… Όχι: αυτό που έχω είναι νύστα. Τι; Τόση κούραση εξαιτίας των ευθυνών, τόση πίκρα γιατί ίσως δεν θα είναι διάσημος. τόση επιχειρηματολογία γύρω απ’ την αθανασία… Αυτό που έχω είναι νύστα, φίλε μου, νύστα… Αφήστε με τουλάχιστον να ‘χω νύστα. Ποιος ξέρεις τι άλλο θα ’χω;
*
MAGNIFICAT
Πότε θα περάσει αυτή η εσωτερική νύχτα, το σύμπαν, κι εγώ, η ψυχή μου, θα ‘χω τη μέρα μου; Πότε θα ξυπνήσω απ’ το ξύπνημά μου; Δεν ξέρω. Ο ήλιος λάμπει ψηλά, αδύνατον να κοιτάξεις. Τ’ αστέρια τρεμοπαίζουν κρύο, αδύνατον να τ’ αριθμήσεις. Η καρδιά χτυπά ξένη, αδύνατον να την ακούσεις. Πότε θα περάσει αυτό το δράμα χωρίς θέατρο, ή αυτό το θέατρο δίχως δράμα, και θα γυρίσω σπίτι; Πού; Πώς; Πότε; Γάτα που με κοιτάς με τα μάτια της ζωής ποιον έχεισ μέσα τους; Είναι αυτός! Είναι αυτός! Αυτός θα διατάξει σαν τον Χωσσεά να σταματήσει ο ήλιος κι εγώ θα ξυπνήσω. Και θα ‘ναι μέρα. Χαμογέλασε, μες στον ύπνο σου, ψυχή μου Χαμογέλασε, ψυχή μου: θα ‘ναι μέρα.
*Ο Άλβαρο ντε Κάμπος είναι ένας από τους τρεις πιο σημαντικούς ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα. **Από το βιβλίο “Η ‘θαλασσινή ωδή’ και άλλα ποιήματα”, εκδ. Εξάντας, 2003. Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα.
Αχοί εσείς σκιές στον ύφαλο που βουλιάζει, μια μόδα φαίνεται να ‘ναι η ζωή, κι αυτό κάτι σημαίνει, στην όχι και τόσο νέα αρχή αυτής της εκατονταετηρίδας πλήρους Διαφωτισμού! Κάθε σκατό μύγας γίνεται θρύλος, με την προϋπόθεση ότι η κάμερα εστιάζει αρκετή ώρα πάνω του. Και μπορείς με σιγουριά να πεις ότι μια μόδα έχει τελειώσει όταν καταναλωθεί και η τελευταία μερίδα φαγητού αν και περισσεύει ακόμα τόσος μήνας. Όμως η ζωή συνεχίζεται, και το μόνο π[ου μπορώ να ελπίζω είναι ότι δεν θα παρεξηγήσετε την υποστηρικτική προς το κράτος απάθειά μου και θα συνεχίσετε να μου αναγνωρίζετε το κύρος ενός μπιμπικιού. παρεμπιπτόντως, μπορείτε ν’ αγοράσετε τα βιβλία μου, τα ποιήματα χάρισμά σας· εμένα δεν θα μ’ έχετε ποτέ.
*
Ο κόσμος των θαυμάτων
το τοπίο έχει χαρτογραφηθεί τα ποτάμια έχουν εκτραπεί τα ζώα έχουν αιχμαλωτιστεί τα δέντρα έχουν κοπεί
τα σκουπίδια έχουν εξαφανιστεί η εφημερίδα έχει διαβαστεί οι τιμές έχουν συγκριθεί το ψυγείο έχει γεμίσει
οι πόρτες έχουν κλείσει οι φάκελοι έχουν ταξινομηθεί τα αρχεία έχουν αποθηκευτεί τα μαλλιά έχουν βαφτεί
τα χέρια έχουν πλυθεί τα δάκρυα έχουν στεγνώσει η ζωή έχει ασφαλιστεί τα σύνορα έχουν ναρκοθετηθεί
*Τα ποιήματα αυτά προέρχονται από το φυλλάδιο με τίτλο “σφηνάκια πανικού, λεκέδες από πίσσα” που τυπώθηκε και κυκλοφόρησε με τη γενική ευθύνη του περιοδικού (-ποιητικού σκεύους) “Τεφλόν”. Για τον Kai Pohl δημοσιεύτηκε αφιέρωμα στο “Τεφλόν” (τεύχος 9, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2013) σε μετάφραση Nadja Jazra Khaleed (σελ 32-46).
Οι φράχτες κ’ οι φωλιές των βράχων κρατούν ακόμα βογγητά.
