Προσέχτε τη νοσταλγία, θα σας σκοτώσει | Γιάννης Κοντός

Φτερά Χήνας

Εισέρχεται στο δέρμα και στο αίμα
όπως η ψείρα. Έχει τα ίδια συμπτώματα.
Φαγούρα, μολύνσεις, εκτεταμένη καταστροφή
των ιστών, που τις περισσότερες φορές φτάνει
μέχρι το κόκαλο. Ο ασθενής πέφτει σε μεγάλη
λύπη. Κοιτάζει τις πλάτες των ανθρώπων
και πιστεύει ότι το περαστικό πρόσωπο
είναι το δικό του, το φευγάτο, το χαμένο.
Κάθεται σε καρέκλα με τα χέρια
στα γόνατα, σε προχωρημένη σήψη
–ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται τίποτα–
και προσπαθεί να μπαζώσει το κενό
με αυτές τις σκέψεις μέδουσες. Προσέχτε,
δεν είναι παρελθόν, υπάρχει ουσιαστική διαφορά.
τον υπνωτίζει ύπουλη μουσική πνευστών
και συνομιλεί και μονολογεί με μαλλιά,
χείλη, αυτιά και χέρια
ή ολόκληρα σώματα γυναικών
που βγαίνουν από τοίχους
ή αναδύονται απότομα
από το πάτωμα και τα διάφορα έπιπλα του σπιτιού.
Αν συνεχίσει έτσι, θα καταλήξει
πεταμένη εφημερίδα μα παλιές ειδήσεις
στο δρόμο.

[Στο γύρισμα της μέρας, σελ. 34 | 1992]

View original post

Monika Monique, Σε λένε κακοποίηση

Έργο: Μonique (ακρυλικά σε καμβά)

Κάποιες φορές σηκώνεσαι.                               

Με αποφασιστικές κινήσεις

θέση αλλάζεις στο χώρο των πραγμάτων.

Σαν τον πνιγμό

που σου ζητά

ανάσα να του δώσεις.

Μέσα μου νιώθω κάτι να χτυπάει

σαν ένα όνειρο που ψάχνει ράγισμα

να βγει στο φως.

Μέσα μου νιώθω κάτι να σκαλίζει

σαν δυο φτερά που απ” το κουκούλι

ελευθερώνονται αφελώς.

Και με τρομάζει τόσο

πώς από το σκοτεινό λαβύρινθο,

με δυο αστραπές κι ένα λιγμό

στον κρύο βοριά 

αυτό το κάτι θέλει να χαθεί.

– Και ύστερα

την ουλή

ποιος τη φροντίζει;

έτσι εκτεθειμένη

προκαλώντας, ίσως, την αποστροφή.

– Ποιος θα πιστέψει και

ποιος θα κουφαθεί;

Σε λένε κακοποίηση δε σε ξεχνώ!

Μα δίνω λόγο στην ψυχή

και τη σιωπή να πάψει

Μέσα από συλλογικά βιώματα

ακούω το τρέμουλό της

Μέσα από συλλογικά τραύματα

ξύνονται οι πληγές της

Σε λένε κακοποίηση δε σε ξεχνώ!

Εγώ το βίωμα

Εγώ το τραύμα

Εγώ η επούλωση

Εγώ και η λύτρωση.

Σε λένε κακοποίηση δε σε ξεχνώ!

Ελίνα Αφεντάκη, Κουζινομάχαιρο

H μάνα έλεγε τα ψώνια της επομένης κι εγώ σημείωνα.

Ήταν φορές που από σαπούνι σε ζάχαρη χανόταν μέσα σε κάτι σιωπές πυκνές… άβατες.

Μια μέρα καθώς έγραφα

μου ‘πιασε άγρια το χέρι.

“Εσύ όχι!”

“Τι όχι μάνα;”

“Mη γίνεις η πέτρα της υπομονής… ακούς;

Kρίμα να σκοτωθούν τόσοι περαστικοί…”

Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ

Οι τοίχοι τρέμουν σα νερό πάνω σε τζάμια 

Κι αυτές οί δυό μπροστά μου οι πόρτες 

Η μία μοιάζει πόρτα ασανσέρ

Που μόλις τώρα έφτασε στο ισόγειο και θ’ ανοίξει

Και γκάγκστερ με κοστούμι ροζ θα βγει.

Η άλλη μοιάζει πόρτα 

Διαδρόμου εσωτερικού 

Που μένοντας κλειστή συνήθως 

Ανοίγει μόνον για να βγάλουν 

Στο εποχούμενο φορείο 

Τον ναρκωμένο 

Εγχειρισθέντα ασθενή.

Η Όφηλία 

Με κόκκινο πουλόβερ 

Γελάει συνεχώς 

Είθε το γέλιο της αυτό 

Να έχει μια κάποια μονιμότητα.

16 Μαρτίου 1970

***

ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ

Ποιος τό ’λεγε απ’ τον κήπο

Με τους φοίνικες και τ’ άγρια περιστέρια

Πως θα βρεθείς κατάδικος

Με τη νωπή βουή του όχλου

Που ανέντιμο σε φώναζε

Προδότη κι άλλα τέτοια.

