ΠΟ, I am a 3 digit number / Είμαι ένας τριψήφιος αριθμός

I am a 3 digit number. I am less
than 500, I am greater than 200. All my digits
are odd. If you take, each of my 3 digits together
you’ll end up with Nothing. 6 of my digits are 4. (I’m
the greatest number possible with all these characteristics).
I am 55 more than 5. (5 more than 25). I am
twice what i was ½ an hour ago. I’m a 3rd of 9, added
to 12. (If you add me to myself you’ll end up with 9). I am
unique! ½ of me, is 99. You can say “6 + 12”
but expect 88. If you ÷ me by 2, and take away 4,
then add 5, multiply me by 3, and ÷ me by 2
you’ll end up with me again. I am not your usual number.
I once ran 6 laps in 6 days. Once, i found 6 leaves.
I’m an even number less than 10, but greater than 5.
There are 61 streets all running east-west (down
both sides of the street). At the 2nd last Bus Stop, 2 people
got off, and 4 more got on. They say 42 is the
“meaning of Life”, i’m sure that there is a deeper “meaning
to Life” than that. I am 3 + 3 + 3 + 3 + 5. I can
eat 2 pizzas, twice! Add 25 to 1 to get 36. Divide 26
by 2 to get 35. I am a multiple of 3. (I am also
a multiple of 9, 15, and 6). Less than 50, but greater than 3.
I am an irrational number, that is the square root
of 2 other irrational numbers. (41 is a Pythagorean prime).
Annette read a book that had about 131 pages in it.
Figure out how many 6’s that is! Psalm 107 tells us
the Lord is Great. (I’m not so sure) I’m No 213486
on the List against Sharia Law. 9 = 3, 6 = 4, 21 = 9.
I’ve been transmitting numbers back and forth
in black’n’white, for about 6 hours. I’m a vulgar
fraction, with 4-two’s in the denominator. 53 Miles West
of Venus is  a song by the B52’s. The 1/2 life of
a car is about 5 years, The Earth, is
  ))))) !!!! brown

Είμαι ένας τριψήφιος αριθμός. Είμαι μικρότερος
από το 500, είμαι μεγαλύτερος από το 200. Όλα τα ψηφία μου
είναι περιττά. Αν πάρεις και τα 3 ψηφία μου μαζί
θα καταλήξεις στο τίποτα. 6 από τα ψηφία μου είναι 4. (Είμαι
ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός με όλα αυτά τα χαρακτηριστικά).
Είμαι 55 περισσότερο από το 5. (5 περισσότερο από το 25). Είμαι
διπλάσιος απ’ ό,τι ήμουν πριν από μισή ώρα. Είμαι το 1/3 του 9,
προστιθέμενο στο 12. (Αν με προσθέσεις με τον εαυτό μου θα καταλήξεις στο 9). Είμαι
μοναδικός! Το μισό μου είναι 99. Μπορείς να πεις «6 + 12»
αλλά να περιμένεις 88. Αν με διαιρέσεις με το 2 και αφαιρέσεις 4,
έπειτα προσθέσεις 5, με πολλαπλασιάσεις με το 3 και με διαιρέσεις με το 2
θα καταλήξεις ξανά σε μένα. Δεν είμαι ο συνηθισμένος σου αριθμός.
Κάποτε έτρεξα 6 γύρους σε 6 μέρες. Κάποτε βρήκα 6 φύλλα.
Είμαι ένας ζυγός αριθμός μικρότερος από το 10 αλλά μεγαλύτερος από το 5.
Υπάρχουν 61 δρόμοι που πηγαίνουν όλοι Ανατολή-Δύση (και στις δύο πλευρές του δρόμου).
Στη δεύτερη από το τέλος στάση λεωφορείου, 2 άτομα
κατέβηκαν και 4 ακόμη ανέβηκαν. Λένε ότι το 42 είναι το
«νόημα της ζωής», είμαι σίγουρος ότι υπάρχει ένα βαθύτερο «νόημα
της ζωής» από αυτό. Είμαι 3 + 3 + 3 + 3 + 5. Μπορώ
να φάω 2 πίτσες, δύο φορές! Πρόσθεσε 25 στο 1 για να πάρεις 36. Διαίρεσε το 26
με το 2 για να πάρεις 35. Είμαι πολλαπλάσιο του 3. (Είμαι επίσης
πολλαπλάσιο του 9, του 15 και του 6). Μικρότερος από το 50, αλλά μεγαλύτερος από το 3.
Είμαι ένας άρρητος αριθμός, που είναι η τετραγωνική ρίζα
2 άλλων άρρητων αριθμών. (Το 41 είναι ένας Πυθαγόρειος πρώτος αριθμός).
Η Annette διάβασε ένα βιβλίο που είχε περίπου 131 σελίδες.
Βρες πόσα 6άρια είναι αυτό! Ο Ψαλμός 107 μας λέει
ότι ο Κύριος είναι Μεγάλος. (Δεν είμαι και τόσο σίγουρος) Είμαι Νο 213486
στη λίστα κατά του νόμου της Σαρία. 9 = 3, 6 = 4, 21 = 9.
Μεταδίδω αριθμούς μπρος-πίσω
σε ασπρόμαυρο, εδώ και περίπου 6 ώρες. Είμαι ένα κοινό
κλάσμα, με τέσσερα δυάρια στον παρονομαστή. 53 μίλια δυτικά
της Αφροδίτης είναι ένα τραγούδι των B-52’s. Ο χρόνος ημιζωής
ενός αυτοκινήτου είναι περίπου 5 χρόνια. Η Γη, είναι
))))) !!!! καφέ

