Βασίλης Νικολόπουλος, Το μπαρ των ονείρων σου

Δεχόμαστε κάρτες, ρολόγια
δόντια χρυσά, σφραγίσματα και δαχτυλίδια.
Επιταγές, αυτόγραφα,
σκουραλίκια και αριθμούς τηλεφώνων
γραμμένους σε σόλες παπουτσιών.
Μυστικά, ποιήματα και μυστικά ποιήματα,
προβλέψεις για το τέλος του κόσμου
και άλλα στοιχήματα.
Δεχόμαστε αγκράφες και υποσχέσεις.
Μετρητά και αμέτρητα βρισίδια και σάλια.
Δεν μας πιάνει τίποτα’
νόμοι, ποτά, παρουσίες και τσιγάρα.
Ίσα που την ακούμε στη λέξη “θάνατος”.
Με τόσα τιμαλφή
ικανοί είμαστε να ζήσουμε για πάντα.
Δεχόμαστε στάσεις πληρωμών
και ανταποκρίσεις δρομολογίων.
Παραγγελίες χωρίς κεράσματα
και σπασμένα γυαλιά στα μπράτσα και τα μάτια μας’
ξοφλημένους διαλόγους.
Παριστάνουμε τον μπαμπά και τη μαμά.
Τα χαμένα αδέρφια, τους πληρωμένους έρωτες,
αυτούς που γίνανε στάχτη στο φως.
Ακούμε φωνές απ’ τα υπόγεια,
σπέρνουμε πτώματα
και θερίζουμε νότες που προκαλούν διαταραχή.
Ανασκάβουμε το παρελθόν ψάχνοντας τη γείωση.
Στο τέλος της νύχτας,
Στο φως του καντράν και στο μουγκρητό της μηχανής,
κρύβεται όση αγάπη μάς απέμεινε.

*Από τη συλλογή “Βράδυ με ήρωες”, εκδ. Ενύπνιο, 2021.

**Στη φωτογραφία έργο του Norman Cornish.

Από το διαδίκτυο στα Άπαντα του Γκαγκάν Μυτεράν – Διαβάζοντας Θεόδωρο Μπασιάκο

*Σημείωμα του Κόσκινου: Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Θόδωρος Μπασιάκος. Εν είδει γενέθλιας ευχής αλλά και ως μνημόσυνο αναδημοσιεύουμε το παρόν που γράφτηκε από τον Σπύρο Παύλου.

Γνώρισα το ποιητικό έργο του Θεόδωρου Μπασιάκου, του Γκαγκάν Μυτεράν, τυχαία στο διαδίκτυο. Από τη στιγμή που τον συνάντησα περίμενα ανυπόμονα κάθε νέα του ανάρτηση.

Δυστυχώς στις 19 Ιουλίου 2020 ο Θεόδωρος Μπασιάκος φεύγει από τη ζωή. Η λύπη αβάσταχτη, αισθανόμουν την απώλειά του σαν να είχα χάσει ένα δικό μου άνθρωπο που με είχε συντροφεύσει στις αναγνωστικές περιπλανήσεις μου. Αυτό το συναίσθημα ήταν αποκαλυπτικό της επιρροής της ποίησής του πάνω μου, το ακατάλυτο τεκμήριο της επίδρασής του ως αναγνωστική επένδυση, αλλά και ως στάση ζωής, που δεν εφάρμοσα ποτέ, λόγω της κομφορμιστικής προδιάθεσης μου όσο και της ηλικιακής παρακμής μου.

