μκχ, Τέσσερα ποιήματα

[ή αλλιώς γηπεδικά]

όλες μου οι φίλες
γράφουνε βιβλία
τς μούσες τις σκοτώσαμε
δεν κάναμε κηδεία

*

ενώ αντιπαθώ τη βροχή
περιμένω με ανυπομονησία
εκείνες στα τέλη απρίλη με αρχές μάη
να ξεπλύνουν
τον χειμώνα
και βρεφικά αμόλυντη
να υποδεχτώ
τον ήλιο του καλοκαιριού

*

μπαλαρίνα δεν έγινα
να φοράω πουέντ
να με χειροκροτάει
ο εξώστης

μονάχα τυλίγω
τα κορδόνια της ποδιάς
γύρω από τη μέση
σε φιόγκο
πριν κάνω λάντζα

μα κάθε που
από το παράθυρο
με χαμόγελο μου παραγγέλνεις
τον καφέ σου
νιώθω πως
-δεν μπορεί-
μια ανθοδέσμη
μου αξίζει και μένα
στο τέλος της βάρδιας

*

στην άκρη του δρόμου

το γυμνό μου πόδι
τρυπήθηκε
από αγκάθια -πατημένου- σκαντζόχοιρου
(για λίγο κοιταχτήκαμε
το νεκρό ζώο
και εγώ)
όμως δεν ξέραμε ποιος έπρεπε
να ζητήσει συγγνώμη

*Από τη συλλογή “Βουκαμβίλια Ποπ”, εκδ. Τεφλόν, Μάιος 2022.

Ada Limón, How to Triumph Like a Girl / Πώς να θριαμβεύσεις σαν κορίτσι

I like the lady horses best,
how they make it all look easy,
like running 40 miles per hour
is as fun as taking a nap, or grass.
I like their lady horse swagger,
after winning. Ears up, girls, ears up!
But mainly, let’s be honest, I like
that they’re ladies. As if this big
dangerous animal is also a part of me,
that somewhere inside the delicate
skin of my body, there pumps
an 8-pound female horse heart,
giant with power, heavy with blood.
Don’t you want to believe it?
Don’t you want to tug my shirt and see
the huge beating genius machine
that thinks, no, it knows,
it’s going to come in first.

Μου αρέσουν περισσότερο οι φοράδες,
το πώς κάνουν τα πάντα να φαίνονται εύκολα,
σαν το να τρέχεις με 40 μίλια την ώρα
να είναι τόσο διασκεδαστικό όσο ένας υπνάκος ή το να τρως χορτάρι.
Μου αρέσει η αλαζονεία τους,
αφού κερδίσουν. Ψηλά τα αυτιά, κορίτσια, ψηλά τα αυτιά!
Αλλά κυρίως, ας είμαστε ειλικρινείς, μου αρέσει
το γεγονός ότι είναι φοράδες. Σαν αυτό το μεγάλο
επικίνδυνο ζώο να είναι και μέρος μου,
ότι κάπου μέσα στο λεπτό
δέρμα του σώματός μου, χτυπά
μια καρδιά θηλυκού αλόγου 8 λιβρών,
γιγάντια με δύναμη, βαριά από αίμα.
Δεν θέλεις να το πιστέψεις;
Δεν θέλεις να τραβήξεις το πουκάμισό μου και να δεις
την τεράστια, παλλόμενη, ιδιοφυή μηχανή
που σκέφτεται, όχι, που ξέρει,
ότι θα τερματίσει πρώτη.

*Από τη συλλογή “Bright Dead Things”, Milkweed Editions, 2015. Απόδοση: Σ.Α.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, από το “Κειμενουργείο”

ξέρω όλους όσοι συναντιούνται μπροστά
στο Κειμενουργείο. Στο πεζοδρόμιο όρ– θιοι για
λίγες κουβέντες, στο πεζούλι της εξώπορτας για
ένα ή πολλά τσιγάρα και μπύρες, ακουμπισμένοι
στον τοίχο με την πλάτη, στηριγμένοι στο ένα
πόδι, όπως οι καουμπόηδες, οι πελαργοί και οι
τρόφιμοι Φραγκισκανών ορφανοτροφείων.
Σήμερα συναντήθηκε ένα από τα εμείς.
Αντάλλαξε καλημέρες πολύ διαφορετικές κι έφυγε
προς άλλες κατευθύνσεις. Η πρώτη καλημέρα που
ακούστηκε κουβαλούσε πολλά:

