Άγγελος Ήβος, Όπως κυλάει ο Λένας (απόσπασμα)

………………………………………………………………
Φωνάξτε ολόγυμνες στα τέσσερα:
η πόλις πάρθεν και εάλω!
Ζήτω, εσείς, η βόρεια μήτρα,
η όμορφη σαν επανάσταση
που πάντα της αποτυγχάνει.
Ζήτω Βορά,
Ζήτω γυναίκα των Τατάρων,
Ζήτω γυναίκες των Κοζάκων,
Ζήτω τα μάτια του κάθε κοριτσιού της Μογγολίας,
Ζήτω το αίμα των αλόγων
που μας ξεδιψά στη στέπα,
Ζήτω ο παγωμένος άνεμος
που κάθεται στα τζάμια του κορμιού σου,
εκεί που γράφουμε με δάχτυλα αμήχανα
“μη φύγεις”.

Μα μένω πάντα πίσω, Εκαταρίνα…
Σκοντάφτω διαρκώς έξω απ’ το Στάλινγκραντ,
έξω από λέξεις δύσκολες,
όπως σ’ εκείνο το Ιρκούτσκ,
σκοντάφτω πάντα μου πάνω στους χαυλιόδοντες
ενός Μαμούθ καταψυγμένου,
χιλιόμετρα μακρείς,
φτιαγμένους από αίμα κι από σπέρματα
ωραίων Γάλλων, Γερμανών και Πολωνών και Ρώσων.

Κι ήμουνα όμορφος παλιά κι εγώ
κι ίσως ακόμα να ‘μαι.
Όμως γιατί ο φόβος μου
όλο ανάποδα τραβάει απ΄την ομορφιά;
Όμως γιατί κυλάει ορμητικά
μέσα στην κοίτη των ρυτίδων;
Εκαταρίνα,
θέλω να πάψουν να μιλούν.

Θέλω να πάψουν πια
οι χαυλιόδοντες της βίας
να με κοιτούν και να με δείχνουν.

Άρχισε να φυσάει ξανά.
Ένα βιβλίο ξεφυλλίζεται μονάχο του στον πάγο.
Και μια Ρωσία γδύνεται.

Κυλάει τώρα πτώματα ο Νιέμεν,
κυλάει πτώματα ο Μπερεζίνα,
κυλάει πτώματα ο Βολγας.

Κοπάδια άγρια σκυλιά στις όχθες τους
τρέχουν παράλληλα με τα νερά,
γαβγίζοντας και σέρνοντας όνειρα που σαπίζουν,
κρατώντας με τα δόντια τους πρώην ζωές,
μανίκια και κομμένα μπράτσα,
μπατζάκια και γαγγραινιασμένα πόδια.

Γαβγίζουν και αλληλοδαγκώνονται
για ένα άρβυλο
που κουδουνίζει μέσα του μια παγωμένη φτέρνα.

Μια παγωμένη φτέρνα λειψή,
ακούς, Εκαταρίνα;
Πώς αγαπούν οι λύκοι, Εκαταρίνα μου,
τους διαλυμένους, από όλμους, άντρες,
πώς χαίρονται οι αλεπούδες του χιονιού
όταν ξεθάβουν παγωμένα μάτια
και παγωμένα πέη
και παγωμένες σπλήνες.

Χάθηκε κι ο Αλεξέι
κι ο Πιότρ κι ο Ντίμτρι κι ο Ντένις.

Το σώμα του Βασίλι, δίχως πόδια,
ακόμα προσπαθεί να φτάσει στο χωριό του,
Εκαταρίνα.

Στα δέντρα έχουν μπηχτεί τα κόκκαλα
απ’ το κεφάλι του Ιβάν.

Κάτω απ’ τον πάγο οι Γερμανοί,
κάτω απ’ τον πάγο οι Γάλλοι,
κάτω απ’ τον πάγο οι Ρώσοι
αγκαλιασμένοι πια, ακλόνητοι, κοκαλωμένοι
προσμένουν τα γκαρσόν
να παραγγείλουνε ξανά τις βότκες του Θανάτου.

