Peny Delta, Τρία ποιήματα

ΕΝΤΑΦΙΟ

Τάφοι λευκοί θα γίνουμε κάποτε.
Μάρμαρο Πεντέλης, λαμπυρίζον,
θα ενδύει τα κορμιά μας.
Ο ήλιος θα γλύφει επίμονα
το σκληρό μας πέτρωμα.
Επιμελώς η βροχή θα ξεπλένει τα πάθη μας.
Αδιάφορα θα παραστέκουν τα κτερίσματα.
Ολίγα άνθη πλαστικά, κάποια αγγεία,
μια επιτύμβια στήλη.
Θα είμαστε αυτό που πάντα θέλαμε.
Αθώοι.

*

03:36 ΑΫΠΝΙΑ

03:36 σε μια πόλη νεκρή,
η θάλασσα ξεβράζει
γυαλιστερά κορμιά μεδουσών,
έρμαια των κυμάτων.
Άδεια παραλία, άγραφη άμμος.

Η μνήμη σου απλώνεται
στη σκέψη σαν λαδιά.
Άπραγοι επί σειρά ετών,
της μελαγχολίας γόνοι,
παραδινόμαστε.
– Σάρα, μας άξιζε τόση σιωπή;

Κάποτε περπατούσαμε
σε ράχες δελφινιών,
μας αρκούσε
των κορμιών μας το φως
κι ένας στίχος.
«Αγάπη μου, αγάπη μου
γιατί με εγκατέλειψες;»

03:36 στο βαθύ σκοτάδι
λάμνει το χρυσόμαλλο δέρας
της ύπαρξης.
Πνιγόμαστε από επιθυμία
ξυπνάμε πριν τη λύτρωση.

Σιωπηλοί ακούμε
την πόρτα να χτυπά.
–Άνοιξε, λες και κρύβεσαι.
–Σάρα, μας άξιζε τόση σιωπή;

*

Η SYLVIA PLATH ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΑΦΙ

Στον ποιητή Γιώργο Κοζία
Η φωτογραφία ήρθε από το Εδιμβούργο,
ενθύμιο, μαζί με καρτ ποστάλ.
Η Σύλβια Πλαθ χαμογελαστή,
να ταΐζει blueberries ένα ελάφι,
το σωτήριον έτος 1959.

Θα έδινα όρκο πως πρόκειται
για το ίδιο εκείνο ελάφι
που διασώθηκε στη Χασιά,
έπειτα από επίθεση σκύλων.
Το ξαναβλέπω, ζωντανό, μπροστά μου.
–Με δεμένα τα πληγωμένα πόδια του,
με τον θάνατο στα μάτια
να ξεσηκώνει γλέντι
κι ένα πελώριο, σχεδόν ανθρώπινο,
γιατί–

Ταράχτηκα…
Κέρατα παγιδευμένων ελαφιών,
αργά το βράδυ,
ξέσκιζαν τους ιστούς ερώτων μέσα μου.
Ξύπνησα ιδρωμένη.
Στο κομοδίνο δίπλα μια χούφτα blueberries.
Έτρεξα στη βιβλιοθήκη,
άγγιξα με ευλάβεια τη συλλογή της Πλαθ.
Άνοιξα τυχαία μια σελίδα:

«Κυλά ο Θεός από ψηλά, η Κόλαση αργοσβήνει·
Και εφορμούν τα σεραφείμ και του διαβόλου οι φίλοι·
Κλείνω τα μάτια, και η πλάση όλη κλείνει».

*Από τη συλλογή “Εκ της σαρκός”, Εκδόσεις Βακχικόν, Απρίλιος 2026.

