Νάνος Βαλαωρίτης, Τρία ποιήματα

Ernst Ludwig Kirchner, Poster of Nina Hard (1921)

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ

Μιας κι αρχίσαμε εδώ
ας το συνεχίσουμε έτσι με
τον ίδιο τρόπο ώστε
να φτάσουμε σε κάποιο

αποτέλεσμα: ο παλαιός
πολεμιστής αναγνωρίζεται
απ’ το ύφος, τα ρούχα, τις πληγές του
και τ’ αναπηρικό του καροτσάκι

μπράβο στα μέσα της επικοινωνίας
που φροντίζουν για την ανακούφιση
των αναγκών όλων εκείνων
που επιστρέφουν ακμαίοι και υγιείς

από τα δολοφονικά πεδία
των αναγνωρισμένων καταναλωτών
ανθρώπινων ζωών χωρίς
να τρέχει τίποτα αξιοπερίεργο

από πλευράς τη γνωμάτευσης
του παραπλανητικού ελιγμού
ώστε να μη φτάσουν ποτέ εγκαίρως
οι αναγκαίες πληροφορίες στα δικά μας αυτιά

*

ΧΡΟΝΟΤΡΙΒΗ

Χρονοτριβούμε ώσπου να εξαφανιστεί
η διάρκεια του παρελθόντος και του μέλλοντος
όσο για το παρόν κι εκείνο ξεφουσκώνει
πλατιάζει πέρα απ’ τα όρια
του κόσμου του γνωστού στο επέκεινα
εκεί όπου σκιές ακόμα κι οι ακατασκεύαστες
βιάζονται να ενσαρκωθούν
και πού να ξέρανε τι άθλιο πράγμα
είναι το σαρκίο κι οι απατηλές αισθήσεις

με τις αντικρουόμενες συνθήκες
τα έντονα συναισθήματα
που αλληλοαναιρούνται
μια φυλακή από βραδυφλεγείς εντυπώσεις
“σώματα που δεν ξέρουν πια
πώς ν’ αγκαλιάσουν παρείσακτους”
που ξέχασαν ποιοι ήταν και πού πήγαιναν
που δεν ξέρουν να γίνουν ομοούσιοι φίλοι
και να μισήσουν ό,τι πιο πολύ αγάπησαν
φωτογραφίες μιας ολόκληρης οικογένειας
που δεν ξέρουν πια πώς να ζήσουν
πώς μετά θάνατον ν’ απαλλαχθούν
απ’ τα εγκόσμια ήθη τους
καταδικασμένοι να υπάρξουν
με νέες ψυχές από Ανατολή και Νότο

*

ΑΝΥΠΟΛΗΠΤΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ

Εσείς οι ανδρειωμένοι
εραστές της πολιτικής
ορθότητος οι δρόμοι σας
ποτέ δεν ήταν ομαλοί

Όμως αυτά είναι για σας
τερτίπια – μια ιδέα χωρίς
απόσταση – μια σύσταση
χωρίς ουσία, μια πεμπτουσία

Αναφορικά με εκείνο
που δεν είναι πια
(το αδύνατο των αδυνάτων)
σας εύχομαι καλό
ταξίδι – να μη
συναντήσετε σκελετούς

Σε μουχλιασμένες μπόρες
πειρατών – από μυθοπλασίες
για θαλασσινές γοργόνες
με μπουμπουνητό
και σάλπιγγες
ναυμαχίας πολύκροτης –

Που ακόμα α αντηχεί
σε μια άδεια δεξαμενή
μιλήστε μου για έρωτες
και περιπέτειες πέρα
απ’ την πολιτική
ορθότητα

Μανώλης Αναγνωστάκης, Δύο ποιήματα

ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ…

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε
Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες
Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι
Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,
Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα
Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.
Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου
Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει
Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου∙
Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν
Κάποιοι –αναπόφευκτα– στα χείλη τους θα σε προφέρουν
Οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν
Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.
Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.
Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία
Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό
Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,
Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.

*

ΤΟ ΣΚΑΚΙ

Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
’Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω.
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θά κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

*Από τη “Συνέχεια” (1954)

Λεωνίδας Καζάσης, Επτά ποιήματα και ένα  

Ευεπίδεκτα μάτια,
μελίφρονα κορμιά παθογόνα,
Αμφιτρίτη και Γλαύκη μαλάζονται,
της αλλότητας κίνητρα μόνα.
Τρυφηλότητα άφθορη,
αβάσταγη των οίκων ανία,
Μαρία των αγγέλων σπασμοί,
συνουσία θεία!
Λ.Κ

Ως την άβυσσο των αβύσσων
θα σ’αγαπώ καλή μου.
Πέρ’από σένα μ’οδηγεί
τ’αχόρταστο κορμί μου.

