Ηλίας Μέλιος-Λιανός, Τέσσερα ποιήματα

ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ ΑΝΕΜΟΣ

χρόνια κανονίζεις παρέες
εκπέμπεις λαθραία μηνύματα κρυπτογραφημένα
ΜΗΤΕΡΑ
ανατολή

ζεσταίνεις τις ανάσες
χτίζεις μέτωπα χαμηλά υγρά
βρέχοντας σταγόνα-σταγόνα τις σκιές μας με ρακί

μας αγκαλιάζεις – τα χέρια ματωμένα

*

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ -κατά τους προσωκρατικούς παππούδες μας- ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΙΡΗΝΗ

Το πρόβλημα με τον πόλεμο είναι η ειρήνη. Διότι η ειρήνη αποτελεί την εξαίρεση. Τον γνωρίζουν καλά τον πόλεμο οι μαχητές μισθοφόροι. Η ειρήνη -λένε- φέρνει ανεργία. Στον καιρό της οι μισθοφόροι αλλάζουν δουλειά. Ανοίγουν περίπτερο!

*

ΧΩΡΙΣ ΑΙΣΘΗΣΗ ΦΩΤΟΣ
(Στρατιώτες)

όπως οι έλληνες
εισβολείς στη δροσιά της τύχης
κοιτάζαμε τον ήλιο να γέρνει πίσω
στα μεγάλα βουνά της Θράκης

οι Θεοί δεν εξουσιάζουν πλέον
δεν φωτίζουν παρά τη στερημένη μορφή
ενός κόσμου σταματημένου στη δύση

η ανατολή υπήρξε για μας
ένα περασμένο λάθος

σκεπάζει ο νους το σίδερο ψυχή θωρεί πως είναι

*Από τη συλλογή “Φωνές γράφουν ιστορίες”, εκδ. Anakestan Gallery, Δεκέμβριος 2023.

Σωκράτης Καμπουρόπουλος, Τρία ποιήματα

έρχεσαι με τον ήλιο
το πρωί
σαν αντανάκλαση στο
τζάμι
που ανοίγουμε
να μπει η θάλασσα
ή μάλλον αυτό που βλέπουμε
να αιωρείται
πάνω απ’ τη θάλασσα
το τζάμι ανύπαρκτο

εσύ φωλιάζεις
στον ύπνο μου

*

τόσα πολλά ήθελα να σου πω
το μεσημέρι σβήνει αργά

τίποτα ιδιαίτερο
κι ύστερα είπες να συναντηθούμε
με τον Πέτρο, τον Τάκη, τον Κρίτωνα
μα δεν είχαμε τίποτα ιδιαίτερο να πούμε
όλα ξαναρχίζουν την αυγή
με ηρεμία
λίγο κρύο
λίγο Τρακ
τη γεύση της στέρησης του καφέ
τη φευγαλέα ματιά

από εδώ ξεκίνησα
-τίποτα δεν διακρίνω καθαρά

γέρνει με σύνεση το ηλιοβασίλεμα

*

ΜΕΤΕΙΚΑΣΜΑ

χρώμα αγάπης
αμβλύ

παράδεισος
έστεφε

φλοίσβος
αν αιρούμενος

πανωδία

ομόηχο

τραγούδι

ολοκάθισμα

λυσίκομος
κόρη

λύσσαξε ο σταχτολαίμης
στα λευκά

νύφη της νύχτας
ανύμφευτε

παλίμψηστο
φεγγάρι

ασπαλάθων
λειτουργία

ανεμώνης
σκύβαλα

τι αξία έχει

το μεταίσθιημα;

*Από τη συλλογή “Μετείκασμα”, εκδ. θράκα, 2024.

Νικόλας Κάλας (1907-1988), Φυλακισμένοι

Βαρέθηκα τα γύρω μου βιβλία και τα πολλά μου τα τετράδια
τους τοίχους που τριγυρίζουνε την κάμαρά μου
θέλω να ακινητήσω με λόγια από μπετόν.

Οι τοίχοι ζουν στριφογυρίζουν γύρω γύρω στην κάμαρά μου
οι τοίχοι ζουν στριφογυρίζουν ως βαθιά μέσα στο μυαλό μου
οι τοίχοι ζουν δεν αφήνουν τα λόγια μου ν’ απλώνουνε κλαριά
τα κλαδεύουν και μένουν πίσω τα φτώματα των ρημάτων μου
μαραμένες υπάρξεις ξαπλωμένες σε αχαράκωτο χαρτί
τη μυρουδιά τους δεν την ακούει ούτε το φως της λάμπας
σκιάζει όσα λέω κάτω από πέτρες
τα τείχη ζουν ενώ εγώ ζω μεσ’ σε τοίχους
μ’ ανατριχιάζει το άγγιγμά τους
ο αιώνιος καλπασμός τους μου στεφανώνει τον ίλιγγο
μπορεί να ήσαν πιο όμορφα ακίνητα στάσιμα
αλλ’ είναι αληθινά άμα τρέχουνε με ταχύτητα φωτός
από την Εδέμ και πέρα ως τα τώρα και πιο πέρα δυστυχώς.

Πιο γοργά από τα λόγια ασκώνονται τα τείχη
φράζουν το μελάνι και κάνουν λίμνη τη μαύρη επιφάνεια των λέξεων
ενώ έπρεπε να κυλάει με την ορμή του καταρράχτη
πλημμυρώντας με νότες βυρωνικές τους κρυμμένους μεσ’ σε όγκους δεσποτικούς
συθέμελα γκρεμίζοντάς τους
τώρα πια δεν μπορεί ο ποιητής να οραματίζεται από Βαστίλλιες που πέφτουν
δάση ολόκληρα από πύργους στολίζουν ακόμα τους βυθούς
μεγάλων ατάραχων νερών με τις άγκυρες της απελπισιάς
αρίθμητες φυλακές υψώνονται από την Αμερική στου Σιγκ-Σιγκ τα βράχια
ως την γαλάζια θάλασσα της Ελλάδας στου Ιτζεδδίν τη βάση
κι από τον Τάμεση κι από τον Δούναβη και το Βιστούλα
κι από τις λαγούνες στα βενετικά κανάλια
ζεστός ακόμα φτάνει ο αχνός των στεναγμών
καλλιεργημένων στα θερμοκήπια της ελευθεριάς.

