Γιάννης Λειβαδάς – Η αυλακιά του Φώτη Τερζάκη

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

6967130

Όπως δεν χρειάζεται να διαβάσεις παραπάνω από μισή σελίδα για να καταλάβεις ότι πρόκειται για λογοτεχνία, δεν χρειάζεται να διαβάσεις παραπάνω από μία για να καταλάβεις ότι δεν πρόκειται.

Το μοναδικό πεζογραφικό έργο από την παραγωγή των ελληνικών τίτλων της τελευταίας, τουλάχιστον, οκταετίας, που διάβασα ολόκληρο, ή καλύτερα, οφείλω να πω ότι δεν γινόταν να μην ολοκληρώσω την ανάγνωση του, είναι «Η αυλακιά του Ρεμπώ» του Φώτη Τερζάκη που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πανοπτικόν.

Πρόκειται έργο που σε υποβάλλει σε πραγματική ανάγνωση. Η αισθητική και οι ιδέες που αναπτύσσονται στο βιβλίο μπορεί να μην γοητεύσουν τους πάντες. Ομολογώ πως κι εγώ βρέθηκα σε κάποια, λίγα, σημεία του κειμένου, αντιμέτωπος με μία υπερβολική προανάκρουση, μια έντονη υποδήλωση αισθητικής και διανοητικής εξορίας η οποία δεν τεκμηριώνεται παρά τις τόσες ωραιότητες της γραφής και της όλης σύνθεσης του βιβλίου.

Ορθώνεται όμως ένα δεδομένο ανάστημα: ο Τερζάκης γράφει σαν συγγραφέας διότι πολύ απλά είναι…

View original post 481 more words

Χριστόφορος Μπότσης, Τρια ποιήματα

chrisbotsis

ΣΦΙΧΤΟ ΜΑΝΙΚΙ

Είχα ένα όνειρο τις προάλλες,
ήμουνα λέει ένας γυμνοσάλιαγκας, η κάποιο είδος
μαλάκιου τελοσπάντων.
Και δεν υπήρχα ακριβώς, τουλάχιστον
δεν υπήρχε η έννοια του “εγώ είμαι ζωντανός και
παρών”, και απλώς γλιστρούσα
από ΄δω και από ΄κει, ένας κόσμος χωρίς τριβή, και
τα πάντα μπαινόβγαιναν
μεταξύ τους, δεν υπήρχαν διαφοροποιήσεις,
όλα ήταν ένα και ένα ήταν όλα. Ξαφνικά όμως,
με τύλιξε μια βαριά
κουβέρτα φτιαγμένη από γνώριμο κρέας, με κόκαλα
και φλέβες και κλειδώσεις,
και με είχε σα μια λουκανικόπιτα, η οποία
σιγά σιγά με απέβαλε, όπως το σκατό αποβάλλεται από
το σφιχτό μοβ
μανίκι το πρωκτού, και με τράβηξαν
και με σήκωσαν από τα ψωριασμένα μου πόδια, μου έχωσαν
δυο, τρεις χαστούκες
και φώναξαν: “Ένα αγόρι! Ένα αγόρι!”
Και εγώ γκάριζα μια αιωνόβια κραυγή, πραγματικά, δεν ήμουν
τίποτ΄ άλλο από ένα ορθάνοιχτο
στόμα, με ωμά ούλα και ρυτιδιασμένο
δέρμα από φλούδα πατάτας. Και όλοι φώναζαν οργιαστικά:
“Να ο κανακάρης μας!
Να ΄το το αγόρι!” Και ΄γω, με όλο μου
το είναι κατασταλαγμένο σ΄αυτήν την κραυγή, τους απαντούσα:
“Είμαι ένα τίποτα, είμαι ένα τίποτα!”
“Ένα αγόρι, ένα αγόρι! Να ΄το το αγόρι μας! Να ΄το! Να ΄το!
“ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ!
ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ!”

