Ο εχθρός έξω και ο εχθρός μέσα: Το αντίδοτο της Audre Lorde στην απόγνωση

MARIA POPOVA*

«Δεν υπάρχει αγάπη για τη ζωή χωρίς απόγνωση για τη ζωή», έγραψε ο Αλμπέρ Καμύ ανάμεσα σε δύο παγκόσμιους πολέμους. Υπάρχουν πολλά είδη απόγνωσης: η ιδιωτική απόγνωση της ασθένειας και της ερωτικής οδύνης, η δημόσια απόγνωση που ονομάζουμε πολιτική, η υπαρξιακή απόγνωση του να φέρουμε μέσα μας τη θνητότητά μας και την απόλυτη ασήμαντότητά μας μπροστά στη ζωή του σύμπαντος (σ.τ.μ.: cosmos στο αγγλικό κείμενο).
Το φθινόπωρο του 1978, η Audre Lorde (18 Φεβρουαρίου 1934-17 Νοεμβρίου 1992) βρέθηκε αντιμέτωπη με πολλά από αυτά τα είδη ταυτόχρονα, καθώς μια ζοφερή διάγνωση πρώτα διέκοψε και ύστερα ενίσχυσε το έργο της ως μίας από τις πιο προσωπικές αλλά και πολιτικά καθοριστικές φωνές του περασμένου αιώνα. «Η πιο σύντομη διατύπωση της φιλοσοφίας μου είναι η ίδια η ζωή μου, ή η λέξη “Εγώ”», είχε γράψει στην ακμή της ζωής της, στην άνθηση της υγείας της. Τώρα, ήρθε η στιγμή να ακονίσει τη φιλοσοφία της πάνω στην κοφτερή άκρη της θνητότητάς της.
«Έρχεται η άνοιξη, κι όμως συνεχίζω να νιώθω την απόγνωση σαν ένα χλωμό σύννεφο που περιμένει να με καταπιεί», γράφει στην αρχή αυτού που αργότερα έγινε «Τα Ημερολόγια του Καρκίνου». Είναι η προσπάθεια της Lorde, εκθαμβωτικά επιτυχημένη, «να δώσει μορφή με ειλικρίνεια και ακρίβεια στον πόνο, την πίστη, τον μόχθο και την αγάπη, που αυτή η περίοδος της ζωής μου μετέφρασε σε δύναμη». Όπως κάθε μετάφραση, όμως, ήταν ένα απαιτητικό έργο, ένα δημιουργικό έργο, ένα έργο που απαιτούσε να μάθει μια νέα γλώσσα ύπαρξης αρκετά καλά ώστε να μπορέσει μέσα από αυτή να διοχετεύσει την ποίηση του να είσαι ζωντανός.
Όλα αρχίζουν με τον τραυλισμό της ακατανοησία που ακολουθεί κάθε υπαρξιακό σοκ: Βρίσκει τον εαυτό της «να μην αισθάνεται ιδιαίτερα αισιόδοξη αυτές τις μέρες, ούτε για την ταυτότητα ούτε για οτιδήποτε άλλο». Όμως σύντομα ανακαλύπτει ότι ο μόνος δρόμος έξω από αυτή τη «λιωμένη απόγνωση» (σ.τ.μ.: molten despair στο αγγλικό κείμενο) περνά μέσα από αυτήν.
Σε αρμονία με τη δύσκολα κερδισμένη επιμονή της ποιήτριας May Sarton ότι «μερικές φορές πρέπει κανείς απλώς να αντέξει μια περίοδο κατάθλιψης για όσα μπορεί να αποκαλύψει, αν καταφέρει να τη διασχίσει, προσεκτικά σε ό,τι εκθέτει ή απαιτεί», η Lorde καταλαβαίνει πως ακριβώς επιτρέποντας στην απόγνωση να υπάρξει, μπορεί να φτάσει πέρα από αυτήν:
«Αν μπορώ να κοιτάξω κατάματα τη ζωή και τον θάνατό μου χωρίς να λυγίσω, τότε ξέρω ότι δεν θα μπορέσουν ποτέ ξανά να μου κάνουν τίποτα. Πρέπει να αρκεστώ στο να βλέπω πόσο λίγα μπορώ πραγματικά να κάνω και παρ’ όλα αυτά να τα κάνω με ανοιχτή καρδιά… Πρέπει να αφήσω αυτόν τον πόνο να περάσει μέσα από μένα και να συνεχίσει τον δρόμο του. Αν του αντισταθώ ή προσπαθήσω να τον σταματήσω, θα εκραγεί μέσα μου, θα με διαλύσει, θα σκορπίσει τα κομμάτια μου πάνω σε κάθε τοίχο και κάθε άνθρωπο που αγγίζω».
Στην πορεία, απορροφημένη από τη γραφή ενώ προσπαθεί να μείνει ζωντανή, τρέμει μπροστά στο ερώτημα που στοιχειώνει κάθε καλλιτέχνη: «Για ποιον λόγο υπάρχει όλο αυτό το έργο;» Μα έπειτα, ολοκληρώνοντας ένα μυθιστόρημα, κοιτά πίσω και βλέπει ότι υπήρξε σωσίβιο. Σε αυτό που ίσως είναι το πιο σύντομο και ακριβές μανιφέστο για όσους επεξεργάζονται τις αγάπες και τις απώλειές τους μέσω της γραφής -ή μέσω οποιουδήποτε πράγματος οι άνθρωποι θεωρούν “δουλειά” μας- γράφει:
«Δεν χρειάζεται να νικήσω για να ξέρω ότι τα όνειρά μου είναι έγκυρα, χρειάζεται μόνο να πιστεύω σε μια διαδικασία της οποίας αποτελώ μέρος. Η δουλειά μου με κράτησε ζωντανή τον περασμένο χρόνο, η δουλειά μου και η αγάπη των γυναικών. Είναι αδιαχώριστες μεταξύ τους. Στην αναγνώριση της ύπαρξης της αγάπης βρίσκεται η απάντηση στην απόγνωση. Η δουλειά είναι αυτή η αναγνώριση που αποκτά φωνή και όνομα».
Μετρώντας την προσωπική της οδύνη απέναντι «στο τεράστιο μέγεθος του έργου μας, να αλλάξουμε την πορεία του κόσμου» και κατανοώντας ότι η απόγνωση «σημαίνει καταστροφή», επιτρέπει στην απόγνωσή της να υπάρξει -δηλαδή τη νιώθει- κι έπειτα την αρνείται – δηλαδή αρνείται να δράσει μέσα από αυτήν, να ζήσει σύμφωνα με αυτήν:
«Πώς πολεμώ την απόγνωση που γεννιέται από τον φόβο, τον θυμό και την αδυναμία, που είναι ο μεγαλύτερος εσωτερικός μου εχθρός; Έχω ανακαλύψει ότι το να μάχεσαι την απόγνωση δεν σημαίνει να κλείνεις τα μάτια μπροστά στο τεράστιο μέγεθος των καθηκόντων που απαιτεί η αλλαγή ούτε να αγνοείς τη δύναμη και τη βαρβαρότητα των δυνάμεων που έχουν στοιχιστεί εναντίον μας. Σημαίνει να διδάσκεις, να επιβιώνεις και να αγωνίζεσαι με τον σημαντικότερο πόρο που διαθέτεις: τον ίδιο σου τον εαυτό, και να βρίσκεις χαρά μέσα σε αυτόν τον αγώνα. Σημαίνει, για μένα, να αναγνωρίζω τον εχθρό έξω και τον εχθρό μέσα, και να γνωρίζω ότι το έργο μου είναι μέρος μιας συνέχειας του έργου των γυναικών, της επανάκτησης αυτής της γης και της δύναμής μας, και να γνωρίζω ότι αυτό το έργο δεν άρχισε με τη γέννησή μου ούτε θα τελειώσει με τον θάνατό μου. Και σημαίνει να ξέρω ότι μέσα σε αυτή τη συνέχεια, η ζωή μου, η αγάπη μου και το έργο μου έχουν μια ιδιαίτερη δύναμη και σημασία… Σημαίνει να ψαρεύεις πέστροφες στον ποταμό Μισισκουάι την αυγή και να γεύεσαι την πράσινη σιωπή, γνωρίζοντας ότι κι αυτή η ομορφιά είναι για πάντα δική μου».

*Το αγγλικό κείμενο δημοσιεύεται εδώ: https://www.themarginalian.org/2026/05/12/audre-lorde-despair/?mc_cid=a131c5bf24&mc_eid=f988fc8190 Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Άρης Αλεξάνδρου: Το βαρύ τίμημα του περάσματος από την συντροφικότητα της ομάδας στην αποτρόπαιη ερημιά της προσωπικής-ατομικής μοναξιάς

Γιώργος Μαρκόπουλος*

Εκείνο που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μένει σε μας, κλείνοντας τον τόμο Ποιήματα (1941-1971), που στεγάζει τις τρεις συλλογές (Ακόμα τούτη η άνοιξη, 1946, Άγονος γραμμή, 1952 και Ευθύτης οδών, 1959), που έγραψε ο Άρης Αλεξάνδρου, είναι αυτό το κακό συναίσθημα που μας αφήνει η επίδραση που είχε πάνω του η προσπάθεια στην εξορία, της ψυχικής και ηθικής του εξόντωσης, από εχθρούς μαζί και από «φίλους». Μια προσπάθεια, η οποία, περισσότερο και από την κρίση που πρέπει να δημιούργησαν σ’ αυτόν οι όποιες «ρωγμές» στον ιδεολογικό χώρο της επανάστασης, άφησε στην ποίησή του ανεξίτηλα τα σημάδια της πιο σκληρής απανθρωπιάς, της πιο διαβρωτικής απομόνωσης, του πιο ελεεινού εσωτερικού βασανισμού και της πιο ψυχοφθόρας ερήμωσης.

Αλλά ας προσεγγίσουμε και τις τρεις αυτές συλλογές, καθεμιά χωριστά. Στην πρώτη, ο Αλεξάνδρου, επηρεασμένος οπωσδήποτε από το δημοτικό τραγούδι αλλά και από την, ανανεωτικών τάσεων, ποίηση της εποχής, ιδιαίτερα από την πληθωρική όσο και έγχρωμη εικονοποιία του Γιάννη Ρίτσου, το έργο του οποίου δείχνει να είχε αφομοιώσει αρκούντως, μας παραδίδει ποιήματα που τα χαρακτηρίζει άλλοτε ένας περίεργος ρομαντισμός και άλλοτε μια ιδιόρρυθμη νοσταλγία, ενώ το επαναστατικό όραμα παραμένει ακέραιο, αράγιστο, και ο ποιητής μέσα σε αυτό ανυποψίαστος και ευδαίμων.

Τα πράγματα, όμως, δεν ορίζονται από επιφανειακές συγκυρίες αλλά, σίγουρα, από κάποιες βαθύτερες εσωτερικές διεργασίες, οι οποίες αργά και σταθερά, στο τέλος, επεμβαίνουν. Έτσι, αυτή η χυμώδης μακαριότητα της πρώτης συλλογής, έμελλε να διαταραχθεί και να πάρει τραγικές διαστάσεις στην αμέσως επόμενη• οπότε ο Αλεξάνδρου τώρα πια, χωρίς βεβαίως να εγκαταλείψει τελείως τις προηγούμενες επιλογές του, έστω και σαν απόηχους σε κάποιες στροφές, όσον αφορά την ποιητική του φόρμα, επιδίδεται περισσότερο στην καταγραφή (και όχι «περιγραφή») των εσωτερικών εκείνων συνισταμένων που ορίζουν τη συμπεριφορά ενός περίπλοκου και πολύπλοκου πλήθους (κρατούντων και κρατουμένων), το οποίο διαβιεί στο στρατόπεδο. Η γραφή του (αυτή που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των ποιημάτων του και ιδιαίτερα αυτών που σηματοδοτούν τη συλλογή), κοφτή, λαχανιασμένη, διαποτίζεται από την αγωνία του απελπισμένου, πανταχόθεν βαλλόμενου αγριμιού, που άλλοτε ο φόβος του εγκλείστου και άλλοτε η βιασύνη του να προλάβει, μια και διαισθάνεται έντονα το επερχόμενο τέλος, να πει αυτά που θέλει, καθίσταται, πράγματι, τραγική.

Το πρώτο πάντως ποίημα (και από τα σημαντικότερα) της συλλογής, μέσα στο οποίο αποκαλύπτονται με τον καλύτερο τρόπο όσα παραπάνω ισχυρίστηκα, είναι αυτό που φέρει τον τίτλο «Ανεπίδοτα γράμματα», στις στροφές του οποίου ο Αλεξάνδρου, προσκολλημένος στο ερωτικό πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, διακινείται, υπερσυναισθηματικοποιείται, μεταφέρει τις εντάσεις του, τις κάθετες πτώσεις του, τον τρόμο του για το ανεξαγόραστο του χρόνου και τις άμεσες διαπιστώσεις του για τις ανθρώπινες αδυναμίες (για πρώτη φορά) ορισμένων μαχητών του κινήματος, που κάτω από τον φόρτο των συνθηκών της εξορίας άφησαν, εμπράκτως μάλιστα, να διαφανούν. Το δραματικό στοιχείο εδώ είναι δοσμένο με έναν τρόπο, οπωσδήποτε, άγρια τραγικό άλλοτε και άλλοτε με μια χαμηλόφωνη, λεπτή ειρωνεία και σαρκασμό.

Έτσι, μέσα σε αυτή τη, με τα διαρκώς συγκρουόμενα στοιχεία της, μόνωση, ο Αλεξάνδρου ανακαλύπτει νέες προσωπικές διόδους. Η λατρευτική του αγάπη απέναντι στην τραγική μορφή, αλλά και απέναντι στην ποίηση του Μαγιακόφσκι, από την οποία θα αρδεύσει, για να αφομοιώσει σε ολόκληρη τη συλλογή του, με εξαιρετική επιτυχία, την πληθωρικότητά της και την ορμή της, προσφέρεται με τον καλύτερο τρόπο για κάτι τέτοιο. Γεγονός που αντικατοπτρίζεται, άλλωστε, στο επίσης σημαντικό ποίημα που φέρει τον τίτλο «Αλεξανδροστρόϊ», όπου ο σαρκασμός, το παράπονο, η πίκρα, η μνήμη, η ελπίδα, τα τραύματα που προκάλεσε η παγίωση της επανάστασης σε καθεστώς και η συνειδητοποίηση της αδυναμίας του χαρακτήρα του να συνυπάρξει με τη μοναδικότητά του μέσα στην «ομάδα» (αφετηρία γεγονότος που τόσο στοίχισε σ’ αυτόν στην όλη πορεία της ζωής του), δημιουργούν, πράγματι, ένα εφιαλτικό πλέγμα:

(…) Μες στην ομάδα είμουν
άχρηστος πάντα
σαν ένα σαν.
Μες στην ομάδα είμουν
ύποπτος πάντα
σαν την αλήθεια.
(…)

Στο ποίημα, πάντως που, περισσότερο από όλα αυτά καταγράφεται η τέλεια ερήμωση και αυτό το (προαναφερθέν) ανεξαγόραστο του χρόνου, γεγονός που, όπως επίσης προαναφέραμε, κατέτρυχε βασανιστικά, μέσα από την αγχώδη γραφή του τον Αλεξάνδρου, είναι αυτό που φέρει τον τίτλο «Επιστροφή».

Η Άγονος γραμμή, θα μπορούσα να πω ότι αποτελούσε για τον Αλεξάνδρου τη δίοδο, από την οποία θα περνούσε, από τον δρόμο των ιδεολογικών αμφιβολιών στη λεωφόρο της ανοιχτής διάστασης, γεγονός που χαρακτήρισε την τρίτη συλλογή του. Γι’ αυτό και το πάθος του, στην προκειμένη περίπτωση, είναι οπωσδήποτε πιο χαλαρό και λιγότερο έντονο. Αυτός πια, κατασταλαγμένος, δεν βάλλει αμυνόμενος με την ορμή του παρελθόντος, αλλά εκ του ασφαλούς, έχοντας βρει το προσωπικό του κρησφύγετο• γεγονός, άλλωστε, που περιορίζει και την ποίησή του, μακριά από τις γνωστές της εξάρσεις, να κινείται εντέλει σε περισσότερο «διανοητικές» δημιουργίες. (Η επίδραση του Καβάφη, που χαρακτηρίζει ολόκληρη τη συλλογή βεβαίως, είναι εμφανής).

Παρόλ’ αυτά, όμως, δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι εγκατέλειψε τις προσφιλείς φόρμες της προηγούμενης συλλογής του, προκειμένου να εκφράσει, για άλλη μια φορά, την τραγικότητά του. Ούτε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι αυτό το κακό συναίσθημα του ανεξαγόραστου του χρόνου τον εγκατέλειψε, απαλύνοντας έτσι την ένταση της εφιαλτικής σφαίρας, μέσα στην οποία κατά το παρελθόν τον εγκλώβιζε. Ούτε, ακόμα, ότι αυτή η φρικτή αίσθηση του «ναυαγίου» και της απόλυτης μοναξιάς, μέσα σε ένα παιχνίδι σχεδόν άκυρο, τον άφησε να αναπαυθεί. Ούτε ότι οι εξάρσεις του, άλλωστε, έλειψαν, αλλά ούτε και οι μεταπτώσεις του και οι ταλαντώσεις.

Ακόμα, μια και είμαστε στην τελευταία και δεν έπεται άλλη συλλογή, οφείλω να αναφέρω ότι στη συντριπτική πλειοψηφία (ιδιαίτερα στη δεύτερη και στην τρίτη), αυτός, διαμαρτυρόμενος, δεν αναφέρεται παρά μόνο στη μητρόπολη της επανάστασης, στη Σοβιετική Ένωση («Κόκκινη Πλατεία» κ.λπ.). Και τα πρόσωπα ακόμα που επιλέγει για να διαλεχθεί μαζί τους ή για να παίξουν κάποιον σημαντικό ρόλο στο δράμα του, από τον ίδιο χώρο επίσης είναι επιλεγμένα.

Από τα ποιήματα, πάντως, της καβαφικής τεχνοτροπίας, εκείνο που πιστεύω ότι θα έπρεπε περισσότερο από κάθε άλλο να σημειώναμε, αν οπωσδήποτε μας το ζητούσαν, είναι το «Φλάβιος Μάρκος εις εαυτόν». Και από εκείνα που θα επιλέγαμε επίσης, αν οπωσδήποτε μας το ζητούσαν, προκειμένου να παρουσιάσουμε συμπυκνωμένα τα κυριότερα συμπεράσματα που συνάγονται από την πορεία τού απελπιστικά μονήρους αυτού ανθρώπου, συνδυάζοντας ταυτοχρόνως και την αισθητική τελείωση, δεν θα ήταν άλλο από το ποίημα που φέρει τον τίτλο «Η αναμμένη λάμπα».

Ο Άρης Αλεξάνδρου, θα ισχυριζόμουν τελειώνοντας, υπήρξε (όπως υποστήριξα και στον τίτλο του παρόντος σημειώματος), ο ποιητής εκείνος που περισσότερο ίσως από όλους τους άλλους της γενιάς του, προκειμένου να υπηρετήσει με αξιοπρέπεια την ελευθεροφροσύνη αλλά και τη μοναδικότητα του ατόμου, στη βασανισμένη του ψυχή, υπέστη τη βαρύτερη τιμωρία: την πλέον αποτρόπαιη απομόνωση• και η ποίησή του, θα τόνιζα πως ήταν μοναδική στο είδος της, αν λίγα χρόνια αργότερα δεν αποκτούσε και τον αντίποδά της, που έμελλε ουσιαστικά για πάντα να την υπονομεύσει: Το μνημειώδες εκείνο μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://aforesmos.blogspot.com/2019/09/blog-post.html

Ο διασπορικός χρόνος-χώρος του Γιώργου Αναγνώστου και η απελευθέρωση του ποιητή

Γιώργος Βασιλακόπουλος

Εγώ ο Γνώστης Αναγνώστης
από τη βαθιά ελληνική επαρχία
και τις υγρασίες του νότου διαπλασμένος
μαρτυρία εαυτού να συρράψω κατάφερα
ενάντια σε θύελλες εξουσίας αναγνώριση διεκδικώ
φωνή́ αντιτείνω
φωνήεντα και σύμφωνα μουσκεμένα
φορεμένα κατάσαρκα
κυρτός μεν μα ευχαριστημένος
στις γειτονιές του κόσμου
τα ταξιδεύω
με άλλων ανθρώπων προφορές σαν σμίγουν πολυφωνίας
συλλογική́ ανυπακοή́ – ω υπέροχη προοπτική́!
αρθρώνουν.


(Γιώργος Αναγνώστου, 8 Τόποι Διασπορικοί Τρόποι)

1: Ως διασπορικό, το βίωμα του Γιώργου Αναγνώστου τον τοποθετεί, σχεδόν απέξω, ως εξόριστο και ξένο, από την γλώσσα του. Το “σχεδόν” αναφέρεται στην αμεσότητα και την συμπύκνωση ενός μη λεκτικού αισθήματος του “όλου” της Ελληνικής, της γλώσσας του, η ένταση του οποίου τον συνεπαίρνει και τον καλεί με την αφωνία που προκαλεί. Άφωνος μια και, πριν μιλήσει με τις λέξεις της (του), η γλώσσα του ανταποκρίνεται στην εξορία του εξολοκλήρου ως το “όλο” ενός απέραντου βωβού πεδίου. Και είναι αυτό το “απέραντο” το οποίο, ως στιγμή διάρκειας, μεταφέρει ο Γιώργος Αναγνώστου στις λέξεις. Είναι τελικά το διασπορικό βίωμα αυτή η ελαστική στιγμή διάρκειας, ο χρόνος -χώρος μιας αμείωτης έντασης που μας αποξενώνει από τις λέξεις και μας φέρνει αντιμέτωπους με το απροσδιόριστο “όλο” της γλώσσας μέσω του οποίου ξαναμιλάμε (σ)τις οικείες λέξεις μας σαν από την αρχή;

2: Είναι άραγε αυτό το αίσθημα γενναίας ενατένισης του γλωσσικού πεδίου η επίπονη αποδοχή της γλώσσας από έναν διασπορικό ποιητή ως ένα δώρο άνευ (εθνικιστικών; ωφελιμιστικών;) όρων και προσδοκιών; Δώρο γιατί ακριβώς χαρίζεται σε έναν εξόριστο, σε έναν ξένο (Έρχεται προς την γλώσσα του η φεύγει από αυτήν; Μάλλον και τα δύο.) Μακριά πλέον από γνώριμους, έστω και βασανιστικούς, τόπους και αφηγήματα; Το ζητούμενο για τον Γιώργο Αναγνώστου δεν είναι πλέον τι λέει μέσα στην γλώσσα του με ποιήματα ως συνάξεις λέξεων και βραχνών ήχων. Το ζητούμενο μάλλον είναι εάν μπορεί να μιλήσει στις λέξεις επιστρατεύοντας την αίσθηση του “όλου” της γλώσσας στη φωνή του, η οποία είναι πλέον άφωνη κραυγή. Γιατί άραγε να ανταποκριθεί η γλώσσα αυτή σε έναν εξόριστο ξένο, τον ποιητή, ο οποίος έχει αποβάλει μια για πάντα τις εθνικιστικές μνήμες που την τρέφουν ως το οξυγόνο αυτών, οι οποίοι ακόμη και ως διασπορικοί, επιμένουν να μιλούν, και όχι να σιωπούν, ελληνικά; Έχοντας αποβάλει το “εμού” από το “την γλώσσα μου”, και πριν να οικειοποιηθεί τις οικίες λέξεις της, ο Γιώργος Αναγνώστου μεταφέρει στις λέξεις την γλώσσα ως σωματική ταραχή, ως βουβή κραυγή. Η γλώσσα τώρα είναι η πληγή μέσα στην οποία επιπλέουν οι λέξεις, όσες ακόμη αντέχουν.

3: Ταυτόχρονα όμως, και ακριβώς γιατί το σημείο ενατένισης του Γιώργου Αναγνώστου είναι το διασπορικό βίωμα ενός ποιητικού “είναι” το οποίο ενατενίζει διασπορικά τον ίδιο τον εαυτόν του, ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος και με την άλλη γλώσσα, την Αγγλική, που ποτέ δεν την βάραινε το “εμού” του, που δεν τον αναγνωρίζει, και που στη μη αναγνώρισή της φαντάζει ως ένα άλλο, σκοτεινό και αδιαπέραστο, “όλο”, το οποίο επικαλείται και εμπεδώνει την διασπορική αφωνία στην διασπορική φωνή που επιθυμεί να αρθρωθεί. Πώς μπορεί ο ποιητής να αντέξει την ένταση (της τρέλας;) να συνδυάσει με λέξεις, συνδυάζοντας τις ίδιες τις λέξεις, αυτά τα δύο απέραντα πεδία; Τα πεδία τα οποία εισβάλουν το ένα στο άλλο και τον διεκδικούν, με αφετηρία τους και προορισμό το συγκεκριμένο της εμπειρίας του; Την ένταση δηλαδή της “στιγμής” που είναι η στιγμή της διασταύρωσης διάρκειας του “όλου” δύο γλωσσικών πεδίων συμπυκνωμένων σε αίσθημα και αίσθηση, στιγμής που ορίζει την διασπορική εμπειρία ως κίνηση αλλά και παράλυση, φωνή και αφωνία; Η διασπορική εμπειρία του Γιώργου Αναγνώστου έχει για πυρήνα της την αίσθηση του χρόνου της διάρκειας της στιγμής η οποία λειτουργεί ως χρόνος-χώρος, ως ορίζοντας έντασης, στον οποίο οι δύο γλώσσες λειτουργούν σε ένα άλλο, εκστατικά τρίτο, αφαιρετικό και κοινό πεδίο καθοριζόμενο από την έλλειψη του “εμού”. Έχοντας ο ποιητής αφαιρέσει το “εμού” από την γλώσσα του και έχοντας, η άλλη γλώσσα, αφαιρέσει απριόρι το ῾όλο᾽ της από το ῾εμού᾽ του ποιητή, το κενό ῾εμού᾽ ανάγεται στο “εμού” του καινού το οποίο ορίζει την ποίησή του. Αυτή η διπλή κένωση είναι ο ποιητικός πυρήνας του Γιώργου Αναγνώστου, η ουτοπία του. Ο Γιώργος Αναγνώστου αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να επωμισθεί το βάρος της ουτοπίας του για να απελευθερώσει την ουτοπία στην ίδια την γλώσσα η οποία δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από το απέραντο που δωρίζεται στον ποιητή άνευ όρων παραδοχής και αποδοχής. Η ουτοπία λοιπόν του ποιητή είναι η εξορία του, η αποδοχή του διασπορικού “είναι” του ξένου, το “είναι” αυτού που μπορεί και ταξιδεύει σε τόπους χωρίς να χάνει την αίσθηση του άτοπου.


4: Για να συνδυάσει τα δύο γλωσσικά πεδία ο Γιώργος Αναγνώστου χρειάζεται να τους μεταφέρει την ουτοπία του. Υπάρχει λοιπόν διασπορική ουτοπία εντός της οποίας εμμένει με θάρρος να τοποθετείται ως εξόριστος, δηλαδή ως ποιητής, ο Γιώργος Αναγνώστου, και από την οποία ατενίζει τα απέραντα γλωσσικά πεδία ως την βασική προϋπόθεση της πυροδότησης της φωνής του ῾μουσκεμένη᾽ πλέον με την αφωνία. Ως ξένος στην γλώσσα του, δηλαδή ελεύθερος από τη μόνιμη εμπλοκή σε αστερισμούς γνώριμων λέξεων και πατροπαράδοτων προσδοκιών, ο Γιώργος Αναγνώστου κοιτά κατάματα την ξένη γλώσσα για να ανακαλύψει ότι στις λέξεις της, και πριν να γίνουν κατανοητές, πρέπει ο ποιητής να εντοπίσει την διασπορική τους, την αισθητική τους, γεύση (μπορούμε να γευτούμε τις λέξεις;) προξενώντας αστάθεια στον κυρίαρχο κόσμο τους.
Η ποίησή του λοιπόν είναι η συνάντηση δύο εξοριών, στο ίδιο πρόσωπο, αυτό του λάτρη της ουτοπίας. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που ο ποιητής κατέχεται από τον έμμονο φόβο: να μην προδώσω. Τι άραγε; Ίσως ο διασπορικός ποιητής προδίδει όταν επαναπαύεται νοσταλγικά στην γλώσσα του, όταν συμφωνεί και συμπίπτει με τις μνήμες και προσδοκίες που πλημμυρίζουν την γλώσσα και την διεκδικούν. Όμως η διασπορική εμπειρία ταράσσει την γλώσσα με την ουτοπική ασυμφωνία της εξορίας την οποία κουβαλά. Ως ποιητής ο Γιώργος Αναγνώστου παραμένει ακίνητος και μετέωρος έξω από τις γλώσσες του, αδιάκοπα τριγυρίζοντας γύρω από λέξεις αναμένοντας από αυτές κάποια νύξη ασυμφωνίας, μένοντας πιστός στο διασπορικό βίωμα. Η ουτοπία της αντίστασης είναι η αφή του με την οποία θωπεύει διασπορικές πλέον λέξεις, δηλαδή λέξεις οι οποίες κουβαλούν την εξορία. Ως ποιητής, εξόριστος και ξένος, πού άραγε “πατάει” και τι αφουγκράζεται; Πώς περνάει από την μια λέξη στην άλλη; Υπάρχει κίνδυνος να αφανιστεί στο κενό της διασπορικής ασυμφωνίας μεταξύ των λέξεών του; Είναι εκεί που συναντάμε την γλώσσα ως απέραντο πεδίο, αυτό εντός του οποίου οι ίδιες οι λέξεις, αναγνωρίζοντας την άφιξη του ποιητή, γίνονται διασπορικές, και ίσως διχάζονται. Ο ποιητής είναι ο αιώνια ξένος στην γλώσσα του γιατί τελικά ταξιδεύει μακριά από τις λέξεις στο κενό ανάμεσά τους, και παράλληλα στο κενό της καινής σιωπής ανάμεσα στις δύο γλώσσες. Ίσως το ερώτημα λοιπόν δεν είναι τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε με λέξεις, αλλά τι εννοούμε όταν μιλάμε στις λέξεις με το κενό ανάμεσά τους που είναι πάντα, ανεξάρτητα πόσες φορές επαναλαμβάνεται, το καινό της εισπνοής και της εκπνοής, το διασπορικό καινό της ουτοπίας, της ελευθερίας, και της αντίστασης. Από τη σκοπιά αυτής της ενδιάμεσης σιωπής οι λέξεις, και από τις δύο γλώσσες, είναι το ίδιο ξένες και διασπορικές, η υπόσχεση της άρθρωσης μια νέας φωνής χωρίς όρους, απαλλαγμένη από εφιάλτες.

5: Τι πρέπει να μεταφέρει κάποιος μέσα του για να τον πονέσει ο αντιστασιακός πόνος της ποίησης του Γιώργου Αναγνώστου, ο πόνος του βάρους της ουτοπίας; Στην ποίηση τελικά δεν γίνεται ο πόνος κοινός. Το κοινό γίνεται πόνος όταν δεν μπορούμε να το δωρίσουμε άνευ όρων γιατί πνίγεται από το νέφος και την α(να)σφάλεια των δεδομένων αφηγημάτων. Ως ποιητής όμως της διασπορικής εμπειρίας, η οποία είναι τελικά η ουτοπική εμπειρία της διασποράς κόσμων, ο Γιώργος Αναγνώστου γνωρίζει ότι η γλώσσα είναι δώρο που χαρίζεται εξ ολοκλήρου στους γνώστες του απέραντου, της ουτοπίας της αντίστασης, και ότι ως ποιητής οφείλει να επιμένει να την δωρίζει εξ ολοκλήρου (σε ποιους;). Είναι άραγε το χάρισμα αυτό ο ορισμός του ποιήματος; Για να δωριστεί όμως η γλώσσα πρέπει να μεταφερθεί στο πεδίο κάποιων λέξεων, ήδη γνώριμων. Πώς όμως μπορεί κάποιος να δωρίσει το οικείο, το καταχτημένο, όταν το δώρο είναι ξάφνιασμα, έκπληξη και ταραχή; Η ποίηση του Γιώργου Αναγνώστου ίσως και να είναι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ως ποιητής πιστεύει στην γλώσσα με πόνο. Οι λέξεις είναι λέξεις όχι απλώς γιατί κουβαλούν νόημα αλλά γιατί πρωτίστως μετατρέπονται σε μορφώματα του πόνου, της επιμονής, της αποδοχής και του χαρίσματος άνευ όρων. Ο πόνος και η αντίσταση τις κάνουν λέξεις. Ο διασπορικός πόνος απελευθερώνει τον μετανάστη από την νοσταλγία της επιστροφής στην γλώσσα, και την επιθυμία της προσαρμογής σε μια άλλη κυρίαρχη γλώσσα ενός κυρίαρχου κόσμου, από το παρελθόν και το μέλλον, και του επιτρέπει να ανακαλύψει την διασπορική στιγμή ως χρόνο-χώρο, πέρα από “εθνικούς” χρόνους και χώρους, δηλαδή ως ελευθερία.
Ενώ η άμεση και συνειδητή παρουσία του στην εμπειρία είναι αναγκαία προϋπόθεση για να την αναγάγει σε “δικό” του βίωμα και να παλέψει μαζί του, δεν ισχύει το ίδιο και για την γλώσσα στο πεδίο της οποίας φαίνεται να καταργείται η μοναδικότητα. Ως μοναδικότητες είμαστε πάντα ξένοι και τυχαίοι στην γλώσσα μας. Παράλληλα όμως φαίνεται ότι η γλώσσα δωρίζει τον εαυτόν της σε κάθε έναν από εμάς ως μοναδικότητες, άνευ όρων. Όρους θέτουν όχι οι γλώσσες καθαυτές αλλά οι κάθε λογής εθνικισμοί. Είναι άραγε δυνατόν να αισθανθούμε την γλώσσα την στιγμή που μας δωρίζεται, και αν είναι δυνατό, θα ήταν μια τέτοια αίσθηση η μεταμόρφωση κάποιου σε ποιητή; Η αίσθηση θα προϋπέθετε κάποιο εμπειρικό/σωματικό πεδίο στο οποίο “παίζεται”, βιωματικά, η μοναδικότητά μας. Παράλληλα, το πεδίο αυτό θα επέτρεπε τη “συνάντηση” με την γλώσσα, όχι απλώς ως δεδομένη πραγματικότητα, αλλά ως δώρο. Δηλαδή θα επέτρεπε το “βίωμα” της γλώσσας ως όλο, ως απέραντο πεδίο, το οποίο μας χαρίζεται ως μοναδικότητα αλλά όχι αποκλειστικά σε εμάς, αλλά σε όλες τις μοναδικότητες. Τη στιγμή του χαρίσματος λοιπόν ήδη βρίσκομαι εντός της γλώσσας περικυκλωμένος με λέξεις αλλά και εκτός ενατενίζοντας την γλώσσα ως απέραντο πεδίο. Για την ποίηση του Αναγνώστου είναι το διασπορικό στοιχείο στην εμπειρία του που του επιτρέπει να ανακαλύψει την γλώσσα ως ένα απέραντο πεδίο το οποίο μας δωρίζεται άνευ όρων, ελεύθερα.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://www.academia.edu/166014470/%CE%A0%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%B1_%CE%94%CE%B9%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%A0%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AC_%CE%B3_%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_2019_2026

Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.

«Με την ιδιομορφία που τον χαρακτήρισε, δημιούργησε τον δικό του τύπο μέσα στην αθηναϊκή μποεμία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Περιδιάβαζε τους δρόμους της Αθήνας ντυμένος συνήθως με μια μακριά καμπαρντίνα-μπέρτα και κρατώντας πάντα την αχώριστη τσάντα του. “Άνθρωπο-τσάντα” τον αποκαλούσαν στον καιρό του, επειδή ήταν ο πρώτος Αθηναίος που κράτησε τσάντα χωρίς να την αποχωριστεί ποτέ… (σ.σ. μπορούμε να τον φανταστούμε σήμερα να κυκλοφορεί διαρκώς με ένα σακίδιο πλάτης, κάτι που βέβαια δεν θα τον ξεχώριζε, πλέον, από το πλήθος). Στο περιδιάβασμα τούτο περνούσε από τα διάφορα φιλολογικά καφενεία και τα καλλιτεχνικά στέκια, σταματούσε ως φιλοπότης στα συνηθισμένα του ουζερί, έπαιζε τα βράδια στο θέατρο όταν είχε παράσταση και κατέληγε με φίλους για τις νυχτερινές σπονδές στον Βάκχο. Και μόνος ή με παρέα σεργιάνιζε στα δρομάκια του Α’ Νεκροταφείου της Αθήνας – ένας παράξενος επισκέπτης στο χώρο της σιωπής και του θανάτου», γράφει ο Νίκος Λογοθέτης στο βιβλίο του «Νίκος Βέλμος – O γυιός της απωλείας». Ένα ακόμα χαρακτηριστικό του «πορτρέτο» δίνει ο σύγχρονός του ποιητής και δημοσιογράφος Λάμπρος Αστέρης (1936), αναφερόμενος στον «μποέμικο συγγραφέα με την τσάντα στην αγκαλιά, με το ράθυμο βήμα, με το άσχημο μούτρο που θύμιζε τον Μπετόβεν», ο οποίος «γύριζε στους δρόμους της Αθήνας για να συναντήσει τους φίλους του και να πουλήσει τα βιβλία του, για να συζητήσει τις σοσιαλιστικές ιδέες, για να μιλήσει περί όλων των έργων του Σέξπιρ, που τον ελάτρευε».

«Αλίμονο, την αγάπη την καταλαβαίνετε μονάχα σαν κλίνει στη σαρκική ηδονή και ποτέ στη σοφή λιποθυμία της καλοσύνης», έγραφε ως απάντηση σε όσους σχολίαζαν τον «έκλυτο» βίο του (και) ως ομοφυλόφιλου, αποδίδοντάς του έναν «νοσηρό ψυχισμό» τον οποίο έμοιαζε να επιβεβαιώνει ο εκρηκτικός, αλλοπρόσαλλος ενίοτε χαρακτήρας του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνειδητή αποδοχή της ομοφυλοφιλίας του και η έντονη ερωτική του ζωή –«τα πάθη με κυνηγάνε και σ’ ησυχία δε μ’ αφήνουνε», εξομολογούνταν–, όταν ακόμα και σε πιο προηγμένες χώρες ένα πρώιμο ρεύμα απελευθέρωσης μόλις αναφαινόταν· θα το διέκοπταν απότομα οι διώξεις στη ναζιστική Γερμανία και ο Β’ Παγκόσμιος. Παρά, ωστόσο, τη διακηρυγμένη αντισυμβατικότητά του, πληγωνόταν βαθιά όταν έβλεπε να τον κακολογούν και να τον χλευάζουν: «Χίλιες φορές καλύτερα ολάκερη η ανθρωπότητα να σ’ έχει για τρελό, παρά ένας άνθρωπος για διεφθαρμένο. Τους τρελούς όλοι τους σιμώνουν, μα εκείνο που λένε διεφθαρμένο κανείς, μα κανείς δεν τον σιμώνει… δεν λέγονται τα φαρμάκια που με ποτίσανε», γράφει με πικρία στο «Κοινωνικό Βιβλίο» που υπήρξε ταυτόχρονα το πολιτικοκοινωνικό του μανιφέστο (1921). 

Στο βιβλίο αυτό, μείγμα φιλοσοφίας, κοινωνικής κριτικής και προσωπικών εξομολογήσεων, επιτίθεται στον αστικό πολιτισμό, στην κοινωνική υποκρισία και την εξουσία, πολιτική και θρησκευτική: «Μίσησε τους βασιλιάδες, μίσησε τη σημερινή δικαιοσύνη, που είναι μασκαρεμένη αδικία… αγάπησε τους κλέφτες των πλουσίων, αγάπησε όσους μισούνε τους παπάδες, όσους καίνε τις εκκλησίες τους». Αντιτάχθηκε, μάλιστα, στη Μικρασιατική Εκστρατεία, με πνεύμα αντιμιλιταριστικό και διεθνιστικό: «Αγάπησε τους λιποτάκτες της πατρίδας σου!..» διακήρυττε. Μέσα, δε, από το «Φραγκέλιο» (1926-1929), που κλείνει φέτος εκατό χρόνια από το πρώτο τεύχος του και στο οποίο αναδημοσίευσε πολλά αποσπάσματα από το «Κοινωνικό Βιβλίο», καλεί σε μια «επανάσταση των φτωχών», η μόνη θέση των οποίων είναι «στο πλευρό των εργατών». Φύσει ασυμβίβαστος, εντούτοις, αποφεύγει να ταυτιστεί ιδεολογικά με κάποια πολιτική οργάνωση: «Άμα πονέσεις μιάν αλήθεια, θα εχθρευτείς και τον φίλο σου που δεν την πιστεύει».

«Αγαθό μ’ όλες τις κακίες του και συμπαθητικό μ’ όλες τις διαστροφές του» τον χαρακτηρίζει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, «περιπαθή ρομαντικό» ο Στρατής Δούκας, «μοναχικό και άδολο» ο Ι.Μ. Παπαρρηγόπουλος, «μουσόπληκτο, μουσηγέτη και αναρχικό επαναστάτη» ο Θωμάς Γκόρπας, «λεπταίσθητο εμψυχωτή των τεχνών» ο Γιάννης Τσαρούχης, «αληθινά πηγαίο αλητήριο» ο Λεωνίδας Χρηστάκης, του οποίου υπήρξε από τις κύριες επιρροές.

Ο «Σεβντάς» (πεζοποιήματα), το αυτοβιογραφικό «Η ιστορία ενός παιδιού», που πρωτοκυκλοφόρησε με αυτοπροσωπογραφία του φιλοτεχνημένη από τον Φώτη Κόντογλου, το ταξιδιωτικό «Σταγιονόρος», το εξομολογητικό «Δύο αγάπες», «Ο Πάνορμος της Τήνου και ο Γιαννούλης Χαλεπάς» συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα έργα του. Διασκεύασε Σαίξπηρ («Όπως αγαπάτε», «Αντώνιος και Κλεοπάτρα») και μετέφρασε ποίηση Δ. Παπαρρηγόπουλου στη δημοτική. Υπήρξε, επιπλέον, εξαίρετος σκιτσογράφος – σκίτσα του, ιδίως πορτρέτα, κοσμούσαν πολλές εκδόσεις του και 422 από αυτά βρίσκονται στη Συλλογή του Αμερικανικού Κολεγίου, μας πληροφορεί ο Νίκος Λογοθέτης. Η λαϊκή, ανεπεξέργαστη, άνιση γραφή του μπορεί να υστερούσε συγκρινόμενη με εκείνη άλλων επιφανών συγχρόνων του, στον μετέπειτα ωστόσο παραγκωνισμό του συνετέλεσε η αντιπαλότητά του με το πνευματικό και όχι μόνο κατεστημένο της εποχής. Παραγωγικός υπήρξε και ως εκδότης, αξιόλογες ήταν, επιπλέον, οι επιδόσεις του στην υποκριτική. Ξεκίνησε ως «παιδί-θαύμα» και με δάσκαλο τον σπουδαίο Θωμά Οικονόμου έφτασε να παίζει δίπλα στη Μαρίκα Κοτοπούλη. Εμφανίζεται σε έργα των Ίψεν, Γκαίτε, Μπέρναρ Σο, Πολέμη, Χορν, συνεργάζεται με την Κυβέλη, ειδικεύεται σε σαιξπηρικούς ρόλους και το 1916 ιδρύει τον Μορφωτικό Θίασο.

Δεν σταματά, όμως, εκεί. Δοκιμάζεται ως γκαλερίστας και κριτικός τέχνης. Το 1928, ύστερα από την απρόσμενη επιτυχία μιας έκθεσης που έστησε στο ταπεινό του πατρικό στη Νικοδήμου 28 στην Πλάκα, ιδρύει στον ίδιο χώρο το περίφημο Άσυλον Τέχνης. Παρουσιάζει Γιαννούλη Χαλεπά, Γιάννη Τσαρούχη, Δομήνικο Θεοτοκόπουλο (αντιγραφές έργων), Πολυχρόνη Λεμπέση, ναΐφ έργα «Ασπούδαχτων Καλλιτεχνών» (έκθεση την οποία εγκαινίασε η Μαρίκα Κοτοπούλη) και σειρά χαρακτικών για την «Παληά (Οθωμανική) Αθήνα».  

Πολλά ακόμα θα μπορούσε ενδεχομένως να είχε κάνει, τον πρόλαβε όμως το μοιραίο. Ο δάγκειος πυρετός που τον προσέβαλε στην επιδημία του 1928 σε συνδυασμό με τις καταχρήσεις και την κακή ζωή υπονόμευσαν την υγεία του και στις 6 Ιουλίου 1930, σε ηλικία μόλις σαράντα ετών, πεθαίνει από υποχρονία νεφρίτιδα. Θάφτηκε στον οικογενειακό τάφο στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών που τόσο αγαπούσε. Σε μαρμάρινη στήλη που διασώζεται, είναι τοποθετημένο, μεταφερμένο σε μάρμαρο από άγνωστο καλλιτέχνη, το ανάγλυφο πορτρέτο του που είχε φιλοτεχνήσει ο Γιαννούλης Χαλεπάς.

