Κωστής Τριανταφύλλου – Μια συζήτηση με την Τιτίκα Δημητρούλια

Ποίηση, τέχνη, πολιτική: ο ποιητής-εικαστικός Κωστής Τριανταφύλλου ανασυστήνει, εκ θέσεως αποσπασματικά, την διαδρομή του (και η συνομιλία με την Τιτίκα Δημητρούλια ήταν απλώς η αφορμή)

Εν αρχή ην η ποίηση και δη η πολιτική ποίηση; Μίλησέ μας για τα πρώτα σου βήματα στον χώρο της ποίησης, για την εποχή, για την ατμόσφαιρα, για τις παρέες σου, για τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόσουν τότε. Αν κάνουμε αναφορά, για άλλη μια φορά στις ποιητικές γενιές, τοποθετείς τον εαυτό σου στη γενιά του ’70;
Οπτική ποίηση, ηχητική ποίηση, συγκεκριμένη ποίηση, ηλεκτρονική ποίηση: πώς καθόρισαν τη διακαλλιτεχνική, διαμεσική διαδρομή σου, πώς δέθηκε η ποίηση με τις εικαστικές τέχνες στο έργο σου; Πώς δομείται αυτή η συνάντηση, ιεραρχικά, με τον τρόπο της ώσμωσης;
Ποιοι-ες είναι οι συνομιλητές-ήτριές σου στη διαδρομή αυτή, εντός και εκτός Ελλάδας; Υπήρξε μια συντεταγμένη κίνηση στην Ελλάδα, αν υπήρξε συνεχίζεται; Ή αισθάνεσαι μοναχικός καβαλάρης;
Έργα για τη γη, έργα του κεραυνού: μπορείς να μας πεις για τη συλλογιστική πίσω από τα έργα σου; Για τις φιλοσοφικές σου αφορμήσεις; Φιλοσοφία, τέχνη και πολιτική: Πώς συνδυάζονται μεταξύ τους και με την τεχνολογία; Ποια τα διακυβεύματα της χρήσης της τεχνολογίας στην τέχνη, ειδικά σήμερα;
Μοντερνισμός, ύστερος μοντερνισμός, μεταμοντερνισμός: ποια η στάση σου;
Η μορφή στην τέχνη.

Γεννήθηκα το 1950 στην Αθήνα. Κάποια φορά που ήμουν άρρωστος και δεν είχα πάει στο σχολείο, μου έφερε η μητέρα μου να διαβάσω ένα καλλιτεχνικό περιοδικό –ήταν το Πάλι του Νάνου Βαλαωρίτη! Δεν είχα ξαναδιαβάσει τόσο έντονα κείμενα. Έτσι ξεκίνησα να διαβάζω, πολύ, και πήγαινα στο Μοναστηράκι κι έκανα ένα μικροεμπόριο με ρολόγια για να αγοράζω βιβλία ποίησης και κοινωνικά. Κάποια στιγμή αποφασίζω και στέλνω στον Γρηγόριο Ξενόπουλο ένα ποίημα για την «Διάπλαση των Παίδων» – και το δημοσιεύει με ένα εγκωμιαστικό σχόλιο. Ντράπηκα με το σχόλιο και δεν ξανάστειλα!

Στα δεκαοχτώ μου, το 1968, οργανώνω την ομάδα του περιοδικού «Λωτός» και το «Χαγιάτι», το στέκι του, και το πρώτο εβδομαδιαίο φεστιβάλ ξένης ποίησης – όπου παρουσιάστηκε ποίηση από πολλές χώρες, μεταξύ άλλων από την Αμερική, την Ιαπωνία, την Ινδία, τη Γερμανία. Κάθε εβδομάδα γίνονταν δύο παρουσιάσεις ποιητών στο στέκι του περιοδικού, αλλά και διαλέξεις στο Πειραματικό Θέατρο της Μαριέτας Ριάλδη… Οι συνομιλητές μου δεν βρίσκονταν μόνον στον χώρο της ποίησης αλλά και της πολιτικής παρανομίας − δικτατορία γαρ! Η πάλη μας ήταν συνολικά αντισυστημική, δίναμε τη μάχη ενάντια στην υπάρχουσα, τότε, κατάσταση, τη χούντα, αλλά και ενάντια στο σύστημα που την είχε δημιουργήσει και την είχε θρέψει και ενάντια στην φοβισμένη σιωπηλή πλειοψηφία! Στις ποιητικές παρέες μας, στο Κολωνάκι, στο «Μπραζίλιαν», στην πλατεία Εξαρχείων, η ερωτική και ανατρεπτική διάθεση περίσσευε, ειδικά τα βράδια.

Δημοσίευσα το ποίημα-ντοκουμέντο «Η τρέλα», αφιερωμένο στις φυλακισμένες γυναίκες, με το ψευδώνυμο Κ. Φωτεινός. Η επιλογή του ψευδωνύμου ανήκει στον συγγραφέα Άρη Φακίνο που είχε την ευθύνη τόσο των εκδόσεων «Έξοδος» όσο και του ομώνυμου περιοδικού, που κυκλοφορούσε παράνομα στην Ελλάδα. Το ποίημα «Η Τρέλα», το οποίο ανήκει στην ανέκδοτη συλλογή μου «Ποιήματα-Προκηρύξεις», το συμπεριέλαβε ο Φακίνος στην πρώτη Αντιστασιακή Ανθολογία Ποίησης, με τον τίτλο «Κραυγές» Η ανθολογία εκδόθηκε στο Παρίσι και κυκλοφόρησε παράνομα στην Ελλάδα, με τον τίτλο «Κραυγές» και υπότιτλο: «Σελίδες από την αδούλωτη Ελληνική Λογοτεχνία», 1971.

Το 1972 από τις εκδόσεις «Πράξη» πάει για τύπωμα το ποίημα «ἡ Βαρβάρα γιά μι θορυβοποιώ μονοτονία». Το περιοδικό «Πράξις» κυκλοφόρησε πολυγραφημένο παράνομα κι εγώ αναγκάστηκα να φύγω από την Ελλάδα. Έτσι, η «Βαρβάρα» διακινήθηκε εντέλει στις παρέες των φίλων.

