Edgar Lee Masters, Knowlt Hoheimer

I was the first fruits of the battle of Missionary Ridge.
When I felt the bullet enter my heart
I wished I had staid at home and gone to jail
For stealing the hogs of Curl Trenary,
Instead of running away and joining the army.
Rather a thousand times the county jail
Than to lie under this marble figure with wings,
And this granite pedestal Bearing the words, “Pro Patria.”
What do they mean, anyway?

Ήμουν από τους πρώτους καρπούς της μάχης του Missionary Ridge.
Σαν ένιωσα το βόλι να μου τρυπά την καρδιά
πόθησα να βρισκόμουν στο χωριό μου και στη φυλακή κλεισμένος
επειδή έκλεψα τα γουρούνια του Curl Trenary,
κι όχι να το ‘χα σκάσει και να γινόμουν στρατιώτης.
χίλιες φορές καλύτερα σ’ επαρχιακή φυλακή
παρά να βρίσκεσαι κάτω από τούτη τη φτερωτή μαρμάρινη μορφή
και το γρανιτένιο τούτο βάθρο
με την επιγραφή ΥΠΕΡ ΠΑΤΡΙΔΟΣ.
Τι σημασία έχουν όλ’ αυτά τέλος πάντων;

*Μετάφραση: Σ.Κ. Η ελληνική μετάφραση του ποιήματος δημοσιεύτηκε στο τεύχος 13 (V- 1997) του δελτίου “για μια αναρχοκομμουνιστική και κοινοτιστική ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΡΜΟΝΙΑ”. Το αγγλικό πρωτότυπο παρατίθεται από εμάς.

A.D. Winans, Woman on the balcony / Η γυναίκα στο μπαλκόνι

I see her two
three times a week
sitting on the balcony
when weather permits
here in old Italy town
in what is left of North Beach
her robe slightly parted
thumbing through the pages of a book
taking no notice of the people down below

standing to stretch, she yawns
legs like sturdy pillars that stretch
to reach the sky into the boundaries
of my mind
my eyes begging to read the pages
she turns with sensual fingers
wanting just one quick look
one intimate journey into the pages
into the space between the
parting of her robe
a journey to forbidden places
a flight back in time
to another place another world
high on a balcony where
I too ignore the
people coming and going
down below

Την βλέπω δύο
τρεις φορές την εβδομάδα
να κάθεται στο μπαλκόνι
όταν ο καιρός το επιτρέπει
εδώ στην παλιά ιταλική πόλη
σε ό,τι έχει απομείνει από το North Beach
με τη ρόμπα της ελαφρώς ανοιχτή
να ξεφυλλίζει τις σελίδες ενός βιβλίου
χωρίς να δίνει σημασία στους ανθρώπους από κάτω

σηκώνεται για να τεντωθεί, χασμουριέται
τα πόδια της σαν στιβαροί πυλώνες που τεντώνονται
για να φτάσουν στον ουρανό, στα όρια
του μυαλού μου
τα μάτια μου ικετεύουν να διαβάσουν τις σελίδες
που γυρίζει με αισθησιακά δάχτυλα
θέλοντας μόνο μια γρήγορη ματιά
ένα οικείο ταξίδι μέσα στις σελίδες
μέσα στο κενό ανάμεσα στο
άνοιγμα της ρόμπας της
ένα ταξίδι σε απαγορευμένους τόπους
μια πτήση πίσω στο χρόνο
σε έναν άλλο τόπο, έναν άλλο κόσμο
ψηλά σε ένα μπαλκόνι όπου
και εγώ αγνοώ τους
ανθρώπους που πηγαινοέρχονται
από κάτω

*Δημοσιεύεται εδώ: https://poeticoutlaws.substack.com/p/woman-on-the-balcony

**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Tamistas, Ποιήματα

Από το Stalker του Ταρκόφσκι

ΜΕΘΟΔΟΣ

βάζω
μια λέξη μόνο
στον πρώτο στίχο
κρατώ έπειτα το σχήμα
πρώτα αυξάνεται το μήκος
έπειτα μικραίνει ξανά
μικραίνει κι άλλο
σε μια λέξη
φορές

έτσι
βρίσκουν οι λέξεις
τη θέση τους
στο ποίημα

όλα
δένουν σαν σιρόπι
ο ναρκισσιμσός η επανάσταση
ο έρως η ισότης ο φρέ
σκος αέρας
όλα