Ζήσης Σαρίκας, Δύο μικροκείμενα

Ἡ τράνς
 
EΧΕΙ σοβαρότερα προβλήματα ἀπ’ τοὺς ἄλλους νέους. Πρῶτα-πρῶτα, ἴσως ἀποφασίσει νὰ κάνει τὴ φοβερὴ ἐγχείρηση, νὰ γυρίσει τα μέσα ἔξω. Ἂν πάλι ἀπορρίψει τὸ νυστέρι, πρέπει νὰ ἀφήνει νύχια καὶ μακριὰ μαλλιά, νὰ κουβαλάει ἕνα ψεύτικο βαρὺ στῆθος, νὰ κάνει ἀποτρίχωση, μανικιοὺρ καὶ πεντικιούρ, νὰ βάφεται, νὰ φοράει τακούνια καὶ ὅλη τὴν περίπλοκη ἁρματωσιὰ μιᾶς γυναίκας. Κι ἀπὸ πάνω, πρέπει νὰ εἶναι θωρακισμένος μὲ αὐθάδεια καὶ θάρρος, νὰ μὴν χαμπαρίζει ἀπὸ φοβέρες καὶ ἀπειλές, νὰ μπορεῖ νὰ τρώει καὶ νὰ δίνει ξύλο, νὰ γαμάει καὶ νὰ γαμιέται, νὰ τὰ βγάζει πέρα μὲ τὰ τσογλάνια, τοὺς προαγωγούς, τοὺς διεστραμμένους καὶ τοὺς μπάτσους. Σὲ ἕνα μόνο πρᾶγμα δὲν ἔχει πρόβλημα: στὸ ἐπάγγελμα ποὺ θὰ διαλέξει.

*Από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2026/05/10/zisis-sarikas-i-trans/

Ἡ ἐπαρχιακὴ πόλη

ΠΑΝΤΑ ἡ ἴδια εἰκόνα. Μιὰ ἐπαρχιακὴ πόλη μὲ μικροαστοὺς καὶ φοιτητές. Τί ἀπέγιναν τὰ ἐκλεκτὰ τέκνα της; Πρῶτοι ἔφυγαν οἱ καλλιτεχνίζοντες. Γιὰ τὴν πρωτεύουσα. Ἐκεῖ θὰ εἶχαν εὐκαιρίες νὰ ἀναδείξουν τὸ ταλέντο τους, νὰ συγχρωτιστοῦν μὲ τοὺς ὅμοιούς τους, νὰ βροῦν χορηγοὺς καὶ ὑποστηριχτὲς τῆς τέχνης τους. Μετά, τὴν κοπάνησαν κάτι ἄλλοι γιὰ σπουδὲς στὸ ἐξωτερικό. Ἕνα σωρὸ ἔξυπνα, ταλαντοῦχα παιδιά. Κάποιοι ἔριξαν γιὰ πάντα μαύρη πέτρα πίσω τους, μερικοὶ βρῆκαν νέα φωλιὰ στὴν πρωτεύουσα καὶ ὁρισμένοι ἐπέστρεφαν στὴν πόλη τοὺς ἀπὸ νοσταλγία ἢ ἀπὸ ὑποχρέωση, γιὰ λόγους ἐπαγγελματικοὺς ἢ οἰκογενειακούς. Οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτοὺς ἐγκαταστάθηκαν στὰ προάστια καὶ στὰ περίχωρα καὶ δὲν συμμετεῖχαν καθόλου στὰ κοινά. Ὅποιοι καὶ ὅποτε βρίσκονταν μεταξύ τους δὲν παρέλειπαν νὰ σχολιάσουν τὸ χάλι τῆς πόλης τους. Πάντα ἔτσι ἦταν, ἀπρόσωπη· δὲν εἶχε πνευματική, πολιτιστικὴ ζωή, θέατρα, ἐφημερίδες, περιοδικά, μουσικὲς ἐκδηλώσεις, λογοτεχνία. Οὔτε κἂν φαγάδικα. Κι ὅ,τι εἶχε, ἦταν τυποποιημένο, ἄοσμο καὶ ἄχρωμο. Τὸ πανεπιστήμιο ἦταν, παρὰ τὸ μέγεθός του, ἕνα μελισσοκόφινο γεμᾶτο στεῖρες μέλισσες. Καμιὰ παραγωγή, μηδὲν παρουσία. Ἡ πόλη ἦταν μιὰ στριφνὴ γεροντοκόρη, παρὰ τὶς γελοῖες φῆμες ποὺ τὴν ἤθελαν ἐρωτικὴ· δὲν εἶχε ἴχνος δημοκρατικότητας, ἦταν ἕνα θερμοκήπιο γιὰ ἐντόπια, ἐθνοσωτήρια ζιζάνια – κραυγαλέα ἀντίφαση πρὸς τὸ πολυεθνικό, πολύχρωμο παρελθόν της. Ἡ οἰκοδομικὴ καὶ οἰκολογικὴ καταστροφή της συνεχίζονταν μὲ ρυθμὸ ἰλιγγιώδη, τὸ τσιμέντο καὶ τὰ αὐτοκίνητα τὴν σκέπαζαν ὁλοένα πιὸ πολύ, οἱ τοπικοὶ ἄρχοντες ἦταν διανοητικῶς ἀνάπηροι, τὰ ἔργα τους κακόγουστα, λαϊκίστικα καὶ παιδαριώδη. Τὰ γκέμια της τὰ κρατοῦσαν πάντα διάφοροι ξενομερίτες καὶ ἀστοιχείωτοι. Τὴ μοῖρα της ἐξακολουθοῦσαν νὰ τὴν καθορίζουν οἱ ἐργολάβοι καὶ οἱ κάθε λογῆς πουλημένοι – μεσάζοντες καὶ παράγοντες.

