Neringa Abrutyte, Ο ποιητής

εκείνος προώθησε έναν ποιητή
πιο πέρα από εκείνον δεν πήγε ήταν
ποιητής και ήξερε, ότι ήταν ποιητής -τον
ήξεραν οι ποιητές και όλοι οι άλλοι

και δεν μπορούσε να μην είναι ποιητής
από εκείνο τον ποιητή πιο περα δεν πήγε -δεν
υπάρχει πια,
αλλά όλοι τον ξέρουν -να ‘χει άραγε
καιρό που βαρέθηκε;

έγραφε όσο δεν τα ήξερε όλα;
για τους ποιητές, και μετά τα ήξερε
όλα για όλα -και σταμάτησε- τον
ξέχασαν όλοι; όμως τον ήξεραν…

*Από τη συλλογή “Το Φθινόπωρο του Παραδείσου”. Μετάφραση: Σωτήρης Σουλιώτης, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούνης 2015.

Advertisements

Γρηγόρης Σακαλής, Μεγάλες ιδέες

Μιλάς για πόλεμο
με ύφος πολεμιστή
λες για μάχες ένδοξες
για κατακτήσεις
για τις χαμένες πατρίδες
πως πρέπει να ελευθερώσουμε
ήσουν καταδρομέας στο στρατό
εν καιρώ ειρήνης, άκαπνος
δεν ξέρεις τι είναι πόλεμος
αφήνει πίσω του νεκρούς
ανάπηρους, καταστροφές
άστο καλύτερα
δεν είναι για παληκαράκια
σαν κι εσένα
που θέλουν να γεμίσουν
την άδεια ζωή τους
κοίτα γύρω σου
η χώρα μας στενάζει
από ξένους επικυρίαρχους
και ντόπιους πρόθυμους
άσε τις μεγάλες ιδέες
και σύνελθε
όσο είναι ακόμα καιρός.

ένα έτσι

Πολύ προτού ξυπνήσω
να αχρηστέψω λέξεις κι αριθμούς
και τα πρόσωπα να σβήσω
με των προσώπων την απορία.

Να μην χρειαστεί να επιλέξω την μέρα
τον χρόνο και το χώρο της
μήτε καν όποιον κι αν τύχει
στο διάβα της να συναντήσω.

Να μην αναγκαστώ να μάθω
αν οτιδήποτε συμβαίνει
είναι κάποιου η ζωή ή η δική μου.
Να μην είμαι σίγουρος πως ζω.

Έτσι, ίσως καταφέρω να μην σου κάνω κακό.
Ίσως, έτσι, γίνουμε ευτυχισμένοι.

View original post

Χρίστος Κασσιανής, μια στεγνή ημέρα

Στενεύει το χαμόγελο, στενεύει ο δρόμος
ο γλεντοκόπος ασθενεί σήμερα
κατεβαίνει από τα δέντρα ο κοκκινολαίμης

Έβρεξε,
γέμισε η πόλη περιουσίες
ανοίξαν οι ομπρέλες και δεν παραμερίζουν
καθάρισε το μάρμαρο και γλύκυνε η μυρωδιά

Και σαν ανοίξει ο καιρός
χαριτόβρυτες θα τινάξουν με χάρη τα μαλλιά τους
οι ρακοσυλλέκτες θα ξαναβάλουν τα μαντήλια

Κι ένα βλαστάρι λησμονιάς
ίσα που αχνοφαίνεται στο μέτωπό μας απάνω
που στενεύει

Απρίλης 1996

Χίβα Παναχί, Τρία ποιήματα

Αναμνήσεις

Κάθε απόγευμα
Ένα παιδί κάθεται.
Κάθεται
Στις τσιμεντένιες σκάλες
Του σπιτιού
Κοιτάει επίμονα
Στα μάτια των αναστεναγμών μου.

1995, Κουρδιστάν Ιράν

***

Είπε μια Φωνούλα

Ελάτε να ορμήξετε
Πάνω μου σαν πρωτόγονοι
Φοβάστε κύριοι;
Η καρδιά μου
Το σύμπαν της ποίησης
Λέτε να σπάσει;

1997, Κουρδιστάν Ιράν

***

Τα Πέτρινα Όνειρα

Θέλουμε μια πέτρα
Για να σκεπάσουμε τα πάντα
Όλα τα μυστικά
Για να σωπάσει η καρδιά μου
Να γίνουμε η χώρα των λίθων.