Το 1974 οργανώνω την ομάδα ΚΡΑΚ. Νοικιάζω σπίτι στην οδό Βαλσαμώνος και εκεί δημιουργείται η πρώτη αυτόνομη ομάδα, οι δράσεις της οποίας περιλάμβαναν συζητήσεις, παρεμβάσεις έως και δρώμενα δρόμου. Από τον Φεβρουάριο του 1974, που κυκλοφορεί στην Αθήνα το ποιητικό βιβλίο μου «Αποσπάσματα του Κωστή, 1967-1973» από τον Λ. Γιοβάνη (επανέκδοση από τις εκδόσεις Εξάρχεια) έως και σήμερα πολλές φορές χρειάστηκα/χρησιμοποίησα την αισθητική προσέγγιση που χαρακτήρισα σαν +ολική πρόταση. Ήταν ένα βιβλίο με μια εννοιολογική πρόταση παρουσίασης, που αργότερα συνοδεύτηκε από ένα κείμενο ορισμού της εξέλιξης της ανάγνωσης, με τίτλο +ολική αίσθηση.

Η ποίησή μου εκδίδεται έτσι για πρώτη φορά στις αρχές του ’70. Μετά από το βιβλίο με τα αποσπάσματα 1967-1973 και με έξη ανέκδοτα βιβλία στο συρτάρι αρνούμαι για ένα χρονικό διάστημα το βιβλίο, την αυτοτελή έκδοση. Προτιμώ την εφήμερη φόρμα των ποιητικών και πολιτικο-κοινωνικών περιοδικών.

Φυσικά, τότε, η επιλογή μου αυτή δεν έγινε κατανοητή από τους νέους ποιητές μια μεγάλη μερίδα νέων ποιητών και ποιητριών, που η πολιτική και κοινωνική στάση τους, παρ’ όλο που ερχόντουσαν από αυτό που ονομάστηκε αμφισβήτηση, υπολειπόταν εξέγερσης κι ανατροπής και οι οποίοι κινούνταν στις παρυφές μιας συντηρητικής βαρετής επανάληψης, έχοντας πολύ μικρή σχέση με τον Μάη του ’68 και με άλλες πολιτιστικές και κοινωνικές ανατρεπτικές στιγμές της εποχής.

Για να επανέλθω στο βιβλίο μου, το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν δείγμα μιας +ολικής ποιητικής σε εξέλιξη στις σελίδες ενός βιβλίου. Αυτή η προσέγγιση, που διευρυμένη και σαφής χαρακτήριζε τις ατομικές εκθέσεις Mediassemblages, Ρευστότητα στερεοποιημένη και τα περιβάλλοντά μου Λαβύρινθος ή το κενό μνημείο και Ηλεκτρικό πεδίο, ξεκίνησε τόσο ως πρόταση παρουσίασης και σύνθεσης ενός έργου όσο και ως +ολική προσέγγιση/πρόταση ζωής. Ως ένα +ολικό έργο τέχνης. Για πρώτη φορά δηλαδή οργανώνω αυτή την προσέγγιση επανανάγνωσης των μορφών που με βοηθάνε εκφραστικά μέσα από την ιστορία στο πρώτο μου ποιητικό βιβλίο, το οποίο περιλαμβάνει αποσπάσματα από δικά μου ανέκδοτα βιβλία, αλλά και επιγραφές του δρόμου και παραινέσεις/σκέψεις για τον αναγνώστη και για την ίδια την πράξη της έκδοσης, και αποσπάσματα ακόμη άλλων συγγραφέων, με μια διαίτερη παρέμβαση. Είναι η ποίηση που βγαίνει στη ζωή και η ζωή που μπαίνει στην ποίηση. Δεν φοβάμαι το καινούριο στην ποιητική αίσθηση αλλά το παλιό κι υτούς που βολεύονται γύρω του, το καθιερωμένο, το σίγουρο. Η πεπατημένη σήμερα είναι πια μια λεωφόρος ταχείας διέλευσης: προσοχή μη σας συνθλίψουν οι βιαστικοί οδηγοί! Από πάνω κι από κάτω, γύρω και πέρα, από κάθε σκηνή του παρελθόντος υπάρχει πάντα χώρος για νέα μηνύματα και καινούριες προσεγγίσεις –και ναι, ένα τέτοιο καινούργιο στοιχείο είναι και η δική μου +ολική προσέγγιση. Είναι μια προσέγγιση που με απασχόλησε και με προβλημάτισε και επεδίωκε να καταστήσει ουσιαστικό τον αποσπασματικό λόγο. Οι εικαστικές τέχνες οικειοποιούνται τόσο την ποίηση όσο και την πραγματικότητα κάνοντάς τις τέχνη. Γιατί η ποίηση να μην οικειοποιηθεί, για να παρέμβει, την καθημερινότητα, για να την ποιητικοποιήσει με τα ίδια τα δικά της υλικά, μιας και παντού υπάρχει ο λόγος και οι έννοιες των οποίων είναι φορέας;

Ο Νάνος Βαλαωρίτης στο ανέκδοτο κείμενό του Περί Ποιήσεως, του 2004, γράφει: «…η ποίηση είναι κι αυτή όπως ο έρωτας ένα δαιμονικό στοιχείο που συνδέει το θείο και ακατάληπτο μυστήριο του κόσμου με την καθημερινότητα των ανθρώπων και μόνο εκείνη είναι ικανή να την αποκαλύψει στην πληρότητά της. Κι εδώ δεν μιλάμε μόνο για την ποίηση με την στενή έννοια ενός είδους λογοτεχνικού με τις μορφές που υποδύθηκε στους αιώνες και άλλαξαν με τον χρόνο, αλλά με το ευρύτερο πνεύμα της που μπορούμε να το ονομάσουμε «ποιητικότητα» και «ποιητικοποίηση» και για το πώς η ποίηση λειτουργεί σε όλα τα εκφραστικά είδη, των εικαστικών τεχνών, της μουσικής, του θεάτρου, της γραφής και της αρχιτεκτονικής. Θα έλεγα μάλιστα και μέσα στη ζωή την ίδια όπως την διαμορφώνουμε».

