Νίκος Σφαμένος, ω ναι

*Edvard Munch, Summer Night in Studenterlunden (1899)

ο κυρ Γιάννης
πηδούσε στο κενό

ο Βασίλης μετρούσε
και φέτος 
τα καμένα στρέμματα
στην χώρα του

οι νέοι τραγουδούσαν χαρούμενοι
την ώρα που η φίλη τους
έπεφτε στα δροσερά νερά
έπειτα η δημοσίευση με την βουτιά
«να μην τελειώσει ο Αύγουστος»

ήταν ωραίο
αυτό το καλοκαίρι

η Χριστίνα μόνη
με δύο παιδιά
περίμενε μήπως και 
δουλέψει καθαρίστρια
στο σχολείο τον Σεπτέμβρη

ο Γιάννης 
έκαψε όλα του τα βιβλία
-δεν του έμαθαν ποτέ τίποτα-

στο μπαρ η επιγραφή
«για κοκτέιλ εδώ με την φίλη σας!»

ήταν ωραίο
Αργύρη Χιόνη
κι αυτό το καλοκαίρι
ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Tere Irastortza Garmendia, Δύο ποιήματα

ΠΟΛΕΙΣ

Πόλεις που καταλαμβάνουν όλους τους χώρους:
πρώτα οριοθετώντας τη γη με έριδες,
έπειτα σκάβοντας και ξεχορταριάζοντας οικόπεδα,
και τελικά αρπάζοντας τον ουρανό όταν πια η γη έχει κλαπεί.

Πόλεις που καταλαμβάνουν αέρα και χώρο.
Πόσο λίγη ανάσα για τον καθένα,
ακόμα κι αν κάθε τόσο, σε κλειστά σπίτια και δωμάτια,
γραπωθεί απ’ το κυβικό μπαλόνι αναπνοής που διαθέτει.

Χώροι που οφείλει να ελευθερώσει η δημιουργία,
και ας σκάσουν έτσι όλα τα μπαλόνια,
για να επιστρέψει καθετί στο δικό του όνομα
και να επαναφέρει την ύπαρξη του στη θέση της και για κάποιον.

*

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ

Και βέβαια το ανέφικτο είναι άπειρο
και απεριόριστο
και συντριπτικό
ζήτημα ζωής και θανάτου.

Ίσως γι’ αυτό, σ’ όσους πάσχουν από κάποια
καρδιοπάθεια, σταματούν για ένα κλάσμα του
δευτερολέπτου την καρδιά, για να τους ξαναζωντανέψουν
αμέσως μετά.

*Από τη συλλογή “Γεμίζατε τον κόσμο”, δίγλωσση έκδοση, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2025.
Μετάφραση: Ιφιγένεια Ντούμη.

Νίκος Εγγονόπουλος, Το χέρι

εις Ανδρέαν Εμπειρίκον

ωραίο δίχτυ
που έπλεξεν η
κόρη
η κόρη-τέκτων
ορθή ως
στέκονταν εις το παράθυρο του Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
φιλόξενο
ωσάν καλός θεός
ισχυρό
σαν τα’ άσπρα πλήκτρα
της χαράς
ωραίο δίχτυ
που έβαψε
με το χρώμα των ματιών της
και μύρωσε
με τ’ άρωμα των πλούσιων μαλλιών της
η κόρη που εστέκονταν
ορθή
εις το παράθυρο του Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
ωραία κόρη
ωραίο παράθυρο που φώτιζες
μέσα στη νύχτα
τ’ Αναπλιού
ωραίο παράθυρο που φώναζες
ωραία κόρη που φώτιζες
ωραίο δίχτυ
μέσα στο χρώμα
τ’ Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
γύρω τρογύρω
εις τον λαιμό μου
είτανε
κόρη
τα ωραία μαλλιά
σου
καθώς τα έπλεκες
εις το παράθυρο
μέσα στο φως
ωραία νύχτα
μέσα στο
βλέμμα σου
είτανε κόρη
καθώς τη ζήσαμε
τρελλοί από έρωτα
γυμνοί θεόγυμνοι
τρελλοί από έρωτα
-μια νύχτα έρωτος-
μέσα στο
δίχτυ
του Αναπλιού