Ελπίζω η νύχτα σου να ήταν καλή, να
κοιμήθηκες χωρίς διακοπές, το πρωί να ση–
κώθηκες χωρίς βήχα, να απόλαυσες τον καφέ και
τα απανωτά, ψηλοτάβανα τσιγάρα σου, τις
μουσικάρες που βάζεις στο κινητό, το μπανάκι
σου, ντύσου ελαφριά σήμερα, α… πολύ ωραίο
αυτό, ναι, να μη σε βαραίνουν τα ρούχα, αυτήν την
κολόνια την είχαμε πάρει μαζί, θυμάσαι; Που
γελάγαμε με τις εντατικές προσπάθειες της
πωλήτριας να μας πείσει για την αξία του
αρώματος, παρόλο που είχαμε ήδη αποφασίσει να
το αγοράσουμε, που έλεγες πως κάνει λες κι είναι
δικός της ο οίκος μόδας και τον στόμφο, όταν
έλεγε «Την έχουμε σε πενήντα κι εκατό ml, θα
φέρουμε σε λίγους μήνες και τη συσκευασία
ταξιδιού, που έχει δώρο τη συγκεκριμένη σε
μέγεθος σπιρτόκουτου». Τι ωραία που γελούσες
εκείνη τη μέρα και μου ‘πες μετά την ιστορία με
τη γειτόνισσα απέναντι που είχε ακόμα τη σημαία
στο μπαλκόνι. Φθαρμένη μεν, με την αντίθεση
μεταξύ των δύο χρωμάτων, λόγω του αέρα, του
ήλιου, του καυσαερίου και της καπήλευσης, να
έχει γίνει δυσδιάκριτη, αλλά σημαία δε –
περήφανη. «Κάποια στιγμή θα ξυπνήσει ο κόσμος
και θα σας πάρει ο διάολος, την κατάρα μου να
‘χετε» φώναζε από το ίδιο μπαλκόνι. Δεν έβγαινε
συχνά, σπάνια μάλλον, αν εξαιρέσεις τη λαϊκή και
το σούπερ μάρκετ, για τις τιμές των οποίων
πληροφορούμασταν κι εμείς και σύσσωμη η
γειτονιά: «Παλιοτόμαρα, λεχρίτες, άκου
δεκαπέντε ευρώ η φέτα, το γάλα στο θεό,
βρωμιάρηδες, σκοτώνετε τα ελληνόπουλα, άπαπα,
Παναγιά φυλάξοι! Και τα δίνετε στους ξένους.
Πώς θα πληρώσουμε τον ένφια με τρεις κι
εξήντα…». Μιας και δεν έβγαινε, νομοτελειακά,
έβλεπε πολλή τηλεόραση με τον άντρα της, τον
τεμπελχανά, το βόδι, τον αργόσχολο, έτσι τον
αποκαλούσε – το όνομά του ποτέ δεν το μάθαμε.
Δε μιλούσε κι ο ίδιος, κανείς δεν τον είχε ακούσει
ποτέ. Είχε παραχωρήσει το ακριβό προνόμιο του
λόγου στη γειτόνισσα. Μόνο κοιτούσε ασάλευτος.
Ακόμα κι όταν του είπε πως αν ξαναδεί τη
γουρουνόφατσά του, θα πεθάνει από αηδία και
μην τολμήσει να εμφανιστεί στην κηδεία, αλλά
όοοχι, δε θα πεθάνει, γιατί ούτε σ’αυτό δεν τον
εμπιστεύεται και μετά μου ‘πες για την αρχαία
σοφιστεία στο πόκερ, ότι αν σε δέκα λεπτά δεν
έχεις βρει το κορόιδο του τραπεζιού, τότε το
κορόιδο είσαι εσύ. Εκτός κι αν θέλεις να φανείς
σαν το κορόιδο, για να κοροϊδέψεις το δεύτερο
επιλαχόν κορόιδο, που νομίζει πως τη γλύτωσε.
Βέβαια, σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί κι αυτός
ο τελευταίος να θέλει να φανεί σαν τον τύπο που
νομίζει πως βρήκε το κορόιδο του τραπεζιού, ώστε
να σε πιάσει στα πράσα. Τρέχα γύρευε. Γι’ αυτό
καλύτερα που έχω πάψει να ψάχνω για κορόιδα
ανάμεσα στους παίκτες και κεντράρω ανάμεσα
στους ντίλερς. Κι ο ντίλερ στο τραπέζι είναι. Όσο
κι αν θέλει να μας πείσει πως απλώς κάνει τη
