Ιωάννα Ξυλόσομπα, Δύο ποιήματα

3η Φεβρουαρίου 2006

Είναι ο Δον Κιχώτης πέντε διαδοχικών κήπων.
Έχει παραπάνω από δεκαεννιά λέξεις
στο βιβλίο της δόξας του.
Περπατάει κρατώντας εβένινο μπαστούνι.
Ακουμπάει στο στήθος του
κρυμμένη στο πουκάμισό του
την παλάμη του
που είναι άσπρη σα το χιόνι.
Ένα–ένα
όλα τα σκυλιά θα τον διατάξουν.
Θα του ζητήσουν πυρετό και αποδείξεις.

Κανείς δεν ξέρει πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση.
Όσοι ενοικούν στο ενυδρείο
παρασκευάζουν νούφαρα μανιωδώς.
Κάποιοι στέκονται στη βροχή
και το συζητάνε.

Θα ακουστούν σήμαντρα
θα μιλήσουν οι καμπάνες
θα πουν χέρι πάνω–χέρι κάτω
θα τον εξορίσουν λες και
δεν ήταν ήδη εξόριστος.

Εκείνος όμως
έχοντας πάντα πορτοκαλί στο μέτωπό του
και ένα υπερήλικο δελφίνι
κάτω από τη μασχάλη
θα παραμείνει για πάντα
ο Δον Κιχώτης πέντε διαδοχικών κήπων.

*

τι συνέβη ένα βράδυ που έπαιζα videogames

Άλογο λάσπης χλόης!

Βρήκα ένα σφάλμα.
Τι πρέπει να κάνω αν σκοτωθεί τυχαία από εμένα
η ερημιά;

Στοιβάζω πέτρες
φτιάχνω ζώα
κουρνιάζω σε οδοντοστοιχίες
και το τρένο φεύγει τρίζοντας
σαν απότιστη γαρυφαλλιά.
Νοιώθω σα να κάνω αντίγραφα:
Όποιος συναντά τη Μαύρη Αμμοθύελλα
απλά δεν είναι για καλό.

Ωστόσο παρατήρησα
πως αν το σκυλί είναι κοντά στο ορυχείο,
–αλλά το ορυχείο δεν εμφανίζεται–
μια πορφυρή συνομιλία πεθαίνει.

Εσείς;
Μπορείτε να καλέσετε
δύο παλιά κεφάλια ψαριών
όταν είστε μακριά από το νεκροταφείο;

Τότε λοιπόν
είναι μάλλον καλύτερα
να μου δώσετε εμένα
το δύσκολο οστό.

*Από τη συλλογή “Τριανταεπτά Γεωπονικά Μυστικά για την Καλλιέργεια της Βερυκοκιάς”, Εκδόσεις Κακός Βηξ, Μάης 2025.

Νίκος Φρατζέτης, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΚΑΙ Ο ΦΩΚΝΕΡ

Ταξιδεύω στα τρένα της πόλης.
Βουλιάζω στον κόσμο.
Μέσα στην βιασύνη, στον φόβο.
Αμήχανα γέλια, αδιάφορες κουβέντες,
ένας επιβάτης διαβάζει Φώκνερ μειδιώντας.
Αδειάζω το βλέμμα μου στο ψεύτικο φως των βαγονιών.
Γυρίζω αλλά δεν φεύγω ποτέ.
Στην ασφάλεια των δικών μου φόβων, των δικών μου ιδιοτροπιών.
Αναμένοντας πάντα την επόμενη μέρα.
Να με χωνέψει ξανά το βαγόνι του τρένου,
να δω πάλι τον επιβάτη με τον Φώκνερ, τον άπληστο ζητιάνονα ζητά ελεημοσύνη, τις βρώμικες γριές να μασουλάνε κατάρες.
Μια ρουτίνα που αλλάζει ντύμα μέρα τη μέρα.
Μια ψίχα ελπίδας ότι κάποτε θα εκτροχιαστεί και αυτό το τρένο.

