Νίκος Καρούζος, Ποιήματα

cebaceb1cf81cebfcf85ceb6cebfcf83-cebdceb9cebacebfcf83-1

Ἕνα ἔρημο ἄνθος

Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ

ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία

ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο.

Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει

τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα…

Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς

ἀμέριμνο σὰν ἰδέα.

Εἴσοδος

Εἶναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκροῦ

μὲ καίει τρόμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικία

τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν

ἔτσι γρήγορα εἶναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ

κι ὁ θάνατος μονόλιθος.

Κράζει τ᾿ ἀηδόνι μαῦρος κόρακας καὶ θέλει τὴ φωνή του

μὰ δὲν ἔχει γλῶσσα ἡ δεύτερη ζωή μας. Καλὴ νύχτα,

ποὺ λέει ὁ θεατρίνος ἢ ὁ ψευδοσκότεινος, δὲν ὑπάρχει

κι οὔτε νύχτα κακὴ κι ἀκόμη οὔτε νύχτα

εἶναι μονάχα τὸ Δὲν τὸ Μὴ καὶ τ᾿ Ὄχι σὰν καρπὸς

τοῦ δέντρου μὲ τ᾿ ὄνομα Ἐγὼ καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ὄνομα Ταξιδεύω

κι ὅλα τὰ λόγια μας ἐδῶ

φενάκη κ᾿ ἐσωτερικὰ τηλέφωνα

εἶναι μιὰ θύρα φοβερὴ

γι᾿ αὐτὸ κρατοῦμε τουφέκι τὸ τραγούδι:

Μιὰ θύρα, θύρα ἡ γκρέμιση

τὸ σάλιο τοῦ χελιδονιοῦ ποὺ φτιάχνει μὲ τὰ φρύγανα

στὰ δέντρα οὐράνιες φωλιές.

Καὶ χωρίζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτάδι τὸ Ἕνα.

Χωρίζουμε τὸν Ὀδυρμὸ σὲ τύφλωση καὶ θυσία.

Στὴν ὕλη εἰσχώρησα οὐρλιάζοντας

Δυὸ θάλασσες μὲ κυνηγοῦν: ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος

δυὸ ρεύματα π᾿ ἀνάθεματα στὴν καρδιὰ μου…

Ψάχνω γιὰ νὰ βρῶ μέσ᾿ στὸ σκυλοπιωμένο κεφάλι μου

δεύτερη κτητικὰ ἀντωνυμία

δὲ βρίσκω – νοημοσύνη. Δὲ μαρμάρωσα τίποτα

Νὰ παίζουμε τοὺς ἀνέμους

νὰ παίζουμε γλυκὰ τοὺς κολασμένους

Τί βρέφος ἠδυνόμενο τὸ ποίημα 
κι ὁ φουκαριάρης ὁ Ἰησοῦς

μ᾿ ἕνα πορτοκαλένιο σωβρακάκι

κρεμιέται κάθε χρόνο στὰ ἔαρα

Ἡ τέχνη μας ἡ φριχτότερη τοῦ ἐγὼ μεταμφίεση.

Χαρμόσυνο λάβδανο

Μέσα στὴ βενζινέρημο ξεράθηκε κι ὁ πόνος -

ἡ ἀγάπη στὸ τασάκι· πολιτικὸ κιγκλίδωμα…

Ποιὰ φρίκη εἶν᾿ τὸ φῶς ποὺ μ᾿ ἔχει ἅρπαξει

κι ὁ ἀμφίβραχυς!

Κλαίει κι ἀναδακρυώνει ὁ χαλασμὸς ὀνόματι

ὅραση

κ᾿ εἶναι σαλόνι ἡ ματιά μου σ᾿ αὐτὸ τ᾿ ἁλῶνι

τὸ φαρδὺ τοῦ φεγγαριοῦ

μὲ ἀργυρόχροα ταμένα στὴν ἀπόγνωση

χωρὶς τὴ γλῶσσα-μέγαιρα νὰ διαγουμίζει λήθη

μέσ᾿ ἀπ᾿ τῆς μνήμης τὴ φορμόλη.