δουλειά του, αφού η γκανιότα είναι στάνταρ και
δεν έχει λόγο να εμπλέκεται περαιτέρω. «Πού ‘ν’
η σκάφη κι ο κουβάς, πλάι του κι ο μαστραπάς»
που ‘γραψε ο Ασίκης. Τη θέση μου στα τραπέζια
την έχω παραχωρήσει. Όπως θα έπρεπε να κάνω
και στο λεωφορείο σ’ εκείνον τον γεράκο, που με
το βλέμμα του με εκβίαζε να σηκωθώ. Με
κοιτούσε λες και μου ‘λεγε «Δεν ντρέπεσαι νεαρέ,
εσύ να κάθεσαι κι εγώ που δούλευα μια ζωή κι έχω
ορθοστατική πίεση κι αρθρίτιδα να στέκομαι
όρθιος και να ταλαιπωρούμαι, να, θα σε κοιτάω
έτσι, θα πληρώσεις για τη βολή σου αυτή. Εγώ
έζησα φτώχεια και πόλεμο, έχουν σπάσει τα χέρια
μου απ’ τη δουλειά… όταν φτάσεις στην ηλικία
μου θα δεις τη γλύκα». Ίσως δεν κοίταζε εμένα
(και γιατί να κοίταζε εμένα, τόσοι υπήρχαν στο
λεωφορείο και πολύ μικρότεροί μου…;), μπορεί
να κοιτούσε αφηρημένα και τα βλέμματά μας να
συνέπεσαν. Όπως και να ‘χει θα έπρεπε να είχα
σηκωθεί. Μετά μου ‘χες ζητήσει τις μέρες που ‘ναι
βράδυ απότομο να τις μοιραζόμαστε – όχι πολλά
δε ζητάω – τις μέρες που ‘ναι βράδυ ξαφνικό να
μοιραζόμαστε, εκείνη τη στιγμή που δεν έχει
αρχή, δεν έχει τέλος, δεν έχει κέντρο ούτε
περίγραμμα, δεν έχει γαλήνη το συνεχές του
χρόνου, τις μέρες που ξώφαλτσα ασθμαίνουμε.
Θέλω όσα λέμε να είναι η εμπροσθοφυλακή που
συγκρατεί το κακό. Άκουσες τους Tindersticks
στο κινητό; Τι ωραία που είχαμε περάσει πρόπερσι
το καλοκαίρι στη συναυλία, θυμάσαι; Που θέλαμε
να πάρουμε και τον Λοξονικόλα μαζί, αλλά πού να
‘ρθει αυτός, τον ξέρεις. Δεν αφήνει το
Κειμενουργείο ούτε με σφαίρες. Μόλις του το
είπα, μουρμούρισε: «Κι όλο η ζωή παραξενεύει
όσο μεγαλώνω, δεν την κάνεις ζάφτι με την καμία.
Το μόνο που μένει σταθερό είναι το θράσος του
χάρτη να μη φτάνει στον τόπο μου!» Είχε συμβεί
το εξής: όταν τελείωσε με τις καθημερινές
υποχρεώσεις του κι έπλυνε τα χέρια του, (τα
χειροκροτήματά μου, που λέει), κλείδωσε την
πόρτα του Kειμενουργείου και κοιτάζοντας την
Λύκαινα του J. Pollock, που έχει στον τοίχο, για
να καταργεί το παράθυρο, αποκοιμήθηκε. Οι
υπόλοιποι τοίχοι είναι καλυμμένοι με τη σκιά από
την παμπάλαια λάμπα του γραφείου, που πώς το
λέει; Ξεδιπλώνεται και με φως και με θάνατο. Ον
σπονδυλωτό η έρπουσα σκιά, όπως ένας κωδικός
προγραμματισμού επιβιώνει κάτω κι από τις πιο
ακραίες συν– θήκες. Τα φώτα, όπως πάντα, τ’
άφησε α– νοιχτά, μέχρι να τρεμοπαίξουν τρεις
φορές, η λεγόμενη τριπλή τρεμόπαιξη. Eίναι ο
τρό– πος του Κειμενουργείου να του πει «Είμαι
εδώ μαζί σου». Όσο κοιμόταν, η φωνή της
Λύκαινας, αφού κατέβηκε απ’ τον πίνακα, έβγαλε
την τριχιά της και τον σκέπασε μ’ αυτή, πέρασε
κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας κι
εξαφανίστηκε. Το πρωί που ξύπνησε κάτι έλειπε,
αλλά δεν ήξερε τι. Βρήκε μόνο κάτι χειρόγραφα
σκόρπια από δω κι από κει…