Έτσι, στο μαρμάρινο γλυπτό μου «Το ερωτηματικό της Γης», τα κεφάλια ξεπηδάνε από το έδαφος με μια αδρή γλυπτική γραφή, συνεχίζουν με πιο ρεαλιστικές προσεγγίσεις, φτάνουν έως τον φωτορεαλισμό και διαλύονται τελικά σε αφαιρετικές φόρμες – από τον άγριο εξπρεσιονισμό, στον ρεαλισμό στην αφαίρεση, όλα σε ένα γλυπτό, με στόχο το γλυπτό αυτό να δικαιολογήσει τον τίτλο του. Στη σειρά Mediassemblages (πρώτη παρουσίαση το 1983), χρησιμοποίησα πολλούς τύπους εικόνων μέσα στη +ολική παρουσία αυτής της σειράς. Η Ελλάδα είχε μόλις αρχίσει να κατακλύζεται από τα πολύχρωμα έντυπα, τυπωμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα οποία σταδιακά θα κυριαρχούσαν και είχα, ήταν ανάγκη να δημιουργήσω ένα σχόλιο γι’ αυτά τα υλικά. Έτσι τα περιοδικά και οι έγχρωμοι κατάλογοι αποτέλεσαν το πρωταρχικό υλικό και κατεύθυναν τις συνθέσεις της σειράς – πάντα βέβαια μέσα από τη δική μου επιλεκτική, παρεμβατική, κριτική, σαρκαστική ματιά. Υπήρχαν διαφορετικά στυλ και μορφικές προσεγγίσεις του κολάζ και του assemblage, τα οποία συσσωματώνονταν εννοιολογικά στη βάση της κριτικής έννοιας της υπαλλαγής, της δεικτικής χρήσης κάποιων ιπολύχρωμων θεμάτων και της +ολικής πρόθεσης απέναντι στα πολύχρωμα μέσα εκείνης της εποχής. Στις μεγάλες εγκαταστάσεις- +ολικές προτάσεις Λαβύρινθος ή το ακενό μνημείο, το σημαντικό ήταν ο επισκέπτης-θεατής να περιηγηθεί σε περάσματα με διαφανείς καθρέφτες, να αντικαθρεφτιστεί στους καθρέφτες αυτούς αλλά να συναντήσει, χάρη στη διαφάνειά τους, και τον θεατή της άλλης πλευράς, άλλοτε, διαβάζοντας το κείμενο του Καστοριάδη που συμμετείχε σε ένα κοινό έργο μας κι, άλλοτε, παρατηρώντας κάποια περίεργα δικά μου έργα, έως και ένα πανό διαδήλωσης με σπασμένα κεφάλια από ελαφρύ υλικό που συνέθεταν ένα σύνθημα – και όλα αυτά μαζί για να γιορτάσουμε τα 200 χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης μέσα και έξω από το Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας.

Ετερόκλιτα στοιχεία σε μια διαδρομή αναγνώρισης του ουσιαστικού στοιχείου της επικοινωνίας, αυτό ήταν το σχέδιο που αναπτύχθηκε σε τρεις μεγάλες ατομικές μου εκθέσεις με αποκορύφωμα το Τελετουργία του 20ού αιώνα. Στα Ενεργειακά πεδία λόγου χάρη, +ολικές προτάσεις συμπαρουσίασης Τέχνης-Τεχνολογίας, απόλυτη προτεραιότητα για την κατασκευή ενός έργου ήτανε το κατά πόσο θα επιτρέπει να εμφανίζεται σωστά στα μάτια του θεατή ο κεραυνός. Όλα τα άλλα δεν με απασχολούσαν καθόλου. Έτσι, τα έργα στα Ενεργειακά πεδία δημιουργούσαν όλα μαζί το τελικό ενορχηστρωμένο, οπτικό/ηχητικό περιβάλλον όπου ο κεραυνός αποκτούσε τη μεγαλύτερη ελευθερία και η οντότητα και η παρουσία του τη μεγαλύτερη δημιουργικότητά τους. Αισθητικά λοιπόν, ενώ ένα-ένα ξεχωριστά τα έργα είναι αναγνωρίσιμα με αναφορά στον δημιουργό τους, το καθένα από αυτά έχει διαφορετικές αισθητικές καταβολές/αναφορές αλλά και παρουσιάζεται διαφορετικά, άλλα είναι επίτοιχα, άλλα κατασκευές, άλλα περιβάλλοντα – με κύριο πάντα μέλημα όμως τον μεταξύ τους διάλογο και με μοναδικό και ύψιστο στόχο οι κεραυνοί να λάμψουν στα μάτια των θεατών. Αυτό ακριβώς σημαίνει απελευθέρωση από τις κλειστές φόρμες, έτσι εκφράζεται και υλοποιείται η στόχευση εύρεσης ή επανεννοιοποίησης της ουσίας.

Στο τέλος του ποιητικού μου βιβλίου υπάρχει ένα κείμενο που αναφέρεται στην έκδοση. Έτσι και στο μαρμάρινο γλυπτό και στις εγκαταστάσεις μου, ένα κείμενο συνοδεύει πάντα την πράξη, δρώντας παράλληλα κι αυτόνομα. Το κείμενο αυτό λοιπόν, ο τρόπος και το αποτέλεσμά του έχουν σημασία και παρεμβαίνουν, για παράδειγμα, στο ερώτημα τι είναι βιβλίο, όπως και τι είναι μια έκθεση, όπως και το ποια είναι η αφηγηματική εκείνη προσέγγιση που προσδίδει στα αποσπάσματα μια άλλη ανάγνωση. Με τον τρόπο αυτό, απαντάει στην αφήγηση και παρεμβαίνει και εννοιοποιεί τα αποσπάσματά της, τα οποία δεν νοούνται ως τυχαία θραύσματα αλλά ως μέρη ενός όλου που δημιουργούν μια άλλη συνολική επανανάγνωση. Αυτή η +ολική παρουσία της ποίησης μπορεί να υπάρξει, όποτε ο ποιητής τη χρειάζεται, σε έναν τόπο, ένα βιβλίο, ένα δρώμενο, ένα βιντεοποίημα και φυσικά σε VJ’s: έτσι ο ποιητής γνωρίζει και επανοικειοποιείται τις ιστορικές καταβολές που κάθε φορά διαλέγει κι εκφράζεται ελεύθερα σε οποιαδήποτε ιστορική φόρμα επιλέγει. Με τον τρόπο αυτόν, η φόρμα δεν διαιωνίζεται με τρόπο που να λειτουργεί εγκλωβιστικά, αλλά επιτελεί το καθήκον της, που είναι να καταφέρει να εκφράσει την πλέον δυνατή παρουσία της.

Αυτή η συγκατοίκηση που προτείνω, σε έναν τόπο, ένα βιβλίο, ένα γλυπτό ή στο διαδίκτυο, σε μια χώρα, στο ανθρώπινο κορμί, στις πέντε γλώσσες σε ένα βιβλίο και στις πέντε αισθήσεις σε ένα κορμί και στις πέντε ηπείρους, μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά δημιουργικά μόνον μέσα από την απελευθέρωση από τα κλειστά αισθητικά δόγματα· μόνον μέσα από την δυνατότητα να γεννηθούν καινούριες προσεγγίσεις με βάση την γνώση που έχουμε για την παγκόσμια ιστορία της ποίησης. Αυτό σημαίνει για μένα το προσωπικό ύφος παρουσίασης κι εγγραφής του κάθε ποιήματος ή της ποιητικής πρακτικής. Αυτή είναι η εννοιολογική μου κατεύθυνση σε έναν επιλεγμένο δι-αισθητικό διάλογο.