Θαυματουργός τη θεωρία τοῦ τροχοῦ σας τὴ δασκάλεψα

τὰ ἀσθητήρια μαστίζοντας

ἀγχιθανὴς ἀγχίθεος ἀγχινεφὴς κι ἀεροβάτης μόνος

ὁ ἥλιος εἶναι τὸ πάγιο προσθέτει ἡ δασύτριχη σελήνη.

Δὲν παίζω σοβαρότητα κι ἀναδεύω φυσικοχημικὰ

συμπεράσματα

τρελόσωστος: ὀπτικὴ εὐφυία ὁ σερίφης ἀνόλβιος

ἀσπάζομαι τὴ γῆ μὲ γοερές μου γονυκλισίες ἀνώφελος

ἐγὼ ἀνταλλάσσω πυρὰ μονάχα μὲ τὸ θάνατο -
καταλαβαίνεις;

Ὅταν ξεμέθαγα τὶς ἀλκοολικὲς βελόνες ἀπ᾿ τὰ τρυπήματα

ἡ ψυχανάλυση τοῦ ἅγιου μαδοῦσε τὴ λάμψη τοῦ καθρέφτη

τὸ σῶμα σου ἀποπλέει ὡσὰν χάρτινο μὲ ξεφλουδίσματα

χρόνου

ἀπὸ χρυσίζουσα ὀχιὰ τὸ πεπρωμένο σου δὲν ἐκκολάφτηκε

κι ἀποπλέει τὸ σῶμα σου

κρατώντας ἠχητικὰ χάμουρα

στὰ θηλυκὰ ἐρείπια τοῦ Ἠρώδειου ὅπως αἰφνίδια

μοῦ φάνηκε πὼς ἔπιασε φωτιὰ
ἡ ἅρπα.

Ξημερώνει μὲ ἀτμώδη βουνὰ μάντισσες φωνασκίες κοτόπουλα

χαρτορίχτρες

ἀπεχθαίρω τὴ στύση μου μελάτη

κι ὦ Θεέ μου ἂς μπόρηγα νἄμπαινα κάποτε γιὰ πάντα

στὸν ὕπνο.

Διάλογος πρῶτος

Σὰ νὰ μὴν ὑπήρξαμε ποτὲ

κι ὅμως πονέσαμε ἀπ᾿ τὰ βάθη.

Οὔτε ποὺ μᾶς δόθηκε μία ἐξήγηση

γιὰ τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τουλάχιστον.

Ἡ ἄλλη μισή μας ἡλικία θὰ περάσει

χαρτοπαίζοντας μὲ τὸ θάνατο στὰ ψέματα.

Καὶ λέγαμε πὼς δὲν ἔχει καιρὸ ἡ ἀγάπη

νὰ φανερωθεῖ ὁλόκληρη.

Μία μουσικὴ

ἄξια τῶν συγκινήσεών μας

δὲν ἀκούσαμε.

Βρεθήκαμε σ᾿ ἕνα διάλειμμα τοῦ κόσμου

ὁ σώζων ἑαυτὸν σωθήτω.

Θὰ σωθοῦμε ἀπὸ μία γλυκύτητα

στεφανωμένη μὲ ἀγκάθια.

Χαίρετε ἄνθη σιωπηλὰ

μὲ τῶν καλύκων τὴν περισυλλογὴ

ὁ τρόμος ἐκλεπτύνεται στὴν καρδιά σας.

Ἐνδότερα ὁ Κύριος λειτουργεῖ

ἐνδότερα ὑπάρχουμε μαζί σας.

Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη

καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.

Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μία μέρα…

Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου

θὰ ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.

Γιάννης Σκαρίμπας, Ποιήματα

poihmata

ΧΑΛΚΙΔΑ

(από τη συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Νάν” σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη!
νά μήν ξέρω άν είμαι –μέσα στήν ασβόλη–
ένας λυπημένος πιερότος!

Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ώ Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) καί φέτος
ήμουν –στ” όνειρό μου είδα– Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν –είδα…

Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν” σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.

Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Έτσι νάν” σπασμένοι, νά φυσά απ” τό νότο
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα:
Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! . . .

ΦΑΝΤΑΣΙΑ

(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.

Και νάν” σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι” άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ” τόν κύκλο των νερών – στά χάη.
Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ” από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν” η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ” τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου . . .

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Πού τήν είδα; Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους
τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ” αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους
δίχως χέρια!

Δίχως χέρια . . . Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ” έβλεπε – μ” εθώρει κι ήταν τ” όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της – κερένιο –
καί τό δόντι.

Τήν στοχάζομαι. Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ” σέ όνειρο – και τ” όμμα
ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.

Τ” ήταν; πνεύμα; Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου –
απ” τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; . . .

Αχ πώς τρέμω! ο νούς μου πάει σ” ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια – ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ώ Κυρά μου – Άγγελε – Σύ – των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο, ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ” έχουν στήσει γυναικείων
φορεμάτων. . .

ΟΥΛΑΛΟΥΜ…

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ” τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπά»
που μ” έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα –
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ” αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ” τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

ΤΑΜΑΡΑ

Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι” επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ” εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ” Ολύμπιο μονοπάτι.

Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί
στο φίνο της κι” εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι.

Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες — κει — να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί — εμβατήριο τέλειο —
κι” είχε κάτω απ” τα βλέφαρα—βαμμένα με κινά—
μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.

Κι” εγώ την ειχ” αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ” τ” αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει…

Κι” ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς
Κύριος κι” οι Άγιοι του, για με πια ουδ” αρωτάγαν
κι” ενώ ουδ” εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού — αυτηνής —
— κολώνες που γκρεμίστηκαν— τα μπούτια της φωτάγαν…

Και πέθανε… Και με παπά τη θάψαμε! και να
—μ” αυλούς— οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε
και γύρω απ” τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά
και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε…

ΤΟ ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ

Δυο Πάνες φουσκομάγουλοι, στου κήπου σου τις στέρνες,
τα χάλκινα —με τρεις οπές— σουράβλια είχαν στα χείλη,
όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες
— ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το “να το άλλο εφίλει.

Του φραμπαλά σου φτερωτή τότε η — σαΐτα —ρίγα
(των χρυσοκεντημένων της — αράδα — παπαγάλων)
στις γάμπες σου ανελίχτηκε — γοργό ερπετό — που ερίγα
στο αλληλοκυνήγημα των άσπρω σου αστραγάλων.

Kι έφυγες. Ωωω. Σαν αστραπών — στο σέρπιο μονοπάτι —
τύφλες φωτός (και σκίρτημα δορκάδας έρμου δάσου)
έμειναν τ” άψε-σβήσε σου: το πήδημα, το πάτι
και τ” αλαφριό, σαν άξαφνου πουλιού, ξεφτούρισμα σου…

Η ΚΥΡΑ ΜΟΥ Η ΤΡΕΛΑ

(“Τα Νέα Ελληνικά” 1 – Ιανουάριος 1952)

Πώς ήταν έτσι, πώς μου εφάνη ως είχεν έμβει
κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά,
όπως το τύλιξε στ” αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη
ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.

Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ” αχνή τολύπη
κ” ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο νάχε να πει,
κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη
ως ήρθε θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.

Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη,
τι τρέλα θάκανε ανεπανόρθωτη και μαγική;
Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη
μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη οτο μώλο εκεί;

Ή μη—βαρκάκια του—μ” άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα
φέρετρα θάστελνε όξω—σαν κύματα και σαν αφροί—
όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα
ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Τίποτα, τίποτα… Μα πώς έτσ” ήταν, πώς μου εφάνη
αυτό το πλοίο; Στάθηκε αμίλητο μ” όψη φριχτή,
κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι,
αυτή που παίρνοντας με από το χέρι με περπατεί…

ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ

Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα
στο άτι της σιγής κι” όλα να πάης
και vάv” πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα
σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι” ο Μάης.