*”Κειμενουργείο”, Εκδοτικό εγχείρημα Αθάνωρ e-, 2026.

Ζήτω το Βόρτεξ!

Ζήτω η μεγάλη τέχνη του Vortex που ξεφύτρωσε ξαφνικά στο κέντρο αυτής της πόλης!1

Εκπροσωπούμε την Πραγματικότητα του Παρόντος—όχι το συναισθηματικό Μέλλον, ή το πομπώδες Παρελθόν.

Θέλουμε ν’ αφήσουμε την Φύση και τους Ανθρώπους ήσυχους.

∆εν θέλουμε να επιβάλλουμε στους ανθρώπους να φορούν Φουτουριστικά Μπαλώματα, ή να καταφέρουμε τους άντρες να βάλουν ροζ και γαλάζια παντελόνια.2

∆εν είμαστε ούτε οι γυναίκες ούτε οι ράφτες τους.

Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να βοηθήσει η Ανθρωπότητα τους καλλιτέχνες είναι να παραμείνει ανεξάρτητη και να λειτουργεί ασυναίσθητα.

ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΑΣΥΝΑΙΣΘΗΣΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ—την κουταμάρα, τη ζωικότητα και τα όνειρά τους.

∆εν πιστεύουμε σε καμιά δυνατότητα ηθικής τελειοποίησης εκτός από τη δική μας.

Η μόνη ουσιαστική ομορφιά βρίσκεται στον Ερμηνευτή και στον Παρατηρητή, όχι στο αντικείμενο ή στο περιεχόμενο.

∆εν θέλουμε να αλλάξουμε την εικόνα του κόσμου, γιατί δεν είμαστε Νατουραλιστές, Ιμπρεσιονιστές ή Φουτουριστές (η πλέον πρόσφατη μορφή του Ιμπρεσιονισμού),3 γιατί η τέχνη μας δεν εξαρτάται από την εικόνα του κόσμου.

ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ, και για να αισθανθούμε την ακατέργαστη ενέργειά του να κυλάει παντού μέσα μας.

Λένε πως στην Αγγλία οι μεγάλοι καλλιτέχνες είναι πάντοτε επαναστάτες, όπως ακριβώς στην Γαλλία κάθε πραγματικά μεγάλος καλλιτέχνης έχει μια δυνατή παραδοσιακή φλέβα.

Το Blast επιδιώκει να αποτελέσει την οδό για όλες εκείνες τις ζωντανές και βίαιες ιδέες που δεν θα μπορούσαν να φτάσουν στο Κοινό με κανέναν άλλον τρόπο.

Το Blast θα είναι ουσιαστικά λαϊκό. ∆εν θα απευθύνεται συγκεκριμένα σε καμιά κοινωνική τάξη, αλλά στα θεμελιώδη και λαϊκά ένστικτα κάθε κοινωνικής τάξης και τύπου ανθρώπου, ΣΤΟ ΑΤΟΜΟ. Τη στιγμή που κάποιος αισθάνεται ή συνειδητοποιεί τον εαυτό του ως καλλιτέχνη, παύει να ανήκει σε οποιοδήποτε κοινωνικό ή χρονικό περιβάλλον. Το Blast δημιουργήθηκε γι’ αυτόν τον άχρονο, θεμελιώδη Καλλιτέχνη που υπάρχει στον καθένα.

Ο Μέσος Άνθρωπος και ο Ευγενής αγνοούνται εξίσου.

Λαϊκή τέχνη δεν σημαίνει τέχνη των φτωχών, όπως συνήθως θεωρείται. Σημαίνει τέχνη των ατόμων.

Η εκπαίδευση (καλλιτεχνική και γενική εκπαίδευση) έχει την τάση να καταστρέφει το δημιουργικό ένστικτο. Γι’ αυτό, είναι σε καιρούς ανυπαρξίας της εκπαίδευσης, που η τέχνη κυρίως ήκμασε.

Ωστόσο δεν έχει να κάνει με «τον Λαό».

Πρόκειται για σύμπτωση και μόνο ότι αυτή η εποχή είναι η πιο ευνοϊκή για να
εμφανιστεί το άτομο.

Να αναγκάσουμε τους πλούσιους της κοινωνίας να απεκδυθούν το δέρμα της εκπαίδευσής τους, να καταστρέψουμε την ευγένεια, την τυποποίηση, και το ακαδημαϊκό, δηλαδή το πολιτισμένο, όραμα· αυτό είναι το έργο που αναθέσαμε στους εαυτούς μας.

∆εν θέλουμε να δημιουργήσουμε μια λαϊκή τέχνη στην Αγγλία, ούτε να αναβιώσουμε κάποια λησμονημένη παραδοσιακή τέχνη, ή να καλλιεργήσουμε ρομαντικά τέτοιες παθητικές συνθήκες, αλλά να δημιουργήσουμε άτομα, όπου και αν βρίσκονται.