Μέσα σε φημισμένους τοίχους πολλά σαπίζουν κάτυγρα κορμιά
που είσαι Χριστέ μου σ’ αυτό το άφτονο νερό
που δαχτυλιδώνει τόσες φυλακές
να δώσεις το σκούρο χρώμα των χτυπημένων κορμιών;
μόνο σε νυφικά φαγοπότια δεν αξίζει το μεθύσι των θαυμάτων
δε θέλουμε κρασί αλλά μαύρο μελάνι και λόγια κόκκινα
απ’ αυτά βαμμένα το χαρτί ασ’ το να πιεί τους πόθους εκείνων
που η κάθε συλλαβή ριμάρει με πέτρα
άσε να γκρεμιστεί η ομοιοκαταληξία με τρελή αλλά βαθιά ανθρώπινη ματιά
κι ο ψαλμός αυτός λεύτερα πια ανύποπτα ας φυτρώσει
σε αγκώνες δρόμων όπου ο αγέρας αψηφώντας τους τοίχους
τη μυρουδιά των λουλουδιών θα φέρει μακριά
μακριά ως τους άσπαρτους κήπους.

Δεν ήρθεν όμως η μεγάλη ημέρα
και με μηχανή τα κάτεργα ξακολουθούν και ζώνουν φιδίσια τείχη τη γη
καρπό φαρμακωμένο με δεσμωτήρια
από φυλακή σε φυλακή σέρνουν τα τραίνα τους καταδίκους
και σταματούν σε στάσεις του κόσμου
που πελασγικά εχτές και σιδερένια τώρα τρίζουν τους πόθους μας.
Από τις πυραμίδες τάφοι για τις ελπίδες των δούλων
από τους κρεμαστούς κήπους όπου άνθη αγκαθωτά μοσχοβολούν
για τους σκλάβους τα αγκάθια
απ’ τα παλάτια της Ρώμης φυλακές γι’ αυτούς που μένουν όξω
απ’ τα Μακρά Τείχη από της Κίνας τα μουράγια
ανεβαίνει σα βοή τεράστια το παράπονο των κολασμένων-
και σήμερις στον πόλεμο κάτου απ’ τη γη
και στη θάλασσα πελώριοι τοίχοι προσφέρουνε νέα δάκρυα
με κλάματα αδιάκοπα σκεπάζουν τον ουρανό οι τοίχοι
οι τοίχοι της Βαβέλ που συμπληρώνουν τα κυπαρίσσια του Νέου Κόσμου
φύλακες κοιμητηριού όπου η φτωχολογιά ζει θρονιασμένη σε ηλεχτρική καρέκλα
κι από τις άπιστες εκείνες κορφές αναβλύζει τώρα η φωνή του Ζέφυρου
τραγουδεί με μάρμαρα προπυλαίων σε πλήχτρα σύγχρονης οικοδομής
απίθανες ιστορίες-τα έργα των ανθρώπων δούλοι της πέτρας
μας λέει πως τη σηκώσανε ψηλά με πόνο
για να ν’ ανασάνει λεύτερα στους αιθέρες του χρόνου
ενώ οι σκλάβοι ποιητές της φυσούνε το χτικιό στο βραδί τους δρόμο.

Για δέτε πως τρέχουν τρέχουν οι τοίχοι
σπούνε τον ορίζοντα πλημμυρούν τη γη
φάμπρικες παλάτια θέατρα μουσεία αποθήκες κλινικές
Λόντρα Ρώμη Πεκίνο Τόκιο μού ’ναι αδιάφορο
τρέχουν τρέχουν οι τοίχοι
με ρόδες από δολλάρια και βενζίνη της Μοσσούλης
και κάνουν λαδιές-στάδια εργατικής πορείας
σπάνιο το θέαμα διεθνική η συνάντηση
άραγες θα προφτάσει το τραγούδι μου ν’ ανάψει τις καρδιές
προτού στους τοίχους του γραφείου μου φυτρώσει η μούχλα
η μούχλα της φυλακής
της φυλακής που κλείνει τα κορμιά
ή της άλλης της πιο φριχτής με τους τοίχους της απελπισιάς;
γράφω τόσο πολύ σιγά κι οι διαβαστές προφέρουν τόσο άσκημα τις ιδέες
που φοβούμαι μην κουραστώ να δω τους άλλους ακόμα να σταθμεύουν.
Όχι της φυλακής οι τοίχοι
τα λόγια μου δεν θα κρατήσουν
ο αγέρας θα πάρει τα χαρτιά μου
θα τα πετάξει στους δρόμους
θα τα σκορπίσει
και μακριά αν ζήσουν απ’ την ψυχή μου
κι εγώ γυμνός αν μείνω
θα’χω μια φωνή τη γροθιά μου.

*Από τη συλλογή “Οδός Νικήτα Ράντου”, εκδ. Ίκαρος 1977.

Για τα «Ποιήματα», του Γκρέγκορυ Κόρσο

Γκρέγκορυ Κόρσο | Εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ |

γράφει ο Μιχάλης Κατσιγιάννης

Η ποίηση, πριν και πάνω απ’ όλα, είναι ένας διαρκής – πολυμεθοδικός – αγώνας ενάντια στις δομές, στις όποιες δομές, στις εκάστοτε δομές. Ο ποιητής προσπαθεί να λειτουργήσει σαν υπονομευτής σε αυτές και να δημιουργήσει ρωγμές στα κλειστά συστήματα, στα ενοποιημένα και εξουσιαστικά – παντός τύπου – σχήματα και να διευρύνει αυτή τη δράση, καθώς και τα αποτελέσματά της. Μια «γραμμή φυγής», για να το θέσω με τους όρους του Ντελέζ (βλ. Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022̇ Ντελέζ, 2025: 105).

Αυτή την περιγραφή της ποίησης και του ποιητή την εντοπίζει κανείς πολύ εύκολα στη γραφή του σημαντικού beat ποιητή Γκρέγκορυ Κόρσο. Διαβάζω στο ποίημα «Η αμφιβολία του πραγματικού» (σελ. 34): «Όντας Ποιητής/Εστία ησυχασμού δεν βρίσκεις».

Ο ποιητικός λόγος του Κόρσο, ένα ανθισμένο μείγμα, κόσμοι σε διαλεκτική και συμπλοκή, αφετηρίες που μπερδεύονται στις προθέσεις και τους προσανατολισμούς, που αναδεικνύουν τον πολυδιάστατο τρόπο σκέψης του. Ορμητικός και αποφασισμένος, πληγωμένος και ευτυχής, ζωντανός δηλαδή, η ποίησή του χαράζει ένα δρόμο μέσα από την περισυλλογή και την διεκδίκηση αποπνέοντας ισχυρά μια ηθική της ανατροπής και την αντίστοιχη αισθητική. Φαίνεται αρκετά καθαρά αυτό το στίγμα στα ποιήματά του. 
 
Πνεύμα (σελ. 47)
 
Πνεύμα 
Είναι η ζωή
Κυλάει μέσα
Από τον θάνατο μου
Ασταμάτητα
Σαν ένα ποτάμι
Που δεν φοβάται
Να γίνει θάλασσα. 
 