*

Η ΜΑΤΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ

Ο Ιάσονας καθόταν στην αυλή του σπιτιού
και σχεδίαζε την μεγάλη του εκστρατεία.
Είχε απλώσει σε ένα τραπεζάκι, ρυθμού ροκοκό,
έναν ναυτικό χάρτη της Μεσογείου, ένα διαβήτη, μια
πυξίδα, έναν χάρακα και έναν εξάντα.
Μην γνωρίζοντας τίποτα ιδιαίτερο για την ναυσιπλοΐα
προμηθεύτηκε ένα ειδικό βιβλίο, “ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑ ΓΙΑ ΑΡΧΑΡΙΟΥΣ”,
για να εμπλουτίσει τις γνώσεις του.
Άρχισε να συχνάζει στα περίφημα τσιπουράδικα του λιμανιού
για να βρει το πλήρωμά του.
Πλησίαζε τους πιο γεροδεμένους
και εκείνους που το μούτρο τους φαινόταν ξύπνιο και άρχισε να
εξιστορεί το σπουδαίο σχέδιο.
Ο Ιάσονας έχασε την δουλειά του.
Βρήκε κάπου αλλού με λιγότερα χρήματα και με περισσότερες ώρες εργασίας.
Θεώρησε ότι απλά είναι μια παρένθεση.
Μια παρένθεση που άρχισε να του κατασπαράσσει τα χρόνια.
Τα όνειρά του καλά σφηνωμένα στο κεφάλι του.
Ο χρόνος όμως είναι μια γερή αλεστική μηχανή.
Ο εξάντας έπεσε από το τραπεζάκι και έσπασε.
Η κεφαλή του διαβήτη σκούριασε
και τα πόδια του δεν υπάκουαν πια σε κύκλους.
Μια κρύα νύχτα πέταξε τον ναυτικό χάρτη της Μεσογείου στην ξυλόσομπα για
προσάναμμα.
Η πυξίδα έδειχνε πάντα Νότο.
Τα σχέδια, σαν φωτογραφίες κρεμασμένες σε σάπια κάδρα,
με ξύλα σαρακοφαγωμένα και ξερά, άρχισαν
να γλιστρούν από τις κορνίζες τους και να χάνονται.
Όταν πια είχε γεράσει για τα καλά,
αναπολούσε την σπουδαία εκστρατεία που ματαίωσε.
Μα το δικαιολογούσε.
“Η δουλειά ξέρετε…”.

*Από τη συλλογή “Το Τρένο και ο Φώκνερ”, εκδόσεις Κίχλη 2018.

Μαρία Κασσιανή Πανούτσου, ’Από έσχατος πρώτος’ – Η Τετραλογία του Ελπήνορα

Art by Aleksandra Waliszewska

Τί τους δόθηκε αυτονώνε!
Μελισσόκερο να κλείσουνε τα αυτιά.
Φαρμάκι, μελισσόκερο να κλείσουνε τα αυτιά
κι ένα μνήμα αλατισμένο δίπλα στο χωράφι των βοδιών
νήσον αμίμονα —
τα κεφάλια τους σαν θαλασσινά κοράκια μέσα στους αφρούς
μαύρες κηλίδες, φύκια κάτω από το φως της αστραπής.
Κονσερβαρισμένα τα βόδια του Απόλλωνα,

δέκα κονσέρβες για κάθε βάρκα.

*

Είμαι η Αντιγόνη και όχι ο Ελπήνορας

ΕΛΠΗΝΩΡ Ι

Je suis Antigone et pas Elpinoras

Je suis Antigone oui/ moi
Je suis morte oui je ne vis plus je vivais
Maintenant je suis morte
mais de temps en temps
je viens et je reviens.

Avec moi j’amène le désir
de vivre encore une fois/
mon corps frémit de nostalgie
de poser de questions/
tant des questions tant des réponses.

C’ est un chemin triste mon amour/
Je suis morte oui je ne vis plus/ Je vivais
mais de temps, en temps je reviens
à travers vos désirs/ vos aspirations /vos appels.

C’ est vous qui me faites venir ici/et moi/
le rien/ et vous les tous/
c’ est pour cela que je reviens.

Je suis ici encore une fois
pour plaire /sentir /danser et chanter
comprendre et aimer/ encore une fois.