Την εντοπίζω σαν ένα συνεχές δημιουργικό ζητούμενο του μοντερνισμού, που αντλεί από τις πηγές των αισθητικών ρευμάτων και στο οποίο το δημιουργικό πρόταγμα έχει την ελευθερία να είναι +ολικά ανθρώπινο. Ως εκ τούτου, δεν τοποθετείται πέρα από τα αισθητικά προτάγματα ή στυλ, αλλά αντίθετα κάθε φορά τιμά, ορίζει, επαναπροσδιορίζει διαφορετικά αισθητικά χαρακτηριστικά και θεωρεί την +ολική έκφραση μια προσπάθεια συνέχισης κι εκφραστικής έρευνας των επιλεγμένων αυτών μορφών που βρίσκονται σε διαρκή εξέλιξη. Έτσι, καινούριες εκφραστικές αλληλουχίες ορίζουν μια αισθητική σύμπλεξη/συμπόρευση σε δρόμους απελευθερωμένους, δρόμους ελευθερίας. Όλα δεν συνταιριάζονται με όλα, το σημερινό ανακάτεμα δεν είναι απελευθερωμένο. Αντίθετα, πίσω του κρύβεται την ιδεολογία του μεταμοντέρνου σχετικισμού και ως εκ τούτου δεν ορίζει μια ιδεολογική και αισθητική προσέγγιση – μια ποιητική πρόταση με τέτοιο εννοιολογικό καθορισμό που το παιχνίδι να γίνεται η δουλειά των ποιητών!

Η ιστορία των κοινωνιών σημαίνει τις αλλαγές της, που καταγράφονται. Μπορούμε να σκεφτούμε την ποίηση χωρίς ιστορία – δηλαδή χωρίς αλλαγές; Σήμερα, με τους γρήγορους ρυθμούς εναλλαγών και ρυθμών ζωής, η ποίηση βρίσκεται πλέον σε μια διαδικασία γοργής ενσωμάτωσης, μετάλλαξης, προκειμένου να εκφράσει ένα όχημα που κινείται εικονικά, που διαδρά στιγμιαία με τον χρήστη/αναγνώστη, που βρίσκεται στην άλλη πλευρά του πλανήτη. Κι ο χώρος αυτός, όπου λαμβάνει χώρα όλο αυτό το ψηφιακό γεγονός, είναι άυλος. Υπάρχουν κάποιοι περίοδοι που εμφανίζονται ανανεωτές, πρωτοπόροι ποιητές, αλλιώς τι ιστορία θα υπήρχε; Ιστορία της επανάληψης, της ομοιότητας ή της θεματικής μόνον προσέγγισης και της υφολογικής ομοιογένειας; Θα ήτανε λογικό αυτοί οι πρωτοπόροι να είναι αυτοί που μένουν στην Ιστορία μιας που χαράζουν μονοπάτια. Σήμερα στην Ελλάδα γίνεται το ανάποδο, ξεχνάμε αυτούς που η ποιητική τους διαδρομή σφραγίστηκε από μια ανανεωτική αίσθηση ανατροπής.
Αν δεν είχαν προϋπάρξει αυτοί οι ποιητές που μας πέρασαν στην απέναντι όχθη της ποίησης, δεν θα είχε σήμερα νόημα να προσπαθούμε να μιλήσουμε σε βάθος για την ποιητική έρευνα και την εκάστοτε πρωτοπορία, για να φτάσουμε μάλιστα σήμερα να αναζητούμε το μετά. Με αυτό το πνεύμα πρέπει να μελετήσουμε την διεθνή και τοπική πρωτοποριακή ποίηση και τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει στον χώρο αυτόν. Πρέπει να μελετήσουμε τους ποιητές και την ποιητική τους.

Η ποιητική επικοινωνία ψάχνει πάντοτε απάτητα μονοπάτια. Στόχο έχει τον ορίζοντα μιας νέας, πολυδιάστατης σύνταξης/αίσθησης, μιας πολυποιητικής σύνταξης, μιας έκφρασης που χρησιμοποιεί ό,τι και το ανθρώπινο κορμί: τον ήχο, την εικόνα, την ανάγνωση, την κατανόηση, τις μυστικές αισθήσεις, όλα αυτά μαζί. Η αναζήτηση του άγνωστου Χ στην ποίηση και στην τέχνη, που επιδιώκει να δημιουργήσει ένα +ολικό έργο, με βοήθησε να αποσαφηνίσω αυτή την πολυεπίπεδη προσέγγιση απέναντι στην αφήγηση, μου πρόσφερε αισθητικές επιλογές αλλά και περιορισμούς προκειμένου να ερευνήσω τις εκφραστικές/ποιητικές/ πλαστικές ανησυχίες μου.

Ένας κόσμος ποίησης. Ένας κόσμος τέχνης. Μια γειτονιά που επικοινωνεί και παίζει και δημιουργεί – διαφορετικοί άνθρωποι με ετερόκλιτες διαδρομές που συγκροτούν έναν κόσμο με μια συνολική ματιά συγγενικότητας. Πολύ θα ήθελα όλα να οδηγούν στην +ολική παρουσία του ατόμου/καλλιτέχνη/πολίτη. Αυτή η ολοκλήρωση είναι το ζητούμενο στις μεγάλες επαναστατικές γιορτές/περιόδους, το ξέρουν όσοι το έχουν ζήσει, το έχουν αισθανθεί. Είναι η συνέχεια του στην βράση κολλάει το σίδερο αλλά η δική μου ευχή για ένα μέλλον με +ολικό πανανθρώπινο όραμα.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τα Ποιητικά”, τεύχος 58.