Η φωνή του ποιητή, ιδιαίτερη και πολυκατευθυντική, συνθέτει τον εαυτό της μέσα από τα χαρακτηριστικά ποικίλων υφών και τρόπων. Πότε αυτοβιογραφικός, εξομολογητικός, αφηγηματικός, αλλά και αφαιρετικός, ποτέ κριτικός, αναλυτικός, αλλά και κατατοπιστικός συνομιλεί με όποιο σημείο αναγνωρίζει και προσπαθεί να το κατατάξει στο ιδιωτικό του σύμπαν συμπλέοντας με τρόπο ονειρικό,, αλλά και ενεργητικό ταυτόχρονα με τον ρημαγμένο – από τις πολλαπλές χρήσεις – χωροχρόνο. Αυτό είναι ένα από τα σπουδαία του επιτεύγματα. 
 
Θαλασσινή Ριμάδα (σελ. 56)
 
Η μάνα μου τη θάλασσα μισεί
Προπάντων τη δική μου
Της είπα αυτό να μην το κάνει
Αυτό μονάχα μπόρεσα
Μετά από χρόνια δύο
Η θάλασσα την έφαγε
Στο ακρογιάλι βρήκα μία παράξενη
Μα όμορφη τροφή
Ρώτησα τη θάλασσα άμα μπορούσα να τη φάω
Και η θάλασσα μου είπε ναι
– Ω, θάλασσα, τι ψάρια είναι ετούτα
Τόσο γλυκά και τρυφερά;
– Της μάνας σου τα πόδια.
 
Στον Κόρσο διαβάζω έναν τρόπο σκέψης που αναλαμβάνει να καταπιαστεί με μια ποιητική της ζωής και του ανθρώπου, της μνήμης και της φθοράς, της βιωμένης πραγματικότητας και της ανεξέλεγκτης βούλησης για ένα εκρηκτικό όραμα που διόλου δεν σχετίζεται με μεγαλεπήβολα σχέδια ή/και προγράμματα, αλλά μονάχα με την εμβάθυνση στη σκέψη και την κριτική παρατήρηση και συλλογή ως εναλλακτικό και συγκρουσιακό (ποιητικό) παράδειγμα ύπαρξης, τοποθέτησης και δράσης εντός του κόσμου. Η ποίηση του Κόρσο, ριζοσπαστική στην πρόθεση και την επιτέλεσή της, είναι γραφή για τον κόσμο, κοινωνική συσχέτιση μαζί του.

Ο Κόρσο προσπαθεί να αρθρώσει έναν λόγο υβριδικό από μια υβριδική πλευρά, απευθύνεται διαρκώς εκτός του κανονιστικού πλαισίου επαφής, απορρίπτει την ορατότητα που προσιδιάζει στη μηχανιστική ένταξη του υποκειμένου στις κυρίαρχες μεθόδους αλληλεπίδρασης και κραυγάζει διατυπώνοντας έναν αγνό αυθορμητισμό, έναν καθαρό και ριζοσπαστικό συναισθηματισμό (βλ. επίσης Κατσιγιάννης, 2024).
 
Σημείωση για ποίημα νωρίς το πρωί #3 (σελ. 55)
 
Ο άντρας είναι μυστικός
Μαγική η γυναίκα –
 
Ένα πνεύμα ελεύθερο
Είναι θείος χαλασμός.
 
Προχωρά ο Τυραννόσαυρος σαν άνθρωπος
Μέσα στην τερατώδη νύχτα.
Με τούτο το κτηνώδες είδος συγγενεύω
– περισσότερο απ’ όσο με τον θεό
Που μας δημιούργησε.
 
Η γραφή του, μια γραφή (ανα)στοχαστική που επιχειρεί να αντισταθεί σε οτιδήποτε δοσμένο, καμουφλαρισμένο και προαποφασισμένο. Μια γραφή που δεν αρκείται στο προφανές ακόμη κι όταν αυτό μοιάζει μάταιο και συχνά αυτοκαταστροφικό. Ο Κόρσο παίζει με τα επίπεδα και τις διαστάσεις της προσωπικότητάς του, με τις ποιότητες που συγκρότησαν τον άνθρωπο που είναι, που έγινε, τη λειτουργία που τελικά αποφάσισε να θέσει σε δράση. Ωστόσο, τα παιχνίδια αυτά δεν μοιάζει να συμβαίνουν στη βάση μιας μοιρολατρίας, απωθείται από μια απόλαυση του ντετερμινισμού ο ποιητής. Αυτό είναι πολύ κρίσιμο. Θα λέγαμε ότι η μεταμοντέρνα διαλεκτική του ποιητή με τα βιώματά του, οι ανοικτές σκέψεις του για το μέλλον και η σχέση αυτού με το παρελθόν και το παρόν του δεν συμβαίνει για την εξυπηρέτηση κάποιας μαρτυρικής, μυστικής, μεταφυσικής θέλησης. Δεν έχουμε να κάνουμε δηλαδή με μια κοινότυπη ενδοσκόπηση, με ένα τεχνοκρατικό ψυχογράφημα, με μια απλή, ουδέτερη, παθητική και στατική καταγραφή παλαιών, νεότερων και φανταστικών ερεθισμάτων.

Αντίθετα, αυτή η διαλεκτική του Κόρσο επιτελείται στη βάση της σύγκρουσης, είναι ένας πόλεμος για τη σημασία: μια κοινωνικο-πολιτισμική πρακτική. Είναι η αναμόχλευση διαφόρων (ετερόκλητων) λόγων, ο καθένας από τους οποίους συμβάλλει στην πολυσημική αντίληψη του κόσμου και του εαυτού του (του ποιητή δηλαδή), δρομολογώντας και διαμορφώνοντας έτσι την ανταπόκρισή του σε αυτούς. Με άλλα λόγια, βλέπει κανείς ότι η ποιητική του Κόρσο δημιουργείται όπως ακριβώς δημιουργείται ο ίδιος ο κόσμος – και ο κόσμος του καθενός (βλ. Foucault, 1982̇ Φουκώ, 1991̇ Μπέρκερ & Λούκμαν, 2003): ο ποιητής επανανοηματοδοτεί, επανακατασκευάζει και επανασυστήνει την (ιδιωτική και μη) πραγματικότητα (τις πραγματικότητες για την ακρίβεια) εν γένει.
 
