Χρήστος Νεδελκόπουλος, Ένα ποίημα για την Μαντλίν -που ταξίδεψε την 1η Ιουνίου 2025 από τη Σικελία για τη Γάζα- με μόλις 12 επιβαίνοντες

Μαντλίν είσαι όχλος και ψηφίδα
Αρχαιολογία στημένη σε θεμέλια προϊστορικού χρόνου
Κι άγουρη νεοτερικότητα· σχεδόν έφηβη γυναίκα 
Ξέρεις αριθμητική 
Είσαι 12
Ξέρεις από τερτίπια κι από ώρες μάχης
Κομάντος ανεβάζεις – κατεβάζεις –
που ξέρουν από συντεταγμένες
από σύνορα που δεν φαίνονται σε κανέναν χάρτη·
που σε εξαφανίζουν με όπλα αόρατα
με ψόφιο κρέας και με αέριο χημικού ψαλτηριού 
Ήσουν 12 
Και μιλούσες λίγο
Σαν μωρό που ψελίζει συλλαβές
Είσαι περισσότερα απ’ όσα είπες
Γράφουν πολλοί ποιήματα με τις συλλαβές σου τώρα 
Δεν ξέρανε την αριθμητική σου
Διδάσκεις όμως ακόμα και χωρίς τους αριθμούς και με χωρίς τις λέξεις 
Είσαι αρχαιολογικό προϊόν ακατονόμαστο κι ακατάσχετο 
Μαθαίνεις σιγά σιγά ανάγνωση με ιερογλυφικά συλλαβοτεμάχια
και με κρυπτοκώδικες αριθμητικής νομοθεσίας 
Δείχνεις με το δάχτυλο 
Και λες τα πράγματα με συλλαβές γλώσσας αμίλητης
Βάζεις το νι και το σίγμα, το άλφα και το ωμέγα
Δίνεις στα πράγματα ονόματα
Μαρτυράς ποιοι είναι οι τρομοκράτες
Ποιοι πίνουν κάτουρο εξολοθρευτών 
Κυβερνήσεις, ξωτικά και ελεύθερα ομιλούντες 
Δείχνεις εύκολα με το δάχτυλο συλλαβίζοντας

Τα λες καθαρά χωρίς διπλωματικές πιρουέτες 
Εσύ με κρυπτοκώδικες μιλάς και σε σύστημα ακρυπτογράφητων συλλαβών 
Μα σε καταλαβαίνουν 
Κι αυτοί κι εκείνοι και οι μέσα κι οι έξω κι εμείς και οι άλλοι 
Ξαναορίζεις την ιστορία 
Τις επιστήμες, τον πολιτισμό
Μαθαίνεις σε ιστορικούς πώς μπαίνουνε οι λέξεις
Πώς ξεθάβονται τα τεκμήρια·
Γενοκτονία, εθνοκάθαρση, μισανθρωπισμός
Μαθαίνεις τις διαφορές με κρυπτοκώδικες που καταλαβαίνουν όλοι 
Κι οι ιστορικοί της πλάκας κι οι διπλωμάτες της ισχύος 
Η γλώσσα σου είναι απλή κι οι αριθμοί σου λίγοι 
Μ’ αυτά ξαναφτιάχνεις λέξεις που φτάνουν εδώ ως τεκμήρια 
Που δραπέτευσαν από καμένες βιβλιοθήκες της αρχαιότητας 
Από συντεταγμένες που ξέρουνε μόνο κομάντος
που σε ταΐζουν ψόφιο κρέας και χημικό ψαλτήρι 
Άκου Μαντλίν 
Έρχεσαι από μακρυά 
από τον Β παγκόσμιο πόλεμο
Από την εποχή του χαλκού 
Από βυζαντινές ανταρσίες 
Από ιερές εξετάσεις 
Δεν ξέρουμε πού πας
Μαθαίνεις όμως σε αδαείς επιστήμονες με πτυχίο 
Μαθαίνεις ξένες άγνωστες λέξεις
και κρυφούς κώδικες
και άγραφες υποσχέσεις 
Διδάσκεις δείχνοντας με το ένα δάχτυλο που έχεις 
Ένα ένα τα λέπια γύρω μας τα ξετρυπώνεις 
Ένα ένα τα φέρνεις μπρος στις συλλαβές σου 
Ένα ένα να πάρουν θέση 
Για μια αφήγηση 
Για ένα νόμιμο gps 
Για μια πλευρά· 
αυτή τη σωστή της ιστορίας 
Όλοι με την ειρήνη λες
Όλοι με τη Δημοκρατία 
Όλοι κάποτε κατά του Χίτλερ 
Όλοι τώρα με την μεγάλη Δυτική κυβέρνηση
Την παγκόσμια κυβέρνηση-εταιρία 
Όλοι κάποτε κατά του Ομήρου 
Και των σκληρών πολεμιστών του 
Όλοι τώρα με την ποίηση της διπλωματίας 
Όλοι με το δίκιο και το έννομο παντού πάντα και πάντοτε 
Με τα εισαγωγικά σου μας μαθαίνεις πάλι τα νοήματα―
μάθε μας κι άλλα Μαντλίν 
Όλοι με αυτούς που υπέφεραν
και δεν γίνονταν να γραφτεί ξανά ποίηση μετά το Άουσβιτς
Μαντλίν είσαι το Άουσβιτς 
Το Άουσβιτς από μέσα 
Μας δείχνεις με το δάχτυλο έναν έναν
Όλους τους ξετρυπώνεις με λέξεις – συλλαβές 
Με αριθμούς – σύμβολα 
Μας δείχνεις τον ιστορικό χρόνο 
Την ψυχολογία των μαζών 
Τον πανικό της λάθος πλευράς της ιστορίας 
Το λες και το δείχνεις γυρνώντας μας 100 χρόνια πίσω 
Μας φέρνεις στις μέρες πριν τον πόλεμο
Να τοι! λες… αυτοί θα ήταν με τον Χίτλερ 
Αλλά ζουν τώρα, μέσα σ’ αυτόν, μετά από αυτόν 
Τυχερούληδες! Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται… 
κι η πραγματικότητα πλέον φτιάχνεται με λέξεις 
Εσύ πας ανάποδα…
Αυτοί με την πάρτη τους 
Αυτοί με την μπίζνα
Αυτοί που είναι παντού πάντα και πάντοτε οι ίδιοι 
Εσύ πας να φτιάξεις με συλλαβές ξανά τη γλώσσα 
Μαντλίν! 
κι ας μην ξέρεις πού πας… 
Άσε τρόφιμα, φάρμακα κι ό,τι έχεις 
Κι αυτοκτόνα
Μην χρονοτριβείς
Χωρίς φόβο, χωρίς ενοχή 
Έτσι κι αλλιώς στην έχουνε στημένη 
Σε παγίδες συντεταγμένων 

