Γκρέγκορι Κόρσο, Αυτοκτονία στο Γκρίνουιτς Βίλατζ

Τα χέρια τεντωμένα
Οι παλάμες πιέζουν τα πλευρά του παράθυρου
Κοιτάζει κάτω
Έχει στο μυαλό τον Μπάρτοκ, τον Βαν Γκογκ
Και τις γελοιογραφίες στο Νιου Υόρκερ
Πέφτει
Την παίρνουν μʼ ένα φύλλο της Ντέϊλυ Νιους ριγμένο στο πρόσωπο
Και ο μαγαζάτορας ρίχνει καυτό νερό στο πεζοδρόμιο

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Μιχάλης Γραμματάς, Το χαμένο ποίημα

Σε σκέφτηκα
ύστερα σε ξέχασα
και τώρα σε θρηνώ
Σαν το παιδί που έχασα
το παιδί που δεν γεννήθηκε
που δεν θα γεννηθεί ποτέ

Γιατί κανείς δεν θα βρεθεί 
κι ας είναι αμέτρητοι οι άνθρωποι
που έγραψαν και που θα γράψουν στίχους
να είναι ακριβώς σαν εμένα
και ακριβώς στην κατάσταση
που ήμουν εγώ
όταν σε σκέφτηκα
ή στην κατάσταση
που είμαι τώρα
γράφοντας αυτό εδώ το ποίημα
που αν δεν το έγραφα εγκαίρως
γρήγορα
θα χανόταν κι ετούτο

Κατερίνα Φλωρά, Νηνεμίας σημείο

Artwork: Δημήτρης Σαββίδης

Στην αχλή του σιωπηρού απομεσήμερου
οι σκέψεις στέκονται αντάμα στην πορεία του χρόνου
Που σταμάτησε σε τούτη την ασαφή απαλή σιγή
που απλώνεται ολόγυρα
Τρίζει ο ήχος σχίζει τη σιωπή
βιάζει την αδράνεια του νου που ανασαλεύει στο μεταίχμιο της στιγμής
Μακρινός απόηχος θυμίζει την ακούσια επαναφορά
στη ροή της απτής μα άγνωστης διαδρομής μας

Ηλίας Κωνσταντίνου, Παιχνίδι (ζωτικής σημασίας)

Μέλι και κεντρί – ζουν μαζί
παίζει μες στο χάος η ύπαρξη.
Παίρνω δίνω – έτσι υπάρχω
ερωτύλος – τα φτερά μου:
μιας ουσίας το μαντίλι – αραχνοΰφαντο.
Δεν με σκιάζουν τα όνειρά μου
ούτε οι άνθρωποι – μες στο μέσο, πάντα στέκω
παίρνω δίνω – τα παιδιά μου: τα φιλιά μου.
Μες στο στόμα παραδίδω
τόσο μέλι, τόσο λάδι
καλλιέργεια των πραγμάτων
ανθρωπίνων οραμάτων
(μυστικό -μην το πεις- σε κανένα).

Γρηγόρης Σακαλής, Πλανήτης

Στη Βολιβία, στα παζάρια της Λα Παζ
πουλούν κουβέρτες οι Ινδιάνοι
για να ζήσουν.

Στο Μεξικό βάζουν φωτιές
ψάχνουν ν΄ακουμπήσουν σ΄ένα νέο Τσε
κάποιον Μάρκος
βοήθα τον Παναγιά μου.
Σφίγγουν τη γροθιά 
να φάνε γλυκό ψωμί.

Στο Σιάτλ κάποιος έχει
μήνυμα στον υπολογιστή.
Είναι η φίλη του απ΄τη Βοστώνη
που νιώθει μοναξιά.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

Η ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Στην οικονομία του Θεού
υπάρχουν θάνατοι αδικαιολόγητοι
αυτοί ανεβάζουν τον πληθωρισμό
και βλάπτουν τη φήμη του

*
.
ΠΕΡΙ ΛΑΘΟΥΣ ΣΠΟΡΑΣ

Οι ενοχές που φυτεύονται
Στην παιδική ηλικία
Ανθίζουν τότε που δεν πρέπει

*
.
ΤΑ ΤΡΑΙΝΑ ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

Ο ποιητής κοιτά τα τραίνα
Και γράφει ρομαντικά ποιήματα
Για τα σύννεφα καπνού
Που αφήνουν πίσω τους
Για την ομαλή και ευθύγραμμη
Κίνησή τους, για την ταχύτητα
Που ξεπερνά τσιτάχ και γαζέλες
.
Ποτέ δεν φαντάστηκε ότι περιγράφει:
.
Μία πομπή από φέρετρα

*Από τη συλλογή “Το παιχνίδι της στάχτης”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2026.

