Angela Figuera Aymerich, Δεν θέλω να μου κλείνουν το στόμα όταν λέω δεν θέλω

Δεν θέλω
τα φιλιά να πληρώνονται,
το αίμα να πουλιέται,
το αεράκι να αγοράζεται,
η ανάσα να νοικιάζεται.

Δεν θέλω
να καίγεται το στάρι
και να λείπει το ψωμί.

Δεν θέλω
να υπάρχει κρύο στα σπίτια,
να υπάρχει φόβος στους δρόμους,
να υπάρχει οργή στα μάτια.

Δεν θέλω
να φυλακίζονται στα χείλη τα ψέματα,
να φυλακίζονται στα θησαυροφυλάκια τα εκατομμύρια,
να φυλακίζονται στις φυλακές οι τίμιοι άνθρωποι.

Δεν θέλω
ο γεωργός να δουλεύει χωρίς νερό,
ο ναυτικός να ταξιδεύει χωρίς πυξίδα,
στο εργοστάσιο να μην ανθίζουν κρίνα,
στο ορυχείο να μη βλέπουν την αυγή,
στο σχολείο να μη γελά ο δάσκαλος.

Δεν θέλω
οι μανάδες να μη φορούν άρωμα,
οι νέες κοπέλες να μην έχουν έρωτες,
οι πατέρες να μην έχουν καπνό,
στα παιδιά οι Τρεις Μάγοι
να φέρνουν μόνο πλεκτές φανέλες και τετράδια.

Δεν θέλω
η γη να μοιράζεται σε κομμάτια,
στη θάλασσα να χαράζονται κυριαρχίες,
στον αέρα να ανεμίζουν σημαίες,
στα ρούχα να μπαίνουν διακριτικά.

Δεν θέλω
ο γιος μου να παρελαύνει,
ούτε κανενός μάνας οι γιοι να παρελαύνουν
με το τουφέκι και τον θάνατο στον ώμο·
ποτέ να μη ρίχνονται τουφεκιές,
ποτέ να μην κατασκευάζονται τουφέκια.

Δεν θέλω
να με εξουσιάζουν ο τάδε κι ο δείνα,
να με κατασκοπεύει ο απέναντι γείτονας,
να μου κολλούν ταμπέλες και σφραγίδες,
να ορίζουν με διατάγματα τι είναι ποίηση.

Δεν θέλω
να αγαπώ κρυφά,
να κλαίω κρυφά,
να τραγουδώ κρυφά.

Δεν θέλω
να μου κλείνουν το στόμα
όταν λέω

ΔΕΝ ΘΕΛΩ…

(1948)

*Η ξεριζωμένη ποιήτρια Angela Figuera Aymerich έζησε και έγραψε στη Soria. Διώχθηκε μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου στην Ισπανία: της αφαίρεσαν το πανεπιστημιακό της πτυχίο και έχασε τη θέση της ως καθηγήτρια. Για ένα διάστημα, εκείνη και ο γιος της, που γεννήθηκε μέσα σε έναν βομβαρδισμό, έζησαν στις όχθες του ποταμού Duero. Τα βιβλία της «Mujer de barro» (Γυναίκα από πηλό) και «Soria pura» (Καθαρή Σόρια) αντιμετώπισαν προβλήματα λογοκρισίας εξαιτίας του αισθησιασμού τους και της εξέγερσής τους απέναντι στη φτώχεια, τις καταχρήσεις και την ερήμωση της μεταπολεμικής εποχής.

Georg Trakl, Τρία ποιήματα

ΒΡΑΔΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Σε σκοτεινά μονοπάτια περπατώντας το βράδυ
οι χλωμές μας μορφές εμφανίζονται μπρος μας.

Όταν διψάμε
πίνουμε απ’ τ’ άστρα νερά της λιμνούλας
των θλιμμένων παιδιάτικων χρόνων τη γλύκα.

Κατάκοποι ηρεμούμε κάτω απ’ την κουφοξυλιά
τους γκρίζους κοιτάζοντας γλάρους.

Νέφη σωριάζονται εαρινά πάνω απ’ τη σκοτεινή πολιτεία
που κρύβει των Μοναχών τις πιο ευγενικές εποχές.

Τα λεπτά σου όταν έπιασα χέρια
τα στρογγυλά ανασήκωσες ήρεμα μάτια.
Αυτό πάει τώρα καιρός.

