Στρατλης Φάβρος, Δεν έβρισκε νόημα σε τίποτε

Δεν έβρισκε νόημα σε τίποτε
κι η πιο ταπεινή ελπίδα
θάμπωνε από το βάρος
της ματαιότητας
γι αυτό και με μιαν απόφαση
σώπαινε
κοιτούσε καμιά φορά στολίδια
που κρέμονταν
γυαλάκια που λαμποκοπούσαν
στο σκοτάδι
μια λευκή αθωότητα με μιαν έλξη
βρούτη αλλά φυλακισμένη
για να μυρίζει παράδεισο
ήταν οι απόηχοι πράξεων
που δεν θα γίνονταν
γιατί είχαν χάσει τoν ορίζοντα ομορφιάς
κινούνταν από μιαν ανάμνηση λαγνείας
που δίκαια φιμώθηκε
Κρύβαν ένα νόημα που
δεν εννοούσε να παραιτηθεί
Κρύβαν ένα νόημα
που υπήρχε ως καθ’αυτό;

Advertisements

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, «Είναι ακριβή η τιμή, είτε πληρώνεις είτε εισπράττεις…»

Κυριακή Μπεϊόγλου*

Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου είναι ένας νέος ποιητής από τη Δράμα. Μεγάλωσε σ’ ένα χωριό που λέγεται Πλατανιά κι είναι καρφιτσωμένο σε μια πλαγιά. «Εκεί υπήρχαν τοπία που γράφαν αυτά ποιήματα, αρκεί να είχες τα μάτια να συγγράψεις κι εσύ μαζί τους», θα μου πει. Γύρω του, τα παλιά μουσουλμανικά ερειπωμένα σπίτια, τα σταροχώραφα, η σιδηροδρομική γραμμή και ο σταθμός έξω από το χωριό. Μες στο χωριό, μυγδαλιές, κερασιές, κορομηλιές. Το Φυλακτό και το Φρακτό. «Οταν μπαίνεις εκεί μέσα σιωπάς και καταλαβαίνεις ότι άλλος κάνει κουμάντο, εκεί νιώθεις ότι σταματά ο χρόνος. Εκεί νιώθεις μυρμήγκι».

Μια ολόκληρη μυθολογία ενός μαγικού τόπου για τα μάτια του παιδιού που τότε δεν την καταλάβαινε. Αργότερα ξεκλειδώθηκε μέσα του, με διαβάσματα, και βγήκε σαν κομμάτια, σαν ποιήματα στις ποιητικές συλλογές: «Εκαστος εφ’ ω ετάφη» (Θράκα), «Στο σπίτι του κρεμασμένου» (Θράκα), «Με ύφος Ινδιάνου» (Μελάνι), «Μισές αλήθειες» (Μελάνι).

Ετσι έφτασαν στα χέρια μου, σαν εικόνες και λέξεις μιας άλλης επαρχίας, που λίγο την ξέρουμε και ακόμα λιγότερο την καταλαβαίνουμε.

● Σκάρωνες στιχάκια όταν ήσουν παιδί; Πότε έγραψες το πρώτο ποίημα;

Οχι, δεν έγραφα ούτε διάβαζα, δεν έμπαιναν βιβλία στο σπίτι. Το γράψιμο γινόταν αλλιώς. Το πρώτο ποίημα ήταν στην τρίτη Λυκείου. Αρχισα να διαβάζω πολύ από την τρίτη Γυμνασίου. Μια καθηγήτρια με επηρέασε. Η Ησαΐα Τσενεκίδου. Μετά ένας καθηγητής στο Λύκειο μας διάβαζε ποίηση κι εκεί κόλλησα! Κατέβασα τα πόδια από το θρανίο, γιατί μέχρι τότε συνεχώς τα είχα πάνω.

Ημασταν μια παρέα από παιδιά που απασχολούσαμε συνεχώς τον επιστάτη του σχολείου με τις φασαρίες και τα σπασίματά μας. Και ξαφνικά ο καθηγητής μας, ο Γιάννης Αθανασιάδης, μας διαβάζει την «Τρελή ροδιά» και κάνει σαν άλογο μες στην τάξη. Εκεί που λέει το ποίημα «με εκατό βιτσιές», έτρεχε με την καμπαρντίνα του κι έκανε σαν αφηνιασμένο άλογο και είπα: Μα τι κάνει ο άνθρωπος;

● Οπως στον «Κύκλο των χαμένων ποιητών». Με το «Captain, my Captain»;

Ναι! Ολοι αυτοί που κάναμε όμως ήταν πεθαμένοι. Ετσι άρχισα να ψάχνω από εφημερίδες κριτικές και άρθρα για βιβλία. Θυμάμαι το πρώτο βιβλίο ζώντος συγγραφέα που αγόρασα ήταν του Γιώργου Μακρόπουλου, το «Μη σκεπάζεις το ποτάμι». Διάβαζα πολύ μετά. Κάποια στιγμή άρχισα να γράφω.