*Αφιερωμένο στον Jean Anouilh 

*

Lavandula et Nicotiana

ΕΛΠΗΝΩΡ ΙΙ

Τι να πω και τι να ομολογήσω
σε μια πέτρα βάζω φτερά
στο όνειρο ρίχνω πυκνή φωτιά
αφήνω ψηλά το ενύπνιο αυτό
να γείρει να πλαντάξει σε βουνό κρυφό

Συχνά στους πρόποδες βρισκόμουν
θα μείνω
να αισθανθώ ποια είμαι και τι κάνω
και έμεινα σκεπτόμενη την άλλη μέρα
πως είναι να διαβώ μια ξένη χώρα, πέρα

να φύγω από λάθη στεναγμούς
να κολυμπώ σε άδεια βάθη λυτρωμούς
και τότε είδα ένα άστρο να θολώνει παγερά
δεν ήταν το φως που στέρεψε στερνά
αλλά τα δυο μου μάτια κλειστά και αρνητικά
και είπα δυο λέξεις μαγικές να ομορφύνει το σκοτάδι
κάθε μου πράξη και αίσθημα μέσα στο βράδυ,

μα ξύπνησα απ’ όνειρο
και με χαμόγελο πίσω απ’ το στόμα
καθώς η μέρα άρχιζε με ένα βιβλίο του Ελπήνορα
μικρό με φύλλα από καπνό, λεβάντα, φαγωμένα.

*Αφιερωμένο στον Τάκη Σινόπουλο

*

Ο μπαλαντέρ

ΕΛΠΗΝΩΡ ΙΙΙ

Για την ώρα της απόλυτης κρίσης, όταν ο Τολστόι μακριά και ο Ντοστογιέφσκι ξεχασμένος, όταν οι άλλοι θα έχουν κερδίσει, όταν οι δυνάμεις μου θα μοιάζουν με σπασμένα κλαδιά και το κορμί μου θα έχει γίνει ένα φύλλο χαμένο σε να χωμάτινο αυλάκι,

όταν θα με κοιτάτε με ειρωνεία όσο ζω, τότε θα αναστηθώ και θα φύγω με το κρυφό μου χαρτί στην τσέπη του παλτού μου. Ό,τι είδα ό,τι ένοιωσα το παίρνω μαζί μου.

Το σκέφτηκα ένα βράδυ, κάποιο βράδυ της ζωής μου, τότε που ήμουν νέα, τότε που ήμουν τόσο πολύ σίγουρη. Τώρα δεν είμαι τόσο σίγουρη άλλα δεν έχω και κάτι άλλο να προτείνω στον εαυτόν μου, παρά να χάσω την ύστατη στιγμή την ντάμα κούπα.

Το κρυφό μου χαρτί μοιάζει με μια νοσταλγία, αλλά δεν είναι, μοιάζει με ένα όνειρο, αλλά δεν είναι, μοιάζει με μία παλάμη ή με μια φωνή να μου λέει ‘’ έλα μη φοβάσαι ’’ και να μην το εννοεί, μοιάζει με μια αγκαλιά από μάνα και πατέρα, από ένα παιδικό χέρι ιδρωμένο από την αγωνία. Μια νοσταλγία όλη μου ζωή και ποτέ στο παρόν.

Λέω;
Και τι μ’ αυτό;
Λέω και λοιπόν;
Έχω ;
Και όμως έχω..

Και λέω πολλά-
μέχρι να φτάσει η παλίρροια και τότε το κρυφό χαρτί πάλι θα με κοιτά περίεργα.

Δυο τρεις χορδές από ένα τραγούδι, μπορεί να με σπρώξει στο καλό ή στο κακό. Γυρνάω σαν γύφτισσα στις παρυφές του μυαλού μου. Ξετρυπώνω τις εικόνες της ευτυχίας και της ντροπής, ξέρω πως όλα είναι ένα ψάρεμα και η αλήθεια κρύβεται στα ταπεινά τα λόγια.

Μην ξεχνιέστε τυχαία βρεθήκαμε σε αυτόν το τόπο.
Αυτή είναι η νοσταλγία, η νοσταλγία της ζωής, ο νόστος της επιστροφής.

Σκάβω ένα λαγούμι με τα δυο μου χέρια. Γύρω του, φύτευσα, όχι ασφόδελο, μα πικροδάφνη και πιο πέρα, έβαλα έναν ξύλινο στασίδι για να αρθρώσω τον τελευταίο μου λόγο. Θα ψελλίσω και για σένα Ελπήνορα πως από ‘έσχατος πρώτος’.

Θα μιλήσω και για τις μυρωδιές του τόπου μου και εκείνη η φεγγαράδα να ξεπροβάλλει μέσα από τα σύννεφα, την ξέρα που κάποτε πάνω της προσευχήθηκα και έδωσα όρκο ζωής. Σφηνώνω όλα αυτά στα κύτταρά μου, όπως η κεντήστρα που ρίχνει τις βελονιές μια μια, αιώνια να υμνούν την ομορφιά της γης.