Η εκδοτική παρουσία του όσο ζούσε ήταν ισχνή, διαβάζουμε στο εκδοτικό σημείωμα του βιβλίου. Δύο νεανικές αυτοεκδόσεις (σιωπηρά «αποκηρυγμένες» από τον ίδιο, τα 22 Ποιήματα (1982) και το Πολύ ευγενής (1985), μία «επίσημη» ποιητική συλλογή «Μαύρα Μάτια» (Πλανόδιον, 2006) και μια ηλεκτρονική έκδοση «Κούκου-Νιάου» (Ενδυμίων, 2017). Πέραν αυτών, μια σειρά από φωτοτυπημένες αυτοεκδόσεις σε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Ο Θεόδωρος Μπασιάκος, κατά δήλωσή του, είναι ένας «σουλατσαδόρος της ποίησης». Απελευθερωμένος υφολογικά, θεματικά και γλωσσικά από τις συμβάσεις της ποιητικής ομολογίας, δίχως όρια και περιορισμούς, αποκαθαρμένος από ποιητικούς λυρισμούς, λεκτικές ακροβασίες και συναισθηματισμούς, εικονοπλασίες και παραδοξότητες, εγκεφαλικούς «ποιητικούς» αιφνιδιασμούς, πεζοπορεί ποιητικά, ανιχνεύοντας τη ζωή. Δημιουργεί τον ποιητικό του κόσμο υπηρετώντας τη ζωή και όχι αντιστρόφως, όπως συμβαίνει κατά πλειοφηφία στον ποιητικό λόγο.

Αντισυμβατικός, αντιφατικός, «με γοητεύουν οι αντιφάσεις» γράφει, δίχως φιλοδοξίες και έπαρση. «Πόσο αγαπώ τους ανθρώπους όλους / όλη την ανθρωπότητα» αναγγέλλει τον ουμανισμό του στο ποίημά του “αγάπη”. Λιτός στις ανάγκες διαβίωσής του, «έχω τουτ’το δωμάτιο, ντιβάνι, το κρικρί, το ντιβάνι, το γραφειάκι μου για να γράφω και καλά είμαι έτσι· δεν χρειάζομαι πιότερα», ομολογεί στο ποίημα “μπασιάκ εναντίον μπασιάκ”, ένας «γεροφρήκ» που γράφει στίχους. Φανατικός πολέμιος της ιδιοκτησίας και της εργασίας, στρατευμένος ενάντια σε κάθε μορφής εξουσίας και των κατασταλτικών μηχανισμών της, των φασιστών, του παραλογισμού της λογικής, λάτρης της τζαζ, του Bob Dylan, των τσιγγάνικων βιολιών, του Καζαντζίδη και του Αγγελόπουλου, αλλά και του Πουλικάκου, του Ρεμπώ, του Χλέμπνικωφ, του Πρεβέρ, του Μπορίς Βιαν, του Σαρλώ, του Μακρή, των οδοκαθαριστών, της ρετσίνας, των γλεντζέδων και των σουρλουλούδων, εραστής των ηλιοβασιλεμάτων και του φεγγαριού, των γατιών και των λουλουδιών, της Κομμούνας και της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Με γλώσσα καθημερινή και ανεπιτήδευτη στήνει το ποιητικό του σκηνικό, υπηρετώντας με ευλάβεια το αισθητικό και κοινωνικό του όραμα. Παράλληλα, βαθιά ερωτικός “supergirl”, σαρκαστικός και επικριτικός απέναντι στην ποιητική, πολιτική και ιδεολογική ευπείθεια, τους λογοτεχνικούς και φιλολογικούς κύκλους, συντονίζει το βήμα του με κοινωνικό όραμα της επανάστασης, δίνοντας στην ποίησή του κοινωνικό περιεχόμενο, όχι με μεγαλόστομες κραυγές, αλλά στοχεύοντας με απόλυτη ακρίβεια στις κοινωνικές ανισότητες – “εξι ποιήματα διαμαρτυρίας”.

Η ποίησή του είναι βαθύτατα ανθρωπιστική, άρα επαναστατική, δίχως τις επικαιροποιήσεις της στρατευμένης ποίησης, ανένταχτη και ανατρεπτική.