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Werner Pick, Freedom Tongues / Γλώσσες της Ελευθερίας

Φωτογραφία: Eduard van der Elsken

The silver-tongues of freedom
Lick the mountains and creatures
The roamers weep onto their gods
Soothing suns
The last ashes of tyranny blown
To the black seas of dust
Crucified on the red soil of power
And midgets grow
And eels sing
And the earth whispers; …

Γλώσσες της Ελευθερίας

Οι αργυρόγλωσσες φωνές της ελευθερίας
Γλείφουν τα βουνά και τα πλάσματα
Οι περιπλανώμενοι θρηνούν πάνω στους θεούς τους
Καθησυχάζοντας ήλιους
Οι τελευταίες στάχτες της τυραννίας σκορπίζονται
Στις μαύρες θάλασσες της σκόνης
Σταυρωμένες στο κόκκινο χώμα της εξουσίας
Και οι νάνοι μεγαλώνουν
Και τα χέλια τραγουδούν
Και η γη ψιθυρίζει· …

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Tony Birch, Ladies’ Lounge / Γυναικείο Σαλόνι

straddled across
laminar chairs
dragged from kitchens
into the warm streets
these women
would drink shandies
and smoke cork-tips
while the “Hit Parade”
drifted from the verandah

we would sit along
the bluestone gutter
listening to our mothers
singing Cilla Black
they would do nails
brush hair and
touch each other
in a late
afternoon sun

απλωμένες πάνω σε
πλαστικές καρέκλες
βγαλμένες από τις κουζίνες
έξω στους ζεστούς δρόμους
αυτές οι γυναίκες
έπιναν shandies (1)
και κάπνιζαν τσιγάρα με φίλτρο
ενώ το «Hit Parade» (2)
ακουγόταν από τη βεράντα

εμείς καθόμασταν κατά μήκος
του μπλε πεζοδρομίου
ακούγοντας τις μητέρες μας
να τραγουδούν Cilla Black (3)
έφτιαχναν νύχια
χτένιζαν μαλλιά και
άγγιζαν η μία την άλλη
μέσα σε έναν αργό
απογευματινό ήλιο

*Ο Tony Birch είναι Αβορίγινας Αυστραλός συγγραφέας, ακαδημαϊκός και ακτιβιστής.
**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

1) Το shandy είναι ένα δροσιστικό ποτό με χαμηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ, το οποίο παρασκευάζεται αναμειγνύοντας μπύρα (συνήθως λάγκερ ή ειλ) με ανθρακούχο αναψυκτικό με γεύση λεμονιού, μπύρα τζίντζερ ή χυμό εσπεριδοειδών, συνήθως σε αναλογία 50/50
2) Hit Parade: Αναφέρεται στη λίστα με τα τραγούδια που πούλησαν περισσότερο ή ήταν πιο δημοφιλή εκείνη την εποχή (αντίστοιχη με τα σημερινά Top 40 ή τα charts).
3) Η Priscilla Maria Veronica Willis (1943-2015), γνωστή επαγγελματικά ως Cilla Black, ήταν Αγγλίδα τραγουδίστρια, ηθοποιός και τηλεοπτική παρουσιάστρια.

