Richard M. Berlin, Δύο ποιήματα

Η ΜΟΝΑΔΑ ΑΛΤΣΧΑΪΜΕΡ

Κάθε βραδιά,
μόλις πέσει
ησυχία,
αυτή ξυπνά και βγαίνει στο κυνήγι.
Οι άνδρες που απαλλάχτηκαν από την επιθυμία
επιπλέουν σαν τα φύκια
και ακούν την ψαλμωδία της,
ανελέητη σαν τις χίλιες
γλώσσες των κυμάτων.
Λίγοι κατανοούν
την πρόσκληση του σώματός της,
την τραχιά γεύση του αλατιού.
Αλλά κανείς τους δεν θυμάται
ότι την προηγούμενη νύχτα,
ξανάζησε μέσα στη θάλασσά της.
Και όταν τυχαία
την φιλούν, κλείνουν με θόρυβο
σαν όστρακα στον αφρό,
και τότε μια πόρτα σφαλίζει,
κι ο ρυθμός τους γίνεται ένας ωκεανός
όπου οι αναμνήσεις κολυμπούν
κάτω απ’ το φως των αστεριών
και πάνω απ’ την ψαλμωδία της φουσκοθαλασσιάς.

*

ΑΠΟΔΗΜΙΑ 3πμ.

Η ασθενής μου στριφογυρίζει στο Επτά και Μισό,
το θάλαμο για τους τρελούς και τους μισότρελους.
Στα μέσα του δρόμου για τα τριάντα της,
στο στόμα της υπολείμματα εμετού,
ξυπόλητη, με άσπρο σορτσάκι,
η κοντομάνικη μπλούζα της
με τις μαύρες σαν σπαγγέτι ρίγες
έχει πέσει κάτω απ’ τα στήθη της,
το ένα με τατουάζ μιας πεταλούδας-μονάρχη.

Της βρίσκω μια ρόμπα και τσιγάρα,
παρατηρώ τους ματωμένους καρπούς της από τις χειροπέδες,
ένα κόψιμο ραμμένο στο μπράτσο της
την ιστορία που επινόησε για τον άνδρα της:
Αγαπά το φορτηγό του περισσότερο από μένα…
Μετά από τρία τσιγάρα
και μία ώρα μεθυσμένης ασυναρτησίας
ουρλιάζει, Άι γαμήσου!
Το μόνο πού μπορώ να κάνω
είναι να δώσω την εντολή να εγκλειστεί.
Τόσο απλό: η υπογραφή μου σ’ ένα ροζ χαρτί.

Ύπνος/ξύπνος μέρα/νύχτα ξεκομμένος απ’ όλα,
άγρια πείνα για μια βάφλα με στρώσεις από φράουλες,
οι πόρτες του νοσοκομείου ανοίγουν βουΐζοντας
και η βροχή με χτυπά.
Γυρίζω το κουμπί του ραδιοφώνου με μια γρήγορη κίνηση
η τζαζ μια ευχάριστη έκπληξη,
ο άνεμος στα δένδρα ακούγεται
σαν το ρυθμό της βούρτσας στα ντραμς.
Γελώντας, σιγοτραγουδώ το όνομά της,
φαντάζομαι τις πεταλούδες-μονάρχες να πετούν στην Κόστα Ρίκα.
Κι όταν θα την επισκεφτώ το πρωί
θα ξαφνιαστεί σαν την ερωμένη της μιας νύχτας
που δεν θυμάται το όνομά μου.

*Από τη συλλογή «Πώς ο JFK σκότωσε τον πατέρα μου». Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης.

Έκτωρ Κακναβάτος, Τέσσερα ποιήματα

ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΗ



Μην τους ακούς που τάχα ολολύζουν
που παρότι
απολοφυράμενοι απέρχονται δακρύοντες
μην τους ακούς
που μυξοκλαίνε
Το ξέρουνε καλά που ο θάνατος
εξέχει από τον χρόνο ως ανθύπατος
όπως το δάχτυλο τους
από την τρύπια κάλτσα∙
ένας τέτοιος θρίαμβος.

*

ΑΛΓΕΒΡΑ

Πέρα κατά τη δημοσιά
φάνηκε πρώτα στήλη κουρνιαχτός
ως τα μεσούρανα
Δεν άργησε πολύ
Ο δρόμος έφερνε το ποδοβολητό
το χουγιατό της
Κλείνανε παράθυρα κατέβαιναν ρολά
Σιδεροντυμένη έμπαινε πια στην πόλη
η εξίσωση.

