Γιάννης Τόλιας, Λυγίζω από νοσταλγία

Κι όμως υπάρχουν αυτοί οι σιωπηλοί αυτόπτες
των συγκλονισμών.
Άψυχα αντικείμενα, φυτά, δέντρα ή πετούμενα.
Όλο αυτό το σκηνικό που η επιθυμία κάποτε κατοίκησε.
Πάντα, σε κάτι που εμείς δεν θα γνωρίζουμε,
θα είναι χαραγμένη η θύμηση των αγγιγμάτων.

Να με πιστέψεις, όταν σου λέω πως όταν φυσάει
ο άνεμος του φθινόπωρου ταξιδεύει τόσες εικόνες
επισκέπτριες από το παρελθόν,
που τα βράδια αποκαμωμένες κουρνιάζουν
πάνω στα εύθραυστα κλαδάκια της μνήμης.

Κάθε τόσο λοιπόν, λυγίζω από νοσταλγία
κι έτσι πενθώ με σιωπή το θέρος.

Czeslaw Milosz, Μετά τον Παράδεισο

Μην τρέχετε άλλο. Ησυχάστε. Πόσο απαλά βρέχει
Πάνω στις στέγες της πόλης. Πόσο τέλεια
Είναι όλα. Τώρα, για τους δυό σας
Που ξυπνάτε σ’ ένα βασιλικό κρεβάτι κάτω απ’ το παράθυρο της σοφίτας.
Για έναν άντρα και μια γυναίκα. Για ένα φυτό χωρισμένο
Σε αρσενικό και θηλυκό που ποθεί το ένα το άλλο.
Ναι, αυτό είναι το δώρο μου σε σας. Πάνω απ’ τις στάχτες
Σ’ ένα πικρό πικρό χώμα. Πάνω απ’ την υπόγεια
Ηχώ των κραυγών και των όρκων. Έτσι τώρα την αυγή
Πρέπει να προσέξετε: η κλίση ενός κεφαλιού,
Το χέρι με τη χτένα, δυό πρόσωπα στον καθρέφτη
Είναι αιώνια για μια στιγμή μονάχα, ακόμη κι αν λησμονηθούν,
Γι’ αυτό κοιτάξτε αυτό που υπάρχει, έστω κι αν σβήνει,
Και ευγνωμονείτε την κάθε στιγμή που ζείτε.
Αφήστε αυτό το μικρό άλσος με τις πρασινισμένες μαρμάρινες προτομές
Να μείνει όπως ήταν όταν ανοίξατε την πύλη.
Και στο δρόμο με τις ψηλές φθαρμένες κολόνες
Που αυτή η αγάπη σας ξαφνικά μεταμόρφωσε.

1936

 Ρένα Χατζηδάκη (Μαρίνα), «Κατάσταση Πολιορκίας» 