Με διπλωματικούς αντιπροσώπους 
Με ειδήσεις σε στούντιο 
Στις ειδήσεις των 7 που τις μαθαίνεις με το ChatGPT μέσα απ’ τις καταπακτές σου
Αυτοκτόνα μέσα σε μουσουλμανικά τζαμιά 
Σε εκκλησίες – ερείπια 
Σε αρχαιολογικούς τάφους 
Μαζί με Αρμένιους, Πόντιους κι Εβραίους 
Αναστήσου
Σκότωσε 
Ζήσε λιγο
Και γ@μ#σε ατόφια 
Αληθινά 
Και μετά οριστικά φύγε
Σαν αρχαιολογία τους μέλλοντος 
ή σαν νεοτερικότητα του παρελθόντος 
Άσε το φαγητό στον άνεμο, στα σκυλιά και στις μολυσμένες θάλασσες και
ξανασύστησε τον άνθρωπο με τις καινούριες συλλαβές σου
Ξαναστύστησε το δίκαιο 
Ξανασύστησε τον εαυτό μας 
Άσε λίγο φαγητό και φύγε 
Θα επιστρέψουμε κάποτε  
Θα μας περιμένουν πάλι κάποιες γραμμικές Β’
Και δεν θα υπάρχουν πια ειδήσεις 
Αυτοκτόνα σαν σκοτάδι χωρίς σημειώματα κι ερμηνείες
Είναι ακόμα νύχτα έξω 
Αυτοκτόνα σαν λήθη μέσα στη μνήμη του παρόντος 
Είναι ακόμα μέρα Μαντλίν
Μην ξεχάσεις να δεις προσεκτικά τα βίντεο ρουφιάνων καταδοτών 
Θα σ’ εξαναγκάσουν 
Δείξε τότε κι εσύ το χημικό ψαλτήρι σου
Με τα οστά των ζωντανών νεκρών μας σήκωσε το δάχτυλο κι απάντησε
κι ας σε φυσήξουν σαν χάρτινο σπιτάκι 
Δείξε με το ένα σου δάχτυλο εσύ τους καταδότες
Αυτούς που φτιάχνουν από μέσα σου τις σργγ_ς για το μέλλον 
Είναι παλιά η αφήγηση

Πάντα οι γνωστοί ρουφιάνοι θα σου μαθαίνουν την ιστορία
παλιά με βιβλία κρατικών ιστορικών – τώρα με κρατικά βιντεάκια 
Αλλά εσύ βγήκες από την προϊστορία κατευθείαν στην νεοτερικότητα που λήγει 
Έχεις δικές σου λέξεις και δικά σου σήματα 
Μαντλίν δες το βίντεο και μοιράσου το μαζί μας
Είμαστε οι ιθαγενείς της κόλασης
που μοιάζει με γη της Επαγγελίας
Θα επιστρέψουμε
σαν αρχαιολογία του μέλλοντος 
Ίσως ανταμωθούμε σε κάποιο κενό ιστορικού χρόνου
Παίρνοντας πάλι τον Β’ και τον Γ’ παγκόσμιο στην πλάτη μας
Να ξανασώσουμε Εβραίους,
ιθαγενείς στην Καππαδοκία,
Ινδιάνους μετανάστες στη γη τους 
Μαντλίν αυτοκτόνα αν κουράστηκες 
Τα κουρέλια τραγουδάνε και πεθαμένα
Τα ζώα πνίγονται στην αταξία χημικών λιμών
Και τα δωδεκάχρονα νήπια  
τα βλέπουμε συλλαβιστά μπροστά μας 
είναι πάλι έτοιμα να βάλουν τους κανόνες
Και να αρχίσουν το παιχνίδι
Εκείνο που τους είπαμε πως τέλειωσε
μα δεν τέλειωσε ακόμα
Τα παιδιά ξέρουν
Δεν τέλειωσε
Ο ήλιος τέλειωσε Μαντλίν 
Φύγε!
Η ανθρωπότητα ξαγρυπνά
Περιμένοντας να ξημερώσει

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/2026/05/21/χρήστος-νεδελκόπουλος/

Άρης Αλεξάνδρου: Το βαρύ τίμημα του περάσματος από την συντροφικότητα της ομάδας στην αποτρόπαιη ερημιά της προσωπικής-ατομικής μοναξιάς

Γιώργος Μαρκόπουλος*

Εκείνο που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μένει σε μας, κλείνοντας τον τόμο Ποιήματα (1941-1971), που στεγάζει τις τρεις συλλογές (Ακόμα τούτη η άνοιξη, 1946, Άγονος γραμμή, 1952 και Ευθύτης οδών, 1959), που έγραψε ο Άρης Αλεξάνδρου, είναι αυτό το κακό συναίσθημα που μας αφήνει η επίδραση που είχε πάνω του η προσπάθεια στην εξορία, της ψυχικής και ηθικής του εξόντωσης, από εχθρούς μαζί και από «φίλους». Μια προσπάθεια, η οποία, περισσότερο και από την κρίση που πρέπει να δημιούργησαν σ’ αυτόν οι όποιες «ρωγμές» στον ιδεολογικό χώρο της επανάστασης, άφησε στην ποίησή του ανεξίτηλα τα σημάδια της πιο σκληρής απανθρωπιάς, της πιο διαβρωτικής απομόνωσης, του πιο ελεεινού εσωτερικού βασανισμού και της πιο ψυχοφθόρας ερήμωσης.

Αλλά ας προσεγγίσουμε και τις τρεις αυτές συλλογές, καθεμιά χωριστά. Στην πρώτη, ο Αλεξάνδρου, επηρεασμένος οπωσδήποτε από το δημοτικό τραγούδι αλλά και από την, ανανεωτικών τάσεων, ποίηση της εποχής, ιδιαίτερα από την πληθωρική όσο και έγχρωμη εικονοποιία του Γιάννη Ρίτσου, το έργο του οποίου δείχνει να είχε αφομοιώσει αρκούντως, μας παραδίδει ποιήματα που τα χαρακτηρίζει άλλοτε ένας περίεργος ρομαντισμός και άλλοτε μια ιδιόρρυθμη νοσταλγία, ενώ το επαναστατικό όραμα παραμένει ακέραιο, αράγιστο, και ο ποιητής μέσα σε αυτό ανυποψίαστος και ευδαίμων.