Νίκος Εγγονόπουλος, Τρία ερωτικά ποιήματα

ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΤΟΥ ΛΕΙΠΕΙ Η ΧΑΡΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΔΩΡΗΤΡΙΑ ΠΟΘΟΥ ΚΑΙ ΓΑΛΗΝΗΣ

αφού το θέλεις
γυναίκα αρμονική κι’ ωραία
έτσι καθώς ένα βράδυ του Μαϊού ετοποθέτησες απλά κι’ ευγενικά
μιαν άσπρη ζωντανή γαρδένια
ανάμεσα στα νεκρά λουλούδια
μέσα στο παλιό — ιταλικό μου φαίνεται — βάζο με παραστάσεις
γαλάζιες τεράτων και χιμαιρών
έλα
πέσε στα χέρια μου
και χάρισέ μου
— αφού το θέλεις —
τη θλίψη του πρασίνου βλέμματός σου
την βαθειά πίκρα των κόκκινων χειλιών σου
τη νύχτα των μυστηρίων που είναι πλεγμένη μέσα στα μακρυά
μαλλιά σου
τη σποδό του υπέροχου σώματός σου

*

ΚΗΠΟΙ ΜΕΣ’ ΣΤΟ ΛΙΟΠΥΡΙ

το λευκό σώμα αυτής της γυναικός
φωτίζονταν
εκ των έσωθεν
μ’ ένα φως τόσο λαμπρό
ώστε
εδέησε
να πάρω τη λάμπα
και να την
ακουμπήσω
χάμω στο πάτωμα
που
να μπορέσουνε
οι σκιές
των δύο τόσο ευγενικών μας σωμάτων
να προβληθούν
στον
τοίχο
με μίαν ιερατικότητα βιβλική
η λάμπα έκαιε συνεχώς
— η πηγή του πετρελαίου είτανε ανεξάντλητη —
όλη τη νύχτα
την ακόλουθη μέρα
κι’ όλη την επόμενη νύχτα
χάμω στο πάτωμα
πάνω στα πλούσια
στοιβαγμένα
χαλιά
τα ωραιότερα φρούτα
τα λαμπρότερα λουλούδια
— όπου επικρατούσαν
οι πικροδάφνες
άσπρες και ρόδινες —
η ατμόσφαιρα — συμβολική — από ένα κίτρινο :
ένα κίτρινο χρυσό

*

ΕΛΕΟΝΩΡΑ ΙΙ

η νύχτα λύσσαξε στο παραθύρι
αυτά είναι — που λεν — του Διοκλητιανού τα παλάτια;
Ακολουθώ τα  ίχνη του βλέμματός σου πάνω στη θάλασσα
οι μυστικές χαρές του σώματός σου είναι ξαπλωμένες
πάνω στα βράχια στο περιγιάλι
ο ήλιος έζωσε μέσα στα μάτια τα πιο ψηλά του κυπαρίσσια
ας προσχωρήσουμε στις μουσικές των τροπικών
τ’ άυλα λόγια πόθου και πίστεως γρηγορούν
Αμαληκίται γρηγορούν
τ’ άλογα που καλπάζουν
τ’ αμάξι άφησε τώρα το δρόμο και προχωρεί στην καρδιά του δάσους
ταχύτης και αδράνεια
κόρη της Αλασίας ωραιοτική
υπερφίαλοι κι’ αλαζόνες και βέβηλοι ερασταί
— όμως ερασταί —
εδώ εγκατεστάθηκαν υδραυλικά πριόνια ανάμεσα στο χώμα
το κόκκινο και το πράσινο των πεύκων
εκεί το τέμενος της Σοφίας
πιο πέρα το γεφύρι το κάστρο η σπηλιά
που ζούμε
τα σώματά μας θα χαθούν θα σβύσουν
από μας θα μείνει μέχρι της συντελείας των αιώνων
αυτό το «σε αγαπώ» που σου ψιθύρισα  στις ώρες μας  τις πιο κρυφές

Χρήστος Διαμαντής, ένα ποίημα

4
είναι αυτό ποίημα (ερωτηματικό)

φίλοι καλοί/μου λένε
ότι τα ποιήματά μου είναι

κομπλεξικά, βεβιασμένα
συνομιλούν μόνο με άλλους
ποιητές

και άλλοι πάλι (ότι)

δεν γράφω
για τα προβλήματα

Μεταμοντέρνος/εστέτ κλπ

αλλά επειδή πιο πολύ
(και από τον θεό)

πιστεύουμε
στον ετεροπροσδιορισμό

ορίστε πώς θα πήγανε το ποιηματάκι

δουλεύεις δεκάωρο για τετρακόσια ευρώ
και στα κρυφά σκρολάρεις (και αγχώνεσαι)

αν πάτησες στον Βλαβιανός καρδούλα ή έλεος

*Από τη συλλογή “Απλότητα”,. Εκδόσεις θράκα, 2021.

Γιώργος Κοζίας, Η συνάντηση

Συναντώ μια άγια γυναίκα
φωτεινή ήσυχη σαν θερισμένη.

Ποιος είναι ο στασιαστής
με ρωτάει. Τι στασιάζεις;

Εγώ λέω δεν στασιάζω. Μονάχα
θλίβομαι τους θερισμένους.

*Από τη συλλογή “Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε”, Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα, 1995.

Mohammed Moussa, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Eduard van der Elsken

The window
of this heart
can no longer
let the sorrow
through.

*

I will not walk
to my death
again.

This time
I will let my death
walk on me,
as a ghost
I can never see

Το παράθυρο
αυτής της καρδιάς
δεν μπορεί πλέον
να αφήσει τη θλίψη
να περάσει.

*

Δεν θα περπατήσω
προς τον θάνατό μου
ξανά.

Αυτή τη φορά
θα αφήσω τον θάνατό μου
να με καταπατήσει,
σαν φάντασμα
που ποτέ δεν μπορώ να δω.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης