Υπάρχει εκτός των άλλων κι ένα τραίνο.
Κοιτάζω πάντα προς τα πίσω
ν΄ απομακρύνουνται τα άγνωστα τούτα ζώα.
Είμαι χαρούμενος συχνά
που δεν αφήνουμε ίχνη.
Εσείς οι άλλοι μη μιλάτε
Το παιδί αυτό απεβίωσε χθες
και στην πόρτα ο ανίδεος επισκέπτης
βαστάει το ψάρι του δεμένο
με το πράσινο βούρλο.
Τι άραγε κερδίσαμε
ταχτοποιώντας τις χρονολογίες;
Μάθαμε αυτό και το είπαμε
δημιουργώντας κάποιες ιδέες.
Το είπαμε ο καθένας
με τη σειρά.
Όπως υπάρχει μια ψηλή ξυλένια σκάλα
και κόπος πολύς.
Και κάποτε ένας σκύλος σήκωνε
το πόδι του
άμα το επιθυμούσατε.
Jacques Prever, Πρωινός ύπνος ως αργά
Είναι τρομερός
ο μικρός θόρυβος απ’ το σκληρό αυγό που σπάει σ’ έναν πάγκο από τσίγκο,
είναι τρομερός αυτός ο θόρυβος
όταν κινείται μες στη μνήμη του ανθρώπου που πεινάει
είναι τρομερό επίσης το κεφάλι του ανθρώπου
το κεφάλι του ανθρώπου που πεινάει
όταν αυτός κοιτάζει στις έξι η ώρα το πρωί
μέσα στο τζάμι του πολυκαταστήματος
ένα κεφάλι στο χρώμα της λέρας
δεν είναι πρωτίστως το κεφάλι του που αυτός κοιτάει
μες στη βιτρίνα του Ποτέν*
σκοτίστηκε για το κεφάλι του ο άνθρωπος
ούτε που το σκέφτεται
ονειρεύεται
φαντάζεται μιαν άλλη κεφαλή
ένα κεφάλι μόσχου, για παράδειγμα,
μαζί με μία σάλτσα από ξίδι,
ή ένα κεφάλι από ό,τι να ‘ναι που να τρώγεται
και κουνάει αυτός το σαγόνι του απαλά
απαλά
και τρίζει αυτός τα δόντια απαλά
γιατί ο κόσμος έχει ν’ αγοράσει το κεφάλι του
κι αυτός τίποτα δε μπορεί ενάντια σ’ αυτόν τον κόσμο
κι αυτός μετράει με τα δάχτυλά του μία δυο τρεις
μία δυο τρεις
είναι ίσα με τρεις μέρες που δεν έχει φάει
και ωραία θα ‘ταν να το επαναλάβει ύστερα από τρεις μέρες
Αυτό δε γίνεται να διαρκέσει
αυτό διαρκεί
τρεις μέρες
τρεις νύχτες
χωρίς να φάει
και πίσω από ετούτες τις βιτρίνες
αυτά τα πατέ αυτές οι μποτίλιες αυτές οι κονσέρβες
ψάρια νεκρά προστατευμένα απ’ τα κουτιά
κουτιά προστατευμένα απ’ τις βιτρίνες
βιτρίνες προστατευμένες απ’ τους μπάτσους
μπάτσοι προστατευμένοι απ’ τον φόβο
σαν οδοφράγματα για έξι θλιβερές σαρδέλες..
Λίγο πιο μακριά το μπιστρό
καφέ-κρεμ και κρουασάν ζεστά
ο άνθρωπος τρεκλίζει
και στα ενδότερα τoυ κεφαλιού του
μια ομίχλη από λέξεις
μια ομίχλη από λέξεις
σαρδέλες για φάγωμα
σκληρό αυγό καφέ-κρεμ
καφές ποτισμένος ρούμι
καφέ-κρεμ
καφέ-κλεμ
καφέ-κλεμμένος ποτισμένος αίμα!…
Ένας άνδρας πολύ σεβάσμιος στη γειτονιά του
δολοφονήθηκε μέρα μεσημέρι
ο δολοφόνος ο αλήτης του ‘κλεψε
δύο φράγκα
σα να λέμε έναν καφέ αρωματισμένο
μηδέν φράγκα κόμμα εβδομήντα
δύο ταρτάκια βουτυρωμένα
και εικοσιπέντε σεντς για το πουρμπουάρ του σερβιτόρου.
*Ποτέν (Potin): αλυσίδα καταστημάτων τροφίμων της εποχής που ξεκίνησε από το μπακάλικο του Félix Potin τo 1845 στο Παρίσι.
Lola Ridge, To the Others / Στους άλλους
I see you, refulgent ones,
Burning so steadily
Like big white arc lights…
There are so many of you.
I like to watch you weaving—
Altogether and with precision
Each his ray—
Your tracery of light,
Making a shining way about America.
I note your infinite reactions—
In glassware
And sequin
And puddles
And bits of jet—
And here and there a diamond…
But you do not yet see me,
Who am a torch blown along the wind,
Flickering to a spark
But never out.
Σας βλέπω, λαμπερά όντα,
Να καίτε τόσο σταθερά
Σαν μεγάλοι λευκοί προβολείς τόξου…
Είστε τόσοι πολλοί.
Μ’ αρέσει να σας κοιτώ να υφαίνεστε—
Όλοι μαζί και με ακρίβεια,
Ο καθένας τη δική του ακτίνα—
Το δαντέλωμά σας από φως,
Που ανοίγει γύρω από την Αμερική
Ένα μονοπάτι που λάμπει.
Σημειώνω τις άπειρες αντανακλάσεις σας—
Σε γυαλικά,
Σε παγιέτες,
Σε λιμνούλες νερού,
Σε κομμάτια μαύρου αερίου—
Κι εδώ κι εκεί, ένα διαμάντι…
Όμως εσείς δεν με βλέπετε ακόμη, εμένα,
Που είμαι μια δάδα που την παρασέρνει ο άνεμος,
Που τρεμοσβήνει ως σπίθα
Μα ποτέ δεν σβήνει.
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης
Nino Pedretti, Τα ονόματα των δρόμων
Οι δρόμοι
είναι όλοι του Ματσίνι, του Γαριμπάλντι,
είναι αφιερωμένοι σε Πάπες,
σε συγγραφείς,
σ’ αυτούς που δίνουν διαταγές,
σ’ αυτούς που κάνουν πόλεμο.
Ποτέ δεν τυχαίνει να δεις
οδός κάποιου που ‘φτιαχνε καπέλα
οδός κάποιου που στεκόταν κάτω από μια κερασιά
οδός κάποιου που δεν έκανε τίποτα
γιατί πήγαινε βόλτα
καβάλα σε μια φοράδα.
Και να σκεφτείς ότι ο κόσμος
είναι φτιαγμένος απ’ ανθρώπους σαν και του λόγου μου
που μασουλάνε ραδίκια
μπροστά στο παραθύρι τους
χαρούμενοι που στέκουνε κατακαλόκαιρο
ξυπόλητοι.
*Από τα ποιήματα του Nino Pedretti, δημοσιευμένα στο “Δέντρο”, τεύχος 224-225, Άνοιξη 2019. Μετάφραση: Τραϊανός Μάνος.
Μαρία Χριστίνα Ιορδάνου (Artisan Wonders), Η αντίστασή μας θα επιζήσει της νύχτας
Επιστρέφω για να σε συναντήσω ξανά,
σε έναν τόπο όπου η αδικία έμαθε να ανασαίνει,
όπου ο αέρας ήταν βαρύς από κλεμμένες μέρες
και η νύχτα διδάχθηκε να μη φεύγει ποτέ.
Εκεί έμαθα να αναπνέω,
έμαθα να στέκομαι όρθιος,
έμαθα πως η σιωπή είναι μια πληγή
που δεν βγάζει ποτέ ήχο.
Προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά μέσα μας,
να κάνουν τα ονόματά μας σκόνη,
μα η γη θυμάται κάθε βήμα
εκείνων που έμαθαν να εμπιστεύονται.