Αν είναι δυνατόν, θα προσηλυτίσουμε τον Βασιλιά.4

ΕΝΑΣ ΒΟΡΤΙΣΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ! ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ;

ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΠΩΣ Ο ΛΟΙΝΤ ΤΖΟΡΤΖ 5 ΕΧΕΙ ΤΟ ΒΟΡΤΕΞ ΜΕΣΑ ΤΟΥ;

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΣΤΗΡΙΞΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΛΠΙ∆ΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΕΧΝΗ ΣΤΗΝ ΛΑΙ∆Η ΜΟΝΤ; 6

Είμαστε ενάντιοι στον εκθειασμό «του Λαού», όπως και στον σνομπισμό. ∆εν είναι απαραίτητο να είσαι ένας περιθωριακός μποέμ, να είσαι απεριποίητος ή φτωχός περισσότερο απ’ ό,τι να είσαι πλούσιος ή εμφανίσιμος, για να είσαι καλλιτέχνης. Η τέχνη δεν έχει καμία σχέση με το παλτό που φοράς. Ένα ψηλό καπέλο ενδεχομένως μπορεί να κρατήσει τη Σιξτίνα. Μια φτηνή τραγιάσκα θα μπορούσε να κρύψει την εικόνα του Κεφρέν.7

Ο ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΜΟΣ (ο Μαρινεττισμός)8 μάς πλήττει. ∆εν θέλουμε να επιδοθούμε σε ζητωκραυγές για αυτοκίνητα περισσότερο απ’ ό,τι για μαχαίρια και πιρούνια, για ελέφαντες ή αγωγούς φωταερίου.

Οι ελέφαντες είναι ΟΓΚΩ∆ΕΙΣ. Τα αυτοκίνητα τρέχουν γρήγορα.

Ο Ουάιλντ μιλούσε με ενθουσιασμό, είκοσι χρόνια πριν, για την ομορφιά των μηχανών. Ο Γκίσινγκ, 9 μες τον ρομαντικό του οίστρο για τις μοντέρνες πανσιόν, υπήρξε φουτουριστής μ’ αυτήν την έννοια.

Ο φουτουριστής είναι ένα συγκινητικό και συμπαθητικό κράμα του εστέτ του 1890 και του ρεαλιστή του 1870.

Οι «Φτωχοί» είναι απεχθή ζώα! Είναι απλώς γραφικοί και διασκεδαστικοί για τον αισθηματία και τον ρομαντικό! Οι «Πλούσιοι» είναι βαρετοί, ανεξαιρέτως, en tant que riches!10

Θέλουμε εκείνοι οι απλοί και σπουδαίοι άνθρωποι να βρίσκονται παντού. Το Blast παρουσιάζει μία τέχνη Ατόμων.

  1. Το Λονδίνο
  2. Οι φουτουριστές αποθέωσαν την τεχνολογία, την εξουσία και τον δυναμισμό της μοντέρνας εποχής και προσπάθησαν να κόψουν κάθε δεσμό με παρελθοντικές και παραδοσιακές φόρμες.
  3. Ο νατουραλισμός, σχολή του ρεαλισμού, που αναπτύχθηκε
    κυρίως στα τέλη του 19ου αιώνα, υποστήριξε πως κάθε έκφανση της ανθρώπινης ζωής κατευθύνεται από φυσικούς νόμους. Ο ιμπρεσιονισμός έδωσε έμφαση στην υποκειμενικότητα της προοπτικής πάνω σε κάθε έμφυτη ιδιότητα του αναπαριστώμενου αντικειμένου.
  4. Ο Γεώργιος ο Ε’ κατέλαβε τον θρόνο της Μεγάλης Βρετανίας το 1910 και διατήρησε το αξίωμα του βασιλιά ως το 1936.
5. O Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ [David Lloyd George, 1863-1945] υπήρξε καριερίστας πολιτικός· πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας κατά την χρονική περίοδο 1916-1922.
  5. Σύζυγος του εύπορου βιομήχανου Σερ Ρόμπερτ Μοντ [Sir Robert Mond] και εξέχον μέλος της κοσμικής κοινωνίας του Λονδίνου.
7. Αρχαίος Αιγύπτιος Φαραώ θαμμένος σε μία από τις μεγαλοπρεπείς πυραμίδες της Γκίζα. Καπέλλα Σιξτίνα: παρεκκλήσι στα ανάκτορα του Βατικανού.
  6. Φιλίππο Τομάζο Μαρινέττι [Filippo Tommaso Marinetti, 1876-1944], Ιταλός συγγραφέας και ιδρυτής του Φουτουρισμού.
    Εκθείασε τον πόλεμο και την τεχνολογία, και επινόησε ένα «δράμα αντικειμένων», μέσα στο οποίο οι άνθρωποι-ηθοποιοί δεν παίζουν κανένα ρόλο.
9. Τζώρτζ Γκίσινγκ [George Gissing, 1857-1903], Άγγλος νατουραλιστής μυθιστοριογράφος. Όσκαρ Ουάιλντ [Oscar Wilde, 1854-1900), Ιρλανδός συγγραφέας και κριτικός· το 1891, στο δοκίμιό του Η Ψυχή στον Σοσιαλισμό [The soul of man under socialism], γράφει: «κάθε μη-πνευματική εργασία, κάθε μονότονη, πληκτική εργασία, κάθε εργασία που έχει να κάνει με φοβερά πράγματα και ενέχει δυσάρεστες συνθήκες πρέπει να εκτελείται από μηχανές… Προς το παρόν η μηχανή ανταγωνίζεται τον άνθρωπο. Υπό τις κατάλληλες συνθήκες η μηχανή θα υπηρετήσει τον άνθρωπο.»
  7. Στον βαθμό που είναι πλούσιοι (γαλλικά)