Διαμαντής Καράβολας: «Τον μάγευαν το κρασί, ο έρωτας και ο πόνος»

«Ο Νίκος Βέλμος υπήρξε από τις πιο ιδιότυπες αλλά και αμφιλεγόμενες και κοινωνικά στιγματισμένες μορφές των αρχών του 20ού αιώνα. Έχοντας “θητεύσει” στην πρώιμη εφηβεία του στην αλητεία και την παραβατικότητα –επιδόθηκε σε κλοπές, δοκίμασε ουσίες, έκανε μέχρι και φυλακή–, έζησε ως αληθινός μποέμ που τον μάγευαν το κρασί, ο έρωτας και ο πόνος, καθώς έγραφε.

Εκτός όμως από το συγγραφικό και καλλιτεχνικό, διέθετε και πολιτικό αισθητήριο. Έχοντας αναπτύξει μια ιδιότυπη ιδεολογία με στοιχεία από τον σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό, τον αναρχισμό αλλά και τον πρώιμο χριστιανισμό, συνελήφθη στα Νοεμβριανά του 1916 και φυλακίστηκε ξανά εξαιτίας των φιλοβενιζελικών του πεποιθήσεων. Τις οποίες, ωστόσο, αποκήρυξε σαν διαπίστωσε ότι η κυβέρνηση Βενιζέλου χρησιμοποιούσε τις ίδιες μεθόδους (διώξεις και εξορίες) κατά των αντιπάλων της. Γνωστός για το θάρρος και την αθυροστομία του, διακήρυσσε με πάθος την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη μέσα από τις σελίδες του περιοδικού του “Φραγκέλιο”, όντας σφοδρός πολέμιος του αστικού κατεστημένου και διάπυρος υποστηρικτής των ταπεινών και των καταφρονεμένων.

Λογοτεχνικά θα τον κατατάσσαμε στη γενιά του Μεσοπολέμου και μάλιστα σε κείνους τους “βιωματικούς” συγγραφείς που βρίσκονταν στο περιθώριο, τρόπον τινά, της επίσημης λογοτεχνικής σκηνής. Το κίνητρο για να ασχοληθώ μαζί του ήταν κάποιες πολύ εγκωμιαστικές αναφορές του Θωμά Γκόρπα και βέβαια η εκτενής αναφορά του Λεωνίδα Χρηστάκη στο βιβλίο του “Οι δικοί μας άγιοι”. Υπήρχαν, επιπλέον, πολλές αναφορές στο πρόσωπό του από τον Γιάννη Τσαρούχη αλλά και τον επιστήθιο φίλο του, Στρατή Δούκα.

Δεν είχε εντούτοις γραφτεί για τον ίδιο κάτι συστηματικό, ούτε είχαν κυκλοφορήσει έργα του, με εξαίρεση τις “Δύο αγάπες” που είχαν βγάλει αρκετά παλιότερα οι εκδόσεις Εκάτη και το πολύ δυσεύρετο “Σταγιονόρος” των εκδόσεων Πρόσπερος. Όταν λοιπόν βρήκα τυχαία το “Φραγκέλιο”, αποφάσισα να το ανατυπώσω. Ακόμα, δε, μεγαλύτερη τύχη ήταν η γνωριμία μου με τον αείμνηστο πλέον Νίκο Λογοθέτη, ο οποίος είχε εντρυφήσει στο έργο του Βέλμου – είχε μάλιστα κυκλοφορήσει μια ιδιωτική έκδοση για φίλους, την οποία και ξανατυπώσαμε στον Φαρφουλά. Η έρευνά του μάς άνοιξε δρόμους, επιβεβαιώνοντας πόσο καινοτόμο πνεύμα ήταν.

Το γεγονός ότι ο Βέλμος, που δεν γνωρίζουμε καν αν τελείωσε έστω τη βασική εκπαίδευση, από παιδί του δρόμου κατάφερε να γίνει ηθοποιός, συγγραφέας, εκδότης, γκαλερίστας αλλά και πόλος έλξης για μια σειρά άλλων σημαντικών δημιουργών είναι από μόνο του αξιοθαύμαστο. Στο “Φραγκέλιο” πρωτοδημοσιεύτηκε, για παράδειγμα, κείμενο για το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα, ένα πολύ σημαντικό αρχιτεκτονικό τοπόσημο. Στο ίδιο έντυπο βρίσκουμε κείμενα και εικαστικά των Στρατή Δούκα, Φώτη Κόντογλου, Γιάννη Τσαρούχη, Γιαννούλη Χαλεπά, Τέλλου Άγρα, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη –με τον οποίο έκαναν πολλή παρέα ωσότου τσακώθηκαν, ήταν άλλωστε οξύθυμος και εριστικός από τη φύση του ο Βέλμος!–, Μήτσου Παπανικολάου, Τάκη Παπατσώνη και άλλων. Μέχρι τους “Έξη κανόνες της ινδικής ζωγραφικής” του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ αναδημοσίευσε.

Στο Άσυλον Τέχνης παρουσιάστηκαν καλλιτέχνες όπως ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος και ο Γιαννούλης Χαλεπάς, τον οποίο εκείνος επανέφερε στην επικαιρότητα. Ακόμα και για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο έκανε έκθεση με αντίγραφα έργων του από γνωστούς καλλιτέχνες της εποχής. Ήταν ο πρώτος που ανέδειξε τη λεγόμενη λαϊκή τέχνη, σχεδίαζε κιόλας ο ίδιος, τα έκανε, δε, όλα αυτά χωρίς καμία έξωθεν υποστήριξη. Σπουδαία καριέρα έκανε, επιπλέον, ως σαιξπηρικός ηθοποιός, ευτύχησε κιόλας να έχει δάσκαλο έναν εξέχοντα θεατράνθρωπο της εποχής, τον Θωμά Οικονόμου· έγραψε, δε, και ο ίδιος θεατρικά.

Τον διέκρινε ένα έντονο επαναστατικό στοιχείο και αυτοπροσδιοριζόταν ως κομμουνιστής αλλά χωρίς κάποια κομματική στράτευση. Το ίδιο ανοιχτά δήλωνε την ομοφυλοφιλία του, όχι τόσο στα γραπτά του, στα οποία αρκείται σε υπαινιγμούς, όπως στις “Δύο αγάπες”, όσο στον καθημερινό του βίο. Κάποια στιγμή γράφει στο “Φραγκέλιο”, αναφερόμενος σε μια ηθοποιό που τον έλεγε κακοντυμένο, ότι ευχαρίστως θα φόραγε και γυναικεία φορέματα αν είχε τα χρήματα να τα αποκτήσει.

Γράφει επίσης για την απαξίωση που δεχόταν επειδή ακριβώς τον θεωρούσαν “διεστραμμένο”, κάνει, δε, νύξεις στο “Κοινωνικό Βιβλίο” για τις επικρίσεις που δεχόταν εξαιτίας των σεξουαλικών του επιλογών, που ο ίδιος θεωρεί ότι τον “ευγενικοποιούσαν”. Σε κάποια μάλιστα αποσπάσματα της τακτικής αλληλογραφίας του με τον Στρατή Δούκα, αναφέρεται εκτενώς στη μακροχρόνια σχέση του με τον μικρασιατικής καταγωγής Μηνά Πεσμαζόγλου.  

Ο Βέλμος διακρινόταν για την προκλητική, ντανταϊστική του, θα λέγαμε, συμπεριφορά. Το ίδιο το “Φραγκέλιο” ήταν σωστός δυναμίτης! Για τον μετέπειτα δικτάτορα, για παράδειγμα, τον τότε υπουργό Συγκοινωνιών Ιωάννη Μεταξά, έγραφε ότι “τέτοιο μουλάρι που είναι, έπρεπε να του δώσουν το υπουργείο Μεταφορών!”. Ήταν γενικότερα σκωπτικός απέναντι στους πολιτικούς, τους στρατιωτικούς, τους δεσποτάδες, το κατεστημένο γενικότερα, προσπαθούσε, δε, να αναδείξει ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων που θεωρούσε αδικημένους.

Μετά την έκδοση του “Φραγκέλιου” ξαναβγήκαν στη φόρα και άλλα πράγματα που σχετίζονται με τον Βέλμο και βρίσκονταν σε διάφορα αρχεία, έγινε μάλιστα πρόπερσι μια δημοπρασία από τον Βέργο ενός αρχείου του Βέλμου που περιείχε επιστολές, σημειώσεις, χαρακτικά κ.λπ. Πουλήθηκε για 61.000 ευρώ, ένα δυσθεώρητο ποσό, σε άγνωστο παραλήπτη, που βεβαίως καλά έκανε και το απέκτησε. Το ζήτημα όμως τόσο με αυτή όσο και με άλλες ανάλογες περιπτώσεις είναι να επιτραπεί η πρόσβαση τουλάχιστον σε ιστορικούς τέχνης και ερευνητές ώστε να διαχέεται η γνώση. Απευθύνουμε προς τούτο έκκληση στον νέο κάτοχο να υπάρξει αυτή η δυνατότητα».

Κίμων Θεοδώρου: «Ο Βέλμος αποτέλεσε μια κινούμενη βόμβα»

«Με τη ζωή και το έργο του Βέλμου με ώθησε να ασχοληθώ η εκρηκτική λαϊκότητα και η ελευθεροστομία του στο “Φραγκέλιο” ως οπλοστάσιο κριτικής στα κακώς κείμενα. Οι υπόγειες απολαύσεις που αποπνέει ο λόγος του επίσης· μου φαίνεται υποκειμενικά να υποφώσκει μια ομοφυλοφιλική σαρκαστικότητα ενίοτε. Επιπλέον, καμιά φορά νομίζεις ότι βρίσκεσαι στο σήμερα. Για παράδειγμα, παραπονιόταν εκατό χρόνια πριν ότι “και στο νερό ακόμη οι άτιμοι μας βάλαν μηχανήματα. Θα το μετράνε με ειδικό ρολόι προς 10 δραχμές το κυβικό μέτρο. Και τι θ’ αφήσετε βρωμάνθρωποι που να μην το εμπορευθείτε;”. Διαβάζοντας Βέλμο, αναλογίζεται κανείς τη διαχρονική συνύφανση διαφθοράς, “αρίστων” και πονηρής κονόμας στο νεοελληνικό κράτος.

Ήταν εκρηκτικός χαρακτήρας και καβγατζής, αλλά με τους καλούς φίλους τα ξανάβρισκε. Ήταν πολυμήχανος και δεν σταματούσε να κάνει νέα πράγματα. Το Άσυλον Τέχνης μάλλον αποτέλεσε την πιο ξεχωριστή του στιγμή. Καθώς δεν υπήρχε εκτενής μελέτη για τη σύγχρονη υποδοχή των εκθέσεών του εκεί, αποφάσισα να το επιχειρήσω για να μου λυθούν απορίες. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ορισμένοι παραπονιούνται ότι γίνονται στην Αθήνα αναλογικά περισσότερες εκθέσεις και από τη Νέα Υόρκη, τόσες που δεν προλαβαίνουν να τις επισκέπτονται, ενώ αναδύεται από τότε και μια αίσθηση “εμπορευματοποίησης της τέχνης”. Ο Βέλμος, όταν εγκαινιάζει το Άσυλον Τέχνης το 1928, έχει έντονα μαχητική ρητορική κατά της εμπορευματοποίησης. Χρησιμοποιεί το “Φραγκέλιο” ως ένα είδος διαρκούς μανιφέστου, ενώ εκδίδει κάποια Φύλλα Τέχνης που ορισμένες φορές ενέχουν λειτουργία καταλόγου έκθεσης.

Ξεχωρίζουν οι εκθέσεις οι οποίες διαμορφώνουν ένα κλίμα πέραν του ακαδημαϊσμού, όπως η έκθεση με σχέδια του Γιαννούλη Χαλεπά (για την οικονομική ενίσχυση του καλλιτέχνη), η έκθεση για τον Θεοτοκόπουλο (συζητιέται η ιδέα δημιουργίας μουσείου Ελ Γκρέκο στην Ελλάδα) και η ομαδική έκθεση των “Ασπούδαχτων Καλλιτεχνών” (τονίζοντας τη σημασία της λαϊκής τέχνης). Οργανώνει ακόμη εκθέσεις για την “Παληά Αθήνα” και για την εκατονταετηρίδα από την Επανάσταση και την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (μάλιστα με open call, όπως θα λέγαμε σήμερα, ώστε να συγκεντρώσει τεκμήρια), που θεωρεί ιστορικού και εκπαιδευτικού χαρακτήρα. Η υποδοχή των εκθέσεων σε γενικές γραμμές ήταν ενθουσιώδης στον Τύπο, πλην λίγων περιπτώσεων που σχετίζονταν με προσωπικές αντιδικίες· πληροφορούμαστε διάφορα: από συμβουλές προς τον δήμο Αθηναίων να αποκτήσει ό,τι μπορεί από αυτές τις εκθέσεις ως κειμήλια, μέχρι για μια δικαστική διαμάχη που ξεσπά μεταξύ Βέλμου και οικογένειας Χαλεπά.

Το στίγμα του είναι ένας συνδυασμός πρακτικών επιμέλειας τέχνης με την ιστορική έρευνα, αναμειγνύοντας και πολιτικά στοιχεία, καθώς ονειρεύεται να χτίσει μια κοινότητα γύρω από το Άσυλον Τέχνης, άδολη και χωρίς ανθρώπους που κυνηγούν τη δόξα και το χρήμα. Αν επιμείνουμε να τον κατατάξουμε, του ταιριάζει η “πρωτοπορία”. Τις πεποιθήσεις του πλαισιώνουν ο μη διαχωρισμός τέχνης και ζωής, ο αναρχοχριστιανισμός, η πίστη στην υπεράσπιση των φτωχών, το μίσος προς όσους κατέχουν οποιαδήποτε εξουσία και γίνονται εκμεταλλευτές, η αξία της αυτομόρφωσης, η απέχθεια για την πονηρή μίμηση ιδεών από άλλους καλλιτέχνες. Οι διαφορετικές του πλευρές συνομιλούσαν, πίστευε πως “όλες οι τέχνες είναι μία” και πηγάζουν από την καθημερινή εμπειρία. Η τέχνη, κατά τον Βέλμο, είναι ένα όπλο που έδωσε η φύση στον άνθρωπο για να διδάξει την αγάπη ως δρόμο προς την ευτυχία. Για να φτάσει κανείς σε αυτό τον δρόμο, που είναι χαράς και δημιουργίας, πρωτίστως πρέπει να δώσει μάχες υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Μπορεί ως ηθοποιός ή λογοτέχνης να μην άρεσε σε όλους, τον αναγνώρισαν ωστόσο πολλοί συγκαιρινοί του, ειδικά για το Άσυλον Τέχνης. Όταν πεθαίνει το 1930, μεριμνούν φίλοι και άνθρωποι των γραμμάτων, με τη συνδρομή “αστών-κεφαλαιούχων”, ώστε να εκδώσουν το τελευταίο ανολοκλήρωτο έργο του: την “Παληά Αθήνα”. Στο θέατρο επηρεάστηκε από τον σκηνοθέτη Θωμά Οικονόμου και αγαπούσε τον Σαίξπηρ. Στις απόπειρες που έκανε να ζωγραφίσει είχε επηρεαστεί από τον Κόντογλου. Άσκησε επίδραση ως χαρακτήρας με τη σειρά του για ένα διάστημα στον νεαρό Τσαρούχη, ενώ μετά τον θάνατό του ο λογοτέχνης Στρατής Δούκας και ο ζωγράφος Κώστας Ηλιάδης κράτησαν το Άσυλον Τέχνης, μέχρι που ο Ηλιάδης οργάνωσε μια “Αντι-Πανελλήνια Έκθεση” το 1938 ενάντια στην πολιτιστική πολιτική της δικτατορίας Μεταξά. Αυτό έμοιαζε με κληρονομιά του Βέλμου: αυτο-οργάνωση και πολιτική κατακεραύνωση. Ας μην ξεχνάμε ότι μόλις μία δεκαετία πριν είχε ψηφιστεί ο αντικομμουνιστικός νόμος του Βενιζέλου. Ήθελε κότσια να είσαι Βέλμος. Τελικά, θα λησμονηθεί, ίσως γιατί επικράτησαν άλλες φυσιογνωμίες της εποχής, πιο συμβατές με την όποια “αστική” κουλτούρα, σε αντίθεση με τον Βέλμο, ο οποίος αποτέλεσε μια κινούμενη βόμβα».

Βένια Παστάκα: «Άνθρωπος φύσει ρομαντικός, ζούσε πάντοτε στα άκρα»
Ιστορικός τέχνης

«Η γνωριμία μου με τον Νίκο Βέλμο ξεκινάει αρκετά χρόνια πριν, φοιτήτρια ακόμα, όταν έπεσε στα χέρια μου ένα από τα Φύλλα Τέχνης του σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Επρόκειτο για την έκδοση που είχε γίνει μετά την έκθεση του Γιαννούλη Χαλεπά στο Άσυλον Τέχνης. Λίγο καιρό αργότερα, στο πλαίσιο ενός μαθήματος, ήρθαμε σε επαφή με τον κόσμο των ελληνικών περιοδικών τέχνης του 20ού αιώνα. Εκεί πρωτάκουσα για την ύπαρξη του “Φραγκέλιου”, που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αμιγώς καλλιτεχνικό, η ενασχόλησή του όμως με τις τέχνες και τους καλλιτέχνες της εποχής υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική. Η αναρχική προσωπικότητα του Βέλμου, η περιπετειώδης ζωή του, το ότι πέθανε τόσο νέος με γοήτευσε κι έτσι επέλεξα το περιοδικό ως διπλωματική προπτυχιακή εργασία. Στη συνέχεια το κόλλημα ήρθε με το ξεφύλλισμα του περιοδικού. Η ευθύτητα της γλώσσας, τα θέματα που επέλεγε, οι μικρές ιστορίες που έγραφε, ακόμα και τα μικρά διαμάντια που κρύβονται σε αυτό, όπως το ποιος πέρασε στο μάρμαρο την “Κοιμωμένη” του Χαλεπά, με έκανε να θέλω να ασχοληθώ όλο και περισσότερο με ένα περιοδικό που παραμένει πολύ σύγχρονο στον λόγο του, ακόμα κι αν το διαβάζεις έναν αιώνα αργότερα.

Ο Βέλμος είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση “ασπούδαχτου καλλιτέχνη”, όπως χαρακτήριζε στο “Φραγκέλιο” όσους δεν έβγαλαν κάποια καλλιτεχνική σχολή. Υπόψη ότι στις αρχές του αιώνα, στο μεγάλο καλλιτεχνικό κέντρο της εποχής, το Παρίσι, οι καλλιτέχνες επανεκτιμούν πιο αδρές μορφές τέχνης, όπως την παιδική, την πρωτόγονη, τη ναΐφ κ.λπ., καθώς τις θεωρούσαν πιο αυθεντικές. Από την άλλη, στην περίοδο του Μεσοπολέμου συμβαίνει σε πολλές χώρες, στην Ελλάδα επίσης, το φαινόμενο οι καλλιτέχνες να αναζητούν την αυθεντική ιστορική συνέχεια της τέχνης του τόπου τους. Δηλαδή το πώς θα ήταν η τέχνη αν δεν είχε επιρροές από τις διάφορες σχολές που διδασκόντουσαν. Έτσι στην Ελλάδα έχουμε μια στροφή προς τη βυζαντινή και τη λαϊκή τέχνη, απορρίπτοντας τη μέχρι τότε αυστηρή διδασκαλία της Σχολής του Μονάχου που διδασκόταν στην Καλών Τεχνών της Αθήνας.

Ο Βέλμος λοιπόν δρα μέσα σε αυτό το πλαίσιο, απορρίπτοντας οτιδήποτε ακαδημαϊκό και εκθειάζοντας ό,τι θεωρούσε αυθεντική μορφή έκφρασης. Συνδέεται στενά και με τον Φώτη Κόντογλου και τις βυζαντινές του αναζητήσεις, μέχρι που οι δύο τους έρχονται σε ρήξη. Προτρέπει τον νεαρό τότε Γιάννη Τσαρούχη να μη συνεχίσει τις σπουδές του στην Καλών Τεχνών διότι θα αλλοιωθεί η δεξιοτεχνία του και, το σημαντικότερο, φαίνεται πως είναι από τους λίγους που αναγνωρίζουν την πραγματική σημασία των έργων της λεγόμενης μεταλογικής περιόδου του Γιαννούλη Χαλεπά, απαλλαγμένος από το πρίσμα του μύθου που ήδη περιέβαλλε τον γλύπτη. Στα σχέδια, πάλι, του ίδιου του Βέλμου βλέπουμε την αγάπη για γρήγορο σχεδίασμα και μια αδιαφορία για την τελειοποίησή του.

Θα τον χαρακτηρίζαμε γενικότερα ως καλλιτέχνη με την ευρύτερη σημασία της λέξης. Ξεκίνησε ως ηθοποιός, παίζοντας σε σημαντικούς θιάσους όπως της Αικατερίνης Βερώνη, του Δημήτριου Κοτοπούλη και αργότερα της κόρης του, Μαρίκας Κοτοπούλη, του Θωμά Οικονόμου και της Κυβέλης, ενώ το 1917 συνέστησε και δικό του θίασο. Ήταν συγγραφέας, ποιητής, μεταφραστής έργων του Σαίξπηρ, τον οποίο θαύμαζε απεριόριστα (είναι γνωστό πως το Βέλμος είναι παραφθορά του Γουλιέλμος, καθώς το πραγματικό του επώνυμο ήταν Βογιατζάκης), εκδότης, γκαλερίστας, ερασιτέχνης ζωγράφος. Μάλιστα, δρούσε συχνά στο πλαίσιο της περφόρμανς, όταν έκανε σκηνές του “Άμλετ” τη νύχτα στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας ή ακόμα και της εγκατάστασης όταν, για παράδειγμα, διαμόρφωσε το δωμάτιό του ως έναν χώρο αφιερωμένο αποκλειστικά στον Σαίξπηρ. Οι ιδιότητές του συνυπήρχαν, καθώς ταυτόχρονα έγραφε, ζωγράφιζε, έπαιζε θέατρο και επιμελούνταν εκθέσεις. Ήταν πολλά πράγματα μαζί και αυτό είναι που κάνει αυτήν την περίπτωση ανθρώπου τόσο ενδιαφέρουσα.