● Κυριάκο, γεννήθηκες και επιμένεις να μένεις στη Δράμα. Από πού κρατάς;

Από τη μάνα Πόντιος. Ηρθαν Ελλάδα μέσω Συρίας. Από τον πατέρα Καππαδόκης, που ήρθαν στη Δράμα μέσω… Αργεντινής. Πόντιοι λοιπόν από τη μάνα και τουρκόφωνοι από τον πατέρα. Με τη γιαγιά μου δεν μιλήσαμε ποτέ ελληνικά.

Στο χωριό μας από τον δρόμο και πάνω ήταν Θρακιώτες, από τον δρόμο και κάτω Μικρασιάτες τουρκόφωνοι. Οταν μαζευόντουσαν όλοι μαζί ποντιακά και τούρκικα μιλούσανε.

● Και πώς τα καταλάβαινες, πώς τα αντιλαμβανόσουν αυτά εσύ;

Ωραίο ήταν. Κι ας μην καταλαβαίναμε τίποτα εμείς, μια ταινία χωρίς υπότιτλους. Θυμάμαι τον πατέρα εκεί στον κήπο και να σκάβει, καθόταν κι ο παππούς σ’ ένα ξύλο παραπέρα με την τραγιάσκα με τα αυτιά, κι αρπάζονταν συχνά και έντονα, ο γέρος κι ο πατέρας βρίζονταν στα τούρκικα. Εμπαινε κι άλλη γιαγιά με τα ποντιακά και γινόταν χαμός! Είχε πλάκα.

● Σε αρκετά από τα ποιήματά σου μιλάς σκληρά…

Η γλώσσα που χρησιμοποιείς είναι το μισό ποίημα. Εχω στο μυαλό μου αυτό που έλεγε ο Σελίν, «να ξεχαρβαλώνουμε τις προτάσεις για να πάμε το νόημα παρακάτω».

Δεν αρκεί μόνο η ευαισθησία στην ποίηση. Οπως έχει πει κι ένας σπουδαίος Δραμινός, ο Γρηγόρης Πεντζίκης: «Από μας πιο ευαίσθητοι εκατομμύρια στον κόσμο, αυτό δεν αρκεί για ένα ποίημα!».

● Σε ποιον απευθύνονται οι ποιητές του καιρού σου;

Οι ποιητές δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Δεν αρχίζουν και τελειώνουν όλα στον εαυτό μας! Αυτό είναι ένας πολύ γλυκανάλατος και ρομαντικός αυτισμός.

Γύρω συμβαίνουν πράγματα και η πραγματικότητα είναι για μένα μια υπέροχη χωματερή που μπορεί να έχει εκεί μέσα από διαμάντια και σκουπίδια.

● Ποια σκληρή εικόνα που είδες έγινε ποίημα;

Η ποίηση πρέπει να έχει μια πολεμική, γλωσσική, να έχει μια δραστικότητα. Φεύγει από το εγώ, από το υπνοδωμάτιο, και πηγαίνει σε ανοιχτούς χώρους, στο εμείς. Στο τρίτο μου βιβλίο είναι όλοι οι μετανάστες. Τότε που πήγα στον Εβρο για εφτά μέρες κι έβλεπα να βγάζουν τα τουμπανιασμένα πτώματα προσφύγων και μεταναστών από το νερό.

Το 2012 πήγα για μια βδομάδα στον Πέπλο, με φώναξαν επίστρατο και πήγα με μισή καρδιά. Ενας τομέας 65 χιλιομέτρων.

Ηταν Μάιος μήνας, τότε πέφτει η στάθμη του νερού κι αποκαλύπτονται όλα τα πτώματα των ανθρώπων που πήγαν να περάσουν το ποτάμι και πνιγήκανε. Μετά από μήνες έγραψα 6-7 ποιήματα με το ίδιο θέμα.

