Αργυρώ Αξιώτη, Τρία ποιήματα

ΚΟΜΠΟΙ

Ο πατέρας ξέμπλεκε τις αλυσίδες.
Φορούσε τα γυαλιά του.
Έβρισκε την άκρη
ανάμεσα σε κρεμάστρες σιδερώστρας
τσακίσεις και ατμούς.

Φρεσκομπανιαρισμένα εμείς
χτενισμένα
με τα καλά μας ρούχα
με τα γυαλισμένα παπούτσια.
Η μάνα τις περνούσε στο λαιμό μας.
Χρυσαφένιες ήταν με σταυρούς βαφτιστικούς.

Κάθε φορά στη θέση τους.
Κάθε φορά μπλεγμένες.
Κι εμείς κάθε φορά καθώς έπρεπε
με τα ευχαριστώ και τα παρακαλώ στο στόμα.

*

ΚΑΤΑΓΩΓΗ

Ενισχυμένη τσιμεντόπλακα
δυο όροφοι με επεκτάσεις
μπαλκόνι στη θάλασσα
σκάλες γυριστές
πλυσταριό πατάρι υπόγειο
ρούχα στην ταράτσα
εικονοστάσι
τζάκι τετράγωνο
πλακάκια μάρμαρα
αρμοί αλφαδιασμένοι
στον ήλιο.

Στο μπάνιο λιποθύμησα
στο πρώτο σκαλί χάραξα το μέτωπο
μια πόρτα έπιασε τα δάχτυλα
τα μάτια στο πιάτο
στα θεμέλια πήλινα θραύσματα.
τις νύχτες άκουγα
αίμα κόκκινο κόκορασ που κράζει
βήματα διωγμένων.

Βγαίνοντας
άφησα τη σιδερένια αυλόπορτα ανοιχτή.
μα το σπίτι εκεί
ούτε δύο βήματα δε μ’ ακολούθησε.

*

ΚΙΝΙΝΟ

Κληρονομιά
γραμμένη στη φόδρα από τις φούστες μας
μετρημένη σε λόγια σκληρά
σε βλέμματα άγρια.

Η Δενείχετιποτα να δώσει
πέτρινο στήθος
χέρια παχιά
η Πουτοπαράκανε
κόβοντας κομμάτια τη σάρκα της
σ’ ανίερο τάισμα.
η Ανδενδώσει χάνεται
και η Δεθαμπειποτέ σε τέτοιο νταλαβέρι.

Καθεμιά παράπονο κλειστό.
μαμιά γνώση άδωρη.
στον καιρό τους πορεύονται ρωτώντας
τα τι και τα πως ξηλώνοντας
και ράβοντάς τα πάλι.

*Από τη συλλογή “τρύπα στο πάτωμα”, εκδόσεις των άλλων, 2021.

Βασίλης Κουντζάκης, Τρία ποιήματα

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΘΑΛΑΜΟΣ

Γεωμετρία συνείδησης
ανεπάγγελτη ομορφιά
ιδρωμένη, ακούραστη νύχτα
σε δένει στα πιο παράξενα στέκια
κοιμάσαι κατάχαμα
μετρώντας πρωτόγνωρες, άβολες στάσεις

μακριά από πλήθη
έχει τελειώσει η μουσική
φωνές και θόρυβοι γλιστράνε
στην μυστική χοάνη του χρόνου

*

ΟΜΟΙΟΜΟΡΦΙΑ

Μυθοποίηση μιας εποχής
μουχλιασμένο χαλί, ίδιο ποτήρι
μνήμη ολοένα πιο ασαφής
κρυφά περάσματα της νύχτας·
αόρατα σχέδια πάνω σε τοίχους
έξω, ο χρόνος, τα σκοτεινά σώματα, η ροή της νιότης,
πρακτορεία, σταθμοί, ερημιά.

Αέρας τρυπώνει κάτω από τα φύλλα
μπλέκεται στους κισσούς
μια ήρεμη, πρωινή θάλασσα
ξεπλένει το συσσίτιο της σάρκας.

