Γιώργος Κοζίας, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΔΩΡΟ

Η Βεατρίκη τό ‘κλεψε
να το δώσει στον αγαπητικό της.
Το ξαναβρήκα σε κοσμηματοπωλείο
του Πόντε Βέκκιο, βεβηλωμένο.

Δυσκολεύτηκα να το αναγνωρίσω
Το αγοράζω νύχτα τό’ ριξα στον Άρνο.
Έχει περάσει από πολλά ανίερα χέρια.
Από προδομένες αγάπες.
Ξεχασμένες.

*

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΒΟΫΤΣΕΚ

Το φεγγάρι σάπιο ξύλο.
Μαραμένο ηλιοτρόπιο ο ήλιος.
Μικρές χρυσές μύγες αστέρια.
Η γη τσακισμένο καράβι.
Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες.

Στρατιώτης Φρειδερίκος Ιωάννης
Φραγκίσκος Βόυτσεκ. Τυφεκιοφόρος.
Πυροβολεί τον γαλαξία!

*

ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ

Στο όνειρό του αντίκρισε τον Σοπενχάουερ.
-Πρόσεξε, του φώναξε,
Με κυνηγούν επτά αντιπρόσωποι των νόμων.
Κραδαίνουν αόρατα ραβδιά

-Ησύχασε, τον παρότρυνε εκείνος,
όλοι έχουμε ανάγκη
τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, Εκδόσεις στιγμή, 2007.

Σοφία Κουφού, Τρία ποιήματα

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΛΑΧΑΝΟΚΗΠΟΥΣ

Ο αέρας απόψε είναι ατμός.
Πώς να βάλεις το νέο σου φούτερ μπλουζάκι
όταν ακόμα δεν έχουν βγει τα λάχανα;
Μη στέλνεις άλλα γράμματα,
δεν θ’ απαντήσω.
Η επανάσταση έχει αρχίσει.
Να την απολαύσεις.
Μπες πιο βαθιά
-χρειάζεται αρκετό βάθος-
και μη βγεις πριν να τελειώσει.
Θέλει πειθαρχία.
Όμως ξέρω καλά
πως θα βγεις νικητής
ακόμα κι αν έχεις ηττηθεί.
Ανταπόδοση εκ των έσω.

ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ

Και πετάχθηκαν από εκατομμύρια οθόνες
με το πάτημα ενός κουμπιού.
Σαν ελατήριο αυτό
προκάλεσε εξαναγκασμένη ταλάντωση
απ’ το ένα άκρο στ’ άλλο.
Απ΄τη μανιώδη χαρά της παρουσιάστριας
που με χάχανα προειδοποιεί
“Μην αγγίζετε το μακιγιάζ μου”.
Ως την βεγγέρα του φόβου
που ξεστομίζεται
από φορετά πουκάμισα.
Κι εγένετο τσίρκο.

*

REMOTE DATA

Έχουν ένα κάδρο γεμάτο πληροφορία ανάμεσά τους
να τους ενώνει μ’ ένα νήμα αδιόρατο.
Και μάτια μόνο για τα εκτός πλάνου.
Ασύμπτωτη συνάντηση.

*Από τη συλλογή “Περί θέσεως και ευρύτητας”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2020.

Sara Teasdale, Δύο ποιήματα

Morning Song

A diamond of a morning
Waked me an hour too soon;
Dawn had taken in the stars
And left the faint white moon.
O white moon, you are lonely,
It is the same with me,
But we have the world to roam over,
Only the lonely are free. –

Πρωινό Τραγούδι

Μια διαμαντόπετρα του πρωινού
Με ξύπνησε μια ώρα πιο νωρίς·
Τ’ άστρα είχε περιστείλει η αυγή
Κι άφησε το ασθενικό, λευκό φεγγάρι.
Ω, φεγγάρι λευκό, είσαι μοναχό,
Το ίδιο με μένα είσαι κι εσύ ,
Αλλ’ όμως, έχουμε τον κόσμο να
περιπλανηθούμε,
Ελεύθεροι είναι μόνον οι μοναχικοί.

*

Dusk In Autumn

The moon is like a scimitar,
A little silver scimitar,
A-drifting down the sky.
And near beside it is a star,
A timid twinkling golden star,
That watches like an eye.
And thro’ the nursery window-pane
The witches have a fire again,
Just like the ones we make, —
And now I know they’re having tea,
I wish they’d give a cup to me,
With witches’ currant cake.