*Απόσπασμα από το Βορτιστικό Μανιφέστο, που μεταφράστηκε από τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο και αναρτήθηκε τον Οκτώβριο του 2007 για το ηλεκτρονικό περιοδικό Poema.

ένα έτσι, δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Hannes Caspar

τους δίνεις το ταμπούρλο
τους δίνεις τη σημαία
τους δίνεις τον θεό
τους δίνεις την απαιτούμενη ασφυξία
ώστε τα νεύρα να τεντώσουν

τους δίνεις το χώμα
για το οποίο θα σκοτώσουν
και θα σκοτωθούν

όλα τα υπόλοιπα
είναι καθαρά θέμα τύχης

ο εχθρός
η έκβαση της μάχης
οι συνέπειες
η μνήμη όλων αυτών

κάτι για να στεγνώσει το αίμα
μέχρι ο πόνος να γίνει μια ευχή
και η παρέλαση ξεκινήσει ξανά
πιο λαμπρή και πιο περήφανη από ποτέ

*

στα νιάτα σου
θες να σώσεις τον κόσμο

στα τριάντα σου
θες να σώσεις την κοινωνία
στην οποία ζεις

στα σαράντα σου
ήδη
σε μια αναπάντεχη στροφή της ύπαρξης
θες πρωτίστως
να σώσεις τον εαυτό σου

στα πενήντα σου
προσποιείσαι πως θες
να σώσεις τα παιδιά σου
ή οποιονδήποτε στέκεται εκεί κοντά
τόσο κοντά
ώστε να δικαιολογείς
κάθε αξίωση επάνω του

στα εξήντα σου
θες να σώσεις την ημέρα

στα εβδομήντα σου
βάζεις μισό ποτηράκι
και σου αρκεί
να σωθεί η στιγμή

στα ογδόντα σου
αν τύχει να φτάσεις μέχρι εκεί
κλείνεις τα μάτια
και ξέρεις πως ο θάνατος
θα κάνει τα υπόλοιπα

σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις
η πορεία αυτή
λειτουργεί αντίστροφα

και κάπου εκεί
ό,τι είναι να σωθεί
επιτέλους σώζεται

*Σχετικός σύνδεσμος: https://enaetsi.wordpress.com/

Κατερίνα Φλωρά, Κίτρινα φύλλα χάμω

Η πόλη σαν σκηνή απλώνεται στου χρόνου τα δίχτυα
στων ημερών την αέναη επανάληψη
με τις κουκίδες να ανασαίνουν στο γκρίζο φόντο

Αργά κουτσαίνοντας προχωρά γερασμένη
απ’ τη συνήθεια στο δρόμο κάτω κοιτώντας
δίχως περιέργεια το βλέμμα και η κίνηση

Ανάμεσα στις αιωρούμενες ομπρέλες
οι σταγόνες θολές τρεμοπαίζουν την ελπίδα που ισορροπεί
το φεγγάρι που βυθίζεται στη μανιασμένη θάλασσα