τσιρτσιρίζουν
στην αφρική της ασυνέχειας
μαρτυρικών ψηφιο
ποιήσεων

ο θάνατος
κηρύσσεται μέγας ευεργέτης
χτίζει καινούρι α δικα
στήρια ονοματίζει
δρόμους

πλέει
σε πελάγη ευτυχίας
κοιμάται κι ονειρεύεται
τον θάνατε
του

ΤΑ ΒΟΥΝΑ

ο μύθος
των μετανθρώπων
τεντώθηκε αγουροξυπνημένος
η άσφαλτος επέβλεπε την εσωτερίκ
ευση του φαιόχρωμου κοκτέιλ
των πληροφοριών

έγραφα
ένα ποίημα
πάλι

οι μέρες
θα γεννιούνται κι αν πεθάνουμε και
μείνει χρόνια το τασάκι καθαρό
κι αννέγιχτη σκουριάσει
η πένσα των μετα
ρρυθμίσεων

η πολι
ορκία κοκορεύεται
ότι σε κατατρόπωσε μα εσύ
προσμένεις πάντα να τελειώσω
το ποίημα μιλώ
ντας σου

*Για περισσότερα: https://mhnymal.blogspot.com 

Άγγελος Ήβος, Όπως κυλάει ο Λένας (απόσπασμα)

Χαίρε κι η τρέλα η επική
στο ανάμεσα Αιάντων και αιμάτων

Να μαι κι εγώ ανάμεσα στο πλήθος.
Ίσα που διακρίνομαι
‘Ένας από τα δις
εκατομμύρια των θαυμαστών σου.
Άρα, στατιστικά εγώ
ένα μηδέν, μηδέν, μηδέν τοις εκατό των πόθων,
Εκαταρίνα μου, πασών των οργασμών,
Κατιούσκα μου, Κατιούσκα μου, Κατιούσκα,
φωτογραφησου ολόγυμνη για μας,
κάνε και τον Βλαδίμηρο να χαϊδευτώ’ι, καθώς σε βλέπει
και τις γυναίκες μας ακόμη
και τις αδερφές μας.

Εκαταρίνα-καρουσέλ,
Εκαταρίνα-ποαζλ,
φωνάζω ζήτω σε κάθε σου παραλλαγή!

Ζήτω η Όλγα κι η Σβετλάνα κι η Ντάλια,
η Ντόρτια, η κρίνα κι η Μίσσα,
η Έλενα, η Οξάνα, η Τατιάνα κι η Ναστίγια,
η Ίνκα και η Λένα.
Άγια Ντιάνα, Άγια Μαρία, άγια κορίτσια μου
που πάντα τελειώνετε με άλφα
σάμπως ν’ αρχίζετε αέναα,
σάμπως να μην τελειώνετε ποτέ,
να μην καταλαβαίνετε τυι πάει να πει
να τελειώνει μια γυναίκα με ωμέγα,
να μην καταλαβαίνετε τι πάει να πει Διδώ
και τι Μαντώ και τι γερνώ.
Ζήτω, φωνάξτε, των ενδόξων Σοβιέτ
που πλέον προελαύνουν.
Ζήτω Μπαϊκάλινα και Μίνσκα και Κοζάκεβα…
Ζήτω αυτόμολες ρωσίδες
των Rolex, της Quartier
και της Lancome και της Channel,
του Paris Mach, του Elle,
του Playboy, του Penthouse,
της Mercedes και της Ferrari,
του Instagram και του Pornhub.

Εκαταρίνα-ροκ,
Εκαταρίνα, ένθετο ιλουστρασιόν
στην Πράντα Κομοσμόλσκαγια,
Εκαταρίνα, play mate of the history,

Εκαταρίνα της χαμένης διεθνούς

Εκαταρίνα με ερπύστριες
που σκαρφαλώνουν στις πλαγιές των οργασμών,.
Εκαταρίνα μ’ αυτοσχέδια εκρηκτικά στο στόμα.

Ζήτω κορίτσια μου,
λεοπαρδάλεις του χιονιού και λύκαινες και βίδες,
ζήτω όταν ξυρίζετε την ήβη σας
για να ξαπλώσετε σε γούνες από τίγρη.
Ζήτω της λίμνης σας το απύθμενο,
ζήτω του γαλανού σας οφθαλμού της Σιβηρίας
όταν αντιλαλεί ο Ίμβρος
Μπαϊκάλ, Μπαϊκάλ σε κάθε ρώγα.