11.6.2001, Αθήνα.

*Από τη συλλογή “Τα Μυστικά του Χιονιού”, Εκδόσεις Μαΐστρος, 2008.

Μαρία Πανούτσου, Κοιτώντας Πλάγια

Vivir qiuero conmigo 

Gozar quiero del bien que debo al cielo

A solas sin testigo

Libre de amor, de cello

De odio de esperanzas de recelo

Fray Luis De Leon

Γιορτινός Θάνατος Α΄



μέσα στην χαρά καραδοκείς 

και σφηνώνεις σε κάθε στιγμή
του χρόνου, ανομολόγητε,

το μυαλό μου σε εκλιπαρεί

μα δεν υπάρχει έλεος στην αγάπη σου 

εσύ αποφασίζεις πότε και που 

και όπως ο Ιωάννης του σταυρού 

σε πρόσεξε, 

έτσι και εγώ, αφέντρα του εαυτού μου

γίνομαι μια περαστική 

στην ουρά του βασιλείου σου 



μάζεψε τα πέταλα από αυτό το λουλούδι

και φύλαξε τα πράσινα φύλλα/

ζουμπούλι

και ορχιδέα /σε ένα γυάλινο βαζάκι /με φως 

να διαπερνά το τυχαίο βλέμμα/ υγρασία/


έξω στο χορταριασμένο κήπο/ κρύβομαι

μ’ ένα μικρό φύσημα αέρα παρέα/ μαζί/
πάντα μαζί /με τον κόσμο που αγάπησα

η ομορφιά δεν κρύβεται/
δεν ζητά/ δεν πεθαίνει/

ψάχνω να δω/
πως ζωγραφίζεται η ευτυχία 

γράφοντας ένα ποίημα /
για τον άγνωστο Χ

Γιορτινός Θάνατος Β΄

και σαν άπιστος
Θωμάς/ ψάχνω τα σημάδια
στα χέρια σου/ για να πειστώ
κι όμως /
στα τυφλά σε δέχτηκα και
εγώ

*
Κοιτώντας Πλάγια 2018

Κατερίνα Χανδρινού, Τρία ποιήματα

Πτώση μου η γενική

Όταν πέφτω, πέφτω. καθολικά. Η καρδιά μου, τενεκεδάκι που
κλωτσάνε εναλλάξ τ’ αγόρια μέχρι να φτάσουν, για να μην τους
φανεί η διαδρομή. Κολοσσός με κλειστά τα πόδια, είναι.

***

Από το πίσω κάθισμα πήγα να οδηγήσω.

Σα να ‘σουνα αυτόματο σου συμπεριφερόμουν, ενω έπρεπε το
συμπλέκτη να πατάω βαθιά και ν’ αλλάζω την ταχύτητα. Να
κάνω την κίνηση του μισού μαιάνδρου που αλλάζει την ταχήτητα.
Γκάζωνα στις στροφές αντί για να μειώνω. Έπαιρνα τις ανηφόρες
με νεκρά κι όλους σβάρνα τους κώνους.

Φίδι στα χέρια μου σκληρό και μαύρο το τιμόνι.

***

Συγχώρεσε την αφωνία μου απόψε.

Οι Ισπανοί έχουνε λέξη για να πουν: χθες βράδυ. Anoche αυτοί /
απόψε εμείς. (Φαντάσου λοιπόν, πόσα όνειρα στα ισπανικά θ’
αρχίζουνε με το “ανότσε”. Χθες βράδυ, είδα…). Εμείς, απόψε. Αυτό
μας μαραίνει, φαίνεται, αυτό μας καίει, κι έχουμε λέξη ειδική: το
βράδυ που έρχεται. Όχι το χθεσινό. Συγχώρεσε λοιπόν την αφωνία
μου, αυτό το βράδυ, απόψε.

*Από τη συλλογή “γιατί δεν οδηγούν οι ποιητές¨”, έκδοση s@stina, 2017.