ΚΟΜΠΟΙ
Ο πατέρας ξέμπλεκε τις αλυσίδες.
Φορούσε τα γυαλιά του.
Έβρισκε την άκρη
ανάμεσα σε κρεμάστρες σιδερώστρας
τσακίσεις και ατμούς.
Φρεσκομπανιαρισμένα εμείς
χτενισμένα
με τα καλά μας ρούχα
με τα γυαλισμένα παπούτσια.
Η μάνα τις περνούσε στο λαιμό μας.
Χρυσαφένιες ήταν με σταυρούς βαφτιστικούς.
Κάθε φορά στη θέση τους.
Κάθε φορά μπλεγμένες.
Κι εμείς κάθε φορά καθώς έπρεπε
με τα ευχαριστώ και τα παρακαλώ στο στόμα.
*
ΚΑΤΑΓΩΓΗ
Ενισχυμένη τσιμεντόπλακα
δυο όροφοι με επεκτάσεις
μπαλκόνι στη θάλασσα
σκάλες γυριστές
πλυσταριό πατάρι υπόγειο
ρούχα στην ταράτσα
εικονοστάσι
τζάκι τετράγωνο
πλακάκια μάρμαρα
αρμοί αλφαδιασμένοι
στον ήλιο.
Στο μπάνιο λιποθύμησα
στο πρώτο σκαλί χάραξα το μέτωπο
μια πόρτα έπιασε τα δάχτυλα
τα μάτια στο πιάτο
στα θεμέλια πήλινα θραύσματα.
τις νύχτες άκουγα
αίμα κόκκινο κόκορασ που κράζει
βήματα διωγμένων.
Βγαίνοντας
άφησα τη σιδερένια αυλόπορτα ανοιχτή.
μα το σπίτι εκεί
ούτε δύο βήματα δε μ’ ακολούθησε.
*
ΚΙΝΙΝΟ
Κληρονομιά
γραμμένη στη φόδρα από τις φούστες μας
μετρημένη σε λόγια σκληρά
σε βλέμματα άγρια.
Η Δενείχετιποτα να δώσει
πέτρινο στήθος
χέρια παχιά
η Πουτοπαράκανε
κόβοντας κομμάτια τη σάρκα της
σ’ ανίερο τάισμα.
η Ανδενδώσει χάνεται
και η Δεθαμπειποτέ σε τέτοιο νταλαβέρι.
Καθεμιά παράπονο κλειστό.
μαμιά γνώση άδωρη.
στον καιρό τους πορεύονται ρωτώντας
τα τι και τα πως ξηλώνοντας
και ράβοντάς τα πάλι.
*Από τη συλλογή “τρύπα στο πάτωμα”, εκδόσεις των άλλων, 2021.









