Νίκος Σταμπάκης, Από το “Άλας των Ηφαιστείων”

Artwork: Lynn Skordal

Το μήνυμα τραυλίζει και κατόπιν σταματά
Ορυμαγδός των τυπογραφικών στοιχείων
Η μέλισσα έχασε το κωνικό της καπέλο
Στα δόντια από καλλιγραφικές ψείρες
Κι έβαλε στόχο να το ξαναβρεί
Κατέρχεται αργά στα κελλάρια όπου ο μούστος υπνώττει
Κι αδειάζει αδίσταχτα των αρουραίων τις τζέπες
Σκάβει την κόγχη από καμίνι που κοχλάζει
Κι οσμή χρυσού ραπίζει το κουβούκλιο
Λίγο προτού εκφυλισθεί σε άρμη λιγνίτου
Διακρίνει κατακάθια άνευ ειρμού
Το στόμα της εθίζεται στο σχήμα κρατιδίου
Δυόσμοι και πικραγκάθια αλαφιάζονται στις παρηχήσεις
Χαλαροί κλυδωνισμοί κυμβάλων
Ως η τελεία στύσις προηγείται του αμόρφου σπασμού
Κόστος προσωρινής νηνεμίας
Και το ψύχος του μόλις νεκρού προαγγέλλει την αέναη μεταλλαγή των κυττάρων
Το μήνυμα τραυλίζει και κατόπιν σταματά Χρυσαλλίς ανυπόμονων σπινθήρων.

***

Της αμφιβολίας σπλήνα βιολετιά
Και σπαρταριστά της χολής νύχια
Ιδέτε το νηφάλιο μέτωπό μου
Πλυμένο σε μετάξια λυρικά
Μες σ’ ένα σύννεφο μεστό από κανάρια
Που σκοτεινιάζει με κεντριά μετεωριτών
Βάι του θανάτου μαραμένες λεύγες
Και συριγμός από τρελλά φυσίγγια
Της καταιγίδας φρύδια αιματηρά
Ουρλιαχτά στις δαγκάνες σπινθηρίζουν
Ο πυρετός σχισμένη καλτσοδέττα
Με νεραντζιών παρασιτεί κουδούνια
Έρωτα με τη φλούδα από κεχρί
Με τη σκουριά του κεραυνού στα χνώτα
Είν’ από σπέρμα ο μίτος που τυλίγει
Η ώχρα στα ροδαλά της δάχτυλα
Όμοια σκαμμένη δίεση στο στήθος
Και φλέβα όπου χαράζει η ιγκουάνα
Σκόρπια καλώδια στο δίχτυ του ήλιου
Το μεσημέρι κρεμαστό κοντάρι
Σκαλίζει το αίμα στο ακρόχειλο
Κι αναπηδούν στο έαρ κοκοβιοί
Ως νηνεμία κεντημένη δήγματα
Σε μνήμα από πηχτή μαρέγκα αργοσαλεύει.

*“Το Άλας των Ηφαιστείων”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2010.

Advertisements

Richard M. Berlin, Δύο ποιήματα

Εκφοβισμός

Σταματά την πορεία μου προς την πόρτα
με το κορμί του και με τη μυρωδιά του τζιν,
η γυναίκα του είναι ντυμένη ακόμα με τη ρόμπα του νοσοκομείου
μια ξερή μαύρη κρούστα στα χείλια της.
Υψώνει τη φωνή του σαν το μαύρο σύννεφο
της καταιγίδας που ξεσπά ένα αποπνικτικό απόγευμα
και το βουλώνω, σταγόνες ιδρώτα σχηματίζονται
στις μασχάλες μου.
Μου κουνά την γροθιά του γιατί την κρατώ φυλακισμένη
στο νοσοκομείο, ξαφνικά χώνει το χέρι
μες στο μπουφάν του -είμαι σίγουρος ότι θα βγάλει όπλο.
Μακάρι να μπορούσα να πω ότι αντέδρασα
σαν ένας βαθύς γνώστης των πολεμικών τεχνών,
μα πάγωσα όπως ένας επιβάτης σε μια αεροπειρατεία
βλέποντας με τη φαντασία μου τον τέλειο μαύρο κύκλο
να σκοπεύει το πρόσωπό μου, την έκρηξη
του γκρίζου καπνού, τη μυρωδιά του μαύρου μπαρουτιού,
και μπορούσα να δω τα περιγεγραμμένα όρια
της πύλης εισόδου της σφαίρας, τη φαιά ουσία
που πιτσίλισε τους τοίχους, το αίμα σε μια λιμνούλα
στο πάτωμα. Αλλά το χέρι του τραβά απότομα
μια φωτογραφία των δύο τους στην ακτή,
μ αυτόν να ξύνει με τα νύχια του τον ηλιοκαμένο ώμο της:
Έρχεται σπίτι τώρα.