Κι” εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει —
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι” ο Μάης κι” οι ανέμοι
κι” έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και νάναι όλα απ” ό,τι φεύγει —και δε μένει—
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι” εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
έξω απ” την τρικυμία τούτου κόσμου.

ΣΤΑΔΙΟΝ ΔΟΞΗΣ

(Από τη συλλογή Εαυτούληδες, 1950)

Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι” αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου — φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα —,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν — κει — στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα…

Κι ως αρπώντας με μ” έβγαλαν σηκωτόν απ” την πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι — με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν — χαχόλοι —
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

… Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν” άρχεις;
Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου — όλοι εμείς — φασουλήδες,
νά και συ θιασάρχης!…

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό “να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι…

Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
μεταξύ-τους — για ρόλους-των — κάθε μια-μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι..

Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ” αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!…

Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα-μου!.,. — σ” ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από —τεμπεσίρι…

ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ

(Από τη συλλογή Εαυτούληδες, 1950)

Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν —χωρίς κανέν” να μου λείπει—
τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
—ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες-
μου όλες.

A!… τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν — με πρισμένες τις μύτες—
παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ” αποτυχημένα-μου έργα
—εμβατήρια!

Α… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου “γώ πάντα,
με τη βέργα-μου τώρα ψηλά —λέω— με τρόμους
νά, με δαύτη-μου να παρελάσω τη μπάντα
στούς δρόμους.

Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί-μου — στον αέρα πηδώντας —
τα θούρια…

*Τα ποιήματα «Ταμάρα», «Το ξάφνιασμα», «Η Κυρά μου η τρέλα. . .», «Το βαπόρι», «Στάδιον δόξης» και «Εαυτούληδες» είναι από το περιοδικό Περίπλους τ. 44, Μάρτιος-Ιούνιος ’97 (δες σελίδες σύγχρονης ελληνικής ποίησης).

ο ψίθυρος των απόντων 

ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι:
διατελώντας πλέον
ασαφείς και υδαρείς,
πώς προέβηκαν στα απονενοημένα που τους καταλογίζουμε,
με κόκκινα μάτια κι άσπρα μάγουλα,
και νύχια που συνέχιζαν να μεγαλώνουν,
εκεί που ο θάνατος στερέωνε
το χλωμό του φως
επανορίζοντας,
μια νέα ακινησία/

Ανυπεράσπιστοι, πώς
καταδικάστηκαν ερήμην τους,
κι εξακολουθητικά,
να διαβάζουν τα λόγια τους μες στο στόμα μας,
προς χάριν αστεϊσμών
ή διδαχής,
είτε μομφής,
είτε νουθεσίας/

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι,
και την επίμονή τους δυσαρέσκεια,
όσο η νύχτα τους σκεπάζει:
πόσο πιο μαλακοί οι ίσκιοι της, από τα θορυβώδη οστά τους/
τα κρύα χέρια τους
στη δική τους κάμαρη,
είτε σε θαλάμους μεσοπολεμικών “εξωτικών” νοσοκομείων,
τα μάτια τους που
ανθίζουν πάνω μου,
κάθε που αποβαρύνομαι
στα χωμάτινα κάτοπτρα της ματαιοδοξίας/

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι
και την αδρανοποιημένη ανάσα τους,
πίσω από το αυτί μου/
τις γρατσουνιές στο μπράτσο μου,
μια Κυριακή με αυγινή σελήνη,
σε τούτο το…

View original post 47 more words

ΜΑΡΟΥΣΩ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ – ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Μαρουσώ Αθανασίου

ΑΦΑΝΗΣ ΕΡΩΣ

κλειστές κουρτίνες

μην και φανεί

μην και φανερώσει

το φως

διαθλάται στο εγώ

και προδίνεται

ΣΦΗΝΑΚΙ

i.

η ποίηση έχει σώμα

αίμα

κι ένα μαστίγιο

ii.

