Ντίνος Σιώτης (Dinos Siotis), Τρία ποιήματα

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Βαθιά μέσα στα μάτια των παιδιών του
Ισραήλ και της Παλαιστίνης φωλιάζει
η αθωότητα, ακόμη πιο βαθιά φωλιάζει
η απορία για τα ερείπια που βλέπουν, το
μίσος των ενήλικων, το αίμα να τρέχει
στους δρόμους κατακόκκινο κι αχνιστό.

*

ΘΑ ΕΡΘΟΥΝ ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ

Θα έρθουν ξαφνικά ένα βράδυ στα κιμπούτς και
στη Λωρίδα της Γάζας, θα φέρουν εργάτες στους
βάλτους να τους αποξηράνουν, θα έρθουν άρματα
στα κατεχόμενα να κατακτήσουν νέα εδάφη, αλλά θα
έρθουν και στα νησιά του Αιγαίου να επεκτείνουν τη
γαλάζια τους πατρίδα, θα έρθουν ξαφνικά ένα βράδυ
να σας κόψουν το ρεύμα να μη μπορείτε να έχετε
Ίντερνετ, θα έρθουν την ώρα που θα ετοιμάζεστε
για ύπνο να ονειρευτείτε καινούριους εφιάλτες.

*

ΜΕΤΑ

Μετά τον πόλεμο οι Παλαιστίνιοι στη
Γάζα να μεταφερθούν σε άλλες χώρες,
οι Αμερικανοί σε άλλη ήπειρο, της Γης
ο πληθυσμός σε άλλον γαλαξία, να πάει
πιο ψηλά το διάστημα, να τα αναλάβει
όλα η Τεχνητή Νοημοσύνη, τίποτα να
να μη σημαίνουν τα συναισθήματα, να μην
υπάρχει άλλο κοπανιστός αέρας και η
στρατόσφαιρα να στρατιωτικοποιηθεί.

*Από τη συλλογή ”Με τα μάτια στη Γάζα. Ανταποκρίσεις από έναν τόπο μαρτυρίου”, Εκδόσεις Πόλις.

Χρίστος Λάσκαρης, Στην κλινική

Την ετοίμασαν και με φώναξαν να ασπαστώ.
Ήταν ένα δωματιάκι στο υπόγειο της κλινικής
καμωμένο για την περίσταση.
Ξαπλωμένη σ’ ένα μαρμάρινο πάγκο
μου φάνηκε πως κοιμόταν.
Τόσο είχε γαληνέψει.
Καθώς την κοίταζα μες στο καλό της φόρεμα
τη θυμήθηκα στο χωριό Κυριακή
που πηγαίναμε για την εκκλησία.
Τι γυρεύαμε σ’ αυτό το υπόγειο!
«Μάνα» τραύλισα, κι αναλύθηκα σε λυγμούς.

*Από τη συλλογή «Σύντομο βιογραφικό», εκδ. Διαγώνιος 1991.

**Πηγή: https://www.andro.gr/empneusi/top-5-mother-poets/2

Μαρία Κασσιανή Σ. Πανούτσου, Ο έρωτας που δεν χορτάσαμε…

Να με θυμάσαι
όταν βλέπεις τα δέντρα,
όταν τα πόδια σου αγγίζουν
την άκρη της θάλασσας,
όταν εισχωρείς
στο σώμα μιας γυναίκας.

Θέλω να είσαι υγρός
όταν θυμάσαι τα μάτια μου,
τη μέση μου, τα χρόνια να γράφουν
πάνω στο σώμα μου.

Να με χορτάσεις με το άγγιγμα 
τότε
του αέρα να σε χαϊδεύει απαλά.
Όταν
το σκουπιδάκι πάει να εισχωρήσει
πονηρά
στο πιο τρυφερό από τα δυό σου μάτια.

Ο έρωτας που δεν χορτάσαμε,
να το θυμάσαι πως είναι μέσα μου
ολάνθιστος,
όπως ένα μπουμπούκι που μοιάζει
με το κορμί σου όταν με κοιτά ερωτικά.

