Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

ΑΝΕΝΔΟΙΑΣΤΩΣ

Η ψυχή δεν θ’ ανταμώσει το αέτωμα του αυγερινού,
η οδύνη νικήτρια εστέφθη στην δίνη του κατατρεγμού.
Της ανίας οπαδοί το απάντεχο ξορκίζουν˙
η ελπίδα που την σκοτώνουν, παιδί ονομάζεται,
η χαρά που την σταυρώνουν, λαγνεία! Και δικάζεται.
Τις αλυσίδες σας υμνείτε!
Στων αντιφάσεων τα δεσμά,
εγχειρίδιο αιχμηρό ακονίζω,
τον δραπέτη ζηλεύοντας.

*

Τι θα έγραφα εάν ήσουν, εάν έμενες, όμως, όμως δεν στάθηκες.

«Una mattina mi son svegliato» των Φαραγγιών Μαρία

Τα μαύρα χρώματά σου αγέρωχα στέκονται
παραστάτες του απροσπέλαστου.
Η σιωπή σου την σιωπή διακυβεύει.
Τα ρηχά επισκέπτεσαι δίχως να θέλγεσαι από δαύτα,
ξέρεις ότι δεν θέλγεσαι από δαύτα.
Ψηλή, ξερακιανή, με την κατράμικη ωχράδα σου,
που τους κονδυλοφόρους διεγείρει,
στα πυροβόλα φλεγματική θα σταθείς,
την δυσαπόκτητη ειρήνη απεικονίζοντας.
Μελάνι της φαντασίας μου στο στέρνο σου στάζει,
η έκφραση αυθαίρετα χαράζει;

Δημήτρης Δούκαρης, Σε είπανε θεό

Σε είπανε θεό
και δεν Σε πίστεψα,
γιατί αν ήσουνα
θα ‘χες φόβο
θα ‘χες τρόμο
θα ‘χες ντροπή
γιατί αν ήσουνα
θα σε λυπόμουν-

Σε είπαν επανάσταση
και σ’ ακολούθησα
ήθελα να γκρεμίσεις
ήθελα να χτίσεις
ήθελα να τελειώσεις
και ν’ αρχίσεις
ήθελα ν’ αλλάξεις
κι Εσύ
κι εγώ
και μ’ άφησες στους πέντε δρόμους

Τζίμης Ευθυμίου, Δύο ποιήματα

Η ΚΛΙΜΑΞ


Να σταθείς ακριβώς στη μέση της σκάλας

Ανάμεσα σ’ αυτούς που πέφτουν κι αυτούς που συνεχίζουν

Τους μετέωρους και τους μετεωρίτες που επιθετικά αναπτύσσονται.

Στάσου κει όπου το κατώφλι δεν ξέρει, ακριβώς
αν είναι είσοδος ή έξοδος, για πού επίσης.

Στάσου, να γίνεις Οδοδείκτης, Τοπόσημο να γίνεις, Δρόμος,
τόσες πατημασιές έτσι κι αλλιώς στην πλάτη σου.

Έτσι που

ή θα βρεις το δρόμο,

ή που θα γίνεις εσύ ο δρόμος.

*

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΣΦΑΛΤΟΣ


Αν ήταν, θα χανόταν με στροφές πίσω απ’ τους λόφους.

Αν ήταν θα σήκωνε όλη την κυκλοφορία.

Αν ήταν θα ΄ταν πάρκινγκ.

Αν ήταν θα ένωνε το σπίτι μου με το δικό σου.

Αν ήταν θα γέμιζε αντικατοπτρισμούς,
νερά που δεν υπάρχουν κάτω απ΄ το μπλε που αχνίζει,
πέμπτο σύννεφο πιο κάτω
στάση Παναγιά.

Αν ήταν άσφαλτος δε θα ‘τανε κανείς
αν όχι άνθρωπος. Το απλό είναι περίπλοκο.

Η άσφαλτος δε χάνεται ποτέ. Σφάλλειν είναι
ένας δρόμος με στροφές
κι ως προς τον εαυτό τους,
πρέπει να ‘χεις ψηλό διαφορικό

μπορεί πάλι
και να χαθείς στο δρόμο, πρέπει να ‘χεις ψηλό ηθικό.

Για να μπορείς να δεις τι βρίσκεις όταν χάνεις.

Δε μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποτάμι.

Όμως μπορείς να πέσεις καταρράχτης και να
ξεκινήσεις ένα νέο ποτάμι.

Κανείς δεν είναι άσφαλτος

ευτυχώς

είμαστε όλοι μονοπάτια.

*Από τη συλλογή «Επισκευή ουρανών», εκδ. Ορίζοντας Γεγονότων.

Για τον ζωγράφο Μπασιάκo

Μαριάνθη Μαρκοπούλου*

Ας πω εδώ για τον ζωγράφο Μπασιάκo. Υπήρξε μια εποχή που σταμάτησε να γράφει, πήρε πινέλα και μπογιές, κι ό,τι έβρισκε πεταμένο στους δρόμους, τάβλες, σανίδια, τελάρα, χαρτόνια, τα μάζευε και τα ζωγράφιζε. Και όλο αυτό κάποτε το έφτιαξα μια ιστορία, ένα διηγηματάκι, του το διάβασα και του άρεσε∙ να μου το αφιερώσεις μου είπε, εννοείται του είπα, αλλά απέμεινε έτσι, ημιτελές, αλλά με την αφιέρωση επάνω.