Μα καθώς μελωδία σκοτεινή την ψυχή πλημμυρίζει
προβαίνεις, Λευκή, στο φθινοπωριάτικο τοπίο του φίλου.

*

ΣΤΟ ΒΑΛΤΟ

Οδοιπόρος στο μαύρο αγέρα· στη γαλήνη του βάλτου
σιγαλά μουρμουρίζει η ξερή καλαμιά. Στον γκρίζο ουρανό
σμήνος άγριων πουλιών ακλουθάει
λοξά πάνω από νερά σκοτεινά.

Αναστάτωση. Μέσα σε ρεπιασμένη καλύβα
με μαύρα φτερά φτερουγίζει η σαπίλα·
σακατεμένες στον άνεμο στενάζουν σημύδες.

Βράδυ σ’ έρμη ταβέρνα. Απαλή βαρυθυμιά
οσμίζεται το γυρισμό απ’ τα κοπάδια που βόσκουν·
νύχτια εμφάνιση: απ’ τ’ ασημένια νερά ξεπροβάλλουν φρύνοι.

*

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Βράδυ σωπαίνει στο δάσος
του κούκου ο θρήνος.
Γέρνουν πιο κάτω τα στάχυα
kι οι παπαρούνες.

Μπόρα θολή φοβερίζει
πάνω απ’ το λόφο.
Των τζιτζικιών το τραγούδι
στους αγρούς σβήνει.

Της καστανιάς δεν κουνιέται
πια ούτε ένα φύλλο.
Στη στριφτή σκάλα θροΐζει
το φόρεμά σου.

Στη σκοτεινή καμαρούλα
φέγγει γαλήνιο
το κερί κι ένα ασημένιο
χέρι το σβήνει.

Άναστρη νύχτα, γαλήνη.

*Από το βιβλίο “Γκέοργκ Τρακ Ποιήσεις”, μετάφραση Δημ. Στ. Δήμου, εκδ. Το ροδακιό, 1993.

Μιχάλης Κατσιγιάννης, Το σεντόνι

Στην απούσα λήθη
Βροχή απαστράπτουσα
Στους ήρεμους λαιμούς των κύκνων
Ομοίωμα υστερίας
Εκτυλίσσεται στο παρασκήνιο
Το βάθος της μνείας
Ομοίωμα υπνηλίας
Αναδημιουργείται η σιωπή
Μεταξύ χλωμών προσώπων
Με ιπτάμενες πάγιες θέσεις
Που ανανεώνουν
Το άγχος του αποχωρισμού
Χωρίς να ενώνουν τους λαιμούς τους.

*Από τη συλλογή «Μετα-ελεγείες», εκδ. Εξιτήριον, 2025.

Λίνα Φυτιλή, Αλπικά δάση

Εδώ και τώρα
γίνομαι λαβύρινθος
για να με διασχίσεις.
Εδώ και τώρα
στην κόψη του δρόμου
για την επί τόπου στροφή –
ξάγρυπνη
προσπαθώ να κρατήσω
τα αλπικά σου δάση
ζεστά –
πάνω σ’ αυτό το βάθρο των υψών
όπου ο άνεμος μανιάζει
μέρες.
Από δω και πέρα
όλα θα κρατήσουν
σαν όρκος τυφλός
κι η σαγήνη
δεν θα ’χει πεθάνει.

.

Benjamin Peret, Τρία ποιήματα

ΔΙΠΛΗ ΠΑΡΤΙΔΑ

Ο αχυρένιος όναγρος
για την διαδρομή στην καταιγίδα
παρκάρει μπροστά στα τσόχινα ταξί

Ο αναβάτης
μαλακό κεράσι και γουταπέρκα
εκκρεμές στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
γιατί δεν του αρέσει η πίπα του μαγιορδομου (1)

Όλο αυτό βγάζει έναν παράξενο ήχο

*

ΤΙΜΑΤΕ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΣΑΣ

στον Raymond Queneau

Μέσα στο χέρι
υπάρχει το τσεκούρι
μέσα στο τσεκούρι
υπάρχει το καπέλο το κεφάλι ο λαιμός τα πόδια
και η ανάμνηση των εντοσθίων
Υπάρχει επίσης
το θάρρος των μικρών φώτων
που δεν φοβούνται την μετάδοση
Υπάρχει ακόμη ένα νευρικό τρεμούλιασμα
Είναι η μετάδοση
και μια απότομη πλαγιά
που μπορεί να κρύψει χήνες
όμως δεν τις κρύβει
γιατί στα δεξιά
υπάρχει μια λιπαρή κηλίδα
είναι λάδι