Ποτέ δεν θα χορτάσουμε τον έρωτά μας,
γι’ αυτό να με θυμάσαι.
Κάθε φορά που βλέπεις σύννεφα στον ουρανό,
κάθε φορά που θα περνάς
κάτω από μια ελιά ή φλαμουριά.

Και όταν τα μάτια σου στέκουν με πόθο
στο κορμί μιας αλλης γυναίκας,
μοιράσου τη λαχτάρα σου με μένα.
Γιατί εγώ και εσύ είμαστε ένα.

Τις νύχτες έρχονται οι πρόγονοι
και προσπαθούν να με τραβήξουν κοντά τους,
όμως εγώ έχω εσένα για να με κρατάς στη γη.
Εσένα και το ό τι κουβαλάς μέσα στην καρδιά σου ατελεύτητο.

Σημείωση της ποιήτριας: INTERIOR REALITY
Η ποίηση δεν είναι αυτοβιογραφία. Είναι η αφορμή μέσα από την οποία η γλώσσα εκφράζει μια βαθιά υπαρξιακή εμπειρία. Δεν αναπαριστά απλώς την πραγματικότητα· δημιουργεί μια άλλη, που υπερβαίνει τα όρια του ανθρώπινου και αγγίζει το ανείπωτο. Το ποίημα δίνει προτεραιότητα στην εσωτερική πραγματικότητα αντί στα εξωτερικά γεγονότα. Την υποκειμενική πραγματικότητα – όταν αντιδιαστέλλεται με την αντικειμενική πραγματικότητα.

Grace Yee, tortoise law / ο νόμος της χελώνας

unlike caucasians we gave our religion as pagan,
Old but serviceable protection from meteor showers.

when gold sloped we became merchantminerstokeeper
At the bottom of the ocean where the crust is thinner.

inside we were volcanoes, vermilion rubble, phoenix in the sky,
Iron flailing I magnetic reversals.

corresponding to he western calendar we died floaters
a hundrend yeatrs to the east/.

they fossilised our stories on a solitary brick burner: ORIENTAL
slumbered under tortoise law,

colonial imperial indolence beneath a si angle moon,
the same loose stones

σε αντίθεση με τους Καυκάσιους, δηλώσαμε τη θρησκεία μας ως παγανιστική,
μια παλιά αλλά αξιόπιστη προστασία από τις βροχές των μετεωριτών.

όταν το χρυσό εξαντλήθηκε, γίναμε έμποροι-ανθρακωρύχοι-φύλακες
στο βάθος του ωκεανού, όπου ο φλοιός είναι λεπτότερος.

μέσα μας ήμασταν ηφαίστεια, κατακόκκινα χαλάσματα, φοίνικες στον ουρανό,
σίδηρος που χτυπιόταν, μαγνητικές αναστροφές.

σύμφωνα με το δυτικό ημερολόγιο, πεθάναμε εν πλω
εκατό χρόνια ανατολικά.

απολίθωσαν τις ιστορίες μας σε έναν μοναχικό κλίβανο από τούβλα: ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΙ
κοιμόμασταν υπό τον νόμο της χελώνας,

αποικιακή αυτοκρατορική νωθρότητα κάτω από ένα φεγγάρι σε γωνία 60 μοιρών,
με τις ίδιες χαλαρές πέτρες

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

*Η Grace Yee είναι ποιήτρια, συγγραφέας και ερευνήτρια και ζει στην περιοχή των Wurundjeri στη Μελβούρνη. Είναι συγγραφέας της ποιητικής συλλογής «Chinese Fish», η οποία πήρε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Βικτώριας (Victorian Prize for Literature), το Λογοτεχνικό Βραβείο Ποίησης του πρωθυπουργού της Βικτώριας (Victorian Premier’s Literary Award for Poetry), καθώς και το Βραβείο Ποίησης Mary και Peter Biggs στα Βραβεία Βιβλίου Ockham της Νέας Ζηλανδίας (Mary and Peter Biggs Award for Poetry at the Ockham New Zealand Book Awards). Το «Chinese Fish» εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Giramondo στην Αυστραλία και θα κυκλοφορήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον εκδοτικό οίκο Akoya Publishing τον Αύγουστο του 2026. Η δεύτερη ποιητική της συλλογή, «Joss: A History», εκδόθηκε επίσης από τον εκδοτικό οίκο Giramondo τον Ιούνιο του 2025.

