Αντόνιο Πόρτσια, Voces (Φωνές)

307
Οι αλυσίδες που μας δένουν πιό σφιχτά
είναι οι αλυσίδες που έχουμε σπάσει.

403
το βαθύ, Όταν το δείς σε βάθος, είναι επιφάνεια.

370
ο φόβος μήπως είμαστε ο εαυτός μας μας φέρνει,
σχεδόν πάντα μπροστά στον καθρέφτη.

173
σε βεβαιότητες φτάνει κανείς μόνο πεζοπορώντας.

145
Ο,τι δεν μπορει να υπάρξει ,είναι σχεδόν πάντα
αποδοκιμασία για ό,τι μπορεί να υπάρξει.

137
Ο,τι δεν εξημερώνεται στον άνθρωπο ,δεν είναι το κακό
που έχει μέσα του είναι το καλό.

83
Οποιος δεν κατοικεί μόνο σ΄αυτή τη γη,
δεν την πολυχρειάζεται αυτή τη γή.

Αντόνιο Πόρτσια
Voces
μετάφραση Ε.Χ Γονατάς
εκδ.στιγμή

##Ο Αντόνιο Πόρτσια γεννήθηκε το 1886 στην Καλαβρία όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια. Πολύ νέος μετανάστευσε στην Αργεντινή και εγκαταστάθηκε στο Μπουένος Αιρες μέχρι το θανατό του το 1968.
Ανθρωπος απλός, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, άσκησε πολλά και διαφορετικά επαγγέλματα (κεραμουργός, ξυλουργός, εργάτης τυπογραφείου κτλ) και έγραψε ένα και μοναδικό μικρό βιβλίο αφορισμών στα ισπανικά τις “Φωνές” (“Voces”) 1943.

*Μετάφραση Ε.Χ Γονατάς. Τους στίχους και το τραγούδι επέλεξε η Έφη Καλογεροπούλου.

Advertisements

Ντέμης Κωνσταντινίδης: «Η απουσία της έκπληξης μας καθιστά αμέτοχους δέκτες»

Μια συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο

Ντέμης Κωνσταντινίδης: «Είναι, λοιπόν, [η απουσία της έκπληξης] η ίδια φθοροποιός ουσία, που μας διαβρώνει και μας καθιστά αμέτοχους δέκτες, όπως σκληρά διαπιστώνουμε. Ο εκφασισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας συνδέεται άμεσα με αυτό. Και οδηγεί σε αποτρόπαιες εκφάνσεις του εαυτού»

Προσπαθώντας να βρω έναν τρόπο για να σας συστήσω τον σημερινό μας καλεσμένο, θυμήθηκα κάποιους στίχους του από ένα παλιότερό του βιβλίο:

Εκ νέου τα λόγια μια υπαγόρευση
Οριστικά υπό κατάληψη το σώμα
Ιεροεξεταστές χωρίς συγχώρεση
Στίχοι που δεν ζευγάρωσαν ακόμα.
Κι ευθείς ο δάσκαλος Auden ήχησε στ’ αυτιά μου:
Η Τέχνη τα σβησμένα ανοίγει μάτια
στη Σάρκα και το Διάβολο, ως ζεσταίνουν
τα σκοτεινά του Πειρασμού δωμάτια
όπου ήρωες βρυχώνται και πεθαίνουν

[…]

Μα πώς θα ικανοποιήσουμε, όταν βρεθούμε
ανάμεσα στο Μήπως και το Θα,
του λιονταριού το στόμα, που η πείνα
του δεν χορταίνει με καμιά μεταφορά;

Ίσως να φαντάζει παράδοξη η εισαγωγή μου ετούτη. Μα παράδοξη δεν είναι και η κάθε μας συνάντηση; Τα λόγια μας; Οι εξομολογήσεις μας; Και τι πιο παράδοξο απ’ το να ακούσεις έναν ποιητή που, ανοίγοντας ένα μικρό παραθυράκι απ’ το εργαστήρι του, σου ψιθυρίζει δρόμους που σε οδηγούν στο κέντρο του εαυτού σου, του κόσμου κι εκείνου του ονείρου που το λέμε –συνήθως- πραγματικότητα;

Συναντήσαμε τον ποιητή Ντέμη Κωνσταντινίδη και συζητήσαμε μαζί του εφ’ όλης της ύλης.

