Η ποίηση δεν κάνει ποτέ συμβιβασμούς

Lenore Kandel*

Η ποίηση δεν κάνει ποτέ συμβιβασμούς. Είναι η εκδήλωση, η απόδοση ενός οράματος, μιας επιφώτισης, μιας εμπειρίας. Αν υποκύψεις σε συμβιβασμούς, μεταβάλλεσαι σε έναν τυφλό προφήτη.

Δεν έχει νόημα η ποίηση που υπάρχει μόνο ως άσκηση δεξιοτεχνίας. Η τεχνική είναι απαραίτητη, αρκεί να λειτουργεί ως έξυπνος μοχλός για τη σαφήνεια, την ομορφιά και το όραμα. Όταν κάποιος ερωτεύεται τον εαυτό του, το αποτέλεσμα είναι ένας λεκτικός αυνανισμός.

Στα ποιήματα που γράφω ασχολούμαι με όλες τις πτυχές της δημιουργίας και το σύνολο του σύμπαντος μέσα στο οποίο αυτή κινείται. Ο στόχος είναι η ενίσχυση της συνειδητοποίησης. Αυτή μπορεί να είναι η συνειδητοποίηση του τρόπου με τον οποίο ένα πουλί διασχίζει τον ουρανό με το πέταγμά του, ή η συνειδητοποίηση της δυσκολίας και της ανάγκης για εμπιστοσύνη, ή η συνειδητοποίηση της επιθυμίας για συνειδητοποίηση, ακόμα και του φόβου που ίσως προέρχεται από τη συνειδητοποίηση. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ομορφιάς, του σοκ ή του γέλιου, αλλά η κατεύθυνση είναι πάντα προς ένα σαφές όραμα, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά.

Αυτό απαιτεί ειλικρίνεια από τον ποιητή και την ποίηση. Μια ειλικρίνεια που είναι άλλοτε χαρούμενη και άλλοτε οδυνηρή, απευθυνόμενη τόσο στον ίδιο τον ποιητή όσο και στον αναγνώστη ή και στους δύο. Σε δύο από τα ποιήματά μου, που δημοσιεύτηκαν σε ένα μικρό βιβλίο, ασχολούμαι με την αγάπη για το σώμα μας και την επίκληση, την αναγνώριση και την αποδοχή της θεϊκότητας στον άνθρωπο μέσω της αγάπης για το σώμα μας. Με άλλα λόγια, είναι μια απόλαυση. Μια απόλαυση τόσο μεγάλη που σε καθιστά ικανό να βγεις από τον ιδιωτικό σου εαυτό και να συμμετάσχεις στις χαρές του σύμπαντος. Αυτή η απλή και μάλλον προφανής διατύπωση, όταν διευρυνθεί και δοθεί ποιητικά, μπορεί να προκαλέσει μια αναταραχή που είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς. Μεγάλο μέρος αυτής της αναταραχής προηγοιυμένως οφειλόταν στην ποιητική χρήση ορισμένων λέξεων τεσσάρων γραμμάτων αγγλοσαξονικής προέλευσης, οι οποίες δεν αντικαταστάθηκαν από πιο διακριτικούς ευφημισμούς.

Λέγοντας όλα αυτά φτάνουμε στο ζήτημα της ποιητικής γλώσσας.

Ό,τι είναι γλώσσα είναι ποιητική γλώσσα και αν η λέξη που αναζητεί ο ποιητής δεν υπάρχει στη γλώσσα που γνωρίζει, τότε εναπόκειται στον ίδιο να την ανακαλύψει. Ο μόνος περιοριστικός όρος μπορεί να είναι ότι η λέξη πρέπει να είναι η σωστή λέξη που απαιτεί το ποίημα και μόνο ο ποιητής είναι αυτός που μπορεί να το κρίνει αυτό. Οι ευφημισμοί που επιλέγονται από φόβο αποτελούν συμμαχία με την υποκρισία και στο άμεσο μέλλον θα καταστρέψουν την ποίηση και τελικά θα καταστρέψουν και τον ποιητή.

Οποιαδήποτε μορφή λογοκρισίας, είτε διανοητική είτε ηθική, συναισθηματική ή σωματική, είτε προέρχεται από μέσα είτε από έξω, αποτελεί εμπόδιο στην αυτογνωσία. Η ποίηση είναι ζωντανή επειδή αποτελεί μέσο ενόρασης και εμπειρίας. Δεν είναι απαραίτητα ευχάριστη και δεν είναι απαραίτητα αβλαβής.

Η ποίηση εγκατέλειψε τις σχολικές αίθουσες και βγήκε στους δρόμους, δημιουργώντας έτσι μια ροή επιρροών εκατέρωθεν, η οποία απέδωσε πολλούς ζωτικούς καρπούς τόσο για την ποίηση όσο και για το σχολείο. Ο ακαδημαϊκός κόσμος είχε την τάση να γεννά φόβο για παραβίαση των κανόνων, για προσβολή κάποιου. Το όραμα και η γλώσσα συχνά συμπιέζονταν, καλυπτόμενα από ένα κουφό αυτί. Η ποίηση, έτσι, γινόταν συχνά όχημα για λογοτεχνικές ασκήσεις.

Η ποίηση του δρόμου αποφεύγει τις παγίδες του φόβου, αλλά πολύ συχνά χάνει τα οράματά της λόγω έλλειψης σαφήνειας ή λόγω έλλειψης καλλιτεχνικής δεξιοτεχνίας. Η ποίηση που είναι ποίηση δεν χρειάζεται να ταξινομηθεί σύμφωνα με τα δύο πλαίσια που περιγράφηκαν παραπάνω, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Υπάρχει. Δεν μπορεί να υπάρξει υπό καθεστώς λογοκρισίας. Αν ένας ποιητής λογοκρίνει το όραμά του, δεν λέει πλέον την αλήθεια όπως την βλέπει. Αν λογοκρίνει τη γλώσσα σε ένα ποίημα, δεν χρησιμοποιεί εκείνες τις λέξεις που, για τον ίδιο, είναι οι πιο τέλειες λέξεις που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει. Αυτή η αυτοάρνηση δημιουργεί έναν τεχνητό περιορισμό που επιβάλλεται σε μια τέχνη, η κατεύθυνση της οποίας βρίσκεται πέρα από τα όρια του νοητού. Δεν υπάρχουν εμπόδια για την ποίηση ή την προφητεία. Από τη φύση τους, σπάνε κάθε εμπόδιο, είναι εκρήξεις αντίληψης, πορεία προς το άπειρο. Αν ένας ποιητής ψεύδεται για το όραμά του, ψεύδεται για τον εαυτό του και αυτό δημιουργεί ένα πραγματικό εμπόδιο. Όταν ένας ποιητής, από φόβο που του επιβάλλει ο ίδιος ο φόβος, χρησιμοποιεί μια γλώσσα διαφορετική από αυτή που είναι τέλεια για την ποίηση, μεταβάλλεται σε ένα φοβισμένο άτομο ικανό για κάθε συμβιβασμό. Όταν ένας εξωτερικός παράγοντας αναλαμβάνει το καθήκον της λογοκρισίας της ποίησης, αυτό σημαίνει λογοκρισία της αποδοχής της αλήθειας και του άλματος προς την αποκάλυψη.

Όταν μια κοινωνία αρχίζει να φοβάται τους δικούς της ποιητές, αυτό σημαίνει ότι φοβάται τον εαυτό της. Το αν μια κοινωνία φοβάται τον εαυτό της αυτό είναι ένας άλλος τρόπος του να ορίσει κανείς την κόλαση. Ένα ποίημα, μόλις γραφτεί και δημοσιευτεί, είναι διαθέσιμο σε όλους όσοι επιλέγουν να το διαβάσουν. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, συνεπάγεται μια θεμελιώδη ευθύνη εκ μέρους του ποιητή: να λέει την αλήθεια όπως την βλέπει. Να την εκφράζει με όλη την ομορφιά, την ικανότητα να εκπλήσσει, την ικανότητα να ξυπνά το αίσθημα του θαυμασμού, να επιφέρει μια αλχημεία μέσα στη γλώσσα. Αυτά είναι η μορφή και η ίδια η ύπαρξη της ποίησης.

Το κοινό που ακολουθεί τη σύγχρονη ποίηση είναι κυρίως νεανικό. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι πολικότητες (σ.τ.μ.: polarities στο αγγλικό κείμενο*) και οι πιθανότητες της ζωής και του θανάτου υπάρχουν ως μια διαρκής παρουσία στη συνείδηση. Από τη στιγμή που η έννοια και η πρακτική της υπερβολικής καταστροφής, ενός δυνητικά καταστροφικού αλλά και λυτρωτικού δυναμικού, έχουν γίνει κοινός τόπος, η αύρα της πιθανότητας ενός κοσμικού θανάτου έχει γίνει ορατή. Υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες οι νέοι μπορούσαν να εισέλθουν απαλά στη ζωή τους και αν ήθελαν να αγνοήσουν τα βαθύτερα προβλήματα της ανθρωπότητας, της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων, αυτό τους ήταν εύκολο. Η εποχή μας σίγουρα δεν είναι μία από αυτές, και οι επιλογές των νέων είναι βαθιές και δύσκολες. Στα δεκαοκτώ, τα αγόρια πρέπει να αποφασίσουν αν θα αφιερωθούν στο εθνικό χόμπι του θανάτου**. Πολλοί, αντί να αποδεχτούν τον κόσμο του πολέμου και της προσωπικής απόγνωσης που προσφέρει η πλειοψηφία των ενηλίκων, επιλέγουν να εκφράσουν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, με κίνητρο την απόλαυση, τη διαφώτιση και την αμοιβαία προσοχή.

Πρόκειται για δύσκολες επιλογές, που δεν προσφέρουν καμία διέξοδο.

Όσοι διαβάζουν σύγχρονη ποίηση το κάνουν για απόλαυση, για να γνωρίσουν βαθύτερα, μερικές φορές για να βρουν συμβουλές. Το ελάχιστο που μπορεί κανείς να περιμένει είναι ο ποιητής, που μοιράζεται μαζί τους τα οράματα και τις εμπειρίες του, να το κάνει χωρίς υποκρισία. Ο συμβιβασμός στην ποίηση από φόβο σημαίνει ατροφία της ψυχής. Ο κάθε συμβιβασμός της ποίησης είναι η μικρή δολοφονία της ψυχής.

*Οι πολικότητες είναι αλληλεξαρτώμενα ζεύγη αντίθετων δυνάμεων ή αξιών που δεν μπορούν να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο και πρέπει να αντιμετωπίζονται από κοινού σε βάθος χρόνου, αντί να «επιλύονται» όπως ένα συνηθισμένο πρόβλημα.
**Εννοεί, μάλλον, το να καταταγούν στο στρατό και να πολεμήσουν.

*Πηγή: https://www.facebook.com/profile.php?id=100064382811416 Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Το τραγικό πεπρωμένο της σύγχρονης Ελλάδας

O Νικόλαος Κάλας

του Νικόλαου Κάλα

Το δοκίμιο του Nicolas Calas «The Tragic Destiny of Modern Greece», το οποίο δημοσιεύεται εδώ σε μετάφραση, περιλαμβάνεται στην έκδοση The Nicolas Calas – Nanos Valaoritis Correspondence, 1958-1967.1 Τα πρωτότυπα δακτυλόγραφα απόκεινται στο αρχείο «Nicolas and Elena Calas Archive», The Nordic Library at Athens.2 Πρόκειται για δεκαέξι (16) σελίδες που περιλαμβάνουν 3.239 λέξεις ή «κατά προσέγγιση αριθμό λέξεων 3.400», όπως ο ίδιος ο Calas σημείωσε στο περιθώριο, είτε σκοπεύοντας να το δημοσιεύσει (πιθανότατα στις ΗΠΑ)3 είτε διότι το είχε ήδη ή επρόκειτο να το ανακοινώσει ως ομιλία.

Αν και δε φέρει ημερομηνία σύνθεσης, μπορεί με σχετική ασφάλεια να θεωρηθεί ότι το δοκίμιο γράφτηκε μετά τη λήξη του Β´Παγκόσμιου πολέμου και πριν από τον Απρίλιο του 1951. Ενώ μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ο Calas ίσως το συνέθεσε με αφορμή την ίδρυση των Ηνωμένων Εθνών (UN) στις 24 Οκτωβρίου 1945, η αναφορά του στην Απογραφή πληθυσμού του 1940 (16 Οκτωβρίου) ορίζει ένα σαφές χρονικό πλαίσιο, στο οποίο το υπαινισσόμενο ορόσημο ante quem είναι η ημερομηνία της επόμενης Απογραφής πληθυσμού, δηλαδή η 7 Απριλίου 1951.4 Ως terminus post quem θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η χρονολογία 26 Απριλίου 1946, δηλαδή η χρονολογία θανάτου του Γερμανού κοινωνικού φιλοσόφου Hermann Graf von Keyserling, στον οποίο ο Calas επίσης αναφέρεται.5 Επομένως, με βάση τα παραπάνω, η σύνθεση του δοκιμίου «Το τραγικό πεπρωμένο της σύγχρονης Ελλάδας» πραγματοποιήθηκε στο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1946 και 1951· ειδικότερες αναφορές του συγγραφέα επιτρέπουν μια ακριβέστερη εκτίμηση, που θα το τοποθετούσε στο δεύτερο ήμισυ του 1946 ή στις αρχές του 1947.6                                                        


Το νόημα της εθνικής τραγωδίας

Οι τραγικές προεκτάσεις του εθνικού πεπρωμένου έρχονται ακαριαία στον νου μας, όταν παρατηρήσουμε πόσο αιφνιδιαστικά οι μεταπτώσεις της τύχης μπορούν να τερματίσουν την ανεξαρτησία ενός έθνους. Η παρατεταμένη περίοδος αναταραχής, η οποία ακολούθησε την απελευθέρωση πολλών χωρών που βρέθηκαν κάτω από τον ζυγό των ναζιστών, όπως και το απίθανο ενδεχόμενο μιας επίλυσης αυτής της αναταραχής στο κοντινό μέλλον, μας ωθούν σε σοβαρότερο προβληματισμό για τις βασικές δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει ένα μικρό κράτος που αγωνίζεται για την ύπαρξή του, όπως η σύγχρονη Ελλάδα. Πόσο μικρό μπορεί να είναι ένα έθνος προκειμένου να διατηρήσει την πλήρη ανεξαρτησία του στον συρρικνούμενο κόσμο της εποχής μας; Ποιος σκοπός μπορεί να υπάρχει στη διατήρηση μιας εθνικής ύπαρξης που εμποδίζει μάλλον παρά προωθεί την υλοποίηση του Ενός Κόσμου;7

Σαν φυσαλίδα, ένα έθνος μπορεί να αναπαύεται στην επιφάνεια της ταραγμένης θάλασσας ευρύτερων συγκρούσεων ή, σαν βότσαλο, μπορεί να παρασύρεται από μια υποχωρούσα παλίρροια στα βάθη της ιστορικής σιωπής. Για αιώνες, οι Έλληνες καταδυναστεύτηκαν από τους Οθωμανούς κυρίαρχους και, για μια ακόμη φορά, στην εποχή μας, εξαναγκάστηκαν να δοκιμάσουν όλη την πικρία της σαγήνευσης. Σήμερα, κρίνοντας με καθαρά κοινοβουλευτικά κριτήρια, η Ελλάδα φαίνεται να είναι η πιο ελεύθερη πολιτικά χώρα των Βαλκανίων. Συγχρόνως, είναι η πιο ανήσυχη από όλες, καθώς η ίδια η ανεξαρτησία της έχει καταστεί επισφαλής.

Αν δεν ταυτίσουμε τη ζωή των λαών με αυτή των ατόμων, μιλώντας αποκλειστικά με όρους γέννησης και θανάτου, υγείας και ασθένειας, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι άλλες λύσεις σε συλλογικές μορφές ύπαρξης μπορούν να προβλεφθούν, πέρα από την εθνική. Ο Arnold Toynbee, που είναι πιθανότατα ο μεγαλύτερος εν ζωή ιστορικός, έχει αποκαλέσει το πνεύμα της εθνικότητας «ξινή ζύμωση του νέου οίνου της δημοκρατίας στις παλαιές φιάλες του φυλετισμού».8 Σε αυτόν τον φυλετισμό αντιτάσσει κανείς την δημοκρατική αντίληψη της αδελφοσύνης όλης της ανθρωπότητας. Εντούτοις, ενόσω τα μικρά έθνη δεν πείθονται ότι οι μεγάλοι αδελφοί που διαρκώς παρεμβαίνουν στις υποθέσεις τους είτε δείχνουν πραγματικό ενδιαφέρον είτε είναι καλοπροαίρετοι, είναι μάταιο να απαιτείται από αυτά να απαρνηθούν τα δικαιώματά τους. Στην παρούσα πολιτική σύζευξη, τίποτε δεν είναι πιο φυσικό από την αντίσταση των μικρών εθνών σε όλες τις απόπειρες αφομοίωσής τους σε οποιαδήποτε μορφή υπερεθνικής τάξης, είτε φασιστικής είτε κομμουνιστικής είτε φιλελεύθερης. Για να αποκτήσει το ιδανικό της αδελφοσύνης στέρεη σημασία δεν είναι μόνο απαραίτητο να αναγνωρισθούν συγκεκριμένα βασικά χαρακτηριστικά, κοινά για όλους τους ανθρώπους, τα οποία οι φυλετικές και οι πολιτισμικές θεωρίες στυγνά παραβλέπουν, αλλά και να γίνουν σεβαστές διαφορές, τις οποίες τόσο εύκολα υποτιμούν οι απόστολοι της ισότητας.

Ακριβώς επειδή πρέπει να προσεγγίσουμε τη ζωή των λαών υπό το φως επικίνδυνων διεθνών συγκυριών, κάθε μεμονωμένη εθνική ύπαρξη αποκτά τραγική σημασία.

Το νόημα της τραγωδίας για τον Έλληνα

Η σημασία της εθνικής τραγωδίας των Ελλήνων έχει εκφραστεί με αξιοθαύμαστο τρόπο από τον αείμνηστο Count Keyserling, στο βιβλίο του Ευρώπη: «Στην Εγγύς Ανατολή ομιλούνται σήμερα σχεδόν όσα ελληνικά ομιλούντο πριν από δυο χιλιάδες χρόνια. Και τώρα ας δούμε την κατάσταση μέσα από τα μάτια των Ελλήνων. Δεν υπάρχει κάτι το τρομακτικό στο γεγονός ότι αυτός ο κόσμος, τόσο αρχαιότερος από οποιοδήποτε κόσμο έχει κερδίσει την αναγνώριση σήμερα· ότι αυτός ο κόσμος που σε αντίθεση με τον ιταλικό έχει παραμείνει από την κλασική εποχή ουσιαστικά ο ίδιος· αυτός ο κόσμος, του οποίου τα παιδιά είναι σχεδόν χωρίς εξαίρεση πιο προικισμένα από εκείνα οποιουδήποτε άλλου – δεν σημαίνει πια τίποτε; Όταν αυτή η πλευρά του ερωτήματος μου έγινε σαφής για πρώτη φορά, αναρίγησα. Ήταν αληθινή τραγωδία να είσαι σύγχρονος Έλληνας».9

Κανείς δεν είναι καταλληλότερος να διαπιστώσει εθνικές διακρίσεις από έναν αριστοκράτη σε έντονη εγρήγορση, καθώς η όλη αντίληψή του για τη ζωή βασίζεται σε μια διαδικασία εξορθολογισμού των κοινωνικών διαφορών. Δυστυχώς ο Count Keyserling μοιραζόταν την αδυναμία της τάξης του να εκτιμήσει την ισχύ δυνάμεων που, ως επί το πλείστον, αντιτίθενται στις ελίτ. Δεν κατάφερε επομένως να αντιληφθεί ότι η τραγωδία των μαζών δεν μπορεί ποτέ να εξομοιωθεί με την τραγωδία της πολιτικής και πνευματικής ελίτ που τις κυβερνά.

Η τραγωδία της σύγχρονης Ελλάδας μπορεί να γίνει περισσότερο κατανοητή αφού μελετηθούν τα επιμέρους συστατικά ανθρώπινα στοιχεία της. Η τραγωδία των μαζών είναι η δοκιμασία της στέρησης· η τραγωδία των κυρίαρχων είναι ο πειρασμός της εξουσίας· τέλος, η τραγωδία των νέων είναι το μαρτύριο του πάθους. Ακολουθώντας το πρότυπο ενός θεατρικού έργου, οι μάζες αντικαθιστούν τον χορό του αρχαίου ελληνικού θεάτρου· η νεολαία ενσαρκώνει το πνεύμα του Ορέστη και του Άμλετ· ενώ στην εξουσία δίδεται ο ρόλος του Αγαμέμνονα ή ενός Ληρ.

Η δοκιμασία της στέρησης

Οι χωρικοί και οι εργάτες συγκροτούν, αντιστοίχως, τον χορό και τον αντιχορό στο τραγικό σκηνικό της μαζικής ύπαρξης. Η τραγωδία των Ελλήνων αγροτών, που ιστορικά δεν μπορεί να διακριθεί από εκείνη των αγροτών της νοτιοανατολικής Ευρώπης, έγκειται στην εξάντληση, τη λιμοκτονία και τον πόνο. Για ιστορικούς λόγους, από την εποχή του πρώιμου Μεσαίωνα, αυτή η περιοχή της ηπειρωτικής Ευρώπης στερήθηκε των οικονομικών πλεονεκτημάτων τα οποία προέκυψαν από την κατάργηση της δουλείας και από την εξοικονόμηση ανθρώπινης ενέργειας χάρη στη μερική υποκατάσταση της εργασίας από τη δύναμη των αλόγων και του νερού – δυο μέτρα που σε μεγάλο βαθμό ενίσχυσαν την ανάπτυξη της γεωργίας. Υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που για αιώνες περιλάμβανε τα Βαλκάνια, οι πόλεις δεν ήταν κάτι περισσότερο από μεγάλα στρατιωτικά και διοικητικά κέντρα. Η ισχύς του Σουλτάνου ήταν απόλυτη, καθώς δεν ήταν υποχρεωμένος να μοιράζεται τη διοίκηση με υποκατάστατους κυβερνήτες και, επομένως, δεν ήταν αναγκασμένος να συμμαχήσει με τους αστούς ενάντια στους φεουδάρχες – πράγμα που αντιθέτως πάντα έπρατταν οι βασιλιάδες της Δυτικής Ευρώπης. Αυτό επιπλέον σήμαινε ότι φεουδαλικές τάσεις θα μπορούσαν να αναπτυχθούν μόνον ενάντια στον Σουλτάνο και με τη βοήθεια ξένων δυνάμεων· σήμαινε επίσης ότι ο αγροτικός πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Τουρκίας δεν επρόκειτο να γνωρίσει τα σχετικά πλεονεκτήματα της δουλοπαροικίας, παρά πολύ αργά· σε ορισμένα τμήματα των Βαλκανίων, όπως η Ρουμανία, όχι πριν από το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα, όταν εισήχθη ο φεουδαλισμός υπό ρωσική πίεση.

Η βαρύνουσα σημασία του τομέα της γεωργικής εκμετάλλευσης για τη βαλκανική οικονομία μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή όταν αντιληφθούμε ότι στην Ελλάδα, που είναι συγκριτικά το πιο βιομηχανοποιημένο βαλκανικό κράτος, τα τρία τέταρτα του συνολικού πληθυσμού των 7.150.000 (απογραφή του 1940)10 βασίζονται στη γεωργία για τον βιοπορισμό τους. Η καλλιεργήσιμη γη της χώρας δεν ξεπερνά τα 1.975.000 εκτάρια και είναι προφανώς ανεπαρκής. Τόσο οι Έλληνες όσο και οι ξένοι παρατηρητές αντιμετωπίζουν με απαισιοδοξία την προοπτική ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής, έτσι ώστε αυτή να ανταποκρίνεται επαρκώς στις ανάγκες του πληθυσμού. Με ετήσιο ποσοστό γεννητικότητας 30,94 τοις χιλίοις στον αγροτικό πληθυσμό, σε σύγκριση με ποσοστό 23,84 τοις χιλίοις στον αστικό, η αύξηση της αγροτικής καλλιεργήσιμης έκτασης θα έπρεπε να ανέλθει στις 70.000 εκτάρια κατ’ έτος τα επόμενα δεκαπέντε έτη.

Εντούτοις, όπως η Doreen Warriner ορθώς αναφέρει στο εξαιρετικό βιβλίο της Economics of Peasant Farming: «Αυτό που καθορίζει το επίπεδο της αγροτικής τάξης είναι ο βαθμός της εκβιομηχάνισης σε συνδυασμό με την πολιτική χειραφέτηση. Σε μια βιομηχανική χώρα, ο αγρότης έχει το πλεονέκτημα να βρίσκεται κοντά στην αγορά μιας πόλης, που μπορεί να αγοράσει κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα· ο γεωργικός εξοπλισμός είναι φτηνός και μπορεί να εξασφαλιστεί πίστωση με ευνοϊκούς όρους. Το πιο σημαντικό, σε μια βιομηχανική χώρα τα αγροκτήματα των χωρικών μπορούν να είναι μεγάλα, καθώς ο αυξανόμενος πληθυσμός μετακινείται στη βιομηχανία […]. Το αληθινό πρόβλημα της ευρωπαϊκής αγροτικής οικονομίας βρίσκεται στην Ανατολή, στη ζώνη μεταξύ της Βαλτικής, της Αδριατικής και της Μαύρης Θάλασσας. Ανακύπτει διότι αυτές οι περιοχές είναι αποκομμένες από την ευρωπαϊκή βιομηχανική αγορά».11       
    
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, η αγροτική οικονομία των βαλκανικών χωρών, με την εξαίρεση της Ελλάδας, είναι προσδεμένη στη σοβιετική βιομηχανία. Δεν είναι ιδιαίτερα παρήγορο για τον Έλληνα αγρότη να γνωρίζει ότι η μοίρα του είναι να συνδέεται με τη βιομηχανία της δυτικής Ευρώπης και της Μεγάλης Βρετανίας σε μια εποχή που η γερμανική βιομηχανία είναι κατεστραμμένη και ολόκληρη η οικονομία της πρέπει να επιδοτηθεί· όταν η γαλλική οικονομία έχει απωλέσει κάθε διεθνή απήχηση και προσαρμόζεται στις περιορισμένες δυνατότητες που προσφέρει η εγχώρια αγορά· όταν η βρετανική οικονομία, η οποία ήδη αρκετά χρόνια πριν από τον πόλεμο μείωνε σταθερά τις εισαγωγές της από την Ευρώπη, έχει αποστραγγιστεί από τους κύριους πόρους της. Αφημένη στην τύχη της, η βιομηχανία της Ελλάδας φυσικά δεν μπορεί να βρίσκεται σε καλύτερη θέση από τη γεωργία της.

