιώτης δεν ξέρω πώς είναι σήμερα, μητέρα.

*”Οι ερχόμενοι”, Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον, 2024.

Brion Gysin, Ο άνθρωπος ρίχνει φως στον Εσωτερικό του Εαυτό χρησιμοποιώντας λέξεις

Ο άνθρωπος ρίχνει φως στον Εσωτερικό του Εαυτό χρησιμοποιώντας λέξεις. Δεν βλέπει ο καθένας τη διαφορά ανάμεσα στο πράσινο και το γαλάζιο, όμως δύναται ν’ ακούσει τη διαφορά, ν’ ακούσει τη λέξη. Η λέξη συντάσσει την Εικόνα. Μία δραστική λέξη, κάποτε, συνέταξε μία ξεχωριστή, δραστική εικόνα. Λέμε Θεός, σήμερα. Καμία ξεχωριστή, δραστική εικόνα δεν ανακαλείται.

Το φως στερείται εικόνας. Το διάστημα στερείται εικόνας.

Η τέχνη καταγράφει τη Λέξη που το Φως γράφει στο Διάστημα.

Οι ζωγράφοι επιζητούν να γράψουν έναν κόσμο νέο. Η τέχνη βρίσκεται στην ουρά του κομήτη. Η ζωγραφική συνιστά το έναυσμα, το μήνυμα που το Φως γράφει στο Διάστημα προκειμένου να συντάξει απειράριθμες εικόνες.

Εγώ ίσως γράφω μονάχα ό,τι γνωρίζω στο διάστημα: Είμαι αυτό που είμαι. Εσύ, Λέξη, γέννησες Εμένα κι αυτό μονάχα ξέρω για τον εαυτό μου σε κάθε σημείο στο διάστημα. Η δραστική φράση, εντούτοις, συστήνει μία λεκτική κλειδαριά στατικής προαίρεσης˙ σκοπεύει να μ’ ακινητοποιήσει. Κάθε σημείο στο διάστημα αποτελεί μέρος διαπληκτισμού κι εγώ δεν θα περιοριστώ σ’ ένα σημείο. Θ’ αμφισβητήσω τη λέξη – κλειδαριά ώστε να κινηθώ. Θέλω να ταξιδέψω παντού στο Διάστημα.

*Brion Gysin, Πέντε Κείμενα, μετάφραση Χρήστος Αγγελακόπουλος, εκδ. Bibliotheque 2019.

Λεωνίδας Καζάσης, Προμήτορος νουθεσίαι

Σας καταλαβαίνω!

Είστε απασχολημένοι με τις οικογένειές σας!

Γι’ αυτό μοιράζετε λευκές επιταγές στους ειδήμονες: τους ολίγους και τους άριστους! Για να ασχολούνται με τα κοινά και να αποφασίζουν ερήμην σας˙ και αυτοί οι αθεόφοβοι συνωμοτούν εις βάρος σας, κλέβοντας χρήματα, θεσπίζοντας σκληρούς, άδικους νόμους˙ όμως για να πούμε και του στραβού το δίκιο, παραφορτώνετε τους άρχοντες με ευθύνες, ώστε να μην προλαβαίνουν να παρακολουθήσουν τα τούρκικα σήριαλς από την τηλεόραση, ενώ εσείς τα παρακολουθείτε, διευρύνοντας το γνωστικό πεδίο σας, οξύνοντας την κριτική διάθεσή σας.

Αλλά τώρα, δεν μπορείτε να αλλάξετε τα έπιπλά σας, τα είδη υγιεινής, λιγουρεύεστε απ’ τις βιτρίνες τα καγιέν, χωρίς να μπορείτε να τα αγγίξετε, αδυνατείτε να στείλετε τα παιδιά σας στο εξωτερικό, να σπουδάσουν ατομοκρατία, κομπασμό, αδηφαγία, ληστρική, ανεραστία, δολιότητα.