Ι

Καθώς το παιδί, που σημαδεύεται απ’ την πρώτη γνώση της μοναξιάς,
ο καιρός κι η απαντοχή θα κάνουνε συντρίμμια την καρδιά μου
και θα ‘χω χάσει για πάντα τους δρόμους, τους δρόμους μου,
σα θα μ’ αφήσουνε να βγω από δω.
Θα γυρίζω γυρεύοντάς σε παντού,
στα ισοπεδωμένα τοπία,
στα κομματάκια εκείνου του καθρέφτη,
στις σπαταλημένες ματιές,
να βρω ξανά το πρόσωπό σου,την καρδιά μου γυρεύοντας
και θα μιλώ και θα μιλώ τη γλώσσα,
που ήταν κάποτε δική μας,
που ήταν κάποτε το μόνο δικό μας που μας είχε απομείνει
μέσα στους ίσκιους των νεκρών χρωμάτων
των νεκρών εικόνων
όταν οι νύχτες μας ήταν απλά επεισόδια
της μεγάλης νύχτας που άρχισε πριν -πόσον καιρό;
Πώς να μετρήσω τον καιρό εδώ μέσα,
τις σεληνιακές σου διαλείψεις,
τ’ αστρικά σου πηδήματα.
Πώς να μετρήσω την πορεία μου τεθλασμένη,
την απρόβλεπτη τροχιά της απουσίας σου,
μέσα σε τούτο το αμείλικτο διαστημόπλοιο,
μες στην καρδιά της πόλης που ήταν κάποτε δική μου
και τώρα την διαγουμίζουνε τα τανκς;
Εφτάπυλο το χάος,
στεγανό πολιορκημένο μέσα κι έξω από το φόβο με τα χίλια πρόσωπα.
Οι φωνέςτων ανιάτων κοπάζουν κάθε αράδυ στις πεντέμισι.
Οι σειρήνες λεηλατούν κάθε βράδυ τη σιωπή.
Οι κοιμισμένοι κάθε βράδυ ανεξιχνίαστοι νεκροί.
Και πάλι, πάντα πού είναι τα χέρια σου;
Η φωνή σου πού;
Θ’ αντέξουν και απόψε τα τοιχώματα; Ή θα χιμήξει το σκοτάδι;
Πώς να μετρήσω;
Καθώς η πρώτη γνώση της μοναξιάς
που σημαδεύει -έφηβο κιόλας το παιδί
η απουσία σου καρφώθηκε μαχαίρι κατακόρυφο στο χωροχρόνο μου
άνοιξε από παντού ξετρελαμένα στόματα
η ασχήμια, που ενεδρεύει να με κατααροχθίσει,
ο πληγωμένος χρόνος σπαρταράει,
μ’ αφύσικα τινάγματα
η μελλοθάνατη ειμ’ εγώ
Και γύρω μου παντού,
καταμεσίς
κατάστηθα,
στο χάος, στην καρδιά μου,
αιμόσυρτες οι τροχιές
από την αθωότητα στο φόνο,
κι απ’ το φόνο στην τύψη,
στο μοιρολόι κι από κει στον άλλο φόνο.
Να σου τραγουδήσω;
Μα κι η φωνή μου, π’ αγαπούσες, μαχαιρωμένη.
Φύκια των ουρανών μες την αγρύπνια
τα μαλλιά μου, π’ αγαπούσες,
τα χέρια μου πλοκάμια απελπισμένα
κι όπου κι αν ψάξω δε σε βρίσκω πια.
Τετράγωνα κομμάτια σκοταδιού πίσω απ’ τα σίδερα.
Η ρωμιοσύνη προδομένη, προδοσιά μαχαίρι στην καρδιά.
Το πληγωμένο φως μετά τις δέκα,
οι θόρυβοι ανεξήγητοι, οι ανάσες.
Η δίχως νόημα θυσία,
η πολιορκία,
η απουσία
το τσιγάρο του φρουρού.
Και θα μιλώ τούτη τη γλώσσα
«Πώς άλλαξε αυτό το παιδί, θα λένε οι άλλοι,
κοιτώντας με με το μοναδικό μάτι του τουρίστα Κύκλωπα
ζητώντας να τους μιλήσω για ήρωες
κοιμώντας, οι άλλοι, τις δαιδαλικές νύχτες,
που θα ουρλιάζει από παντού η προδοσία,
σκεπάζοντας τα τανκς, τα αεροπλάνα,
το φόβο,
το βήμα του φρουρού,
τις νύχτες χωρίς εσένα
που θα ουρλιάζει η προδοσία από παντού
που θα ουρλιάζουνε τα συντρίμμια της καρδιάς μου,
τα συντρίμμια σαν τα παιδιά της Ζηνοβίας,
απ’ τα πέρατα της γης και της απόγνωσης.
Γιατί και σένα θα σ’ έχω χάσει
στο κινούμενο σκοτάδι
όπως κι εμένα,
όπως και τον αγώνα,
που θα ‘ταν δύσκολος, αλλά ωραίος
κι ήρθε να γίνει σαπισμένο σταφύλι,
Χωρίς εσένα, πώς;
Σαν την πρώτη μοναξιά,
που η γνώση της χαράζει για πάντα το παιδί
το σώμα μου θα διαλυθεί
τα κύτταρά μου ένα προς ένα θ’ αποσυνδεθούν,
πάνω σε τούτο το κρεβάτι του Προκρούστη, τον καιρό,
το σώμα μου ηλιακή κηλίδα, θα εκραγεί,
γράφοντας τ’ όνομά σου σ’ όλους τους ουρανούς,
τα κύτταρά μου,ένα προς ένα θα κινήσουν να μπολιάσουν τους ανθρώπους
με την ηλικία της οδύνης,
με το μαβί καπνό του δειλινού πίσω από τα σίδερα.
Θα στείλω τα όνειρά μου να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους.
Θα στείλω το φόβο να φωλιάσει στις ανύποπτες καρδιές τους,
κι όταν θα ‘ρθει η υπάλληλος για καταμέτρηση
«δραπέτευσε», θα πουν οι άλλοι,
παρεξηγώντας τον θάνατό μου.
Και μόνο εσύ θα ξέρεις
μόνο εσύ θα θυμάσαι τα χέρια μου,
το θολό παράπονο του σκυλιού έξω από τη φυλακή,
τις κραυγές των παιδιών πάνω στην ταράτσα
την απόγνωση του κινέζικου πορτρέτου,
τα ελληνικά αινίγματα
-τι είν’ αυτό που ανεσαίνει με τα πόδια, και το κατεβάζουνε με κουσέρτα –
και μόνο εσύ θα ξέρεις πώς,
πού χάθηκε το κορμί μου,
τι έγιν’η φωνή μου,
τι η αγρύπνια μου,
τι ήχους έχει ο φόβος
κι η απόγνωση τι πρόσωπα.
«Θεέ μου και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;»
Μονάχα εσύ θα ξέρεις
εγώ θα μιλώ τούτη τη γλώσσα.