Πολὺ ὡραῖα καὶ σωστὰ ὅλα αὐτά. Τὸ πρόβλημα εἶναι πῶς μπορεῖς νὰ παραπονιέσαι ὅταν συνειδητὰ μένεις ἐς ἀεὶ στὸ περιθώριο;

*Από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2026/05/03/zisis-sarikas-i-eparchiaki-poli/

**Από το βιβλίο “Μακριὰ ἀπ’ τὸν κόσμο, καὶ ἄλλα κείμενα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2008.

A.D. Winans, Poem for the working man and the yuppie / Ποίημα για τον εργάτη και τον γιάπη

Φωτογραφία: Homer Sykes, Glasgow (1979)

Some people guard their lives
Like a eunuch guards the
Harem door
Like a stock broker with
A hot tip
Like a banker who knows
That the dollar will only
Be worth half of what it is today
In less time than it takes to die
Better to linger over
A cup of coffee
Like a skilled lover with
No need for bragging rights
Remember that every newsman
On every corner in America
That every meat packer and fisherman
Knows more about life than
Your average poet
The blind man rattling
An empty tin cup
Makes more noise than
A yuppie gunning his
BMW
On his way to the
Graveyard

Μερικοί άνθρωποι φυλάνε τη ζωή τους
Όπως ένας ευνούχος φυλάει
Την πόρτα του χαρεμιού
Σαν χρηματιστής με
Μια “καυτή” πληροφορία
Σαν τραπεζίτης που ξέρει
Πως το δολάριο σύντομα
Θα αξίζει μόνο τα μισά
Απ’ όσα αξίζει σήμερα
Σε λιγότερο χρόνο απ’ όσο χρειάζεται κανείς για να πεθάνει
Καλύτερα να μένεις λίγο παραπάνω
Πάνω από ένα φλιτζάνι καφέ
Σαν επιδέξιος εραστής
Που δεν έχει ανάγκη
Να καυχιέται
Να θυμάσαι πως κάθε δημοσιογράφος
Σε κάθε γωνιά της Αμερικής
Πως κάθε εργάτης σε σφαγείο και κάθε ψαράς
Ξέρει περισσότερα για τη ζωή
Από τον μέσο ποιητή
Ο τυφλός που κουδουνίζει
Ένα άδειο τσίγκινο κύπελλο
Κάνει περισσότερο θόρυβο
Από έναν γιάπη που πατάει γκάζι
Στη BMW του
Καθ’ οδόν προς το
Νεκροταφείο