Σας πήραν απ’ το στόμα το δόλωμα της χλιδής με το οποίο σας δωροδοκούσαν. Σας αιφνιδίασαν! Τα χάσατε!  Όμως ελπίζετε!

Η τελευταία σας ελπίδα είναι το ενδεχόμενο ενός ολοκαυτώματος, η λήξη του οποίου θα φέρει πάλι την ευημερία της ανάπτυξης, την λύσσα της κατανάλωσης, τις επενδύσεις. Δηλαδή θα ξανανθίσουν όλα αυτά που θα οδηγήσουν σε νέο ολοκαύτωμα. Η γιαγιά μου που έζησε και στην εποχή της έξαρσης της εκμεταλλευτικής καπιταλιστικής κουλτούρας των κρεματορίων, της Χιροσίμα, των Γκουλάγκ, και μάλιστα ήταν τότε (χωρίς να ντρέπεται) μητέρα δύο παιδιών, μετά από χρόνια, πάλι δίχως ντροπή έλεγε: «Αυτή είναι η ζωή Λεωνίδα! Οι άνθρωποι κάνουν πολέμους και μέσα από τα χαλάσματα, αρχίζουν πάλι να δημιουργούν!».

Ενώ με αγανάκτηση , υπερηφάνεια και θράσος περίσσιο η γιαγιά επίσης έλεγε: « Μόνο τα ζώα συνευρίσκονται με όποιο ζώο τους αρέσει˙ ο άνθρωπος με την αιδώ και την ηθική που διαθέτει, διαφέρει από αυτά».

Υ.Γ.  Η ανηθικότητα των ζώων συνίσταται (κατά τους ανθρώπους) στην αναίδεια της ελευθερίας των ζώων να εκφράζουν  αυτό που νοιώθουν˙ σε αντίθεση με τους ανθρώπους οι οποίοι πνίγονται! Το σύμπλεγμα των ανθρώπων έναντι  του  θράσους των ζώων να εκφράζονται, αλλά, και έναντι  της αυτάρκειας των ζώων  λόγω της λιτότητος και της μυικής, ανοσοποιητικής υπεροχής τους (!) αναγκάζει τους ανθρώπους, να διαχωρίζονται από τα ζώα, υποτιμώντας τα, φορτώνοντας σε αυτά, τις αθλιότητες, που, μόνο οι άνθρωποι θα μπορούσαν να επινοήσουν!

Η αιδημοσύνη και η ηθική των πολιτισμένων ανθρώπων, ευρίσκονται στην Χιροσίμα!
Στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου! Μαϊντάνεκ! Τρεμπλίνκα! Μπούχενβαλντ! Σέλμνο! Μαουτχάουζεν! Μπέλζεκ!

Σομπιμπόρ! Τερεζίενσταντ!  Βαρσοβία! Βίλνο! Νταχάου! Πόναρυ! Μπέρκεν-Μπέλσεν! Μάλι Τρόστενετς! Μάουτχάουζεν-Γκούζεν!

Ζάξενχάουζεν!  Γκρός-Ρόζεν!  Ράβενσμπρικ! Νοϋενγκάμε! Νατζβάϊλερ-Στρούτχοφ! Μίτελμπάου-Ντόρα! Σκάρτυσκο! Ζάκωβ!  Φλόνσεμπεργκ!  Σιβηρία! Τσέρνομπιλ!

Έντιμοι αιδήμονες της καθημερινής εργασίας και της οικογένειας, αυτήν την φορά, η φαντασία της πολιτισμένης ηθικής αρετής σας θα ξεπεράσει τόσο πολύ τα ανωτέρω αριστουργήματά σας, ώστε χορτάρι δεν θα φυτρώσει! Οι λέξεις δε πλούτος, πλούσιος, επιχειρηματίας, επενδύσεις, καριέρα, εξουσία, κέρδος, ανάπτυξη, ελεύθερη αγορά, ανταγωνισμός θα αποτελούν βαρύτατα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητος, που όποιος τις προφέρει, θα θανατώνεται πάραυτα!