Απόσπασμα από το ποίημα «Η πιο παλιά θύμηση» (σελ. 68)
 
Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θυμάσαι;
Πόσο χρονών ήσουν;
Και σε ποια ηλικία το αντιλήφθηκες;
Ή από πάντα το θυμόσουν;
 
Γειά (σελ. 19)
 
Είναι ολέθριο να είσαι ελάφι πληγωμένο.
Το πιο πληγωμένο είμαι ‘γώ, έρχονται οι λύκοι
Σα να μην έφταναν οι δικοί μου οι μπελάδες.
Η σάρκα μου πιάστηκε στον Γάντζο του Αναπόφευκτου!
Σαν παιδί είδα πολλά που δεν θα ήθελα να είμαι.
Είμαι εκείνος άραγε που δεν ήθελα να είμαι;
Εκείνος που παραμιλά;
Ο τρελός της διπλανή πόρτας;
Άραγε είμαι εκείνος που πλαγιάζει
Στα σκαλοπάτια του μουσείου;
Φοράω τα ρούχα ενός αποτυχημένου;
Είμαι ένας παράφρων;
Μες στη σπουδαία νυχτωδία των πραγμάτων,
Είμαι η πιο ξεγραμμένη αράδα;
 
Στην ποίηση του Κόρσο, όπως συμβαίνει με κάθε σημαντική και αξιόλογη ποίηση, υπάρχει ένα πρόβλημα που πρέπει να εξεταστεί, ένας γρίφος που πρέπει να (ανα)λυθεί. Και αυτό δεν είναι άλλο από την ίδια την ποίηση, την γραφή ως ζωή. Η γραφή του Κόρσο είναι μια διαρκής και μαχόμενη κατασκευή, έτσι νομίζω ότι πρέπει να γίνει αντιληπτή, που παράγει μετασχηματισμούς και προωθεί αρνήσεις, φιλοτεχνώντας ένα κολάζ αναπαραστάσεων σε κίνηση, που εντρυφά στην ένταση της σιωπής, στην τρομοκρατία που είναι η έκφραση και εναλλάσσεται στην εσωτερικότητα και την εξωτερικότητα. Στέκει, η γραφή του, πάντοτε στο όριο, δρα με ένα ρευστό συνειδησιακό μηχανισμό που κατεδαφίζει τους διαχωρισμούς και ενώνει τις ετερότητες.

Ο Γκρέγκορυ Κόρσο, ως πραγματικός ποιητής, πεθαίνει μέσα στο ποίημα, πράγμα που αυτό επιτάσσει για να υπάρξει (βλ. Blanchot, 2018), διασπάται σε χίλια κομμάτια, αποκεντρώνεται το όποιο νόημα, απορροφάται όχι στην πράξη της γραφής αλλά στην ύπαρξη αυτής, χάνεται μέσα στις ανάγκες της. Δεν είναι πια κανείς εκεί, η αλήθεια αναβάλλεται, η συζήτηση καταργείται, ο συνειρμός καταριέται το πλάσμα που συντροφεύει. Το ποίημα είναι άδειο από παρεμβάσεις πια, πεταμένο μέσα στο μεγάλο πλήθος, διαυγές, μόνο και τολμηρό μπροστά στο φως της ύπαρξης. Τι στιγμή που είναι αυτή! Η στιγμή του ποιήματος! Ο ποιητής, αλλού πια, περιπλανιέται στην ανυπαρξία, που είναι όμως η απόλυτη παρουσία, συντροφεύει πια το μεταίχμιο του λόγου, τη συνείδηση πιασμένη στη ροής της.

Θα κλείσω όπως άρχισα, γράφοντας τούτο: η λογοτεχνική γραφή γενικά και αυτή της ποίησης ειδικά δεν είναι μια ευχάριστη (με την κοινή σημασία) διαδικασία. Άλλωστε, αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουν πολλοί. Η ποίηση αποτελεί σίγουρα αναμέτρηση και κόπο μεγάλο (ιδιαίτερα πριν αρχίσει να συμβαίνει ως γραφή πριν πάρει τη μορφή της αποτύπωσης), βίωση χάους του υποκειμένου που δρα σε ένα αλλόκοτο βάθος, γεμάτο βάρη, εκπλήξεις και πάθη, η μορφή και το περιεχόμενο του οποίου όλο μεταβάλλεται και ο ποιητής αναγκάζεται να αναμετρηθεί τόσο με τον εαυτό και τον ρόλο του όσο και με φαντάσματα κυρίως με το να αφουγκράζεται τις διώξεις τους. Δεν είναι χαρά η γραφή μόνο, δίνει τεράστια βέβαια, αλλά είναι κίνδυνος κυρίως και απώλεια, κατακραυγή στο πρόσωπο που αρνείται να σωπάσει, που στέκεται εκεί (πάντα αλλού, πάντα εδώ) νομίζοντας ότι είναι αναλλοίωτη η ύπαρξή του, ακέραια η σκέψη του, ελεύθερη η βούλησή του. Ο ποιητής είναι αυτός που συνομιλεί με το πρόσωπο αυτό, το φωτίζει με φώτα άυλα, δραματικά και συχνά ορατά με μεθόδους που το καθιστούν δύστροπο, σίγουρα το φροντίζει σαν να ήταν το δικό του, και μάλλον ακόμη περισσότερο, πιο έντονα και το αποκεφαλίζει μετά, το επανασυναρμολογεί, το διασύρει παντού, το θάβει στον ύπνο και των δύο και έπειτα το φέρνει πάλι στη ζωή. Λίγοι το βιώνουν και το διδάσκουν αυτό με τον τρόπο που το κάνει ο ποιητής Γκρέγκορυ Κόρσο.
 
Βιβλιογραφία
Blanchot, M. (2018). Ο χώρος της λογοτεχνίας (Δ. Δημητριάδης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Foucault, M. (1982). Ιστορία της σεξουαλικότητας, 1: Η δίψα της γνώσης (Γ. Ροζάκη, Μτφρ.) Αθήνα: Εκδόσεις Ράππα.
Κατσιγιάννης, M. (2024). Η ποίηση ως άνθρωπος: Μια ντελεζιανή ανάγνωση στο θεωρητικό έργο του Γκρέγκορι Κόρσο. Διάστιχο. Ανακτήθηκε 4 Ιουνίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_74.html
Κόρσο, Γκ. (2010). Ποιήματα (Γ. Λειβαδάς, Μτφρ.). Ηριδανός.
Μπέρκερ, Π. Λ., & Λούκμαν, Τ. (2003). Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας (Κ. Αθανασίου, Μτφρ., Γ. Κουζέλης & Δ. Μακρυνιώτη, Επιμ.). Νήσος.
Ντελέζ, Ζ. (2025). Δύο καθεστώτα τρελών: Κείμενα και συνεντεύξεις 1975-1995 (Κ. Μπούντας, Μτφρ., Ντ. Λαπουζάντ, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
Φουκώ, Μ. (1991). Η Μικρο-φυσική της εξουσίας (μτφρ. Λ. Τρουλινού), Ύψιλον.
 
Η έκδοση που ακολουθεί το κείμενο είναι η εξής: Κόρσο, Γκ. (2010). Ποιήματα (Γ. Λειβαδάς, Μτφρ.). Ηριδανός.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://tovivlio.net/για-τα-ποιήματα-του-γκρέγκορυ-κόρσο/

Μάρκος Μέσκος, Πέντε ποιήματα

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Σκέφτομαι πως μπορεί μέσα σε λίγην ώρα
να στολίζεις κι εσύ μια κόχη του Μουσείου,
ένα κάγκελο ή ένα πλακάκι με το κρανίο σου
με τα σπασμένα σου χέρια καθώς δυο σταυρωμένα σπαθιά
τα ίχνη σου από τα διαβολεμένα σύνεργα στις άκρες
των καλλίγραμμων ποδιών σου,
μπορεί, λέω, να στολίζεις
το Μουσείο ή την Πινακοθήκη του μεταγενέστερου ανθρώπου,
όταν απόλυτα λυτρωμένος και μ’ ενδιαφέρον διαβάζει
«Κόσμος του εικοστού αιώνα».