Τέλος πάντων, η ιστορία μιλάει για μια γαλάζια μονοκατοικία από αυτές τις μικρές με το μωσαϊκό στο πάτωμα και γύψινα στα ταβάνια, με τη εξωτερική σιδερένια σκάλα σαν ελατήριο, που ξέμεινε ακατοίκητη σε μια γειτονιά με νεόδμητα. Μια φάλτσα νότα. Και ήρθε η ώρα της και αυτηνής, είναι η μέρα της κατεδάφισης, ο εργολάβος είναι ήδη εκεί, περιμένει, τα συνεργεία τον έχουν στήσει, αρχίζει να τριγυρνάει μέσα, ντενεκέδια και εφημερίδες κάτω από τα πόδια του, και για πρώτη φορά o εργολάβος, βλέπει, προσέχει μάλλον, τους ζωγραφισμένους τοίχους.

Γιατί η μονοκατοικία είναι από άκρη σε άκρη ζωγραφισμένη, δεν υπάρχει ούτε μια πιθαμή άδεια. Αλλού έντονα κόκκινα, πορτοκαλί, πράσινα, αλλού σκοτεινιές, λέξεις πεταμένες εδώ και εκεί, φόντα δαιδαλώδη, και ανάμεσα ουρανοί, καταιγίδες, τρένα, γάργαρα νερά, καραβάνια περιπλανώμενων, αλέες με αγάλματα∙ μια τοιχογραφία, όπου τα δίχτυα ψαρεύουν αστεράκια, οι γοργόνες ξεπροβάλουν στον καπνό της πίπας του μοναχικού ναύτη Ταπίνι, ο πεθαμένος καπνίζει ξαπλωτός μέσα στην κάσα του όσο μια χαρωπή πομπή τον συνοδεύει, ο βιολιτζής παίζει το βιολί του μόνος σε μια βουνοκορφή, ή συνοδεύοντας ως αερικό τους ερωτευμένους, το λεωφορείο χάνεται στο δάσος και έχει για συνοδηγό έναν γάιδαρο και για επιβάτες μια νύφη και μια τσιγγάνικη ορχήστρα, και ένα τραπέζι με κάθε λογής φαγητά, και ποτήρια που τσουγκρίζουν, και σύννεφα, (μπορεί να δούμε και την νιότη μας εκεί), περιπατητές, γάτες που λιάζονται στα καμπαναριά, μουστακαλήδες που βγαίνουν από λαγούμια, δημαγωγοί πάνω σε βαρέλια, κι ένα περιπλανώμενο τσίρκο με τους ακροβάτες του και – εννοείται – τρύπια τέντα. Ένα όργιο από λεπτομέρειες, από χαρωπές παρέες, από θλιμμένους μόνους, από μπουγάδες που στεγνώνουν στα βράχια, κι ένα ολόκληρο χωριό σε μια γιορτή και μικρές φωτιές, και κυκλικοί χοροί, και πρόσωπα, παντού πρόσωπα, με ανάγλυφα βλέμματα, με έντονες μύτες, με γραμμές άγριες σαν αρχαίου πολιτισμού κάποιου προϊστορικού σπηλαίου∙ κοίταζε απορημένος ο εργολάβος, ποιος μουρλός να τα ζωγράφισε όλα αυτά; Εμείς ξέρουμε ότι τα ζωγράφισε ο Μπασιάκος. Αυτός είναι ο ζωγράφος και αυτά τα έργα του.

Και όλο αυτό το μπασιακικό σύμπαν, οι μπασιακικοί κήποι μπαίνουν μέσα στο δισάκι του, αυτό που παίρνει μαζί του στα «μαύρα χώματα», μαζί με μια «φούχτα πάτριο ουρανό», τον δικό του αιώνα, εκεί που ορίζει την καταγωγή του, όπου τα γκρουπάκια κάνουν πρόβες και βγαίνουν οι μουσικές από τα υπόγεια να συγκλονίσουν τον περαστικό πιτσιρικά και να αλλάξει μεμιάς ο κόσμος του, όπου ένα ποίημα αρκεί να σου φέρει τα πάνω κάτω, όπου φυσάει αυτός ο αέρας από κινήματα που αλλάζουν τον κόσμο, αυτός ο αέρας που σε παίρνει και σε σηκώνει και αντί να είσαι η απάντηση, γίνεσαι εσύ η ερώτηση. Δεν πρόκειται για παράλληλο κόσμο. Είναι αυτός ο ίδιος ο κόσμος μέσα από τα μάτια του ποιητή, όσων ζουν ποιητικά και ας μην γράφουν ποιήματα. Όλα όσα θα έβαζε σε μια χρονοκάψουλα να τα βρουν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος ή εξωγήινοι πολιτισμοί. Εκεί, και οι πεινασμένοι αρτίστες στις σοφίτες της Μονμάρτρης, τα στέκια, το χειροποίητο, οι τρύπες, με τις παρέες που συναντιούνται τυχαία κάτω από το αθηναϊκό δείλι, τα καταγώγια, με τις μουσικές και τα διαβάσματα που μας καθόρισαν, την πατρίδα του, γιατί με τι άλλο τρέφεται ένας ποιητής; «Με βιβλία και σινεμά τρεφόμασταν τότε», όλα αυτά που συναντιέσαι μαζί τους και αλλάζεις για πάντα. Γιατί εμείς λέει, «ό,τι διαβάσαμε δεν το διαβάσαμε σαν φιλόλογοι». Μας καθόρισε, έγινε οδηγός, απαράβατος κανόνας. Γιατί εμείς, όπου αγαπάμε, αγαπάμε. Γιατί το να ζεις σαν ποιητής είναι βαθιά πολιτική πράξη. Όσο επαναστατικό είναι να μπορείς να παραμένεις άνθρωπος. Όπως και το κέρασμα είναι πολιτική πράξη, η αγάπη, η ευγένεια, το μοίρασμα, να βρίσκεις δρόμο, να κάνεις ειρήνη με τη φύση των πραγμάτων.

