Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ραγισμένο Ταμποῦρλο ΙΙΙ

Ἀνάσαινα τὸ δέρμα σου εὐλύγιστο ποτάμι
κυμάτισε στὰ βλέφαρα ὁ ἥσυχος λυγμὸς
ὅταν κουράστηκε ἡ φωνὴ καὶ βρῆκε μαξιλάρι
ὅταν ἡ μέρα ἐράγισε καὶ βούλιαξε τὸ φῶς

Ἔχασα τοὺς συντρόφους μου μὲ πῆρε ἡ λησμονιὰ
μὲ πῆρε ἡ γλυκιὰ βροχὴ τὸ μαλακὸ σκοτάδι
ἔχασα τοὺς συντρόφους μου χιονίζει λησμονιὰ
σβησμένες οἱ σημαῖες μου κι ἡ νιότη μου σαλπάρει

Τὰ ὁράματά μου ἀράζουνε ἀργὰ στὰ γόνατά σου
μικρὰ ναυάγια ποὺ διψοῦν τῆς ἄμμου τὸ φιλὶ
προσπάθειες ποὺ τέλειωσαν λιωμένη μουσικὴ
λιωμένα δάχτυλα κρυμμένα στὰ μαλλιά σου…

*Από τη συλλογή «Ραγισμένο Ταμποῦρλο», 1991.

Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς, Η Άνοιξη

«Ανέβηκα τα σκαλοπάτια τα λαξεμένα σε ψηλούς βράχους και βγήκα στο οροπέδιο που απλωνόταν μπροστά μου σαν τεράστιο αυτί. Πέρα οι λόφοι κολυμπούσαν στο φως κι είχαν το χρώμα που παίρνουν τα σφαχτάρια στο τσιγκέλι. Όπου κι αν γυρνούσα τα μάτια έβλεπα ξερή λάσπη, σκασμένη. Ούτε πράσινο φύλλο, ούτε λουλούδι, ούτε μια μέλισσα. Κι ο αέρας μύριζε βαριά σαν να ‘βγαινε από άδειο πιθάρι.

Καθώς περπατούσα μου φάνηκε πως άκουγα να τρέχουνε νερά, βαθιά σε υπόγεια λούκια. Κόλλησα χάμω τ’ αυτί μου κι άκουσα καθαρά μαζί με τα νερά που γλουγλουκίζανε κι ένα ανάλαφρο θρόισμα.

Βγάζω από την τσέπη το μαχαίρι μου, το μπήγω στη γη —το ‘νιωσα να χώνεται όπως στο κρέας ενός μεγάλου ψαριού— κι αρχίζω να τη χαράζω, να τη σκίζω φέτες φέτες, τραβώντας με δύναμη τη σκληρή κρούστα που τη σκέπαζε.

Και τότε, τι θαύμα! Χιλιάδες μπουμπούκια και λουλούδια με τσαλακωμένα πέταλα, άσπρες, ρόδινες και μαβιές ρίζες, αμέτρητα σπαθωτά φύλλα, μαμούνια, σερσέγκια με σουβλερές μύτες, θαλασσοπράσινες κρεατόμυγες, χρυσαλλίδες και πεταλούδες με διπλωμένα φτερά, αποκαλύφθηκαν ολόκληρος κοιμισμένος κόσμος, που οι αχτίνες του ήλιου σιγά σιγά τον ζέσταιναν, τον ξεμούδιαζαν, τον ξυπνούσαν από τη νάρκη του.

Το γρασίδι, σγουρό, ψήλωνε τρίζοντας ολόγυρά μου. Ο αέρας μοσκοβολούσε. Ένα πουλί βγήκε απ’ τον κρυψώνα του, τίναξε τα χώματα απ’ τις φτερούγες του και μου είπε: «Ακόμα λίγο, κι η άνοιξη αυτό το χρόνο θα ‘μενε κρυμμένη στη γη».

