Μουταλίμπ Αμπντουλά, Δύο ποιήματα 

Hawler Castle

Ιδε ο Θάνατος
 
Το όνομά μου αγνοώ
Μετά από ζωή στης φύσης την αγκαλιά, με καρδιά ανοιχτή, το όνομά μου αγνοώ
Με μάτια σφαλιστά, ο κόσμος μού άρπαξε την καρδιά
Η ψυχή μου λαχταρά τη φύση
Μα ξέρω, η ζωή είναι προφύλαξη από ό,τι ποθούμε
Η καρδιά μου απ’ τον κόσμο αποξενώθηκε, μακάρι να μην άνοιγα τα μάτια
Ο θάνατος, προϋπόθεση λύτρωσης απ’ τον πόνο
Όσα ζητάμε δεν είναι το να γίνουμε κόσμος
Ούτε όρος να γίνουμε φύση
Μα λύτρωση απ’ τη μοναξιά
Μακάρι να γινόμουν θάνατος, αντίθετος του κόσμου
Με καρδιά γεμάτη όνειρα, θα γύριζα στο κενό  Ίδε Ο Θάνατος , προϋπόθεση λύτρωσης απ’ την αμφιβολία
Μετά από ζωή στον κόσμο
Με της νύχτας τη φαντασία κατακτώ τη φύση
Πού είναι το σπίτι μας, αγνοώ
Το όνομά μου αγνοώ.

*
 
Ο θάνατος θέλει…
 
Δεν θέλω να βγω από τον πόλεμο του θανάτου
Μπρος στον καθρέφτη χτενίζω τα μαλλιά προς τα πάνω και λέω στον εαυτό μου
Τι θέλεις
Από τον πόλεμο της ηδονής που δεν ελέγχεται
Τη φαντασία που η ζωή λαχταρά
Την παράξενη επιθυμία που είναι ο θάνατος και
Ο άνθρωπος γερνά στην αναμονή
Τι θέλεις
Ρωτώ τον καθρέφτη
Δεν ρωτώ τον πόλεμο
Αυτή είναι η αληθινή επιθυμία
Η ζωή τη θέλει
Εγώ δεν τηθέλω
Κρατιέμαι μακριά από τον πόλεμο του θανάτου
Λύτρωση από τον κλειστό κύκλο της επιθυμίας
Που με την πρώτη ματιά φαίνεται πως η ζωή τη θέλει
Εγώ δεν τη θέλω
Ζητώ από τη γλώσσα να με προστατέψει από τον πόλεμο του θανάτου
Ζητώ από τον θάνατο να με προστατέψει από τον πόλεμο της γλώσσας
Ζητώ από τον πόλεμο να με προστατέψει από τον θάνατο της γλώσσας
Όλη αυτή η αυτοκαταστροφή
Αυτές οι επιθυμίες
Ένα κενό απύθμενο
Η φαντασία το θέλει
Ο άνθρωπος το προσμένει
Μπρος στον καθρέφτη χτενίζω τα μαλλιά προς τα πάνω και λέω στον εαυτόμου
Τι θέλεις
Μπρος στον καθρέφτη κλείνω τα μάτια και λέω
Ποιος είμαι εγώ που ο θάνατος επιθυμεί.

*Μετάφραση από τα Κουρδικά στα Ελληνικά: Ομίντ Καρανί.

**Ο Μουταλίμπ Αμπντουλά είναι ένας διακεκριμένος Κούρδος συγγραφέας και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1962 στην πόλη Ερμπίλ, την πρωτεύουσα της Περιφέρειας του Ιρακινού Κουρδιστάν. Μέχρι σήμερα, συνεχίζει να ζει και να δημιουργεί στην πόλη που τον γέννησε. Με ένα εντυπωσιακό έργο που περιλαμβάνει 33 δημοσιευμένα βιβλία, ο Αμπντουλά έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της κουρδικής λογοτεχνίας. Έχει λάβει πολλές τιμητικές διακρίσεις εντός του Κουρδιστάν και έχει βραβευτεί πολλές φορές για το έργο του. Το 2017 αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην επαγγελματική του πορεία, καθώς τιμήθηκε με το βραβείο της ΔιεθνούςΈκθεσης Βιβλίου της Φρανκφούρτης.