Μανώλης Αναγνωστάκης, Τέσσερα ποιήματα

ΧΡΩΜΑΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ…

Χρώματα περασμένου δειλινού, άρωμα δίχως συγκίνηση
Άδεια νοήματα μιας χαρακιάς πού σημαδεύει την πληγή σου
Ο τρόπος να ξυπνήσεις μέσα σ’ αύτη την αγωνία μιαν ανάμνηση θυσίας.
Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε μάχης
Μια μητέρα το βρέφος στη γωνιά με τα ερείπια
Οι νικημένοι στρατιώτες
Οι αιχμάλωτοι περάσανε ατέλειωτες σειρές δίχως όνομα
Το γράμμα που πια δεν περίμενες· έλειπες τόσον καιρό στην επαρχία.
Όμως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο πού μπαίνει απ’ τα σπασμένα παράθυρα
Ζήτησα μια καινούρια βλάστηση σ’ ανεξερεύνητες περιοχές
Ν’ ακούσεις σιμά μια φωνή, όχι τις κρύες κραυγές στους άγνωστους δρόμους.

*

ΑΝ ΘΥΜΟΥΜΑΙ

Αν θυμούμαι, δεν είναι που νικήθηκα
Δεν είναι που επιδίωξα μιαν αγοραία λύση
Όλα συγκλίνουνε μπροστά σ’ εκείνο που έρχεται
Αδιάλειπτο, ανεξίτηλο, στίγμα στο πρόσκαιρο.
Να ξεχωρίσεις, αν υπάρχει, μια Στιγμή
Σ’ αλλεπαλλήλων χρόνων στείρα διαιώνιση
Για κείνο που έρχεται, φραγμός σε μια παράταση
Σαν περιζήτητη αμοιβή φτηνής ζωής.

*

ΤΟ ΠΡΩΙ

Το πρωί
Στις 5
Ο ξηρός
Μεταλλικός ήχος
Ύστερα από τα φορτωμένα καμιόνια
Πού θρυμματίζουνε τις πόρτες του ύπνου.
Και το τελευταίο «αντίο» της παραμονής
Και οι τελευταίοι βηματισμοί στις υγρές πλάκες
Και το τελευταίο σου γράμμα
Στο παιδικό τετράδιο της αριθμητικής
Σαν του μικρού παραθυριού το δίχτυ
Που τεμαχίζει με κάθετες μαύρες γραμμές
Του πρωινού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση.

*

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ‘ναι οι τελευταίοι
οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.

*Από τη συλλογή “Εποχές 3” (1951).

Ο Κωστής Καζαμιάκης αναλύει το ποίημα «Όνειρο στο κύμα» του Γιώργου Κοζία

Έργο του Μέντη Μποσταντζόγλου (Μποστ)

ONΕΙΡΟ ΣΤΟ KYMA

Γερμένος πλάι στην κουπαστή
τα ρούχα πέτα, γδύσου
μη φοβάσαι
τον δαίμονα της θάλασσας
και το παλιό τραγούδι των Σειρήνων

Όλη η ζωή μας
ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες

…………………………………
κι όταν φάνηκε
μες στα κοράλλια και
στις άγριες σμέρνες
η πέτρινη γοργόνα
η αδελφή του Αλέξανδρου
αδάμαστη, καλλίμορφη
στο θαλασσινό της μεγαλείο

Γιαβρί μου, της λέω, με σκοτώνεις
μια λίμπρα ακόμα
ένα μερίδιο σάρκας
επιπλέον τι κοστίζει
για χάρη σου
αφήνω κόσμους ακέφαλους
και κόσμους χωρίς λέπια
και πιάνω έξαλλος την τέχνη της αγάπης.

(Από την ποιητική συλλογή «Εξάγγελος», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021).