*

ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΑΛΛΟΘΙ

Το σκυλί μου κόπια του όγδοου αιώνα
κομμένο στα τέσσερα
μ’ άλλους σακατεμένους κώδικες
λέω να το πουλήσω για πατατόσπορο
έχω παιδιά να θρέψω
θέλει πισσόχαρτο η στέγη μου
θέλει καλαμπόκι το κοτέτσι
θέλουν τα ποντίκια μου τυρί
την Πτολεμαία Κλεοπάτρα θέλω στο στρώμα μου
και βρέχει.

*

ΕΙΣΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Κάτω από το παράθυρο μου πέρασε πάλι αυτός
δόκανο για φεγγάρια
Το κεφάλι του τετράγωνο κλουβί
μέσα του ένα μάτι
απ’ τα λίγα που περίσσεψαν της νύχτας
μα όχι ψάρι
Σου γράφω μετά από τρεις βροχές
Η απόπειρα μου για το ποιος είναι ο άλλος που είμαι
απότυχε
Τι να σου λέω λοιπόν για τη μοναξιά με λέξεις
Μη δεν είδες θερισμένο κάμπο πέρα πέρα
καταμεσί του απόμαχο βαγκόνι έξω από τις ράγιες
τη σιγαλιά ν’ ακουμπάει πάνω του
δίχως κουδούνι να βοσκάει η ερημιά
κατάψηλα να περιπολούν κοράκια;
Κάτω απ’ το παράθυρο μου πάλι αυτός
Το κεφάλι του εγώ: είσοδος κινδύνου.

*Από ανθολογία ποιημάτων του Έκτωρα Κακναβάτου στο poiein.gr σε επιμέλεια Πέτρου Γκολίτση.

Mohammed Moussa, Shattered Mirror / Σπασμένος καθρέφτης

Before me a shattered mirror
through which I see you
and a fragment of me.
I also see an oak,
I grant her a wish
but you don’t grant me one.
I promise her one hope.
You don’t promise me one,
I pray with her, you don’t pray with me,
I await her future, you don’t await me,
Before me a shattered mirror
through which I see the bitter blue of seven seas, the near coast
and our piled-up promises
across the old street.

Μπροστά μου ένας σπασμένος καθρέφτης
μέσα από τον οποίο σε βλέπω
και ένα κομμάτι του εαυτού μου.
Βλέπω επίσης μια βελανιδιά,
της εκπληρώνω μια ευχή
αλλά εσύ δεν μου εκπληρώνεις καμία.
Της υπόσχομαι μια ελπίδα.

Εσύ δεν μου υπόσχεσαι καμία,
προσεύχομαι μαζί της, εσύ δεν προσεύχεσαι μαζί μου,
περιμένω το μέλλον της, εσύ δεν με περιμένεις,
Μπροστά μου ένας σπασμένος καθρέφτης
μέσα από τον οποίο βλέπω το πικρό μπλε των επτά θαλασσών, την κοντινή ακτή
και τις συσσωρευμένες υποσχέσεις μας
απέναντι από τον παλιό δρόμο.

*Mohammed Moussa, Salted Wounds.

Gennady Aygi, Πέντε ποιήματα

My Daughter’s First Week / Η πρώτη εβδομάδα της κόρης μου

the quietness
where the child is—seems uneven
within limits—of fragile lightshadows: emptiness!—for
the world Grows
in her—to Listen
to Itself
in its Fullness

η ησυχία
εκεί όπου βρίσκεται το παιδί — φαίνεται ανομοιογενής
εντός ορίων — από εύθραυστες σκιές φωτός: κενό! — γιατί
ο κόσμος μεγαλώνει
μέσα της — για να ακούσει
τον εαυτό του
στην Πληρότητά του

Sudden Memory / Ξαφνική μνήμη

Dog running through wheat
as if amid the shouts
of my whole — swift — childhood
beneath
the setting sun

Ένας σκύλος τρέχει στο σιτάρι
σαν να βρίσκεται ανάμεσα στις φωνές
όλης της — γρήγορης — παιδικής μου ηλικίας
κάτω από
τον ήλιο που δύει