Στα πεζά του κείμενα, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που συμπληρώνουν την πολιτική, ιδεολογική, κοινωνική, αισθητική και ποιητική συγκρότηση γίνεται αρκετές φορές φλύαρος, επαναλαμβανόμενος, ώστε να κρίνεται περιττή η παρουσία κάποιων κειμένων που δεν προσφέρουν στην ολοκλήρωση της προσωπογραφίας του. Αλλά αυτό βεβαίως δεν βαρύνει το ποιητή, ο οποίος δεν γνωρίζουμε αν θα έδινε τη συγκατάθεσή του στη δημοσίευσή τους. Ο ποιητής δεν πρόλαβε να τακτοποιήσει το μεγάλο και χαώδες ποιητικό του έργο, εκτός από κάποιες αόριστες οδηγίες που είχε δώσει, πληροφορούμαστε στην εισαγωγή του βιβλίου, ώστε η κειμενική επιβάρυνση να οφείλεται στους επιμελητές της έκδοσης, αποδίδοντας στο αναγνωστικό κοινό ένα άνισο εκδοτικό αποτέλεσμα, σκοπεύοντας να παρουσιάσουν ακέραιο το έργο ποιητή.

«ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ γαγκάν μυτεράν Vivere Freakolosamente | ΑΠΑ(Ν)ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ» | εκδ. «ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ», 2021

*Ο Σπύρος Παύλου γεννήθηκε πριν 61 χρόνια στην Αθήνα. Τώρα ζει και εργάζεται στην Ρόδο. Διατηρεί το blog «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» από το 2007. Έχει δημοσιεύσει κείμενά μου στο περιοδικό «Δένδρο» πριν πολλά χρόνια, το 1981, στο εξαμηνιαίο περιοδικό «Ροδιακά Γράμματα», σε εφημερίδες της Ρόδου, πριν το 2000, και τα χρόνια του διαδικτύου στα περιοδικά «Φρέαρ», «Fractal», «Στάχτες», «Θράκα» (με ψευδώνυμο), και στο περιοδικό «Πλανόδιον», ανάμεσα στους νικητές του διαγωνισμού με θέμα «Δον Κιχώτης».

**Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://1-2.gr/2022/02/01/apo-to-diadiktyo-sta-apanta-toy-gkagkan-myteran/?fbclid=IwAR3LrxC-Ndd4EMn9DEdqO7cOaOV4dsi8LIRugOj2-Yba7o4geD9gHt24mC4

Γιώργος Μπλάνας, Δύο ποιήματα

ΕΡΩΤΑΣ

Ο έρωτας: αυτό το δέντρο που πληγώνει
την ξυπόλητη νύχτα. Ο έρωτας:
αυτό το αγκάθι που χαϊδεύει τα στήθη
της αγρύπνιας. Ο έρωτας:
ο θάνατος τρελός από έρωτα
για τον έρωτα: ο έρωτας
έτσι κι αλλιώς χαμένος από έρωτα.

*

ΑΝΗΛΙΚΗ ΑΠΟΡΙΑ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ

Επειδή το φεγγάρι κυνηγούσε
Τη νύχτα απο κλαδί σε κλαδί, όπως σε όλα
τα παιδικά βιβλία της, έκρυψε τα δάχτυλα
στην πυκνή φυλλωσιά των μαλλιών της και είπε:
“Εγώ θα κοιμηθώ. Μα πώς
θα περάσει μόνη τη νύχτα η νύχτα;¨

*Από τη συλλογή “Ο κότσυφας του σύμπαντος”, εκδ. Bibliotheque, 2021.