Από την τελευταία μας κουβέντα πάνε –σχεδόν- δυο χρόνια. Τι άλλαξε για σας, μέσα σ’ αυτό το διάστημα;
Μέσα μου, λίγα πράγματα. Ο βυθός, πάντως, έχει προοπτικές… Δεν ξέρεις ποιο θαλάσσιο ρεύμα θα σε παρασύρει, σε ποιο ακρογιάλι θα σε ξεβράσει, για πόσον καιρό. Να μικραίνεις, να μικραίνεις και να διαλύεσαι. Είμαι ένα είδος βότσαλου.

Τι κρύβετε μέσα στα… κλειστά σας βιβλία;
Πολλά σκόρπια ποιήματα, τόσο πρώιμα ―σχεδόν εφηβικά― όσο και κατοπινά. “Αποτυπώνουν μια πορεία αγωνιώδη και κοπιαστική, όχι όμως χωρίς τις απολαβές της συμφιλίωσης με την εσωτερική φωνή”, όπως αναφέρω στο δελτίο τύπου. Ο τίτλος είναι απόσπασμα από στίχο ποιήματος, εντός της συλλογής. Και μόνος ενοποιητικός παράγοντας σε αυτήν, το τυχαίο. Οπωσδήποτε, όμως, η εικόνα των κλειστών βιβλίων κάπου πρέπει να παραπέμπει…

Ποια είναι αυτή η φθοροποιός «ουσία» που καταγγέλλετε στην «Περίπολο για τους εναπομείναντες»; Και ποιοι –θεωρείτε- πως θα’ ναι αυτοί που θα μείνουν πίσω και θ’ αντέξουν;
Σε μιαν ωραία σας ερώτηση, στην προηγούμενη συνάντησή μας, περί του νοήματος της αυγής σε κάποια προμετωπίδα παλαιότερης συλλογής, σας είχα, μεταξύ άλλων, απαντήσει: “Η έκπληξη κάθε καινούργιας μέρας”. Το “να μη βουλιάξουμε στο βούρκο της συνήθειας, της αναβλητικότητας, του εύκολου και του χυδαίου”. Είναι, λοιπόν, η ίδια φθοροποιός ουσία, που μας διαβρώνει και μας καθιστά αμέτοχους δέκτες, όπως σκληρά διαπιστώνουμε. Ο εκφασισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας συνδέεται άμεσα με αυτό. Και οδηγεί σε αποτρόπαιες εκφάνσεις του εαυτού.

Σήμερα τα ποιήματα πίπτουν ως ράβδοι επάνω στους κάλπηδες εμπόρους; Ποια είναι η μεγαλύτερη μάστιγα της εποχής μας;
Δυστυχώς όχι. Τουλάχιστον, όχι όσο θα έπρεπε. Όταν έγραφα το συγκεκριμένο ποίημα, που μου ανακαλείτε στη μνήμη, είχα στο νου μου, φυσικά, τη μορφή του εξοργισμένου Χριστού. Ενός Χριστού επαναστάτη, όπως υπήρξε πράγματι. Το μόνο που άλλαζε ήταν ο ναός. Εγώ μιλούσα για έναν ναό της τέχνης, όπου πολλοί σήμερα ασχημονούν, εκμεταλλευόμενοι την άγνοια των πολλών. Αυτή θεωρώ, ίσως τη μεγαλύτερη μάστιγα. Παρότι (συνεχώς) δικτυωμένοι, αγνοούμε πολλά: τόπους, κείμενα, εξελίξεις, τον διπλανό μας, τον ίδιο μας τον εαυτό. Τις δυνατότητες, αλλά και τους περιορισμούς μας.

Αν σας δίνονταν η δυνατότητα να αλλάξετε κάτι στον κόσμο, τι θα ήταν αυτό;
“Διάβαζα τις εφημερίδες σας… Όλες διακηρύσσουν ότι οι ιδέες μου έχουν πεθάνει! Τα γνωστά. Αυτοί οι παλιάτσοι το λένε πάνω από εκατό χρόνια τώρα, αλλά δεν αναρωτιέστε τι μανία είναι αυτή να με ανακηρύσσουν νεκρό ξανά και ξανά;” λέει ο Μαρξ, δια χειρός Χάουαρντ Ζιν (Ο Μαρξ στο Σόχο). Και σοφά προτρέπει: “Ας σταματήσουμε να μιλάμε για καπιταλισμό και σοσιαλισμό. Ας μιλήσουμε απλώς για το πώς θα χρησιμοποιήσουμε τον απίστευτο πλούτο της γης προς όφελος (όλων) των ανθρώπων.”