Σούρουπο του Φθινοπώρου

Σαν γιαταγάνι είναι το φεγγάρι,
Ένα ασημένιο μικρό χατζάρι,
Ένας του ουρανού περιπλανώμενος.
Και δίπλα κοντά είναι ένα αστέρι,
Ένα ντροπαλό λαμπερό χρυσό αστέρι,
Που σαν μάτι αγρυπνά.
Κι έξω από του παιδικού δωμάτιου το τζάμι
Μια φωτιά έχουν οι μάγισσες πάλι,
Ακριβώς σαν αυτές που φτιάχνουμε κι εμείς, —
Και τώρα που ξέρω πως τσάι θα πίνουν,
Εύχομαι μια κούπα σε μένα να δίνουν,
Με της μάγισσας το σταφιδόψωμο.

*Από το βιβλίο “Sara Teasdale, Ποιήματα”, σε μετάφραση: Ασημίνας Λαμπράκου, Αθήνα 2023.

Μαρία-Κασσιανή Πανούτσου, Πενθεσίλεια

Λένε πως o Αχιλλέας ήταν έξω φρενών από την έκπληξη όταν συγκρούστηκε με την Πενθεσίλεια. Αυτός άρχισε να παίζει μαζί της και αυτήν τον χτύπησε. ο Αχιλλέας ταράχτηκε λένε. Νόμισε πως έχασα τα λογικά του, τόση έκπληξη είχε με την αντίδραση της Πενθεσίλειας. Να τον αντιμετωπίσει με τον σπαθί της… Την έριξε κάτω, ήθελε να την πάρει αιχμάλωτη κι εκείνη, τον γρατσούνισε με το εγχειρίδιο και τότε εκείνος την σκότωσε.


…ο ουρανός της γης / στην θέση του ακόμη
καθώς κι’ οι θάλασσες/ με την ηχώ απ’  την σελήνη/
σε συνάντησα νωρίς Πενθεσίλεια /
με εντυπωσίασες/ μα /δεν σε πίστεψα
σε ξέχασα και το’ θελα πολύ

σε σκάλισα μια μέρα στο χώμα/
χορεύοντας ένα ρυθμό αργεντίνικο/
στο χώμα το δικό μου /
όσο χώμα μου αναλογεί/
και την μορφή σου/
και το στήθος σου/
το ένα και μοναδικό/
το τότε  ασφάλισα/

αιώνες το μήνυμα σου στα χέρια μου/
αναμένει την δικαίωση/
τι περιμένει / από μένα μια στάλα άνθρωπος /
θα περιμένεις χρόνους Πενθεσίλεια
στριμωγμένη σε σωρούς από κόκαλα /
με μαρτυρία μόνο τις λέξεις
 
γι’ αυτό έφυγε νωρίς
ο ένας είναι αρκετός
ένας αρκετός
για να δεις την μυρωδιά του κόσμου
κι όμως υπάρχουν ακόμη κάποια μικρά
πολύ μικρά
δεν έχω λέξη γι’ αυτά
όμως μικρά
κι αυτά ενώνουν τις δυο μου παλάμες
όπως και εσύ
καθώς έπεφτες στο χώμα χτυπημένη
με τις παλάμες φερμένες στο στήθος.

Μαρία Κούρση, Άκαρδο

Φωτογραφία: Edward Weston

Κάποτε
Σε Χρόνους συμπονετικούς
Αγάπησα παράφορα
Το αμίλητο νερό
Εκείνο
Το έμαθε
Δεν το έμαθε
Δεν έμαθα
Τα μυστικά χρόνια
Που πέρασαν
Έδειξαν
Με κάποια βεβαιότητα
Ότι
Τα μικρά ποιήματα
Μελαγχολούν όταν
Αγαπούν.

Άννα Αχμάτοβα, Requiem

1
Σε πήραν τα χαράματα αλυσοδεμένο
κι έτρεχα πίσω σου σαν γέρικο σκυλί.
Στης φυλακής την πύλη μάταια περιμένω.
Στα μελανά μου χείλη ξύδι και χολή.

Το παγωμένο εικόνισμα δεν το θερμαίνουν
κεριά αναμμένα, το τρεμάμενο φιλί.
Κοιτάς τον ουρανό, κορμί γονατισμένο,
μα προσευχή καμμία δεν ωφελεί.