*

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΜΟΥ

στην Colette Tual

Κι όταν του απάντησα 19
μου απάντησε 19
22 εάν έχεις τον καιρό να γίνεις πλούσιος
30 και 40 για την κωμωδία σε δύο χρόνους
50 για την βρομοεπέτειό σου
100 για τις ανέσεις της άνοιξης
Για τα υπόλοιπα είναι χλομός και υπνωτικός
όμως ασχοληθείτε με τα λιθόστρωτά σας αγαπητέ γιατρέ
κι αφήστε στο καθαρό νερό την φροντίδα να γίνει βροχόνερο

*Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος

1.Αρχιυπηρέτης μεγάλου οίκου (Σ.τ.Μ.)

*Από το βιβλίο “Απαγορεύεται η αφισσοκόλλησις και άλλα ποιήματα”. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος – Νίκος Σταμπάκης, εκδ. ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2007.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, από τις “52 στιγμές στον αυχένα”

Ρίζα λάβδανου
τη γλώσσα πρώτα σκίζει
για να γιατρευτώ

Αναστενάζει
μεγάλο το αγρίμι
στην αγκαλιά μου

Ο πάνθηρας ζει
μη ρωτάτε το γιατί
αλλιώς πεθαίνει

Γεννιούνται πολλοί
πριν μάθουν να μετράνε
χρόνια και γήρας

Χτίζοντας λέξεις
ξεχάσαμε τη σκόνη
στα γόνατά μας

Σφυρίζει μέσα
στις ρωγμές ο άνεμος
καινούργια λόγια

Επανάληψη
βρίσκοντας τον ρυθμό μας
γεωμετρία

Μες στο σπήλαιο
το πρώτο μας κυνήγι
να βλέπουμε φως

Είδαμε δάση
γλείψαμε τις θάλασσες
ηχήσαν άστρα

Τα μαύρα βουνά
κοχλάζουν οι καρδιές τους
μακρινοί κόσμοι

Το παιδί έξω
ανήλικο τσεκούρι
δίχως φόβητρο

Άκου τον ήχο
σε τόση φασαρία
βρες και το ίχνος

Η δύναμή σου
η αδυναμία σου
να σε κεντρίζει

Χαυλιόδοντες
μέτρα τρύπες πάνω τους
και χόρεψέ τες

Γαβγίζει σκύλος
πρώτος βαθμός αγάπης
θα γίνει μύθος

Κούφιο κλαδάκι
μες στη σιγή του δάσους
θυμάται γέλιο

*“52 στιγμές στον αυχένα”, εκδ. Υψικάμινος, Νοέμβριος 2025.

Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Δύο ποιήματα

Πιο σταθερή

Άσπρα
λουλούδια
πέφτουν
στα γόνατα

όχι
δεν σκύβω
να μαζέψω
τα ψίχουλα

θαύμα
τα κύματα
πνίγομαι
τέλεια

τόσο
βαθιά
θα βρω
και νοήματα

*

Το φως που βλέπουμε τώρα

Τ’ αγκάθια
είναι ο λόγος
που θα γίνουμε
φίλες
με λίγο αίμα
από την καθεμιά μας
θα έχουμε
τα ακριβότερα
κοσμήματα
όσο κι αν είναι
όμορφος ο Τάμεσης
δεν θα σε σπρώξω
και δεν θα με σπρώξεις
με λίγο αίμα από την καθεμιά μας
την ίδια φύση
θα χαιρόμαστε
και πληγωμένες
απ’ τον ίδιο εραστή
θα μοιραζόμαστε
τ’ αγκάθια του
γελώντας

*Από τη συλλογή “Το φως που βλέπουμε τώρα”, εκδ. στιγμή, Αθήνα 1986.

Κατερίνα Αγυιώτη, από τη συλλογή “Φρουρός”

Το ποίημα επανέρχεται, αλλά έχει τελειώσει ο χρόνος
του / δε γράφουμε ενθυμούμενοι / είμαστε πολεμιστές.

Όταν βλέπω τον δυστυχισμένο να πλησιάζει για να μ’
αγαπήσει, γίνομαι του παιδιού του το άγαλμα.