Επιστρέφω στον τόπο που γεννήθηκα,
στο κόκκινο χώμα κάτω απ’ το δέρμα μου,
στην αρχαία γη των Αβορίγινων,
εκεί όπου ο αγώνας για δικαιοσύνη ακόμη αρχίζει.
Βαδίζω πάνω σε ουλές που τις είπαν ιστορία,
σε σύνορα χαραγμένα με αίμα και φόβο,
μα κάθε πέτρα συνεχίζει να ψιθυρίζει:
πάντα ήσουν εδώ.
Έχτισαν τους νόμους τους πάνω σε σπασμένα κόκαλα,
έθαψαν την αλήθεια μέσα σε ψέματα,
μα οι ρίζες βαθαίνουν στο σκοτάδι
εκεί όπου η αντίσταση επιβιώνει.
Επιστρέφω στον τόπο που γεννήθηκα,
στο κόκκινο χώμα κάτω απ’ το δέρμα μου,
στην αρχαία γη των Αβορίγινων,
εκεί όπου ο αγώνας για δικαιοσύνη ακόμη αρχίζει.
Η αντίστασή μας θα επιζήσει της νύχτας,
θα επιζήσει των ψεμάτων, θα επιζήσει της φλόγας.
Μπορούν να κλέψουν το φως απ’ τον ουρανό,
όχι όμως τη φωτιά μέσα στα ονόματά μας.
Επιστρέφω — όχι για να γονατίσω,
όχι για να ξεχάσω,
αλλά για να αναπνεύσω,
να αγωνιστώ,
να θυμηθώ
ποιοι είμαστε.
Νάνος Βαλαωρίτης, Without You – Χωρίς Εσένα
στον ιδανικό απελπισμένο
Σακατεμένοι έρωτες το ηλιοβασίλεμα
ραγισμένες καρδιές χωρισμοί σπαρακτικοί
τραγικοί αποχαιρετισμοί, όνειρα τσακισμένα
απόπειρες αυτοκτονίας, οι ευτυχισμένες
στιγμές απομακρύνονται με πλοίο
ρίχνοντας γράμματα στη θάλασσα
τινάζοντας μαντίλια αποχαιρετιστήρια
συνοφρυωμένος ουρανός, αφόρητη μοναξιά
θα πεθάνουν χωρίς εσένα ένα πλήθος
άνθρωποι που ξυπνάνε για μιαν ακόμα
μελαγχολική αυγή χωρίς επαύριο
χαμένες ευκαιρίες πρόσωπα που σβήνουν
από την παγωμένη μνήμη σαν να μην
υπήρξαν ποτέ έξω απ’ το ψυγείο
αβάσταχτη πλήξη χωρίς εσένα
όταν άνοιξε η πόρτα του ταξί ήξερα
πως θα σε χάσω για πάντα
πήδηξες μέσα βιαστικά αθλητική
με βαλίτσα και αδιάβροχο
χωρίς κανένα χαμόγελο συμπόνιας
πόσες ακόμα βραδιές εβδομάδες μήνες
θα υπάρχω χωρίς εσένα
μ’ ένα μάτσο βιολέτες για παρηγοριά
ήσουν η προτελευταία ελπίδα μου
και τώρα την έχασα κι αυτή
είμαι μια μπάλα αδέσποτη που κυλάει
στο διαδίκτυο του μικρού συμφέροντος
σακατεμένοι ήρωες το ηλιοβασίλεμα
σκοτωμένος ουρανός μολυβένια θάλασσα
αμυδρές ανταύγειες προσώπων στα νερά
άγαλμα γυναικείο χωρίς
μνήμη με μάτια τυφλά
δεν κοιτάζει πουθενά
δεν βλέπει τίποτα
ένα δέντρο σαλεύει δεν ξέρει να μιλήσει
αμύθητα χαμένα πλούτη στην Ασία
γιατί να πεθάνει τόσο νέος
ο ωραίος ανήσυχος κατακτητής
μια μαύρη σελήνη μεσουρανεί
το τοπίο έχει αναληφθεί
μια τεράστια γομολάστιχα
έσβησε μέσ’ στην ομίχλη τα παιδιά
χωρίς εσένα τίποτα δεν υπάρχει
στον ανοίκειο κόσμο εδώ κάτω όλα είναι ξένα
χωρίς εσένα δεν θα μπορέσω να πεθάνω
ούτε να ξαναγράψω μια γραμμή
τι αγιάτρευτη θλίψη τι καημός
τι σπαραξικάρδια ατυχία
χωρίς εσένα χωρίς εμένα
χωρίς κανέναν.
