Δημήτρης Τρωαδίτης, H αύρα της έγνοιας παφλάζει

Οι στιγμές της ζωής δεν εγκαταλείπονται
είναι μια μοίρα που την κουβαλάς μαζί σου
είναι η φωλιά της ύπαρξής σου
αποκοιμιέσαι μέσα της

είναι οι κήποι των παιδικών σου χρόνων
που δεν μαραίνονται
τα τρυπήματα των αγκαθιών
που είχαν γλυκό πόνο
κι η πληγή έκλεινε μετά από λίγο
το κρυφοκοίταγμα
μέσα απ’ τη μισοσπασμένη γρίλια

μπορεί να έφυγες
αλλά οι παραστάσεις είναι ακόμη εκεί
πώς ν’ αποχωριστείς τα πρώτα βήματα
με τόσα ξαφνιάσματα
με μια αμείωτη περιέργεια
όταν θέλεις ν’ απολαμβάνεις μικρές χαρές
που φαντάζουν πολύτιμες
επειδή είναι πια τόσο μακρινές

τις νύχτες μεθάς με τ’ άρωμα της μνήμης
που σ’ έχει μάθει ν΄ αντιστέκεσαι
αλλά και να συγχωρείς
όταν όλα τα χρώματα έχουν πεθάνει
η έγνοια σου βρίσκεται εκεί
κάποιες ώρες δύει
αλλά σε λίγο επανέρχεται δριμύτερη
αναδυόμενη σε όλο της το μεγαλείο

η αύρα της έγνοιας παφλάζει,
τα χθεσινά, τα τωρινά και τα μελλούμενα
είναι η ίδια αέναη διαδικασία
του να νυχτώνεσαι και να ξημερώνεις,
ν΄ ανακαλύπτεις κρυμμένες ιστορίες
και να πλέκεις υφάσματα νοσταλγίας.

Πάνος Κυπαρίσσης, Γυμνάσματα

Τα φυλλοβόλα
περασμένα φύλλα τους
πάντα θυμούνται

Όσο σκάβονται
βαθύτερα οι ψυχές
τόσο σωπαίνουν

*

Εκείνο το “ίσως”
ίσως σε δικαιώνει
ή σ΄απελπίζει

Τα αντίγραφα
επιμένουν στη θλίψη
της γέννησής τους

Της μοίρας πικρό
υφαντό, δίχως πουλί
δίχως κοτσάνι

Λημέρι στήσε
μη και πατούν οι πίκρες
και σε χορεύουν

Τι να πω στιγμή
Πού βρίσκεις τόσο ορμή
και τη σκορπίζεις;

Πικροί οι νεκροί
Ζωντανό μόνο βαστούν
άπαρτο νόστο

Αρκεί στον τοίχο
ανεπαίσθητη ρωγμή
να τον γκρεμίσει

*

Λάθη και λάθη
Ποιος τον κόσμο τόλμησε
να ‘πει θα μάθει;

Άδηλη σκέψη
κατοικεί μίσχο του νου
και τον λυγίζει

Αν είναι πληγή
και λέξη γάζα να βρεις
πάλι ματώνει

Πόνο στον πόνο
γεμίζουν τα κόκαλα
Κάποτε μέλι

Πράσινο φύλλο
υψώνεται στη σιωπή
και συλλαβίζει

Τώρα ή ποτέ
Γλιστρά κρυφά ο χρόνος
Τραβά’ το χαλί

Σκάβει η μνήμη
Τα χρυσά της τιμαλφή
σε γονατίζουν

Σημαίνει σιωπή
η φωνή του θηρευτή
και μ’ αφανίζει

Ντύσου την ήττα
Τη δορά του θύματος
ποτέ μην ντυθείς

Γίνεσαι σοφός
μ’ ένα τόσο δα, αρκεί
Να σε τρυπήσει

Ή σωπαίνεις τον
θάνατο χορεύοντας
ή μη χορεύεις

*Η ενότητα “Γυμνάσματα” περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Μαύρο βαμβάκι”, εκδ. Μελάνι, Δεκέμβριος 2009.

