Σε μιαν άλλη γλώσσα…

Αγαπημένα ποιήματα στη Μόνιμη Σελίδα της Βούλης Ζώγου, με τον τίτλο”Ekφrasis” που διατηρεί στο γερμανο-ελληνικό περιοδικό DRACHME (εκδότρια: Johanna Panagiotou Mamali).

Παλαιότερα και νεότερα τεύχη: 
Zoe Savina, Dimitris Kanellopoulos, Dimitris Troaditis, Maria Tsirakou, Sotiris Pastakas, Anna Pavlidou, Spyros Maroulis.

Χρήστος Μαρτίνης, ελένη

ανάθεμα την ώρα σου που γύρισες
φύγε ξανά και μάζεψε ό,τι μπορείς πριν το φευγιό σου
φύγε όπως και πριν από τη θάλασσα
με όλα σου τα κοσμήματα
μ’ αυτή τη λύσσα σου για έρωτα
φύγε
κρύψου πίσω από τα θεϊκά πέτρινα τείχη και περίμενε
θα σε ακολουθήσει ο γνώριμος αχός από τα δόρατα
τα χλιμιντρίσματα αθάνατων αλόγων
τα πλοία μας θα βρουν ξανά ξανά τον δρόμο τους
θα στάξει πάλι το παρθένο αίμα στο χώμα
κι οι άντρες στις σπηλιές τους θα σαπίζουν σαν φαντάσματα
κρατώντας τις σαΐτες τους στο χέρι
τίποτε άλλο δε χρειάζεται να κάνεις
μόνο κοίτα απ’ το μπαλκόνι σου τις νεκρικές πυρές
κι άστες ν’ αντιφεγγίζουν μες στα μάτια σου
φύγε ξανά
με εκείνη την οικεία σκληρότητα
με την πολεμική κραυγή του κύκνου
άσε τον πόλεμο ν’ ανθίσει με τα γέλια σου
ξύπνα τις μάνες να πενθήσουνε
ματώνοντας τα στήθη
και μην αφήνεις τα παιδιά να κοιμηθούν
απ’ τις κλαγγές των όπλων
φύσα
να πάρεις τα κομμένα μας μαλλιά
μέσα απ’ τους φρέσκους λάκκους
και ξαναλύσε τα σκυλιά να φαγωθούν στην άμμο
μ’ ένα χαμόγελο χρυσό
άσε χωριά χωρίς τους άντρες τους
χέρσα χωράφια
λοιμούς με τον λευκό λαιμό σου σκόρπισε
μαύρους λοιμούς και λύσσα
άσε κορίτσια να ντροπιάζονται ξανά
γυμνά μπροστά σε μια παρτίδα ζάρια
μη με κοιτάζεις έκπληκτη
φύγε σ’ εκλιπαρώ
θα έρθουμε με κατάρες στο κατόπι σου
γκρεμίζοντας μ’ αλαλαγμούς τις εποχές
το χρόνο σφάζοντας να φθάσουμε στη μήτρα σου
και να σκυλέψουμε ότι έμεινε απ’ τα πτώματα
με τη βιασύνη γλάρων
ύστερα
πάρε στις πλατιές φτερούγες σου τον πόνο μας
σκληρή προδότρα όμορφη
στάσου μπροστά απ’ τις φωτιές της πόλης
και με τα άσπρα χέρια σου
δείξε σ’ εμάς
τον δρόμο για το μέλλον

*Από τη συλλογή “το ξένο φως”, Εκδόσεις Υποκείμενο, 2017.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω

Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω
δεν υποφέρω το ραγισμένο χαμόγελο σε κατάπληκτα πλήθη
υπογράφεις διαγγέλματα που δε διάβασες, απαγγέλλεις τα ποιήματα που δεν θέλησες, προφασίζεσαι τύψεις
οι πεθαμένοι σού υπαγορεύουν τώρα τη δική τους φωνή

Καλέ μου Άρχοντα, τώρα ισχυρίζεσαι πως δήθεν δεν ένιωσες
το δάκρυ του μικρού οικοδόμου Δευτέρα πρωί
καθώς θα πεθάνει εργάτης, τάχα δεν πρόσεξες
το αίμα του λαβωμένου στις μισόφωτες αυλές
πάλι δεν έτρεξες
στο βογκητό του μουσικού λαού σου σε υπόγεια κτίσματα
και προφασίστηκες αιώνια άνοιξη, αυτό τ’ ορκίζεσαι