O καταλληλότερος τρόπος για να παρουσιάσεις έναν ιδιάζων λογοτέχνη σαν τον Επαμεινώνδα Χ. Γονατά, είναι να ξεκινήσεις με μια δημιουργία του, λες και βουτάς στον βυθό μιας θάλασσας, χωρίς να διαταράξεις στο ελάχιστο τα επιφανειακά νερά της. Έτσι άλλωστε ενεργεί κι η γραφή του, ξεκινά από έναν άδυτο ρεαλισμό μα σύντομα παρασύρεται από τα χειροποίητα ρεύματα του δημιουργού και οδηγείται σε ένα παράλογο και συγχρόνως απτό τοπίο. Ο Γονατάς, παρέμεινε άγνωστος στο ευρύ κοινό, οι συνεντεύξεις του μετρώνται στα δάχτυλα της μιας παλάμης, μιας και ο ίδιος επέλεγε την μη δημοσιότητα και την μη προσωπική του ανάδειξη. Έκρυβε κάτω από την σάρκα του έναν ολόκληρο γαλαξία πολύπλοκων σκέψεων κι όμως υπήρξε ένας απλός άνθρωπος. Ακόμη και οι γείτονές του αγνοούσαν την συγγραφική του μαεστρία, αλλά και το σημαντικό μεταφραστικό του έργο.

Οι ιστορίες του θυμίζουν παραβολές, φιλοσοφικές αλληγορίες, συχνά ασαφής, ειρωνικές και αυτοσαρκαστικές. Η φύση στα αφηγήματα του Γονατά, είναι ο ρεαλιστικός καμβάς που πάνω του, χωρίς χρονοτριβή και φλυαρία, τα χρώματα κι οι μυρωδιές, τα ζώα, τα βουνά και τα δέντρα, οι άνθρωποι και τα αντικείμενα μεταλλάσσονται, ρευστοποιούνται. Κατευθύνονται όλα προς πάσα κατεύθυνση κι αποκτούν μια παραισθησιογόνο οπτική, παράλληλα όμως, αυτή η αλλόκοτη κι αναδομημένη πραγματικότητα, φαντάζει απολύτως λογική.

«Η πληγεί θρέφει, τα χείλια της σμίγουν αργά σαν αυλαία βυσσινιά κι ύστερα από χρόνους στη θέση της μένει ένα σημάδι, μια ρόδινη ουλή που σκύβει και τη φιλάει. Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους. Τα κρύβουν με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα, ξέρουν όμως σε ποια μεριά του κορμιού τους άνθισαν, μαράθηκαν, έφαγαν δέρμα και κρέας δικό τους. Γι’ αυτό τ’ αγαπούν και, σε ώρες μοναξιάς που κανείς δεν τους βλέπει, σκύβουν και με λατρεία τα φιλούν τα βαθιά, σκοτεινά τραύματά τους».
(Από τη συλλογή σύντομων αφηγημάτων «Η κρύπτη», εκδόσεις Στιγμή)

Καταφέρνει να περιγράψει το άγνωστο, να διαπερνά την σκοτεινή κουρτίνα της λογικής, της καθημερινότητας. Ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους του, με έναν τρόπο, θα έλεγα, τόσο παρανοϊκό που φτάνει να γίνει βιωματικός. Σαν να αποφασίζεις πως θα προσπαθήσεις, έτσι απλά, να σκίσεις τα κάγκελα της φυλακής σου και να ανακαλύπτεις, πως τελικά, ναι, όλη σου την ζωή ήσουν κλειδωμένος πίσω από χάρτινα κάγκελα.

– «Διάλεξε», λέει η μητέρα μου στον επισκευαστή της ντουλάπας, «από αυτά τα υφάσματα. Εγώ σου προτείνω το πράσινο καρουδάκι. Μπορώ να σου φτιάξω μια ωραία πυτζάμα».
Ακούω, βλέπω και ζηλεύω. Πράγματι, το καλύτερο ύφασμα είναι εκείνο που υπέδειξε η μητέρα μου. Ψάχνοντας μέσα σε όσα απόμειναν βρήκα τέλος ένα κομμάτι κιτρινωπό ύφασμα και για μένα. –

*(Ε. Χ. Γονατάς – Τρεις δεκάρες και άλλα αφηγήματα)

*Απόσπασμα από μεγαλύτερη εργασία που δημοσιεύτηκε εδώ: https://ologramma.art/epameinondas-ch-gonatas-afieroma/?fbclid=IwAR14NoGcjY00XLpKQMmLAPqm7K_-1o6OjYBkkH8sl2iq9ieZ029S_Zj3p1w

Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ

Τό πλήθος έχει τή στάση τών ευκαλύπτων
Καί την άκινησία τών άγαλμάτων.

‘Ανθρωποι μέ στολή
Καί προβολείς οκτώ αυτοκινήτων
Άνιχνεύουν τό βάθος τής λεωφόρου
’Εκεί πού διαγράφουν τροχιές πελώριοι ίσκιοι
Καί τά κυπαρίσσια έγγίζουν τό δέρμα τού φεγγαριού
Προκαλώντας ρίγος στούς έξώστες τού στερεώματος.

