Γιώργος Μπλάνας, Τέλος

Επειδή άκουγα φωνές
μέσα στη νύχτα, από παιδί,
πιστεύω πως ο άνεμος
ξέρει πώς θα τελειώσουμε
πάνω σ’ αυτήν την πέτρα.
Μα δεν μιλάει σ’ αυτούς
που δεν ακούν φωνές
μέσα στη νύχτα
κι εγώ είμαι πια ένα γέρικο
πεύκο στην άκρη του γκρεμού:
ερείπιο της σιωπής
εκείνου του παιδιού
που άκουγε φωνές
μέσα στη νύχτα.

*Από τη συλλογή “Ο κότσυφας του σύμπαντος”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Βάλια Γκέντσου, Γόνιμος έρωτας

Gustav Klimt, Golden tears

ώρα τρίτη πρωινή
σε αφήνω να πλαγιάζεις δίπλα μου
μαύρος πάνθηρας ζωντανεύεις
χρυσάφι από πίνακα του Klimt
με ρουθουνίζεις
έτοιμο θήραμα

και ως έρωτας αγγελόκτιστος
σκαρφαλώνεις λόφους εφηβι-
κών προσμονών
μόνον επειδή η νύχτα υγρή
σαν ευγενής αλήθεια φάνταζε

όμως κλίνω ήσυχα τα βλέφαρα αφού
αγάπησα και τα σκοτάδια σου
όπως τα νεογέννητα το γάλα
κι εσύ φορτωμένος στην πλάτη
τα χίλια χρόνια
ν’ αγαπήσεις ήταν τη σιωπή μου.

Γρηγόρης Σακαλής, Σκάλα

Μπορεί να παίζεις πιάνο.
Εγώ θα γυρνάω με πάνινα παπούτσια στις λαϊκές

Μπορεί να τρως σ΄ακριβά εστιατόρια.
Εγώ θα πίνω τον καφέ σε ξεχασμένες καφετέριες.

Μπορεί να κερνάς πούρα Αβάνας τους καλεσμένους σου.
Εγώ θα καπνίζω στριφτά τσιγάρα με φίλους.

Τα σκαλοπάτια σου σαπίζουν.
Μπορώ να τ΄ανέβω.
Εσύ δεν μπορείς πια να τα κατέβεις..

Ηρώ Τριγώνη, από το «Ανοικτό Σημείο»

1.
Τι σ’ έπιασε κι έφυγες την ώρα του πρωινού
ώρα θανάτου 9.15 μπορεί 9.20 ή μπορεί 9.25
με ένα αχ και μια γοερή κραυγή
κάποιοι παίρνουν πρωινό αυτή την ώρα
δεν με σκέφτηκες
αλλά ούτε κι εγώ σκέφτηκα τι σε έκανε να φύγεις
εδώ είσαι
το ξέρω
αλλά το σώμα είναι ο δαίμονάς μου
θα κάνω έρευνα
να στείλω σε όσους έχουν την ισχύ
αίτημα
να καταργηθούν τα σώματα
να μην πονάμε εμείς που έχουμε χάσει ψυχές με σώμα
εμείς που θέλουμε ένα χάδι στο κεφάλι
και δυό μάτια
εμείς που ξεκινάμε τις μέρες
τις αδυσώπητες τις στραβές
έτσι ακριβώς
και τις τελειώνουμε πάλι έτσι
με τον ίδιο τρόπο
 
όχι όχι να καταργηθούν τα σώματα
 
*«Ανοικτό Σημείο», Κάπα εκδοτική, Μάιος 2025.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Cholitas Escaladoras

Artwork: S.Equinoux

«Ένα Cholitas γλειφιτζούρι, παρακαλώ!»
λέω, μικρό κορίτσι, χοροπηδώντας,
με τις ψάθινες σαγιονάρες, στ’ όνειρό μου.
Και ο ψιλικατζής, γνωστός ύπουλος εισβολέας
και αξεπέραστος παραμυθάς,
-δίχως να με ταχταρίσει στα γόνατά του
μέσα στο παράπηγμά του, αυτό που κανείς
δεν έχει βρει ακόμα την είσοδο ή την έξοδο-
κρατώντας ανοιχτό ένα πολυσέλιδο βιβλίο,
-έμοιαζε με το «Εκατό χρόνια μοναξιάς»
αλλά δεν ήταν- φέρνει το πρόσωπό του μπροστά,
στην κορνίζα που χωρίζει την επικράτειά του
από αυτή των πελατών του και,
θαμπωμένος από τον ήλιο,
το παραλήρημα ξεκινά.