Pierre Jean Jouve, Δύο σεξουαλικά ποιήματα σε δυο διαφορετικές μεταφράσεις

ΑΡΙΑΔΝΕΣ

Τα κωλομέρια γυναικάρες μου! τ’ ασημωμένα
μαλλάκια κομψογύριστα ξεδιπλωμένα στα μέρη
τα πτυχωμένα σφιχτά φαρδιά καρδαμωμένα
το μπακιρένιο δέρμα φωτολουσμένο στα μάκρη!
το τέρας αποκαρωμένο ξεσκλίδια οι στολισιές
κι εσείς μισόγυμνα κορμιά ματωμέν φορεσιές
τα τουρλωτά σας αύρα που δε βιάζουν τα φτερά
τ’ αρώματά σας ούρα στη μασχάλη θαλασσινά.

*

ΚΑΒΑΛΛΑ

Φρίμασμα τ’ αλόγου του θανάτου!
υποκύπτει στον πειρασμό του μαύρου στόματος
κατώτερου οικείου και γύψινου βλέμματος
παιγνιδιστά κουρτίνες φύλα γάμπες χέρια.

*Μετάφραση: Νίκος Λεβέντης

Pierre Jean Jouve, Δύο ποιήματα

ΑΡΙΑΔΝΕΣ

Οι γλουτοί σας, γιγάντιες αγαπημένες μου! Οι ασημένιες
κόμες σας μαλλιά κομψά πλεγμένα, και ξέπλεα
στις πυκνές, βαριές και μακριές πτυχές σας
Το χάλκινό σας δέρμα πάιρνει το φως τω οριζόντων!
Και το τέρας να λουφάζει, όλα τα στολίδια σας κουρέλι
Τα ενδύματά σας αίματα, και μέρη γυμνά,
μπάτης οι καμπύλες σας, καμιά φτερούγα δεν τον βιάζει
θαλασσινό το άρωμά σας και ούρα στη μασχάλη

*

ΕΦΙΠΠΟΣ

Φρουμάζει τ’ άλογο του θανάτου!
Ενδίδει στου πειρασμού το κάτω στόμα
μαύρο και οικείο και στο γύψινο βλέμμα
και στο παιγνίδι παραπετασμάτων, αιδοίων, κνημών και βραχιόνων.

*Μετάφραση: Σ.Ν.Κουμανούδης.
**Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Σπείρα”.

***Στη φωτογραφία Henri Le Fauconnier, Pierre-Jean Jouve (1887-1976).

Ρογήρος Δέξτερ, Gesta in Eutopia

•ξερή• με τα παππούδια
Στους καφενέδες• ζάρια στο τάβλι•
Κοκκαλιά και κηφηνόσβωλο• μέσα
Σε φωνές• και χάχανα•και πυκνό καπνό•
Που νιώθω βέβαια να με πνίγουν•
Όπως η Μόρα κάτι νύχτες
Ταραχής και αγρύπνιας• ή
Ο κακός βραχνάς
Ότι αυτό που υπήρξα κάποτε
Σε φως λιγοστό
Θα γίνει τώρα μια χαψιά
Στο μαύρο σκοτάδι• και όμως•
Τύχη αγαθή και πάλι•
Φεύγω τουλάχιστον όρθιος
Κάτω από μονόμουντζες
Και μούτρα κατεβασμένα
Και βλαστήμιες βαριές
[“Τα κοράκια που θα σε σηκώσουν,
Κωλόπαιδο!]•
Αλλά με τις τσέπες γεμάτες•
Φορτωμένος
Από τόσα ξένα κόλλυβα•

