Λαμπρινή Αιωροκλέους, Κραυγές πίσω από το παραβάν (10 βιαστικές θεατρικές στιγμές)

1.

Έχω και τί δεν έχω
Το πορτοφόλι μου είναι όσο το περίγραμμα της αυλής σου
Δε στο λέω ειρωνικά μη γελάς
Έχω δουλέψει πολύ
Είμαι μικρέμπορος τσόχας στα Βαλκάνια
Ήμουν δηλαδή
Γιατί τώρα έχω ανοίξει τρία μαγαζιά στο βορρά
Και τί μαγαζιά ένα κι ένα
Δεν είναι μεγάλη απόσταση αν σκεφτείς πως πετάς
Ούτε φορτηγά ούτε αγροτικά κοκκινισμένα πηγούνια από τα μπαχαρικά
άνθρωποι που φωνάζουν κόβοντας καρπούζι
που ζυγίζουν στη χούφτα τους το μαστό της χήνας να δουν μήπως έχει γάλα
Ένιωθα πως είμαι καουμπόης ξερή και στεγνή γη μʼ ένα λουλούδι στη μέση
Που σήκωνε πόδια και χέρια να με κοροϊδέψει σα τσαρλατάνος απʼ τη μεσόγειο
Ή ακόμη καλύτερα σαν καθυστερημένος
Δε βάζουν λόγια στις προσευχές τους
Καν δεν έχουν τρόπους κάθονται κάτω από το μοχλό της καλοκαιρίας
Και βγάζουν από μέσα τους ισχνά πουλιά
Εγώ που με βλέπεις έχω δει ό, τι κανείς δεν έχει δει
κάποιος μπορεί να σου δώσει μια εξήγηση κάποιος άλλος μια άλλη αλλά ποτέ την προηγούμενη
Εγώ έζησα σαν αργοναύτης τα ξέρω όλα για όλα
Έχω δει ωραίες κυρίες με τιράντες και ομπρέλες από σέλας
Καραφλούς άντρες που χτενίζονται στη μέση του δρόμου
Κορίτσια να κλείνουν το μάτι σε άλλα κορίτσια
Ο πιο περίεργος όμως ήταν ο Άντυ ένας υπάλληλος του δημοσίου
Μου ʽλεγε πολλά όλο κι όλο όμως θυμάμαι έναν στίχο από κείνον:

Αυτός ο κοκορεύσας
Μπροστά από την κουρτίνα του θεάτρου
-δεν έχει τίποτα-
Μία λαμπάδα στο χέρι
Κι ένα στόρι που ανοιγοκλείνει
Σαν μουσούδι
Μες την τσέπη του.

Όπως και να το κάνεις με προβλημάτισε.

2.

Η αυτοκτονία είναι μια πράξη αγάπης
Όπως ο έρωτας
Όπως καθετί αδιάφορο
Είναι στρογγυλή
Όπως τα νερά που εξατμίζονται
Σʼ έναν κρουνό από περγαμηνές
Κάποιος είπε πως το κεφάλι σου σβολιάζει
Όταν τρέχεις στην πλατεία
Και λες το έργο με κάποια αυστηρότητα
Με την κόψη της μύτης ενός άγριου ζώου
“Η γεύση έρχεται σαν κεκλεισμένη εξέδρα
σαν κάτεργο
μέσα στον οισοφάγο του λιονταριού που
το θέαμα περιδινείʼʼ
Όχι αγάπη μου η γεύση κάθεται εκεί που είναι.
Γιατί υπάρχει αυτή η συνοφρυωμένη κοινοτοπία
Στο δάχτυλο του υποβολέα.
Και όλα πέφτουν από το παράθυρο
Μια ασχημάτιστη μέρα
Με τσιμπιδάκια στα πόδια
Γιατί δεν το λες αγάπη μου
Είναι ζηλευτό• είναι
τόσο ζηλευτό όσο εσύ
Κανείς δεν έρχεται πριν την ώρα του
Οι εκπεσόντες έρχονται λίγο νωρίτερα
Αυτό μόνο
Αυτό.

3.

Τι περιμένεις
να παραφυλάξω στο σπίτι του νεκρού με την
Κοκάλινη κληματαριά
Το όνομά μου είναι ενιαίο
σαν το κροτάλισμα
Σύλλαβέ με
Γιατί ο παπαγάλος βγήκε από το κλουβί
Γιατί το σκουφάκι μου κοκκίνισε
Γιατί κανείς δεν τάισε άργιλο τον κούκο
Πρέπει να υπάρχει συνοχή
Στην ομιλία
Στο σκούντημα
Τα πόδια της νύφης φυραίνουν με τα δευτερόλεπτα
σαν εκκολαπτόμενα ροκανίδια
-ποιος θα αρνούταν να δει-
κανείς• έβγαλε το κεφάλι του
έξω από το
παράθυρο
Μετά από λίγο το χέρι του
το πόδι του
Τελικά έγινε ένα με το χιόνι
Και τα ονόματα έτρεχαν σαν τους ποντικούς να προλάβουν τη βροχή
Ήταν ο έρωτας που μυρίζει ψάρι και τραγούδι
Σύλλαβέ με από αγάπη
Αυτό μάλιστα.

4.

Όταν σου μιλώ

Οι κούκλες σου αυτοτραυματίζονται
σαν ζώα
μέσα στη σπηλιά τους
δεν μπορώ να σου μιλώ
με τη βροχή στο στόμα
και πουγκιά ρωμαίων που μυρίζουν κανέλλα στο μεσονύχτι
γιατί οι βόλοι τρέχουν έξω από το καλάθι σου
κοκκαλιάρηδες και συριστικοί

Στο περιθώριο του στόχου που κεντρίζεται
δεν είμαι πια εγώ
η θλίψη είμαι
ενός αρχαίου κανίβαλου.

Και τα χείλη σου έχουν φωλιές
Όπου κοιμούνται τραγουδιστές και ψήλοι
κι όταν ξημερώνει στο πλάι σου
δεν είμαι πια εγώ
ο θάνατος είμαι μόνο
μεταμορφωμένος σε κουρούνα.

5.