*Αφιερωμένο στον Γ. Ρίτσο

*

To Κουπί του Οδυσσέα

Το κουπί μπηγμένο βαθιά στην άμμο.

Στάθηκε όρθιος ο Οδυσσέας μπροστά στον τάφο
πρόσθεσε και ένα ξερό φύκι
εκεί που ήταν περίπου το κεφάλι,
μ’ ένα σφυρί κάρφωσε οριζόντια ένα ξύλο
κι έφτιαξε τον σταυρό.

«Πώς μπόρεσες να είσαι τόσο ανέμελος»
σκέφτηκε-
τώρα κουφάρι όμοιο με υπόλοιπο ψαριού,
παρά ανθρώπου.

Ο Οδυσσέας κράτησε στο στόμα κλειστό
κατάπιε την σκέψη που γεννήθηκε,
ξεστόμισε μόνο έναν ύμνο της Εκάτης
και απομακρύνθηκε σκεφτικός

Α! Ελπήνορα πόσο ανθρώπινος ήσουν.

Αχ Ελπήνορα εσύ ο πιο αθώος.

Σου έφτανε η παρέα, μια κούπα κρασί γεμάτη
και γέλιο πολύ-
και όλα τα άφηνες σε μένα
μα δες με και έμενα τώρα.

Τιμές και λάβαρα και τιμαλφή στο πάτο της θάλασσας
και κάτι γερασμένους ανθρώπους θα βρω
ανήμπορους-
και έμενα ποιος θα μπήξει ένα κουπί στο τάφο μου
ποιος γιρλάντες θα βάλει από φύκια στο γέρικο μέτωπό μου
πριν ρημαξοσκοτεινιάσει ο ουρανός τ’ αστέρια;

Δεν ήσουν εσύ που θα έμενες άταφος Ελπήνορα
αλλά εγώ-
όπως η Κασσάνδρα προφήτευσε
αφού πια προδομένος και πένης
επιστρέφω-
και μην πιστεύεις τις ιστορίες Ελπήνορα
για γυρισμό γλυκό στα πάτρια εδάφη-
ο γήλιος δεν είναι πια για μας τους δυο.

*Αφιερωμένο στον Γ. Σεφέρη

*Ezra Pound Canto XX (απόσπασμα). Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

Παύλος Γερένης (Pavlos Jerenis), Τρία ποιήματα

11

Ο ουρανός ιστορεί παράξενα πρόσωπα στους ορίζοντές του
βουνά που πλαγιάζουν στον αχό μιας μακρυσμένης εικόνας
νεφέλες που διαδρομούν το ασίγαστο πάθος του γαλάζιου
πανιά που μόλις χάνονται στην τελευταία αχνιστή γραμμή
της θάλασσας
κατά το μέρος του δίχως γιαλό Ωκεανού.

«Περί παντός την ελευθερίαν»
κραυγάζουν οι θεοφθόγγοι κήρυκες στο μέρος της καρδιάς μας
μα κυκλωτά ακολουθεί η ποντοπόρος σιγή
και αντιφεγγίζει τις μορφές που αγκάλιασαν τη διαδοχή μας.

12


Στον χαμένο διάδρομο που ξεχείλισε από ξάφνισμα κραυγών
έδραμες με παράλληλη γεύση του σκοταδιού.

Χτύπησα στις κόχες των κιόνων τη στιγμή που συλλάβιζαν
τα πρώτα βήματα τους
και ο λυγμός που αντήχησε κέντησε στην απουσία της λευ-
κόστηθης την παπαρούνα
και ο ουρανίσκος έδεσε στη μνήμη του έναν κόμπο.

13

Στις 30 του Γενάρη η μνήμη του ασκητή Ιωάννη της Κλίμακος
στον πύργο των ελπίδων μας στην πιο ψηλή κορυφή του
εδώ που καθρεφτίζονται τα σύννεφα σαν κραδασμοί από
φτερά Βανέσσας
εδώ που ο πορφυρός πέπλος του ασώματου μάς θάβει στην
ορμή του
εδώ που χάσαμε τον παιδικό προσανατολισμό μας και η
άμμος άρχισε να αφήνει την κλεψύδρα
δεν μας απομένουν παρά φορέματα που κρύβουν αυτούς που
υπήρξαν.
Alli 30 di Gennaro la memoria del S. Asceta P.N.S.
Gio: Climaco.

