Αυτό που εννοώ όταν λέω το κλειδί του μέλλοντος είναι γραμμένο τώρα που το βλέπεις στον αέρα της περίφημής σου όψης είναι ένα συμβολικό κλειδί που βρυχάται και με μια λύκινη έκφραση τινάζεται στο γόνατο του ωκεανού
Αρκούδι της αστραπής σε μία μαύρη ακτή φαναριών χαμογελά με δόντια των κοχυλιών
Αυτό που λέω όταν σου μιλάω είναι πως υπάρχει ένα περιβόλι γύρω απ’ το κεφάλι μου που βλασταίνει είκοσι δύο μηχανές απ΄τις οποίες θα φτιαχτεί το εκτυφλωτικό κρύσταλλο
Διαγνωστικά κύματα τοπίων της φωτιάς γύρω απ΄το άκεντρο νησί
Αυτό που κάνω τώρα είναι να περιεργάζομαι από αόρατα παράθυρα που είναι κι αυτά καιόμενα ο άνεμος μασκαρεμένος σαν φεγγάρι εκατόν ογδόντα γράμματα εξατμίζονται και γίνονται δάσος οφθαλμικών οργάνων
Για να διαβάσω την πράσινη φωτιά των τεμπέλικων γραμμάτων τη μεταφορά της μεταφοράς στ’ αλήθεια τ’ αρχαίο απόκρυφο ρίχνεται πέρα σ’ ένα κράνος βλέποντας το βουνό να γυρίζει να με κοιτάζει ανεμίζοντας πέτρες επάνω απ’ ένα χωράφι κοιμισμένων ματιών
Οβελίσκος το ξημέρωμα οβελίσκος το τραχύ ξημέρωμα το πράσινο καλαμπόκι φτιάχνει μια λευκή πεταλούδα μέσα στον οβελίσκο ταξιδεύοντας τη νύχτα μαγνητικά φύλλα των δακτύλων της αυγής
Εκείνο που γράφτηκε στον οβελίσκο στις κοιλότητες του μισοφοριού τ’ ανέμου κρύβεται και φανερώνεται στην ανώτατη αρχή του τυρκουάζ εμποδίζοντας απίθανες θαυμαστές πόλεις να φανούν μες στους δρόμους του τυρκουάζ ήλιου.
*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Οδός Πανός”.
Τους δήμιους αποκοιμίστε, σφάξτε τους πετεινούς Με κρότο και δέος μέσα στον μολυσμένο αγέρα κατεβαίνω και λάμπω βοώντας
Έπαιξες και έχασες, Ρόζα, μη φοβάσαι!
Ο άνθρωπος είναι μια προκατάληψη κι η ζωή μια εμποροϋπάλληλος απ’ το Μόναχο σαν την Εύα Μπράουν με τον αρχαίο φόβο στα μάτια
Στους γερμανικούς κυνηγότοπους σπαράζουν το μικρό πουλάκι τον όμορφο κοκκινολαίμη Κι αυτούς που υφαίνουν σάβανα κι αυτούς που φτιάχνουν για λίγα ρούβλια τα κιβούρια το Πολώνιο όλους τους σκεπάζει…
Τους δήμιους αποκοιμίστε, σφάξτε τους πετεινούς Με κρότο και δέος μέσα στον μολυσμένο αγέρα κατεβαίνω και λάμπω βοώντας
Είμαι ο θάνατος, Ρόζα, μη φοβάσαι!
*Από τη συλλογή «Τι αιώνα κάνει έξω;», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.