Όμως θα είναι πολύ αργά για τους εναπομείναντες,  προσβεβλημένους μελλοθάνατους.

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan), Χνούδι (Lint)

Jerry Bleem — «Patriotic Lint Drawing VI» (χνούδι ἀπὸ σημαῖες τῶν ΗΠΑ σὲ φύλλο κυλίνδρων ἁπλωμένο σὲ χαρτί, 5″ x 8”).

ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝ λιγάκι ἀπόψε συναισθήματα ἀπερίγραπτα καὶ συμβάντα ποὺ θά ’πρεπε μᾶλλον νὰ τὰ ἑρμηνεύσουμε μὲ ὅρους νημάτων καὶ ὄχι μὲ λέξεις.
       
Κάθομαι καὶ περιεργάζομαι ρετάλια τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας. Εἶναι θραύσματα ζωῆς μακρυσμένης, δίχως νόημα ἢ σχῆμα. Εἶναι πράγματα ποὺ συνέβησαν ἁπλῶς, σὰν χνούδι.

*Πηγή: Richard Brautigan, Revenge of the Lawn. Stories 1962-1970, Νέα Ὑόρκη, Simon and Schuster, 1972 [πρώτη δημοσίευση: Rolling Stone 25 (4 Ἰαν. 1969), σ. 30].

**Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan) (1935, Τακόμα – 1984, Σὰν Φρανσίσκο). Ἀμερικανὸς πεζογράφος καὶ ποιητής. Τὸ ἔργο του ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕντεκα νουβέλες, δέκα ποιητικὲς συλλογὲς καὶ μία συλλογὴ σύντομων πεζογραφημάτων. Ἡ πρωτοπρόσωπη ἀφήγηση, τὸ παιγνιῶδες καὶ γλυκόπικρο ὕφος καὶ ἡ εὑρηματικότητά του εἶναι στοιχεῖα ποὺ θὰ συναντήσει κανεὶς στὸ σύνολο τοῦ ἔργου του. Ἔδωσε ὁ ἴδιος τέλος στὴ ζωή του.

***Μετάφραση ἀπό τὰ ἀγγλικά:
Γιῶργος Ἀποσκίτης (1984). Γεννήθηκε καὶ ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Πραγματοποίησε σπουδὲς στὴν Ἀθήνα καὶ στὸ Ἐδιμβοῦργο. Ἔχει ἀσχοληθεῖ, μεταξὺ ἄλλων, μὲ τὴ λεξικογραφία καὶ μὲ τὰ κινούμενα σχέδια. Δουλειά του ἔχει δημοσιευτεῖ στὸ περιοδικὸ Σημειώσεις καὶ ἀλλοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρωτότυπα κείμενα καὶ μεταφράσεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπονζάι. Πρῶτο του βιβλίο ἡ συλλογὴ μὲ μικρὰ πεζὰ Στιγμόμετρο (Σμίλη, 2021).

****Αναδημοσίευση από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2025/06/08/richard-brautigan-chnoudi/

Χάινριχ Μπέλλ (Heinrich Böll), Ὁ γελωτοποιός (Der Lacher)