Ο πρωταγωνιστής δεν έχει ακόμη οριστεί
Αυτό δεν σημαίνει πως το έργο δεν θʼ ανέβει
-ως το λαρύγγι σου-
Μπορείς να κόψεις ένα λουλούδι περιπαθές
Από το κεφάλι μου
Σαν όρθιο κλείστρο
δες: υπάρχει ένα κοκόρι που μιλάει
πίσω στην αυλή ενώ τα πρόσωπα με τις ρίγες τρέχουν για να φτάσουν
να προλάβουν το τραμ πριν νυχτώσει
στη δουλειά
στη μέριμνα
Αυτή που φαίνεται έρχεται τρέχοντας πάνω στην κόψη
σα σχοινοβάτης μονωμένος με αλεύρι
Η ιστορία μας είναι απλή
Όλα επαναλαμβάνονται
Που και που βγαίνω έξω και κοιτάζω κάτω από τις τέντες
Ακόμη και μια κάλτσα θα μπορούσε να είναι το σχοινί της ισορροπίας
Κι έτσι ο πρωταγωνιστής διαγράφεται καλόκαρδος και εν δυνάμει
Αθώος όπως σε
Κάθε ιστορία που αναζητά μια λευκή γυναίκα να την αμφισβητεί.

6.

Όταν κάνεις την επίθεση με το κρεμμύδι στο μέτωπό σου
Μια πλεξούδα θα σου μείνει στο χέρι
Τα νωπά χείλη της γάτας θα σε φιλήσουν
Το ενδεές φουστάνι θα κατεβεί τις σκάλες κλώθοντας μια σπείρα αλατιού
Στην κοιλιά σου.

Μʼ ένα τρυγόνι στο στόμα
θα βρεις τη σωστή λέξη

Μʼ έναν τροχό στο αυτί
θα μʼ αγαπήσεις.

Πες: δεν έγινε για να μιλήσεις αυτοπροσώπως στη ρέμβη• μπορείς να συλλάβεις τον εαυτό σου επʼ αυτοφώρω• θράσεψε σαν παρελαύνων στρόβιλος.

Και οι μέρες που θα κλείνεις το στόμα θα ʽρθουν• εξουθενωτικές
όσο το κολύμπι

Είσαι μαύρο σκυλί, θα πουν
Οι αλέες έχουν σταχτιές κουτσουλιές κι
Ένα πουλί από χαρτόνι υποβάλλει το στίχο, θα πουν.

Και οι μέρες που ο έρωτας θα φορά την
Καπνισμένη μάσκα του φασισμού
Θα ʽρθουν
Μυρμηγκιασμένες όσο τα δάχτυλα της υποψίας

Η Υπαρκτή
Ενώ φωνάζει τον υπηρέτη ένα πρωινό μέθης
Οι εξαφανισμένοι θʼ ανοίξουν την αυλαία

Ξεχάστηκες, θα πουν

Και ο κουφός εργάτης άκαμπτος σαν αριθμημένη σελίδα
Θα σβήσει το φως:

να φοράς στο πόδι μια γιορτή να είναι νύχτα.

7.

Δεν σου λέω ψέματα. Σήμερα έφτασε μια επιστολή από αλεύρι και γκι. Ήταν λευκή για να βγάλει στην επιφάνεια τον μυελό μου που έσταζε από τη σταυρωμένη σαν χωνί φόδρα μιας κουρελούς που βημάτιζε.

Δεν σου λέω ψέματα. Από τα πόδια μου έρεε νερό και ήταν τόσο κρουστό όσο μπορεί να ʽναι μόνον ένας αψηλάφητος κόρφος.

Δεν σου λέω ψέματα. Κάποιος γουργούρισε γουργούρισε χωρίς να κάνω τίποτε. Δεν κούνησα ούτε το δαχτυλάκι μου που λένε.

Να σου το πω ψιθυριστά όχι ενός χωριάτη ήταν καμία σημασία δεν είχε δηλαδή ξεθωριασμένη και βρώμικη όπως ήταν κοίτα να δεις

Μα που την έβαλα στο φουστάνι της πλύστρας μέσα
Στο συρφετό
Μέσα στα μαλλιά μου ή κάτω από τη μασχάλη μου
Όταν έτρεχα στο μόλο με λιπασμένα τα χέρια
Μήπως γλίστρησε και έπεσε κάτω
Την πάτησε αυτός που πουλάει δερματίνη
Μπορεί να πήγε μέχρι το Μεξικό χωρίς να είμαι καθόλου υπερβολική
θα το ξαναπώ είναι σίγουρα σε κάποια μπαγκάζια στο Μεξικό

Ούτε τι λέει δεν διαβάζω
ανακαλέσαμε λέει κάθε θανατικό προσμένοντας το επόμενο

στο φουστάνι της πλύστρας είναι μέσα
στο συρφετό.

8.

Ένα ξάφνιασμα αυτό θέλω μόνο για να έρθω στην ώρα μου
Μια απόλυτη τραγωδία σαν έμβρυο που διαπλάθεται πάνω στο αυχένα των
Πιθήκων
Κι ένα σφυρί
Μικρό και άκαμπτο ένα σφυρί χωρίς γωνίες μια απόλυτη επιφάνεια

Όπως έλεγα
Αυτό μόνο θέλω
Το κουκούτσι της διαύγειας
Να ανοίξει το στόμα σαν αρχαίο κτήνος
Φεγγάρι της σχιζοφρένειας απόλυτο άνοιγμα

Μα τί λέω εγώ μόνο τους ίδιους και τους ίδιους θέλω να καταπλήττω
σα να περνά ο βλάμης μπροστά από τα κορίτσια
όπως τʼ ακούς.

9.

Κάθε βράδυ που επιστρέφω στο σπίτι
Νιώθω σα φονιάς από το πολύ κοπανηστήρι
Να ʽσουν εσύ αγάπη μου στην αγκαλιά του ακαριαίου θανάτου
Πυκνός σα χνούδι ελαφιού όταν έρχεται αυτός τρισάθλιος και διαμπερής
Να ʽσουν εσύ αγάπη μου το αργό σώμα που κόβει και ράβει
Το ασύμμετρο τελείωμα του παραβάν
Να ʽσουν η λαίλαπα
Ο μαθητής που διαβάζει για τη λαίλαπα
Ο δάσκαλος που λέει στο μαθητή για τη λαίλαπα
Αχ και να ʽσουν ένα μικρούλι δράμα.

10.

Να τα καταμετρήσω; Όχι δεν μπορώ. Δεν μπορώ.
Μια προσπάθεια μόνο; Εντάξει εντάξει.
Τίποτα τίποτα
Δεν υπάρχει πια τίποτα που να με κρατάει ζωντανό
Το αυτοκίνητό μου είναι μαύρο
Και η αγάπη μου ελεεινή
Γιʼ αυτό σας λέω μην έρχεστε κοντά μου
Στη φαρδιά πιλοτή των ερώτων μου
σα τη χλαίνη σε χοντρές γάμπες
Ο χρόνος
υπερβολικός.