*Από το περιοδικό «Ο Λογοτέχνης», τ. 9, Μάιος 1957.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

Στα μάτια σου κοιμούνται οι μαργαρίτες, αδερφούλα,
ένα αστείο ρυάκι ήσαν τα λόγια σου
κι άγγελος μαζί όπου σε κάλεσε ο Θεός
να τραγουδείς τις πορφυρές αυγές Του…
Να πιστέψω δεν δύναμαι
πως το κατάμαυρο γεράκι εκεί ψηλά είναι θάνατος
αφού σηκώνει στις φτερούγες του τόσον ουρανό
ανθισμένο από τα λούλουδα που φύτεψες ‘κει πάνω…

*Όπως ο ίδιος αναφέρει σε υποσημείωσή του, στη μικρή του αδελφή, η οποία έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις δεκαπέντε μηνών.

**Από το περιοδικό «Νέα Εστία», τ. 723, Αύγουστος 1957.

ΓΡΑΜΜΑ Σ’ ΕΝΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Τα ποτάμια στέρεψαν – μη ζητήσεις άδεια,
μη σου φανεί παράξενο: τα δέντρα δεν άνθισαν φέτο–
η Βεατρίκη παντρεύτηκε –ο πατέρας σου δε χτυπάει
τη μάνα σου όταν γυρίζει μεσάνυχτα τύφλα στο μεθύσι.
Μη σου φανεί παράξενο: βρέχει στην πατρίδα, βρέχει
κι ο πελαργός περνώντας δεν κροτάλισε καλοκαίρια –
τι να την κάνεις την άδεια;

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Παράξενο! Χίλιες φορές παράξενο, να μην
ανθίσουν τα δέντρα, τα ποτάμια να στερέψουν,
καλοκαίρι τώρα στην πατρίδα να βρέχει, η Βεατρίκη μου να παντρευτεί
λες ο πατέρας μου να συνετίστηκε;

Τώρα που μεγάλωσε βουνό η νοσταλγία μου, θυμάμαι
πως γεννήθηκα κοντά σε ένα ποτάμι. Κι όταν ξεστρατευτώ από την πατρίδα
κουβαλώ ένα παγωμένο ποτάμι στη ράχη μου…
―Στείλε μου μωρέ το πυρωμένο μαχαίρι
να χαράξουν στην πλάτη μου τα πουλιά τα λιγοθυμισμένα
του καλοκαιριού!

ΕΝΑΣ ΓΑΜΟΣ

Αυτήν θαυμάζω περισσότερο. Μια γυναίκα μάλλον κοινή. Έφτασε δω
δούλα, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος έστελνε στην πατρίδα του
σωρούς τα χρυσά δώρα, καραβιές τους σκλάβους του Νείλου
μα έτυχε να δει τη λευτεριά της μόλις τώρα
παίρνοντας άντρα έναν τυφλό του τελευταίου πολέμου.
Και γνώριζε πως σ’ όλη τη ζωή, αυτή, η δούλα η λεύτερη πια
δε θα ‘βλεπε παρά έναν καμένο ουρανό μπροστά της
μέρα και νύχτα έναν φράχτη από ασβέστη!
(Ω, Θε μου, ρίξε τον κεραυνό σου και κάψε με
αφού λησμόνησα να ευχηθώ τ’ όνειρο της λεύτερης δούλας.
Να πέσει, λέει, αυτός ο κάτασπρος φράχτης και να φτάσουν στον καμένο
ουρανό γέλια και παιδικές φωνές!)

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ. 52 Ιούνιος 1959.

Κωνσταντίνος Μαρκογιάννης, Τρία ποιήματα

Προορισμός

Το ξέρω κουράστηκες…

Θέλεις απλώς να κοιμηθείς
έναν ύπνο δίχως όνειρα.

Δίχως εφιάλτες…

Αόρατος αν μπορούσες θα γινόσουν.
Απαλλαγμένος απ’ της ύλης τα δεσμά.

Ατάραχος και ανέμελος
θα περιπλανιόσουν…

Από σπίτι σε σπίτι.
Από άστρο σε άστρο.

Χωρίς σκοτούρες.
Χωρίς σκοπό.

Ενίοτε θα μεταμορφωνόσουν
σε δέντρο, πεταλούδα…

Άλλες φορές θα γινόσουν
σύννεφο, βροχή.

Ναι, αν μπορούσες
θα τα θυσίαζες όλα…

Έρωτες, φίλους, οικογένεια.
Μικρές και μεγάλες απολαύσεις.

Άλλωστε τι είναι η ζωή
μπρος στην αιωνιότητα;

Για σκέψου το λιγάκι…

Είναι το ταξίδι που αξίζει
ή ο τελικός προορισμός;

*

Στα Όνειρα

Μου λες όλα είναι μάταια
Εφήμερα…

Ίσως, σου λέω
Ίσως…

Όμως στα όνειρα
Η ψυχή μεταμορφώνεται
Παίρνει πολύπλοκη μορφή

Ο πατέρας γίνεται άνεμος
Η μητέρα είναι δέντρο
Με πέτρα μοιάζει η αδερφή

Οι σκέψεις θυμίζουν σύννεφα
Οι ήχοι πετούν σαν πεταλούδες
Τα αισθήματα στάζουνε βροχή

Μέσα στα όνειρα
Τα πάντα μεταπλάθονται
Ξαναγεννιούνται

Τίποτα δεν πεθαίνει
Τίποτα…

*

Ωδή στη Μοναξιά

Ω Μοναξιά
Μούσα της έμπνευσης
Πηγή δημιουργίας
Πιστή μου φίλη
Μάνα, ερωμένη, αδερφή

Ω Μοναξιά
Πάμε μαζί να φύγουμε
Μακριά απ’ τα πλήθη
Τα ψεύτικα χαμόγελα
Τους άσπονδους φίλους και εχθρούς

Κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό
Περίπατο εσπερινό θα πάμε
Η Πούλια θα μας οδηγεί
Το ολόγιομο φεγγάρι

Πιασμένοι χέρι χέρι
Σε αρχαίο τύμβο θα αναπαυτούμε
Θα αφουγκραστούμε σιωπηλά
Τα δέντρα και τους νεκρούς

Θα ψιθυρίσει ο άνεμος…
Θα μας δροσίσει η βροχή…

*Από τη συλλογή “Ίχνη φωτός”, εκδ. Βακχικόν, 2021
**Περισσότερα για τον Κωνσταντίνο Μαρκογιάννη εδώ: https://linktr.ee/konmark