Θαλασσομάνητες, φουσκοδεντριές,
σε κλίνες άγνωρες με πάνε,
της σάρκας όμηροι οι ψυχές,
με δέλεαρ του οργασμού μεθάνε.

Ηδονοθήρας! Ιερουργός.
Να κοινωνήσω με το πλήθος θέλω.
Σε ξέφρενη άδολη γιορτή
στην ιερή προσωπική στιγμή των αντιδράσεων,
μορφασμών, των λαγγεμένων στεναγμών,
να παρεισφρύσω να διαβώ,
το γόρδιο πλέγμα ενοχών
που μας χωρίζει.

Έτσ’ η φιλία της σαρκός
θα μας ενώνει διαρκώς
σε μια κοινότητα ειρηνική που κτίζει.

Ως την άβυσσο των αβύσσων
θα σ’αγαπώ καλή μου,
μα δεν ανήκει κανενός
το πανανθρώπινο κορμί μου.



*

Τη νίκη μου δε θα γιορτάσω,
νέμεση γόων, χλευασμών.
Με το λαό θα κλάψω
μέλαινα η δορά των ποταμών.

Ανέγνωμοι πέρασαν, φύγαν
έξω απ’τον κόσμο των λογισμών.
Νάμα, ευωδιές, λαίμαργα επήραν,
κόκκινο χρώμα των αγιασμών.

Ευαγγελιστές της ευτυχίας!
Ρασοφόροι κομισάριοι του “αγαθού”,
Ιεροφάντες της πλουτοκρατίας,
καθαγιασμοί πολέμων, αδικίας,
μίσθαρνοι σταυρωτήδες του Ιησού.

*

Άδειο κροντήρι ο έρωτάς μου,
σβήσαν οι στάλες του, μια μια,
πύρινη λάιλαπα η καρδιά μου,
άνθρακες τα δασόσπαρτα βουνά.

Στις απανταχού αμάλαγες
παλλακίδες μάταιων ευκαιριών,
εναποθέτω γοερά χαμόγελα
στο σεντούκι
των σαθρών τους αξιών.

Συλφίδες! Στόφα ιδιοτελή,
σε χρυσοποίκιλτα έλυτρα
τα ιοβόλα φύλλα σας μετράτε,
εθέρισα ένα απ’αυτά
και λάτρεψα τη μοναξιά.

*

Τους πλούσιους αποστρέφομαι,
μα τους φτωχούς
περσσότερο μισώ
δημιουργούς τους.

*

Προσευχή

Αν μπρος στον “Απειράγαθο”
ποτέ λογοδοτήσω,
αποσταμένος στρατοκόπος,
θα του πω.

Δημιουργέ μου ήξερες
πορφύρα θα δακρύσω,
πάνω σε βράχη από καρφιά,
χέρια γυμνά κωπηλατώ.

Άσπονδε φίλε της χαράς
όσο τη γη κατοίκησα,
εγγυητή μεγαθυμιάς,
τροπαιοφόρο μίσος πανταχού αντίκρυσα.

Στους χρυσοθήρες-δήμιους
χαρίστηκες αιώνια
και στους απέρριτους-τρελούς
σκόρπησες καταφρόνια.

Πλάνης! Απέρριτος-τρελός
ο γόνος σου υπήρξε!
Της κρίσης σου το άδικο
ξίφος, στα στήθη μπήξε.

*

Όταν φορώντας τον χιτώνα σου,
με τ’όπλο των ονείρων σου
πυροβολούν να σ’απαλλοτριώσουν,
τίμιο θωρείς το κνούτο του βασανιστή,
του δήμιου το σπαθί.

*

Αφού οι λιόχαρες ακτίνες
λεμφατικές εγίναν,
αφού τα χρώματα του χούμου
και των πόντων ξέθωρα, τείνουν να χαθούν,
η απάθεια την αδικία υπερκέρασε,
αργυρώνητος ο γλυκαχός της ηδονής,
άνδρες βιαζουν, αγοραζοντας, πανάκριβα αιδοία αναφρόδιτα.
Κι ο θάνατος ο κορυστής
μονάχος του την πλήξη αντιπαλεύει.