● Εργάζεσαι κάπου αλλού; Αυτό που σπούδασες ας πούμε;

Διαβάζω, γράφω, φωτογραφίζω. Δεν κάνω άλλη δουλειά. Συστηματικά τον τελευταίο χρόνο ζωγραφίζω και κάνω εξορμήσεις στη Δράμα και τα γύρω χωριά. Βέβαια όλη αυτή η ελευθερία έχει το τίμημά της. Σημαίνει πατρικό, σημαίνει εξάρτηση. Αλλά δεν μπορούσα να γίνω δικηγόρος.

● «Είναι ακριβή η τιμή», λες, «είτε πληρώνεις είτε εισπράττεις»…

Ναι, κι αυτό είναι από εκείνη την περίοδο. Ηθελα να έχω το κεφάλι μου καθαρό και να «βουτάω» στα άλλα. Πολλοί νομίζουν ότι έχω πολλά φράγκα. Επειδή με βλέπουν να γυρνοβολάω. Δεν έχω, μου αρκούν τα λίγα.

● Πού γράφεις;

Το αγαπημένο δωμάτιό μου είναι το μπαλκόνι. Είναι νότιο. Κοιτάει το Παγγαίο. Εκεί είναι το Καστανόδασος κι η Εικοσιφοίνισσα το μοναστήρι.

Το μπαλκόνι μου είναι κάτι μεταξύ ιερού και εργαστηρίου. Υπάρχουν πετρώματα που μαζεύω, ξύλα, πίνακες, αντικείμενα από τα ακατοίκητα σπίτια, μπογιές, λάδια, μαχαίρια, βιβλία και σπασμένα κομμάτια από μουσουλμανικές ταφόπλακες.

● Και το γραπτό πού βρίσκεται;

Ολα είναι σπασμένα, φθαρμένα, το ‘χουν γραμμένο μέσα τους το ποίημα. Δημιουργούν έναν δικό μου μικρόκοσμο.

● Πώς βλέπεις την Αθήνα;

Σαν το παιδί που πάει στο πολυκατάστημα, αλλά αργεί στους διαδρόμους. Η κίνηση των δρόμων με τρελαίνει. Μια φορά θυμάμαι σε μια ταράτσα έβλεπα παντού αυτά τα κύματα του τσιμέντου και μου ερχότανε να τα διαλύσω. Να δω ποιοι ζουν εκεί μέσα.

● Ποια λέξη της περιοχής σου χρησιμοποιείς συχνά, καθημερινά;

Το ’22 η Δράμα δέχτηκε τους περισσότερους Πόντιους. Υπάρχουν πολλά αρχαία ρήματα, ποντιακά δημοτικά τραγούδια, που χρησιμοποιούν ακόμα και τα ψάχνω.

Το «κανείτε», τελειώνετε, το λέω πολύ. Τελευταία σε κάτι ψησίματα με το σόι, άκουσα το: «Να κάνετε καλές δουλειές για να μην ανασκάφτουν τους γονείς σας», να μην τους κακολογούν, να μην τους ξεθάβουν. Πολύ δυνατή λέξη το «ανασκάφτουν».

● Τι κρατάς ως πιο δυνατή ανάμνηση από την οικογένεια;

Τον θάνατο της γιαγιάς. Στη Βόρεια Ελλάδα γενικά, φύγανε πολλοί μετανάστες, τέλη ’50-αρχές ’60. Οταν πέθαινε κάποιος δεν προλαβαίνανε να γυρίσουν.

Ειδικά όταν πέθαιναν οι γονείς τους, το είχαν σαν ισόβια ενοχή. Επρεπε να ειδοποιήσεις αμέσως στο τηλέφωνο, να προλάβουν το πρώτο αεροπλάνο.

Πέθανε λοιπόν η γιαγιά. Εμείς τα παιδιά βλέπαμε αυτά τα γεγονότα σαν ευκαιρία να μαζευτεί το σόι και να περάσουμε καλά.

Είχαμε μια απορία: «Ο πατέρας μας θα κλάψει;». Ηταν πάντα σοβαρός και απρόσιτος. Ερχεται λοιπόν ο πατέρας από τη δουλειά, δεν κλαίει. Πρώτη απογοήτευση. Μπαίνει μέσα, πάλι δεν κλαίει.

Πάμε στη γιαγιά, λέμε «τώρα θα κλάψει, θα δει τη μάνα του νεκρή, δεν μπορεί, θα κλάψει». Δεν κλαίει.

Την άλλη μέρα, ήταν να έρθουν οι αδερφές του από τη Γερμανία. Με το μπλε ταξί της Θεσσαλονίκης και το άγχος να προλάβουνε. Ερχονται. Βγαίνουν λοιπόν από το ταξί οι δυο αδερφές του. Είναι πια γκριζομάλλες. Και εκεί είδαμε τον πατέρα να κλαίει.

