Αλέξης Τραϊανός (20/10/1944 – 7/5/1980), Μια ζωή γέμισα



Μια ζωή γέμισα μια ζωή γεμάτη ινδάλματα

Βιαστικό πέρασμα της ορφανής μουσικής

Ανάμεσα στα πιο λευκά οστά

Εκεί που πάγωναν τα κρύσταλλα

Κι αρχίζανε τα μάτια να θυμούνται

Τυχαία πρόσωπα ολότελα τυχαία
Εκεί που κλείστηκαν οι πεθαμένοι

Βαλμένοι σε μια πέτρα σε μια κίνηση

Αποκοιμίζοντας τον έρωτα σε άλλα γόνατα

Σάρκα στυφή κομμένη από σώματα που έγερναν

Σε χρώματα ηλιακά μέρες και δρόμους

ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΡΟΣΤΑΝ

Χρώματα μέρες δρόμοι που έζησα
.


Κλείνουν οι δρόμοι ένας-ένας

Κλείνουνε πίσω

Πίσω απ’ τα κουρασμένα πόδια μας

Με τα χλωμά παράθυρα με τα φτωχά ινδάλματα

Λόγχη του χρόνου ικρίωμα του καιρού

Κλείνουν τα πρόσωπα τα μάτια μέσα μου

Βαραίνω
.


Πώς χώρεσαν

Πώς χώρεσαν όλα μέσα μου μ’ αγάπη
.


*
Από την συλλογή «Οι μικρές μέρες» (1973).
Πηγή: «Αλέξης Τραϊανός, Φύλακας ερειπίων – Τα ποιήματα», εκδ. Πλέθρον, 1991.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2019/10/blog-post_20.html

Χριστόφορος Τριάντης, Στον ποιητή και την ποιήτρια

Στον ποιητή που τον εαυτό του θαυμάζει
(το εγώ του)
και τις λέξεις- κομψά- τις χρησιμοποιεί
για να μαγεύει ειδήμονες και πλήθη,
ας του δώσουμε τις πρώτες σελίδες
στα λογοτεχνικά τα περιοδικά και τα συμπόσια.

Στην ποιήτρια που τα εγγονάκια της
κοιμίζει με ρίμες και λόγους
(υπνώσεως μεγαλοαστικούς),
ας χαράξουμε το όνομά της
σ’ ένα κεντρικό κοιμητήριο
της πρωτευούσης
(αλλού είναι απαγορευτικό).

Στον ποιητή που τα στιχάκια του
απλώνει να θωπεύσει ψυχικά
κύριες και κυρίους,
ας του δώσουμε δωρεάν βαφή, ξυραφάκια
και τραπεζοκόμο αλλοδαπή
(τρομερή επίτευξη των προσδοκιών του ανδρός).

Στην ποιήτρια που απ’ το πρωί ως το βράδυ
για τον έρωτα γράφει
και συρράπτει,
ας της χρεώσουμε ένα εργαστήριο αναπαραγωγής,
κυρίως ως ύλη γραφής
κι έπειτα ως πολυχώρο τεκνογονίας.

Και στον ποιητή που τον κόσμο μας
όμορφο τον βλέπει
σαν λάμπουν τα φωτάκια θυρίδων και λογαριασμών,
και αυξάνονται οι θαυμαστές στα πληκτρολόγια,
ας του χαρίσουμε μπόλικη παλιανθρωπιά
να τη ρίχνει στα αιχμάλωτα τρένα και πουλιά,
έτσι την παρουσία του θα επιβάλει (ενδέχεται)
στης εσπερίας (κι αλλού)
τ’ ακριβά ξενοδοχεία.

Μα είναι και η ποιήτρια
που τις καρδιές των λέξεων
με κρύους καφέδες και βαμμένα νύχια
ολημερίς κοσμογραφεί.
Ε, ας της προσφέρουμε, άνευ αντιτίμου,
εισιτήρια για τα θεάματα
στις επαρχιακές πολίχνες
και σημαίνουσα θέση ας της βρούμε
(με τον αστό σύζυγο)
ανάμεσα στους επισήμους.
Είναι και η έδρα
που την περιμένει
στις σχολές αισθητικής και κοσμητολογίας
με σίγουρες απολαβές.

Τέλος, στον άγνωστο ποιητή που δεν πρόλαβε
να ταξιδέψει με το πλοίο των τρελών,
ας τον αφήσουμε (λόγω ποιητικής αδείας)
να μετρά τα άνθη του κακού
στον κήπο με τις ροδιές
και μπαλάντες
να γράφει για τους φίλους,
τους φίλους μιας άλλης χαράς.