πέθανες

κι έτσι

είμαστε

πάντα δυο

ΚΙ ΑΛΛΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

ξανάγραψα το  καρδιογράφημά σου

ηλέκτρισα ένα κομμάτι χαρτί κι ένα μολύβι

σε τίποτα δεν ωφέλησα

εσύ πέθανες

εγώ δεν έζησα

ΕΡΑΝ

ερωτευμένη πάντοτε

με τη σκιά του έρωτα

την ουσιώδη

ΑΝΔΟΡΡΑ

Εδώ είναι τα παπούτσια του.

Αν ξαναρθεί, εδώ είναι!

Καμιά φορά γκρεμίζονται οι πάσσαλοι

και φεύγουν οι νεκροί κόκκινοι απ’ το αίμα.

Εμείς μπροστά από τον καθρέφτη μας

-Που ‘χει γεμίσει σάλιο απ’ τα γλειψίματα-

Θα φτύνουμε επιτέλους ο ένας τον άλλον

Κατά πρόσωπο.

Χωρίς κουκούλες.

Με παπούτσια.

Περνώντας ανήσυχα – ανήσυχα από την πλατεία.

Όλοι μαζί.

Του Άη – Γιώργη, όταν ασπρίζουνε τα σπίτια.

ΟΝΤΙΝ

Βουλιάζω το πρόσωπό μου στο ποτάμι.

Να σε φωνάξω ξανθή νεράιδα.

Κι εσύ η δόλια που…

View original post 131 more words

Άννα Νιαράκη, Ποιήματα

1187286_571265186272123_1878016088_n

εραστές από χαρτί

Αβίαστα παραδόθηκα στην εντροπία του έρωτα.
Κι όσο επιμένεις να τακτοποιείς,
τόσο το χάος διαστέλλεται μες στο κεφάλι μου.
Μου εξηγείς με λογική ότι δεν γίνεται.
Μα εγώ αποτυπώνω στο χαρτί χίλιες προτάσεις
που υμνούν το στέρνο σου.
Αλήθεια, ποτέ πριν δεν με είχε απασχολήσει
ένα στέρνο τόσο.
Στέλνεις γράμματα που εξηγούν και αναλύουν
το ανέφικτο.
Κι εγώ απαντάω με ποιήματα.
Εσύ θα κερδίσεις στο τέλος,
μα το χαρτί να ξέρεις,
προτιμά να φιλοξενεί περιγραφές του θώρακα
παρά δικαιολογίες.

*Από τη συλλογή “Τετράδιο πειραμάτων”, 2010.

***

απουσία

Τόσα ποιήματα, ξόρκια για τη μοναξιά,
απελπισμένες προσπάθειες να ,μην ξεχάσω,
βασανιστικές απόπειρες να θυμηθώ …

Θα πρέπει να έλειπες συχνά.
Γεμάτα τα συρτάρια μου.
Και να σκεφτείς, πως όταν
βρισκόμασταν,
μου αρκούσε η σιωπή.

*Από την συλλογή “Τετράδιο πειραμάτων”, 2010.

***

Η λυπημένη πολιτεία των ανθρώπων

Tων ανθρώπων με τα χαμένα λογικά,
με τα χαμένα αισθήματα –
που ασφυκτιεί κάτω από σάρκινα σεντόνια,
κάτω από δανεικές μοναξιές – αναζητώντας
το δεκανίκι της ύπαρξης.

Σε θέλω, μου είπαν τα μάτια σου
Σε θέλω, μου είπε το κορμί σου

Κι εγώ,

αναζητώ αστροπολιτείες
διαφορετικές από αυτές που συλλαμβάνουν
οι κεραίες μου,
ίδιες μ΄αυτές που οι φλέβες σου
υπαγορεύουν.