ΙΙ

Μακριά, πολύ μακριά,
ακούγεται η ζωή,
ψηλά πολύ ψηλά λάμπουν τα φώτα
-ίσως- τα φώτα, που μας έκλεψαν
της πολιτείας που μας έκλεψαν
κι η θύμηση απ’ το τελευταίο λιόγερμα
και τα βουνά, γύρω δικά μας.
Μακριά πολύ μακριά υπάρχεις.
Πρέπει να υπάρχεις,
Σα να μπορώ ν’ αφουγκραστώ το γέλιο σου,
ξανθό, πίσω απ’ τους λεκιασμένους τοίχους.
Κάποτε όλα θα μαθευτούνε
που θ’ αναλιώσει το παγωμένο κέντρο της μνήμης
-τώρα, παντού, «η κατάθεσή μου, να θυμάμαι τι είπα στην κατάθεσή μου» –
και θα ξανάρθουνε τα χρώματα
ίσως κάποτε που θ’ ανοιχτούν οι πόρτες των τάφων,
των σπιτιών, των φυλακών, των νόμων,
να λογαριάσουμε τους νεκρούς μας,
να μοιραστούμε τα καινούργια μας τραγούδια.
Κάποτε θα μάθεις κι εσύ τα υπόλοιπα
θα θυμηθείς και εσύ
μακριά, πολύ μακριά, είσαι η ζωή,
θα είσαι μακριά
τότε εγώ δε θα υπάρχω.

III

Χρόνος παραμορφώθηκε,
Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν.
Ξέρεις πού θα με βρεις,
Εγώ ο Φόβος.
Εγώ ο θάνατος.
Εγώ η μνήμη, ανήμερη.
Εγώ η θύμηση της τρυφεράδας του χεριού σου,
εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής.
Θα πολιορκώ το «κοίταζε τη δουλειά σου» με τη αγωνία μου.
Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ’ άσεμνα, φρικιαστικά βεγγελικά.
Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν στους αδιάφορους διαβάτες,
ώσπου ν’ αρχίσουν να σφαδάζουν
ώσπου ν’ αρχίσουν ν’ αναρωτιούνται.
Εμένα δε θα μπορούν να με σκοτώσουν.
Όμως θαρρώ, οι μόνοι που -ίσως -καταλάβουν θα ναι τα παιδιά,
πλούσια απ’ την κληρονομιά μας
πρώτη φορά, τα παιδιά
σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,
θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα
τ’ αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών
διορθώνοντας τα λάθη,
σβήνοντας τα ψέματα,
ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,
χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας
σημαδεμένα από την αστραπή
τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης
που σε μας άργησε τόσο πολύ να ‘ρθει.