*Από την «Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής»

**Ο Παύλος Γερένης (Καλαμάτα 1956) ζει στην Ιταλία και την Αυστρία. Έχει εκδόσει τη συλλογή «Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής», εκδ. “Γνώση”, 1981, και στα ιταλικά ένα βιβλίο με διηγήματα («Le infedeltà del pensiero») και μια ποιητική συλλογή («Angeli a perdere») το 2006.

Γιώργος Β. Μακρής, Απλός λόγος

Υπάρχει εκτός των άλλων κι ένα τραίνο.
Κοιτάζω πάντα προς τα πίσω
ν΄ απομακρύνουνται τα άγνωστα τούτα ζώα.
Είμαι χαρούμενος συχνά
που δεν αφήνουμε ίχνη.
Εσείς οι άλλοι μη μιλάτε
Το παιδί αυτό απεβίωσε χθες
και στην πόρτα ο ανίδεος επισκέπτης
βαστάει το ψάρι του δεμένο
με το πράσινο βούρλο.
Τι άραγε κερδίσαμε
ταχτοποιώντας τις χρονολογίες;
Μάθαμε αυτό και το είπαμε
δημιουργώντας κάποιες ιδέες.
Το είπαμε ο καθένας
με τη σειρά.
Όπως υπάρχει μια ψηλή ξυλένια σκάλα
και κόπος πολύς.
Και κάποτε ένας σκύλος σήκωνε
το πόδι του
άμα το επιθυμούσατε.

Jacques Prever, Πρωινός ύπνος ως αργά 

Είναι τρομερός
ο μικρός θόρυβος απ’ το σκληρό αυγό που σπάει σ’ έναν πάγκο από τσίγκο,
είναι τρομερός αυτός ο θόρυβος
όταν κινείται μες στη μνήμη του ανθρώπου που πεινάει
είναι τρομερό επίσης το κεφάλι του ανθρώπου
το κεφάλι του ανθρώπου που πεινάει
όταν αυτός κοιτάζει στις έξι η ώρα το πρωί
μέσα στο τζάμι του πολυκαταστήματος
ένα κεφάλι στο χρώμα της λέρας
δεν είναι πρωτίστως το κεφάλι του που αυτός κοιτάει
μες στη βιτρίνα του Ποτέν*
σκοτίστηκε για το κεφάλι του ο άνθρωπος
ούτε που το σκέφτεται
ονειρεύεται
φαντάζεται μιαν άλλη κεφαλή
ένα κεφάλι μόσχου, για παράδειγμα,
μαζί με μία σάλτσα από ξίδι,
ή ένα κεφάλι από ό,τι να ‘ναι που να τρώγεται
και κουνάει αυτός το σαγόνι του απαλά
απαλά
και τρίζει αυτός τα δόντια απαλά
γιατί ο κόσμος έχει ν’ αγοράσει το κεφάλι του
κι αυτός τίποτα δε μπορεί ενάντια σ’ αυτόν τον κόσμο
κι αυτός μετράει με τα δάχτυλά του μία δυο τρεις
μία δυο τρεις
είναι ίσα με τρεις μέρες που δεν έχει φάει
και ωραία θα ‘ταν να το επαναλάβει ύστερα από τρεις μέρες
Αυτό δε γίνεται να διαρκέσει
αυτό διαρκεί
τρεις μέρες
τρεις νύχτες
χωρίς να φάει
και πίσω από ετούτες τις βιτρίνες
αυτά τα πατέ αυτές οι μποτίλιες αυτές οι κονσέρβες
ψάρια νεκρά προστατευμένα απ’ τα κουτιά
κουτιά προστατευμένα απ’ τις βιτρίνες
βιτρίνες προστατευμένες απ’ τους μπάτσους
μπάτσοι προστατευμένοι απ’ τον φόβο
σαν οδοφράγματα για έξι θλιβερές σαρδέλες..
Λίγο πιο μακριά το μπιστρό
καφέ-κρεμ και κρουασάν ζεστά
ο άνθρωπος τρεκλίζει
και στα ενδότερα τoυ κεφαλιού του
μια ομίχλη από λέξεις
μια ομίχλη από λέξεις
σαρδέλες για φάγωμα
σκληρό αυγό καφέ-κρεμ  
καφές ποτισμένος ρούμι
καφέ-κρεμ
καφέ-κλεμ
καφέ-κλεμμένος ποτισμένος αίμα!…
Ένας άνδρας πολύ σεβάσμιος στη γειτονιά του
δολοφονήθηκε μέρα μεσημέρι
ο δολοφόνος ο αλήτης του ‘κλεψε
δύο φράγκα
σα να λέμε έναν καφέ αρωματισμένο
μηδέν φράγκα κόμμα εβδομήντα
δύο ταρτάκια βουτυρωμένα
και εικοσιπέντε σεντς για το πουρμπουάρ του σερβιτόρου.

