Mutalib Abdulla, Το χέρι μου στο ηλιοτρόπιο

Η καρδιά μου ήταν σκοτεινή
Με καρδιά σαν νύχτα
άνοιξα στον ήλιο το παράθυρό μου
Το φως έπεσε στα μάτια μου
κι απόγειωσα
δεν ξέρω προς τα πού
Δεν είμαι καλά όλοι μού λένε
ο Θεός να σε γιάνει
Η γλώσσα μου δεν γύριζε
έλεγα μέσα μου
πώς παραδίδεται
τόσο πολύ σκοτάδι
Η καρδιά μου ήταν σκοτεινή
μπρος στα μάτια όλων
Με καρδιά τυφλή
έτρεχα μακριά απ το θάνατο
δεν ξέρω προς τα πού
Θυμάμαι μόνο τούτο
σαν να ταν η νύχτα
κλουβί σκοταδιού
Άφησα το χέρι μου απ το σκοτάδι
παραδόθηκα στο φως
Η καρδιά μου φωτίστηκε
το χέρι μου στο ηλιοτρόπιο
Πες μου εσύ
ο άνθρωπος δε σταματά
παρά στο νεκροταφείο
Δεν θα σας το εξηγήσω αυτό
σαν ο θάνατος να ήταν θάνατος
Νιώθω τον ίδιο παλμό του σκοταδιού
κάποιος είπε αυτό είναι το σκοτάδι που πέφτει ή η καρδιά
Η ζωή και στα δύο μου μάτια όλο κι έσπαγε
Το κεφάλι του πλανημένου πουλιού
Το σώμα μου πήγε το ηλιοτρόπιο στον κήπο της θέας
μέσα στην καρδιά μου έλεγα θα γυρίσω
Με τα μάτια έσωζα τις αχτίδες μου απ το νεκροταφείο
η γλώσσα μου δεν γύριζε σαν το σκοτάδι να ήταν θάνατος
Παρέδωσα όλο εκείνο το σκοτάδι
λέω σε όλους να με εδώ είμαι
Η πατρίδα είναι σκοτεινή
μόνο αυτό θυμάμαι
Άφησα το χέρι μου απ το σκοτάδι

*Ο Mutalib Abdulla, γνωστός Κούρδος συγγραφέας και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1962 στο Ερμπίλ, πρωτεύουσα του Κουρδιστάν, όπου ζει και δημιουργεί μέχρι σήμερα. Με έργο 33 βιβλίων, έχει συμβάλει σημαντικά στην κουρδική λογοτεχνία και έχει τιμηθεί επανειλημμένα για τη συνεισφορά του.

Θωμάς Γκόρπας, Ασήμαντο επεισόδιο

Στις εννιά το βράδι
ο νεαρός
με το μπλε κουστούμι
και την κόκκινη γραβάτα του σαββατοκύριακου
έβαλε χέρι
στα πισινά του δουλικού που θαύμαζε τη βιτρίνα
με το γιαούρτι του σπιτιού στα δυο του χέρια.
Τα μάτια του δουλικού δυο
ματωμέν’ αστέρια.
Η καρδιά του
κύλησε
στο πεζοδρόμιο.
Δε φώναξε
-Βοήθειααα…
Δεν παρακάλεσε για τίποτε.
Ήξερε
Για τούτο έφυγε με το γιαούρτι του σπιτιού στα δυο του χέρια.
Και μεις βαλθήκαμε να ψάχνουμε για την τιμή μας
που κύλησε
κατά λάθος
στο ρείθρο…

