Allen Ginsberg, Τρία ποιήματα

Η σούτρα του ηλιοτροπίου

Περπάτησα στις πλευρές της αποβάθρας με τις μπανάνες και τα κονσερβοκούτια κι έκατσα
κάτω απ’ τον ίσκιο μιας μηχανής της Σάουθερν
Πασίφικ να δω το ηλιοβασίλεμα
πάνω απ’ τους λόφους με τα χαμόσπιτα και να κλάψω.

Ο Τζακ Κέρουακ έκατσε δίπλα μου πάνω σ’ έναν σπασμένο σκουριασμένο πάσσαλο, σύντροφός μου,
είχαμε τις ίδιες σκέψεις της ψυχής,
ταλαίπωροι και μελαγχολικοί
με μάτια θλιμμένα,
ζωσμένοι απ’ τις ατσάλινες ροζιασμένες ρίζες
των δέντρων των μηχανημάτων.

Το λιγδιασμένο νερό του ποταμού καθρέφτιζε τον κόκκινο
ουρανό, ήλιος πεσμένος στις
τελευταίες κορυφές του Φρίσκο, κανένα ψάρι σ’ αυτό το ρέμα, κανένας ερημίτης
σ’ αυτά τα βουνά, μονάχα εμείς εδώ τσιμπλήδες με πονοκέφαλο από μεθύσι σαν
παλιοί αλήτες στην ακροποταμιά, κουρασμένοι και σαΐνια.

Κοίτα το Ηλιοτρόπιο,
μου ‘πε,
υπήρχε μια πεθαμένη γκρίζα σκιά κόντρα στον ουρανό,
μεγάλη σαν άνθρωπος,
καθισμένη ξερή στην κορφή ενός σωρού από αρχαίο πριονίδι –
-Έτρεξα ‘κει μαγεμένος
-ήταν το πρώτο μου ηλιοτρόπιο, μνήμες του Μπλέηκ
-τα οράματά μου
-το Χάρλεμ
και η κόλαση των ποταμών στα Ανατολικά,
γέφυρες που κλαγγάζουν Λιγδιασμένα Σάντουιτς
του Τζο,
χαλασμένα παιδικά καροτσάκια, μαύρα φαγωμένα λάστιχα αυτοκινήτων
ξεχασμένα και σκασμένα,
το ποίημα της ακροποταμιάς,
καπότες και καθίκια,
ατσάλινα μαχαίρια,
τίποτα ανοξείδωτο, μονάχα η λασπερή βρόμα
και τα κοφτερά σαν
ξυράφι τεχνουργήματα που περνάνε στο παρελθόν –
και το γκρίζο Ηλιοτρόπιο ζυγιαζόταν κόντρα στο ηλιοβασίλεμα, τσακισμένο ταλαίπωρο και
σκονισμένο με τη λέρα και την καταχνιά και τον καπνό
των γέρικων ατμομηχανών
στο μάτι του –
στεφάνι με θολά πέταλα τσαλαπατημένο και διαλυμένο σαν στραπατσαρισμένο στέμμα,
σπόρια πεσμένα απ’ το πρόσωπό του, ξεδοντιασμένο – όπου να ‘ναι – στόμα
ηλιόλουστου αέρα, ηλιαχτίδες λησμονημένες στο μαλλιαρό του κεφάλι σαν ξεραμένος
σκληρός ιστός αράχνης,
φύλλα που προεξέχουν απ’ το κοτσάνι σαν χέρια,
χειρονομίες απ’ την όλο πριονίδι ρίζα,
σπασμένα κομμάτια σοβά πεσμένα απ’ τα μαύρα του κλωνάρια,
μια ψόφια μύγα
στο αφτί του,
Ανίερο στραπατσαρισμένο παλιόπραμα,
ηλιοτρόπιό μου

Ω ψυχή μου, σ’ αγάπησα τότε!