*

•τώρα έκανα αυτό•[ασήμαντο]•και
Πιο μετά θα κάνω εκείνο• και το άλλο•[αδιά-
Φορο]•τριγυρισμένος από διάφορες σκέ-
Ψεις• όπως το να κόψω
Στη μέση δυο λέξεις•
Όπως άλλοι
Κόβουν το βήχα•
Το τσιγάρο• τα χάπια•
Τα πολλά πολλά με το υπερπέραν•
Ή τους συγγενείς που γίνονται
Πιο φορτικοί κι από φαντάσματα• τώρα
Είπα ν’ ανεβώ μια κακοτράχαλη
Κατηφόρα• όλο χοχλάδια και θάμνα• και
Πάρε δώσε
Στην κόψη του γκρεμού• με
Αναμμένο ένα κερί
Για το φόβο των νιουδαίων ή
Μάλλον [να λέμε αλήθειες]
Γιατί στο φρύδι του βουνού
Βγαίνει ακόμη σα ζωντανός
Ο πεθαμένος•
Που πέρσι έδωσε τέλος στη ζωή
Ή στον αργό του θάνατο•
Πηδώντας με απόγνωση στο σκοτεινό
Φαράγγι• είπα ήδη αρκετά
Ότι θα κάνω•
Ίσως και ανώγεια ψηλά• με τα λόγια•
Αλλά την ελπίδα την ξέχασα•
Ότι ακόμη κι αν χαθούμε κάποτε
Κάπου αλλού
Θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε•

*

•τί αηδόνι• και τούτο• στη ρεματιά
Που πήρε να χορδίζει•
Ταξίμια και λοξό τζαμάρισμα•
Το λαρύγγι του χαράματα• για
Να φέρει στο μυαλό
Η μνήμη (δε θά ‘μουν)
Εκείνον το ρεμπέτη (ούτε πέντε)
Στη Φαρμακολύτρια (κοντά
Παντελονάκια, τσιρότα
Στα γόνατα και στους αγκώνες)
Που ‘παιζε το καημόκουτο
Με το σανδάλι του
Μπροστά στα γουρλωμένα μάτια
Του κοσμάκη• κι ακόμη ν’
Αντηχεί στ’ αφτιά μου
Το ντρίγκι ντρίγκι με το κομπολόι
Και οι στίχοι (μάλλον δανεικοί•
Όχι δικοί του• τι πειράζει; )
Από κάποιο μουρμούρικο παλιό•
” Παίξε τραγούδια
Το μυαλό μου να ζαλίσω
Να την ξεχάσω
Και να μην την ξαναθυμηθώ ” •

*Στη φωτογραφία: Ben Langlands, Nikki Bell Utopia.

Κατερίνα Φλωρά, Άτεμνος

Διασχίζοντας τις παραλλήλους
συλλογίζομαι την παράλληλη πορεία μας,
δρόμοι που για λίγο συναντώνται για να χωριστούνε πάλι

Περιπατητές στου χρόνου την άκρη
της στιγμής εραστές που απομακρύνεται
που ξεγλιστρά της συνείδησης την κυριαρχία

Το κορίτσι χάμω με λυγμούς
κάπως έτσι θα ‘ναι ο πόνος
όταν ο χρόνος διαστέλλεται 
όταν ανήμπορα και απατηλά διαφεύγει 

Κωστής Τριανταφύλλου, κατεδαφιστής (χορός πάνω στο δρόμο του μύθου)

(αποσπάσματα)

κάτω απ΄ τα πόδια
σφιγμένα δόντια

στην κεντρική λεωφόρο
ουρλιάζαν τα περιπολικά της αυγής
ποιος δε θέλει να σκοτωθεί;
χόρευμα η απλωμένη φωνή μας

ένας με τέχνη μαντική
σκαρφαλώνει σταγάλματα
ο θεός κατέχει από τι κορώνα έρχεται το κακό
ανοίγει το δρόμο για το ιερό άσυλο
ένας γκρεμός φίλος μου
βγάζει φτερά
περνάμε
γλιστράνε τα κλειδιά
ο Θερσίτης θριαμβεύει
απομένει

τρέχει το άλογο διψασμένο
ο σκύλος με το πεσμένο στόμα
τι ωραίος ο λεγάμενος
ξεγεννάει σιωπή
αν τα σάπια καράβια ξαναπετάξουν
ξερνάει
σφυροκόπημα
άγκυρα στη στεριά
σκάγια στα πουλιά
ξεράσματα
πικρή σκουριά
στραγγίζω διαλεχτικά
γλιστράνε τα κλειδιά
ενός λεπτού σκοτωμένος
τρέχει το άλογο διψασμένο
τι είν’ αυτά!
αυτά δεν τάγραψε ο Μαρξ