● Μεγάλη υπόθεση τότε το μπλε ταξί που έμπαινε στο χωριό;

Το μπλε ταξί έφερνε τους συγγενείς. Στέλναμε πολλές φορές δικούς μας ταξιτζήδες να τους πάρουνε από το αεροδρόμιο γιατί τρέχανε παραπάνω και τους φέρνανε πιο γρήγορα.

● Πότε άρχισε το πάθος με τη φωτογραφία;

Οταν ήμουνα στην πράσινη γραμμή στην Κύπρο, και τότε τράβαγα φιλμάκια ασπρόμαυρα, μέσα κι έξω από το στρατόπεδο. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ξανάρχισε. Εψαχνα λεπτομέρειες τοίχων σε εγκαταλειμμένα σπίτια που να θυμίζουν πίνακες του Ρόθκο.

Από εκεί μετά συνεχίστηκε στις χελώνες της ΔΕΗ με τα πορτρέτα, τα γεωμετρικά με τα χωράφια, τα εικαστικά και ένα μεγάλο κομμάτι με τα ακατοίκητα σπίτια.

● Ποιους ποιητές διαβάζεις;

Υπάρχουν οι νομπελίστες, αλλά εκεί που επιστρέφω ξανά και ξανά είναι κάτι ποιητές που έχουν πιο δεύτερο, τρίτο τραπέζι πίστα. Επιστρέφω στον Θανάση Τζούλη, στον Μαρκίδη, στον Βασίλη Στεργιάδη και επιστρέφω πολύ στον Λειβαδίτη που δεν είναι γλυκανάλατος, είναι σκληρός. Στον Χριστιανόπουλο επίσης.

● Και στη Δράμα υπάρχει ένα υποσχόμενο δυναμικό ποιητών και λογοτεχνών…

Η παρέα της Δράμας, ο Δημήτρης Πέτρου, ο Γιώργος Κασαπίδης, ο Αλέξανδρος Αραμπατζής, αλλά κι από πιο πίσω υπάρχει ο Νίκος Κωνσταντινίδης, ο Φαίδων Πατρικαλάκις, ο Βασίλης Κούλης, ο Τσιαμπούσης.

● Ποιο ποίημά σου είναι το «πιο δικό σου»;

«ονόματι Τασία
τυφλή εκ γενετής/ας πούμε
ένας ιστορικός ενεστώτας
το πέρασμά της/ό,τι αντίκρισε το πήρε μαζί της/για τους άλλους
ακατοίκητη γλώσσα/την πήρε το μάτι κανενός;»

(από τη συλλογή «Μισές αλήθειες», εκδ. Μελάνι, 2012). Αυτή η τυφλή γυναίκα υπήρξε καθημερινά στην παιδική ηλικία μου, την παρατηρούσα κάθε μέρα να πηγαίνει τα ζώα στη βοσκή, κάτι βιδώθηκε μέσα μου τότε σαν σταυροκατσάβιδο -ίσως ακόμη γιατί το ποίημα αυτό κλείνει με μια ερώτηση «επί κοινωνίας κρεμάμενη», σαν γάντζος.

● Είσαι 34, πώς βιώνει η δική σου γενιά στη Δράμα τη γενικότερη κρίση;

Οι φίλοι μου, όσοι έχουν μείνει στην Ελλάδα, προσπαθούν με νύχια και με δόντια. Το μεγαλύτερο κομμάτι έχει φύγει έξω. Δεν νιώθει συνυπεύθυνο για την κρίση, έχει όνειρα.

Δεν μεταναστεύουν απλώς, χαιρετάνε, εγκαταλείπουνε. Διαπρέπουν στο εξωτερικό. Κάθε εβδομάδα αποχαιρετώ κι έναν φίλο.

● Σκέφτεσαι κι εσύ να φύγεις;

Εγώ δύσκολα μετακινούμαι. Το πιο πιθανό είναι μπω πιο βαθιά μες στα βουνά παρά να φύγω εξωτερικό. Θα περιμένω.

Αν πεθαίνει η Ελλάδα θέλω να δω την κηδεία της. Θα κάτσω, τους λέω, να ανάβω τα καντήλια των γονιών σας. Το ανατολικό κομμάτι της Δράμας ερειπώνεται, όσο με λυπεί άλλο τόσο με ιντριγκάρει. Ως ιστορικό φαινόμενο, σκηνικό κινηματογράφου.

