ένα έτσι, κανένας ιδιαίτερος λόγος

Φωτογραφία: Leonard Freed

ποτέ δεν θυσίασα την έμπνευση
για να πετύχω κάτι άλλο
από την χαρά του να αιωρείσαι

έστω και πρόσκαιρα πάνω από το κενό

δοκίμασε μια ακόμη φορά
να πεις αυτό που πραγματικά εννοείς
με έναν τρόπο που να σημαίνει κάτι

όχι άλλους επιτηδευμένους αντιπερισπασμούς
χάριν μιας αλλοτινής οικειότητας
όχι φλύαρους συναγερμούς
καταμεσής της οριζοντιότητας

η σιωπή είναι ένα κάλπικο νόμισμα
και το ποτάμι αφρίζει γελώντας
τα κόκαλά μου
μια λήθη πανοραμική
πέφτω στα γόνατα για να σε σώσω

πέφτω στη γη
για να υπάρξουμε
ότι επιστρέφει έρχεται
πάνω σε ράγες που τρίζουν

ακολουθώ μες στο πλήθος
που φωνάζει κάτω από το μπαλκόνι μου
χωράμε τόσο εύκολα
στο τίποτα που σπαράζει

δεν μπορώ να κοιτάξω πίσω
από τον ώμο μου
χάσκει
ένα αιμάτινο χάος
άνθρωποι που δεν ήταν
ποτέ ξανά

*Σχετικός σύνδεσμος: https://enaetsi.wordpress.com/2026/10/15/κανένας-ιδιαίτερος-λόγος/#like-9645

Γιάννης Ευαγγέλου, Τρία ποιήματα

Mαχνοβτσίνα

Τραγουδάμε για εκείνους τους αναρίθμητους ξεχα-
σμένους της μοίρας
που δεν βασανίστηκαν στις φυλακές,
που δεν σκοτώθηκαν στα μπλόκα,
που δεν πολέμησαν για κανέναν,
που πάντα λιποθυμούσαν στη θέα του αίματος.

*

Οι καλογυαλισμένοι

«Δεν έχετε δουλέψει ακόμα, είστε καλογυαλισμένοι. Δεν
γίνεται έτσι επανάσταση, με τις κουβέντες, με τα λεφτά
του μπαμπά και με τα πανεπιστήμια. Πρέπει να βγάλουν
ρόζους τα χέρια σας.»

*

Κάτω από το εικόνισμα

Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης το είχε ονομάσει το καφενείο.
Συρρέαμε όλοι εκεί κάθε πρωί, κάθε απόγευμα, κάθε βράδυ.
Και τον βλέπαμε πάντα καθισμένο σε μια άκρη του μπαρ,
κάτω από το εικόνισμα του Μπακούνιν,
να δίνει εντολές στους σερβιτόρους
και να μας μιλάει για την επανάσταση.

*Από το βιβλίο “Μαχνοβτσίνα – Τριάντα σημειώσεις”, εκδόσεις διάπυροΝ, Νοέμβριος 2013
.

Μαρία Κασσιανή Πανούτσου, Ερωτική ποίηση

ΤΡΙΛΟΓΙΑ

Ο κρυφός γάμος
ή
αναζητώντας μια σκιά κάτω από έναν θάμνο
με το επικό όνομα

caryopteris incana ‘jason’ sunshine blue*

Under a bush, a buss is given*

Καθώς αναλογίζομαι την παντοδυναμία του χρόνου
η καρδιά περπατά έξω από μένα
σε γυρεύω πως όχι;
αφού εσύ μ’ αγκαλιάζεις και εσύ με φιλάς.

Ο καιρός των τσιγγάνων πέρασε άδοξα
ας μην περιμένουνε κάτι από αυτό που έφυγε
μόνο έλα να ζήσουμε μαζί έτσι απλά μαζί.

Το τριφύλλι ποια εποχή φανερώνεται;
εμένα πως με ονόμασες μέσα σου;
τι είπες κρυφά τις νύχτες που όμοια τρελός
γράφεις ένα ποίημα σάβανο και ύμνο μαζί;
να δεχτούμε την ασύλληπτη βεβαιότητα των ανθρώπων;
Πως όλα περνούν, όλα μάταια, όλα έχουν ένα τέλος;

Τι φρίκη αυτή η μονοτονία των απόψεων.
Εσύ εδώ μαζί μου, την ζωή ενός σύννεφου
εσύ εδώ με μένα για την αρχή των πάντων
πώς ένα πουλί πληγωμένο
εσύ εδώ με μένα, ξεριζώνουμε ότι βλαβερό
το άπειρο, τον ίδιο τον θεό,
μέσα απ’ τα κορμιά μας
κάθε σπασμός ένα αντίο ανεπιθύμητο
γι’ αυτό ας πλαγιάσουμε
όπως ειρηνικά κάθε πουλί
στα κλαδιά των δένδρων
έτσι τρυφερά και αθώα
κουλουριάζεται.