Η λέρα δεν ήταν ανθρώπου λέρα,

μα θανάτου και ανθρώπινων ατμομηχανών,
όλο τούτο το κάλυμμα της σκόνης, τούτο το πέπλο
σκοτεινιασμένου σιδηροδρομικού
δέρματος, η καπνιά στα μάγουλα, τούτο το βλέφαρο μαύρου μαρτυρίου, τούτο
το καπνισμένο χέρι ή φαλλός ή τεχνητό εξόγκωμα χειρότερο
κι απ’ τη βρόμα –
βιομηχανικό – μοντέρνο – όλος τούτος ο πολιτισμός που λερώνει το τρελό χρυσό σου στέμμα –
κι εκείνες οι θολές σκέψεις του θανάτου και τα σκονισμένα μάτια χωρίς αγάπη και
τ’ απομεινάρια και οι μαραμένες ρίζες κάτω στον σπιτικό σωρό της άμμου και στο πριονίδι,
τα δολάρια του πληθωρισμού,
το πετσί της μηχανής,
τα κότσια και τα σωθικά του αυτοκινήτου
που κλαίει και βήχει,
τα άδεια έρημα κονσερβοκούτια με τις σκουριασμένες τους γλώσσες στερημένες, τι άλλο
να κατονομάσω,
τις καπνισμένες
στάχτες κάποιου πούρου της ψωλής,
τα μουνιά στα καροτσάκια,
και τα γαλακτερά στήθια των αυτοκινήτων,
φθαρμένοι κώλοι
καρεκλών και σφιγκτήρες
των δυναμό –
όλα πλεγμένα μες στις μουμιοποιημένες σου ρίζες – κι εσύ
στέκεσαι εκεί εμπρός μου στο
ηλιοβασίλεμα, κι όλη σου η δόξα στη μορφή σου!

Υπέροχη ομορφιά του ηλιοτροπίου!

Τέλεια και εξαίρετη
αγαπημένη ύπαρξη του
ηλιοτροπίου!

Ένα γλυκό φυσικό μάτι

στο νέο φευγάτο φεγγάρι,

που σηκώθηκε ζωντανό
και συνεπαρμένο αρπάζοντάς με στη σκιά του σούρουπου,
τη μηνιαία
χρυσή αύρα της ανατολής!

Πόσες μύγες βούιζαν γύρω σου,
χωρίς να φταίνε ‘κείνες που ‘σαι ‘συ
μες στη βρόμα,
ενώ
καταριόσουν τους ουρανούς του σιδηροδρόμου και την λουλουδένια ψυχή σου;
Φτωχό νεκρό λουλούδι είσαι; πότε λησμόνησες πως λουλούδι ήσουν; πότε κοίταξες
το πετσί σου κι αποφάσισες πως ήσουν μια ανίκανη βρόμικη
παλιά ατμομηχανή;
το φάντασμα της ατμομηχανής; το φάσμα και η σκιά
μιας άλλοτε τρελής ισχυρής
Αμερικάνικης ατμομηχανής;

Δεν ήσουν ποτέ ατμομηχανή Ηλιοτρόπιο,
ήσουν ένα ηλιοτρόπιο!

Μην ξεχνάς τα λόγια μου!
Κι εσύ Ατμομηχανή, ήσουνα μια ατμομηχανή!
Κι έτσι άρπαξα τον χοντρό σκελετό του ηλιοτροπίου
και τον κράτησα σφιχτά στο πλευρό μου
σαν σκήπτρο, και δίνω το κήρυγμά μου στην ψυχή μου, και στην ψυχή του Τζακ,
και σ’ όποιου άλλου που θα ακούσει, την ψυχή.

  • Δεν είμαστε το πετσί μας το βρόμικο,
    δεν είμαστε η φοβερή ανεμοδαρμένη σκονισμένη
    αφάνταστη ατμομηχανή μας, είμαστε όλοι όμορφα
    χρυσά ηλιοτρόπια μέσα μας,
    ευλογημένα απ’ την ίδια μας τη σπορά και χρυσά μαλλιαρά
    γυμνά κατορθωμένα σώματα
    που γίνονται τρελά μαύρα κανονικά
    ηλιοτρόπια το ηλιοβασίλεμα, που τα
    κρυφοκοιτάμε κάτω απ’ τον ίσκιο της τρελής ατμομηχανής
    της ακροποταμιάς στο ηλιοβασίλεμα του Φρίσκο με τους λόφους
    και τα κονσερβοκούτια, το βράδυ της ρέμβης και της φαντασίας.