άμμος
αμμοθύελλα

και τι άλλα νέα;

δεν είπα τίποτα
κι αν είπα δε θυμάμαι

μια χαψιά και σ’ έφαγα
εγώ δεν είμαι εγώ
είμαι ο άλλος που σας είπαν
αυτός εκεί τυπωμένος

κ υ κ λ ο φ ο ρ ώ

επομένως
εγώ εγώ πάντα
ενώ ενώ εννοώ
Γιατί δεν είμαι ο άλλος που σας είπαν

Τ ι δ ι ά ο λ ο σ α ς ε ί π α ν !

κουνάει τα πισινά του

δεν έχει φτερά να πετάξει

κλωτσήστε τον

πάει πια

καλά στέφανα

*Από το βιβλίο “αποσπάσματα του Κωστή, 1169-1973”, β΄ έκδοση, εκδ. Εξάρχεια.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι έργο του Κωστή Τριανταφύλλου.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ, Μπαγιάτικα και άλλα ποιήματα, εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, σελ. 107

Η ποιητική του Βασίλη Αλεξίου, ακροβατώντας διαρκώς ανάμεσα στα μοντερνικά της πρότυπα και στην έντονη αίσθηση μιας παράδοσης, η οποία άλλοτε νοσταλγεί την καταγωγή της και άλλοτε νιώθει ένα είδος ασφυκτικού εναγκαλισμού μέσα στους ορίζοντες που η παράδοση αυτή έχει εξακολουθητικά διανοίξει, διαθέτει την προνομία της αισθησιακής αμεσότητας, η οποία εντέλει εκτρέπει τους μοντερνικούς της τροπισμούς σε σχήματα και εναισθήσεις δημιουργικής επανανάγνωσης των ποιητικών τόπων από τους οποίους αναδύεται.

Η αισθησιακή αμεσότητα των ποιητικών τρόπων του Αλεξίου ορίζει τη διάσταση του αισθητικού προσανατολισμού της ως διάσταση ενός σχεδίου ζωής και μιας φροντίδας εαυτού, ταυτίζοντας έτσι, μέσω της αμεσότητας, την αισθητική των ποιήσεών του με εκείνο που άμεσα είναι αυτό που είναι ο ποιητής τους. Εδώ άλλωστε βρίσκεται, κατά την αντίληψή μου, η πρωτοτυπία, αλλά συγχρόνως και η συμβολή της, στα μοντερνικά ίχνη τα οποία συσσωρεύονται μέσα στις ποιητικές βιώσεις τις οποίες ιστορεί, χωρίς να εξιστορεί, ο Αλεξίου.

Μπορεί οι οδοδείκτες των ποιήσεων του Αλεξίου να είναι απεικάσματα της ποιητικής παρακαταθήκης όμορων ποιητών, και κυριότατα του Μάρκου Μέσκου, του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου και του Τάσου Πορφύρη, όμως οι ποιητικοί του βηματισμοί τον ωθούν πέραν αυτών, στις ατραπούς και στους λαβυρίνθους της ανασυναρμολόγησης των απεικασμάτων, κατά τρόπον ώστε αυτό που τελικά συνθέτει την ποιητική του να είναι η δημιουργική ανασύνταξη των ιχνών, μια άλλη οδός προς την αισθησιακή αμεσότητα του Αναγνώστη-Δημιουργού, ο οποίος ακούει το μη ακουστό που εμπεριέχεται στα ίχνη τα οποία ακολουθεί, όπως ακριβώς ένας ιχνηλάτης που συγχέει τα ίχνη και παίρνει διαφορετικούς δρόμους, αλλά ταυτοχρόνως εγγύτατα προς τα ποιητικά του θηράματα:

Εσείς που ακούτε δεν ακούτε. / Γερμένοι προς τα μέσα σας πηγάδια / τρυγάτε νήπιες φωνές της μνήμης. / Λέξεις που θέλατε να πείτε / και τις πνίξατε, / το λάλον ύδωρ της φωνής σας / που το στέγνωσαν / τα ψέματα του κόσμου / κι οι συμβάσεις / και της ανάγκης ο ζυγός / ο μισθοφόρος […] Μα εγώ,/ σας τα ανασταίνω!

Πολλές φορές ένας ιδιάζων ιμαζισμός αναδύεται μέσα από τα ποιητικά κείμενα του Αλεξίου: όχι ως δόγμα ποιητικής σύνθεσης, όπως ο κλασικός ιμαζισμός εδραιώθηκε μέσα στον μοντερνισμό, αλλά ως υποφώσκων ιμαζισμός ο οποίος ενδυναμώνει την εικονοποιία εκ των έσω, ακυρώνοντας τον συμβολισμό της ποιητικής εικόνας και επιτρέποντας στο παιχνίδι των εικόνων να συγκροτεί την ποιητική έκφραση και να μετατρέπεται σε όργανο της αισθησιακής αμεσότητας του ποιήματος:

Το καλοκαίρι γλιστράει / μέσα απ’ τα δάκτυλα/ σαν την άμμο / ελεημονώντας / τα στερνά λείψανα / της νοσταλγίας και της σμιξοσύνης. / Στην άκρη των ματιών σου / ο χειμώνας / μεταμφιεσμένος / σε δάκρυ / περιμένει…

Όμως, μια αιφνίδια νοσταλγία της παράδοσης που επιστρέφει στην καταγωγή της προσπαθεί να ανατρέψει τη μοντερνικότητα της ποιητικής μέσα από την ίδια τη μοντερνική ποιητική, να την ανατρέψει χωρίς να την ακυρώσει, αλλά αντίθετα να αφήσει στους μοντερνικούς τρόπους το αχνάρι της για να μην λησμονηθεί και να εξακολουθήσει να διαποτίζει τον μοντερνισμό με τον καιρό της παράδοσης και την παράδοση με τον καιρό του μοντερνισμού. Εδώ ο Αλεξίου φαίνεται σαν να «εξίσταται», σαν να εισχωρεί σε έναν Lebenswelt ο οποίος τον μεταφέρει από μια στιγμή της ποίησης σε άλλη ποιητική στιγμή, όχι για να γεφυρώσει τις στιγμές, αλλά αντίθετα για να τις απελευθερώσει, έτσι ώστε να γειτνιάζουν μέσα στο ίδιο ποιητικό περιβάλλον, μέσα στο περιβάλλον στο οποίο ο ποιητής επιχειρεί «μια περιφραστική σπουδή» (T. S. Eliot) με την ίδια αγωνία τότε και τώρα:

Στου Πλατυστόμου τα βουνά σύννεφα κουβεντιάζουν / μιλάν για ίσκιους μακρινούς που χάνονται το βράδυ / για της αυγής το κρύσταλλο, για της νυχτιάς το χάδι, / για των ανθρώπων τους καημούς, για των παιδιών το κλάμα.

Είναι πιθανόν η αισθησιακή αμεσότητα των ποιήσεων του Αλεξίου κάποιες φορές να σκοντάφτει, ή να συμπαρασύρει τα συσσωρευμένα ίχνη της σε μιαν έκθεση κατά παράθεση, σε ένα τοπίο κάπως άξενο γι’ αυτές, ή σε μια γλώσσα που δεν την μίλησαν, επειδή ήξεραν να μην την μιλούν, οι οδοδεικτικές τροχιές του. Ωστόσο, έστω κι έτσι, η εντιμότητα της ποιητικής του παραμένει το ασφαλές καταφύγιο των δυσκολιών της.