*

ΔΡΟΜΟΣ

Φωνές αδειάζουν τις αίθουσες
χύνονται στα στενά, στις παρόδους.
Λέξεις κλεισμένες μέσα σε λέξεις.
Σκιές παίζουν με μικρά αντικείμενα.
Ακολουθείς τη σάρκα
ακολουθείς χωρίς σκέψη το σύννεφο
που απλώνεται ατέλειωτα
στο ουράνιο τέμπλο.

Το σκυλί κοιμάται στο χώμα
πέτρες ακουμπισμένες η μία πάνω στην άλλη
σαν γλυπτό στέκουν στο βάθος
μένουν πίσω, μικραίνουν

το φως λιγοστεύει

η γραμμή χάνεται μακριά.

*Τα τρία αυτά ποιήματα τυπώθηκαν σε πλακέτα με τον τίτλο “Μνημεία επαφής”, τον Ιούλιο του 2023 με την επιμέλεια των εκδόσεων Negroponte, σε μια έκδοση εκτός εμπορίου.

Peter Handke, Ποίημα για τη διάρκεια (απόσπασμα)

“Tage wjährts, jähre dauerts”*:
Γκαίτε, ήρωά μου
και μάστορα του αποφθεγματικού λόγου,
το πέτυχες ακόμη μια φορά:
η Διάρκεια έχει να κάνει με τα χρόνια, με τις δεκαετίες,
με τον χρόνο της ζωής μας, η Διάρκεια είναι το αίσθημα ζωής.

Περιττό ίσως να ειπωθεί,
ότι δεν τελειώνει η Διάρκεια
των καθημερινών καταστροφών,
των επαναλαμβανόμενων αντιξοοτήτων,
των αναζωπυρωμένων μαχών,
της καταμέτρησης των θυμάτων.
Το όπως πάντα αργοπορημένο τρένο,
το αυτοκίνητο που ακόμη μια φορά σε περιέλουσε
με τα βρομόνερα μιας λακούβας,
αυτός ο αστυνομικός με το μουστάκι
που με το δάχτυλο σου κάνει νεύμα να περάσεις
στη θέση του κόντρα ξυρισμένου χθεσινού,
οι μορχέλες που κάθε χρόνο επιστρέφουν
σε άλλη μεριά στο ξέφωτο του κήπου,
το καθημερινό πρωινό γάβγισμα
του σκύλου του γείτονα,
οι παιδικές χιονίστρες,
που κάθε χειμώνα σε ξανατρώνε,
τα ίδια πάντα όνειρα τρόμου
για τον χαμό αγαπημένων,
η αιώνια ξαφνική αποξένωση
ανάμεσα σε δύο αναπνοές,
η δυστυχία του επαναπατρισμού
μετά από ταξίδια εξερευνητικά του κόσμου,
αυτές οι μυριάδες προσδοκούμενων θανάτων
μέσα στη νύχτα πριν απ’ την πρώτη λαλιά πουλιών,
η καθημερινή είδηση για τρομοκρατικό χτύπημα από το ράδιο,
το, καθημερινά από αυτοκίνητο, χτυπημένο σχολιαρόπαιδο,
τα καθημερινά κακά βλέμματα των αγνώστων:
όλα αυτά δεν περνάνε με τον χρόνο
-δε περνάνε ποτέ, ποτέ δε θα τελειώσουν,
εν τούτοις δεν έχουν καμία δύναμη Διάρκειας,
δεν ακτινοβολούν τη θερμότητα της Διάρκειας,
δεν έχουν την παρηγοριά της Διάρκειας.

Αναγκαίο επίσης να διαχωρίσουμε:
ακόμη και της στιγμής τα πιο μεγάλα θαύματα,
δεν είναι αυτά που παράγουν
το χαροποιό, το ήσυχα δυνατό Διαρκές.

Χούμπερτ και Φέλιξ, όταν το περασμένο καλοκαίρι
πλέαμε κατά μήκος των τουρκικών ακτών,
αγκυροβολήσαμε σε ένα μικρό όρμο
και βγήκαμε με μια λαστιχένια βάρκα στην ακτή.