Ζήσης Σαρίκας, Ἐπιτάφιος

ΤΡΕΙΣ ΜΠΑΝΤΕΣ ΓΥΦΤΩΝ μὲ χάλκινα, ἐπί κεφαλῆς ἰσάριθμων ἐπιταφίων τοῦ χωριοῦ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ἦταν γύφτοι ἀπὸ κεῖ, ἐγκατεστημένοι μόνιμα, σὲ δικές τους συνοικίες, μὲ τὰ μαῦρα τους κοστούμια, τὰ λιγδερὰ μαλλιά, τ’ ἄσπρα πουκάμισα, τὶς ἀγκράφες, τὰ δαχτυλίδια καὶ τὰ σκαρπίνια στὴν πένα. Τώρα ἦταν ἡ δική τους ὥρα – ὄχι τοῦ θεανθρώπου, τῶν ἱδρωμένων φαντάρων ποὺ κουβαλοῦσαν τὸ νεκροκρέβατό του, τῶν θρησκόληπτων γραϊδίων καὶ τῶν φολκλὸρ ἐπισκεπτῶν. Κάναν τὴ φιγούρα τους παίζοντας τέλεια, ὅπως μόνον αὐτοὶ ξέρουν νὰ παίζουν, περπατῶντας μὲ βῆμα ἐπίσημο, ἀλλὰ ὄχι στοιχισμένοι… Μιὰ παράσταση ἀπ’ αὐτούς, γι’ αὐτούς. Διονυσιακοὶ καὶ πανηγυριώτικοι οἱ ἦχοι τους ἀκούγονταν σὰν ξορκισμὸς τῶν δαιμονίων καὶ κύκνειο ἆσμα μαζί. Ὕστερα ἀπὸ τὸ ξεκαθάρισμα ποὺ τοὺς ἔκαναν πρὶν ἀπὸ μισὸ αἰῶνα οἱ ναζῆδες κι οἱ σταλινικοί, τώρα ὅλοι θέλουν νὰ τοὺς «ἐντάξουν» πάσῃ θυσίᾳ, νὰ τοὺς κάνουν σὰν τὰ μοῦτρα μας. Τοὺς βάζουν νὰ κάθονται σὲ σπίτια μὲ τὸ ζόρι, τοὺς δίνουν δάνεια, τοὺς σπρώχνουν νὰ παρατήσουν τὴ νομαδικὴ ζωή, νὰ μάθουν γράμματα· τοὺς χαρίζουν ὑπηκοότητα καὶ ἰθαγένεια, τοὺς ἀναγκάζουν νὰ πηγαίνουν στὸν στρατὸ καὶ νὰ ψηφίζουν. Πρέπει νὰ μάθουν μιὰ σωστὴ δουλειά, ὄχι παπατζηλίκια, νὰ ἀσπαστοῦν μιὰ θρησκεία, νὰ πάψουν νὰ εἶναι περιθωριακοὶ καὶ παράνομοι, νὰ γίνουν γνήσιοι μικροαστοί. Κι αὐτὴ ἡ περίεργη ράτσα, μὲ τὴν ἀθεΐα καὶ τὴν ἀγραμματοσύνη της, μὲ τὴ λουμπινιά, τὴ μυσαρότητα καὶ τὸ κέφι της, μὲ τὴ λατρεία της γιὰ τὸν χαβαλὲ καὶ τὴ μουσική, μὲ τὰ χαλαρὰ καὶ φαρδιὰ ἐρωτικά της γοῦστα ἀντιστέκεται ὅσο μπορεῖ. Μὰ λίγα εἶναι τὰ ψωμιά της. Ἡ σταύρωση κι ὁ ἐπιτάφιος εἶναι γι’ αὐτήν.

*Πηγή: Ζήσης Σαρίκας, Μακριὰ ἀπ’ τὸν κόσμο, καὶ ἄλλα κείμενα, Πανοπτικόν, 2008.
Το πήραμε από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2026/04/03/zisis-sarikas-o-epitafios/

Werner Pick, Children of desire / Τα παιδιά της επιθυμίας

The children of desire
Cut the tongue of reason with glowing knives
Suck blood from each others veins
Celebrate the ceremony of desire
Insanity laughs to the tune of machine guns
The children of darkness
Crawl into each others bodies
Taste the sweet fruit of decay
Kiss the firm breasts before time changed
Them into udders of old age
Exhausted arms around thin necks
Sleep on each others nakedness
The branches of death rot
They are forgotten for one hour
They are forgotten for one sweet hour
They are imprisoned in one hour of desire…

Τα παιδιά της επιθυμίας
Κόβουν τη γλώσσα της λογικής με λαμπερά μαχαίρια
Ρουφάνε αίμα από τις φλέβες του άλλου
Γιορτάζουν την τελετή της επιθυμίας
Η τρέλα γελάει στον ρυθμό των πολυβόλων
Τα παιδιά του σκότους
Σέρνονται μέσα στα σώματα των άλλων
Γεύονται τον γλυκό καρπό της αποσύνθεσης
Φιλούν τα σφιχτά στήθη πριν ο χρόνος τα μεταμορφώσει
Σε μαστούς γηρατειών
Εξαντλημένα χέρια γύρω από λεπτούς λαιμούς
Κοιμούνται πάνω στη γυμνότητα του άλλου
Τα κλαδιά του θανάτου σαπίζουν
Είναι ξεχασμένοι για μια ώρα
Είναι ξεχασμένοι για μια γλυκιά ώρα
Είναι φυλακισμένοι σε μια ώρα επιθυμίας…

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Συμβουλές προς τους νέους από τον Γουίλιαμ Μπάροουζ 

Συχνά με ρωτάνε αν μπορώ να δώσω συμβουλές στους νέους.
Λοιπόν ορίστε μερικές οδηγίες για νέους και γέρους.
Ποτέ μην επεμβαίνεις σε τσακωμό αγοριού-κοριτσιού.
Προσοχή στις πόρνες που λένε ότι δεν θέλουν λεφτά.
Και βέβαια θέλουν.
Αυτό που εννοούν είναι ότι θέλουν περισσότερα λεφτά. Πολλά περισσότερα.
Αν κάνεις δουλειές με θρησκευόμενο μαλάκα,
Κοίταξε να τα έχεις όλα γραπτά.
Ο λόγος του δεν έχει καμία αξία.
Όχι όσο ο καλός Θεούλης του λέει πώς να σε ρίξει στη συμφωνία.

Απέφυγε τους αποτυχημένους.
Όλοι ξέρουμε αυτό το είδος.
Ό,τι και να κάνουν,
Όσο καλό κι αν ακούγεται,
Καταλήγει καταστροφικά.
Μην συναναστρέφεσαι τρελούς.
Πες τους με σταθερότητα:
Δεν πληρώνομαι για ν’ ακούω μωρολογίες.
Είσαι αμετανόητα ηλίθιος 

Μερικοί από σας ίσως συναντηθείτε με τον Σατανά,
Αν φτάσετε τόσο μακριά.
Όλες οι ψυχές αξίζουν να σωθούν,
Τουλάχιστον για έναν παπά,
Αλλά δεν αξίζουν όλες οι ψυχές τόσο ώστε να αγοραστούν,
Οπότε μπορείτε να το πάρετε ως κοπλιμέντο.
Πρώτα δοκιμάζει τις πιο εύκολες περιπτώσεις.
Ξέρεις, με λεφτά,
Με όλα τα λεφτά που υπάρχουν.
Αλλά ποιος θέλει να είναι ο πιο πλούσιος σε κάποιο νεκροταφείο;
Τα λεφτά δεν αξίζουν. 