Μαρία Γερογιάννη, Τρία ποιήματα

Σ’ Εσένα

Σκιές ηρώων πάνω σε αχυρένια βουνά

Μικρό παιδάκι
ζήτησες σε κατακόμβες να ελευθερωθείς

Μεγάλωσες
και η σκιά σου δεν φάνηκε στα βουνά

Έφυγες
-τι ειρωνία!-
Κοιτάζοντας κατάματα τους ανθρώπους

***

Σεργιάνι

Σε συναντώ
Στην αστραπή, γλυκό νερό θαλασσινής αυλής
Στου ήλιου τις περασάδες, του σούρουπου γλυκιά σιωπή
Στους ψιθύρους της άνοιξης, της λησμονιάς σαγήνη
Στα μάτια της αναμονής, χάδι φωτιάς ζωγραφισμένο

Σε συναντώ στα κύμματα που έσβησαν τη μοναξιά του φάρου
Και εδώ σταματώ το σεργιάνι

***

Χωρίς Ήχο

Στρωμένος ο ήλιος στο άσπρο
στην ομορφιά της ερημιάς μιας εκκλησιάς

Το μπλε μια πινελιά και γίνονται τα μάτια σου γαλάζια
μαζί κι η θάλασσα

Της παπαρούνας φύλλα
Το χρώμα βαρύ και στάζει κόκκινο
Κόκκινο το χώμα
Κόκκινες οι πέτρες
Νότες από νιάτα

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012.

Αντώνης Στασινόπουλος (1957-2015), Τρία ποιήματα

Πρόσφυγας

ΒΑΛΣΑΜΟ η ματιά σου για τούτον τον ξεριζωμένο,
δίχως ταυτότητα
δίχως τροφή
αναμετριέται με δρόμους που καίνε.
Πουλί τραυματισμένο
Αγρίμι στην παγίδα.
Μια αλλαξιά ρούχα στο δισάκι
επιμένει για μια ανάσα ονείρου.

***

Τα πλοία της Ελευθερίας

Στους νεκρούς του Mavi Marmara

ΤΑ ΠΛΟΙΑ της ελευθερίας
από τα λιμάνια της καρδιάς μας ξεκίνησαν,
φορτία αγάπης και αντίστασης
στη θάλασσα της ιστορίας,
για τους ελεύθερους πολιορκημένους
Στη Γάζα.
Το ρεσάλτο των αρπακτικών
στο φως του αυγερινού.
Οι αιχμάλωτοι, οι νεκροί και οι αποκλεισμένοι
κρατούν το νήμα
ορμούν στις συνειδήσεις
κατακτούν τις ψυχές
στερεώνουν τις αποφάσεις.

***

Άγνωστη Πόλη

ΠΕΣ ΜΟΥ, τι είδες στην άγνωστη πόλη;
Ποιητές στους δρόμους να απαγγέλουν στίχους.
Ζευγάρια να ερωτοτροπούν σε κήπους κρεμαστούς.
Πες μου, τι είδες στη μαγική πόλη;
Πουλιά να πετούν παρέα με αγγέλους.
Παιδιά να παίζουν σε λοφίσκους με φωτιές πορφυρές.
Ινδιάνους σε έκσταση να ξορκίζουν τα κακά πνεύματα.
Πες μου, τι είδες στην ποθητή πόλη;
Νεράιδες να λούζονται της αυγής την πάχνη.
Την αγάπη να ντύνει
με κόκκινη χλαμύδα τους ανθρώπους.
Τριανταφυλλένια χείλη να βυθίζονται στο άπειρο φιλί.
Πες μου, τι ειδες στην αγέννητη πόλη;
Σάλπιγγες να ηχούν το τέλος του πολέμου.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι ολόγιομο”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2010.

Robert Desnos, Ω, του έρωτα πίκρες!

idesnos001p1

Ω, του έρωτα πίκρες!
Πόσο μου είστε απαραίτητες, πόσο μου είστε ακριβές.
Τα μάτια μου που να κλείνοντας μπροστά σε δάκρυα φανταστικά, τα χέρια μου που να τείνοντας ασταμάτητα στο κενό.
Ονειρεύτηκα αυτή τη νύχτα τοπία παράφορα και τολμηρές περιπέτειες
εξίσου από την οπτική του θανάτου κι από την οπτική της ζωής,
που είναι ταυτόχρονα του έρωτα η οπτική.
Απ’ τη στιγμή που ξυπνώ είστε παρούσες, ω του έρωτα πίκρες, ω της έρημος μούσες, ω μούσες απαιτητικές.
Το γέλιο μου κι η χαρά μου συσπειρώνονται γύρω σας. Είναι τα ψιμύθιά σας,
η πούδρα σας, το κραγιόν σας, είν’ η φιδίσια τσάντα σας, το μεταξωτό σας εσώρουχο… Κι είναι ακόμα αυτή η πτυχή ανάμεσα στ’ αυτί και στο σβέρκο, στη γέννηση του λαιμού, το μεταξένιο σας παντελόνι και το λεπτό σας πουκάμισο και το γούνινο σας παλτό, η ολοστρόγγυλή σας κοιλιά το γέλιο μου κι οι χαρές μου οι γάμπες κι όλα σας τα κοσμήματα.
Πόσο είστε, στ’ αλήθεια όμορφα, ντυμένη και στολισμένη.