Τα πράγματα, όμως, δεν ορίζονται από επιφανειακές συγκυρίες αλλά, σίγουρα, από κάποιες βαθύτερες εσωτερικές διεργασίες, οι οποίες αργά και σταθερά, στο τέλος, επεμβαίνουν. Έτσι, αυτή η χυμώδης μακαριότητα της πρώτης συλλογής, έμελλε να διαταραχθεί και να πάρει τραγικές διαστάσεις στην αμέσως επόμενη• οπότε ο Αλεξάνδρου τώρα πια, χωρίς βεβαίως να εγκαταλείψει τελείως τις προηγούμενες επιλογές του, έστω και σαν απόηχους σε κάποιες στροφές, όσον αφορά την ποιητική του φόρμα, επιδίδεται περισσότερο στην καταγραφή (και όχι «περιγραφή») των εσωτερικών εκείνων συνισταμένων που ορίζουν τη συμπεριφορά ενός περίπλοκου και πολύπλοκου πλήθους (κρατούντων και κρατουμένων), το οποίο διαβιεί στο στρατόπεδο. Η γραφή του (αυτή που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των ποιημάτων του και ιδιαίτερα αυτών που σηματοδοτούν τη συλλογή), κοφτή, λαχανιασμένη, διαποτίζεται από την αγωνία του απελπισμένου, πανταχόθεν βαλλόμενου αγριμιού, που άλλοτε ο φόβος του εγκλείστου και άλλοτε η βιασύνη του να προλάβει, μια και διαισθάνεται έντονα το επερχόμενο τέλος, να πει αυτά που θέλει, καθίσταται, πράγματι, τραγική.

Το πρώτο πάντως ποίημα (και από τα σημαντικότερα) της συλλογής, μέσα στο οποίο αποκαλύπτονται με τον καλύτερο τρόπο όσα παραπάνω ισχυρίστηκα, είναι αυτό που φέρει τον τίτλο «Ανεπίδοτα γράμματα», στις στροφές του οποίου ο Αλεξάνδρου, προσκολλημένος στο ερωτικό πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, διακινείται, υπερσυναισθηματικοποιείται, μεταφέρει τις εντάσεις του, τις κάθετες πτώσεις του, τον τρόμο του για το ανεξαγόραστο του χρόνου και τις άμεσες διαπιστώσεις του για τις ανθρώπινες αδυναμίες (για πρώτη φορά) ορισμένων μαχητών του κινήματος, που κάτω από τον φόρτο των συνθηκών της εξορίας άφησαν, εμπράκτως μάλιστα, να διαφανούν. Το δραματικό στοιχείο εδώ είναι δοσμένο με έναν τρόπο, οπωσδήποτε, άγρια τραγικό άλλοτε και άλλοτε με μια χαμηλόφωνη, λεπτή ειρωνεία και σαρκασμό.

Έτσι, μέσα σε αυτή τη, με τα διαρκώς συγκρουόμενα στοιχεία της, μόνωση, ο Αλεξάνδρου ανακαλύπτει νέες προσωπικές διόδους. Η λατρευτική του αγάπη απέναντι στην τραγική μορφή, αλλά και απέναντι στην ποίηση του Μαγιακόφσκι, από την οποία θα αρδεύσει, για να αφομοιώσει σε ολόκληρη τη συλλογή του, με εξαιρετική επιτυχία, την πληθωρικότητά της και την ορμή της, προσφέρεται με τον καλύτερο τρόπο για κάτι τέτοιο. Γεγονός που αντικατοπτρίζεται, άλλωστε, στο επίσης σημαντικό ποίημα που φέρει τον τίτλο «Αλεξανδροστρόϊ», όπου ο σαρκασμός, το παράπονο, η πίκρα, η μνήμη, η ελπίδα, τα τραύματα που προκάλεσε η παγίωση της επανάστασης σε καθεστώς και η συνειδητοποίηση της αδυναμίας του χαρακτήρα του να συνυπάρξει με τη μοναδικότητά του μέσα στην «ομάδα» (αφετηρία γεγονότος που τόσο στοίχισε σ’ αυτόν στην όλη πορεία της ζωής του), δημιουργούν, πράγματι, ένα εφιαλτικό πλέγμα:

(…) Μες στην ομάδα είμουν
άχρηστος πάντα
σαν ένα σαν.
Μες στην ομάδα είμουν
ύποπτος πάντα
σαν την αλήθεια.
(…)

Στο ποίημα, πάντως που, περισσότερο από όλα αυτά καταγράφεται η τέλεια ερήμωση και αυτό το (προαναφερθέν) ανεξαγόραστο του χρόνου, γεγονός που, όπως επίσης προαναφέραμε, κατέτρυχε βασανιστικά, μέσα από την αγχώδη γραφή του τον Αλεξάνδρου, είναι αυτό που φέρει τον τίτλο «Επιστροφή».

Η Άγονος γραμμή, θα μπορούσα να πω ότι αποτελούσε για τον Αλεξάνδρου τη δίοδο, από την οποία θα περνούσε, από τον δρόμο των ιδεολογικών αμφιβολιών στη λεωφόρο της ανοιχτής διάστασης, γεγονός που χαρακτήρισε την τρίτη συλλογή του. Γι’ αυτό και το πάθος του, στην προκειμένη περίπτωση, είναι οπωσδήποτε πιο χαλαρό και λιγότερο έντονο. Αυτός πια, κατασταλαγμένος, δεν βάλλει αμυνόμενος με την ορμή του παρελθόντος, αλλά εκ του ασφαλούς, έχοντας βρει το προσωπικό του κρησφύγετο• γεγονός, άλλωστε, που περιορίζει και την ποίησή του, μακριά από τις γνωστές της εξάρσεις, να κινείται εντέλει σε περισσότερο «διανοητικές» δημιουργίες. (Η επίδραση του Καβάφη, που χαρακτηρίζει ολόκληρη τη συλλογή βεβαίως, είναι εμφανής).

Παρόλ’ αυτά, όμως, δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι εγκατέλειψε τις προσφιλείς φόρμες της προηγούμενης συλλογής του, προκειμένου να εκφράσει, για άλλη μια φορά, την τραγικότητά του. Ούτε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι αυτό το κακό συναίσθημα του ανεξαγόραστου του χρόνου τον εγκατέλειψε, απαλύνοντας έτσι την ένταση της εφιαλτικής σφαίρας, μέσα στην οποία κατά το παρελθόν τον εγκλώβιζε. Ούτε, ακόμα, ότι αυτή η φρικτή αίσθηση του «ναυαγίου» και της απόλυτης μοναξιάς, μέσα σε ένα παιχνίδι σχεδόν άκυρο, τον άφησε να αναπαυθεί. Ούτε ότι οι εξάρσεις του, άλλωστε, έλειψαν, αλλά ούτε και οι μεταπτώσεις του και οι ταλαντώσεις.