Παιχνίδι αυτών που έσκυψαν στο πέρασμά σου ευλαβικά
Πρίγκιπα, πώς δεν άκουσες γέλια ή ψιθύρους των παιδιών
τώρα τις αποφάσεις τους δε γίνεται, πια δεν μπορεί
να τις εγκρίνεις

Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα (1981) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

View original post

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

Όταν είναι όλα παρθένα
 
Το δάσος, η σκέψη, τα χέρια, η αγάπη
Όλα σε γεμίζουν
Τίποτε το κολασμένο δεν σ’ αγγίζει
Ακόμα κι αν πετάξουν τα κομμένα φύλλα,
Που λιώνουν στα ποτάμια σε αποσύνθεση,
Στη λευκή σου νύχτα επάνου
Εσύ στο λευκόχρυσο, Εσταυρωμένη,
Εσύ, από ένα κρίκο μιας καδένας κρατιέσαι
Δεν είναι δυνατόν να φύγει εύκολα το δυνατό φως
Από την ιλαρότητα…
Επειδή ένα σύννεφο πέρασε με δική του θέληση
Καλόγνωμα και μονιασμένα
Και σ’ ανέμισε
Δεν σ’ αδυνάτισαν τα χρώματα
Της θάλασσας που κωπηλατείς τριάντα χρόνια
Να φτάσεις παλεύοντας
Σ’ αλλότρια κύματα του Όστρια…
Επειδή ξέφυγε η στρώση
 Σε χρώμα αδέξιο, φάλτσο στον τοίχο που μοιράζεσαι
Με τα όνειρα του καθενός
Που κωπηλάτησε μαζί σου
Δεν άλλαξε ούτε γιώτα η αγνότητα που σ’ έχει οραματίσει
 Είναι κορώνα η φωνή της αγιοσύνης,
Σε αίθουσα γεμάτη κόσμο
Που σ’ ακούει να μη μιλάς…

***

Η χαρά

Όση κι αν είναι, θέλει να ζήσει ελεύθερα
Τροπαιοφόρο κύμα σε χαιρετά
Σε παίρνει στ’ ανοικτά των κάστρων ξέφωτα
Άδετα γέλια βλέπεις, δεν ακούς
Πρέπει να ξεστρατίσεις για να κλώσεις την ουσία
Εκεί που οι λόγχες δεν έχουνε αιχμές
Εκεί που οι έγνοιες γίνονται υποταγμένα παιδιά
Στη μαγεία, σε ζούγκλα αδύτων
Εκεί όπου χάδι δε λείπει από χέρι
Το αληθινό από το πλαστό οδεύει
Την θέλεις ανυπότακτη τη χαρά
Να περπατά σαν φάντασμα σαν λέπι
Στο σκότος της θάλασσας
Που δεν φοβίζει
Να γράφει ελληνικά στην αμμουδιά με πέλματα τιτάνων
Να δίνεται μ’ ένα κουτάλι ολόχρυσο και κουδουνίσματα
Η χαρά που μένει από ένα πανηγύρι
Που ξεπουλά το σφιγμένο της όχι
Για μια χαρά που της ανήκει!

*Από τη συλλογή “Ποιήματα μιας αντίθεσης”, (2015).

Οι «Σημειωμένες διαφάνειες» του Νίκου Νομικού

ΤΗΣ BRIANNA BULLEN. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ*

Noted Transparencies by Nikos Nomikos
Trans. George Mouratidis
Owl Publishing, 2016

Αυτά τα συμβάντα που λέγει, η πένα της ζωής μου, είναι προσωπικές διαφάνειες που σημειώνουν, την βαθιά φωνή της καρδιάς, μέσα στο κύλισμα του χρόνου, κάτω από το φως της θείας οικονομίας.