«Θα ντυθείς τη φορεσιά που γεννήθηκες.
Τα μαλλιά σου θα πλέκεις σφιχτά,
να μη σκορπάει ο χρόνος.
Το μαγειρειό σου θα χτίσεις
στα 6.968 μέτρα ψηλά,
ανάβοντας φωτιές αξημέρωτα.
Από εκεί θα βλέπεις πόσο πικρός
σαν κατακάθι είναι ο φθόνος των ανθρώπων.
Τα χέρια σου θα ξέρουν το κρύο
όσο ξέρουν το αλάτι.
Ρίχνοντας από αυτό στις κατσαρόλες
θα εξατμίζεται ο θυμός που βράζει.
Τα μεσοφόρια θα φουσκώνει ο αέρας
να στέκεσαι στη μέση του ουρανού,
κάπως σαν πλατυτέρα, μέχρι να συναντήσεις
μια escaladora Boliviana -μια σιωπηλή κραυγή,
που θα σου επουλώσει τις πληγές στα χέρια
με βοτάνια που αναπτύσσονται
σε σκληρές συνθήκες, όπως κι εσύ.
Πριν κατέβεις, θα εκπληρώσεις τάματα,
ξορκίζοντας με αναμμένες φούντες pinifolia,
τις γαμημένες αποικιοκρατίες.

Κι εμένα τα σαγόνια
θα ανοίξουν σαν ρωγμή
και θα γεμίσουν χώμα,

κι εσένα τα λαγόνια,
λεκάνες από αταξίδευτο χρυσό,
θα γεμίσουν τους ουρανούς.

Ξανθή Μηλίγγου-Γκλεζάκου, Δύο ποιήματα

Artwork: Jerry Ulesman

Αθόρυβοι επισκέπτες στα όνειρά μου ·
μορφές αέρινες που τις κατάπιε ο καιρός
Τους βλέπω
από παραμορφωτικό φακό
Ξέρω:
θέλουν να τους θυμηθώ
Σιωπή που σπάει
Δεν έφυγαν
Μέσα μου ήταν
Δειλοί παρατηρητές·
δεν τολμώ να τους κοιτάξω

*

Έχω έναν μικρούλη θάνατο μεσ’ στη καρδιά μου
Τον ταΐζω ροδοπέταλα, τον ποτίζω ζαχαρόνερο να είναι γλυκός.
Τον νανουρίζω και του λέω παραμύθια· για μεγάλο ταξίδι 
Περιμένω να μεγαλώσει γρήγορα να φύγουμε 
Η μικρή μας βάρκα κάτασπρη μας περιμένει στην όχθη 
Μια μέρα ηλιόλουστη θα πιαστούμε χέρι χέρι και θα μας πάρει το ρεύμα του ποταμού 
Δεν μας νοιάζει που
Μόνο θα λέμε εκείνο το τραγούδι μας·
για το σύννεφο που όλο πάει, χωρίς πίσω να γυρνάει.

Μαρία Κασσιανή Πανούτσου, Bagatelles*

α

Οι Ερινύες με επισκέπτονται συχνά τα βράδια για ό, τι δεν έκανα.
Και οι πεθαμένοι μ’ ονειρεύονται και μετανιώνουν
Για το ό, τι δεν μ΄αγκάλιασαν όσο θα θέλανε.

β

Νοσταλγώ μέσα στα όνειρά μου την ζωή μου ολόκληρη
Και έτσι πλούσια η μέρα και η νύχτα.

γ

Αναρωτιέμαι θα προλάβω να βρω ανθρώπους
όχι πιο τυχερούς από μένα
Σίγουρα δεν θα προλάβω, λάθη να διορθώσω.
Μια ανυπομονησία, ίδιο με τραίνο
φορτωμένο με αιχμαλώτους
με συντροφεύει.

δ

Σέρνω ζωές που δεν κατανοώ
αλλά αισθάνομαι
Και ο χρόνος
πιο λίγος από όλη την διαδρομή.

 ε

Όλη η πλάση συνηθισμένη με τα ερωτικά ζευγάρια την άνοιξη.
Αλλά και ο θάνατος δεν πάει πίσω σε επιτυχίες την ίδια εποχή.
Να θυμηθώ τι είναι πιο σημαντικό στις εφευρέσεις
Ή να θυμηθώ τα θύματα ενός λοιμού;
 
*Η μπαγκατέλα είναι ένα σύντομο μουσικό κομμάτι, τυπικά για πιάνο, και συνήθως με ελαφρύ, ήπιο χαρακτήρα. Το όνομα bagatelle σημαίνει κυριολεκτικά «μια σύντομη ανεπιτήδευτη οργανική σύνθεση» ως αναφορά στο ανάλαφρο στυλ ενός κομματιού.