Ακόμα, μια και είμαστε στην τελευταία και δεν έπεται άλλη συλλογή, οφείλω να αναφέρω ότι στη συντριπτική πλειοψηφία (ιδιαίτερα στη δεύτερη και στην τρίτη), αυτός, διαμαρτυρόμενος, δεν αναφέρεται παρά μόνο στη μητρόπολη της επανάστασης, στη Σοβιετική Ένωση («Κόκκινη Πλατεία» κ.λπ.). Και τα πρόσωπα ακόμα που επιλέγει για να διαλεχθεί μαζί τους ή για να παίξουν κάποιον σημαντικό ρόλο στο δράμα του, από τον ίδιο χώρο επίσης είναι επιλεγμένα.

Από τα ποιήματα, πάντως, της καβαφικής τεχνοτροπίας, εκείνο που πιστεύω ότι θα έπρεπε περισσότερο από κάθε άλλο να σημειώναμε, αν οπωσδήποτε μας το ζητούσαν, είναι το «Φλάβιος Μάρκος εις εαυτόν». Και από εκείνα που θα επιλέγαμε επίσης, αν οπωσδήποτε μας το ζητούσαν, προκειμένου να παρουσιάσουμε συμπυκνωμένα τα κυριότερα συμπεράσματα που συνάγονται από την πορεία τού απελπιστικά μονήρους αυτού ανθρώπου, συνδυάζοντας ταυτοχρόνως και την αισθητική τελείωση, δεν θα ήταν άλλο από το ποίημα που φέρει τον τίτλο «Η αναμμένη λάμπα».

Ο Άρης Αλεξάνδρου, θα ισχυριζόμουν τελειώνοντας, υπήρξε (όπως υποστήριξα και στον τίτλο του παρόντος σημειώματος), ο ποιητής εκείνος που περισσότερο ίσως από όλους τους άλλους της γενιάς του, προκειμένου να υπηρετήσει με αξιοπρέπεια την ελευθεροφροσύνη αλλά και τη μοναδικότητα του ατόμου, στη βασανισμένη του ψυχή, υπέστη τη βαρύτερη τιμωρία: την πλέον αποτρόπαιη απομόνωση• και η ποίησή του, θα τόνιζα πως ήταν μοναδική στο είδος της, αν λίγα χρόνια αργότερα δεν αποκτούσε και τον αντίποδά της, που έμελλε ουσιαστικά για πάντα να την υπονομεύσει: Το μνημειώδες εκείνο μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://aforesmos.blogspot.com/2019/09/blog-post.html

Χάρης Αλεξίου, Iskembe Corbasi – Χαϊκού για γερό στομάχι

Σαν μπεις στο βάθος
αχνίζει το καζάνι·
σε περίμενε.

*

Από τους ατμούς
δάκρυ κυλά στα τζάμια
μες στον χειμώνα.

*

Σαν το τάλαντο
ο μπαλτάς ακούγεται·
πείνας προσευχή.

*

Κόκκινο θέλεις;
Χρώμα δίνει και γεύση,
αν και λιπαρό.

*

Άλλοτε πρωί
τον τρώγαν πριν τη δουλειά·
τώρα μπουγάτσα.

*

Μπούκοβο βάλε
αλλά και σκορδοστούμπι
στον ντουζλαμά σου.

*

Η Εγνατία
ήταν παλιά γεμάτη
πατσατζίδικα.

*

Κλείσανε τώρα·
δεν έμειναν πια πολλά.
Δεν τρων’ οι νέοι.

*

Μια ρετσινούλα
πώς του πάει, σαν να ‘ναι
σάλτσα, του πατσά!

*

Σαν ήπιες, μετά
στομάχι για στομάχι.
Καλό γιατρικό!

*

Βήγκαν δεν είμαι.
Η λαχτάρα του πατσά
δεν με αφήνει.

*

Λίγο σαρδένι
σκούρο με λάχνες, πόση
μου δίνει χαρά!

*

Πέτυχα προχθές
τον Πρόεδρο της Σχολής
για ένα πιάτο.

*

Οσμή του πατσά·
ίχνη μοιχείας κρύβει
από τα ρούχα.

*

Ήρθε μας λένε
από την Ανατολή:
προσφυγιάς παιδί.

*

Ο μέλας ζωμός
που έτρωγαν στην Σπάρτη
θα ‘τανε πατσάς.

*

Δεν ξέρει, λέει,
τι είναι ο ντουζλαμάς.
Είν’ Αθηναίος.

*

Μαζί με ψωμί
σάντουιτς τον φτιάχνουνε
στην Ιταλία.

*

Σκεμπέδες πάνω
στον γάντζο κρεμασμένοι·
μοιάζουν με παλτό.

*

Σχέδια φασόν
στο τραπεζομάντηλο.
Είναι μιας χρήσης.

*

Τρώω και σπίτι,
μα του πατσατζίδικου
άλλη η χάρη.

*

Το καλοκαίρι
νοσταλγώ έναν πατσά·
μα οι φίλοι δεν.

*

Τόπι, μας λέει,
δεν βγάζει ο πατσατζής·
είναι σαβούρα.

*

Για τις κυρίες
έχει και κοτόσουπα
ή γιουβαρλάκια.

*

Δες τον πατσατζή!
Πήγε στον απέναντι
να φάει γύρο.

*

Πίσ’ απ΄ τον πάγκο
θάματα ετοιμάζει
ο τεζιαχτάρης.

*

Μέσα στο πιάτο
φίλοι καθρεφτίζονται
που ανταμώνουν.

*

Παλιοί μαστόροι
στους τοίχους κρεμασμένοι
μας επιβλέπουν.

*

Δεν έχει ώρα
ο πατσάς· κάθε ώρα
είναι για πατσά.

*

Μόνοι στη ζωή·
μόνο στον πατσά βρίσκουν
μια κάποια χαρά.

*

Για κάθε πόνο
ο πατσάς είναι λένε
μέγα γιατρικό.

*Έκδοση Λέσχη Φίλων Εικοστού Αιώνα – Σειρά “Ποίηθη” – 6, Οκτώβρης 2020.

Mort Sûre / Βέβαιος Θάνατος

Vous qui dévorez les ombres et les lumières,

Je me tiens ici, face au souvenir de votre sillage, et je me tends vers vous comme on cherche le feu au milieu de l’hiver. Le regret n’est pas un poids, c’est un poison lent que je cultive avec une précision que vous seul pourriez comprendre.

Je regrette la morsure de vos mots. Je regrette ces lettres qui arrivaient comme des poignards, m’écorchant l’âme pour mieux m’assurer que j’étais en vie. Personne d’autre n’a jamais su me blesser avec une telle grâce, ni m’aimer avec cette fureur bipolaire qui faisait de chaque seconde un incendie.