Pier Paolo Pasolini, Αχ, ξυπόλητα πόδια μου… / Ah, miei piedi nudi…

[…]
Πράγματι, δεν υπάρχει τίποτα εδώ γύρω,
τίποτ’ άλλο πέρα απ’ ό,τι είναι αναγκαίο:
η γη, ο ουρανός και το σώμα ενός ανθρώπου.
Όσο τρελός, αβυσσαλέος ή αιθέριος
κι αν είναι ο σκοτεινός ορίζοντας,
η γραμμή του είναι ΜΙΑ:
κι οποιοδήποτε σημείο του
είναι όμοιο με ένα άλλο σημείο.
Η σκοτεινή έρημος, που μοιάζει να φλέγεται
όλη αυτή η ζαχαρένια σκληρότητά της,
κι ο Θόλος τ’ ουρανού, ο αθεράπευτα γαλάζιος,
αλλάζουν πάντα κι όμως μένουν πάντα ίδιοι.
Έχει καλώς. Και τι να πω για μένα;
Για μένα, που είμαι εκεί που ήμουν,
και ήμουν εκεί που είμαι,
ανδρείκελο ενός πραγματικού προσώπου
που το έστειλαν στην έρημο για να την περπατήσει;
ΕΙΜΑΙ ΟΛΟΣ ΜΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΩ Ν’ ΑΠΑΝΤΗΣΩ.

*Από τον τόμο “ΑΝΑΓΑΠΗΤΟΣ ΕΓΩ”, εκδ. 24γράμματα, 2025
**Μετάφραση – Εισαγωγή: Ευαγγελία Πολύμου

Άρθουρ Ζεν, Δύο ποιήματα

Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Ο τρελός της Αθήνας,
Τριγυρνάει στους δρόμους,
Πάντα αργοπορημένος.
Ιπποκράτους και Σόλωνος γωνία,
Χαϊδεύοντας το βιβλικό του μούσι,
Ψάχνοντας για νέους συντρόφους,
Για να τους πει την αλήθεια:
“Η γωνία είναι αριθμός…”

*

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΟΥΜΠΕΝ

Ακούσαμε τις φωνές σας.
∆υνατές, όπως πάντα.
Οι θεωρίες σας,
Οι αγώνες σας,
Μια χαρά…
Οι δημοκρατίες σας,
Υπέροχες…
Οι σοσιαλισμοί σας,
Εξαίσιοι…
Ιδανικές οι κοινωνίες σας,
Πολύ ιδανικές.
Μια απορία μόνο θέλω να μου λύσετε,
Εσείς, που όλα τα χετε προβλέψει.
Απ’ όλ’ αυτά τα καθεστώτα σας,
Ποιο έχει τις πιο όμορφες γυναίκες;

*Από τη συλλογή ”Οι αλήτες της Αθήνας και άλλα ποιήματα”,

Ανθή Η. Δρίλλια, Δύο ποιήματα

ΟΡΚΟΣ ΣΙΩΠΗΣ

Ι

Κραυγή αγωνίας
απ’ τα θηλυκά εκείνα
που δεν /έμαθαν παρά να σιωπούν.

Ένα λεπτό σιγής
για τ’ αρσενικά εκείνα που
τσαλάκωσαν τη στολή του κυνηγού.

Μα η κραυγή βαραίνει μέσα μας
σ’ εμάς που από τη μήτρα πειραχτήκαμε
και μήτρα φέρουμε.

Σιωπή ειν’ και εισ’ σιωπή απελεύσει.

ΙΙ

Ένα παράπονο, ένας λυγμός
βγήκε από τα σκέλια της
καθώς αναθάρρησε
γυμνή πάνω στο φαλλό της
σαν αυτοκράτειρα
που διαμείνει γοερά
το τρόπαιό της.

Έπειτα ο θυρωρός
έφερε το κουνέλι,
που σκότωσε ο κυνηγός
για κείνη.,

Το θήραμα ποιο είναι;

*

ΛΙΓΟΥΡΑ: Ο ΕΡΩΤΑΣ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ

Καλοκαιρινή ραστώνη.

Με πιάνει, όταν φτάνει
εκείνη η ώρα που Ότο φως είναι το πιο λευκό.
Εκείνη την ώρα που τρώω τα κεράσια μου
και φαντάζομαι
αντί γι’ αυτά να τρώω τα σωθικά σου
ένα προς ένα.

Σήμερα το μεσημέρι
αντίκρισα ένα ξεπουπουλιασμένο
γκρι περιστέρι.