Εκαταρίνα, τόσο αίμα…
Τι τρίζει πια κάτω απ’ τα πόδια μας;
Τα κόκκαλα που θάφτηκαν μέσα στις παγωμένες ήττες
ή μήπως είν’ ο πάγος που ραγίζει;

Όμως
περπάτα εσύ.
Φύγε μακριά, όσο μπορείς,
από τα Μποροντίνο και τα Στάλινγκραντ,
περπάτα εσύ.

Πίσω να μην κοιτάς
κι ούτε μπροστά,
περπάτα σαν να υπνοβατείς,

περπάτα στη ζωή,
όπως κυλάει ο Λένας.

Αγρίνιο Ιούλιος 2018

*“Όπως κυλάει ο Λένας”, Εκδόσεις Κύμα, 2018.

*Ο Αγρινιώτης συγγραφέας, αρχαιολόγος και εκπαιδευτικός άφησε την τελευταία του πνοή το πρωί της Κυριακής 11 Οκτωβρίου, σε νοσοκομείο της Πάτρας, όπου νοσηλευόταν.
Ο Βαγγέλης Παπακωνσταντίνου, γνωστός στο αναγνωστικό κοινό και με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο «Άγγελος Ήβος», υπήρξε μια ιδιαίτερη παρουσία στον χώρο της λογοτεχνίας και της επιστημονικής έρευνας, με αξιόλογη συγγραφική και ερευνητική δραστηριότητα.
Γεννήθηκε το 1961 στο Αγρίνιο και ακολούθησε ακαδημαϊκή πορεία στον χώρο της αρχαιολογίας, αποκτώντας διδακτορικό τίτλο στην Προϊστορική Αρχαιολογία και Εθνολογία από το Πανεπιστήμιο Paris X Nanterre της Γαλλίας.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στον χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Διηύθυνε για χρόνια τον τομέα των φιλολογικών μαθημάτων στο φροντιστήριο Αξίωμα, διατηρώντας παράλληλα ενεργό το ενδιαφέρον του για την επιστημονική έρευνα και τη συγγραφή.
Στο επιστημονικό του έργο περιλαμβάνονται δημοσιεύσεις και μελέτες για την Παλαιολιθική Εποχή στον ελλαδικό χώρο, καθώς και για την έννοια και την αντίληψη του χρόνου στις προϊστορικές σπουδές.
Μεταξύ των έργων του ξεχωρίζει το «Εγχειρίδιο Αρχαιοκαπηλίας, επίσημης και ανεπίσημης», που κυκλοφόρησε το 2003 από τις εκδόσεις Περίπλους.
Παράλληλα, ανέπτυξε πλούσια λογοτεχνική δραστηριότητα, έχοντας εκδώσει περίπου 15 βιβλία, ενώ κατά τη διάρκεια της συγγραφικής του διαδρομής χρησιμοποίησε διαφορετικά ψευδώνυμα, με γνωστότερο εκείνο του Άγγελου Ήβου.
Ο εκλιπών υπήρξε σύζυγος της Δήμητρας Βασιλοπούλου και πατέρας του Ερμή και του Σωκράτη.
ΠΗΓΗ: Αγρίνιο Πρες.

Ξανθή Μηλίγγου Γκλεζάκου, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Hannes Caspar

Οι μέρες τους χτυπούσαν στο πρόσωπο.

Έπεφταν πάνω τους, άφηναν χαρακιές,
κόκκινα σημάδια· φλογίτσες της μνήμης.

Το αναιδές ανεπίληπτο δεν αιτείται πρόσκληση για ακρόαση.

Εισβάλλει ακαριαία.

*

Αργά το απόγευμα πως οι αναμνήσεις μετεωρίζονται
στο χείλος του χρόνου.
Στάζει η αντανάκλασή τους στο νερό της βροχής.

Σχήματα ακαθόριστα
Θολώνουν οι σκέψεις
Βραδιάζει.

Δεν βρίσκει έναν λόγο να στέκεται εκεί,
να αφήνει λόγια, στιγμές
να μουσκεύουν τα μαλλιά της.