***Από εδώ: https://www.poiein.gr/2024/08/28/μουταλίμπ-αμπντουλά-δύο-ποιήματα-μετ/?fbclid=IwY2xjawP4byFleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEezlKKoAPOM0PZp_nuvAqlRZxbts3eLH5AVWp7xuAenY391Q8by2H27UhJGUc_aem_G0FuH85hnfTpKim3mqPiYw

Γιώτα Αργυροπούλου (1960-2018), Το βοτάνι

Στα 1917 οδοιπορούσαν στην προσηλιακή Μάνη
ο Καζαντζάκης με τον Σικελιανό
μυθικοί και νέοι
στα μονοπάτια και τα βήματα του Γιώργη του Ζορμπά
στην Πραστοβά γύρω από το ορυχείο του λιγνίτη.
Τα βράδια κατέλυαν στον πάναστρο μυχό της Καλογριάς
στην άκρη δεξιά σ΄εκείνο το μικρό σπιτάκι.

Οδοιπορούσαν θεϊκοί –αν λένε θεϊκό τον Σικελιανό
όσοι τον είδαν να βαδίζει στην Ομόνοια –
και αποθαύμαζαν, όπως θαυμάζει ακόμα
όποιος πατά αυτή τη γη, τη θάλασσα απροσμέτρητη
τις πλάτες του Ταΰγετου
πύργους και χωριά κι ένα αεράκι να φυσά θυμάρι.
Στο δρόμο τους έκοψαν ένα βοτάνι, το μυρίσανε
κι όσους συναπάντησαν το αναγνωρίζαν, το βλέπαν στα χωράφια τους
δεν ήξερε κανένας τ΄όνομά του.
Μόνο στα μύχια του Ταΰγετου τους έδειξαν ψηλά σ΄ένα χωριό
τα ξέρει μια γερόντισσα
ονοματίζει τα βοτάνια ένα προς ένα.
Περάσανε χωριά
απάντησαν ανθρώπους με τα ζωντανά τους
–στο χέρι το κλαράκι ακόμη ανονομάτιστο-
άκουσαν την καμπάνα.

Η μανιάτισσα κυρά αποχαιρέτησε του τόπου της τις πέτρες
και τα βότανα
για τα πηχτά τα μαλακά σκοτάδια.
Χτυπούσε η καμπάνα πένθιμα.

Σήμερα κηδεύουμε μια λέξη ελληνική
είπαν επίσημα οι δυο τους.

*Από το βιβλίο “Γιώτα Αργυροπούλου, Ποιητών και Αγίων Πάντων”, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2013 και τη συγκεντρωτική έκδοση “Ποιήματα και Πεζά: 1998-2018”: Αθήνα: “, Εκδόσεις Μελάνι 2023.

Γ. Σκαρίμπας, Το μοντέλο

Πού τήν είδα;
Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους
τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ’ αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους δίχως χέρια!
Δίχως χέρια… Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ’ έβλεπε – μ’ εθώρει κι ήταν τ’ όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της – κερένιο –
καί τό δόντι.
Τήν στοχάζομαι.
Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ’ σέ όνειρο- και τ’ όμμα
ήταν σφαίρα.
Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.
Τ’ ήταν; πνεύμα;
Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου –
απ’ τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; …
Αχ πώς τρέμω!
ο νούς μου πάει σ’ ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια -ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!
Ώ Κυρά μου – Άγγελε – Σύ – των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο,
ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ’ έχουν στήσει
γυναικείων φορεμάτων…

Αλέξανδρος Χριστόπουλος, Στον Άργο

20 χρόνια, άτιμο σκυλί,
20 χρόνια πλανήθηκα
ανάμεσα σε φόβους και θεριά,
απογινώθηκα σκιά για να γυρίσω
κι εσύ, άπιστο τέρας,
που τάχα τη μυρωδιά καταλαβαίνεις,
δεν έκανες ούτε νεύμα
σαν πέρασα δίπλα σου.