Κατερίνα Χατζοπούλου, Δύο ποιήματα

TANT PIS

Ποιος είπε πως έφταιγε
εκείνος όχι

δεν είχε
χέρια για να δώσει
νόημα σάρκας στη σκανδάλη της στιγμής

σάπιος καρπός η νύχτα
είχε σαλπάρει

Το σώμα της όμως
αντιστεκόταν δεν θα γινόταν
βρεγμένο κουρέλι να δροσίζει τον νεκρό
για κάθε μέρα που δεν έζησε

“Αλήθεια

πίστεψες στα λεπτά μου χέρια;
έβαλες πλώρη -χρόνια και θάλασσες μετά-
για το ίδιο ψέμα

σκορβούτο τ’ άστρα
μη ρωτάς”

Κουρασμένο
το χέρι απ’ την πλάνη της άμμου

και το βλέμμα δεμένο σε μια κοίτη
που ξεσέρνει
βουτάς

για να φτάσεις πού

δεν έχουν όχθες στην ύλη
οι λέξεις

βολέψου πια

Ό,τι κάποτε
αγνό ναυάγιο διασώθηκε

αρπάζεται απ’ το κύμα
τώρα

λάθος ο φάρος
χαιρετά την προσπάθεια

προς τι

μια λάμπα θυέλλης
δυό στάλες λάδι μέχρι την αυγή

μάχη να δίνουν
με τους μαύρους γλάρους

Χρόνος δεν θα ‘πρεπε να σημαίνει
αντοχές

κάποιες στιγμές
αναγκαίος ύπνος

άνωση στάσιμων υδάτων

*

To have heard the farfalla gasping

Ας αφήσουμε
τώρα να νιώσουν -αν τυχεροί-
τα ευγενικά ξερόκλαδα

δεν είναι απλό
το εύρος της αίσθησης
όταν η σάρκα πιο τρυφερή
είναι γκρεμός το ξετύλιγμα
κι ας τόσο ξέφωτο ή αγρός
ως εκεί που σκοντάφτει
επιβάλλοντας όρους
πραγματικότητας
το βλέμμα

όλο το βάρος και μια πέτρα

απ’ το θράσος της ορμής να κλέβουν
σ’ έναν άσπαρτα ουρανό
να τι θα πει
σχοινί

για όσους πίστεψαν πως λυτρώθηκαν

Από το ράμφος της απραξίας

*Από τη συλλογή “γόνατα μόνο”, εκδ. Περισπωμένη, 2026

Φωτεινή Καπελλάκη, Δύο ποιήματα

Ο ΕΝΟΙΚΟΣ

Θέλω να πω για εκείνον τον μοναχικό ένοικο
χωρίς συγγενείς και φίλους ή κατοικίδιο,
ότι ένα βράδυ τον είδα να παίζει τυφλόμυγα
κυνηγώντας έναν μηχανικό παπαγάλο,
ότι μια γυναίκα με βαριά κόκαλα, ξανθιά,
έρχεται πότε πότε σπίτι του και καθαρίζει
κι ύστερα αυτός της λούζει τα μαλλιά,
ότι τον λένε Ερρίκο και δεν έχει ονομαστική εορτή,
ότι κάθε Πρωτοχρονιά θυμάται
ότι φύτεψε στο μέτωπο της γυναίκας του μια σφαίρα
και κλαίει και θυμάται
και ασταμάτητα κλαίει
ενώ παγώνουν τα δάκρυά του
και γεμίζει το δωμάτιο χιόνι
χωρίς κανένας να έμαθε ποτέ για το φονικό,
ή ίσως μόνο εγώ,
όταν στα μάτια μου ιδρύθηκε ο μύθος.

*Από τη συλλογή «το ελάχιστο σώμα», εκδ. Ενύπνιο, 2021.

*

ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Την ανάσα μου θα δώσω στον αυτόχειρα
που διάλεξε να πεθάνει με τη μέθοδο του πνιγμού.
Όχι επειδή το κλάμα του
μέσ’ από λάθη λυγμικά
προδίδει μια γλώσσα ανίατη από ένοχες λέξεις
όπως αναγκαία υποταγή
αλλιώς ικρίωμα αλλιώς ομηρία
αλλιώς πρόκληση στο τραύμα ή κυνισμός

αλλά επειδή σαν δερβίσης
άλλοτε παραδομένος στους κύκλους των προσευχών
ασκήθηκε στην αθωότητα πάνω στη γη

γενόμενος ο ίδιος σφάλμα

εντός ενός κόσμου τέλειων αναλογιών
που ασφυκτικά τίποτα δεν σήμαινε.

*Από τη συλλογή «Πρόχειρα θαμμένο», εκδ. Ενύπνιο, 2025.

Γρηγόρης Σακαλής, Άτακτη υποχώρηση

Artwork: Clifford Harper

Χιλιάδες κόσμος
με πανό και σημαίες
νέοι και νέες
προχωρούν μπροστά
φλόγα τα νιάτα τους
και προβολέας
φωτίζουν γύρω παντού
τρέμουν οι δρόμοι
και τα κτίρια χορεύουν
κάθιδρα τρέχουν
τα σκυλιά του καθεστώτος
να συμμαζέψουν
ό,τι μπορούν
γαβγίζουν άγρια
μα τα γρυλίσματά τους
χάνονται μέσα στις φωνές
του πλήθους
η πλάστιγγα ήδη έγειρε
και τα ελικόπτερα
πήραν μπρος
σε κάποιες ταράτσες.

Η αισθητική της οργής και της μνήμης: Εμιγκρενιάδα

Εμιγκρενιάδα, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Κοβάλτιο, 2026, ISBN: 978-618-6005-00-8

Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου*

Η Εμιγκρενιάδα του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου (Κοβάλτιο, 2026, ISBN: 978-618-6005-00-8) αποτελεί μία από τις πιο απαιτητικές και πολιτικά φορτισμένες ποιητικές συνθέσεις της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα έργο που υπερβαίνει τα όρια της παραδοσιακής λυρικής ποίησης και συγκροτεί ένα πολυφωνικό ποιητικό κολάζ, όπου η ιστορία, η μνήμη, η προσφυγιά, ο πόλεμος, η κοινωνική βία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια συνυφαίνονται σε ένα ενιαίο ποιητικό σύμπαν. Η σύνθεση συνομιλεί δημιουργικά με τη μοντερνιστική παράδοση, αξιοποιώντας τεχνικές αποσπασματικής γραφής, κινηματογραφικού μοντάζ και διακειμενικότητας, ενώ η αισθητική της παραπέμπει στη ρωσική πρωτοπορία και ιδιαίτερα στον Κονστρουκτιβισμό.