Γιάννης Κίντζιος, Δύο ποιήματα

Μυστικός Δείπνος
Ο μυστικός μας δείπνος είχε προσκεκλημένους την Μαγδαληνή, τον Διόνυσο και την Παναγία που κυοφορούσε την Αγάπη…

Κι εμείς θρέφαμε την πείνα μας μεθώντας με κάθε θνητό μας κύτταρο πριν φθαρεί στην ριπή του χρόνου…

Την δίψα μας γιάτρευε το ζεστό μας αίμα που έσταζε σαν κερί που τρεμοπαίζει στην εκπνοή των αναστεναγμών

Κι η ηδονή φύτρωνε σαν νυχτολούλουδο στα σκοτεινά σοκάκια μυρίζοντας άνοιξη…
Υπνωτισμένοι στη θαλπωρή αυτής της καλοθρεμμένης φωτιάς, απολαμβάναμε το ακράτισμα κόντρα στον θάνατο
*

Μέσα σε λίγα εκατοστά

Πώς χωρούν όλες οι ομορφιές
όλη η ζωή μας πώς χωρά
μέσα σε λίγα εκατοστά;

Σε μια κάμαρη μικρή
σε ένα δωμάτιο φθηνό
σε ένα εύθραυστο κορμί
σε μια γωνιά

Πώς ο κόσμος μας όλος
η ευτυχία και η χαρά
μέσα από τα μάτια σου περνά;

Πόσοι βοριάδες και βροχές
πόσους χειμώνες και θάλασσες
Πόσοι λεωφόροι και στενά
σαν ταινία από τους τοίχους μας περνάν

Ό,τι θυμάμαι απ’ όταν γεννιέμαι
και ό,τι ζω έως να πεθάνω
μέσα από το αίμα σου κυλά

Όλοι οι λόγοι και οι αφορμές
όλοι οι πόθοι και οι φωτιές
θεριεύουν και σβήνουν εδώ μπροστά
μέσα σε λίγα εκατοστά

*Από τη συλλογή «Ονειρεύτηκα την Διοτίμα και άλλα εφήμερα Ειδύλλια», Εκδόσεις: Κομνηνός, Απρίλιος 2025

Νίκος Μιτζάλης, Ροσίνια

Ξεπήδησε
από τον σκαρφαλωμένο οικισμό
που συνεχίζει να βουλιάζει
σαν σε αρνητικό φωτογραφίας
μ’ ένα φθαρμένο μπλουζάκι
ξυπόλητο
υποσιτισμένο
ακίνητο
κοίταζε έντονα προς τα κάτω
τις «μονάδες ειρήνευσης»
και τους τουρίστες με τα κινητά
και δεν παρατήρησα ότι
κάτι κράταγε
στο χαμηλωμένο του χέρι

Σε λίγο θα κατάστρεφε το ορατότερο του ορατού

Πασχάλης Κατσίκας, Arbeit macht frei / Μια αλμυρή μπαλάντα

Κατάπιες όνειρα με λίγα λιπαρά
δεν έφυγες στα ξένα
Τρία στο κράτος έδωσες παιδιά
σου κρέμασε παράσημο στη φτέρνα

Όπου κι αν γύρεψες δουλειά
υπήρχε όριο για πάνω από σαράντα
Μπισκότα ήξερες να φτιάχνεις αλμυρά
κι ήταν προσόν για τη Βιολάντα

Η μάνα σού ‘μαθε νωρίς τη συνταγή
όπως τη δίδαξε η δική της
Δάκρυα ζύμωνες πριν την αυγή
για να πλουτίζει ένας κοπρίτης

Ίδια εργοστάσια είχαν στήσει, ασφαλή
κάποτε εκεί στη Γερμανία
Εφάρμοζαν μια ρήση αυτολεξεί
“Ελευθερώνει η εργασία”

Τρία κεριά ανάβουν τώρα Κυριακή
σε μια εκκλησιά στη Βαυαρία
Κληρονομιά γονιδιακή
μετά τον φούρνο, μπυραρία

Νωρίς σας έμαθε κι αυτή τη συνταγή
όπως τη δίδαξε η δική της
Δάκρυα ζυμώνετε πριν την αυγή
για να πλουτίσει άλλος κοπρίτης