Μάριος Μαρκίδης (1940-2003), Παραγγελιά

Απόψε λοιπόν μου λες να σε ξανατραγουδήσω.

Περίμενε μόνο να στρώσω λιγάκι τα μαλλιά μου

να καθαρίσω λίγο μέσα στη φωνή μου γιατί, ξέρεις, από τότε

σκούπα δεν ξανάπιασα

-θέλω να πω από τότε που μας έκαναν αήθεις προτάσεις η Καίτη
Χωματά κι ο Μπιθικώτσης κι ο Λάκης Παππάς

και μας πρόφταιναν τα χαράματα

εμένα έναν ποιητή κι εσένα μια ποιήτρια, οπότε δεν είχαμε ιδέα

πού ν’ ακουμπήσουμε τις φεγγαρόπετρες που μαζέψαμε το βράδυ, τόσα
φιλιά στις εξώπορτες των πολυκατοικιών, τόσες υπερβολικές
ψυχρότητες

ανάμεσα στο στόμα σου και την Τετάρτη Διεθνή
Πού ταιριάζανε επί πλέον τόσοι στίχοι όταν τραβιόταν η θάλασσα

και το μελτέμι έπρεπε να καθήσει στο σκαμνί και να λογοδοτήσει

για τη μέρα που πέρασε

για τα κεραμίδια που ξερίζωσε

για την αρμυρήθρα που σήκωσε τα φουστάνια της

-κι είδαμε τότε τις δολοπλοκίες που υποστήριζε του μηνός Αυγούστου 1970
Σα να μου φαίνεται βρε αγάπη πως μου έχουν διαφύγει πια τα λόγια

-που κακό χρόνο να ‘χουνε όπως είπε μια χαμένη σήμερα ποιήτρια-

Πώς αρχίζανε τα λόγια να δεις:

Ξύπνα μωρό μου κι άκουσε…

Είχαμε μια φρεγάδα παιδιά…

Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς-

Όχι δα, κανείς μας δεν έπεσε θύμα

ξέραμε μάλιστα πολύ καλά όλοι μας τότε τι κάναμε και τι δεν κάναμε

Ύστερα το τραγούδι που μου ζητάς πήγαινε νομίζω έτσι:

Μικρό κλαδάκι από ρεικιά

πάνω στη γη δεν πρόκειται να ξανασυναντηθούμε πια
Απόψε λοιπόν μου λες να σε ξανατραγουδήσω.

Φόρεσε όμως πρώτα την κορδέλα σου, βάλε λίγο κραγιόν, λίγο ρουζ
στα τραβηγμένα μάγουλά σου

πες μου πάλι πώς κοίταξε η Ίνγκριντ Μπέργκμαν τον Χώμφρεϋ Μπόγκαρτ

Και τι έκανε μετά ζαλισμένος αυτός

Και πώς γύρεψε ο Ξανθόπουλος (αφού απέκρουσε το κακομαθημένο
πλουσιοκόριτσο) από τον φίλο του τσιγάρο

-διάβασέ μου προ παντός μια σελίδα απ’ την Προδομένη Επανάσταση.

Κι εγώ τότε θα δω.

*Από την ενότητα “Παραγγελιά”, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σημειώσεις”, τεύχος 42, Δεκέμβρης 1993. Εμείς το πήραμε από τον ‘Χαρτοκόπτη” του Γιώργου Χ. Θεοχάρη.

Advertisements

η οντολογία των Ταρκόφσκι

ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Βλέπεις ότι το ποίημα
γεννήθηκε από μια γέννα
οδυνηρή,
εκεί όπου γλιστρώντας
στ’ ανάποδο πηγάδι,
αντί να κατακρημνίζεσαι
ανάλαφρα αιθεροβατείς,
ή όταν
του Αι Λάζαρου ανήμερα,
περνώντας απ’ το
γκρεμισμένο κουρείο,
ακούς τα ψαλίδια να χτυπούν
μ’ ακρίβεια χιλιοστού και τα μαλλιά σου ιδρώνουν
ένα πηχτό λάδι
που μυρίζει περγαμόντο•
τότε συνηθως
το τέλος υπόκειται στην ανάκριση
του χρόνου
κι ας λαχταρά να παραμένει
μια εκδοχή της αρχής
κι αντί
οι λέξεις να σκορπίζονται
για να χαϊδέψουν τη σαχλή ύπαρξη
ή τις χαδιάρες γάτες,
αρχίζουν να υπερασπίζονται
την απόγνωση
των ποιητών
ενόσω η Άρκτος περιστρέφεται γύρω απ’ τον πολικό αστέρα
καθ’ όλη τη διάρκεια
του αιώνα
τρίζοντας•
τότε
ακόμη και σαν ξυπνάς,
δε σταματάς να ονειρεύεσαι,
με την απλότητα ενός παιδιού,
όλες τις τούρτες γενεθλίων
να είναι φτιαγμένες με λέγκο τουβλάκια,
και τα κεριά να ακροβατούν στις φλόγες τους
σα σινικοί εναερίτες
που επισκευάζουν την ίδια τη ζωή•
παύεις πλέον…

View original post 43 more words

Μιχάλης Παπαδόπουλος, Τέσσερα ποιήματα


ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

τα ποιήματα που (δεν) διαβάζονται
είναι εκείνα που γράφτηκαν ακριβώς έτσι

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΟΥ

Πάντα με ερέθιζε
η γοητεία των μισοτελειωμένων φράσεων
που αφήνουν διπλά απρόβλεπτο
και μετεωρισμένο
το αδύναμο του οριστικού νοήματος

ΓΡΑΦΩ…

Σημαίνει, εναντιώνομαι
στη νομοτέλεια του αναπόδραστου

ΕΚΔΟΧΕΣ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Μια πτώση
από δεκαπεντασύλλαβο
μια παραφωνία ομοιοκαταληξίας
το ποίημα γυρνάει μόνο του
δεν ξέρει να διαβάζεται, ούτε να θυμάται
αναδίνει την πενικιλίνη του εαυτού
ένα σχήμα στο χαρτί
και τίποτ’ άλλο

Παρά ταύτα
το ποίημα δεν έχει καμίαν εκδοχή
πάρεξ τη λιποταξία του ανέκδοτου
την αυτοδικία του ανυπόγραφου
την τυφλή δικαιοσύνη
του αναπόδραστου
την ανημπόρια να στέκει
και να κοιτάζεται μόνο
στον αδειανό
καθρέφτη του

*Από τη συλλογή “Εκδοχές ενός ποιήματος”, Εκδόσεις Φαρφυλάς, Ιούλος 2016.

No 127 (έρχεται με την ώρα του)

alexandros milioridis

Σε
μια κρίση φτερνίσματος
την είδα,
κατάπια πρώτα
την αναπνοή,
κοκκίνισα,
μα πως κατεβαίνει έτσι το αίμα αναρωτήθηκα,
είπα δεν μπορεί,
τότε
θυμήθηκα πως πρέπει να πάρω ψωμί,
ήμουν στη γωνία προς
Τσιμισκή,
κοινή η

σκέψη μας:
με προσπέρασε,
την
προσπέρασα.
Κάπως έτσι,
μετά έβαλα τον ανεμιστήρα στο τρία,
στο
σπίτι,
υπήρχε στον αέρα κάτι
που με ήθελε,
με έτρωγε.
~

(alexmil)

View original post

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα

Υπνωτιστικά
Επέρχεται η φθορά
Ανεπαισθήτως!

Ξυπνάς μια μέρα
Χωρίς να αισθάνεσαι
Αυτός που ήσουν.

***

Από τ’ ακροθαλάσσι

Γεμάτος κόσμο
και πάλι τόσο άδειος
Ο πεζόδρομος

Εκείν’ η κλήση
Μέχρι τέλους θα μείνει
Αναπάντητη

***

Tanka

Μπάλες κανονιών
Πέφτουν γύρω οι μέρες
Εκδικούμενες.

Τέτοια πολιορκία
Θέλει γερό στομάχι.

*Από τη συλλογή “Περίπολος για τους εναπομείναντες”, Εκδόσεις 24 Γράμματα, Θεσσαλονίκη 2016.

Λίνα Βαταντζή, Αποχωρισμός

Στης ζωής τη ρευστότητα
μια σταθερά η αλήθεια.
Μια μέρα σε ξύλα θα μεταφερθώ
αρωματικοί καπνοί θα με καλύπτουν
φιλιά που έδωσα θα επιστραφούν
το λευκό κορμί θα σκεπάζουν
άνθη ιεροί προσκυνητές
στολισμός της ψυχρής ομορφιάς μου.
Μα όλα τα δάκρυα σπονδές
δεν είναι κάθαρση ικανή
για το φιλί που δεν χάρηκα
για την αγάπη που αποχωρισμός
γεννήθηκε και ήταν.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Παραθαλάσσιο οικόπεδο

Τις νύχτες που μεγαλώνουνε οι φεγγαράδες / παίζουμε τις
παντρειές της ξέρας με τη θάλασσα / είναι καλό παιχνίδι /
παίζεται βουβά / κι όποιον τον πάρει το σκοτάδι / καίγεται

Πρώτα ο άνεμος
Ύστερα το λιμάνι
λεπτομερέστατο κάτω απ’ τον ήλιο
τη λογική των πραγμάτων

Μονορούφι καπνίζουμε τις αντοχές
Σκεπάζουμε το στήθος σημαίες καταστρώματος
Τη μνήμη τη φυλάμε στα πιο χλωρά τριφύλλια
δίχως κουκούτσι ελιάς
Είναι φορές η νύχτα βρεγμένη αλισίβα
Πρώτα ο άνεμος
Ύστερα ο άνεμος

Γυρίζω εδώ λιγότερο πουλί.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2017.