Ο κόσμος γυροφέρνει
χρόνο
μειωμένο από τις μνήμες και καταστροφές
ο κόσμος ανοίγεται μπροστά μας με πένθος
της χαράς οι στιγμές
ίδιος ήλιος σε λαμπερό
ουρανό αρπάζουν ό,τι σκοτεινό
και το τυλίγουν σε ένα ξεχασμένο έγγραφο
ας ενωθούμε μέχρι να περάσουμε
μαζί, στην άλλη όχθη
σ’ αυτή που την λένε αθανασία
αφού με την καρδιά μας γράφουμε τους όρους
ποτέ χωρίς εσύ και εγώ
κάθε στιγμή που είσαι μακριά μου
λέω, ανάθεμα στους μύθους του κόσμου
που λατρέψαμε
και αφήσαμε ανοχύρωτη την δική μας πόλη
το σώμα σου σε μένα άφησέ λοιπόν
νεκρό ή ζωντανό
και την ψυχή σου
εδώ την έχω κρατημένη.

Οι λέξεις που ειπώθηκαν σε όλους τους αιώνες
δεν φτάνουν να λιγοστέψουν την πείνα μου
για τον βηματισμό των πελμάτων
σου δίπλα στα δικά μουποια ευχή και ποια κατάρα μας συνοδεύει.

Εσύ είσαι ένα πουλί, που πάτησε
στην παλάμη μου
ένα χάραμα δροσερό μιας μέρας,
δεν θυμάμαι την εποχή
-τι σημασία έχει-
στάθηκε και κοίταξε την μορφή μου
με την λοξή του
την ματιά
τσίμπησε για λίγο
το ζεστό δέρμα της παλάμης
αφήνοντας ένα φτεράκι γκρι
ένα ανύπαρκτο σημάδι
και ένα φευγαλέο βλέμμα.

Ένα χαρτί λευκό λίγο τσαλακωμένο.
Η πέννα και η μυρωδιά από το μελάνι.
Και αρχίζω να σχηματοποιώ τα γράμματα.
Γεμίζω το χαρτί και μια χαρά ξεχύνεται.

Τα λόγια σου έχουν την ίδια δύναμη
με τις πράξεις τις ιερές του κορμιού σου.

*

Τα του σύμπαντος είναι όλα μια σημαία άσπρη

Τριλογία

Ο Θεός

η αγκαλιά μου ανοίγει σαν ένας πάνλαμπρος κάμπος,
εκεί διακλαδίζεται σαν ένα χταπόδι τεράστιο, ένα δένδρο
με τις γειτονικές του ρίζες, να αγγίζει ένα ποτάμι θωλουρό

η αγκαλιά μιλάει για τους Ωρωπούς
το δένδρο, για την γη
και το ποτάμι, για την ιστορία

οι ρίζες χάνονται μέσα στου χώματος την μουντάδα
και εκεί, σμίγουν πλάσματα χωρίς όνομα
εκεί κι’ ο θεός κρυμμένος, ξεκουράζεται

Ο γείτονας

οι ήχοι από καρέκλα που μετακινείται
η πόρτα πόσες φορές ανοίγει και κλείνει
ένα βράδυ άκουσα ένα κλάμα
ένα άλλο βράδυ άκουσα τους βόγκους
δεν ξέρω αν ήταν από πόνο ή από τον πόνο του έρωτα
ένα άλλο βράδυ με ξύπνησαν οι φωνές τους
άκουσα όλο τον καυγά
ευχάριστες μυρωδιές φτάνουν σε μένα
αναγνωρίζω όλο το μενού της βδομάδας
σηκώθηκα και ήπια καφέ θυμήθηκα έναν δικό μας καυγά
άφησα την γνώση μου παρακαταθήκη σε εκείνη την γειτονιά
θα με θυμούνται για πολύ καιρό
δεν θυμάμαι τι έλεγα,
όπως και δεν θύματα τι έλεγαν οι γείτονες εκείνο το θλιβερό βράδυ
έμεινε, εκείνη η ένταση, εκείνοι οι τόνοι της απελπισίας