Ήταν, όπως ολόκληρες τις δύο βδομάδες,
μια ανέφελη ζεστή, με ελαφρό αεράκι, μέρα,
και οδοιπορώντας πάνω στην πλαγιά ενός γειτονικού λόφου
βγήκαμε στο γειτονικό όρμο

(Συνεχίζεται)

*Αυτή η χρήση του Γκαίτε συναντάται σε ένα ποίημά του με τον τίτλο “Για τη Σουλάικα”. Αφορμή γι’ αυτό ήταν ο έρωτάς του για την, κατά τριάντα πέντε χρόνια, νεότερή του Μαριάννε Γιουγκ, όταν ο ίδιος ήταν ήδη εξήντα πέντε ετών. Την γνώρισε στο σπίτι του πλούσιου φίλου του, τραπεζίτη Γιόχαν Γιάκομπ Βίλεμερ, του οποίου η Μαριάννε ήταν ψυχοκόρη. Απίστευτος για τα σημερινά ήθη είναι ο τρόπος απόκτησής της δι’ αγοράς από τη μητέρα της, στην ηλικία των δεκαέξι ετών. Το 1814 άναψε ένας έρωτας μεταξύ τους, ο οποίος έγινε αφορμή ενός διαλόγου σε ποιήματα που όμοιός του δεν υπάρχει στη γερμανική λογοτεχνία. Το 1815 ο Γκαίτε αποφασίζει να δώσει τέλος, φοβούμενος επιπλοκές. Ο τραπεζίτης παντρεύεται τελικά ο ίδιος την Μαριάννε την ίδια χρονιά. (Σημείωση της μεταφράστριας)

**Peter Handke,“Ποίημα για τη Διάρκεια”, Εκδόσεις Βακχικόν, Ιούλιος 2020. Μετάφραση: Ιωάννα Διαμαντοπούλου.

*Το πρώτο απόσπασμα από το “Ποίημα για τη διάρκεια” δημοσιεύτηκε εδώ: https://tokoskino.me/2020/11/08/peter-handke-από-το-ποίημα-για-τη-διάρκεια/

Idea Vilariño, Γράφω, σκέφτομαι, διαβάζω…

Γράφω
σκέφτομαι
διαβάζω
σελίδες μεταφράζω είκοσι
τις ειδήσεις ακούω
γράφω
γράφω
και διαβάζω.
Πού είσαι, πού.

*Μετάφραση Έλενα Σταγκουράκη

Diane di Prima, Χρονολόγιο

Σε αγάπησα τον Οκτώβριο

όταν κρύφτηκες πίσω από τα μαλλιά σου

κι οδήγησες τη σκιά σου
στις γωνιές του σπιτιού

και τον Νοέμβριο εισέβαλες
γεμίζοντας τον αέρα
πάνω από το κρεβάτι μου με όνειρα
και κραυγές για κάποια βοήθεια

το εσωτερικό του αυτιού μου

το Δεκέμβρη κράτησα τα χέρια σου

ένα απόγευμα το φως σώθηκε
επανήλθε
μιαν αυγή στην ακτή της Σκωτίας
με σένα να μας τραγουδάς στην ξηρά

τώρα είναι Γενάρης, ξεθωριάζεις

μες στις διπλές πόρπες σου πάνω στην κάπα του, η σκιά σου στο χιόνι,

γλιστράς μακριά πάνω στον άνεμο, ο κρυστάλλινος αέρας

μεταφέρει τα καινούργια τραγούδια σου αποσπασματικά μέσα από τα παράθυρα

των λυπημένων, ψηλών, χαριτωμένων δωματίων μας.

*Μετάφραση: Άννα Νιαράκη.

Georg Trakl, Η νεαρή υπηρέτρια

Η φωτογραφία πάρθηκε από εδώ: https://dammerung.substack.com/p/dark-autumn-returns-by-georg-trakl

αφιερωμένο στον Λούντβιχ φον Φίκερ

1

Συχνά στο πηγάδι, όταν χαράζει,
την βλέπεις να στέκεται μαγεμένη
και να τραβάει νερό, όταν χαράζει.
Ανεβαίνει ο κουβάς· και κατεβαίνει.