Κι αν τώρα σε γυρεύω απελπισμένα
στα πελώρια κύματα της αγρύπνιας μου
κι αν τώρα κάθε που αναδαίνω
βγαίνει τ’ όνομά σου
όταν θ’ αρχίσω να γυρίζω στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου,
με μόνο μια χούφτα φεγγαρόπετρες να μ’ οδηγούν
τυφλώνοντας τον κόσμο με τις λάμψεις του τρελού γέλιου σου,
της καλόγριας που κρατούσε τα κλειδιά,
κουφαίνοντας τον κόσμο με τους ήχους της ταράτσας,
με τις κραυγές αυτών που βασανίστηκαν κι αυτών που βασανίζουν
τραντάζοντας τον κόσμο με τη γλώσσα τούτη του θανάτου
ίσως τότε θα ‘χεις βρει το δρόμο στο δικό σου το λαβύρινθο
ίσως εσύ τότε θα στέκεσαι περήφανο δεντρί,
στο σταυροδρόμι του κόσμου,
μ’ όλους τους ποταμούς να φτάνουν μυστικά στις ρίζες σου,
ίσως τότε τα παιδιά σου,
μαζί μ’ όλα τα παιδιά,
να προλάαουν τον καιρό και τη ζωή
μια στιγμή πριν απ’ το χάος.
Και πια δε θα ‘χει μείνει τίποτ’ από μένα
ούτε η τύψη που έμελλε να γίνω
ούτε το άγγιγμά μου στο χέρι σου
ούτε το πιο δικό μου, η γλώσσα μου,
μα θα ‘χω διαλυθεί σ’ όλους τους ποταμούς του κόσμου
θα ‘χω γράψει τ’ όνομά σου, που φοβόμουνα,
ως την άλλη όχθη
και το κορμί μου -ίσως- νεκρό
μα πάλi ακέραιο θ’ αναπαύεται
με γύρω του τη θύμησή σου
και τη λιόλουστη ζωή.

*Το ποίημα το πήραμε από εδώ: http://www.poiein.gr/2012/08/29/nyia-aoaecauec-ianssia-eaouooaoc-dhieeinessao-a-yeaioc-aea-ieeuo-1974/

Η σκέψη του ανέφικτου ανήκει στους ποιητές / Roberto Garcia de Mesa 

Κριτική από τον Δήμο Χλωπτσιούδη*

Για τον Roberto Garcia de Mesa έχουμε γράψει και στο παρελθόν με αφορμή ποιητικές του συλλογές που κυκλοφόρησαν στα ελληνικά (βλ. «Η υπερρεαλιστική ανυπακοή στη λογική του Roberto Garcia De Mesa»). Ο de Mesa ξεχωρίζει με την απλότητα της έκφρασής του και την δημιουργική αξιοποίηση του υπερρεαλισμού. Η λογοτεχνικότητα όμως δεν κρύβεται τόσο στα υπερρεαλιστικά στοιχεία, που διατρέχουν συχνά το ποιητικό του κείμενο και στις αναδυόμενες εικόνες, αλλά στο αναστοχαστικό περιεχόμενο και τον ποιητικό του λόγο.

Η τελευταία ποιητική του δουλειά («Περί της φύσεως της ευθραυστότητας», Ρώμη, 2021, μτφ. Ιφιγένεια Ντούμη) ξεχωρίζει με την πειραματική πνοή της και τις έντονες υπερρεαλιστικές επιρροές, οι οποίες δημιουργούν ένα μωσαϊκό εικόνων. Με εικόνες του ασυνείδητου να ανασύρονται διαρκώς μέσα από ένα τοπίο ονειρικό, ο ποιητής καταθέτει ένα πολυεπίπεδο έργο, στο οποίο η εικαστική δένεται λειτουργικά με το περιεχόμενο και τη μορφή, επιχειρώντας μία ανανέωση της φόρμας. Ο υπερρεαλισμός ως θεωρία περί ποιητικής, ως πρόταση για αλλαγή και ως αξίωμα για την υπέροχη της φαντασίας και του αυθόρμητου, οδηγεί τον de Mesa σε μια νέα επανεπεξεργασία της μορφής, ώστε να κάνουμε λόγο για έναν διαρκή πειραματισμό με πολιτικές προεκτάσεις. Ο ποιητής παραδίδει μία σύνθεση που μοιάζει με ένα θρυμματισμένο υβριδικό συνεχές με έντονη την επίδραση του θεάτρου. Η διαρκής χρήση του β’ ενικού γραμματικού προσώπου δημιουργεί ένα μονολογικό ποιητικό μονόπρακτο. Η υιοθέτηση δραματικών τεχνικών –με την εισαγωγή ερωτήσεων, επαναλήψεων και μονολεκτικών στίχων– αποδίδει μια κλιμακούμενη ένταση, που ενισχύει το συναίσθημα της ματαιότητας και αφήνει να διοχετευτεί ένα φως ειρωνείας απέναντι στις βεβαιότητες του σύγχρονου πολιτισμού.