Λοιπόν ο χρόνος δίνει τα χειρότερα χτυπήματα.
Ειδικά κάτω από τη ζώνη.
Πώς είναι να σε αρπάζει ένα νεανικό σώμα;
Σαν πόκερ, σαν «εδώ παπάς, εκεί παπάς»
Τώρα το βλέπεις, τώρα όχι.
Μήπως ξέχασες κάτι, παπού;
Για να αισθανθείς κάτι,
Πρέπει να είσαι παρών.
Πρέπει να είσαι δεκαοχτώ.
Δεν είσαι δεκαοχτώ.
Είσαι εβδομήντα οχτώ
Ο παλιόγερος πούλησε την ψυχή του για ένα στραπόν. 

Κατερίνα Φλωρά, Μέσα από τα συντρίμμια

Του κόσμου τις αντιθέσεις δεν ξέρω αν συνήθισα
μα πορεύτηκα μέσα από αυτές άθελά μου
πότε ως παρατηρήτρια πότε αντιδρώντας
μα πάντοτε προσπαθώντας να κατανοήσω την κατάφωρη αδικία
που μου γεννά οργή
την ανθρώπινη απόγνωση
που μου γεννά συμπόνοια
και παραδίπλα σχεδόν παράλληλα την ασύλληπτη ομορφιά και την ελπίδα
που στους ανθρώπους μόνο την βρήκα
που αντικρύζουμε τα ίδια τοπία
που τα βλέμματα και τα χαμόγελά μας συναντήθηκαν για μια στιγμή
που αρκεί για να μας δώσει εκείνη την ώθηση να συνεχίζουμε μαζί.
Μα και απ’ τους άλλους που ξένοι μοιάζουν και αλλού κοιτάζουν
σαν θυμηθώ την παρουσία τους που έχω από καιρό απωθήσει
χώρος ανοίγει ανάμεσά μας
μέσα στο χάσιμο που μας επιφυλάσσει ο χρόνος.

Francois Villon: Ένας «καταραμένος ποιητής» από το Μεσαίωνα

Francois de Montcorbier, επονομαζόμενος Villon.

Γεννήθηκε το 1431 στο Παρίσι, εξαφανίστηκε το 1463. Είναι ο πιο γνωστός Γάλλος ποιητής του τέλους του Μεσαίωνα.

Να τι απέγινε ο ποιητής και απατεώνας Φρανσουά Βιγιόν μετά την αμνήστευσή του το 1463:
Για ένα εξάμηνο περιπλανήθηκε στη Νορμανδία. Άλλους έξι μήνες τον φιλοξένησαν γνωστοί του στη Ρουέν. Ανάρρωσε. Μπήκε σε σκέψεις. Αρχές του 1464 εγκαταστάθηκε με ψεύτικο όνομα σ’ ένα χωριό κοντά στη θάλασσα, έξω απ’ το Ισινί. Εργάστηκε αρχικά στους μηλεώνες, έπειτα, με τα πρώτα χρήματα κι εξασφαλίζοντας την εύνοια του τοπικού εφημέριου, αγόρασε ένα χωράφι, μισό εκτάριο. Καλλιεργούσε σιτάρι και βρόμη. Έμαθε να δουλεύει με τα χέρια. Έκοψε πεύκα, έστησε με σανίδια ένα υποστατικό στη μέση του κτήματος. Κοιμόταν πλάι στα ζώα του. Είχε σκυλιά και γάτες, έτρεφε πρόβατα και γουρούνια. Πρώτα αυτά αγάπησε κι ύστερα τους ανθρώπους.

Από το δεύτερο χρόνο σύχναζε τις Κυριακές στην ταβέρνα. Παίνευε το ντόπιο τυρί και γελούσε μαζί με τους αγρότες. Όταν τον Ιούλιο του 1467 πέρασαν από την περιοχή ο Λουδοβίκος ο Συνετός με τη Μαργαρίτα, προσφέρθηκε να επισκευάσει δωρεάν τη στέγη της εκκλησίας, να μπει η βασίλισσα να κοινωνήσει. Την επόμενη χρονιά πάντρεψε τον ταβερνιάρη. Προσπάθησε τότε, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί, να συνθέσει για το γάμο μια μπαλάντα. Δεν τα κατάφερε ούτε το ξανατόλμησε.

Το 1469 παντρεύτηκε την ανιψιά του εφημέριου, μια σκυθρωπή δεκαεξάχρονη. Απέκτησαν δυο γιους. Δεν της είπε πώς έζησε πριν γνωριστούν. Ούτε κι αυτή ρώτησε. Τη μέρα έσκυβαν στη δουλειά, το βράδυ δειπνούσαν με τους γείτονες, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Από μήνα σε μήνα εξοικονόμησαν κάποιο μικροποσό. Τον Οκτώβριο του 1474 η γειτόνισσα έπεσε απ’ την άμαξα και τ’ άλογα της την ποδοπάτησαν. Ο άντρας της πούλησε την περιουσία τους, έφυγε. Ο Βιγιόν δεν είχε πολλά να δώσει αλλά ο χήρος τον προτίμησε, ένεκα η φιλία τόσα χρόνια κι η βιασύνη του να ξεχάσει.

Απ’ το Δεκέμβριο του 1474 ως το Μάρτιο του 1475 ο Βιγιόν φρόντισε την ιδιοκτησία του γείτονα. Ενίσχυσε την περίφραξη, ξεχέρσωσε τα χωράφια, τράβηξε νερό για πότισμα. Τον Απρίλιο του 1475 φύτεψε κλήματα. Έβαλε εγγυητή το δικαστή, ξάδελφο του ταβερνιάρη, και δανείστηκε λεφτά. Αγόρασε κι άλλη γη, ύστερα λίγη ακόμα. Ως το 1480 όριζε σαράντα εκτάρια, είχε ξοφλήσει τα χρέη του κι απασχολούσε μια οικογένεια κολίγους. Ήταν έξι άτομα, κοιμούνταν σ’ ένα πλίθινο παράσπιτο. Τους πλήρωνε την πρώτη του μηνός. Τον υπάκουαν.