Σκέφτομαι συχνά, σε αυτή την διετία που λείπει, που ήταν τόσο γεμάτη με πρωτόγνωρα πράγματα, τι θα έλεγε, για όλα αυτά που ζήσαμε και ζούμε. Και σκέφτομαι ότι ίσως φεύγουμε από αυτό τον κόσμο επιλεκτικά, όταν παύουμε να τον αντέχουμε. Και δεν ξέρω τι θα άντεχε ο Μπασιάκος που δηλώνει ήδη εμιγκρές σε αυτό τον αιώνα, παρείσακτος σε μια απάνθρωπη φαινομενική τελειότητα, σε ένα κόσμο άσπιλο, πειθαρχημένο, χωρίς φάλτσα, χωρίς κακές λέξεις και χωρίς γέλιο, αυτή την τόσο επαναστατική πράξη, «το γέλιο που θα σας θάψει».

Στο μπασιακικό δάσος, ο άνθρωπος είναι ατελής, incorrect, παιδεύεται από τις αντιφάσεις του, μπορεί να κλάψει στον ώμο του πρώην μπάτσου που θα στον έστελνε στην Σιβηρία, να συγκινηθεί με την γκαρσόνα του σκυλάδικου που απαγγέλει στίχους, να ακολουθήσει τον κλέφτη τραυματία στα μπουζούκια, να ζήσει παρέα με τα πρεζάκια σε ένα ξενοδοχείο της Βάθης, να γίνει φίλος με τον απατεώνα παπά με το τίμιο ξύλο. Ο ίδιος ο Μπασιάκος είναι μια τίμια αντίφαση, ένας εργατικός ράθυμος, ένας σεβαστικός βλάσφημος. Τον ενδιαφέρουν οι άνθρωποι, γεμάτοι πάθη και λάθη, αρκεί να εντοπίσει πάνω τους την αυθεντικότητα, την ατόφια συγκίνηση. Και αυτό το εσωτερικό ρίγος είναι το δείγμα, ο θερμοστάτης που μετριέται η συναισθηματική και πνευματική υγεία, η ηθική του μπασιακικού σύμπαντος. Είναι το χέρι που βλέπει να τον χαιρετά μέσα από μια κλούβα και ξέρει ότι είναι άνθρωπος δικός του. Το δράμα των ανθρώπων και οι χαρά τους. Η ανεπιτήδευτη φύση των πλασμάτων, όπως κελαηδεί το κοτσύφι∙ το κοτσύφι παίζει στα γραπτά του, είναι ο οδηγός. Αν το μέτρο του ποιήματος είναι τα πόδια από τα δουλικά που τα κουνάνε νευρικά στο παγκάκι καπνίζοντας στο ρεπό τους, αν αυτό είναι ο ρυθμός, τότε το κοτσύφι είναι η μελωδία. Και αυτό είναι το τραγούδι του, ή καλύτερα το τραγούδισμα του. Δεν θα μιλήσω για τον Μπασιάκο τραγουδιστή, εκεί και αν έχουμε φάλτσα καταγεγραμμένα…

Κάπου γράφει «καπνίζω και δεν έχω καμία όρεξη να ονειροπολώ», και παρότι εύκολα παρερμηνεύεται ως παραίτηση είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι ένας ύμνος στην στιγμή. Ζήτω η ύπαρξη και ζήτω η θνητότις. Και ζήτω το δέος, εκεί που η ύπαρξη θεριεύει. Η ποίηση είναι το ξεροκόμματο που έχει στη τσέπη να τον κρατήσει ζωντανό ως την επόμενη, είτε μόνος βολοδέρνοντας ανάμεσα στους σπουργίτες είτε στο καμαράκι, όπως κι ο έρωτας, που με ένα «Θοδωρή», θα τον κρατήσει ζωντανό για μια βδομάδα ακόμα. Και αυτή την θνητότητα γλεντάει, όχι με γέλια και χαρές μόνο, αλλά με δάκρυ, «με το λυπητερό αλλά και το χαρούμενο πένθος».

