Νίκος Βουτυρόπουλος, από τα “Εργοτάξια Τύψεων”

Δ

Πώς να γελάσεις καθηλωμένος στα περαιτέρω;
Περιμένεις καλοκαιρίες οι εμπειρίες φευγάτες
ο αέρας σφυρίζει σου γδέρνει το πρόσωπο
μια αναίτια θάλασσα σε τριγυρνά
με τους γλάρους να ψέλνουν μακάβρια
το πρωί στενάζεις λυπημένα φωνήεντα
κι αρχίζεις ξανά να μετράς την αυγή με το βλέμμα
προορισμών ξεχασμένων.

Κοντεύει φθινόπωρο στα λιμάνια λιάζονται πλοία.
Πότε θα γίνεις της ζωής επιβάτης;

*“Εργοτάξια Τύψεων”, εκδ. Θράκα, 2016.

Ρω Νικολάου, Ψαλιδιστής

Προσπαθώ να θυμηθώ τη φωνή του
ένα φωνήεν αναπηδά
στ’ αφτί πολύ κοντά
μαζί με τον ήχο του ψαλιδιού
και το φως
των φθινοπωρινών καταστημάτων
ανάβει μέσ’ απ’ τα κλαδιά.
Αγαπητέ μου κύριε
πώς γίνεται εσείς
που μέσα σε λίγα λεπτά
μεταμορφώνατε το παιδικό κεφάλι μου
σε δεσποσύνης
τώρα να κάθεστε στον καφενέ
ακέραστος και βυθισμένος
στο παντέρημο σας απόγευμα;
(Με φλέρταραν πολύ τ’ αγόρια
μα τα κοίταζα αφ’ υψηλού
ω, κύριε – τι θυμήθηκα – υπήρξα λοιπόν
εκείνο το κορίτσι που
έπαιζε μέχρι το βαθύ σούρουπο
κι ήμουνα όμορφη
και δυνατή πιο πολύ ακόμα
κι από ’κείνο τ’ αγόρι
που όλους τους νικούσε

*Από τη συλλογή «Ψαλιδιστής», Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018

Νίκος Στραγαλινός, Παραλογή

Βράδια προχωρεμένου Φθινοπώρου
είχε στο νοΰ του πέρδικες νά μαδιοΰνται
μέ τά φτερά λυμένα.
Πάνω σέ κεραμίδια πράσινα
τεφρά πουλιά νά κελαηδούν.
Ανέβαινε στη μηλιά νά σκοτωθεί.

Απλωνε μες στο δίχτυ νά τόν τραβήξουν πάνω.

Χάραζε.
Μακριά κάτω στή θάλασσα
ένα ολόμαυρο ψάρι τριγυρίζει.

*Από τη συλλογή “Σκοτεινή καί Ιερά Λυρική”, Εκδόσεις Διάττων, Αθήνα 1992.

Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Τά τρία της τά γράμματα

Τή λέξη πού σε γείωσε μην τη χαλάς δέν κάνει.
Σεβάσου την σάν κόρη πού ερωτεύεται ό άνεμος
κι άσε τό αυτεξούσιο στήν κρύπτη του.
Έκεί μαθαίνει ν’ άλυχτά
για κείνα τά χαμένα δήθεν δικαιώματα.

Αύτή ή λέξη ζεΐ στις ένοχες
‘Η πιο μεγάλη τραγωδία τής άρέσει.
Εΐναι δοσμένο τό νά φταις καί νά υπάρχεις.
’Έτσι θαρρεί κι έτσι άκουμπά
στά τρία της τά γράμματα επάνω
στο ζήτα τό ώμέγα καί τό ήτα.

*Από τη συλλογή “Μέσ’ ατό λευκό καί μές ατό μαύρο”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005.

Διονύσης Καρατζάς, Αλλάζουν οί μέρες

Στη Νίκη καί στον Ήλία Ρώσση

Σ’ αγαπώ
καί άλλάζουν οί μέρες,
ντύνονται υφάσματα θριάμβου
καί προσκυνούν άνεμους.
Δίπλα τους, κρατώντας σε στήν αγκαλιά μου,
άδουμε τά άσματα των κήπων
(άποκτήσαμε έλευθέρας στα θαύματα),
αυτά πού φωτίζουν καί τις ρίζες
– έχουν μέσα τους φωτιές θυσίες
– κι ένα αιώνιο μικρό κομμάτι ούρανοΰ.
Αλλάζουν οί μέρες
γιατί σ’ αγαπώ.