Το υπερρεαλιστικό υπόβαθρο προσφέρει εκφραστική ελευθερία στον ποιητή, αυτό που ο Jean-Paul Sartre αποκάλεσε «πρωτεϊκή δύναμη» του σουρεαλισμού. Η στιχουργική κίνηση μοιάζει να ρέει αργά, με μία σταθερότητα που ενσωματώνει τις υπερρεαλιστικές παρεμβολές, χωρίς όμως να απωθεί τον αναγνώστη. Πρόκειται για έναν πειραματισμό που οδηγεί σε δημιουργική συμπόρευση το καινοτόμο και τις καθιερωμένες συμβάσεις, εκείνες που αναμένει να εντοπίσει ο αναγνώστης. Ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν έργα της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας είναι ότι, ενώ προσπαθούν αυθεντικά να εκφράσουν μέσα από την τέχνη τις σύγχρονες συνθήκες ταχείας αλλαγής, καταλήγουν να δημιουργούν έργα που αποδεικνύονται εφήμερα, όπως ακριβώς εκείνα της μαζικής κουλτούρας. Τα κείμενα αυτά, επειδή οδηγούνται σε σύγκρουση με τις κανονικές διαδικασίες ανάγνωσης, μνήμης και κατανόησης, διαβάζονται και ξεχνιούνται. Δεν μπορούν να ενωθούν για να σχηματίσουν ένα λογοτεχνικό «κίνημα», επειδή υπάρχουν μόνο τη στιγμή της ανάγνωσης.

Αντίθετα, ο ποιητικός συγκρητισμός και η πλουραλιστική αισθητική που προτείνει ο de Mesa, δεν προσπερνά το παρελθόν, το οποίο αξιοποιεί ως γόνιμη ιλύ, αλλά ταυτόχρονα προσπερνά μία σειρά παραδοσιακών συμβάσεων. Για τον de Mesa το παρελθόν δεν αποτελεί βάρος, αλλά ένα κουτί με θησαυρούς που αξιοποιεί προς όφελος της ποιητικής ιδέας και του αισθητικού προσανατολισμού του. Και αυτή η αισθητική του πρόταση είναι ανοιχτή σε επιρροές από το θέατρο, τον σουρεαλισμό και την ανοικείωση της φόρμας μέχρι τον πολιτικό και υπαρξιακό προβληματισμό, αποφεύγοντας την ανακύκλωση και την παρωδία που συνήθως συναντάμε στη μεταμοντέρνα τέχνη. Έτσι, ο ποιητικός υβριδισμός της σύνθεσης δεν φοβίζει τον αναγνώστη. Με την αμφισβήτηση της διάκρισης υψηλής και λαϊκής τέχνης και τις ήπιες υπερρεαλιστικές παρεμβάσεις, τον ενθαρρύνει να συνεχίσει την ανάγνωση και να αφουγκραστεί τις αγωνίες του δημιουργού.

Στην ποιητική σύνθεση όμως ο συγκρητισμός δεν αφορά μόνο τη φόρμα και τις στιλιστικές επιλογές του δημιουργού, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο. Στον στιχουργικό μονόλογο συμπλέουν φιλοσοφικά σπαράγματα με στοχασμούς για τον ανθρώπινο βίο και τον έρωτα, την ποίηση και τη δύναμη της γλώσσας, την Ιστορία και την πόλη ως πολιτισμική οντότητα, τον χρόνο που περνάει και αλλάζει τα πάντα. Ο ποιητής στοχάζεται για τη ζωή, τις δυσκολίες και τα απρόοπτα, τις αντιστάσεις και τις υποχωρήσεις των ανθρώπων. Το ερωτικό στοιχείο είναι διάσπαρτο σε όλο το έργο σε συνδυασμό με την υπαρξιακή αγωνία για τον χρόνο. Το ζήτημα του χρόνου, άλλωστε, μπαίνει πολλές φορές άμεσα ή με αλληγορίες.

Ο de Mesa επιχειρεί μια ανακατασκευή των λέξεων και των εμπειριών του αναγνώστη με τη δύναμη της φαντασίας. Εξερευνά τη μεταφυσική διάσταση της μνήμης αμφισβητώντας τις βεβαιότητες του κοινού. Καλεί τον αναγνώστη να εγκαταλείψει τον μικρόκοσμό του και τις εμπειρίες του και να περιπλανηθεί στο ποιητικοθεατρικό συνεχές με όχημα τον υπερρεαλισμό. Και ίσως τέλος να κάνει τη δική του αυτοκριτική.