Το παιδί

Η μυρωδιά του παιδιού, η μυρωδιά του παιδιού
Η υγρασία του στόματος, η υγρασία του στόματος
Το άνοιγμα των ματιών, το άνοιγμα των ματιών
Η ταχύτητα, η ταχύτητα, η ταχύτης
Η χάρις του σώματος, η χάρις του σώματος,

*

Συνύπαρξη με έναν άγνωστο (α, β, γ)

Έλα τώρα, λύτρωσέ με από τον βαρύ
καημό, κι όσα ποθεί η ψυχή μου
να γίνουν, τέλεσε, κι η ίδια εσύ
σύμμαχος γίνε.
Σαπφώ

α΄

απ’ το αυλάκι των δαχτύλων μου
προβάλλει το σκοτάδι των ματιών σου
ίδρωτας και νεκρά κύτταρα
κι’ η μυρωδιά του δέρματος

ανοίκειος είσαι καθώς πλησιάζεις αργά
και τόσο οικείος όταν απομακρύνεσαι
αυτό το τρελό παιχνίδι εντυπώσεων
το μάθαμε καλά στης θλίψης τα μονοπάτια

αν εμποδίζεις τα χέρια μας να ενωθούν
να γίνουν ζυμάρι από λατρείας φως,
μην περιμένεις η αυγή να φέρει ευλογία
ούτε να πεις λόγια καρδιάς

είναι τα σύννεφα χωρίς νερό
και ασπρουδερά και η νύχτα τα σκορπίζει
μα είναι ο κόσμος μου εσύ,
και εγώ ο δικός σου κόσμος

εσύ να φέρεις το νερό, εσύ και τον καρπό να σπείρεις
είναι τα βήματα κοντά και η αγάπη θεία
είναι και ο φόβος μου τραχύς
και μην τόνε σκλαβώνεις

β΄

ας μιλήσω σήμερα για το φως
το έπος της ανατολής
για την τελεσφορούσα ένταση
για την ολοκλήρωση και το θαύμα

ας μιλήσω σήμερα για τον ιδρώτα της δημιουργίας
για την λαχτάρα της ένωσης
κλείνω όλο το σύμπαν ανάμεσα σε δυο αγκύλες
μια παρένθεση και μέσα η περίληψη της ζωής μου

πόσοι άνθρωποι χωράνε στην καρδιά μου,
θα στριμώξω άλλους τόσους,
όσους αγαπούν το άνθρωπο που κρύβω,
πίσω από την μορφή μου

γ΄

η φιγούρα σου με ακολουθεί καθώς σκεπτική εγώ
μαθαίνω την δική σου γλώσσα όχι για
να μείνω ερεθισμένη
αλλά για να κλείσω μέσα στην λαχτάρα μου την σκιά σου

Συλλογή 2018-2020 Αθήνα
Σε εξέλιξη.

Η ερωτική ποίηση που γράφω δεν εκφράζει απαραίτητα έναν συγκεκριμένο έρωτα, αλλά την ερωτική συνείδησή μου, όπως την έχω διαμορφώσει. Διαμορφωμένη από βιώματα, μνήμες, φαντασία, αρχέτυπα και μύθους. Ο άλλος είναι η αφορμή και σπάνια το πρόσωπο που λατρεύεται. Ο έρωτας στην ποίηση δεν είναι υποχρεωτικά πραγματικότητα αλλά για μένα είναι η δημιουργική μεταμόρφωσή της σε τέχνη, σε αισθήματα που περιγράφονται ανεξάρτητα από τον άλλον. Αυτός είναι ο δικός μου τρόπος να προσεγγίζω την ευάλωτη και ιερή πλευρά αυτή, του ανθρώπου.
Μαρία Κασσιανή Πανούτσου

Σημ.
Caryopteris incana: Καρυόπτερις η γκρίζα (επιστημονική ονομασία του φυτού, γνωστό και ως «μπλε γένι» ή γαλάζια σπειραία).

‘Jason’ Sunshine Blue: Είναι η εμπορική ονομασία της συγκεκριμένης ποικιλίας (cultivar), η οποία διαθέτει χρυσαφένιο-κίτρινο φύλλωμα (Sunshine) και έντονα μπλε άνθη. Συνήθως οι ονομασίες των ποικιλιών δεν μεταφράζονται.