Ο χρόνος μετριέται με Ψυχοσάββατα.
*
Μήκος χρόνου
Στον Μιχάλη Γκανά
Θα είναι νύχτα και θα ουρλιάζουν τα βατράχια και τα σκυλιά θα σεργιανούν στην αγορά και εσύ μ’ ένα μαχαίρι στα νεφρά θα συντροφεύεις τα φαντάσματα στα βράχια.
Εκείνος θα ‘ρχεται απ ́’ τ’ ανέμου τον κρυψώνα -ξύλινα πόδια που κοντεύουν την οργιά- και συ με τον ανάπηρο σουγιά θα σκάβεις πάλι τ’ όνομά του στον αιώνα.
Σε κούφια μέρα θα γλιστράς τυφλός σακάτης θα ν’όλος αίμα του σκυλιού σου ο ζουρνάς κι αν φύγεις όλο πίσω θα γυρνάς στα μαυρολίθαρα δεμένος απελάτης
*Από τη συλλογή “Ορεινό καταφύγιο’, Τυπογραφείο “Κείμενα’, Αθήνα 1983.
Ένα σπιτάκι μού ’ρχεται στο νου μου κάθε βράδυ, στη γειτονιά που υψώνεται μια πληχτικιά εκκλησία, που ζει και που ονειρεύεται με την ανησυχία κάποιου ξενιτεμένου.
Πόσο βαθιά η ανάμνηση στην ώρα τη θλιμμένη, την ώρα που τα σύγνεφα φωτοπεριχυμένα απ’ τα στερνά ηλιοχρώματα πάν κι έρχονται στα ξένα με τα βαριά βαπόρια.
Με τα βαπόρια που έρχονται κι αράζουν στο λιμάνι κι απ’ την καρδιά μού κλέβουνε του γυρισμού τον πόθο κι όταν σε λίγο φεύγουνε πάντοτ’ εγώ τα νιώθω χωρίς εμέ να φεύγουν.
Και μέσα στην ανάμνηση, πού ’ρχεται κάθε βράδυ του άσπρου σπιτιού που είναι κοντά στην πληχτικιά εκκλησία περνάει σε μιαν ατέλειωτη και θλιβερή οπτασία όλ’ η παλιά ζωή μου.
*
ΒΑΡΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ
–Τι να πούμε, τι να πούμε τούτη τη βαθιά στιγμή; –Κοίτα εμέ τώρα που είμαι σαν το δειλινό χλωμή, σαν το δειλινό που σβήνει τη μεγάλη αυτή στιγμή… –Πέρα εκεί, κάτου στον κάμπο, πέφτει όλο το φως θαμπό, φως που μοιάζει σαν τον ίσκιο,κι από τη βαριά ψυχή μου βρίσκω μέσα στην ψυχή του κάμπου κάποιον ίσκιο.
Και τα δέντρα έχουνε δέσει στα κλαδιά τους την καρδιά τους. Κι έτσι, ως να μην απολείπει από μέσα τους η λύπη, και τη νύχτα και τη μέρα λένε κάποιο καρδιοχτύπι στον αέρα.
Κι από τη ψυχή μου βρίσκω μέσα στην ψυχή του κάμπου κάποιον ίσκιο.
Η ψυχή του κάμπου μένει μες στην ώρ’ αυτή θλιμμένη κι έχει κλείσει όλους τους πόνους, από χρόνους, όλων των πικρών καρδιών, που τα βράδια με τα θάμπη τις γρικάνε πάντα οι κάμποι κάτι θλιβερό να λένε και να κλαίνε πάντα αντάμα με το κλάμα των καρδιών των καρυδιών.
*Από το βιβλίο “Ποιητικά έργα – Άσαντ τα ευρεθέντα”, Πρωτεύουσα Διπλωματική ΕργασίαΘεσσαλονίκη 2008. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Φιλοσοφική Σχολή – Τμήμα Φιλολογίας – Τομέας Μεσαιωνικών και Νεοελληνικών Σπουδών.