*Ποτέν (Potin): αλυσίδα καταστημάτων τροφίμων της εποχής που ξεκίνησε από το μπακάλικο του Félix Potin τo 1845 στο Παρίσι.

Lola Ridge, To the Others / Στους άλλους

Margaret Briendel, The Chorus (1962)

I see you, refulgent ones,
Burning so steadily
Like big white arc lights…
There are so many of you.
I like to watch you weaving—
Altogether and with precision
Each his ray—
Your tracery of light,
Making a shining way about America.
I note your infinite reactions—
In glassware
And sequin
And puddles
And bits of jet—
And here and there a diamond…
But you do not yet see me,
Who am a torch blown along the wind,
Flickering to a spark
But never out.

Σας βλέπω, λαμπερά όντα,
Να καίτε τόσο σταθερά
Σαν μεγάλοι λευκοί προβολείς τόξου…
Είστε τόσοι πολλοί.
Μ’ αρέσει να σας κοιτώ να υφαίνεστε—
Όλοι μαζί και με ακρίβεια,
Ο καθένας τη δική του ακτίνα—
Το δαντέλωμά σας από φως,
Που ανοίγει γύρω από την Αμερική
Ένα μονοπάτι που λάμπει.
Σημειώνω τις άπειρες αντανακλάσεις σας—
Σε γυαλικά,
Σε παγιέτες,
Σε λιμνούλες νερού,
Σε κομμάτια μαύρου αερίου—
Κι εδώ κι εκεί, ένα διαμάντι…
Όμως εσείς δεν με βλέπετε ακόμη, εμένα,
Που είμαι μια δάδα που την παρασέρνει ο άνεμος,
Που τρεμοσβήνει ως σπίθα
Μα ποτέ δεν σβήνει.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Nino Pedretti, Τα ονόματα των δρόμων

Οι δρόμοι
είναι όλοι του Ματσίνι, του Γαριμπάλντι,
είναι αφιερωμένοι σε Πάπες,
σε συγγραφείς,
σ’ αυτούς που δίνουν διαταγές,
σ’ αυτούς που κάνουν πόλεμο.
Ποτέ δεν τυχαίνει να δεις
οδός κάποιου που ‘φτιαχνε καπέλα
οδός κάποιου που στεκόταν κάτω από μια κερασιά
οδός κάποιου που δεν έκανε τίποτα
γιατί πήγαινε βόλτα
καβάλα σε μια φοράδα.
Και να σκεφτείς ότι ο κόσμος
είναι φτιαγμένος απ’ ανθρώπους σαν και του λόγου μου
που μασουλάνε ραδίκια
μπροστά στο παραθύρι τους
χαρούμενοι που στέκουνε κατακαλόκαιρο
ξυπόλητοι.

*Από τα ποιήματα του Nino Pedretti, δημοσιευμένα στο “Δέντρο”, τεύχος 224-225, Άνοιξη 2019. Μετάφραση: Τραϊανός Μάνος.

Μαρία Χριστίνα Ιορδάνου (Artisan Wonders), Η αντίστασή μας θα επιζήσει της νύχτας

Επιστρέφω για να σε συναντήσω ξανά,
σε έναν τόπο όπου η αδικία έμαθε να ανασαίνει,
όπου ο αέρας ήταν βαρύς από κλεμμένες μέρες
και η νύχτα διδάχθηκε να μη φεύγει ποτέ.

Εκεί έμαθα να αναπνέω,
έμαθα να στέκομαι όρθιος,
έμαθα πως η σιωπή είναι μια πληγή
που δεν βγάζει ποτέ ήχο.

Προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά μέσα μας,
να κάνουν τα ονόματά μας σκόνη,
μα η γη θυμάται κάθε βήμα
εκείνων που έμαθαν να εμπιστεύονται.

Επιστρέφω στον τόπο που γεννήθηκα,
στο κόκκινο χώμα κάτω απ’ το δέρμα μου,
στην αρχαία γη των Αβορίγινων,
εκεί όπου ο αγώνας για δικαιοσύνη ακόμη αρχίζει.