Το Άσυλον Τέχνης δημιουργήθηκε το 1928 στο ισόγειο της οικίας Βέλμου, στην οδό Ναυάρχου Νικοδήμου 21, ένα σπίτι που ευτυχώς σώζεται μέχρι σήμερα. Τη διαμόρφωση του χώρου σε αίθουσα τέχνης ανέλαβαν ο αρχιτέκτονας Κωνσταντίνος Κακιούζης και ο Γιόχαν Ρωμανός (πατέρας της εικαστικού Χρύσας Ρωμανού), οι οποίοι είχαν σπουδάσει αρχιτεκτονική και διακοσμητική αντίστοιχα στο Παρίσι. Την πλακέτα με το όνομα της αίθουσας, σε σχέδιο που απεικόνιζε ένα βάζο με άνθη, είχε χαράξει ο Γιαννούλης Χαλεπάς και ήταν επικολλημένη δίπλα από την είσοδο. Από την ίδια την ονομασία γίνεται φανερό και το στίγμα που επιθυμούσε να δώσει στον χώρο: ένα καταφύγιο για καλλιτέχνες που αδυνατούσαν να πληρώσουν μια κεντρική αίθουσα για να εκθέσουν και, ταυτόχρονα, ένας χώρος όπου θα μπορούσαν να αναδειχθούν νέα πρόσωπα και νέες καλλιτεχνικές αναζητήσεις. Και πράγματι το κατάφερε.

Το Άσυλον Τέχνης εξελίχθηκε γρήγορα σε έναν ζωντανό πυρήνα πολιτισμού, όπου συγκεντρώνονταν άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών και συζητούσαν για εικαστικά, θεατρικά και λογοτεχνικά ζητήματα. Λειτούργησε παράλληλα ως σημαντικό βήμα για νέους δημιουργούς. Εκεί πραγματοποίησαν τις πρώτες τους εκθέσεις αρκετοί καλλιτέχνες, ανάμεσά τους και ο Γιάννης Τσαρούχης, ο οποίος παρουσίασε έργα του σε ηλικία μόλις 18 ετών, αλλά και ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος. Η αγάπη για την παλιά Αθήνα και η ανάγκη να συνδεθεί η νεοελληνική τέχνη με τις ιστορικές της ρίζες αποτέλεσαν βασικά στοιχεία της σκέψης του. Η στάση αυτή προαναγγέλλει, σε έναν βαθμό, την αναζήτηση της “ελληνικότητας” που θα απασχολήσει έντονα τους καλλιτέχνες τα επόμενα χρόνια. 

Όντας άνθρωπος φύσει ρομαντικός, δρούσε πάντοτε στα άκρα. Ξεκίνησε ως περιθωριακός, αλλά αυτό που ουσιαστικά έκανε με τη συμπεριφορά του ήταν ένα είδος προσωπικής επανάστασης και συνειδητής άρνησης να ενταχθεί στις κοινωνικές νόρμες της εποχής του. Ερωτευόταν ακραία και ανοιχτά (ο Βέλμος δεν έκρυψε ποτέ την ομοφυλοφιλία του), στα όρια τού να αρρωσταίνει, έκανε καταχρήσεις, υποστήριζε τους φίλους του με πάθος, όπως και τους καλλιτέχνες που εκτιμούσε, αγαπούσε τους φτωχούς, τους αδικημένους, τους παράνομους, ενώ ταυτόχρονα έκανε εύκολα εχθρούς, στους οποίους συχνά εξαπέλυε επιθέσεις μέσα από το περιοδικό που μπορούν να χαρακτηριστούν σχεδόν εμμονικές. Μάλιστα, πολλές φορές αλλάζει τόσο απότομα άποψη για φίλους του, που μπορεί να μπερδέψει και τον ίδιο τον μελετητή. Για παράδειγμα, ο Φώτης Κόντογλου ο Αϊβαλιώτης παραφράζεται ξαφνικά σε Αϊβλακιώτης, και ενώ αρχικά υποστήριζε το έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη, στη συνέχεια αναφέρεται σ’ αυτό ως “Παρθένια Αίσχη”.

Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τις αιτίες κάποιων μεταστροφών του, όπως παρουσιάζονται μέσα στο περιοδικό ωστόσο δημιουργούν συχνά σύγχυση. Η συμπεριφορά του φυσικά δημιουργούσε και αντιπάθειες, η δε χρήση της γλώσσας ήταν τόσο αιχμηρή και λαϊκή που πολλοί προσβάλλονταν και επέστρεφαν το περιοδικό, σταματώντας την συνδρομή τους. Ο Βέλμος είχε, ωστόσο, πάντοτε έναν κύκλο καλών φίλων που τον αγαπούσαν και αυτοί ήταν που φρόντισαν μετά τον θάνατό του να μη χαθεί η μνήμη του. Στον κύκλο αυτό αξίζει φυσικά να προσθέσουμε και τις αδελφές του, Αριάδνη και Τατιανή, που μετέτρεψαν το σπίτι τους σε Μουσείο Βέλμου και τίμησαν τη μνήμη του μέχρι το δικό τους τέλος. Δεν γνωρίζω πραγματικά πώς θα αντιμετώπιζαν έναν τόσο απρόβλεπτο χαρακτήρα στην εποχή του politically correct, όμως δεν μπορούμε να αποσπάσουμε τα πρόσωπα από το πλαίσιο στο οποίο γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν. Είναι πάντως αναμφίβολα μια προσωπικότητα που και σήμερα ασκεί γοητεία. Φέτος τον Δεκέμβριο συμπληρώνονται εκατό χρόνια από εκείνο το Σαββατόβραδο που εκδόθηκε το πρώτο τεύχος του “Φραγκέλιου”. Έναν αιώνα μετά, ο Βέλμος κατορθώνει να διατηρεί το ενδιαφέρον γύρω από αυτόν και το έργο του ζωντανό. Δεν είναι λίγο».

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ (όπου υπάρχουν επίσης και αρκετές φωτογραφίες): https://www.lifo.gr/culture/vivlio/nikos-belmos-o-diahronika-epikairos-gios-tis-apoleias?fbclid=IwY2xjawQ7-CtleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeW9iXauJHbmjWPbfaT9Hf6_-1a-r7D1U-D86F-Gf3slZUI6qKcGByBLsS4wU_aem_VZhotR_iiKe19UkQ7mwDtA

Η ποιητική διαδρομή της Βερονίκης Δαλακούρα από την “Ποίηση ’67-’72” στους “Καππαδόκες”

[Εξ αφορμής, της πρόσφατα εκδεδομένης δίγλωσσης ανθολογίας:  Veroniki Dalakoura, Bird Shadows (selected poems and poetic prose 1967-2020), translated  and introduced by  John Taylor (Dialogos 2024)]
 
Ακόμα και σε κάποιον
ελεύθερο από πάθη
η θλίψη αυτή θα ήταν φανερή :
δείλι φθινοπωρινό σε βάλτο
που βλέπεις το κεφάλι μιας μπεκάτσας.

  ”Shinkokinshu”(1205) 
(μτφρ. Ανδρέας Αγγελάκης)
 
Αν υποτεθεί ότι κάποιος περιελάμβανε την ποιήτρια Βερονίκη Δαλακούρα, στην αποκαλούμενη ”γενιά τού ’70”, υιοθετώντας την σχηματοποιημένη (και φιλολογικά διευκολυντική) πρακτική τών ημεδαπών γραμματολογικών ”ληξιαρχείων”, η ένταξη  αυτή, θα είχε όντως νόημα -αποκλειστικά και μόνον- όσον αφορά στην παρθενική της συλλογή ”Ποίηση ’67-’72” (1972), που εξέδωσε εικοσάχρονη (ιδίοις αναλώμασι), μεσούσης τής απριλιανής δικτατορίας.
 
Ο υπόρρητος  σαρκασμός  σε συνδυασμό με την πνιγμονή που ”εξυφαίνεται” στην ”Ποίηση ’67-’72” – είναι σε απόλυτη, θα λέγαμε, συναρμογή με το,  αμφισβητησιακών, ειρωνικών και υπαινικτικών  αποχρώσεων, ”τοπίο” ορισμένων πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών και ποιητριών, μεταξύ των οποίων και η ”ομόλογη” περίπτωση τής  Δαλακούρα.
(Θάνατος την ημέρα των Χριστουγέννων)
 
Εμένα μ’αρέσει να προσκυνώ. Δε τα βάζω με κανένα. Αγαπώ τούς τυράννους και θέλω να γεννώ παιδιά στις χαρές των γιορτάδων. Όμως η μουσική – μέ τραυμάτισε σαν την ομίχλη.Δεν αντέχω άλλες συγνώμες κατά τού ειδώλου-  κατά τής συγνώμης. Στήθηκα για την απάθεια παθαίνοντας.  Χωρίς σκόνη. Πέρασα μέσα  απ’ το βουνό με αισθήσεις (συγχωρέστε)
(Ποίηση ’67-’72, 1972)
 
Ας θυμηθούμε, τα  υπονομευτικώς αλληγορικά ”Εικοσιτέσσερα νυχτερινά τραγούδια” (1968) τού Θανάση Θ. Νιάρχου (1945-), ή τον καυστικά ”αποδομητικό”  Βασίλη Στεριάδη (1947-2003)  με τη συλλογή ”Ο κ. Ίβο” (1970) και συναφώς την ”αντιθετική” κοσμοθέαση τής Νατάσας Χατζιδάκι (1946-2017), που βαδίζει (αμετάπειστη) ”Στις εξόδους των πόλεων”(1971).
 
Επιστρέφοντας, στην ποιητική περιοχή που οριοθετεί η Δαλακούρα, θα παρατηρούσαμε πως, ήδη από την ένσαρκη και έμφυλη ”κατάφαση”  τής (μεταπολιτευτικής) ”Παρακμής τού έρωτα” (1976),  η ποιήτρια αφίσταται  από τα κοινωνικοπολιτικά ”συμφραζόμενα” τής χουντικής επταετίας, καθώς και από την ”συνεκφορά” ενός αναγνωρίσιμου ποιητικού ιδιώματος, συνεκτικού μιας δυνητικά ομαδοποιήσιμης (προ Μεταπολίτευσης) ”γενιάς τού ’70”.
(Τραγούδι)
 
Χρόνια πριν, σε μια ηλικία που δεν ήταν παιδική αλλ’ ούτε και ώριμη, βρήκα την ρομαντική μουσική να σφάζει τα δέντρα. Έπιασα τότε τον έρωτα στα δάκτυλά μου και τον συνέτριψα. Μετά προσπάθησα να εξαφανίσω όλων των ειδών τις ευαισθησίες. Δεν βρήκα καμιά αγάπη – ευτυχώς. Η ζωγραφική μου τάραξε το αίμα, κι αυτό για λίγο, προτού διαβάσω τα αριστουργήματα της χλόης. Χάρηκα χάρηκα τη μεγαλοφυία και το θάνατο. Κι όταν κουράστηκα να πονώ δεν ήρθε η σιωπή ή κανένα εξωτικό πλάσμα ν’ αποχαιρετήσει τον ελληνικό χειμώνα. Ο Τετιμημένος και ο Ύπνος είχαν ξεκινήσει για καλύτερες εποχές.
(Η Παρακμή του έρωτα, 1976)
 
Η μεταϋπερρεαλιστικά  εξηρμένη ”Παρακμή τού έρωτα”(1976) δίνει την θέση της, στον φαινομενικά  μειλίχιο, πλην δύσθυμα ”απολογιστικό” ”Ύπνο” (1982), που αποτελεί ένα μεταβατικό στάδιο – τομή, στην έκτοτε κατατιθέμενη ποιητική δημιουργία τής Δαλακούρα, εφόσον ο βιωματικά πληθωρικός (”ενήδονα επώδυνος”) ερωτισμός τού παρελθόντος, έχει υποκατασταθεί πλέον από την πικρή ανάμνηση τού έρωτα, καθώς και από μιαν, ”αγνωστικιστικής” υφής,  απαρέσκεια.
(Ο άλλος)
 
Αχ ιστορία τού έρωτα και απόλαυση τής αγάπης που δεν γνώρισες τίποτα για τον έρωτα!
Γιατί η δική μου ηδονή μετρά τον χρόνο και απορρίπτει, γιατί ένα σώμα πάντα προδίδει
το σώμα μου.

(Ο Ύπνος, 1982)
 
Ο ευθύβολα απογυμνωτικός ”λόγος” στις ”Μέρες ηδονής” (1990), γίνεται  πιο οξύαιχμος  και ενίοτε  ”ενοχλητικά” διαυγής,  ιδίως όσον αφορά στην ”στάθμιση” τού ναρκοθετημένου ”παρόντος”, λόγω παρέλευσης τής νεανικής   ”σωματικότητας” και ιδιοσυγκρασίας.
 
Ως πότε θα συνεχιστεί αυτή η νύχτα
Δεν είναι μόνο το σκοτάδι
Αλλά κι η άρνηση
Το άχρηστο σώμα
Που ομολογεί και φτύνει
Η απαίσια ηδονή

(Μέρες ηδονής, 1990)
 
Στην ”Άγρια αγγελική φωτιά” (1997), η Δαλακούρα συμβολοποιεί τον κατακερματισμό και την εξαϋλωτική επενέργεια, ενός -εν πολλοίς- ”φενακιστικού” ερωτικού φαινομένου (παραπέμποντάς μας,  στον ”οικείο” γνόφο τής σαρτρικής ”Ναυτίας”)
 
Απαίσιο, το καθετί παρέμεινε και μετά το τέλος το ίδιο απαίσιο, Ψίθυροι όπως «Προσευχήσου για μένα» έπαιρναν τη θέση της εξομολόγησης, το μερίδιο της μάχης στο χαράκωμα της λεωφόρου. Ανέβαινε ασθμαίνοντας τα σκαλιά. Κάπου κρυβόταν ο τρελός σύζυγος ίσως στο τέρμα του δρόμου που κάποτε αγάπησε μιαν άλλη. Χειμώνας, για να υπάρξει έπρεπε τη μόλυνση να ακολουθήσει η διαφθορά. Όμως ακόμη κι αν ομολογούσε ότι με τη δική της θέληση ασελγούσαν στην ψυχή της, έπρεπε γι’ αυτό για πάντα το σώμα της να χάσει;
(Άγρια αγγελική φωτιά, 1997)
 
Στα ”26 Ποιήματα”(2004), επτά χρόνια μετά, η ώριμη ”ποιητική” τής Δαλακούρα, αποίκιλτα λιτή, με κατακτημένη (αυτ)επίγνωση και σωρευτικά  απομυθοποιητικές διαψεύσεις,  ”υπάγεται” εντέλει  στην  επικράτεια τής ματαιότητας και τού ανώφελου.

(Φαντάσματα)
 
Τώρα που ονειρεύτηκα τον αγαπημένο
Να κοιτά το άπειρο ξασπρισμένο
Σαν τα δικά του κόκαλα
Επιβεβαιώθηκε η νοθεία τού αισθήματος
 
Σπαθί του είναι τα μυτερά δόντια
Κι όταν το χέρι απλώνω στο συγχυσμένο
Κεφάλι
Αιχμαλωτίζει η μέγκενη των αστραφτερών
Κυνοδόντων.
 
Πατέρα απάλλαξε απ’ αυτόν το πόνο
Συγγενικό με το δικό σου χαμό.
Όμορφη μέρα της νύχτας
Η καρδιά νομοθετεί
Εισδύει με το στόμα μισάνοιχτο
Έτοιμη να δαγκώσει
Ερημική συνέχεια.


 (26 Ποιήματα)
 
Το 2011, η Δαλακούρα επανεμφανίζεται με τον ”Καρναβαλιστή” συλλογή ”προορατική” τής ολοκληρωτικής (απο)νέκρωσης,  μιας  κατ’ ουσίαν ψευδεπίγραφης και αβίωτης ”ζωής”.
 
Όλα τελειώσαν, άνθρωποι,
μέσα σε χύτρες αποφόρια
και λιμάνια με τη βρωμιά
ενός λαδιού από στουπί που
βύζαινα πριν
δώσω στην σκιά ό,τι
οφείλω.

(Καρναβαλιστής, 2011)
 
Θα ολοκληρώσουμε την περιήγηση στην -άνω των πενήντα ετών- ποιητική πορεία τής Βερ. Δαλακούρα, με τους ”Καππαδόκες” (2020), όπου  συνεμφανίζονται και συσσωματώνονται  η αινιγματική απόφανση,  το  οντολογικό κενό, η υπαρκτική κόπωση και καταληκτικά,  η ”εναπόθεση” στην αμφιθυμική περίπτυξη ενός  ομιχλωδώς απροσδιόριστου απείρου ”τέλους”,  δεδομένης – ωστόσο – τής προηγηθείσας ”ζωϊκής” πλησμονής.
(Πάλι καλά)
 
Κάτω από αμμόλοφους όπως βουβά υποσχέθηκα
μάσησα σκότος.
 
Με τα μαλλιά σε μολυβένια
ακτή τα σώματά μας έδεσα και
τραβώντας την αιχμή κορμί ξεχώρισα από δόρυ.
 
Πάλι καλά που πρόλαβα κι έκαψα ολόκληρο κερί.
Ένα με φλόγα από μαργαριτάρι
κι ας έβρεχε
κι ας μ’ είχε πλημμυρίσει η βροχή…

(Καππαδόκες, 2020)
 
ΠΗΓΕΣ
Ανδρέας Αγγελάκης,  Ανθολόγιο κινεζικής και ιαπωνικής ποίησης,  (1974)
Βερ. Δαλακούρα, Ποίηση ’67-’72, (1972)
Βερ.  Δαλακούρα, Η Παρακμή του έρωτα, Διογένης (1976)
Βερ. Δαλακούρα, Ο Ύπνος, Νεφέλη (1982)
Βερ. Δαλακούρα, Μέρες ηδονής, Φόρμα (1990)
Βερ. Δαλακούρα, Άγρια αγγελική φωτιά, Άγρα (1997)
Βερ. Δαλακούρα, 26 ποιήματα, Άγρα (2004)
Βερ. Δαλακούρα,  Καρναβαλιστής, Κέδρος (2011)
Βερ. Δαλακούρα, Καππαδόκες, Κουκκίδα (2020)

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.periou.gr/gianni-s-vitsara-i-poiitiki-diadromi-tis-veronikis-dalakoura-apo-tin-poiisi-67-72-stous-kappadokes/?fbclid=IwY2xjawK6NGVleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFRajJyZE5McUJDemczNmZoAR5u5BITxKGcpoH6wmdhHOd6Bt5P9BpBpnJDjgY__LkMjVKU_rKxdPFALJVXLg_aem_LkAFVes8XO0r1hoEa-7e-Q