Ελπίζετε σε κάτι;
Σε αυτό που φοβάμαι ταυτόχρονα. Πως η Ιστορία κάνει κύκλους…

Στην προηγούμενη συνομιλία μας μου είχατε περιγράψει το μέλλον με μελανά χρώματα. Είχατε μιλήσει για την αναπότρεπτη κυριαρχία των μηχανών και την υποταγή μας σε μια τεχνητή νοημοσύνη. Σήμερα βλέπετε να ερχόμαστε όλο και πιο κοντά σ’ αυτό ή μήπως διακρίνετε κάποιαν αλλαγή ρότας;
Είμαστε ήδη πολύ κοντά, ώστε έπαψε να είναι απλώς ένα κακό σενάριο. Νευροεπιστήμονες και άλλοι ειδικοί μιλούν, πλέον, ανοιχτά για ένα νέο είδος υβριδικού ανθρώπου, όχι απλά συνδεδεμένου (αυτό συμβαίνει και σήμερα με τα smartphones), μα αξεχώριστου από τον παγκόσμιο ιστό και απολύτως εξαρτημένου από την τεχνητή νοημοσύνη. Έναν “πολιτισμό” των (cy)borgs, για να θυμηθούμε και το Star Trek.

Η ποίηση δεν έχει καμιά χρηστική αξία. Άχρηστο πράγμα για μιαν εποχή ψυχαναγκαστικά στραμμένη στην υπερ- κατανάλωση, την υπερ- παραγωγή και την απομάκρυνση από το συναίσθημα. Κι όμως, τα social media κατακλύζονται καθημερινά από στιχάκια, όπως επίσης αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς κι ο αριθμός εκείνων που θεωρούν πως γράφουν ποίηση. Από πού εκπορεύεται αυτό;
“Ίδια τοπία απελπισίας/Σε κάθε συναναστροφή:/Κινήσεις, εκφράσεις, θεατρινισμοί/Πληθυντικοί ευγενείας… “ γράφω κάπου, στη συλλογή “Η ασφαλής ομήγυρη”. Στο μανιφέστο του “Η χρησιμότητα του άχρηστου”, Άγρα, ο Nuccio Ordine θεωρεί χρήσιμο ό,τι μας βοηθά να γίνουμε καλύτεροι. Συμφωνώ απόλυτα με τη καίρια διατύπωσή του: “Η λογική όμως του κέρδους ναρκοθετεί τις βάσεις των θεσμών (σχολεία, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, εργαστήρια, μουσεία, βιβλιοθήκες, αρχεία) και εκείνους τους κλάδους (ουμανιστικούς και επιστημονικούς) των οποίων η αξία θα έπρεπε να ταυτίζεται με αυτή καθεαυτήν την γνώση, ανεξάρτητα από το αν παράγουν άμεσα κέρδη ή πρακτικά οφέλη. “ Το θέσατε πολύ εύστοχα, “εκείνων που θεωρούν πως γράφουν ποίηση”. Αλλάζω ελαφρώς την καταληκτική σας ερώτηση: από πού εκπορνεύεται (όλο) αυτό…

Είστε από τους συγγραφείς που έχουν καταγγείλει αυτή την μόδα των σεμιναρίων δημιουργικής γραφής. Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο γι’ αυτό το θέμα; Είναι δυνατόν να διδαχθεί η δημιουργικότητα;
Εξακολουθώ να είμαι πολύ δύσπιστος. Όπως το λέτε, μόδα! Για να δούμε, αν μπορεί να διδαχθεί η δημιουργικότητα. Γράφει ο Γ. Θέμελης, σε ένα δοκίμιό του στη Νέα Πορεία (1972), “Η Ποίηση υπερβαίνει τα πράγματα, την κίνηση των λεπτομερειών, μπαίνοντας άμεσα, με ρωγμές αιφνίδιες, εκπληκτικές, το συχνότερο, στο “μετά”.” Ως “μετά” ορίζει την ελευθερία του πνεύματος. Έναν ιδεατό χώρο όπου παρόν, παρελθόν και μέλλον συνυπάρχουν. Οι ποιητές εκεί, ζώντες και τεθνεώτες, συνομιλούν. Όχι, αυτά δεν διδάσκονται…