Στην ιστορία μου κατεδαφίζεται το σπίτι. Και η παλιά μονοκατοικία, που πράγματι υπήρξε και που επικοινωνούσε με σταλαχτίτες και υπόγειες στοές, γκρεμίστηκε. Και ο εργολάβος, που ιδέα δεν έχει από παλίμψηστα και ψηφιδωτά, από το ετερόκλητο πλήθος, από την ιστορία που γράφουν οι ανώνυμοι, και που πάνω στο πρόσωπο του ενσαρκώνονται όλοι οι διαχρονικοί βάρβαροι, οι εχθροί της φυλής, δίνει μια και τα γκρεμίζει όλα. Μόνο ένα κομμάτι μπογιά βάζω να έχει κολλήσει στο δάχτυλο του, ένα ενοχλητικό ίχνος που δεν βγαίνει όσο και να το πλένει. Ένα τατουάζ πάνω στο αποτύπωμά του.
Από τα έργα του Μπασιάκου τα ζωγραφικά, ελάχιστα έχουν μείνει. Σκορπισμένα και αυτά σαν τους στίχους του∙ όπως ζωγράφιζε έτσι έγραφε, καθισμένος σε άβολη καρέκλα, με τη πλάτη στο βοριά. Αλλά αν οι εχθροί έχουν εκρηκτικά και μπάλες κατεδάφισης «το δικό μας παντοδύναμο όπλο, είναι η αλήθεια». Ή αλήθεια «που συγγενεύει με την αλητεία» από την αρχαία έννοια της περιπλάνησης. Ας την γκρεμίσουν την μονοκατοικία. Αυτό το πανηγύρι, μπήκε ξανά σε στίχους. Όλες οι εικόνες είναι εδώ. Αχαρτογράφητες. Με ερημιές και βροχές και βιολιά και μέθη, και ο μεγάλος ρεμβασμός, με απλωμένα απαραιτήτως τα ποδάρια, και ξέφραγα οικόπεδα, ποδαρόδρομοι και άσκοπη περιπλάνηση, και καφενεία λαϊκά, που μυρίζουν γκάζι και τηγανόλαδο ή που συχνάζουν οι περίεργοι τύποι του Λαπέζ Αζίλ, «τα καφενεία που χωρίς αυτά δεν θα υπήρχαμε», σε αυτή την περιβόητη «προσμονή του απρόσμενου», και σπεύδε βραδέως, και πείνα αλλά χλιδή για όλους, και ερωτευμένα αστεροσκοπεία, αυτοδίδακτοι, ανεπρόκοποι, γνωριμίες των κρατητηρίων, των παμπ και των χαμαιτυπίων, των μύθων της κεντρικής λεωφόρου, ο πολύχρωμος πλανήτης, «τούτη η γη των προλετάριων» που αγάπησε, εδώ που είπε ν’ αφήσει «τα αλήτικά του κόκκαλα».

Ό,τι έχει στο σακούλι του και κουβαλάει μαζί του, το έργο των αφανών της γης, όσων εργάστηκαν για το κέφι τους, μη παίρνοντας πίσω ούτε χρήμα ούτε δόξα. Αυτοί είναι οι ήρωες του και αυτούς θέλει να κληρονομήσει. Και όλα δένουν γλυκά, στο τακτοποιημένο χάος που παίζει στα δάχτυλα του. Μπορεί να το παίρνει αμπάριζα η μπουλντόζα, αλλά σιγά, το σπάει άμα λάχει και εθελοντικά, όπως σπάει τις κασέτες με τα τραγούδια που μάζεψε με τόσο κόπο στην τελευταία σκηνή από το Γκάτζο Ντίλο ο πρωταγωνιστής και ύστερα χορεύει στον τάφο τους, έναν χορό χωρίς μουσική, μόνος. Δεν έχει σημασία. Ειπώθηκε. Βιώθηκε. Μια τελετή για την αριστοκρατία των απόκληρων, όπως του Σαρλώ, η ευγένεια του αντιήρωα που δεν καταδέχεται να ζει παρά μόνο για να ζει. Τόσο ελεύθερος που να μπορεί να τα απαρνηθεί όλα. Γιατί «το ζητούμενο δεν είναι η ευτυχία. Το ζητούμενο είναι η ελευθερία», κι όποιος ζει μέσα στο ποίημα, στο ποίημα μέσα θα πεθαίνει. Μάλλον αξίζει τον κόπο.

*Το κείμενο μου για την παρουσίαση του Γκαγκάν Μυτεράν, Vivere Freakolosamente, στο Αγρίνιο, 25/11, στο βιβλιοπωλείο Αγαύη και την επομένη στην Πάτρα, στο βιβλιοπωλείο Nouveau.