Αργυρώ Αξιώτη, Τρία ποιήματα

ΚΟΜΠΟΙ

Ο πατέρας ξέμπλεκε τις αλυσίδες.
Φορούσε τα γυαλιά του.
Έβρισκε την άκρη
ανάμεσα σε κρεμάστρες σιδερώστρας
τσακίσεις και ατμούς.

Φρεσκομπανιαρισμένα εμείς
χτενισμένα
με τα καλά μας ρούχα
με τα γυαλισμένα παπούτσια.
Η μάνα τις περνούσε στο λαιμό μας.
Χρυσαφένιες ήταν με σταυρούς βαφτιστικούς.

Κάθε φορά στη θέση τους.
Κάθε φορά μπλεγμένες.
Κι εμείς κάθε φορά καθώς έπρεπε
με τα ευχαριστώ και τα παρακαλώ στο στόμα.

*

ΚΑΤΑΓΩΓΗ

Ενισχυμένη τσιμεντόπλακα
δυο όροφοι με επεκτάσεις
μπαλκόνι στη θάλασσα
σκάλες γυριστές
πλυσταριό πατάρι υπόγειο
ρούχα στην ταράτσα
εικονοστάσι
τζάκι τετράγωνο
πλακάκια μάρμαρα
αρμοί αλφαδιασμένοι
στον ήλιο.

Στο μπάνιο λιποθύμησα
στο πρώτο σκαλί χάραξα το μέτωπο
μια πόρτα έπιασε τα δάχτυλα
τα μάτια στο πιάτο
στα θεμέλια πήλινα θραύσματα.
τις νύχτες άκουγα
αίμα κόκκινο κόκορασ που κράζει
βήματα διωγμένων.

Βγαίνοντας
άφησα τη σιδερένια αυλόπορτα ανοιχτή.
μα το σπίτι εκεί
ούτε δύο βήματα δε μ’ ακολούθησε.

*

ΚΙΝΙΝΟ

Κληρονομιά
γραμμένη στη φόδρα από τις φούστες μας
μετρημένη σε λόγια σκληρά
σε βλέμματα άγρια.

Η Δενείχετιποτα να δώσει
πέτρινο στήθος
χέρια παχιά
η Πουτοπαράκανε
κόβοντας κομμάτια τη σάρκα της
σ’ ανίερο τάισμα.
η Ανδενδώσει χάνεται
και η Δεθαμπειποτέ σε τέτοιο νταλαβέρι.

Καθεμιά παράπονο κλειστό.
μαμιά γνώση άδωρη.
στον καιρό τους πορεύονται ρωτώντας
τα τι και τα πως ξηλώνοντας
και ράβοντάς τα πάλι.

*Από τη συλλογή “τρύπα στο πάτωμα”, εκδόσεις των άλλων, 2021.

Βασίλης Κουντζάκης, Τρία ποιήματα

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΘΑΛΑΜΟΣ

Γεωμετρία συνείδησης
ανεπάγγελτη ομορφιά
ιδρωμένη, ακούραστη νύχτα
σε δένει στα πιο παράξενα στέκια
κοιμάσαι κατάχαμα
μετρώντας πρωτόγνωρες, άβολες στάσεις

μακριά από πλήθη
έχει τελειώσει η μουσική
φωνές και θόρυβοι γλιστράνε
στην μυστική χοάνη του χρόνου

*

ΟΜΟΙΟΜΟΡΦΙΑ

Μυθοποίηση μιας εποχής
μουχλιασμένο χαλί, ίδιο ποτήρι
μνήμη ολοένα πιο ασαφής
κρυφά περάσματα της νύχτας·
αόρατα σχέδια πάνω σε τοίχους
έξω, ο χρόνος, τα σκοτεινά σώματα, η ροή της νιότης,
πρακτορεία, σταθμοί, ερημιά.