*Από το poiein.gr

Η ποιητική του Νίκου Καρούζου

ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

«Φωνές αγάπης πανικού μεγάλες φλόγες ματαιότητας αν
και δεν έχω τα γυαλιά μου»

(Νίκος Καρούζος, ‘Θρίαμβος
χρόνου’).

Η ποίηση του Νίκου Καρούζου (1926-1990), υπήρξε αισθαντική και προτρεπτική, σταθερά προσανατολισμένη, διαμέσου διασταυρούμενων εντάσεων, προς τα πεδία της ιστορίας, φέροντας το βάρος της μεταπολεμικής-μετεμφυλιακής πολιτικής κατάστασης, αλλά και την αδημονία έκφρασης του βιώματος, το οποίο και ενσκήπτει όχι ως ‘συσσωρευμένη οργή’, αλλά ως ανάκληση και υπενθύμιση των ‘δυναμολογικών’ προεκτάσεων του προσίδιου’οραματισμού’.

Η Καρουζική ποιητική1 γραφή ανασυνθέτει τα χάσματα του καιρού του, προσδιορίζει την ιδέα που ‘γεννάται’ στην ‘υπόγεια’ καθημερινότητα ως μείζονα ‘επεξηγηματική ύλη’, μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση της ‘ορατοποίησης’ του ουσιώδους, δύναται να ‘θυσιάσει’ και να ‘θυσιαστεί’ στο βωμό της δυνατότητας της θηλυκής μεταβολής και ζωτικής ‘τροφοδότησης’ του γίγνεσθαι, διαπερνώντας παράλληλα τα κανονικοποιημένα θραύσματα: τον ‘πανικό’ για έναν βίο δίχως ποίηση, την ασύγγνωστη εκφορά του θανάτου, την μετωνυμία της ‘ανοίκειας’ νύχτας σε νυχτωδία που διασπείρει μαρτυρίες, ‘ιερότητες’ που περιπαίζουν τις διάστικτες ‘αναλγησίες.

Βιώνοντας την ιστορικότητα κεντρομόλα, ο Νίκος Καρούζος δεν ζητεί την οριστική ‘ασφάλεια’ αλλά την ‘επισφαλειοποίηση’ ενός εκάστου, την εγγραφή ενός υποκειμένου το οποίο και συνιστά ίδια ‘σπουδή’, ενσωματώνοντας ‘δόσεις’ ιστορίας, εκεί όπου «τόπος της θύελλας η ιστορία»2, όπως επιγράφει ο ποιητής.

«Τόπος» του καθαυτό διεθνικού πράττειν εντός της εμπρόθετης ελληνικότητας του, «τόπος» της εκδίπλωσης μίας εξαντικειμενικοποιημένης ,προσωπική και μη ‘γραφής’ που δεν γνωρίζει παρά την ‘απάρνηση’ της, με την ιστορία ωσάν ‘θύελλα’ να αναγνωρίζεται όχι στη θετικότητα της αλλά στην διαπερατότητα μίας προσδοκίας και ενός εργώδους ‘οραματισμού’ ο οποίος και ‘θραύει’ συμβολισμούς και προορισμούς, με την ‘θύελλα’ να ‘επικοινωνεί’ με την ιστορία, να προσιδιάζει, ποιητικά δοσμένη και κοινωνικά νοηματοδοτούσα την ιδιαίτερη ‘βεβήλωση’ του ιστορικού χρόνου, και πλαισιώνοντας την ανθρωπινότητα με ‘βολές’ ανθρωπινότητας: «τόπος της θύελλας η ιστορία», υπό το πρίσμα του χαμού, του και Βιβλικά περίβλεπτου, της ταυτοτικής καταστρεπτικότητας που δύναται να συναρθρώσει την Angst, την αγωνία για αυτό που ‘είναι’ με εντάσεις του Καρουζικού «Απόλυτου»3, με την Επανάσταση να κατατρύχεται από τους επάλληλους νεκρούς, αναδεικνύοντας χρόνους.

Στη θέση ‘ΙΧ’ των ‘Θέσεων για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας’ του Walter Benjamin, διαβάζουμε: «Έτσι ακριβώς πρέπει να είναι και ο άγγελος της ιστορίας. Το πρόσωπο του είναι στραμμένο προς το παρελθόν. Όπου εμείς βλέπουμε μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός· βλέπει μία μοναδική καταστροφή, που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια επί ερειπίων και τα εκσφενδονίζει μπροστά στα πόδια του».4

Μπενγιαμινικά σχεδόν, η Καρουζική εννοιολόγηση του «Απόλυτου», στρέφει το βλέμμα του στον «άγγελο της ιστορίας»5, επιφέρει την πληθυντική χρονικότητα, ‘ενσαρκώνεται’ στην εικόνα του ‘ερειπίου’ (της ελληνικής ιστορίας), στην παροντική αγωνία που παραμένει ενεργή και ακριβή, προσιδιάζοντας, από το ‘ρακένδυτα’ καμωμένο, σε μορφές και διακυβεύματα μίας ‘απελευθέρωσης’ του χρόνου6, διαμέσου όχι της παρελθοντικής μνημοσύνης αλλά της αξίωσης του εν-σώματα στρατηγικού, με το «Απόλυτο» να συστηματοποιεί και να επιφέρει στο νεκρό εκ νέου το όπλο του, τονίζοντας ”ερείπια επί ερειπίων” και δυνάμενο να εκπληρώσει τον πρωταρχικά νεκρό στη ‘φορτισμένη’ και ζώσα παροντικότητα, ενέχοντας όχι την ‘υπόσχεση’ αλλά την επι-γενόμενη στην ευρύτητα της ιστορία, το μέλλον που δεν χαρίζεται παρά στην παροντική του εμμένεια.

«Δίχως θέαση το Απόλυτο λιμοκτονεί μα η ώρα του θα’ ρθει ωσάν ορμητική βλάβη της αντικειμενικότητας χρήσιμο αναβλύζει απ’ το άχρηστο».7

Η ώρα του δύναται να καταστεί ώρα εμμενούς πλήρωσης, δίχως επίγνωση σιγουριάς, αλλά, με μία ιδιαίτερη Καρουζική ποιητική τροπικότητα, αναπαραστασιακή προβολή της μαζικής ιστορικής, στρεβλωτικής και ετερογενούς πορείας, με το Απόλυτο» που «θα’ ρθει»8 να αποτελεί ίδιον ‘παίγνιο’ ιστορίας, ‘παίγνιο’ του εντατικού με το ορθολογικό, αντλώντας από το ”άχρηστο” την πολυσημία του: οι δείκτες ευρίσκονται στη μοναδικότητα του ‘παντός’.