Ήδη από το εξώφυλλο διαφαίνεται η ιδεολογική και αισθητική κατεύθυνση του έργου. Η σύνθεσή του ανήκει στον πίνακα «Ο νέος άνθρωπος» (1923) του Ελ Λισίτσκι, κορυφαίου εκπροσώπου του Ρωσικού Κονστρουκτιβισμού. Τα κυρίαρχα γεωμετρικά στοιχεία, οι διαγώνιες γραμμές, το κόκκινο τετράγωνο, οι μαύρες μορφές και τα αστέρια παραπέμπουν στην επανάσταση, στη βιομηχανική εποχή, στην κίνηση αλλά και στη διάψευση των μεγάλων πολιτικών ουτοπιών του 20ού αιώνα. Έτσι, πριν ακόμη αρχίσει η ανάγνωση, ο/η αναγνώστης/-στρια εισέρχεται σε έναν κόσμο όπου η Ιστορία, η ιδεολογία και η προσωπική εμπειρία βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση.

Ο ίδιος ο τίτλος Εμιγκρενιάδα  αποτελεί έναν ευρηματικό νεολογισμό, καθώς συνδυάζει τη λέξη εμιγκρές (émigré) με την επική κατάληξη -ιάδα, παραπέμποντας ευθέως στην Ιλιάδα. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Ο Παπαντωνόπουλος μεταφέρει το έπος από το πεδίο των ηρωικών κατορθωμάτων στην καθημερινότητα των μεταναστών, των προσφύγων και των ανθρώπων του κοινωνικού περιθωρίου. Οι ήρωές του δεν κατακτούν εδάφη αλλά παλεύουν για επιβίωση μέσα σε έναν κόσμο πολέμων, οικονομικής εκμετάλλευσης και διαρκούς μετακίνησης.

Το ιδεολογικό στίγμα του έργου διατυπώνεται ήδη από το μότο των Gogol Bordello, «We comin’ rougher every time». Η φράση αυτή λειτουργεί ως ποιητικό και πολιτικό μανιφέστο. Οι αποκλεισμένοι δεν παρουσιάζονται ως παθητικά θύματα αλλά ως άνθρωποι που επιστρέφουν κάθε φορά πιο σκληροί απέναντι στην κοινωνική αδικία. Αντίστοιχα, ο στίχος «ερχόμαστε πιο τρελοί απ’ τον εχθρό που διαλέγει» (σ. 21) μετατρέπει την «τρέλα» σε μορφή αντίστασης απέναντι σε έναν κόσμο που αναπαράγει διαρκώς αποκλεισμούς και ανισότητες.

Η Εμιγκρενιάδα πραγματεύεται ένα ευρύ φάσμα θεμάτων: τη μετανάστευση, την προσφυγιά, τον πόλεμο, τον εμφύλιο, την οικονομική κρίση, τον καπιταλισμό, τον ρατσισμό, τη συλλογική μνήμη, την πατρότητα, την οικογένεια, την πατρίδα, την επανάσταση και τον θάνατο. Ωστόσο, η μετανάστευση δεν παρουσιάζεται μόνο ως γεωγραφική μετακίνηση αλλά κυρίως ως υπαρξιακή κατάσταση. Η εμπειρία του ξεριζωμού μετατρέπεται σε καθολική συνθήκη, καθώς ο άνθρωπος βιώνει διαρκώς την αίσθηση της αποξένωσης, ανεξάρτητα από τον τόπο όπου βρίσκεται ή την ταυτότητα που φέρει. 

Η κοινωνική και πολιτική κριτική αποτελεί τον βασικό άξονα της σύνθεσης. Ο ποιητής καταγγέλλει τη μικροαστική κανονικότητα, τη διαφθορά, την οικονομική εκμετάλλευση και την υποκρισία των σύγχρονων κοινωνιών. Εμβληματική είναι η εικόνα όπου οι μετανάστριες από τη Σρι Λάνκα φροντίζουν τα παιδιά εύπορων οικογενειών: «ΓΙΟΥΧΑ/ στη μαμά με το λουρί που παίρνει στο καφέ τις Σριλανκέζες της / για να ‘χουν αυτές τα μάτια στο μωρό/αυτά τα μάτια που/  σκοτείνιασαν/ έντομα και βροχή/ σε κάθε συνθηματικό/αυτά τα μάτια στην Ανατολή/  τα λένε και τραύματα Θεού» (σ.11). Μέσα σε λίγους στίχους αποτυπώνεται η ταξική ανισότητα, η αόρατη εργασία και η εκμετάλλευση που στηρίζει την ευημερία της σύγχρονης μεσαίας τάξης.

Η δομή του έργου είναι αποσπασματική και πολυφωνική. Δεν υπάρχει γραμμική αφήγηση ούτε παραδοσιακή ποιητική ανάπτυξη. Η σύνθεση αποτελείται από μικρές ποιητικές ενότητες, συνθήματα, δραματικούς διαλόγους, εσωτερικούς μονολόγους και λυρικές εξάρσεις. Οι διαδοχικές αλλαγές φωνής, οι επαναλήψεις, οι παρενθετικές παρεμβολές και οι απότομες εναλλαγές εικόνων δημιουργούν την αίσθηση κινηματογραφικού μοντάζ, ενώ η τυπογραφική διάσπαση των λέξεων και η χρήση κεφαλαίων μετατρέπουν την ίδια τη μορφή του ποιήματος σε φορέα νοήματος.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η γλώσσα της ποιητικής σύνθεσης. Δημοτική, αργκό, κυπριακοί ιδιωματισμοί, αγγλικά, ρωσικά ονόματα, τουρκικές λέξεις, βιβλικές εκφράσεις, οικονομική ορολογία και πολιτικός λόγος συνυπάρχουν στο ίδιο ποιητικό σώμα. Η πολυγλωσσία αυτή αντανακλά τον κατακερματισμένο κόσμο της παγκοσμιοποίησης και της διαρκούς μετακίνησης των ανθρώπων. Παράλληλα, η εκτεταμένη χρήση βωμολοχιών και σκληρών εκφράσεων δεν λειτουργεί ως επιφανειακή πρόκληση αλλά ως συνειδητή αισθητική επιλογή. Η ωμή γλώσσα αντικατοπτρίζει τη βία της κοινωνικής πραγματικότητας και απογυμνώνει την υποκρισία μιας αστικής ευγένειας που συγκαλύπτει την εκμετάλλευση.

Το έργο διακρίνεται επίσης για την πυκνή διακειμενικότητά του. Η κατάληξη -ιάδα παραπέμπει στο ομηρικό έπος, ενώ οι συνεχείς αναφορές στη Βίβλο μετατρέπουν τη θρησκευτική γλώσσα σε όχημα πολιτικής καταγγελίας. Ο Ροντιόν υπενθυμίζει τον Ρασκόλνικοφ του Ντοστογιέφσκι, ενώ το μότο των Gogol Bordello συνδέει τη σύνθεση με τη σύγχρονη punk κουλτούρα. Παράλληλα, η επαναλαμβανόμενη κραυγή «ΓΙΟΥΧΑ» θυμίζει συνθήματα διαδηλώσεων, μετατρέποντας την ποίηση σε δημόσιο πολιτικό λόγο.