*

Πίσω στην Τάιμς Σκουέαρ ονειροπολώντας την Τάιμς Σκουέαρ

Αφήστε κάποιον θλιμμένο τρομπετίστα
να σταθεί στους άδειους δρόμους την αυγή
και να φυσήξει ένα ασημένιο ρεφρέν
στα κτίρια της Τάιμς Σκουέαρ,
εις μνήμην δέκα χρόνων, στις 5 το πρωί
με το λεπτό λευκό φεγγάρι μόλις
ορατό
πάνω απ’ τα πράσινα και υπερυψωμένα γραφεία
των Μακ Γκρόου – Χιλλ
ένας μπάτσος περνάει, μα είναι αόρατος
μέσα στη μουσική του

Το ξενοδοχείο Γκλόουμπ, ο Γκάρβερ ξάπλωνε ‘κει
σε γκρίζα κρεβάτια κι έγερνε
και καθάριζε τις βελόνες του-
και εγώ ξάπλωνα ‘κει πολλές νύχτες συμβιβασμένος
με τα παρατημένα ματωμένα του μπαμπάκια
κι ονειρευόμουν τον Μπλαίηκ να μιλάει-
Ήμουν μόνος ,
εδώ και δύο χρόνια ο Γκάρβερ είναι νεκρός στο Μεξικό,
το ξενοδοχείο χάθηκε κι έγινε πάρκιν
κι εγώ είμαι πάλι εδώ- κάθομαι ξανά στους δρόμους-
Οι ταινίες πήραν τη γλώσσα μας
οι μεγάλες κόκκινες επιγραφές
ΔΥΟ ΦΟΒΕΡΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ
Εφηβικός Εφιάλτης
Οι ταραξίες της Σελήνης
Μα ποτέ δεν ήμασταν ταραξίες κι εφιάλτης
αλλά αναζητητές της ξανθής νύξης
για την Αλήθεια.
Μερικοί γέροι είν’ ακόμα ζωντανοί
μα οι παλιοί πρεζάκηδες χάθηκαν –
Είμαστε ένας θρύλος, αόρατοι
μα θρυλικοί, όπως είχε προφητευτεί.

*

Ο θλιμμένος μου εαυτός

Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα
αναβαίνω στην κορυφή του κτιρίου της Αρ Σι Έι
και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν –
τα κτίρια μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,
τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα
-αποκάτω στην Πέμπτη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,
τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι
που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων –
Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλυν,
ο ήλιος δύει στο Νιου Τζέρσεϊ που γεννήθηκα
και στο Πάτερσον που έπαιξα με τα μυρμήγκια –
οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,
οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ηστ Σάιντ,
τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου στο Μπρονξ
πέρα μακριά –
πορείες που διασταυρώνονται σ’ ετούτους τους κρυμμένους δρόμους,
η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι
εκστάσεις μου στο Χάρλεμ –
-ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω
μ’ ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα
μέσα στην έσχατη μου αιωνιότητα –
το ζήτημα είναι άπιαστο.

Θλιμμένος,
παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,
συλλογισμένος,
και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ’ όλων των ανθρώπων
τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,
κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιος νιώθει αγάπη,
και σταματώ, θολωμένος
μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων
και στέκομαι χαμένος μέσα σε χαλαρές σκέψεις,
με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της 5ης λεωφόρου
πίσω μου
προσμένοντας για μια στιγμή όταν …
Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω
τα ρομαντικά νέα του πολέμου στο ραδιόφωνο
…κάθε κίνηση παύει
και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,
η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτίρια,
τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,
το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη
κάποιου παραθύρου – το σούρουπο –
όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία –
για καραμέλες – ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα
αμπαζούρ της διανόησης –
Σαστισμένος με το θέαμα γύρω μου,
άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο
με δέματα, εφημερίδες,
γραβάτες, όμορφα κοστούμια
σύμφωνα με το γούστο τους
άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια
κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και
ελεγχόμενες κινήσεις –
Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν
τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,
μέσα από λεωφόρους
στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα
των φτωχικών συνοικιών
μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση
αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν
με τόσο πόνο σ’ αυτήν την
εξοχή, σ’ αυτό το νεκροταφείο
στην γαλήνη
του νεκροκρέβατου ή του βουνού
που κάποτε αντίκρισα
ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα
να έρθει στο μυαλό μου
όπου ολόκληρο το Μανχάτταν που είδα πρέπει να εξαφανιστεί.