Η τέχνη ως αναρχία

S.J.Welton*

Με το Dada, η σύγχρονη ποιητική αίσθηση φτάνει στο αποκορύφωμά της. Όπως έχω ήδη πει μάλλον χαριτολογώντας, το Dada, συνίσταται στο να καταγράφεις πράγματα που δεν μπορούν να σταθούν στα δικά τους πόδια. Το Dada δημιουργεί μια ισχυρή αρνητική λογική. Αντιστρέφει ριζικά την κατεύθυνση της νοημοσύνης. Το Dada δεν έχει τίποτα κοινό με οτιδήποτε μπορεί να σκεφτείτε γι’ αυτό, καθώς με το Dada δεν μπορεί να σκεφτεί κανείς. Μην το υποτιμάτε. Η ίδια η δύναμη της άρνησής του δίνει στο σκάνδαλο του Dada μια πολύ βαθιά σημασία. Προφανώς, είναι ένα κίνημα που δημιουργήθηκε από παγκόσμιες διάνοιες. Σήμερα ο Pic de la Mirandole θα ήταν πιθανώς Dada. Το Dada δεν είναι ένα φαινόμενο. Απαντά στις φιλοσοφικές απαιτήσεις της εποχής. Προσπαθεί να αγνοήσει την αντικειμενική πραγματικότητα προκειμένου να βυθιστεί στα υπερρεαλιστικά βάθη του ασυνείδητου. Όσο αρνητικό και αν φαίνεται το κίνημα του Dada, έχει σίγουρα γεννηθεί από υπερβατικές διερευνήσεις του ανθρώπινου νου.
Αρκεί να θυμηθούμε τον μαθηματικό Henri Poincare, του οποίου η φημισμένη θεωρία της ευκολίας προβλημάτισε τον επιστημονικό κόσμο. Σύμφωνα με τον Henri Poincare, αυτό που φαίνεται στον ανθρώπινο νου ως το πιο ουσιαστικά αληθινό είναι αυτό που αναμένεται κατά κύριο λόγο.
Έτσι, τα μαθηματικά και ιδιαίτερα η Ευκλείδεια Γεωμετρία δεν μπορούν να έχουν νόημα από απόλυτη άποψη.
Οι πιο αυστηρά ακριβείς αντιλήψεις μας είναι στην πραγματικότητα προσεγγιστικές. Η συντομότερη διαδρομή από το ένα σημείο στο άλλο δεν είναι, αν την εξετάσουμε προσεκτικά, η ευθεία γραμμή. Ομοίως, είναι αμφισβητήσιμο αν η Γη είναι ένα πολύεδρο που περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο. Σίγουρα είναι το πιο λογικό πράγμα που μπορούν να φανταστούν οι αισθήσεις μας, αλλά είναι πιθανό να είμαστε ακίνητοι, ενώ η αντικειμενική πραγματικότητα κινείται γύρω μας. Προφανώς, τείνουμε να επιλέγουμε την αρχή που αντιστοιχεί καλύτερα στη λεπτή διάθεση των οργάνων μας, και όλες οι σκέψεις μας βασίζονται αναπόφευκτα στην παράλογη αντίληψή μας για το χώρο.
Ομοίως, η φιλοσοφία του Bergson συνδέεται με την κριτική της έννοιας του χρόνου. Το Dada είναι αποτέλεσμα της διαισθητικής φιλοσοφίας. Ο Bergson παρουσιάζει τη νοημοσύνη ως αυστηρά προσαρμοσμένη στην ύλη και, ως εκ τούτου, ανίκανη να αντιληφθεί τη διάρκεια και την έκταση ως καθαρή ποιότητα.
Μόνο η διαίσθηση είναι ικανή να επιλύσει αυτά τα παράδοξα, αγνοώντας τη νοημοσύνη και προτιμώντας το ένστικτο.
Καθώς ο εγκέφαλος δεν μπορεί να οραματιστεί τον χρόνο και τον χώρο εκτός των ορίων της ύλης, είναι απαραίτητο να μην υποκύψουμε στα δεδομένα του απτού κόσμου, αλλά να βασιστούμε σε αυτό που ο Bergson αποκαλεί «τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης». Είναι, υπακούοντας σε αυτή τη βαθιά ριζωμένη παρόρμηση, που μπορούμε να ξεφύγουμε από τις χονδροειδείς έννοιες της ανθρώπινης λογικής. Αντί να αρκούμαστε στην κοινή αντίληψη του κόσμου, θα πρέπει να προχωρήσουμε σε μια εξερεύνηση του ανοργάνωτου κόσμου όπου τα πάντα βρίσκονται σε συνεχή δημιουργία.
Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Bergson, το άτομο είναι ο «μεταβλητός συνδυασμός του παρελθόντος». Η αρχή της ταυτότητας πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στη «ζωτική ώθηση», η οποία αντανακλά τη διαρκή μεταβολή του σύμπαντος και αψηφά κάθε προσπάθεια να περιοριστεί.
Εν συντομία, αυτή είναι η φιλοσοφία μπροστά στην οποία τόσα πολλά προηγούμενα συστήματα χάνουν το μεγαλύτερο μέρος του νοήματός τους.
Έτσι, το Dada δεν είναι παρά αυτή η προσπάθεια να απελευθερωθεί κανείς από τις σχετικές έννοιες της ανθρώπινης λογικής. Σκοπός του είναι να καταργήσει τις κατηγορίες. Γι’ αυτό το Dada δεν επιδιώκει να ξεκαθαρίσει τίποτα. Το μόνο που θέλει είναι περιστασιακές αναλαμπές των μακρινών λάμψεων του απόλυτου μέσα στα κινούμενα συντρίμμια που άφησε η ώθηση της ζωής.
Ακόμα πιο πρόσφατα, οι θεωρίες του Αϊνστάιν έδωσαν το τελικό χτύπημα στη φιλοσοφία των γεγονότων.
Ο Αϊνστάιν ταυτίζει τις παλιές οντότητες του χώρου και του χρόνου σε μια τετραδιάστατη αντίληψη του σύμπαντος, δηλαδή ο χρόνος είναι μόνο μια τέταρτη διάσταση του χώρου.
Η μελέτη των φωτεινών ακτινοβολιών του πρότεινε απροσδόκητα αποτελέσματα. Η ιδέα του άπειρου, που έχει βασανίσει την ανθρώπινη λογική σε όλη την αιωνιότητα, για πρώτη φορά ίσως φαίνεται να υποχωρεί στο αξίωμα του Αϊνστάιν: «Τίποτα δεν είναι ταχύτερο από το φως». Η ύπαρξη μιας απόλυτης ταχύτητας δεν ξεπερνά την κατανόησή μας.
Η μαθηματική έρευνα του Αϊνστάιν προσφέρει στην επιστήμη βάσεις που είναι λιγότερο προσεγγιστικές από την ευθύγραμμη γεωμετρία. Η ευθεία γραμμή δεν υπάρχει. Το λάθος μας έγκειται στο ότι την εκλαμβάνουμε ως γεωδαιτική (geodesic) γραμμή. Το φως δεν διαδίδεται σε ευθεία γραμμή. Πρέπει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε το σύμπαν ως μια καμπύλη «που είναι άπειρη, αλλά όχι χωρίς όρια».
Είμαστε συνηθισμένοι να οραματιζόμαστε μόνο περιορισμένο χώρο. Με τον ίδιο τρόπο, ο χρόνος που μπορούμε να φανταστούμε είναι μια τοπική ώρα. «Η πάροδος του χρόνου», είπε ο Αϊνστάιν, «δεν είναι πάντα η ίδια». Η ταχύτητα του φωτός είναι μια απόλυτη ταχύτητα, δηλαδή ανεξάρτητη από το χρόνο, και οι υπολογισμοί του Αϊνστάιν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, αν ο άνθρωπος μπορούσε να φτάσει την ταχύτητα του φωτός, δεν θα γερνούσε.
«Καταγράφουμε», λέει πάλι ο Αϊνστάιν, «μόνο διακυμάνσεις». Η πραγματικότητα μας κρύβεται από την παρέμβαση των αισθήσεών μας. Μπορούμε να κρίνουμε την κίνηση μόνο σε σχέση με ένα σημείο που υποθέτουμε ότι είναι σταθερό. Έτσι, κάθε κίνηση είναι σχετική.
Ο Αϊνστάιν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ένα πεδίο βαρύτητας όπου τίποτα δεν διαδίδεται στο κενό, αλλά όπου τα πάντα υπάρχουν μέσω αμοιβαίων αντιστοιχιών. Αναγάγει όλα τα φαινόμενα σε ηλεκτρομαγνητικούς νόμους.
Η αρχική ύλη είναι πανομοιότυπη· τα σώματα διαφέρουν ανάλογα με τη θέση που καταλαμβάνουν τα άλλα σώματα στο σύμπαν. Επομένως, κάθε ενέργεια περιέχει ένα άθροισμα αδράνειας, και ο αιθέρας, ο οποίος για τον σύγχρονο φιλόσοφο αντιπροσωπεύει ένα άυλο περιβάλλον που υποδηλώνει πλήρη απουσία κίνησης, αποτελεί για τον Αϊνστάιν ένα αξίωμα που έχει καταργηθεί.
Αλλά ας επιστρέψουμε στη λογοτεχνία.
Το Dada αναμφίβολα δεν συγκαταλέγει μεταξύ των προδρόμων του τον Alfred Jarry. Ο δημιουργός του Pere Ubu επιδεικνύει μια ριζοσπαστική αδιαλλαξία απέναντι στις κοινές αντιλήψεις. Εφηύρε την πεταφυσική (petaphysics), την επιστήμη του συγκεκριμένου. Στόχος του, όπως έλεγε, ήταν «να μελετήσει τους νόμους που διέπουν τις εξαιρέσεις».
Παρακάμπτοντας τα ακραία όρια της φαντασίας, ο Alfred Jarry ξεπέρασε τις πιο διαυγείς προτάσεις της αφηρημένης φιλοσοφίας. Στο μυθιστόρημα, θα θυμόμασταν το πρώιμο ύφος του Andre Gide. Οι χαρακτήρες των φιλοσοφικών διηγημάτων, όπως το «Paludes», προετοιμάζουν με μοναδικό τρόπο τη νοοτροπία που αρμόζει στο Dada.
Στο «Paludes» ο ΑAndre Gide απεικονίζει τη ζωή ως ένα έλος όπου εξαντλούμαστε σε μάταιες προσπάθειες χωρίς να είμαστε ικανοί για μια εντελώς ανεξάρτητη δράση.
Κατανοεί τη ματαιότητα κάθε κατασκευής και, για να παρακάμψει την υπερβολή των ανθρώπινων εμφανίσεων, διαφεύγει στο παράλογο και αποφασίζει να πάρει από κάθε δράση μας μόνο το σκοτεινό μέρος της ασυνείδητης που μας αποκαλύπτει.
Αυτή η «απουσία χαμόγελου», τόσο χαρακτηριστική του Andre Gide, η οποία όμως δημιουργεί την ανησυχητική αίσθηση της κωμωδίας, συναντάται στο Dada όπως και η ουδέτερη ατμόσφαιρα όπου η σκέψη εξελίσσεται σαν ένα πουλί χρωματισμένο από το χρόνο.
Τέλος, στην ποίηση, εκτός από τον Mallarme, ο οποίος ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να επιτύχει την ελευθερία των λέξεων, θα έπρεπε να αναφερθούμε στον επαναστάτη Ρεμπώ; Και πιο κοντά μας, το έργο του Guillaume Appolinaire, ο οποίος, με την προσδοκία του προς μια άυλη πραγματικότητα, είναι ο υποκινητής της χειρότερης λογοτεχνικής αυθάδειας. Όλες οι μορφές του Dada μπορούν να διεκδικήσουν συγγένεια με τον Απολλιναίρ, ιδιαίτερα το φωνητικό Dada, του οποίου τις βάσεις έθεσε στα τελευταία ποιήματα των «Καλλιγραμμάτων» (Calligrammes), με τίτλο «Νίκη».
Ω, ο άνθρωπος αναζητά μια νέα γλώσσα
Όπου ο γραμματικός οποιασδήποτε γλώσσας δεν θα έχει τίποτα να πει
Και αυτές οι παλιές γλώσσες είναι τόσο κοντά στο θάνατο
Που μόνο από συνήθεια και έλλειψη τόλμης
Συνεχίζουμε να τις χρησιμοποιούμε στην ποίηση
Θέλουμε νέους ήχους, νέους ήχους, νέους ήχους
Θέλουμε σύμφωνα χωρίς φωνήεντα
Σύμφωνα που κλάνουν δυνατά

Μιμηθείτε τον ήχο της σβούρας
Αφήστε έναν συνεχή ρινικό ήχο να τρίζει
Χτυπήστε τη γλώσσα σας
Χρησιμοποιήστε τον ήχο του μασήματος του αγενή τρώγοντα
Ο συριγμός του φτυσίματος θα έβγαζε ωραίο ήχο
Οι διαφορετικές χειλικές κλανιές θα διαλαλούσαν τις ομιλίες σας
Συνηθίστε να ρευτείτε κατά βούληση
Μιλήστε με τα χέρια σας, χτυπήστε τα δάχτυλά σας
Χτυπήστε το μάγουλό σας σαν να ήταν τύμπανο
Η λέξη είναι ξαφνική και είναι ένας τρεμάμενος Θεός
Προχωρήστε και αντέξτε μαζί μου
Λυπάμαι για τα χέρια εκείνων που τα έτειναν και με λάτρευαν μαζί
Τι όαση χεριών θα με καλωσορίσει αύριο
Γνωρίζετε τη χαρά του να βλέπεις νέα πράγματα.
Επιπλέον, οι φοβερές αναταραχές των τελευταίων ετών μας έχουν διαφωτίσει επαρκώς σχετικά με την ανυπολόγιστη τρέλα που γεννούν τα μυαλά των λογικών ανθρώπων. Και αν αυτοί οι άνθρωποι θεωρούν ότι η προσπάθεια να ανατρέψουμε το νόημα των πραγμάτων είναι τρέλα, το Dada μπορεί να τους απαντήσει: «Πιάστε την άκρη της μύτης σας».

Πρώτος πρέπει να αναφερθεί ο Tristan Tzara από την ομάδα του Dada, ένα κίνημα που έχει αποκτήσει διεθνή διάσταση. Το Dada δεν επιδιώκει καμία μορφή τέχνης. Το Dada διεκδικεί την καθαρή ανοησία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ντανταϊστές αφαίρεσαν από τις λέξεις τον συνηθισμένο τους χαρακτήρα, και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να έχουν υποτιμητικό νόημα. Αυτό σημαίνει ότι το Dada δεν ακολουθεί τα συνηθισμένα μονοπάτια της λογικής. Το Dada είναι ένας ριζικός αποπροσανατολισμός της κοινής λογικής. Από αυτή την άποψη, οι ντανταϊστές επιδεικνύουν μια πραγματική ευρηματικότητα στο να είναι ηλίθιοι.
Αποφεύγουν προσεκτικά οτιδήποτε δεν είναι άμεσα το αντίθετο αυτού που συνηθίζουμε να θεωρούμε ηθικά ως αξίες. Το να απαλλαγούμε από κάθε πνευματική απόκτηση, ώστε να μην είμαστε πλέον θύματα του εαυτού μας, είναι ο στόχος που επιδιώκει το Dada. Για να ανατρέψουν τον τρόπο που βλέπουμε, οι ντανταϊστές τροποποιούν τον τρόπο που μιλάμε. Θέλουν να αποσπάσουν τις λέξεις που έχουν συγκολληθεί από τη συνήθεια και οι οποίες έλκονται μεταξύ τους όπως τα ρινίσματα προσκολλώνται σε έναν μαγνήτη.
Ο Tristan Tzara προτείνει να ανακατέψουμε όλες τις λέξεις του λεξιλογίου σε ένα καπέλο και να τις επιλέξουμε τυχαία. Σε αυτή τη διαδικασία, οι λέξεις θα έχουν αποκτήσει μια εγγενή αξία. Θα έχουν δημιουργηθεί νέες σχέσεις μεταξύ τους. Θα έχετε δημιουργήσει το κενό και θα βρείτε πιο εύκολα το τμήμα του ασυνείδητου που καθορίζει τις πράξεις σας. Όλοι οι συγγραφείς που ήθελαν να αναδημιουργήσουν για τον εαυτό τους ένα λεξιλόγιο που να αντιστοιχεί στην προσωπική τους οπτική για τον κόσμο έχουν ασκηθεί νοητικά σε αυτή τη διαδικασία.
Όμως το Dada έχει μια πιο γενική έννοια. Δεν υπάρχει τομέας στον οποίο να μην εκτείνεται η αρνητική του επιρροή. Στην πραγματικότητα, το Dada είναι μια παράλογη νοοτροπία από την οποία κανείς δεν ξεφεύγει. «Οι αληθινοί ντανταϊστές είναι εναντίον του Dada», και μάλιστα ποιος δεν χοροπηδάει πάνω στο δικό του Dada – το ξύλινο αλογάκι του – αυτή τη στιγμή;
Η γαλλοφιλία, η γερμανοφιλία είναι απλώς παραλλαγές του Dada σε θετική κατάσταση. Το Dada έχει δοκιμάσει τα πάντα και τίποτα δεν κατάφερε να ικανοποιήσει την ανάγκη του για ποικιλία.
Το Dada είναι ένας παρθένος μικροοργανισμός
Το Dada είναι ενάντια στο υψηλό κόστος ζωής
Dada
Ανώνυμη εταιρεία εκμετάλλευσης ιδεών
Το Dada έχει 391 διαφορετικές στάσεις και χρώματα ανάλογα με
το φύλο του προέδρου.
Αλλάζει – επιβεβαιώνει – λέει το αντίθετο ταυτόχρονα – δεν έχει σημασία – φωνάζει – πηγαίνει για ψάρεμα. Το Dada είναι το χαμαιλέοντα της γρήγορης και εγωιστικής αλλαγής.
Το Dada είναι ενάντια στο μέλλον. Το Dada είναι νεκρό. Το Dada είναι ηλίθιο.
Ζήτω το Dada. Το Dada δεν είναι ένα λογοτεχνικό σχολικό σύνθημα.
Tristan Tzara
Η καθαρή βλακεία είναι η πανάκεια για όλα. Οι λογικές πράξεις δεν μπορούν παρά να φέρουν μειονεκτήματα. Αυτό είναι που επιτρέπει στον Tristan Tzara να καταλήξει στο συμπέρασμα: «Γίνετε μέλος του Dada, η μόνη επένδυση που δεν αποφέρει τίποτα».

*

Ο Andre Breton είναι ένας άλλος θεωρητικός του Dada. Για τον ίδιο, το Dada ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη για ελευθερία. Επαναστατεί ενάντια σε κάθε μορφή παραίτησης. Κάθε πεποίθησή του φαινόταν ως μια μορφή αποκήρυξης. Εξερευνώντας το ασυνείδητο, κατέληξε στα πιο ανησυχητικά συμπεράσματα. Λέει: «Η αθωότητα γίνεται ανεκτή μόνο στην παθητική της μορφή». Και, πράγματι, η αθωότητα, που είναι αρετή σε μια παρθένα, είναι έγκλημα στον δολοφόνο. Ο Andre Breton δεν μπορεί πλέον να καταλάβει. Και αισθάνεται άνετα μόνο στην ατμόσφαιρα ακύρωσης που δημιουργεί το Dada. «Τι είναι όμορφο, άσχημο, μεγάλο, δυνατό, αδύναμο, δεν ξέρω, δεν ξέρω. Τι είναι ο Carpentier, ο Renan, ο Foch, δεν ξέρω, δεν ξέρω».
Το «Magnetic Fields», γραμμένο σε συνεργασία με τον Philippe Soupalt, είναι από αυτή την άποψη ένα παράξενο βιβλίο. Παρά τη ριζική έλλειψη συντονισμού στις ιδέες, το «Magnetic Fields» αφήνει μια γενική εντύπωση που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ο Andre Breton δεν αισθάνεται πλέον έλξη για τίποτα. Οι λέξεις έχουν σκουριάσει και τα πράγματα έχουν χάσει κάθε δύναμη έλξης για αυτόν. Απεικονίζει τον κόσμο ως «ερημωμένη γη». Δεν διψάει πλέον για τα «σάπια γλυκά» που του προσφέρει η ζωή. Η συνήθεια έχει παλιώσει. Έχει κουραστεί να εξετάζει το σύμπαν σύμφωνα με κατηγορίες που ψεύδονται, και καταφεύγει στο παράλογο.

*

Ο Philippe Soupalt προσπαθεί να απελευθερωθεί από τις τρεις ενότητες του αριθμού, του χώρου και του χρόνου, αλλά αισθάνεται φυλακισμένος μέσα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Ονομάζει το βιβλίο του «Rose des Vents» (Πυξίδα). Στοχεύει στη λυρική πανταχού παρουσία προς την οποία τείνει ο ορφισμός του Apollinaire.
Ο Philippe Souplalt γυρίζει τον δίσκο της πυξίδας γύρω από τον άξονά της. Περιφρονεί την αντίληψη του σύμπαντος που του επιβάλλει η φαιά ουσία του εγκεφάλου του. Για να επιλύσει κάθε αντίθεση στρέφεται προς το Dada.
Οι ιδέες μου σαν μικρόβια
χορεύουν κατά μήκος των μηνίγγων μου
στο ρυθμό του εξοργιστικού εκκρεμούς ένας πυροβολισμός από περίστροφο θα ήταν μια γλυκιά μελωδία.
Θέλει να ξεφύγει από τον εαυτό του. Να απελευθερωθεί από τον ντετερμινισμό. Σκαρφαλώνει σε ορίζοντες. «Έχω σπάσει τις στατικές μου ιδέες», λέει. Οι σύγχρονες ανακαλύψεις του δίνουν μια γεύση από μεταφυσικές πιθανότητες. Ο Πύργος του Άιφελ εκτοξεύει τις ακτίνες του στις τέσσερις γωνιές του κόσμου. Η ιδέα του χώρου είναι μια ψευδαίσθηση που επιβάλλεται στις αισθήσεις μας από την ύλη. Όλα κινούνται στο ίδιο επίπεδο. Πείθει τον εαυτό του ότι το Gaurisanker βρίσκεται δίπλα στη Νοτρ Νταμ. Είναι ταυτόχρονα ανοιχτός σε όλες τις αισθήσεις.
ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΧΩΡΕΣ
Έτσι, νομίζω, πρέπει να γίνει κατανοητό το αστείο του Dada.

*

Ο Louis Aragon δεν έχει αποκηρύξει κάθε καλλιτεχνική ευσυνειδησία. Μερικές φορές μάλιστα φαίνεται να παραμένει προσκολλημένος στις παλιές προσωδιακές μορφές. Ωστόσο, ο Louis Aragon βρήκε τη σωτηρία του στο Dada. Ονομάζει το βιβλίο του «Φωτιά». Είναι μια πυρά στην οποία θυσιάζει όλες τις μάταιες αποκτήσεις του νου του για μια νέα τάξη πραγμάτων που θα αναδυθεί από τις παράλογες υποδείξεις της συνείδησης. Ένα ουδέτερο χρώμα –πίσσα ή ρεσέδα– δεν είναι το αγαπημένο του Aragon. Βρίσκουμε μάλιστα και φωτεινά χρώματα που οι ντανταϊστές γενικά δεν συμπαθούσαν.
Σε ένα κείμενο με τίτλο «Jolt», ο Αραγκόν μας δείχνει πώς επέρχεται μια ξαφνική αλλαγή στον προσανατολισμό της σκέψης του:
BROUF
Πάντα μακριά από την πικρία
Οι υπέροχοι ιπτάμενοι λειμώνες, φρεσκοβαμμένοι, στρέφονται
Σκοντάφτοντας χωράφια
Ακινησία
Το κεφάλι μου βουίζει και τόσα πολλά κροταλίζουν
Η καρδιά μου είναι κομμάτια, το τοπίο καταρρακωμένο
Ο ποιητής θυμάται την εφηβεία του, τα χρόνια που τον βασάνιζαν τα Λατινικά και η Άλγεβρα, και συνοψίζει τη νεότητά του σε ένα ποίημα, «Η ζωή του Ζαν Μπατίστ Α.»
Ρόζα το τριαντάφυλλο και εκείνη η σταγόνα μελάνι, ω νεότητά μου
Υπολόγισε το Cos. & σε συνάρτηση με tg. a/2
Η παιδική μου ηλικία στο Apero, που μόλις που διακρίθηκε
Από τα παράθυρα ενός καφέ γεμάτα μύγες
Η νεότητα και εγώ δεν φιλήσαμε κάθε στόμα
Ο πρώτος που έφτασε στο τέλος του διαδρόμου
1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 ΝΕΚΡΟΣ
Μια σκιά κοιμάται στη μέση του ήλιου, είναι το μάτι σου
Αλλά τώρα που ο ποιητής έχει απαλλαγεί από τις στενές ανθρώπινες συμβάσεις, μια ελπίδα φλέγεται στο στήθος του. Στο φως αυτής της φωτιάς διακρίνει νέες κατασκευές, ευεργετικές μεταμορφώσεις.
Τότε θα σηκωθούν τα πόνυ
Νέοι
Σε ομάδες χέρι-χέρι στην πόλη
Ο Louis Aragon είναι ο μόνος ντανταϊστής που φαίνεται να προετοιμάζει ένα πεδίο συμφιλίωσης μεταξύ των υποδείξεων της συνείδησης και των απαιτήσεων της λογικής.

*

Ο Paul Eluard επιδιώκει μια πλήρη μεταμόρφωση της γλώσσας. «Ας προσπαθήσουμε», λέει, «είναι δύσκολο να παραμείνουμε απολύτως αγνοί». Η γλώσσα, όπως μας φτάνει μέσω της χρήσης, δεν έχει πλέον κανένα νόημα. Είναι φλυαρία που, σύμφωνα με τον Πολ Ελουάρ, δεν έχει πλέον κανένα λόγο ύπαρξης, και θέλει να καθιερώσει, στην ποίηση, την πιο στοιχειώδη απλότητα.
Στο «Ζώα και οι Άνθρωποί τους» προσπαθεί να ανανεώσει την οπτική του για τον κόσμο με απλοποιημένες εικόνες και αρχικές αναλογίες: Το ψάρι στον αέρα και ο άνθρωπος στο νερό. Το χορτάρι μπροστά από την αγελάδα, το παιδί μπροστά από το γάλα.
Ο Paul Eluard θέλει να μην κρατήσει τίποτα από τα πράγματα παρά μόνο τις ουσιώδεις σχέσεις, προκειμένου να επιτύχει μια απόλυτη αγνότητα του συναισθήματος. Ακολουθεί ένα παράδειγμα αυτής της στοιχειώδους ποίησης:
ΥΓΡΟ
Η πέτρα γλιστρά πάνω στο νερό
Ο καπνός δεν εισχωρεί.
Το νερό, σαν δέρμα
Που δεν μπορεί να πληγωθεί
Χαϊδεύεται
Από τον άνθρωπο και από το ψάρι
Που σπάει σαν χορδή τόξου,
Το ψάρι, όταν το πιάσει ο άνθρωπος,
Πεθαίνει, καθώς δεν μπορεί να καταπιεί
Αυτόν τον πλανήτη από αέρα και φως
Και ο άνθρωπος βυθίζεται στον πάτο του νερού
Για το ψάρι
Ή για την πικρή μοναξιά Του εύπλαστου, πάντα κλειστού νερού.
Αυτό που σοκάρει εξαιρετικά την αποφασισμένη απλότητα του Paul Eluard είναι η «διακεκριμένη γοητεία». Σύμφωνα με αυτόν, η ποίηση πρέπει να είναι κάτι «αφελές σαν καθρέφτης». Σχεδιάζει μια ποίηση όπου «ο χρόνος δεν περνά». Είναι δύσκολο, καθώς ο άνθρωπος κινείται σε μια πυκνή ατμόσφαιρα. Στα Παραδείγματα του, λέει:
«ο άνθρωπος, ο αεροδύτης». Ωστόσο, έχει μια συγκεχυμένη εικόνα μιας παγκόσμιας ενότητας που τον κάνει να λέει: «Έχω διασχίσει τη ζωή με μία κίνηση».