**Ζωγραφιά: Μπασιάκ, αυτοπροσωπογραφία.

Βάλια Γκέντσου, Τρία ποιήματα

ΓΥΑΛΙΝΗ ΣΦΑΙΡΑ

Κάποτε εμφανίζεται η μικρή νεράιδα
και μου πιάνει την κουβέντα
καθισμένη στη γυάλινη σφαίρα της
τοσοδούλα

Με αφήνει να βλέπω
σιωπηλές πεδιάδες την άγρια λεβάντα
και ∆ρυάδες να κρύβονται στις καστανιές
ντροπιασμένες
Σκύβω το κεφάλι

*

Ο ΗΧΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΦΙΟΥ

Σκέφτομαι συχνά
ξύλινα τραπέζια πλάι στο κύμα
καρέκλες άσπρη φορμάικα
κι ένα τασάκι στρογγυλό
νικέλινο
μισά τσιγάρα σβησμένα με μανία
τιμωρημένα για αταξίες ολόκληρες

μπροστά το απέραντο να καρφώνει

Το τραγούδι του πατέρα έρχεται τότε
εξαίσια αίσθηση νιότης παλιάς
με τη μάνα να κάνει τις δεύτερες
οι μουσικές που με μεγάλωσαν
μπόγοι που κουβαλώ
φτάνουν κοντά μου
ανάποδα

*

ΤΟΠΙΟ ΜΕ ΚΑΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Μαραμένα φύλλα ταπετσαρίας
η μάνα με τον «Αστέρα» καθισμένη στο σκαμνάκι
οσμές από βιβλία εικονογραφημένα

∆οξασμένη εποχή των μονοκοτυλήδονων

*Από τη συλλογή “Παραμύθια ανάποδα”, εκδ, Θεμέλιο, 2020.

**Στη φωτογραφία: Sabine Weiss, Rainy Monday.

Γιώργος Κοζίας, Τρία ποιήματα (και στα γερμανικά) 

Die Operette der Hunde

Mylords, ich präsentiere euch die treuen Hunde,
die Bastarde der Demokratie,
die Köter der städtischen Klasse,
Pudel, Terrier, Zwergspaniel.

Von Ewigkeit zu Ewigkeit
grüße ich meine eigene Rasse,

den schmutzigen Hund,
den Proletarier, Heimatlosen, Herumtreiber,
den Paranoiden, den unfassbaren Hundesohn,
den wütenden Surrealisten
den andalusischen Hund mit der glänzenden Klinge .

Mylords, ich bin nicht der Kavalier,
der Kamerad der Chefs.
Hündin aus Catania, schwarzes Geschoss…
Ich bin Sirius,
der strahlende Einzelstern, Alpha canis maioris.

#

Το εβραϊκό παντοπωλείο

Είμαστε εμείς που αναζητάμε
την Ομορφιά στιγματισμένη.
Είμαστε εμείς που το Άγνωστο
φθονούμε και το Μάταιο μας καταδιώκει.

Είμαστε εμείς που αγοράζουμε
τους απογοητευμένους εραστές.
Είμαστε εμείς που Ακόρεστοι πάλι
σπαράζουμε το κουφάρι του επιβήτορά μας.

Είμαστε εμείς τα κουταλάκια των πληβείων,
τα πασουμάκια και τα κομποσκοίνια των αγίων.
Είμαστε εμείς οι πορσελάνες των μικροαστών,
οι φιλήσυχοι, οι σιωπηλοί, οι νοικοκυραίοι.

Είμαστε εμείς κατεψυγμένα ομοιώματα
και κούκλες βιολογικές μισοτιμής.
Είμαστε εμείς η Αδηφαγία της ζωής.
Είμαστε εμείς η μόνη σας Ελπίς τοις μετρητοίς.

*

Der jüdische Laden

Wir sind es, die suchen
nach der Schönheit, die einen Makel hat.
Wir sind es, die das Unbekannte beneiden,
und uns verfolgt die Vergeblichkeit.

Wir sind es, die kaufen
Die enttäuschten Liebhaber.
Wir sind es, die wieder unersättlich
den Kadaver des Hengstes zerreißen.

Wir sind die Teelöffel der Plebejer,
die Hausschuhe und Rosenkränze der Heiligen.
Wir sind das Geschirr der Kleinbürger,
die Ruhigen, Schweigsamen, Familienväter.

Wir sind die tiefgekühlten Abbilder
und biologischen Puppen zum halben Preis.
Wir sind die Unersättlichkeit des Lebens.
Wir sind eure einzige Hoffnung in bar.

#

Απομεινάρια σε ένα ακόμα Βατερλώ

Κι αγαπηθήκαμε με άνομα κρεβάτια
αν σε στιγμές παραφοράς δοθήκαμε
στην ασωτία, στην αναίδεια

Αν ανοήτως υποκριθήκαμε
σε σάρκες αδύναμες
τάξαμε στέφανα κι αρραβώνες
ή ταπεινώσαμε άδικα εραστές

Τώρα που χάσαμε την μάχη
πεζοί επιστρέφουμε
ωραίοι κι άδοξοι αντάμα
ψάχνουμε ίσως κάποιο θαύμα

Η καθιέρωσις μας λείπει …
Δεν είμαστε οι πρώτοι
μήτε οι τελευταίοι
ρομαντικοί και τόσο νέοι

Πληρώνουμε την Μοίρα για να έχει
απομεινάρια σε ένα ακόμα Βατερλώ

*

Überbleibsel für ein zweites Waterloo

Wir lassen uns ein auf verbotene Liebschaften,
wenn wir in Momenten der Leidenschaft
der ungezügelten Schamlosigkeit nachgeben,

wenn wir uns der Schwäche
des Fleisches beugten,
versprachen wir Ehen und Verlobungen
oder demütigen die unpassenden Liebhaber.