Να ξέρεις, αυτοί που έχουν πρόβλημα στην κρίση δεν μιλάνε, χωρίς θέρμανση και άδειο ψυγείο. Δεν μιλάνε. Σφίγγουν τα χείλη τους. Γκρινιάζουν αυτοί που έχουν δέκα ακίνητα.

● Πώς βλέπεις τις σχέσεις των ανθρώπων;

Αυτό που σταδιακά ξεχαρβαλώνεται είναι η συντροφικότητα, το μοίρασμα, και η υπομονή που θέλει το μοίρασμα. Είναι μια κατάσταση σουπερμάρκετ, «ποικιλία να χάνεσαι, τιμές να κερδίζεις».

Πολλές μονάδες, με δυσκολία να μοιραστούμε πράγματα. Το βλέπω κι από τον εαυτό μου.

● Πώς τα πας με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;

Εχω τρία χρόνια φέισμπουκ, φοβόμουνα ότι θα μου χαλάσει την αίσθηση με τον χρόνο. Σε αποσυντονίζουν, λειτουργούν διασπαστικά ακόμα και στο να διαβάσεις ένα βιβλίο. Σου χαλάει το βύθισμα.

Αν κάτι απολαμβάνω στη Δράμα είναι οι αργοί ρυθμοί, φιλόξενοι για να βυθίζεσαι σαν τον μεσημεριανό ύπνο που κρατάει στην επαρχία.

Το φέισμπουκ είναι ένα δημόσιο καφενείο, έχει ναρκισσισμό, μια παράλληλη κοινωνία καινούργια, έχει φασαρίες, παρεξηγήσεις, έρωτα. Εχει καλά και κακά.

● Το Φεστιβάλ Μικρού Μήκους στη Δράμα είναι πια ένας μεγάλος θεσμός…

Σαράντα χρόνια έκλεισε φέτος το φεστιβάλ, μια εβδομάδα πολύ όμορφη για την πόλη. Αλλά είναι μια περιοχή με μεγάλη ανεργία, δεν την ενδιαφέρει και πολύ.

● Πρώτη στην ανεργία η Δράμα…

Εφιάλτης. Θυμάμαι τον πατέρα μου στο παραπέντε άνεργο, μόνο για δυο μήνες ευτυχώς. Δεν μιλιότανε με τα χέρια στις τσέπες, και μετά διάβασα τον Καρούζο που λέει: «Μην του μιλάτε αυτού, έχει τα χέρια στις τσέπες του σαν να κρατάει χειροβομβίδες. Είναι άνεργος». Αυτό που θυμόμουνα στα δέκα μου δηλαδή.

Ο πατέρας μου… παλιός ασυρματιστής, αργότερα έγινε καπνεργάτης για εφτά χρόνια. Απ’ τα 13 του έμεινε μόνος, σ’ ένα σπίτι με δυο δωμάτια, όλο λάσπη.

● Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε χώρος για απογοήτευση, μόνο για κουράγιο…

Εκαναν πολύ κουράγιο οι άνθρωποι εκεί. Η Δράμα είχε τρεις βουλγάρικες κατοχές, κάτι που δεν το ξέρει ο πολύς κόσμος, έφτασαν τρεις φορές στα όρια του λιμού.

Υπήρχε ένταση στην απόφαση να πάνε μπροστά. Ηταν ικανοί για το καλύτερο και για το χειρότερο βέβαια.

● Ξέρω πως αγαπάς πολύ τα παλιά ποντιακά δημοτικά τραγούδια, ποιο είναι το αγαπημένο σου;

Εγώ τον Αδην ένοιξα και την πομπήν ατ’ είδα/ τριύλω-ύλω σκοτεινόν, η μέσε φρουχνασμένον… Που πάει να πει, «εγώ τον Αδη άνοιξα, το χάλι του εγώ είδα/ τριγύρω-γύρω σκοτεινός, στη μέση μουχλιασμένος». Αυτό. Με συγκινεί πολύ.