Ούτε κι η φύση σου έμεινε 

Παρηγοριά και φως.

Τα δέντρα που τ’ αγάπησες 

Σά νά ’τανε παιδιά σου 

Στα πήραν απ’ το βλέμμα σου 

Τα σίδερα κι οι τοίχοι.

Κανείς δεν είναι σίγουρος 

Πόρτες κλειδώνουν βιαστικά 

Συγκλητικοί και πόρνες.

Πλανιούνται μες στη σκέψη τους

Ο Νόμος δε γνωρίζει 

Προσκόμματα και κλειδαριές 

Πόρτες κλειστές περνάει 

Σα να ‘ταν ο Ασώματος ή laser ή κάτι 

Το απίστευτο, πιο δυνατό κι από τη φαντασία.

*Από τη συλλογή “Το αίμα του λύκου”, έκδοση Εγνατία/Τραμ, Θεσσαλονίκη 1978.

Γρηγόρης Σακαλής, Το μέλλον

Artwork: Maurice Sapiro

Ο ήλιος βγαίνει για όλους

λένε

και είναι σωστό

μόνο που κάποιοι

γεύονται τα πάντα

κι άλλοι μόνο

τον άρτο τον επιούσιο

αυτή είναι η ιστορία

όσοι δουλεύουν σκληρά

έχουν μικρό μερίδιο

κι όσοι κατέχουν

και διευθύνουν

τεράστιο κομμάτι

με αιτήσεις και προσευχές

δεν βγαίνει τίποτα

χρειάζεται αγώνας

από όλους εμάς

που ανήκουμε

στα φτωχά στρώματα

αγώνας επίμονος, πιεστικός

να μη πτοούμαστε

απ΄τις αποτυχίες

μα πάνω σ΄αυτές

να χτίζουμε

τις μελλοντικές επιτυχίες.

Ai Ogawa, Ένα πούρο είναι – Ω, μη σκας

Είναι να ακολουθήσεις τη χοροπηδηχτή Betty, την μπάλα εννοώ,

Λοιπόν, ίσως ήταν κάτι άλλο.

Ω, ναι, διάβασε το οτοκιού, είπαν,

Αν χάσεις τον δρόμο σου, εννοώ το μέρος 

Στο ίσιο και στενό μονοπάτι

Που ο Κύριος με μια κλωτσιά στα πισινά μ’ έστειλε να ακολουθήσω 

Και να ’μαι εδώ πάλι μπροστά στις κάμερες 

Προσπαθώντας να εξηγήσω πως όταν ήμουν νέος 

Δεν ανησυχούσα για το αύριο.

Ήμουν πολύ τυχερός.

Η θλίψη ποτέ δεν χτύπησε την πόρτα μου 

Και αν είχε, δεν θα την άνοιγα.

Είχα αρκετό χυλό στο πιάτο μου,

Λοιπόν, εντάξει, ό,τι κι αν ήταν αυτό 

Ήταν σ’ ένα πιάτο.

Σιχαίνομαι να σε πιέζω

Μα έχω θέματα του κράτους να ασχοληθώ

Έτσι καλύτερα να προχωρήσεις μ’ αυτό

Και να κάνεις την ερώτηση που πεθαίνεις να ρωτήσεις, ε, εμ, –

Να ρωτήσεις;

Μισό λεπτό. Θα πω,

Καμιά φορά ένα φιλί είναι μονάχα ένα φιλί, ε,

Ή μήπως είναι ένα πούρο;

Λοιπόν, ξέρεις τι εννοώ.

Το έχεις δει στις ειδήσεις Ακριβώς όπως εγώ.

Σίγουρα εγώ δεν το διάβασα στην εφημερίδα.

Δεν έχω την υπομονή γι’ αυτό.

Μ’ αρέσει κάποιος να μου το διαβάζει·

Με βοηθά να συγκεντρώνομαι στα σημαντικά πράγματα 

Σαν – ε, τι έλεγα τώρα δα;

Είμαι κάπως αφηρημένος αυτή τη στιγμή.

Έχω πολύ στο πιάτο μου.

Το ξαναείπα αυτό;

Δεν μπορείς να φτιάξεις σανό χωρίς, ξέρεις _ Χόρτο;

Καμιά φορά όταν έχεις ραντεβού με το πεπρωμένο σου Φτάνεις λίγο αργά,

Αλλά φτάνεις.

Δεν είναι ντροπή αυτό.

Νομίζω πως ντροπή θα ήταν αν άφηνα ένα σωρό -Αχ, ας μου πει κάποιος πώς να κυβερνήσω.

Έχω τον καλύτερο δάσκαλο που θα είχε κανείς.

Δεν είμαι υποχρεωμένος να σου πω, λοιπόν ίσως να σου πω, αεκινησα με τα καλύτερά μου,

Λοιπόν, και τα δύο.

Βλέπεις αυτά τα χέρια;

Σταθερά σαν τους αιώνιους βράχους.

Μόνο αυτό χρειάζεται να ξέρεις.

Μπορώ να φύγω τώρα;

Εννοώ μπορώ να φύγω τώρα.

Εντάξει, εντάξει, μία ερώτηση. Τι είναι αυτό;

Λυπάμαι, τελείωσε ο χρόνος

Και όλοι ξέρουμε πως ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν.

Βάλε αυτό στην πίπα σου και πιες, εννοώ 

Κάπνισέ το.

*Από το βιβλίο “Άι Ογκάουα Τα Αιρετικά Παραμύθια” – Ανθολόγιο ποιημάτων, σε μετάφραση Βαγγέλη Αλεξόπουλου – Διώνης Δημητριάδου, Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, Ιανουάριο 2020.

Γιώργος Κυρμανίδης, Σίγουρα σκοτάδια

Eικόνα: Wally Skalij

Αδιόρατες οι διαχωριστικές γραμμές

της λογικής με την παράνοια.

Ίσα  που προλαβαίνω να τις διακρίνω

μέσα στο πυκνό σκοτάδι.

Αυτό είναι λοιπόν που μ’ οδηγεί

στο πέρασμα των χρόνων

στους λειμώνες  της ζωής 

και στη συννεφιασμένη πόλη

αυτού του απροσδιόριστου θανάτου; 

Κανένας δεν με οδήγησε

με τέτοια σιγουριά

ούτε καν η ελπίδα

που κρατά σαν λάβαρο το φως

Είναι που με φοβίζει πια η λάμψη

δεν τη συμπαθώ

προτιμώ το ατάραχο σκοτάδι.

Τέτοια κατασκευασμένη σιγουριά 

άραγε ποιος ξέρει πού θα με βγάλει…

*Ο Γιώργος Κυρμανίδης είναι  23 ετών, φοιτητής στο Τμήμα Ιστορίας  και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. και είναι η πρώτη τυ δημοσίευση.

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com/2021/01/blog-post_21.html

Manolis Aligizakis, Εφημερίδα / Newspaper

Άνοιξε την εφημερίδα

κάτω απ’ τη λάμπα της κουζίνας

να ρίξει λίγο φως πάνω στα νέα

ιδίως εκείνα τα ρεπορτάζ

για επιθέσεις και δολοφονίες

που γίναν χθές τη νύχτα.

Πήρε βαθειά αναπνοή

που κάπως είχε συνεισφέρει

στην ωραιοποίηση του άσχημου

μοντέρνου κόσμου της πόλης

κι ύστερα πήγε κι έβαλε καφέ

σαν νά ` χε μια φορά ακόμη

στον πόλεμο να πάει και χρειάζονταν

την πρωϊνή εξάσκησή του.

NEWSPAPER

He opened the newspaper

under the light of the kitchen

to brighten the news                                            

of muggings, break ins and

murders of last night.

After he took a deep breath

knowing he contributed

in beautifying the world

to this ugly modern city 

he put the coffee on

as if again he had to go to war

and needed his morning fix.

*Από τη συλλογή “AUTUMN LEAVES”, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2014.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2021/01/12/autumn-leaves-poetry-by-manolis-aligizakis-5/

Ποιητικό υστερόγραφο | Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Φτερά Χήνας

kar

Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ’ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.

View original post

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Ικριώματα χρόνου

Πάνω από τα ικριώματα του χρόνου

αλείφοντας τις πληγές με τον ιδρώτα

το δίχως άλλο αποκομμένος από 

την βρώμικη ανάσα της ασφάλειας

και το δολερό χάδι της υποταγής

Φθινόπωρο 1997

***

Καρυδότσουφλο

 Αγέρας και καπνός

πάλι στα κύματα και στον ωκεανό

καρυδότσουφλο, επίμονη σχεδία

Οκτωβρίου 2020

***

Του σπουργίτη

Γνέφεις σ’ ένα σπουργίτη που σε καταδέχθηκε

στο μικρό μπαλκόνι σου

τυλιγμένος από σταχτιά κρούστα

όπου το ραδιόφωνο σου μεγάλωνε τη βαρυθυμιά

κι ο σπουργίτης ξαναπετά σ’άλλα μπαλκόνια και παράθυρα

Οι βυθισμένες θάλασσες έρχονται στο νου

σε πρωινά φθινοπώρου που στάθηκαν

κι απλώνεις τ’ανέγγιχτο ψιθύρισμα μες στους μικρούς κατακλυσμούς

που είχαν κάτι από από κάλεσμα φλογέρας

που πλήθυναν με τα χρόνια

και ιστορείς στη Μήδεια τον κρυφό σου καημό

αλλ’αυτή κυλιέται στα σπασμένα γυαλιά

με τα άδεια της μάτια να σε καθρεφτίζουν

μετά, σκέφτεσαι να πλαγιάσεις

ζαλισμένος απ’των σφαγμένων αηδονιών τη φωνή

Πάλι δεν χόρεψες στο καταμεσήμερο

Το βράδυ, σε βρήκε στην άλλη όχθη

ακάθεκτο να γερνάς

Νοέμβριος 2003