Ο λόγος που σωπαίνουμε | Γιώργος Σαράτσης

Φτερά Χήνας

bty

Το βράδυ γιορτάσαμε. Στρώσαμε τραπέζι
σερβίραμε λευκό κρασί και πράσινη σαλάτα
Αργότερα στον ύπνο μας ο Λάιος και η Ιοκάστη
και ’γω να συνευρίσκομαι με τον υιό, Οιδίποδα

***

Ο λόγος που μιλάμε είναι ίδιος με τον λόγο που σωπαίνουμε
Θόρυβος ο κόσμος ― στα χρώματα
κάποιου Jean-Auguste-Dominique Ingres
(μου ’φέρνουν γέλιο οι σκηνές του Gustave Moreau)

***

Ταιριάζω με όσα μου στέρησαν
Ό,τι μείνει όρθιο
θα έρθει κάποτε η στιγμή να γκρεμιστεί

View original post

Advertisements

Μαργαρίτα Μηλιώνη, τίγρης

στην αρχή τη σκιάχτηκες
το ’βαλες στα πόδια
με τα πόδια στο κεφάλι έτρεχες
χώθηκες σε μια τρΰπα είπες θα περάσει
θα φύγει το τρομακτικό αιλουροειδές

σήκωνες που και που κεφάλι
έλεγες μήπως να βγω; την έβλεπες
να κάνει βόλτες στους κοντινούς δρόμους
και ξανακρυβόσουν στην μονιά σου-
πείνασες

και άρχισες να τρως ό,τι ήταν κοντά σου
έφαγες τον παππού σου την γιαγιά σου
μετά δίψασες άρχισες να σκάβεις για νερό
έσκαψες έσκαψες και η τρύπα σου
μεγάλωσε υποχώρησε το έδαφος
κάτω από τα πόδια σου

χώθηκες ακόμα πιο βαθιά στην γη
και ούτε κουβέντα πια να σηκώσεις κεφάλι
τυφλοπόντικας έγινες και η τίγρης στο φως
πήγαινε και ερχότανε
ό,τι ήταν να φαγωθεί το κατασπάραζε ε
έτσι ήταν βλέπεις φτιαγμένη η ζωή

μέχρι που ήρθε μια μέρα που είπες
τούτο εδώ κάτω με ζωή δεν μοιάζει
αν είναι να αρχίσω να τρώω τις σάρκες μου
καλύτερα να με κατασπαράξει η τίγρης
μ’ ένα σάλτο βρέθηκες στη επιφάνεια·
ήταν τόσο εύκολο;

ξέχασες δειλίες φόβους αναστολές
είχες τόσο λαχταρήσει το φως που δεν γαμιέται είπες αν είναι να με φάει ας με φάει!
και άρχισες και συ να κάνεις βόλτες εκεί έξω-
μπα περίεργο- άρχισες και συ να τρέχεις
να πηδάς πάνω από θάμνους να κυνηγάς λαγούς
ελάφια- τι ήταν τούτο

κοιτάζεσαι στην λίμνη και τι βλέπεις;
τίγρης ήσουν- είχες τις ίδιες γραμμές στο χρυσό δέρμα
αίλουρος το κορμί σου και τα μικρά ελαφάκια
θρήνησαν ήδη τον αδερφό τους

*Από τη συλλογή “Ο Ζωολογικός Κήπος του Ile Saint-Louis”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.

στην αιχμή των φωνηέντων

ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Δεν είναι ποτέ
ούτε μόνο χωρική, ούτε μόνο χρονική,
μια διάσταση αθωότητας που μας βγάζει κάποτε τη γλώσσα,
και καταπίνει τα φωνήεντα
σα λαίμαργος
μυρμηγκοφάγος/
εκτός χρόνου θυμάμαι ενίοτε
και τους λαρυγγισμούς
του Παναγιώτη Φαρμάκη
σαν μοιραζόταν με τον πατέρα μου
πάνω στη μάντρα μας
μια μπύρα/
δεν καταλάβαινα τις λέξεις,
μήτε πώς από το κεφάλι του
αναδυόταν ένα μαντήλι
σαν τριγωνικό πανί,
κι απ’ το αμπέχωνο εξείχε πάντα
μια μαργαρίτα,
μέσα από έναν άδειο τελαμώνα/
το πως έμοιαζε τόσο με τον Όσιο Λουκά,
και γιατί κάτι γατόνια της γειτονιάς
νιαούριζαν,
ακούγοντάς τον,
εκστασιασμένα/
το πως ο πατέρας
συγκατάνευε
-από πού κι ως πού;-
σε όλη
αυτή τη θλίψη/
και τέλος πάντων,
τι ήθελε να πει
με τα μάτια του,
που έκλαιγαν πάντα δίχως δάκρυα,
και σε ποιά γλώσσα;/
δεν είχα ακόμη καταλάβει,
πως στην αιχμή των φωνηέντων,
οχυρώνεται πάντα
ένα ποίημα,
που πασχίζει να γραφτεί,
ανεξάρτητα απ’ τη γλώσσα…