5
Μήνες φωνάξω δεκαεφτά
προσευχόμενος στο σπίτι να γυρίσεις.
Τον δήμιο ικέτευα γονατιστή
αχ, γιε μου, ικέτευα να ζήσεις.
Ένα κουβάρι γίναν όλα, ρημαδιό,
και δεν μπορώ να βρω τη λύση.
Ποιος είναι άνθρωπος και ποιος θεριό;
η εκτέλεση άραγε θ’ αργήσει;
Λουλούδια άπονο σκονισμένα, σκοτεινά,
κι ηχολογάει το θυμιατήρι.
Τα βήματα οδηγούν στο πουθενά.
Κι από ψηλά ένα άστρο έχει γείρει
Και με κοιτάει κατάματα χλωμό
με γρήγορο απειλώντας με χαμό.

8
Προς τον θάνατο
Αργού θα ‘ρθεις, γιατί όχι τούτη τη στιγμή;
Σε περιμένω, αδύνατο η πληγή να πιάνει.
Τα φώτα ολοσβηστά, η εξώπορτα ανοιχτή
Να μπεις ολόλαμπρος πόνε μου και βοτάνι.

Πάρε όποια θες μορφή, αρκεί να ΄ρθείς.
Σαν σφαίρα σφύριζε και τρύπησέ με,
η γλιστρά αθόρυβα σαν σκοτεινός ληστής,
ή με φαρμάκι αλύπητο φαρμάκωσέ με.

Ή σαν τον μύθο ένα, που έχεις σοφιστεί
και που τον λέει και ξαναλέει το κάθε στόμα,
ώσπου να δω το μπλε πηλήκιο στην αυλή
κι άσπρο απ’ τον τρόμο του τον θυρωρό μας.

Το ίδιο μου κάνει. Ο Δνείπερος αργοκυλά,
φέγγουν τ’ αστέρια στ’ ουρανού τα μήκη,
και των ματιών σου τη γαλάζια πυρκαγιά
τη σβήνει πέρα ως πέρα η φρίκη.

*Αναμετάφραση αποσπασμάτων από τα ελληνικά: Τάσος Βαγενάς. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οροπέδιο”, τεύχος 18, Άνοιξη 2017.

Θάνος Γώγος, Τρία ποιήματα

Ι
Οι δρόμοι στο Ντακάρ
γεμάτοι
νερό
κι οι κάτοικοι
Απ΄τα μπαλκόνια
επευφημούσαν
το
αγόρι
το κορίτσι
με την ατμομηχανή
με τα μάτια τους γεμάτα
νερό
προέλαυναν
δεμένοι

ξένοι
στην πόλη

ξένοι
στα
σώματά τους

ΙΙ
Στις γιορτές
Ο πόλεμος
Σταματούσε.

Οι μέρες ανακωχής
Ήταν μέρες
Αφθονίας
Ανοίγαμε
τότε
Οι
ξένοι
λυρικά
τις ομπρέλες
μας

και τα δόντια
έλαμπαν

και το δέρμα
που κατοικούσαμε
λογαριαζόταν εκεί

όπου τα στάχια ψηλότερα των ώμων

όπου η θάλασσα
ευλαβικά
γδύνεται
ένα με τη
γη

η σκέψη το σώμα ο λόγος
στο τέλος
ένα

κι
ένα

σαν
εκκλησιές

έπεφταν
χωριστά

ανάλογα
με τη φήμη
τους

ΙΙΙ
Θυμάμαι
Σαν
Κίνηση
Μέσα στο
Σχήμα

Χτυπούσα με το σφυρί
το
καλοκαίρι
στις πέτρες

Τοποθετούσα με τη
σειρά
τους
τς πέτρες
στα
Μάτια

Θυμάμαι
από το πολύ βραχύ
της μνήμης

Αυτό ακριβώς με
Οδηγούσε
Πάντα
Μέσα
Στη θάλασσα

Στο Λιμάνι του Ντακάρ
Η θάλασσα
Έφτανε

Μέχρι
Εκεί
Που
Δεν μπορούσαμε να πάμε

Diane Di Prima, Ποιήματα

Paracelsus:

Extract the juice which is itself a Light.
Pulp, manna, gentle
Theriasin, ergot
like mold on flame, these red leaves
bursting
from mesquite by the side
of dry creekbed. Extract
the tar, the sticky
substance
heart
of things
(each plant a star, extract
the juice of stars
by circular stillation
smear
the inner man w/the coction
till he burn
like worms of light in quicksilver
not the false
puffballs of marshfire, extract
the heart of the empty heart
it is full
of the star soul that paces fierce
in the deeps of earth
the Red Man,
healer
in furs
who carries a club
who carries
the pale homunculus
in his belly.
For you are angel, you call
the soul from plants
or pearls of ambergris
out of the grudging sea.
Extract arcanum. Separate
true Archeus from the false
the bitter
is not less potent—nor does clarity
bespeak truth.
Out of the heart of the ineffable
draw the black flecks of matter
& from these
the cold, blue fire.
Dry water. Immerse
yourself
though it be but a drop.
This Iliaster
flowers like the wind.
Out of the ash, the Eidolon of the world
Crystalline.
Perfect.