[Αγγλική μετάφραση: Sarah Valentine]

Evening in Denisova Gorka / Βράδυ στη Ντενίσοβα Γκόρκα

Around our poles and posts
our gates and gardens —
everywhere — more and more — silence… —
oh, give us simple strength! —
strength — as the branch knocks against another branch
now — I place my mug on the table
sister closes the gate
the wind picks up again —
and like that we are home
the sun has set below the hills
around the garden posts —
offering
its small spark
to the deepening dusk


Γύρω από τους στύλους και τοὺς πασσάλους μας
τις πύλες και τους κήπους μας —
παντού — όλο και περισσότερο — σιωπή… —
ω, δώσε μας απλή δύναμη! —
δύναμη — καθώς το κλαδί χτυπάει ένα άλλο κλαδί
τώρα — ακουμπάω την κούπα μου στο τραπέζι
η αδελφή κλείνει την πύλη
ο άνεμος δυναμώνει ξανά —
και έτσι είμαστε σπίτι
ο ήλιος έχει δύσει κάτω από τους λόφους
γύρω από τους πασσάλους του κήπου —
προσφέροντας
τη μικρή του σπίθα
στο βαθύ σούρουπο


[Αγγλική μετάφραση: Sarah Valentine]

Silence / Σιωπή

1
in the invisible glow
of pulverized melancholy
I know uselessness like the poor know their last piece of clothing
and old utensils
and I know that this uselessness
is what the country needs from me
reliable like a secret pact:
muteness as life
indeed for my whole life

1
μέσα στην αόρατη λάμψη
της συντριμμένης μελαγχολίας
γνωρίζω τη ματαιότητα όπως οι φτωχοί γνωρίζουν το τελευταίο τους ρούχο
και τα παλιά σκεύη
και ξέρω ότι αυτή η ματαιότητα
είναι αυτό που χρειάζεται η χώρα από μένα
αξιόπιστη σαν μυστική συμφωνία:
η σιωπή ως ζωή
πράγματι, για όλη μου τη ζωή
2
Muteness is a tribute—but silence is for myself
to grow accustomed to silence
like the beating of one’s heart
like life
as if a well-known place there
and is this I am—as Poetry is
and I know
that my work is both hard and for itself alone
like the sleeplessness of the night watchman
at the city graveyard

2
Η σιωπή είναι φόρος τιμής — αλλά η σιωπή είναι για τον εαυτό μου
για να συνηθίσω τη σιωπή
όπως τον χτύπο της καρδιάς μου
όπως τη ζωή
σαν να υπάρχει εκεί ένα γνωστό μέρος
και αυτό είμαι εγώ — όπως είναι η Ποίηση
και ξέρω
ότι το έργο μου είναι τόσο δύσκολο όσο και αποκλειστικά για τον εαυτό του
όπως η αϋπνία του νυχτοφύλακα
στο νεκροταφείο της πόλης

[Αγγλική μετάφραση: Sarah Valentine]

Again — Willows / Και πάλι — Ιτιές

to my mother’s memory

Suddenly
I understand I remember your soul
observing in mist far away
slopes now or islands or steps of the silver summits
of a willow grove
peaceful
(and in some way
“from beyond”)
and “something” what is it
(“magnificence”? “fragrance”
of intimate soul of “purity unspoken”?)
I must be remembering (and even far off in place of the face
I seem to retain in my thoughts
the quietest of hollows — now swirling only with tenderness)
and besides
this is only the flicker of “something” from memory
when the crossings
of beauties “not of this place”
cluster in that youthfulness
where the “eternal” is like orphanhood
(the unseen — awaiting our coming)

στη μνήμη της μητέρας μου

Ξαφνικά
καταλαβαίνω ότι θυμάμαι την ψυχή σου
να παρατηρεί μέσα στην ομίχλη, μακριά
πλαγιές τώρα ή νησιά ή σκαλοπάτια των ασημένιων κορυφών
ενός δάσους με ιτιές
ειρηνικά
(και κατά κάποιον τρόπο
«από το πέρα»)
και «κάτι» — τι είναι αυτό
(«μεγαλοπρέπεια»; «άρωμα»
μιας οικείας ψυχής «ανείπωτης αγνότητας»;)
Πρέπει να θυμάμαι (και ακόμη και μακριά, στη θέση του προσώπου
φαίνεται να διατηρώ στις σκέψεις μου
το πιο ήσυχο από τα κοιλώματα — που τώρα στροβιλίζεται μόνο με τρυφερότητα)
και εκτός αυτού
αυτό είναι μόνο η λάμψη «κάτι» από τη μνήμη
όταν οι διασταυρώσεις
ομορφιών «όχι αυτού του τόπου»
συγκεντρώνονται σε εκείνη τη νεανικότητα
όπου το «αιώνιο» είναι σαν ορφάνια
(το αόρατο — που περιμένει την άφιξή μας)