ΚΑΘΕ ΠΟΥ ΜΕ ΡΩΤΟΥΝ γιὰ τὸ ἐπάγγελμά μου, μὲ πιάνει ἀμηχανία: κοκκινίζω, τραυλίζω, ἐγὼ ποὺ κατὰ τ᾽ ἄλλα εἶμαι γνωστὸς ὡς ἄνθρωπος θετικός. Ζηλεύω ἐκείνους ποὺ μποροῦν νὰ λένε: Εἶμαι χτίστης. Στοὺς κομμωτές, τοὺς λογιστὲς καὶ τοὺς συγγραφεῖς ζηλεύω τὴν ἁπλότητα, μὲ τὴν ὁποία δηλώνουν τὴ δουλειά τους, ἐπειδὴ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπαγγέλματα δηλώνονται μόνα τους καὶ δὲν χρειάζονται περισσότερες ἐξηγήσεις. Ἐγώ, ὅμως, εἶμαι ὑποχρεωμένος, σὲ σχετικὲς ἐρωτήσεις, νὰ ἀπαντῶ: «Εἶμαι γελωτοποιος.» Μιὰ τέτοια δήλωση ἀπαιτεῖ περαιτέρω δηλώσεις, ἐπειδὴ στὴ δεύτερη ἐρώτηση «Καὶ ζεῖτε ἀπ᾽ αὐτό;» πρέπει νὰ ἀπαντῶ εἰλικρινὰ μὲ ἕνα «Ναί». Ζῶ πράγματι ἀπὸ τὸ γέλιο μου, καὶ ζῶ καλά, ἐπειδὴ τὸ γέλιο μου ἔχει ζήτηση, ὅπως λέγεται στὴ γλώσσα τοῦ ἐμπορίου. Εἶμαι ἕνας καλός, πεπαιδευμένος γελωτοποιος· κανεὶς ἄλλος δὲν γελᾶ ὅπως ἐγώ, δὲν ἐλέγχει τόσο τὶς λεπτὲς ἀποχρώσεις τῆς τέχνης μου. Γιὰ ἀρκετὸ καιρό, προκειμένου νὰ ἀποφεύγω φορτικὲς διευκρινίσεις, δήλωνα ἠθοποιός, ἀλλὰ οἱ ὑποκριτικὲς καὶ φωνητικὲς δεξιότητές μου εἶναι τόσο περιορισμένες ποὺ αὐτὸς ὁ χαρακτηρισμὸς δὲν μοῦ φαινόταν εἰλικρινής, καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι Εἶμαι γελωτοποιός. Δὲν εἶμαι οὔτε κλόουν οὔτε κωμικὸς ἠθοποιός, δὲν διασκεδάζω τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἐκθέτω καταστάσεις φαιδρές: γελάω σὰν Ρωμαῖος αὐτοκράτορας ἢ σὰν εὐαίσθητος τελειόφοιτος Λυκείου. Εἶμαι τόσο ἀσκημένος στὸ γέλιο τοῦ 17ου αἰώνα ὅσο καὶ στὸ γέλιο τοῦ 19ου, καὶ ὅταν χρειαστεῖ, διατρέχω μὲ τὸ γέλιο ὅλους τοὺς αἰῶνες, ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις καὶ ἡλικίες: ἁπλῶς τὸ ἔχω μάθει, ὅπως μαθαίνει κανεὶς νὰ σολιάζει παπούτσια. Τὸ γέλιο τῆς Ἀμερικῆς βρίσκεται στὸ στῆθος μου, τὸ γέλιο τῆς Ἀφρικῆς, λευκό, κόκκινο, κίτρινο γέλιο – καὶ τὸ κάνω νὰ ἠχεῖ μὲ τὴν ἀνάλογη ἀμοιβή, ὅπως τὸ καθορίζει ἡ σκηνοθεσία.

       Ἔχω γίνει ἀπαραίτητος, γελάω σὲ δίσκους βινυλίου, σὲ μαγνητοταινίες, καὶ οἱ σκηνοθέτες ραδιοφωνικῶν θεατρικῶν σκηνῶν μοῦ συμπεριφέρονται μὲ ἁβρότητα. Γελάω βαρύθυμα, μετρημένα, ὑστερικά – γελάω σὰν ἐλεγκτὴς τραίνων, σὰν μαθητευόμενος στὸν κλάδο τῶν τροφίμων· τὸ πρωινὸ γέλιο, τὸ βραδινὸ γέλιο, τὸ νυχτερινὸ καὶ τὸ γέλιο τὴν ὥρα ποὺ χαράζει· μὲ δυὸ λόγια: ὁπουδήποτε καὶ ὁποτεδήποτε πρέπει νὰ προκληθεῖ γέλιο, τὸ γεννῶ πάραυτα.