Jetzt, da wir den Kampf verloren haben,
liegen wir am Boden,
schön und unrühmlich zugleich
finden wir vielleicht irgendein Wunder.

Uns fehlt der Segen…
Wir sind nicht die ersten
und auch nicht die letzten
so jungen Romantiker.

Wir zahlen für unser Schicksal, damit es
Überbleibsel gibt für ein zweites Waterloo.

**Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης & Dirk Uwe Hansen

*Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ, με ταυτόχρονη δημοσίευση στο περιοδικό Signaturen. https://frear.gr/?p=33114&fbclid=IwAR1_8SKSoyuYKo28diJiTinfR6pJjIj8dq_IQ4qMmxC13CWS_51eOwknWlA

Bernadette Mayer (12 Μαΐου 1945–22 Νοεμβρίου 2022), Ποίημα

Αρχίζω να αλλάζω
τη θέση αυτού του λιμανιού,
που τώρα συναντιέται με ένα κανάλι
και τα μέρη ενώνει μεταξύ τους.
Ύστερα συνεχίζει
λες και σε μία κωμόπολη οδηγεί,
με την επιδεξιότητα ενός χεριού
που από κάποια πράγματα ξεχειλίζει
και από κάποια άλλα όχι.
Το μάτι ξεκουράζεται
και βλέπουμε ό,τι υπάρχει
στο συνηθισμένο, κοινότοπο σκηνικό.
Αν και αυτό υπονοεί μία αρχή
στην οποία ουδέν σημείο αποδίδουμε,
εντούτοις ένα τέλος διαθέτει,
διότι κανένας αξιοσέβαστος επίσκοπος
τον τάφο του δεν κτίζει σε κακή εποχή.
Το τέλος που έρχεται
διόλου τόσο σημαντικό όσο η κίνηση
που κρατιέται στον αέρα
και στην πορεία της σταματά.
Τότε, προκειμένου να αλλάξει,
αντιστρέφει το τρένο
μίας διερχόμενης γραμμής
και όπως και πριν
ίσως στριφογυρίσει και καταλήξει
σε μία καινούργια θέση
που από κάτω θα φανεί.
Ετούτη η ιπτάμενη μεταστροφή
θέτει το σκηνικό
για μία καμπάνα.
Είπα περισσότερα
απ’ όσα βλέπει κανείς.
Η καμπάνα ξεγελά
περισσότερο από την όπερα.
Εάν από κάποιο πλοίο τον κόσμο ατενίσατε,
τότε δεν έχετε δει
τι το τελευταίο στην θάλασσα αφήνει
για να μαυρίσει την κορυφή και να την μεγαλώσει.
Για να βγεις από το λιμάνι,
οφείλεις να αποδειχθείς κόφτης δικτύων.

*Από τη συλλογή “A Bernadette Mayer Reader”, εκδ. New Directions 1992. Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.

Η ποιήτριά μας Αντιγόνη Κεφαλά κερδίζει το Βραβείο Patrick White 

Μια ιστορική φωτογραφία, πριν αρκετά χρόνια στην Μελβούρνη. Από αριστερά, Ελένη Νίκα, Δημήτρης Τσαλουμάς και Αντιγόνη Κεφαλά

Είναι η δεύτερη φορά που το Βραβείο πηγαίνει σε Ελληνοαυστραλιανά χέρια

Η ανακοίνωση ότι η Ελληνοαυστραλή ποιήτρια Αντιγόνη Κεφαλά (Antigone Kefala) κέρδισε το φετινό Patrick White Award είναι κάτι το φανταστικό, αλλά και μια ιστορική στιγμή, όχι μόνο για την ελληνοαυστραλιανή λογοτεχνία, αλλά και γενικώς για την μεταναστευτική λογοτεχνία στην Αυστραλία, μιας και η Αντιγόνη Κεφαλά άξιζε και με το παραπάνω να τύχει αυτής της ύψιστης διάκρισης στα αυστραλιανά Γράμματα.


Το εν λόγω Βραβείο δημιουργήθηκε αφότου ο Patrick White κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1973, και απονέμεται κάθε χρόνο στον ή στην συγγραφέα που είναι άκρως δημιουργικός/ή για μια μακρά περίοδο και που αξίζει να του/της απονεμηθεί το εν λόγω Βραβείο.


Για μας τους Ελληνοαυστραλούς, η απονομή του φετινού Βραβείου στην Αντιγόνη Κεφαλά έχει μια ιδιαίτερη σημασία, μιας και η Αντιγόνη είναι από τους πλέον χαρακτηριστικούς εκπροσώπους αυτού που στην Αυστραλία ονομάζουμε μεταναστευτική λογοτεχνία.


Στην πρόσληψη του έργου της Αντιγόνης Κεφαλά από την ελληνοαυστραλιανή παροικία, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η έκδοση τεσσάρων έργων της από το Owl Publishing, που διηύθυνε η πρώην ακαδημαϊκός και εκδότρια Ελένη Νίκα, η οποία πάντα διέκρινε την ανάγκη του να προωθηθεί το έργο προβεβλημένων λογοτεχνών μας πρωτίστως στην παροικία.