[Αγγλική μετάφραση: Peter France]

*Από το βιβλίο “Into the Snow: Selected Poems of Gennady Aygi”, Wave Books, 2011.

**Απόδοση στα ελληνικά: Δημήτρης Τρωαδίτης

#Gennady Aygi (21 August 1934 – 21 February 2006), widely considered to be one of the great avant-garde poets from the former Soviet Union. He was born in Chuvashia, a territory located in the western part of Russia. In 1958 he was expelled from the Literary Institute in Moscow for his first book of poems, which was condemned by the censors as “hostile poetry” because it was written in Chuvash. Being an outsider in the Russian empire had a profound impact on his life and poetry. His poems are infused with an elemental sense of life, mortality, and humanity. Among the recognitions he received are the Andrey Bely Prize (1987), the Pasternak Prize (2000), the Prize of the French Academy (1972), and the Petrarch Prize (1993).

Ο Γκενάντι Άιγκι (21 Αυγούστου 1934 – 21 Φεβρουαρίου 2006), ο οποίος θεωρείται ευρέως ως ένας από τους μεγάλους ποιητές της αβανγκαρντ της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Γεννήθηκε στη Τσουβασία, μια περιοχή που βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της Ρωσίας. Το 1958 αποβλήθηκε από το Λογοτεχνικό Ινστιτούτο της Μόσχας λόγω του πρώτου του ποιητικού τόμου, ο οποίος καταδικάστηκε από τους λογοκριτές ως «εχθρική ποίηση», επειδή ήταν γραμμένος στη γλώσσα Chuvash. Το γεγονός ότι ήταν περιθωριακός στο ρωσικό κράτος είχε βαθιά επίδραση στη ζωή και την ποίησή του. Τα ποιήματά του είναι διαποτισμένα με μια στοιχειώδη αίσθηση της ζωής, της θνητότητας και της ανθρωπότητας. Μεταξύ των διακρίσεων που έλαβε συγκαταλέγονται το Βραβείο Αντρέι Μπέλι (1987), το Βραβείο Παστερνάκ (2000), το Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας (1972) και το Βραβείο Πετράρχη (1993).

Julia Vinograd, Δύο ποιήματα

MAN WATERING HIS LAWN / ΑΝΔΡΑΣ ΠΟΥ ΠΟΤΙΖΕΙ ΤΟ ΓΚΑΖΟΝ ΤΟΥ

A middle-aged man with a dented straw hat
a pot belly and shorts
waters his front lawn with an air of defiance
as if he were challenging the gods,
both hands clenched tight around his flailing hose.
The gods hit him with the daily news, bills,
his daughter’s dreadful boyfriends
and he fights back with heavy water
like a custard pie lobbed over the gates of heaven.
He doesn’t give a damn about his lawn
but a man’s got to do something.

Ένας μεσήλικας άνδρας με ένα τσαλακωμένο ψάθινο καπέλο
κοιλιά και σορτς
ποτίζει το γκαζόν μπροστά από το σπίτι του με μια αίσθηση ανυπακοής
σαν να προκαλεί τους θεούς,
με τα δύο χέρια σφιγμένα γύρω από τον σωλήνα που κουνάει άγρια.
Οι θεοί τον χτυπούν με τις καθημερινές ειδήσεις, τους λογαριασμούς,
τους φρικτούς φίλους της κόρης του
και αυτός αντεπιτίθεται με άφθονο νερό
σαν μια τούρτα κρέμας που πετάγεται πάνω από τις πύλες του παραδείσου.
Δεν δίνει δεκάρα για το γκαζόν του
αλλά ένας άντρας πρέπει να κάνει κάτι.