Η ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας ήταν αργοπορημένη και έδειξε σημάδια σοβαρής προόδου μόνον κατά τα χρόνια που ακολούθησαν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Επρόκειτο για μια περίοδο επέκτασης, παρόλο που και το κεφάλαιο ήταν σπάνιο και τα επιτόκια παρέμειναν υψηλά, το τραπεζικό σύστημα [ήταν] απροετοίμαστο για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της βιομηχανίας, τα επιχειρηματικά δάνεια ήταν πολύ μικρά και [ήταν] πρακτικά ανύπαρκτο το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Η έλλειψη κάρβουνου ήταν εμπόδιο στην ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας και επομένως, εμμέσως, της χημικής βιομηχανίας. Εντούτοις, ο πιο ανησυχητικός παράγοντας για την ελληνική βιομηχανία, η οποία περιλαμβάνει βιομηχανία τροφίμων, υφασμάτων, μεταλλευμάτων και χαρτικών, είναι το γεγονός ότι, εφόσον επρόκειτο για μια βιομηχανία θερμοκηπίου η οποία δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τις διεθνείς αγορές, οι τιμές των προϊόντων είχαν την τάση να πέφτουν ενώ εκείνες της διεθνούς αγοράς ανέβαιναν και πάλι τα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο.

Καθώς μόνο μια μεγαλύτερη βιομηχανική παραγωγή μπορεί να απορροφήσει τον πλεονάζοντα αγροτικό πληθυσμό, η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει την επιτακτική ανάγκη να εξασφαλίσει επαρκή ποσότητα μακροπρόθεσμης πίστωσης για την αναδιοργάνωσή της και τη διεύρυνσή της, και συγχρόνως να κερδίσει τις αναγκαίες ξένες αγορές για την απορρόφηση μιας βιομηχανικής παραγωγής που δεν μπορεί να συντηρηθεί στα υπερβολικά στενά όρια της εγχώριας αγοράς. Από τη στιγμή που οι βορειότερες βαλκανικές χώρες συμπεριλήφθηκαν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής, οι πιθανότητες των ελληνικών βιομηχανικών προϊόντων να διεισδύσουν στις παραδουνάβιες χώρες είναι πρακτικά μηδαμινές.

Όταν ένα έθνος υποβιβάζεται στην κατάσταση της επαιτείας ή της πλήρους εξάρτησης από μια ξένη δύναμη η οποία στοχεύει να μονοπωλεί το εμπόριό του, αυτό το έθνος παύει να παίζει έναν ιστορικό ρόλο· η εθνική του ζωή χάνει κάθε πολιτισμική σημασία και η μοίρα του τελικά θα παύσει να προκαλεί πραγματικό ενδιαφέρον για τις χώρες που δημιουργούν την ιστορία. Αυτή είναι η τραγική κατάσταση της Ελλάδας σήμερα.

Τελικά, η μόνη δυνατή διαφυγή από μια τέτοια μοίρα θα ήταν οι μάζες να πάρουν το πεπρωμένο στα χέρια τους. Ωστόσο, δεδομένης της καταγγελίας διεθνών δυνάμεων, η εξέγερση του ελληνικού λαού δεν θα συναντούσε αποτελεσματική υποστήριξη· μόνον θα οδηγούσε στη μετατόπιση της Ελλάδας από τη σφαίρα επιρροής μιας δύναμης σε εκείνη μιας άλλης και θα σήμαινε την ένταξη της Ελλάδας στην ρωσική τροχιά. Σε ποιο βαθμό θα ωφελούσε αυτό τις μάζες είναι βέβαια ένα ζήτημα εικασιών. Πάντως, ο τρόπος με τον οποίο η Ρωσία επιλύει τα προβλήματα που ανακύπτουν τόσο από εθνικές όσο και από αγροτικές ανάγκες των χωρών στις οποίες κυριαρχεί δεν παρέχει εγγυήσεις ότι, αφού τεθούν υπό την προστατευτική της ασπίδα, οι Έλληνες θα επιτύχουν το δικαίωμα στην ασφάλεια και την απαλλαγή από τις στερήσεις που τους υποσχέθηκε η Χάρτα του Ατλαντικού.12            

Αυτή την ώρα οι Έλληνες δεν γνωρίζουν σε ποιον να στραφούν για να τους στηρίξει και να τους νοιαστεί. Και το μόνο που ζητούν είναι οι ζωές τους να μη στοιχειώνονται πια από το φάσμα της πείνας και από το φάσμα της εξάντλησης.

Ο πειρασμός της εξουσίας

Οι κυρίαρχες τάξεις στην Ελλάδα ήταν πάντοτε πεπεισμένες ότι η αποστολή του έθνους ήταν εξίσου να διαφυλάξει την κληρονομιά ενός ένδοξου παρελθόντος και να ανακτήσει την ισχύ και την αίγλη της αρχαίας και της βυζαντινής εποχής. Οι Έλληνες εθνικιστές δεν έχουν αμφισβητήσει ποτέ, τουλάχιστον δημοσίως, την ιστορική και την πολιτική εγκυρότητα αυτής της άποψης.

Η σύγχρονη Ελλάδα επέτυχε την ανεξαρτησία της μετά από μακρά και σκληρή πάλη τη δεκαετία του 1820, εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι συνθήκες που ευνόησαν την απελευθέρωση καλλιεργήθηκαν στα τέλη του 18ου αιώνα, με την άνοδο της μεσαίας τάξης. Αυτή η τάξη των εμπόρων προίκισε την Ελλάδα με την πολιτική θέληση και την οικονομική ικανότητα να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό. Οι ναυτιλιακές πόλεις και η ελληνική αστική τάξη όφειλαν την περιουσία τους στη Ρωσία. Εκείνη εξανάγκασε τους Τούρκους να επιτρέψουν στα ελληνικά καράβια να πλέουν με τη ρωσική σημαία στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο. Απαλλαγμένοι από τη βαριά τουρκική φορολογία, οι Έλληνες πλοιοκτήτες συγκέντρωσαν σημαντικές περιουσίες και, φυσικά, ήταν σε θέση να εκμεταλλευτούν την κρίσιμη κατάσταση που οι ναπολεόντειοι πόλεμοι προκάλεσαν στη Μεσόγειο, τόσο για τους γαλλικούς όσο και για τους αγγλικούς εμπορικούς στόλους.

Υπό την ώθηση της Γαλλικής Επανάστασης, η ελληνική αστική τάξη συνέταξε ένα φιλελεύθερο σύνταγμα, αλλά η πίεση της ίδιας της αντιδραστικότατης Ιεράς Συμμαχίας οδήγησε στην απόδοση της εξουσίας, στην απελευθερωμένη Ελλάδα, στα πιο συντηρητικά στοιχεία, σε φεουδαρχικά σκεπτόμενους αξιωματούχους του τσάρου και του σουλτάνου, και σε αρχηγούς ορεινών φατριών που είχαν εξελιχθεί σε γαιοκτήμονες. Παρά τις εσωτερικές διαφωνίες τους, οι Έλληνες γαιοκτήμονες και έμποροι είχαν την κοινή πεποίθηση ότι το μικρό ελληνικό κράτος, που ιδρύθηκε το 1830, προοριζόταν να αναβιώσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Για ενενήντα χρόνια οι κυβερνήτες της Ελλάδας έτρεφαν την ελπίδα ότι ο Βασιλεύς των Ελλήνων θα στεφόταν αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη, αφού ο ελληνικός στρατός θα την ανακτούσε από τον Άπιστο.

Μια τέτοια αφοσίωση στο βυζαντινό παρελθόν οδήγησε σε μια απολίθωση του ελληνικού πολιτισμού, αφού το μέτρο σύγκρισης του βυζαντινού αρχαϊσμού εφαρμόστηκε στον νόμο, τη γλώσσα, την ιστορία, την τέχνη και τη φιλοσοφία. Μόνον το 1922, όταν ένα τουρκικό κράτος αναγεννημένο από τον ισχυρό παλμό του κεμαλικού κινήματος κατάφερε στον ελληνικό στρατό ένα συντριπτικό πλήγμα, η Ελλάδα τελικά αφυπνίστηκε, αντιλαμβανόμενη την πραγματικότητα, και απελευθερώθηκε από την ψύχωση των βυζαντινών ονείρων. Η ίδρυση μιας δημοκρατίας ήταν το πιο σημαντικό σχήμα σε μια σειρά αλλαγών, που συνεπάγονταν μια ολόκληρη διαδικασία ιδεολογικής αναπροσαρμογής. Ο ελληνικός εθνικισμός πλέον απελευθερώθηκε από την έννοια της αποστολής και σταδιακά συνδέθηκε με τα δημοκρατικά ιδεώδη της οικονομικής ευημερίας, της πολιτικής ισότητας και της κοινωνικής πρόνοιας.

Δυστυχώς, σύντομα οι Έλληνες έχασαν την πίστη τους στα νέα ιδανικά τους και, δέκα χρόνια μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, η απόγνωση και η εξαθλίωση είχαν ήδη αντικαταστήσει την αυτοπεποίθηση των αρχών της δεκαετίας του 1920. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930, η δημοκρατία είχε ανατραπεί αλλά η αποκατεστημένη μοναρχία δεν σηματοδοτούσε επιστροφή στα ρομαντικά όνειρα μιας προγενέστερης περιόδου. Ο βασιλιάς δεν είχε επανενθρονιστεί με σκοπό να αναβιώσει τον ξεπερασμένο μύθο μιας βυζαντινής κληρονομιάς. Η νέα ιδεολογική περιβολή της μοναρχίας ήταν κομμένη στα μέτρα του συρρικνωμένου πεπρωμένου των χρόνων της λιτότητας και συνίστατο από ένα φασιστικό πουκάμισο βαμμένο στο εθνικό μπλε χρώμα. Το στέμμα επρόκειτο να χρησιμεύσει ως πόλος συσπείρωσης μιας σθεναρής αντιμπoλσεβικικής καμπάνιας, που τότε σάρωνε όλη την Ευρώπη. Εξαναγκασμένες να βρεθούν στην αντιπολίτευση, οι δημοκρατικές δυνάμεις απάντησαν με μια αντεπίθεση, κατά την οποία κατέφυγαν σε συνθήματα κατασκευασμένα στα εργαστήρια των ιδεολογιών του λαϊκού μετώπου. Ενώ η μοναρχία κατέστη το πιο ισχυρό σύμβολο του αντιμπολσεβικισμού, η δημοκρατία έγινε το λάβαρο του αντιφασισμού.

Πριν προλάβουν οι Έλληνες να σκεφτούν σοβαρά την ιδεολογική ανεπάρκεια των πολιτικών πεποιθήσεων των δύο στρατοπέδων, τους πρόφτασε αιφνιδιάζοντάς τους ο νέος Παγκόσμιος Πόλεμος. Μια από τις τραγικές ειρωνείες της ιστορίας είναι ότι μόνο κατά τη διάρκεια αυτής της σύγκρουσης είχαν οι σύγχρονοι Έλληνες την ευκαιρία να αυτοπροσδιορισθούν με επιτυχία, σε σχέση με το παρελθόν τους. Η ευκαιρία τούς δόθηκε όταν, κατά την επική οπισθοχώρηση από τα βόρεια σύνορά τους, όρθωσαν μια λυσσαλέα αντίσταση στο πεδίο μάχης των Θερμοπυλών. Αναμφίβολα η ικανοποίηση που πηγάζει από μια ταύτιση με το ένδοξο και αρχαίο παρελθόν βοήθησε συχνά τους Έλληνες κατά τα χρόνια της εχθρικής κατοχής να επιτύχουν πολλά παράτολμα και ηρωικά κατορθώματα, και να υπομείνουν με σθένος τις κακουχίες και τις συμφορές που τους προκάλεσε ένας ανελέητος εχθρός. Δυστυχώς, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν, από μια βιαστική σύγκριση ανάμεσα στην αντίσταση των Σπαρτιατών ενάντια στους Πέρσες και στον αγώνα ενάντια στα στρατεύματα του Χίτλερ, κατ’ ουδεμία έννοια δεν δικαιολογούνται και, μακροπρόθεσμα, βοήθησαν μόνο να αυξηθεί η πικρία και η αίσθηση της απογοήτευσης που ακολούθησε την απελευθέρωση. Οι Έλληνες έχουν ξεχάσει ότι η ιστορία αδιαφορεί για εκείνες τις τυχαίες επαναλήψεις γεγονότων, που τόσο συχνά πυροδοτούν την ανθρώπινη φαντασία.

Tο πρόβλημα της εξουσίας τώρα αποκαλύπτεται στον δυστυχή Έλληνα σε όλη την τρομακτική του ωμότητα. Το κύριο έργο μιας ελληνικής κυβέρνησης, είτε φιλοβασιλικής ή δημοκρατικής είτε φιλοβρετανικής13 ή φιλορωσικής, είναι να παραμείνει στην εξουσία και να διατηρήσει την τάξη. Για να το επιτύχει αυτό πρέπει να βασιστεί στην οικονομική και τη στρατιωτική βοήθεια μιας προστάτιδας δύναμης. Ο ελληνικός στρατός προφανώς δεν είναι σε θέση να προβάλει σοβαρή αντίσταση στα στρατεύματα που μια μεγάλη ξένη δύναμη μπορεί να συγκεντρώσει στα σύνορα της χώρας.14 Επιπλέον, καθώς μια αλλαγή προστατών δεν θα συναντούσε την ομόφωνη αποδοκιμασία της χώρας, η αποστολή ενός ξένου εισβολέα θα διευκολυνόταν σε μεγάλο βαθμό από την υποστήριξη που θα ελάμβανε από την αντιπολίτευση. Τα πολιτικά κόμματα στα Βαλκάνια ποτέ δεν αντιμετωπίζουν δυσκολία να αποδείξουν ότι η κυβέρνηση προδίδει τα εθνικά συμφέροντα. Λιγότερο εύκολο είναι να προσδιοριστεί ποιες μπορεί να είναι οι αληθινές εθνικές προσδοκίες. Αυτό το τραγικό δίλημμα έχει εξελιχθεί πλέον σε εμμονή στην Ελλάδα. Το να κυβερνάς κατέληξε να σημαίνει να υπηρετείς ξένα συμφέροντα και να καταδυναστεύεις τον γηγενή πληθυσμό. Ακόμη και η απλή άσκηση εξουσίας μπορεί τώρα να γίνει αντιληπτή ως κατάχρηση εξουσίας. Ο μόνος τρόπος να κυβερνάς συνίσταται στην προδοσία των εθνικών ιδεωδών, στο όνομα των οποίων οι κυβερνήτες ανήλθαν στην εξουσία. Είναι λογικό, λοιπόν, ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες λίγοι ιδεαλιστές θα υποκύψουν στον πειρασμό να κυβερνήσουν.

Το μαρτύριο του πάθους

Εγκλωβισμένες ανάμεσα στην εμμονή της πείνας και στον τρόμο της τυραννίας, οι φιλοδοξίες μια παθιασμένης νεολαίας περιορίζονται στο έπακρο. Σε σύγκριση με το διεθνές μέσο επίπεδο, οι Έλληνες νέοι ζουν σε μια ατμόσφαιρα αυξανόμενης πνευματικής εξαθλίωσης. Εκείνοι των οποίων η φιλοδοξία είναι να χτίσουν μια περιουσία θα επιδιώξουν να ικανοποιήσουν το πάθος τους για χρήματα σε ξένες χώρες· εκείνοι που το πάθος τους κατευθύνεται προς την απόκτηση εξουσίας, θα επιδιώξουν να αποκτήσουν ξένη προστασία· εκείνοι που τους εμψυχώνει ένα πάθος για επιστημονική και καλλιτεχνική γνώση θα μεταναστεύσουν, γιατί η χώρα τους δεν μπορεί να τους παράσχει επαρκώς εξοπλισμένα εργαστήρια, βιβλιοθήκες και μουσεία.

Περιορισμένος στη χρήση της εθνικής γλώσσας του μόνο, ο Έλληνας συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να προσαρμοστεί στην τραγωδία της χώρας του. Αντίθετα από τη γλώσσα μερικών άλλων μικρών ευρωπαϊκών κρατών, η ελληνική δεν συνδέεται με κάποιο από τα μείζονα σύγχρονα ιδιώματα. Η λυρική ποίηση έχει αναδειχθεί ως το μέσον δια του οποίου οδυνηρά υπονοούνται η ατομική και η εθνική απομόνωση, και ένας πόθος σύνδεσης με την ανθρώπινη κοινότητα ή με το εθνικό παρελθόν. Τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά έργα, εντούτοις, καθώς αποτελούν εκφράσεις ισχυρά ενοποιημένων κοινωνιών, δεν έχουν βρει έδαφος για να απλώσουν στέρεες ρίζες σε μια χώρα κοινωνικά και πολιτικά άστατη όπως η Ελλάδα.

Συμπέρασμα

Το ελληνικό πεπρωμένο αποτελεί συνέχεια του εβραϊκού πεπρωμένου. Ενώ η εβραϊκή είναι τραγωδία της διασποράς, η ελληνική είναι αυτή του περιορισμού σε μια χώρα πολύ μικρή για να συνεχίσει να είναι ο τόπος κατοικίας οραματιστών υψηλών ονείρων. Αυτή η τραγωδία είναι ένα εθνικό θέμα που συχνά έχει επαναληφθεί. Ήδη στην αρχαιότητα, ο Αριστοτέλης απαρνήθηκε τον σκοπό της Ελλάδας για να υπηρετήσει το ανατέλλον άστρο της Μακεδονίας. Αλλά ο εκρωμαϊσμένος Πολύβιος, ο πιο φιλοσοφικά προσανατολισμένος από τους Έλληνες ιστορικούς, ήταν εκείνος που ανέδειξε την αλλαγή πίστης ως ιστορική αναγκαιότητα. Αιώνες αργότερα, αφού ο Χριστιανισμός είχε εμπλουτίσει την αρχαία σοφία με τη βαθιά έννοια της αγάπης, ο Ελ Γκρέκο, γεννημένος στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, εγκαταστάθηκε στην Ισπανία. Ασπαζόμενος τα ιδανικά και τη θρησκεία της νέας πατρίδας του, αυτός ο μεγάλος καλλιτέχνης στην αλλαγή αφοσίωσης πρόσθεσε την κινητήρια δύναμη μιας νέας πίστης.

Σε έναν κόσμο που απεγνωσμένα αγωνίζεται, όπως σήμερα ο δικός μας, να εναρμονίσει συγκρουόμενες εθνικές και διεθνείς εξελίξεις, ο ρόλος των διανοουμένων που προέρχονται από μικρές χώρες προικισμένες με βαθιά ιστορική συνείδηση είναι, αψηφώντας τις πολιτισμικές διαφορές, να συντονιστούν με τις ανάγκες μιας πάσχουσας ανθρωπότητας, τις οποίες θα στοχεύσουν να εκφράσουν με σύνεση και οξυδέρκεια.

1.Transcribed, edited and annotated by Elena Koutrianou, Nefeli 2021, «Appendix II», σ. 222-231. By courtesy of Steingrim Laursen and The Louisiana Museum of Modern Art, Humleback, Denmark, and The Nordic Library at Athens. Ευχαριστίες οφείλονται και στις εκδ. Νεφέλη, για την άδεια δημοσίευσης της παρούσας μετάφρασης. Το εισαγωγικό κείμενο και οι σημειώσεις που ακολουθούν είναι της επιμελήτριας και μεταφράστριας.

2. Box (15), «Philosophy 1», Folder 5.2. Για τον πλήρη κατάλογο του Αρχείου, βλ. https:// www. norlib. gr/ calas- ar… (ανάκτηση 5.5.2026) και σε μορφή pdf: «Archive Catalogue – Nicolas and Elena Calas», επιμ. Lena Hoff, 2000 (στον ίδιο ιστότοπο).

3. Στην πρώτη σελίδα του δακτυλογράφου, κάτω από το όνομά του ο Calas σημειώνει και στη συνέχεια διαγράφει το όνομα της Marcella Powers (1921-1985), που ήταν γνωστή λογοτεχνική ατζέντης. Ακολουθεί η διεύθυνση: 25 West 54 Street/ New York 19 New York. Πιο πάνω, ιδιοχείρως έχει γραφτεί η λέξη: «Out?».

4. Για τις απογραφές πληθυσμού στην Ελλάδα, βλ. «Δημογραφικά δεδομένα», Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (ΕΣΥΕ): «Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 16 Οκτωβρίου 1940 – Πραγματικός, νόμιμος και μόνιμος πληθυσμός», Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1946, http:// dlib. sta tist ics. gr/ Book/ GRESYE_ 02_ 0101_ 00025. pdf και «Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951 – Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας, πόλεις και χωρία», Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1955, http:// dlib. sta tist ics. gr/ Book/ GRESYE_ 02_ 0101_ 00031. pdf (ανάκτηση 5.5.2026). Πρβ. Μιχαήλ Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971, Αθήνα: Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, 1973 και Μιχαήλ Χουλιαράκης, Ιστορική απογραφική άποψης της Ελλάδος, 1900-1971, Αθήνα: χ.ε., 1975.

5. Βλ. στην αρχή της δεύτερης ενότητας.
Βλ. την τρίτη ενότητα του δοκιμίου, καθώς και την τελευταία παράγραφο της τέταρτης, όπως και τις αντίστοιχες σημειώσεις.

7. Η πρωτότυπη φράση του Calas είναι «One World», η οποία μάλλον παραπέμπει στο βιβλίο One World του Wendell L. Willkie, Nέα Yόρκη, Simon & Schuster 1943.

8. Η πασίγνωστη ρήση την οποία παραθέτει ο Calas προέρχεται από το βιβλίο του Arnold J. Toynbee, A Study of History, τ. Ι, Λονδίνο, Oxford University Press 1934 (1η δημ. 1927), σ. 9. Γεννημένος το 1889, ο Toynbee πέθανε το 1975.

9. Και εδώ ο Calas δεν παρέχει περισσότερες λεπτομέρειες για την παραπομπή του, πέραν του τίτλου. Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο του Count Hermann Graf von Keyserling, Europe, αγγλική μτφ. Maurice Samuel, Λονδίνο & N.Y., Harcourt, Brace & Company, 1928, σ. 332 (η έμφαση είναι του Keyserling). Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου είναι Das Spektrum Europas ([Το φάσμα της Ευρώπης] Kampmann, Χαϊδελβέργη 1928). Το απόσπασμα παρατίθεται από τον Calas σχεδόν αυτούσιο, με κάποιες παραλείψεις στη στίξη και την αντικατάσταση μιας πρόθεσης, που δεν τροποποιεί το νόημα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, όμως, η αλλαγή χρόνου του ρήματος στην τελευταία φράση. Σύμφωνα με το πρωτότυπο: «It is a real tragedy to be a Modern Greek» (η έμφαση δική μου). Θα μπορούσε αυτή να είναι ακούσια ή να πρόκειται για εσκεμμένη παρέμβαση. Όπως ήδη σημειώθηκε στο εισαγωγικό σημείωμα, η αναφορά του Calas στο γεγονός ότι ο Keyserling (1880-1946) είναι ήδη νεκρός, όταν γράφει, είναι σημαντική για τη χρονολόγηση του δοκιμίου του (πρόκειται για έναν τύπο αναφοράς, άλλωστε, που έχει νόημα αν ο θάνατος είναι σχετικά πρόσφατος, ενώ δεν συνηθίζεται εφόσον είναι από καιρό γνωστός).

10. Ο συγγραφέας αναφέρει έναν κατά προσέγγιση αριθμό, αφού σύμφωνα με την Απογραφή του 1940 (βλ. πιο πάνω, σημ. 4), ο πραγματικός πληθυσμός της Ελλάδας ήταν 7.344.860 άτομα, ο νόμιμος πληθυσμός ήταν 7.285.674 άτομα και ο μόνιμος πληθυσμός ήταν 7.347.002 άτομα.

11. Τα παραθέματα τα οποία παραθέτει ο Calas προέρχονται από τη μελέτη της Doreen Warriner, Economics of Peasant Farming, Λονδίνο, Oxford University Press 1939, σ. 23-24 και 27, αντιστοίχως. Ο Calas έχει καταγράψει εσφαλμένα το όνομα της συγγραφέως («Warrimer») και έχει κάνει κάποιες μικρές επεμβάσεις, που δεν αλλάζουν σημαντικά το νόημα. Στο κείμενό του, η πρωτότυπη φράση «the increase of population» έχει μεταφερθεί τροποποιημένη: «the increased population». Και έχει αντικαταστήσει με ενικό αριθμό τον πληθυντικό της τελευταίας λέξης του παραθέματος: το πρωτότυπο είναι «markets», ενώ ο Calas γράφει «market». Η οικονομολόγος Doreen Warriner (1904-1972) καταγόταν η ίδια από αγροτική οικογένεια, σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Λονδίνου, διεξήγαγε επιτόπια έρευνα στην Ανατολική Ευρώπη και στο διάστημα 1938-1939 έδρασε ως επικεφαλής του Γραφείου της Πράγας της British Committee for Refugees from Czechoslovakia (BCRC), διασώζοντας περί τις 15.000 ανθρώπους (ενηλίκους και παιδιά, κυρίως Εβραίων αλλά και αντιναζιστών) από τη ναζιστική απειλή. Η ταινία One Life (2023), σκην. James Hawes, παρουσιάζει τη συνεργασία της με τον Nicholas Winton για τη διάσωση 669 εβραιόπουλων, και έγινε αφορμή για τη γνωστοποίηση της ανθρωπιστικής της προσπάθειας, η οποία συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια του πολέμου, μέχρι το 1946. Από το 1947 και έως το 1966, η Warriner ήταν Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (UCL). https:// res. org. uk/ new slet ter/… (ανάκτηση 8.5.2026). https:// www. history. org. uk/ pri… (ανάκτηση 08.05.2026). Ο Calas δεν αναφέρει αυτή την ιδιότητά της και δεν φαίνεται να γνωρίζει την ανθρωπιστική δράση της (λεπτομέρειες που στο εισαγωγικό σημείωμα συνεκτιμήθηκαν σε ό,τι αφορά τον πιθανό χρόνο σύνθεσης του δοκιμίου του), αλλά συμμερίζεται τη βασική θέση της Warriner για την αναγκαιότητα στήριξης της αγροτικής οικονομίας με την ανάπτυξη της βιομηχανίας και με την εξασφάλιση πολιτικής χειραφέτησης.