*Από την ποιητική συλλογή “Γοερά χαμόγελα” 1994 – 1/1996
https://leonidaskazasis.blogspot.com/2011/08/1994-11996_31.html

Αφροδίτη Κατσαδούρη, από το “Κάρμα ιωδίου”

8

Πώς το ‘λεγε ο Γκόρπας; Θέλω να πάμε σ‘ ένα πανηγύρι και ν’ αγοράσουμε τα πάντα με τα μάτια. Έτσι ανασταινόμαστε κι εμείς, οι αιθεροβάμονες ρομαντικές και γκορπικές. Στα πανηγύρια, στα παζάρια, στις λαϊκές. Ένα μπουφάν από τρίτο χέρι να ζωντανέψει τη vintage ζεστασιά αλλοτινών δεκαετιών· μια πολυθρόνα με φθαρμένη από τα όνειρα του κατόχου της πλάτη να ξεκουράζει τα βλέμματα των περαστικών· ηρωικά δισκάκια πεταμένα κατάχαμα να παίζουν μυστικά ξεφωνητά τ’ αγαπημένα μας ρεφρέν, και κάτι που δεν αγοράζεται παρά νιώθεται ως γιατρικό: δεν έχω μεγαλύτερη απόδειξη ενοχής από το χέρι της γριάς τσιγγάνας πάνω στο βιβλίο με τα παραμύθια τα κλασικά.

15

Πνιγμένα μες στο άγχος των λευκών γραμμών λάμπουνε σε μισοσκότεινα δωμάτια, τροχίζουν τους παράμερους στην κόψη της σελίδας, παπαγαλίζουν στίχους, ιριδίζουν τεχνικές αφήγησης, βρίζονται απροσχημάτιστα με τα σχήματα λόγου, νευριάζουν με τον ποιητή που ακόμα -μετά από τόσα χρόνια- δεν ξέρει να πει τ ι θ έ λ ε ι, κρεμάνε τον μεταξωτό θυμό στις μεταξύ συνομιλίες τους, φοράνε μαύρα για να εξαφανίσουνε τη φρόνιμη ασφαλτωσιά του κόκκινου, κι αναρωτιούνται φωναχτά πού τους χρειάζεται στη ζωή η λογοτεχνία.

25

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να σωθεί ή ν’ αποτρελαθεί ένας ποιητής. Π.χ. όταν η ένδειξη της ταμειακής στη δεύτερη δουλειά αναβοσβήσει ξεδιάντροπα: ΤΕΛΟΣ ΧΑΡΤΙΟΥ

*“Κάρμα ιωδίου”, εκδ. Κουκκίδα, 2026.

Παύλος Ανδρέου, Δύο ποιήματα

ΚΙΝΗΤΟ ΤΑΡΑΝΤΟΥΛΑ

Σκόνταφτα τρέχοντας
μπροστά από βιτρίνες
φίλτρων ευφορίας.
Ακόμη μια selfie
και στο φόντο
πλήθος τυλιγμένο αχλή.
Στην αρχή, νόμιζα πως είχαν γιορτή.
Έπειτα πένθος.
Εντέλει ιεροτελεστία
δηλητηριώδους επαφής.
Συνέρρεαν σε παράταξη.
Αντί στεφάνων
κουβαλούσαν φορτιστές.
Αντί κεριών
αναμμένους φακούς κάμερας.
Αντί ψαλμών
ήχοι ειδοποιήσεων
από πληκτρολόγια φορτωμένα:
ντιν-ντιν, βζζζ, ταπ-ταπ.
Ένας νεαρός φίλησε την οθόνη του
σαν ευαγγέλιο.
Μια γιαγιά άφησε κωδικούς
κλειδωμένους σε χαρτί τουαλέτας.
Ένα παιδί ύψωσε το tablet του
φωνάζοντας φανατισμένα: «Like!».
Το πλήθος ανταπέδωσε «Αμήν».
Ρώτησα δειλά: «Ποιον τιμούμε;»
Κανείς δεν μίλησε.
Μόνο συνένωσαν τα δάχτυλα
σχηματίζοντας
σταυρό από κεραίες Wi-Fi.
Ο δήμαρχος στο βήμα
με ένα σκεβρό χαμόγελο copy-paste
είπε: «Αγαπητοί μου συμπολίτες
ευλογημένη η αιώνια σύνδεση.
Ας μη μείνει ποτέ
καμία οθόνη κλειστή».
Τρόμαξα όταν έσκυψαν όλοι μαζί
και γονατίζοντας
άγγιξαν τη ραγισμένη πέτρα.
Πλησίασα ζουμάροντας
στον δισταγμό
την περιέργεια
τον φόβο.
Στο κέντρο υψωνόταν το άγαλμα.
Μεταλλικό.
Γυαλιστερό.
Με πόδια αράχνης
γαντζωμένα στην πλατεία ολόγυρα.
Μια επιγραφή αναβόσβηνε φωτίζοντας εμφατικά
το όνομα της θεότητας:
«Κινητό ταραντούλα».