Στις οξιές οι κάργιες πετούν
κι εκείνη μοιάζει με ίσκιο.
Ξανθά τα μαλλιά της πετούν
κι οι ποντικοί στριγκλίζουν στον κήπο.

Και ξαναμαγεμένη από την παρακμή
τα φλογισμένα βλέφαρα χαμηλώνει.
Χορτάρι ξερό η παρακμή
κάτω, στα πόδια της, κυρτώνει.

2

Ήσυχη δουλεύει στο δωμάτιο
κι ο κήπος, χρόνια, ερημικός.
Στην κουφοξυλιά μπρος στο δωμάτιο
κότσυφας κελαηδεί παραπονετικός.

Ασημένια η μορφή της στον καθρέφτη
ξένη στου λυκόφωτος την λάμψη την κοιτάζει
και σκοτεινιάζει ωχρή μες στον καθρέφτη
κι απ’ την αγνότητά της τρομάζει.

Σαν όνειρο υπηρέτης τραγουδάει στο σκοτάδι
κι εκείνη κοκαλώνει απ’ τον πόνο. Στάζει
κόκκινο μέσα στο σκοτάδι.
Νοτιάς απότομος την πύλη τραντάζει.

3

Ήσυχη δουλεύει στο δωμάτιο
κι ο κήπος, χρόνια, ερημικός.
Στην κουφοξυλιά μπρος στο δωμάτιο
κότσυφας κελαηδεί παραπονετικός.

Ασημένια η μορφή της στον καθρέφτη
ξένη στου λυκόφωτος την λάμψη την κοιτάζει
και σκοτεινιάζει ωχρή μες στον καθρέφτη
κι απ’ την αγνότητά της τρομάζει.

Σαν όνειρο υπηρέτης τραγουδάει στο σκοτάδι
κι εκείνη κοκαλώνει απ’ τον πόνο. Στάζει
κόκκινο μέσα στο σκοτάδι.
Νοτιάς απότομος την πύλη τραντάζει.

4

Κρότος μεταλλικός στο σιδεράδικο: σφυρί·
κι εκείνη περνάει την πύλη βιαστική.
Κατακόκκινο δουλεύει ο υπηρέτης το σφυρί
κι εκείνη, όπως νεκρή, κοιτάζει κατά κει.

Σαν σε όνειρο συναντάει ένα γέλιο·
ταράζεται στο σιδεράδικο·
έντρομη χαμηλώνει μπρος σ’ εκείνου το γέλιο,
όπως σφυρί σκληρό και άγριο.

Ακτινοβολούν στον χώρο σπινθήρες·
και καθώς με άτσαλες κινήσεις
κυνηγάει τους άγριους σπινθήρες,
ζαλισμένη, πέφτει κάτω η μορφή της.

5

Αδύνατη τεντώνεται στο κρεβάτι,
ξυπνάει μ’ έναν φόβο γλυκό
και κοιτάζει το λερωμένο κρεβάτι
καλυμμένο ολόκληρο από φως χρυσό·

οι ρεζεντά[1] στο παράθυρο
κι ο φωτεινός γαλάζιος ουρανός.
Καμιά φορά άνεμος φτάνει στο παράθυρο
κι ήχος καμπάνας διστακτικός.

Ίσκιοι γλιστρούν πάνω απ’ το μαξιλάρι·
αργά η καμπάνα δώδεκα ηχεί
κι εκείνη ανασαίνει βαριά στο μαξιλάρι
και μοιάζει το στόμα της πληγή.

6

Το βράδυ αιωρούνται ματωμένα λινά·
σύννεφα πάνω από σιωπηλά δάση
τυλιγμένα σε μαύρα λινά.
Σπουργίτια θορυβούν στο χωράφι.