Τα όνειρά μου πραγματοποιούνται σε άλλα όνειρα / εξα-
ντλούνται στην καθαρή επιθυμία
αυτό που λέμε συμβατικά πραγματοποίηση
είναι η καύση του νεκρού.

Με αγάπησαν, δεν έχω παράπονο
περνούσαν παρθένες με χλωμά πρόσωπα
από το παράθυρό μας.

Υπάρχει σωστή δόση στην αγάπη – το υπόλοιπο το κά-
νουμε σπαθιά / κεράσια / χλιαρά πουλιά / φύλλα
στα μάτια / γιασεμί.

Κοιτάξτε, έβρεχε / μέσα μου άνθιζαν δυο μελαγχολίες / ένας
παλιός Σλάβος με απαλά δάχτυλα.

Θα είμαι ο θόρυβος
στο κεφάλι του παιδιού
όταν θα έρχεται το άστρο.

Ανεβαίνω στη σκηνή. Η αίθουσα είναι κατάμεστη. Με βρα-
βεύουν για την κοινωνική μου ζωή παρ’ όλους τους ανθρώπους.

Έχω λόγους για να είμαι οπουδήποτε.
Περιμένω ένα σημάδι, μια πραγματική απειλή, μια ομορφιά
που να κλείσουν σπίτια.

Για να διατηρήσουν οι ποιητές την ψευδαίσθηση ότι θ’ αγιά-
σουν, άγιασαν δίπλα τους όσοι τους αγάπησαν.

*“Φρουρός”, εκδ. Φαρφουλάς, 2016.

Nicanor Parra, Τρία ποιήματα

ΝΕΑΝΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Το βέβαιο είναι πως γύριζα από τόνα μέρος στο άλλο,
Πολλές φορές έπεφτα πάνω στα δέντρα,
Σκόνταφτα πάνω στους ζητιάνους,
Άνοιγα δρόμο μέσα από ένα δάσος από καρέκλες
και τραπέζια,
Με την ψυχή στο στόμα κοίταζα τα μεγάλα
φύλλα που έπεφταν

Τίποτε όμως δε τελούσε,
Όλο και βούλιαζα σε μια ουσία σα ζελατίνα·
Ο κόσμος γελούσε με τα καμώματά μου,
Οι άνθρωποι κουνιόντουσαν μέσα στις πολυθρόνες τους
σαν φύκια που τα κουνάει το κύμα

Κι οι γυναίκες με κοίταζαν με μίσος
Κάνοντάς με να σηκώνουμε, κάνοντάς με να πέφτω,
Κάνοντάς με να κλαίω και νέα γελάω χωρίς να θέλω.

Όλ’ αυτά μου έφερναν ναυτία,
Αποτέλεσμα: μια καταιγίδα από ακατάληπτες φράσεις,
Απειλές, προσβολές, βρισιές ανώφελες,
Επίσης κάτι εξουθενωτικό κουνήματα ποδιών,
Εκείνοι οι νεκρικοί χοροί
που μου ‘κόβαν την ανάσα
Και δε μ’ άφηναν να σηκώσω κεφάλι για μέρες,
Για νύχτες.

Γύριζα από τόνα μέρος στο άλλο, αυτό είν’ αλήθεια,
Η ψυχή μου πλανιόταν μες στις στράτες
Γυρεύοντας βοήθεια, ζητώντας λίγη τρυφερότητα·
Μ’ ένα φύλλο χαρτιά κι ένα μολύβι έμπαινα στα νεκροταφεία
Αποφασισμένος να μην αφής να με κοροϊδέψουν.

Έφερνα βόλτες και βόλτες γύρω απ’ την ίδια υπόθεση,
Παρατηρούσα από κοντά τα πράματα
Ή σ’ ένα ξέσπασμα θυμού τραβούσα τα μαλλιά μου.
Σ’ αυτή την κατάσταση άρχισα τη διδακτική σταδιοδρομία μου,
Σα λαβωμένος από σφαίρα σερνόμουνα στις διαλέξεις,
Πέρασα το κατώφλι ιδιωτικών κατοικιών,
Με την κόψη της γλώσσας προσπάθησα να επικοινωνήσω
με τους ακροατές:
Εκείνοι διάβαζαν εφημερίδα
Ή χάνονταν πίσω από ένα ταξί.
Πού να πάω λοιπόν!
Εκείνες τις ώρες η αγορά ήτανε κλειστή·
Εγώ σκεφτόμουνα ένα κομμάτι κρεμμύδι που είχα δει στο δείπνο
Και την άβυσσο που μας χωρίζει από τις άλλες αβύσσους.