Kristin Dimitrova, In Search Of The Point / Αναζητώντας το Σημείο

I asked the sky:
Why am I here?”
It swallowed my words
and waited for more.
I didn’t know what more to say.
I asked the earth:
Why am I here?”
Its mountains shrugged their shoulders.
I asked the fire:
Why am I here?”
It was crackling so much
it didn’t hear a thing.
I leant over the well
and asked the water.
”Why am I here?”
”Come down, I’ll tell you,” it replied.
“Ah, no,” I said.
”Only asking.”

Ρώτησα τον ουρανό:
«Γιατί είμαι εδώ;»
Κατάπιε τα λόγια μου
και περίμενε κι άλλα.
Δεν ήξερα τι άλλο να πω.
Ρώτησα τη γη:
«Γιατί είμαι εδώ;»
Τα βουνά της ανασήκωσαν τους ώμους.
Ρώτησα τη φωτιά:
«Γιατί είμαι εδώ;»
Έτριζε τόσο δυνατά
που δεν άκουσε τίποτα.
Έσκυψα πάνω από το πηγάδι
και ρώτησα το νερό:
«Γιατί είμαι εδώ;»
«Κατέβα κάτω, να σου πω», απάντησε.
«Α, όχι», είπα.
«Απλώς ρωτάω».

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Απ’ την αρχή

Φωτογραφία: Leonard Freed

Έχουμε να φτιάξουμε έναν κόσμο
απ’ την αρχή.
Τα θεμέλιά του,
είναι ήδη μπολιασμένα στην καρδιά μας.
Έχουμε να φτιάξουμε μια μέρα,
που θα ανήκει ειρηνικά σε όλους.
Μια νύχτα, που δεν θα κρυώνει κανείς.
Ένα καρβέλι, που θα χορτάσει ο άνθρωπος,
να γαληνέψει μέσα του το θεριό της αγωνίας.
Είμαστε λίγοι.
Διασκορπισμένοι σε έναν τυφώνα φόβου και υποταγής.
Αιώνες τώρα έχει στηθεί
αυτό το πανηγύρι της ανθρωποφαγίας
και εμείς με στόματα ραμμένα
επιμένουμε να το αρνούμαστε αυτό.
Πόσο εύκολα θεωρούν οι άνθρωποι πώς διαφέρουν μεταξύ τους;
Πόσο εύκολα θερίζει το κέρδος;
Και ακόμη δεν έχω δει κάποιον κερδισμένο.
Όμως εμείς αντέχουμε και βαστάμε ακόμη,
προχωράμε στην κόλαση χαμογελώντας.
Όλη μας η δύναμη κρυμμένη στην σφιγμένη χούφτα μας.
Έχουμε εξάλλου, να φτιάξουμε έναν κόσμο απ’ την αρχή.
Έναν κόσμο να χωράει το δίκιο στο πραγματικό
υψηλό μπόι του ανθρώπου.

Tim Pigott, Prison Poem / Ποίημα της φυλακής

the cell is small and square
light falls like loneliness
here, memory is more real than life

even the memory of the wings of birds, bating
even the laughter of children
even the fabulously strange & insignificant
dreams of homesick migrant workers
even the blood-stained midsummer moon
even the drunken roaring ocean
even the spider who spins his web\
as perfect as silence
cannot know how small
a man is
alone

Ποίημα της φυλακής

το κελί είναι μικρό και τετράγωνο
το φως πέφτει σαν μοναξιά
εδώ, η μνήμη είναι πιο αληθινή από τη ζωή