Ειλικρίνεια, οικειότητα και διαφάνεια είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τις Σημειωμένες Διαφάνειες του Νίκου Νομικού.
Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1934, ο Νομικός έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές, με τις Σημειωμένες διαφάνειες να αποτελεί την τελευταία δουλειά του ώριμου αυτού καλλιτέχνη. Η ωριμότητα δημιουργεί μια αίσθηση της ζωής που έζησε, με ένα παρελθόν στοιχειωμένο στο παρόν. Η συλλογή περιέχει 30 ποιητικά χρονογραφήματα, όλα, με μία εξαίρεση, αποκαλυπτόμενα και γραμμένα στις βουβές ώρες μιας μόνο νύχτας. Σ’ αυτές τις νυχτερινές εξάρσεις έρχεται η ανάμνηση της διαμόρφωσης της παιδικής ηλικίας σε μια άκρη του Νείλου.
Η συλλογή αυτή εκδόθηκε ως δίγλωσση από τις Owl Publishing, όπου το πρωτότυπο ελληνικό έργο παρατίθεται δίπλα, παράλληλα με την αγγλική του μετάφραση, σηματοδοτώντας την πρώτη φορά που έργο του Νομικού διατίθεται στα αγγλικά, ενώ δίνεται έμφαση στο ότι όσα παρατίθενται στην εν λόγω έκδοση δεν είναι παρά η ανασυγκρότηση του οράματος του Νομικού. Η μετάφραση έγινε από τον Γιώργο Μουρατίδη, ώστε να μεταφερθεί και διατηρηθεί η όλη αφήγηση στον ρυθμό.

Κινείται ανάμεσα σε δυϊσμούς, αποκαλύπτοντάς τους ως να πρέπει ο ένας να περιλαμβάνει τον άλλον στο παράδοξο: νεότητα και γήρας, απλοποίηση και υπερβατικότητα, μνήμη και πραγματικότητα, δημιουργία και καταστροφή, μια ζωή μέσα σε μια μόνο νύχτα. Η απλότητα της γλώσσας του Νομικού οδηγεί σε έναν θρησκευτικό και κοσμικό εμπλουτισμό που έρχεται από την παγκόσμια γνώση. Μυστικισμός που περιέχεται σε έναν υλικό κόσμο. Η απουσία γίνεται παρουσία, η νοσταλγία για ένα φανταστικό παρελθόν μια ευχάριστη τιμωρία. Η «ρόδινη χρωματιστή άνοιξη» μεταφέρει «τον χειμώνα της Περσεφόνης», κάνοντας τη ζωή και το τέλος της να αποτελούν αμοιβαίες δυνάμεις και όχι διακριτές οντότητες.

Το έργο του Νομικού χαρακτηρίζεται από επιστροφή στην παιδική ηλικία, σ’ εκείνη τη στιγμή στο Νείλο, σε μακρινές εποχές, στους δασκάλους, στις δυνατότητες και τις πατρίδες που ποτέ δεν βίωσε και τελικά στο Θεό. Ο Νομικός ανήκει σε δύο εξέχουσες παραδόσεις γραφής: την Αλεξανδρινή-Ελληνική ποίηση και την ποίηση της «πρώτης γενιάς» των Ελλήνων μεταναστών στην Αυστραλία. Η εμπειρία της μετανάστευσης και της διασποράς είναι αναπόσπαστο μέρος της απόλυτης έννοιας της επιστροφής του ποιητή, γράφοντας με μια αποσπασματική και αυτοαποξενωμένη διαδικασία που πρέπει να αντιμετωπιστεί και να συμφιλιωθεί (με το παρόν).

Πάντως, όποιον και να ρώτησα, κανείς δεν ήξερε να μου πει γιατί
μας κάλεσαν, σ’ αυτόν τον αλλιώτικο διαφορετικό τόπο.

Μια διαδικασία που ο ίδιος ο Νομικός προσφέρει για συμφιλίωση είναι μέσω της θρησκείας. Σχήματα, πρακτικές και σύμβολα από την Ελληνική Ορθοδοξία είναι θραύσματα σε μια συρραφή. Κεντρικό ρόλο στο όραμα του Νομικού είναι η φυσιογνωμία του πανύψηλου άρχοντα, όπως ο άνθρωπος «με το χρυσωμένο περιστέρι στο στήθος του». Αν και αυτή η φυσιογνωμία τον κάνει να αισθάνεται σαν ένα «μυρμήγκι» φέρνοντας μαζί του το πανέμορφο άγνωστο και ακατανόητο, παλιό, ευτυχισμένο κόσμο στον οποίο (ο Νομικός) ανήκε κάποτε, αυτή η φυσιογνωμία δεν είναι εγγενώς αρνητική. Αυτή η αμφίσημη φυσιογνωμία υπόσχεται μια πεπερασμένη σύνδεση, έναν καθησυχασμό και ένα τέλος της υλικής επιθυμίας. Σε αυτό το όραμα, όλα κινούνται προς την κατεύθυνση μιας Αποκάλυψης. Αλλά ακόμα και αυτή η αποκάλυψη γίνεται πιθανό σημείο επιστροφής και κοινής σύνδεσης μεταξύ της ανθρωπότητας.
Ενώ η πίστη είναι αναπόσπαστο μέρος της όλης εμπειρίας του Νομικού όσον αφορά τον κόσμο, ο ίδιος αναγνωρίζει ότι ο εαυτός (το «εγώ») αλλάζει με την πάροδο του χρόνου, του κόσμου και της τύχης:

Μπορεί να ήταν διαφορετικό, των ημερών μου
το ταξίδι, κι επομένως να ήταν και η ζωή μου, σε
άλλη πορεία πλεύσης, όμως λόγω του πολέμου του
1940, και τα τραγικά του γεγονότα, είχα ταλαιπωρήσει
τον προσωπικό μου ναυαγοσώστη, καλή του ώρα

Εδώ, θρησκεία, μύθος και μνήμη δημιουργούν και επικεντρώνουν σε έναν πολύ προσωπικό κόσμο, επινοώντας και ερμηνεύοντας τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν. Ενώ μερικοί χρησιμοποιούν αυτές τις αφηγήσεις για να παρηγορήσουν και να προστατεύουν, άλλοι, όπως φαίνεται στο ένα από τα πιο εντυπωσιακά του κομμάτια, τις χρησιμοποιούν για να ζητήσουν συγγνώμη και να αποκρύψουν κάτι:

Με τον ανάρμοστο πόλεμο, για τα χριστά ήθη, κατά
του πρώην Παραδείσου, της Μεσοποταμίας, το Ιράκ,
αισθάνθηκα τον ίδιο πόνο, που μαυρίζει τις καρδιές του
κόσμου, σαν τρέχουν να κρυφτούν, από τους σωτήριους
βομβαρδισμούς, και βέβαια εις το όνομα του Θεού, όπως
συνήθως μας λένε οι μεγάλοι εγκληματίες

Ένας τρόπος για να ξεπεραστεί η εγωιστική απανθρωπιά προσφέρεται μέσω της αυτοπαραίτησης. Παραθέτοντας τον Νίκο Καρούζο, έναν άλλο Έλληνα ποιητή με τον οποίο ο Νομικός ευτύχησε να συναντηθεί, «δεν έχω τίποτα και είμαι ανάλαφρος», τονίζει ο Νομικός για την πρακτική του κοσμικού ασκητισμού, που διαπερνά τους στίχους του. Διαλογιζόμενος «σε πόσο ύψος, μπορεί να φτάσει το ανάστημά του ο άνθρωπος, μέσα από τα χτυπήματα που του προσφέρει με αγάπη, η καλομοίρα του». Ίσως ο Νομικός εικάζει ότι μόνο με αυτοεπιβαλλόμενους περιορισμούς στο «εγώ», γιατί μόνο αυτό «μπορεί πραγματικά να αποκαλυφθεί και δεδομένου του χώρου για να περιφέρονται ελεύθερα στην ευπρέπεια του πνευματικού φωτός. Αυτό συνοψίζεται στην περιγραφή του δωματίου: «τρία επί τρία, / μα με πελώριες ασκητικές διαστάσεις, / γεμάτες φωτιές και πάθη».

Το ρητό «Ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων», του Πρωταγόρα, μια ανθρωπιστική ερμηνεία του ατόμου και όχι μια απόλυτη αλήθεια, είναι το δεύτερο δόγμα της ποίησης και της κοσμοθεωρίας του Νομικού. Ο Νομικός σέβεται τα «μόνιμα κιάλια» μέσα από τα οποία βλέπει τη ζωή, «παντού και πάντα, μέσα στα όρια του δικού μου κόσμου». Αυτό οδηγεί σε μια λογοδοσία και ηθική δυνατότητα να διαβάσει τον εαυτό του.

Η σοφία και οι κλασικά εκλεπτυσμένοι στίχοι του Νομικού φτιάχνουν μια όμορφη εμπειρία ανάγνωσης. Προσπάθειες, όπως αυτή των Owl Publishing να διατηρηθεί η αρχική ελληνική γλώσσα του Νομικού, είναι ευπρόσδεκτες, αλλά θα ήταν κάτι παραπάνω από χαρά μας να δούμε περισσότερη από τη βιωματική εργασία του εν λόγω ποιητή να διατίθεται ευρύτερα μέσω της μετάφρασης.