*Από τη συλλογή “Άπ’ τό μισό παράθυρο”, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2006.

Tamistas Mhnymal, ποίημα

μπλέχτηκε
το τσουλούφι μου
σ αυτήν την παραλία
όγκοι τα βράχια
με τρολάρανε

και

παραλύω
στην παραλία
στο βουνό αγκομαχώ
κάθε χρόνο ισοπαλία
με τον χρόνο
στον αχό

ακανθώδους
ιστορίας της ζωής
σαν τιμωρίας συμμορίας
της μωρίας

αλόγ

δεν με λεν
ταμίστα και μήνυμαλ
και διαδικτυακό στιχομάνιακ

μόνο τάσο με λένε

μόνο τάσο

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από τη σελίδα του ποιητή στο facebook.

Κώστας Κουκούλης, Ελάσσων σπουδή στον Κώστα Καρυωτάκη

α’

Μυγδαλιά Και άνοιξη. Αγάπη. Ζωές.

(Όσοι από σας να τα γευτείτε κατέχετε
αν ξέρετε καλό κολύμπι
προμηθευτείτε έγκαιρα ένα περίστροφο)

Απρίλιος 1990

β’

Είπε να φέρει τη ζωή ανάποδα
και είδε τη νύχια σταυρωμένη
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

(Τελευταίος, ήρεμα γέλασε)

Δεκέμβριος 1987

Y’

Το μυαλό ρίχνει τον ίσκιο του
στην καρδιά: Έκλειψη οράματος.

Η καρδιά σκιάζει το μυαλό:
Σε ποιους καιρούς να γείρεις;

Μάιος 1984

δ’

Ισχυρίστηκε
πως σ’ έναν κήπο, βράδυ
μία πικρή βροχή τού ψιθύρισε
να ντυθεί τον αδιάβροχο θάνατο.

Έτσι μεταμφιεσμένος
εμφανίζεται από τότε συχνά
στις βραδυνές ειδήσεις
να εκφωνεί το δελτίο καιρού.

(Και ας υπήρξαν βροχές που δεν τις έζησε)

Μάρτιος 1989

ε’

Χαίρουμε εμείς
όπου με το μολύβι μας
την κόλλα τη λευκή τσιμπάμε – ίδια
σαν ένα περίστροφο στον κρόταφό μας
ν’ ακουμπάμε.

Ιούνιος 1982

στ’

Ο κόσμος είχε πέσει από καιρό
μες στο μυαλό του.
Όλα; Τίποτα;
Όλα ή τίποτα. Ζήτημα
χρόνου, ίσως – σκέφτηκε. Κατόπιν
έσκαψε μια βαθιά
φωτεινή τρύπα στη γη
και μέσα της γλιστρώντας
πρόλαβε ν’ αρπαχτεί
από τις ρίζες του δέντρου μας.
Νοέμβριος 1983

ζ’

Πλάι στην κρήνη ιων νεκρών
το κυπαρίσσι
το κυπαρίσσι, ατέλειωτο σα βάσανο
το κυπαρίσσι, ατέλειωτο σα βάσανο, προς τ’ άστρα

μα, και ιι έκπληξη, στρίβοντας τη γωνία
στο βάθος του άψυχου δρόμου το φεγγάρι
να στέκει μετέωρη πέιρα φωτεινή.

Αύγουστος 1989

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “δυτικές ινδίες”, Νο 1, 21 Ιουνίου 2000. Αφιέρωμα στον Κώστα Καρυωτάκη. Σελ. 34-36.