*Από τη συλλογή “Ankou”, εκδ. Αμείλιχος, Πάτρα 2020.

Γρηγόρης Σακαλής, Προνομιούχος

Κάτι ζεστά καλοκαίρια
καθόμουν τ΄απογεύματα
στο μπαλκόνι
αποκαμωμένος,
κάτι κωλόπαιδα με μηχανάκια
χωρίς εξατμίσεις
δεν μ΄άφηναν να κοιμηθώ
καθόμουν και κοίταζα
τις χοντρές που ανεβοκατέβαιναν
το δρόμο ιδρωμένες
διάολε γιατί μόνο χοντρές
καθόμουν και βλαστημούσα
την τύχη μου
που ήμουν απλά μια κουκκίδα
μέσα στην πόλη
χωρίς κλιματισμό
εκεί σ΄ένα μπαλκόνι
αποκαμωμένος.

Θεόδωρος Ντόρρος, Δύο ποιήματα

V
ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ – ΚΑΝΤΑΔΑ

“…Ξανάρχεται με το τραγούδι που μ’ αρέσει.
Μονάχη θα φοβόσουν.
Δεν είσαι τώρα αρμονία του μετιέ
που δίνεται σ’ αφηρημένες παρεξήγησες
του καθενός.
Δε μοιάζεις με ρεκλάμες και σταθμούς εξοχικούς.

Καντάδα. Μουσική.
Μιλάτε ολόισια σε μένα.
Είστε αλήθειες,
που ξεθαρρεύουν τη ζωή μου, τη δική μου.
Κι η κάθε της μικρούλα λεπτομέρεια,
μια μια που ξεπετιέται,
γίνονται όλες χαϊδεμένες ομορφιές,
δικές μου.
Με πυρώνουνε.
Δεν είχα ’γώ ποτέ μου θέση…

Είμ’ έτοιμος να δώσω τη ζωή μου,
σ’ όποιον θέλει…”

*

VI
ΠΟΛΛΟΙ ΚΟΖΑΚΟΙ

Το πρώτο τους ξεφώνημα σκοτίδιασε και πλάκωσε
τους εαυτούς μας όλους
σ’ αφάνεια σιγής.

Οι εκλεκτοί του τραγουδιού ανοίγουν τα καινούρια.

Τραντάζονται τα στήθια.
Σηκώνετ’ η γροθιά στην όλη δύναμη.

Μαζί κι οι σιγανές παραδοχές του πόνου
που άλλους έχει δράξει.
Τούτοι δε γνώρισαν κοινές ανάγκες, στέρησες, αηδίες.
Είν’ το τραγούδι τους η ομορφότερη κραυγή,
ιπποτισμός της καταδίκης,
και το φαν΄λέρωνα της τέχνης της ζωής.

…Χορδές του λάρυγγα.
Και των αυτιών τα τύμπανα…

Λαθεύεται η ψυχή μου.
Κι ας ήταν τόσο ζωντανή σ’ αυτό της το αντάμωμα.

*Από την ενότητα “Μουσικές και τραγούδια” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Στου γλυτωμού το χάζι”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2005.

Suyako, Δύο ποιήματα 

Op.1: ΜΑΖΟΧΙΣΜΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΤΟ ΜΕΓΑ ΣΥΜΒΟΛΟ!

Μαζοχισμός το Πάσχα
και ιδού το μέγα σύμβολο
και πώς μ’ αρέσουν τα ποιήματα
όπου ο πρώτος στίχος
είναι ο τίτλος

Κι όμως
ακριβολογούμε:
Πάσχα
είναι τώρα

Μέσα Γενάρη γράφω νωρίς το Πάσχα φέτος
Το κερί στο χέρι μου είναι στην εκκλησία
και κοιτάζω κάτω οι συγγενείς!
κι εγώ το κερί που κρατάω στο χέρι μου
πορτοκαλί πηλός και βούτυρο σκληρό
με τη φλογίτσα στην κορφή αεριωθούμενη
για πάντα ως το τέλος
στάζοντας λιωμένο στα δάχτυλά μου
κι εγώ υπομένω υποτιμώντας
τον πόνο υπομένω ηδονή

ΜΑΖΟΧΙΣΜΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ
ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΤΟ ΜΕΓΑ ΣΥΜΒΟΛΟ:
Έ κ α σ τ ο ς κ α ι κ ε ρ ί

Οι άνθρωποι λαμπάδες
άφθονοι μπαμπάδες
αθόρυβες καντάδες ( echo)

Για πάντα αεριωθούμενοι
με τη φλογίτσα στην κορφή στάζοντας
Λιωμένη στην παλάμη κι υπομένει
τον πόνο υπομένει ηδονή

Μαζοχισμός το Πάσχα
και ιδού το μέγα σύμβολο!

Και ακολουθεί το τέλος του ποιήματος:
Και να θυμάσαι,
όταν στο χέρι σου κρατάς
πορτοκαλί πηλό και βούτυρο σκληρό
BE YOURSELF
PINIOCHET
BEYONCE (ecco)

Μαζοχισμός το Πάσχα
και ιδού το μέγα σύμβολο!

*

ΠΡΩΙ

Πρωινά φιλιά
στο κρεβάτι
με κλειστό το στόμα
για να μη βγει έξω και μαθευτεί
η μυρωδιά της ψυχής
που όλο το βράδυ ταξίδευε ως το στόμα
ονειρεύοντας.

*Από το βιβλίο “Αθολόγιο Νεοληνικής Πίεσης”, εκδ. Φαρφουλάς, 2019

Αργύρης Χιόνης, Τόσο μεγάλος πόνος

Τόσο μεγάλος
πόνος, τόσο πιο μεγάλος
απ’ τον άνθρωπο

κι ωστόσο στην καρδιά μου
ολόκληρος χωράει.

*Από τα ”Ιδεογράμματα”, εκδ. Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη, 1997.

Teresa Wilms Montt, In the Stillness of Marble / Στην ησυχία του μαρμάρου

When the sun spills out
diamonds upon the world,
then I breathe in all the flowers,
I see you in all the trees,
and I possess you tumbling,
intoxicated with love,
on the lawns of fragrant grass.
And when the moon gives
its humble blessing to men,
I see you gigantic, silhouetted
by the sharp edges of a lightning bolt;
I see you enormous,
confused with the immortal,
scattering your indulgence
over the world,
soothing the desperation
of so many suffering castaways;
I breathe you in the atmosphere,
I imagine you in the mystery,
I extract you from nothingness.
It seems to me that the world was only made
to help me evoke you,
and the sun to serve me as a lantern
over the rugged path.

Όταν ο ήλιος χύνει
διαμάντια πάνω στον κόσμο,
τότε εισπνέω όλα τα λουλούδια,
σε βλέπω σε όλα τα δέντρα,
και σε κατέχω καθώς κυλιόμαστε,
μεθυσμένοι από αγάπη,
στους χλοοτάπητες με το αρωματικό γρασίδι.
Και όταν το φεγγάρι δίνει
την ταπεινή ευλογία του στους ανθρώπους,
σε βλέπω γιγαντιαίο, με τη σιλουέτα σου
να σκιαγραφείται από τις αιχμηρές άκρες μιας αστραπής·
σε βλέπω τεράστιο,
να συγχέεσαι με το αθάνατο,
να σκορπίζεις την επιείκειά σου
σε όλο τον κόσμο,
να απαλύνεις την απελπισία
τόσων πολλών βασανισμένων ναυαγών·
σε εισπνέω στην ατμόσφαιρα,
σε φαντάζομαι μέσα στο μυστήριο,
σε εξάγω από το τίποτα.
Μου φαίνεται ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε μόνο
για να με βοηθήσει να σε ανακαλέσω,
και ο ήλιος για να μου χρησιμεύσει ως φανάρι
πάνω από το δύσβατο μονοπάτι.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.