Κανείς δέν κατάλαβε πώς έγινε τό κακό
Διέφυγαν όλοι
Καί τό κρεουργημένο θύμα διέφυγε, άγνωστον πώς,
’Αφήνοντας μόνον τρία ή τέσσερα δάκτυλα
Καί τό καμένο κτίριο έφυγε πρός άγνωστον κατεύθυνσιν

Εμεινε μόνον ή μπανιέρα
Κι έκείνα τά χρυσόχαρτα
Πού μάζευεν ή κυρία του τετάρτου γιά τούς τυφλούς
Ή καλύτερα γιά τό σκύλο πού οδηγεί τούς τυφλούς.

Κανείς δέν ξέρει πώς έγινε τό κακό
ΙΙολλοί διερωτώνται άν έγινε τό κακό
Κι έξακολουθοΰν νά έχουν τή στάση τών άγαλμάτων..

1959

***

ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

1
’Απ’ όλες τίς γυναίκες πού ήταν στό νησί
Εκείνη πού άπουσίαζε ήταν κι ή πιό ωραία.

2
Κι αν σού κρατούσα τό κεφάλι μέσα στό νερό
Κι αν προσπαθούσα νά σέ σβήσω
Σέ ξένο κρεβάτι καί νέες συνήθειες
Ήταν γιατί σ’ άγάπησα πολύ
Κι έτρόμαξα πολύ
Νά μή μού φύγεις.

3
Κι ό πίθηκος σκυφτός πίσω άπό τό πόμολο τής πόρτας
Σέ μιά βδομάδα κάτου απ’ τή λάμπα
Στό δρόμο τού νοσοκομείου
Σιωπή, σανίδες καί άσετιλίνες έργατών
Στά πληγωμένα πεζοδρόμια
Σ’ αυτόν τό δρόμο μέ τή λάμπα
Ένα ξένο δαιμονικό βλέμμα
Στά μάτια σου
Κράτησα σφιχτά τή σάρκα τής Ελένης
Μέ τό ξένο βλέμμα
Νά μέ πανικοβάλλει.

4
‘Αδειος όσο κι ή στέπα
’Απαλλαγμένη άπό καμπάνες καί βλάστηση.

Μάρτης 1961

*Από τη συλλογή “Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Μιλάει ο αγριόχοιρος Ποιήματα 1952-2008”, εκδ, ύψιλον/βιβλία, Νοέμβρης 2008.

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Άτιτλο

Στην πρώτη αχτίδα τραβάς την κουρτίνα
αποτρέποντας το φως
να σ’ αλλάξει

***

Σκόρπιες στιγμές

Σκόρπιες στιγμές
στ’ ουρανού το άπλωμα
Βαριά, πορεύεσαι ανάμεσα στο πλήθος
οι άνθρωποι που προσπερνούν
φουντώσανε το ψύχος

Καπνίζεις το τσιγάρο σου
κι ανάβουνε μολύβια
βαδίζεις με τους λογισμούς
τα πόδια σου μιλάνε
πέφτει μπροστά σου ο γνωστός
κι αυτά τον προσπερνάνε

Μαγιάπριλο του κόσμου
στα χείλη σου σ’ αγγίζει
ποτάμια σε γεμίζουνε, ξανά η νύχτα απλώνει
Γκρίζο φεγγάρι να κερνά
μαύρο κρασί να πιούμε

Οκτώβριος 1998

***

ένα ανεμοσκόρπισμα

Ν’ απορείς, να ζητάς
ν’ αποφασίζεις
ν’ ανεμοσκορπίζονται όλα αυτά
στο έμπα καταιγίδας

Κι ο κεραυνός σε χτύπησε
μάτωσε η ζωή σου
ψηλαφιστά πας στον καιρό
που κόπηκε ο χρόνος
μιαν άλλη μέρα έρχεται κι εσύ απουσιάζεις
Αναρωτιέσαι, μάταια γυρεύεις απαντήσεις
κι όλο αυτές δεν έρχονται
για να τις αντικρύσεις

Спускается солнце за степи (Колодники) / Ο ήλιος δύει πάνω από τη στέπα (κατάδικοι)

Του Αλεξέι Τολστόι

Κατεβαίνει ο ήλιος πίσω από τις στέπες,
στο βάθος χρυσίζει το γρασίδι,
των κατάδικων οι ηχηρές αλυσίδες
σηκώνουν τη σκόνη του δρόμου.