View original post 3 more words

ένα έτσι

Αδιαφορία.
Καλή λέξη για να δελεάσεις έναν απαιτητικό αναγνώστη.
Ανοησία.
Τον έχεις ήδη καβατζώσει.
Ελλιπής.
Πάνω που αρχίζει να δυσθυμεί ξανά
Αίμα Αίμα Αίμα Αίμα
Κουφάλα νεκροθάφτη, όλοι μας θα πεθάνετε μια μέρα.

View original post

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Σημειώσεις

μα οι ελληνολέξεις — με’ το αλάτι του ήλιου αρματωμένες, Οδυσσέα, μπορούν: ’ς τον πηγαιμό τους, ενάντια σε κάθε κύτταρο ιοβόλο ’που θα συναντήσουν, βγάζουν λεπίδι

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΪΚΟΦΤΣΑΛΗΣ, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. —…κατά τ’ άλλα η ποίησή σας είναι μάλλον δυσνόητη, εκτοξεύτηκε από ακροατήριο ’ς τους ποιητές ’που μόλις είχαν χαρίσει στ-ήχους από τους κηπώνες τους
Έσκυψα και πάλι άθελα ’ς την παρένθεσή ’σου Μαρίνα Ιβάνοβνα “(Το να πει κανείς ότι ο ακροατής πολύ απλά δεν είχε καταλάβει, σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας τον ίδιο…)” 1. Η πρόσληψη του ποιήματος ελάχιστα έχει ’να κάνει με την κ α τ α-νόηση. Το ποίημα επινοείται, ανα-γνώστη, ’το συν-αισθάνεσαι: ’το ακούς-βλέπεις-ψαύεις-οσφρίζεσαι-γεύεσαι. Η ποίηση: όχι ’να επανασυνδεθεί με τη μουσική, αλλά με το σκοπό ’της: καθώς αιμοσφαίριο η λέξη, το γράμμα, ο στίχος — ’να χορεύουν. Και δεν μιλώ μόνο. για το χορό του σώματος ( — οι τραυματίες χορεύουν; )
[Εξάρχεια ( Beer Academy), Απρίλιος 2000]

2. ’Μου προσάπτουν: “τραυματίζετε τη γλώσσα”. Αντιτείνω: “γλώσσα ’μου ’δωσαν ξεκοιλιασμένη ( εάν μία απόστροφος ’πάνω ’ς τη λέξη εξοβελιστεί, κάτι βίαια έχει απολεσθεί —: ανεπανόρθωτα )”’· την βαρβαρότητα υπόκωφα η εθνική γλώσσα καταγγέλλει… ’που ορθόδοξα οριοθετήθηκε ο χρόνος: αρχαία ελληνικά, νέα ελληνικά… ( —
“απέσβετο και λάλον ύδωρ”, νομοθεσίες: μακελειό φονιάδων! — να η ρωγμή: ) “Η γλώσσα, απλώς, αναζητά ό,τι ’της ανήκει: το παρελθόν και τη μελλοντική ’της νοσταλγία. Μέσα και συνάμα έξω από νόημα. Μέσα και συνάμα έξω από τον εαυτό ’της. Όπως ο χρόνος
[Γωνία Ναυαρίνου και Ιπποκράτους, Απρίλιος 2000]

1 Μαρίνα Τσβετάγεβα, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ, ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ (μετ. από τη γαλλική έκδοση Καίτη Διαμαντάκου), εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1998, σ. 32

*Ευχαριστώ τον Ηλία Μέλιο για το πολύτιμο αυτό χάρισμα.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ισχύον

Το ποίημα αυτό έχει συναρμολογηθεί
σε κάποιο μακρινό εργοστάσιο στην Κίνα.
Αυτοί που το μαστόρεψαν πήραν για εφάπαξ
έναν θάνατο από το ύψος μιας γέφυρας
ή ενός ουρανοξύστη.
Μη φοβηθείς όμως, η εγγύησή του
δεν έχει παρέλθει. Εκείνοι μόνον.