Στέφανος Ροζάνης

*Από εδώ: https://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2023/01/h.html?fbclid=IwAR1m8i_UFwt6oCMADDdnPc6bVNj1lALxugm_ZYUTE880suMvLj3YZVSp_Oo#more

Wols, Ποιήματα

Στο Cassis οι πέτρες, τα ψάρια
τα βράχια καθώς φαίνονται με το φακό
το αλάτι της θάλασσας κι ο ουρανός
με κάναν να ξεχάσω τη σημασία
που δίνουμε στον άνθρωπο
με καλέσαν να γυρίσω την πλάτη
στη σπατάλη της δραστηριότητάς μας
μού έδειξαν την αιωνιότητα
μες στα μικρά κύματα του λιμανιού
που πάνε κι έρχονται
χωρίς ποτέ να ‘ναι τα ίδια…

*

Ο κίτρινος σκύλος μου ανασαίνει τη νύχτα
αυτός γνωρίζει το είναι το αύριο
με τις σκοτούρες και τις χαρές του
στον ύπνο του σκέφτεται
γνωρίζει πως όλα είναι απαράλλαχτα
απαράλλαχτα όπως η νύχτα που έρχεται.

*

Δεν έχει νόημα
να δίνεις όνομα στο Θεό
ή να παπαγαλίζεις.
Όταν βλέπουμε ας μη μας πιάνει η μανία
κάτι να φτιάξουμε μ’ αυτό που βλέπουμε
αλλά να βλέπουμε αυτό που είναι.

*

Πως η λευκή φυλή που ακόμα βρίσκεται
σ΄ ανώριμη ηλικία
έβγαλε έναν σοφό σαν τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ
είναι ένα θαύμα.

*

Όταν ξανοίγεται μπροστά μας ένας δρόμος
προς την ενότητα, την ομορφιά, τον ουρανό
οι λεπτομέρειες χάνουν τη σημασία τους
μα κι έτσι έχουν τη χάρη τους.

*Από το βιβλίο “Wols Ποιήματα”, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1983. Παρουσίαση – Μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς.

*Ο Wols ήταν ο ζωγράφος, σχεδιαστής, φωτογράφος και ποιητής, Alfred Otto Wolfgang Schulze (1913-1951), από την Γερμανία, που δραστηριοποιήθηκε κυρίως στην Γαλλία. Οι φωτογραφίες της ανάρτησης είναι δικά του έργα.

Στρατής Πασχάλης, Στήλη

(Στιχούργημα για να γραφεί στον
ανδριάντα ενός πεθαμένου αστού)

Γυρεύω τα σπασμένα λόγια τ’ άνυδρα σώματα
κομψά οικήματα με τα σαθρά τους δώματα
γυρεύω τα παλιά μου οράματα
τις γαίες μου τού πλούτου μου τα δράματα
τους δούλους που ξεπέσανε σε πρόστυχους και ταπεινούς αστούς
τους σκύλους μου τους νόθους μου τους χωρικούς
τα λίγα ή τα πολλά μου γαλλικά που έμαθα παιδί από νέρσες
(εν Σαλαμίνι ναυμαχία η Ακρόπολη και Πέρσες)
γερμανικές ή αγγλικές γκραβύρ απομιμήσεις
φαύνους τοπία της Αιγύπτου άλλες απεικονίσεις
στην Οδησσό την Αλεξάνδρεια Βιέννη στη Σμύρνη την Τεργέστη Ανκόνα
εμπόρια τοκογλυφίες επιχειρήσεις και ταξίδια’ γυρεύω μιαν εικόνα…
Στη γέννησή μου σχεδόν αλλόφυλος.
Στην κοίμησή μου σχεδόν ομοφυλόφιλος.

*Από τη συλλογή “Ανασκαφή”, εκδ. Ίκαρος, 1984.