Η κυβέρνηση ακόμα γιορτάζει την έξοδό μας από τα μνημόνια. Ο κόσμος –παρ’ όλα αυτά- παραμένει φοβισμένος. Θα μπορούσαν οι πολίτες να κάνουν κάτι για να αλλάξει αυτό το κλίμα;
Η ξύλινη ορολογία των ημερών με αφήνει παγερά αδιάφορο. “Η σύγχρονη κρατική εξουσία είναι απλώς μια επιτροπή, που διαχειρίζεται τις υποθέσεις της αστικής τάξης.” Το γράφουν οι Μαρξ και Ένγκελς στο Μανιφέστο τους. Λέτε να μην το διδάχθηκαν οι κυβερνητικοί; Φοβισμένος γιατί; Τι άλλο του μένει να χάσει;

Η βία γίνεται όλο και πιο έντονη στην κοινωνία μας. Τι σημαίνει αυτό; Αλλάξαμε ως άνθρωποι ή φανερώνουμε τον πραγματικό μας εαυτό;
Ο εαυτός έχει διαφορετικές εκδοχές, ενδεχομένως εντελώς άλλες όψεις, αναλόγως με το τι τον ταΐζει κανείς. Εδώ και δεκαετίες αναμασάμε σκουπίδια, στις τηλεοράσεις, στα ραδιόφωνα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα ίδια τα βιβλία, που κατάντησαν κι αυτά, εν πολλοίς, αναπαραγωγές σαπουνόπερας. “Πλήθη τσαμπιά με προσπερνάνε ανύποπτα/Πλήθη γιγαντικά! Τις μέρες τους φτυαρίζω./…/Και με τα ρούχα λερωμένα, μες στα χώματα/Αφού απ’ τ’ αχάραγα έχω αντικρίσει πτώματα” (Με περιπαίζεις, Α’ δημοσίευση στα Αποτυπώματα).

Θεωρείτε πως μέχρι τώρα ο πνευματικός κόσμος στάθηκε στο πλευρό των ανθρώπων; Μίλησε για τα προβλήματά τους; Τους έδωσε κάτι για να σταθούν και να κρατηθούν;
Δεν έχω εποπτεία των δηλώσεων, των συνεντεύξεων, της συνολικής βιβλιοπαραγωγής κλπ., άρα δεν μπορώ να έχω συγκεκριμένη γνώμη ως προς αυτό, παρά μόνον μία γενική αίσθηση. Κι αυτή είναι μάλλον αρνητική. Παρ’ όλα αυτά, κάθε γνήσιο έργο τέχνης είναι ένα στήριγμα για τους ανθρώπους, αρκεί να έχουν την καλή προαίρεση να το ανακαλύψουν.

Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας κάποιους στίχους ή λόγια που στάθηκαν για σας ερείσματα σε δύσκολες στιγμές;
Ας παραθέσω, τότε, το πρώτο τετράστιχο του Λαμαρτίνου, από το εκτενές ποίημα “Η Λίμνη”, σε μετάφραση του Γ. Σημηριώτη (Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, Εκδόσεις Κοροντζή) :

Πάντα λοιπόν σ’ ακρογιαλιές καινούργιες θα τραβούμε;
πάντα θα βυθιζόμαστε στου τάφου τη νυχτιά,
χωρίς ποτέ στο πέλαγο του χρόνου να σταθούμε
μια μέρα μοναχά;

Όπως και την ευχή του Ρ.Μ. Ρίλκε (Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, Εκδοτική Θεσσαλονίκης):
“Να βρείτε μέσα σας αρκετή καρτερικότητα για να υπομένετε και αρκετή ταπεινότητα για να πιστέψετε. Ν’ αποκτήσετε όλο και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε ό,τι είναι Δύσκολο και στη Μοναξιά που νοιώθετε, όταν είστε με τους άλλους. Κατά τ’ άλλα, αφήστε τη ζωή σας να κυλά”.

Πριν λίγες μέρες ήταν η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας. Η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως φάρμακο για το ψυχικό άλγος;
Φάρμακον νηπενθές, ασφαλώς. Και καταφυγή.