Vous étiez mon artiste, mon fou, mon soleil noir. Et aujourd’hui, dans le silence de cette vie que j’ai choisie sans vous, votre absence hurle plus fort que toutes vos crises passées. Je vous regarde encore de loin, fascinée par ce désastre que vous portez en vous, et je me demande si l’écorchure n’était pas, au fond, le plus beau des refuges.
Je n’ai jamais su vous guérir, mais je n’ai jamais appris à ne plus avoir besoin de vos plaies


Εσείς που καταβροχθίζετε τις σκιές και τα φώτα,

Στέκομαι εδώ, απέναντι στη μνήμη του περάσματός σας, και απλώνομαι προς εσάς όπως κανείς αναζητά τη φωτιά μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Η μεταμέλεια δεν είναι βάρος· είναι ένα αργό δηλητήριο που καλλιεργώ με μια ακρίβεια που μόνο εσείς θα μπορούσατε να καταλάβετε.

Μετανιώνω για το δάγκωμα των λέξεών σας. Μετανιώνω για εκείνα τα γράμματα που έφταναν σαν στιλέτα, ξεγδέρνοντας την ψυχή μου μόνο και μόνο για να με βεβαιώσουν πως ήμουν ζωντανή. Κανείς άλλος δεν ήξερε ποτέ να με πληγώνει με τέτοια χάρη, ούτε να με αγαπά με εκείνη τη διπολική μανία που έκανε κάθε δευτερόλεπτο μια πυρκαγιά.

Ήσασταν ο καλλιτέχνης μου, ο τρελός μου, ο μαύρος μου ήλιος. Και σήμερα, μέσα στη σιωπή αυτής της ζωής που διάλεξα χωρίς εσάς, η απουσία σας ουρλιάζει πιο δυνατά από όλες τις περασμένες σας κρίσεις. Σας κοιτώ ακόμη από μακριά, μαγεμένη από αυτή την καταστροφή που κουβαλάτε μέσα σας, και αναρωτιέμαι αν τελικά η πληγή δεν ήταν το ομορφότερο από όλα τα καταφύγια.

Δεν κατάφερα ποτέ να σας θεραπεύσω, όμως δεν έμαθα ποτέ και να μη χρειάζομαι πια τις πληγές σας.

*Πηγή: https://tkkimblog.wordpress.com/2026/05/17/mort-sure/

Αικατερίνη Τεμπέλη, Larkhall

Εδώ, ψηλά στο λόφο του Larkhall,
κάτω από ένα βαρύ ουρανό
γεμάτο επικείμενες καταιγίδες,
ακούγοντας κοράκια να κρώζουν
και βλέποντας κοκκινομάλλικα αγόρια να παίζουν
— ένα τους μου εξηγεί, καβαλώντας εύκολα
το ξύλινο σανιδένιο φράχτη,
ότι είναι ο Spiderman κι εγώ του δείχνω σοβαρά πως το πιστεύω —
σκέφτομαι τα μίλια που μας χωρίζουν απ’ την εκπλήρωση
των καλά θρεμμένων προσδοκιών του μέλλοντος.

Ψάχνω την ομορφιά σ’ αυτά τα σχεδόν
ίδια σπίτια, της εργατικής τάξης
τα βαμμένα σ’ όλους τους αδιάφορους
— πνιγηρούς για μένα—
τόνους της ώχρας, του καφέ, του γκρίζου,
αναγνωρίζοντας τις προσπάθειες των ανθρώπων που τα κατοικούν
να τα στολίσουν,
βάζοντας λίγες ασημένιες πινελιές στις κουρτίνες
με τα ρομβοειδή παράθυρα,
μερικές πλαστικές καρέκλες στους στοιχειώδεις κήπους τους,
ψεύτικες γλάστρες να κρέμονται στις εισόδους,
θάμνους με χρωματιστά λουλούδια που παλεύουν φιλότιμα
ν’ αλλάξουν τις εντυπώσεις,
όπως και τα ποδήλατα τους που κείτονται ατίθασα σχεδόν,
στο καθώς πρέπει, λασπωμένο χώμα…

Κι όλο και κάτι ξέρω κι εγώ απ’ την απελπισία
του να ζεις σ’ ένα τόπο με κλεισμένα εργοστάσια εξόρυξης,
ύφανσης, κλωστοϋφαντουργίας,
με παροπλισμένα ακόμη — και τα κάποτε ξακουστά—
σιδεράδικα του Lanarkshire.

Όλο και κάτι έχω να θυμάμαι
απ’ την Ελλάδα της ανεργίας
των άπειρων απορριφθέντων βιογραφικών σημειωμάτων
των γλίσχρων, καθυστερημένων μισθών
και την ταπείνωση των επιδομάτων,
που τόσο σερνόμαστε κατά καιρούς να εξασφαλίσουμε,
των εξουθενωτικών σεζόν στα ξεπουλημένα μας νησιά
των πάμπολλων εργατικών ατυχημάτων
των νεκρών της κάθε βάρδιας.

Αλλά τι δικαιούμαι να πω για την επιμήκυνση
των λεπτών, των ωρών, των ημερών,
που περνούν βασανιστικά,
κι αφήνουν κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους
αλκοολικά κουφάρια,
ρημαγμένα απ’ την κατάθλιψη,
να βλαστημούν το καταραμένο τους παρόν
και ν’ αναπολούν τα περασμένα;

Εθελοτυφλώ συνειδητά, λοιπόν,
και χαμογελώ συγκρατημένα
στις θρησκευόμενες οικογένειες
πού με κοιτάζουν ύποπτα
αφού είμαι η Ξένη,
καθώς πηγαίνουν στην εκκλησία
της προτεσταντικής αυτής,
επίπλαστα, ήσυχης πόλης
— στην οποία κάποτε πάντως, απέφευγαν το πράσινο χρώμα
κι έκαιγαν το γρασίδι που τους θύμιζε την καθολική Σέλτικ,
αλλά τώρα μοιάζει να εξομαλυνθήκαν (;) οι διαφορές.

Κάνω πως ασχολούμαι με τα τριγύρω αξιοθέατα
κι ας μη μου πάει ο τουρισμός, της ταξιδιώτισσας,
που ασφαλώς περιλαμβάνουν μυστηριώδη κάστρα
μια ερειπωμένη οδογέφυρα,
ένα περίτεχνο συντριβάνι,
το φάντασμα μιας Μαύρης Κυρίας
που κάποτε έφτασε απ’ την Ινδία εδώ,
ως υπηρέτρια ή ερωμένη ενός καπετάνιου
κι εξαφανίστηκε μυστηριωδώς,
— όπως εξαφανίζονται ώρες-ώρες οι ελπίδες μας.