*Το ποίημα δημοισιεύτηκε εδώ: https://poeticoutlaws.substack.com/p/poem-for-the-working-man-and-the?utm_source=post-email-title&publication_id=811133&post_id=197218156&utm_campaign=email-post-title&isFreemail=true&r=5f6ik6&triedRedirect=true&utm_medium=email Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Ο Allan Davis Winans (γεν. 12 Ιανουαρίου 1936), γνωστός ως A. D. Winans, είναι Αμερικανός ποιητής, δοκιμιογράφος, συγγραφέας διηγημάτων και εκδότης. Ζει στο Σαν Φραντσίσκο.

Νίκος Κωσταγιόλας, Δύο ποιήματα

ΙΑΜΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΡΥΦΩΣ

Μεσημέρι της Γλαύκης δροσιάς
συνυφασμένο με το σιγανό ψιχάλισμα
του Ζέφυρου
στον σβέρκο γέρικης κληματαριάς
κι ο ουρανός πάντοτε ασπίλωτος
καθώς το βλέμμα σου ερευνά
αντίκρυ απ’ την ανοιχτωσιά του πελάγου
την Ήπειρο με τις μαλαματένιες τις κορφές
με τα στιλπνά,
τα φιλντισένια σπίτια που φεγγοβολούν
κάτω απ’ το λιόγερμα

Χουφτιάζεις την άμμο
την ταξιδεύεις στην παλάμη σου
κι οι κόκκοι γίνονται αφή καλοκαιριού
που θεραπεύει το κορμί
κι από τον πλέον πεισματάρη κάματο
καθώς τα έμπιστα κρόσσια του ήλιου
ούτε λίγο, ούτε πολλά
μα ό σ ο χ ρ ε ι ά ζ ε τ α ι
σου ψαύουν την καρδιά
κι αυτή ψηλώνει

*

ΟΠΟΥ Ο ΣΕΙΛΗΝΟΣ ΟΡΙΖΕΙ ΠΑΡΑΒΟΛΙΚΑ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ

Αφιονισμένος Σάτυρος
με χέρια από την έξαψη τρεμάμενα
ιθύφαλλος της Νύμφες καταδιώκει
να τους διδάξει του έρωτα τα θαύματα
του πυρωμένου σώματος τις διαστροφές
μα πάντα αυτές
ανέραστες και κακομαθημένες
τρέχουν μακριά του
ζητώντας να κρατήσουν αμαγάριστα
τα είδα τον

Κι εκείνος κυνηγάει κι όλο κυνηγάει
κι εκείνη τρέχουν και πηδάνε
ώσπου να γίνουνε κουβάρι ηδονής
αγρίμια αλαφιασμένα
σε σμίξιμο πρωτόγονο
γεμάτο με φωνές εκστατικές
γεμάτο με ιδρωμένα μέλη ανάκατα και συμπλεγμένα
κάποτε
όταν ο μοιροπλάστης χρόνος κρίνει πως χρειάζεται
στον κόσμο λίγη ομορφιά να ξεχυθεί
να τον ολοκληρώσει
να τόνε κάμει Κ ό σ μ π πάλι.

*Από τη συλλογή “Σαν άλλος Σαούλ (ένα σατυρικό δράμα)”, Εκδόσεις Εκάτη, 2023.

Ρωξάνη Νικολάου, Αποκόμματα

Οι χαλαστές μου μ’ αγάπησαν.
Στο φως νεαρής μηλιάς ήσυχα γέρνω.
Μαντάρω χρόνο εφεδρικό.

*

Αφήνω αιματοσυρμές
για το πανδοχείο
των αποσυνάγωγων εαυτών.