Blaise Cendrars, Δύο ποιήματα

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Τα παράθυρα της ποίησής μου είναι ορθάνοιχτα στα βουλεβάρτα και στις βιτρίνες της
Λάμπουν
Του φωτός πολύτιμα πετράδια.
Άκου τα βιολιά της λιμουζίνας και τα ξυλόφωνα των λινοτυπικών.
0 επιγραφοποιός σκουπίζεται με την πετσέτα του ουρανού.
Κάθε τι είναι χρώματος κηλίδες
Και τα καπέλα των γυναικών που περνούν είναι κομήτες στης βραδιάς τον εμπρησμό.

Ενότητα.
Δεν υπάρχει πια ενότητα.
Όλα τα ρολόγια δείχνουν τώρα μεσάνυχτα αφού τα γύρισαν πίσω δέκα λεπτά.
Δεν υπάρχει πια χρόνος.
Δεν υπάρχει πια χρήμα.
Στη βουλή
Σπαταλούν τα θαυμάσια στοιχεία των πρώτων υλών.

Στο μπαρ
Οι εργάτες με μπλε μπλούζες πίνουν κόκκινο κρασί
Κάθε Σάββατο μπιλιάρδο
Παίζουμε
Στοιχηματίζουμε
Από καιρό σε καιρό περνάει ένας γκάνγκστερ με αυτοκίνητο
Ή ένα παιδί παίζει με την Αψίδα του Θριάμβου…
Συμβουλεύω τον κ. Χοίρο (1) να στεγάσει τους προστατευόμενούς του στον πύργο του Άιφελ.

Σήμερα
Αλλαγή ιδιοκτήτη
Το Άγιο Πνεύμα πωλείται λιανική στα μικρομάγαζα.
Διαβάζω εκστατικός τα πανό
Τα πανό της παπαρούνας
Δεν είναι παρά οι ελαφρόπετρες της Σορβόνης που δεν ανθισαν ποτέ
Από την άλλη η επιγραφή του Σαμαριτέν οργώνει τον Σηκουάνα
Και στην πλευρά του Αγίου Σεβερινου ακούω
τα επίμονα καμπανάκια των τραμ.

Βρέχει ηλεκτρικούς λαμπτήρες
Μονρούζ Γκαρ ντε Λ’ Εστ Μετρό Νορ-Σιντ άνθρωποι στα πλοιάρια
Όλα είναι φωτοστέφανο
Βάθος
Οδός Μπουσί διαλαλούν την L’ Intransigeant και την Paris-Sport (2)
Το αεροδρόμιο του ουρανού είναι τωρα, πυρπολημενο, ενας πίνακας του Τσιμαμπούε
Όταν από μπροστά
Οι άνθρωποι είναι
Ψηλοί
Μαύροι
Θλιμμένοι
Και καπνίζουν, φουγάρα εργοστασίων.

ΓΡΑΦΗ

Η γραφομηχανή μου χτυπάει ρυθμικά
Κουδουνίζει στο τέλος κάθε στίχου
Τα γρανάζια γρυλίζουν
Μια στο τόσο γέρνω πίσω στην ψάθινη πολυθρόνα μου και βγάζω ένα μεγάλο πυκνό σύννεφο καπνού
Το τσιγάρο μου είναι πάντοτε αναμμένο
Ακούω τότε τον ήχο των κυμάτων
Το γουργούρισμα του πνιγμένου νερού στο σιφόνι του νιπτήρα
Σηκώνομαι και βουτώ το χέρι μου στο κρύο νερό
Ή βάζω κολόνια
Έχω σκεπάσει τον καθρέφτη της γυάλινης ντουλάπας για να μη βλέπω τον εαυτό μου να γράφει
0 φεγγίτης είναι μια ηλιακή ροδέλα
Σαν σκέφτομαι
Αντηχεί όπως το δέρμα ενός τύμπανου και μιλάει δυνατά.

*Από το βιβλίο “26 ποιήματα και μια συνέντευξη”, Εκδόσεις Κουκούτσι, 2019. Μετάφραση: Κλείτος Κύρου, Ναυσικά Αθανασίου, Γιάννης Λειβαδάς.

Σημειώσεις:
1.Τον κ. Χοίρο: Αναφορά στον Ernest Georges Cochon,ο οποίος έγινε γνωστός το 1913 για τις διαμαρτυρίες του υπέρ των αστέγων.
2. Την L’Intransigeant και την Paris-Sport: Εφημε΄ριφδα και καθημερινή αθλητική επιθεώρηση.

