Υπήρξε κάποτε ένας καιρός
που η ζωή κυλούσε ήσυχα,
απλά και αληθινά.
Τα πρωινά ξημέρωναν με το χρυσό φως του ήλιου,
όχι με τον εκκωφαντικό ήχο των εκρήξεων.
Μετρούσαμε τα όνειρά μας,
όχι τις πιθανότητες να επιζήσουμε άλλη μία νύχτα.
Ζούσαμε τις μικρές, συνηθισμένες στιγμές,
εκείνες που κανείς δεν αντιλαμβάνεται πόσο πολύτιμες είναι,
παρά μόνο όταν χαθούν για πάντα.
Δουλεύαμε.
Αγαπούσαμε.
Χτίζαμε το μέλλον μας με τα ίδια μας τα χέρια.
Το αύριο ήταν μια βεβαιότητα,
όχι ένας φόβος που διστάζαμε να αντικρίσουμε.
Ύστερα ήρθε ο πόλεμος.
Δεν χτύπησε την πόρτα.
Δεν προειδοποίησε.
Δεν έδειξε έλεος.
Εισέβαλε στα σπίτια μας,
στους δρόμους μας,
στις αναμνήσεις μας.
Και άφησε πίσω του πληγές
που δεν φαίνονται στο βλέμμα,
μα χαράζονται βαθιά στην ψυχή.
Πήρε το γέλιο από τα πρωινά μας,
τη γαλήνη από τις νύχτες μας,
και κομμάτια από την καρδιά μας
που ίσως να μη βρούμε ποτέ ξανά.
Οι νύχτες έγιναν ατελείωτες.
Η σιωπή βάρυνε.
Ο φόβος έγινε ο αχώριστος σύντροφός μας.
Κι όμως, ο μεγαλύτερος πόνος
δεν είναι η πείνα.
Δεν είναι η κούραση.
Ούτε τα ερείπια που μας περικυκλώνουν.
Ο μεγαλύτερος πόνος
είναι να κοιτάζεις ένα παιδί στα μάτια
και να ακούς μια ερώτηση
που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε ποτέ να κάνει.
«Θα ζήσουμε;»
Όταν ο ουρανός μοιάζει να γκρεμίζεται,
η καρδιά μου τρέχει στα παιδιά μου
πριν ακόμη προλάβει να κινηθεί το σώμα μου.
Τα σφίγγω στην αγκαλιά μου,
σαν να μπορούν τα χέρια μου να γίνουν κάστρο,
σαν να μπορούσε η αγάπη μου, από μόνη της,
να τα προστατεύσει από τη φωτιά που πέφτει από τον ουρανό.
Κρύβω τα δάκρυά μου.
Καταπίνω τον φόβο μου.
Φοράω τη δύναμη στο πρόσωπό μου,
γιατί μικρές ψυχές διαβάζουν κάθε έκφρασή μου.
Μα μέσα μου
μαίνεται μια καταιγίδα
που δίνω μάχη να κρατήσω σιωπηλή.
Εδώ, η δύναμη δεν είναι επιλογή.
Είναι καθήκον.
Είναι υπόσχεση.
Είναι ο σταυρός που σηκώνουμε
για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν
ότι υπάρχει ακόμη ένα αύριο.
Κι όμως…
Μένουμε όρθιοι.
Αντιστεκόμαστε, μένοντας.
Σηκωνόμαστε μέσα από τις στάχτες.
Ξαναχτίζουμε ό,τι χάθηκε
με χέρια κουρασμένα,
μα με ψυχές που δεν παραδόθηκαν.
Αντιστεκόμαστε κάθε φορά
που προστατεύουμε ένα χαμόγελο.
Κάθε φορά
που φυτεύουμε ένα όνειρο στην καρδιά ενός παιδιού.
Κάθε αυγή που ξυπνάμε
και ψιθυρίζουμε: «Είμαστε ακόμη εδώ.»
Μπορούν να γκρεμίσουν τα σπίτια μας.
Δεν μπορούν όμως να γκρεμίσουν τη μνήμη μας
Μπορούν να σκοτεινιάσουν τον ουρανό μας.
Δεν μπορούν όμως να σβήσουν το φως
που συνεχίζει να καίει μέσα μας.
Δεν ζητάμε θαύματα.
Ζητάμε αυτό που αξίζει κάθε άνθρωπος.
Μια νύχτα χωρίς φόβο.
Ένα σπίτι χωρίς πένθος.
Μια παιδική ηλικία
που δεν θα μετρά τις εκρήξεις,
αλλά τα αστέρια.
Μια μέρα
που τα παιδιά μας
θα μάθουν ξανά
τη γλώσσα των ονείρων
κι όχι τη γλώσσα της επιβίωσης.
Αυτή δεν είναι μόνο μια ιστορία πολέμου.
Είναι μια ιστορία αξιοπρέπειας.
Μια ιστορία αντοχής.
Μια ιστορία αγάπης
που επιμένει να ανθίζει
ακόμη και πάνω στα ερείπια.
Είναι η ιστορία μιας καρδιάς
που πληγώθηκε αμέτρητες φορές,
μα αρνείται να λυγίσει.
Μιας καρδιάς που,
παρ’ όλα όσα έχασε,
συνεχίζει να χτυπά.
Και όσο χτυπά,
η ελπίδα παραμένει ζωντανή.
*Επιμέλεια και μετάφραση στα ελληνικά: Lale Alatli