Εύη Χρόνη, Οι όρκοι

όταν τα αγκάθια στα πόδια μου κοιμούνται εγώ γλιστράω και-πάω να βρω
νερό

η απόσταση συνήθως είναι πάντα μεγάλη και η τοποθεσία αμφίβολη

κι όταν με τσακίζει η κούραση σκέφτομαι εσένα και μου σκίζεις ένα χαμόγελο
ευθεία στη μούρη

επαναλαμβάνω τους όρκους μου

να γλιστράς
να φλέγεσαι
να σκίζεις τον πάγο
στους μηρούς έχω μέλι να γλείφουν τα σκυλιά
η θλίψη μου γυαλίζει στον ήλιο

ακονίζει τα μαχαίρια της κουζίνας
σκαρώνει μυρμηγκοφωλιές κι εγώ τραμπαλίζομαι

πέφτω

χτυπώ

πέτα χέρια πόδια κύματα

γίναμε μπόρα

*Από τη συλλογή “Μήτρα”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιανουάριος 2020.

Σοφία Ταναΐνη, Τραγουδιστά


 
Μπροστά στο τζάκι περασμένα μεσάνυχτα
 
Η ψυχή γυμνή αρχινά τον ηρωϊκό της αντίλαλο
 
Η μοίρα λικνίζεται στις φλόγες
 
Νιώθω στα πόδια σπασμένο γυαλί
Στα χέρια αφτέρωτους αετούς
 
Και μια παράξενη θέρμη εχθρική
Σχεδόν να μ΄ αγκαλιάζει.
 
Κι όμως απ΄ τις γρίλιες
Διψασμένες σκιές
φωνάζουν  ενοχή
 
΄Εγειρα και με είδα ορθή
Άδειασα κι έγινα πλήρης
 
Ξημερώνει
 
Είναι τώρα η ώρα
Ν ακουστεί το τραγούδι μου

Ursula K. Le Guin, Ταξιδιώτες

Ι
Ήρθαμε από την άκρη του ποταμού
του αστερόφωτος και θα περάσουμε πίσω
σε μια μικρή βάρκα
όχι μεγαλύτερη από δύο παλάμες.
   
ΙΙ
Σκέφτομαι τη συμπόνια.
Μια πυγολαμπίδα σε έναν μεγάλο σκοτεινό κήπο.
Έναν γαιοσκώληκα γυμνό
σ’ ένα συγκεκριμένο μονοπάτι.
    
ΙΙΙ
Σκέφτομαι το ταξίδι
που θα κάνουμε μαζί
με την χωρίς κουπιά βάρκα
απέναντι από τον χωρίς ακτές ποταμό.

*Από την ενότητα “Incantations” (“Ξόρκια”) που περιέχεται στο βιβλίο “So far so good – Final poems 2014-2018”, Copper Canyon Press, 2018. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

2 ποιήματα, Andrew Macmillan | μτφρ. Βασίλης Πανδής

Φτερά Χήνας

p

Ένα δώρο

για εκείνους που δεν άγγιξα ποτέ για εκείνους
που ήθελαν να δουν ταινίες που ήθελαν
να μιλήσουν που ήθελαν ησυχία και είπαν πως
μιλούσα πολύ για εκείνον που είδα
βδομάδες μετά να γελάει για εκείνον που μου σέρβιρε
καφέ και δεν αναγνώρισε τα χέρια μου
για τους αισιόδοξους που γράφουν

τα ονόματά τους στους τοίχους στις τουαλέτες για εκείνους
που ποτέ δεν ζήτησα για εκείνους που ζήτησα
που δεν απάντησαν που άφησαν τον έρωτά μας
κρεμασμένο από τα τσιγκέλια της οροφής
εκείνης της πόλης σφαγείου για εκείνους
που έφυγαν και τακτοποιήθηκαν για εκείνους που ήθελαν
να μάθουν ήταν περίεργοι που κερδίσαν κάτι