Βαδίζω πάνω σε ουλές που τις είπαν ιστορία,
σε σύνορα χαραγμένα με αίμα και φόβο,
μα κάθε πέτρα συνεχίζει να ψιθυρίζει:
πάντα ήσουν εδώ.

Έχτισαν τους νόμους τους πάνω σε σπασμένα κόκαλα,
έθαψαν την αλήθεια μέσα σε ψέματα,
μα οι ρίζες βαθαίνουν στο σκοτάδι
εκεί όπου η αντίσταση επιβιώνει.

Επιστρέφω στον τόπο που γεννήθηκα,
στο κόκκινο χώμα κάτω απ’ το δέρμα μου,
στην αρχαία γη των Αβορίγινων,
εκεί όπου ο αγώνας για δικαιοσύνη ακόμη αρχίζει.

Η αντίστασή μας θα επιζήσει της νύχτας,
θα επιζήσει των ψεμάτων, θα επιζήσει της φλόγας.
Μπορούν να κλέψουν το φως απ’ τον ουρανό,
όχι όμως τη φωτιά μέσα στα ονόματά μας.

Επιστρέφω — όχι για να γονατίσω,
όχι για να ξεχάσω,
αλλά για να αναπνεύσω,
να αγωνιστώ,
να θυμηθώ
ποιοι είμαστε.

Νάνος Βαλαωρίτης, Without You – Χωρίς Εσένα

στον ιδανικό απελπισμένο

Σακατεμένοι έρωτες το ηλιοβασίλεμα
ραγισμένες καρδιές χωρισμοί σπαρακτικοί
τραγικοί αποχαιρετισμοί, όνειρα τσακισμένα
απόπειρες αυτοκτονίας, οι ευτυχισμένες
στιγμές απομακρύνονται με πλοίο
ρίχνοντας γράμματα στη θάλασσα
τινάζοντας μαντίλια αποχαιρετιστήρια
συνοφρυωμένος ουρανός, αφόρητη μοναξιά
θα πεθάνουν χωρίς εσένα ένα πλήθος
άνθρωποι που ξυπνάνε για μιαν ακόμα
μελαγχολική αυγή χωρίς επαύριο
χαμένες ευκαιρίες πρόσωπα που σβήνουν
από την παγωμένη μνήμη σαν να μην
υπήρξαν ποτέ έξω απ’ το ψυγείο
αβάσταχτη πλήξη χωρίς εσένα
όταν άνοιξε η πόρτα του ταξί ήξερα
πως θα σε χάσω για πάντα
πήδηξες μέσα βιαστικά αθλητική
με βαλίτσα και αδιάβροχο
χωρίς κανένα χαμόγελο συμπόνιας
πόσες ακόμα βραδιές εβδομάδες μήνες
θα υπάρχω χωρίς εσένα
μ’ ένα μάτσο βιολέτες για παρηγοριά
ήσουν η προτελευταία ελπίδα μου
και τώρα την έχασα κι αυτή
είμαι μια μπάλα αδέσποτη που κυλάει
στο διαδίκτυο του μικρού συμφέροντος
σακατεμένοι ήρωες το ηλιοβασίλεμα
σκοτωμένος ουρανός μολυβένια θάλασσα
αμυδρές ανταύγειες προσώπων στα νερά
άγαλμα γυναικείο χωρίς
μνήμη με μάτια τυφλά
δεν κοιτάζει πουθενά
δεν βλέπει τίποτα
ένα δέντρο σαλεύει δεν ξέρει να μιλήσει
αμύθητα χαμένα πλούτη στην Ασία
γιατί να πεθάνει τόσο νέος
ο ωραίος ανήσυχος κατακτητής
μια μαύρη σελήνη μεσουρανεί
το τοπίο έχει αναληφθεί
μια τεράστια γομολάστιχα
έσβησε μέσ’ στην ομίχλη τα παιδιά
χωρίς εσένα τίποτα δεν υπάρχει
στον ανοίκειο κόσμο εδώ κάτω όλα είναι ξένα
χωρίς εσένα δεν θα μπορέσω να πεθάνω
ούτε να ξαναγράψω μια γραμμή
τι αγιάτρευτη θλίψη τι καημός
τι σπαραξικάρδια ατυχία
χωρίς εσένα χωρίς εμένα
χωρίς κανέναν.