Θ. Δ. Τυπάλδος, Δύο ποιήματα

ΑΚΗΡΥΧΤΗ ΕΙΡΗΝΗ

Η ανάφλυφη ανάσα ενός ακέφαλου παιδιού.
Πάνω στα δέντρα φωλιάζουν πλαισιοκατασκευές.
Όψεις μιας ακήρυχτης ειρήνης.
Οι λιμασμένοι των ειρρημάτων.

Μεσούσης οδοτοστοιχίας αναθώδους κλυδωνισμού.
Σήματα μορς μεσοτοιχίας απροσπέλεστης.
[Κ]Λίβανος δυσπιστίας.
Όστρια οστρακοσκοπείου.

Εγκεφαλικά κύτταρα αμοιβάδας.
Κάτασπρο του ερέβους σεντόνι.
Αλεξικέραυνο σπλήνας διογκωμένης.
Τικ-τακ! Τικ-τακ! Τικ-τακ!

***

ΠΟΛΕΜΟΣ

Στην αδιασάλευτη βασκανία
μιας στοιχειωθετούσης
πυρκαγιάς που κοχλάζει
δαιμόνια αφής
καθώς πεοθηλάζει η μήτρα
των χαμένων ωρών
τον κερδισμένο χρόνο
το σ’ αγαπώ
μιας χειροβομβίδας του ίμερου
η σχάση του ατόμου
καθώς
διασπάται
μέσα σε σελίδες
τρεμάμενου πόνου
ενώ οι στάχτες
του Κρονίου [αφ]ορισμού
στέκουν μπροστά στο τετράγωνο
μιας απέλπιδος
τιτανομαχίας
η ωραία κοιμωμένη
μετά από χρήση μορφίνης

*Από τη συλλογή “Η Ατέρμονη Πύλη”, εκδ. Provocateur, 2018.

Χ. Π. Σοφίας, Έξι ποιήματα

ΘΛΙΜΜΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Παραφυλάω να σε δω να φεύγεις
Και τότε μπαίνω στο σπίτι σου
Και με τα δάκρυά μου ποτίζω τα λουλούδια σου
Γι’ αυτό όταν γυρίζεις τα βλέπεις θλιμμένα

***

ΑΚΟΥΣΕ

Άκουσε τις ανάσες των δένδρων
Το κλάμα των πουλιών που τα φροντίζουν
Όταν ο ξυλοκόπος τούς στερεί το χώμα

***

ΕΡΩΤΑΣΑΓΑΠΗ

ΈρωταςΑγάπη
Πλάι πλάι δύο λέξεις
Ή μια λέει ψέματα στην άλλη

***

ΣΚΑΨΙΜΟ

Τις λέξεις να τις σκάβεις
Αν θες να ανθίσουνε

***

ΑΙΩΝΕΣ

Αιώνες τώρα το σπέρμα έχει τη θλίψη του θεού
Αιώνες τώρα η μήτρα έχει τη χαρά του ανθρώπου

ΔΕΝΔΡΟ

Τα δικά σου βήματα
Ένα δένδρο περιμένει

*Από τη συλλογή “μουσώνες τα δενδρα δυσκολεύονται να ανασάνουν”, εκδ. Κουκίδα, 2018.

Μάνια Μεζίτη, Τρία ποιήματα

[βύρωνας]

κοιτώντας την προχτές
μου φάνηκε πως άγιασε
η μάνα μου
έλαμπε στο πρόσωπο
το γέλιο της
τη φώτιζε πλαγίως
καθώς με τύλιγε με το κασκόλ
να μην κρυώσω
έξω απ’ τη σιδερένια πόρτα
του σπιτιού
που μάγκωνα τα χέρια μου
να κλείσει
κερδίζοντας
τα μελανά μου δάχτυλα

***

[αράδες]

άλλοτε για τους γονείς
έπειτα θυμήθηκα την ομορφιά
μηδέν εις το πηλίκο
ξεκλείδωσες
και μπήκες σαν τραγούδι
οι βρύσες έτρεχαν κρουνηδόν
έκανα στην άκρη
γέμισαν άδειες κόλλες

***

[lupi]

στα γεμάτα φεγγάρια
τους φιλοξενώ
στρώνω τις δαντέλες μου
βάζω φαΐ
τακτοποιώ κρεβάτια
μόλις ησυχάσουν
αρχίζω ν’ αλυχτάω
μιλάω τη γλώσσα τους
να μην αισθάνονται άβολα

*Από τη συλλογή “η μαύρη ανάμεσα”, εκδ. Κύμα 2018.