       Καταλαβαίνετε ὅτι ἕνα τέτοιο ἐπάγγελμα εἶναι κοπιαστικό, πολλῷ δὲ μᾶλλον ποὺ ἐγὼ —αὐτὴ εἶναι ἡ εἰδικότητά μου— διαπρέπω στὸ μεταδοτικὸ γέλιο∙ ἔτσι, ἔχω γίνει ἀπαραίτητος ἀκόμη καὶ σὲ κωμικοὺς τρίτης καὶ τέταρτης σειρᾶς, οἱ ὁποῖοι δικαίως τρέμουν γιὰ τὴν κρίσιμη στιγμὴ τοῦ ἀστείου τους, καὶ σχεδὸν κάθε βράδυ κάθομαι μὲ τὶς ὧρες στὰ βαριετὲ ὡς λεπτῆς ὑφῆς κλακέρ, γιὰ νὰ προκαλέσω μεταδοτικὸ γέλιο στὶς ἀδύναμες στιγμὲς τοῦ προγράμματος. Πρέπει νὰ γίνεται δουλειὰ ἀκριβείας: τὸ πηγαῖο, ἄγριο γέλιο μου δὲν πρέπει νὰ ξεσπᾶ πρὶν τῆς ὥρας του οὔτε καθυστερημένα, ἀλλὰ στὴν κατάλληλη στιγμή – τότε βάζω τὰ γέλια, βάσει προγράμματος, τὸ ἀκροατήριο ξεσπᾶ κι αὐτὸ σύσσωμο σὲ κραυγὲς ἐνθουσιασμοῦ καὶ τὸ ἀστεῖο ἔχει σωθεῖ.

       Ἐγὼ τότε γλιστρῶ κατάκοπος στὴν γκαρνταρόμπα, φοράω τὸ παλτό μου, εὐτυχὴς ποὺ ἐπιτέλους ἔχω σχολάσει. Στὸ σπίτι μὲ περιμένουν τὶς περισσότερες φορὲς τηλεγραφήματα «Χρειαζόμεθα ἐπειγόντως γέλωτά Σας. Ἠχογράφηση ἡμέρα Τρίτη», κι ἐγὼ λίγες ὧρες ἀργότερα κάθομαι σὲ ἕνα ὑπερθερμασμένο βαγόνι τῆς Deutsche Bahn καὶ οἰκτίρω τὴ μοίρα μου.

       Καθένας ἀντιλαμβάνεται ὅτι μετὰ τὸ σχόλασμα ἢ στὶς διακοπὲς ἔχω ἐλάχιστη διάθεση γιὰ γέλιο. Ὁ ἀρμεχτὴς εἶναι χαρούμενος, ὅταν μπορεῖ ν᾽ ἀφήνει στὴν ἄκρη τὴν ἀγελάδα· ὁ χτίστης εἶναι εὐτυχής, ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα ν᾽ ἀφήσει τὸ χαρμάνι, καὶ οἱ ξυλουργοὶ ἔχουν συχνὰ στὸ σπίτι τους πόρτες χαλασμένες, ἢ συρτάρια ποὺ ἀνοίγουν μὲ πολὺ κόπο. Ζαχαροπλάστες προτιμοῦν ξυδάτα ἀγγουράκια, χασάπηδες τὰ ἀμυγδαλωτά, καὶ ὁ φούρναρης προτιμᾶ τὰ ἁλλαντικὰ ἀπὸ τὸ ψωμί· ταυρομάχοι προτιμοῦν τὴ συναναστροφὴ μὲ περιστέρια, μποξὲρ γίνονται κάτωχροι, ὅταν ματώσει ἡ μύτη τοῦ παιδιοῦ τους. Τὰ κατανοῶ αὐτὰ ὅλα, ἐπειδὴ δὲν γελῶ ποτὲ μετὰ τὸ σχόλασμα. Εἶμαι ἕνας σοβαρότατος ἄνθρωπος καὶ ὁ κόσμος μὲ θεωρεῖ —δικαίως— πεσσιμιστή.

       Τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ γάμου μας μοῦ ἔλεγε συχνὰ ἡ γυναίκα μου: «Γέλασε καμιὰ φορά», ἀλλὰ στὸ μεταξὺ κατάλαβε πὼς δὲν μπορῶ νὰ τῆς ἱκανοποιήσω αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία. Εἶμαι εὐτυχής, ὅταν μπορῶ μέσω τῆς ἀπόλυτης σοβαρότητας νὰ χαλαρώνω τοὺς τεντωμένους μῦς τοῦ προσώπου μου, τὴν ταλαιπωρημένη μου διάθεση. Ναί, μὲ ἐκνευρίζει ἀκόμη καὶ τὸ γέλιο τῶν ἄλλων, ἐπειδὴ μοῦ θυμίζει καὶ μοῦ παραθυμίζει τὴ δουλειά μου. Ἔτσι, ἔχουμε μιὰ ἥσυχη, εἰρηνικὴ συζυγικὴ ζωή, ἐπειδὴ καὶ ἡ γυναίκα μου ἔχει ξεμάθει τὸ γέλιο. Κάθε τόσο τὴν πιάνω νὰ χαμογελᾶ καὶ τότε χαμογελῶ κι ἐγώ. Μιλᾶμε σιγανὰ μεταξύ μας, ἐπειδὴ μισῶ τὸν θόρυβο τῶν βαριετέ, μισῶ τὸν θόρυβο ποὺ μπορεῖ νὰ κυριαρχεῖ στοὺς χώρους ἠχογράφησης. Ἄνθρωποι ποὺ δὲν μὲ γνωρίζουν, μὲ θεωροῦν κλειστὸ τύπο. Ἴσως εἶμαι πράγματι, ἐπειδὴ πολὺ συχνὰ πρέπει ν᾽ ἀνοίγω τὸ στόμα μου γιὰ νὰ γελάσω.

       Περνάω τὴν προσωπική μου ζωὴ μὲ παγωμένο πρόσωπο, ἐπιτρέπω κάθε τόσο στὸν ἑαυτό μου ἕνα ἤπιο χαμόγελο καὶ συχνὰ ἀναρωτιέμαι ἂν ἔχω γελάσει ποτέ. Νομίζω πὼς ὄχι. Τὰ ἀδέλφια μου ἔχουν νὰ λένε ὅτι ὑπῆρξα πάντοτε ἕνα σοβαρὸ παιδί.

       Ἔτσι, γελάω μὲ πολλαπλοὺς τρόπους, ἀλλὰ τὸ δικό μου γέλιο δὲν τὸ γνωρίζω.

*Πηγή: Böll, Heinrich Werke [ἐπιμ. J.H. Reid]. Kölner Ausgabe, τόμος 9ος, 1954-1956 [1955]. Κολωνία, Kiepenheuer &Witsch 2006, 79-81.

**Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:
Συμεὼν Σταμπουλοῦ. Γεννήθηκε τὸ 1954 στὴν Ἀθήνα, ὅπου σπούδασε κλασικὴ ἀρχαιολογία. Ἀργότερα προχώρησε σὲ σπουδὲς συγκριτολογίας στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Τύμπινγκεν. Ἐκπόνησε μελέτες γιὰ τὶς πηγὲς τῆς πεζογραφίας καὶ τὰ θεατρικὰ ἔργα τοῦ Γιάννη Σκαρίμπα, τὴν «ἀντιπαράθεση» τοῦ Φρήντριχ Χαίλντερλιν μὲ τὸ ἔργο τοῦ Σοφοκλῆ. Μετέφρασε καὶ ἐξέδωσε ἢ δημοσίευσε σὲ λογοτεχνικὰ ἔντυπα ἔργα τῶν Ρ.Μ. Ρίλκε, Νοβάλις, Χαίλντερλιν, Πάουλ Τσέλαν, Νέλλυ Ζάκς, Γκότφρηντ Μπένν, Γκέρχαρντ Φάλκνερ, Ντοὺρς Γκρυνμπάιν, Σάρα Κίρς, Πέτερ Ἄλτενμπεργκ, Γκύντερ Κοῦνερτ, Μπάρμπαρα Καῖλερ κ.ἄ. Βιβλία του κυκλοφοροῦν ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Στιγμή, Gutenberg, Ἄγκυρα, Κουκκίδα καὶ ΣΩΒ.