Επιστρέφει στο σπίτι.
Κλείνει την πόρτα.
Κλείνει τα μάτια.

Φθινοπώριασε. Οι σκιές πληθαίνουν:
στους δρόμους, στους τοίχους,
πίσω από τα βλέφαρα.

Τραβάει την κουρτίνα.
Ανάβει όλα τα φώτα.
Αρκεί να αγγίξεις έναν διακόπτη.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Κοιτάζοντας ένα ερωτευμένο σιντριβάνι

Μια νύχτα θα ταξιδέψω για πάντα. Θ΄αγκαλιάσω με τα χέρια την πόλη και θα πνιγώ στη
δίνη των χρωματιστών νερών
Θα ’ναι μια νάρκωση ή ο θάνατος, δεν ξέρω να πω. Μέσα στα δάκρυα δε θα καταλαβαίνω
πια γιατί το θέλησα ούτε πού αστόχησα. Οι αποσκευές μου θα παρασύρουν το σώμα μέχρι
τη θάλασσα, ως τους υφάλους, έξω απ’ τον παλιό σταθμό. Άμμος και ξερολίθια
Σφυρίγματα των τρένων κι ο κάμπος ολόγυρα και δε θα μπορέσω να καταλάβω γιατί
ήσουν και καταδότης και συνεργός
Μες στη νεροσυρμή δε θα σε ξαναδώ ποτέ. Μια νύχτα θ’ αγαπηθούμε για πάντα. Καθώς
θάλασσα και ουρανός.

Μιχάλης Γραμματάς, Ο θαυμαστής

Βουβό το πάθος μου για σένα
σιωπηλά τα δάκρυα
Κι όταν χαμογελούσα με ό,τι έλεγες
κι όταν σε θαύμαζα
και πάλι τα κρατούσα
από σένα κρυφά

Όποτε σ’ έβλεπα να περνάς
όποτε θαύμαζα την κορμοστασιά
και τα κυματιστά σου τα μαλλιά
Μέσα μου πόσο σ’ αγαπούσα
απέξω όμως όλα έμεναν κρυφά

Κρυφό το πάθος μου
βουβή η αγάπη
Και δεν μιλούσα ούτε όταν
το φεγγάρι φαινόταν πίσω σου
Τότε που σ’ αγαπούσα
κι από κείνο πιο πολύ
Που το παρατηρούσα
όλη νύχτα 
μέχρι που έκλεινε τον κύκλο του
και χανόταν
μέσα στο σπίτι τού ήλιου

Κι εγώ να στέκω
πάντα σιωπηλός 
Ακίνητος
Αιώνιος θαυμαστής τής ομορφιάς
Γιατί όποιος με ζωγράφισε
τόσο παραστατικά
τόσο αληθινά
μού έδωσε γνήσια αισθήματα
αλλά όχι
ανθρώπινη λαλιά


Βαρβάρα Χριστιά, Λένας ή Αχελώος  

Στον Α.Η.

Αφιερωμένο. Στη μνήμη του φίλου μου ποιητή Άγγελος Ήβος που ξεκίνησε την αιώνια πτήση του

Πασχίζω για να θυμηθώ αν κάποτε
συναντηθήκαμε.
Μπορεί σε κάποιον εύοσμο κήπο των Πατρών,
έναν Σεπτέμβρη.
Μπορεί και μόνο μέσα στις γραφές.
Όχι στα σίγουρα στην Τριχωνίδα,
μα ούτε δα και στη Λυσιμαχία.
Ούτε και στην πλατεία της Δημοκρατίας
στο Αγρίνιο.
Εκεί, να ξέρεις, το είχα πρωτοφανταστεί.
Κάτω απ΄ τη σκιά του Σούλου και του Σαλάκου.
Εκεί, όσο να πεις, θα έδειχνε κάπως πιο ηρωικό,
θα ΄ταν σαν να κρεμόμουν απ΄ τους φανοστάτες της πλατείας
ηρωικά πεσούσα στον βωμό και τα λοιπά και τα λοιπά,
(σε κάποιον τέλος πάντων
από τους διαθέσιμους βωμούς για ηρώο-ποίηση).
Εσύ τι λες;
Στο Στάλινγκραντ τελικά, ή στο Βόλγκογκραντ
Στο Αγρίνιο ή στο Βραχώρι.
Εξόν και αν πνιγόμουνα στον Λένα.
Σίγουρα, κυλά του, πιο κόκκινο νερό από τον Αχελώο.
Θα ΄σερνες, λέει, εσύ χλωμός επαναστάτης,
το νεκρό κορμί μου
αναφωνώντας κι αλαλάζοντας:
Εκαταρίνα μου, Εκαταρίνα!
Βαγγέλης τελικά, ή Άγγελος;
Λένας ή Αχελώος;
Ας μάθαινα τουλάχιστον
ποιο είναι το ποτάμι της καρδιάς σου.