Το πολυσχιδές και ετερογενές «Απόλυτο» είναι το καθημερινά ευαίσθητο, το πραγμολογικό στοιχείο της γενεαλογικής ευαισθησίας, η Επ-ανάσταση επί των πάντων ως ενσυναίσθηση.

Εγγεγραμμένος ο ίδιος σε ένα ευρύτερο ποιητικό ενέργημα και πράττειν, ο Νίκος Καρούζος επιτυγχάνει συναρθρώσεις γλώσσας και περιεχομενικότητας που τείνουν σε έναν οριακά ‘ηδονοβλεπτικό’ πειραματισμό με την πραγματικότητα, προϋποθέτοντας την προσέγγιση δια της ιστορίας και της ιστορικής τομής, όσο τομή, εγκάρσια τομή υπήρξε η, διαμέσου τελετουργικών συμβολισμών ‘θριάμβου’, αναπαραγωγή του εθνικού στη μεταπολεμική Ελλάδα, το ‘τραύμα’ του να εκτίθεσαι στην ιστορία, σημαίνοντας και χαμηλόφωνα το ‘απέριττο’ ενώπιον του κοινωνιο-οντολογικά ‘ανείπωτου’.

Παράδοξα μετρημένοι στην περιώνυμη ποιητική και βαθυ-δομική του «Γραικολάνδη», στην επιδραστικά και αξιο-θεμελιωτικά ενσκήπτουσα στις ρίζες της «ηθικά εγγαστρίμυθη Γραικολάνδη»9, η οποία συντίθεται από τις ιδιότυπες εκφάνσεις ενός απερίσταλτου ‘εξαιρετισμού’, κοινωνικά-μικροαστικά ουσιαστικοποιημένου στην εικόνα ενός ‘μικρού-θεού’ (ενός μίκρο-Καισαρισμού), στην Καρουζική «Γραικολάνδη» των θαυμάτων, της ‘μητρικής’ ηθικότητας που ανεστραμμένα καθίσταται άσκηση ετερο-κανονικότητας, που αναλαμβάνει να αποδώσει το ‘Δίκαιο’ ως ‘παύση’ και ως, δίκην εσχατολογίας, εκπλήρωσης: βία επί του δίχως θέση διά-κενου, ‘Gewalt’ προ του κοινωνιο-γλωσσικού ‘βιόκοσμου’ όπως προσωποποιείται στην περίπτωση του Ζαχαρία (Ζακ) Κωστόπουλου.

Η Καρουζική συγχρονική «Γραικολάνδη»10 ‘τρέφεται’ από τις ίδιες αντινομίες της, ‘θριαμβολογεί’ το πένθος της, στο σημείο όπου ο ποιητής, δέκτης μηνυμάτων, συν-διαλέγεται με της φαντασιακές αναχαιτίσεις της ιστορίας, ανακαλώντας τον και τους ενδιάμεσους κρίκους της ιστορίας, τις ‘Εστίες’ που ‘εδαφοποιούν’ το υποκείμενο, μορφικά και καθημερινά.

Αναφερόμενος στην ποιητικότητα του Νίκου Καρούζου, ο Σάββας Μιχαήλ αναφέρει πως «ενώ η ποίηση του της πρώτης περιόδου παραμένει υπαρξιακή, ανοιχτή βέβαια στο κοινωνικό πρόβλημα αλλά με την αγωνία της ιστορίας να ρέει υπόγειο ποτάμι, τώρα, όταν μπαίνει στην κεντρική περιοχή της ωριμότητας της, αφήνει την Ιστορία να ξεπηδάει από το υπαρξιακό στόμιο, όπως το αίμα από την καρωτίδα που μόλις κόπηκε».11

Εντός ιστορίας12, εντός της μεταβαλλόμενης χώρας, αυτής της ‘Land’ των εγκλήσεων στο ουσιωδώς ‘γόνιμο’, το ποιητικό πράττειν του Νίκου Καρούζου μετέχει των υποκειμενοποιημένων ‘ραδιουργιών’ του σώματος και του εγκιβωτισμένου κατόπτρου (spectrum), που τώρα όχι μόνο μεγεθύνει αλλά αποδίδει και ίσες αναλογίες, προκαλώντας σε αυτό που η Αθηνά Αθανασίου ορίζει ως «αναδιεκδίκηση του κοινωνικού και του πολιτικού χώρου»13, με μία αισθητική απεύθυνσης στη Μαρία ως ‘ένωση’ των αντιθέσεων, στη Μαρία του φίλου και της άφιλης παρέκκλισης, στη Μαρία14 του ενεστωτικού ορίζοντα και στις Μαρίες του καιρού του.

«Θα’ θελα να πω τη μοναξιά μου στα λαμπερά σου Ματόκλαδα μικρούλα Μαρία της υπάρξεως που δεν έχει χρονικές ποσότητες ούτε συσσωρεύεται στους ορόφους της γραφειοκρατίας. Είσαι φλόγα κι ανατρέφεις μόνη σου το φως έως την έσχατην ώρα του Ιησού με αστραπές φιλόξενες απέναντι στην ταπεινή μας όραση. Κι άμα βρέχει νιώθουμε παράξενη ευτυχία».15 Αναφέροντας μία και ‘αδιάκριτη’ συνταύτιση, ο ποιητής δεν προστρέχει παρά βαδίζει ορμητικά, επαναπροσδιορίζοντας τους όρους απεύθυνσης της ποιητικής γλώσσας, την διάχυτη ‘ερωτικότητα’ της φυγής, και τους λυρισμούς της δια-γενεακής συγκρότησης, προσιδιάζοντας σε μία αχαρτογράφητη κίνηση: «οφείλουμε την οπτασία»16, ή, όπως επισημαίνει ο ποιητής Έκτωρ Κακναβάτος: «Ω αιώνα, πως παίρνοντας ξωπίσω τα τροχόσπιτα εμίσευες σκυφτός για τις ομίχλες; Σπέρμα του κροταλία έσχιζε τις συκιές ο χρόνος άλαλος μες στις κερήθρες».17

Στην ποίηση18 του Νίκου Καρούζου απαντώνται διαφορικά ονόματα, η ίδια ονοματοδοσία της στιγμής, το ‘θέαμα’ του ‘ενεργείν’. Η ποίηση του διακόπτεται και διακόπτει, ενεργεί ή αλλιώς επενεργεί στο μέσον της ‘παύσης’, της θεωρούμενης ‘παύσης’, αναπαράγοντας τις ωφέλειες του χρόνου, του σώματος που σημαίνει τον χρόνο, το ρήγμα και την φορτική τροπή.