Αέρας τρυπώνει κάτω από τα φύλλα
μπλέκεται στους κισσούς
μια ήρεμη, πρωινή θάλασσα
ξεπλένει το συσσίτιο της σάρκας.

*

ΔΡΟΜΟΣ

Φωνές αδειάζουν τις αίθουσες
χύνονται στα στενά, στις παρόδους.
Λέξεις κλεισμένες μέσα σε λέξεις.
Σκιές παίζουν με μικρά αντικείμενα.
Ακολουθείς τη σάρκα
ακολουθείς χωρίς σκέψη το σύννεφο
που απλώνεται ατέλειωτα
στο ουράνιο τέμπλο.

Το σκυλί κοιμάται στο χώμα
πέτρες ακουμπισμένες η μία πάνω στην άλλη
σαν γλυπτό στέκουν στο βάθος
μένουν πίσω, μικραίνουν

το φως λιγοστεύει

η γραμμή χάνεται μακριά.

*Τα τρία αυτά ποιήματα τυπώθηκαν σε πλακέτα με τον τίτλο “Μνημεία επαφής”, τον Ιούλιο του 2023 με την επιμέλεια των εκδόσεων Negroponte, σε μια έκδοση εκτός εμπορίου.

Peter Handke, Ποίημα για τη διάρκεια (απόσπασμα)

“Tage wjährts, jähre dauerts”*:
Γκαίτε, ήρωά μου
και μάστορα του αποφθεγματικού λόγου,
το πέτυχες ακόμη μια φορά:
η Διάρκεια έχει να κάνει με τα χρόνια, με τις δεκαετίες,
με τον χρόνο της ζωής μας, η Διάρκεια είναι το αίσθημα ζωής.

Περιττό ίσως να ειπωθεί,
ότι δεν τελειώνει η Διάρκεια
των καθημερινών καταστροφών,
των επαναλαμβανόμενων αντιξοοτήτων,
των αναζωπυρωμένων μαχών,
της καταμέτρησης των θυμάτων.
Το όπως πάντα αργοπορημένο τρένο,
το αυτοκίνητο που ακόμη μια φορά σε περιέλουσε
με τα βρομόνερα μιας λακούβας,
αυτός ο αστυνομικός με το μουστάκι
που με το δάχτυλο σου κάνει νεύμα να περάσεις
στη θέση του κόντρα ξυρισμένου χθεσινού,
οι μορχέλες που κάθε χρόνο επιστρέφουν
σε άλλη μεριά στο ξέφωτο του κήπου,
το καθημερινό πρωινό γάβγισμα
του σκύλου του γείτονα,
οι παιδικές χιονίστρες,
που κάθε χειμώνα σε ξανατρώνε,
τα ίδια πάντα όνειρα τρόμου
για τον χαμό αγαπημένων,
η αιώνια ξαφνική αποξένωση
ανάμεσα σε δύο αναπνοές,
η δυστυχία του επαναπατρισμού
μετά από ταξίδια εξερευνητικά του κόσμου,
αυτές οι μυριάδες προσδοκούμενων θανάτων
μέσα στη νύχτα πριν απ’ την πρώτη λαλιά πουλιών,
η καθημερινή είδηση για τρομοκρατικό χτύπημα από το ράδιο,
το, καθημερινά από αυτοκίνητο, χτυπημένο σχολιαρόπαιδο,
τα καθημερινά κακά βλέμματα των αγνώστων:
όλα αυτά δεν περνάνε με τον χρόνο
-δε περνάνε ποτέ, ποτέ δε θα τελειώσουν,
εν τούτοις δεν έχουν καμία δύναμη Διάρκειας,
δεν ακτινοβολούν τη θερμότητα της Διάρκειας,
δεν έχουν την παρηγοριά της Διάρκειας.