*Τα ποιήματα τα δανειστήκαμε από εδώ: http://kokkinoprwi.blogspot.com/2013/01/3.html Δεν αναφέρεται όνομα μεταφραστή παρά μόνο ότι την ανάρτηση την έκανε ο Γιώργος Σαρρής.

Anne Sexton, Επιθυμώντας να πεθάνω [απόσπασμα]

Δεν σκέφτηκα το σώμα μου να το τρυπούν βελόνες.
Ακόμα και οι κερατοειδείς χαθήκαν και τα υπολείμματα
των ούρων.
Οι απόπειρες έχουν ήδη προδώσει το σώμα.
Θνησιγενείς, δεν πεθαίνουν πάντα,
μα θαμπωμένες, να λησμονήσουν δεν μπορούν ένα
ναρκωτικό τόσο γλυκό
που ακόμα και παιδιά χαμογελώντας θα το θαύμαζαν.
Να χώνεις όλη τούτη τη ζωή κάτω από τη γλώσσα σου!
Αυτό γίνεται πάθος από μόνο του.
Ο θάνατος είναι ένα λυπημένο κοκκαλάκι. Μελανιασμένο
θα ‘λεγες
κι όμως με περιμένει, χρόνο με το χρόνο,
για να γιατρέψει απαλά μία παλιά πληγή,
να αδειάσει την ανάσα μου από τη φυλακή της.
Σε ισορροπία εκεί, η απόπειρα συναντά καμιά φορά,
μαινόμενη ενάντια στους καρπούς, μία πρησμένη σελήνη
κι αφήνει το ψωμί που το μπερδέψαν με φιλί,
αφήνει τη σελίδα του βιβλίου απρόσεχτα ανοιχτή,
αφήνει κάτι ανείπωτο, το τηλέφωνο κατεβασμένο
και την αγάπη, ό,τι κι αν ήταν, ένα λοιμώδες νόσημα.

*Μετάφραση: Δ. Σταυρίδου.

Γκρέγκορι Κόρσο, Αυτοκτονία στο Γκρίνουιτς Βίλατζ

Τα χέρια τεντωμένα
Οι παλάμες πιέζουν τα πλευρά του παράθυρου
Κοιτάζει κάτω
Έχει στο μυαλό τον Μπάρτοκ, τον Βαν Γκογκ
Και τις γελοιογραφίες στο Νιου Υόρκερ
Πέφτει
Την παίρνουν μʼ ένα φύλλο της Ντέϊλυ Νιους ριγμένο στο πρόσωπο
Και ο μαγαζάτορας ρίχνει καυτό νερό στο πεζοδρόμιο

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Μιχάλης Γραμματάς, Το χαμένο ποίημα

Σε σκέφτηκα
ύστερα σε ξέχασα
και τώρα σε θρηνώ
Σαν το παιδί που έχασα
το παιδί που δεν γεννήθηκε
που δεν θα γεννηθεί ποτέ

Γιατί κανείς δεν θα βρεθεί 
κι ας είναι αμέτρητοι οι άνθρωποι
που έγραψαν και που θα γράψουν στίχους
να είναι ακριβώς σαν εμένα
και ακριβώς στην κατάσταση
που ήμουν εγώ
όταν σε σκέφτηκα
ή στην κατάσταση
που είμαι τώρα
γράφοντας αυτό εδώ το ποίημα
που αν δεν το έγραφα εγκαίρως
γρήγορα
θα χανόταν κι ετούτο