Bill Gates, Donald Trump And the Pope All selling their own brand of dope
A mayor who is a joke A bus system that doesn’t work
Head cases walking the street Punk Rockers with rainbow hair Women with pierced genitals Ginseng for tired blood
My illusions are fighting a duel With my delusions
The last time I picked up A white courtesy telephone The voice on the other end was mine
The dates on my calendar are blank
The pinball machine has no flippers There’s no prize in my crackerjack box
My radio plays nothing but commercials My hand holds my cock in contempt My love life is an unread resume With one too many references
I had a dream I was a gunrunner
Trading hardware for software
I want my photo on a cereal box Not a milk carton
The IRS is a legal shake down The Pentagon a slaughterhouse
Jack the Ripper sliced and diced His way through London Town And he wasn’t even a chef
Freud was impotent But put on a good show
Monks know the truth But won’t share it
You know you’re in trouble
When your shrink deals in fantasies And leaves you with his reality
My life has become a distraction No addition and subtractions
When it becomes an abstraction I’ll know I’ve found success
Ιράν, Ιράκ, Λιβύη
Αφρική, εθνοκάθαρση
Μπιλ Γκέιτς, Ντόναλντ Τραμπ Και ο Πάπας Όλοι πουλάνε τη δική τους μάρκα ναρκωτικού
Ένας δήμαρχος που είναι ανέκδοτο Ένα σύστημα λεωφορείων που δε λειτουργεί
Διαταραγμένοι τύποι περπατούν στους δρόμους Πανκ ρόκερς με μαλλιά στα χρώματα του ουράνιου τόξου Γυναίκες με τρυπημένα γεννητικά όργανα Τζίνσενγκ για κουρασμένο αίμα
Οι ψευδαισθήσεις μου μονομαχούν Με τις παραληρητικές ιδέες μου
Την τελευταία φορά που σήκωσα Ένα λευκό τηλέφωνο εξυπηρέτησης Η φωνή στην άλλη άκρη ήταν η δική μου
Οι ημερομηνίες στο ημερολόγιό μου είναι κενές
Το φλιπεράκι δεν έχει μοχλούς Δεν υπάρχει δώρο στο κουτί με τα κράκερ
Το ραδιόφωνό μου παίζει μόνο διαφημίσεις Το χέρι μου κρατά το πέος μου με περιφρόνηση Η ερωτική μου ζωή είναι ένα βιογραφικό που κανείς δεν διάβασε Με μία σύσταση παραπάνω απ’ όσες χρειάζοντα
Είδα ένα όνειρο Ότι ήμουν λαθρέμπορος όπλων
Αντάλλασσα υλικό Για λογισμικό
Θέλω τη φωτογραφία μου πάνω σε κουτί δημητριακών Όχι σε κουτί για αγνοούμενα παιδιά
Η Εφορία είναι ένας νόμιμος εκβιασμός Το Πεντάγωνο ένα σφαγείο
Ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης τεμάχιζε Τον δρόμο του μέσα στο Λονδίνο Και δεν ήταν καν σεφ
Ο Φρόιντ ήταν ανίκανος Αλλά έδινε καλή παράσταση
Οι μοναχοί ξέρουν την αλήθεια Αλλά δεν τη μοιράζονται
Ξέρεις πως έχεις μπλέξει
Όταν ο ψυχίατρός σου εμπορεύεται φαντασιώσεις Και σε αφήνει με τη δική του πραγματικότητα
Η ζωή μου έχει γίνει ένας αντιπερισπασμός Χωρίς προσθέσεις και αφαιρέσεις
Όταν γίνει μια αφαίρεση της πραγματικότητας Θα ξέρω ότι βρήκα την επιτυχία
Ι Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί, εκείνη τη χρονιά ‘που τα βιβλία καίγονταν
Την είσοδο είδαμε την επιβλητική ανάμεσα από σαράντα πύλες ενός αλόγου ακέφαλου και ο ιππέας του με’ φάλαρα εξίτηλα
Μας ‘λέγαν οι ντερβίσηδες πως θάνατος διάχυτος επέστρεψε απ’ την ανατολή
Ιδού γιατί από ένα ρεύμα υφάλμυρο ‘ς στα τρία μια πάλι διαιρείται
ΙΙ Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί, αγόρια ‘που νεκροί οι μάστορές τους το ένα χτένιζε του άλλου τα μαλλιά ‘σαν ‘βγήκαν απ’ τη θάλασσα
Ω, Ινσταμπούλ το άγριο παλληκάρι μου η πιο εκλεκτή μερίδα καρπουζιού ενοχλημένα κρύβεις την καρδιά σου και αναδίνεις μυρωδιά καθώς λουλούδια σαπισμένα·
Επάνω από την πόλι-συλλογή-γι’-ανάγνωσι πετούν μαυροπερίστερα
ΙΙΙ Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί το νόμο το χρυσό της διαλεκτικής
Γι’ αυτό στην ιστορία τόσοι πρίγκιπες κατέκτησαν χωρίς ‘να το γνωρίζουν τ άλογά τους
Επάνω, δες, στις σαρκοφάγους τους έδρες εγχάρακτες ‘που είναι αριστουργήματα.