Παράκελσος:

Εξάγετε τον χυμό, ο οποίος από μόνος του είναι ένα Φως.
Πολτός, μάννα, απαλό
Θεριασίνη, εργοταμίνη
σαν μούχλα στη φλόγα, αυτά τα κόκκινα φύλλα
εκρήγνυται
από το μεσκίτ στο πλάι
της ξηρής κοίτης του ρυακιού. Εκχύλισμα
η πίσσα, το κολλώδες
ουσία
καρδιά
των πραγμάτων
(κάθε φυτό ένα αστέρι, εκχύλισμα
ο χυμός των αστεριών
με κυκλική στασιμότητα
κηλίδα
ο εσωτερικός άνθρωπος με τη σύγχυση
μέχρι να καεί
σαν σκουλήκια φωτός σε υδράργυρο
όχι το ψεύτικο
φουσκωτές μπάλες από βάλτο, εκχύλισμα
η καρδιά της άδειας καρδιάς
είναι γεμάτο
της αστρικής ψυχής που βηματίζει άγρια
στα βάθη της γης
ο Κόκκινος Άνθρωπος,
θεραπευτής
σε γούνες
ποιος κουβαλάει ρόπαλο
ποιος κουβαλάει
ο χλωμός ανθρωπόμορφος
στην κοιλιά του.
Γιατί είσαι άγγελος, καλείς
η ψυχή από τα φυτά
ή μαργαριτάρια αμπέρι
έξω από την αδηφάγα θάλασσα.
Απόσπασμα από το Αρκάνουμ. Ξεχωρίστε το.
ο αληθινός Αρχέας από τον ψεύτικο
το πικρό
δεν είναι λιγότερο ισχυρό—ούτε και η σαφήνεια
πες την αλήθεια.
Από την καρδιά του απερίγραπτου
ζωγράφισε τις μαύρες κηλίδες της ύλης
& από αυτά
τη κρύα, γαλάζια φωτιά.
Ξηρό νερό. Βυθίσου
σύ ο ίδιος
κι ας είναι μόνο μια σταγόνα.
Αυτός ο Ιλιάστερ
λουλούδια σαν τον άνεμο.
Από την στάχτη, το Είδωλο του κόσμου
Κρυστάλλινος.
Τέλειος.

*

Song for Baby-O, Unborn

Sweetheart
when you break thru
you’ll find
a poet here
not quite what one would choose.
I won’t promise
you’ll never go hungry
or that you won’t be sad
on this gutted
breaking
globe
but I can show you
baby
enough to love
to break your heart
forever

Τραγούδι για το Baby-O, Unborn

Αγαπημένο
όταν θα βγεις στον κόσμο
θα βρεις
ένα ποιητή εδώ
όχι ακριβώς αυτό που θα επέλεγε κανείς.
Δεν θα σου υποσχεθώ ότι
δεν θα πεινάσεις ποτέ
ή ότι δεν θα είσαι λυπημένο
σε αυτό τον άσπλαχνο
διαλυμένο
κόσμο
αλλά μπορώ να σου δείξω
μωρό μου
αρκετά για να αγαπήσεις για
να σου ραγίσω την καρδιά για
πάντα

*

The Window

you are my bread
and the hairline
noise
of my bones
you are almost
the sea
you are not stone
or molten sound
I think
you have no hands

Το Παράθυρο
είσαι το ψωμί μου
και η γραμμή των μαλλιών μου
το τρίξιμο
των οστών μου
είσαι σχεδόν
η θάλασσα
δεν είσαι πέτρα
ή λιωμένος ήχος
Νομίζω πως
δεν έχεις χέρια

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης

Ρώμος Φιλύρας, Αγνή βέρα

Απ’ όλα δε θα μείνη – συλλογίσου –
παρ’ ό,τι θα θυμίζω την ψυχή,
μέσα στο χάος της βουβής αβύσου
μόνον η Αγάπη λόγια ν’ αντηχή
θάχη, για ν’ ανυμνή το μάγο ταίρι,
που πανόμοια στοιχεία το κυβερνούσαν
που ένας στον άλλον έδινε το χέρι
κι οι Άγγελοι ψηλά τους εκαλούσαν.

*Από τη συλλογή «Θυσία», 1923