12. Η Χάρτα του Ατλαντικού (Atlantic Charter), με την οποία τον Αύγουστο του 1941 συμφωνήθηκαν οι κοινοί στόχοι ΗΠΑ και Μεγάλης Βρετανίας για την ασφάλεια, καθώς και για την κοινωνική και οικονομική ευημερία του κόσμου, μετά τον Β´ Παγκόσμιο πόλεμο.

13. Η αναφορά του Calas στη Βρετανία παρέχει ακόμη μία ένδειξη για τον πιθανό χρόνο σύνθεσης του δοκιμίου του, αφού, από τον Μάρτιο του 1947 («Δόγμα Τρούμαν») κ.ε., οι ΗΠΑ διαδέχθηκαν τους Βρετανούς. Πρβ. Κώστας Κωστής, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας», Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους, 18ος-21ος αιώνας, Πατάκης 2018 (νέα, συμπληρωμένη έκδ.), σ. 706-707.

14. Ο Calas ίσως αναφέρεται στις εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της Ελλάδας που πρόβαλλε η Βουλγαρία κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου, όπως και μετά τη λήξη του, στη Διεθνή Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι το 1946 (29 Ιουλίου – 15 Οκτωβρίου). Απειλή για την Ελλάδα αποτελούσε βέβαια και η Αλβανία, αλλά και η Γιουγκοσλαβία, που αναζητούσε πρόσβαση στο Αιγαίο. Πρβ. Mark Mazawer, Τα Βαλκάνια, μτφ. Κωνσταντίνος Ν. Κουρεμένος, Πατάκης 2001, σ. 212-213 κ.α.

*Το κείμενο αναδημοσιεύεται από εδώ: https://www.hartismag.gr/hartis-92/dokimio/to-traghiko-pepromeno-tis-syghkhronis-elladas

Ο σουρεαλισμός στην Κοινωνική Επανάσταση του 1936

Δεν υπάρχει ελευθερία
για τους εχθρούς της ελευθερίας.
Δήλωση της 20ής Ιουλίου 1936.

Οι φρουρές του ισπανικού Μαρόκου και ορισμένες μεραρχίες της μητρόπολης έχουν εξεγερθεί. Αφρικανικά στρατεύματα προσπαθούν να αποβιβαστούν στην Algeciras. Όλη η εργαζόμενη Ισπανία στέκεται ομόφωνα ενάντια στη φασιστική καταιγίδα. Οι ανθρακωρύχοι του Ρίο Τίντο αναχωρούν προς την εξεγερμένη Σεβίλλη, συνοδευόμενοι από φορτηγά γεμάτα δυναμίτη. Οι ανθρακωρύχοι του Linares καταλαμβάνουν το Despeñaperros για να εμποδίσουν τη διέλευση του ανδαλουσιανού στρατού. Η Μαδρίτη, που απειλείται, θα υπερασπιστεί από τους γενναίους μαχητές του Οκτωβρίου που έφτασαν από τις Αστούριες.

Το Λαϊκό Μέτωπο συνειδητοποιεί πλέον το κόστος του σεβασμού προς τον ταξικό εχθρό: η κυβέρνηση διανέμει επιτέλους όπλα στις εργατικές μάζες. Οι πολιτοφυλακές που σχηματίστηκαν αμέσως περιπολούν και επιβλέπουν.

Η γαλλική κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, η οποία έχει αντιμετωπίσει τον φασιστικό εχθρό με ακόμη μεγαλύτερη επιφύλαξη από την ισπανική, θα συνειδητοποιήσει ότι απειλείται από τον ίδιο κίνδυνο; Μέχρι πότε τα κόμματα που την υποστηρίζουν θα παραμελούν να εξοπλίσουν την εργατική τάξη;

Υπάρχει, ωστόσο, ένα μέτρο διεθνούς αλληλεγγύης που επιβάλλεται επειγόντως. Η καθυστέρησή του θα σήμαινε παραχώρηση εις βάρος της πιο στοιχειώδους σύνεσης, της δικαιοσύνης, της αξιοπρέπειας: ο Gil Robles, ο άνθρωπος του ισπανικού φασισμού, έχει βρει καταφύγιο στο Biarritz.

ΣΥΛΛΑΒΕΤΕ ΤΟΝ GIL ROBLES.

20 Ιουλίου 1936

Υπογράφουν
ADOLPHE ACKER, ANDRÉ BRETON, CLAUDE CAHUN, PAUL ELUARD, ARTHUR HARFAUX, MAURICE HENRY, GEORGES HUGNET, MARCEL JEAN, DORA MAAR, LÉO MALET, GEORGES MOUTON, HENRI PASTOUREAU, BENJAMIN PÉRET, GUI ROSEY, YVES TANGUY Y CIERTO NÚMERO DE COMPAÑEROS EXTRANJEROS.

*Από το έργο «Textos y declaraciones surrealistas, 1924/1939» (Σουρεαλιστικά κείμενα και δηλώσεις, 1924/1939) που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο @pepitaseditorial το 2008.

Επικά στοιχεία στα μυθιστορήματα του Νάνι Μπαλεστρίνι

ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ

Λίγα χρόνια αφότου η Ιταλία συγκλονίστηκε από το ξέσπασμα της διαμαρτυρίας της εργατικής τάξης κατά τη διετία 1968-1969, ένα μυθιστόρημα ήρθε να αποτυπώσει ορισμένα από τα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Συγγραφέας του μυθιστορήματος, με τίτλο «Τα θέλουμε όλα» (Vogliamo tutto), (1) ήταν ο Νάνι Μπαλεστρίνι, γνωστός ήδη από τις ποιητικές του συλλογές και τη συμμετοχή του στη λογοτεχνική ομάδα «Ομάδα 63». 2) Το μυθιστόρημα αφηγείται την αληθινή ιστορία ενός νεαρού προλετάριου από τη νότια Ιταλία, ο οποίος, σε αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης, μεταναστεύει στο Τορίνο. Εκεί βρίσκει απασχόληση στο εργοστάσιο της Φίατ και εμπλέκεται στους ταξικούς αγώνες που συντάραξαν την Ιταλία στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Η συγγραφή του μυθιστορήματος βασίστηκε στη μαγνητοφωνημένη αφήγηση του Αλφόνσο Νατέλα, την οποία ο συγγραφέας επεξεργάστηκε γλωσσικά και τη συνδύασε με αυθεντικό, εξωλογοτεχνικό υλικό της εποχής (προκηρύξεις, εφημερίδες εργοστασίου, πολιτικά φύλλα). Στην παρουσίαση του μυθιστορήματος από τον Μάριο Σπινέλα στις στήλες του περιοδικού Rinascita (3) ο αρθρογράφος, αφού επισήμανε τη συνέχεια του ποιητικού έργου του Μπαλεστρίνι, έκανε μια αναλογία ανάμεσα στο «Τα θέλουμε όλα» και την επική παράδοση του chanson de geste (4) και, ιδιαίτερα, με το «Άσμα του Ρολάνδου». Ο Σπινέλα εντόπισε κάποια στοιχεία στη μορφή και το περιεχόμενο του μυθιστορήματος που, κατά τη γνώμη του, το έκαναν να «τείνει στην επική ποίηση». Αυτά τα στοιχεία, στα οποία έχει αναφερθεί και ο ίδιος ο συγγραφέας επανειλημμένα, αποτελούν και το αντικείμενο αυτού του σύντομου άρθρου.

Η «ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΦΩΝΗ»

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της επικής ποίησης είναι ότι «το αντικείμενό της δεν παραπέμπει σε μια προσωπική μοίρα, αλλά στο πεπρωμένο μιας κοινότητας». (5) Σε αντίθεση με το μυθιστόρημα, που είναι «απόρροια μιας προσωπικής εμπειρίας», το έπος απορρέει από «την εθνική παράδοση». (6) Τα μυθιστορήματα του Μπαλεστρίνι, αν και δεν αναφέρονται σε ένα απόμακρο ή «μυθικό» παρελθόν, αλλά σε γεγονότα, αν όχι της επικαιρότητας, τουλάχιστον του κοντινού παρελθόντος, έχουν πάντα στο επίκεντρό τους μια συλλογική εμπειρία αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτή βιώνεται από μια συγκεκριμένη κοινότητα ανθρώπων. Αυτή η κοινότητα «εκπροσωπείται» από μια περ- σόνα, μια «μάσκα» (7), όπως την αποκαλεί και ο συγγραφέας, της οποίας το πεπρωμένο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με εκείνο της κοινότητας και «η τύχη της οποίας [της κοινότητας] αποκρυσταλλώνεται στη δική της ζωή». (8) Όπως ο ανώνυμος δημιουργός του «Άσμα του Ρολάνδου» χρησιμοποίησε ένα ήσσονος σημασίας περιστατικό από την ιστορία του Καρλομάγνου και άλλαξε τελείως το νόημα για να προβάλει σε αυτό τις αντιλήψεις και τα ιδανικά της εποχής στην οποία γράφτηκε, και, ειδικότερα, τη σύγκρουση ανάμεσα στον χριστιανικό και τον ισλαμικό κόσμο, με τον ίδιο τρόπο ο Μπαλεστρίνι συμπυκνώνει μέσα στην ιστορία ενός ατόμου τη συλλογική εμπειρία μιας γενιάς ή μιας ομάδας ανθρώπων ή ενός κοινωνικού υποκειμένου.

Στον ήρωα του Τα θέλουμε όλα, ο συγγραφέας προσπαθεί να συμπυκνώσει την ιστορία ενός κοινωνικού υποκειμένου που εκείνη την περίοδο πρωταγωνιστούσε στους αγώνες μέσα και έξω από τους εργασιακούς χώρους, αυτό του «εργάτη-μάζα». (9) Ο εργάτης- μάζα παρουσιάζεται στο κοινωνικό προσκήνιο κατά τη δεκαετία του ’60, και η εμφάνισή του συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την εκβιομηχάνιση της Ιταλίας μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την εισαγωγή της ταιυλορικής αλυσίδας παραγωγής στην ιταλική βιομηχανία. Ανειδίκευτος, εύκολα αντικαταστάσιμος, σε θέση να εργαστεί σε οποιοδήποτε τμήμα του εργοστασίου, ο εργάτης-μάζα εκτόπισε από την παραγωγή τον ειδικευμένο εργάτη, στον οποίο βασιζόταν η παλιά οργάνωση της παραγωγής. Η άνθηση του βιομηχανικού τομέα στον ιταλικό βορρά θα προσελκύσει εκατοντάδες χιλιάδες νεαρούς εργάτες από τον Νότο, οι οποίοι, ελλείψει κάποιας καλύτερης προοπτικής στον τόπο καταγωγής τους, θα αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον εκεί, συνήθως σε ένα από τα μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα της Λομβαρδίας ή του Πιεμόντε. Από τον ιταλικό Νότο θα ξεκινήσει και η αφήγηση του «ήρωα» (ή της «συλλογικής φωνής») του «Τα θέλουμε όλα». Ύστερα από κάποιες σύντομες εργασιακές εμπειρίες ως μαθητευόμενος και ως εποχιακός εργάτης, αποφασίζει, παρακινημένος από το παράδειγμα ενός συγχωριανού του, να μεταναστεύσει στον βορρά. Στην αρχή θα πάει στο Μιλάνο, όπου θα βρει δουλειά σε ένα εργοστάσιο· όμως και αυτή η εργασιακή του εμπειρία θα λήξει σύντομα, εξαιτίας της απροθυμίας του να συμμορφωθεί με τους αυστηρούς κανονισμούς του εργοστασίου. Λόγω της γοητείας που ασκεί πάνω του η ζωή της πόλης, θα προσπαθήσει να μείνει στο Μιλάνο κάνοντας «δουλειές του ποδαριού», αλλά η ανάγκη για ένα σταθερότερο εισόδημα, καθώς επίσης και τα χρέη του, θα τον ωθήσουν να υποβάλει αίτηση για δουλειά στη Φίατ και να φύγει για το Τορίνο. Στο εργοστάσιο της Φίατ θα έρθει αντιμέτωπος αφ’ ενός με μια αλλοτριωτική –με τη μαρξιστική έννοια– εργασία, αφ’ ετέρου με το οργανωμένο σύστημα καταστολής από την πλευρά της εργοδοσίας. Όμως, η μεγάλη αλλαγή γι’ αυτόν θα προκύψει από την ένταξή του στην «προλεταριακή κοινότητα» που σχηματιζόταν εκείνη την περίοδο αλλά και από την επαφή του με τα νέα υποκείμενα του αγώνα, φέρ’ ειπείν οι φοιτητές. Η αφήγηση θα κορυφωθεί με τις συγκρούσεις μεταξύ των εργατών της Φίατ και της αστυνομίας στο Κόρσο Τραϊάνο (3 Ιουλίου 1969).

Η ενστικτώδης άρνηση της εργασίας από τον ήρωα του μυθιστορήματος και η αδυναμία του να προσαρμοστεί στις συνθήκες που επικρατούν στο εργοστάσιο θα μπορούσαν να του προσδώσουν τα χαρακτηριστικά της κατ’ εξοχήν φιγούρας του σύγχρονου μυθιστορήματος, του «προβληματικού ήρωα», του ατόμου που έρχεται σε «ριζική αντίθεση […] με τον κόσμο […] με την κοινωνία». (10) Το στοιχείο που διαφοροποιεί τον ήρωα του μυθιστορήματος, και το οποίο προσδίδει έναν επικό χαρακτήρα στην αφήγηση, είναι η συλλογική διάσταση που δίνει στην αντίδρασή του. Η ανακάλυψη ότι και άλλοι εργάτες συμμερίζονται τις ίδιες αντιλήψεις με αυτόν για την εργασία θα τον οδηγήσει να μετατρέψει την ατομική άρνηση της εργασίας, καταφεύγοντας σε διάφορα τεχνάσματα, σε οργανωμένη πάλη ενάντια στην εργασία, στο εργοστασιακό καθεστώς και σε όλους όσους συνδέονται με αυτό ή το εκπροσωπούν (εργοδηγούς, τον γιατρό του εργοστασίου, τους συνδικαλιστές του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΙΚΚ). Αυτή η αλλαγή αντανακλάται και στη μορφή της αφήγησης. Έτσι, ενώ στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, όπου περιγράφεται η «Οδύσσεια» που βιώνει ο ήρωάς μας μέχρι να προσληφθεί στη Φίατ και οι πρώτες του επαφές με τους «συντρόφους», κυριαρχεί το πρώτο ενικό πρόσωπο, το «εγώ», στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, όπου περιγράφεται η πάλη μέσα στο ερ- γοστάσιο, κυριαρχεί το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο και στην αφήγηση παρεμβάλλονται εκτεταμένα αποσπάσματα από τα έντυπα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και τις προκηρύξεις που κυκλοφορούσαν στο εργοστάσιο. Στο τελευταίο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Η Εξέγερση» (L’Insurrezione) κυριαρχεί το «εμείς», η εργατική τάξη, σε αντιδιαστολή με το «αυτοί», η αστυνομία.


Η συλλογική διάσταση του ήρωα τονίζεται και από άλλα στοιχεία: το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο στον τίτλο του μυθιστορήματος δηλώνει μια συλλογική διεκδίκηση και όχι το αί-τημα κάποιου μεμονωμένου ατόμου. Η ανωνυμία του αφηγητή –το όνομα του Αλφόνσο Νατέλα αναφέρεται μόνο στην αφιέρωση της προμετωπίδας– θέλει να τονίσει το γεγονός ότι αυτός έχει λίγο ως πολύ την ίδια ιστορία με τους υπόλοιπους εργάτες που ανήκουν στην ίδια κοινωνική ομάδα με αυτόν, και τους οποίους εκπροσωπεί. Αν και τα γεγονότα στη Φίατ που περιγράφονται στο μυθιστόρημα έλαβαν χώρα από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1969, (11), στο πλαίσιο της επιχείρησης «τυποποίησης» του ήρωα, απουσιάζει οποιαδήποτε χρονική ένδειξη. Το τελευταίο βήμα του συγγραφέα, στην προσπάθειά του για μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη «τυποποίηση» του ήρωά του, ήταν η «ισοπέδωση» της γλώσσας της μαγνητοφωνημένης αφήγησης του Αλφόνσο. Την ισοπέδωση αυτή την επιτυγχάνει μεταγράφοντάς τη στην επίσημη ιταλική και παραλείποντας όλα τα ιδιωματικά στοιχεία της διαλέκτου του Αλφόνσο. Και αυτή η επιχείρηση αποσκοπεί στο να καταστήσει τον ήρωα του μυθιστορήματος όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτικό της ομάδας που εκπροσωπεί και να αποτρέψει την ταύτισή του με ένα άτομο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Παρόμοια είναι και η λειτουργία του αφηγητή και στα μυθιστορήματα του συγγραφέα που ακολούθησαν το «Τα θέλουμε όλα». Στο «Οι Αόρατοι» (Gli Invisibili) (12) το θέμα του μυθιστορήματος είναι η γενιά που συμμετείχε στο «Κίνημα του ’77». (13) Και εδώ ο αφηγητής αποτελεί μια «συλλογική φωνή», και εκπροσωπεί τη γενιά που συμμετείχε στο κίνημα της «Αυτονομίας». Όπως θα δηλώσει και ο συγγραφέας σε μια συνέντευξή του, οι Αόρατοι είναι οι νέοι της Αυτονομίας οι οποίοι «εμφανίστηκαν σαν μια φλόγα μετά το ’68 και ύστερα εξαφανίστηκαν, χαμένοι στις φυλακές, στα ναρκωτικά, στην τρομοκρατία. Κάποιοι, λίγοι, γύρισαν σπίτι τους. Συνθλιμμένοι όλοι από την κτηνώδη πάλη ανάμεσα στην καταστολή του Κράτους και την ένοπλη πάλη». (14) Και αυτό το μυθιστόρημα βασίζεται σε μια μαρτυρία, την οποία στη συνέχεια επεξεργάστηκε ο συγγραφέας. Το «πρωτογενές» υλικό παρείχε στον συγγραφέα ο Σέρτζιο Μπιάνκι, ένα μέλος του κινήματος της «Αυτονομίας», τον οποίο ο συγγραφέας γνώρισε στη Γαλλία, όπου ο τελευταίος είχε καταφύγει για να αποφύγει τη σύλληψη. Η αφήγηση παρακολουθεί τα βήματα μιας ομάδας νεαρών «Αυτόνομων» σε ένα χωριό της ενδοχώρας του Μιλάνου. Περιγράφεται η πολιτική τους δραστηριότητα στο σχολείο, οι αγώνες τους ενάντια στη «μαύρη» εργασία, η κατάληψη μιας εγκαταλελειμμένης αποθήκης για τη δημιουργία ενός κοινωνικού κέντρου, η ίδρυση ενός ελεύθερου ραδιοφωνικού σταθμού και, τέλος, η διάλυση της ομάδας και ο διαφορετικός δρόμος που ακολούθησε το κάθε μέλος της: η ένοπλη πάλη, η ηρωίνη, η ιδιώτευση. Ο ήρωας θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στη φυλακή, όπου θα ζήσει στιγμές έντονης αλληλεγγύης μεταξύ των κρατουμένων, αλλά και την τελική ήττα.

Και σε αυτό το μυθιστόρημα το όνομα του ήρωα-αφηγητή αναφέρεται μόνο στην αφιέρωση της προμετωπίδας. Χρονικές και τοπικές ενδείξεις απουσιάζουν. Αν και μέσα στην αφήγηση αναφέρονται γεγονότα (όπως η δολοφονία του Τζανίνο Τζιμπέκι από την αστυνομία το 1975 στο Μιλάνο, ή η εξέγερση στη φυλακή του Τράνι στις αρχές της δεκαετίας του ’80) που μας επιτρέπουν να την τοποθετήσουμε σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, απουσιάζουν ρητές αναφορές. Και αυτό συμβαίνει επειδή ο συγγραφέας δεν θέλει να συνδέσει τον ήρωά του με μια περιορισμένη χρονικά ή γεωγραφικά εμπειρία, αλλά επιθυμεί να καταστήσει τον ήρωά του όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτικό της εμπειρίας που περιγράφει.

Το μυθιστόρημα « Ο Εκδότης» (L’Editore), (15) που εκδόθηκε το 1989, αναφέρεται στον θάνατο του γνωστού αριστερού εκδότη Τζιαντζάκομο Φελτρινέλι. Μια ομάδα φίλων που γνώριζαν τον Φελτρινέλι συναντιούνται σε ένα εξοχικό σπίτι για να συζητήσουν το σενάριο μιας ταινίας με θέμα τον θάνατό του και τον αντίκτυπο που είχε στους αριστερούς εκείνης της εποχής. Ο ίδιος ο Φελτρινέλι δεν εμφανίζεται στο βιβλίο παρά μόνο μέσα από τις αφηγήσεις των άλλων, ή μέσα από τα δημοσιεύματα των εφημερίδων που σχολίαζαν τη ζωή και τον τραγικό του θάνατο, ενώ αναφέρεται παντού ως «ο εκδότης» και όχι με το όνομά του. Μέσα από τη συζήτηση για το σενάριο της ταινίας και τη δράση των πρωταγωνιστών της ανασυντίθεται το πολιτικό κλίμα της περιόδου, οι συζητήσεις και οι προβληματισμοί που αναπτύχθηκαν μέσα στον κόσμο της Αριστεράς εκείνης της εποχής για τον θάνατό του και οι επιλογές που τέθηκαν στους τοτινούς αριστερούς. Ο «εκδότης» θεωρείται η γέφυρα ανάμεσα στο παλιό κομμουνιστικό κίνημα, το εργατικό κίνημα, την Αντίσταση, και το νέο κίνημα που έκανε την εμφάνισή του εκείνα τα χρόνια, με αναφορές στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του αναπτυσσόμενου κόσμου και στον Μάη του ’68.


Το θέμα του επόμενου μυθιστορήματος «Furiosi» (16) είναι οι ούλτρας, οι οργανωμένοι οπαδοί των ποδοσφαιρικών ομάδων. Τα ποδοσφαιρικά στάδια θα προσελκύσουν την προσοχή του συγγραφέα, αφού, μετά τη δεκαετία του ’80 και την υποχώρηση των πολιτικών κινημάτων, τα τελευταία θα αποτελέσουν έναν από τους χώρους συνάθροισης των νέων που αναζητούν μια συλλογική ταυτότητα. Για τη συγγραφή του μυθιστορήματος ο συγγραφέας συνεργάστηκε με μια ομάδα οπαδών της Μίλαν, οι οποίοι του περιέγραψαν τα περιστατικά που εξιστορούνται στο βιβλίο. Εδώ, το «βάρος» της αφήγησης πέφτει στις πλάτες τεσσάρων αφηγητών, οι οποίοι, όμως, συνθέτουν μια ενιαία «συλλογική φωνή», και αφηγούνται τα «ανδραγαθήματά» τους μέσα και έξω από τα στάδια, την καθημερινότητά τους, τους κώδικες που διέπουν τη συμπεριφορά τους, τη σημασία τού να ανήκεις σε μια ομάδα. Αν και στην αφήγηση υπάρχουν ενδείξεις που συνδέουν τους αφηγητές με συγκεκριμένη ποδοσφαιρική ομάδα και με συγκεκριμένη πόλη, αυτό δεν μειώνει καθόλου την «αντιπροσωπευτικότητα» των ηρώων ως προς την κοινωνική ομάδα με την οποία τους συνδέει ο συγγραφέας. Νομίζουμε πως ενδεικτική αυτού του γεγονότος είναι η παρουσία του μυθιστορήματος σε ψηφιακή μορφή στον δικτυακό τόπο μιας λέσχης οργανωμένων οπαδών της Ίντερ (μια ομάδα εχθρός της Μίλαν), ακριβώς λόγω της πιστότητας με την οποία παρουσιάζει τον κόσμο των ούλτρας, (17).

Το 1995 εκδίδεται το μυθιστόρημα «Ένα πρωί ξυπνήσαμε» (Una mattina ci siam svegliati) (18) Θέμα του είναι η τεράστια συγκέντρωση που έγινε στο Μιλάνο, στις 25 Απριλίου 1994, λίγους μήνες μετά τον σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης Μπερλουσκόνι, για τον εορτασμό της Απελευθέρωσης της Ιταλίας από τα φασιστικά και ναζιστικά στρατεύματα. Οι συνήθως υποτονικές και επετειακές συγκεντρώσεις που πραγματοποιούνταν τις προηγούμενες χρονιές μετατράπηκαν σε μια μαζική και μαχητική διαδήλωση, αφ’ ενός λόγω της παρουσίας του «μεταφασιστικού» κόμματος της Εθνικής Συμμαχίας στον κυβερνητικό συνασπισμό, αφ’ ετέρου λόγω του ότι ο κόσμος της Αριστεράς ήθελε να δώσει ένα δυναμικό «παρών» του κόσμου της αριστεράς ύστερα από μια οδυνηρή εκλογική ήττα. Το μυθιστόρημα βασίζεται στη μαγνητοφώνηση της ζωντανής μετάδοσης της συγκέντρωσης από το «Ράντιο Ποπολάρε» του Μιλάνου. Η αφήγηση γίνεται από τους πρωταγωνιστές εκείνης της ημέρας: τους εκφωνητές και τους ανταποκριτές του «Ράντιο Ποπολάρε», τους διαδηλωτές και τους ακροατές που μίλησαν ή τηλεφώνησαν στον σταθμό, και αναδύεται από αυτή μια κοινή θέληση για αντίσταση, για συνέχιση του αγώνα. Όλες αυτές οι φωνές βρίσκουν τη συνισταμένη τους σε μια «συλλογική φωνή». Αυτή η συλλογική διάσταση δηλώνεται και με τη χρήση του πρώτου πληθυντικού στον τίτλο του μυθιστορήματος, ο οποίος αποτελεί παραλλαγή των πρώτων δύο στίχων του γνωστού τραγουδιού των Ιταλών παρτιζάνων «Μπέλα τσάο».