*

WARNING / ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

I’ve got this sawed-off illegal poem
pointed at your head
and you’d better believe I know how to use it.
I’ve got my back to the wall
and don’t care what happens
so if you get in my way, buddy,
you’re gonna get shot up full of words.
I’m not gonna warn you twice.

Έχω αυτό το παράνομο ποίημα, κομμένο στα μισά
στραμμένο προς το κεφάλι σου
και καλύτερα να πιστέψεις ότι ξέρω πώς να το χρησιμοποιήσω.
Έχω την πλάτη μου στον τοίχο
και δεν με νοιάζει τι θα συμβεί
οπότε αν μπεις στο δρόμο μου, φίλε,
θα σε γεμίσω με λέξεις.
Δεν θα σε προειδοποιήσω δεύτερη φορά.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Θεόδωρος Σαρηγκιόλης, Οπλισμένο μπετόν

Μνήμη ‘Άρη Αλεξάνδρου

Απλώνει το μελάνι της η νύχτα,
ποτίζει τις ρίζες των εξεγέρσεων,
διαβρώνει τους δισταγμούς.
Μια εκπνοή μάς μένει
να σαρώσει τις οχυρώσεις,
των πεποιθήσεων τ’ οπλισμένο μπετόν.

Οι ναύτες γίνανε αγάλματα
στις ακτές της Κροστάνδης.

Απέναντι ο Άρης κρατά τις σημειώσεις,
τους σπόρους της εξορίας του.

*Από τη συλλογή “Δύσκολα νερά”, εκδ. Βαγονέτο, 2026.

Dylan Thomas, I see the boys of summer / Ξέρω πώς αφανίζονται τ’ αγόρια του καλοκαιριού

Ι

I see the boys of summer in their ruin
Lay the gold tithings barren,
Setting no store by harvest, freeze the soils;
There in their heat the winter floods
Of frozen loves they fetch their girls,
And drown the cargoed apples in their tides.

These boys of light are curdlers in their folly,
Sour the boiling honey;
The jacks of frost they finger in the hives;
There in the sun the frigid threads
Of doubt and dark they feed their nerves;
The signal moon is zero in their voids.

I see the summer children in their mothers
Split up the brawned womb’s weathers,
Divide the night and day with fairy thumbs;
There in the deep with quartered shades
Of sun and moon they paint their dams
As sunlight paints the shelling of their heads.

I see that from these boys shall men of nothing
Stature by seedy shifting,
Or lame the air with leaping from its heats;
There from their hearts the dogdayed pulse
Of love and light bursts in their throats.
O see the pulse of summer in the ice.

Ι

Ξέρω πώς αφανίζονται τ’ αγόρια του Καλοκαιριού:
σωπαίνουν τα χρυσά σπαρτά στην άμμο,
δε νοιάζεται κανείς για τη σοδειά, πετρώνει η γη·
και ξαφνικά, το μεσημέρι ιδρώνει χιόνι,
παγώνουν τα κορίτσια στο χειμώνα των χεριών τους, ναυαγούν
τα μήλα μες στ’ αμπάρια των σπασμών τους.

Αιμορραγούνε μαύρο φως, πηχτό σαν τρέλα.
Ψάχνουν το μέλι στην κυψέλη.
και πιάνουν το Χιονιά·
και να, κάτω απ’ τον ήλιο, τρυπώνει η παγωνιά·
σκοτάδι κι ερωτήματα τα νεύρα τους ταΐζουν·
σηματωρός σελήνη δείχνει μηδέν στον ουρανό τους.

Βλέπω μέσα στις μάνες τους τα καλοκαιρινά
παιδιά. Ανοίγουν τους μυϊκούς καιρούς της μήτρας,
με τρυφερούς αντίχειρες τη νύχτα από τη μέρα ξεχωρίζουν·
και να, βαθιά, ιχνογραφούν τα θηλυκά τους
με τέταρτα ήλιο, σκιά, σελήνη και σκοτάδι,
καθώς το φως της μέρας βάφει
τις οροφές των κεφαλιών τους.

Το ξέρω, ετούτα τα παιδιά θα γίνουν άντρες
μηδαμινοί, μια λάθος κίνηση κι ο αέρας θα καεί
στις φλόγες των ονειρώξεών τους·
και ξάφνου ανάβει καύσωνας
μεσ’ στην καρδιά τους ο σφυγμός
του έρωτα και του φωτός και κατακαίει τους λάρυγγές τους.
Α, βλέπω να χτυπά σφυγμός καλοκαιριού στον πάγο.