Κι εκείνη: κάτασπρη στο σκοτάδι.
Γουργούρισμα κάτω απ’ τη στέγη ανασαίνει.
Όπως ψοφίμι σε θάμνο και σκοτάδι·
σμήνος πετά γύρω απ’ το στόμα της και δίνες υφαίνει.

Σαν όνειρο ηχεί στο σκούρο χωριό
γλέντι: χοροί και βιολιά·
αιωρείται η όψη της στο χωριό,
φυσούν τα μαλλιά της σε γυμνά κλαδιά.

*Από τα “Ποιήματα” [Gedichte, 1913]. Επιλεγόμενα. Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Το ποίημα στα ελληνικά δημοσιεύτηκε εδώ: http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html

1. Ποώδες φυτό με υπόλευκα ή υποκίτρινα άνθη.

Omed Qarani, Θεός Μεταχειρισμένος

Κάνεις βήματα / ο άνεμος είναι ένας οργισμένος ανακριτής / σε σπρώχνει / σε μια γωνιά της αγοράς / διαλέγεις έναν θεό από δεύτερο χέρι / για να τον ανάψεις σαν τσιγάρο μέσα στη νύχτα / μέσα στα κύματα των γρήγορων ειδήσεων / μυρίζεις το μπαρούτι εκείνου του πολέμου / που άφησε πίσω στην πατρίδα / η πλάτη σου λύγισε λίγο / η τσάντα σου είναι το βάρος εκείνων των σπασμένων ηττών / που δεν χώρεσαν στην πατρίδα / ​Το κρύο / είναι το μαστίγιο ενός ρατσιστή δήμιου / στο μάγουλό σου γίνεται το σημάδι ενός καταζητούμενου / η ζωή σου ένα εργοστάσιο από ψυχρό ατσάλι / που σέρνεται μέσα σε άδεια τούνελ / σαν ελεύθερος σκοπευτής μέσα στους διαδρόμους / ο θάνατος φυτεύει τα σημάδια του /

Peter-Paul Zahl, Ωρολογιακή βόμβα

Βάλε το ξυπνητήρι γυναίκα
για να ξυπνήσουμε αύριο ακριβώς
την ώρα που πρέπει
για τον καθημερινό μας μινιφόνο
της ψυχής

και το βράδυ
όταν πλαταγίζει το μαβί φως γυναίκα
ας ευτυχήσουμε
σκεφτόμενοι τι θα αγοράσουμε
με το αντίτιμο
της καθημερινής δολοφονίας της ψυχής

βάλε το ξυπνητήρι γυναίκα
για να ξυπνήσουμε αύριο ακριβώς
την ώρα που πρέπει
για την καθημερινή μινικηδεία
της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

και το μεσημέρι
σαν σηκώνεται η ομίχλη πάνω
στο κοινωνικό παχνί του εργάτη
έλα να χαρούμε για το παιδί με δόσεις
που μας δώσανε από το παιδοφορβείο

βάλε το ξυπνητήρι γυναίκα
για να ξυπνήσουμε αύριο ακριβώς
στην πρεπούμενη ώρα
για το εθνικό βουτυροεισόδημα
για τη διατήρηση της ελευθερίας
του ιδρώτα μας
και βάλε
το ξυπνητήρι δυνατά·
πολύ δυνατά.

Έκτωρ Κακναβάτος, Οροπέδιο μεγαλοσύνης

Ξέρω τη σκιά μου να μετρώ σε μάκρη ατέρμονα
χιλιετηρίδων
από της νέφωσης τον πρώτο σπόνδυλο να κόβω
τη μερίδα μου
από της ρίζας το ταξίδι ν’ αφαιρώ
το ορόσημο της πέτρας
ξέρω τη ρεματιά από τον κρόταφο ίσαμε το νεφρό
της αρχαίας θύελλας
που σήπεται ακριβώς στην άρθρωσή μου
με το φως
μα πες μου εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι με αθροίζεις με ψηφιδωτό από το κάθε τι
κι από την καλοσύνη της χόβολη
κι από την κόψη του ίσκιου
κι από το έμβρυο του αγέρα ή
τις κατωφέρειες του ουρανού
σπέρμα ελάχιστο
και αφαίρεση μεγίστη
πες μου
δεν είσαι συ η πληγή μου στον κρόταφο
δίδυμη με του νερού την καμπυλότητα;
Εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι αθροίζεις τα έλυτρα της πρώτης θύελλας
καθώς φρικιούν στις φλέβες μου
πιασμένα με φύκια πρωινά με σπόγγους νέγρους
με την οσφύ της νέφωσης
αιώνες τώρα βυθισμένης στο υγρό σου μέτωπο
πες μου δεν είσαι μια εκκλησιά εντός μου;