Ο τρόπος με τον οποίο βιώνεται το φαινόμενο της οργανωμένης εγκληματικότητας στον ιταλικό νότο περιγράφεται στο τελευταίο, μέχρι σήμερα, μυθιστόρημα του συγγραφέα, το Σάντοκαν. Μια ιστορία της Καμόρα» (Sandokan. Una storia di camorra) (19)Ο Σάντοκαν που εμφανίζεται στον τίτλο είναι το boss της Καμόρα (20)Φραντσέσκο Σκιαβόνε. Την ιστορία του αφηγείται ένας νεαρός που ζει και μεγαλώνει στο χωριό από το οποίο κατάγεται το μελλοντικό boss της Καμόρα. Στην πραγματικότητα, οι προσωπικές περιπέτειες του Σάντοκαν καταλαμβάνουν μικρή έκταση στην αφήγηση, αφού το βάρος δίνεται στις συνέπειες που έχουν για την κοινωνική ζωή οι παράνομες δραστηριότητες της οργάνωσης και ο πλουτισμός από αυτές. Ο αφηγητής, μέσα από μια σειρά περιστατικών από την άμεση εμπειρία του αλλά και τη ζωή του άμεσου περιβάλλοντός του, αποδίδει τον ηθικό αποπροσανατολισμό και την αδυναμία διάκρισης μεταξύ καλού και κακού που προκάλεσε ο «εθισμός» στο εύκολο και παράνομο κέρδος, και την πλήρη διάλυση του κοινωνικού ιστού που προκαλεί ένας πόλεμος όλων εναντίον όλων για την άνοδο στην κορυφή της ιεραρχίας του εγκλήματος αλλά και της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Οι ήρωες των μυθιστορημάτων που αναφέραμε συγκεντρώνουν άλλα δύο στοιχεία που τους φέρνουν πιο κοντά στους ήρωες της επικής ποίησης: το πρώτο είναι ότι δεν υφίστανται καμία μεταμόρφωση ή εξέλιξη στη διάρκεια της αφήγησης· το δεύτερο ότι είναι πλήρως εξωτερικευμένοι.

Όπως παρατηρεί ο Μιχαήλ Μπαχτίν στη μελέτη του «Έπος και μυθιστόρημα», «Το πρόσωπο (του μυθιστορήματος) πρέπει να παρουσιάζεται όχι σαν να ήταν έτοιμο, τελειωμένο και αμετακίνητο ον, αλλά ως ένα πρόσωπο που εξελίσσεται, μεταμορφώνεται, διδάσκεται από τη ζωή» (21)». Αντίθετα, οι ήρωες των μυθιστορημάτων στα οποία αναφερθήκαμε μένουν, από την αρχή μέχρι το τέλος, προσκολλημένοι στις θέσεις τους, χωρίς οι εμπειρίες τους να μεταβάλλουν τον τρόπο σκέψης ή να τους κάνουν να αλλάξουν συμπεριφορά. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η παρατήρηση του Φερντινάντο Καμόν ότι ο ήρωας του «Τα θέλουμε όλα» «δεν έχει γίγνεσθαι, δεν έχει ιστορία» (22) ισχύει και για τους ήρωες των υπόλοιπων μυθιστορημάτων του συγγραφέα. Οι συνθήκες που επικρατούν στο εργοστάσιο της Fiat όπου εργάζεται ο ήρωας θα προκαλέσουν μια επιφανειακή αλλαγή στη συμπεριφορά του, ωθώντας τον να εντάξει τη δική του άρνηση της εργασίας σε μια συλλογική προοπτική απελευθέρωσης· ωστόσο, τα βαθύτερα κίνητρα της συμπεριφοράς του θα μείνουν αναλλοίωτα. Οι αφηγητές-πρωταγωνιστές των μυθιστορημάτων «Οι Αόρατοι», «Furiosi» και «Σάντοκαν» σε κανένα σημείο της εξιστόρησής τους δεν αφήνουν να διαφανεί ότι έχει μεταβληθεί το σύστημα αξιών που πρέσβευαν στην αρχή της αφήγησης.

Σε ένα άλλο σημείο της προαναφερθείσας μελέτης του, ο Μπαχτίν παρατηρεί ότι στον επικό άνθρωπο «δεν υπάρχει τίποτα να αναζητήσεις, τίποτα να μαντέψεις· δεν μπορείς να τον ξεμασκαρέψεις ή να τον προκαλέσεις: είναι μονοκόμματος, είναι όλος έξω, χωρίς περίβλημα, χωρίς πυρήνα» (23) Στα μυθιστορήματα που αναφέραμε μέχρι τώρα δεν παρατηρείται καμία αντίφαση ανάμεσα στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων και τις πράξεις τους ή την εξωτερική τους εμφάνιση. Μάλιστα θα μπορούσαμε, χωρίς υπερβολή, να πούμε ότι απουσιάζει τελείως από αυτούς η εσωτερική διάσταση. (24) Εκείνο που τους χαρακτηρίζει είναι οι πράξεις τους, στις οποίες αντικατοπτρίζονται ο τρόπος σκέψης τους και η αντίληψή τους για τη ζωή. Στα μυθιστορήματα «Οι Αόρατοι» και «Furiosi» την εικόνα ορισμέ-νων δευτερευόντων προσώπων συμπληρώνουν η εξωτερική περιγραφή και το όνομά τους. Στο «Οι Αόρατοι» τα ονόματα των προσώπων της αφήγησης έχουν μια ιδιαίτερη, μεταφορική σημασία, αφού προϊδεάζουν για τον ρόλο των προσώπων που τα φέρουν. Οι σύντροφοι του ήρωα έχουν όλοι τους ονόματα φυτών, ενώ οι «διώκτες» τους ονόματα ζώων· ο αστυνομικός ονομάζεται νυφίτσα (donnola), ο δικαστής λύγκας (lince), ο δι- ευθυντής του σχολείου μαντρόσκυλο (mastino). Από κάποια άλλα πρόσωπα έχουμε μόνο την εξωτερική περιγραφή τους, η οποία «προδίδει» την ταυτότητά τους. Στο μυθιστόρημα «Furiosi» η εξωτερική περιγραφή αποτελεί το μόνο πρόσθετο στοιχείο που δίνει ο συγγραφέας, χωρίς όμως αυτή να δίνει περαιτέρω πληροφορίες για τον χαρακτήρα τους.

ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ

Μέχρι τώρα αναφερθήκαμε σε στοιχεία των μυθιστορημάτων που παραπέμπουν στην επική ποίηση· όμως, στοιχεία της επικής ποίησης συναντούμε και στη δομή των μυθιστορημάτων.
Το σημαντικότερο στοιχείο είναι η διάρθρωση του κειμένου και ο χωρισμός του σε στροφές (lasse narrative). Κάθε κεφάλαιο των μυθιστορημάτων του συγγραφέα που εξετάζουμε αποτελείται από έναν σταθερό αριθμό στροφών. Οι στροφές έχουν τον ίδιο αριθμό στίχων και αποτελούνται από σύντομες προτάσεις. Στα πρώτα τρία μυθιστορήματα του συγγραφέα, δηλαδή στα μυθιστορήματα «Τριστάνο», (25) «Τα θέλουμε όλα» και «Η εικονογραφημένη βία» (La violenza illustrata) (26) απουσιάζουν όλα τα σημεία στίξης πλην της τελείας. Στο «Οι Αόρατοι» και σε αυτά που θα ακολουθήσουν, ο συγγραφέας θα καταργήσει τελείως τη στίξη, αλλά θα διατηρήσει το παρατακτικό ύφος. Το κενό ανάμεσα στις στροφές χρησιμεύει ως παύση. Κάθε στροφή εμπεριέχει μια ολοκληρωμένη αφηγηματική κατάσταση, η οποία ανακεφαλαιώνεται και εμβαθύνεται στην επόμενη. Οι στροφές συνδέονται μεταξύ τους με την επανάληψη ενός στοιχείου από τη μια στροφή στην αρχή της επόμενης. Αυτό το στοιχείο μπορεί να είναι μια λέξη, μια συλλαβή ή ένα στοιχείο στο επίπεδο του νοήματος. (27)

Τόσο ο χωρισμός του κειμένου σε στροφές (laisse) όσο και το παρατακτικό ύφος είναι χαρακτηριστικά στοιχεία του «Άσμα του Ρολάνδου», αλλά και, γενικότερα, της γαλλικής επικής ποίησης. (28).Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται οι στροφές μεταξύ τους· και στην περίπτωση των μυθιστορημάτων που εξετάζουμε παρουσιάζεται το ίδιο ευρύ πλήθος δυνατοτήτων που μπορούμε να παρατηρήσουμε και στο «Άσμα του Ρολάνδου». (29)
Ο Έριχ Άουερμπαχ, στο έργο του «Μίμησις», παρατηρεί ότι το «Άσμα του Ρολάνδου», όπως και άλλα έργα που ανήκουν στην ίδια παράδοση, δίνει την εντύπωση ότι αποτελείται από ανεξάρτητες σκηνές συνδεδεμένες χαλαρά μεταξύ τους. (*30). Την ίδια τεχνική χρησιμοποιεί και ο Μπαλεστρίνι στα μυθιστορήματα «Οι Αόρατοι», «Furiosi» και «Σάντοκαν». Υπάρχει μια ιστορία που χρησιμεύει ως πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται μια σειρά αυτόνομων, χαλαρά συνδεδεμένων περιστατικών. Αυτός ο τύπος της δομής είναι εμφανέστερος στο «Furiosi». Η ιστορία της αρπαγής του πανό μιας αντίπαλης ομάδας οπαδών –μια πράξη με ιδιαίτερα συμβολική αξία για τους οπαδούς των ποδοσφαιρικών ομάδων– και η προσπάθεια των τελευταίων να το πάρουν πίσω αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται μια σειρά περιστατικών που είναι «ξένα» στην αρχική αφήγηση.

Το «Furiosi» ενσωματώνει ακόμα ένα στοιχείο από την επική ποίηση: την έλλειψη ενός οργανικού τέλους. Το μυθιστόρημα κλείνει με μια «ομηρική» μάχη μεταξύ οπαδών της Μί- λαν και της Σαμπντόρια (31), που είναι τελείως ασύνδετη με την υπόλοιπη αφήγηση. Αυτή η ατέλεια είναι ένα αποκλειστικό χαρακτηριστικό του έπους που δεν συναντάται ποτέ στο μυθιστόρημα, επειδή αυτό αναφέρεται σε ένα «“απόλυτο παρελθόν” […] κλειστό και τελειωμένο […] και το κάθε μέρος του μπορεί να γίνει αντικείμενο επεξεργασίας και να παρου- σιαστεί ως ένα όλον». (32)».
Ήδη από τη δεκαετία του ’60, στη συνάντηση που είχε οργανωθεί από την «Ομάδα 63» για το πειραματικό μυθιστόρημα, (33),ο Μπαλεστρίνι είχε ταχθεί υπέρ της εγκατάλειψης των δομών του παραδοσιακού αστικού μυθιστορήματος και της οργάνωσης του προφορικού υλικού (materiale verbale) βάσει δομών «που προέρχονται, που θα μπορούσαν να προέρχονται, ή που, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσαν να συγγενεύουν με δομές της ποίησης». (34) Ο συγγραφέας θα θέσει σε εφαρμογή αυτή την πρόταση ήδη από το πρώτο του μυθιστόρημα, υιοθετώντας μια αυστηρή δομή, όπως είναι, λόγου χάρη, η σταθερή έκταση των κεφαλαίων και των στροφών, η οποία συνοδεύει όλα τα μυθι- στορήματά του. Το ενδιαφέρον αυτό για τη δομή του μυθιστορήματος μετά το πρώτο μυθιστόρημα, από το οποίο απουσιάζει η πλοκή και όπου το περιεχόμενο έρχεται σε δεύτερη μοίρα, θα συνδυαστεί, μετά το 1968, με ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για τα νέα φαινόμενα της ιταλικής κοινωνίας· αυτός ο συνδυασμός θα δώσει ζωή στο «επικό μυθιστόρημα» του Νάνι Μπαλεστρίνι, μερικά στοιχεία του οποίου αναλύσαμε.

*Μια πρώτη εκδοχή του κειμένου αυτού δημοσιεύτηκε στην Eπετηρίδα του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ., Τόμος β ́ 2004-2005, Θεσσαλονίκη 2007.

Σημειώσεις

  1. Nanni Balestrini, Vogliamo tutto, Derive Approdi, Ρώμη 2004 [Τα θέλουμε όλα, μτφρ. Χριστίνα Σταματοπούλου, Στοχαστής, Αθήνα 2007, Πρώτη έκδοση: Αθήνα 1979].
  2. Η «Ομάδα 63» («Gruppo 63»), ή «νέα πρωτοπορία» («neoavanguardia»), ξεκίνησε από μια ομάδα νέων κριτικών και συγγραφέων οι οποίοι διαπίστωναν ότι, σε μια εποχή ριζικού μετασχηματισμού της ιταλικής κοινωνίας λόγω της εκβιομηχάνισης, της αστικοποίησης και της μαζικής εκπαίδευσης, η κουλτούρα της Ιταλίας, και ειδικότερα η λογοτεχνία της, παρέμενε προσκολλημένη στις μορφές, τη γλώσσα και το περιεχόμενο του παρελθόντος. ώς καταλληλότερο μέσο για την ανάπτυξη μιας λογοτεχνίας που θα συμβαδίζει με τις κοινωνικές αλλαγές ήταν η συλλογική εργασία μέσα από την οργάνωση συναντήσεων-σεμιναρίων στο πρότυπο της «Ομάδας 47» («Gruppe 47»), που ιδρύθηκε κατά τα πρώτα μεταπολε- μικά χρόνια στη Γερμανία.
    Ο αρχικός πυρήνας της «Ομάδας 63» αποτελούνταν από τη συντακτική ομάδα του περιοδικού Il Verri, που είχε ιδρύσει το 1956 ο κριτικός Λουτσιάνο Αντσέσκι. Το 1963, στη διάρκεια της συνάντησης του Παλέρμο, θα γεννηθεί η ιδέα της δημιουργίας μιας μόνιμης ομάδας με σκοπό τη θεωρητική έρευνα και τον ποιητικό πειραματισμό.
    Το 1967 τα μέλη της ομάδας θα εκδώσουν το μηνιαίο περιοδικό «Quindici». Μετά τις εργατικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις του 1968, στο εσωτερικό της συντακτικής ομάδας του περιοδικού θα ξεσπάσει μια διαμάχη μεταξύ αυτών που επιθυμούσαν όπως το περιοδικό μείνει επικεντρωμένο στη λογοτεχνία, και εκείνων που ήθελαν το περιοδικό να παρακολουθήσει από πιο κοντά τις κοινωνικές διεργασίες εκείνης της περιόδου. Αυτή η διαμάχη θα καταλήξει στη διακοπή της έκδοσης του «Quindici» και στον τερματισμό των δραστηριοτήτων της ομάδας. Για την «Ομάδα 63» βλ. επίσης Renato Barilli και Angelo Guglielmi, Gruppo 63. Critica e teoria, testo&immagine, Τορίνο 2003· Nanni Balestrini και Alfredo Giuliani, Gruppo 63. L’Antologia, testo&immagine, Τορίνο 2002.
  3. Mario Spinella, «Balestrini: “Vogliamo tutto”», Rinascita, τχ. 47, 26 Νοεμβρίου 1971, σ. 36-37.
  4. Για το chanson de geste βλ. Cesare Segre, Εισαγωγή στο La canzone di Orlando, Rizzoli, Μιλάνο 2000.
  5. Γκέοργκ Λούκατς, Η θεωρία του μυθιστορήματος, μτφρ. Ξανθίππη Τσελέντη, Πολύτροπον, Αθήνα 2004, σ. 85.
  6. Μιχαήλ Μπαχτίν, Έπος και μυθιστόρημα, μτφρ. Γιάννης Κιουρτσάκης, Πόλις, Αθήνα 1995, σ. 36.
  7. Monica Gemelli και Felice Piemontese (επιμ.), L’invenzione della realtà. Conver- sazioni su letteratura e altro, Alfredo Guida Editore, Νάπολη 1994, σ. 18.
  8. Λούκατς, ό.π., σ. 86.
  9. Για τον «εργάτη-μάζα» βλ. Αντόνιο Νέγκρι, Από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη, μτφρ. Χρήστος Νάσιος, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2008, Πρώτη έκδοση Steve Wright, Storming Heaven, Pluto Press, Λονδίνο 2002.
  10. Lucien Goldmann, «Εισαγωγή στα πρώτα γραφτά του Γκέοργκ Λούκατς», στο Γκέοργκ Λούκατς, Η θεωρία του μυθιστορήματος, μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, Άκμων, Αθήνα 1978, σ. 177· βλ. επίσης Lucien Goldmann, Για μια κοινωνιολογία του μυθιστορήματος, μτφρ. Ελένη Βέλτσου και Πέτρος Ρυλμόν, Πλέθρον, Αθήνα 1977.
  11. βλ. Nanni Balestrini, Prendiamoci tutto. Conferenza per un romanzo. Letteratura e lotta di classe, Feltrinelli, Μιλάνο 1972, σ. 14.
  12. Nanni Balestrini, Gli Invisibili, Derive Approdi, Ρώμη 2005, πρώτη έκδοση: Μιλάνο 1987 [Οι Αόρατοι, μτφρ. Δημήτρης Δεληολάνης, βιβλιοπέλαγος, Αθήνα 2005].
  13. Για το «Κίνημα του ’77» βλ. Primo Moroni και Nanni Balestrini, L’Orda d’Oro, Feltrinelli, Μιλάνο 2003.
  14. Συνέντευξη στον Claudio Altarocca, Tuttolibri, τχ. 536, 17 Ιανουαρίου 1987.
  15. Nanni Balestrini, L’Editore, Derive Approdi, Ρώμη 2006, πρώτη έκδοση: Μιλάνο 1989 [Ο Εκδότης, μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη, Γνώση, Αθήνα 1991].
  16. Nanni Balestrini, I Furiosi, Derive Approdi, Ρώμη 2004, Πρώτη έκδοση: Μιλάνο 1994.
  17. www.gruppobrusco.it/MEN-FURIOSI.htm
  18. Nanni Balestrini, Una mattina ci siam svegliati, Baldini & Castaldi, Μιλάνο 1995.
  19. Nanni Balestrini, Sandokan. Una storia di camorra, Derive Approdi, Ρώμη 2009, Πρώτη έκδοση: Τορίνο 2004.
  20. Εγκληματική οργάνωση που δρα κυρίως στην περιοχή γύρω από τη Νάπολη.
  21. Μπαχτίν, ό.π., σ. 33.
  22. Ferdinando Camon, «Ritorno sul Ponte della Ghisolfa», Rendiconti, τχ. 24, Ιούλιος 1972, σ. 350.
  23. Μπαχτίν, ό.π., σ. 77.
24. Ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει: «Η ψυχολογία του ατόμου απουσιάζει στο έργο μου, οι χαρακτήρες μου είναι μάλλον μάσκες», Gemelli και Piemontesi, ό.π., σ. 18.
  24. Nanni Balestrini, Tristano, Feltrinelli, Μιλάνο 1966.
26. Nanni Balestrini, La violenza illustrata, Derive Approdi, Ρώμη 2011, Πρώτη έκδοση: Τορίνο 1976.
27. βλ. Laura Mazzotti, «La struttura e il contenuto. Una lettura degli Invisibili di Nanni Balestrini», Avanguardia, τχ. 5, 1997.
  25. βλ. Erich Auerbach, Μίμησις, μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2005.
  26. βλ. Segre, ό.π., σ. 15-16.
  27. «Ωστόσο η τεχνική της σύνθεσης –και αυτό δεν σημαίνει απλώς μια τεχνική διαδικασία, αλλά περικλείει την ιδέα της δομής με την οποία ποιητής και ακροατής προσεγγίζουν τα γεγονότα– είναι εντούτοις ακριβώς η ίδια: η παράθεση αυτοτελών σκηνών», Auerbach, ό.π., σ. 156.
  28. Ποδοσφαιρικός σύλλογος με έδρα τη Γένοβα.
  29. Μπαχτίν, ό.π., σ. 71.
33. Gruppo 63, Il romanzo sperimentale, Feltrinelli, Μιλάνο 1966. 34. Gruppo 63, ό.π., σ. 34. Gruppo 63, ό.π., σ. 134.

Ο Κωστής Καζαμιάκης αναλύει το ποίημα «Όνειρο στο κύμα» του Γιώργου Κοζία

Έργο του Μέντη Μποσταντζόγλου (Μποστ)

ONΕΙΡΟ ΣΤΟ KYMA

Γερμένος πλάι στην κουπαστή
τα ρούχα πέτα, γδύσου
μη φοβάσαι
τον δαίμονα της θάλασσας
και το παλιό τραγούδι των Σειρήνων

Όλη η ζωή μας
ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες

…………………………………
κι όταν φάνηκε
μες στα κοράλλια και
στις άγριες σμέρνες
η πέτρινη γοργόνα
η αδελφή του Αλέξανδρου
αδάμαστη, καλλίμορφη
στο θαλασσινό της μεγαλείο

Γιαβρί μου, της λέω, με σκοτώνεις
μια λίμπρα ακόμα
ένα μερίδιο σάρκας
επιπλέον τι κοστίζει
για χάρη σου
αφήνω κόσμους ακέφαλους
και κόσμους χωρίς λέπια
και πιάνω έξαλλος την τέχνη της αγάπης.

(Από την ποιητική συλλογή «Εξάγγελος», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021).

Το ποίημα του Γιώργου Κοζία «Όνειρο στο κύμα» (από την ποιητική συλλογή Εξάγγελος, 2021) κινείται σε έναν χώρο όπου ο μύθος, η επιθυμία και η υπαρξιακή αγωνία ενώνονται. Ο τίτλος παραπέμπει στο υδάτινο όνειρο του Παπαδιαμάντη, αλλά εδώ το κύμα δεν είναι απλώς χώρος ανάμνησης ή ερωτικής νοσταλγίας· γίνεται σύνορο ανάμεσα στη ζωή και την άβυσσο.

Ο ποιητικός ομιλητής στέκεται «πλάι στην κουπαστή», σε μια οριακή θέση: ούτε μέσα στο πλοίο ούτε μέσα στη θάλασσα. Η κουπαστή λειτουργεί σαν σύμβολο της ανθρώπινης κατάστασης, μια λεπτή γραμμή ασφάλειας απέναντι στο άγνωστο. Η προτροπή «τα ρούχα πέτα, γδύσου / μη φοβάσαι» δεν είναι μόνο ερωτική· είναι μια πρόσκληση σε μια υπαρξιακή απογύμνωση. Για να συναντήσει κανείς το βάθος, πρέπει να εγκαταλείψει τις άμυνες του, την κοινωνική του πανοπλία, την ψευδαίσθηση ελέγχου.

Ο «δαίμονας της θάλασσας» και το «παλιό τραγούδι των Σειρήνων» φέρνουν τον αρχαίο μύθο μέσα στο σύγχρονο υπαρξιακό τοπίο. Οι Σειρήνες δεν είναι απλώς πειρασμός· είναι η φωνή εκείνου που μας καλεί να ξεπεράσουμε τα όριά μας, ακόμη κι αν η υπέρβαση έχει κόστος. Το ποίημα συνομιλεί έτσι με την ομηρική παράδοση: ο άνθρωπος είναι αιώνια ένας ταξιδιώτης που ξέρει ότι η γνώση και η επιθυμία μπορεί να τον καταστρέψουν.

Η φράση: «Όλη η ζωή μας / ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες» συμπυκνώνει μια ολόκληρη φιλοσοφία της ύπαρξης. Η ζωή παρουσιάζεται όχι ως ασφαλές ταξίδι αλλά ως διαρκής σύγκρουση με εμπόδια και απομακρύνσεις. Οι «ύφαλοι» είναι οι κρυφές παγίδες της μοίρας, ενώ οι «εξορίες» δηλώνουν τη βαθύτερη ανθρώπινη εμπειρία: είμαστε συχνά ξένοι ακόμη και μέσα στον ίδιο μας τον κόσμο.

Η εμφάνιση της «πέτρινης γοργόνας», της «αδελφής του Αλέξανδρου», είναι το κέντρο του ποιήματος. Εδώ ο Κοζίας ανασύρει έναν από τους πιο ισχυρούς νεοελληνικούς θρύλους: τη γοργόνα που ρωτά αν ζει ο αδελφός της και η απάντηση καθορίζει την τύχη του κόσμου. Όμως η γοργόνα του ποιήματος δεν είναι μια απλή μυθική μορφή· είναι μια μορφή απόλυτου κάλλους και θανάτου μαζί. Είναι «πέτρινη» — αιώνια, αμετάβλητη, σχεδόν αγαλματική και ταυτόχρονα γεμάτη ερωτική δύναμη.

Ο στίχος: «Γιαβρί μου, της λέω, με σκοτώνεις» έχει μια συγκλονιστική αντίφαση. Το αγαπημένο πρόσωπο είναι ταυτόχρονα σωτηρία και καταστροφή. Ο έρωτας εδώ δεν παρουσιάζεται ως γαλήνη αλλά ως μια δύναμη που απαιτεί θυσία. Η αναφορά στη «λίμπρα» και στο «μερίδιο σάρκας» θυμίζει τον Σάιλοκ «Ο Έμπορος της Βενετίας»: η αγάπη γίνεται συμφωνία με όρους σκληρούς, μια ανταλλαγή όπου η ίδια η ύπαρξη προσφέρεται ως τίμημα.

Το τέλος: «πιάνω έξαλλος την τέχνη της αγάπης» είναι ίσως το πιο παράδοξο σημείο. Η αγάπη αποκαλείται «τέχνη», δηλαδή κάτι που απαιτεί δεξιοτεχνία, αλλά το υποκείμενο την ασκεί «έξαλλος», σχεδόν πέρα από τη λογική. Η ερωτική πράξη γίνεται μια μορφή μανίας, μια προσπάθεια να νικηθεί η φθορά και ο θάνατος μέσω της έντασης της στιγμής.