20 χρόνια, άτιμο σκυλί
20 χρόνια έζησα μισόνεκρος,
για να μπω τώρα στο σπίτι μου,
ξένος πια.
Δε ζήτησα δόξα,
ή, όπως το συνηθίζουν,
μια ευνοϊκή μεταχείρηση,
για την υπερπόντια πλάνη μου.
Μα πλάνη σαν τη δική σου,
ποτέ δε φαντάστηκα,
προδότη, άπιστο σκυλί.
Φεύγω, και πουθενά μην πεις
πως είχα γυρίσει.
Άσε την Πηνελόπη ελεύθερη, λύτρωσ’ τη
και στον Τηλέμαχο, πες στο παιδάκι μου,
να με τιμά και να με θυμάται.

Γυρίζω στο σκοτάδι και στα κύματα,
στα ρεύματα τα αντίρροπα και τα αφιλόξενα,
στους Λαιστρυγόνας και στους Κύκλωπας,
στον θυμωμένο Ποσειδώνα,
που τόσο φοβαμαι.

*Ο Αλέξανδρος Χριστόπουλος έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: “Βενζόλιο”, εκδ. Ιωλκός και “Λόγια των δρόμων”, εκδ. Οδός Πανός.

Θεοδώρα Βαγιώτη, από τη “Σκαλέτα: 47 σκηνές για το τέλος του κόσμου”  

19.

Μέσα στο αιδοίο
κοιμάται ένας άντρας
που ξυπνάει
κατά περίσταση
όταν για παράδειγμα
τυλίγω με τα χέρια μου
το όπου
όταν φιλώ το κενό της σκέψης
λίγο πριν
όταν αλείβω το τραύμα
ψιθυρίζοντας
τις λέξεις
δεν έχω φύλο

*”Σκαλέτα: 47 σκηνές για το τέλος του κόσμου”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, 2025.

Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

Κυριακές

Αυτά τα πρόσωπα που διασταυρώνονται
Τι να γυρεύουν περπατώντας
Στα πέτρινα τα πεζοδρόμια
Την ώρα που τα φώτα παρουσιάζουν όπλα.
Σφιγμένα μέσα στα δόντια τους
Πρόσωπα από σκόνη
Πρόσωπα από λάβδανο
Πρόσωπα δίχως όνομα
Τυφλά πρόσωπα που σεργιανίζετε
Πρόσωπα δίχως πρόσωπο
Πρόσωπα από χαρτοσακούλα.

(Σεπτέμβρης 1953)

*

Vitamin C

Νέα μορφή τα μάτια σου πολλαπλασιάζουν κρίνα
σώμα δεμένο με τη μοίρα μου
κορμί εναλλασσόμενο φρούτο
ανεμοδείχτης στην πράσινη στέγη μου
όλο μου το αίμα τ’ αφιερώνω στα χείλη σου
και τα δυο μου μπράτσα να κλείνουν
το μαλακό σου τοπίο
Τα όνειρά μου έχουν το ύψος της πυραμίδας
Κι ο αίθριος ουρανός είν’ ατελεύτητος.