Αναγκαίο επίσης να διαχωρίσουμε:
ακόμη και της στιγμής τα πιο μεγάλα θαύματα,
δεν είναι αυτά που παράγουν
το χαροποιό, το ήσυχα δυνατό Διαρκές.

Χούμπερτ και Φέλιξ, όταν το περασμένο καλοκαίρι
πλέαμε κατά μήκος των τουρκικών ακτών,
αγκυροβολήσαμε σε ένα μικρό όρμο
και βγήκαμε με μια λαστιχένια βάρκα στην ακτή.

Ήταν, όπως ολόκληρες τις δύο βδομάδες,
μια ανέφελη ζεστή, με ελαφρό αεράκι, μέρα,
και οδοιπορώντας πάνω στην πλαγιά ενός γειτονικού λόφου
βγήκαμε στο γειτονικό όρμο

(Συνεχίζεται)

*Αυτή η χρήση του Γκαίτε συναντάται σε ένα ποίημά του με τον τίτλο “Για τη Σουλάικα”. Αφορμή γι’ αυτό ήταν ο έρωτάς του για την, κατά τριάντα πέντε χρόνια, νεότερή του Μαριάννε Γιουγκ, όταν ο ίδιος ήταν ήδη εξήντα πέντε ετών. Την γνώρισε στο σπίτι του πλούσιου φίλου του, τραπεζίτη Γιόχαν Γιάκομπ Βίλεμερ, του οποίου η Μαριάννε ήταν ψυχοκόρη. Απίστευτος για τα σημερινά ήθη είναι ο τρόπος απόκτησής της δι’ αγοράς από τη μητέρα της, στην ηλικία των δεκαέξι ετών. Το 1814 άναψε ένας έρωτας μεταξύ τους, ο οποίος έγινε αφορμή ενός διαλόγου σε ποιήματα που όμοιός του δεν υπάρχει στη γερμανική λογοτεχνία. Το 1815 ο Γκαίτε αποφασίζει να δώσει τέλος, φοβούμενος επιπλοκές. Ο τραπεζίτης παντρεύεται τελικά ο ίδιος την Μαριάννε την ίδια χρονιά. (Σημείωση της μεταφράστριας)

**Peter Handke,“Ποίημα για τη Διάρκεια”, Εκδόσεις Βακχικόν, Ιούλιος 2020. Μετάφραση: Ιωάννα Διαμαντοπούλου.

*Το πρώτο απόσπασμα από το “Ποίημα για τη διάρκεια” δημοσιεύτηκε εδώ: https://tokoskino.me/2020/11/08/peter-handke-από-το-ποίημα-για-τη-διάρκεια/

Idea Vilariño, Γράφω, σκέφτομαι, διαβάζω…

Γράφω
σκέφτομαι
διαβάζω
σελίδες μεταφράζω είκοσι
τις ειδήσεις ακούω
γράφω
γράφω
και διαβάζω.
Πού είσαι, πού.

*Μετάφραση Έλενα Σταγκουράκη

Diane di Prima, Χρονολόγιο

Σε αγάπησα τον Οκτώβριο

όταν κρύφτηκες πίσω από τα μαλλιά σου

κι οδήγησες τη σκιά σου
στις γωνιές του σπιτιού

και τον Νοέμβριο εισέβαλες
γεμίζοντας τον αέρα
πάνω από το κρεβάτι μου με όνειρα
και κραυγές για κάποια βοήθεια

το εσωτερικό του αυτιού μου

το Δεκέμβρη κράτησα τα χέρια σου

ένα απόγευμα το φως σώθηκε
επανήλθε
μιαν αυγή στην ακτή της Σκωτίας
με σένα να μας τραγουδάς στην ξηρά

τώρα είναι Γενάρης, ξεθωριάζεις

μες στις διπλές πόρπες σου πάνω στην κάπα του, η σκιά σου στο χιόνι,

γλιστράς μακριά πάνω στον άνεμο, ο κρυστάλλινος αέρας

μεταφέρει τα καινούργια τραγούδια σου αποσπασματικά μέσα από τα παράθυρα

των λυπημένων, ψηλών, χαριτωμένων δωματίων μας.