Πέραν του ορίζοντα του κατά Lauren Berlant «καταθλιπτικού ρεαλισμού»19, η Καρουζική ποιητική γλώσσα δύναται να διευρύνει τα όρια και τα πεδία των επάλληλων δυνατοτήτων, αναφέροντας και μη-σχετικοποιώντας την έννοια του «Απόλυτου» στο έδαφος του ‘κοσμο-λογικά ανέγγιχτου’, προχωρώντας στην ανεστραμμένη πρόσληψη λέξεων-‘αλμάτων’ που προσδιορίζουν μία παροντικότητα που εκθέτει την μεταβολή ως ‘έκπληξη’, συναρμογή αντιθέτων στον ‘μυητικό’ χρόνο.

Η ποίηση του διακρίνεται για την, διαμέσου της απορίας, οριακής αμφισημίας της μορφής, λειτουργεί ως ίδιο συμβάν ανοιχτό σε άλλα συμβάντα, τελώντας υπό το πλαίσιο της ανισομερούς κατανομής: η Καρουζική λέξη-γλώσσα δεν πασχίζει να προφτάσει, αλλά να επανεφεύρει τους κύκλους της, θεμελιώνοντας την ιδιαίτερη ευαισθησία του επί της μορφής: από καθημερινή μίκρο- ιστορία σε ιστορία έως την σχεσιακή εκ-θεμελίωση του Ναού, εκεί όπου η δυνητικότητα υπαινίσσεται και συγκροτεί τους όρους της «θύελλας».

Ο ποιητής, ‘στρέφει την προσοχή μας «στον ορίζοντα των πολλαπλών δυνατοτήτων που το εκτυλισσόμενο Πραγματικό κυοφορεί, εκεί όπου το συμπτωματικό μπορεί, υπό την κατάλληλη συναστρία, να αποδειχθεί αναγκαίο»,20 για να παραπέμψουμε στον Βαγγέλη Κούταλη, νοηματοδοτώντας το και τα ίχνη της Οιδιπόδειας συμβολής στην πτώση, λειτουργώντας ως ιδιαίτερο «Σημείο- Signum»21, με τις τριπλές του διαιρέσεις πριν και ενώπιον του «Απόλυτου» ως γνωσιοπρακτική που ανασύρεται από την ερριμενότητα της ίδιας αναγνώρισης του: ‘σύλληψη’ μορφών, του σπαράγματος του καιρού, αναπαράσταση του Νόμου σε ίδια και ‘άλλη’ κλήση, υπό το πρίσμα μίας έγκλησης και δράσης στη ”Γραικολάνδη” η οποία μετρά την αξία και την αυταξία της σε ιστορία, γράφοντας και ανα-γράφοντας την ποίηση ως ‘μη-πανάκεια’.

Το ποιητικό σημείο, αυτό το εκτατικό «Signum» επι-φέρει το «re- memorativum», το «demonstrativum», και το «pronosticum»22, ήτοι το μνημονευόμενο, το αποδεικτικό και το προγνωστικό, σε έναν αστερισμό ‘συναλλαγής’ με την ”οπτασία” επί του Καρουζικού ”Απόλυτου”, της εκ νέου στροφής στη θεωρία του αντάξιου περιεχομένου που δύναται να παραγάγει την ιστορία στη λέξη που απελευθερώνει: η πρόσδεση (ή και ο ιδιαίτερος ‘καημός’) ως ποίηση,
μεταπολεμική ποίηση.

Η ποίηση επιστρέφει στις ‘πηγές’ του καθεαυτά λιτού στοιχείου, ενέχοντας την αδημονία της ανάπτυξης, της καθημερινοποίησης του λόγου και των προοπτικών της.

