Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ερωμένοι

Edvard Munch, Man and woman

Πλησιάζεις με την κοιλιά·
όπως τα ζώα που παραμονεύουν
το θήραμα. Εγώ, ελάφι
στο μεγάλο του τοίχου υφαντό.
Είναι το φως χαμηλό
μες στο σαλόνι·
κι όπως η νύχτα
σκεπάζει τους αθώους
με τόσα πολλά νύχια
σε προσκαλώ σε συνάντηση
επί του τοίχου.
Στις εισόδους μουγκρίζει
η πιο καλή παρέα – ο
θάνατος· τα σφάγια θα
μας ταΐσουν.
Δεν έχω άλλο σώμα ν’ αναστήσω.
Πιο κάτω τρέμει, αναταράζεται
το φριχτό μου μελάνι
η μαύρη σελήνη μου
– ακριβώς στο σημείο εκείνο
μέσα στο Σύμπαν
όπου στάζει, αχνίζει
το καιόμενο λίπος
των ποιητών.

Λένα Καλλέργη, Το φάντασμα του πόθου

Αν φύγω τώρα
με την επιθυμία μου να καίει
με τη γαλάζια φλόγα της να υψώνεται
χωρίς ν’ ανάβει ένα κερί, να σβήνει από ένα κύμα
αν φύγω τώρα ξαφνικά, αν κάτι μου συμβεί –
δεν φεύγω. Θα γυρίζω εδώ. Θα σας στοιχειώσω.
Όχι όσους χαίρεστε, και δίνεστε, και πίνετε μεδούλι
και στύβετε απ’ την έρημο χυμούς,
όχι εσάς –
μα εκείνους που φοβούνται
και μένουν πίσω, και πεινούν: εσάς θα φοβερίζω
με την αλλόκοσμη φωτιά μου πιο γαλάζια
πάνω σας θα πετώ, θα σπρώχνω
στην αγκαλιά σας αγκαλιά, στο δέρμα σας το δέρμα.
Φιλήστε! Μη διστάζετε. Κι αν δεν μπορείτε ακόμα
τη σπίθα να εξηγήσετε, ούτε το φάντασμά της,
τολμήστε! Θα το μάθετε. Αλλιώς, στοιχειώστε εμένα.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Ποίημα

14.
μεγάλωσε η κρίση μου
και το πικρό σκαρί μου
τυλίχτηκε η γλύκα μου
στ’ ανθάκια της αυλής μου
κι ήρθαν και μου τα ρούφηξαν
διαβόλοι καλογέροι
μαθές με κάνανε χτικιό
ρούσα να βολοδέρνω
αγάπη να έχω άδοτη
και πού να τηνε δώσω
μη φεύγεις ήλιε αιγλήτη μου
φοβάμαι το σκοτάδι
μη φεύγεις ήλιε αιγλήτη μου
φοβάμαι την αγάπη

*Από τη συλλογή “σκαλέτα: 47 σκηνές για το τέλος του κόσμου”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2025

Δημήτρης Λεοντζάκος, Μικρά ερπετά στο σκοτάδι

I. Πάντοτε το ξημέρωμα, όταν ο ουρανός τον κοιτούσε ακόμη από εκείνο το βαθύ μπλε και κινούνταν ακαριαία, μόνο για εκείνον, μελανά όλα τα φύλλα των δέντρων προς το ερχόμενο φως. Έτρεφε σύγκορμος τον αφελή εφιάλτη ότι στο τέλος κάποιος θα ζήσει για να δει, για να διηγηθεί την ιστορία. Όχι του πόνου, ούτε του φωτός. Αλλά της συμπλοκής των ωραίων κλαδιών τους.
II. Φθινόπωρο: ω πώς σου άρεζε να μαζεύεις τα μαλλιά σου δίπλα απ’ τα άνθη για να μην ενοχλείς τον άνεμο.
III. Μέσα από το παιχνίδι του φωτός με τα πράσινα φύλλα των δέντρων κάποιος προσπαθεί να μιλήσει σε κάποιον. Αυτό που συνήθως το ονομάζουμε ίσκιους.
IV. Τα βλέφαρά σου είναι ο χώρος ανάμεσα σε εσένα και στον κόσμο, όταν το στήθος ήταν ακόμη αεράκι κι ο έρωτας πράσινα φύλλα ανάμεσα στην αδυναμία, την ντροπή και σε όλα εκείνα που ποτέ δεν θα έλεγες.
V. Άλλωστε τι είναι ποίημα; Η ικανότητα της χλόης να ψεύδεται πάντα ανθηρότερη.