Συνολικά, το ποίημα μοιάζει με μια σύγχρονη παραλλαγή του αρχαίου μύθου του ταξιδιού: ο άνθρωπος πλέει γνωρίζοντας ότι πίσω από την ομορφιά υπάρχει η άβυσσος. Η γοργόνα δεν είναι μόνο ερωτικό αντικείμενο· είναι η ίδια η ζωή — υπέροχη, επικίνδυνη, ακατανόητη. Ο Κοζίας φτιάχνει έναν κόσμο όπου η επιθυμία δεν αντιμάχεται τον θάνατο αλλά τον αγγίζει, όπου η ομορφιά είναι τόσο ισχυρή ώστε γίνεται σχεδόν μορφή απώλειας.

«Πάλι» – Ένα τετράδιο αναζητήσεων

Το περιοδικό «Πάλι», ένα καθαρά μοντερνιστικό και υπερρεαλιστικό περιοδικό, κυκλοφόρησε από τις αρχές του 1964  έως τον Δεκέμβριο του 1966. Κύριος εμπνευστής και δημιουργός του ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, με την σημαντική οικονομική και συμβουλευτική βοήθεια του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή όπως ο ίδιος ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης σημειώνει στο ενδιαφέρον βιβλίο του «Μοντερνισμός πρωτοπορία και Πάλι»

Με γράμματα των ποιητών γύρω από την έκδοση του «Πάλι» Εισαγωγή και Σημειώσεις του Νάνου Βαλαωρίτη, εκδόσεις Καστανιώτη 1997. Το σχήμα του ήταν μικρό, διαστάσεων 14,5Χ20 είχε λευκό εξώφυλλο και οπισθόφυλλο, με μαύρα έντονα γράμματα αναγράφεται ο τίτλος και το νούμερο του τεύχους, στην κώχη του γράφονταν και πάλι ο τίτλος και το νούμερο του. Το τελευταίο τεύχος, το έκτο, έχει λίγο μεγαλύτερο σχήμα τόσο το εξώφυλλο όσο και το οπισθόφυλλο κοσμούνται με σχέδια γνωστών Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών.

Ο χρόνος κυκλοφορίας του είναι ακανόνιστος, χωρίς τακτικά χρονικά διαστήματα έκδοσης, τα ελληνικά κείμενα που δημοσιεύονται είναι στο γνωστό γραμματικό σύστημα της εποχής το πολυτονικό, σε ορισμένες περιπτώσεις οι ποιητές παρουσιάζονται και στην γλώσσα τους (Γαλλικά)-ιδιαίτερα οι Γάλλοι- κάθε τεύχος έχει την δική του αρίθμηση, υπάρχουν κείμενα ελλήνων υπερρεαλιστών που δημοσιεύονται σε συνέχειες.

Τόσο στην μέσα σελίδα του εξωφύλλου όσο και του οπισθόφυλλου δημοσιεύονται στοιχεία που αφορούν το περιοδικό-τα Περιεχόμενα ή Για τους νέους συνεργάτες, ή Οι νέοι συνεργάτες του «πάλι». Ο τίτλος είναι με μικρά μπολντ μαύρα γράμματα το δε νούμερο του τεύχους γράφεται στο κάτω δεξιό μέρος του περιοδικού, στο κάτω επίσης μέρος προς την μέση γράφεται το εξής: «ένα τετράδιο αναζητήσεων».

Τα τεύχη ακολουθούν το καθένα τη δική του αρίθμηση.  
Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε το 1964 (δεν αναγράφεται ο μήνας), σελίδες 1 έως 96.
Το δεύτερο και το τρίτο τεύχος κυκλοφόρησαν μαζί (διπλό τεύχος) πάλι δεν αναγράφεται ο μήνας κυκλοφορίας, σελίδες 1 έως 144.
Το τέταρτο τεύχος κυκλοφόρησε το Καλοκαίρι του 1965 σελίδες 1 έως 80.
Το πέμπτο τεύχος κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1965 σελίδες 1 έως 96.
Και το τελευταίο, το έκτο τεύχος το Δεκέμβριο του 1966 σελίδες 1 έως 96.
Συνολικά σε ακανόνιστο διάστημα δύο περίπου χρόνων κυκλοφόρησαν έξι τεύχη, το ένα διπλό το νούμερο (2-3), σύνολο σελίδων περίπου 520. Εκδόθηκαν δηλαδή τρία τεύχη το 1964 δύο το 1965 και ένα το τελευταίο το 1966.

Το περιοδικό κατά την γνώμη μου έχει μια συγγένεια υφολογική και θεματική με δύο άλλα περιοδικά που εκδόθηκαν τον μεσοπόλεμο και αργότερα, που έτυχε να πέσουν στα χέρια μου από ανατύπωση. «Το 3ο  Μάτι» (1935-1937) έκδοση ΕΛΙΑ 1982 και το περιοδικό « Το Τετράδιο» (1945-1947) έκδοση ΕΛΙΑ (Ελληνικό Λογοτεχνικό Αρχείο) 1981, ένα άλλο, σε στυλ εφημερίδας, τον «Ιππόκαμπο» (1945) που έτυχε να συναντήσω σε παλαιοπωλεία δεν κατόρθωσα να βρω όλα τα τεύχη και έτσι είναι δύσκολη η παράλληλη συν-εξέταση.

Όλοι οι μελετητές που ασχολήθηκαν με το περιοδικό αλλά και ο ίδιος ο Νάνος Βαλαωρίτης, αναφέρουν ότι το «πΠάλι» δημιουργήθηκε για να αντιπαραβληθεί με το περιοδικό «Εποχές» που κυκλοφόρησε το πρώτο του τεύχος τον Μάϊο του 1963, ως «Μηνιαία έκδοση πνευματικού προβληματισμού και γενικής παιδείας» με διευθυντή τον γνωστό συγγραφέα Άγγελο Τερζάκη και συμβούλους: τους Γιώργο Σεφέρη, Κωνσταντίνο Θ. Δημαρά, Γιώργο Θεοτοκά, Κ. Σκαλιόρα, Λέων Β. Καραπαναγιώτη και Χρήστο Δ. Λαμπράκη. Ένα περιοδικό του δημοσιογραφικού συγκροτήματος ΔΟΛ στο οποίο κύριος σύμβουλος υπήρξε ο Νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης, το περιοδικό κυκλοφόρησε μέχρι τον Απρίλιο του 1967 που το έκλεισε η Δικτατορία. Σύνολο τευχών 48. Το περιοδικό αυτό ήταν το κύριο δημοσιογραφικό βήμα των μοντερνιστών, παραδοσιακών ή συντηρητικών της γενιάς του 1930 όπως τους αποκαλούσαν οι άλλοι, οι νεότεροι, οι πιο ρηξικέλευθοι, οι πιο επαναστάτες αυτοί που μετέφεραν στα λογοτεχνικά καθ’ ημάς τους Ευρωπαίους και Αμερικανούς σουρεαλιστές και την γενιά των Beat. Επίσης, το «Πάλι», ήρθε να συμπληρώσει τα θεματικά και αισθητικά κενά που άφηνε το γνωστό και πρωτοπόρο για την εποχή του φημισμένο περιοδικό της αριστεράς «Επιθεώρηση Τέχνης» το οποίο κυκλοφόρησε από τον Γενάρη του 1955 έως τον Φλεβάρη του 1967 σε 146 τεύχη.

Οι συνεργάτες Έλληνες και ξένοι ανήκουν στην πρωτοπορία της εποχής τους με ιστορία και παράδοση.

Οι μεταφράσεις μοντέρνων ποιημάτων και πεζού και δοκιμιακού λόγου, το πλήθος των εικαστικών-προκλητικών για την εποχή τους σχεδίων όπως ήσαν τα σχέδια του Μιχάλη Μακρουλάκη, του Γιάννη Μιγάδη μαθητών του Γιάννη Τσαρούχη αλλά και των Αλέξη Ακριθάκη, Μίνωα Αργυράκη, Νίκου Εγγονόπουλου, Χρήστου Καρρά, Αλέκου Φασιανού και πολλών υπερρεαλιστών ξένων ζωγράφων όπως ο Χουάν Μιρό, τα νέα ποιητικά ξένα ρεύματα που παρουσιάζονται, η πρωτοτυπία των θεμάτων, ο νέος μεταμοντέρνος ποιητικός λόγος, η κυριαρχία του σουρεαλιστικού κινήματος ως πρυτανεύουσα μόνη αναφορά, τα πεζά κείμενα ιδιαίτερα αυτά του Γιώργου Μακρή και του Αλέξανδρου Σχινά, οι ποιητικές συνθέσεις των νέων συνεργατών ανδρών και γυναικών όπως είναι η Εύα Μυλωνά, η Μαντώ Αραβαντινού κ.λ.π., η συμμετοχή ως συνεργατών Ελλήνων επαναστατών πρωτοπόρων στον ποιητικό και κοινωνικό χώρο όπως υπήρξε ο ποιητής Νικόλαος Κάλλας, αλλά και οι καθοδηγητικές με θετικό πρόσημο πρωτοποριακές για την εποχή τους συμβουλές και επισημάνσεις τόσο του Κώστα Ταχτσή όσο και του Νάνου Βαλαωρίτη, οι συμμετοχές ενός ψυχαναλυτή ποιητή του Ανδρέα Εμπειρίκου – ενός ακραιφνούς και μάλλον ακραίου υπερρεαλιστή και ενός εικαστικού και ποιητή του Νίκου Εγγονόπουλου, ο οποίος κατόρθωσε να συνενώσει στοιχεία της ελληνικής παράδοσης με τον υπερρεαλιστικό οραματισμό, η παρουσία του Γάλλου Ισιντόρ Ντυκάς, αλλά και ενός από τους ηγέτες της αμερικάνικης γενιάς των Μπητ του Άλεν Γκίνσμπεργκ δίπλα στον πάπα του Σουρεαλισμού τον Αντρέ Μπρετόν αλλά και τον επαναστάτη που δεν συνέγραψε μόνο το Μανιφέστο του Σουρεαλισμού (μαζί με τον Μπρετόν) αλλά και οργάνωσε τον Σοβιετικό στρατό, κατέστειλε την εξέγερση της Κροστάνδης και δημιούργησε τα πενταετή αγροτικά προγράμματα της ΕΣΣΔ, τον γνωστό μας θεωρητικό και στρατιωτικό επαναστάτη Λέων Τρότσκι, ο οποίος μας μιλά για το άλλο αντικομφορμιστικό επαναστατικό καλλιτεχνικό κίνημα αυτό του Φουτουρισμού, αλλά και οι απόψεις της Αγγλίδας πεζογράφου Βιρτζίνιας Γουλφ, μας δίνουν την εικόνα ενός περιοδικού το οποίο απείχε πάρα πολύ από τα μέχρι τότε καθιερωμένα και ακαδημαϊκά λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής του.

Μας δίνουν την εικόνα ενός κοσμοπολίτικου εντύπου που ανοίγει τα φτερά του σε κάθε νέα πρωτοποριακή φωνή και σίγουρα αρχινά μια συνομιλία των ελλήνων υπερρεαλιστών με τους ξένους ομοτέχνους τους. Το «πάλι» από το πρώτο του τεύχος μέχρι το τελευταίο δεν είναι μόνο μια διαρκής πρόκληση αλλά και μια έντονη ανατροπή στα μέχρι τότε καθιερωμένα μικροαστικά και αστικά ηθικά και λογοτεχνικά αξιακά πλαίσια. Εντύπωση ευχάριστη προκαλεί τόσο η συγγραφική παρουσία του ηθοποιού-τραγουδιστή Δημήτρη Πουλικάκου με τις συγγραφικές και μεταφραστικές του καταθέσεις όσο και οι μεταφραστικές προτάσεις του Κώστα Ταχτσή και οι διάφορες καλλιτεχνικές επιλογές του που φανερώνουν έναν συγγραφέα πανέξυπνο, πρωτοπόρο, μοντέρνο και ανατροπέα για την εποχή του σε σχέση με άλλους καλλιτέχνες, με ανοιχτές τις αντένες του στα νέα ρεύματα και ιδέες, άτομο καλλιεργημένο και κοινωνικά δραστήριο με τρομερό αισθητήριο όσον φορά τις διάφορες αποχρώσεις της ελληνικής γλώσσας, κάτι που φαίνεται όχι μόνο στο μυθιστόρημά του «το τρίτο στεφάνι» και σε άλλα του πεζά αλλά και στις μεταφράσεις αρχαίων έργων του Αριστοφάνη. Από την άλλη, βλέπουμε τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη να προσπαθεί να συμβιβάσει τις διάφορες απόψεις και θέσεις και να φέρει σε επαφή τους συντηρητικούς Έλληνες μοντερνιστές με τα νέα ρεύματα που εκείνος γνώριζε και κατείχε από την θητεία του στο εξωτερικό. Για τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη-όπως και στο βιβλίο του διακρίνεται-το πρόβλημα της ελληνικής ποίησης, πεζογραφίας και δημιουργίας εν γένει, έγκειται ότι έχει αγκυλωθεί σε μια θεματολογία εντελώς στενάχωρη και περιθωριακή και σίγουρα ηθογραφικής υφής κάτι που την κάνει σχεδόν αδιάφορη τόσο στους ευρωπαίους διανοούμενους όσο και στο ευρύ ευρωπαϊκό κοινό.

Τα θέματα τα οποία διαπραγματεύονται οι Έλληνες συγγραφείς,-τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα- κινούνται μέσα στα στενά όρια ενός βαλκανικού περιφερειακού κράτους κάτι που τα αποκλείει από μια ουσιαστική και δημιουργική συνομιλία με τις λογοτεχνίες των πλούσιων ανεπτυγμένων δυτικών κρατών φυσικά και της Αμερικής. Η ποιητική παρουσία των ελλήνων δημιουργών πέρα από τις φιλότιμες προσπάθειες των ξένων φιλελλήνων μεταφραστών στο να γνωστοποιήσουν στο εξωτερικό την ελληνική ποίηση και πεζογραφία, όπως υπήρξαν οι μεταφραστικές προτάσεις του Κίμωνος Φράιερ, του Έντμουντ Κήλυ, του Φιλλίπ Σέρραντ και πολλών άλλων, δεν κατόρθωσε μάλλον να έχει μια ουσιαστική συνομιλία με την ποιητική γλώσσα άλλων ευρωπαίων και αμερικανών συγγραφέων. Τα έργα των ελλήνων δημιουργών έχουν μια έντονη «εθνικιστική» διάθεση μια σταθερή πατριδολατρία και μάλλον πολλά από αυτά, έχουν το στοιχείο του «ναρκισσισμού» αρκετά ισχυρό, τους λείπει αυτό το διεθνές άπλωμα, ο πειραματισμός προς κάτι το καινούργιο, το αχαρτογράφητο, η περιπέτεια μιας άλλης θεματικής πορείας που θα αγγίξει τα ενδιαφέροντα και τις οραματικές προκλήσεις των ξένων αναγνωστών. Ποια δηλαδή ελληνίδα πεζογράφος θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στην μάγισσα της πρόζας Βιρτζίνια Γουλφ, ποια θα μπορούσε να σχεδιάσει ιστορικά μυθιστορήματα με το ύφος και την τεχνική της Μαργαρίτας Γιουρσενάρ;

Ο έντονος ελληνοκεντρισμός, η επανάπαυση στην μακαριότητα της ένδοξης πολιτιστικής μας ιστορίας η καταφυγή σε παλαιές ιστορικές δάφνες, το πρόβλημα της γλώσσας (που δεν μιλιέται παγκοσμίως) είναι μερικά από τα προβλήματα που δεν κατόρθωσαν να ξεπεράσουν οι έλληνες συγγραφείς και έτσι, έμειναν καθηλωμένοι σε ένα περιβάλλον ελλαδικό με τα ανάλογα αδιέξοδα. Η Ελληνική λογοτεχνική και ποιητική παραγωγή για πολλά χρόνια έμεινε περίκλειστη στον εαυτό της και επαναπαυόταν στον μικρό και στενάχωρο χώρο της μικρής και πτωχής αποικιοκρατικής ευρωπαϊκής επαρχίας που είναι η χώρα μας. Σίγουρα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, η περίπτωση του κοσμοπολίτη Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, ενός ποιητή της περιφέρειας και όχι του κέντρου που κατόρθωσε να απαλλαγεί από τον εθνικιστικό μανδύα και να εμπλουτίσει το έργο του με θέματα και ζητήματα παγκόσμιου και διαχρονικού ενδιαφέροντος μας λέει πολλά, όπως και η περίπτωση του Κρητικού Νίκου Καζαντζάκη που ορισμένα του μυθιστορήματα καθώς και το έπος του «Οδύσσεια» είναι ελληνικά best seller στον αγγλοσαξονικό κόσμο και όχι μόνο. Τα δύο μας Νόμπελ δεν είχαν τέτοια απήχηση μεγάλη απήχηση και λόγω πολιτικών συγκυριών είχε ο τροβαδούρος του ελληνισμού Γιάννης Ρίτσος, αντίθετα ένας ποιητής που υπήρξε διαρκής συνομιλητής με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία της εποχής του και ουσιαστικός ποιητικός πειραματιστής ο γεραρός Κωστής Παλαμάς ξεχάστηκε γρήγορα, τόσο στο εξωτερικό και ίσως και στο εσωτερικό. Η γυναικεία φωνή της ποιήτριας Κικής Δημουλά είναι μάλλον αμφίβολο αν βρήκε την απήχηση που όλοι μας περιμέναμε αν δεν κάνω λάθος. Ανοικτό ερώτημα παραμένει ίσως η ποιητική και δοκιμιακή περιπέτεια του υπερρεαλιστή Νικόλαου Κάλλα, ενός ποιητή που δεν έχουν χαρτογραφηθεί μάλλον επαρκώς τα ίχνη του.
Στο πρώτο τεύχος όπως είναι αναμενόμενο αναφέρονται στο «Προοίμιο» ο σκοπός και ο στόχος της έκδοσης του περιοδικού καθώς και η φιλοσοφία και το όραμα της επιτροπής της έκδοσης. Διαβάζουμε στις σελίδες 2 και 3 του πρώτου τεύχους:

«Η επιτροπή που αποφάσισε την έκδοση του «Πάλι», θάθελε με την εμφάνιση του πρώτου της τεύχους να διευκρινίσει όσα νομίζει συγκροτητικά για τα ίδια της τα κίνητρα. Και πρώτα-πρώτα για τον τίτλο, «Πάλι», δηλώνει βασικά μια επανάληψη: αλλά τι είδους επανάληψη προτίθεται να καλύψει η έκδοσή μας; Η απάντησή μας, θα θέλαμε να μην αφήσει κανένα έδαφος για παρανοήσεις.
Θέλουμε «πάλι» ν’ ανοίξει ο ορίζοντας της έρευνας, της ανίχνευσης και της έκφρασης καθώς και της επικοινωνίας με τον ντόπιο και παγκόσμιο χώρο, ανεξάρτητα από οποιουδήποτε είδους αναστολές και απωθήσεις.
Θέλουμε να λειτουργήσει «πάλι» οργανικά η ανακοίνωση, η διαμάχη και οι αντινομικές εκφάνσεις που συνιστούν τον χώρο της συνείδησης και της δημιουργίας, τις αυθόρμητες τάσεις και κατευθύνσεις της σκέψης και της αίσθησης.
Βλέπουμε δηλαδή το «Πάλι», σαν ξανάνοιγμα της αέναης οντότητας που συνιστά την ουσία κάθε αυθεντικής στιγμής στη σκέψη, στην τέχνη, όπως στην ζωή και την ιστορία.

Βέβαια αυτό το ξανάνοιγμα προϋποθέτει 1) την αίσθηση ενός «κλεισίματος» αποτελέσματος ποικίλων προελεύσεων φραγμών και Taboo’sπου η πρόθεσή μας είναι να συμβάλουμε στην άρση τους, στο βαθμό που η διάγνωση και η διαίσθησή μας θα λειτουργήσει σωστά. 2) Την ύπαρξη προηγουμένων «ouvertures», που αφού λειτούργησαν όσο (ή και λιγώτερο απ’ όσο) έπρεπε ή μπορούσαν, θάφτηκαν κάτω από συνθήκες αρτιοσκληρωτικές και συμβατικές, αφήνοντας την θέση τους στα υποπροϊόντα αυτών ακριβώς των συνθηκών, που στον τόπο μας απόκτησαν επί χρόνια μια σαθρή, σχηματική, μα παραδόξως ακλόνητη παντοδυναμία . *
Αυτά τα ανοίγματα του παρελθόντος, το «Πάλι» δεν προτίθεται να το επαναλάβει με κλειστό τρόπο, είτε μορφολογικά, είτε ουσιαστικά, αλλά να ξαναπολεμήσει με τα ίδια, κι’ αν το κατορθώσει και με περισσότερο αδιάλλακτο θάρρος, όσα πολέμησαν, αγνοώντας όσα αγνόησαν, κι αυτά, όσες κι’ αν είναι οι επιφανειακές μεταβολές τους, παραμένουν σε (απελπιστικά;)μεγάλο βαθμό απαράλλακτα, ώστε οτιδήποτε  αρνιόμαστε, να μην υπάρχει καν λόγος να κατονομαστεί εξ αρχής, εντοπίζοντας έτσι εκείνο που διάχυτα είναι «εγκατεστημένο».

Το «Πάλι» δεν είναι μια επιθεώρηση κλειστών και εκ των προτέρων καθορισμένων κατευθύνσεων.

Εκείνοι που αποτελούν το πρώτο κλιμάκιο της εκκίνησής του, δεν προτίθενται ν’ αποκρύψουν ούτε τις διαφωνίες τους, ούτε την πιθανή ετερογένεια των καταβολών τους, σχετικά με βαθύτατες, όχι όμως αγεφύρωτες διαφορές αξιολόγησης ως προς τις βασικές τους «θέσεις» απέναντι στο αίνιγμα του είναι, στον οραματισμό τους για την τέχνη και στο πρόβλημα του ιστορικοπολιτικού γίγνεσθαι. Παραμένουν όμως σύμφωνοι σ’ ένα βασικό αίτημα: την από τα ίδια τα κείμενα προβολή και αυτοδιαγραφή των τάσεων, κλίσεων και «αποκλίσεων», όπως και την προσφορά τους στον εντός κι εκτός του χώρου του τετραδίου διάλογο.

Ύστερα από τα παραπάνω, αποσαφηνίζεται:
1ο Ότι το τετράδιο είναι ξένο προς κάθε πνεύμα συντήρησης, αλλά πως αυτό δεν σημαίνει ότι γόνιμες περιοχές του παρελθόντος δηλωτικές της βαθειάς ενότητας της ζωής καθώς και οι αντίστοιχες αναζητήσεις πάνω σε αυτές, δεν είναι ευπρόσδεκτες.
2ο Ότι το τετράδιο παραμένει έξω από κάθε πνευματική ή πολιτική «στράτευση», αλλά σεισμογραφικά ευαίσθητο σε κάθε απελευθερωτικό μήνυμα, προερχόμενο τόσο από το ιστορικό όσο και από το πνευματικό πεδίο.
3ο  Ότι το τετράδιο δεν αποτελεί όργανο ενός πνευματικού ή καλλιτεχνικού κινήματος, (χωρίς ούτε να προετοιμάζεται, ούτε να αποκλείεται η γέννησή του, από τους κόλπους του) αλλά πεδίο ελεύθερων αναζητήσεων και προσεγγίσεων όσων κινημάτων (ατομικών ή συλλογικών) έφεραν σε γονιμότερη πυκνότητα παρουσίας την ανθρώπινη σκέψη και ύπαρξη, την διαύγεια και την ελπίδα (με όλη τη τραγική διάσταση που συχνά χωρίζει τις δύο τελευταίες). Σ’ αυτήν την περιοχή θα θέλαμε οι συμπάθειες και οι θέσεις των συνεργατών μας, να μην ασκούν παρά μίαν αυτοδύναμη επίδραση από τα ίδια τους τα κείμενα καθώς κι από τα κείμενα που θα θελήσουν να μεταφέρουν στη γλώσσα μας σαν αντιπροσωπευτικά. Όσο για το διάλογο, παραμένει ανοιχτός.

Πάντως η επιτροπή του «Πάλι» έχει πλήρη επίγνωση της κρισιμότητας των καιρών, μέσα και έξω από την καλλιτεχνική περιοχή. Γιαυτό και θεωρεί καθήκον της την απόλυτη περιφρόνηση κάθε σχηματικού “esprit de serieux” και κάθε δογματισμού.
4ο Η τέχνη και η σκέψη ήταν, είναι, και θα είναι, ριψοκίνδυνη υπόθεση. Καθένας από τους συνεργάτες μας, είναι περιττό να το πούμε, επωμίζεται τους δικούς του κινδύνους, με τον τρόπο που νομίζει πιο πρόσφορο και μέσα από την διαδρομή απ’ όπου το ανέφικτο και το αναπόδραστο του αποκάλυψαν τα όριά τους.

Από το παιχνίδι ως την εμβρίθεια, κι’ από την πιο αινιγματική εσωτερικότητα ως την πιο εμπράγματη κριτική στάση, κάθε τι μπορεί, (με την έννοια του αρχαίου «δύνασθαι», που περιέχει το ζύγισμα με την οδυνηρή πιθανότητα να μη μπορέσει) ν’ ανοίξει τον δρόμο προς την μη «αποκεκαλυμμένη» (ακόμα;) ολικότητα* του πνεύματος, της ποίησης και του συγκεκριμένου κόσμου. The rest is silence.».

*Δεν θα θέλαμε να κλείσουμε αυτή την παράγραφο, χωρίς να υπομνήσουμε (δεν θα τις κατονομάσουμε) ορισμένες ελάχιστες αλλοίμονο, εξαιρέσεις.
*Εδώ, ο συντάκτης αυτών των γραμμών υπαινίσσεται ίσως τον φιλόσοφο Ernest Bloch και το γραφτό του  “ Zur Ontologie des noch nicht Seins».

Το κείμενο, είναι του συγγραφέα και μεταφραστή Γιώργου Μακρή.
Σημειώνει μεταξύ άλλων ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης στο βιβλίο του «Μοντερνισμός Πρωτοπορία και Πάλι» σελίδα 50: «Ο σκοπός του περιοδικού δεν ήταν να παίξει ένα συμπαντικό ρόλο, αλλά να προβάλει ορισμένες θέσεις και πρόσωπα που θεωρούσαμε ότι είχαν παραμεριστεί άδικα τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι αντιδράσεις συνεχίστηκαν με το τεύχος 2-3, τούτη τη φορά ανάμεσα σε άλλους πρωτοποριακούς που φιλοδοξούσαν μια θέση στον ήλιο της πρωτοπορίας, και τελικά με τα τεύχη 4,5,6, σταμάτησαν οι εξωτερικές εχθροπραξίες και εμφανίστηκε ένας εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους συνεργάτες, που μερικοί δεν μιλιόνταν, όπως είναι συνηθισμένο γενικά στα πρωτοποριακά περιοδικά και κινήματα, και ιδιαίτερα σε μας τους Έλληνες απ’ τον καιρό του Πελοποννησιακού Πολέμου».