Σημειώσεις
1. «Η ουσία του προβλήματος της ποίησης», τονίζει ο Ισπανός ποιητής Λουΐς Θερνούδα, «είναι η σύγκρουση μεταξύ της πραγματικότητας και της επιθυμίας, μεταξύ της εμφάνισης και της αλήθειας, εκείνη που μας επιτρέπει να φτάσουμε σε μια ματιά από την πλήρη εικόνα του κόσμου που δεν γνωρίζουμε». Βλέπε σχετικά, Σχορετσανίτης Γεώργιος, ‘Οι ταξιδιωτικές και ποιητικές περιπέτειες του Λουΐς Θερνούδα’, Περιοδικό ‘Οδός Πανός’, Τχ. 180, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2018, σελ. 4.
2. Βλέπε σχετικά, Καρούζος Νίκος, ‘Οι επενδύσεις μου στην Κόλαση’, Ποιήματα Β’, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία, Αθήνα, 1994, σελ. 33.
3. Βλέπε σχετικά, Καρούζος Νίκος, ‘Θερινά κριτήρια…ό.π., σελ. 45.
4. Βλέπε σχετικά, Benjamin Walter, ‘Θέσεις για την Φιλοσοφία της Ιστορίας’, ‘Θέση ΙΧ’, Λέσχη των Κατασκόπων, Δεύτερη Έκδοση, Αθήνα, 2014, σελ. 15-16.
5. Ο Μπενγιαμινικός «άγγελος» κινείται εντός και πέραν της ‘αγγελολογίας’ του, εστιάζοντας στην εικόνα επί του Νόμου, στη σπερματική επανοικειοποίηση του και των ‘ερειπίων’: ‘αυτό που είναι ή καθίσταται δικό μας’, όχι κτητικά παρά γνωσιοθεωρητικά ατελές.
6. Η χρονικότητα καθίσταται μη-παρενθετική, νοηματοδοτεί και νοηματοδοτείται από την εμμένεια του ‘αγνώστου’, του ‘άδηλου’ και του ‘ανείπωτου’ που επι- φέρει το μέλλον: «Ως κι ο σοφός γέρων Τειρεσίας με την τόσο εξαίρετην ακοή του, με τα τόσο κραταιά πουλιά του -στάθηκε αδύναμος, λειψός, μπρος στο άδηλο μέλλον μας. Τίποτε δεν άκουσε σχετικό, ήχος κανένας δεν έφτασε απ’ τους άγνωρους κ’ έρημους δρόμους του μέλλοντος». Βλέπε σχετικά, Αγρόδημος Ραφαήλ, ‘Τειρεσίας’, Περιοδικό ‘Οδός Πανός’, Τχ. 180, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2018, σελ. 58. Το και τα υποκείμενα διεκδικούν τμήματα του χρόνου, μετουσιώνοντας το συμβάν σε ‘σπερματική γραφή’.
7. Βλέπε σχετικά, Καρούζος Νίκος, ‘Θερινά κριτήρια…ό.π., σελ. 45.
8. Το «Απόλυτο» «θα έρθει» με όρους χωρο-χρονικής εκπλήρωσης και επανατοποθέτησης της απορίας, της απορίας επί της γλώσσας και του αίματος.
9. Βλέπε σχετικά, Καρούζος Νίκος, ‘Η αμμώδης ανάληψη…ό.π., σελ. 357.
10. Η «Γραικολάνδη» αποτελεί Πραγματικό που συστηματοποιεί τους κανόνες ‘προστασίας’ της, ‘οντοπολογία’ της μείζονος μετουσίωσης του γεωγραφίας σε πραγματική ιστορία, όπως και της σύναξης σε ιδιότυπη ‘μοίρα’ αυτού του τύπου: ‘Εδώ είναι Βαλκάνια’ και ‘ιστορία γράφουν οι παρέες’.
11. Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘Νίκος Καρούζος, Έκτωρ Κακναβάτος: Η Κροστάνδη της Μεταπολίτευσης και η Μεταπολίτευση ως χάος’, στο: Μιχαήλ Σάββας, (επιμ.), ‘Homo Poeticus’, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2006, σελ. 277-278.
12. «Η ιστορία συλλαμβάνει το συμβάν, είναι η πραγμάτωση του σε καταστάσεις πραγμάτων, αλλά το συμβάν, στο γίγνεσθαι του, ξεφεύγει από την ιστορία. Η ιστορία δεν είναι πειραματισμός, είναι μόνο το σύνολο των όρων για κάτι που ξεφεύγει από την ιστορία». Η ιστορία δύναται να καταστεί το «σύνολο των όρων» για την επανεπινόηση του ‘είναι’ της. Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Η Ουτοπία της Εμμένειας. Η Επανάσταση στους Deleuze και Guattari’, στο: Μιχαήλ Σάββας, (επιμ.), ‘Homo Liber. Δοκίμια για την Εποχή, την Ποίηση και την Ελευθερία’, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2016, σελ. 292.
13. Βλέπε σχετικά, Αθανασίου Αθηνά, ‘Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Κριτικές και αντιστάσεις’, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2012, σελ. 98.
14. Το πρόσωπο της μικρής Μαρίας, σπαράσσεται από επάλληλες προβολές μορφών και χρόνων, σημασιοδοτεί την προσδοκία μίας ίδιας και ‘άλλης’ προσίδιας κρίσης, αρθρώνει την εσταυρωμένη κίνηση: όπως η Μαρία στάθηκε δίπλα στον Ιησού που ευρίσκονταν πάνω στο Σταυρό, έτσι και η μικρή Μαρία δύναται να σταθεί και να ‘διαυγάσει’ επάλληλα ζεύγη δίπλα στο χρόνο, ομνύοντας στην διιστορικών διαστάσεων και ανισόρροπων εκτάσεων, ‘οπτασία’. Το εντατικό καθίσταται τμήμα μίας γενιάς που ως μικρή Μαρία, (το όνομα ως ‘αλυσιτελής’ αντίδραση) εκ-βάλλει στην επιφάνεια, ‘θερμαίνοντας’ προσδοκίες, εξάρσεις, χαρμολύπες.
15. Βλέπε σχετικά, Καρούζος Νίκος, ‘Χαράματα ́, Ποιητική Συλλογή, ‘Θρίαμβος χρόνου’, Επίμετρο: Λαλουδάκη Ελισάβετ, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα, 1997, σελ. 23.
16. Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Νίκος Καρούζος, Έκτωρ Κακναβάτος…ό.π., σελ. 278. Την ανθρωποκεντρική ‘οπτασία’, ωσάν θηλυκή ύπαρξη.
17. Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Νίκος Καρούζος, Έκτωρ Κακναβάτος…ό.π., σελ. 275.
18. Ένα «ρυθμικά σκεπτόμενο αίσθημα» καθίσταται το ποίημα, σύμφωνα με τον ποιητή Αντώνη Φωστιέρη. Βλέπε, Πατρώνης Τάσος, ‘Μαθηματικά & Ποιητική του Κοινωνικού Χωροχρόνου: έξι + μία διαφορετικές γραφές με λειτουργικά κοινά σημεία’, Περιοδικό ‘Οδός Πανός’…ό.π., σελ. 63.
19. Αναφέρεται στο: Αθανασίου Αθηνά, ‘Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Κριτικές και αντιστάσεις’, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2012, σελ. 98.
20. Βλέπε σχετικά, Κούταλης Βαγγέλης, ‘Η Πέτρα που θραύει την εικόνα: Η έννοια της επανάστασης και η χρονικότητα μιας εξιδεικευμένης επιστήμης’, Περιοδικό ‘Θέσεις’, Τεύχος 113, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010, http://www.the- seis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1128&Itemid=29.
21. Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Η Ουτοπία της Εμμένειας. Η Επανάσταση στους Deleuze και Guattari…ό.π., σελ. 292. Το συγκεκριμένο ‘Σημείο’ ως μετάβαση σε έναν ‘τόπο’ ή σε ‘οντοπολογία’ που διαρκώς ανα-συνθέτει τις προϋποθέσεις της, που παραμετροποιείται στην αρχή του ‘καθολικού’, εγκολπώνεται στις αναλύσεις των Deleuze και Guattari για τον Παρισινό Μάη του 1968 και εκκινεί γνωσιο- θεωρητικά από την Καντιανή προβληματική για την Επ-ανάσταση έτσι όπως αναπτύσσεται στη ‘Διένεξη των Σχολών’.
22. Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Η Ουτοπία της Εμμένειας. Η Επανάσταση στους Deleuze και Guattari…ό.π., σελ. 292. Το μνημονευόμενο, το αποδεικτικό και το προγνωστικό αποτελούν τις ίδιες θέσεις του βαθέος ‘Σημείου’ που εκκινεί από μία εμμένεια που μετατοπίζει στιγμές, συν-διαλεγόμενο με την Καρουζική απεικόνιση της «θύελλας», ή αλλιώς, της ιστορίας ως «τόπου της θύελλας» και της εκ-δίπλωσης πολλαπλασιαστικών ‘δυναμολογιών’ που επιταχύνουν μαζικά και ριζικά, επιβραδύνοντας παράλληλα στην ευρύτητα ανάδειξης του προτάγματος: το Καντιανό ‘Σημείο’ ως Καρουζική «θύελλα», ως ‘πρόνοια’ και ως πλήρωση δίχως ‘Προφητεία’: το πλήθος ενώπιον πλήθους.