*Από την Εφημερίδα των συντακτών στο https://www.efsyn.gr/arthro/einai-akrivi-i-timi-eite-plironeis-eite-eispratteis

Κατερίνα Λιάτζουρα, Αποκαΐδια ηθικής, Εκδόσεις «Βακχικόν»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Στις μέρες μας κυκλοφορούν αρκετές ποιητικές συλλογές, που εμπεριέχουν σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό. Αυτές οι συλλογές δέχονται δύο ειδών επικρίσεις. Από τη μια μεριά, το να γράψει κανείς ποίηση για την κρίση, θεωρείται κλισέ και από την άλλη η κοινωνική ποίηση χαρακτηρίζεται συλλήβδην ως στρατευμένη. Και οι δύο προσεγγίσεις είναι λάθος. Σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, όλο και περισσότεροι ποιητές νιώθουν μέσα τους ένα ξέσπασμα διαμαρτυρίας και αγανάκτησης και θέλουν να βροντοφωνάξουν με την ποίησή τους. Όσον αφορά τη στράτευση, θεωρούμε, ότι μπορεί να υπάρξει ποίηση πολιτικοποιημένη, όχι, όμως, κομματικοποιημένη γιατί τότε παύει να είναι ποίηση κι ας έχει στίχους. Άρα, η ποίηση μπορεί να έχει καλή έννοια ως στρατευμένη, όχι απαραίτητα σε ένα κόμμα, αλλά σε μια ευρύτερη ιδεολογία.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε, διαβάζοντας το βιβλίο της Κατερίνας Λιάτζουρα: «Αποκαΐδια ηθικής», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: Βακχικόν». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει κυρίως κοινωνική ποίηση με άμεσες αναφορές στα σύγχρονα κοινωνικά αδιέξοδα της οικονομικής κρίσης. Θα μπορούσαμε, μάλιστα, να χαρακτηρίσουμε την ποίηση της Λιάτζουρα, ως αντιμνημονιακή, διαβάζοντας ποιήματα, όπως το: «Πλατεία Συντάγματος 2011», όμως, έτσι θα διακινδυνεύαμε να καλύψουμε μόνο ένα μέρος του κοινωνικού της προβληματισμού.

Η πλύση εγκεφάλου, που γίνεται στον σύγχρονο άνθρωπο, από τα ΜΜΕ δημιουργεί ένα σκόπιμο μπέρδεμα: «Νιώθω στο κεφάλι μου ένα καζάνι. / Μεγάλο όσο ο κόσμος που αγαπώ. / Ξέχειλο από ιδιαιτερότητες και δυστροπίες / ξέχειλο από θρησκείες, πατρίδες και καθωσπρεπισμούς.» Και για όσους αντιστέκονται: «Οι δίκες των μαγισσών πάντα καταλήγουν στην ομολογία / ή στον εξορκισμό.» Σε άλλο ποίημα, η Κατερίνα Λιάτζουρα στηλιτεύει την πολιτική, όπου της δίνει την παλιά σωστή της έννοια της απάτης: «Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία / η ρύπανση της πολιτικής μού μαύρισε το μάτι.», ενώ για τις προσδοκίες κοινωνικής αλλαγής μέσω εκλογών Θα γράψει: «Τα κτήρια γύρω καταρρέουν στο μυαλό / το ίδιο και η ελπίδα της ανατροπής.», για να καταλήξει: «Ξεκίνησε ο χορός της υποταγής.» και αλλού: «Τι σκοτίζεσαι στολιδάκι; / Στο τέλος των εκλογών / θα σε βυθίσουν και πάλι στη χρόνια λήθη σου. / Γιατί έτσι σε θέλουνε. / Κοιμισμένο.» Παρακάτω, η ποιήτρια δεν θα διστάσει να τα βάλει με τον άνθρωπο, που κλείνει τα μάτια του μπροστά στα κοινωνικά ζητήματα και κάθεται στον καναπέ περιμένοντας «την ψυχική ανάταση ή και τη λιποαναρρόφηση», ενώ στο τέλος του ποιήματος, ρωτάει ειρωνικά: «Και αναρωτήθηκες αφού με λίζινγκ τα ανέθρεψες όλα / γιατί μπάζουν τα όνειρά σου;» Όμως, η Κατερίνα Λιάτζουρα δεν γράφει μόνο για να περιγράψει τα κακώς κείμενα, αλλά κυρίως για να αφυπνίσει: «Το θέαμα της Ιστορίας και των εγκλημάτων της / γεννά παιδιά εξεγερμένα».

Ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Λιάτζουρα «Αποκαΐδια ηθικής» αναφέρεται στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, περνώντας ξεκάθαρα αντιρατσιστικά μηνύματα. Έτσι, οι πρόσφυγες περιγράφονται ως «όμηροι ανεδαφικών περιορισμών» και το κλείσιμο των συνόρων φέρνει απελπισία: «Κι όμως τα βρέφη γεράσανε πρόωρα. / Κυρτώσανε οι ράχες τους / καμπούριασε η ελπίδα.» και αλλού: «Στο αμπάρι ενός σαπιοκάραβου είναι στοιβαγμένη η ελπίδα μου. / Στρίμωξα τη ζωή μου ανάμεσα σε νεκροζώντανα κουφάρια. / έχω κλειστοφοβία -σας το ‘πα;» Αλλά, η ποιήτρια δεν στέκεται μόνο στο τι περνάνε οι πρόσφυγες μέχρι να φτάσουν στην Ελλάδα, αλλά και τι περνάνε μέσα στην Ελλάδα. Έτσι, στο ποίημα «Ριτσώνα camp» θα γράψει: «Η ελπίδα ωστόσο σάπισε / Σάπισε στο πορτμπαγκάζ.», ενώ στο ποίημα «Ειδομένη» θα ειρωνευτεί τραγικά: «Τιμή ευκαιρίας. / Στις δύο ψυχές η τρίτη δώρο.»

Η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα: «Αποκαΐδια ηθικής» είναι γραμμένη σε ελεύθερο στίχο, με αυστηρή οικονομία λέξεων ακόμα και σε κάποια πολύστιχα ποιήματα, ενώ υπάρχει εσωτερικός ρυθμός και αποφεύγεται η πεζολογία. Η ποίηση της Λιάτζουρα είναι κατανοητή και δεν χάνεται σε δαιδαλώδεις λαβύρινθους ερμητικά κλειστών νοημάτων.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα «Αποκαΐδια ηθικής» παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και είναι πραγματικά αφιερωμένη, όπως γράφει και η ίδια στην αφιέρωση-προμετωπίδα του βιβλίου της: «Σε όσους ονειρεύονται ακόμα / και ελπίζουν / τον κόσμο ετούτο να αλλάξουνε.»

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, No 79 (ψυχεδελικό μοντάζ)

~
(Χαρούμενες
πόλεις από λύπη,
με drone που πετούν σαν μεγάλα
πουλιά
από κεφάλι σε κεφάλι,
με δρόμους φτιαγμένους από καλλιτέχνες εργολάβους,
με τα ψυχαναλυτικά σχήματα
μανάδων,
να πουτανιάζουν
σε αυτοκίνητα που γυαλίζουν,
με τους άνδρες
να ρυθμίζουν το βάρος τους
σε διαδικτυακά
διακυβεύματα
με φρέσκα λαχανικά από το μαγικό χωριό τους)
~
κι ένα
φωτεινό παραθυράκι τουαλέτας κάπου,
ένα βράδυ
με τις τρύπες του,
με τα μεγάλα μάτια που αναστενάζουν κατουρώντας,
που περιμένουν ήσυχα
τον έρωτα,
με διάθεση από τη δίψα της ηλικίας,
να αδειάσουν
την πολύτιμη ήττα τους
για να δουν
αν είναι ζωντανοί,
αν μπορούν να κρατήσουν στο λαιμό,
τη γεύση
από το τελευταίο
μεταμοντέρνο
θηλασμό τους.
~
(alexmil)
~
καλό βράδυ έρωτες ~α
με στίχους στον εξπρεσσιονισμό της φωτογραφiας, στη μαγεία του Hoyem.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Προς όνειρα

Όνειρα: Δώστε μου χέρια να κρατήσω·
χέρια που κάποτε είχα κρατήσει.

Δώστε μου τα χέρια που θα έπρεπε να κρατάω απόψε·
αν μου τα δώσετε, θα τα κρατάω απόψε.

Αν κάνετε καλά τη δουλειά σας και κρύψετε την ησυχία
αν μου θυμίσετε ποιο δαχτυλίδι ήταν σε ποιο δάχτυλο
και σε ποιο χέρι ήταν το βραχιόλι

αν κάνετε καλά τη δουλειά σας
ποιος θα μπορεί ν’ αρνηθεί ότι απόψε κράτησα τα χέρια·
τα χέρια που κάποτε κρατούσα;

Θα θυμηθώ το κάθε κόσμημα.
Την ανάσα της όταν ερχόταν ο ύπνος.
Και όποιος κι αν έβλεπε μαζί μου απόψε
εκείνα που απόψε θα μου δείξετε

όποιος κι αν έβλεπε μαζί μου απόψε
εκείνα που θα δω
δεν θα μπορούσε παρά να ομολογήσει πως

Είναι αληθινό. Σας τ’ ορκίζομαι, είναι αληθινό.