*Το κείμενο και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://www.culturebook.gr/kritiki-parousiasi/h-skepsi-tou-anefiktou-aniki-stous-poihtes-roberto-garcia-de-mesa-kritiki-apo-ton-dimo-chloptsioudi.html?fbclid=IwAR20h_KGcQR6jnqXw0SpPYsatNNm1BJYx_JvM1eo75Zi6yTm7vizsODTpiw

Γρηγόρης Σακαλής, Πέταγμα

Χιλιάδες χελιδόνια
πάνω στα καλώδια
ετοιμάζονται
για το μεγάλο ταξίδι
πόσο τα ζηλεύω
που έχουν φτερά
και πετούν
ήθελα κι εγώ
να πετάξω μακριά
σ΄άλλους τόπους
άλλες πολιτείες
να γνωρίσω
άλλους ανθρώπους
πόσο πληκτική
είναι η ζωή
στο ίδιο μέρος
μια μεγάλη φυλακή
που σου δίνει απλά
μια ψευδαίσθηση ελευθερίας.

Άρης Γεράρδης, από τον “Αειθαλή αποθηκάριο”

153
Δεν έφταναν τα τελευταία κέρματα να πάρει το λεωφορείο.
Πήρε μια βάρκα κι ανοίχτηκε.

154
Καρφώνουν τη μέρα τσιμεντάρουν τον ουρανό
κι όμως βρέχει ελπίδες πάλι.

155
Δεν τρέχει ο λαγός στην κατηφόρα, φυλάει
δυνάμεις για μετά.

156
Στη μίζερη χώρα πάνω στο κρέας σκοτώνουν
τις μύγες.

*Από τη συλλογή “Αειθαλής αποθηκάριος”, Εκδόσεις Οδός Πανός.

Άννα Δερέκα, Το σκηνικό

Όταν κοιμάμαι
βγαίνει ο στρατιώτης
με ωραία λουλούδια.
Προχωρεί στις τέσσερις γωνίες
του σπιτιού.
Βγαίνει ο παπάς.
Κρατάει το άγαλμα
του πεθαμένου δεσπότη.
Βγαίνουν από τον νεροχύτη
τα αγριολούλουδα που σάπιζαν.
Δεν θα ξαναδώ
όνειρα.
Καληνύχτα.

*Από τη συλλογή ”Αιμάσσων”, Εκδόσεις Κέδρος.

Χρίστος Λάσκαρης (1931 – 11 Ιουνίου 2008), Πέντε ποιήματα

ΕΡΩΤΑΣ

Στην πρώτη επαφή που είχαμε,
μιλήσαμε όπως δυο ξένοι
για πράγματα διάφορα σχεδόν.
Στη δεύτερη μπορώ να πω το ίδιο,
με κάποια στη φωνή μας διαφορά,
ένα χρωμάτισμα.
Ώσπου στην Τρίτη,
τα λόγια μας ακολουθούσαν παύσεις –
εκείνες οι γλυκές σιωπές
του έρωτα.

ΦΟΒΕΡΟΤΕΡΟΣ ΑΥΤΟΣ

Εκτός από τον φυσικό,
υπάρχει και ο άλλος θάνατος:

αυτός, της Κυριακής.

ΜΑΝΤΕΝΙΑ

Ένα κρεβάτι
και να είναι Αύγουστος,
και ξέρω εγώ να ξαναζήσω.

ΤΟ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ

Σ’ αυτό το απέραντο σούπερ-μάρκετ,
που πάνω του τσακίζονται
όλα τα όνειρα,
εδώ,
στη μοναξιά των διαδρόμων
θα με βρεις.

με το καρότσι μου να περιφέρομαι.

ΚΑΘΟΜΑΙ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

Κάθομαι στη βεράντα κι αγναντεύω
σιωπηλός.
Ανόρεχτη που ‘ναι η ματιά μου.

Απ’ τις ταράτσες
κεραίες με κοιτάζουνε βουβές.
τέντες πληκτικά κατεβασμένες,
σαν την ψυχή μου.