***

ΚΑΡΝΑΤΑΚΑ

Μια φορά,
ήμουν εθελοντής στην Ινδία,
και ζούσαμε, εγώ και οι σύντροφοί μου, σε απαδασωμένες εκτάσεις,
με άστεγους γηγενείς πληθυσμούς,
και όλοι έμεναν “προσωρινά” σε χαμηλά προκάτ,
και δε τους βλέπαμε ποτέ έξω,
μόνο καταλαβαίναμε πως υπήρχανε
από τα μαύρα ματάκια τους που μας κατασκόπευαν
απ΄ τις εισόδους
και δεν υπήρχε ήλιος, μόνο ένας απέραντος καταγάλανος ουρανός
που ήταν αυτούσια φωτισμένος.
Τότε, όταν πήγα ως εθελοντής,
και σκάβαμε τρύπες στα ρυτιδιασμένα χωράφια της Καρνάτακα,
με το φράγμα αχρηστευμένο πια
χωρίς τίποτα υγρό να περικυκλώνει την τσιμεντένια αγκαλιά του,
και τις αλογόμυγες και τις ψείρες
ψόφιες παντού στα ραγίσματα της αποξεραμένης λάσπης,
είχαν έρθει να μας βοηθήσουν
κατηχητικά τάγματα
εφήβων, υποψήφιοι διαπραγματευτές τρομοκρατικών ομίλων,
που μίλαγαν πιο δυνατά απ΄όσο θα΄πρεπε
σε στάσεις του λεωφορείου,
και ενάρετων χελονολόγων
που έσπευαν να προλάβουν
το νευρωτικό σαλτάρισμα της διδακτέας τους ύλης,
και μας βοήθαγαν να σκάψουμε τρύπες,
αμβλύνοντας τις εθελοντικές μας τσουγκράνες
και ξεθάβοντας γόπες, πάμπερς, σερβιέτες
και άδεια μπουκάλια κουμκουάτ,
και είχαμε σκάψει μια τρύπα,
πέντε μέτρα βάθος,
βάλαμε πάνω σ΄αυτήν δύο μεγάλα σανίδια,
βάλαμε γύρω ένα ψηλό, συνθετικό παραβάν,
και φτιάξαμε μια βαθιά τουαλέτα για να χέζουμε.
Και πηγαίναμε όλοι σ΄αυτήν την τρύπα και χέζαμε,
και μέσα σε μια ΄βδομάδα η τρύπα είχε σχεδόν γεμίσει,
και όλα μας τα σκατά και τα κάτουρα
γουργούριζαν με κοχλασμούς, ενωμένα μέσα σ΄αυτήν την σούπα.
Και να σας πω, και μην γελάσετε,
τί απόλαυση που ήταν, να χέζω σ΄αυτήν την τρύπα
στην οποία οι συνάνθρωποι μου, οι σύντροφοι,
έχεζαν,
και πόσο μεγαλύτερη απόλαυση,
όταν συνειδητοποίησα,
πως ο καθένας από ΄μας, όταν έχεζε,
κοίταζε πέρα, πάνω απ΄το τετράγωνο περίγραμμα του παραβάν
και κοίταζε το ίδιο καταφωτισμένο τετραγωνάκι ουρανού.
Τι υπέροχο που όλοι μας μοιραζόμασταν εκείνο το κομμάτι ουρανού
ενώ χέζαμε, το οποίο άνηκε μόνο σε ΄μας.
Αυτό το επιφανειακά μονόχρωμο και επίπεδο κομμάτι
έκρυβε μέσα του
το απέραντο βάθος του σύμπαντος,
ένα γαλάζιο που βαθαίνει και απομακρύνεται από ΄μας
χωρίς σταματημό.
Κάθε φορά που έχεζα σ΄αυτήν την τρύπα,
κοίταζα τον ουρανό
και ενώ άφηνα το σώμα μου και ταξίδευα απείρως μπροστά,
ταυτόχρονα ξεγλίστραγα από πίσω και ενωνόμουν
με την γη και τους συντρόφους μου.
 