Εκαταρίνα, Σάσα, Έλενα και Βλαντά
που απλώνετε για στέγνωμα στα σύρματα
το παντελόνι από τα σύννεφα,
μαζί με τα δαντελωτά σας ώρα σουτιέν,
ουράλια κορμιά γυμνά μου,
μηροί-πηγές του Βόλγα μας,
κοιλιές μου δέλτα ουκρανικά του Δούναβη,
καπούλια μου – αφροί Λευκορωσίας

Εκαταρίνες και Νατάσας,
Ενωμένα Σοβιέτ,
είστε η πιο ερωτική καμπή των χρόνων,
είστε η κάθυγρη σχισμή,
είστε η Κερκόπορτά μας
απ’ όπου και θα ξεχυθούν
με αλαλαγμούς, με προδοσίες
τα σαστίσματα.

*Άγγελος Ήβος, “Όπως κυλάει ο Λένας”, Εκδόσεις Κύμα, 2018.

Γιώργος Κοζίας, Ο κύριος Μωπασάν αποκτηνώνεται

Φωτογραφία: Μαριστέλλα Δούρου

Υπέφερε από πονοκεφάλους
κρίσεις υποχονδρίας.
Η όρασή του εξασθενούσε.
Έγινε καχύποπτος, ακοινώνητος,
εριστικός.
Παλεύει μανιασμένα

Για νίκες που έγιναν ήττες
για ήττες που ήταν νίκες…

Σαράντα ετών έκοψε τον λαιμό του. Επέζησε.
Τον έκλεισαν στο φρενοκομείο.
Η οργή του κρύβει τον κόσμο.
Βυθίζεται στις θύελλες της σιωπής

Για νίκες που έγιναν ήττες
για ήττες που ήταν νίκες…

Πριν αποσπάσει από τα χέρια του έρωτα
το τελευταίο
κάλπικο νόμισμα.

*Από τη συλλογή «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες», εκδ. Στιγμή, 2007.

ένα έτσι, στους συντρόφους μου

Φωτογραφία: Noemia Prada

Η βροχή κατέβασε κάμποσα
από τα σκουπίδια χαμηλότερα.

Οι μύγες βουίζουν γύρω μου.

Ένα μυρμήγκι ξεκίνησε πάλι
να σέρνει τον κόσμο ξωπίσω του.

Κάθομαι στο καρεκλάκι
και κοιτώ την πόλη από κάτω.

Δεν περιμένω πια.

Απλά νιώθω το στήθος μου
να ανεβοκατεβαίνει
και τον αέρα μέσα στα φύλλα
να προσπαθεί να μου εξηγήσει γιατί.

Αγία Μαρίνα, Αύγουστος, 2026

*Σχετικός σύνδεσμος: https://enaetsi.wordpress.com/2026/08/17/9552/#like-9552

Νίκος Σφαμένος, ω ναι

*Edvard Munch, Summer Night in Studenterlunden (1899)

ο κυρ Γιάννης
πηδούσε στο κενό

ο Βασίλης μετρούσε
και φέτος 
τα καμένα στρέμματα
στην χώρα του

οι νέοι τραγουδούσαν χαρούμενοι
την ώρα που η φίλη τους
έπεφτε στα δροσερά νερά
έπειτα η δημοσίευση με την βουτιά
«να μην τελειώσει ο Αύγουστος»

ήταν ωραίο
αυτό το καλοκαίρι

η Χριστίνα μόνη
με δύο παιδιά
περίμενε μήπως και 
δουλέψει καθαρίστρια
στο σχολείο τον Σεπτέμβρη

ο Γιάννης 
έκαψε όλα του τα βιβλία
-δεν του έμαθαν ποτέ τίποτα-

στο μπαρ η επιγραφή
«για κοκτέιλ εδώ με την φίλη σας!»

ήταν ωραίο
Αργύρη Χιόνη
κι αυτό το καλοκαίρι
ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Tere Irastortza Garmendia, Δύο ποιήματα

ΠΟΛΕΙΣ

Πόλεις που καταλαμβάνουν όλους τους χώρους:
πρώτα οριοθετώντας τη γη με έριδες,
έπειτα σκάβοντας και ξεχορταριάζοντας οικόπεδα,
και τελικά αρπάζοντας τον ουρανό όταν πια η γη έχει κλαπεί.