*

Ο Francis Picabia δεν ενδιαφέρεται για τις πρακτικές εφαρμογές. Χρησιμοποιεί μια συστηματική λακωνικότητα για να καταστρέψει τα πάντα. Θα ήταν δύσκολο να βρει κανείς αλλού μια πιο ολοκληρωτική απουσία ηθικής.
Είναι μέσα στην ταραγμένη κατάσταση που ακολουθεί τον έρωτα που ο Francis Picabia προσπαθεί να διαμορφώσει για τον εαυτό του μια αντίληψη για τον άνθρωπο, απογυμνωμένη από κάθε ψευδαίσθηση.

Διάβασε το μικρό μου βιβλίο
αφού κάνεις έρωτα
μπροστά από το ελαστικό τζάκι

Ονομάζει αυτό το μικρό βιβλίο «Σκέψεις χωρίς γλώσσα». Καθώς δεν θέλει να παρασυρθεί από τις λέξεις.
Δεν διακρίνει πλέον αξίες. Έρωτας, τέχνη, θρησκεία:
χημικές αντιδράσεις. Είναι ένα σχεδόν ψυχολογικό Dada. Η καρδιά είναι σαν τον προστάτη, η κοιλιά σαν τον εγκέφαλο.

Και ο Francis Picabia λέει:
Τα γεγονότα της ζωής μου
Διαδραματίζονται στη σάλτσα
Των καρδιακών παλμών μου.

Στο «Το κορίτσι που γεννήθηκε χωρίς μητέρα», ποιήματα που συνοδεύονται από σχέδια, αφοσιώνεται στο να παρατηρεί τον ερωτικό μηχανισμό να λειτουργεί. Θεωρεί την επιθυμία ως τη μόνη πραγματικότητα, και δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα άλλο στο οποίο πιστεύει εκτός από το σπερματικό υγρό.
Η ζωή, σύμφωνα με τον Picabia, δεν είναι «κρέμα γάλακτος»· είναι ένα «παλιό μουσικό κουτί» που παίζει ξανά και ξανά την ίδια μελωδία. Όσο για την αξία που αποδίδει στην ανθρώπινη γνώση; «Οι άνδρες σκέφτονται», λέει, «σαν ελεύθεροι Κινέζοι».
Ο Francis Picabia βιώνει μια αθώα ευχαρίστηση ρίχνοντας βρωμοβόμβες σε σχολεία και ακαδημίες. Η μυρωδιά του κακοδυλικού νατρίου δεν τον αποθαρρύνει.
Στο «Jesus Christ Rastaquouere» η απογοητευμένη φιλοσοφία του Picabia φαίνεται για μια στιγμή σαν να προσπαθεί να ξεφύγει από την ασυνέπειά της. Αλλά αν ο Picabia εκφράζεται λίγο πιο καθαρά από το συνηθισμένο, είναι για να γυρίσει την κοινή λογική από μέσα προς τα έξω σαν γάντι. Το σκόπιμα αποπροσανατολισμένο μυαλό του απολαμβάνει να ανατρέπει την κλίμακα των αξιών. «Είναι λέξεις που δεν υπάρχουν», λέει. «Ό,τι δεν έχει όνομα, δεν υπάρχει.» Και από κάποιο είδος μεταφυσικής κακίας χρησιμοποιεί την ικανότητα ενός ταχυδακτυλουργού για να κάνει ζογκλερικά με τις παραδοσιακές εκφράσεις.
Μπορώ να δώσω τον λόγο της τιμής μου μόνο αν λέω ψέματα. Κλέψε, αλλά μην το κρύβεις. Κλέψε για να χάσεις, ποτέ για να κερδίσεις, γιατί ο νικητής χάνει τον εαυτό του, κ.λπ.
Και αυτός συνοψίζει την άποψή του για τη ζωή σε ένα διήγημα: Η ιστορία ενός άντρα που μασούσε ένα περίστροφο!
«Αυτός ο άνδρας ήταν ήδη γέρος, και όλη του τη ζωή είχε αφιερωθεί σε αυτό το παράξενο μάσημα· στην πραγματικότητα, το εξαιρετικό του όπλο θα τον σκότωνε αν σταματούσε για μια στιγμή· ωστόσο, είχε προειδοποιηθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, μια μέρα αναπόφευκτα το περίστροφο θα πυροβολούσε και θα τον σκότωνε· ωστόσο, χωρίς κανένα σημάδι κόπωσης, συνέχισε να μασάει…»
Ο Francis Picabia, όσο παράξενος και αν φαίνεται, είναι ένας τραγικός ποιητής.

*

Ο Clement Pansears είναι ο μοναδικός εκπρόσωπος του Dada στο Βέλγιο και είναι εξαιρετικά απίθανο να τον ευχαριστήσει κανείς εδώ γι’ αυτό. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αφήσει το μυαλό του να περιπλανηθεί στα όρια του κόσμου της λογικής, στις ελάχιστα προσβάσιμες περιοχές του παραλόγου, τόσο εύκολα όσο ο Πανσέρ.
Το «Pan-pan au cul du nu negre» είναι η πρώτη απόπειρα του Clement Pansears. Αυτός ο τίτλος μπορεί να σημαίνει το «nu negre» ακολουθούμενο από το «pan-pan», αλλά νομίζω ότι με το pan-pan ο Clement Pansears εννοεί ένα ρεβόλβερ. Έτσι, τότε θα ήταν διαφορετικό. Ο Clement Pansears ακούει όλους τους δυσαρμονικούς θορύβους που μας περιβάλλουν σήμερα. Φαίνεται να έχει εξετάσει όλες τις ιδέες, όπως μπορούμε να δούμε από ορισμένα πράγματα που λέει («Une museliere au rheteur de la surbrute», κ.λπ.) και στο τέλος δίνει την εντύπωση ενός ακατάστατου γραμμοφώνου που αρχίζει να ηχεί το σήμα ασφαλείας όταν φτάνει στο τέλος του δίσκου. Ο Clement Pansears κάνει κατάχρηση της επιστημονικής ορολογίας. Πού και πού, κάποιος σκέφτεται τον λόγιο του Rabelais’ Limousin Λιμουζίν, αλλά ο ίδιος δικαιολογείται λέγοντας: «Ένας άχρηστος χημικός είναι τόσο καλός όσο ένας φιλόσοφος – ο οποίος ανακαλύπτει αρχές εξατμίζοντας λέξεις».
Στο «Bar Nicanor» ο Clement Pansears ακολουθεί την ίδια τάση, αλλά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό. Ο Clement Pansears παρασύρεται σε μεθυστικές απολαύσεις. Στο κομμάτι με τίτλο «Aero» ανατρέπει τα βασικά σημεία. Οδηγεί στο κενό, εκτελεί «στροφές τραπεζίου». Τα αυτιά του τσούζουν από το «ψάξιμο ακατέργαστων θορύβων σε διαπλανητικές κλίμακες». Εξαντλεί τον κινητήρα του για να αποσπάσει όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτόν.
Το να μεθάει του προκαλεί τα ίδια ασυμβίβαστα συναισθήματα. Βάζει τα χείλη του σε κάθε ποτό και εξετάζει τη μισή μέθη του για να αποκαλύψει το στίγμα της αφηρημάδας που πάλλεται μέσα του. Εγκωμιάζει την εξαιρετικά κοσμοπολίτικη φύση των μεθυσμένων οργίων. Η επίλυση της ύπαρξης, σύμφωνα με αυτόν, είναι να πιεις ένα καλό ποτό μέχρι τα τοιχώματα να χτυπήσουν το ένα πάνω στο άλλο, ενώ η αρχή του είναι να επιδιώκει την «ετερόκλητη πορεία προς την καθαρή ποιότητα, τον άπειρο παρονομαστή που οδηγεί στο μηδέν pan-O».
Διεστραμμένα συναισθήματα διατρέχουν τις ερωτογενείς ζώνες. Καταστρέφει τη γυναίκα όπως ένα παιδί θα κατέστρεφε ένα παιχνίδι, ενοχλημένος που δεν παίρνει κάτι πιο υπέροχο. Ο Clement Pansears θυμίζει έναν Des Esseintes που αντιστοιχεί στην πιο άγρια τόλμη του νέου ανθρώπου. Στο «Η υπεράσπιση της τεμπελιάς» μια νοσηρή διαταραχή φαίνεται να προκύπτει από τη συνεχή προσπάθεια πνευματικής αντιστροφής. Ξαφνικά κτυπήματα σαν ηλεκτρικά κουδούνια κροταλίζουν στο κεφάλι του. Ο Clement Pansears υπήρξε, το ένα μετά το άλλο, «εξημερωτής τριβάδων», «παρίας κατεδαφίσεων», «βιαστής της ανθρώπινης ταυτότητας».
Οι άνδρες του φαίνονται άφυλοι. Με μια ερασμική αδιαφορία, δημιουργεί ένα προπύργιο τεμπελιάς. Τι είναι ο κυνισμός, αν όχι τεμπελιά; Τεμπελιά στην κυρίαρχη κατάσταση της ανθρώπινης λογικής.
Είναι ενοχλητικό
Ο εγκέφαλός μου είναι εκτός τόνου.
Αδύνατο να συντονίσω την αντίληψή μου με το διαπαγώνιο των μοντέρνων κοσμικών διακυμάνσεων.
Αποδέχεται να παραδοθεί στην τεμπελιά:
Σε εξοργίζω;
Κάθε εξέγερση αποτυγχάνει.
Ποιο το νόημα της εξέγερσης; Ας κάνουμε όπως κάνουν οι άλλοι. Αντί να δημιουργούμε επαναστάσεις, ας κάνουμε γενική απεργία. Όλα είναι εκεί. Σε κάθε περίπτωση η τεμπελιά εκτείνεται στα πρώτα γήινα στοιχεία.

Σπασμωδική νοσηρότητα
Θάλασσα και ξηρά
Διεισδύουν η μία στην άλλη
και η αναταραχή είναι κωματώδης.

«Να είσαι τεμπέλης», λέει στον εαυτό του ο Clement Pansears, κυριευμένος από μια οργιαστική κούραση. Ο Clement Pansears είναι ένας σύγχρονος άνθρωπος με την πιο ακραία έννοια της έκφρασης.

*

Αυτοί είναι οι άνθρωποι που αποτελούν την Πλειάδα του Dada. Ωστόσο, είναι δύσκολο να βγάλει κανείς οριστικά συμπεράσματα όσον αφορά το Dada, καθώς το Dada αποτελεί επιστροφή στην ανοργάνωτη ζωή, μέσω ενός τρόπου έκφρασης απαλλαγμένου από κάθε λεκτική συνήθεια. Το Dada χλευάζει την ονοματοποιία.
Στην αρχαιότητα έλεγαν ότι όσοι είχαν σηκώσει το πέπλο των φυσικών φαινομένων είχαν δει τον μεγάλο θεό Πάνα. Οι αναταραχές της εποχής μας, που αποκάλυψαν μια ρήξη στη συνέχεια της εξέλιξης της ανθρωπότητας, έχουν δώσει αφορμή για μια λογοτεχνία πανικού. Το Dada είναι χωρίς αμφιβολία ένα κίνημα απαισιόδοξο. Όμως ο απαισιόδοξός του χαρακτήρας βασίζεται στον κίνδυνο των ανθρώπινων φιλοδοξιών. Στον ντε λα Ροσφουκόλντ και στον Σοπενχάουερ πρέπει να αναζητήσουμε τα προκαταρκτικά στοιχεία μιας διεθνούς συμφωνίας. Το Dada είναι ο μόνος δυνατός σύνδεσμος μεταξύ των ανθρώπων, αφού η θεμελιώδης αρχή του συνίσταται στο να έχει δίκιο για τίποτα. Το να μην γνωρίζεις το Νταδά σημαίνει να μην γνωρίζεις την εποχή μας. Σε έναν αιώνα όπου ο Λένιν πέφτει μετά τον Γουίλσον, το Dada δεν έχει τίποτα που να μπορεί να μας εκπλήξει. Οι νταντάδες είναι σκόπιμα εκτός των δυνατοτήτων τους. Αλλά αν είναι ανόητοι, δεν είναι ηλίθιοι. Δεν λένε τίποτα για να γελάσουν και δεν παίρνουν τίποτα στα σοβαρά.
Το Dada είναι μια φιλοσοφία. Το Dada είναι ένα ηθικό δίδαγμα. Το Dada είναι μια τέχνη, η τέχνη του να είσαι συμπαθής σε μια εποχή που κάθε αίσθηση ανωτερότητας έχει γίνει αφόρητη και που κάθε ανθρώπινη μεγαλοπρέπεια μοιάζει με αστείο. Το Dada είναι το λουλούδι των ερειπίων, όχι το μικρό μπλε λουλούδι του αισιοδοξισμού που οι ποιητές θέλουν να μαζέψουν ανάμεσα στα συντρίμμια ενός πολιτισμού, αλλά μια αζαλέα, μια άνυδρη αζαλέα, η οποία δεν ικετεύει για μια βροχή αίματος, αλλά μάλλον επιδιώκει να ξεδιψάσει στην ξηρασία.

*Δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.spunk.org/texts/art/sp000400.html Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Κωστής Τριανταφύλλου – Μια συζήτηση με την Τιτίκα Δημητρούλια

Ποίηση, τέχνη, πολιτική: ο ποιητής-εικαστικός Κωστής Τριανταφύλλου ανασυστήνει, εκ θέσεως αποσπασματικά, την διαδρομή του (και η συνομιλία με την Τιτίκα Δημητρούλια ήταν απλώς η αφορμή)

Εν αρχή ην η ποίηση και δη η πολιτική ποίηση; Μίλησέ μας για τα πρώτα σου βήματα στον χώρο της ποίησης, για την εποχή, για την ατμόσφαιρα, για τις παρέες σου, για τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόσουν τότε. Αν κάνουμε αναφορά, για άλλη μια φορά στις ποιητικές γενιές, τοποθετείς τον εαυτό σου στη γενιά του ’70;
Οπτική ποίηση, ηχητική ποίηση, συγκεκριμένη ποίηση, ηλεκτρονική ποίηση: πώς καθόρισαν τη διακαλλιτεχνική, διαμεσική διαδρομή σου, πώς δέθηκε η ποίηση με τις εικαστικές τέχνες στο έργο σου; Πώς δομείται αυτή η συνάντηση, ιεραρχικά, με τον τρόπο της ώσμωσης;
Ποιοι-ες είναι οι συνομιλητές-ήτριές σου στη διαδρομή αυτή, εντός και εκτός Ελλάδας; Υπήρξε μια συντεταγμένη κίνηση στην Ελλάδα, αν υπήρξε συνεχίζεται; Ή αισθάνεσαι μοναχικός καβαλάρης;
Έργα για τη γη, έργα του κεραυνού: μπορείς να μας πεις για τη συλλογιστική πίσω από τα έργα σου; Για τις φιλοσοφικές σου αφορμήσεις; Φιλοσοφία, τέχνη και πολιτική: Πώς συνδυάζονται μεταξύ τους και με την τεχνολογία; Ποια τα διακυβεύματα της χρήσης της τεχνολογίας στην τέχνη, ειδικά σήμερα;
Μοντερνισμός, ύστερος μοντερνισμός, μεταμοντερνισμός: ποια η στάση σου;
Η μορφή στην τέχνη.

Γεννήθηκα το 1950 στην Αθήνα. Κάποια φορά που ήμουν άρρωστος και δεν είχα πάει στο σχολείο, μου έφερε η μητέρα μου να διαβάσω ένα καλλιτεχνικό περιοδικό –ήταν το Πάλι του Νάνου Βαλαωρίτη! Δεν είχα ξαναδιαβάσει τόσο έντονα κείμενα. Έτσι ξεκίνησα να διαβάζω, πολύ, και πήγαινα στο Μοναστηράκι κι έκανα ένα μικροεμπόριο με ρολόγια για να αγοράζω βιβλία ποίησης και κοινωνικά. Κάποια στιγμή αποφασίζω και στέλνω στον Γρηγόριο Ξενόπουλο ένα ποίημα για την «Διάπλαση των Παίδων» – και το δημοσιεύει με ένα εγκωμιαστικό σχόλιο. Ντράπηκα με το σχόλιο και δεν ξανάστειλα!

Στα δεκαοχτώ μου, το 1968, οργανώνω την ομάδα του περιοδικού «Λωτός» και το «Χαγιάτι», το στέκι του, και το πρώτο εβδομαδιαίο φεστιβάλ ξένης ποίησης – όπου παρουσιάστηκε ποίηση από πολλές χώρες, μεταξύ άλλων από την Αμερική, την Ιαπωνία, την Ινδία, τη Γερμανία. Κάθε εβδομάδα γίνονταν δύο παρουσιάσεις ποιητών στο στέκι του περιοδικού, αλλά και διαλέξεις στο Πειραματικό Θέατρο της Μαριέτας Ριάλδη… Οι συνομιλητές μου δεν βρίσκονταν μόνον στον χώρο της ποίησης αλλά και της πολιτικής παρανομίας − δικτατορία γαρ! Η πάλη μας ήταν συνολικά αντισυστημική, δίναμε τη μάχη ενάντια στην υπάρχουσα, τότε, κατάσταση, τη χούντα, αλλά και ενάντια στο σύστημα που την είχε δημιουργήσει και την είχε θρέψει και ενάντια στην φοβισμένη σιωπηλή πλειοψηφία! Στις ποιητικές παρέες μας, στο Κολωνάκι, στο «Μπραζίλιαν», στην πλατεία Εξαρχείων, η ερωτική και ανατρεπτική διάθεση περίσσευε, ειδικά τα βράδια.

Δημοσίευσα το ποίημα-ντοκουμέντο «Η τρέλα», αφιερωμένο στις φυλακισμένες γυναίκες, με το ψευδώνυμο Κ. Φωτεινός. Η επιλογή του ψευδωνύμου ανήκει στον συγγραφέα Άρη Φακίνο που είχε την ευθύνη τόσο των εκδόσεων «Έξοδος» όσο και του ομώνυμου περιοδικού, που κυκλοφορούσε παράνομα στην Ελλάδα. Το ποίημα «Η Τρέλα», το οποίο ανήκει στην ανέκδοτη συλλογή μου «Ποιήματα-Προκηρύξεις», το συμπεριέλαβε ο Φακίνος στην πρώτη Αντιστασιακή Ανθολογία Ποίησης, με τον τίτλο «Κραυγές» Η ανθολογία εκδόθηκε στο Παρίσι και κυκλοφόρησε παράνομα στην Ελλάδα, με τον τίτλο «Κραυγές» και υπότιτλο: «Σελίδες από την αδούλωτη Ελληνική Λογοτεχνία», 1971.

Το 1972 από τις εκδόσεις «Πράξη» πάει για τύπωμα το ποίημα «ἡ Βαρβάρα γιά μι θορυβοποιώ μονοτονία». Το περιοδικό «Πράξις» κυκλοφόρησε πολυγραφημένο παράνομα κι εγώ αναγκάστηκα να φύγω από την Ελλάδα. Έτσι, η «Βαρβάρα» διακινήθηκε εντέλει στις παρέες των φίλων.

Το 1974 οργανώνω την ομάδα ΚΡΑΚ. Νοικιάζω σπίτι στην οδό Βαλσαμώνος και εκεί δημιουργείται η πρώτη αυτόνομη ομάδα, οι δράσεις της οποίας περιλάμβαναν συζητήσεις, παρεμβάσεις έως και δρώμενα δρόμου. Από τον Φεβρουάριο του 1974, που κυκλοφορεί στην Αθήνα το ποιητικό βιβλίο μου «Αποσπάσματα του Κωστή, 1967-1973» από τον Λ. Γιοβάνη (επανέκδοση από τις εκδόσεις Εξάρχεια) έως και σήμερα πολλές φορές χρειάστηκα/χρησιμοποίησα την αισθητική προσέγγιση που χαρακτήρισα σαν +ολική πρόταση. Ήταν ένα βιβλίο με μια εννοιολογική πρόταση παρουσίασης, που αργότερα συνοδεύτηκε από ένα κείμενο ορισμού της εξέλιξης της ανάγνωσης, με τίτλο +ολική αίσθηση.

Η ποίησή μου εκδίδεται έτσι για πρώτη φορά στις αρχές του ’70. Μετά από το βιβλίο με τα αποσπάσματα 1967-1973 και με έξη ανέκδοτα βιβλία στο συρτάρι αρνούμαι για ένα χρονικό διάστημα το βιβλίο, την αυτοτελή έκδοση. Προτιμώ την εφήμερη φόρμα των ποιητικών και πολιτικο-κοινωνικών περιοδικών.

Φυσικά, τότε, η επιλογή μου αυτή δεν έγινε κατανοητή από τους νέους ποιητές μια μεγάλη μερίδα νέων ποιητών και ποιητριών, που η πολιτική και κοινωνική στάση τους, παρ’ όλο που ερχόντουσαν από αυτό που ονομάστηκε αμφισβήτηση, υπολειπόταν εξέγερσης κι ανατροπής και οι οποίοι κινούνταν στις παρυφές μιας συντηρητικής βαρετής επανάληψης, έχοντας πολύ μικρή σχέση με τον Μάη του ’68 και με άλλες πολιτιστικές και κοινωνικές ανατρεπτικές στιγμές της εποχής.