*Μετάφραση: Βασίλης Ραϊκόφτσαλης. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οδός Πανός”.
Η ευτυχία κυλιέται στο χρόνο και σε μια στιγμή εξαλείφεται τα κοσμητικά επίθετα είναι αιχμάλωτα οι καλοσύνες πεθαίνουν ανολοκλήρωτες και η αιωνιότητα παθαίνει διαλείψεις
τα δρομολόγια του χάους ξεκινούν από εκεί που εμείς τερματίσαμε και καμιά προσευχή δεν μας είναι προσιτή
οι ντροπές περισσεύουν σερνόμαστε σε λάσπες και προστυχιές εξισώσεις όλο και πιο δυσεπίλυτες το αληθές είναι ψευδές μέσα στα φιαλίδια των αναγκών τοξικοί επίδεσμοι ενθύμια από μάχες που δεν δόθηκαν τα πάντα είναι ατελή και ατελεύτητα…
…οι Μήδοι δεν πρόκειται να διαβούν εάν δεν τους χαρίσουμε εμείς τα κλειδιά
μια γυναίκα, αυτή είναι η μητέρα μου μια γυναίκα ‘που άλλαξε διανυχτέρευσι αφ’ ότου ο θάνατος τον εαυτό του αποκάλυψε μες απ’ την κόμη έξω του πατέρα μου μια γυναίκα ‘που ημερήσιες μόνο οι επισκέψεις της από το Σκούταρ ‘ς την Ιστανμπούλ
αυτός ήταν ο πατέρας μου και η γενειάδα του πατέρα μου αυτή ‘που κάποιο βράδυ σε μια λίμνη βύθισε ποτέ ‘να μην την ανασύρη πια τα δάχτυλά του όλα ‘που το μέτρημά τους λησμονήθηκε της γενειάδας του είχαν τη γεύσι
έν’ άλογο το βράδυ σε όλες είναι τις στεριές ψυχρόαιμο ότι μελαμψό ‘που ιππεύουν τα παιδιά στο ‘πίσω κάθισμα προσκολημμένα
At West Lake there is a Lake Within a lake. We reach the island, Where lotus plants cover the calm waters. Where water lilies Settle daintily on their water stems. Carps break the water With open mouths In anticipation of falling crumbs.
The bridge across the island Zig-zags its way To confuse demons, Who need straight paths To satisfy their evil intent.
Moon pagodas Stand in the outer lake, Awaiting the arrival of the full moon, To record its reflection, In the water.
Then, The boat carries us away, From the peace, The harmony, And tranquillity, That is West Lake.
Μια λίμνη μέσα σε λίμνη
Στις Δυτικές Λίμνες υπάρχει μια λίμνη Μέσα σε μια λίμνη. Φτάνουμε στο νησί. Όπου τα φυτά του λωτού καλύπτουν τα ήρεμα νερά. Όπου τα νούφαρα Κάθονται κομψά στους υδάτινους μίσχους τους. Κυπρίνοι διασχίζουν το νερό Με ανοιχτά στόματα Σε αναζήτηση των πεσμένων ψίχουλων.
Η γέφυρα κατά μήκος του νησιού Πάει πέρα δώθε στο δρόμο της Για να μπερδεύει τους δαίμονες, Που χρειάζονται ίσια μονοπάτια Για να ικανοποιήσουν τους πονηρούς τους σκοπούς.