Πόλεις που καταλαμβάνουν αέρα και χώρο.
Πόσο λίγη ανάσα για τον καθένα,
ακόμα κι αν κάθε τόσο, σε κλειστά σπίτια και δωμάτια,
γραπωθεί απ’ το κυβικό μπαλόνι αναπνοής που διαθέτει.

Χώροι που οφείλει να ελευθερώσει η δημιουργία,
και ας σκάσουν έτσι όλα τα μπαλόνια,
για να επιστρέψει καθετί στο δικό του όνομα
και να επαναφέρει την ύπαρξη του στη θέση της και για κάποιον.

*

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ

Και βέβαια το ανέφικτο είναι άπειρο
και απεριόριστο
και συντριπτικό
ζήτημα ζωής και θανάτου.

Ίσως γι’ αυτό, σ’ όσους πάσχουν από κάποια
καρδιοπάθεια, σταματούν για ένα κλάσμα του
δευτερολέπτου την καρδιά, για να τους ξαναζωντανέψουν
αμέσως μετά.

*Από τη συλλογή “Γεμίζατε τον κόσμο”, δίγλωσση έκδοση, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2025.
Μετάφραση: Ιφιγένεια Ντούμη.

Νίκος Εγγονόπουλος, Το χέρι

εις Ανδρέαν Εμπειρίκον

ωραίο δίχτυ
που έπλεξεν η
κόρη
η κόρη-τέκτων
ορθή ως
στέκονταν εις το παράθυρο του Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
φιλόξενο
ωσάν καλός θεός
ισχυρό
σαν τα’ άσπρα πλήκτρα
της χαράς
ωραίο δίχτυ
που έβαψε
με το χρώμα των ματιών της
και μύρωσε
με τ’ άρωμα των πλούσιων μαλλιών της
η κόρη που εστέκονταν
ορθή
εις το παράθυρο του Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
ωραία κόρη
ωραίο παράθυρο που φώτιζες
μέσα στη νύχτα
τ’ Αναπλιού
ωραίο παράθυρο που φώναζες
ωραία κόρη που φώτιζες
ωραίο δίχτυ
μέσα στο χρώμα
τ’ Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
γύρω τρογύρω
εις τον λαιμό μου
είτανε
κόρη
τα ωραία μαλλιά
σου
καθώς τα έπλεκες
εις το παράθυρο
μέσα στο φως
ωραία νύχτα
μέσα στο
βλέμμα σου
είτανε κόρη
καθώς τη ζήσαμε
τρελλοί από έρωτα
γυμνοί θεόγυμνοι
τρελλοί από έρωτα
-μια νύχτα έρωτος-
μέσα στο
δίχτυ
του Αναπλιού

*Από τη συλλογή “Η επιστροφή των πουλιών” (1946)

Ξένια Καλαϊτζίδου, Δύο ποιήματα

Όταν κοιμάμαι
οι φίλοι γίνονται εραστές,
οι δρόμοι των παιδικών χρόνων
γεννούν πολυώροφους κήπους,
από άγνωστους ωκεανούς βρέχομαι
απρόσμενης παροχής
όσο επιτρέπει ο μετρονόμος της βρύσης.
Ώσπου να ξυπνήσω
οι εχθροί εξημερώνονται
και τυλίγονται στη λήθη εκ νέου.
Έξω ο κόσμος
ανακυκλώνεται και μισεί
με ταχύτητες θορύβων.
Καραδοκεί το μαύρο γάλα,
χαράζει κάθε νέο φως.
Μα πόσο γαλήνιες
οι τελευταίες ξυραφιές
του ήλιου.

Ακόμη κι αν τα λόγια είναι μάταια
κι αναβαθμίστηκαν σε εμπορικά πελώρια
τα σκλαβοπάζαρα της γης –
απολήξεις καλοκαιριών περασμένων
σε άγνοια πλέοντας ή σε ιερή κενότητα
δείχνουν στο απέραντο φως.
Γι’ αυτό καμιά φορά ακόμη
τρέχουμε στους δρόμους
θαρρείς σε άυλες γκαλερί,
χωρίς να μας κυνηγούν.
Τότε η πόλη σκάει ένα από τα σπάνια
κι εφήμερα χαμόγελά της
πριν να γυμνώσει τις αμυγδαλιές
μια βίαιη ριπή ανέμου.
Μπορούμε χωρίς αποσκευές ακόμη
στο χορτάρι της να κυλιόμαστε
φωνάζοντας:
ένας από μας.

*Δημοσιεύτηκαν στο “TEFTeRI” No 3.