11 ποιήματα και πέντε φωτογραφίες για τον χειμώνα

Το BookSitting επέλεξε έντεκα ποιήματα και πέντε φωτογραφίες με θέμα τον χειμώνα.

blizzard-1245929_1920 (1).jpg

Καθώς βαδίζει ο χρόνος… | Γιώργος Σεφέρης

Καθώς βαδίζει ο χρόνος
και προχωρεί ο χειμώνας
κι η τραχηλιά του κοκκινολαίμη
στρέφει στο πιο σκούρο
σαν τα κυκλάμινα –

(Από το “Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄”,  εκδ. Ίκαρος, 1976)

Ο χειμώνας… | Μαρία Λαϊνά 

Ο χειμώνας είναι δροσερός
τα φαράγγια κατεβαίνουν από ψηλά
έως τον νότο και τη δύση.
Οι θίνες αλλάζουν
παρασύρονται
Δύο φορές τον χρόνο τις παίρνει ο άνεμος
τις πάει

κιόλας μακριά

γιατί περνάνε τα σύννεφα και ξέρεις
πηγαίνουν αλλού
δεν θα μείνουν εδώ

σαν κάποιος να κατοικεί αυτή την απέραντη χώρα
και να είναι τα πράγματα λίγα
ολοένα λιγότερα

Οι νομάδες γυρίζουν όταν πέφτει βροχή
τον χειμώνα·
τρώνε χουρμάδες
τα ζωντανά τους τρώνε κι αυτά·
με το ξύλο από τις φοινικιές φτιάχνουν κάτι
όχι πολύ
Σιγά σιγά το κλίμα απλώνεται

αφήνει τον ουρανό ελεύθερο

(Από τη συλλογή…

View original post 832 more words

Richard Anders, Δύο ποιήματα

4.0.1

Πετρώδες γαλάζιο πάνω από σκιά στιλέτου

Επειδή η σάρκα
κοιμάται με το κόκαλο
κυλάνε μάτια στο τραπέζι
με πόδια λιονταριού χορεύει
το τραπέζι πάνω απ’ τη θάλασσα
κι η θάλασσα ανοίγει παράθυρα
σε μια θάλασσα από πρόσωπα

***

Λόγια

Hommage a Andre Breton

To νιτρικό πουλί ξεμυτίζει από το πράσινο χιόνι
κι η γκαρνταρόμπα του
φέγγει όπως οι εφτά επιχρυσωμένοι σπόροι
στα κηροπήγιά τους τη νύχτα

Λόγια αρμένιζαν
στον τυφλό άνεμο
κορβέτα πάνω σε γαλάζια γλώσσα
που κρεμόταν αναίσθητη στους βράχους

*Αναδημοσίευση των ποιημάτων από το τεύχος 7 (Σεπτέμβριος 2-18) του περιοδικού της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας” (σελ. 64).

Νίκος Πριόβολος, Το μολύβι του ποιητή

Ο ερωτευμένος νέος συνάντησε την αγαπημένη του
στην άκρη της πόλης
της καρφίτσωσε στα μαλλιά ένα χάρτινο ποίημα
το μολύβι του ανήκει
– ποτέ όμως το ποίημα –

η άνοιξη χάιδεψε τρυφερά τις αισθήσεις του
έκλεισε τα χείλη της στα χείλη του ποιητή
– για δες, η ποιήτρια τον φιλά στο στόμα –
οι ίδιες μορφές
οι ανοίκειες εικόνες ενός τόπου
π’ αποπειράται να σταθεί όρθιος

Αν αγάπη μου ζούμε αυτόν τον έρωτα
τον οφείλουμε σ’ εκείνους που πεθάναν δίχως έρωτα
αν έχουμε λίγα δάκρυα
τα χρωστάμε στ’ αφυδατωμένα τους μάγουλα
αν κρατάμε λίγη υγρασία στα βλέφαρα
τη δίνουμε να τη γευτούν τα παιδιά που στέγνωσαν από δίψα

αν ζούμε το όποιο παρόν
το κερνάμε στο όσο μέλλον απέμεινε

Του έπιασε το χέρι
τρυπώντας με το μολύβι
στο μέρος της καρδιάς

αμέσως ο χάρτινος όγκος από λέξεις πήρε φωτιά

κι έκαψε ξανά
ακόμα και τις στάχτες

*Από τη συλλογή “Το παιδί π’ απέμεινε όρθιο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΟΚόΝ, 2019.

“Το μερίδιο των Αγγέλων” της Άννας Νιαράκη

Γράφει η Ευσταθία Δήμου

Σε μια συλλεκτική έκδοση 300 αντιτύπων επανακυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2019 η ποιητική συλλογή της Άννας Νιαράκη, Το μερίδιο των αγγέλων από τις εκδόσεις Bibliotheque. Η συλλογή είχε πρωτοεκδοθεί το 2012 και η επανέκδοση της καταδεινύει όχι μόνο την υψηλή ποιότητα του ποιητικού λόγου, αλλά και την αντοχή του στο χρόνο, ιδιαίτερα μέσα σε μία εποχή που οι ποιητικές συλλογές διαδέχονται η μία την άλλη με εξαιρετικά μεγάλη ταχύτητα.

Το σύνολο των ποιημάτων χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες που φέρουν διαδοχικά τους τίτλους «Άνοιξη εντός», «Το στοίχημα», «Το μερίδιο των αγγέλων» και «Αντί σημειώματος». Στην πρώτη ενότητα περιλαμβάνονται δεκατέσσερα ελευθερόστιχα ποιήματα, τα περισσότερα πολύστιχα, η θεματική των οποίων περιστρέφεται γύρω από τα γνωστά θέματα του έρωτα, ιδωμένου την στιγμή του τέλους του, ενός τέλους που, σαν έκρηξη, διαλύει τα πάντα, του χρόνου που μεταφράζεται σε Στιγμές εγκιβωτισμένες σε πάγο, όπως λέει η ποιήτρια στο ποίημα «Αποκεφαλισμοί», της ποιητικής δημιουργίας και της ίδιας της ποίησης, η αναμέτρηση με την οποία αφήνει ανεξίτηλα τα σημάδια της πάνω στην ψυχή και το σώμα της δημιουργού. Το κλίμα και η διάθεση που επικρατεί στην ενότητα αυτή είναι σαφώς απαισιόδοξο. Νότες θλίψης και απογοήτευσης ακούγονται εδώ κι εκεί στους στίχους και η θλίψη αυτή, που σηματοδοτεί την πτώση, φαίνεται να είναι και η σωτηρία από τη ζάλη του ύψους. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το ποίημα «Κατά βάθος»

Η πτώση
Ω! ναι. Αυτή.
Αυτή μας σώζει από τα ύψη.
Από τα βάθη δεν έχει ακόμα
ανακαλυφθεί σωτήρας.