Έρμα Βασιλείου, Αρχίζεις και τελειώνεις σαν ποίηση 

Αρχίζεις και τελειώνεις σαν ποίηση
που γνωρίζω καλά…
την φτιάχνω κάθε μέρα
γραμμένο χαλί
που πρέπει να ξηλώσω,
και που όταν φτάσω στην τελευταία βελονιά
ενώνεται μόνο του, γίνεται ένα
είναι όλα ερμητικά εξαντλητικά
στα ερμητικά εξάλλου χωρίς να το θέλω αναγνωρίζεται
και τ’ όνομά μου
από το ερμητικό φως…
το τι λέει ο κόσμος αφορά τον κόσμο
το τι λέει η ορτανσία στα μεγάλα φύλλα της
δεν τ’ ακούει κανένας
τι λέμε οι δυο όταν κοιμόμαστε χώρια
μας λένε πολλά
ακόμα κι όταν δεν βλεπόμαστε μιλάμε
ακόμα κι όταν δεν αγαπιόμαστε μιλάμε
από μακριά σαν πελαργοί συνεκφωνούμαστε
αρσενικός με θηλυκό σε συναστρία
και πάντα μένει η φωλιά
μέσα στην πιο λιασμένη μας πλευρά, εργαζόμαστε γλυπτή την επικοινωνία
σε σκοτεινά δωμάτια και άηχες κάμαρες
είναι πια αδύνατη η κάθαρση
δεν έχει τόπο να χωρέσει
ούτε κανένα αγγείο δέχτηκε ποτέ να βάλουμε απάνω τους μια ετικέτα στ’ όνομά της
παρότι συνενωμένοι συνεργάτες
στα δυο ή στα πέντε ή στα δώδεκα χρόνια
ένας δικηγόρος δέχτηκε να γράψει το συμβόλαιό μας
γιατί ξεχωρίζει από τ’ άλλα σώματα στο δρόμο
η λαχτάρα να βρεθούμε χώρια
η αμοιβή να βολευτούμε στο ξέσχισμα μια μετάνοιας
και η αγάπη, καλύτερα να πω ο έρωτας,
που φωσφορίζει σαν εξορία
στα κορμιά τα νησιά τα πανύψηλα νοερά μας κάστρα
αυτά και η λογική, η λογική
των άλλων ανθρώπων μας χώρισαν

*Από την ενότητα “Άκρατος οίνος” (στο βιβλίο “Νηρηίδες”, 2021, Μελβούρνη, αδημοσίευτο).

Misha the Maniac, From “Ύβρις”

Babushka

The house was cold, like a wind had come in through the front door and stayed there.
I crawled down the corridor (Turkish hall runner beneath me) and knocked on the door where my grandmother slept. No answer.
I reached for the door handle, turned it and tottered inside. There she was-a torpid, veiny form sprawled out on the bed.
Her arms were covered with injection bruises that looked like watercolour droplets.
“Little Misha, little Misha, where are you?”
She had been blind for over 30 years.
Up on the bedside table-a black plasticky unit that played the local AM radio. Chanting music (always on Sundays) and crispy-thin voices penetrating through the static.
“Misha, Misha, are you there?”
I crawled back out the door.
She made me aware from a very young age that the body was a site of suffering.
Just the thought of it. There on the bed, for so many years.

Hypatia’s Cunt-rag

In a large Byzantine encyclopaedia of the 10th pentury we learn of the ancient Alexandrian philosopher Hypatia and her infamous cunt-rag.
During one of her lectures, a pupil became so enamoured with her beauty that he promptly informed this illustrious teacher that he wanted to fuck her.
Hypatia responded by flinging her bloody cunt-rags at the student.
“This is what you love,” she announced before the symposium, “and there is nothing beautiful about it.”
But what she meant to say was that this pupil was the most incorrigible, pestilent whore that she had ever known; that he was a slimy asshole hair and a cuckolded bag of shit that couldn’t keep his dick in his pants, an animal cantankerous, sacrificed on the altar.
Crinkled photograph of my great-grandmother Hypatia. A refugee from the outskirts of the city of Smyrna, her male relatives rounded up, shot, decapitated, or sent on death marches.
They buried gold and jewellery in the earth, thought they would come back, never did.
Came to Australia on a boat. 1930s heyday blues, rural frontier, hot summers, government reserves, a new Anglo name, fish ‘n’ chips and a proxy bride.
I can see her now washing her cunt-rags by the river.

*“Ύβρις”, Apothecary Archive, January 2021.
http://www.apothecaryarchive.com