Θέσεις ακόμα και σήμερα επίκαιρες θα προσθέταμε εμείς.

Η καθηγήτρια και μελετήτρια Ελισάβετ Αρσενίου στο βιβλίο της «Νοσταλγοί και Πλαστουργοί»-Έντυπα, Κείμενα και Κινήματα στη Μεταπολεμική Λογοτεχνία-εκδόσεις Τυπωθήτω 2003 στο κεφάλαιο «Ο λογοτεχνικός τύπος» αφιερώνει τις σελίδες 104-113 στο περιοδικό «Πάλι», έχοντας ως επικεφαλίδα «”Πάλι”: Οι αναζητήσεις ενός νεουπερρεαλιστικού περιοδικού», γράφει μεταξύ άλλων τα εξής:
«Το περιοδικό “Πάλι”, που χαρακτηρίζεται στον υπότιτλο ως «ένα τετράδιο αναζητήσεων», είχε χαρακτήρα περιθωριακό και ριζοσπαστικό στην κριτική της σύγχρονης πνευματικής ζωής, διατηρώντας πολλά από τα χαρακτηριστικά του «μικρού περιοδικού». Το Πάλι μόνο περιφερειακά, συχνά χωρίς χρονολόγηση, και ήταν βραχύβιο(1963-1966)…Πάντως, η θεματική και υφολογική ομοιογένειά του οφειλόταν στις κατευθυντήριες παρεμβάσεις του Νάνου Βαλαωρίτη και του Κώστα Ταχτσή, των βασικών εκδοτών του περιοδικού, ενώ τα σχόλια του περιοδικού πρόβαλλαν τις απόψεις των συντελεστών του πάνω σε ζητήματα λογοτεχνικής κυρίως επικαιρότητας. Τους συντελεστές του “Πάλι” αποτελούσαν συγγραφείς διαφορετικών λογοτεχνικών προτιμήσεων, σταθερά όμως προσανατολισμένοι σε αναζητήσεις….»

Και παρακάτω: «Η θέση του “Πάλι” στη δεκαετία του 1960 συνδέεται στενά με το πολιτιστικό περιβάλλον που διαμόρφωσε ο καθιερωμένος λογοτεχνικός Τύπος της εποχής, ο οποίος με τη σειρά του καθιέρωσε τα ζητήματα που απασχόλησαν το περιοδικό». Και συνεχίζει:

«Οι αρχές του “Πάλι” δεν είναι σαφώς προκαθορισμένες».

Η θέση αυτή της Ελισάβετ Αρσενίου έχει μια βάση, όπως φαίνεται και από το κείμενο κατάθεση για το περιοδικό του ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη, όμως έστω και έτσι, αν διαβάσει ο σημερινός αναγνώστης τα τεύχη του Πάλι θα ανακαλύψει κείμενα και θέσεις που είναι ακόμα επίκαιρες, μπορεί να μην απασχολεί κανέναν ίσως πλέον η διαφορά μοντερνιστών και μεταμοντερνιστών ή πρωτοπόρων και μετα-πρωτοπόρων, μπορεί να έχει χάσει πολύ από την αίγλη του το επαναστατικό κίνημα του Σουρεαλισμού, όμως μέσα στο γενικό ιστορικό διαχρονικό πανόραμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας και αναζήτησης όλα αυτά έχουν την δική τους σημασία, και σίγουρα προσθέτουν κάτι στην έρευνα και την οικοδόμηση του καθόλου της ελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνικής περιπέτειας.

Να τονίσουμε επίσης ότι η Ελισάβετ Αρσενίου υπογράφει και το λήμμα για το περιοδικό Πάλι στο «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» των εκδόσεων Πατάκη 2007.

Αντίθετα ο ιστορικός της λογοτεχνίας και μελετητής Αλέξανδρος Αργυρίου, αφιερώνει μάλλον καταχρηστικά εννέα καθαρά πληροφοριακές γραμμές για το περιοδικό.

«Το περιοδικό “Πάλι” (1964-1966) που αυτοπροσδιορίστηκε ως «Τετράδιο αναζητήσεων» επανέφερε στο προσκήνιο έναν «αδιάλλακτο» υπερρεαλισμό με γενναίες συνδρομές του Νίκου Εγγονόπουλου, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νικολάου Κάλα….» σελίδα 96, δες Αλέξανδρος Αργυρίου, «Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της όταν η δημοκρατία δοκιμάζεται, υπονομεύεται και καταλύεται» (1964-1974 και μέχρι τις μέρες μας), τόμος Ζ΄, εκδόσεις Καστανιώτη 2007.                  

http://giorgosbalurdos.blogspot.com/2014/10/blog-post.html

Ο εχθρός έξω και ο εχθρός μέσα: Το αντίδοτο της Audre Lorde στην απόγνωση

MARIA POPOVA*

«Δεν υπάρχει αγάπη για τη ζωή χωρίς απόγνωση για τη ζωή», έγραψε ο Αλμπέρ Καμύ ανάμεσα σε δύο παγκόσμιους πολέμους. Υπάρχουν πολλά είδη απόγνωσης: η ιδιωτική απόγνωση της ασθένειας και της ερωτικής οδύνης, η δημόσια απόγνωση που ονομάζουμε πολιτική, η υπαρξιακή απόγνωση του να φέρουμε μέσα μας τη θνητότητά μας και την απόλυτη ασήμαντότητά μας μπροστά στη ζωή του σύμπαντος (σ.τ.μ.: cosmos στο αγγλικό κείμενο).
Το φθινόπωρο του 1978, η Audre Lorde (18 Φεβρουαρίου 1934-17 Νοεμβρίου 1992) βρέθηκε αντιμέτωπη με πολλά από αυτά τα είδη ταυτόχρονα, καθώς μια ζοφερή διάγνωση πρώτα διέκοψε και ύστερα ενίσχυσε το έργο της ως μίας από τις πιο προσωπικές αλλά και πολιτικά καθοριστικές φωνές του περασμένου αιώνα. «Η πιο σύντομη διατύπωση της φιλοσοφίας μου είναι η ίδια η ζωή μου, ή η λέξη “Εγώ”», είχε γράψει στην ακμή της ζωής της, στην άνθηση της υγείας της. Τώρα, ήρθε η στιγμή να ακονίσει τη φιλοσοφία της πάνω στην κοφτερή άκρη της θνητότητάς της.
«Έρχεται η άνοιξη, κι όμως συνεχίζω να νιώθω την απόγνωση σαν ένα χλωμό σύννεφο που περιμένει να με καταπιεί», γράφει στην αρχή αυτού που αργότερα έγινε «Τα Ημερολόγια του Καρκίνου». Είναι η προσπάθεια της Lorde, εκθαμβωτικά επιτυχημένη, «να δώσει μορφή με ειλικρίνεια και ακρίβεια στον πόνο, την πίστη, τον μόχθο και την αγάπη, που αυτή η περίοδος της ζωής μου μετέφρασε σε δύναμη». Όπως κάθε μετάφραση, όμως, ήταν ένα απαιτητικό έργο, ένα δημιουργικό έργο, ένα έργο που απαιτούσε να μάθει μια νέα γλώσσα ύπαρξης αρκετά καλά ώστε να μπορέσει μέσα από αυτή να διοχετεύσει την ποίηση του να είσαι ζωντανός.
Όλα αρχίζουν με τον τραυλισμό της ακατανοησία που ακολουθεί κάθε υπαρξιακό σοκ: Βρίσκει τον εαυτό της «να μην αισθάνεται ιδιαίτερα αισιόδοξη αυτές τις μέρες, ούτε για την ταυτότητα ούτε για οτιδήποτε άλλο». Όμως σύντομα ανακαλύπτει ότι ο μόνος δρόμος έξω από αυτή τη «λιωμένη απόγνωση» (σ.τ.μ.: molten despair στο αγγλικό κείμενο) περνά μέσα από αυτήν.
Σε αρμονία με τη δύσκολα κερδισμένη επιμονή της ποιήτριας May Sarton ότι «μερικές φορές πρέπει κανείς απλώς να αντέξει μια περίοδο κατάθλιψης για όσα μπορεί να αποκαλύψει, αν καταφέρει να τη διασχίσει, προσεκτικά σε ό,τι εκθέτει ή απαιτεί», η Lorde καταλαβαίνει πως ακριβώς επιτρέποντας στην απόγνωση να υπάρξει, μπορεί να φτάσει πέρα από αυτήν:
«Αν μπορώ να κοιτάξω κατάματα τη ζωή και τον θάνατό μου χωρίς να λυγίσω, τότε ξέρω ότι δεν θα μπορέσουν ποτέ ξανά να μου κάνουν τίποτα. Πρέπει να αρκεστώ στο να βλέπω πόσο λίγα μπορώ πραγματικά να κάνω και παρ’ όλα αυτά να τα κάνω με ανοιχτή καρδιά… Πρέπει να αφήσω αυτόν τον πόνο να περάσει μέσα από μένα και να συνεχίσει τον δρόμο του. Αν του αντισταθώ ή προσπαθήσω να τον σταματήσω, θα εκραγεί μέσα μου, θα με διαλύσει, θα σκορπίσει τα κομμάτια μου πάνω σε κάθε τοίχο και κάθε άνθρωπο που αγγίζω».
Στην πορεία, απορροφημένη από τη γραφή ενώ προσπαθεί να μείνει ζωντανή, τρέμει μπροστά στο ερώτημα που στοιχειώνει κάθε καλλιτέχνη: «Για ποιον λόγο υπάρχει όλο αυτό το έργο;» Μα έπειτα, ολοκληρώνοντας ένα μυθιστόρημα, κοιτά πίσω και βλέπει ότι υπήρξε σωσίβιο. Σε αυτό που ίσως είναι το πιο σύντομο και ακριβές μανιφέστο για όσους επεξεργάζονται τις αγάπες και τις απώλειές τους μέσω της γραφής -ή μέσω οποιουδήποτε πράγματος οι άνθρωποι θεωρούν “δουλειά” μας- γράφει:
«Δεν χρειάζεται να νικήσω για να ξέρω ότι τα όνειρά μου είναι έγκυρα, χρειάζεται μόνο να πιστεύω σε μια διαδικασία της οποίας αποτελώ μέρος. Η δουλειά μου με κράτησε ζωντανή τον περασμένο χρόνο, η δουλειά μου και η αγάπη των γυναικών. Είναι αδιαχώριστες μεταξύ τους. Στην αναγνώριση της ύπαρξης της αγάπης βρίσκεται η απάντηση στην απόγνωση. Η δουλειά είναι αυτή η αναγνώριση που αποκτά φωνή και όνομα».
Μετρώντας την προσωπική της οδύνη απέναντι «στο τεράστιο μέγεθος του έργου μας, να αλλάξουμε την πορεία του κόσμου» και κατανοώντας ότι η απόγνωση «σημαίνει καταστροφή», επιτρέπει στην απόγνωσή της να υπάρξει -δηλαδή τη νιώθει- κι έπειτα την αρνείται – δηλαδή αρνείται να δράσει μέσα από αυτήν, να ζήσει σύμφωνα με αυτήν:
«Πώς πολεμώ την απόγνωση που γεννιέται από τον φόβο, τον θυμό και την αδυναμία, που είναι ο μεγαλύτερος εσωτερικός μου εχθρός; Έχω ανακαλύψει ότι το να μάχεσαι την απόγνωση δεν σημαίνει να κλείνεις τα μάτια μπροστά στο τεράστιο μέγεθος των καθηκόντων που απαιτεί η αλλαγή ούτε να αγνοείς τη δύναμη και τη βαρβαρότητα των δυνάμεων που έχουν στοιχιστεί εναντίον μας. Σημαίνει να διδάσκεις, να επιβιώνεις και να αγωνίζεσαι με τον σημαντικότερο πόρο που διαθέτεις: τον ίδιο σου τον εαυτό, και να βρίσκεις χαρά μέσα σε αυτόν τον αγώνα. Σημαίνει, για μένα, να αναγνωρίζω τον εχθρό έξω και τον εχθρό μέσα, και να γνωρίζω ότι το έργο μου είναι μέρος μιας συνέχειας του έργου των γυναικών, της επανάκτησης αυτής της γης και της δύναμής μας, και να γνωρίζω ότι αυτό το έργο δεν άρχισε με τη γέννησή μου ούτε θα τελειώσει με τον θάνατό μου. Και σημαίνει να ξέρω ότι μέσα σε αυτή τη συνέχεια, η ζωή μου, η αγάπη μου και το έργο μου έχουν μια ιδιαίτερη δύναμη και σημασία… Σημαίνει να ψαρεύεις πέστροφες στον ποταμό Μισισκουάι την αυγή και να γεύεσαι την πράσινη σιωπή, γνωρίζοντας ότι κι αυτή η ομορφιά είναι για πάντα δική μου».

*Το αγγλικό κείμενο δημοσιεύεται εδώ: https://www.themarginalian.org/2026/05/12/audre-lorde-despair/?mc_cid=a131c5bf24&mc_eid=f988fc8190 Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Άρης Αλεξάνδρου: Το βαρύ τίμημα του περάσματος από την συντροφικότητα της ομάδας στην αποτρόπαιη ερημιά της προσωπικής-ατομικής μοναξιάς

Γιώργος Μαρκόπουλος*

Εκείνο που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μένει σε μας, κλείνοντας τον τόμο Ποιήματα (1941-1971), που στεγάζει τις τρεις συλλογές (Ακόμα τούτη η άνοιξη, 1946, Άγονος γραμμή, 1952 και Ευθύτης οδών, 1959), που έγραψε ο Άρης Αλεξάνδρου, είναι αυτό το κακό συναίσθημα που μας αφήνει η επίδραση που είχε πάνω του η προσπάθεια στην εξορία, της ψυχικής και ηθικής του εξόντωσης, από εχθρούς μαζί και από «φίλους». Μια προσπάθεια, η οποία, περισσότερο και από την κρίση που πρέπει να δημιούργησαν σ’ αυτόν οι όποιες «ρωγμές» στον ιδεολογικό χώρο της επανάστασης, άφησε στην ποίησή του ανεξίτηλα τα σημάδια της πιο σκληρής απανθρωπιάς, της πιο διαβρωτικής απομόνωσης, του πιο ελεεινού εσωτερικού βασανισμού και της πιο ψυχοφθόρας ερήμωσης.

Αλλά ας προσεγγίσουμε και τις τρεις αυτές συλλογές, καθεμιά χωριστά. Στην πρώτη, ο Αλεξάνδρου, επηρεασμένος οπωσδήποτε από το δημοτικό τραγούδι αλλά και από την, ανανεωτικών τάσεων, ποίηση της εποχής, ιδιαίτερα από την πληθωρική όσο και έγχρωμη εικονοποιία του Γιάννη Ρίτσου, το έργο του οποίου δείχνει να είχε αφομοιώσει αρκούντως, μας παραδίδει ποιήματα που τα χαρακτηρίζει άλλοτε ένας περίεργος ρομαντισμός και άλλοτε μια ιδιόρρυθμη νοσταλγία, ενώ το επαναστατικό όραμα παραμένει ακέραιο, αράγιστο, και ο ποιητής μέσα σε αυτό ανυποψίαστος και ευδαίμων.

Τα πράγματα, όμως, δεν ορίζονται από επιφανειακές συγκυρίες αλλά, σίγουρα, από κάποιες βαθύτερες εσωτερικές διεργασίες, οι οποίες αργά και σταθερά, στο τέλος, επεμβαίνουν. Έτσι, αυτή η χυμώδης μακαριότητα της πρώτης συλλογής, έμελλε να διαταραχθεί και να πάρει τραγικές διαστάσεις στην αμέσως επόμενη• οπότε ο Αλεξάνδρου τώρα πια, χωρίς βεβαίως να εγκαταλείψει τελείως τις προηγούμενες επιλογές του, έστω και σαν απόηχους σε κάποιες στροφές, όσον αφορά την ποιητική του φόρμα, επιδίδεται περισσότερο στην καταγραφή (και όχι «περιγραφή») των εσωτερικών εκείνων συνισταμένων που ορίζουν τη συμπεριφορά ενός περίπλοκου και πολύπλοκου πλήθους (κρατούντων και κρατουμένων), το οποίο διαβιεί στο στρατόπεδο. Η γραφή του (αυτή που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των ποιημάτων του και ιδιαίτερα αυτών που σηματοδοτούν τη συλλογή), κοφτή, λαχανιασμένη, διαποτίζεται από την αγωνία του απελπισμένου, πανταχόθεν βαλλόμενου αγριμιού, που άλλοτε ο φόβος του εγκλείστου και άλλοτε η βιασύνη του να προλάβει, μια και διαισθάνεται έντονα το επερχόμενο τέλος, να πει αυτά που θέλει, καθίσταται, πράγματι, τραγική.

Το πρώτο πάντως ποίημα (και από τα σημαντικότερα) της συλλογής, μέσα στο οποίο αποκαλύπτονται με τον καλύτερο τρόπο όσα παραπάνω ισχυρίστηκα, είναι αυτό που φέρει τον τίτλο «Ανεπίδοτα γράμματα», στις στροφές του οποίου ο Αλεξάνδρου, προσκολλημένος στο ερωτικό πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, διακινείται, υπερσυναισθηματικοποιείται, μεταφέρει τις εντάσεις του, τις κάθετες πτώσεις του, τον τρόμο του για το ανεξαγόραστο του χρόνου και τις άμεσες διαπιστώσεις του για τις ανθρώπινες αδυναμίες (για πρώτη φορά) ορισμένων μαχητών του κινήματος, που κάτω από τον φόρτο των συνθηκών της εξορίας άφησαν, εμπράκτως μάλιστα, να διαφανούν. Το δραματικό στοιχείο εδώ είναι δοσμένο με έναν τρόπο, οπωσδήποτε, άγρια τραγικό άλλοτε και άλλοτε με μια χαμηλόφωνη, λεπτή ειρωνεία και σαρκασμό.

Έτσι, μέσα σε αυτή τη, με τα διαρκώς συγκρουόμενα στοιχεία της, μόνωση, ο Αλεξάνδρου ανακαλύπτει νέες προσωπικές διόδους. Η λατρευτική του αγάπη απέναντι στην τραγική μορφή, αλλά και απέναντι στην ποίηση του Μαγιακόφσκι, από την οποία θα αρδεύσει, για να αφομοιώσει σε ολόκληρη τη συλλογή του, με εξαιρετική επιτυχία, την πληθωρικότητά της και την ορμή της, προσφέρεται με τον καλύτερο τρόπο για κάτι τέτοιο. Γεγονός που αντικατοπτρίζεται, άλλωστε, στο επίσης σημαντικό ποίημα που φέρει τον τίτλο «Αλεξανδροστρόϊ», όπου ο σαρκασμός, το παράπονο, η πίκρα, η μνήμη, η ελπίδα, τα τραύματα που προκάλεσε η παγίωση της επανάστασης σε καθεστώς και η συνειδητοποίηση της αδυναμίας του χαρακτήρα του να συνυπάρξει με τη μοναδικότητά του μέσα στην «ομάδα» (αφετηρία γεγονότος που τόσο στοίχισε σ’ αυτόν στην όλη πορεία της ζωής του), δημιουργούν, πράγματι, ένα εφιαλτικό πλέγμα:

(…) Μες στην ομάδα είμουν
άχρηστος πάντα
σαν ένα σαν.
Μες στην ομάδα είμουν
ύποπτος πάντα
σαν την αλήθεια.
(…)

Στο ποίημα, πάντως που, περισσότερο από όλα αυτά καταγράφεται η τέλεια ερήμωση και αυτό το (προαναφερθέν) ανεξαγόραστο του χρόνου, γεγονός που, όπως επίσης προαναφέραμε, κατέτρυχε βασανιστικά, μέσα από την αγχώδη γραφή του τον Αλεξάνδρου, είναι αυτό που φέρει τον τίτλο «Επιστροφή».

Η Άγονος γραμμή, θα μπορούσα να πω ότι αποτελούσε για τον Αλεξάνδρου τη δίοδο, από την οποία θα περνούσε, από τον δρόμο των ιδεολογικών αμφιβολιών στη λεωφόρο της ανοιχτής διάστασης, γεγονός που χαρακτήρισε την τρίτη συλλογή του. Γι’ αυτό και το πάθος του, στην προκειμένη περίπτωση, είναι οπωσδήποτε πιο χαλαρό και λιγότερο έντονο. Αυτός πια, κατασταλαγμένος, δεν βάλλει αμυνόμενος με την ορμή του παρελθόντος, αλλά εκ του ασφαλούς, έχοντας βρει το προσωπικό του κρησφύγετο• γεγονός, άλλωστε, που περιορίζει και την ποίησή του, μακριά από τις γνωστές της εξάρσεις, να κινείται εντέλει σε περισσότερο «διανοητικές» δημιουργίες. (Η επίδραση του Καβάφη, που χαρακτηρίζει ολόκληρη τη συλλογή βεβαίως, είναι εμφανής).

Παρόλ’ αυτά, όμως, δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι εγκατέλειψε τις προσφιλείς φόρμες της προηγούμενης συλλογής του, προκειμένου να εκφράσει, για άλλη μια φορά, την τραγικότητά του. Ούτε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι αυτό το κακό συναίσθημα του ανεξαγόραστου του χρόνου τον εγκατέλειψε, απαλύνοντας έτσι την ένταση της εφιαλτικής σφαίρας, μέσα στην οποία κατά το παρελθόν τον εγκλώβιζε. Ούτε, ακόμα, ότι αυτή η φρικτή αίσθηση του «ναυαγίου» και της απόλυτης μοναξιάς, μέσα σε ένα παιχνίδι σχεδόν άκυρο, τον άφησε να αναπαυθεί. Ούτε ότι οι εξάρσεις του, άλλωστε, έλειψαν, αλλά ούτε και οι μεταπτώσεις του και οι ταλαντώσεις.

Ακόμα, μια και είμαστε στην τελευταία και δεν έπεται άλλη συλλογή, οφείλω να αναφέρω ότι στη συντριπτική πλειοψηφία (ιδιαίτερα στη δεύτερη και στην τρίτη), αυτός, διαμαρτυρόμενος, δεν αναφέρεται παρά μόνο στη μητρόπολη της επανάστασης, στη Σοβιετική Ένωση («Κόκκινη Πλατεία» κ.λπ.). Και τα πρόσωπα ακόμα που επιλέγει για να διαλεχθεί μαζί τους ή για να παίξουν κάποιον σημαντικό ρόλο στο δράμα του, από τον ίδιο χώρο επίσης είναι επιλεγμένα.

Από τα ποιήματα, πάντως, της καβαφικής τεχνοτροπίας, εκείνο που πιστεύω ότι θα έπρεπε περισσότερο από κάθε άλλο να σημειώναμε, αν οπωσδήποτε μας το ζητούσαν, είναι το «Φλάβιος Μάρκος εις εαυτόν». Και από εκείνα που θα επιλέγαμε επίσης, αν οπωσδήποτε μας το ζητούσαν, προκειμένου να παρουσιάσουμε συμπυκνωμένα τα κυριότερα συμπεράσματα που συνάγονται από την πορεία τού απελπιστικά μονήρους αυτού ανθρώπου, συνδυάζοντας ταυτοχρόνως και την αισθητική τελείωση, δεν θα ήταν άλλο από το ποίημα που φέρει τον τίτλο «Η αναμμένη λάμπα».

Ο Άρης Αλεξάνδρου, θα ισχυριζόμουν τελειώνοντας, υπήρξε (όπως υποστήριξα και στον τίτλο του παρόντος σημειώματος), ο ποιητής εκείνος που περισσότερο ίσως από όλους τους άλλους της γενιάς του, προκειμένου να υπηρετήσει με αξιοπρέπεια την ελευθεροφροσύνη αλλά και τη μοναδικότητα του ατόμου, στη βασανισμένη του ψυχή, υπέστη τη βαρύτερη τιμωρία: την πλέον αποτρόπαιη απομόνωση• και η ποίησή του, θα τόνιζα πως ήταν μοναδική στο είδος της, αν λίγα χρόνια αργότερα δεν αποκτούσε και τον αντίποδά της, που έμελλε ουσιαστικά για πάντα να την υπονομεύσει: Το μνημειώδες εκείνο μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://aforesmos.blogspot.com/2019/09/blog-post.html

Ο διασπορικός χρόνος-χώρος του Γιώργου Αναγνώστου και η απελευθέρωση του ποιητή

Γιώργος Βασιλακόπουλος

Εγώ ο Γνώστης Αναγνώστης
από τη βαθιά ελληνική επαρχία
και τις υγρασίες του νότου διαπλασμένος
μαρτυρία εαυτού να συρράψω κατάφερα
ενάντια σε θύελλες εξουσίας αναγνώριση διεκδικώ
φωνή́ αντιτείνω
φωνήεντα και σύμφωνα μουσκεμένα
φορεμένα κατάσαρκα
κυρτός μεν μα ευχαριστημένος
στις γειτονιές του κόσμου
τα ταξιδεύω
με άλλων ανθρώπων προφορές σαν σμίγουν πολυφωνίας
συλλογική́ ανυπακοή́ – ω υπέροχη προοπτική́!
αρθρώνουν.