***

Ένας ψυχίατρος αναμένει τον ασθενή του για το ραντεβού των 10, και φαντασιώνεται ότι είναι ο Han Shan 1

Η κόρη έφυγε,
τα μαλλιά χάθηκαν, ο πατέρας μου
πεθαμένος τη μισή μου ζωή.
Οι ασθενείς που έσωσα απ’ την αυτοκτονία
έζησαν μέχρι τα γεράματα,
και αντ’ αυτού πέθαναν από καρκίνο!
Τριάντα χρόνια στα νοσοκομεία.
Τριάντα χρόνια κλαδεύοντας μηλιές
στη δυτική πλαγιά του Χρυσού Βουνού.
Στην αρχή ήταν κλαδάκια.
Τώρα τα κλαδιά γέρνουν απ’ τα ώριμα φρούτα.
Ένας ανεπαίσθητος αέρας τα κάνει να λικνίζονται.
Θα μοιραστώ ένα φόρτωμα μήλα 2 με τα κοράκια,
κι ένα άλλο με τα σκουλήκια!

1. Han Shan. Ταόϊστής, βουδιστης ερημίτητας που έζησε πριν 12000 χρόνια στα κινέζικα βουνά Tentai.
2. Bushel είναι το παλιό αμερικανικό μέτρο βάρυς ισοδύναμο σήμερα με το βάρος μήλων 18,4 κιλών.

*Από το βιβλίο Richard M. Berlin, Εγχειρίδιο ποίησης, σε μετάφραση Μίλτου Αρβανιτάκη, Εκδόσεις λΕνεκεν, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2017.

Το μεγάλο αμερικάνικο ποίημα

dimart

Billy Collins

—μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος—

Αν αυτό εδώ ήταν μυθιστόρημα,
θα ξεκινούσε μ’ έναν χαρακτήρα,
έναν άντρα μόνο του σ’ ένα τρένο που κατευθύνεται στον νότο
ή ένα νεαρό κορίτσι σε μια κούνια έξω από μιαν αγροικία.

Και καθώς θα γυρνούσαν οι σελίδες, θα διάβαζες
ότι ήταν πρωί ή ήταν μαύρα μεσάνυχτα
κι εγώ, ο αφηγητής, θα περιέγραφα για χάρη σου
τα πολλά και διαφορετικά σύννεφα πάνω απ’ την αγροικία

και τι φορούσε εκείνος ο άντρας στο τρένο
μέχρι και το κόκκινο καρώ του κασκόλ
και το καπέλο που το ‘χε ρίξει στη σχάρα πάνω από το κεφάλι του,
ακόμα και τις αγελάδες που γλιστρούν έξω από το παράθυρο του.

Τελικά –γιατί κανείς δεν διαβάζει τόσο αργά–
θα μάθαινες πως το τρένο ή πήγαινε τον άντρα
πίσω στον τόπο που γεννήθηκε
ή κατευθυνόταν προς το απέραντο άγνωστο

κι όλα αυτά θα τα ανεχτείς πιθανότατα
καθώς θα περιμένεις υπομονετικά ν’ ακουστούν…

View original post 180 more words

Γιώργος Δάγλας, Από τη “μέρα των φωταγωγών”

Σαν βουνά που καταλήγουνε τη νύχτα άνθρωποι
γραμμές ορισμένες κι επικίνδυνες μ’ αντίβαρο τα μακρινά
πλοιάρια
που ποτέ δεν έρχονται…
ανοίγουν τον χορό των διαδρομών, αμετανόητοι
εγκληματίες
με ψηλά το κεφάλι, ψιλό στριμμένο μουστάκι:
ανοίγουν τις φυλακές και τα σύνορα,
ανοίγουν τα παράθυρα οι πουτάνες
με μια όμορφη λύπη
και κοιτάζουν τελευταία φορά
τους φωτισμένους, μελαγχολικούς εραστές της πρώτης
αμαξοστοιχίας
που με μάτια μαχαιριές
βυθίζοντ’ ολοένα στην αγάπη και στην ουτοπία.