Γιώργος Β. Μακρής, Περί θανάτου

Artwork: Felix Valloton

Ω! η αρχή και το τέλος του ανθρώπινου σπόρου
καταργώντας μέσα μου την έννοια της φυλής
και του καιρού (αν εξαιρέσει τα των ενδυμασιών).
έτσι πεθαίνοντας εγώ με διάφορους τρόπους
όταν εκάστοτε έρχεται το πλήρωμα του χρόνου
στην Παλαιστίνη από βαθιά γεράματα όταν
ήμουν ανάμεσα στους πρόδρομους του νέου φωτός
στο Βύρτσμπουργκ μεσήλικας αστός
πεθαίνοντας από επιδημία γρίππης
κρατώντας ένα αντίτυπο αγίας γραφής και το κερί μου
και στην Κορέα κίτρινος καλλιεργητής ρυζιού
από πανούκλα σε φρικτή αποσύνθεση
κουβάλησα τον αέναο τούτο σπόρο μέσα μου
όπως ένας καρπός που κλείνει στο κέντρο
το κουκούτσι του.
Μα πόσες ποικιλίες θανάτου έχω διαβεί!
Πέθανα άπειρες φορές από ασιτία
μορφάζοντας ξαπλωμένος στο λιθόστρωτο
πέφτοντας από τα’ άλογο στις εκστρατείες των βασιλιάδων.
Στην εξιλαστική πυρά της Λισσαβώνας
φορώντας ένα san-benito πένθιμο
εβραίος τεσσαρακονταετής την ηλικία.
Στο στήθος και στο μέτωπό μου
έχουν ανθίσει πορφυρά λουλούδια του θανάτου
όταν εγώ πεταλωτής, δάσκαλος ή και επιπλοποιός
πολέμησα για να δοξάσω την πατρίδα μου.
Έχω πεθάνει στο Παρίσι από σύφιλη
και στο κανάλι της Αμβέρσας δολοφονημένος.
Από δυστύχημα τυχαίο σ΄όλες τις γωνιές της γης
(ενώ περίεργοι κοιτούν απ’ τους εξώστες).
Ω! χιλιάδες απρόσωποι μου θάνατοι
θάνατοι του φορέα του ανθρώπινου σπόρου,
που κουβαλώ ωσάν μικρόβιο μέσα μου.
Έντομο ασήμαντο εγώ, είδος ανωφελούς κώνωπος.

Τάκης Σινόπουλος, Καταγωγή

Φωτογραφία: Fred Boissonas, Κοκκινοπηλός Ελασσόνας (χωριό στους πρόποδες του Ολύμπου) – 1903.

Ερχόταν ένα φώς.
Κι από το Μάρτη μήνα ερχόταν η Άνοιξη
Στην κάμαρα που μίλαγε με πείσμα ο Φίλιππος.
Το πάτωμα παλιό σανίδι σε παλιό σανίδι. Απάνου στο
Τραπέζι ένα κερί.Και τα χαρτιά σου σα φτερά πουλιών.
Κοίτα να καταλάβεις φώναξε.Τίποτα δεν είχαμε
Μήτε κρεβάτι μήτε κάθισμα.Το σπίτι ένα παλιό
Σαράβαλο.Παντού ο αέρας φύσαγε σε θέριζε.
Η μάνα μου στα κάρβουνα.Κακό χειμώνα θάχουμε είπε ο πατέρας,
Μια μαύρη συλλογή το μούτρο του.
Από την τρύπα αυτή κοιτάζαμε τον ουρανό. Και το πρωί
Πηγαίναμε στα δέντρα.Εδώ γεννήθηκα.
Εδώ μεγάλωσα.Λοιπόν αυτά μου χρειάζονται
Για την οργή μου και την περηφάνεια μου.
Για να κρατήσω και να κρατηθώ.
Δεν έχω θεούς .Και δεν φοβάμαι.

*Από το “Χρονικό”, Εκδόσεις Κέδρος.

Τάσος Πορφύρης, Τρία ποιήματα

ΕΡΩΤΗΜΑ

Πώς θ’ αντιδρούσαμε
αν ύστερα από καθυστέρηση
τόσων χρόνων χαμήλωνε επιτέλους
ο Σταυραϊτός του Κρυστάλλη;
Ποιος θ’ άντεχε το ύψος;

*

ΜΑΝΑ

Όλο για σένα γράφω και δεν τελειώνω
Το σπίτι έγινε κόνισμα απ’ τη μορφή σου
Ο αρωματισμένος σου κόσμος πότισε το ξύλο
Του σεντουκιού με τ’ αρχικά « Κ.Μπ.» και
Τη χρονολογία του γάμου «1930» ζωγραφισμένα
Άνθη θάλλουν λες και χθες ακόμα
Σκούπισε τα πινέλα του ο ζωγράφος
Κι ο Τάσος Χαλκιάς έρχεται «εκ περάτων»
Με το κλαρίνο παραμάσκαλα κάθεται
Στο πόδι και ταιριάζει τα «κλειδιά»
Με τον άνεμο π’ αχάει στις βελανιδιές
Και στις απόκρημνες σπηλιές του στήθους.