Λαμπίρι, 23.3.2003

*Από τη συλλογή “Τετράδιο πειραμάτων”, 2010
Δημοσιεύτηκε και εδώ: http://dreaming-in-the mist.blogspot.fr/search/label/%CE%9D%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7%20%CE%86%CE%BD%CE%BD%CE%B1

***

ab initio


Το σώμα ζητά εξηγήσεις.
Δεν ημερώνει με λογικές.
Δεν καταφεύγει σε λέξεις.
Εγώ καταφεύγω/αποφεύγω
Φεύγω.
Πώς να δαμάσω τη φωτιά
με μολύβι και χαρτί;
Στάχτη από λέξεις.
Πώς να ξεγελάσω την επιθυμία;
Κόβει βόλτες στον κήπο
σαν πεινασμένο αγρίμι.
Όλη τη νύχτα.
Δεν χορταίνει με ξεροκόμματα
σάρκα ζητάει
σώμα να ταϊσει το σώμα.
Στης χορτασμένης επιθυμίας
την κοιλιά, το ποίημα συλλαμβάνεται.
Γεννιέται μήνες πολλούς αργότερα
και γράφεται, καθώς καπνίζω νευρικά
ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον κήπο.
Αναπτήρας και ποίημα
γλιστράνε στο συρτάρι μου
στο πρώτο φως της μέρας.

*Από τη συλλογή “Το μερίδιο των αγγέλων”, 2012 (Ενότητα : Το στοίχημα).

***

Η άλλη πλευρά

Είμαι. Το βουητό του αέρα που
αντηχεί μέσα από την καμινάδα.
Ένα ανεπαίσθητο γαϊτανάκι από
στάχτες που χορεύει πάνω
απ’ το σβησμένο κούτσουρο.

Το μόνο ζωντανό φως.

Η καύτρα του τσιγάρου μου
που σβήνει όπου να ‘ναι.

Είμαι λουλούδι κομμένο σε βάζο.
Ρουφάω νερό μα ψάχνω χώμα.
Αποκομμένη απ’ τη ρίζα
ανθίζω μόνο μια φορά κι ύστερα
πέφτω

πέταλο

πέταλο

πάνω σ’ ένα καρό τραπεζομάντηλο.

Είμαι φωνή βοώντος εν τη ερήμω.
Σιωπή μέσα σε αστικό καρναβάλι.

Είμαι η άλλη πλευρά του χαρτιού
που γράφω.

Ο στίχος που δεν επιλέγεται.
Αυτό που δεν χωράει στο ποίημα.

Είμαι.
Το τυφλό σημείο του καθρέφτη
στο κρεβάτι του νάρκισσου.

*Από τη συλλογή “Το μερίδιο των αγγέλων”, 2012 (Ενότητα: Άνοιξη εντός).

Ασημινα Ξηρογιάννη, Ποιήματα από τη συλλογή “Η προφητεία του ανέμου”

%ce%b1%ce%bd%cf%8e%ce%bd%cf%85%ce%bc%ce%bf-5



Μια σκέψη έκανα για τη Φρύνη.

Τη φαντάστηκα να μεθά στα συμπόσια των ανδρών

Να χαρίζει το απαλό μυρωδάτο της σώμα.

Ελεύθερη από ενοχές για ταπεινές καταγωγές κι άλλα παρόμοια.

Η υπόνοια και μόνη ότι μπορεί να πλανεύθηκε από τον καλλιτέχνη…

Την απαλλάσσει από την κακή της φήμη.



***




….αυπνία




Απ την ταράτσα βλέπω φώτα να τρεμοπαίζουν πέρα μακριά.


Κι ακούω θορυβους της πόλης που ποτέ δεν κοιμάται.


Τα βράδια του καλοκαιριού έχει δροσιά.


Φορώ λευκό νυχτικό – σατέν.


Μαύρους κύκλους θα χω το πρωί και στα μάτια μου


γραμμένα ερωτηματικά.


Που την άλλη νύχτα δεν θ΄απαντήσω πάλι.




***




Η Προφητεία του ανέμου




(Στην Δέσποινα)








Mα εγώ…καρφωμένη στην μία όχθη,

αρκέστηκα στο να ονειρευτώ την άλλη.




***




Κάποτε…



Ο αοιδός Ορφέας διαμελίστηκε από τις μαινάδες στη Θράκη.

Οι ύμνοι του θάφτηκαν στο σκοτάδι πάνω στα βουνά.