II

But seasons must be challenged or they totter
Into a chiming quarter
Where, punctual as death, we ring the stars;
There in his night, the black-tongued bells
The sleepy man of winter pulls,
Nor blows back moon-and-midnight as she blows.

We are the dark deniers, let us summon
Death from a summer woman,
A muscling life from lovers in their cramp,
From the fair dead who flush the sea
The bright-eyed worm on Davy’s lamp,
And from the planted womb the man of straw.

We summer boys in this four-winded spinning,
Green of the seaweeds’ iron,
Hold up the noisy sea and drop her birds,
Pick the world’s ball of wave and froth
To choke the deserts with her tides,
And comb the country gardens for a wreath.

In spring we cross our foreheads with the holly,
Heigh ho the blood and berry,
And nail the merry squires to the trees;
Here love’s damp muscle dries and dies,
Here break a kiss in no love’s quarry.
O see the poles of promise in the boys.

ΙΙ

Ωστόσο, πρέπει να δοθεί ο αγώνας των καιρών,
αλλιώς ο χρόνος θα τρεκλίσει μόνο ένα γύρο και μισό:
εμείς – ο Χάρος – να μετράμε την πτώση με αστέρια·
και ξάφνου, μεσ’ στη νύχτα του, καμπάνες σκοτεινές
να κρούει ο κοιμούμενος χειμώνα,
δίχως να εκπνέει νύχτα γλυκιά, όταν Εκείνη πνέει.

Εμείς, οι σκοτεινοί αρνητές, ας προκαλέσουμε ευθύς
το θάνατο, σε μια μορφή γυναίκας καλοκαιρινής,
στο αγκάλιασμα των εραστών, τη ρωμαλέα ζωή,
στον τρισμακάριο νεκρό που αναβλύζει θάλασσα,
το σπιθομάτη σκούληκα του πελαγίσιου Άδη,
και στη σπαρμένη μήτρα, το σκύβαλο του ανθρώπου.

Εμείς, τ’ αγόρια του καλοκαιριού,
σ’ αυτή τη δίνη τεσσάρων ανέμων,
απ’ των φυκιών το σίδερο οξειδωμένα,
τινάζουμε ασίγαστη τη θάλασσα, να πέσουν τα πουλιά της,
αρπάζουμε μια σφαίρα γη, κύμα και αφρό,
να ναυαγήσουν οι έρημοι μεσ’ στις παλίρροιές της,
κι αναστατώνουμε τους κήπους των αστών για ένα στεφάνι.

Την άνοιξη, σταυρώνουμε τα μέτωπά μας με πουρνάρι
-Γεια και χαρά σου αίμα και μούρο-
τους γαληνότατους δεσπότες καρφώνουμε στα δέντρα.
Και να, του έρωτα το υγρό νεύρο στραγγίζει κι ησυχάζει.
Μα να, τινάζει ένα φιλί το ανέραστο νταμάρι.
Α, βλέπω των προσδοκιών τους πόλους μεσ’ στ’ αγόρια.

III

I see you boys of summer in your ruin.
Man in his maggot’s barren.
And boys are full and foreign in the pouch.
I am the man your father was.
We are the sons of flint and pitch.
O see the poles are kissing as they cross.

ΙΙΙ

Ξέρω πώς αφανίζεστε, αγόρια του καλοκαιριού.
Ο άντρας στο κουκούλι μαραζώνει.
Στο μάρσιπο τ’ αγόρια επιβιώνουν τη μεγάλη ξενιτιά τους.
Υπάρχω ο πατέρας σας, ενόσω είμαι άντρας.
Υπάρχουμε παιδιά της πίσσας, του πυρίτη.
Βλέπω τους πόλους να φιλιούνται σταυρωτά.

*Από το βιβλίο “Ντύλαν Τόμας, Το χρώμα της λαλιάς – Ποιήματα 934-1953. Επιλογή-μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

e.e cummings, Δύο ποιήματα

ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ ΒΙΑΣΤΙΚΟ

ανθρωπάκι
(μες τη βιάση
μες την
σοβαρή αγωνία) κόψε πάψε ξέχνα ησύχασε

στάσου
(παιδάκι
που ’χει παλέψει
που ’χει αποτύχει
που ’χει κλάψει)
γείρε όμορφα στο χώμα κοιμήσου
μεγάλη βροχή μεγάλο χιόνι μέγα ήλιε μεγάλη σελήνη (ελθέ εντός μας)

*Little man in a hurry, 1935.