135

ένα έτσι

anuooooow

Σαν βασανίζομαι, από κάθε έρωτα που αποκτά το πρόσωπό μου, πλέκω τα δάχτυλά μου μεταξύ τους, έτσι που και να ήθελα να αποδράσω να μην τα κατάφερνα. Είναι πιότερο δύσκολο να ασπαστείς την μοναδικότητα του ξερολιθιού από ότι να καταπιείς την θάλασσα. Σηματοδοτεί ο καπνός το αφερέγγυο της πλάσης μου. Κάθε ελπίδα να σιγοντάρει την έλλειψη οράματος. Ο περιούσιος θόλος σφαδάζει την αναπνοή. Αποπειράσε να επιστρέψεις, μα αυτό απαιτεί ένα συναίσθημα που δεν ορίζεις. Απόκτησε καλύτερα ένα φωνήεν. Απόλαυσε το στην κρυστάλλινη απογοήτευσή του. Εξασκήσου πάνω μου. Δώσε την διαταγή ενός παγωμένου τόπου, σφυρηλατημένου στις μοίρες, στις αυτοσχέδιες επάλξεις, στην επαλήθευση της ηδονής. Γλίτωσε με, από όλους τους πολύτροπους ανθούς, ξεκινώντας τον πόλεμο που μου ταιριάζει. Κρύωνε όσο μπορείς, κρύωνε κι άλλο, κρύωνε μέχρι την εξασθένιση του σήματος. Το σκοτάδι δεν ορέγεται μυστικά και συντρόφους.

View original post

Dorothy Parker, Δύο ποιήματα

Τραγούδι αγάπης

Ο έρωτάς μου ο αγαπημένος, είναι τολμηρός και δυνατός
Και δε νοιάζεται για ό,τι έρχεται μετά.
Των λόγων του ο ήχος, όπως από χρυσές καμπάνες είναι γλυκός,
Και φωτίζεται από γέλιο η δική του η ματιά.
Πανηγυρίζει σαν σημαία ξεδιπλωμένος —
Ω, ένα κορίτσι δεν θα τον λησμονήσει.
Είναι ο κόσμος μου όλος, ο έρωτάς μου ο αγαπημένος —
Κι αχ! μακάρι ποτέ να μην τον είχα συναντήσει!

Ο αγαπημένος μου είναι τρελός, κι ο αγαπημένος μου είναι ταχύς,
Και τον γέννησε μια άγρια νύμφη νεαρή!
Οι τρόποι του είναι έντιμοι στα φτερωτά του πόδια,
Κι ηλιόλουστοι είναι γι αυτόν οι ουρανοί.
Τόσο άγρια γλυκός φαίνεται στην καρδιά μου
Όσο το άρωμα από ακακία.
Ο δικός μου αγαπημένος έρωτας, είναι όλα τα όνειρά μου —
Κι αχ! μακάρι να ήταν στην Ασία.

Ο έρωτάς μου σαν ημέρα του Ιούνη περνά,
Και δεν κάνει φίλους των καημών.
Στου ζωηρού χορού τον καλπασμό θα περπατά
Το μονοπάτι των επομένων ημερών.
Εκεί που οι ηλιαχτίδες ξεκινούν τις μέρες του θα ζήσει
Μηδέ από καταιγίδα ή άνεμο θα μπορούσε να ξεριζωθεί.
Ο δικός μου αγαπημένος έρωτας, είναι η καρδιά μου όλη —
Κι εύχομαι από κάποιον νάχε πυροβοληθεί.

***

Ένα τέλειο ρόδο

Από τη στιγμή που γνωριστήκαμε, ένα μου έστειλε
λουλούδι απλό.
Τον αγγελιοφόρο του διάλεξε προσεκτικά·
Ένα τριαντάφυλλο τέλειο, αγνό-
Βαθύκαρδο, υγρό, βρεγμένο ακόμη από δροσιά.

Του μικρού λουλουδιού ήξερα τη λαλιά·
«Τα εύθραυστα φύλλα», έλεγε, «κλείνουν τη δική του καρδιά»
Η αγάπη έχει πάρει από καιρό
Ένα ρόδο τέλειο, για δικό της φυλακτό.

Γιατί όμως κανείς, υποθέτεις, μου έστειλε σπανίως
Μια τέλεια λιμουζίνα; Α όχι!
Ένα τέλειο ρόδο να παίρνω αιωνίως
Η τύχη μου τόχει!

*Από το βιβλίο “Ντόροθι Πάρκερ Ποιήματα”. Σε μετάφραση Ασημίνας Λαμπράκου. Ψηφιακή έκδοση, Οκτώβρης 2017.