Φεγγαρένιες παγίδες Στέκονται στ’ ανοιχτά της λίμνης, Περιμένοντας την άφιξη της πανσελήνου, Για να καταγράψουν την αντανάκλασή της, Πάνω στο νερό.
Τότε, Η βάρκα μα μεταφέρει μακριά, Απ΄την ησυχία. Την αρμονία, Και τη γαλήνη Αυτές είναι οι Δυτικές Λίμνες
Χανγκζού (Κίνα), 25 Σεπτεμβρίου 1984
*Η Oodgeroo Noonuccal ήταν πολιτική αγωνίστρια και έδωσε μάχες για τα δικαιώματα των ιθαγενών. Ήταν η πρώτη ιθαγενης ποιήτρια που τύπωσε ποιητικη συλλογή στην Αυστραλία. **Το μεταφρασμένο στα ελληνικά ποίημα δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό “Κουκούτσι”, αλλά δεν διαθέτουμε ολόκληρο το περιοδικό για να παραθέσουμε μεταφραστή, αριθμό τεύχους και ημερομηνία έκδοσης.
η μήδεια σκεύος παίζει ρακέτες οι αναμνήσεις άυλο κρατούν καθρέφτη
χλοΐζουν τον μύθο
μαγιάτικο απόγευμα με ουράνιο τόξο δες που υγραίνει άλλοθι το επέκεινα των ματιών σου
*
εσπερινό μεγάλης εβδομάδας
του υδατοφιλοδίτη
ο ήλιος θώπευε τη νόηση του κόσμου Αλίμου όταν στη βραγιά με ‘μύγδαλα και βότσαλα με τριαντάφυλλα μολύβια
το άρωμα της μνήμης σου νοστάλγησε η αγριοπεριστέρα σου – η Κίρκη, όχι – Οδυσσέα
*
αγωγή ποιήματος
του Αντρέα Γ.
του τίποτε με αθροίσματα εάν καιρός στεγνώσει την ψυχή χωρίς το στέμμα της χρυσάλμυρο γίνεται ημέρα να απαστράπτει θάλποος
*
αθέατο Καππαδοκίας
εγκρούει λάβα ο κρίνος Αύγουστος
της άμμου
εσένα μνήμη ο ανατοπισμός λογίζεται και ο κόσμος όλος πάμφτωχος -όσα τα λάθη του- στην οκαρίνα μες του φεγγαριού
*
Sirin
αστροκοιμάται το ύφασμα εκείνο
Και όνειρο άυλο νούφαρο ‘ς τα βλέφαρα, Κερέμ
οι στάχτες ανασαίνουν
*
να σ’ έλεγαν τάχα Ευτυχία;
στο λεωφορείο του Φαλήρου κορίτσι του μεσημεριού τα βλέφαρα χυτά υπάργυρες κλωστές και χαίτη πορφυρή από τη στάση να σου μιλήσει θέλησε από τον βήχα ότι και τον πυρετό “η θέασή σου με θεράπευσε” … μα ως δεν του αρέσουν οι ακροατές γραφίδα ευλογημένη άγγιξε
μπροστά σου –
*
στήλη ανταπρόκρισης
ποίησι φίλοι που γύμνωσαν γεράματα στίξι διευθυντές συμβούλους κορίτσια που σας σκίρτησε θαλερή ταπεινότητα η προπατορική βροχή αγόρια σε ανάμνησι τροχιάς με βιογραφικά και αιτήσεις αγοράς θα νέμεται εάν μέλλει να σωθεί ποίησι παλμός δεκατριάρι βραβείο κρατικό
-πάγος γηπέδου καθώς σπάει λησμονημένη πολιτεία-
ποίησι ήχος γαρδένιας και φύσημα γαλάζιο λέξεις σκαμμένες αλμυρωμένες μια θέσι ανάμεσά τους μου κρατάς για εκείνα τα παλαίτατα, όπως τα λεν
αισθήματα
ή μήπως κυρ Ποτέ ανθρώπων μαχαιριές ‘ς την ερημιά;
*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οδός Πανός”, τεύχος 126, Απρίλιος-Ιούνιος 2007.