Κατερίνα Φλωρά, Νηνεμίας σημείο

Artwork: Δημήτρης Σαββίδης

Στην αχλή του σιωπηρού απομεσήμερου
οι σκέψεις στέκονται αντάμα στην πορεία του χρόνου
Που σταμάτησε σε τούτη την ασαφή απαλή σιγή
που απλώνεται ολόγυρα
Τρίζει ο ήχος σχίζει τη σιωπή
βιάζει την αδράνεια του νου που ανασαλεύει στο μεταίχμιο της στιγμής
Μακρινός απόηχος θυμίζει την ακούσια επαναφορά
στη ροή της απτής μα άγνωστης διαδρομής μας

Ηλίας Κωνσταντίνου, Παιχνίδι (ζωτικής σημασίας)

Μέλι και κεντρί – ζουν μαζί
παίζει μες στο χάος η ύπαρξη.
Παίρνω δίνω – έτσι υπάρχω
ερωτύλος – τα φτερά μου:
μιας ουσίας το μαντίλι – αραχνοΰφαντο.
Δεν με σκιάζουν τα όνειρά μου
ούτε οι άνθρωποι – μες στο μέσο, πάντα στέκω
παίρνω δίνω – τα παιδιά μου: τα φιλιά μου.
Μες στο στόμα παραδίδω
τόσο μέλι, τόσο λάδι
καλλιέργεια των πραγμάτων
ανθρωπίνων οραμάτων
(μυστικό -μην το πεις- σε κανένα).

Γρηγόρης Σακαλής, Πλανήτης

Στη Βολιβία, στα παζάρια της Λα Παζ
πουλούν κουβέρτες οι Ινδιάνοι
για να ζήσουν.

Στο Μεξικό βάζουν φωτιές
ψάχνουν ν΄ακουμπήσουν σ΄ένα νέο Τσε
κάποιον Μάρκος
βοήθα τον Παναγιά μου.
Σφίγγουν τη γροθιά 
να φάνε γλυκό ψωμί.

Στο Σιάτλ κάποιος έχει
μήνυμα στον υπολογιστή.
Είναι η φίλη του απ΄τη Βοστώνη
που νιώθει μοναξιά.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

Η ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Στην οικονομία του Θεού
υπάρχουν θάνατοι αδικαιολόγητοι
αυτοί ανεβάζουν τον πληθωρισμό
και βλάπτουν τη φήμη του

*
.
ΠΕΡΙ ΛΑΘΟΥΣ ΣΠΟΡΑΣ

Οι ενοχές που φυτεύονται
Στην παιδική ηλικία
Ανθίζουν τότε που δεν πρέπει

*
.
ΤΑ ΤΡΑΙΝΑ ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

Ο ποιητής κοιτά τα τραίνα
Και γράφει ρομαντικά ποιήματα
Για τα σύννεφα καπνού
Που αφήνουν πίσω τους
Για την ομαλή και ευθύγραμμη
Κίνησή τους, για την ταχύτητα
Που ξεπερνά τσιτάχ και γαζέλες
.
Ποτέ δεν φαντάστηκε ότι περιγράφει:
.
Μία πομπή από φέρετρα

*Από τη συλλογή “Το παιχνίδι της στάχτης”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2026.

Νίκος Εγγονόπουλος, Τρία ερωτικά ποιήματα

ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΤΟΥ ΛΕΙΠΕΙ Η ΧΑΡΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΔΩΡΗΤΡΙΑ ΠΟΘΟΥ ΚΑΙ ΓΑΛΗΝΗΣ

αφού το θέλεις
γυναίκα αρμονική κι’ ωραία
έτσι καθώς ένα βράδυ του Μαϊού ετοποθέτησες απλά κι’ ευγενικά
μιαν άσπρη ζωντανή γαρδένια
ανάμεσα στα νεκρά λουλούδια
μέσα στο παλιό — ιταλικό μου φαίνεται — βάζο με παραστάσεις
γαλάζιες τεράτων και χιμαιρών
έλα
πέσε στα χέρια μου
και χάρισέ μου
— αφού το θέλεις —
τη θλίψη του πρασίνου βλέμματός σου
την βαθειά πίκρα των κόκκινων χειλιών σου
τη νύχτα των μυστηρίων που είναι πλεγμένη μέσα στα μακρυά
μαλλιά σου
τη σποδό του υπέροχου σώματός σου