ακόμα και η ανάμνηση των φτερών των πουλιών, που πάλλονται
ακόμα και το γέλιο των παιδιών
ακόμα και τα παράξενα και ασήμαντα
όνειρα των νοσταλγών μεταναστών εργατών
ακόμα και το ματωμένο φεγγάρι του κατακαλόκαιρου
ακόμα και ο μεθυσμένος, βρυχώμενος ωκεανός
ακόμα και η αράχνη που υφαίνει τον ιστό της
τόσο τέλεια όσο η σιωπή
δεν μπορούν να γνωρίζουν πόσο μικρός
είναι ένας άνθρωπος
μόνος

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Κατερίνα Φλωρά, Σαν περάσει ο καιρός

Κι αν δε βρεθήκαμε γύρω σε αδιάφορα τοπία
με ρηχά πλάνα και κενές κουβέντες
Κι αν δεν προσπαθήσαμε να δώσουμε λίγο χρώμα
στη μουντή φθαρμένη από τον καιρό και την αναλγησία εικόνα
Κι αν δεν ξοδέψαμε την πιο πολύτιμη ουσία μας
σε ό,τι πιστέψαμε ότι αξίζει τον κόπο και το χρόνο μας
Περνώντας όμως τα μισά, ας πορευτούμε πλέον με τους λίγους
που περπατάνε δίπλα μας προσέχοντας και σεβόμενοι
τον ιδιαίτερο βηματισμό μας προς τα μπρος

Sophia Tomaso, Το μυστικό των ανθέων 

Και αν σε ρωτήσουνε,
ποια ήμουνα πες τους
ότι ήμουνα τριαντάφυλλο,
με πικρά, αιχμηρά αγκάθια
που κοίταζε τον ήλιο, και όταν μάτωνε έβγαινε το φεγγάρι λαβωμένο.
Πες τους ότι ήμουνα μαργαρίτα που άνθιζε στη μέση ενός χωραφιού ολομόναχη, όταν ήθελε και όποτε ήθελε με την απλότητα και την αγνότητα του λευκού…
Πες τους ότι ήμουνα ιβίσκος με το χρώμα της φωτιάς, που ζωγράφιζε τον κήπο με φλόγα και πάθος.
Πες τους ότι ήμουνα παπαρούνα που χόρευε στον άνεμο με την ευθραυστότητα της στιγμής,
έτοιμη να γίνει ανάμνηση.
Πες τους ότι ήμουνα νάρκισσος,
που καθρεφτίζονταν στη λίμνη, ξεχνώντας την ανθρώπινη φύση του
μέσα στην ανατριχίλα του κόσμου.

Μόνο μην τους πεις ποτέ
ποια πραγματικά ήμουνα…

Μόνο για σένα…
Ήμουνα εκείνη που η ζωή όρισε την ζωή μου!

Η ποιητική διαδρομή της Βερονίκης Δαλακούρα από την “Ποίηση ’67-’72” στους “Καππαδόκες”

[Εξ αφορμής, της πρόσφατα εκδεδομένης δίγλωσσης ανθολογίας:  Veroniki Dalakoura, Bird Shadows (selected poems and poetic prose 1967-2020), translated  and introduced by  John Taylor (Dialogos 2024)]
 
Ακόμα και σε κάποιον
ελεύθερο από πάθη
η θλίψη αυτή θα ήταν φανερή :
δείλι φθινοπωρινό σε βάλτο
που βλέπεις το κεφάλι μιας μπεκάτσας.

  ”Shinkokinshu”(1205) 
(μτφρ. Ανδρέας Αγγελάκης)
 
Αν υποτεθεί ότι κάποιος περιελάμβανε την ποιήτρια Βερονίκη Δαλακούρα, στην αποκαλούμενη ”γενιά τού ’70”, υιοθετώντας την σχηματοποιημένη (και φιλολογικά διευκολυντική) πρακτική τών ημεδαπών γραμματολογικών ”ληξιαρχείων”, η ένταξη  αυτή, θα είχε όντως νόημα -αποκλειστικά και μόνον- όσον αφορά στην παρθενική της συλλογή ”Ποίηση ’67-’72” (1972), που εξέδωσε εικοσάχρονη (ιδίοις αναλώμασι), μεσούσης τής απριλιανής δικτατορίας.
 