Φεύγοντας από το θάνατο. Όμως αφήνοντας πίσω τη ζωή μας, Όμως αφήνοντας πίσω το μέλλον μας, Φεύγοντας από τα σπίτια μας. Τρέχοντας προς την Ελπίδα. Όμως δεν υπήρχε χρόνος Να κουβαλήσεις τέτοιο παραπανίσιο φορτίο μέσα στη φυγή. Έτσι απαλλαχθήκαμε από Το βάρος της Ελπίδας Ακριβώς όπως απαλλαχθήκαμε Από αυτά που δεν μπορούσαμε να πάρουμε Τα νεκροταφεία μας. Τα σπίτια και τις εστίες μας. Τα δέντρα και τα λουλούδια μας. Φεύγοντας… Υπήρχε φόβος, αίμα και θάνατος πίσω μας. Μπροστά μας όμως το μηδέν – Ούτε καν χρόνος. Τρέχοντας προς το άδειο, το κενό, χωρίς χρόνο. Κάπου μέσα στο μυαλό και στην καρδιά, Στο κρυμμένο βάθος της ψυχής μας, Νιώσαμε πως η φυγή αυτή Ήταν ακόμα πιο φρικιαστική από το να μέναμε εκεί που ζούσαμε. Όμως δεν υπήρχε διέξοδος: φεύγαμε ακόμα και από το Θεό. Από τώρα, όπου κι αν πάμε Θα είμαστε ξένοι Θα είμαστε φιλοξενούμενοι Θα είμαστε περιπλανώμενοι σε ξένο τόπο. Κι ενώ κανείς μας δεν είναι κοινός, συνηθισμένος άνθρωπος. Μοιραζόμαστε κοινό όνομα – “Πρόσφυγας” Ποιος τολμά να καταλάβει τον απροσμέτρητο πόνο μας;
Αζερμπαϊτζάν, Μάιος 1993.
*Το ποίημα δημοσιεύτηκε σε φυλλάδιο της Θεατρικής Ομάδας Buffonata, με αφορμή μια θεατρική παράσταση. Σχέδια: Β. Τζελέπη
Thinking hard about you I got on the bus and paid 30 cents car fare and asked the driver f or two transfers
30 Σέντς, Δυο διαδρομές, Έρωτας
Καθώς σε σκέφτομαι πολύ ανεβαίνω σε ένα λεωφορείο και πληρώνω 30 σεντς για το εισιτήριο και λέω στον σοφέρ ότι είναι για δυο εισιτήρια πριν να ανακαλύψω ότι πήγαινα μόνος
*
Nine Things
It’s night and a numbered beauty lapses at the wind, chortles with the branches of a tree, giggles, plays shadow dance with a dead kite, cajoles affection from falling leaves, and knows four other things. One is the color of your hair.
Εννέα πράγματα
Είναι νύχτα και μια αριθμημένη ομορφιά χασομεράει στον άνεμο, κελαηδώντας με τα κλαδιά ενός δέντρου, γέλια, παίζει με το χορό των σκιών με έναν νεκρό χαρταετό, πείθει την αγάπη από τα φύλλα που πέφτουν και γνωρίζει τέσσερα άλλα πράγματα. Το ένα είναι το χρώμα των μαλλιών σου.
Τις νουνέχειες αυτές που παρότι ματώνεις τις πιστεύεις και συμφωνείς μαζί τους, γιατί σ’ αφήνουν να εκταμιεύεις με μοναδικό αντάλλαγμα να είσαι άηχος άπραγος και ευνουχισμένος παραδοχές, εφησυχασμούς των εγωτισμών σου, και πισωπατήματα, -έτσι εκτός από χερσαίος έγινες πίσω δρόμος ταλαντούχος και ακαταμάχητος, βραβευμένος σε διεθνείς πισωδρομίες- τώρα που η ζωή άφαντη από τα μάτια σου, τώρα που τα πισωπατήματα τελείωσαν κι εσύ έφτασες να ακουμπάς με την πλάτη τον τοίχο, τώρα που κατάλαβες πια πως οι νουνέχειες που σε βόλευε να σε καθοδηγούν είναι εντελώς ακατάλληλες για την αναζήτηση αυτής της ζωής που λογίζει τη ζωή σου ανθρώπινη κι εσένα άνθρωπο ανθρώπινο, οι νουνέχειες που κάθε προσπάθεια να τις πιστώσεις καλή πρόθεση και αθωότητα δεν γίνεται πιστευτή, τώρα έχεις να διαλέξεις ή ν’ ανακαλέσεις αυτό που υπήρξες, να ακυρώσεις τις νουνέχειες και σπάζοντας τις σημάνσεις των ορίων και των ορθοτήτων να προχωρήσεις με πείσμα, οξύφωνος κι έχοντας το δάχτυλο στη σκανδάλη της μη αναστρέψιμης ορμής και ευφυίας της αταξίας, βρες τον τρόπο ν’ ανακαλέσεις τον ξεχασμένο οντοποιό μέσα σου ν’ απαιτήσει, καταργώντας τ’ ακατάργητα, όντας αιρετικός κι αρνητής της βαρύτητας όχι μόνο να Υπάρχεις, αλλά και να Είσαι, ή να ξεφτιλιστείς συρρικνωμένος σε Προδότη της Ζωής και της Ζωής σου που λαχταράει να την κάνεις ζωή ανθρώπινη. ή το χειρότερο απ’ όλα να συνεχίσεις να πορεύεσαι ώσπου να τελειώσει το Νυν και το Θα της μονάδας σου ως Μαλάκας γελοίος φορέας της λογικοφρένειας.