***

Πέφτοντας το γκρίζο στα προάστια
στα ψηλά σπίτια με τους φαγωμένους σοβάδες
και τους κάθετους δρόμους
στρατιές σκυφτών ανθρώπων κατεβαίνουν το σαράκι
της νύχτας
μπαίνουν στο ξύλο
αποβιβάζονται σε ρημαγμένες παραλίες
φαγωμένοι απ’ την αγρυπνία που ξημέρωσε οργή
χωρίς αρχηγό
χέρια στις τσέπες χοντρών παλτών
χαϊδεύουν το παράπονο
και τοποθετούν παντού, ήρεμα κι αθόρυβα
βόμβες, βόμβες στις φτηνές επιθεωρήσεις
βόμβες στα βρώμικα σουβλατζίδικα
βόμβες στα συνδικάτα ηθοποιών
βόμβες στην ημερήσια διαταγή του κόμματος
βόμβες παντού βόμβες γι’ άπειρα χρόνια
μέχρι την ανάσταση.

***

Στο γήπεδο
κι ύστερα στα σεντόνια του νεκροτομείου
να κυλιόμαστε
Και να ‘ρχονται απ’ ολούθε φορτηγά
παροξυσμοί και τα παιδικά μας χρόνια
μ’ ακανόνιστα βήματα, με ντροπή
κρατώντας το πιο αγαπημένο
να μας προσφέρουν στα κρυφά
την ώρα που
θα μας ξεσκίζουν μ’ ένα ήρεμο μίσος
σίγουροι πως θα βρουν την αιτία.
Αν είναι ποτέ δυνατό
οι μπακάληδες του έρωτα
να μπορέσουν να λογαριάσουν.
Αν είναι ποτέ δυνατό τα επικήρυγμένα μάτια
να κολάσουν απόσπασμα.
Αν είναι ποτέ δυνατό.
Αν είναι…

***

Άνοιξη
Σκοτεινιάζει στα δέντρα
και περνάνε γρήγορα μηχανάκια.
Είναι η γη.
Είναι φωτορεπόρτερ ριγμένοι στα πηγάδια
και τα σαρκοβόρα τασάκια των αντλιωρών.
Είναι πουλιά με πατερίτσες
και το θρόισμα των νυχτικών.
Είναι που ξημερώνει
με το φιλί και το νερό.
Ησυχάστε.

*”Η μέρα των φωταγωγών”, β΄ έκδοση, Εκδόσεις “Φίλντισι”, Άνοιξη 2017.

Από την Ελλάδα στην Αυστραλία: το αβέβαιο πέρασμα

Φωτογραφία: Κ. Βήτα

Για το μυθιστόρημα του Τάκη Κατσαμπάνη «Walkabout – Προσδοκία ενός ξεκινήματος» (εκδ. Εξάρχεια).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη*

altWalkabout
Προσδοκία ενός ξεκινήματος
Τάκης Κατσαμπάνης
Εκδ. Εξάρχεια 2017
Σελ. 144, τιμή εκδότη €11,00

Ο εγκλιματισμός σε νέο περιβάλλον είναι ένα από τα θέματα που απασχολούν τη σύγχρονη σκέψη και λογοτεχνία, καθώς η αλλαγή πατρίδας, η αναζήτηση νέας ταυτότητας, ο υβριδισμός της κουλτούρας, οι δυσκολίες κοινωνικοποίησης, η σύγκρουση του παλιού με το νέο κ.ά. δημιουργούν τις ιδανικές συνθήκες ενός γόνιμου μεταίχμιου. Και κάθε μεταίχμιο δελεάζει και δοκιμάζει τη λογοτεχνία, αφού εκεί διασταυρώνονται το έξω με το μέσα, το πριν και το μετά, το άσπρο και το μαύρο σε μια διαρκή διαλεκτική σχέση.