Ετοιμάζετε κάτι αυτή την περίοδο;
Μαζεύτηκαν αρκετά. Έχω ολοκληρωμένη μία συλλογή. Είναι εντελώς άχαρο να το κάνω εγώ αυτό. Θα μου πείτε, και ποιος να το κάνει; Θαύμαζα πάντοτε τους ποιητές που αδιαφορούσαν για οποιαδήποτε έκδοση. Στο Μεσοπόλεμο μα και αργότερα. Που το έργο τους σκορπίστηκε στους πέντε ανέμους. Και τώρα το ψάχνουν φιλόλογοι και φιλολογίζοντες… Αυτοί είναι, είμαι της άποψης, οι πιο γνήσιοι.
Τις παρουσιάσεις, επίσης, τις αποφεύγω. Κάνω μία παρουσίαση, περίπου κάθε 4-5 χρόνια. Όταν πιστεύω πως έχω να πω κάτι σημαντικό. Στις 26 Νοέμβρη, λοιπόν, στην Πρωτοπορία της Θεσσαλονίκης, θα μου κάνουν την τιμή να μιλήσουν για την τελευταία συλλογή μου, ο Ανδρέας Αντωνίου, ποιητής-μεταφραστής και ο Άρης Μπιτσώρης, εκπαιδευτικός-στιχουργός. Δύο maître, που δουλεύουν ακούραστα το στίχο τους, με έξοχα αποτελέσματα. Θα χαρώ να σας δω εκεί.

Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους αναγνώστες μας;
“Ξέρω ότι ξυπνάτε νωρίς το πρωί, ότι έχετε ένα πρόγραμμα, ενώ εγώ δεν έχω. Είναι μία μετά τα μεσάνυχτα, και δεν πρέπει να σας στερώ τον ύπνο.” Ν. Λαπαθιώτης, Συνέντευξη στον Κωστή Μπαστιά, Περιοδικό Εβδομάς, 4.4.1931.

Με ποιο τραγούδι θα θέλατε να κλείσουμε την συνέντευξή μας;
Sad lovers and giants, Things we never did. Παρακολουθώ τα άρθρα σας για τις Τέχνες και τον Πολιτισμό με αμείωτο ενδιαφέρον. Σας ευχαριστώ από καρδιάς και σας εύχομαι κάθε επιτυχία.

Εμείς σας ευχαριστούμε!

*Ο Ντέμης Κωνσταντινίδης γεννήθηκε το 1976 στη Θεσσαλονίκη. Έχει σπουδάσει Ιστορία και Αρχαιολογία στο Α.Π.Θ. και στη συνέχεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Μουσειολογία. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ευλύγιστες μελαγχολίες (Vakxikon.gr 2014), Εφημερόπτερα (24 γράμματα , 2015), Περίπολος για τους εναπομείναντες (24 γράμματα, 2016), Σε κλειστά βιβλία (24 γράμματα, 2017). Οι τρεις προηγούμενες ποιητικές συλλογές, κυκλοφορούν από τον εκδοτικό οίκο University Studio Press: Διαθέσεις, 2009, Ιχθύων λόγος, 2011, Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες, 2013. Το ίδιο έτος λαμβάνει το Β’ Βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης για τα 100 χρόνια Ελεύθερης Θεσσαλονίκης 1912 – 2012, που διοργάνωσε ο Σύλλογος Φίλων του Βαφοπούλειου Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Θεσσαλονίκης, με το ποίημα Εξομολόγηση. Ποιήματα και κείμενά του δημοσιεύονται τακτικά στα προσωπικά του ιστολόγια, καθώς και σε τεύχη των περιοδικών fuctART και Vakxikon.gr, του οποίου είναι συνεργάτης.

**Ο Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος ασχολείται με την δημοσιογραφία, την κριτική λογοτεχνίας και την ποίηση

***Αναδημοσίευση από εδώ: https://iporta.gr/%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82-%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82/

Ζήσης Δ. Αϊναλής, από “Τα παραμύθια της έρημος”

Χάριζα μέχρι τώρα τον εαυτό μου αφειδώς κι έπρεπε κάπως να συμμαζέψω κι εγώ τα κομμάτια μου. Το πρόβλημα βέβαια ήταν πως κάθε φορά που τα ’παιρνα πίσω εκείνα ήσαν παραλλαγμένα. Έτσι σιγά σιγά έμαθα να βλέπω τον εαυτό μου μέσα από τα μάτια των άλλων. Κι ήμουνα πράσινος, κίτρινος, λουλακί, ερυθρός και πάντοτ’ αλλοιωμένος ξεχειλωμένος εξαρθρωμένος ένας άνθρωπος εύπλαστος όλο λάσπη σαν ρέμα και κουβαλούσα απάνω μου δέντρα κορμούς και ψοφίμια ένα τουμπανιασμένο μουλάρι και τις μύγες μαύρες κολλημένες απάνω του σαν μικρόβια μάτια. Δε γαμιέται, ψιθύριζα, και το ποτάμι εξακολουθούσε μπρος στα μάτια μου ορμητικά να κυλάει κι εγώ αμήχανος να μην ξέρω πούθε να μπω να το ακολουθήσω να το πάρω από πίσω. Όμως σε τούτη την άμμος σε τούτη την έρημος παραπατώντας σε τούτο τον ήλιο δεν υπήρχαν ποτάμια ν’ ακολουθήσεις παραπατώντας προπορευόσουν τούτο το ρυάκι της άμμος κατάξερο π’ ασύνειδα όργωνες.

Μια χώρα από άμμο μια πόλη από άμμο γιγάντιες πύλες αγάλματα κανένας φρουρός. Ένας κόσμος πηλός διαλυόταν κι εξατμιζόταν. Δεν έμενε τίποτα. Μι’ αγχέμαχη ευθύτητα. Οραματιζόμουν την καμπυλότητα κι εφορμούσα του κύκλου τον εισχωρούσα μαγμάτινος πυρήνας ο οφθαλμός στον πυρήνα του ήλιου. Ανα-σταινόταν το φως και βάδιζα στη σκιά μου. Βάφτιζα λόγχη τη γλώσσα μου κι όξος τα δάκρυά μου. Έφτυνα ένα ένα τ’ αγκάθια μου φραγκόσυκο η καρδιά μου. Μιλούσα τα λόγια μου και κυλούσαν οι λίθοι. Κατέβαινε λευκός επενδύτης ο άγγελος και μοίραζε τα ιμάτιά μου έστρωνε γλώσσα κι έδιωχνε τα υπάρχοντά μου. Με τη γλώσσα τους οι άνεμοι σαρώνανε τους λώρους μου. Το πόδι σκόνταφτε σε κάτι αιχμηρό και αναλαμβανόμουν.

*“Τα παραμύθια της έρημος”, Εκδόσεις Κέδρος, 2017.

Έρμα Βασιλείου, Εστιάδες

Αν δεν καταπιείς τη σιωπή
Μέχρι να μη μείνει
Ούτε το λήμμα της
Δεν είσαι Εστιάς
Είσαι γυναίκα που μοιράζεσαι λόγια
Σκέψη, αγκαλιά, δεν είσαι Εστιάς!
Οι Εστιάδες είναι
Καταρρακωμένες αμύθητης αξίας απώλειες
Αψέλλιστα αόρατες, αγνές στις λέξεις
Και στις πράξεις που γεννούν
Όρθια τείχη, τα σκοτωμένα από τους ήχους
Που έπαψαν να φέρνουν μηνύματα,
Γονατιστές υπάκουες κολώνες
Βουβές γλαύκες, θορυβώδεις
Κάθετες ευθείες
Στά μυστικά των χρόνων
Που κινδυνεύουν να λιθοβολιστούν στη λέξη
Παράδεισος
Αν είσαι όπως το λες μια Εστιάδα
Οι πλαστικές οι κάρτες στο πορτοφόλι σου
Η αντρική κολόνια που άρπαξαν τα ρούχα σου
Η ευωδιά στη σιτοδεία της ανάγκης
Για συντρόφιασμα
Στο λένε φωναχτά πως σέρνουν
Την παρουσία σου στα πεπραγμένα
Των εξαρτώμενων του ήχου, του φωτός…
Είσαι μια τέλεια κι απελιπιστικά απίθανη
Γυνή, ενός θαυμαστικού και θαυμασμού ανυπολόγιστου,
Μ’ ακόμα… όχι μια Εστιάς
Για να ‘σαι Εστιάς
-θα σου το πω κοφτά-
Θα το μπορούσες να διαβάσεις
Το αλφάβητο των τυφλών
Μ’ ένα ψηλάφισμα στον άνεμο
Θα το μπορούσες να τ’ ακούσεις
Το αύριο του ήχου στο τώρα,
Στο πάντα σου το χθες
Και στο δικό σου γονάτισμα
Το τέλειο κι ελεύθερο βάδισμα
τού ‘Agnus Dei…
Αμνέ του Θεού,
Qui tollis pecata mundi
Που παίρνεις μακριά, κι αφαιρείς
τις αμαρτίες του κόσμου!’

*Από τη συλλοή “Εστιάδες 1999-2018”.

Χρήστος Διαμαντής, Πέντε ποιήματα

1.

βαρύτητα

βαρύτητα
δεν ανασαίνω

άλγος
φλεγμονή πάλι

γυμνότητα

μετα-έλληνας
μουνί που δεν squirtαρει

χωρα
ήχος μαγνητικού τομογράφου

2.

Η κουλτούρα μας

Η γυναίκα
Η γυναίκα
Η γυναίκα

Η γυναίκα πολιτισμός
Η γυναίκα υπάρχω
Η γυναίκα καμπύλη

ακίνητη άντρας ανασαίνω

3.

Η κουλτούρα τους

Ο άλλος
Ο άλλος
Ο άλλος

Ο άλλος σκύλος
Ο άλλος φοβάμαι
Ο άλλος μαχαίρι

θόρυβος γυναίκα δεν ζει

4.

αττικό φως
πεντελικό μάρμαρο
πακιστανοί ξαπλωμένοι
πάνω

καμία γυναίκα

5.

(κι έχει συνέχεια
η διαφορά μας)

εγώ είμαι εγώ
και η μάνα μου

τους βλέπεις

*Από τη συλλογή “Λευκότητα”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Νοέμβρης 2017.

Χουάνα ντε Ιμπαρμπούρου, Γυμνή σου δίνω την ψυχή μου

Γυμνή σου δίνω την ψυχή μου, να μπεις, να κατοικείς,
γυμνή σαν άγαλμα πουν καν δεν το κοσμεί το φύλλο της συκής.

Γυμνή αν το αποκορύφωμα της αναιδείας
ενός καρπού η ενός άστρου μες στον κήπο της ευδίας –

πραγμάτων τέτοιων μα και τόσων, που τηρούν με σέβας
την άπειρη ηρεμία της αμαρτησάσης Εύας.

Τα πράγματα όλα αυτά, που φτιάχνουν μέγα πλήθος
κι έχουνε καρπών, αστέρων ή και ρόδων ήθος,

δεν νιώθουνε ντροπή, να της σκεπάσουνε την άψη
με ρούχα που κανείς ποτέ δεν τόλμησε να ράψει.

Χωρίς καλύπτρα, σαν κορμί θεαίνης, σου τη δίνω,
και ως είναι: πιο λευκή και από τον άσπιλο τον κρίνο.

Γυμνή και ορθάνοιχτη σ’ τη δίνω (τι άλλο νά ’πεις;)
με όλο τον πόθο που ’χει μέσα της αγάπης.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
**Από εδώ: https://poiimata.com/2018/10/06/gymni-psychi-juana-de-ibarbourou/

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, Δύο ποιήματα

ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΔΕ ΘΕΛΗΣΕΣ

Τίποτε πιο δικό σου από εκείνο
που δε θέλησες.

Ζούμε ονειρευόμενοι
ο ένας για τον άλλον. Γιε μου,
είσαι τι όνειρο της Γέρμας,
κι είσαι το όνειρό μου
ταξιδιώτη.

Χρύσα Ελένη Δάφνη
-χείλη σκληρά, ανενδοίαστα-
τι έφταιξε και ποτέ δε σσας είχα;

*

FUTURISSIMO

Εξόριστος από ποιους
Ποιαν είχε πατρίδα;
Μην ήμουν άγγελος κι ο ίλιγγος
της πτώσης τσάκισε τη μνήμη μου;
Αδύνατον.
Αντάρτης και δειλός δε συμβιβάζονται.
Πέρα είμαι τυχάρπαστη
σαν όλα εδώ.
Γι’ αυτό
τα γουρουνάκια τραγουδούν
αγγελικά
κι η πόρνη
διαφεντεύει τον αιθέρα.

Κουράγιο κουράγιο.
Ο τυμβωρύχος ήδη ξεκίνησε
με ψάχνει θα με βρει
θ’ ανακαλύψεις τούτο το φιλέρημο λογάρι
θα.

*Από τη συλλογή ‘Εν καμίνω”, Έκδοση Πλανόδιον.