Η Ελένη Νίκα λοιπόν εξέδωσε τα παρακάτω βιβλία της Αντιγόνης Κεφαλά:

-Alexia: a tale for advanced children (αγγλικά και ελληνικά) (1995)

-Poems: a selection (αγγλικά και ελληνικά) (2000)

-The Island (αγγλικά, ελληνικά και γαλλικά) (2002)

-Max: the Confessions of a Cat (αγγλικά και ελληνικά) (2009)
Επίσης, το 2013, εκδόθηκε το βιβλίο “Antigone Kefala: a writer’s journey” υπό την ευθύνη των Βρασίδα Καραλή και Ελένης Νίκα.


Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να τονισθεί είναι ότι το Βραβείο περνάει για δεύτερη φορά σε ελληνοαυστραλιανά χέρια, μιας και ο αείμνηστος Δημήτρης Τσαλουμάς το είχε κερδίσει το 1994.


Γεννημένη στην Μπράιλα της Ρουμανίας, η Κεφαλά έζησε από πολύ μικρή με την οικογένειά της την εμπειρία της προσφυγιάς, πρώτα στην Ελλάδα και μετέπειτα στη Νέα Ζηλανδία, ενώ στην Αυστραλία έφτασε μόνη της τον Δεκέμβριο του 1959, μια στιγμή που η ίδια έχει αποτυπώσει αρκετά έντονα στα βιβλία της.


Μια ποιήτρια η πρώτη γλώσσα της οποίας ήταν τα ρουμανικά, η δεύτερη τα γαλλικά και η τρίτη τα ελληνικά, άρχισε να κατακτά από την πρώτη στιγμή την τέταρτη γλώσσα της, τα αγγλικά, μια γλώσσα στην οποία έγραψε ολόκληρo το λογοτεχνικό της έργο, με το οποίο αναγνωρίσθηκε μιας και το 2017 κέρδισε ένα άλλο μεγάλο αυστραλιανό Βραβείο, το Judith Wright Calanthe Award, και τώρα κατακτά και το Patrick White, καθιστώντας την ως μια από τις πιο επιδραστικές ποιήτριες της χώρας.


Πέρα από τις συλλογές της, σημαντικότατο έργο κρίνεται και η τριλογία της, η οποία φανερώνει όχι μόνο τις πτυχές της ζωής και του έργου της, αλλά και τις απόψεις της για πρόσωπα και πράγματα και όχι κατ’ ανάγκη του χώρου της λογοτεχνίας, μια τριλογία η οποία αποτελείται από τα έργα Summer Visit (2003), Sydney Journals (2008) και Late Journals (2022), όλα από τις Giramondo Publishing.

PUBLISHED WORKS BY ANTIGONE KEFALA

Poetry

  • The Alien (Gargoyle Poets/Makar Press, 1973)
  • Thirsty Weather (Outback Press, 1978)
  • European Notebook (Hale & Iremonger, 1988)
  • Absence: new and selected poems (Hale & Iremonger, 1992, 1998)
  • Fragments (Giramondo, 2016)

Prose

  • The First Journey: two short novels (Wild and Woolley, 1975)
  • Alexia: a tale of two cultures (John Ferguson, 1984)
  • The Island (Hale & Iremonger, 1984)
  • Summer Visit: three novellas (Giramondo, 2002)
  • Sydney Journals: reflections 1970-2000 (Giramondo, 2008)
  • Late Journals (2000-2020) (Giramondo 2022)

In Greek translation (bilingual or trilingual editions)

  • Alexia: a tale for advanced children – English/Greek. Owl Publishing 1995
  • Poems: a selection – English/Greek. Owl Publishing, 2000
  • The Island – English/Greek/French. Owl Publishing, 2002
  • Max: the confessions of a cat – English-Greek. Owl Publishing, 2009

Awards

  • Poetry award: the 2017 Judith Wright Calanthe Award (State Library of Queensland Poetry Collection) for her most recent poetry book, Fragments.
  • Winner of the Patrick White Award (2022). This award is given to a writer who has been highly creative over a long period but has not necessarily received adequate recognition.

Also short-listed for her poetry collection Fragments:

  • the 2017 Prime Minister’s Awards
  • the 2017 NSW Premier’s Literary Awards
  • the 2017 John Bray Poetry Award (Adelaide Festival Awards for Literature)

Hans Magnus Enzensberger (1929-2022), Τρία ποιήματα

ΕΝΘΥΜΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΝ ΚΑΚΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Το πρωινό του οικτιρμού που κυλάει στα μέλη σου
σαν λουμπάγκο’
η μέρα που γελοιοποιήθηκες για πάντα’
το απόβραδο εκείνο που κείτεσαι στο πάτωμα
με ματωμένη μύτη’
η ώρα που ανακαλύπτεις πως για δεκατέσσερα χρόνια
εννιά μήνες και δύο εβδομάδες έσφαλλες’
το λεπτό εκείνο που η ίδια σου η κόρη
σε βλέπει σαν ξένο’
η στιγμή που μπορείς να φανταστείς την αιχμή
του μαχαιριού στην πλάτη σου’
η στιγμή που βρίσκεις το αποχαιρετιστήριο γράμμα
στο τραπεζάκι της κουζίνας’
το δέκατο του δευτερολέπτου που η χιονοστιβάδα
κάτω από τα πόδια σου αρχίζει να κυλάει’
και πριν και μετά
όλες εκεινες οι αδιανόητα απειράριθμες στιγμές
που δεν σου καιγόταν καρφάκι.