Η Under a bush, a buss is given: Κάτω από έναν θάμνο, δίνεται ένα φιλί.
Η λέξη buss είναι μια παλαιότερη ή ιδιωματική αγγλική λέξη που σημαίνει «φιλί».

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Βαρκελώνη

V

Μέσα σε τούτη τη σπηλιά
καίω τις τελευταίες μου προθεσμίες
δακρύζοντας απ’ τούς καπνούς.
Κλεισούρα κρύο στην ψυχή επέτειος δίχως δόξα
— πώς πάνε οι άλλοι έτσι κατάστηθα στον θάνατο
πώς πνίγονται έτσι στ’ ανοιχτά;

Εγώ σταμάτησα την πολιορκία
ζεματισμένος απ’ το λάδι — παραμορφωμένος
δεν με γνωρίζουν πια οι εχθροί μου μήτε οι φίλοι μου

(θα χαρίσω το κράνος μου στα παιδάκια
να κουβαλούν άμμο και θάλασσα
χτίζοντας πολιτείες εφήμερες
ανάμεσα στα Ι.Χ. και τούς χοντρούς τουρίστες).

*Από τη συλλογή «Υπό ξένην σημαίαν», ππου περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Ποιήματα 1962-2018», εκδ. Πανοπτικόν 2020.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η απραγία είναι θάνατος

Να ξεπερνάς τον χρόνο είναι τρέλα
οι τροχιές σου διαταραγμένες
διασπούν τα βήματά σου
οι ανάσες στοιχειώνουν
τα μεσημέρια κάνει κρύο
αλλά γύρω σου όλα καίνε
η πορεία προς τον αφανισμό καθοριστική
η απραγία κόντρα στον χρόνο είναι θάνατος

Λεωνίδας Καζάσης, Εκείνο που εθαύμασα, εδιάβασα, ορεγόμουν,ποτέ δεν το εχάρηκα όπως ονειρευόμουν

Όταν γυναίκες φιλιούνται μεταξύ των,
το σύμπαν ριγεί δακρύζοντας!
Οι άνδρες που συνωστίζονται,
αγγίζοντας στέρνους ασκημένους,
ο εις τον άλλον διερχόμενοι,
μία δύναμη επιθετική πάλι υπηρετούν,
που, την αισθητική, την αισθησιακή ανταγωνίζεται,
χωρίς ποτέ να τις νικά,
όπως η θήλεια, θηλυκή αβρότης η βελούδινη,
την αισθητική, την αισθησιακή, γητεύοντας, αφομειώνει, κατακτά!
Ο άνδρας, που, άγαρμπος, απηνής, αδέψητος μειονεκτεί,
την θηλυκή πληρότητα τής αισθητικής, τού έρωτος θα επαιτεί.
Το θήλυ, ζηλεύοντας, θα στραγγαλίζει!
Όταν επιτίθεμαι, σπάθα προτάσσω προθέσεων ωφελείας κοινής.

Μάρκος Μέσκος, Χειμώνας

Έτσι όπως γίνεται κάθε χρονιά:
Πρώτα οι βροχές,
οι μοναχικοί λωτοί στα ολόγυμνα δέντρα,
οι κάργες που μαλώνουν το πρωί πάνω στα πλατάνια
κι η ομίχλη που βοηθάει το κυνήγι της αλεπούς,
ενώ οι βροχές συνεχίζονται
ατέλειωτα βουβές
καθώς λυγμοί ενός μικρού παιδιού που κλαίει
κάποια γενναία του πράξη ή κάποια μετάνοια…
Έτσι όπως γίνεται κάθε χρονιά:
Πρώτα οι βροχές κι ύστερα το χιόνι
-χινόπωρο λες και κατεβαίνει ένα κοπάδι πρόβατα μια γυμνή πλαγιά
οι κότσυφες και τα σπουργίτια που ζητιανεύουνε σφυρίζοντας
ένα σπυρί στην πατημασιά του ανθρώπου,
ο μουτρωμένος ουρανός κι η παγωνιά
που ημερεύει απ΄ τη φωτιά κι από το παραμύθι,
το παραμύθι της στιγμής που πέρασε…

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Καινούργια Εποχή”, χειμώνας 1956 με το ψευδώνυμο Κούλης Αυγερινός.