Ο υπόρρητος  σαρκασμός  σε συνδυασμό με την πνιγμονή που ”εξυφαίνεται” στην ”Ποίηση ’67-’72” – είναι σε απόλυτη, θα λέγαμε, συναρμογή με το,  αμφισβητησιακών, ειρωνικών και υπαινικτικών  αποχρώσεων, ”τοπίο” ορισμένων πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών και ποιητριών, μεταξύ των οποίων και η ”ομόλογη” περίπτωση τής  Δαλακούρα.
(Θάνατος την ημέρα των Χριστουγέννων)
 
Εμένα μ’αρέσει να προσκυνώ. Δε τα βάζω με κανένα. Αγαπώ τούς τυράννους και θέλω να γεννώ παιδιά στις χαρές των γιορτάδων. Όμως η μουσική – μέ τραυμάτισε σαν την ομίχλη.Δεν αντέχω άλλες συγνώμες κατά τού ειδώλου-  κατά τής συγνώμης. Στήθηκα για την απάθεια παθαίνοντας.  Χωρίς σκόνη. Πέρασα μέσα  απ’ το βουνό με αισθήσεις (συγχωρέστε)
(Ποίηση ’67-’72, 1972)
 
Ας θυμηθούμε, τα  υπονομευτικώς αλληγορικά ”Εικοσιτέσσερα νυχτερινά τραγούδια” (1968) τού Θανάση Θ. Νιάρχου (1945-), ή τον καυστικά ”αποδομητικό”  Βασίλη Στεριάδη (1947-2003)  με τη συλλογή ”Ο κ. Ίβο” (1970) και συναφώς την ”αντιθετική” κοσμοθέαση τής Νατάσας Χατζιδάκι (1946-2017), που βαδίζει (αμετάπειστη) ”Στις εξόδους των πόλεων”(1971).
 
Επιστρέφοντας, στην ποιητική περιοχή που οριοθετεί η Δαλακούρα, θα παρατηρούσαμε πως, ήδη από την ένσαρκη και έμφυλη ”κατάφαση”  τής (μεταπολιτευτικής) ”Παρακμής τού έρωτα” (1976),  η ποιήτρια αφίσταται  από τα κοινωνικοπολιτικά ”συμφραζόμενα” τής χουντικής επταετίας, καθώς και από την ”συνεκφορά” ενός αναγνωρίσιμου ποιητικού ιδιώματος, συνεκτικού μιας δυνητικά ομαδοποιήσιμης (προ Μεταπολίτευσης) ”γενιάς τού ’70”.
(Τραγούδι)
 
Χρόνια πριν, σε μια ηλικία που δεν ήταν παιδική αλλ’ ούτε και ώριμη, βρήκα την ρομαντική μουσική να σφάζει τα δέντρα. Έπιασα τότε τον έρωτα στα δάκτυλά μου και τον συνέτριψα. Μετά προσπάθησα να εξαφανίσω όλων των ειδών τις ευαισθησίες. Δεν βρήκα καμιά αγάπη – ευτυχώς. Η ζωγραφική μου τάραξε το αίμα, κι αυτό για λίγο, προτού διαβάσω τα αριστουργήματα της χλόης. Χάρηκα χάρηκα τη μεγαλοφυία και το θάνατο. Κι όταν κουράστηκα να πονώ δεν ήρθε η σιωπή ή κανένα εξωτικό πλάσμα ν’ αποχαιρετήσει τον ελληνικό χειμώνα. Ο Τετιμημένος και ο Ύπνος είχαν ξεκινήσει για καλύτερες εποχές.
(Η Παρακμή του έρωτα, 1976)
 
Η μεταϋπερρεαλιστικά  εξηρμένη ”Παρακμή τού έρωτα”(1976) δίνει την θέση της, στον φαινομενικά  μειλίχιο, πλην δύσθυμα ”απολογιστικό” ”Ύπνο” (1982), που αποτελεί ένα μεταβατικό στάδιο – τομή, στην έκτοτε κατατιθέμενη ποιητική δημιουργία τής Δαλακούρα, εφόσον ο βιωματικά πληθωρικός (”ενήδονα επώδυνος”) ερωτισμός τού παρελθόντος, έχει υποκατασταθεί πλέον από την πικρή ανάμνηση τού έρωτα, καθώς και από μιαν, ”αγνωστικιστικής” υφής,  απαρέσκεια.
(Ο άλλος)
 