*

ΚΑΤΑΜΕΡΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Όλα όσα δεν μπορείς να κάνεις:
Να προσγειώσεις ένα φορτωμένο τζάμπο
να αποδείξεις το θεώρημα του Μορντέλ
να πλέξεις – άλλοι το κάνουν για εσένα,
ατάλαντος καθώς είσαι εξαρτημένος
από τον Άγιο Florian,
από τον διευθυντή φυλακών, τον άνθρωπο
με τις αποστειρωμένες λαβίδες, τον χειρομάντη,
τον σκουπιδιάρη, τον γιατρό
και, κυρίως, από τη Μανούλα.
Όλοι αυτοί μπορούν να κάνουν κάτι, να συνεισφέρουν
στη διατήρησή σου, να σε ψυχαγωγήσουν,
να σου κρατήσουν παρέα, είτε
το επιθυμείς, είτε όχι,
ενώ εσύ;

*

ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ ΠΛΑΝΟ

Η βροντή της αυγουστιάτικης νύχτας με ξύπνησε,
αλλά εσύ πέταξες μακριά το σεντόνι στον ύπνο σου,
ανονείρευτη, ασυγκίνητη από την καταιγίδα.
Αστραπές μαγνησίου τυφλώνουν
τα κλειστά σου βλέφαρα.
Ένα λευκό βιολετί φωτίζει τους γοφούς σου που ανασαίνουν
ενώ ξανά και ξανά το νερό φλυαρεί χορεύοντας
πάνω στη στέγη.

*Από τη συλλογή “Η Ιστορία των Νεφών” (2003). Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Hans Magnus Enzensberger, Η ιστορία των νεφών και άλλα ποιήματα”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάρτης 2016. Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης.

Χρήστος Νιάρος, Παλινδρομήσεις των μέσων μεταφοράς

Οι μέρες συρρικνωμένα βαγόνια τρένων,
διαδρομές υπερηχητικών αεροπλάνων οι νύχτες της λήθης,
και το φεγγάρι ο τελικός προορισμός των βηματισμών μας.
Έτσι γνωρίζουμε και την πόλη καλύτερα και οι αλήθειες της στιγμής
που κάνουν παλινδρομήσεις από δωμάτιο σε δωμάτιο,
στους καθρεφτισμούς του ιδρώτα μας τα αφηρημένα λόγια των
ονείρων τους,
δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στα εύθραυστα του χρόνου σημεία.
Με λεπτομέρειες και συνταγολόγια,
νύχτες που διανυκτερεύουν με το φώς του διαδρόμου απογειώσεις
και αποχαιρετισμοί μας,
γίνονται ένα
στην άκρη των ματιών μας τα κύματά τους ηρεμούν.
Μα οι βουτιές καλοκαιριού και τα καράβια της γραμμής που λικνίζονται,
στο βάθος του πελάγους
μπορεί και των νεόπλουτων καράβια,
είπες να ‘ναι αλλά τι μας νοιάζει συμπλήρωσα και έδειχνες στο
άγνωστο του ορίζοντα με τα δάχτυλα και το φεγγάρι
και εκεί που μας βγάζει η στιγμή τους,
το τέλος του ταξιδιού μας δεν πιάνει λιμάνι.
Μια ακόμη παλινδρόμηση με μεταφορές και παρομοιώσεις μένει στα
χαρτιά και στις φωτογραφίες τις τόσο αναμνηστικές,
κάρτ ποστάλ και μυρουδιές τους ακόμη ταξιδεύουν.
Με ωτοστόπ ταξιδέψαμε,
κανένα ταξί δεν μας περίμενε στην εξώπορτα και συνεχίζαμε το ίδιο
και πίσω από τις κουρτίνες των λίγων τετραγωνικών μας,
όρθιοι και καθιστοί κρατούσαμε χέρι με χέρι το δευτερόλεπτο να μην φύγει άσκοπα από δίπλα μας,
μια στο ταβάνι, μια στο πάτωμα,
κατοικούσαμε τις εποχές και ό,τι αφήσαμε πίσω μας,
παλινδρομεί συμπτωματικά και εν γνώση μας μπροστά μας,
λες και είναι ένας σταθμός επιβίβασης και μας περιμένει.
Σαν ανταμοιβή ή σαν φιλοδώρημα η καλή πλευρά του χρόνου,
μας μοιράζει ακόμη κουράγιο και συμπάθεια,
και ξεδιπλώνουμε και τους λερωμένους χάρτες από τις τσέπες μας,
τα τόσα ταξίδια των δαχτύλων μας σε μια άλλη δοκιμασία γεύσης
και με τα απολύτως απαραίτητα όπως δυο ρουχαλάκια για αλλαξιά
και αυθορμησιά στα μάτια δείχνουν καινούργιους δρόμους
Χωρίς ενδοιασμό τραβάμε και την κουρτίνα των ονείρων
Ό,τι προκύψει, ας μας βρει.

Μελβούρνη 2022