*Η Brianna Bullen είναι υποψήφια διδάκτωρ Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Deakin. Η διατριβή της επικεντρώνεται στους κλώνους, τα ρομπότ και τις τέχνες. Ποίηση και άλλα γφατά της έχουν δημοσιευτεί σε διαφορα λογοτεχνικά περιοδικά στην Αυστραλία. Η παρούσα κριτική δημοσιεύθηκε στο αυστραλιανό περιοδικό ποίησης Cordite Poetry Review, το οποίο μπορεί να βρεθεί στη διεύθυνση http://www.cordite.org.au Στην παρουσα μετάφραση το κείμενο δημοσιεύεται και στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης ‘Νέος Κόσμος’, την Πέμπτη, 25 Μάη 2017.

Γεωργία Τρούλη, Ηλεκτροφόρος

Και
Πάντα κλαις για μια εποχή
Που μόνος σου κατασκεύασες
Και ας είχες συνενόχους
Για την ζαρωμένη όλο δέρμα θάλασσα
Όταν φυσούσε λίγος αέρας και άμπωτη
Για το φούσκωμα της κοιλιάς
Και των βουνών μέσα σε δάση
Που δεν φτάνει φως
Για το ίδιο που είναι πάντα άλλο
Και νομίζεις κάνεις πορεία
Χωρίς δεκανίκια
Με το βλέμμα μπροστά
Και το κεφάλι πίσω
Και όρθιο πάντα
Σαν στύλος ηλεκτροφόρο
Ρεύμα
Και τα μαλλιά καλοχτενισμένα
Στον άνεμο
Πώς να ξεφύγεις από την ‘θυμάμαι
Ζωή’;
Και η ανάμνηση όλο να παραμορφώνει
Την επιφάνεια δέρμα
Στην θάλασσα
Στα γραμμένα καλαθοπλεγμένα
Απολιφάδια των συναντήσεων
Και σε ακούω-μισός στην σκιά-
Να μιλάς για ποιητές
Που
Γίνανε ταχυδακτυλουργοί
Στην εικόνα
Πάντα θα ξέρω τόσο πολύ
Η λέξη δεν λέγεται
Σφηνωμένη σε γράμματα
Ούτε σε σχήμα
Από εδώ εως εκεί
Μόνο το τρεμούλιασμα της συλλαβής
Ίσως
Κάτι να φανερώνει
Γραμματοσειρά κάθονται οι φόβοι
Πάνω στην επιφυλακή της σελίδας
Εγώ να παίζω ταμπούρλο
Για να μην ακούγεται το εγώ
Εδώ
Τώρα
Που ξεψυρρίζουν τους νεκρούς
Από τους εαυτούς τους
Σιγά και προσεχτικά
Στην επικίνδυνη στροφή
Που κάνει το νύχι
Πριν μαρτυρήσει συνέχεια
Και μετά θάνατον
Να συνεχίζεις με δέκα τρόπους
Στις ρώγες των δαχτύλων
Να πεθαίνεις θέλοντας
Να γδάρεις
Ο,τι σε κρατάει
Χωρίς διέξοδο

Μια κατασκευή η Αποσιώπηση
Μια συνενοχή ό Λόγος
Να υπάρχουνε δύο γλώσσες
Που εισχωρούν
Τόσο βαθιά
Μια βαρύτιμη ελαφράδα
Να προδίδει
Και από πάνω σκιά
Και από κάτω ήλιος
Να τσουρουφλίζει
Την νότα νότα αγωνία
Συρρίκνωση

*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι έργο της ποιήτριας.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Σε αμβλεία γωνία

Τώρα τελευταία
ένας άνεμος
φονιάς
τριγυρνά στα σοκάκια
της ψυχής μου.

Χορδές που σκλήρυναν και σκούριασαν
σαράντα έξι χρόνια,
κουρδίσματα και πρόβες.

Το αίμα ποτέ δεν ξεχνά
τα απολεσθέντα χρόνια,

μνήμη σφουγγάρι
πάντα μεσάνυχτα, δεξιόστροφα

σε υγρά καφενεία με θολά παράθυρα
αποθέσαμε το μέλλον σε δυνάμεις ανώτερες
και απομείναμε να περιμένουμε σε κάποιο λιμάνι
ξεφορτώνοντας container,
βιβλία και θρύψαλα

καθώς ο Irwin Allen Ginsberg
μας κοιτά από ψηλά και ουρλιάζει.

*Από τη συλλογή “Η Πλατεία των Ταύρων”, εκδόσεις Οδός Πανός, 2017.