Δεν πάω με του ποταμού το ρεύμα
σ’ αυτό το αλλιώτικο, σκωτσέζικο, καλοκαίρι
που μου θυμίζει Νοέμβριο
όχι, δεν αφήνομαι
— τουλάχιστον ακόμα —
σε βαρκάδες και ρεμβασμούς, μύθους και θρύλους,
αλλά υπάρχουν ξέρεις, καθημερινά πράγματα
που μπορούν ολοκληρωτικά να με στοιχειώσουν.
Όπως κι εσένα,
όπως κι εσένα…

(Το ποίημα γράφτηκε στο Larkhall, στις 25/6/2025, και συμπεριλαμβάνεται στην ανέκδοτη ποιητική συλλογή: Επικείμενες καταιγίδες. Ημερολόγια Σκωτίας)

Ο διασπορικός χρόνος-χώρος του Γιώργου Αναγνώστου και η απελευθέρωση του ποιητή

Γιώργος Βασιλακόπουλος

Εγώ ο Γνώστης Αναγνώστης
από τη βαθιά ελληνική επαρχία
και τις υγρασίες του νότου διαπλασμένος
μαρτυρία εαυτού να συρράψω κατάφερα
ενάντια σε θύελλες εξουσίας αναγνώριση διεκδικώ
φωνή́ αντιτείνω
φωνήεντα και σύμφωνα μουσκεμένα
φορεμένα κατάσαρκα
κυρτός μεν μα ευχαριστημένος
στις γειτονιές του κόσμου
τα ταξιδεύω
με άλλων ανθρώπων προφορές σαν σμίγουν πολυφωνίας
συλλογική́ ανυπακοή́ – ω υπέροχη προοπτική́!
αρθρώνουν.


(Γιώργος Αναγνώστου, 8 Τόποι Διασπορικοί Τρόποι)

1: Ως διασπορικό, το βίωμα του Γιώργου Αναγνώστου τον τοποθετεί, σχεδόν απέξω, ως εξόριστο και ξένο, από την γλώσσα του. Το “σχεδόν” αναφέρεται στην αμεσότητα και την συμπύκνωση ενός μη λεκτικού αισθήματος του “όλου” της Ελληνικής, της γλώσσας του, η ένταση του οποίου τον συνεπαίρνει και τον καλεί με την αφωνία που προκαλεί. Άφωνος μια και, πριν μιλήσει με τις λέξεις της (του), η γλώσσα του ανταποκρίνεται στην εξορία του εξολοκλήρου ως το “όλο” ενός απέραντου βωβού πεδίου. Και είναι αυτό το “απέραντο” το οποίο, ως στιγμή διάρκειας, μεταφέρει ο Γιώργος Αναγνώστου στις λέξεις. Είναι τελικά το διασπορικό βίωμα αυτή η ελαστική στιγμή διάρκειας, ο χρόνος -χώρος μιας αμείωτης έντασης που μας αποξενώνει από τις λέξεις και μας φέρνει αντιμέτωπους με το απροσδιόριστο “όλο” της γλώσσας μέσω του οποίου ξαναμιλάμε (σ)τις οικείες λέξεις μας σαν από την αρχή;

2: Είναι άραγε αυτό το αίσθημα γενναίας ενατένισης του γλωσσικού πεδίου η επίπονη αποδοχή της γλώσσας από έναν διασπορικό ποιητή ως ένα δώρο άνευ (εθνικιστικών; ωφελιμιστικών;) όρων και προσδοκιών; Δώρο γιατί ακριβώς χαρίζεται σε έναν εξόριστο, σε έναν ξένο (Έρχεται προς την γλώσσα του η φεύγει από αυτήν; Μάλλον και τα δύο.) Μακριά πλέον από γνώριμους, έστω και βασανιστικούς, τόπους και αφηγήματα; Το ζητούμενο για τον Γιώργο Αναγνώστου δεν είναι πλέον τι λέει μέσα στην γλώσσα του με ποιήματα ως συνάξεις λέξεων και βραχνών ήχων. Το ζητούμενο μάλλον είναι εάν μπορεί να μιλήσει στις λέξεις επιστρατεύοντας την αίσθηση του “όλου” της γλώσσας στη φωνή του, η οποία είναι πλέον άφωνη κραυγή. Γιατί άραγε να ανταποκριθεί η γλώσσα αυτή σε έναν εξόριστο ξένο, τον ποιητή, ο οποίος έχει αποβάλει μια για πάντα τις εθνικιστικές μνήμες που την τρέφουν ως το οξυγόνο αυτών, οι οποίοι ακόμη και ως διασπορικοί, επιμένουν να μιλούν, και όχι να σιωπούν, ελληνικά; Έχοντας αποβάλει το “εμού” από το “την γλώσσα μου”, και πριν να οικειοποιηθεί τις οικίες λέξεις της, ο Γιώργος Αναγνώστου μεταφέρει στις λέξεις την γλώσσα ως σωματική ταραχή, ως βουβή κραυγή. Η γλώσσα τώρα είναι η πληγή μέσα στην οποία επιπλέουν οι λέξεις, όσες ακόμη αντέχουν.

3: Ταυτόχρονα όμως, και ακριβώς γιατί το σημείο ενατένισης του Γιώργου Αναγνώστου είναι το διασπορικό βίωμα ενός ποιητικού “είναι” το οποίο ενατενίζει διασπορικά τον ίδιο τον εαυτόν του, ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος και με την άλλη γλώσσα, την Αγγλική, που ποτέ δεν την βάραινε το “εμού” του, που δεν τον αναγνωρίζει, και που στη μη αναγνώρισή της φαντάζει ως ένα άλλο, σκοτεινό και αδιαπέραστο, “όλο”, το οποίο επικαλείται και εμπεδώνει την διασπορική αφωνία στην διασπορική φωνή που επιθυμεί να αρθρωθεί. Πώς μπορεί ο ποιητής να αντέξει την ένταση (της τρέλας;) να συνδυάσει με λέξεις, συνδυάζοντας τις ίδιες τις λέξεις, αυτά τα δύο απέραντα πεδία; Τα πεδία τα οποία εισβάλουν το ένα στο άλλο και τον διεκδικούν, με αφετηρία τους και προορισμό το συγκεκριμένο της εμπειρίας του; Την ένταση δηλαδή της “στιγμής” που είναι η στιγμή της διασταύρωσης διάρκειας του “όλου” δύο γλωσσικών πεδίων συμπυκνωμένων σε αίσθημα και αίσθηση, στιγμής που ορίζει την διασπορική εμπειρία ως κίνηση αλλά και παράλυση, φωνή και αφωνία; Η διασπορική εμπειρία του Γιώργου Αναγνώστου έχει για πυρήνα της την αίσθηση του χρόνου της διάρκειας της στιγμής η οποία λειτουργεί ως χρόνος-χώρος, ως ορίζοντας έντασης, στον οποίο οι δύο γλώσσες λειτουργούν σε ένα άλλο, εκστατικά τρίτο, αφαιρετικό και κοινό πεδίο καθοριζόμενο από την έλλειψη του “εμού”. Έχοντας ο ποιητής αφαιρέσει το “εμού” από την γλώσσα του και έχοντας, η άλλη γλώσσα, αφαιρέσει απριόρι το ῾όλο᾽ της από το ῾εμού᾽ του ποιητή, το κενό ῾εμού᾽ ανάγεται στο “εμού” του καινού το οποίο ορίζει την ποίησή του. Αυτή η διπλή κένωση είναι ο ποιητικός πυρήνας του Γιώργου Αναγνώστου, η ουτοπία του. Ο Γιώργος Αναγνώστου αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να επωμισθεί το βάρος της ουτοπίας του για να απελευθερώσει την ουτοπία στην ίδια την γλώσσα η οποία δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από το απέραντο που δωρίζεται στον ποιητή άνευ όρων παραδοχής και αποδοχής. Η ουτοπία λοιπόν του ποιητή είναι η εξορία του, η αποδοχή του διασπορικού “είναι” του ξένου, το “είναι” αυτού που μπορεί και ταξιδεύει σε τόπους χωρίς να χάνει την αίσθηση του άτοπου.