Αχ ιστορία τού έρωτα και απόλαυση τής αγάπης που δεν γνώρισες τίποτα για τον έρωτα!
Γιατί η δική μου ηδονή μετρά τον χρόνο και απορρίπτει, γιατί ένα σώμα πάντα προδίδει
το σώμα μου.

(Ο Ύπνος, 1982)
 
Ο ευθύβολα απογυμνωτικός ”λόγος” στις ”Μέρες ηδονής” (1990), γίνεται  πιο οξύαιχμος  και ενίοτε  ”ενοχλητικά” διαυγής,  ιδίως όσον αφορά στην ”στάθμιση” τού ναρκοθετημένου ”παρόντος”, λόγω παρέλευσης τής νεανικής   ”σωματικότητας” και ιδιοσυγκρασίας.
 
Ως πότε θα συνεχιστεί αυτή η νύχτα
Δεν είναι μόνο το σκοτάδι
Αλλά κι η άρνηση
Το άχρηστο σώμα
Που ομολογεί και φτύνει
Η απαίσια ηδονή

(Μέρες ηδονής, 1990)
 
Στην ”Άγρια αγγελική φωτιά” (1997), η Δαλακούρα συμβολοποιεί τον κατακερματισμό και την εξαϋλωτική επενέργεια, ενός -εν πολλοίς- ”φενακιστικού” ερωτικού φαινομένου (παραπέμποντάς μας,  στον ”οικείο” γνόφο τής σαρτρικής ”Ναυτίας”)
 
Απαίσιο, το καθετί παρέμεινε και μετά το τέλος το ίδιο απαίσιο, Ψίθυροι όπως «Προσευχήσου για μένα» έπαιρναν τη θέση της εξομολόγησης, το μερίδιο της μάχης στο χαράκωμα της λεωφόρου. Ανέβαινε ασθμαίνοντας τα σκαλιά. Κάπου κρυβόταν ο τρελός σύζυγος ίσως στο τέρμα του δρόμου που κάποτε αγάπησε μιαν άλλη. Χειμώνας, για να υπάρξει έπρεπε τη μόλυνση να ακολουθήσει η διαφθορά. Όμως ακόμη κι αν ομολογούσε ότι με τη δική της θέληση ασελγούσαν στην ψυχή της, έπρεπε γι’ αυτό για πάντα το σώμα της να χάσει;
(Άγρια αγγελική φωτιά, 1997)
 
Στα ”26 Ποιήματα”(2004), επτά χρόνια μετά, η ώριμη ”ποιητική” τής Δαλακούρα, αποίκιλτα λιτή, με κατακτημένη (αυτ)επίγνωση και σωρευτικά  απομυθοποιητικές διαψεύσεις,  ”υπάγεται” εντέλει  στην  επικράτεια τής ματαιότητας και τού ανώφελου.

(Φαντάσματα)
 
Τώρα που ονειρεύτηκα τον αγαπημένο
Να κοιτά το άπειρο ξασπρισμένο
Σαν τα δικά του κόκαλα
Επιβεβαιώθηκε η νοθεία τού αισθήματος
 
Σπαθί του είναι τα μυτερά δόντια
Κι όταν το χέρι απλώνω στο συγχυσμένο
Κεφάλι
Αιχμαλωτίζει η μέγκενη των αστραφτερών
Κυνοδόντων.
 
Πατέρα απάλλαξε απ’ αυτόν το πόνο
Συγγενικό με το δικό σου χαμό.
Όμορφη μέρα της νύχτας
Η καρδιά νομοθετεί
Εισδύει με το στόμα μισάνοιχτο
Έτοιμη να δαγκώσει
Ερημική συνέχεια.