***Χάινριχ Μπέλλ (Heinrich Böll, 1917-1985). Ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους μεταπολεμικοὺς Εὐρωπαίους συγγραφεῖς, τιμημένος μὲ τὸ βραβεῖο Νομπὲλ λογοτεχνίας τὸ 1972. Μὲ τὸ ἔργο του (μυθιστορήματα, διηγήματα, θεωρητικὰ κείμενα) στηλίτευσε τὴ γερμανικὴ κοινωνία τῆς συνεργασίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνοχῆς, στὶς θηριωδίες τῶν ναζιστῶν, τὸν ἐξολοθρεμὸ τῶν Ἑβραίων σὲ ὁλόκληρη τὴν κατεχόμενη, μέσα στὸν πόλεμο, Εὐρώπη. Μὲ τρόπο ἀριστοτεχνικὸ ἀποκάλυψε, μέσα ἀπὸ τοὺς χαρακτῆρες τῶν προσώπων, τὸν λειτουργικὸ ρόλο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας στὴν ἐκκόλαψη τοῦ Ναζισμοῦ καὶ τοῦ πολέμου, στὴ μόλυνση τοῦ γερμανικοῦ πνεύματος μὲ τὴν πολιτικὴ τῶν ὑπόγειων συνεργασιῶν καὶ τῆς ἰδιοτέλειας. Οἱ ἥρωές του, τραγικὰ εἰρωνικοὶ ἀπέναντι στὴν κοινωνία τῶν συμβιβασμῶν, ὁδηγοῦνται σταδιακὰ στὴν ἀποτυχία καὶ τὸ περιθώριο (Καὶ δὲν εἶπε λέξη, 1953, Οἱ ἀπόψεις ἑνὸς κλόουν, 1963). Ὁ Μπὲλλ ἔδειξε συμπάθεια στὴν ὁμάδα «Μπάαντερ-Μάινχοφ», μὲ τὶς πρακτικὲς ἑνὸς ἀντάρτικου πόλεων, ποὺ ἔδρασε στὴ Δυτικὴ Γερμανία τὴ δεκαετία κυρίως τοῦ ᾽70 (Ἡ χαμένη τιμὴ τῆς Καταρίνα Μπλούμ, 1974). Ἡ τρομοκρατία ὡς ἀπότοκος τῆς μεταπολεμικῆς γερμανικῆς κοινωνίας μὲ ἀφομοιωμένους ὀργανικὰ σὲ αὐτὴν τοὺς ναζιστὲς ἐγκληματίες. Βασικὸς συντελεστὴς τῆς λεγόμενης «Λογοτεχνίας τῶν ἐρειπίων» («Trümmerliteratur»), ἔγραψε παράλληλα σύντομα διηγήματα καὶ μικροϊστορίες, ἀλληγορίες τοῦ κατακερματισμένου κόσμου καὶ τῆς ψυχικῆς ἐρειπίωσης τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνδεικτικὴ ἡ ἱστορία τοῦ «Γελωτοποιοῦ» ποὺ πρέπει νὰ διαβαστεῖ ὡς συνεκδοχὴ τοῦ μυθιστορήματος Οἱ ἀπόψεις ἑνὸς κλόουν. Στὴν Αὐτοβιογραφία του ὁ Μαρσὲλ Ράιχ Ρανίτσκυ τὸν χαρακτήρισε «Γερμανὸ ἱεροκήρυκα μὲ κλοουνίστικα χαρακτηριστικά».

****Αναδημοσίευση από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2025/05/11/heinrich-boll-o-gelotopoios/#like-17589