(«Κατά βάθος»)

Άλλα ποιήματα περιστρέφονται γύρω από το θέμα της μοναξιάς, ως αποτέλεσμα της απουσίας του αγαπημένου προσώπου, του θανάτου, της ανίας που γίνεται ιδιαίτερα έντονη και βασανιστική την αργία της Κυριακής, του φόβου μπροστά στο μέλλον, της μνήμης και της λήθης. Έκδηλη είναι η συγγένεια με την ποίηση του Α. Τραϊανού στον οποίο άλλωστε είναι αφιερωμένο και ένα από τα ποιήματα της ενότητας. Εικόνες θανάτου, εικόνες ζοφερές που προξενούν την φρίκη εναλλάσσονται εδώ με σκέψεις που δείχνουν έναν άνθρωπο στα όρια του εαυτού του. Από αυτή την άποψη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια παράλληλη ανάγνωση των δύο ποιητών, όχι όμως υπό το πρίσμα της σύγκρισης αλλά της σύγκλισης αφού είναι προφανές ότι η ποίηση της Νιαράκη είναι εμποτισμένη από μια γνήσια γυναικεία ευαισθησία και από έναν ερωτισμό που τη διαφοροποιεί σημαντικά από την ποίηση του Τραϊανού.

Στη δεύτερη ενότητα, «Το στοίχημα», το κλίμα είναι κάπως διαφορετικό. Εδώ υπάρχουν ποιήματα για την ποίηση, για την ουσία και τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας, όπως το «ab initio»

Στης χορτασμένης επιθυμίας
την κοιλιά, το ποίημα συλλαμβάνεται.
Γεννιέται μήνες πολλούς αργότερα
και γράφεται, καθώς καπνίζω νευρικά
ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον κήπο.
Αναπτήρας και ποίημα
γλιστράνε στο συρτάρι μου
στο πρώτο φως της μέρας.

(«ab initio»)

Παράλληλα, ο έρωτας προβάλλει εδώ ως το καταλυτικό εκείνο συναίσθημα που καταργεί τη μοναξιά αλλά και τη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Άλλοτε πάλι το θέμα αυτό παίρνει την απόχρωση μιας αναζήτησης που εκτείνεται πέρα από το χρόνο και το χώρο. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το ποίημα «Σε ψάχνω»

Σε ψάχνω
ντυμένη στα λευκά
σε μια πόλη γεμάτη από
ν
ύ
χ
τ
ε
ς…

(«Σε ψάχνω»)

Ο έρωτας που γίνεται ανάμνηση, ο έρωτας που αποκτά τη διάρκεια του μέσα από τη μετουσίωσή του σε αγάπη, ο έρωτας που αποτυπώνεται μέσα στην ποιητική δημιουργία, η ερωτική απουσία που δίνει την αφορμή για μια φαντασιακή εμπειρία συνεύρεσης και η αίσθηση της εκκρεμότητας που αποπνέει κάθε σχέση πριν την ολοκλήρωσή της είναι μερικές από τις κατευθύνσεις στις οποίες στρέφεται το θέμα αυτό.

Η τρίτη ενότητα που τιτλοφορείται «Το μερίδιο των αγγέλων» αποπνέει έντονη την αίσθηση ενός κενού, μιας απουσίας καίριας και καταλυτικής που ταλανίζει την ποιήτρια και την κάνει να αιωρείται ανάμεσα στο τότε, το τώρα και το μετά. Η αίσθηση του θανάτου είναι και εδώ υπαρκτή ως μια απειλή για κάτι αναπόφευκτο και τελεσίδικο. Στο ποίημα «Κατάδυση» για παράδειγμα αποδίδεται αυτή ακριβώς η αίσθηση

Ό,τι σπείραμε, το ξερίζωσε ο άνεμος.
Ποιος ξέρει τα σπόρια μας ως που ταξίδεψαν
προτού να αγγίξουν ξένα χώματα.
Ποιος ξέρει αν φύτρωσαν ξανά
κουβαλώντας κάτι από το χάδι μας
ή αν βαθιά μέσα στη γη κοιμούνται ακόμη,

ξεγελώντας αθώα έναν βέβαιο θάνατο.
(«Κατάδυση»)

Η συλλογή κλείνει με δύο ποιήματα που λειτουργούν αντιθετικά και συμπληρωματικά ταυτόχρονα. Από τη μία η βαθιά συνείδηση του τέλους, η βεβαιότητα του θανάτου και από την άλλη η ελπίδα, μια ελπίδα που καταλύει το φόβο και εν τέλει τον ίδιο το θάνατο.

Στη ζωή μου δεν θα ’θελα
να χάσω ούτε μια Άνοιξη.
Δεν θα μπορούσα ποτέ
να προδώσω τον Μάη.

Αυτό το φως
είναι ο δικός μου θεός.

Ελευθερία.
(«Ρυ Τουρνεφόρ»)

Το μερίδιο των αγγέλων προσφέρει μια μοναδική αναγνωστική εμπειρία σε όποιον θελήσει να σταθεί πάνω στους στίχους του. Στίχοι θραυσματικοί, ανολοκλήρωτοι πολλές φορές, αλλά τόσο δυνατοί όσο και το συναίσθημα ή το βίωμα το οποίο τους ενέπνευσε. Η Άννα Νιαράκη έχει αναμετρηθεί με τους προκατόχους της Τραϊανό, Καρυωτάκη, Πολυδούρη, Κακναβάτο, έχει χωνέψει καλά τα ποιητικά τους διδάγματα και έχει κατορθώσει να αποκτήσει τη δική της ποιητική φυσιογνωμία μέσα στο νεοελληνικό ποιητικό τοπίο.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.vakxikon.gr/niarakh-review/

Γρηγόρης Σακαλής, Καθήλωση

Δεμένος χειροπόδαρα
περιμένεις την επιφοίτηση
της λογικής των άλλων
των πολλών
δεν κάνανε τον κόπο
να μπουν μέσα στην ψυχή σου
να σε γνωρίσουν
ποιός είσαι
ο Πέτρος
ο Γιάννης
η Μαγδαληνή
η Ελένη
παρά αποφάσισαν
με συνοπτικές διαδικασίες
να σε λογικέψουν
με τη βία
καθήλωση και απομόνωση
έτσι γιατρεύουν οι άνθρωποι
τους συνανθρώπους τους.