*Από τη συλλογή “Η επιστροφή των πουλιών” (1946)

Ξένια Καλαϊτζίδου, Δύο ποιήματα

Όταν κοιμάμαι
οι φίλοι γίνονται εραστές,
οι δρόμοι των παιδικών χρόνων
γεννούν πολυώροφους κήπους,
από άγνωστους ωκεανούς βρέχομαι
απρόσμενης παροχής
όσο επιτρέπει ο μετρονόμος της βρύσης.
Ώσπου να ξυπνήσω
οι εχθροί εξημερώνονται
και τυλίγονται στη λήθη εκ νέου.
Έξω ο κόσμος
ανακυκλώνεται και μισεί
με ταχύτητες θορύβων.
Καραδοκεί το μαύρο γάλα,
χαράζει κάθε νέο φως.
Μα πόσο γαλήνιες
οι τελευταίες ξυραφιές
του ήλιου.

Ακόμη κι αν τα λόγια είναι μάταια
κι αναβαθμίστηκαν σε εμπορικά πελώρια
τα σκλαβοπάζαρα της γης –
απολήξεις καλοκαιριών περασμένων
σε άγνοια πλέοντας ή σε ιερή κενότητα
δείχνουν στο απέραντο φως.
Γι’ αυτό καμιά φορά ακόμη
τρέχουμε στους δρόμους
θαρρείς σε άυλες γκαλερί,
χωρίς να μας κυνηγούν.
Τότε η πόλη σκάει ένα από τα σπάνια
κι εφήμερα χαμόγελά της
πριν να γυμνώσει τις αμυγδαλιές
μια βίαιη ριπή ανέμου.
Μπορούμε χωρίς αποσκευές ακόμη
στο χορτάρι της να κυλιόμαστε
φωνάζοντας:
ένας από μας.

*Δημοσιεύτηκαν στο “TEFTeRI” No 3.

Diane di Prima, είσαι το ψωμί μου

είσαι το ψωμί μου
και ο λεπταίσθητος
ήχος
των κοκάλων μου
είσαι η θάλασσα
σχεδόν

όχι πέτρα
ή ήχος λιωμένος
νομίζω
ότι δεν διαθέτεις χέρια

αυτό το είδος πουλιού πετάει προς τα πίσω
και αυτός ο έρωτας
θραύεται σε ένα τζάμι
όπου δεν μιλάει κανένα φως

δεν είναι ώρα
να διασταυρώσουμε γλώσσες
(η άμμος εδώ
ουδέποτε μετακινείται)

νομίζω
πως το αύριο
σε γύρισε με το πόδι του
και εσύ θα λάμπεις
και θα λάμπεις
αξόδευτος και υπόγειος

Diane di Prima, από τα “Selected Poems”, City Lights Books 1990, μτφρ. Χ. Αγγελακόπουλος.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα

Αυτογνωσία

Είμαστε τα παιδιά του τελευταίου ξεχερσώματος
μάρτυρες της εξαφάνισής μας
παρατηρούμε την οπτασία μας
στο απέναντι πεζοδρόμιο
κι η προϊστορία μας είναι εξαγοράσιμη

*

Ανάπηρες φλόγες

Τριγυρνάς σε τόπους που στένεψαν
με σκούρα βαριά σύννεφα για σκέπασμα
το κορμί σου σαν να βιάζεται
να γευτεί θυμάρια παλιοκαιρίστικα
καμώνεσαι τον υγιή
κι ας είσαι στριμωγμένος
απ’ ανάπηρες φλόγες

Jacques Prévert, Η ανάμνηση του έρωτα

Η ανάμνηση του έρωτα δεν είναι μια καρδιά
στην άκρη μιας αλυσίδας, ούτε γραμμένο όνομα
πάνω σ΄ ένα γουρουνάκι από μελόψωμο στο πανηγύρι,
μήτ΄ ένα πυροτέχνημα που σκάει στων χεριών το κράτημα
τέλος, δεν είναι αυτό που είναι χαραγμένο
στη μνήμη μου, είναι αυτό που είναι αόρατα
χαραγμένο πάνω σ΄ ολάκερο το σώμα μου,
το σώμα μου το χορτασμένο από αγάπη, χάδι, θαυμασμό.

*Μετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος.

Ηρώ Νικοπούλου, Δεν φτάνει το σώμα

Στο φως του κεριού
κοιτάζει πάλι το αναλλοίωτο πρόσωπο
άδειο βλέμμα μακρινό
χρόνια την παίρνει και την παίρνει
όπως την πρώτη φορά στο μαγαζί
που έσφυζε τεστοστερόνη
Πίσω απ’ το ασάλευτο κοίταγμα
ρούχα και χείλη φωτιά
Την άνοιξε κάποτε και είδε
μέσα να λάμπει πορφύρα
βελούδα Περσίας μεταξωτά
εκεί μέσα κάμποσο ευτύχησε
Μα όταν έμαθε
όλες τις φωνές του έρωτά της
έφυγε για πάντα
μακριά.

Alejandra Pisarnik, Πέντε ποιήματα

Cenizas

La noche se astilló de estrellas mirándome alucinada
el aire arroja odio embellecido su rostro con música.
Pronto nos iremos Arcano sueño antepasado de mi sonrisa el mundo está demacrado
y hay candado pero no llaves y hay pavor pero no lágrimas.
¿Qué haré conmigo?
Porque a Ti te debo lo que soy Pero no tengo mañana
Porque a Ti te… La noche sufre.

Στάχτες

Η νύχτα κομματιάστηκε απ’ τα αστέρια κοιτάζοντάς με μαγεμένη
ο αγέρας κατεβάζει μίσος
εξωραϊσμένο είναι το πρόσωπό του με μουσική.
Σύντομα θα φύγουμε Μυστικό όνειρο
πρόγονε του χαμόγελού μου ο κόσμος είναι στενός
και υπάρχει λουκέτο αλλά όχι κλειδιά και υπάρχει τρόμος αλλά όχι δάκρυα. Τι θα κάνω με μένα;
Γιατί σε Σένα οφείλω αυτό που είμαι Αλλά δεν έχω αύριο
Γιατί σε Σένα σου… Η νύχτα υποφέρει.

*

El miedo

En el eco de mis muertes aún hay miedo.
¿Sabes tú del miedo?
Sé del miedo cuando digo mi nombre. Es el miedo,
el miedo con sombrero negro escondiendo ratas en mi sangre, o el miedo con labio muertos bebiendo mis deseos.
Sí. En el eco de mis muertes aún hay miedo.

Ο Φόβος

Στο άκουσμα των νεκρών μου υπάρχει ακόμα φόβος.
Ξέρεις εσύ από φόβο;
Ξέρω για το φόβο όταν προφέρω το όνομά μου. Είναι ο φόβος,
Ο φόβος με μαύρο καπέλο
κρύβοντας ποντίκια μες στο αίμα μου, η ο φόβος με χείλη νεκρών
ρουφώντας τις επιθυμίες μου.
Ναι. Στο άκουσμα των νεκρών μου υπάρχει ακόμα φόβος.