***

ΝΤΟΜΑΤΕΣ

Κάθε μέρα, καθαρίζω ντομάτες.
Επαναληπτικά και σταθερά, καθαρίζω ντομάτες.
Μια λεπτή στρώση αγνού δέρματος έχουν, που την τραβάω
διστακτικά, και έπειτα με πολύ φόρα, ώσπου να διαλυθούν οι θλιβεροί
κόμποι των λέξεων τους. Κάθε μέρα ξεφλουδίζω ντομάτες. Είναι σε απόψυξη
οι καημένες, έχουν βγάλει όγκους στα βυζάκια τους.
Τις προάλλες ήμουν σε μια καφετέρια στο Χαλάνδρι,
με κάποια διακεκομμένη φίλη που την ξεφύλλισα κατά λάθος
σε μια χρεοκοπημένη μπουτίκ στον πεζόδρομο εδώ, πιο πέρα, και ενώ
παρεστιγμένα συζητούσαμε, μας ένιωθα να εξατμιζόμαστε, να εξατμιζόμαστε…
Μα πάνω απ ́ όλα να φοβόμαστε. Οπότε αποφύγαμε τα βαριά, και πιάσαμε το τέσσερα
σαράντα- επτά.
Κάθε μέρα, μα κάθε μέρα, καθαρίζω ντομάτες.
Την έχω βγάλει με μακαρονάδες. Επαναληπτικά, ξεφλουδίζω,
με το μαχαίρι ξεφλουδίζω τις κονσέρβες. Εκείνη η διακεκομμένη κίνηση
με το μαχαιράκι, εκείνο το όνειρο της παρεστιγμένης φίλης, στο οποίο αυτή και
οι ντομάτες είχαν το ίδιο σώμα, από μάρμαρο και χλωρίνη, και ξαφνικά έκανε εμετό
και απέβαλε τις ντομάτες. Αλλά αυτές,
άφησαν μέσα της τους όγκους τους. Και αυτή
κουλουριάστηκε σε μια τσίγκινη κατσαρόλα, σωριάστηκε σαν
θεατρίνα πάπια που αναπαριστά κύκνεια άσματα, και έκλαψε ρινίσματα
σιδήρου. Οι ντομάτες με το ένα, κοινό τους στόμα, στραπατσαρισμένο με θεόστραβη
ουλίτιδα, γέλαγαν και κορόιδευαν, σαν μαλακισμένα έκαναν. Αλλά εγώ ξέρω πως
οι ντομάτες αυτές έχουν και ένα
δεύτερο, μυστικό, στόμα, κρυμμένο βαθιά μέσα στα
πούπουλα τους. Ένα μυστικό, τρυφερό στοματάκι, τόσο τρυφερό
που κόβεται με την καρδιά ενός μαρουλιού, που μόνο εγώ γνωρίζω πως
υπάρχει, και μόνο εγώ φιλάω. Οι ντομάτες αυτές με κοιτάνε επικριτικά γιατί έχουν
σιχαθεί τις ερωτήσεις που κάνω, και έχουν
βαρεθεί να μου μιλάνε. Δε με θέλουν πια στη παρέα τους,
δε θέλουν να λερώνουν τα χέρια μου άλλο με τα ζουμιά τους. Μερικές
φορές όμως, αν κάτσω και τις ψηλαφίσω πολλή ώρα, και έτσι, τις πείσω, με
αφήνουν μέσα τους, και μπαίνω ολόκληρος μέσα τους, δάχτυλα πρώτα, μετά το κεφάλι,
τον κορμό, με αφήνουν να μπω μέσα τους
και να τις φορέσω, να πατάω τα στομάχια τους, να τις φέρνω καούρες
να καίγονται οι φωνητικές τους χορδές και να μη μπορούν να μου φέρουν αντίρρηση –
Κάθε μέρα καθαρίζω ντομάτες, κάθε μέρα καθαρίζω ντομάτες…
 
*Ο Χριστόφορος μεγάλωσε και ζει στην Αθήνα, αν και, ως ταξιδιάρικη ψυχή, έχει ζήσει τα τελευταία χρόνια στην Αυστραλία, στην Ινδία και στην Αγγλία. Τελείωσε πρόσφατα τις σπουδές του στις Καλές Τέχνες και περνά τον ελεύθερό του χρόνο ζωγραφίζοντας και κυνηγώντας εκδοτικούς οίκους για να κοιτάξουν τα ποιήματά του. Δουλεύει σε γκαλερί στο κέντρο της Αθήνας.
**Αναδημοσίευση από Το Παράθυρο στο https://toparathyro.com/2016/07/02/χριστοφοροσ-μποτσησ-τρια-ποιηματα/