*

ΕΠΙΘΑΝΑΤΙΑ ΔΗΛΩΣΗ

Δεσμοφύλακας στα κάτεργα της ποίησης
ή, αν προτιμάτε, του λογοτεχνικού Αλκατράζ.

Τελευταία μου βάρδια:
Περίπολος στον διάδρομο βαρέων νοημάτων
προς καταμέτρηση στίχων αιτούντων άσυλο.
Κάπου εκεί ξεψύχησα.
Δεν ήξερα αν ο θάνατός μου
προήλθε από την πτέρυγα Άλφα ή Βήτα.
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή.

Στην Άλφα οι παλιότεροι:
Διάσημοι, αλλόφρονες, πρώην ιδεολόγοι
καπνίζουν άφιλτρα μελαγχολίας.
Βήχουνε Βάρναλη και Μαγιακόφσκι
πίνοντας επανάστασης σφηνάκια.
Η σιωπή τους μοσχοβολάει αυτοκτονία.

Στη Βήτα οι νεότεροι:
Ωραίοι, γυμνασμένοι, καθαροί.
Ευγενικά ψυχροί έως επηρμένοι.
Φωτογραφίζουν εαυτούς σχεδόν συγκινημένοι
φορτώνοντας ποιήματα στα φορτηγά των likes.

Εγώ, περιπολώντας στο προαύλιο των λέξεων
έβγαζα βόλτα τη ζωή μου με λουρί, ενώ
τα σαρωμένα συναισθήματα, ανέπνεαν αιθάλη.
Όλα γαλήνια κι απλά
μέχρι που κάτι ανεφλέγη στο σκοτάδι.
Έμοιαζε στίχος. Διόλου τεχνητός. Ολοζώντανος.
Δεν είδα από ποια πτέρυγα δραπέτευσε
μα ήρθε καταπάνω μου στοχεύοντας με ακρίβεια
το κέντρο της καρδιάς μου.
Εκεί καρφώθηκε και έμεινε για πάντα.

Αν με ρωτήσετε για τον φονιά
ούτε ο χρόνος ήταν ούτε η θητεία
στους διαδρόμους της επίγειας κόλασής μου.
Ο δολοφόνος μου ήταν ένας στίχος.
Γυμνός, αληθινός, αλαργινός.
Ο πρώτος που δεν γράφτηκε για το κοινό.
Ο μόνος που έβαλε την ψυχή μου στο σημάδι.

Έτσι σημείωσα στο βιβλίο υπηρεσίας:
«Μπορεί η ποίηση να διασπείρει πλέον
χιλιάδες λόγια τεχνητής νοημοσύνης
μα κάποτε, έστω για μια στιγμή
υπαγορεύει συνείδηση θανάτου».

*Από τη συλλογή «Κινητό ταραντούλα», εκδ. Θράκα, 2026.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, OOOO Tempora

Οι σκέψεις μου αν και μαζί ξεκινούν
σκορπίζουν στο δρόμο σε γλώσσες ξένες
κάποιες τις εκτοξεύει ο θυμός ψηλά
και γίνονται κοράκια στις σκεπές σας
άλλες πέφτουν σε δρόμους δύσβατους
και χάνονται μέσα σε πλήθη που μόλις τέλειωσαν με
εθνικές παρελάσεις,
και ρούχα αλλάζουν για να ξαναρθούν
σαν νέοι ελευθερωτές, πιο επίκαιροι
στο τραπέζι φαίνονται μόνο τα χέρια
αυτού που μοιράζει την τράπουλα
δεν φαίνεται καθόλου το ψωμί
καθόλου η πίτα
καθόλου η ήττα
καμία πληροφορία σε ποιόν έπεσε το νόμισμα
ο άνεμος αστειεύτηκε με τη μέρα
της πήρε το γιορτινό καπέλο
αποκαλύφθηκε η ετικέττα
Πιλοποείο ΑΦΟΙ ΤΑΔΕ.
Οπως υπέθεσα ντεμοντέ.
Οι καλεσμένοι στην εξέδρα
βρέχονται από βροχή και από το φτύσιμο των νεκρών αφανών ηρώων
Πριν συστηθούν θα στεγνώσουν τα ρούχα
και τα χαμόγελα τους