από την κάθε συνάντηση χρησιμοποίησαν τον άλλον
που πήραν ό,τι χρειάζονταν για όποιον
πλήγωσαν που ένιωσαν κατακαμένοι για εκείνους που
δεν κατάλαβαν πως όλοι καίγονταν
για εκείνους που ποτέ δεν κοιμόντουσαν που πεθαίναν κάθε βράδυ
για εκείνους που είπαν πως θα σκότωναν γι’ αυτό για
όλους…

View original post 227 more words

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

Παιδί στον ήλιο

η πόλη θρυμματίζεται
φλέγεται
καθώς το κεφάλι σου
αδειάζει
καβάλα σ’ ένα παλιό μηχανάκι
μυρίζεις την ήρεμη
αυγουστιάτικη θάλασσα
οι όμορφες μέρες περιμένουν
πολύχρωμες
γαλήνιες
ολοφώτιστες

παιδί στον ήλιο
του απλώνεις τα χέρια
και χάνεσαι
χάνεσαι
χάνεσαι

***

Τύχη

ω
τα ταλέντα είναι παντού
γεμίζουν τις οθόνες μας
μας κρατάν συντροφιά
λαμπερά χαμόγελα
χειροκροτήματα
φώτα
το κοινό παραληρεί
ουρλιάζει
και εκείνοι
τραγουδάνε
χορεύουν
διαβάζουν ποιήματα
ακροβατούν
κάνουν στριπτίζ
τυχερή χώρα!
σκέφτομαι
λίγο πριν σηκωθώ και
κοιτάω ένα τελειωμένο
η περίπου τελειωμένο ποίημα

να και κάτι που γράφτηκε χωρίς
ταλέντο

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.

Χρήστος Ρ. Τσιαήλης, Τότε που τα υφάσματα ράβονταν από μόνα τους

Κάποτε τα υφάσματα ράβονταν από μόνα τους
υπήρξε και τέτοια εποχή,
απ’ τις πολλές ιστορίες τις παράξενες
που έχεις απ’ τα στόματα των αμοιβάδων ακούσει,
αυτή είναι η πιο αλλόκοτη.
Υπήρξαν γυναίκες που δεν είχανε πατρόν
και με κλειστά τα μάτια σε καρέκλες ψάθινες
έλεγαν στα εγγόνια ιστορίες που θα συμβούν και
προτού οι βελόνες ακονιστούν
ήδη ντύνονταν την κλωστή
κι άκουγαν τα παραμυθιάσματα,
κι ήξεραν τον συμβολισμό και την αφαίρεση,
σχεδίαζαν τον ίαμβο
και εις το ρούχο άπλωναν
τα νοήματα χιαστί.

Κάποτε τα υφάσματα ράβονταν από μόνα τους
τότε που δεν υπήρχανε γιουτούπ
για να κοιτάνε οι γυναίκες, ν’ αντιγράφουν
τότε που οι εγκυκλοπαίδειες
πόρτες κτύπαγαν για να εισέλθουν.
Στεκόντουσαν στις βρύσες πέντε γυναίκες στη σειρά
με αλισίβα, βαμβάκι και βρόχινο νερό
προσεκτικά τις κοίταζαν ένα πλεκτό κι αλλόνα
και φαντασιώνονταν
τον εαυτό τους επάνω στα κορμιά τους ζωντανά,
να τις ζεσταίνουν,
και μεγάλωναν,
κι έπιαναν τα μέτρα τους,
σαν σαλαμάντρες γένναγαν το ίδιο τους το σώμα,
μανίκια και σφικτό λαιμό,
και στρόγγυλο κορμό,
και μόνες βάφονταν οι μάλλινες κλωστές
πράσινες κόβοντας φύλλα απ’ την ακονιζά*,
και κίτρινες με χαμωλιά** και στυπτηρία***