Η Αυστραλία είναι μια πρέσα που ισοπεδώνει το παρελθόν, τόσο των Αβορίγινων όσο και των εγκληματιών, που αποτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της· με τον ίδιο τρόπο ισοπεδώνει και την ιστορία των μεταναστών, ζητώντας τους να διαγράψουν το πριν και να εγκλιματιστούν πλήρως στο τώρα.

Όλο το βιβλίο του πρωτοεμφανιζόμενου Τάκη Κατσαμπάνη, μικρό κατά βάση μυθιστόρημα, αναφέρεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στη μετάβαση από την Ελλάδα στην Αυστραλία. Και λέγοντας μετάβαση εννοώ όχι το ταξίδι αλλά τη διαδικασία, κυρίως κοινωνική και ψυχολογική, προσαρμογής στη νέα χώρα και στον καθημερινό πολιτισμό της. Η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτάται από τους δεσμούς με την πατρίδα, αλλά και με το νέο ξεκίνημα που ο καθένας οραματίζεται.

Ο αφηγητής σκιαγραφεί με σχόλια πάνω στα βιώματά του τον καιρό που έζησε στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας και τις προσπάθειες που έκανε να ενσωματωθεί στον ρυθμό της νέας ζωής. Τα ζητήματα που προέκυψαν δεν ήταν καταρχήν οικονομικά, αλλά πολιτισμικά. Μαθαίνει τη γλώσσα και δεν έχει προβλήματα συνεννόησης και κατανόησης, αλλά πάντα νιώθει ότι οι νέες λέξεις είναι άψυχες και δεν μπορούν να αποδώσουν τον ψυχισμό του. Βρίσκει δουλειά, στην αρχή σε ένα πρόγραμμα κοινωνιολογικής έρευνας στα νοσοκομεία της πόλης κι έπειτα σε ένα γλωσσολογικό πρότζεκτ, στα οποία ανακαλύπτει ότι οι Έλληνες ομογενείς, όσο κι αν απολαμβάνουν το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και κοινωνικής ασφάλειας, νιώθουν πάντα ξένοι. Η Αυστραλία είναι μια πρέσα που ισοπεδώνει το παρελθόν, τόσο των Αβορίγινων όσο και των εγκληματιών, που αποτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της· με τον ίδιο τρόπο ισοπεδώνει και την ιστορία των μεταναστών, ζητώντας τους να διαγράψουν το πριν και να εγκλιματιστούν πλήρως στο τώρα.

Σ’ αυτην τη διελκυστίνδα συναντά τον Βρας, Έλληνα καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, ο οποίος τον βοηθάει παρά την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του. Κι αυτός είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της ιδέας ότι πρέπει να απογαλακτιστούν από την Ελλάδα και να ακολουθήσουν μια απόλυτα καινούργια ζωή. Η μεταστροφή του μάλιστα στον αγγλικανισμό ικανοποιεί αυτήν ακριβώς την ανάγκη. Μια τέτοια στάση απέναντι στην Ελλάδα θεωρεί ότι η χώρα είναι κολλημένη στην Ιστορία της, αρχαία και βυζαντινή, δεν μπορεί να προχωρήσει γενναία στη νεωτερικότητα και βαυκαλίζεται με το ένδοξο παρελθόν της αντί να δει το τελματωμένο παρόν της κ.λπ. Ο επαρκώς κοινωνικοποιημένος ξένος διαγράφει τη «μητρίδα», όπως λέγεται σε κάποια φάση η πατρίδα, και ακολουθεί τον νέο δρόμο της αυστραλιανής προόδου.

Το walkabout είναι πάντα μια ρευστή πραγματικότητα, μια ανοιγοκλεινόμενη πόρτα η οποία δεν αφήνει οριστικά απ’ έξω το παρελθόν.