Ω, του έρωτα πίκρες, άγγελοι απαιτητικοί, έτσι εγώ σας φαντάζομαι
στην ίδια την οπτασία του έρωτα μου συγχέοντάς σας μαζί του…
Ω, του έρωτα πίκρες, εσείς που εγώ δημιούργησα κι έντυσα, συγχέεστε με τον έρωτά μου
του οποίου δεν γνωρίζω παρά τα ρούχα μονάχα κι ακόμα τα μάτια, τη φωνή, το πρόσωπο, τα χέρια, τα μαλλιά, τα δόντια, τα μάτια…

*Από τη συλλογή “Σε μιαν άγνωστη αγαπημένη” (1926), ποιήματα της οποίας περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Μικρά Ανθολογία Γαλλικής Υπερπραγματικής Ποιήσεως”, σε πρόλογο, μετάφραση και σημειώσεις Ζ.Δ. Αϊναλή.

Λουκάς Λιάκος, de stella nova

Γ. Στεφανάκης, Μέσα ζώντες

Τώρα που βραδιάζει η ανατολή ενός άλλου ήλιου κυλάει ανάμεσα στα πόδια σου σαν κόκκινο κρασί. Όποιος σε γνωρίζει αμαρτάνει μ’ ένα χαμόγελο, ένα φιλί. Μα το ύψος θέλει να φιληθεί σαν το χειρότερο απ’ όλα. Μας κατέστρεψε. Δεν έπρεπε να αφήσεις τα χέρια σου να ξεχάσουν τη δουλειά. Δεν έπρεπε γι’ αυτή τη γυναίκα και για ένα σωρό αυταπάτες να πιεις το δηλητήριο όπως, ο χώρος μέσα στο στόμα σου είναι μια ρύπανση από λέξεις, από ανθρώπους. Όπως, η αγάπη βολεύεται στο ακίνδυνο του σώματος. Να εξαρθρώνεται ένα σώμα, εγκόσμιο και ατελές ένα σώμα, αλυσσοδεμένο κι ελεύθερο στην ακολουθία, να ακολουθεί αυτό που πρόκειται, συνειρμικά να ακολουθεί αυτό που πρόκειται, αινιγματικά να ακολουθεί με άσκοπο βήμα.

Τώρα που βραδιάζει η κρυψώνα σου δειλά φιγουράρει κάτω από ένα στρώμα πορτοκαλιών. Μανάδες στέκονται, ανάβουν το τσιγάρο τους απέναντι στα λεωφορεία που περνούν, όμοια με ελπίδες, σαν τάφοι που τελειώνουν, συγχωρούν. Πόσο κουράστηκαν στα αίματα, στη σκηνή να παραμένουν γυναίκες, άγνωστες επισκέψεις, ο ίδιος δρόμος, ο ίσκιος.
Τώρα που βραδιάζει σαν διαστροφή φωνάζουν οι αγαπημένες, τα δέντρα στα ποτάμια. Μύρισε έντονα στεγνή η καρδιά στην εποχή της. Στα πούπουλά της φωλιές ενταφιασμένα πάθη απέραντα ομολογούν: μη σφίξεις δυνατά μονάχα αγκάλιασέ με. Ο πρώτος πετεινός έρχεται και με δαγκώνει, μου τρώει τις γάμπες φίλε μου, φίλε μου.

Τώρα που βραδιάζει θέλω πια την αγάπη μου, φιδάκι κουλουρισμένο κάτω απ’ το χέρι σου. Τεντώνεσαι, αυτό το πένθος είναι δικό μου. Τέρατα τραυλίζουν στο πρωινό μας όνειρο. Ανοίγουν τα πέταλά μας μαύρα λουριά, πλάι σε παράθυρα τρένων μπλεχτά, με λέξεις, μετρήσεις, παραπάνω, λιγότερα.

Τώρα που βραδιάζει όσα έχεις πει δεν έχουν ουσία. Ουσία έχουν μόνο τα μάτια σου που ‘ ναι χειμώνας. Σωπαίνουν σαν βουβό σινεμά, ηττημένες χίμαιρες. Είναι κάρβουνα που με κοιτάζουν και με προδίδουν στο βάθος που κλείνουν.

Τώρα που βραδιάζει τα τελευταία βλέφαρα είναι όσα θυμάμαι. Πόσα αεράκια με είχαν ξυπνήσει χωρίς να σε σκεφτώ; Έφευγα σαν άπλωναν τα δίχτυα οι ζητιάνοι, μαντεύοντας τη μοίρα απ’ τα κλειστά μου χέρια, απ’ τα κλειστά μου μάτια που ‘ναι γέφυρες, και οι σκάλες τους κλεφτά σε κοιτούν, στις αυλές, στους κήπους, στις θάλασσες που φυτρώσαν γύρω απ’ τον ύπνο μας. Χιονίζοντας.

*Από το βιβλίο «Στροφορμή», Εκδόσεις Straw Dogs, Λευκωσία, 2016.