*

Amantes

una flor
no lejos de la noche mi cuerpo mudo
se abre
a la delicada urgencia del rocío

Εραστές

ένα λουλούδι
όχι μακριά απ’ τη νύχτα το κορμί μου
ανοίγεται
στη ντελικάτη απαίτηση της δροσοσταλίδας

*

Cold in hand blues

y qué es lo que vas a decir voy a decir solamente algo y qué es lo que vas a hacer
voy a ocultarme en el lenguaje y por qué
tengo miedo

Cold in hand blues
και τι είναι αυτό που θα πεις θα πω μόνο κάτι
και τι είναι αυτό που θα κάνεις θα κρυφτώ μέσα στη γλώσσα κι αυτό γιατί
φοβάμαι

*

Despedida

Mata su luz un fuego abandonado. Sube su canto un pájaro enamorado.
Tantas criaturas ávidas en mi silencio
y esta pequeña lluvia que me acompaña.

Αποχαιρετισμός

Σκοτώνει το φως της μια φωτιά εγκαταλελειμμένη. Υψώνει το τραγούδι του ένα πουλί ερωτευμένο.
Τόσα πλάσματα άπληστα μέσα στη σιωπή μου κι αυτό το ψιλόβροχο που με συνοδεύει.

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.

Αντώνης Παπαδόπουλος, Τρία ποιήματα

Η μουτζούρα

Το τζάκι ανάβει εδώ και ώρα,
μα νιώθω παγωνιά να με τυλίγει.
Το παράθυρο δείχνει το χιόνι που πέφτει,
κάθε φορά που σέρνω την παλάμη μου
στο θαμπωμένο τζάμι.
Πρέπει να κόπασε ο άνεμος
μα κάτι ακούγεται να σφυρίζει
έτσι που σέρνεις τις βαριές κουβέντες σου.
Καθώς άνοιξα την πόρτα
η μια παγωνιά ήρθε κι έσμιξε με την άλλη.
Το χιόνι γύρεψε να με καταπιεί.
Χωρίς παγοπέδιλα τελικά προχώρησα.
Εσύ κοιτούσες ξαφνιασμένη
από το τζάμι του παράθυρου,
μια μαύρη μουτζούρα
να σου λερώνει το κάτασπρο φόντο.

*

Δύσπιστος

Ήταν γλυκό το κλίμα της χώρας μου.
Τώρα ο χιονιάς καίει τα λουλούδια πριν ανθίσουν.
Ο καύσωνας καίει τα κορμιά
κι η θάλασσά μας βράζει.
Τσουνάμια απειλούνε τα νησιά.
Τυφώνες σαρώνουν σπίτια κι αυτοκίνητα,
σωρεύοντας ερείπια πάνω στα άλλα ερείπια
Που άφησαν τα γκρεμισμένα όνειρά μας.

Σήμερα μπαίνοντας στο σπίτι
«γλύκανε» μου είπες «ο καιρός».
́Όμως εγώ δεν έχω πια εμπιστοσύνη στον καιρό.
Αλλάζει τόσο εύκολα,
θέλοντας φαίνεται κι αυτός
να μοιάσει στους ανθρώπους.
Αυτό το τελευταίο δε θέλησα να σου το πω.
Το κράτησα μέσα μου,
καθώς είδα στα χείλη σου να σκάει
ένα ακόμα πονηρό κι ανεξερεύνητο χαμόγελο.

*

Πόζα

Το καλοκαίρι επιμένει να ροκανίζει ακόμα
τις μέρες του φθινόπωρου.
Δε θα μπορούσε να μιλά για τη μελαγχολία της εποχής
μ’ ένα ουρανό να λάμπει πάνωθέ του.
Και πώς να γράψει στίχους θλιβερούς,
να εκφραστεί ακόμα μια φορά
με οιμωγές και θρήνους, που του αρέσουν.
Φταίει που το κλίμα είναι αντιποιητικό,
μια ακατάλληλη ατμόσφαιρα θαρρείς τον αποτρέπει.

Τι κρίμα τέτοιο ποίημα να χαθεί,
μια τέτοια έμπνευση να πνίγεται εντός του.
Δεν πρέπει, όμως, διόλου να ταράζεται γι’ αυτό.
Το φταίξιμο ήταν του καιρού, δεν ήτανε δικό του.