*

ΑΝ Σ’ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ ΑΣΤΑ

Αν σ’ αρέσουν τα ποιήματά μου άστα στράτα στο δειλινό, λίγο ξοπίσω σου
έτσι οι άνθρωποι θα πουν
«σ’ αυτό το δρόμο είδα μια πριγκίπισσα απερχόμενη
στο διάβα για του εραστή της τη συνάντηση (ήταν
κατά το σούρουπο) συνοδεία υψηλών κι ανίδεων ακολούθων»

*Ιf you like my poems let them, 1918-1919.

**Μετάφραση: Αθανασία Δανελάτου.

***Δημοσιεύτηκαν στο “Παράθυρο” Νο 9-10. Σεπτέμβρης 2012.

Κατερίνα Γώγου, Εδώ ή αλλού

Αγαπημένε.
Μπήκε αθόρυβα ο χειμώνας.
Ξυπόλητος μη με τρομάξει ή για το αντίθετο.
Έβγαλε μπουμπούκια η μοναξιά.
Οι εφημερίδες εδώ βγαίνουνε συχνά.
Τα νέα μου γνωστά.
Συνεχίζω τον εγκλεισμό μου.
Με μια κάμα στην καρδιά.
Εδώ ή αλλού.
Ζωντανή ή σκοτωμένη.

Αγαπημένε.
Αθώε ένοχε.
Αστεριών το λαμπρό τρεμάμενο φως.
Βία αρμονία.

Αγαπημένε μου.

29 Οκτωβρίου 1991

*Από τη συλλογή «Με λένε Οδύσσεια», εκδόσεις Καστανιώτη, 2002.

Τάσος Δς, Έμαθα να βρίσκω

Φωτογραφία: Evangelia Mavridis

Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω
Μακριά απ’ τη ζωή, το θάνατο
Η πορεία του καθενός προς τη στάχτη περνά μέσα και από τη δική του καύση
Μεμψίμοιροι
Ηττημένοι
Από τον ίδιο τους τον εαυτό
Επαγγελματίες της σοφίας
Αυθεντίες τις ζωής των άλλων
Τιμητές του απόλυτου
Κήρυκες ηθικών κανόνων και υποχρεώσεων
Μεσόκοποι προφήτες της ουτοπίας
Πνίγονται στη χολή
Του ανεκπλήρωτού τους
Λησμόνησαν να ζήσουν
Αργά το θυμήθηκαν
Ίσως και πάλι όχι
Κάλυψαν τις πληγές των αναμνήσεων
Με κακοφορμισμένες σοφιστείες
Ξόδεψαν τη ζωή τους
Σε ενοχές
Με δανικές εικόνες
Χωρίστηκαν από το σώμα
Αγνόησαν τη φύση
Μέθυσαν από οίηση
Χτίσαν την χίμαιρα τους
Βολεύτηκαν σ’ αυτήν
Τους ξέρασε όμως κι αυτή
Περιφέρουν το σκοτάδι τους
Την ήττα
Άρρωστη η σοφία τους
Άτακτη υποχώρηση
Δεν κρύβει την κατάρρευση
Ανίδεοι της θλίψης και του πόνου
Τους επισκέφτηκαν σαν ένα
Τραγικό όνειρο τέχνης και ομορφιάς
Που δεν εκτίμησαν
Ψάχνουν τώρα τη διαφυγή από του χρόνου την κατάντια
Το εγώ τους πλέον θρυμματίζεται
Συντρίβεται,καταλύεται, καταργείται
Η μάσκα έγινε το δέρμα
Το ανικανοποίητο εκδικείται δεν εξαφανίζεται μετατίθεται και εξιδανικεύεται
Γίνεται Ερινύα
Το τι νομίζεις ότι είσαι ή δεν είσαι
Είναι και μένει πάντα ολότελα άσχετο
Με το τι θα υποχρεωθείς να πεις ή να πράξεις
Όταν ξαναδιαβάσεις τη ζωή σου από την αρχή

*Από τη συλλογή “Στην χώρα που η σκιά είναι το σώμα”.