Όλο κι όλο
είν’ ένας ανεπαίσθητος άνεμος
που έρχεται από τη βορεινή κάμαρη
του επάνω πατώματος
ούτε λόγος
πως δεν μπορεί να κρυολογήσει κανείς
ούτε να χτυπήσουν
οι πόρτες και τα παράθυρα με πάταγο…..
Κι εκείνος είναι εδώ ανάμεσά μας
και δεν ξέρει
πού να βάλει τα χέρια του
πού να ακουμπήσει το φορτίο της μνήμης
που του κουράζει τα μάτια
Και φαίνεται αδικαιολόγητο που βγαίνουμε
τρέχοντας απ’ το σπίτι
ρίχνοντας ικετευτικές ματιές
στον κήπο
στα κάγκελα
στ’ αναρριχώμενα του φράχτη
εκβιάζοντας το χρόνο ανώφελα
γιατί αυτός είναι μέσα
και κάνει το ίδιο
δένοντας τάχα
τα κορδόνια των παπουτσιών του.
Έτσι ξημέρωσε
και τούτ’ η μέρα
κρατώντας απ’ το χέρι
έναν απαρηγόρητο άνεμο.

*Aπό τη συλλογή “Νεμέρτσκα” (1961).

*

Ὁ καιρός πήγαινε πρός τή βροχή συννέφιαζε τά πουλιά
Κουρνιάσαν
οἱ σαῦρες παράτησαν τήν ἡλιοθεραπεία καί
Γλίστρησαν στίς φωλιές τους
ἀπό γινωμένα φροῦτα μυρωδιές
Προκαλοῦσαν βαθειές ἀνάσες ἀναστάτωση ἐπικρατοῦσε στή
Βορεινή βεράντα καθώς ὁ κάμπος ἀναριγοῦσε ἀπό τήν
Προσμονή τῆς μπόρας
ἡ μεγάλη καρυδιά κυνήγησε τούς
Σκίουρους ὥς τή φωλιά τους
κι ἡ βροχή μιά ξεχασμένη
Βροχή ἀπό τήν παιδική ἡλικία
μᾶς ἀπέκλεισε στό σπίτι
Καί στό παρελθόν ἀκουγόταν
ὅπως ὁ θόρυβος ἀπό τούς
Μεταξοσκώληκες καθώς ροκάνιζαν
τά φύλλα τῆς σκαμιᾶς
Στό διπλανό δωμάτιο
εἴχαμε ἀφοσιωθεῖ
στίς ἀναμνήσεις μας
Μέ πλεγμένα τά δάχτυλα τῶν χεριῶν
ἄφωνοι κεραυνοί
Φώτιζαν στιγμιαῖα τήν πλάση
καί στό ἐλάχιστο τῆς διάρκειας
Ἡ πλημμύρα τῶν αἰσθημάτων
στό ὑγρό βλέμμα τῶν ματιῶν καί
Στῶν χειλιῶν τό τρέμισμα.

*Aπό τη συλλογή “Σῶμα κινδύνου”

Nino Pedretti, Τρία ποιήματα

ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ

Εμείς, οι άνθρωποι του τίποτα,
φτιάξαμε δρόμους
φτιάξαμε πύργους
φτιάξαμε των πόλεων τα τείχη.
Εμείς, οι άνθρωποι του τίποτα,
Αγγίξαμε με τα χέρια
ό,τι βλέπεις γύρω σου,
κάθε σπιθαμή.
Αλλά τυφλωθήκαμε
φτιάχνοντας φερμουάρ
χαλάσαμε τα πνευμόνια μας
στη σκόνη των μεταξουργείων
καήκαμε απ΄ τον ασβέστη
ξεκληριστήκαμε στα καμιόνια
που τραβούσαν μες στη νύχτα
στη συννεφιά και κάτω απ’ τη βροχή.
Εμείς, οι άνθρωποι του τίποτα,
φτιάξαμε τον κόσμο
φτάνει πια.