*Μετάφραση: Άννα Νιαράκη.

Georg Trakl, Η νεαρή υπηρέτρια

Η φωτογραφία πάρθηκε από εδώ: https://dammerung.substack.com/p/dark-autumn-returns-by-georg-trakl

αφιερωμένο στον Λούντβιχ φον Φίκερ

1

Συχνά στο πηγάδι, όταν χαράζει,
την βλέπεις να στέκεται μαγεμένη
και να τραβάει νερό, όταν χαράζει.
Ανεβαίνει ο κουβάς· και κατεβαίνει.

Στις οξιές οι κάργιες πετούν
κι εκείνη μοιάζει με ίσκιο.
Ξανθά τα μαλλιά της πετούν
κι οι ποντικοί στριγκλίζουν στον κήπο.

Και ξαναμαγεμένη από την παρακμή
τα φλογισμένα βλέφαρα χαμηλώνει.
Χορτάρι ξερό η παρακμή
κάτω, στα πόδια της, κυρτώνει.

2

Ήσυχη δουλεύει στο δωμάτιο
κι ο κήπος, χρόνια, ερημικός.
Στην κουφοξυλιά μπρος στο δωμάτιο
κότσυφας κελαηδεί παραπονετικός.

Ασημένια η μορφή της στον καθρέφτη
ξένη στου λυκόφωτος την λάμψη την κοιτάζει
και σκοτεινιάζει ωχρή μες στον καθρέφτη
κι απ’ την αγνότητά της τρομάζει.

Σαν όνειρο υπηρέτης τραγουδάει στο σκοτάδι
κι εκείνη κοκαλώνει απ’ τον πόνο. Στάζει
κόκκινο μέσα στο σκοτάδι.
Νοτιάς απότομος την πύλη τραντάζει.

3

Ήσυχη δουλεύει στο δωμάτιο
κι ο κήπος, χρόνια, ερημικός.
Στην κουφοξυλιά μπρος στο δωμάτιο
κότσυφας κελαηδεί παραπονετικός.

Ασημένια η μορφή της στον καθρέφτη
ξένη στου λυκόφωτος την λάμψη την κοιτάζει
και σκοτεινιάζει ωχρή μες στον καθρέφτη
κι απ’ την αγνότητά της τρομάζει.

Σαν όνειρο υπηρέτης τραγουδάει στο σκοτάδι
κι εκείνη κοκαλώνει απ’ τον πόνο. Στάζει
κόκκινο μέσα στο σκοτάδι.
Νοτιάς απότομος την πύλη τραντάζει.

4

Κρότος μεταλλικός στο σιδεράδικο: σφυρί·
κι εκείνη περνάει την πύλη βιαστική.
Κατακόκκινο δουλεύει ο υπηρέτης το σφυρί
κι εκείνη, όπως νεκρή, κοιτάζει κατά κει.

Σαν σε όνειρο συναντάει ένα γέλιο·
ταράζεται στο σιδεράδικο·
έντρομη χαμηλώνει μπρος σ’ εκείνου το γέλιο,
όπως σφυρί σκληρό και άγριο.

Ακτινοβολούν στον χώρο σπινθήρες·
και καθώς με άτσαλες κινήσεις
κυνηγάει τους άγριους σπινθήρες,
ζαλισμένη, πέφτει κάτω η μορφή της.

5

Αδύνατη τεντώνεται στο κρεβάτι,
ξυπνάει μ’ έναν φόβο γλυκό
και κοιτάζει το λερωμένο κρεβάτι
καλυμμένο ολόκληρο από φως χρυσό·

οι ρεζεντά[1] στο παράθυρο
κι ο φωτεινός γαλάζιος ουρανός.
Καμιά φορά άνεμος φτάνει στο παράθυρο
κι ήχος καμπάνας διστακτικός.