*

ΚΗΠΟΙ ΜΕΣ’ ΣΤΟ ΛΙΟΠΥΡΙ

το λευκό σώμα αυτής της γυναικός
φωτίζονταν
εκ των έσωθεν
μ’ ένα φως τόσο λαμπρό
ώστε
εδέησε
να πάρω τη λάμπα
και να την
ακουμπήσω
χάμω στο πάτωμα
που
να μπορέσουνε
οι σκιές
των δύο τόσο ευγενικών μας σωμάτων
να προβληθούν
στον
τοίχο
με μίαν ιερατικότητα βιβλική
η λάμπα έκαιε συνεχώς
— η πηγή του πετρελαίου είτανε ανεξάντλητη —
όλη τη νύχτα
την ακόλουθη μέρα
κι’ όλη την επόμενη νύχτα
χάμω στο πάτωμα
πάνω στα πλούσια
στοιβαγμένα
χαλιά
τα ωραιότερα φρούτα
τα λαμπρότερα λουλούδια
— όπου επικρατούσαν
οι πικροδάφνες
άσπρες και ρόδινες —
η ατμόσφαιρα — συμβολική — από ένα κίτρινο :
ένα κίτρινο χρυσό

*

ΕΛΕΟΝΩΡΑ ΙΙ

η νύχτα λύσσαξε στο παραθύρι
αυτά είναι — που λεν — του Διοκλητιανού τα παλάτια;
Ακολουθώ τα  ίχνη του βλέμματός σου πάνω στη θάλασσα
οι μυστικές χαρές του σώματός σου είναι ξαπλωμένες
πάνω στα βράχια στο περιγιάλι
ο ήλιος έζωσε μέσα στα μάτια τα πιο ψηλά του κυπαρίσσια
ας προσχωρήσουμε στις μουσικές των τροπικών
τ’ άυλα λόγια πόθου και πίστεως γρηγορούν
Αμαληκίται γρηγορούν
τ’ άλογα που καλπάζουν
τ’ αμάξι άφησε τώρα το δρόμο και προχωρεί στην καρδιά του δάσους
ταχύτης και αδράνεια
κόρη της Αλασίας ωραιοτική
υπερφίαλοι κι’ αλαζόνες και βέβηλοι ερασταί
— όμως ερασταί —
εδώ εγκατεστάθηκαν υδραυλικά πριόνια ανάμεσα στο χώμα
το κόκκινο και το πράσινο των πεύκων
εκεί το τέμενος της Σοφίας
πιο πέρα το γεφύρι το κάστρο η σπηλιά
που ζούμε
τα σώματά μας θα χαθούν θα σβύσουν
από μας θα μείνει μέχρι της συντελείας των αιώνων
αυτό το «σε αγαπώ» που σου ψιθύρισα  στις ώρες μας  τις πιο κρυφές

Χρήστος Διαμαντής, ένα ποίημα

4
είναι αυτό ποίημα (ερωτηματικό)

φίλοι καλοί/μου λένε
ότι τα ποιήματά μου είναι

κομπλεξικά, βεβιασμένα
συνομιλούν μόνο με άλλους
ποιητές

και άλλοι πάλι (ότι)

δεν γράφω
για τα προβλήματα

Μεταμοντέρνος/εστέτ κλπ

αλλά επειδή πιο πολύ
(και από τον θεό)

πιστεύουμε
στον ετεροπροσδιορισμό

ορίστε πώς θα πήγανε το ποιηματάκι

δουλεύεις δεκάωρο για τετρακόσια ευρώ
και στα κρυφά σκρολάρεις (και αγχώνεσαι)

αν πάτησες στον Βλαβιανός καρδούλα ή έλεος

*Από τη συλλογή “Απλότητα”,. Εκδόσεις θράκα, 2021.