(Φεβρουάριος 1954)

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Τίποτα δε μου ανήκει

Καθώς πια τίποτα δε μου ανήκει μέσα στ’ ανάκτορα
ούτε καν το χρυσάφι της οροφής και τα μάρμαρα
και οι κονσόλες παγώσανε και τα μαλλιά σου σέρνονται πίσω από τα
σφιγμένα κρύσταλλα
και οι πλαφονιέρες σταλάζουν την τέφρα του χειμωνιάτικου ήλιου
καθώς οι λειμώνες δε βρίσκουνε πια την παλιά τους λαλιά

Bλέπω πως λάθεψα γυρίζοντας έξω από θέρετρα
στο πυκνό δάσος των πολυκατοικιών δίπλα στη θάλασσα
όπου βυθίζομαι για να σ’ αγγίξω μόλις,
επειδή σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όλα τα κτίσματα
και αν δε σε γνώριζα θα ’ταν όλα εφήμερα
γιατί οι βιτρίνες είναι μια λάσπη, τα εργοστάσια μια θλίψη
και η πόλη
αφήνει να πέσουν οι κάλυκες της πλαστικής μου καρδιάς
πάνω σε φύλλα και δάκρυα

Tίποτα δε μου ανήκει, καμιά παλινόρθωση
τα μάγουλά σου στο χιονισμένο αυχένα των βουνών
καθώς η ματιά μου βυθίζεται στην άπειρη έκταση
αφήνοντας πια τ’ αυτοκίνητα στα δικά τους τραγούδια

Γιατί η δίψα για το ατόφιο χρυσάφι είναι τα μάτια σου
και η πείνα για καθαρό αλουμίνιο τα χέρια σου
φιλιόμαστε σε σκοτεινές δισκοθήκες και σου εξηγώ

Kι όταν χαράξει πώς τάχα να πάμε αντίθετα
θα γυρίζουμε με ρούχα παλιά στα νεόκτιστα
μα άσπρη κορνίζα, βιβλία και θέρμανση στις γωνιές

*Από τη συλλογή “Ωδές στον πρίγκιπα”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1991.

Hashim Saraj, Για τον Καβάφη

​Όταν
με μια τσέπη ξεχειλισμένη
από λέξεις
μυθικές και
κίτρινες κάψουλες ανησυχίας
μπήκες στο δωμάτιο,
το φωτεινό σώμα
ήταν δοσμένο
στον πιο βαθύ ύπνο της αιωνιότητας·
κι εκείνοι, κάτω από τη λευκή στοά
καθισμένοι,
τα πικρά τους μπισκότα
με γλυκό καφέ
έτρωγαν
και εκ των έσω φυλλοροούσαν.

*Από το βιβλίο “Γλώσσα και Γιορτή των Ονομάτων” (2012). Μετάφραση: Omed Qarani.

Γκυγιώμ Απολλιναίρ, Ορφέας

Θαυμάστε άξια δύναμη
και της γραμμής ευγένεια:
Ετούτη είναι η φωνή που ανέκραξε το φως,
λέει στον Ποιμάνδρη του ο Τρισμέγιστος Ερμής.

*Από το βιβλίο “Ζωολόγιο ή συνοδεία του Ορφέα”, Εκδόσεις στιγμή. Μετάφραση: Γιώργος Γωνιανάκης.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Αραίωση

Στην αποβάθρα περπατούν δυο αχινοί
Υγροί επιτάφιοι με αρμούς και ρίγος άλμης
Ίχνη μιας ανταρσίας τρυφηλής
Όταν πλευρό η θάλασσα γυρνά
Και πλαταγίζει γαλακτώδες κυανό
Μαύρα αγκάθια μιας παλέτας του Μιρό –
Φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών
Με την τσουγκράνα του ήλιου που γρυλίζει

Βουλιάζω ως τ’ άκρα μου θολός
Με χρώμα όμως γεμάτος ως τα σπλάχνα
Λες και ρουφιέμαι από γάλα μητρικό
Όταν μπλε μέδουσες τρυγάνε τη θηλή
Κι ο θάνατος πινέλο κυανό
Με αραιώνει ως τα μύχια στις αβύσσους

*Από τη συλλογή “Φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών”, Εκδόσεις Δρόμων.