Ποίηση και στιχουργική

3poesia3

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΟΦΙΑΝΟΥ*

Ποίηση, γενικά, είναι η παραγωγή έργου και μάλιστα η παραγωγή έργου με την πλήρη εκμετάλλευση των δυνατοτήτων της ύλης που χρησιμοποιείται γιά την πραγμάτωσή του. Στην ευρύτατη αυτή σημασία του ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως μεταφορικά για το χαρακτηρισμό κάθε έργου το οποίο εξ αιτίας της τέλειας κατασκευής του υπερβαίνει το χρηστικό σκοπό του και αποκτά, ως “ποίημα’ στο είδος του, αξία επιτεύγματος καθαυτό. Η αξία αυτή είναι τάξεως αισθητικής, όποιος και αν είναι ο σκοπός του έργου.

Ειδικότερα, τώρα, ποίηση είναι η παραγωγή λογοτεχνικού έργου με την πλήρη εκμετάλλευση της δυναμικής των λέξεων που χρησιμοποιούνται για τη σύνθεσή του και έτσι ώστε η απόλυτη τιμή καθεμιάς τους να υπερβαίνει την τιμή που φέρει ως μονάδα σημασίας, η δε αξία τους, ως συνόλου, να υπερβαίνει την αξία η οποία μπορεί να τους αποδοθεί βάσει των περιεχομένων νοημάτων. Αναλυτικότερα, τούτο σημαίνει ότι κατά την παραγωγή του λογοτεχνικού έργου που ορίζεται ως ποιητικό, η αξιολόγηση και ο χειρισμός της χρησιμοποιουμένης ύλης, δηλαδή η επιλογή των λέξεων και η θέση καθεμιάς στο σύνολο, δεν προσδιορίζεται κυριαρχικά από την απαίτηση προβολής του τυπικού νοήματος ή γενικότερα της θεματικής, αλλά από την απαίτηση αναδείξεως των στοιχείων εκείνων (προσωδία, ομοιοκαταληξία, τονισμός, “εσωτερικός’ ρυθμός, ένταση συνδυαζομένων νοημάτων, “αυτόματη’ συμπαράθεση λέξεων κατά τη ροή της συνειρμικής ανάδυσής τους από το “ασυνείδητο’ κοκ) τα οποία θεωρούνται “ποιητικά’ σύμφωνα με τον ισχύοντα κάθε φορά “λογοτεχνικό κανόνα’. Τούτο φαίνεται καθαρά τις φορές που ο λογοτεχνικός κανόνας θεσμοθετείται βάσει εξωτερικών ή τυπικών κριτηρίων, όπως η ομοιοκαταληξία λχ και μάλιστα στις ακραίες – αυστηρές μορφές της (σονέττο, μπαλάντα, ρόντω, τριολέ, σεστίνα κλπ). Στις περιπτώσεις αυτές οι απαιτήσεις του συγκεκριμένου ποιητικού είδους επιβάλλουν την οριακή επιλογή των λέξεων, και επομένως των νοημάτων, μεταξύ εκείνων που ανταποκρίνονται στην ηχητική των καταλήξεων και στην απαρέγκλιτη τήρηση του αριθμού των στροφών ή, με άλλα λόγια, επιβάλλουν την οριακή αναγωγή του “περιεχομένου’ στη “μορφή’.