Άλβαρο ντε Κάμπος, Δύο ποιήματα

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

… Όχι: αυτό που έχω είναι νύστα.
Τι; Τόση κούραση εξαιτίας των ευθυνών,
τόση πίκρα γιατί ίσως δεν θα είναι διάσημος.
τόση επιχειρηματολογία γύρω απ’ την αθανασία…
Αυτό που έχω είναι νύστα, φίλε μου, νύστα…
Αφήστε με τουλάχιστον να ‘χω νύστα. Ποιος ξέρεις τι άλλο
θα ’χω;

*

MAGNIFICAT

Πότε θα περάσει αυτή η εσωτερική νύχτα, το σύμπαν,
κι εγώ, η ψυχή μου, θα ‘χω τη μέρα μου;
Πότε θα ξυπνήσω απ’ το ξύπνημά μου;
Δεν ξέρω. Ο ήλιος λάμπει ψηλά,
αδύνατον να κοιτάξεις.
Τ’ αστέρια τρεμοπαίζουν κρύο,
αδύνατον να τ’ αριθμήσεις.
Η καρδιά χτυπά ξένη,
αδύνατον να την ακούσεις.
Πότε θα περάσει αυτό το δράμα χωρίς θέατρο,
ή αυτό το θέατρο δίχως δράμα,
και θα γυρίσω σπίτι;
Πού; Πώς; Πότε;
Γάτα που με κοιτάς με τα μάτια της ζωής
ποιον έχεισ μέσα τους;
Είναι αυτός! Είναι αυτός!
Αυτός θα διατάξει σαν τον Χωσσεά να σταματήσει ο ήλιος
κι εγώ θα ξυπνήσω.
Και θα ‘ναι μέρα.
Χαμογέλασε, μες στον ύπνο σου, ψυχή μου
Χαμογέλασε, ψυχή μου: θα ‘ναι μέρα.

*Ο Άλβαρο ντε Κάμπος είναι ένας από τους τρεις πιο σημαντικούς ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα.
**Από το βιβλίο “Η ‘θαλασσινή ωδή’ και άλλα ποιήματα”, εκδ. Εξάντας, 2003. Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα.

Kai Pohl (Κάι Πολ), Δύο ποιήματα

Στοματικός κώδικας

Αχοί εσείς σκιές στον ύφαλο που βουλιάζει,
μια μόδα φαίνεται να ‘ναι η ζωή, κι αυτό
κάτι σημαίνει, στην όχι και τόσο νέα αρχή
αυτής της εκατονταετηρίδας πλήρους
Διαφωτισμού! Κάθε σκατό μύγας γίνεται θρύλος,
με την προϋπόθεση ότι η κάμερα εστιάζει αρκετή
ώρα πάνω του. Και μπορείς με σιγουριά να πεις
ότι μια μόδα έχει τελειώσει όταν καταναλωθεί
και η τελευταία μερίδα φαγητού αν και περισσεύει
ακόμα τόσος μήνας. Όμως η ζωή συνεχίζεται,
και το μόνο π[ου μπορώ να ελπίζω είναι ότι
δεν θα παρεξηγήσετε την υποστηρικτική προς
το κράτος απάθειά μου και θα συνεχίσετε
να μου αναγνωρίζετε το κύρος ενός μπιμπικιού.
παρεμπιπτόντως, μπορείτε ν’ αγοράσετε
τα βιβλία μου, τα ποιήματα χάρισμά σας·
εμένα δεν θα μ’ έχετε ποτέ.

*

Ο κόσμος των θαυμάτων

το τοπίο έχει χαρτογραφηθεί
τα ποτάμια έχουν εκτραπεί
τα ζώα έχουν αιχμαλωτιστεί
τα δέντρα έχουν κοπεί

τα σκουπίδια έχουν εξαφανιστεί
η εφημερίδα έχει διαβαστεί
οι τιμές έχουν συγκριθεί
το ψυγείο έχει γεμίσει

οι πόρτες έχουν κλείσει
οι φάκελοι έχουν ταξινομηθεί
τα αρχεία έχουν αποθηκευτεί
τα μαλλιά έχουν βαφτεί

τα χέρια έχουν πλυθεί
τα δάκρυα έχουν στεγνώσει
η ζωή έχει ασφαλιστεί
τα σύνορα έχουν ναρκοθετηθεί

*Τα ποιήματα αυτά προέρχονται από το φυλλάδιο με τίτλο “σφηνάκια πανικού, λεκέδες από πίσσα” που τυπώθηκε και κυκλοφόρησε με τη γενική ευθύνη του περιοδικού (-ποιητικού σκεύους) “Τεφλόν”. Για τον Kai Pohl δημοσιεύτηκε αφιέρωμα στο “Τεφλόν” (τεύχος 9, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2013) σε μετάφραση Nadja Jazra Khaleed (σελ 32-46).