 (26 Ποιήματα)
 
Το 2011, η Δαλακούρα επανεμφανίζεται με τον ”Καρναβαλιστή” συλλογή ”προορατική” τής ολοκληρωτικής (απο)νέκρωσης,  μιας  κατ’ ουσίαν ψευδεπίγραφης και αβίωτης ”ζωής”.
 
Όλα τελειώσαν, άνθρωποι,
μέσα σε χύτρες αποφόρια
και λιμάνια με τη βρωμιά
ενός λαδιού από στουπί που
βύζαινα πριν
δώσω στην σκιά ό,τι
οφείλω.

(Καρναβαλιστής, 2011)
 
Θα ολοκληρώσουμε την περιήγηση στην -άνω των πενήντα ετών- ποιητική πορεία τής Βερ. Δαλακούρα, με τους ”Καππαδόκες” (2020), όπου  συνεμφανίζονται και συσσωματώνονται  η αινιγματική απόφανση,  το  οντολογικό κενό, η υπαρκτική κόπωση και καταληκτικά,  η ”εναπόθεση” στην αμφιθυμική περίπτυξη ενός  ομιχλωδώς απροσδιόριστου απείρου ”τέλους”,  δεδομένης – ωστόσο – τής προηγηθείσας ”ζωϊκής” πλησμονής.
(Πάλι καλά)
 
Κάτω από αμμόλοφους όπως βουβά υποσχέθηκα
μάσησα σκότος.
 
Με τα μαλλιά σε μολυβένια
ακτή τα σώματά μας έδεσα και
τραβώντας την αιχμή κορμί ξεχώρισα από δόρυ.
 
Πάλι καλά που πρόλαβα κι έκαψα ολόκληρο κερί.
Ένα με φλόγα από μαργαριτάρι
κι ας έβρεχε
κι ας μ’ είχε πλημμυρίσει η βροχή…

(Καππαδόκες, 2020)
 
ΠΗΓΕΣ
Ανδρέας Αγγελάκης,  Ανθολόγιο κινεζικής και ιαπωνικής ποίησης,  (1974)
Βερ. Δαλακούρα, Ποίηση ’67-’72, (1972)
Βερ.  Δαλακούρα, Η Παρακμή του έρωτα, Διογένης (1976)
Βερ. Δαλακούρα, Ο Ύπνος, Νεφέλη (1982)
Βερ. Δαλακούρα, Μέρες ηδονής, Φόρμα (1990)
Βερ. Δαλακούρα, Άγρια αγγελική φωτιά, Άγρα (1997)
Βερ. Δαλακούρα, 26 ποιήματα, Άγρα (2004)
Βερ. Δαλακούρα,  Καρναβαλιστής, Κέδρος (2011)
Βερ. Δαλακούρα, Καππαδόκες, Κουκκίδα (2020)

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.periou.gr/gianni-s-vitsara-i-poiitiki-diadromi-tis-veronikis-dalakoura-apo-tin-poiisi-67-72-stous-kappadokes/?fbclid=IwY2xjawK6NGVleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFRajJyZE5McUJDemczNmZoAR5u5BITxKGcpoH6wmdhHOd6Bt5P9BpBpnJDjgY__LkMjVKU_rKxdPFALJVXLg_aem_LkAFVes8XO0r1hoEa-7e-Q

Αλήτις Τσαλαχούρη, Ψίχουλα

Ο δρόμος και μία κουβέρτα σπίτι του-Λείπει απ’ τη θέση του-Να ζητιανέψει μες στη θλίψη του-Στη διπλανή γωνία-Που καφετέριες και μαγαζιά-Το πλήθος προσπερνά με αδιαφορία-Μα ένα κορίτσι σταματά-Τυρόπιτες αφήνει στην κουβέρτα-Πλακώνουν περιστέρια–Τις τρώνε φρενιασμένα-Κι αυτός-Που ο δρόμος και μια κουβέρτα σπίτι του-Μ’ όλη τη θλίψη του-Επιστρέφει απ’ τη διπλανή γωνία-Βρίσκει τα φαγωμένα περιστέρια-Και με τα μάτια ευτυχισμένα-Τρώει τα ψίχουλα-Το πλήθος προσπερνά με αδιαφορία-

*Από τη συλλογή “Σάκος του μποξ”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2025.