Ο Βιγιόν επέβλεπε με τους γιους του τα πάντα. Το χειμώνα, όταν η δουλειά λιγόστευε, ανοίγονταν οι τρεις τους στη Μάγχη για καλκάνια. Το 1488, ο μικρότερος μαχαιρώθηκε σε καβγά στην Καν. Αυτός έφταιγε, επιτέθηκε μεθυσμένος σ’ ένα σιδερά, αλλά ο δικαστής, σχεδόν συγγενής, έστειλε στη φυλακή τον άλλο. Ο μικρός ψυχορραγούσε για βδομάδες. Από τότε η γυναίκα του κλείστηκε στον εαυτό της. Το ίδιο κι αυτός. Ο μεγάλος γιος παντρεύτηκε και μετοίκησε στο Μπορντό. Έγινε φούρναρης, πλούτισε γρήγορα. Κάθε καλοκαίρι επισκεπτόταν για ένα δεκαπενθήμερο το κτήμα, ανόρεχτα. Στην αρχή ερχόταν μόνο με τη γυναίκα του, έπειτα και με την κόρη του. Ο Βιγιόν παράγγειλε σ1 ένα ζωγράφο απ’ το Μπα-γιό το πορτρέτο της εγγονής του. Σκάλισε ο ίδιος μια κορνίζα όλο μαιάνδρους, κρέμασε τον πίνακα στην τραπεζαρία. Με τον καιρό ο γιος του προφασίστηκε υποχρεώσεις. Δεν ξανάρθε. Το τελευταίο γράμμα ο Βιγιόν το έλαβε στις αρχές του 1496. Έκτοτε δυο φορές ξεκίνησε να τον βρει, αλλά ο γιατρός τον αποθάρρυνε. Η ηλικία, του ‘πε.
Τον Ιούνιο του 1501 πυρκαγιά -δεν αποδείχτηκε ότι την έβαλε ο πατέρας του φονιά- κατέκαψε την αποθήκη και τους στάβλους. Όλη νύχτα ο Βιγιόν άκουγε τα ζώα του παγιδευμένα να φωνάζουν. Η γυναίκα του βγήκε απ’ τη σιωπή της μόνο για να τον συγκρατήσει, να μην εκδικηθεί. Έχτισε τα πάντα από την αρχή. Καινούργια σκεπή. Καινούργιο βουστάσιο. Πήρε νέα άλογα, τα καλύτερα, τ’ ακριβότερα. Το 1503 η γυναίκα του, στεγνή μέσα της για δεκαπέντε χρόνια, έπεσε στο πηγάδι. Ο Βιγιόν δωροδόκησε το γιατρό να πει ότι ήταν ατύχημα.

Το Σεπτέμβριο του 1505, στον τρύγο, η καρδιά του τρεμόπαιξε σαν μακρινό αστέρι. Τον βρήκε ο επιστάτης μπρούμυτα, λιπόθυμο στο πατητήρι. Ως εδώ, είπε. Το Δεκέμβριο συνέταξε τη διαθήκη του -την τρίτη, την οριστική, την πρώτη σε λόγο πεζό. Άφησε τη μισή του γη στους κολίγους, τα υπόλοιπα στην εγγονή του.

Έζησε μόνος άλλη μια δεκαετία. Στα τελευταία ζήτησε να μάθει φλάουτο. Έφτιαξε ένα κι έπαιζε στα σκυλιά του. Πέθανε τον Μάρτιο του 1515, ένα πρωί που βγήκε αξημέρωτα στον κήπο να σκάψει τα κρεμμύδια.

Πολύ πριν τον Ρεμπώ, τον Βερλαίν και τον Μπωντλαίρ, γεννήθηκε στο Παρίσι, το 1431, ο Φρανσουά Βιγιόν. Απόφοιτος του Πανεπιστημίου των Παρισιών και δις καταδικασμένος σε εξορία, πρώτα για τη δολοφονία ενός κληρικού (για την οποία συγχωρέθηκε με βασιλική παρέμβαση) και ύστερα για τη διάρρηξη ενός κολεγίου, ο Φρανσουά Βιγιόν είναι ο πρώτος από τους «καταραμένους ποιητές», τόσο λόγω της θεματολογίας των ποιημάτων του, όσο και χάρη στον «μποέμ» τρόπο ζωής του. Ο Βιγιόν έγινε ληστής και μπήκε στη φυλακή τουλάχιστον τρεις φορές, μία εκ των οποίων καταδικασμένος σε θάνατο, μόνο για να αφεθεί ύστερα ελεύθερος, μετά από παρεμβάσεις της αριστοκρατίας. Σήμερα, θυμόμαστε τον ποιητή για τα δύο μεγάλα έργα του, τη «Μικρή» (1456) και τη «Μεγάλη Διαθήκη» (1461), αλλά και τις μπαλάντες του, που συμπεριλαμβάνονται σε αυτά.

Η «Μικρή Διαθήκη» ολοκληρώθηκε κατά την περίοδο της πρώτης εξορίας του Βιγιόν από το Παρίσι και σε εκείνη κληροδοτεί, μεταξύ άλλων, τα μαλλιά του στον κουρέα του, το μισογκρεμισμένο πύργο που έχει κάνει άντρο του στους συντρόφους του και το ενεχυριασμένο σπαθί του στο γραμματέα του κακουργοδικείου. Είναι ένα σατυρικό ποίημα, χωρίς μεγάλες βλέψεις, όμως, μας δείχνει ήδη ένα Παρίσι, που όχι μόνο έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης μεγαλούπολης, αλλά παρουσιάζει ήδη σημαντικά σημάδια σήψης. Από εκεί θα πρέπει να εμπνεύστηκε και ο Βίκτωρας Ουγκώ την Αυλή των Θαυμάτων που περιγράφει στο έργο του, «Η Παναγία των Παρισίων» (1831).

Η «Μεγάλη Διαθήκη» γράφτηκε στη φυλακή, όπου ο Φρανσουά Βιγιόν βρέθηκε με διαταγή του επισκόπου της Ορλεάνης. Το έργο διέπεται, εκτός από τον κυνισμό του Βιγιόν και από μια απέραντη θλίψη. Ο ποιητής μιλάει για τις χαρές του παρελθόντος στα καπηλειά με νοσταλγία και θρηνεί για το εφήμερο της ζωής. Ο Βιγιόν μοιάζει στα τριάντα του χρόνια να συλλογίζεται το θάνατο και παρότι φαίνεται να έχει σαρκαστική διάθεση όταν μιλάει για τις γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του (οι περισσότερες από τις οποίες ήταν μάλλον πόρνες), η διαθήκη αυτή είναι γραμμένη με ιδιαίτερη ειλικρίνεια.

Ο Βιγιόν ελευθερώθηκε ξανά από τη φυλακή το 1461 και τελικά φυλακίστηκε και πάλι ένα χρόνο αργότερα για συμμετοχή σε συμπλοκή, αυτή τη φορά καταδικασμένος σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Τότε συνθέτει την πασίγνωστη «Μπαλάντα των κρεμασμένων», στην οποία επικαλείται τον οίκτο των συνανθρώπων του και παρακαλεί το Θεό να συγχωρέσει εκείνον και τους άλλους θανατοποινίτες. Ο Βιγιόν, τελικά, γλίτωσε την αγχόνη και η ποινή του μετατράπηκε σε δεκαετή εξορία από το Παρίσι.