Για να επανέλθω στο βιβλίο μου, το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν δείγμα μιας +ολικής ποιητικής σε εξέλιξη στις σελίδες ενός βιβλίου. Αυτή η προσέγγιση, που διευρυμένη και σαφής χαρακτήριζε τις ατομικές εκθέσεις Mediassemblages, Ρευστότητα στερεοποιημένη και τα περιβάλλοντά μου Λαβύρινθος ή το κενό μνημείο και Ηλεκτρικό πεδίο, ξεκίνησε τόσο ως πρόταση παρουσίασης και σύνθεσης ενός έργου όσο και ως +ολική προσέγγιση/πρόταση ζωής. Ως ένα +ολικό έργο τέχνης. Για πρώτη φορά δηλαδή οργανώνω αυτή την προσέγγιση επανανάγνωσης των μορφών που με βοηθάνε εκφραστικά μέσα από την ιστορία στο πρώτο μου ποιητικό βιβλίο, το οποίο περιλαμβάνει αποσπάσματα από δικά μου ανέκδοτα βιβλία, αλλά και επιγραφές του δρόμου και παραινέσεις/σκέψεις για τον αναγνώστη και για την ίδια την πράξη της έκδοσης, και αποσπάσματα ακόμη άλλων συγγραφέων, με μια διαίτερη παρέμβαση. Είναι η ποίηση που βγαίνει στη ζωή και η ζωή που μπαίνει στην ποίηση. Δεν φοβάμαι το καινούριο στην ποιητική αίσθηση αλλά το παλιό κι υτούς που βολεύονται γύρω του, το καθιερωμένο, το σίγουρο. Η πεπατημένη σήμερα είναι πια μια λεωφόρος ταχείας διέλευσης: προσοχή μη σας συνθλίψουν οι βιαστικοί οδηγοί! Από πάνω κι από κάτω, γύρω και πέρα, από κάθε σκηνή του παρελθόντος υπάρχει πάντα χώρος για νέα μηνύματα και καινούριες προσεγγίσεις –και ναι, ένα τέτοιο καινούργιο στοιχείο είναι και η δική μου +ολική προσέγγιση. Είναι μια προσέγγιση που με απασχόλησε και με προβλημάτισε και επεδίωκε να καταστήσει ουσιαστικό τον αποσπασματικό λόγο. Οι εικαστικές τέχνες οικειοποιούνται τόσο την ποίηση όσο και την πραγματικότητα κάνοντάς τις τέχνη. Γιατί η ποίηση να μην οικειοποιηθεί, για να παρέμβει, την καθημερινότητα, για να την ποιητικοποιήσει με τα ίδια τα δικά της υλικά, μιας και παντού υπάρχει ο λόγος και οι έννοιες των οποίων είναι φορέας;

Ο Νάνος Βαλαωρίτης στο ανέκδοτο κείμενό του Περί Ποιήσεως, του 2004, γράφει: «…η ποίηση είναι κι αυτή όπως ο έρωτας ένα δαιμονικό στοιχείο που συνδέει το θείο και ακατάληπτο μυστήριο του κόσμου με την καθημερινότητα των ανθρώπων και μόνο εκείνη είναι ικανή να την αποκαλύψει στην πληρότητά της. Κι εδώ δεν μιλάμε μόνο για την ποίηση με την στενή έννοια ενός είδους λογοτεχνικού με τις μορφές που υποδύθηκε στους αιώνες και άλλαξαν με τον χρόνο, αλλά με το ευρύτερο πνεύμα της που μπορούμε να το ονομάσουμε «ποιητικότητα» και «ποιητικοποίηση» και για το πώς η ποίηση λειτουργεί σε όλα τα εκφραστικά είδη, των εικαστικών τεχνών, της μουσικής, του θεάτρου, της γραφής και της αρχιτεκτονικής. Θα έλεγα μάλιστα και μέσα στη ζωή την ίδια όπως την διαμορφώνουμε».

Έτσι, στο μαρμάρινο γλυπτό μου «Το ερωτηματικό της Γης», τα κεφάλια ξεπηδάνε από το έδαφος με μια αδρή γλυπτική γραφή, συνεχίζουν με πιο ρεαλιστικές προσεγγίσεις, φτάνουν έως τον φωτορεαλισμό και διαλύονται τελικά σε αφαιρετικές φόρμες – από τον άγριο εξπρεσιονισμό, στον ρεαλισμό στην αφαίρεση, όλα σε ένα γλυπτό, με στόχο το γλυπτό αυτό να δικαιολογήσει τον τίτλο του. Στη σειρά Mediassemblages (πρώτη παρουσίαση το 1983), χρησιμοποίησα πολλούς τύπους εικόνων μέσα στη +ολική παρουσία αυτής της σειράς. Η Ελλάδα είχε μόλις αρχίσει να κατακλύζεται από τα πολύχρωμα έντυπα, τυπωμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα οποία σταδιακά θα κυριαρχούσαν και είχα, ήταν ανάγκη να δημιουργήσω ένα σχόλιο γι’ αυτά τα υλικά. Έτσι τα περιοδικά και οι έγχρωμοι κατάλογοι αποτέλεσαν το πρωταρχικό υλικό και κατεύθυναν τις συνθέσεις της σειράς – πάντα βέβαια μέσα από τη δική μου επιλεκτική, παρεμβατική, κριτική, σαρκαστική ματιά. Υπήρχαν διαφορετικά στυλ και μορφικές προσεγγίσεις του κολάζ και του assemblage, τα οποία συσσωματώνονταν εννοιολογικά στη βάση της κριτικής έννοιας της υπαλλαγής, της δεικτικής χρήσης κάποιων ιπολύχρωμων θεμάτων και της +ολικής πρόθεσης απέναντι στα πολύχρωμα μέσα εκείνης της εποχής. Στις μεγάλες εγκαταστάσεις- +ολικές προτάσεις Λαβύρινθος ή το ακενό μνημείο, το σημαντικό ήταν ο επισκέπτης-θεατής να περιηγηθεί σε περάσματα με διαφανείς καθρέφτες, να αντικαθρεφτιστεί στους καθρέφτες αυτούς αλλά να συναντήσει, χάρη στη διαφάνειά τους, και τον θεατή της άλλης πλευράς, άλλοτε, διαβάζοντας το κείμενο του Καστοριάδη που συμμετείχε σε ένα κοινό έργο μας κι, άλλοτε, παρατηρώντας κάποια περίεργα δικά μου έργα, έως και ένα πανό διαδήλωσης με σπασμένα κεφάλια από ελαφρύ υλικό που συνέθεταν ένα σύνθημα – και όλα αυτά μαζί για να γιορτάσουμε τα 200 χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης μέσα και έξω από το Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας.

Ετερόκλιτα στοιχεία σε μια διαδρομή αναγνώρισης του ουσιαστικού στοιχείου της επικοινωνίας, αυτό ήταν το σχέδιο που αναπτύχθηκε σε τρεις μεγάλες ατομικές μου εκθέσεις με αποκορύφωμα το Τελετουργία του 20ού αιώνα. Στα Ενεργειακά πεδία λόγου χάρη, +ολικές προτάσεις συμπαρουσίασης Τέχνης-Τεχνολογίας, απόλυτη προτεραιότητα για την κατασκευή ενός έργου ήτανε το κατά πόσο θα επιτρέπει να εμφανίζεται σωστά στα μάτια του θεατή ο κεραυνός. Όλα τα άλλα δεν με απασχολούσαν καθόλου. Έτσι, τα έργα στα Ενεργειακά πεδία δημιουργούσαν όλα μαζί το τελικό ενορχηστρωμένο, οπτικό/ηχητικό περιβάλλον όπου ο κεραυνός αποκτούσε τη μεγαλύτερη ελευθερία και η οντότητα και η παρουσία του τη μεγαλύτερη δημιουργικότητά τους. Αισθητικά λοιπόν, ενώ ένα-ένα ξεχωριστά τα έργα είναι αναγνωρίσιμα με αναφορά στον δημιουργό τους, το καθένα από αυτά έχει διαφορετικές αισθητικές καταβολές/αναφορές αλλά και παρουσιάζεται διαφορετικά, άλλα είναι επίτοιχα, άλλα κατασκευές, άλλα περιβάλλοντα – με κύριο πάντα μέλημα όμως τον μεταξύ τους διάλογο και με μοναδικό και ύψιστο στόχο οι κεραυνοί να λάμψουν στα μάτια των θεατών. Αυτό ακριβώς σημαίνει απελευθέρωση από τις κλειστές φόρμες, έτσι εκφράζεται και υλοποιείται η στόχευση εύρεσης ή επανεννοιοποίησης της ουσίας.

Στο τέλος του ποιητικού μου βιβλίου υπάρχει ένα κείμενο που αναφέρεται στην έκδοση. Έτσι και στο μαρμάρινο γλυπτό και στις εγκαταστάσεις μου, ένα κείμενο συνοδεύει πάντα την πράξη, δρώντας παράλληλα κι αυτόνομα. Το κείμενο αυτό λοιπόν, ο τρόπος και το αποτέλεσμά του έχουν σημασία και παρεμβαίνουν, για παράδειγμα, στο ερώτημα τι είναι βιβλίο, όπως και τι είναι μια έκθεση, όπως και το ποια είναι η αφηγηματική εκείνη προσέγγιση που προσδίδει στα αποσπάσματα μια άλλη ανάγνωση. Με τον τρόπο αυτό, απαντάει στην αφήγηση και παρεμβαίνει και εννοιοποιεί τα αποσπάσματά της, τα οποία δεν νοούνται ως τυχαία θραύσματα αλλά ως μέρη ενός όλου που δημιουργούν μια άλλη συνολική επανανάγνωση. Αυτή η +ολική παρουσία της ποίησης μπορεί να υπάρξει, όποτε ο ποιητής τη χρειάζεται, σε έναν τόπο, ένα βιβλίο, ένα δρώμενο, ένα βιντεοποίημα και φυσικά σε VJ’s: έτσι ο ποιητής γνωρίζει και επανοικειοποιείται τις ιστορικές καταβολές που κάθε φορά διαλέγει κι εκφράζεται ελεύθερα σε οποιαδήποτε ιστορική φόρμα επιλέγει. Με τον τρόπο αυτόν, η φόρμα δεν διαιωνίζεται με τρόπο που να λειτουργεί εγκλωβιστικά, αλλά επιτελεί το καθήκον της, που είναι να καταφέρει να εκφράσει την πλέον δυνατή παρουσία της.

Αυτή η συγκατοίκηση που προτείνω, σε έναν τόπο, ένα βιβλίο, ένα γλυπτό ή στο διαδίκτυο, σε μια χώρα, στο ανθρώπινο κορμί, στις πέντε γλώσσες σε ένα βιβλίο και στις πέντε αισθήσεις σε ένα κορμί και στις πέντε ηπείρους, μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά δημιουργικά μόνον μέσα από την απελευθέρωση από τα κλειστά αισθητικά δόγματα· μόνον μέσα από την δυνατότητα να γεννηθούν καινούριες προσεγγίσεις με βάση την γνώση που έχουμε για την παγκόσμια ιστορία της ποίησης. Αυτό σημαίνει για μένα το προσωπικό ύφος παρουσίασης κι εγγραφής του κάθε ποιήματος ή της ποιητικής πρακτικής. Αυτή είναι η εννοιολογική μου κατεύθυνση σε έναν επιλεγμένο δι-αισθητικό διάλογο.

Την εντοπίζω σαν ένα συνεχές δημιουργικό ζητούμενο του μοντερνισμού, που αντλεί από τις πηγές των αισθητικών ρευμάτων και στο οποίο το δημιουργικό πρόταγμα έχει την ελευθερία να είναι +ολικά ανθρώπινο. Ως εκ τούτου, δεν τοποθετείται πέρα από τα αισθητικά προτάγματα ή στυλ, αλλά αντίθετα κάθε φορά τιμά, ορίζει, επαναπροσδιορίζει διαφορετικά αισθητικά χαρακτηριστικά και θεωρεί την +ολική έκφραση μια προσπάθεια συνέχισης κι εκφραστικής έρευνας των επιλεγμένων αυτών μορφών που βρίσκονται σε διαρκή εξέλιξη. Έτσι, καινούριες εκφραστικές αλληλουχίες ορίζουν μια αισθητική σύμπλεξη/συμπόρευση σε δρόμους απελευθερωμένους, δρόμους ελευθερίας. Όλα δεν συνταιριάζονται με όλα, το σημερινό ανακάτεμα δεν είναι απελευθερωμένο. Αντίθετα, πίσω του κρύβεται την ιδεολογία του μεταμοντέρνου σχετικισμού και ως εκ τούτου δεν ορίζει μια ιδεολογική και αισθητική προσέγγιση – μια ποιητική πρόταση με τέτοιο εννοιολογικό καθορισμό που το παιχνίδι να γίνεται η δουλειά των ποιητών!

Η ιστορία των κοινωνιών σημαίνει τις αλλαγές της, που καταγράφονται. Μπορούμε να σκεφτούμε την ποίηση χωρίς ιστορία – δηλαδή χωρίς αλλαγές; Σήμερα, με τους γρήγορους ρυθμούς εναλλαγών και ρυθμών ζωής, η ποίηση βρίσκεται πλέον σε μια διαδικασία γοργής ενσωμάτωσης, μετάλλαξης, προκειμένου να εκφράσει ένα όχημα που κινείται εικονικά, που διαδρά στιγμιαία με τον χρήστη/αναγνώστη, που βρίσκεται στην άλλη πλευρά του πλανήτη. Κι ο χώρος αυτός, όπου λαμβάνει χώρα όλο αυτό το ψηφιακό γεγονός, είναι άυλος. Υπάρχουν κάποιοι περίοδοι που εμφανίζονται ανανεωτές, πρωτοπόροι ποιητές, αλλιώς τι ιστορία θα υπήρχε; Ιστορία της επανάληψης, της ομοιότητας ή της θεματικής μόνον προσέγγισης και της υφολογικής ομοιογένειας; Θα ήτανε λογικό αυτοί οι πρωτοπόροι να είναι αυτοί που μένουν στην Ιστορία μιας που χαράζουν μονοπάτια. Σήμερα στην Ελλάδα γίνεται το ανάποδο, ξεχνάμε αυτούς που η ποιητική τους διαδρομή σφραγίστηκε από μια ανανεωτική αίσθηση ανατροπής.
Αν δεν είχαν προϋπάρξει αυτοί οι ποιητές που μας πέρασαν στην απέναντι όχθη της ποίησης, δεν θα είχε σήμερα νόημα να προσπαθούμε να μιλήσουμε σε βάθος για την ποιητική έρευνα και την εκάστοτε πρωτοπορία, για να φτάσουμε μάλιστα σήμερα να αναζητούμε το μετά. Με αυτό το πνεύμα πρέπει να μελετήσουμε την διεθνή και τοπική πρωτοποριακή ποίηση και τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει στον χώρο αυτόν. Πρέπει να μελετήσουμε τους ποιητές και την ποιητική τους.

Η ποιητική επικοινωνία ψάχνει πάντοτε απάτητα μονοπάτια. Στόχο έχει τον ορίζοντα μιας νέας, πολυδιάστατης σύνταξης/αίσθησης, μιας πολυποιητικής σύνταξης, μιας έκφρασης που χρησιμοποιεί ό,τι και το ανθρώπινο κορμί: τον ήχο, την εικόνα, την ανάγνωση, την κατανόηση, τις μυστικές αισθήσεις, όλα αυτά μαζί. Η αναζήτηση του άγνωστου Χ στην ποίηση και στην τέχνη, που επιδιώκει να δημιουργήσει ένα +ολικό έργο, με βοήθησε να αποσαφηνίσω αυτή την πολυεπίπεδη προσέγγιση απέναντι στην αφήγηση, μου πρόσφερε αισθητικές επιλογές αλλά και περιορισμούς προκειμένου να ερευνήσω τις εκφραστικές/ποιητικές/ πλαστικές ανησυχίες μου.

Ένας κόσμος ποίησης. Ένας κόσμος τέχνης. Μια γειτονιά που επικοινωνεί και παίζει και δημιουργεί – διαφορετικοί άνθρωποι με ετερόκλιτες διαδρομές που συγκροτούν έναν κόσμο με μια συνολική ματιά συγγενικότητας. Πολύ θα ήθελα όλα να οδηγούν στην +ολική παρουσία του ατόμου/καλλιτέχνη/πολίτη. Αυτή η ολοκλήρωση είναι το ζητούμενο στις μεγάλες επαναστατικές γιορτές/περιόδους, το ξέρουν όσοι το έχουν ζήσει, το έχουν αισθανθεί. Είναι η συνέχεια του στην βράση κολλάει το σίδερο αλλά η δική μου ευχή για ένα μέλλον με +ολικό πανανθρώπινο όραμα.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τα Ποιητικά”, τεύχος 58.

Francois Villon: Ένας «καταραμένος ποιητής» από το Μεσαίωνα

Francois de Montcorbier, επονομαζόμενος Villon.

Γεννήθηκε το 1431 στο Παρίσι, εξαφανίστηκε το 1463. Είναι ο πιο γνωστός Γάλλος ποιητής του τέλους του Μεσαίωνα.

Να τι απέγινε ο ποιητής και απατεώνας Φρανσουά Βιγιόν μετά την αμνήστευσή του το 1463:
Για ένα εξάμηνο περιπλανήθηκε στη Νορμανδία. Άλλους έξι μήνες τον φιλοξένησαν γνωστοί του στη Ρουέν. Ανάρρωσε. Μπήκε σε σκέψεις. Αρχές του 1464 εγκαταστάθηκε με ψεύτικο όνομα σ’ ένα χωριό κοντά στη θάλασσα, έξω απ’ το Ισινί. Εργάστηκε αρχικά στους μηλεώνες, έπειτα, με τα πρώτα χρήματα κι εξασφαλίζοντας την εύνοια του τοπικού εφημέριου, αγόρασε ένα χωράφι, μισό εκτάριο. Καλλιεργούσε σιτάρι και βρόμη. Έμαθε να δουλεύει με τα χέρια. Έκοψε πεύκα, έστησε με σανίδια ένα υποστατικό στη μέση του κτήματος. Κοιμόταν πλάι στα ζώα του. Είχε σκυλιά και γάτες, έτρεφε πρόβατα και γουρούνια. Πρώτα αυτά αγάπησε κι ύστερα τους ανθρώπους.

Από το δεύτερο χρόνο σύχναζε τις Κυριακές στην ταβέρνα. Παίνευε το ντόπιο τυρί και γελούσε μαζί με τους αγρότες. Όταν τον Ιούλιο του 1467 πέρασαν από την περιοχή ο Λουδοβίκος ο Συνετός με τη Μαργαρίτα, προσφέρθηκε να επισκευάσει δωρεάν τη στέγη της εκκλησίας, να μπει η βασίλισσα να κοινωνήσει. Την επόμενη χρονιά πάντρεψε τον ταβερνιάρη. Προσπάθησε τότε, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί, να συνθέσει για το γάμο μια μπαλάντα. Δεν τα κατάφερε ούτε το ξανατόλμησε.

Το 1469 παντρεύτηκε την ανιψιά του εφημέριου, μια σκυθρωπή δεκαεξάχρονη. Απέκτησαν δυο γιους. Δεν της είπε πώς έζησε πριν γνωριστούν. Ούτε κι αυτή ρώτησε. Τη μέρα έσκυβαν στη δουλειά, το βράδυ δειπνούσαν με τους γείτονες, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Από μήνα σε μήνα εξοικονόμησαν κάποιο μικροποσό. Τον Οκτώβριο του 1474 η γειτόνισσα έπεσε απ’ την άμαξα και τ’ άλογα της την ποδοπάτησαν. Ο άντρας της πούλησε την περιουσία τους, έφυγε. Ο Βιγιόν δεν είχε πολλά να δώσει αλλά ο χήρος τον προτίμησε, ένεκα η φιλία τόσα χρόνια κι η βιασύνη του να ξεχάσει.

Απ’ το Δεκέμβριο του 1474 ως το Μάρτιο του 1475 ο Βιγιόν φρόντισε την ιδιοκτησία του γείτονα. Ενίσχυσε την περίφραξη, ξεχέρσωσε τα χωράφια, τράβηξε νερό για πότισμα. Τον Απρίλιο του 1475 φύτεψε κλήματα. Έβαλε εγγυητή το δικαστή, ξάδελφο του ταβερνιάρη, και δανείστηκε λεφτά. Αγόρασε κι άλλη γη, ύστερα λίγη ακόμα. Ως το 1480 όριζε σαράντα εκτάρια, είχε ξοφλήσει τα χρέη του κι απασχολούσε μια οικογένεια κολίγους. Ήταν έξι άτομα, κοιμούνταν σ’ ένα πλίθινο παράσπιτο. Τους πλήρωνε την πρώτη του μηνός. Τον υπάκουαν.

Ο Βιγιόν επέβλεπε με τους γιους του τα πάντα. Το χειμώνα, όταν η δουλειά λιγόστευε, ανοίγονταν οι τρεις τους στη Μάγχη για καλκάνια. Το 1488, ο μικρότερος μαχαιρώθηκε σε καβγά στην Καν. Αυτός έφταιγε, επιτέθηκε μεθυσμένος σ’ ένα σιδερά, αλλά ο δικαστής, σχεδόν συγγενής, έστειλε στη φυλακή τον άλλο. Ο μικρός ψυχορραγούσε για βδομάδες. Από τότε η γυναίκα του κλείστηκε στον εαυτό της. Το ίδιο κι αυτός. Ο μεγάλος γιος παντρεύτηκε και μετοίκησε στο Μπορντό. Έγινε φούρναρης, πλούτισε γρήγορα. Κάθε καλοκαίρι επισκεπτόταν για ένα δεκαπενθήμερο το κτήμα, ανόρεχτα. Στην αρχή ερχόταν μόνο με τη γυναίκα του, έπειτα και με την κόρη του. Ο Βιγιόν παράγγειλε σ1 ένα ζωγράφο απ’ το Μπα-γιό το πορτρέτο της εγγονής του. Σκάλισε ο ίδιος μια κορνίζα όλο μαιάνδρους, κρέμασε τον πίνακα στην τραπεζαρία. Με τον καιρό ο γιος του προφασίστηκε υποχρεώσεις. Δεν ξανάρθε. Το τελευταίο γράμμα ο Βιγιόν το έλαβε στις αρχές του 1496. Έκτοτε δυο φορές ξεκίνησε να τον βρει, αλλά ο γιατρός τον αποθάρρυνε. Η ηλικία, του ‘πε.
Τον Ιούνιο του 1501 πυρκαγιά -δεν αποδείχτηκε ότι την έβαλε ο πατέρας του φονιά- κατέκαψε την αποθήκη και τους στάβλους. Όλη νύχτα ο Βιγιόν άκουγε τα ζώα του παγιδευμένα να φωνάζουν. Η γυναίκα του βγήκε απ’ τη σιωπή της μόνο για να τον συγκρατήσει, να μην εκδικηθεί. Έχτισε τα πάντα από την αρχή. Καινούργια σκεπή. Καινούργιο βουστάσιο. Πήρε νέα άλογα, τα καλύτερα, τ’ ακριβότερα. Το 1503 η γυναίκα του, στεγνή μέσα της για δεκαπέντε χρόνια, έπεσε στο πηγάδι. Ο Βιγιόν δωροδόκησε το γιατρό να πει ότι ήταν ατύχημα.