Γιώργος Δομιανός, Από την “Πάσα ανάσα”

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ήχος πλάγιος του δευτέρου από το
στηθοσκόπιο

σαν τι είμαι εδώ;
κατάκοιτος αέρας ξημερώματος
όνειρο απαρνημένο από τον ύπνο που το εγκυμόνησε,
αλήθεια
μιαν εξήγηση ολοστρόγγυλη δεν έχω να σου δώσω

ξεσκισμένος απ’ άκρη σ’ άκρη
κι όλο να χάνω το ραντεβού μου
στην κηδεία του θεού

ό,τι κι αν πω θα μοσκοβολάει σάπιο πορτοκάλι

στον φάρυγγα μια γεύση παραφλού
γιατί φοβάμαι πως θα σε παγώσω
όταν εξερευνητής των σωθικών σου θα διοριστώ

παράτα με
στις πέντε το πρωί θα πάρω θέση
στη διπλανή αγέλη σκύλων
που ’χει για αρχηγό εκείνο το μπάσταρδο
με τα τρία πόδια
όλη η Αθήνα θα’ ναι δικιά μου τότε

το αλύχτισμά μας:
ντεπόν
και σαν φεγγάρι:
ντεπόν

και σαν καλημέρα στην άκρη του ολόφρεσκου γκρεμού

στα συσσίτια σήμερα μοίραζαν μπατζάκια
και πλάι από τα ολόρθα φορτηγά
νύμφες του κράτους
τα γάζωναν στους τυχερούς
κύριε ιατροδικαστή, από τι πέθανε η ελπίδα;
από αυτό που την τάισες, είπε

μία αγέλη τακτοποιεί τα άστρα
αυτή είναι η δουλειά της
κρατάει την ισορροπία του κόσμου
αλίμονο
αν ήξερε ο μπόγιας τη δύναμή του:
τις περιστροφές της γης θα βαλσάμωνε

θα σταμάταγε κι ο ελάχιστος ήχος

ο ήχος

ο ήχος

ο ήχος που κάνουν τα στήθη των νεαρών κοριτσιών
μεγαλώνοντας τα βράδια
αγνοώντας
τις εναλλαγές των πρωθυπουργών
το φουλάρισμα των νεκροτομείων
τις θλιμμένες μάνες

έτσι πάει

ταγμένος θα είμαι πια στο κομμάτιασμα
του μπόγια

αρχηγέ; θα μου κόψεις το ένα πόδι;
αρχηγέ; θα μου μάθεις να ξεχνάω;

ό,τι γνώρισα
κι ακούμπησα
και έγδαρα
και μ’ έγδαρε, αρχηγέ

να σαπίσει τσιμεντωμένο στον βυθό των αναμνήσεων
κουτσός θα παρακολουθώ τη σήψη σαν ηλιοβασίλεμα
και σε ένα σύννεφο από πάνω, παιδιά θα παίζουνε κρυφτό
—ρε, προσοχή μη σας δει ο κόσμος να μεγαλώνετε,
θα σας ξεσκίσει
στο σύννεφο χωθείτε βαθύτερα, παιδιά
παιδιά μου

συγγνώμη για όλα, παιδιά μου

[κι αν είχα μείνει άνθρωπος:

έι, εσύ, μη θρηνείς κρυμμένη
είμαι αθάνατος
η τελευταία σου κουβέντα
στα πόδια μου πάνω
όταν αργοσβήνεις
θα είναι ένας
γλάρος
κατάμονος ]

*”Πάσα ανάσα”, Εκδόσεις Υποκείμενο, 2016.

Λίνα Βαταντζή, Συνθήκες

Margaret Michaelis, Encounter

Ίσως ο χρόνος
εξαλείψει τον εαυτό μου

ίσως ξεχάσω
την θνητότητά μου –

Αυτή

η ενστικτώδης απαίτηση
να επιστρέφω στα δεδομένα

φορτίο αποτελεί
που με αλυσοδένει –

Mακριά από

τα ποιήματα
και την αγνότητα

όσων δεν πρόφτασα
να βιώσω.