Εξ αιτίας της οριακής αυτής αναγωγής του “περιεχομένου’ στη “μορφή’ έχει επικρατήσει η άποψη ότι ο ποιητικός λόγος διαφέρει από τά άλλα, τα μη ποιητικά είδη κατά το βαθμό αποκλίσεώς του από το “επικοινωνιακό’ λεγόμενο πεδίο της γλώσσας και συγκλίσεώς του προς το “εκφραστικό’ ή “συγκινησιακό’ λεγόμενο πεδίο. Κατά την κρατούσα δηλαδή άποψη, ο ποιητικός λόγος δεν λειτουργεί ως αγωγός σημασιών αλλά ως αγωγός συγκινησιακών κραδασμών. Αποτέλεσμα επομένως της λειτουργίας του δεν είναι η λογική ανταπόκριση αλλά η συναισθηματική ταύτιση πομπού (ποιητή) – δέκτη (αναγνώστη ή ακροατή). Τούτο επιτυγχάνεται με την επιστράτευση διαφόρων “τεχνασμάτων’ (κυρίως της “μεταφοράς’) ως εκ των οποίων το κέντρο βάρους του λεκτικού συνόλου που συνιστά κάθε ποίημα μετατίθεται από τα “σημαινόμενα’ (τις σημασίες) στα “σημαίνοντα’ (τις λέξεις ως καθαρές μορφές). Περαιτέρω αποτέλεσμα της μετάθεσης αυτής θεωρείται η αλλοίωση των παγιωμένων τρόπων της “κανονικής’, “επικοινωνιακής’, γλώσσας και η συνακόλουθη έκπληξη ή “παραξένισμα’ (ξάφνιασμα) που προκαλεί η ιδιόμορφη εκφορά του ποιητικού λόγου στον ακροατή του. Στην έκπληξη ή στο ξάφνιασμα αυτό αποδίδεται τέλος η αισθητική απόλαυση που παρέχει στους αποδέκτες του ο ποιητικός λόγος.

Continue reading

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Manolis

ritsos_front-largeΆξαφνα

Μέρες καλοκαιριού—τό φώς, οι πέτρες, θάλασσα, σταφύλια.

Σβησμένα γεγονότα. Ο ορίζοντας ίδιος ώς τό βάθος. Ο χάρτης

στό διάδρομο τού πανδοχείου ξεθώριασε ολότελα απ’ τόν ήλιο.

Οι εφημερίδες φτάνουν καθυστερημένες—δέν τίς διαβάζεις.

Λάμπει μιά ψάθα τρυγητή στή μέση τής πεδιάδας.

Ο τυφλός παίζει ακορντεόν. Τουρίστες μέ υπνόσακους περνάνε.

Κι άξαφνα, τά μεσάνυχτα, η απόλυτη λέξη σέ φτάνει

σά σφύριγμα πλοίου μές στόν ύπνο σου, καί δέν μπορείς νά ξυπνήσεις.

~Καρλόβασι, 22-8-78

Suddenly

Summer days – the light, the rocks; sea, grapes.

Forgotten events. The horizon same to its end. On the wall

of the hostel the map completely faded from the sunlight.

The newspapers arrive late – you don’t read them.

In the midst of the valley the hat of a grape picker shines.

The blind man plays the accordion. Tourists go by with sleeping bags.

And suddenly, at midnight, the absolute word reaches you

like a whistle of…

View original post 27 more words

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

Manolis

cover

ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΜΑΣ

Και μέσα στο σπίτι υπήρχε το άλλο εκείνο σπίτι — εκεί που η

μητέρα ήταν ακόμα νέα κι ένα φλάουτο ακουγόταν το βράδυ, όπως

όταν οδηγούν έναν τυφλό.

Σ’ αυτό το σπίτι είχαμε μείνει κι εμείς για πάντα, ενώ καθώς

ανάβαμε τη λάμπα, το φως της έριχνε μόνο τις σκιές μας στο

πάτωμα εδώ.

OUR SHADOWS

Within the house was that other house — when mother was

still young and a flute was heard in the evening like when

they guide a blind man.