δεν είσαι
όπως τα σπίτια κρέμονται απ’ τα δοκάρια του γενάρη
ανάμεσα σε ρίγανες φασκομηλιές και φρούτα
κίτρινα πλήθος;
δεν είσαι όπως ηχούν τα οστά;
Όταν βυθομετρώ τη νύχτα παχιά σα βοιωτία
όταν σε βρίσκω σε ύφαλες ρωγμές
να χωρείς να φύεσαι
όπως η ρουμπινένια σάρκα του ροδιού
όπως πολιτεία κατλάφωτη
δεν είσαι μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου
όπως αρχέγονο εργαλείο πλειστόκαινο;

πιο ύστερα μια χούφτα χαλίκια
λουλακιά πράσινα μαύρα
που τα σφενδόνισε η πολυώροφη θάλασσα
με τις πολύστροφες έλικες του νότου
που καθώς πέφτουν πάλι κροταλούν
στο τσίγκινο αίμα μου
ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου
ένα παράξενο οροπέδιο μεγαλοσύνης
όπως τραπέζι άδειο
με τ’ άσπρο τραπεζομάντιλο.

*Από τη συλλογή “Διασπορά”, α’ έκδοση “Πρώτη Ύλη”, 1961, β΄ έκδοση Καστανιώτης 1977 (με πολλές αλλαγές. Περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτικό “Ποιήματα 1943-1987”, εκδ. Άγρα, 2010.

Γιώργος Λίκος, Αβεσσαλώμ

Στον Ανδρέα Εμπειρίκο

Πυρακτωμένα σίδερα χαϊδεύουν την πληγή μου
Λιοντάρια βροντοφωνούν Αβεσσαλώμ
Χτυπώντας με την ουρά τους κορφοβούνια
Κρατώντας μες στα μάτια τους πουλιά κρεουργημένα
Πυρακτωμένα σίδερα χαϊδεύουν την πληγή μου.

Η γη κινείται ηδονικά με τον σεισμό
Στην αγκαλιά. Μου κρατώ ένα πληγωμένο σύννεφο
Με το κεφάλι του γερτό τα χέρια του ανοιχτά
Τα δάκρυα τρων το ηρωικό του σώμα
Η γη κινείται ηδονικά με τον σεισμό.

Μαύρη και κόκκινη φωλιά που αγαπώ
Αχ να με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της
Όπως ένα μικρό βλαστάρι της η γη
Όπως ένα νεκρό πάνω στα στήθια της η νύχτα
Μαύρη και κόκκινη φωλιά που αγαπώ.

Ο ουρανός ξεσκίζεται πνίγεται μες στο αίμα
Πόνοι κι αντάρτισσες φωνές μαχαιρωμένες
Μορφές χαμένες στην αγκαλιά των ινδαλμάτων
Σβήνουν πικρά τον λύχνο της καρδιάς μου
Ο ουρανός ξεσκίζεται πνίγεται μες στο αίμα.

*Από τη συλλογή «Τέσσερις προσωπίδες του ανέμου», εκδ. Ίκαρος, 1949. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Πολύτροπος Ανήρ – Ανθολογία Ελλήνων Ποιητών του 20ού Αιώνα”, σε πρόλογο, ανθολόγηση και επιμέλεια Σωτήρη Παστάκα και Σταύρου Γκιργκένη, εκδ. Ζήτρος, 2023.