Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ
Δε θα ‘μουν είκοσι
Όταν πέρασα το κατώφλι
Σ’ εκείνο το ερείπιο στη Λήμνου
Στην προσμονή να μάθω
Τα καμώματα του μέλλοντος
Τι με περίμενε
Και ποια αγάπη τάχα με καρτερούσε
Σ’ εκείνο το χαμηλό ρημάδι όπου έμενε
Σαν την κυρα-Γραφτώ η γριά μαγίστρα·
Και τα στοιχειά
Χτυπούσαν τα παράθυρα τις νύχτες
Και τα μικρά παιδιά πετροβολούσαν
Τα κεραμίδια της τα μεσημέρια
Και στην αυλή της πότιζε γλάστρες
Με αλλόκοτα φυτά·
Από το υστέρημά μου ν’ ασημώνω
Και ν΄ ακούσω
Ν’ ακούσω ο τυφλός
Αλήθειες σαν ψέματα
Γλυκά παραμύθια στο κατακάθι του καφέ·
Και έζησα χρόνια πολλά στην περιπλάνηση
Ποτά τσιγάρα και ατέλειωτα ξενύχτια
Μέσα στις ηδονές της σάρκας
Σε στέκια ακοτεινά και ανήλιαγα βουλιάζοντας
Όπου βρήκα γυναίκες που μ’ αγκάλιασαν
Αλλά καμιά ν’ αγαπήσει το σαρκίο μου
Φίλους που με πρόδωσαν
Με πούλησαν
Με μαχαίρωσαν
Για τα λίγα κέρματα του κέρδους
Για μια φτηνή ιδέα
Νεράιδες που μου πήραν τη φωνή
Ή με γέλασαν με το μαντίλι τους
Σκιές που άφηναν τους τοίχους
Για να με στοιχειώσουν
Να με τρομάξουν
Σαν τύψεις κοφτερές σαν Ερινύες
(Που ακόμη με κυνηγούν χαχανίζοντας
Ενώ εκεί ψηλά ξεκαρδίζονται οι θεοί σε θρόνους
Πίνοντας στην υγειά τους
Το νέκταρ της δικής μου χαράς·)
Όλα αυτά τα θυμάμαι τώρα
Και άλλα τόσα
Που διστάζω να γράψω
Σε πόση λάσπη μπορεί να κυλήσει το σώμα
Μόνο για να κερδίσει μια νύχτα
Την όμορφη γύμνια μιας γυναίκας·
Τώρα λοιπόν πριν σαραντίσει
Και αρχίσει να γερνά αυτό το σαρκίο
Γιατί η ψυχή γέρασε πια
Μέσα σε ξένους καθρέφτες
Θα γυρίσω ανάποδα την κλεψύδρα
Θα ζήσω απ΄ την αρχή
Να με ξεχάσουν για πάντα όσοι με γνώρισαν
Και ο άλλος μου εαυτός να φανερώσει
Το φως που κρύβει χρόνια στην καρδιά του·
*
Η κυρα-Γραφτώ
Αν μπορούσα στ’ αλήθεια να δω
Σαράντα χρόνια μπροστά μου
Θα γύριζα πίσω και θα τ’ άλλαζα όλα
Να ξαναδώ τα κατακάθια στον πικρό καφέ
Τις τεθλασμένες γραμμές στο χέρι μου
Και τη μισότυφλη γριά να ψιθυρίζει
Με χαμηλή φωνή τις προφητείες της
(¨Όλες οι πόρτες θα κλείσουν και να, εδώ κοίτα,
Μια σπουδαία θα διαβείς και φωτισμένη·
Τώρα πια φαντάζομαι πως θα εννοούσε
Την πύλη που περνούν οι ζωντανοί
Μόλις πεθάνουν)· απ΄ όταν τη βρήκε το γραφτό
Πρέπει να πέρασε καιρός
Αλλά και τότε ζούσε
Σα να στοίχειωνε το ρημαδιό της·
Έμενε Λήμνου και -δε θυμάμαι ποια γωνιά-
Όπου σπάνια την έβλεπες τη μέρα
Να ξεφυτρώνει ή να μιλάει με τις γειτόνισσες
Που σκιάζονταν τη φήμη
Ότι μαζεύει αερικά τις νύχτες και διαβόλια·
Εκείνος όμως ο γέρος με την τριμμένη του τραγιάσκα
Πάντα στο ίδιο παγκάκι καθισμένος
Έλεγε άλλη ιστορία
Ίσως αληθινή ίσως φτιαγμένη
Ότι η κυρα-Γραφτώ είχε έρθει απ’ τη Σμύρνη κλαίγοντας
Μετά τη μεγάλη σφαγή
Όπου έχασε όλες τις ψυχές της
Και μόνο τη δική της γλύτωσε απ’ το λεπίδι·
Τη θυμήθηκα πάλι
Σ’ αυτό το μπερδεμένο μεσοστράτι
Καθώς νομίζω (θέλω να βρω μια άλλη πίστη)
Ότι ξεγέλασα για κάμποσο καιρό το θάνατο·
*Από τη συλλογή “Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες], εκδόσεις στίξις, Αθήνα 2022.