21/2/2018

Θεόδωρος Ντόρρος, Στο δρόμο αρχίζουν όλα

Ξεχείλισμα Κυριακάτικης περιττότητας.
Αυτήνε μόνο βλέπεις.
Χυμένη στη φύση
τυλίγει την κάθε ακτίδα του ήλιου.
Μέσα στις φλέβες μου όλες,
ως έξω στις πιο μου κυρίαρχες σκέψεις.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι.

Τ’ αναιμικό αντρόγυνο της εργατιάς σέρνει ανάμεσά του
ένα παιδάκι.
Με αργοκίνητη απόλαυση.
Κατάδικο σ’ ανήθικη συνέχεια κατάντειας.

Στις φορεσιές, στις στάσεις, στα κουνήματα,
σε ό,τι θέλουνε να κρύψουν, να κάνουνε ακόμα
πιο μεγάλο
κι απ’ του αγνώστου μας το φόβο,
παντού το τελειωμένο
το ανθρώπινο.
Πατάνε.
Ολοκάθαροι και νηστικοί.
Γυρεύουνε. Χαμένοι.
Μαζί και κείνος που μεγάλωσε στους Κυριακάτικους περίπατους,
ανάμεσα στους περιπατητές.

Τα πρόσωπα όλα γνώριμα, αδιάφορα.
Σαν τον εαυτό σου.
Τις άλλες μέρες μακριά, σήμερα ξένος.
Κι αυτοί έχουν αφήσει κάπου ό,τι δικό τους.
Κουνιώνται ολόγυρά σου,
τόσο ίδιοι,
τόσο άχρηστα διαφορετικοί.
Παιγνίδια που ξεφύγανε,
ανάμεσα σε τόσα άψυχα.
Ασύντριφτα.
Μπορώ να τους κοιτάζω άφοβα,
κι ας μας χωρίζει όλους μας κατάβαθα
πανάρχαιος δεσμός χυδαίας πάλης.

Κάποιοι μου κάνουνε για λίγο συντροφιά
με τις δικές μου τις ψευτιές που βάζω μέσα τους.
Μα όλο τους αφήνω.
Μακριά τους,
σε μια ξεχωρισιά.

Σβήνεται κάθε νόημα,

κι οι κόσμοι που ’λαμψαν ποτέ στο μοναχό ξαστέρωμα.

Μα κι έτσι μαζί σου σα βρεθείς,
χαμένος τότε πιο πολύ.
Και πια μονάχα κρατημένος
απ’ του χαμού την ομορφιά.

Αρχίζει τ’ όνειρο,
κείνο που μέσα του ποτέ σου δε ρωτιέσαι:
γιατί είσ’ εκεί;
γιατί είναι όλα έτσι;
με το φόβο.
Ποτέ δε θα ξυπνήσεις. Τ’ όνειρό σου μονάχα θα σβήσει.

Δε θα μπορούσε να ’ναι αλλοιώς.
Συγκρίσεις δεν υπάρχουνε.
Κι ανακουφίζεσαι. Με υποψία.
Κι η τύψη πάλι εκεί,
για σενα, για τους άλλους, για το μεγάλο γύρω σου.
Στιγμές σου μένουνε στη ζάλη.

Χαρά.

Τ’ αγαπημένο σώμα σου σε καρτερεί
και σε μικραίνει τόσο,
σε χώνει ακαίριο μέσα του,
και βρίσκεις έτσι ποια θα σε σώσει συντροφιά…

Ακόμα μέσα στ’ όνειρο.

Στο δρόμο αρχίζουν όλα.
Ανάμεσα στους περιπατητές.

*Από τη συλλογή “Στου γλυτωμού το χάζι”, 1931. Εμείς το πήραμε από το βιβλίο της Μαρίας Αθανασοπούλου ‘Θεόδωρος Ντόρρος – “Στου γλυτωμού το χάζι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005.