Το ποίημα του Γιώργου Κοζία «Όνειρο στο κύμα» (από την ποιητική συλλογή Εξάγγελος, 2021) κινείται σε έναν χώρο όπου ο μύθος, η επιθυμία και η υπαρξιακή αγωνία ενώνονται. Ο τίτλος παραπέμπει στο υδάτινο όνειρο του Παπαδιαμάντη, αλλά εδώ το κύμα δεν είναι απλώς χώρος ανάμνησης ή ερωτικής νοσταλγίας· γίνεται σύνορο ανάμεσα στη ζωή και την άβυσσο.

Ο ποιητικός ομιλητής στέκεται «πλάι στην κουπαστή», σε μια οριακή θέση: ούτε μέσα στο πλοίο ούτε μέσα στη θάλασσα. Η κουπαστή λειτουργεί σαν σύμβολο της ανθρώπινης κατάστασης, μια λεπτή γραμμή ασφάλειας απέναντι στο άγνωστο. Η προτροπή «τα ρούχα πέτα, γδύσου / μη φοβάσαι» δεν είναι μόνο ερωτική· είναι μια πρόσκληση σε μια υπαρξιακή απογύμνωση. Για να συναντήσει κανείς το βάθος, πρέπει να εγκαταλείψει τις άμυνες του, την κοινωνική του πανοπλία, την ψευδαίσθηση ελέγχου.

Ο «δαίμονας της θάλασσας» και το «παλιό τραγούδι των Σειρήνων» φέρνουν τον αρχαίο μύθο μέσα στο σύγχρονο υπαρξιακό τοπίο. Οι Σειρήνες δεν είναι απλώς πειρασμός· είναι η φωνή εκείνου που μας καλεί να ξεπεράσουμε τα όριά μας, ακόμη κι αν η υπέρβαση έχει κόστος. Το ποίημα συνομιλεί έτσι με την ομηρική παράδοση: ο άνθρωπος είναι αιώνια ένας ταξιδιώτης που ξέρει ότι η γνώση και η επιθυμία μπορεί να τον καταστρέψουν.

Η φράση: «Όλη η ζωή μας / ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες» συμπυκνώνει μια ολόκληρη φιλοσοφία της ύπαρξης. Η ζωή παρουσιάζεται όχι ως ασφαλές ταξίδι αλλά ως διαρκής σύγκρουση με εμπόδια και απομακρύνσεις. Οι «ύφαλοι» είναι οι κρυφές παγίδες της μοίρας, ενώ οι «εξορίες» δηλώνουν τη βαθύτερη ανθρώπινη εμπειρία: είμαστε συχνά ξένοι ακόμη και μέσα στον ίδιο μας τον κόσμο.

Η εμφάνιση της «πέτρινης γοργόνας», της «αδελφής του Αλέξανδρου», είναι το κέντρο του ποιήματος. Εδώ ο Κοζίας ανασύρει έναν από τους πιο ισχυρούς νεοελληνικούς θρύλους: τη γοργόνα που ρωτά αν ζει ο αδελφός της και η απάντηση καθορίζει την τύχη του κόσμου. Όμως η γοργόνα του ποιήματος δεν είναι μια απλή μυθική μορφή· είναι μια μορφή απόλυτου κάλλους και θανάτου μαζί. Είναι «πέτρινη» — αιώνια, αμετάβλητη, σχεδόν αγαλματική και ταυτόχρονα γεμάτη ερωτική δύναμη.

Ο στίχος: «Γιαβρί μου, της λέω, με σκοτώνεις» έχει μια συγκλονιστική αντίφαση. Το αγαπημένο πρόσωπο είναι ταυτόχρονα σωτηρία και καταστροφή. Ο έρωτας εδώ δεν παρουσιάζεται ως γαλήνη αλλά ως μια δύναμη που απαιτεί θυσία. Η αναφορά στη «λίμπρα» και στο «μερίδιο σάρκας» θυμίζει τον Σάιλοκ «Ο Έμπορος της Βενετίας»: η αγάπη γίνεται συμφωνία με όρους σκληρούς, μια ανταλλαγή όπου η ίδια η ύπαρξη προσφέρεται ως τίμημα.