Ding – bong, Ding – Bong –
Άκουσα τον ήχο των αλυσίδων,
Ding – bong, Ding – bong,
Ένα μακρινός δρόμος στην Σιβηρία.
Ding – bong, Ding – bong,
Μπορείτε να ακούσετε εδώ και εκεί:
Οι σύντροφοί μας
Βρίσκονται στη φυλακή.

Περπατούν με ξυρισμένα τα κεφάλια,
προχωράνε μπροστά με βαριά βήματα
συνοφρυωμένοι,στην καρδιά τους
ο διαλογισμός έγειρε.

Πηγαίνουν μαζί τους οι μακριές σκιές,
δυο άλογα την άμαξα τραβάνε νωχελικά
λυγίζουν τα γόνατα,η συνοδεία αλόγων
μαζί τους προχωράει.

«Ελάτε, αδέλφια μου, ας μακρύνουμε το τραγούδι,
ας ξεχάσουμε αυτό το τρομερό κακοπάθημα!
Είναι φανερό τέτοια αντιξοότητα
είναι γραμμένη για μας!”

Και τους οδήγησαν, τους κρέμασαν και αυτοί τραγουδούσανε,
πέφτοντας στου Βόλγα τη μεγάλη έκταση,
για το δώρο των ημερών του παρελθόντος.

Τραγουδάνε για τις ελεύθερες στέπες,
για την ανήμερη ελευθερία.
Η μέρα θα απαλύνει τον πόνο,
και οι αλυσίδες όλο σκουπίζουνε τους δρόμους.

Hannah Arendt, Δύο ποιήματα

ΔΙΑΣΧΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ

Η γη γράφει το ποίημά της μέσα σε όλους τους αγρούς,
Παρεμβάλλει τα δέντρα στις γωνιές,
Μας αφήνει να ανοίξουμε οδούς υφαντές
Μέσα στον κόσμο γύρω από τους οργωμένους αγρούς.

Τα άνθη βγάζουν στον άνεμο χαρούμενες κραυγές,
Το χόρτο μεγαλώνει, για να τα κοιμίσει σε κρεβάτια μαλακά,
Ο ουρανός είναι γαλανός και χαιρετά κρατώντας κλάδο φλαμουριάς,
Ο ήλιος κλώθει αλυσίδες απαλές.

Οι άνθρωποι περπατούν, δεν λοξοδρομούν –
Γη, ουρανός, δάσος και φως –
Την άνοιξη θα αναγεννηθούν
Παίζοντας το παιχνίδι του βασιλέα του Παντός.

***

ΑΦΟΡΗΤΗ ΓΛΥΚΥΤΗΤΑ

Γλυκύτητα υπάρχει
Μέσα στο κοίλωμα των χεριών μας,
Όταν η παλάμη συναινεί
Προς την ξένη μορφή.

Γλυκύτητα υπάρχει
Όταν στον ουρανό με τον νυχτερινό του θόλο,
Το μακρινό
Συναρμόζεται με τη γη.

Γλυκύτητα υπάρχει
Όταν στο χέρι σου και στο δικό μου,
Η εγγύτητα ξαφνικά
Φυλακισμένους μας κρατά.

Μελαγχολία υπάρχει
Όταν στο βλέμμα σου και στο δικό μου,
Η βαρύτητα
Μας κρατά αρμονικά μαζί.

*Από το βιβλίο “Ευτυχισμένος όποιος δεν έχει πατρίδα”, μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάης 2019.

Παναγιώτης Χαχής, Βαστίλη

Αυγή βρυχηθμός
Νύχτα η ώρα
Ανάβουν τα φώτα
Στους δρόμους
Τίποτα δεν απαγγέλλεται
Ναυάγιο σώμα
Στην αναπνέουσα γραφή.

νΰξ μοι υπάρχει, οίστρος άκολασίας,
ζοφώδης τε καί ασέληνος, έρως της αμαρτίας

Νυχτερινά καφενεία
Πιο φωτεινά απ’ τα
Ζεστά μεσημέρια
Αισθήσεις
Επικίνδυνη
Ύλη.

συρματοπλέγματα
βαριά ζώνουν τη δόλια μου καρδιά

(ενώ ο κυρ Αλέξανδρος,
άναβε το κεράκι,
πήγαινε χύμα τσιγάρα στη Βαστίλη,
για τον Αλφόνς ντε Σαντ,
κατηφορίζοντας
να πιεί το κρασάκι του
στου Καχριμάνη…)

*Από τη συλλογή “Hotel Nada”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2018.