Κι άλλοτε σαν κοιμόντουσαν οι κορασιές
με τους αντράδες ξέχωρα
ξυπνούσαν οι βελόνες και τα γείσα
κι έβγαιναν έξω για να δουν τον ουρανό τον έναστρο
κι έφτιαχναν ρούχα καλά
κι έβαζαν τέχνη παρθένα
κι ανακάλυπταν
-ω, μα ήταν τρομερό-
και δημιουργούσαν τέτοιο στρίφωμα
που μηχανή εν έτη δυο-χιλιάδες-είκοσι ακόμη δεν κατάφερε

Κάποτε τα υφάσματα ράβονταν από μόνα τους
κι η μόλα ήταν αργή και σοβαρή διαδικασία
τότε που δεν υπήρχανε τα πι-ντι-εφ και τα όξυπνα πρίντερ
κι ήταν τα υφάσματα τα ίδια έτοιμα
πριν ξημερώσει
-χωρίς ανάγκη για το φως-
να μας καθοδηγήσουν.

*ακονιζά: (διττριχία η ιξώδης) φυτό που στην Κρήτη χρησιμοποιείται για δημιουργία βαφής
**χαμωλιά: (ή χαμελαία) η ελαιοειδής δάφνη, στην παραδοσιακή τέχνη της βαφής χρησιμοποιείται για το κίτρινο χρώμα
***στυπτηρία: άλας που εξάγεται από τον βωξίτη και χρησιμοποιείται ως πρόστυμμα στη βαφική

Κατερίνα Αγυιώτη, Ποιήματα

Εμείς, σύντροφοι, κοντοσταθήκαμε για να διαβάσουμε το
ποίημα που έλεγε ότι δεν θα προλάβουμε.
Κι έτσι δεν προλάβαμε.
(Όμως τι καίριο, πόσο εκπληκτικό
το ποίημα.)

*

Δεν υπάρχει αρνητική εσωτερική ζωή. Υπάρχει πλουτισμός.
Συσσωρεύω φθινοπωρινά φύλλα. Συσσωρεύω
αγρούς, ξυράφια, εργαλεία στραγγαλισμού, το βοτσαλάκι
του φυσικού πόνου.

*
Ψάχνοντας το αντίθετο του ποιήματος γράφω το ποίημα.

*
Όσο ταΐζω αυτό εδώ το κτήνος, τόσο εκλεπτύνεται.
Κι όσο εκλεπτύνεται, τόσο πιο κτήνος γίνεται.

*

Αισθάνομαι ότι πρέπει να πληρωθώ για όλες τις εργατοώρες
που ξόδεψα γράφοντας ποιήματα, αλλά ποιο άραγε
να ’ναι τ’ αφεντικό μου;
(Νεκροί που κοιμούνται / ένα στενό διάστημα απαλλαγής μέσα στη μοίρα /
πουλιά εργοδότες τ’ ουρανού / το δέντρο της έκλαμψης / μια χαλασμένη κασέτα
με ηχο-γραφημένες οδηγίες…)

*
Κάποιος ξέρει το πραγματικό μου όνομα: Μια κατάφαση
εν είδει φοβερής, παρηγορητικής σκιάς με σκεπάζει
καθώς στέκομαι ακίνητη απέναντι του. Αυτή η σκηνή
θα επανέλθει σαν υπνικό παραλήρημα: «πρέπει να πεις
τ’ όνομά μου», «πρέπει να πεις τ’ όνομά μου».
*

Το καλό ποίημα είναι τοξικό. Έχουν σφάξει μέσα του
το γουρούνι της αγάπης. / Στο αίμα μου κυλάει ο φόβος
της Παλαιάς Διαθήκης.

*
Τα ποιήματά μου απευθύνονται στην τερατώδη ψυχή του
κόσμου. Ένας φίλος από συραμμένα κομμάτια ελέους.

*Από τη συλλογή “Ο ταμίας του θεού”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Οκτώβρης 2019.