Ωστόσο, ο αφηγητής συναντά ένα σωρό ανθρώπους που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να δουν την τομή ανάμεσα στην παλιά και τη νέα χώρα ως τελεσίδικο πέρασμα. Το walkabout είναι πάντα μια ρευστή πραγματικότητα, μια ανοιγοκλεινόμενη πόρτα η οποία δεν αφήνει οριστικά απ’ έξω το παρελθόν. Άλλοι μένουν πεισματικά στις μνήμες τους, άλλοι συμβιβάζουν τα δυο πεδία κι άλλοι, όπως τελικά ο ήρωάς μας, αρνούνται το άψυχο σκηνικό κι επιστρέφουν στην Ελλάδα.

Κλείνω με μια παρατήρηση επί της γραφής. Ξέραμε ότι πολλά σύγχρονα κείμενα δεν είναι κλειστά· τώρα συνειδητοποιούμε όλο και πιο πολύ ότι μπορεί να μην είναι καν μονότροπα αφηγηματικά, να μην είναι καν συνεκτικά, να μην αποτελούν ένα αρραγές σύνολο αλληλοσυμπλεκόμενων σκηνών. Πλέον πολλοί –και ο Τ. Κατσαμπάνης ανάμεσά τους– γράφουν συνδέοντας την υπόθεση με το σχόλιο, το βίωμα με την εξομολόγηση, την ιστορία με το δοκίμιο, σε μια υβριδικότητα που καταστρατηγεί την αφήγηση ως showing και υιοθετεί το telling ως αναγκαίο συνοδό στην απόδοση του νοήματος και στην μετάγγιση των αισθημάτων.

Ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο ενός φερέλπιδος συγγραφέα.

*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας και κριτικός βιβλίου.

**Από εδώ: https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/katsampanis-takis-exarcheia-walkabout?utm_source=Newsletter&utm_medium=email

Ηλίας Τσέχος, Δύο ποιήματα

Ραφεία μνήμης

Τίποτα δε θυμάμαι
Από ό,τι φόραγες
Πόσες φορές χτενιζόσουν
Πόντους στα τακούνια σου πόνους
Πείνες όσο κακομαγείρευες
Ξηλώματα φιλιά
Στα μαντήλια
Τίποτα από τους όρκους
Τα σιδερώματα
Καφέδες που δεν χύθηκαν
Ελιές πικραμένες
Θυμάμαι τα χιλιόμετρα
Χαμόγελα ναυάγια
Χίλια βυζιά σεντόνια
Μουρμουρογάργαρα
Που τώρα αδίψαστα
Ας πιώ τους ήχους
Να γκρεμιστώ
Μες στις φωτογραφίες

***

Αιγιάλεια φραγμένα

Πάρτε το δείλι από
Το πιάτο
Ρίξτε σκουπίδια
Βρωμήστε
Λερώστε εικόνες
Ρίξτε φόλες στα σκυλιά
Στις γάτες
Στις μάνες σας
Να τρελαθείτε
Ουδείς να σας ακολουθεί
Κανένας ψίθυρος
Να σας ταΐζουν σύμβολα
Πράσινες γελάδες
Βόδια βάτα
Το χάλι σας χαλί
Παράλια οι μαρμελάδες
Και βουνά οι
Πεδιάδες σας
Άρρωστα μερτικά σας
Σκουπιδοτενεκεδαπλώστρες
Εξεγέρσεις ανάπηρες.

*Από τη συλλογή “Αγριόχορτο στόμα”, Εκδόσεις Ενδυμίων 2015.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Ποταμός Υδάσπης 326 π.Χ.

Για να περάσεις τον Υδάσπη
πρέπει να ‘σαι αποφασισμένος
πως η απέναντι όχθη
μπορεί να αποδειχθεί τελικά
ένα νησί ενδιάμεσο
Κι ακόμα πρέπει
να είσαι έτοιμος για πόλεμο
με κάποιον που κι αν νικήσεις
ίσως φανεί άξιος
της μεγαθυμίας σου
Για να περάσεις τον Υδάσπη
πρέπει να ‘σαι χορτασμένος τόσο
που να μη νοιάζεσαι καθόλου
για τους πυρετούς που λιμνάζουν
στο αίμα των κουνουπιών
και τις ζαλάδες που γλυκά
προμηνύουν το θάνατο.