Η ιστορία αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς στην Εμιγκρενιάδα και λειτουργεί ως ο άξονας που συνδέει την ατομική εμπειρία με τη συλλογική μνήμη. Ο Παπαντωνόπουλος διατρέχει την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη Δικτατορία, την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τους πολέμους στη Συρία και την Ουκρανία, αλλά και τη σύγχρονη προσφυγική κρίση, συνθέτοντας έναν ποιητικό χάρτη ιστορικών τραυμάτων. Οι τόποι — Αθήνα, Λευκωσία, Ντονέτσκ, Χομς, Βίσεγκραντ, Γκντανσκ, Ερεβάν, Σμύρνη, Περιστέρι, Ντούρες και Μπάρι — δεν εμφανίζονται ως απλές γεωγραφικές αναφορές, αλλά ως κόμβοι μιας παγκόσμιας ιστορίας βίας, πολέμου, εξορίας και προσφυγιάς. Με αυτόν τον τρόπο ο ποιητής υποδηλώνει ότι η Ιστορία επαναλαμβάνει διαρκώς τις ίδιες μορφές εκμετάλλευσης και αποκλεισμού, αλλάζοντας μόνο τα πρόσωπα και τις εποχές, ενώ το ανθρώπινο τραύμα υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα.

Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η ενότητα που αφορά το Περιστέρι, όπου η εργατική ιστορία, η μικρασιατική προσφυγιά και το ποδόσφαιρο συνυφαίνονται σε μια ενιαία συλλογική μνήμη. Ο χαρακτηριστικός στίχος «δες το γήπεδο: μισό παράγκες Μικρασιατών, μισό τα χτιστά “ανεπιθύμητων”… κι αυτή η κραυγή: ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΤΗ ΦΑΝΕΛΑ» (σ.25) αναδεικνύει το γήπεδο όχι απλώς ως χώρο αθλητισμού, αλλά ως τόπο συλλογικής ταυτότητας, ιστορικής μνήμης και λαϊκής αντίστασης. Αντίστοιχα, η αναφορά στη διαδρομή Ντούρες–Μπάρι ανακαλεί τη μαζική έξοδο των Αλβανών μεταναστών τη δεκαετία του 1990, ενώ η Χομς, το Ντονέτσκ και το Βίσεγκραντ φέρνουν στο προσκήνιο σύγχρονα και παλαιότερα πεδία πολέμου, γενοκτονιών και βίαιου εκτοπισμού. Έτσι, η Εμιγκρενιάδα μετατρέπει τη γεωγραφία σε φορέα ιστορικής μνήμης, παρουσιάζοντας την προσφυγιά και την εξορία ως μια διαχρονική ανθρώπινη εμπειρία που ενώνει διαφορετικούς λαούς και διαφορετικές εποχές.

Ξεχωριστή θέση στη σύνθεση κατέχει η μορφή του «Μάρκο». Η συνεχής αποστροφή προς αυτόν δημιουργεί μια σύνθετη ποιητική περσόνα, η οποία συγκεντρώνει αντιφατικούς κοινωνικούς και πολιτικούς ρόλους: τον «συμμορίτη», τον γραφειοκράτη, τον δημοσιογράφο, τον χαφιέ, τον θρησκευτικό υποκριτή και τον διαχειριστή της μεταναστευτικής πολιτικής. Παρότι η πρώτη προσφώνηση είναι πιθανό να ενεργοποιεί συνειρμούς με τον Μάρκο Βαφειάδη και τη μνήμη του Ελληνικού Εμφυλίου, το ίδιο το ποίημα δεν επιτρέπει ασφαλή ταύτιση με το ιστορικό πρόσωπο. Αντίθετα, ο «Μάρκο» εξελίσσεται σε μια σύνθετη συμβολική μορφή που συμπυκνώνει διαφορετικές εκφάνσεις της εξουσίας, της ιδεολογικής συνενοχής και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Ανάλογη σημασία αποκτά και το τελευταίο ποίημα της συλλογής, το οποίο λειτουργεί ως ποιητικός επίλογος και αντι-προσευχή. Η οξύμωρη προσφώνηση «Κύριε ο φονιάς» ανατρέπει τη συμβατική θρησκευτική γλώσσα, ενώ οι εικόνες με τα «άστρα των νεκρών», το «χέρι τοκογλύφου» και το «μένος» συνδέουν τη βιβλική παράδοση με τη σύγχρονη ιστορική εμπειρία. Ο τελευταίος στίχος, «είμαι ξένος μπροστά σου όπως κάθε πατέρας»( σ.26), συμπυκνώνει την κεντρική ποιητική πρόταση του έργου: ο άνθρωπος παραμένει διαρκώς εξόριστος από την Ιστορία, την πατρίδα και ενίοτε από τον ίδιο του τον εαυτό, διατηρώντας ωστόσο τη μνήμη και την αντίσταση ως θεμελιώδη στοιχεία της ύπαρξής του.

Συνολικά, η Εμιγκρενιάδα αποτελεί ένα σύγχρονο ποιητικό έπος της προσφυγιάς και της κοινωνικής αντίστασης. Με τη συνάντηση της πολιτικής καταγγελίας, του λυρισμού, της ιστορικής μνήμης και της μοντερνιστικής αισθητικής, ο Παπαντωνόπουλος δημιουργεί ένα έργο υψηλής λογοτεχνικής και ιδεολογικής έντασης. Η σύνθεση δεν επιδιώκει να παρηγορήσει ούτε να προσφέρει εύκολες απαντήσεις· αντίθετα, προκαλεί τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας και να αναστοχαστεί τη θέση του απέναντι στον πόλεμο, τη μετανάστευση, τη συλλογική μνήμη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η Εμιγκρενιάδα επιβεβαιώνει έτσι ότι η ποίηση μπορεί ακόμη να λειτουργεί ως χώρος ιστορικής μνήμης, αισθητικής ανανέωσης και πολιτικής αντίστασης.
 
*Η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος. Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη Διοίκηση Σχολικών Μονάδων και β) στις Επιστήμες της Αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή (κατεύθυνση εκπαίδευση). Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://thraca.gr/2026/07/h-aisthitiki-ths-orgis-kai-tis-mnimis-emigreniada.html?fbclid=IwY2xjawTQyPJwZG9mAWV4dG4DYWVtAjEwAGJyaWQRMU44WXYyRVp1dk1lR1ZHSzVzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeSOijZKO8GolXT5zS6xdMonh3DspLhLYZVi2IZIeyKFIUO0873zgT77-a0cY_aem_3LlB-j3uNQrz6NlGLuNmVw