Νίκος Δασκαλόπουλος, Τρία ποιήματα

Φωτογραφία: Robert Frank

Bildungsgesicht

Ο βίος μου ερήμην κι εν ριπή, εν τη ρύμη
λίρες που το σόι φύλαξε στην άκρη
Έπινα το νερό απ’ τη Στύγα
και καθώς έσκυβα, έπεφταν μέσα
Είδα το πρόσωπό μου, και με είδα.

Καθώς όλα είχαν συμβεί
δεν έμενε παρά να μου φέρονται ωραία τώρα
δεν είχα κατανοήσει
Μπορούν να συμβούν όλα και μετά να συμβούν κι άλλα όλα.

Τώρα γνωρίζω, δεν πρόκειται για Ροβινσωνιάδα·
είναι bildungsroman, είναι παρόραμα, προσκυνητάρι.

Μα — να                                φοβάμαι τους ανθρώπους,
κι όσο το κάνω να
νιώθω έξυπνος;

Φίλεψέ με· θα φάω και θα φύγω.

Θέλω να προλάβω μια σταύρωση που ’χει απόψε
Πρώτη φορά την κάνουν βράδυ.

*

Μαιζώνος

Φαιδρός Φαίδρος
κακός μαθητής,
δηλαδή ντροπαλός
δηλαδή δικασμένος
κρίνω μόνο τις ζημίες που γεννώ —
ανυποχώρητα εκτρωματικός
Κι εντούτοις
έτσι μαθαίνω να βιώ
πότε πεθαμένος όποτε παθημένος

Υπέθεσε ότι μια μέρα η σκιά σου γινόταν ανάπηρη πολέμου,
και το σχήμα της σκόνταφτε μονίμως πάνω σου·
τι κάνεις;

Συμβαίνει σε πολλούς
Στην Πλατεία Βάθης —
παλινωδούν σαν τον Στησίχορο
paenitens πένιτες
λένε:
“είμαι επαγγελματίας.
στα όνειρά μου δεν ανοιγοκλείνω ποτέ τα φτερά
κατά τη διάρκεια της πτήσης·”

Προσδοκώ ένα “αμήν”,
Και ζωή του μέλλοντος…

*

Στον κόσμο

Εγώ… ένας κόσμος από άτομα, ένα άτομο στον κόσμο
Ρίτσαρντ Φάινμαν

Ι. Άσχημα νέα
σπάω το κεφάλι μου
πού πήγαν όλοι;

ΙΙ. Σάπια φρούτα σε
πίνακες και ψυγεία
εκδορές πάλι

ΙΙΙ. Από ποια θέση
ξεκίνησα και πού να
μείνω όρθιος;

ΙV. Μια μόνο μέρα
μαζί σου μου αρκεί πια
να αιωρούμαι

V. Μάθε να χορεύεις
γρήγορα, να, έρχονται
οι ελέφαντες…

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2026/10/09/3-ποιήματα-νίκος-δασκαλόπουλος/