Το Σεπτέμβριο του 1505, στον τρύγο, η καρδιά του τρεμόπαιξε σαν μακρινό αστέρι. Τον βρήκε ο επιστάτης μπρούμυτα, λιπόθυμο στο πατητήρι. Ως εδώ, είπε. Το Δεκέμβριο συνέταξε τη διαθήκη του -την τρίτη, την οριστική, την πρώτη σε λόγο πεζό. Άφησε τη μισή του γη στους κολίγους, τα υπόλοιπα στην εγγονή του.

Έζησε μόνος άλλη μια δεκαετία. Στα τελευταία ζήτησε να μάθει φλάουτο. Έφτιαξε ένα κι έπαιζε στα σκυλιά του. Πέθανε τον Μάρτιο του 1515, ένα πρωί που βγήκε αξημέρωτα στον κήπο να σκάψει τα κρεμμύδια.

Πολύ πριν τον Ρεμπώ, τον Βερλαίν και τον Μπωντλαίρ, γεννήθηκε στο Παρίσι, το 1431, ο Φρανσουά Βιγιόν. Απόφοιτος του Πανεπιστημίου των Παρισιών και δις καταδικασμένος σε εξορία, πρώτα για τη δολοφονία ενός κληρικού (για την οποία συγχωρέθηκε με βασιλική παρέμβαση) και ύστερα για τη διάρρηξη ενός κολεγίου, ο Φρανσουά Βιγιόν είναι ο πρώτος από τους «καταραμένους ποιητές», τόσο λόγω της θεματολογίας των ποιημάτων του, όσο και χάρη στον «μποέμ» τρόπο ζωής του. Ο Βιγιόν έγινε ληστής και μπήκε στη φυλακή τουλάχιστον τρεις φορές, μία εκ των οποίων καταδικασμένος σε θάνατο, μόνο για να αφεθεί ύστερα ελεύθερος, μετά από παρεμβάσεις της αριστοκρατίας. Σήμερα, θυμόμαστε τον ποιητή για τα δύο μεγάλα έργα του, τη «Μικρή» (1456) και τη «Μεγάλη Διαθήκη» (1461), αλλά και τις μπαλάντες του, που συμπεριλαμβάνονται σε αυτά.

Η «Μικρή Διαθήκη» ολοκληρώθηκε κατά την περίοδο της πρώτης εξορίας του Βιγιόν από το Παρίσι και σε εκείνη κληροδοτεί, μεταξύ άλλων, τα μαλλιά του στον κουρέα του, το μισογκρεμισμένο πύργο που έχει κάνει άντρο του στους συντρόφους του και το ενεχυριασμένο σπαθί του στο γραμματέα του κακουργοδικείου. Είναι ένα σατυρικό ποίημα, χωρίς μεγάλες βλέψεις, όμως, μας δείχνει ήδη ένα Παρίσι, που όχι μόνο έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης μεγαλούπολης, αλλά παρουσιάζει ήδη σημαντικά σημάδια σήψης. Από εκεί θα πρέπει να εμπνεύστηκε και ο Βίκτωρας Ουγκώ την Αυλή των Θαυμάτων που περιγράφει στο έργο του, «Η Παναγία των Παρισίων» (1831).

Η «Μεγάλη Διαθήκη» γράφτηκε στη φυλακή, όπου ο Φρανσουά Βιγιόν βρέθηκε με διαταγή του επισκόπου της Ορλεάνης. Το έργο διέπεται, εκτός από τον κυνισμό του Βιγιόν και από μια απέραντη θλίψη. Ο ποιητής μιλάει για τις χαρές του παρελθόντος στα καπηλειά με νοσταλγία και θρηνεί για το εφήμερο της ζωής. Ο Βιγιόν μοιάζει στα τριάντα του χρόνια να συλλογίζεται το θάνατο και παρότι φαίνεται να έχει σαρκαστική διάθεση όταν μιλάει για τις γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του (οι περισσότερες από τις οποίες ήταν μάλλον πόρνες), η διαθήκη αυτή είναι γραμμένη με ιδιαίτερη ειλικρίνεια.

Ο Βιγιόν ελευθερώθηκε ξανά από τη φυλακή το 1461 και τελικά φυλακίστηκε και πάλι ένα χρόνο αργότερα για συμμετοχή σε συμπλοκή, αυτή τη φορά καταδικασμένος σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Τότε συνθέτει την πασίγνωστη «Μπαλάντα των κρεμασμένων», στην οποία επικαλείται τον οίκτο των συνανθρώπων του και παρακαλεί το Θεό να συγχωρέσει εκείνον και τους άλλους θανατοποινίτες. Ο Βιγιόν, τελικά, γλίτωσε την αγχόνη και η ποινή του μετατράπηκε σε δεκαετή εξορία από το Παρίσι.

«Η άκρη του τραπεζιού» (1872), του Ανρί Φαντέν-Λατούρ. Ο Αρθούρος Ρεμπώ δίκαια ονόμασε τον Φρανσουά Βιγιόν «γενάρχη» των «καταραμένων ποιητών». Χωρίς αυτόν, ίσως να μην είχαν συντεθεί ποτέ ποιήματα όπως τα «Άνθη του Κακού» (1857) ή το «Μια Εποχή στην Κόλαση» (1873). Ο Βιγιόν αποτελεί ημι-μυθική φιγούρα στην ιστορία της λογοτεχνίας και το έργο του διαθέτει μια φρεσκάδα που διατηρείται μέχρι και σήμερα.

*Το κείμενο κατά το μεγαλύτερο μέρος του προέρχεται από το βιβλίο του Γιάννη Παλαβού “Αστείο”, Εκδόσεις Νεφέλη, 2012 και ηλεκτρονικά δημοσιεύτηκε εδώ: https://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2013/01/06/palavos/ Από τη παράγραφο που αρχίζει ως: “Πολύ πριν τον Ρεμπώ…” το κείμενο προέρχεται από δημοσίευμα στο: https://aforesmos.blogspot.com/2024/09/blog-post.html (όπου δεν αναφέρεται συγγραφέας και πηγή).

Ν.Γ. Λυκομήτρος: Ευσταθία Π., «Σίνγκερ», Θράκα, 2025 [ISBN: 978-6-185928-00-1]

Ν. Γ. Λυκομήτρος

Τρία χρόνια μετά την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας (Θράκα, 2022), η οποία έλαβε το Βραβείο Πρώτης Ανέκδοτης Ποιητικής Συλλογής του λογοτεχνικού περιοδικού «Θράκα» και το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων, η Ευσταθία Π. επιστρέφει με μία νέα συλλογή που φέρει τον μονολεκτικό τίτλο Σίνγκερ.
 
Το λιτό εξώφυλλο, όπου απεικονίζεται το σκαρίφημα μιας ραπτομηχανής, μάς προδιαθέτει γι’ αυτό που θα ακολουθήσει. Μια ολιγοσέλιδη συλλογή, με ολιγόστιχα, ως επί το πλείστον, ποιήματα, ραμμένα με προσοχή και μεράκι στην ποιητική ραπτομηχανή της Ευσταθίας Π.
 
Η δράση εξελίσσεται παράλληλα σε δύο τοπία: το αστικό και το φυσικό. Στο ποίημα με τίτλο «Αχερουσία» (σελ. 16) κυριαρχούν εικόνες από την καθημερινότητα της μητρόπολης που λειτουργεί ως μεταφορική πύλη εισόδου για τον Κάτω Κόσμο. «Στουρνάρη γωνία» χορεύουν «τα αραγμένα σώματα που αδράττουνε τη μέρα/στοιχειά των πόλεων με κορμιά οριγκάμι/ρουφάνε εισιτήρια, γλείφουνε γόπες». Κι από την άλλη, η ποιήτρια και οι συν αυτώ: «κι εμείς μακρόσυρτη πομπή/σε κρίση επαναληπτική//από το απέναντι πεζοδρόμιο/τσακισμένοι τους κάνουμε χάζι» (ό.π.). Η αστική ζωή συνθλίβει το ποιητικό υποκείμενο, το οποίο, στο επόμενο ποίημα με τίτλο «Μετάβαση II», αναμένει μαζί με «σαρανταπέντε άτομα/κι εξήντα μετανάστες» (σελ. 17) ένα λεωφορείο-γέφυρα προς τον γενέθλιο τόπο (τη Θεσσαλονίκη) που αποτελεί μια κάποια διέξοδο.
 
Οι εικόνες από το μητροπολιτικό κέντρο συνεχίζουν να εμφανίζονται και στα ποιήματα «Στύγα» (σελ. 18), όπου τα αγόρια βάφουν ροζ την 3ης Σεπτεμβρίου, και «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» (σελ. 19), όπου ο ήρωας βγαίνει στην Πατησίων.
 
Όπως προαναφέρθηκε, όμως, η ποίηση της Ευσταθίας Π. γράφεται παράλληλα και στο φυσικό τοπίο. Εκεί, το ποιητικό υποκείμενο βρίσκει καταφύγιο και ελπίδα:
 
«τα δέντρα μας ακούν προσεκτικά
ξέρουνε το σχήμα των φιλιών μας
αν χαθούμε, θα μας γεννήσουνε πάλι» (σελ. 25)
 
Προκύπτει, έτσι, μια ποιητική χθόνια, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γη, όπου το ποιητικό υποκείμενο βρίσκει το ζωτικό του χώρο:
 
«την εποχή μετά τη σκόνη αφοσιωθήκαμε στο χώμα, λιώναμε
σβόλους στον ουρανίσκο με τη γλώσσα μας» (σελ. 23)
 
«κρύβομαι και δίνω όνομα στην πόλη στο δάσος, τρώω χώμα» (σελ. 25)
 
«μετά από τόσους νεκρούς/γέμισε χώμα το ποίημα» («Ντοματόβεργα», σελ. 35)
 
«δεν έχω βρει ακόμα τον τρόπο να θάβω τις λέξεις/τις απλώνω στο χώμα/κι η βροχή τις τονίζει/εκεί που πονάει» («Μαρία», σελ. 36)
 
Ανεξάρτητα, όμως, από τον τόπο όπου βιώνεται το γεγονός, ο Έρως έχει κι αυτός τη θέση του μέσα στη συλλογή. Είναι η ζωογόνος δύναμη που δίνει πνοή στο ποιητικό υποκείμενο («περνάμε στην απέναντι όχθη/στην απέραντη όχθη του θανάτου/που σαν με φιλάς δεν με νοιάζει αν θα πάω», «Μετάβαση I», σελ. 15) και ο «ανθισμένος πόθος σε μπαλκόνι» που φυλά «μέσα σε στέρνο που σπαράζει» (σελ. 47). Είναι το ρεύμα που διαπερνά το σώμα και την ψυχή όταν αισθανθεί το ερωτικό σκίρτημα:
 
«βάζω το δάχτυλο στην πρίζα
προσπαθώ
γλυκά σαν πόλη ολόκληρη να σε ηλεκτροδοτήσω» (σελ. 46)
 
Ένα άλλο στοιχείο, στο οποίο αξίζει να σταθούμε, αφορά τη γυναικεία παρουσία που έχει κεντρικό ρόλο σε πολλά από τα ποιήματα. Σε έναν κόσμο άνυδρο, όπου η ξηρασία που είχε προβλέψει ο Μιχάλης Κατσαρός [1] είναι πλέον πραγματικότητα, οι γυναίκες ζουν «κρυμμένες/σχεδόν τρία χρόνια μετά τη μέρα χωρίς το νερό/σκοτώνοντας με μεταφυτεύσεις τον χρόνο» (σελ. 23). Ταυτόχρονα, όμως, κουβαλούν μέσα τους την ελπίδα («λιώνουν τα δάχτυλά τους στη διαλογή των σπόρων/που θα σώσουν τη γη», σελ. 24). Πέρα από ηρωίδες των ποιημάτων, οι γυναίκες ως ποιήτριες αποτελούν πηγή έμπνευσης για την Ευσταθία Π., όπως μαρτυρούν οι στίχοι της Κατερίνας Γώγου που ανοίγουν το βιβλίο αλλά και η αναφορά στον τρόπο της Τζένης Μαστοράκη στο ποίημα «Μπορούν αυτοί οι στίχοι εκείνους που τους χάλασαν να κάψουν;» (σελ. 31).
 
Από τεχνικής απόψεως, η ποιήτρια προτιμά τη μικρή φόρμα από όπου έχει εξοβελίσει εντελώς την τελεία. Γενικώς, πέρα από ελάχιστα κόμματα και κάποιες ορθά χρησιμοποιούμενες κεραίες, τα σημεία στίξεως απουσιάζουν από τη συλλογή, δημιουργώντας μια αίσθηση συνεχόμενης ροής που επιτρέπει στο αναγνωστικό κοινό, εφόσον το επιθυμεί, να διατρέξει με μία ανάγνωση τη συλλογή από την αρχή έως το τέλος. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί η χρήση των παρηχήσεων που συμβάλλουν στην τεχνική αρτιότητα των ποιημάτων. Αναφέρουμε, ενδεικτικά, τους στίχους «εκεί υπάρχουν μούρα, μήλα και μικρές σκιές» (σελ. 25) και «πλημμυρίζω από πόνο/κι όταν λίγο λυγίζω/προσαρτώμαι στο σώμα σου/συνειρμικά» (σελ. 41).
 
Εν κατακλείδι, στη δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο Σίνγκερ, η Ευσταθία Π. πιάνει το νήμα από εκεί που το άφησε στην πρώτη και μας μεταφέρει σ’ ένα ποιητικό σύμπαν όπου το αστικό τοπίο διαπλέκεται με το φυσικό και όπου το ποιητικό εγώ, στη θηλυκή του υπόσταση, παράγει φροντισμένους στίχους, οι οποίοι θέλγουν τον αναγνώστη/την αναγνώστρια και συνάμα του/της δημιουργούν προβληματισμούς, χωρίς να προσφέρουν έτοιμες λύσεις. Πρόκειται για ποίηση υψηλής ραπτικής και όχι για ποίηση-φασόν, που κατοχυρώνει οριστικά τη θέση της Ευσταθίας Π. στο λογοτεχνικό στερέωμα.
 

[1] Αναφορά στους στίχους του Μιχάλη Κατσαρού «Μην αμελήσετε./Πάρτε μαζί σας νερό./Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία» από το ποίημα με τίτλο «Θα σας περιμένω» που περιλαμβάνεται στη συλλογή Κατά Σαδδουκαίων (Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2005).

Ν.Γ. Λυκομήτρος

*Το κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από εδώ: https://www.periou.gr/n-g-lykomitros-efstathia-p-singker-thraka-2025-isbn-978-6-185928-00-1/?fbclid=IwY2xjawQVjjJleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeYX8pmiSSDMsgruseJRx_rJnAgz3HdinN65TG3KEB85Zjfz_G9TzssYkBZJI_aem_jbgRisQG9XoHyr4XOVluIQ

Ελάχιστα για τα ‘Λαϊκά Μανιφέστα’, του Λώρενς Φερλινγκέτι

Tου Μιχάλη Κατσιγιάννη*

Λώρενς Φερλινγκέτι.[1] Ένας ποιητής – πιθανόν – πλήρως αγνοημένος από την ελληνική κριτική, όπως αρκετοί από τους αντίστοιχους ομότεχνούς του, που μαζί τους συγκαταλέγεται σ’ αυτό που θα ονομάζαμε Ποίηση και όχι ποίηση. Συγκρουσιακή κατεύθυνση, ανανεωτική απεύθυνση, πειραματική διάθεση, κυκλοθυμική παρατήρηση και κριτική, μετασχηματιστική γραφή όλα αυτά αποτελούν ορισμένα από τα ταυτοτικά χαρακτηριστικά της υβριδικής ποιητικής του μεγάλου beat ποιητή.[2]

Η ποίηση του Φερλινγκέτι διακρίνεται από μια εσωτερικότητα, είναι ένα διάγραμμα αναζήτησης, μια χαραγμένη πορεία ανίχνευσης των είναι που συναντά και στοχάζεται. Ωστόσο, αυτή η εσωτερικότητα συμβαδίζει με την εξωστρέφεια, δεν εγκλωβίζεται στο ατομικό και την εγωπάθεια, αλλά είναι εστιασμένη στο συλλογικό και την εξωτερικότητα του κόσμου: «η μοντέρνα ποίηση είναι πεζή/μα λέει πολλά».

Ο Φερλινγκέτι δεν ήταν απλώς ένας ονειροπόλος γραφιάς, ένας ενορατικός flâneur, ένας ελπιδοφόρος της ρήξης, ένας πολυσύνθετος κόσμος. Απεναντίας, στον Φερλινγκέτι βρίσκει κανείς κάτι πολύ πιο ουσιαστικό (τόσο για την ποιητική τέχνη όσο και για την ίδια τη ζωή). Δεν έδωσε όραμα στην ποίηση, αλλά ποίηση στο όραμα. Κατέδειξε με έναν πολύ εύσχημο και ιδιαίτερο τρόπο το πιο συγκρουσιακό ίσως αίτημα: την ποιητικοποίηση της ζωής (μας). Ο Φερλινγκέτι εργάστηκε για την αποδοχή της αντίληψης ότι η ποίηση δεν είναι μια εργαστηριακή διαδικασία και λειτουργία, μια μυστική και ελιτίστικη τελετουργία – ενδεχομένως ούτε καν τελετουργία. Η σύνδεση της ποίησης με τη ζωή δεν είναι παρά η επανασύσταση της τελευταίας με τρόπο φυσικό, απλό και κατά μία έννοια λογικό:

Δεν είναι ώρα να κρύβεται ο καλλιτέχνης
πάνω, πέρα, πίσω απ’ τις σκηνές,
αδιάφορος, μασουλώντας τα νύχια του,
καθοριζόμενος από το υπαρκτό.
Δεν είναι ώρα για τα μικρά φιλολογικά παιχνίδια μας,
ούτε για παράνοιες και υποχονδρίες,
για φόβους κι απαλλαγές.
Ώρα για αγάπη και φως είναι τώρα.
Έχουμε δει τα μεγαλύτερα κεφάλια της γενιάς μας
τσακισμένα από τη βαρεμάρα σε ποιητικές εκδηλώσεις.
Η ποίηση δεν είναι μια κρυφή κοινωνία ούτε εκκλησία.
Λέξεις κρυφές και ψαλμοί ας μένουν πια
(σελ. 12)

Ποιητής όχι του λαού αλλά λαϊκός ποιητής, ο Φερλινγκέτι μετασχηματίζει την κατεστημένη οπτική για την ποίηση, αρθρώνει έναν αποδομητικό αντίλογο στην παρακμή που μαστίζει την εν λόγω τέχνη – κάτι που εξακολουθεί να συμβαίνει και στις μέρες μας. Για τον Φερλινγκέτι η ποίηση δεν είναι μόνο ό,τι παράγει ο ποιητής, αλλά και ο ίδιος ο ποιητής. Υπό αυτή την έννοια, εντοπίζεται στον Φερλινγκέτι η ανάγκη, η ελπίδα, αλλά και η αδιάκοπη προσπάθεια για τόνωση της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ της ζωής και της ποίησης. Η ποίηση δεν είναι κατοχή και εφησυχασμός αλλά ένταση, αλληλεπίδραση και κίνηση, η γραφή δεν είναι στασίδι και ύπνωση αλλά διακίνηση και συνομιλία, ο λόγος δεν είναι ησυχαστήριο και πολύ περισσότερο νεκροταφεία αλλά ανανεωτικός θόρυβος και εξέγερση:

Ποιητές, κατεβείτε
για άλλη μια φορά στο δρόμο του κόσμου
κι ανοίξτε μάτια και μυαλά
με την παλιά οραματική έκλαμψη,
καθαρίστε το λαρύγγι σας και βγάλτε –
η ποίηση είναι νεκρή – μια αχανή, ζωντανή ποίηση
με φοβερά μάτια και βουβαλίσια δύναμη.
Μην περιμένετε την επανάσταση
ή μήπως θα γίνει δίχως εσάς.
Πάψτε να μουρμουρίζετε και μιλήστε
με μια ορθάνοιχτη ποίηση,
μ’ ένα “δημόσιο πρόσωπο”,
σε άλλα υποκειμενικά επίπεδα
ή άλλα ανατρεπτικά επίπεδα
κι έναν χρονομέτρη στο εσωτερικό αυτί
να χτυπά κάτω από το πρόσωπο.
Γι’ αυτόν το γλυκό σας εαυτό μονάχα τραγουδήστε,
αρθρώστε ακόμη το Λαϊκό Κόσμο –
Ποίηση: ο κοινός φορέας
για την προώθηση του λαού
σε τόπους υψηλότερους
απ’ αυτούς που κατορθώνει οποιοδήποτε άλλο μέσο
σελ. 13-14).

Αυτό που ελκύει τον αναγνώστη και αυτό που τον απωθεί στην ποιητική του Λώρενς Φερλινγκέτι είναι κοινό: είναι ο τρόπος που εννοεί την ποίηση. Η  ποίηση όχι ως μαγεία αλλά ως (πρωτοποριακή) δράση, όχι ως ιεραρχικό σύστημα εξουσίας αλλά ως ένα πεδίο ανοικτό, όχι ως ομάδα επίλεκτων και εκλεκτών αλλά ως συνήθειες, ερεθίσματα και αντιπαραθέσεις, όχι ως μηχανή καθολικοποίησης νοημάτων και ομοιογενοποίησης επιτελεστικοτήτων αλλά ως ένα χώρος διαφοράς, ως ένα μείγμα συγκρούσεων το αποτέλεσμα των οποίων δίνει πνοή και – ρεαλιστική – κίνηση στη σκέψη και την πράξη (αν όντως υφίσταται τούτος ο διαχωρισμός).
 
[1] Η έκδοση που ακολουθεί το κείμενο είναι η εξής: Φερλινγκέτι, Λ. (1988). Λαϊκά Μανιφέστα (Γ. Μπλάνας, Μτφρ.). Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.
[2] Αν και ο ίδιος αρνήθηκε κάποτε αυτόν τον χαρακτηρισμό (βλ. Φερλινγκέτι, 1988: 41-46).

*Σχετικός σύνδεσμος: https://artinvivo.gr/ελάχιστα-για-τα-λαϊκά-μανιφέστα-το/