4: Για να συνδυάσει τα δύο γλωσσικά πεδία ο Γιώργος Αναγνώστου χρειάζεται να τους μεταφέρει την ουτοπία του. Υπάρχει λοιπόν διασπορική ουτοπία εντός της οποίας εμμένει με θάρρος να τοποθετείται ως εξόριστος, δηλαδή ως ποιητής, ο Γιώργος Αναγνώστου, και από την οποία ατενίζει τα απέραντα γλωσσικά πεδία ως την βασική προϋπόθεση της πυροδότησης της φωνής του ῾μουσκεμένη᾽ πλέον με την αφωνία. Ως ξένος στην γλώσσα του, δηλαδή ελεύθερος από τη μόνιμη εμπλοκή σε αστερισμούς γνώριμων λέξεων και πατροπαράδοτων προσδοκιών, ο Γιώργος Αναγνώστου κοιτά κατάματα την ξένη γλώσσα για να ανακαλύψει ότι στις λέξεις της, και πριν να γίνουν κατανοητές, πρέπει ο ποιητής να εντοπίσει την διασπορική τους, την αισθητική τους, γεύση (μπορούμε να γευτούμε τις λέξεις;) προξενώντας αστάθεια στον κυρίαρχο κόσμο τους.
Η ποίησή του λοιπόν είναι η συνάντηση δύο εξοριών, στο ίδιο πρόσωπο, αυτό του λάτρη της ουτοπίας. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που ο ποιητής κατέχεται από τον έμμονο φόβο: να μην προδώσω. Τι άραγε; Ίσως ο διασπορικός ποιητής προδίδει όταν επαναπαύεται νοσταλγικά στην γλώσσα του, όταν συμφωνεί και συμπίπτει με τις μνήμες και προσδοκίες που πλημμυρίζουν την γλώσσα και την διεκδικούν. Όμως η διασπορική εμπειρία ταράσσει την γλώσσα με την ουτοπική ασυμφωνία της εξορίας την οποία κουβαλά. Ως ποιητής ο Γιώργος Αναγνώστου παραμένει ακίνητος και μετέωρος έξω από τις γλώσσες του, αδιάκοπα τριγυρίζοντας γύρω από λέξεις αναμένοντας από αυτές κάποια νύξη ασυμφωνίας, μένοντας πιστός στο διασπορικό βίωμα. Η ουτοπία της αντίστασης είναι η αφή του με την οποία θωπεύει διασπορικές πλέον λέξεις, δηλαδή λέξεις οι οποίες κουβαλούν την εξορία. Ως ποιητής, εξόριστος και ξένος, πού άραγε “πατάει” και τι αφουγκράζεται; Πώς περνάει από την μια λέξη στην άλλη; Υπάρχει κίνδυνος να αφανιστεί στο κενό της διασπορικής ασυμφωνίας μεταξύ των λέξεών του; Είναι εκεί που συναντάμε την γλώσσα ως απέραντο πεδίο, αυτό εντός του οποίου οι ίδιες οι λέξεις, αναγνωρίζοντας την άφιξη του ποιητή, γίνονται διασπορικές, και ίσως διχάζονται. Ο ποιητής είναι ο αιώνια ξένος στην γλώσσα του γιατί τελικά ταξιδεύει μακριά από τις λέξεις στο κενό ανάμεσά τους, και παράλληλα στο κενό της καινής σιωπής ανάμεσα στις δύο γλώσσες. Ίσως το ερώτημα λοιπόν δεν είναι τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε με λέξεις, αλλά τι εννοούμε όταν μιλάμε στις λέξεις με το κενό ανάμεσά τους που είναι πάντα, ανεξάρτητα πόσες φορές επαναλαμβάνεται, το καινό της εισπνοής και της εκπνοής, το διασπορικό καινό της ουτοπίας, της ελευθερίας, και της αντίστασης. Από τη σκοπιά αυτής της ενδιάμεσης σιωπής οι λέξεις, και από τις δύο γλώσσες, είναι το ίδιο ξένες και διασπορικές, η υπόσχεση της άρθρωσης μια νέας φωνής χωρίς όρους, απαλλαγμένη από εφιάλτες.