*

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής το διήνυσα
μιλώντας σε πλάσματα επινοημένα
πιστεύοντας ότι, τουλάχιστον, με ακούν.
Αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές
που δέχθηκα μιαν απάντηση.

Αγνώστου/ης, Isolate / Απομόνωση

slam these inactive doors
this infinite arcadian paradise
that you so casually make reference to
is merely a means
of suspending my absurdity
all the while I’m left wailing
while you’re abetting in the crime

χτύπα με δύναμη αυτές τις αδρανείς πόρτες
αυτόν τον ατελείωτο αρκαδικό παράδεισο
στον οποίο τόσο ανέμελα αναφέρεσαι
είναι μονάχα ένα μέσο
για να αναστείλει την παραδοξότητά μου
την ώρα που εγώ μένω να θρηνώ
ενώ εσύ γίνεσαι συνεργός στο έγκλημα

*Το ποίημα αυτό και το κολάζ της ανάρτησης βρέθηκαν στα γραπτά της συντρόφισσάς μου Γεωργίας, η οποία “έφυγε” στις 24 Σεπτεμβρίου 2025. Δεν ξέρω εάν το ποίημα ήταν δικό της ή κάποιου/ας άλλου/ης. Δεν θα μάθω ποτέ. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Λεωνίδας Καζάσης, Η διαφάνεια δεν είναι πάντα κρυστάλλινη ούτε η καθαρότητα πάντα λευκή

Φωτογραφία: Gio Nakeuri

Εμφανίζομαι ως αρνητής των ειωθότων, ως βέβηλος ηδονιστής,
μα είμαι ιερός τής βίας, τού δόλου διώκτης,
τών περάτων κατάσκοπος,
τής προσήνειας ιχνευτής.

Ξεθηκάρωσα την πένα μου
κι ακονίζω θεμέλια εκμεταλλευτικά!
Αν χτυπηθώ και πέσω,
δεν άγρεψα χρήματα,
υπερασπίστηκα προβάλλοντας ιδανικά!

Κατερίνα Φλωρά, Στα περασμένα

Στα περασμένα πού ‘φυγαν και εκείνα που προσμένουν
Τα χρόνια τα χαμένα μας κι αυτά που περιμένουν
Μιας αναζήτησης στιγμής θα αρπάξουμε ακόμα
Σε εκείνο το χαμόγελο που βλέπουμε στο στόμα

Στα περασμένα που πενθούν τα όσα χάθηκαν αλλού
Θα διαλύσω με ένα φύσημα της σκόνης
Να σκορπίσει ο άνεμος τα βέλη του παντού

Όσα περάσαν κι όσα θε να’ ρθουν καλοδεχούμενα
μη προσπαθείς πολύ να προλάβεις τα μελλούμενα
Θα σε πιάσει στον ύπνο ο χρόνος
Το ξέρω θα νιώσεις πιο μόνος

Σαν δεις το καράβι να φεύγει
Και το περίγραμμα να χάνεται πίσω από το ταραγμένο από το πέρασμα νερό
Μέχρι να χαθεί τελείως και το νερό να σταθεί ήρεμο στην ανυπαρξία

Μιχάλης Κατσιγιάννης, Τρία ποιήματα

19:50, πολύ αργότερα

Στο θάλαμο αναδύονται τα πτώματα
Όμορφα
Γλυκά πολύ
Και μοιρολατρικά
Αφρίζουν
Σαν λουλούδια σπαρταριστά.
Είναι μόνη η ώρα
Στις άλλες ημέρες
Α, η άναυδη ληθαργικότητα!
Η απουσία των εκλάμψεων της ανυπομονησίας
Αναδίπλωση και αποφυγή στιγμών κακοήθειας
Συμβόλων και σημάτων
Από ανία
Κάτι άδικο
Ίσως
Και ακέραια μπερδεμένο
Η μουσικότητα της πιο σφιχτής αραιότητας.
Είναι μόνο η ώρα
Στους βρυχηθμούς των διευρύνσεων.