Γρηγόρης Σακαλής, Συνεργασίες

Δικαιοσύνη και καταστολή
συνεργάζονται
προστατεύουν το επιχειρείν
ενημέρωση και ηγεσία
συνεργάζονται
διαιρούν για να βασιλεύει
η ανωτέρα τάξη
ιεροφάντες και φρουροί
συνεργάζονται
να κρατούν το ποίμνιο ήσυχο
έτσι ο χορός καλά κρατεί
στο παραμυθένιο βασίλειο
της άγονης κοιλάδας
ποιητές και συγγραφείς
φουσκώνουν σαν διάνοι
γράφουν τις σοφίες τους
κι οι καλλιτέχνες τις τραγουδούν.

Άκανθος, Ο δρόμος του καυτού νερού

Περπατά ο κανένας
στις άκρες του Ευβοϊκού
κι έτσι θυμάται με κόπο
τα ασκόπως έχοντα συμβεί
τα ξοδεμένα…
Η Μήδεια – μνήμη διψασμένη
σφάζει τον εαυτό της
πετώντας πάνω απ’ τα νερά,
πότε, και πότε σέρνεται
μπροστά απ’ τα βήματα
του ταξιδιώτη, φάλτσα τραγούδια λέει
και παρασταίνει ιστορίες μισές
και σπάει σε άπειρα κομμάτια
και σκορπίζει στον αέρα εικόνες
άγνωστες απ’ το γνωστό,
στο φαγωμένο έδαφος από το θειάφι ολούθε,
και κρένει ο κανένας στο καυτό νερό
που τώρα είναι άλλο,
αλλά
το ίδιο τρέχει όπως έτρεχε.
και τον ακούει το νερό
ή έτσι νομίζει
πως όλους τους ρόλους όπου έφτιαξε
δεν τους θυμάται απ’ το γιατί
αλλ΄ από το τώρα
και όσο λιγοστεύει ο καιρός
κι ο ασυγχώρητος θάνατος ζυγώνει.

*Από τη συλλογή “Η Πάλη των Πράξεων”, εκδ. Provocateur, 2017.

Δημήτρης Κουτσιφέλης, Δύο ποιήματα

Αιωνιότητα

Διωκόμενος, έχασε το ένα παπούτσι.
Το αίμα του πέλματος
χαράζει το μονοπάτι του διώκτη.
Εύκολο τέλος η παράδοση, σκέφτεται.
Η αιωνιότητα χάνεται, αν
δε βρεθεί Εφιάλτης ή έστω
μια ελάχιστη κερκόπορτα.
Δεν αναγνωρίζεται η θυσία χωρίς φιλί
…………………………………………………………
Το διηνεκές αγαπάει την προδοσία

***

Καυτά συνθήκην

Άκουγε τη νύχτα
τις στριγκλιές των γερανών στο λιμάνι,
τα πλοία
με τα φορτία των ερωτηματικών έδεσαν.
Οι αχθοφόροι ζαλικωμένοι απορίες,
μουρμουρίζουν μεταξύ τους,
πως αν γυρίσουν τα πλοία αδειανά
χωρίς απαντήσεις,
Τα ναύλα θ’ αυξηθούν,
κι οι ασφαλιστές, πιστοί στις συμβάσεις
θα κατασχέσουν τα όνειρα.

*Από τη συλλογή “Εξόριστες σκέψεις”, εκδ. Κύμα, 2018.