ένα έτσι, Την Κυριακή 

Την Κυριακή τα πάθη γίνονται αρετές.
Την Κυριακή θυμάσαι πως η μάνα σου είναι γυναίκα.
Την Κυριακή ψάχνεις την γυναίκα σου μες στους φίλους.
Την Κυριακή προετοιμάζεσαι μια αιωνιότητα.
Την Κυριακή ο ήλιος χορταίνει βόλτα.
Την Κυριακή τα παιδιά μαθαίνουν απέξω το μάθημά τους.
Την Κυριακή σκέφτεσαι πως υπάρχει μια πολύ μικρή πιθανότητα να μην βραδιάσει.
Την Κυριακή βραδιάζει πάντα Κυριακή.
Την Κυριακή κλείνεις τα μάτια και προσποιείσαι πως είναι Δευτέρα. Γελάς με τον εαυτό σου και τα ανοίγεις ξανά. Το επαναλαμβάνεις όσες φορές χρειαστεί.
Την Κυριακή ο άγνωστος που σου χαμογελά είναι απεσταλμένος του Θεού.
Την Κυριακή στον άγνωστο που χαμογελάς χρωστάς όλη σου την ζωή.
Την Κυριακή ο δυστυχισμένος στην άκρη του δρόμου πέφτει εν τέλει κάπου βαθιά μέσα στο στήθος σου κι εξαφανίζεται για πάντα.
Την Κυριακή λίγη σοκολάτα.
Την Κυριακή η πεθερά σου σε ταΐζει λες και προορίζεσαι για εκτέλεση.
Την Κυριακή ο πεθερός σου περιμένει από σένα μια δυνατή φιλοσοφική ατάκα, για την οποία και θα αδιαφορήσει χαρακτηριστικά.
Την Κυριακή τα σύννεφα ξεβάφουν τα μάτια σου.
Την Κυριακή προσποιείσαι πως θυμάσαι τα παιδικά σου χρόνια από ντροπή.
Την Κυριακή θα σηκωνόσουν από το ουζερί αν σπίτι δε σε περίμενε κανείς.
Την Κυριακή σχολιάζεις λες και δεν θα ξημερώσει ποτέ Δευτέρα.
Την Κυριακή ο αγώνας θα μεταδοθεί από την στεντόρεια ζητωκραυγή του πατέρα σου στο γκολ της ισοφάρισης.
Την Κυριακή εκατομμύρια άτυχοι παίκτες κερδίζουν μία ακόμα χαμένη ημέρα.
Την Κυριακή ο κόμπος στον λαιμό γραβάτα στην πλατεία.
Την Κυριακή χιλιάδες μοναξιές θα σε παρακινήσουν να μείνεις μόνος κι εσύ.
Την Κυριακή τείνεις να υπερβάλλεις λίγο περισσότερο γνωρίζοντας βεβαίως πως δεν θα αποζημιωθείς στο παραμικρό για αυτή σου την αφέλεια.
Την Κυριακή οι καλοί τρόποι νοστιμεύουν τις τραγωδίες.
Την Κυριακή το ξημέρωμα υπάρχει μια μυστική πύλη που οδηγεί στην Τρίτη. Στην Πέμπτη μη σου πω.
Την Κυριακή σκοτώνονται για μια θέση στην βιτρίνα.
Την Κυριακή ψωνίζουν για τον πόλεμο.
Την Κυριακή θέλω να με θυμάσαι με αποστροφή.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2026/10/10/9634/#like-9634