*

Κάθε ολόκληρη μέρα

Τρέμει από τη μικρή φλόγα
Η άλλη πρόνοια
Σε αυτόν ακριβώς τον καιρό
Η πιο χαριτωμένη επιβολή
Προνόμια
Στιγματίζει αρνητικά
Την τόση σου ομορφιά
Τι ωραία ησυχία που είναι αυτή
Κι ας δοξάσουμε
Την κόλαση που σέρνει από τα μαλλιά
Πίσω της το αγαθό
Μπροστά της η αμαρτία
Και το ξέρω κι εγώ
Τη λατρεύεις.

*

Παλιά

Σχόλια που παρερμηνεύουν
Μάλλον δεν ξέρεις τι πάει να πει
Δισταγμός για κάποια ποίηση.
Σημειώσεις λύπης
Ζεστός καπνός
Και υδρορροές.
Καρέκλα
Ανεμιστήρες
Και άγνωστοι ποιητές.

*Από τη συλλογή Μετα-ελεγείες, ψηφιακή έκδοση, Εξιτήριον 2025.

Κατερίνα Γκιουλέκα, Δύο ποιήματα

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΚΑΥΜΑΤΩΝ

Δεν το ‘κρύβε κι ούτε
γινόταν να συσκοτιστεί
πως γλίστρησε στην κουνελότρυπα
αργά, καιρό πολύ μετά την εφηβεία,
στην τελευταία μεταπήδηση καθώς
-σε μια στροφή-
το σώμα γύριζε διακόπτη, άρρητο πίσω
αφήνοντας τον γρίφο πριν λυθεί

Μήτε πως αποκλείεται,
ειρωνευόμενη αυτήν
η νύφη με την κόκκινη ομπρέλα
σούρουπο να ξεπρόβαλε καταμεσής
του δάσους μ’ αυταρέσκεια
ηλιοψημένη αν και γκρίζο καταχείμωνο
-βέβηλη τροχονόμος-
επιμένοντας εδώ και τώρα
ν’ απαθανατιστεί

Μια σπίθα να κρατήσει αναμμένη
επιχείρησε σαν το λειψό κεράκι
μνημοσύνου· γράφει στα καβουράκια
του γιαλού χαράματα, τ’ ακούει
τώρα να γελούν ξαλαφρωμένα
αναγνωρίζουν για τα ίδια την αξία
της απόδρασής της
-αγαλλίαση-
στου καπελά τα τρελά λόγια αφημένη

Η ανυπακοή άνοιξε δρόμους θολερούς μα και
επίγνωση σ’ αυτήν που αθώα αποβραδίς για ύπνο
γέρνει, το πόσο διαφορετική τ’ άλλο πρωί
την οργισμένη φύλακα θυμήθηκε, θορυβημένη
να απαιτεί να πάρουν το κεφάλι ενός που μόλις τάχα
δολοφόνησε ό,τι μονομερώς λογάριαζε για χρόνο·
δεν κράτησε για πάντα η συρρίκνωση
μεγάλωσε άτσαλα ξανά και δεν χωρούσε

*

ΜΗΝ ΚΡΑΤΗΘΕΙΣ

Βαδίζοντας στην όχθη
τα φύλλα έτριξαν·
σβήσου
έχει πει ο ποιητής
-με γενναιοδωρία-
ρυάκια δίπλα σου κυλούν
κλωνάρια σπάζουν
πέφτει η νύχτα απαλά
χωρίς αρχή
όλο αποκάμουν οι σκιές
σε ύπνο βυθίζονται οι πόνοι
ένα αεράκι μόνο ρυτιδώνει τα νερά
γκρίζα κι αυτά
κλειστά
ανοίγονται καινούργια μνήματα,
χαράξου κάπου
και μετά
ο στίχος μένει

*Από τη συλλογή “Πλάνης στην πλάνη της”, Εκδόσεις Θίνες, 2024.