Μαρία Κασσιανή Πανούτσου, Δοκιμές Ι
Carl Sandburg | “H νόμιμη δωδεκάτη νυκτερινή” | γενέθλιον
[…]
Κι αν και δεν έγινε καμιά εισαγωγή,
Ο Σάκκο είπε, “Κύριοι, καλησπέρα.”
Και πριν δεθεί το τελικό λουρί για να τον σφίξει
Ο Σάκκο ψέλλισε: “Εις το επανιδείν, μητέρα.”
Κατόπιν έφτασ’ ο Βαντσέττι.
Ήθελε στο απέραντο κοινό του κόσμου όλου
Να το πει αυτό που κουβαλούσ’ εντός του.
Ήταν η ώρα να το πει.
Έπρεπε ή τώρα να μιλήσει ή να χαθεί για πάντα στη σιωπή.
Το κράνος προσδενόταν γύρω απ’ το κεφάλι.
Σφίγγονταν τα λουριά που του ‘κλειναν το στόμα.
Κραύγασε, “Θα ’θελα κάποιους να τους συγχωρούσα
Γι’ αυτό που κάνουν τώρα.”
Και λοιπόν τώρα
Είν’ όντως πεθαμένοι οι νεκροί;
[Ο ποιητής Καρλ Σάντμπουργκ (1878 – 1967), που γεννήθηκε στο Ιλινόι και προερχόταν από οικογένεια φτωχών σουηδών μεταναστών, υπήρξε μέγιστη μορφή της αμερικανικής ποίησης. Στον Σάντμπουργκ, που είχε εγκαταλείψει το σχολείο από νωρίς για να κάνει όλες τις δυνατές δουλειές και το ξανάρχισε λίγο αργότερα για να συγγράψει, απονεμήθηκαν τρία βραβεία Πούλιτζερ.]
*Απόδοση: Σόφη Γιοβάνογλου.
Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978), Οι αποστάτες της θάλασσας
Είναι τώρα τ’ αστέρια που πασχίζουν
να λάμψουνε στα μάτια σου
δυο φώτα βραδινά
που ξεστρατάν απ’ το γρι-γρι του γαλαξία.
Χορεύει η νύχτα με τ’ αγέρι
χορεύει μια πλεξίδα φεγγαριού
στο στήθος της θάλασσας.
Σε λίγο θα χαράξει ένα χαμόγελο
στο στόμα της γαλήνης
– έτσι που το σκαλίζαμε στις κρυφές συνεδριάσεις
έτσι που το γράφαμε στους τοίχους
τίτλο του καινούριου τραγουδιού μας.
Βάλε τώρα ένα τραπέζι στα ρηχά
να δειπνήσεις μαζί με τη νύχτα.
(Πέρα στην πολιτεία
στο λίγο φως της λάμπας που καπνίζει
είναι πολλοί που απεργούν κι άλλοι που θ’ απεργήσουν
ζητώντας λίγη αρμύρα θάλασσας φρέσκο ψωμί και μια εκδρομή στην ξαστεριά.)
Άφησε να γλιστρήσουν στους αλατισμένους ώμους σου
οι ώρες του μεσημεριού
να γίνεις άξιος της νύχτας
σαν τον μικρό ψαρά που κλαίει καταμεσής στην άδεια βάρκα του
μόλις που πιάσανε τα δίχτυα ένα κοπάδι θαλασσινές πυγολαμπίδες.
Ποιος έφερε δω πέρα τούτη τη βραδιά
ετούτη τη χλωμή βραδιά σαν εικοσάχρονη άνοιξη
με μια κόκκινη μαντίλα στα μαλλιά της;
(Τι τάχα να ’γιναν οι εκλογές
πέρα στην πολιτεία;)
Καιρός να γράψεις μιαν ακρογιαλιά
γραμμή στον πέρα ορίζοντα
κι ένα μικρό μικρό πανί καλοσυνάτης σκούνας
να πέφτει ο ίσκιος στα νερά
σα να ’σμιξε τα φρύδια ο Αποσπερίτης.