(Γιώργος Αναγνώστου, 8 Τόποι Διασπορικοί Τρόποι)

1: Ως διασπορικό, το βίωμα του Γιώργου Αναγνώστου τον τοποθετεί, σχεδόν απέξω, ως εξόριστο και ξένο, από την γλώσσα του. Το “σχεδόν” αναφέρεται στην αμεσότητα και την συμπύκνωση ενός μη λεκτικού αισθήματος του “όλου” της Ελληνικής, της γλώσσας του, η ένταση του οποίου τον συνεπαίρνει και τον καλεί με την αφωνία που προκαλεί. Άφωνος μια και, πριν μιλήσει με τις λέξεις της (του), η γλώσσα του ανταποκρίνεται στην εξορία του εξολοκλήρου ως το “όλο” ενός απέραντου βωβού πεδίου. Και είναι αυτό το “απέραντο” το οποίο, ως στιγμή διάρκειας, μεταφέρει ο Γιώργος Αναγνώστου στις λέξεις. Είναι τελικά το διασπορικό βίωμα αυτή η ελαστική στιγμή διάρκειας, ο χρόνος -χώρος μιας αμείωτης έντασης που μας αποξενώνει από τις λέξεις και μας φέρνει αντιμέτωπους με το απροσδιόριστο “όλο” της γλώσσας μέσω του οποίου ξαναμιλάμε (σ)τις οικείες λέξεις μας σαν από την αρχή;

2: Είναι άραγε αυτό το αίσθημα γενναίας ενατένισης του γλωσσικού πεδίου η επίπονη αποδοχή της γλώσσας από έναν διασπορικό ποιητή ως ένα δώρο άνευ (εθνικιστικών; ωφελιμιστικών;) όρων και προσδοκιών; Δώρο γιατί ακριβώς χαρίζεται σε έναν εξόριστο, σε έναν ξένο (Έρχεται προς την γλώσσα του η φεύγει από αυτήν; Μάλλον και τα δύο.) Μακριά πλέον από γνώριμους, έστω και βασανιστικούς, τόπους και αφηγήματα; Το ζητούμενο για τον Γιώργο Αναγνώστου δεν είναι πλέον τι λέει μέσα στην γλώσσα του με ποιήματα ως συνάξεις λέξεων και βραχνών ήχων. Το ζητούμενο μάλλον είναι εάν μπορεί να μιλήσει στις λέξεις επιστρατεύοντας την αίσθηση του “όλου” της γλώσσας στη φωνή του, η οποία είναι πλέον άφωνη κραυγή. Γιατί άραγε να ανταποκριθεί η γλώσσα αυτή σε έναν εξόριστο ξένο, τον ποιητή, ο οποίος έχει αποβάλει μια για πάντα τις εθνικιστικές μνήμες που την τρέφουν ως το οξυγόνο αυτών, οι οποίοι ακόμη και ως διασπορικοί, επιμένουν να μιλούν, και όχι να σιωπούν, ελληνικά; Έχοντας αποβάλει το “εμού” από το “την γλώσσα μου”, και πριν να οικειοποιηθεί τις οικίες λέξεις της, ο Γιώργος Αναγνώστου μεταφέρει στις λέξεις την γλώσσα ως σωματική ταραχή, ως βουβή κραυγή. Η γλώσσα τώρα είναι η πληγή μέσα στην οποία επιπλέουν οι λέξεις, όσες ακόμη αντέχουν.

3: Ταυτόχρονα όμως, και ακριβώς γιατί το σημείο ενατένισης του Γιώργου Αναγνώστου είναι το διασπορικό βίωμα ενός ποιητικού “είναι” το οποίο ενατενίζει διασπορικά τον ίδιο τον εαυτόν του, ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος και με την άλλη γλώσσα, την Αγγλική, που ποτέ δεν την βάραινε το “εμού” του, που δεν τον αναγνωρίζει, και που στη μη αναγνώρισή της φαντάζει ως ένα άλλο, σκοτεινό και αδιαπέραστο, “όλο”, το οποίο επικαλείται και εμπεδώνει την διασπορική αφωνία στην διασπορική φωνή που επιθυμεί να αρθρωθεί. Πώς μπορεί ο ποιητής να αντέξει την ένταση (της τρέλας;) να συνδυάσει με λέξεις, συνδυάζοντας τις ίδιες τις λέξεις, αυτά τα δύο απέραντα πεδία; Τα πεδία τα οποία εισβάλουν το ένα στο άλλο και τον διεκδικούν, με αφετηρία τους και προορισμό το συγκεκριμένο της εμπειρίας του; Την ένταση δηλαδή της “στιγμής” που είναι η στιγμή της διασταύρωσης διάρκειας του “όλου” δύο γλωσσικών πεδίων συμπυκνωμένων σε αίσθημα και αίσθηση, στιγμής που ορίζει την διασπορική εμπειρία ως κίνηση αλλά και παράλυση, φωνή και αφωνία; Η διασπορική εμπειρία του Γιώργου Αναγνώστου έχει για πυρήνα της την αίσθηση του χρόνου της διάρκειας της στιγμής η οποία λειτουργεί ως χρόνος-χώρος, ως ορίζοντας έντασης, στον οποίο οι δύο γλώσσες λειτουργούν σε ένα άλλο, εκστατικά τρίτο, αφαιρετικό και κοινό πεδίο καθοριζόμενο από την έλλειψη του “εμού”. Έχοντας ο ποιητής αφαιρέσει το “εμού” από την γλώσσα του και έχοντας, η άλλη γλώσσα, αφαιρέσει απριόρι το ῾όλο᾽ της από το ῾εμού᾽ του ποιητή, το κενό ῾εμού᾽ ανάγεται στο “εμού” του καινού το οποίο ορίζει την ποίησή του. Αυτή η διπλή κένωση είναι ο ποιητικός πυρήνας του Γιώργου Αναγνώστου, η ουτοπία του. Ο Γιώργος Αναγνώστου αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να επωμισθεί το βάρος της ουτοπίας του για να απελευθερώσει την ουτοπία στην ίδια την γλώσσα η οποία δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από το απέραντο που δωρίζεται στον ποιητή άνευ όρων παραδοχής και αποδοχής. Η ουτοπία λοιπόν του ποιητή είναι η εξορία του, η αποδοχή του διασπορικού “είναι” του ξένου, το “είναι” αυτού που μπορεί και ταξιδεύει σε τόπους χωρίς να χάνει την αίσθηση του άτοπου.


4: Για να συνδυάσει τα δύο γλωσσικά πεδία ο Γιώργος Αναγνώστου χρειάζεται να τους μεταφέρει την ουτοπία του. Υπάρχει λοιπόν διασπορική ουτοπία εντός της οποίας εμμένει με θάρρος να τοποθετείται ως εξόριστος, δηλαδή ως ποιητής, ο Γιώργος Αναγνώστου, και από την οποία ατενίζει τα απέραντα γλωσσικά πεδία ως την βασική προϋπόθεση της πυροδότησης της φωνής του ῾μουσκεμένη᾽ πλέον με την αφωνία. Ως ξένος στην γλώσσα του, δηλαδή ελεύθερος από τη μόνιμη εμπλοκή σε αστερισμούς γνώριμων λέξεων και πατροπαράδοτων προσδοκιών, ο Γιώργος Αναγνώστου κοιτά κατάματα την ξένη γλώσσα για να ανακαλύψει ότι στις λέξεις της, και πριν να γίνουν κατανοητές, πρέπει ο ποιητής να εντοπίσει την διασπορική τους, την αισθητική τους, γεύση (μπορούμε να γευτούμε τις λέξεις;) προξενώντας αστάθεια στον κυρίαρχο κόσμο τους.
Η ποίησή του λοιπόν είναι η συνάντηση δύο εξοριών, στο ίδιο πρόσωπο, αυτό του λάτρη της ουτοπίας. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που ο ποιητής κατέχεται από τον έμμονο φόβο: να μην προδώσω. Τι άραγε; Ίσως ο διασπορικός ποιητής προδίδει όταν επαναπαύεται νοσταλγικά στην γλώσσα του, όταν συμφωνεί και συμπίπτει με τις μνήμες και προσδοκίες που πλημμυρίζουν την γλώσσα και την διεκδικούν. Όμως η διασπορική εμπειρία ταράσσει την γλώσσα με την ουτοπική ασυμφωνία της εξορίας την οποία κουβαλά. Ως ποιητής ο Γιώργος Αναγνώστου παραμένει ακίνητος και μετέωρος έξω από τις γλώσσες του, αδιάκοπα τριγυρίζοντας γύρω από λέξεις αναμένοντας από αυτές κάποια νύξη ασυμφωνίας, μένοντας πιστός στο διασπορικό βίωμα. Η ουτοπία της αντίστασης είναι η αφή του με την οποία θωπεύει διασπορικές πλέον λέξεις, δηλαδή λέξεις οι οποίες κουβαλούν την εξορία. Ως ποιητής, εξόριστος και ξένος, πού άραγε “πατάει” και τι αφουγκράζεται; Πώς περνάει από την μια λέξη στην άλλη; Υπάρχει κίνδυνος να αφανιστεί στο κενό της διασπορικής ασυμφωνίας μεταξύ των λέξεών του; Είναι εκεί που συναντάμε την γλώσσα ως απέραντο πεδίο, αυτό εντός του οποίου οι ίδιες οι λέξεις, αναγνωρίζοντας την άφιξη του ποιητή, γίνονται διασπορικές, και ίσως διχάζονται. Ο ποιητής είναι ο αιώνια ξένος στην γλώσσα του γιατί τελικά ταξιδεύει μακριά από τις λέξεις στο κενό ανάμεσά τους, και παράλληλα στο κενό της καινής σιωπής ανάμεσα στις δύο γλώσσες. Ίσως το ερώτημα λοιπόν δεν είναι τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε με λέξεις, αλλά τι εννοούμε όταν μιλάμε στις λέξεις με το κενό ανάμεσά τους που είναι πάντα, ανεξάρτητα πόσες φορές επαναλαμβάνεται, το καινό της εισπνοής και της εκπνοής, το διασπορικό καινό της ουτοπίας, της ελευθερίας, και της αντίστασης. Από τη σκοπιά αυτής της ενδιάμεσης σιωπής οι λέξεις, και από τις δύο γλώσσες, είναι το ίδιο ξένες και διασπορικές, η υπόσχεση της άρθρωσης μια νέας φωνής χωρίς όρους, απαλλαγμένη από εφιάλτες.

5: Τι πρέπει να μεταφέρει κάποιος μέσα του για να τον πονέσει ο αντιστασιακός πόνος της ποίησης του Γιώργου Αναγνώστου, ο πόνος του βάρους της ουτοπίας; Στην ποίηση τελικά δεν γίνεται ο πόνος κοινός. Το κοινό γίνεται πόνος όταν δεν μπορούμε να το δωρίσουμε άνευ όρων γιατί πνίγεται από το νέφος και την α(να)σφάλεια των δεδομένων αφηγημάτων. Ως ποιητής όμως της διασπορικής εμπειρίας, η οποία είναι τελικά η ουτοπική εμπειρία της διασποράς κόσμων, ο Γιώργος Αναγνώστου γνωρίζει ότι η γλώσσα είναι δώρο που χαρίζεται εξ ολοκλήρου στους γνώστες του απέραντου, της ουτοπίας της αντίστασης, και ότι ως ποιητής οφείλει να επιμένει να την δωρίζει εξ ολοκλήρου (σε ποιους;). Είναι άραγε το χάρισμα αυτό ο ορισμός του ποιήματος; Για να δωριστεί όμως η γλώσσα πρέπει να μεταφερθεί στο πεδίο κάποιων λέξεων, ήδη γνώριμων. Πώς όμως μπορεί κάποιος να δωρίσει το οικείο, το καταχτημένο, όταν το δώρο είναι ξάφνιασμα, έκπληξη και ταραχή; Η ποίηση του Γιώργου Αναγνώστου ίσως και να είναι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ως ποιητής πιστεύει στην γλώσσα με πόνο. Οι λέξεις είναι λέξεις όχι απλώς γιατί κουβαλούν νόημα αλλά γιατί πρωτίστως μετατρέπονται σε μορφώματα του πόνου, της επιμονής, της αποδοχής και του χαρίσματος άνευ όρων. Ο πόνος και η αντίσταση τις κάνουν λέξεις. Ο διασπορικός πόνος απελευθερώνει τον μετανάστη από την νοσταλγία της επιστροφής στην γλώσσα, και την επιθυμία της προσαρμογής σε μια άλλη κυρίαρχη γλώσσα ενός κυρίαρχου κόσμου, από το παρελθόν και το μέλλον, και του επιτρέπει να ανακαλύψει την διασπορική στιγμή ως χρόνο-χώρο, πέρα από “εθνικούς” χρόνους και χώρους, δηλαδή ως ελευθερία.
Ενώ η άμεση και συνειδητή παρουσία του στην εμπειρία είναι αναγκαία προϋπόθεση για να την αναγάγει σε “δικό” του βίωμα και να παλέψει μαζί του, δεν ισχύει το ίδιο και για την γλώσσα στο πεδίο της οποίας φαίνεται να καταργείται η μοναδικότητα. Ως μοναδικότητες είμαστε πάντα ξένοι και τυχαίοι στην γλώσσα μας. Παράλληλα όμως φαίνεται ότι η γλώσσα δωρίζει τον εαυτόν της σε κάθε έναν από εμάς ως μοναδικότητες, άνευ όρων. Όρους θέτουν όχι οι γλώσσες καθαυτές αλλά οι κάθε λογής εθνικισμοί. Είναι άραγε δυνατόν να αισθανθούμε την γλώσσα την στιγμή που μας δωρίζεται, και αν είναι δυνατό, θα ήταν μια τέτοια αίσθηση η μεταμόρφωση κάποιου σε ποιητή; Η αίσθηση θα προϋπέθετε κάποιο εμπειρικό/σωματικό πεδίο στο οποίο “παίζεται”, βιωματικά, η μοναδικότητά μας. Παράλληλα, το πεδίο αυτό θα επέτρεπε τη “συνάντηση” με την γλώσσα, όχι απλώς ως δεδομένη πραγματικότητα, αλλά ως δώρο. Δηλαδή θα επέτρεπε το “βίωμα” της γλώσσας ως όλο, ως απέραντο πεδίο, το οποίο μας χαρίζεται ως μοναδικότητα αλλά όχι αποκλειστικά σε εμάς, αλλά σε όλες τις μοναδικότητες. Τη στιγμή του χαρίσματος λοιπόν ήδη βρίσκομαι εντός της γλώσσας περικυκλωμένος με λέξεις αλλά και εκτός ενατενίζοντας την γλώσσα ως απέραντο πεδίο. Για την ποίηση του Αναγνώστου είναι το διασπορικό στοιχείο στην εμπειρία του που του επιτρέπει να ανακαλύψει την γλώσσα ως ένα απέραντο πεδίο το οποίο μας δωρίζεται άνευ όρων, ελεύθερα.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://www.academia.edu/166014470/%CE%A0%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%B1_%CE%94%CE%B9%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%A0%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AC_%CE%B3_%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_2019_2026

Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.

«Με την ιδιομορφία που τον χαρακτήρισε, δημιούργησε τον δικό του τύπο μέσα στην αθηναϊκή μποεμία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Περιδιάβαζε τους δρόμους της Αθήνας ντυμένος συνήθως με μια μακριά καμπαρντίνα-μπέρτα και κρατώντας πάντα την αχώριστη τσάντα του. “Άνθρωπο-τσάντα” τον αποκαλούσαν στον καιρό του, επειδή ήταν ο πρώτος Αθηναίος που κράτησε τσάντα χωρίς να την αποχωριστεί ποτέ… (σ.σ. μπορούμε να τον φανταστούμε σήμερα να κυκλοφορεί διαρκώς με ένα σακίδιο πλάτης, κάτι που βέβαια δεν θα τον ξεχώριζε, πλέον, από το πλήθος). Στο περιδιάβασμα τούτο περνούσε από τα διάφορα φιλολογικά καφενεία και τα καλλιτεχνικά στέκια, σταματούσε ως φιλοπότης στα συνηθισμένα του ουζερί, έπαιζε τα βράδια στο θέατρο όταν είχε παράσταση και κατέληγε με φίλους για τις νυχτερινές σπονδές στον Βάκχο. Και μόνος ή με παρέα σεργιάνιζε στα δρομάκια του Α’ Νεκροταφείου της Αθήνας – ένας παράξενος επισκέπτης στο χώρο της σιωπής και του θανάτου», γράφει ο Νίκος Λογοθέτης στο βιβλίο του «Νίκος Βέλμος – O γυιός της απωλείας». Ένα ακόμα χαρακτηριστικό του «πορτρέτο» δίνει ο σύγχρονός του ποιητής και δημοσιογράφος Λάμπρος Αστέρης (1936), αναφερόμενος στον «μποέμικο συγγραφέα με την τσάντα στην αγκαλιά, με το ράθυμο βήμα, με το άσχημο μούτρο που θύμιζε τον Μπετόβεν», ο οποίος «γύριζε στους δρόμους της Αθήνας για να συναντήσει τους φίλους του και να πουλήσει τα βιβλία του, για να συζητήσει τις σοσιαλιστικές ιδέες, για να μιλήσει περί όλων των έργων του Σέξπιρ, που τον ελάτρευε».

«Αλίμονο, την αγάπη την καταλαβαίνετε μονάχα σαν κλίνει στη σαρκική ηδονή και ποτέ στη σοφή λιποθυμία της καλοσύνης», έγραφε ως απάντηση σε όσους σχολίαζαν τον «έκλυτο» βίο του (και) ως ομοφυλόφιλου, αποδίδοντάς του έναν «νοσηρό ψυχισμό» τον οποίο έμοιαζε να επιβεβαιώνει ο εκρηκτικός, αλλοπρόσαλλος ενίοτε χαρακτήρας του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνειδητή αποδοχή της ομοφυλοφιλίας του και η έντονη ερωτική του ζωή –«τα πάθη με κυνηγάνε και σ’ ησυχία δε μ’ αφήνουνε», εξομολογούνταν–, όταν ακόμα και σε πιο προηγμένες χώρες ένα πρώιμο ρεύμα απελευθέρωσης μόλις αναφαινόταν· θα το διέκοπταν απότομα οι διώξεις στη ναζιστική Γερμανία και ο Β’ Παγκόσμιος. Παρά, ωστόσο, τη διακηρυγμένη αντισυμβατικότητά του, πληγωνόταν βαθιά όταν έβλεπε να τον κακολογούν και να τον χλευάζουν: «Χίλιες φορές καλύτερα ολάκερη η ανθρωπότητα να σ’ έχει για τρελό, παρά ένας άνθρωπος για διεφθαρμένο. Τους τρελούς όλοι τους σιμώνουν, μα εκείνο που λένε διεφθαρμένο κανείς, μα κανείς δεν τον σιμώνει… δεν λέγονται τα φαρμάκια που με ποτίσανε», γράφει με πικρία στο «Κοινωνικό Βιβλίο» που υπήρξε ταυτόχρονα το πολιτικοκοινωνικό του μανιφέστο (1921). 

Στο βιβλίο αυτό, μείγμα φιλοσοφίας, κοινωνικής κριτικής και προσωπικών εξομολογήσεων, επιτίθεται στον αστικό πολιτισμό, στην κοινωνική υποκρισία και την εξουσία, πολιτική και θρησκευτική: «Μίσησε τους βασιλιάδες, μίσησε τη σημερινή δικαιοσύνη, που είναι μασκαρεμένη αδικία… αγάπησε τους κλέφτες των πλουσίων, αγάπησε όσους μισούνε τους παπάδες, όσους καίνε τις εκκλησίες τους». Αντιτάχθηκε, μάλιστα, στη Μικρασιατική Εκστρατεία, με πνεύμα αντιμιλιταριστικό και διεθνιστικό: «Αγάπησε τους λιποτάκτες της πατρίδας σου!..» διακήρυττε. Μέσα, δε, από το «Φραγκέλιο» (1926-1929), που κλείνει φέτος εκατό χρόνια από το πρώτο τεύχος του και στο οποίο αναδημοσίευσε πολλά αποσπάσματα από το «Κοινωνικό Βιβλίο», καλεί σε μια «επανάσταση των φτωχών», η μόνη θέση των οποίων είναι «στο πλευρό των εργατών». Φύσει ασυμβίβαστος, εντούτοις, αποφεύγει να ταυτιστεί ιδεολογικά με κάποια πολιτική οργάνωση: «Άμα πονέσεις μιάν αλήθεια, θα εχθρευτείς και τον φίλο σου που δεν την πιστεύει».

«Αγαθό μ’ όλες τις κακίες του και συμπαθητικό μ’ όλες τις διαστροφές του» τον χαρακτηρίζει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, «περιπαθή ρομαντικό» ο Στρατής Δούκας, «μοναχικό και άδολο» ο Ι.Μ. Παπαρρηγόπουλος, «μουσόπληκτο, μουσηγέτη και αναρχικό επαναστάτη» ο Θωμάς Γκόρπας, «λεπταίσθητο εμψυχωτή των τεχνών» ο Γιάννης Τσαρούχης, «αληθινά πηγαίο αλητήριο» ο Λεωνίδας Χρηστάκης, του οποίου υπήρξε από τις κύριες επιρροές.

Ο «Σεβντάς» (πεζοποιήματα), το αυτοβιογραφικό «Η ιστορία ενός παιδιού», που πρωτοκυκλοφόρησε με αυτοπροσωπογραφία του φιλοτεχνημένη από τον Φώτη Κόντογλου, το ταξιδιωτικό «Σταγιονόρος», το εξομολογητικό «Δύο αγάπες», «Ο Πάνορμος της Τήνου και ο Γιαννούλης Χαλεπάς» συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα έργα του. Διασκεύασε Σαίξπηρ («Όπως αγαπάτε», «Αντώνιος και Κλεοπάτρα») και μετέφρασε ποίηση Δ. Παπαρρηγόπουλου στη δημοτική. Υπήρξε, επιπλέον, εξαίρετος σκιτσογράφος – σκίτσα του, ιδίως πορτρέτα, κοσμούσαν πολλές εκδόσεις του και 422 από αυτά βρίσκονται στη Συλλογή του Αμερικανικού Κολεγίου, μας πληροφορεί ο Νίκος Λογοθέτης. Η λαϊκή, ανεπεξέργαστη, άνιση γραφή του μπορεί να υστερούσε συγκρινόμενη με εκείνη άλλων επιφανών συγχρόνων του, στον μετέπειτα ωστόσο παραγκωνισμό του συνετέλεσε η αντιπαλότητά του με το πνευματικό και όχι μόνο κατεστημένο της εποχής. Παραγωγικός υπήρξε και ως εκδότης, αξιόλογες ήταν, επιπλέον, οι επιδόσεις του στην υποκριτική. Ξεκίνησε ως «παιδί-θαύμα» και με δάσκαλο τον σπουδαίο Θωμά Οικονόμου έφτασε να παίζει δίπλα στη Μαρίκα Κοτοπούλη. Εμφανίζεται σε έργα των Ίψεν, Γκαίτε, Μπέρναρ Σο, Πολέμη, Χορν, συνεργάζεται με την Κυβέλη, ειδικεύεται σε σαιξπηρικούς ρόλους και το 1916 ιδρύει τον Μορφωτικό Θίασο.

Δεν σταματά, όμως, εκεί. Δοκιμάζεται ως γκαλερίστας και κριτικός τέχνης. Το 1928, ύστερα από την απρόσμενη επιτυχία μιας έκθεσης που έστησε στο ταπεινό του πατρικό στη Νικοδήμου 28 στην Πλάκα, ιδρύει στον ίδιο χώρο το περίφημο Άσυλον Τέχνης. Παρουσιάζει Γιαννούλη Χαλεπά, Γιάννη Τσαρούχη, Δομήνικο Θεοτοκόπουλο (αντιγραφές έργων), Πολυχρόνη Λεμπέση, ναΐφ έργα «Ασπούδαχτων Καλλιτεχνών» (έκθεση την οποία εγκαινίασε η Μαρίκα Κοτοπούλη) και σειρά χαρακτικών για την «Παληά (Οθωμανική) Αθήνα».  

Πολλά ακόμα θα μπορούσε ενδεχομένως να είχε κάνει, τον πρόλαβε όμως το μοιραίο. Ο δάγκειος πυρετός που τον προσέβαλε στην επιδημία του 1928 σε συνδυασμό με τις καταχρήσεις και την κακή ζωή υπονόμευσαν την υγεία του και στις 6 Ιουλίου 1930, σε ηλικία μόλις σαράντα ετών, πεθαίνει από υποχρονία νεφρίτιδα. Θάφτηκε στον οικογενειακό τάφο στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών που τόσο αγαπούσε. Σε μαρμάρινη στήλη που διασώζεται, είναι τοποθετημένο, μεταφερμένο σε μάρμαρο από άγνωστο καλλιτέχνη, το ανάγλυφο πορτρέτο του που είχε φιλοτεχνήσει ο Γιαννούλης Χαλεπάς.

Διαμαντής Καράβολας: «Τον μάγευαν το κρασί, ο έρωτας και ο πόνος»

«Ο Νίκος Βέλμος υπήρξε από τις πιο ιδιότυπες αλλά και αμφιλεγόμενες και κοινωνικά στιγματισμένες μορφές των αρχών του 20ού αιώνα. Έχοντας “θητεύσει” στην πρώιμη εφηβεία του στην αλητεία και την παραβατικότητα –επιδόθηκε σε κλοπές, δοκίμασε ουσίες, έκανε μέχρι και φυλακή–, έζησε ως αληθινός μποέμ που τον μάγευαν το κρασί, ο έρωτας και ο πόνος, καθώς έγραφε.

Εκτός όμως από το συγγραφικό και καλλιτεχνικό, διέθετε και πολιτικό αισθητήριο. Έχοντας αναπτύξει μια ιδιότυπη ιδεολογία με στοιχεία από τον σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό, τον αναρχισμό αλλά και τον πρώιμο χριστιανισμό, συνελήφθη στα Νοεμβριανά του 1916 και φυλακίστηκε ξανά εξαιτίας των φιλοβενιζελικών του πεποιθήσεων. Τις οποίες, ωστόσο, αποκήρυξε σαν διαπίστωσε ότι η κυβέρνηση Βενιζέλου χρησιμοποιούσε τις ίδιες μεθόδους (διώξεις και εξορίες) κατά των αντιπάλων της. Γνωστός για το θάρρος και την αθυροστομία του, διακήρυσσε με πάθος την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη μέσα από τις σελίδες του περιοδικού του “Φραγκέλιο”, όντας σφοδρός πολέμιος του αστικού κατεστημένου και διάπυρος υποστηρικτής των ταπεινών και των καταφρονεμένων.

Λογοτεχνικά θα τον κατατάσσαμε στη γενιά του Μεσοπολέμου και μάλιστα σε κείνους τους “βιωματικούς” συγγραφείς που βρίσκονταν στο περιθώριο, τρόπον τινά, της επίσημης λογοτεχνικής σκηνής. Το κίνητρο για να ασχοληθώ μαζί του ήταν κάποιες πολύ εγκωμιαστικές αναφορές του Θωμά Γκόρπα και βέβαια η εκτενής αναφορά του Λεωνίδα Χρηστάκη στο βιβλίο του “Οι δικοί μας άγιοι”. Υπήρχαν, επιπλέον, πολλές αναφορές στο πρόσωπό του από τον Γιάννη Τσαρούχη αλλά και τον επιστήθιο φίλο του, Στρατή Δούκα.