The Sensible Ones The sensible ones— those you still believe, those you still follow, even as you bleed— because they let you exhaust yourself, asking only that you remain silent, inactive, and diminished. Concessions. The comforts of your ego. Retreats. And so, already bound to the earth, you became a dead end: gifted, relentless, honoured in international dead ends. Now, when life has faded from your sight, now, when the retreats are over and you stand with your back to the wall, now, when you understand at last that the sensible ones who found it convenient to guide you are unfit for the search for a life that regards your life as human and regards you as a human being— the sensible ones whose good intentions and innocence can no longer be believed— now you must choose. Either you remember what you once were. You reject the sensible ones. You break the signs of limits and correctness and go forward, unyielding, clear-voiced, with your hand on the trigger of the irreversible force and intelligence of disorder. You find a way to remember the forgotten self-creating being within you— the one who demands, overturning even what seems unchangeable, who, heretical and freed from gravity, does not merely exist but is. Or you are reduced, exposed, made a traitor to Life and to your own life— the life you long to make human. Or, worst of all, you continue walking until the Now and the Yet-to-Come of your existence reach their end— a fool, a ridiculous bearer of the madness called reason.
Αστυπάλαια κλήματα τροπικών λαβυρίνθων ακολούθησαν την πορεία των ονείρων. Στον Ισημερινό σταμάτησε του σταθμού το θλιβερό αντίσκηνο. Πιο ψηλά, στων σκοτωμών του κόσμου τα χαρακώματα, πουλιά, φωλιές και στάχτες, σκόρπισαν στης θύελλας τα σημεία.
*
Όνειρο βραδείας καύσης
Ημίτονο. Ημιτόνιο. Βραδείας καύσης όνειρο. Με φθόγγους στολισμένο. Σκυλίσια ζωή να ξεκινά στο θάνατο, στο φόρεμα της Εκάβης και στης Μήδειας το όνομα. Πρότινος νους, φευγαλέος, στην άκρη του νήματος της επανάστασης, βοηθός και αντίδοτο.
ο καπνός άσπρη γενειάδα ανάποδη βγαίνει από την καμινάδα σαν τις έναστρες προζυμένιες προσευχές του Αλέξανδρου Σεβήρου προς όλους: Αβραάμ Ορφέα Ιησού Απολλώνιο Κώστα Μαρίκα Λάουρα Επιμενίδη Χαρίκλεια Νώντα Τρύφωνα και Βαλέρια και απ’ τις μαύρες στάχτες ακούγεται φωνή κυρίου: As-tu déjeuné, Jaco? As-tu déjeuné, Jaco? Et de quoi?
μέχρι ριζάρχιδο
Ώα φως φωκομελές Ώα μελεσίπτερο γουρούνι: «Mir ist als wie im Traum»! Ουίσκι από τσιμέντο είναι το εν
Και σοκολατένιο αρμόνιο και Θάλασσα λαστιχένια και Θάψτε με στον αέρα με αέρα Γιατί Τα είδα όλα διάφανα ως τις εσχατιές
*
AMYGDALA
στον Leo Ornstein
coitus interruptus << avec les habits du dimanche holocitron—amygd ala nothing >> ecdysial lacuna] medieval translucent yella poetaster’s ablauts
poetizing hey presto o ornstein o Leo o o battering ram Ram Rama Rama Ram
poetizing hey presto coitus interruptus << avec les habits du dimanche o ornstein o Leo !o battering ram o!
*
Μέγας Νήπιος Ποιητής
μέγας νήπιος ποιητής άμα αντικρίζει ήλιο πέφτει χάμω κι ακινητεί σα φωτοβολταϊκό άμα κατηγορούμενος δηλώνει ένορχος κι ορχείται
κι η ζαχαρένια προτομή του Πλωτίνου με σάλια στο στόμα μαύρο τσάι Κεϋλάνης και δυο σιαμαία λαμπιόνια: Ρίτα Αμπατζή/ Nisargadatta Maharaj
Κι άμα ρωτάει αυτή «μουνί ή κώλο;» απαντά αυτός «περίνεο»
κι άμα ρωτάει αυτός «μουνί ή κώλο;» απαντά αυτή «περίνεο»
και σα να λέμε: το δεξί χέρι βρήκε το αριστερό κι η Lulu τον Wozzeck
*Από τη συλλογή “Κατιμάς”, εκδ. 24γράμματα, Αθήνα, 2013.