(Οι σύντροφοι τις κέρδισαν – το νιώθεις
πέρα στην πολιτεία.)
Αρχίζουν να περνάν
οι βραδινές παρέες αλαμπρατσέτα με τ’ αστέρια
ένα κλωνάρι φως στ’ αυτί τους
τσαλαβουτάν ξυπόλυτοι σαν ανοιξιάτικα παιδιά
και η θάλασσα ονειρεύεται πως ήρθαν δυο τρυγόνια
να κοιμηθούν μαζί της.
(Στην πολιτεία φορέσανε την πιο σκληρή καρδιά τους
κι είναι τα σινεμά το περσινό ζουρνάλ με γεγονότα του χειμώνα
και πού να πας και πώς να βγεις
ν’ ακούσεις τον απόηχο του δάσους
–χρώμα ζεστό, χρώμα χρυσό– χορτάρι κι ανεμώνες;)
Ποιος θα το φέρει∙ η θάλασσα
ποιος θα το πάρει∙ η θάλασσα
χρυσό σκουφί που το φοράς για λίγο καλοκαίρι
σκουφί σαν ήλιος κόκκινος που βάφει την καρδιά σου
και τη ματώνει φλάμπουρο να το καρφώσεις μόνος
στο πιο ψηλό της πολιτείας κοντάρι
στο πιο ψηλό της θάλασσας μπαλκόνι
να το φιλάει η θάλασσα να το δροσίζει η νύχτα
να ’ναι φρουρός στον ύπνο μας ν’ αχνογελά η αυγούλα
στα μάτια της καλοκαιριάς στο στόμα της γαλήνης.
*Από το “Ακόμα τούτη η άνοιξη” (1946), στη συγκεντρωτική έκδοση “Ποιήματα 1941-1974, Εκδόσεις Καστανιώτη 1978.
Federico Garcia Lorca, Γαζέλα του μαύρου θανάτου
Θέλω να κοιμηθώ σα μήλο της μηλιάς,
να ξεμακρύνω από την τύρβη των κοιμητηριών,
θέλω να κοιμηθώ τον ύπνο εκείνου του παιδιού
που ήθελε να κόψει την καρδιά του στις πλατιές θάλασσες.
.
Δε θέλω να μου ξαναπούν πως οι νεκροί δεν χάνουν αίμα,
πως το σάπιο στόμα ζητάει ολοένα νερό.
Δε θέλω να μάθω για τα μαρτύρια της χλόης,
μήτε για το φεγγάρι που έχει στόμα σερπετού
και δουλεύει πριν έρθει η αυγή.
.
Θέλω να κοιμηθώ λιγάκι,
λιγάκι, ένα λεπτό, έναν αιώνα,
αλλά να μάθουν όλοι πως δεν πέθανα
πως κούπα χρυσαφιού στα χείλη μου έχω
πως είμαι ο μικρός φίλος του Δυτικού ανέμου
πως είμαι των δακρύων μου η απέραντη σκιά.
.
Σκέπασέ με μ’ ένα τούλι την αυγή
γιατί θα μου πετάξει χούφτες μυρμήγκια ο θάνατος
και τα ποδήματά μου θα μουσκέψει με σκληρό νερό
για να γλιστράνε οι δαγκάνες του σκορπιού του.
.
Γιατί θέλω να κοιμηθώ των μήλων τον ύπνο,
για να μάθω κάποιον θρήνο που θα με καθάρει από το χώμα
γιατί θέλω να ζήσω μ’ εκείνο το παιδί το σκοτεινό
που ήθελε στ’ ανοιχτά νερά να κόψει την καρδιά του.
*Από το βιβλίο Federico Garcia Lorca Ποιήματα, Εκδόσεις Καστανιώτη. Μετάφραση: Ανδρέας Αγγελλάκης. Πήραμε το ποίημα και τη φωτογραφία από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2026/01/30/gazela-tou-maurou-thanatou/