Anne Sexton, Λέξεις

Να είστε προσεκτικοί με τις λέξεις,
Ακόμα και με τις θαυμαστές.
Για τις θαυμαστές
βάζουμε τα δυνατά μας ·
Μερικές φορές μαζεύονται σαν έντομα
Κι αφήνουν όχι ένα κεντρί αλλά ένα φιλί.
Μπορούν να είναι τόσο καλές
όσο τα δάχτυλα.
Μπορούν να είναι τόσο πιστές
όσο ο βράχος
Που πάνω του στρογγυλοκάθεσαι.
Αλλά μπορούν να είναι
και μαργαρίτες και μελανιές.
Ωστόσο είμαι ερωτευμένη με τις λέξεις.
Είναι περιστέρια
που αποσπώνται απ’ το ταβάνι.
Είναι έξι ιερά πορτοκάλια
καθισμένα στα γόνατά μου.
Είναι τα δέντρα,
τα πόδια του καλοκαιριού,
Κι ο ήλιος, το παθιασμένο του πρόσωπο.
Ωστόσο συχνά με απογοητεύουν.
Έχω τόσα πολλά που θέλω να πω,
Τόσες πολλές ιστορίες, εικόνες, αποφθέγματα, κ.τ.λ.
Αλλά οι λέξεις δεν είναι αρκετά καλές,
Οι λανθασμένες με φιλάνε.
Μερικές φορές πετώ σαν ένας αετός
Αλλά με τις φτερούγες του τρωγλοδύτη.
Όμως προσπαθώ να τις φροντίζω
Και να είμαι ευγενική μαζί τους.
Οι λέξεις και τ’ αυγά πρέπει
να χειρίζονται προσεχτικά:
Μια φορά αν σπάσουν, είναι πράγματα
Που είναι αδύνατον να επισκευαστούν.

*Μετάφραση: Κώστας Λιννός.

Κώστας Θ. Ριζάκης, Τρία ποιήματα

Θέρος

σκαλί σκαλί τ’ ωραίο φωςκύματα κύματα ο ιδρώτας
κ’ η παναγιά η θαλασσομίλητη
κάτι από χώμα λίγη από νερό
γυμνή πάνω στον κόκκινο το βράχο
ριγώντας πλάι στης μνήμης τον αφρό
στο αγγελόκρουσμα τ’ αυγούστου πολεμώντας
ήλιος που ζήλεψε σκιάς αναπαμό
κορμί που θέρισε ο άνεμος περνώντας

*

Επιτάφιος δρόμος

επιτάφιος δρόμος νωρίς που με ξύπνησε
και με πήρε και πάει κι ούτε φτάνει
πόσα χρόνια ποιες μέρες και πόσες
φιλικές μου οι στιγμές

έχει μνήμη η ζωή μα διαρκεί όσο ο θάνατος πρέπει
μόν’ ο στίχος απόκτησε μάκρος και δύοντας
ηλιαχτίδα στο βλέμμα παράπονο άλγους θανάσιμο μήνυμα

νέο ποίημα ανέτειλε πάλι μητέρα
τη σινδόνη της αποκαθήλωσης άπλωσε
ν’ ανασαίνει γλυκύτατο τέκνο σου

καταχείμωνον έαρ

*Από τη συλλογή “Ο κυρίως ναός”, 2006

*

Ο υπόλογος απόλογος (α)

όλα τα χέρια σταθερά σημάδεψαν –

πάντα ακριβές πάντα
εύστοχες οι λέξεις μου
μίλησαν άλλοτε ξυστά
τραγούδια αντιγυρίσαν
βάφοντας κάποτε στο αίμα τον αετό

τη σάρκα την ψυχή μου σκίζοντας
κομμάτια από γυαλί
μόλις στο νέο επρόβαλα το βήμα

–τα οπλισμένα χέρια μονομιάς σηκώθηκαν

(τόσα που βάρυναν μαχαίρια πίσω μου
ακόμα τη ζητάτε τη φωνή μου;)

*Από τη συλλογή “Τα επόμενα πένθη”, 1997. 

Ρούλα Αλαβέρα, Ο εχθρός

Οι φωνές σμίγουν στα λιμάνια
έξω από το έδαφος της φωτιάς
Η μορφή τραγουδά τον άνεμο που πλησιάζει
στις ανταύγειες των κρυμμένων δέντρων∙
αναπνέεις θρυμματισμένα αντικείμενα.
Η ευκαιρία να σκοτώσεις όποιον θέλεις
στο σεληνόφως, δόθηκε
Ο εχθρός σε μετέτρεψε
σε εφάρμοσε — σου προσεφέρθη
η ενότητα η δική σου αναπαύθηκε
σ’ άλλην ενότητα

*Από τη συλλογή “Περί της δεσποτείας των αντιαζομένων” (1969). Aντλήθηκε από το ιστολόγιο: https://www.translatum.gr/