In this house we had also stayed forever and as we lit our

lamp its light projected only our shadows on this floor.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

View original post

Γεωργία Τρούλη, Επιφάνεια εγγραφής

Artwork: Γεωργία Τρούλη

Artwork: Γεωργία Τρούλη

Ο ύπνος
Τσουβάλι
Γεμάτο
Λευκό
Αλεύρι
Που
Ρέει
Αργά
Και δεν
Βιάζεται
Να
Τελειώσει

Ήχος
Που
Προσπαθεί
Να
Κάνει
Ησυχία

Ένας ύπνος
Που θυμίζει
Αλεύρι απαλό
Τρέχει
Λίγο
Λίγο
Από
Μια
Ελάχιστη
Τρύπα
Στην κάτω
Δεξιά
Γωνία
Ενός ασκού
Ενώ
Στέκεται
Ξεχασμένος
Στην
Άκρη
Του χνώτου
Ενός
Κάτι
Που
Έχει
Ζωή

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ανέκδοτα ποιήματα

Από το ιστολόγιο http://diffusedlight-blogspot.com

Από το ιστολόγιο http://diffusedlight-blogspot.com

ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΙΣΗ

Μισή αλήθεια με παλιό παλτό
Κρατά στο χέρι μια ζακέτα
Το βγάζει, μένει γυμνή
Γυμνός κι εγώ από τύψεις
Παίρνω σβάρνα τα μαγαζιά
Να ντυθώ σαν άνθρωπος
Ξέχασα πως δεν είχα σώμα
«Το νούμερό σας εξαντλήθηκε
Θα παραγγείλουμε αύριο».

Μισή αλήθεια με φτηνά γυαλιά
Κρατά στο χέρι ένα φακό
Τα βγάζει, μένει τυφλή
Τυφλός κι εγώ από χρόνια
Ανοίγω δρόμο στα σκοτάδια
Να αντικρίσω τον ήλιο
Ξέχασα πως δεν είχα κεφάλι
«Πού πάτε χωρίς ομπρέλα
Δε βλέπετε ότι βρέχει;»

Ποιος τελικά λέει την αλήθεια;

***

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Παραδείγματος χάριν
Βγαίνεις απ’ τη θάλασσα νεκρός
Παίρνεις ταξί για το νοσοκομείο
Υποβάλλεσαι σε πλύση στομάχου
Ανακτάς πάλι τις αισθήσεις σου
Και παίρνεις εξιτήριο για το σπίτι
Σε περιμένει η γυναίκα σου
Σε βάζει να καθαρίσεις πατάτες
Στο ράδιο η θεία λειτουργία
Παρατηρείς πως δεν υπάρχεις
Σε ξεματιάζει μια γειτόνισσα
Δεν έχεις παιδιά να σε μισήσουν
Κάθεσαι στη βεράντα μόνος
Μπαίνεις σε κλουβί καναρινιού
Αποκτάς ξανά την ελευθερία σου
Μένεις εκεί μέχρι να γεράσεις
Γκρεμίζεται η πολυκατοικία
Σε απεγκλωβίζουν οι διασώστες
Παίρνεις το πλοίο των εννιά
Πάνω στο κατάστρωμα πεθαίνεις

Στο πρώτο λιμάνι
Παίρνεις ταξί για το φρενοκομείο.

***

Ο ΤΑΡΙΧΕΥΤΗΣ

Κι αν η ζωή μου κύλησε βίαια
Σαν τον αφηνιασμένο άνεμο
Πρώτη πόρτα δεξιά το τέλος
Χτυπώ, μου ανοίγουν αμέσως
Κρατώ ένα μαύρο βαλιτσάκι
Με εσώρουχα, οδοντόβουρτσα
Καθαρές πετσέτες για το μπάνιο
Και το χρυσό σταυρό της νονάς
Με παραλαμβάνουν οι φύλακες
Με οδηγούν στην απομόνωση
Μόνη συντροφιά το ραδιόφωνο
Ακούω τις ειδήσεις που μιλάνε
Για μικρούς ανώδυνους θανάτους
Ο δικός μου, λέω, πόσο μεγάλος
Δεν απελπίζομαι, βάζω μουσική
Παραδίνομαι στην αιωνιότητα
Τα μαλλιά μου έχουν μακρύνει
Κι αισθάνομαι πολύ άρρωστος.

Τα βράδια ο ταριχευτής ψυχών
Χαρούμενος πιάνει δουλειά
Μένει να δούμε την κατάληξη
Πάντως το σώμα δεν το δίνω
Προτιμώ να το φάνε τα σκυλιά
Παρά να γεμίσει μπαλώματα.