Κι ο ίδιος ως γύρη ταξίδεψε στο σύμπαν

ώσπου ξανάγινε η μουσική του φως.
…υπάρχει Θεός.





***




Αυτογνωσία



Λέξεις σε λευκή κόλλα… αυτό ειμ΄εγώ.

Τίποτα και όλα.

Ειλικρινά, μόνο αυτό.





***





Αίσθησις

Η βροχή

Το βράδυ

Το φεγγάρι

Η Γη

Η Γεύση τους

Το Άρωμα

Που βγαίνει από τα χείλη της Αγάπης σου

Ανεξίτηλο είναι

Μοιάζει

Με Φύση

Με Εποχή

Με θάλασσα

Με Σύμπαν 





***





Αντίθεση

Είναι φτωχές οι λέξεις μου,γιατί έτσι είναι τα χρόνια,

η περιουσία, τα ταξίδια μου.

Τα πλούσια όνειρα μόνο με κρατούν στη ζωή.





***




Σιωπηλά…



Ο ήλιος αντάμωνε με τα φύκια του πελάου

Στη Δύση

Η αρμύρα της θάλασσας ευωδίαζε

Στην Ανατολή

Ο ουρανός έκρυβε το βυθό με στοργή

Στην αγκαλιά του



Δεν είναι άρνηση η σιωπή.





***





Την κάθε μέρα την προσέχω σαν κόρη οφθαλμού-

Μην μου πέσει κάτω και γίνω κατά τι φτωχότερη.





***




– Σπατάλη είναι να σκορπίζεσαι σα φύλλο

-Μα ποιός θεωρεί τα φύλλα αμελητέα;





***




Υπάρχουν μερικά βράδια που οι άνθρωποι περιμένουν.

Δεν κοιμούνται, περιμένουν.

Κι ο χρόνος μένει ακίνητος -κολλημένος σ΄ενα βασανιστικό παρόν…

Που δε λέει να γίνει αύριο.





***





Παράπονο

Και να σκεφτείς,

Ούτε στιγμή δεν πίστεψα

Πως η κοπέλα με τα σανδάλια,τα λυτά μαλλιά, τα μύρα

Η σχεδόν διάφανη

Ήταν η Αφροδίτη.



Κι όμως την είδα να κατεβαίνει

Από ψηλά το κόκκινο βουνό

Με ελαφρό περπάτημα

Αγέρωχο βλέμμα

Πλατύ χαμόγελο.



Μα με προσπέρασε

Ούτε που γύρισε να με κοιτάξει

Τα βλέφαρα, τα μάτια, το πρόσωπο

Που το βασάνιζε ένα συννεφάκι θλίψης.





*”Η προφητεία του ανέμου”, Εκδόσεις “Δωδώνη”, 2009.
**Η Ασημίνα Ξηρογιάννη διευθύνει το ιστολόγιο Βαρελάκι στο http://varelaki.blogspot.com

2 ποιήματα | Σιλουανός Χριστοφορίδης

Φτερά Χήνας

σιλ.jpeg

Αιωνιότητα

Λοιπόν.
Πως τελειώνει όλο αυτό;
Υπάρχουν αρκετά σενάρια που παίζουν
χωρίς να ‘χω ιδέα ποιο θα υπερισχύσει.
Ο πόλεμος των τριών τροχών μαίνεται
και ‘γώ απλά μαντεύω καταλήξεις.

Στη συντομότερη πάντως,
κολυμπάω σε έναν αθηναϊκό δρόμο
και πνίγομαι στις καυτές του μπουρμπουλήθρες.
Κοιτάω πάνω ενώ η μύτη μου ξερνά πίσσα.
Παίρνω βαθιά ανάσα και ζαλισμένος κοιτάω κάτω.
Το δεξί μου χέρι τρέμει
και το αριστερό μου πόδι μουδιάζει.
Κανένας ιδιοπαθής τρόμος αυτή την φορά,
καμιά κρίση τρέλας.
Απλά ένας συνηθισμένος θάνατος
άπλα μια παύση των τροχών.

View original post 296 more words