Ίσκιοι γλιστρούν πάνω απ’ το μαξιλάρι·
αργά η καμπάνα δώδεκα ηχεί
κι εκείνη ανασαίνει βαριά στο μαξιλάρι
και μοιάζει το στόμα της πληγή.

6

Το βράδυ αιωρούνται ματωμένα λινά·
σύννεφα πάνω από σιωπηλά δάση
τυλιγμένα σε μαύρα λινά.
Σπουργίτια θορυβούν στο χωράφι.

Κι εκείνη: κάτασπρη στο σκοτάδι.
Γουργούρισμα κάτω απ’ τη στέγη ανασαίνει.
Όπως ψοφίμι σε θάμνο και σκοτάδι·
σμήνος πετά γύρω απ’ το στόμα της και δίνες υφαίνει.

Σαν όνειρο ηχεί στο σκούρο χωριό
γλέντι: χοροί και βιολιά·
αιωρείται η όψη της στο χωριό,
φυσούν τα μαλλιά της σε γυμνά κλαδιά.

*Από τα “Ποιήματα” [Gedichte, 1913]. Επιλεγόμενα. Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Το ποίημα στα ελληνικά δημοσιεύτηκε εδώ: http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html

1. Ποώδες φυτό με υπόλευκα ή υποκίτρινα άνθη.

Omed Qarani, Θεός Μεταχειρισμένος

Κάνεις βήματα / ο άνεμος είναι ένας οργισμένος ανακριτής / σε σπρώχνει / σε μια γωνιά της αγοράς / διαλέγεις έναν θεό από δεύτερο χέρι / για να τον ανάψεις σαν τσιγάρο μέσα στη νύχτα / μέσα στα κύματα των γρήγορων ειδήσεων / μυρίζεις το μπαρούτι εκείνου του πολέμου / που άφησε πίσω στην πατρίδα / η πλάτη σου λύγισε λίγο / η τσάντα σου είναι το βάρος εκείνων των σπασμένων ηττών / που δεν χώρεσαν στην πατρίδα / ​Το κρύο / είναι το μαστίγιο ενός ρατσιστή δήμιου / στο μάγουλό σου γίνεται το σημάδι ενός καταζητούμενου / η ζωή σου ένα εργοστάσιο από ψυχρό ατσάλι / που σέρνεται μέσα σε άδεια τούνελ / σαν ελεύθερος σκοπευτής μέσα στους διαδρόμους / ο θάνατος φυτεύει τα σημάδια του /

Peter-Paul Zahl, Ωρολογιακή βόμβα

Βάλε το ξυπνητήρι γυναίκα
για να ξυπνήσουμε αύριο ακριβώς
την ώρα που πρέπει
για τον καθημερινό μας μινιφόνο
της ψυχής

και το βράδυ
όταν πλαταγίζει το μαβί φως γυναίκα
ας ευτυχήσουμε
σκεφτόμενοι τι θα αγοράσουμε
με το αντίτιμο
της καθημερινής δολοφονίας της ψυχής

βάλε το ξυπνητήρι γυναίκα
για να ξυπνήσουμε αύριο ακριβώς
την ώρα που πρέπει
για την καθημερινή μινικηδεία
της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

και το μεσημέρι
σαν σηκώνεται η ομίχλη πάνω
στο κοινωνικό παχνί του εργάτη
έλα να χαρούμε για το παιδί με δόσεις
που μας δώσανε από το παιδοφορβείο

βάλε το ξυπνητήρι γυναίκα
για να ξυπνήσουμε αύριο ακριβώς
στην πρεπούμενη ώρα
για το εθνικό βουτυροεισόδημα
για τη διατήρηση της ελευθερίας
του ιδρώτα μας
και βάλε
το ξυπνητήρι δυνατά·
πολύ δυνατά.