*

ΤΕΛΕΙΟ ΤΙΠΟΤΑ

Ο θάνατος δε σέβεται ούτε τους καλούς ευθυμογράφους
για κείνον όλα τα αστεία είναι πικρόχολα
μόλο που είναι πάντα ο θάνατος
που μας μαθαίνει να γελάμε
ας πάρουμε την περίπτωση του Αριστοφάνη
Γονατιστός κρατώντας τ’ άντερά του
από τα γέλια κοιτάζοντας το θάνατο:
αν ήμουν εγώ δε θα έπαιρνα μια τόσο ακριβή ζωή
αλλά ο θάνατος που δε σέβεται Γιώργηδες
θα σεβαστεί Παύλος και Νίκους κι οτιδήποτε;

*

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Δεν επιτρέπω να μου πεις κανείς
Πως δεν καταλαβαίνει τα αντιποιήματα
Όλοι θα ξεραθούν στα γέλια.

Γι’ αυτό εγώ σπαζοκεφαλιάζω
Για ν’ αγγίξω την ψυχή του αναγνώστη.

Αφήστε τις ερωτήσεις.
Σαν είναι ετοιμοθάνατος κανείς
Ξύνεται όπως μπορεί.

Ακόμα τούτο:
Εγώ δεν δυσκολεύομαι καθόλου
Να φορέσω μοναχός τον ζουρλομανδύα.

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος

**Από τη συλλογή “Ποιήματα και αντιποιήματα”, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2002.

Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου, Τρία ποιήματα

Φωτογραφία: Angiulet Dundulet

Ασπρόμαυρα στιγμιότυπα

Ασπρόμαυρα στιγμιότυπα,
ή μήπως κλικ του χρόνου;
Μίντι φόρεμα καρό
χαϊδεύει ανάλαφρα χέρια και πόδια.
Βραχιόλι από οξειδωμένο ασήμι
αγκαλιάζει τον λεπτό καρπό.
Μαύρα λουστρίνια,
νούμερο τριάντα έξι,
λαμποκοπούν
στην ερημιά της σκάλας,
ενώ οι σκιές καταπίνουν το κεφάλι.
Ο λαιμός,
το στέρνο,
αιωρούνται στο τίποτα,
αναζητώντας μάταια λέξεις και ανάσες,
αποκαλύπτοντας
τη σιωπή του σώματος.
Ω, θήλεια ύπαρξη,
αρμονική,
άφθαστη,
ανεξιχνίαστη,
οπτασία της αβύσσου.
Καταμετράς λεπίδες σκληρής αγάπης,
φωτίζοντας
μια αόρατη θλίψη
και το σκοτάδι
που επιστρέφει κάθε πρωί.

*

Αερικά

Το σκηνικό βυθισμένο στο σκοτάδι.
Αερικά,
το ένα δίπλα στο άλλο.
Ούτε άνδρες ούτε γυναίκες.

Με λευκά πέπλα
κι αθλητικά παπούτσια,
κλωθογυρίζουν,
ποδοπατώντας όνειρα.

Το τοπίο κομματιασμένο,
παρασέρνει σύννεφα,
καθώς οι μορφές ανεμίζουν
στο φεγγαρόφωτο.

Τύμπανα και ταμπούρλα,
σε ξέφωτα μαγείας,
στάζουν νότες αίματος.

Το μαύρο
σκεπάζει το τίποτα,
κρύβεται στους θάμνους,
κόβει τον δρόμο
σε κάθε ψίχουλο αγάπης.

*

Κοράκι

Πάνω από σκιερή λίμνη,
κοράκι.
Πρωτόγονο,
αινιγματικό.
Αβάσταχτη
η αύρα του σκότους.
Άγραφη σιωπή
σαρώνει τη νύχτα.
Το ράμφος ανοίγει
κι η λίμνη ραγίζει.
Δυο χέρια
ορθάνοιχτα
αναδύονται
από τα σκοτεινά νερά,
κρατώντας ακόμη
τη φωνή
που δεν πνίγηκε.