Χρήστος Μπράβος, Τρία ποιήματα

Οικογενειακό νεκροταφείο

Μην περπατήσεις
τούτα τα βουνά

η μάνα λέει
δεν κάνει να πατάμε
τους πεθαμένους

*

Γενέθλιος τόπος

Πατρίδα των απόντων.

Οι φράχτες
κ’ οι φωλιές των βράχων
κρατούν ακόμα βογγητά.

Ο χρόνος μετριέται με Ψυχοσάββατα.

*

Μήκος χρόνου

Στον Μιχάλη Γκανά

Θα είναι νύχτα και θα ουρλιάζουν τα βατράχια
και τα σκυλιά θα σεργιανούν στην αγορά
και εσύ μ’ ένα μαχαίρι στα νεφρά
θα συντροφεύεις τα φαντάσματα στα βράχια.

Εκείνος θα ‘ρχεται απ ́’ τ’ ανέμου τον κρυψώνα
-ξύλινα πόδια που κοντεύουν την οργιά-
και συ με τον ανάπηρο σουγιά
θα σκάβεις πάλι τ’ όνομά του στον αιώνα.

Σε κούφια μέρα θα γλιστράς τυφλός σακάτης
θα ν’όλος αίμα του σκυλιού σου ο ζουρνάς
κι αν φύγεις όλο πίσω θα γυρνάς
στα μαυρολίθαρα δεμένος απελάτης

*Από τη συλλογή “Ορεινό καταφύγιο’, Τυπογραφείο “Κείμενα’, Αθήνα 1983.

Μήτσος Παπανικολάου, Δύο ποιήματα

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Ένα σπιτάκι μού ’ρχεται στο νου μου κάθε βράδυ,
στη γειτονιά που υψώνεται μια πληχτικιά εκκλησία,
που ζει και που ονειρεύεται με την ανησυχία
κάποιου ξενιτεμένου.

Πόσο βαθιά η ανάμνηση στην ώρα τη θλιμμένη,
την ώρα που τα σύγνεφα φωτοπεριχυμένα
απ’ τα στερνά ηλιοχρώματα πάν κι έρχονται στα ξένα
με τα βαριά βαπόρια.

Με τα βαπόρια που έρχονται κι αράζουν στο λιμάνι
κι απ’ την καρδιά μού κλέβουνε του γυρισμού τον πόθο
κι όταν σε λίγο φεύγουνε πάντοτ’ εγώ τα νιώθω
χωρίς εμέ να φεύγουν.

Και μέσα στην ανάμνηση, πού ’ρχεται κάθε βράδυ
του άσπρου σπιτιού που είναι κοντά στην πληχτικιά εκκλησία
περνάει σε μιαν ατέλειωτη και θλιβερή οπτασία
όλ’ η παλιά ζωή μου.

*

ΒΑΡΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ

–Τι να πούμε, τι να πούμε τούτη τη βαθιά στιγμή;
–Κοίτα εμέ τώρα που είμαι
σαν το δειλινό χλωμή,
σαν το δειλινό που σβήνει τη μεγάλη αυτή στιγμή…
–Πέρα εκεί, κάτου στον κάμπο, πέφτει όλο το φως θαμπό,
φως που μοιάζει σαν τον ίσκιο,κι από τη βαριά ψυχή μου βρίσκω
μέσα στην ψυχή του κάμπου κάποιον ίσκιο.

Και τα δέντρα έχουνε δέσει στα κλαδιά τους
την καρδιά τους.
Κι έτσι, ως να μην απολείπει
από μέσα τους η λύπη,
και τη νύχτα και τη μέρα
λένε κάποιο καρδιοχτύπι
στον αέρα.

Κι από τη ψυχή μου βρίσκω
μέσα στην ψυχή του κάμπου κάποιον ίσκιο.

Η ψυχή του κάμπου μένει
μες στην ώρ’ αυτή θλιμμένη
κι έχει κλείσει όλους τους πόνους, από χρόνους,
όλων των πικρών καρδιών,
που τα βράδια με τα θάμπη
τις γρικάνε πάντα οι κάμποι
κάτι θλιβερό να λένε και να κλαίνε
πάντα αντάμα με το κλάμα των καρδιών
των καρυδιών.

*Από το βιβλίο “Ποιητικά έργα – Άσαντ τα ευρεθέντα”, Πρωτεύουσα Διπλωματική ΕργασίαΘεσσαλονίκη 2008. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Φιλοσοφική Σχολή – Τμήμα Φιλολογίας – Τομέας Μεσαιωνικών και Νεοελληνικών Σπουδών.