Δεν είχε εντούτοις γραφτεί για τον ίδιο κάτι συστηματικό, ούτε είχαν κυκλοφορήσει έργα του, με εξαίρεση τις “Δύο αγάπες” που είχαν βγάλει αρκετά παλιότερα οι εκδόσεις Εκάτη και το πολύ δυσεύρετο “Σταγιονόρος” των εκδόσεων Πρόσπερος. Όταν λοιπόν βρήκα τυχαία το “Φραγκέλιο”, αποφάσισα να το ανατυπώσω. Ακόμα, δε, μεγαλύτερη τύχη ήταν η γνωριμία μου με τον αείμνηστο πλέον Νίκο Λογοθέτη, ο οποίος είχε εντρυφήσει στο έργο του Βέλμου – είχε μάλιστα κυκλοφορήσει μια ιδιωτική έκδοση για φίλους, την οποία και ξανατυπώσαμε στον Φαρφουλά. Η έρευνά του μάς άνοιξε δρόμους, επιβεβαιώνοντας πόσο καινοτόμο πνεύμα ήταν.

Το γεγονός ότι ο Βέλμος, που δεν γνωρίζουμε καν αν τελείωσε έστω τη βασική εκπαίδευση, από παιδί του δρόμου κατάφερε να γίνει ηθοποιός, συγγραφέας, εκδότης, γκαλερίστας αλλά και πόλος έλξης για μια σειρά άλλων σημαντικών δημιουργών είναι από μόνο του αξιοθαύμαστο. Στο “Φραγκέλιο” πρωτοδημοσιεύτηκε, για παράδειγμα, κείμενο για το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα, ένα πολύ σημαντικό αρχιτεκτονικό τοπόσημο. Στο ίδιο έντυπο βρίσκουμε κείμενα και εικαστικά των Στρατή Δούκα, Φώτη Κόντογλου, Γιάννη Τσαρούχη, Γιαννούλη Χαλεπά, Τέλλου Άγρα, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη –με τον οποίο έκαναν πολλή παρέα ωσότου τσακώθηκαν, ήταν άλλωστε οξύθυμος και εριστικός από τη φύση του ο Βέλμος!–, Μήτσου Παπανικολάου, Τάκη Παπατσώνη και άλλων. Μέχρι τους “Έξη κανόνες της ινδικής ζωγραφικής” του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ αναδημοσίευσε.

Στο Άσυλον Τέχνης παρουσιάστηκαν καλλιτέχνες όπως ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος και ο Γιαννούλης Χαλεπάς, τον οποίο εκείνος επανέφερε στην επικαιρότητα. Ακόμα και για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο έκανε έκθεση με αντίγραφα έργων του από γνωστούς καλλιτέχνες της εποχής. Ήταν ο πρώτος που ανέδειξε τη λεγόμενη λαϊκή τέχνη, σχεδίαζε κιόλας ο ίδιος, τα έκανε, δε, όλα αυτά χωρίς καμία έξωθεν υποστήριξη. Σπουδαία καριέρα έκανε, επιπλέον, ως σαιξπηρικός ηθοποιός, ευτύχησε κιόλας να έχει δάσκαλο έναν εξέχοντα θεατράνθρωπο της εποχής, τον Θωμά Οικονόμου· έγραψε, δε, και ο ίδιος θεατρικά.

Τον διέκρινε ένα έντονο επαναστατικό στοιχείο και αυτοπροσδιοριζόταν ως κομμουνιστής αλλά χωρίς κάποια κομματική στράτευση. Το ίδιο ανοιχτά δήλωνε την ομοφυλοφιλία του, όχι τόσο στα γραπτά του, στα οποία αρκείται σε υπαινιγμούς, όπως στις “Δύο αγάπες”, όσο στον καθημερινό του βίο. Κάποια στιγμή γράφει στο “Φραγκέλιο”, αναφερόμενος σε μια ηθοποιό που τον έλεγε κακοντυμένο, ότι ευχαρίστως θα φόραγε και γυναικεία φορέματα αν είχε τα χρήματα να τα αποκτήσει.

Γράφει επίσης για την απαξίωση που δεχόταν επειδή ακριβώς τον θεωρούσαν “διεστραμμένο”, κάνει, δε, νύξεις στο “Κοινωνικό Βιβλίο” για τις επικρίσεις που δεχόταν εξαιτίας των σεξουαλικών του επιλογών, που ο ίδιος θεωρεί ότι τον “ευγενικοποιούσαν”. Σε κάποια μάλιστα αποσπάσματα της τακτικής αλληλογραφίας του με τον Στρατή Δούκα, αναφέρεται εκτενώς στη μακροχρόνια σχέση του με τον μικρασιατικής καταγωγής Μηνά Πεσμαζόγλου.  

Ο Βέλμος διακρινόταν για την προκλητική, ντανταϊστική του, θα λέγαμε, συμπεριφορά. Το ίδιο το “Φραγκέλιο” ήταν σωστός δυναμίτης! Για τον μετέπειτα δικτάτορα, για παράδειγμα, τον τότε υπουργό Συγκοινωνιών Ιωάννη Μεταξά, έγραφε ότι “τέτοιο μουλάρι που είναι, έπρεπε να του δώσουν το υπουργείο Μεταφορών!”. Ήταν γενικότερα σκωπτικός απέναντι στους πολιτικούς, τους στρατιωτικούς, τους δεσποτάδες, το κατεστημένο γενικότερα, προσπαθούσε, δε, να αναδείξει ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων που θεωρούσε αδικημένους.

Μετά την έκδοση του “Φραγκέλιου” ξαναβγήκαν στη φόρα και άλλα πράγματα που σχετίζονται με τον Βέλμο και βρίσκονταν σε διάφορα αρχεία, έγινε μάλιστα πρόπερσι μια δημοπρασία από τον Βέργο ενός αρχείου του Βέλμου που περιείχε επιστολές, σημειώσεις, χαρακτικά κ.λπ. Πουλήθηκε για 61.000 ευρώ, ένα δυσθεώρητο ποσό, σε άγνωστο παραλήπτη, που βεβαίως καλά έκανε και το απέκτησε. Το ζήτημα όμως τόσο με αυτή όσο και με άλλες ανάλογες περιπτώσεις είναι να επιτραπεί η πρόσβαση τουλάχιστον σε ιστορικούς τέχνης και ερευνητές ώστε να διαχέεται η γνώση. Απευθύνουμε προς τούτο έκκληση στον νέο κάτοχο να υπάρξει αυτή η δυνατότητα».

Κίμων Θεοδώρου: «Ο Βέλμος αποτέλεσε μια κινούμενη βόμβα»

«Με τη ζωή και το έργο του Βέλμου με ώθησε να ασχοληθώ η εκρηκτική λαϊκότητα και η ελευθεροστομία του στο “Φραγκέλιο” ως οπλοστάσιο κριτικής στα κακώς κείμενα. Οι υπόγειες απολαύσεις που αποπνέει ο λόγος του επίσης· μου φαίνεται υποκειμενικά να υποφώσκει μια ομοφυλοφιλική σαρκαστικότητα ενίοτε. Επιπλέον, καμιά φορά νομίζεις ότι βρίσκεσαι στο σήμερα. Για παράδειγμα, παραπονιόταν εκατό χρόνια πριν ότι “και στο νερό ακόμη οι άτιμοι μας βάλαν μηχανήματα. Θα το μετράνε με ειδικό ρολόι προς 10 δραχμές το κυβικό μέτρο. Και τι θ’ αφήσετε βρωμάνθρωποι που να μην το εμπορευθείτε;”. Διαβάζοντας Βέλμο, αναλογίζεται κανείς τη διαχρονική συνύφανση διαφθοράς, “αρίστων” και πονηρής κονόμας στο νεοελληνικό κράτος.

Ήταν εκρηκτικός χαρακτήρας και καβγατζής, αλλά με τους καλούς φίλους τα ξανάβρισκε. Ήταν πολυμήχανος και δεν σταματούσε να κάνει νέα πράγματα. Το Άσυλον Τέχνης μάλλον αποτέλεσε την πιο ξεχωριστή του στιγμή. Καθώς δεν υπήρχε εκτενής μελέτη για τη σύγχρονη υποδοχή των εκθέσεών του εκεί, αποφάσισα να το επιχειρήσω για να μου λυθούν απορίες. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ορισμένοι παραπονιούνται ότι γίνονται στην Αθήνα αναλογικά περισσότερες εκθέσεις και από τη Νέα Υόρκη, τόσες που δεν προλαβαίνουν να τις επισκέπτονται, ενώ αναδύεται από τότε και μια αίσθηση “εμπορευματοποίησης της τέχνης”. Ο Βέλμος, όταν εγκαινιάζει το Άσυλον Τέχνης το 1928, έχει έντονα μαχητική ρητορική κατά της εμπορευματοποίησης. Χρησιμοποιεί το “Φραγκέλιο” ως ένα είδος διαρκούς μανιφέστου, ενώ εκδίδει κάποια Φύλλα Τέχνης που ορισμένες φορές ενέχουν λειτουργία καταλόγου έκθεσης.

Ξεχωρίζουν οι εκθέσεις οι οποίες διαμορφώνουν ένα κλίμα πέραν του ακαδημαϊσμού, όπως η έκθεση με σχέδια του Γιαννούλη Χαλεπά (για την οικονομική ενίσχυση του καλλιτέχνη), η έκθεση για τον Θεοτοκόπουλο (συζητιέται η ιδέα δημιουργίας μουσείου Ελ Γκρέκο στην Ελλάδα) και η ομαδική έκθεση των “Ασπούδαχτων Καλλιτεχνών” (τονίζοντας τη σημασία της λαϊκής τέχνης). Οργανώνει ακόμη εκθέσεις για την “Παληά Αθήνα” και για την εκατονταετηρίδα από την Επανάσταση και την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (μάλιστα με open call, όπως θα λέγαμε σήμερα, ώστε να συγκεντρώσει τεκμήρια), που θεωρεί ιστορικού και εκπαιδευτικού χαρακτήρα. Η υποδοχή των εκθέσεων σε γενικές γραμμές ήταν ενθουσιώδης στον Τύπο, πλην λίγων περιπτώσεων που σχετίζονταν με προσωπικές αντιδικίες· πληροφορούμαστε διάφορα: από συμβουλές προς τον δήμο Αθηναίων να αποκτήσει ό,τι μπορεί από αυτές τις εκθέσεις ως κειμήλια, μέχρι για μια δικαστική διαμάχη που ξεσπά μεταξύ Βέλμου και οικογένειας Χαλεπά.

Το στίγμα του είναι ένας συνδυασμός πρακτικών επιμέλειας τέχνης με την ιστορική έρευνα, αναμειγνύοντας και πολιτικά στοιχεία, καθώς ονειρεύεται να χτίσει μια κοινότητα γύρω από το Άσυλον Τέχνης, άδολη και χωρίς ανθρώπους που κυνηγούν τη δόξα και το χρήμα. Αν επιμείνουμε να τον κατατάξουμε, του ταιριάζει η “πρωτοπορία”. Τις πεποιθήσεις του πλαισιώνουν ο μη διαχωρισμός τέχνης και ζωής, ο αναρχοχριστιανισμός, η πίστη στην υπεράσπιση των φτωχών, το μίσος προς όσους κατέχουν οποιαδήποτε εξουσία και γίνονται εκμεταλλευτές, η αξία της αυτομόρφωσης, η απέχθεια για την πονηρή μίμηση ιδεών από άλλους καλλιτέχνες. Οι διαφορετικές του πλευρές συνομιλούσαν, πίστευε πως “όλες οι τέχνες είναι μία” και πηγάζουν από την καθημερινή εμπειρία. Η τέχνη, κατά τον Βέλμο, είναι ένα όπλο που έδωσε η φύση στον άνθρωπο για να διδάξει την αγάπη ως δρόμο προς την ευτυχία. Για να φτάσει κανείς σε αυτό τον δρόμο, που είναι χαράς και δημιουργίας, πρωτίστως πρέπει να δώσει μάχες υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Μπορεί ως ηθοποιός ή λογοτέχνης να μην άρεσε σε όλους, τον αναγνώρισαν ωστόσο πολλοί συγκαιρινοί του, ειδικά για το Άσυλον Τέχνης. Όταν πεθαίνει το 1930, μεριμνούν φίλοι και άνθρωποι των γραμμάτων, με τη συνδρομή “αστών-κεφαλαιούχων”, ώστε να εκδώσουν το τελευταίο ανολοκλήρωτο έργο του: την “Παληά Αθήνα”. Στο θέατρο επηρεάστηκε από τον σκηνοθέτη Θωμά Οικονόμου και αγαπούσε τον Σαίξπηρ. Στις απόπειρες που έκανε να ζωγραφίσει είχε επηρεαστεί από τον Κόντογλου. Άσκησε επίδραση ως χαρακτήρας με τη σειρά του για ένα διάστημα στον νεαρό Τσαρούχη, ενώ μετά τον θάνατό του ο λογοτέχνης Στρατής Δούκας και ο ζωγράφος Κώστας Ηλιάδης κράτησαν το Άσυλον Τέχνης, μέχρι που ο Ηλιάδης οργάνωσε μια “Αντι-Πανελλήνια Έκθεση” το 1938 ενάντια στην πολιτιστική πολιτική της δικτατορίας Μεταξά. Αυτό έμοιαζε με κληρονομιά του Βέλμου: αυτο-οργάνωση και πολιτική κατακεραύνωση. Ας μην ξεχνάμε ότι μόλις μία δεκαετία πριν είχε ψηφιστεί ο αντικομμουνιστικός νόμος του Βενιζέλου. Ήθελε κότσια να είσαι Βέλμος. Τελικά, θα λησμονηθεί, ίσως γιατί επικράτησαν άλλες φυσιογνωμίες της εποχής, πιο συμβατές με την όποια “αστική” κουλτούρα, σε αντίθεση με τον Βέλμο, ο οποίος αποτέλεσε μια κινούμενη βόμβα».

Βένια Παστάκα: «Άνθρωπος φύσει ρομαντικός, ζούσε πάντοτε στα άκρα»
Ιστορικός τέχνης

«Η γνωριμία μου με τον Νίκο Βέλμο ξεκινάει αρκετά χρόνια πριν, φοιτήτρια ακόμα, όταν έπεσε στα χέρια μου ένα από τα Φύλλα Τέχνης του σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Επρόκειτο για την έκδοση που είχε γίνει μετά την έκθεση του Γιαννούλη Χαλεπά στο Άσυλον Τέχνης. Λίγο καιρό αργότερα, στο πλαίσιο ενός μαθήματος, ήρθαμε σε επαφή με τον κόσμο των ελληνικών περιοδικών τέχνης του 20ού αιώνα. Εκεί πρωτάκουσα για την ύπαρξη του “Φραγκέλιου”, που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αμιγώς καλλιτεχνικό, η ενασχόλησή του όμως με τις τέχνες και τους καλλιτέχνες της εποχής υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική. Η αναρχική προσωπικότητα του Βέλμου, η περιπετειώδης ζωή του, το ότι πέθανε τόσο νέος με γοήτευσε κι έτσι επέλεξα το περιοδικό ως διπλωματική προπτυχιακή εργασία. Στη συνέχεια το κόλλημα ήρθε με το ξεφύλλισμα του περιοδικού. Η ευθύτητα της γλώσσας, τα θέματα που επέλεγε, οι μικρές ιστορίες που έγραφε, ακόμα και τα μικρά διαμάντια που κρύβονται σε αυτό, όπως το ποιος πέρασε στο μάρμαρο την “Κοιμωμένη” του Χαλεπά, με έκανε να θέλω να ασχοληθώ όλο και περισσότερο με ένα περιοδικό που παραμένει πολύ σύγχρονο στον λόγο του, ακόμα κι αν το διαβάζεις έναν αιώνα αργότερα.

Ο Βέλμος είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση “ασπούδαχτου καλλιτέχνη”, όπως χαρακτήριζε στο “Φραγκέλιο” όσους δεν έβγαλαν κάποια καλλιτεχνική σχολή. Υπόψη ότι στις αρχές του αιώνα, στο μεγάλο καλλιτεχνικό κέντρο της εποχής, το Παρίσι, οι καλλιτέχνες επανεκτιμούν πιο αδρές μορφές τέχνης, όπως την παιδική, την πρωτόγονη, τη ναΐφ κ.λπ., καθώς τις θεωρούσαν πιο αυθεντικές. Από την άλλη, στην περίοδο του Μεσοπολέμου συμβαίνει σε πολλές χώρες, στην Ελλάδα επίσης, το φαινόμενο οι καλλιτέχνες να αναζητούν την αυθεντική ιστορική συνέχεια της τέχνης του τόπου τους. Δηλαδή το πώς θα ήταν η τέχνη αν δεν είχε επιρροές από τις διάφορες σχολές που διδασκόντουσαν. Έτσι στην Ελλάδα έχουμε μια στροφή προς τη βυζαντινή και τη λαϊκή τέχνη, απορρίπτοντας τη μέχρι τότε αυστηρή διδασκαλία της Σχολής του Μονάχου που διδασκόταν στην Καλών Τεχνών της Αθήνας.

Ο Βέλμος λοιπόν δρα μέσα σε αυτό το πλαίσιο, απορρίπτοντας οτιδήποτε ακαδημαϊκό και εκθειάζοντας ό,τι θεωρούσε αυθεντική μορφή έκφρασης. Συνδέεται στενά και με τον Φώτη Κόντογλου και τις βυζαντινές του αναζητήσεις, μέχρι που οι δύο τους έρχονται σε ρήξη. Προτρέπει τον νεαρό τότε Γιάννη Τσαρούχη να μη συνεχίσει τις σπουδές του στην Καλών Τεχνών διότι θα αλλοιωθεί η δεξιοτεχνία του και, το σημαντικότερο, φαίνεται πως είναι από τους λίγους που αναγνωρίζουν την πραγματική σημασία των έργων της λεγόμενης μεταλογικής περιόδου του Γιαννούλη Χαλεπά, απαλλαγμένος από το πρίσμα του μύθου που ήδη περιέβαλλε τον γλύπτη. Στα σχέδια, πάλι, του ίδιου του Βέλμου βλέπουμε την αγάπη για γρήγορο σχεδίασμα και μια αδιαφορία για την τελειοποίησή του.

Θα τον χαρακτηρίζαμε γενικότερα ως καλλιτέχνη με την ευρύτερη σημασία της λέξης. Ξεκίνησε ως ηθοποιός, παίζοντας σε σημαντικούς θιάσους όπως της Αικατερίνης Βερώνη, του Δημήτριου Κοτοπούλη και αργότερα της κόρης του, Μαρίκας Κοτοπούλη, του Θωμά Οικονόμου και της Κυβέλης, ενώ το 1917 συνέστησε και δικό του θίασο. Ήταν συγγραφέας, ποιητής, μεταφραστής έργων του Σαίξπηρ, τον οποίο θαύμαζε απεριόριστα (είναι γνωστό πως το Βέλμος είναι παραφθορά του Γουλιέλμος, καθώς το πραγματικό του επώνυμο ήταν Βογιατζάκης), εκδότης, γκαλερίστας, ερασιτέχνης ζωγράφος. Μάλιστα, δρούσε συχνά στο πλαίσιο της περφόρμανς, όταν έκανε σκηνές του “Άμλετ” τη νύχτα στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας ή ακόμα και της εγκατάστασης όταν, για παράδειγμα, διαμόρφωσε το δωμάτιό του ως έναν χώρο αφιερωμένο αποκλειστικά στον Σαίξπηρ. Οι ιδιότητές του συνυπήρχαν, καθώς ταυτόχρονα έγραφε, ζωγράφιζε, έπαιζε θέατρο και επιμελούνταν εκθέσεις. Ήταν πολλά πράγματα μαζί και αυτό είναι που κάνει αυτήν την περίπτωση ανθρώπου τόσο ενδιαφέρουσα.

Το Άσυλον Τέχνης δημιουργήθηκε το 1928 στο ισόγειο της οικίας Βέλμου, στην οδό Ναυάρχου Νικοδήμου 21, ένα σπίτι που ευτυχώς σώζεται μέχρι σήμερα. Τη διαμόρφωση του χώρου σε αίθουσα τέχνης ανέλαβαν ο αρχιτέκτονας Κωνσταντίνος Κακιούζης και ο Γιόχαν Ρωμανός (πατέρας της εικαστικού Χρύσας Ρωμανού), οι οποίοι είχαν σπουδάσει αρχιτεκτονική και διακοσμητική αντίστοιχα στο Παρίσι. Την πλακέτα με το όνομα της αίθουσας, σε σχέδιο που απεικόνιζε ένα βάζο με άνθη, είχε χαράξει ο Γιαννούλης Χαλεπάς και ήταν επικολλημένη δίπλα από την είσοδο. Από την ίδια την ονομασία γίνεται φανερό και το στίγμα που επιθυμούσε να δώσει στον χώρο: ένα καταφύγιο για καλλιτέχνες που αδυνατούσαν να πληρώσουν μια κεντρική αίθουσα για να εκθέσουν και, ταυτόχρονα, ένας χώρος όπου θα μπορούσαν να αναδειχθούν νέα πρόσωπα και νέες καλλιτεχνικές αναζητήσεις. Και πράγματι το κατάφερε.

Το Άσυλον Τέχνης εξελίχθηκε γρήγορα σε έναν ζωντανό πυρήνα πολιτισμού, όπου συγκεντρώνονταν άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών και συζητούσαν για εικαστικά, θεατρικά και λογοτεχνικά ζητήματα. Λειτούργησε παράλληλα ως σημαντικό βήμα για νέους δημιουργούς. Εκεί πραγματοποίησαν τις πρώτες τους εκθέσεις αρκετοί καλλιτέχνες, ανάμεσά τους και ο Γιάννης Τσαρούχης, ο οποίος παρουσίασε έργα του σε ηλικία μόλις 18 ετών, αλλά και ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος. Η αγάπη για την παλιά Αθήνα και η ανάγκη να συνδεθεί η νεοελληνική τέχνη με τις ιστορικές της ρίζες αποτέλεσαν βασικά στοιχεία της σκέψης του. Η στάση αυτή προαναγγέλλει, σε έναν βαθμό, την αναζήτηση της “ελληνικότητας” που θα απασχολήσει έντονα τους καλλιτέχνες τα επόμενα χρόνια. 

Όντας άνθρωπος φύσει ρομαντικός, δρούσε πάντοτε στα άκρα. Ξεκίνησε ως περιθωριακός, αλλά αυτό που ουσιαστικά έκανε με τη συμπεριφορά του ήταν ένα είδος προσωπικής επανάστασης και συνειδητής άρνησης να ενταχθεί στις κοινωνικές νόρμες της εποχής του. Ερωτευόταν ακραία και ανοιχτά (ο Βέλμος δεν έκρυψε ποτέ την ομοφυλοφιλία του), στα όρια τού να αρρωσταίνει, έκανε καταχρήσεις, υποστήριζε τους φίλους του με πάθος, όπως και τους καλλιτέχνες που εκτιμούσε, αγαπούσε τους φτωχούς, τους αδικημένους, τους παράνομους, ενώ ταυτόχρονα έκανε εύκολα εχθρούς, στους οποίους συχνά εξαπέλυε επιθέσεις μέσα από το περιοδικό που μπορούν να χαρακτηριστούν σχεδόν εμμονικές. Μάλιστα, πολλές φορές αλλάζει τόσο απότομα άποψη για φίλους του, που μπορεί να μπερδέψει και τον ίδιο τον μελετητή. Για παράδειγμα, ο Φώτης Κόντογλου ο Αϊβαλιώτης παραφράζεται ξαφνικά σε Αϊβλακιώτης, και ενώ αρχικά υποστήριζε το έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη, στη συνέχεια αναφέρεται σ’ αυτό ως “Παρθένια Αίσχη”.

Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τις αιτίες κάποιων μεταστροφών του, όπως παρουσιάζονται μέσα στο περιοδικό ωστόσο δημιουργούν συχνά σύγχυση. Η συμπεριφορά του φυσικά δημιουργούσε και αντιπάθειες, η δε χρήση της γλώσσας ήταν τόσο αιχμηρή και λαϊκή που πολλοί προσβάλλονταν και επέστρεφαν το περιοδικό, σταματώντας την συνδρομή τους. Ο Βέλμος είχε, ωστόσο, πάντοτε έναν κύκλο καλών φίλων που τον αγαπούσαν και αυτοί ήταν που φρόντισαν μετά τον θάνατό του να μη χαθεί η μνήμη του. Στον κύκλο αυτό αξίζει φυσικά να προσθέσουμε και τις αδελφές του, Αριάδνη και Τατιανή, που μετέτρεψαν το σπίτι τους σε Μουσείο Βέλμου και τίμησαν τη μνήμη του μέχρι το δικό τους τέλος. Δεν γνωρίζω πραγματικά πώς θα αντιμετώπιζαν έναν τόσο απρόβλεπτο χαρακτήρα στην εποχή του politically correct, όμως δεν μπορούμε να αποσπάσουμε τα πρόσωπα από το πλαίσιο στο οποίο γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν. Είναι πάντως αναμφίβολα μια προσωπικότητα που και σήμερα ασκεί γοητεία. Φέτος τον Δεκέμβριο συμπληρώνονται εκατό χρόνια από εκείνο το Σαββατόβραδο που εκδόθηκε το πρώτο τεύχος του “Φραγκέλιου”. Έναν αιώνα μετά, ο Βέλμος κατορθώνει να διατηρεί το ενδιαφέρον γύρω από αυτόν και το έργο του ζωντανό. Δεν είναι λίγο».

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ (όπου υπάρχουν επίσης και αρκετές φωτογραφίες): https://www.lifo.gr/culture/vivlio/nikos-belmos-o-diahronika-epikairos-gios-tis-apoleias?fbclid=IwY2xjawQ7-CtleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeW9iXauJHbmjWPbfaT9Hf6_-1a-r7D1U-D86F-Gf3slZUI6qKcGByBLsS4wU_aem_VZhotR_iiKe19UkQ7mwDtA