5: Τι πρέπει να μεταφέρει κάποιος μέσα του για να τον πονέσει ο αντιστασιακός πόνος της ποίησης του Γιώργου Αναγνώστου, ο πόνος του βάρους της ουτοπίας; Στην ποίηση τελικά δεν γίνεται ο πόνος κοινός. Το κοινό γίνεται πόνος όταν δεν μπορούμε να το δωρίσουμε άνευ όρων γιατί πνίγεται από το νέφος και την α(να)σφάλεια των δεδομένων αφηγημάτων. Ως ποιητής όμως της διασπορικής εμπειρίας, η οποία είναι τελικά η ουτοπική εμπειρία της διασποράς κόσμων, ο Γιώργος Αναγνώστου γνωρίζει ότι η γλώσσα είναι δώρο που χαρίζεται εξ ολοκλήρου στους γνώστες του απέραντου, της ουτοπίας της αντίστασης, και ότι ως ποιητής οφείλει να επιμένει να την δωρίζει εξ ολοκλήρου (σε ποιους;). Είναι άραγε το χάρισμα αυτό ο ορισμός του ποιήματος; Για να δωριστεί όμως η γλώσσα πρέπει να μεταφερθεί στο πεδίο κάποιων λέξεων, ήδη γνώριμων. Πώς όμως μπορεί κάποιος να δωρίσει το οικείο, το καταχτημένο, όταν το δώρο είναι ξάφνιασμα, έκπληξη και ταραχή; Η ποίηση του Γιώργου Αναγνώστου ίσως και να είναι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ως ποιητής πιστεύει στην γλώσσα με πόνο. Οι λέξεις είναι λέξεις όχι απλώς γιατί κουβαλούν νόημα αλλά γιατί πρωτίστως μετατρέπονται σε μορφώματα του πόνου, της επιμονής, της αποδοχής και του χαρίσματος άνευ όρων. Ο πόνος και η αντίσταση τις κάνουν λέξεις. Ο διασπορικός πόνος απελευθερώνει τον μετανάστη από την νοσταλγία της επιστροφής στην γλώσσα, και την επιθυμία της προσαρμογής σε μια άλλη κυρίαρχη γλώσσα ενός κυρίαρχου κόσμου, από το παρελθόν και το μέλλον, και του επιτρέπει να ανακαλύψει την διασπορική στιγμή ως χρόνο-χώρο, πέρα από “εθνικούς” χρόνους και χώρους, δηλαδή ως ελευθερία.
Ενώ η άμεση και συνειδητή παρουσία του στην εμπειρία είναι αναγκαία προϋπόθεση για να την αναγάγει σε “δικό” του βίωμα και να παλέψει μαζί του, δεν ισχύει το ίδιο και για την γλώσσα στο πεδίο της οποίας φαίνεται να καταργείται η μοναδικότητα. Ως μοναδικότητες είμαστε πάντα ξένοι και τυχαίοι στην γλώσσα μας. Παράλληλα όμως φαίνεται ότι η γλώσσα δωρίζει τον εαυτόν της σε κάθε έναν από εμάς ως μοναδικότητες, άνευ όρων. Όρους θέτουν όχι οι γλώσσες καθαυτές αλλά οι κάθε λογής εθνικισμοί. Είναι άραγε δυνατόν να αισθανθούμε την γλώσσα την στιγμή που μας δωρίζεται, και αν είναι δυνατό, θα ήταν μια τέτοια αίσθηση η μεταμόρφωση κάποιου σε ποιητή; Η αίσθηση θα προϋπέθετε κάποιο εμπειρικό/σωματικό πεδίο στο οποίο “παίζεται”, βιωματικά, η μοναδικότητά μας. Παράλληλα, το πεδίο αυτό θα επέτρεπε τη “συνάντηση” με την γλώσσα, όχι απλώς ως δεδομένη πραγματικότητα, αλλά ως δώρο. Δηλαδή θα επέτρεπε το “βίωμα” της γλώσσας ως όλο, ως απέραντο πεδίο, το οποίο μας χαρίζεται ως μοναδικότητα αλλά όχι αποκλειστικά σε εμάς, αλλά σε όλες τις μοναδικότητες. Τη στιγμή του χαρίσματος λοιπόν ήδη βρίσκομαι εντός της γλώσσας περικυκλωμένος με λέξεις αλλά και εκτός ενατενίζοντας την γλώσσα ως απέραντο πεδίο. Για την ποίηση του Αναγνώστου είναι το διασπορικό στοιχείο στην εμπειρία του που του επιτρέπει να ανακαλύψει την γλώσσα ως ένα απέραντο πεδίο το οποίο μας δωρίζεται άνευ όρων, ελεύθερα.

Θεώνη Κοτίνη, Εγώ

Ήταν κάποτε μια κυρα-Βασιλική
κι ήταν η μάνα μου.
Τι να την έκανε
έτσι απαλή και μαλακή
μες στο βελούδο;
Ίσως εκείνα τα γεράνια στην αυλή
με την πραότητα της δεξιάς παλάμης
που τα χάιδευε.
Τι να την έκανε
έτσι πικρή κι απαρηγόρητη;
Ίσως εκείνη η ψύχρα το πρωί
μακριά που αγνάντευε
αγιάτρευτη νεότητα του κόσμου
μες στον κάμπο.
Ήτανε κάποτε μια κυρα-Βασιλική
και τώρα εγώ. 

Sophia Tomaso, Τρία ποιήματα

Με έσερναν τα βήματα στο σπίτι, το φως των ματιών θολό, σκόνταψα…ήμουν σίγουρη
Τα χρυσάνθεμα πένθιμα, το λάστιχο ξεφούσκωτο, το φεγγάρι άφαντο και η σκιά από πίσω μου να ουρλιάζει.
Αραχνιασμένη ζωή, σπασμένα οστά και γαμω την ζωή μου γαμω.
Πωλείται…

Ανοίγω το πουκάμισο, η πληγή εκεί κατάστηθα…δεν πρόκειται να φύγει ποτέ
«Και τι με νοιάζει» μου πες
Ούτε μια ματιά δεν έριξες.
Άντε μου στο διάολο…
Φώναξα και θύμωσες
Ρε τι σου ζήτησα ρε…
μια αγκαλιά, έστω και μιας χρήσης.

*

Κάθε φορά που ζω θα μπήγω
το δάχτυλο στην σάρκα μου
και δεν θα πονώ.
Δεν είμαστε όλοι ίδιοι,
κάποιοι είστε λίγοι…

Γιώργος Μπλάνας (1959-2024), Στοίχημα

Στοιχηματίζω πως η γη
θα πάψει να κινείται, όταν πεθάνω.
Όχι για μια στιγμή μονάχα· όχι, δεν έχω
την απαίτηση να σπεύσει να θρηνήσει
τον θάνατό μου η φύση.
Θα πάψει να κινείται -εννοώ-
εν γένει, ολοσχερώς,
Λοιπόν, στοιχηματίζω!~
Αν χάσετε, δεν θέλω
τίποτα. Αν χάσω, σας χαρίζω
τη σιωπή μου. Εμπρός,
τι πάθατε; Φοβάστε
τη σιωπή του ποιητή;

*Από τη συλλογή “Ο κότσυφας του σύμπαντος και άλλα λυρικά πτηνά”,. Εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Γλυκερία Μπασδέκη, Η μαμά είναι ποιήτρια

«Exhausted» by Laurie Justus Pace

ω, ναι –η μαμά είναι
σπουδαία ποιήτρια

όλη τη μέρα μαγειρεύει κόμματα,
σκουπίζει χρόνους, σιδερώνει
πτώσεις

αντί να δει Δευτέρα βλέπει Τρίτη

λέει το πλυντήριο ωκεανό,
τη χύτρα υπερωκεάνειο

*Από τη συλλογή «Σύρε καλέ την άλυσον», εκδ. Ενδυμίων 2012/ Bibliotheque 2014.

**Πηγή: https://www.andro.gr/empneusi/mother-poems/2/