Το τέλος: «πιάνω έξαλλος την τέχνη της αγάπης» είναι ίσως το πιο παράδοξο σημείο. Η αγάπη αποκαλείται «τέχνη», δηλαδή κάτι που απαιτεί δεξιοτεχνία, αλλά το υποκείμενο την ασκεί «έξαλλος», σχεδόν πέρα από τη λογική. Η ερωτική πράξη γίνεται μια μορφή μανίας, μια προσπάθεια να νικηθεί η φθορά και ο θάνατος μέσω της έντασης της στιγμής.

Συνολικά, το ποίημα μοιάζει με μια σύγχρονη παραλλαγή του αρχαίου μύθου του ταξιδιού: ο άνθρωπος πλέει γνωρίζοντας ότι πίσω από την ομορφιά υπάρχει η άβυσσος. Η γοργόνα δεν είναι μόνο ερωτικό αντικείμενο· είναι η ίδια η ζωή — υπέροχη, επικίνδυνη, ακατανόητη. Ο Κοζίας φτιάχνει έναν κόσμο όπου η επιθυμία δεν αντιμάχεται τον θάνατο αλλά τον αγγίζει, όπου η ομορφιά είναι τόσο ισχυρή ώστε γίνεται σχεδόν μορφή απώλειας.

Alejandro Nicotra, Escritura / Γραφή

Escribo a solas, pero sin soledad.
La noche de las calles entra a mi cuarto
y me invita a salir ― a esta ciudad y a otras
que recuerdo o imagino:
puentes, cafés, miseria y esplendor en esta noche
de mis iguales, mis idénticos.

Sin soledad, a solas con los muertos
que regresan:
el poeta y su adiós de destruida guitarra,
el estudiante que huye entre campanas o siglos
hacia el sol instantáneo de la pólvora,
la anciana que enterraron con mi infancia
(me la devuelve cada flor del campo),
y los otros, los ángeles
de rotas calles de suburbio o guerra.

Sin soledad, también, porque en la sombra
tu voz habla conmigo,
y aunque tu cuerpo falte en esta cita
sé que volverá, como las frutas, como el día
vuelven.

A solas, pero sin soledad,
es como escribo.

ΓΡΑΦΗ

Γράφω μόνος, αλλά δίχως μοναξιά.
Η νύχτα απ’ τους δρόμους μπαίνει στο δωμάτιό μου
και με προσκαλεί να βγω ― σ’ αυτή την πόλη και σε άλλες
που θυμάμαι ή φαντάζομαι:
γεφύρια, καφετερίες, μιζέρια και λάμψη μέσα σ’ αυτή τη νύχτα
των ομοίων μου, των δικών μου.

Δίχως μοναξιά, μόνος με τους νεκρούς
που επιστρέφουν:
ο ποιητής και το αντίο του της σπασμένης του κιθάρας,
ο φοιτητής που δραπετεύει ανάμεσα σε καμπάνες και αιώνες
προς τον στιγμιαίο ήλιο της σκόνης,
η γριά που έθαψαν μαζί με την παιδική μου ηλικία
(μου την φέρνει πίσω κάθε λουλούδι του κάμπου),
και οι άλλοι, οι άγγελοι
των κατεστραμμένων οδών του υπόγειου ή του πολέμου.

Δίχως μοναξιά, επίσης, γιατί στη σκιά
η φωνή σου μου μιλά,
και παρόλο που το κορμί σου λείπει σ’ αυτή τη συνάντηση
ξέρω πως θα επιστρέψει, όπως οι καρποί, όπως επιστρέφουν
τη μέρα.

Μόνος, δίχως μοναξιά,
είναι γιατί γράφω.

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.

**Από το περιοδικό ΠΟΛΥΜΝΙΑ, ARS POETICA, Nο 13, Αύγουστος 2025.

Λίνα Βαταντζή, Ήλιοι είμαστε

Πυρακτωμένο αστέρι
στο θερινό ηλιοστάσιο
αποτελεί η αγάπη.

Στρέφομαι στον ήλιο –
Σε ονειροπολώ.
Αναδύεσαι από πλημμύρες φωτός,
βαδίζεις μακριά από σκιές.