θα μιλήσουν καρφώνοντας τις λέξεις στην αιωνιότητα
κι ότι ακούω το έχω ξανακούσει
και ότι βλέπω το έχω ξαναδεί
και κάπου κάτι ψήνεται
το προδίδει ο αέρας
μα όλοι οι φιλαλήθεις το κρύβουν επιμελώς
πίσω από μια φρέσκια μπούκλα .
Θα μιλήσουν καρφώνοντας τις λέξεις στην αιωνιότητα
θα παραγγείλουν ποιήματα από γειτονικά ζαχαροπλαστεία
Και θα επιστρέψουν στα καθήκοντα τους όλοι
ακόμη κι αυτοί που μας ενημέρωσαν
ποιες φορούσαν μπλε και με τι γόβες.
Η μέρα θα μου μείνει στα χέρια
θα λιώσει από έλλειψη φαντασίας

δε θα βρει στασίδι να λειτουργηθεί
να παρακολουθεί το θυμό μου αναμμένο.
Τα χέρια στο τραπέζι παραμερίζουν ξανά περιφρονητικά το ψωμί
θα μοιράσουν τώρα πάλι την τράπουλα.

Κατερίνα Φλωρά, Θερινό αντάμωμα

Artwork: Mary Raphael

Χαμόγελο χωρίς σκιά βλέμμα μειλίχιο
διαλύει το γκρίζο που ολόγυρα ζυγώνει
τη φλύαρη ανοησία που άθελα μας περιβάλλει

Ο δρόμος γνώριμος πιο μακρύς σαν την πρώτη φορά
πιο οικείος σαν το τώρα που κοντεύω στο τέρμα

Αντάμωμα αγαπημένο μας περίμενε
θαλπωρή που δεν μας ξάφνιασε
μα την είχαμε ανάγκη σαν την αρχική στιγμή

Βερονίκη Δαλακούρα, Μύηση

ΟΥΤΕ ΓΚΑΣΜΠΑΡΑ ΣΤΑΜΠΑ ούτε καν μία Μαρίνα έτσι όπως ανοίγει τις εξώπορτες των πορνείων, στείρα, ν’ ακούσει τις ιαχές της γονιμότητας. Μέρες του χασισέλαιου, νύχτες του τρυπημένου πνευμονιού, ο μολυσμένος άντρας κοιμάται αμέριμνος δίπλα της, Αμετάκλητα έκτος αφού η ιδιότητα του ποιητή προϋποθέτει δστην εξοικείωση με τη σύγχυση. Όμως Απαίσιο, το καθετί παρέμεινε και μετά το τέλος το ίδιο απαίσιο, Ψίθυροι όπως «Προσευχήσου για μένα» έπαιρναν τη θέση της εξομολόγησης, το μερίδιο της μάχης στο χαράκωμα της λεωφόρου. Ανέβαινε ασθμαίνοντας τα σκαλιά. Κάπου κρυβόταν ο τρελός σύζυγος ίσως στο τέρμα του δρόμου που κάποτε αγάπησε μιαν άλλη. Χειμώνας, για να υπάρξει έπρεπε τη μόλυνση να ακολουθήσει η διαφθορά. Όμως ακόμη κι αν ομολογούσε ότι με τη δική της θέληση ασελγούσαν στην ψυχή της, έπρεπε γι’ αυτό για πάντα το σώμα της να χάσει;

*Από τη συλλογή «Άγρια Αγγελική Φωτιά», εκδ. Άγρα, 1997.

Γιώργος Λ. Οικονόμου (1960 – 2024), Τρία ποιήματα

ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ ΜΟΥ

Γι’ αυτό σου λέω.
Μην τις λυπάσαι
τις πληγές μου
σημάδια είναι.
Να με αναγνωρίζει
η αγάπη μου
όταν – κατά καιρούς –
χάνομαι.

*

Η ΔΙΚΗ

Έπαψα να διαβάζω γράμματα
λόγια κι υποσχέσεις
αδιάφορο με βρίσκουν.
Τώρα πια
άηχες φωνές
και ταπεινά σημάδια
με οδηγούν
στην κάθαρση της δίκης.

*

ΣΚΕΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

Ένα βράδυ θα με πάρει ο ύπνος
με το τσιγάρο αναμμένο παρανάλωμα
όλα θα γίνουν ποιήματα
ασπρόμαυρες φωτογραφίες τραγούδια
όσο γρήγορα κι αν φτάσουν οι πυροσβέστες
δεν θα προλάβουν την στάχτη μου
να εγκλωβίσουν
χαράματα σύννεφο θα γίνω
και μια βροχή σκέτο παράπονο
ν’ ανθίσεις

*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Απ’ τες εννιά

Ανδρέας Γεωργιάδης, Πορτραίτο του Κ.Π. Καβάφη

Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.