«Η άκρη του τραπεζιού» (1872), του Ανρί Φαντέν-Λατούρ. Ο Αρθούρος Ρεμπώ δίκαια ονόμασε τον Φρανσουά Βιγιόν «γενάρχη» των «καταραμένων ποιητών». Χωρίς αυτόν, ίσως να μην είχαν συντεθεί ποτέ ποιήματα όπως τα «Άνθη του Κακού» (1857) ή το «Μια Εποχή στην Κόλαση» (1873). Ο Βιγιόν αποτελεί ημι-μυθική φιγούρα στην ιστορία της λογοτεχνίας και το έργο του διαθέτει μια φρεσκάδα που διατηρείται μέχρι και σήμερα.

*Το κείμενο κατά το μεγαλύτερο μέρος του προέρχεται από το βιβλίο του Γιάννη Παλαβού “Αστείο”, Εκδόσεις Νεφέλη, 2012 και ηλεκτρονικά δημοσιεύτηκε εδώ: https://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2013/01/06/palavos/ Από τη παράγραφο που αρχίζει ως: “Πολύ πριν τον Ρεμπώ…” το κείμενο προέρχεται από δημοσίευμα στο: https://aforesmos.blogspot.com/2024/09/blog-post.html (όπου δεν αναφέρεται συγγραφέας και πηγή).

Elise Cowen, Έξι ποιήματα

ΕΥΚΟΛΑ ΕΡΩΤΕΥΕΣΑΙ

Εύκολα ερωτεύεσαι
τους ποιητές
Το ΜΕΓΑΛΕΙΟ τους
πέφτοντας πάνω στις σελίδες
αποσπά ατομικά ουράνια τόξα

Εύκολα ερωτεύεσαι
τους ποιητές
Το ΜΕΓΑΛΕΙΟ τους
πέφτοντας πάνω στις σελίδες
σε μια ρουφηξιά μου

Ο ΗΧΟΣ ΤΩΡΑ

Ο ήχος τώρα στον δρόμο είναι ο αντίλαλος από μια μακριά
τρομπέτα που κουδουνίζει στ’ αυτιά μου
Η κοιλιά μου γουργουρίζει πάνω στη χαρακιά απ’ το μαχαίρι
περικλείοντας
Κρέας, κρέας
να γανώσεις, κρέας να φας
τρίζουν τα κοιμισμένα καταφύγια
ανάμεσα στα δόντια μου
Ο έρωτας ξίνισε το ψωμί
ψίχουλα στο κρεβάτι.

*

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΑΤΙ

Το πρώτο μάτι ανοίγει με τη ζεστασιά του ήλιου
να τον κοιτάξει
το δεύτερο ξεσκίζεται από έναν φαρμακοποιό,
Υποστυλώνεται με οδοντογλυφίδες, συστήματα
και λέξεις/και του αρέσει να βλεφαρίζει στις αντανακλάσεις
Ξέρω μόνο πως μπορεί να υπάρχουν πολλά,
επειδή το ένα πληγιάζει
όταν σκέφτομαι τόσο πολύ

Το πρώτο μάτι είναι τυφλό
άλλο δεν υπάρχει

*

ΚΑΘΙΣΜΕΝΗ

Καθισμένη μαζί σου στην κουζίνα
συζητώντας για τα πάντα
πίνοντας τσάι
σ’ αγαπώ
Το “πολύ“ είναι μια όμορφη, ηγεμονική, τέλεια λέξη
Ω, σε θέλω εδώ σώμα
με ή χωρίς γενναία ποιήματα
Άσε με να φύγω, σε παρακαλώ
Σε παρακαλώ, άφησέ με να ‘ρθώ

*

ΠΟΙΟΣ;

Ποιος θα μου χτυπήσει
τον πισινό
όταν θα γεννηθώ
ξανά

Ποιος θα μου κλείσει τα μάτια
όταν
πεθαμένα αυτά
ακόμα βλέπουν

Η ΓΥΝΑΙΚΑ

Η γυναίκα είναι κάτι ταπεινό
φτιαγμένο από θάνατο κι απόνερα.
Η μόδα είναι να ντύνεται απλά
και το μυαλό να το ‘χει για μπορντούρα.

*Από το βιβλίο “Ποιήτριες της γενιάς των beat”, εκδ. Opportuna, Πάτρα 2021. Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Πλάνες

πλάνες αιωρούνται
πλάνες εξακοντίζονται
πλάνες των πλανητών
πλάνες των πλανεμένων
πλάνες για το θεϊκό
πλάνες για το πραγματικό
πλάνες για το άυλο
πλάνες για το αέναο
πλάνες στροβιλίζονται
πλάνες των κυρίαρχων
πλάνες των κυριαρχούμενων
πλάνες των επουράνιων
πλάνες των επίγειων
πλάνες των υπογείων
πλάνες των ισογείων
πλάνες των θαλασσίων
πλάνες των εναερίων
πλάνες επιθέσεων στο κυρίαρχο
πλάνες αντίστασης στ’ αγάλματα των πλατειών
πλάνες αντιδράσεις στους ρήτορες του τίποτα
πλάνες φρούδες ελπίδες
πλάνες στα τρίμματα της όποιας καθημερινότητας

Μίλτος Σαχτούρης, Ἡ δύσκολη Κυριακή

Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά
Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο
Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ

Έφη Καλογεροπούλου, Φως

Παράθυρα ανοιχτά
πολλά
το ένα μέσα στ’ άλλο
στο βάθος του ορίζοντα
ανοιχτά
πάνω σε λευκή σιωπή
μπροστά
αναπαύεται ο πατέρας
-πατέρα, είναι επικίνδυνα εκεί,
πατέρα

μετά νιώθω
ένα τρέμισμα
μυστηριώδες κι ανείπωτο
σαν αδέξιο περιστέρι
που πρώτη φορά μαθαίνει να πετά
Κι ύστερα
ο θλιμμένος χρόνος φτερουγίζει
τραυματισμένος
στο βαθύ ορυχείο της καρδιάς
εκεί που όλα δείχνουν να τελειώνουν
δίχως τέλος

Τώρα
βλέπω την παιδική ηλικία
της συνείδησης, στη νοσταλγία ενός Μάη
που δεν κρύβει την Άνοιξη
στις λεπτομέρειες

Άνοιξη ευλογημένη από φως
που κάθε απόγευμα
γεννάς κόκκινες
χιλιάδες πεταλούδες
δείξε μου πάλι τον πατέρα
και να!
τον βλέπω
ανάλαφρα σε μένα να στρέφεται
και να χαμογελά

στο βάθος
χαμόγελα ανοιχτά
πολλά
το ένα μέσα στο άλλο
κι άλλα χαμόγελα πολλά
κι άλλα
ελάχιστα
χιλιάδες
σαν τη ζωή μικρά