*

ΟΙ ΛΟΓΟΙ

Άμα μιλά ο Πάπας
βρίσκονται πάντα
μυριάδες δημοσιογράφοι
να του πλέξουνε εγκώμια.
“Μα τι φινέτσα,
τι συναίσθημα!”
Ό,τι και να λέει,
κι ας μη λέει κι τίποτα,
ας είναι κι αν φτερνίζεται,
αν βήχει.
Μα άμα μιλά ο θείος μου
που φτιάχνει ποδήλατα
είναι λόγια στον άνεμο
τονε γελούν οι γιοι του
κι ο κόσμος λέει από μέσα του
“Μα τι να πει αυτό το
κουτορνίθι
που δεν μπορεί να ξεπληρώσει
μήτε τα χρέη του;”
Γι’ αυτό και κάθε τόσο
γεννιέται κι ένας
ποιητής
που πιστεύει σε τούτο τον
κακόμοιρο
και του δανείζει τη φωνή του.

*

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

Ο πατέρας μου που με ντρόπιασε
που ‘χασε όλες τις μάχες
ο πατέρας μου που ‘ταν ψεύτης
ο πατέρας μου που βλαστημούσε τους Αγίους
κι ύστερα γονάτιζε
μπροστά στις παναγίες
ο πατέρας μου που ‘την ωραίος
και κοιταζόταν στον καθρέφτη
ο πατέρας μου που ‘ταν φτωχός
που ‘ταν φιλόδοξος, που τραγουδούσε
ο πατέρας μου που τίποτα δεν μου ‘μάθε
ο πατέρας μου που τον γελούσαν όλοι
ο πατέρας μου που δεν ήξερε λατινικά
ούτε κι ιταλικά καλά καλά
που γύρισε απ΄την Αμερική
με μια πεντάρα και τρεις λέξεις εγγλέζικες
ο πατέρας μου που ‘θελε “επισημότατον”
να γράφει ο φάθελος
ο πατέρας μου που, ο πιο σμπαραλιασμένος ανάμεσα στους πατεράδες,
χάραξε μέσα μου
όλα μου τα ποιήματα.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Δέντρο”, τεύχος 224-225, Άνοιξη 2019.

**Μετάφραση: Τραϊανός Μάνος

Αφροδίτη Κατσαδούρη, Η άνοιξη διαπασών

Η άνοιξη διαπασών
«αἱ γενεαί πᾶσαι» ανθισμένων λεμονιών
οι πόνοι της Παναγιάς
οι πόνοι μιας ετοιμόγεννης αμυγδαλιάς
ο «αμαρτάνων» σπόρος
μιας κοιλιάς
Τον άνδρα, μούσα, τον πολύτροπον
να μου ανιστορήσεις
που βρέθηκε ώς τα πέρατα του κόσμου να γυρνά
Για εκείνη μη χαραμίσεις λέξη
Σκύλλα και Χάρυβδη την έχρισαν
–καθ’ όπως πρέπει
οι ναυτικοί και ο θυμόσοφος
ντουνιάς
Εσύ, όμως, ποιά είσαι;
Σε βλέπω πάντα άυλη
στα ξώφαλτσα των τοίχων
σαλπίζεις ανομήματα και σειρήνιες κλητικές
Εγώ είμαι η σκύλα κι άλαλη
γέναγα το φαρμάκι και κατάπινα τα πλοία
μαζί μ’ εκείνα που ξεστόμιζαν τα εξαγνισμένα μήλα των Αργοναυτών
Άμα δεν πειθαρχούσα κι έκανα
ανυπότακτα τσαλίμια – γένους και σθένους θηλυκών
ήρθα να τα ψάλλω ένα χεράκι
στον ποιητή.

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Οι αρουραίοι

Είμαστε κι εμείς οι αρουραίοι
γράφουμε με το αίμα και τη σάρκα μας
περιδιαβαίνουμε στα άδεια σοκάκια των πόλεων
και παίζουμε τη ζωή μας στα ζάρια.

Είμαστε κι εμείς οι αρουραίοι
τα αδηφάγα θηράματα της Τάξης σας
προχωρούμε πάντοτε φυλάγοντας τα νώτα μας
και όπου κι αν πηγαίνουμε
τρέμουμε πως έχουμε
τη ρετσινιά του πρόσφυγα.

Είμαστε κι εμείς οι αρουραίοι
σε κάθε στιχάκι υπάρχει κι ένα ίχνος
της τριβής μας
χαμογελάμε αντί να κλάψουμε
και δημιουργούμε όλη την πολυχρωμία
των ονείρων σας.

Είμαστε κι εμείς οι αρουραίοι
γεννιόμαστε και πεθαίνουμε
μέσα στις σελίδες των ημερολογίων σας
μα ακόμα κι όταν μάς ξεχνάτε
το τραγούδι μας μένει σαν θηλιά
στα μυστικά συρτάρια των ερώτων σας.

Είμαστε κι εμείς οι αρουραίοι…