Yvan Goll, Ο θάνατος του ποιητή

Σκουριάζουν τ’ άστρα
Οξειδωμένα από την παγωνιά
Βρέχει παντού, κι εκεί κι εδώ
Ο άνεμος σκορπά πουλιά κομματιασμένα
Και φωνάζει –
Παγωμένη σαν κρατήρας στο φεγγάρι
Είν’ η καρδιά μου
Τα μέλη μου παγώνουν
Καθώς βαδίζω προς το σύμπαν.

*Mετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης.

Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Surgeons must be very careful
When they take the knife.
Underneath their fine incisions
Stirs the culprit, life. Emily Dickinson

Μόνο με την παράδοση γίνεται οτιδήποτε,
μόνο με την εγκατάλειψη.
Αφήνοντας τα τραύματα, τις επαφές,
τις μνήμες να καρποφορήσουν στο Διηνεκές.

Τρέμοντας στην πολυθρόνα, βλέποντας
παλιές σκουρόχρωμες Ελληνικές ταινίες.
Καλλιεργώντας μιαν ήρεμη θλίψη,
η απογοήτευση άνθισε πάνοπλη.

Εγκαταστάθηκε-συσσώρευση υλικών εκεί έξω
στην αυλή της εμπειρίας-τη σκοτεινή ετούτη-
όχι, δεν με συντρίβει όπως νόμιζα
όταν δεν ήξερα ο πλούτος τι σημαίνει-

*

ΟΛΟ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ

Όλο το Άγνωστο, όλο το Απροσδόκητο
συσσωρευμένο πάνω μου.
Βολευόμαστε όπως μπορούμε.
“La Complaisance dans le Malheur.”

Προέρχονται διαμάντια μέσα από οδυνηρές συμπιέσεις.
Μες στην Παγίδα χωμένος.
Έξω φυσάει αέρας.
Κλεισμένος μέσα μου.

Βελτιώνονται οι ρυθμοί, βελτιώνονται οι λέξεις,
οι αρμονίες, το ζητούμενο.
Δεν προσπαθώ, ρέει από μόνο του.
Έξω από μένα.

Αντιμέτωπος με τη λευκή σελίδα.
Ξύπνησα. Κατόρθωσα.
Μικρές κοφτές φράσεις.
Στο τέλος μόνο λέξεις, ρήματα.

Ότι θυμάμαι έρχεται πίσω. Γυρίζει πίσω.
Με θυμάται. Εκείνο που ήξερες.
Το εργόχειρο. Μην το κόβεις.

Περιπατητής, δίπλα στα μαγαζιά, ηλιόλουστα,
Αναζητάς ή απλά απολαμβάνεις.
Ξαναγύρισα αλλά δεν βρήκα τίποτα.
Εκείνο το σπίτι που μου άρεσε λιγάκι,
που ταίριαζε λίγο πολύ με τη θλίψη μου.

Κι εκείνοι οι γεννήτορες οι καταραμένοι,
οι καταπιεστικοί, οι στερημένοι,
μου στέρησαν και μένα τη ζωή , τη χαρά, την ολοκλήρωση.
Τη συνέχεια της Ύπαρξής μου. (Going on Being).
Και ξαναζωντάνεψε η καταδίκη.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα 2009-2013”.

Σταύρος Καμπάδαης, Δύο ποιήματα

ΜΑΡΙΑ

Mια ελιά στο λαιμό,
είναι
κληρονομιά
από τη γιαγιά.
Ένα άλλο
σημάδι στο πόδι,
χαρισμένο
από τον παππού.
Το πρόσωπο
στο στήθος
δεν σου ανήκει,
είναι ανεξίτηλο
από βελόνι,
η αυτόχειρας καρδιά
όμως
δεν είναι
δική μου
είναι μόσχευμα
δικό σου.

*

ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ

Όπως οι τρύπες
των αυτιών σου
που κλείσανε,
έτσι
οι μελωδίες μου.
Ασφαλισμένες
στο σεντούκι τους,
μου κλείνουν
το μάτι μόνο κάποιες
Παρασκευές απογεύματα.
Στην αρχή νόμιζα
ότι με γουστάρουν,
μετά κατάλαβα ο αβρός
ότι έτσι σκοτώνουν.
Τα σκουλαρίκια
που θα φορέσεις
για να ξανανοίξουν
οι τρύπες,
κοίτα να είναι αληθινά
αλλιώς
θα πάθεις
πάλι μόλυνση.

*Από τη συλλογή “Διαπόμπευση, εκδ. Βακχικόν, β’ έκδοση, 2013.