Σε ανασαίνω.
Αιωρούμαστε μέσα σε αέναες
εκρήξεις του στερεώματος.
Ο ουρανός δεν αισθάνεται τον χρόνο.

Κρατάς το χέρι μου.
Σε αξιώνω.
Το μέλλον φωτίζεται από αστέρια
που έχουν, ήδη, αφανιστεί.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Αντίστροφη αφιέρωση

Για κείνον με την αντρίκια φωνή-ματιά και με χέρια μεγάλες φτερούγες που δεν τις ξεχνάω το απόγεμα είπες τριάντα χρόνια σε περίμενα κι ένιωσα πρώτη φορά «le vierge le vivace et le bel aujourd’hui» μετά έντονος αέρας αγάπης άνοιξε διάπλατα ένα παράθυρο μέσα μου και μπήκανε μεγάλες σταγόνες αγαλλίασης καθώς ο νοτιάς έστριβε βουίζοντας απ’ τη γωνιά της καρδιάς μου το σώμα είναι χώμα διψασμένο από σένα έμαθε τις πλημμύρες του έρωτα πολλά νομίζω θα μιλήσω τώρα πολλά που φύλαγα σε μια κρυψώνα θα τ’ απλώσω εδώ όσο μπορώ καλύτερα και ό, τι θέλει ας γενεί στοές θα σκάψω κάτω πάνω μέσα απ’ τα λόγια τι συνεννόηση θα’ χουμε αλλιώτικα ήρθανε βλέπεις κι έδεσαν στις δικές μας σημαδούρες ξένοι με διαφορετικές γλώσσες πως τρυπώνω τα χέρια μου παραμάσχαλα αναμένοντάς σε τις νύχτες όταν κρυώνω έτσι αυτή τη στιγμή έχωσα εδώ και θα χώνω αλλού λέξεις κλεμμένες ή δικές μου που σου αρέσανε για να σε χαϊδεύει η μουσούδα του γραφτού μου πάλι ό, τι βρω δικό σου θα το φάω θα το τραγανίσω θα το καταπιώ ώσπου μιαν ώρα μες στο λιοπύρι θα μου βγει αχνός ίδρωτας πάνω απ’ το στόμα θα’ θελα ν’ ακουμπήσω δίπλα σου κι άλλα της εκλογής μου μέρη μέρη διάσπαρτα με ασφόδελους ή μεγάλες άγριες μαργαρίτες και πιο πέρα έναν τεράστιο κέδρο του Λίβανου αλλού πάλι να’ χει αμμόλοφους με σπόνδυλους από δωρικές κολόνες αραδιασμένους χάμω θα’ σου έρθει κείνο το κυβικό κλουβί που σου’ χω τάξει με μικρά κόκκινα γαρίφαλα μέσα να πετάνε πέρα δώθε τραγουδώντας φλογερά και σαν λαχανιάζω από τον πολύ οίστρο θα’ θελα τότε οι κουβέντες μου να’ ναι για σένα ξόμπλια όμοια με πέρδικας φτερά θα’ θελα μερικά από τ’ αστεία που μαζί ξαναφέρναμε (α εκείνες οι συμπαιγνίες) να χαμογελάνε ακόμα με λακκούβες στην άκρη των χειλιών θα’ θελα να είχαμε πάει οι δυο μας στην πόλη άλλοθι όλων των σύννεφων θα’ θελα όταν τα σανίδια κάτω στο πάτωμα τρίζουνε ξαφνικά τη νύχτα την ίδια ώρα που τα έπιπλα και η κασέλα αντιλαλούν θα’ θελα να δημιουργείται το γνωστό έργο της συγκεκριμένης μουσικής που λέγεται «κοντσέρτο για έναν άνθρωπο μόνο» θα’ θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο θα’ θελα όποιοι και να’ ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε

θα’ θελα μα πόσο θα’ θελα ναι θα’ θελα αμέσως τώρα τώρα
θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο τη σύνταξη για να σε τραγουδήσω όπως
έμαθα στο Παρίσι

εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς
εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η θάλασσα
σ’ ερωτεύω
σε ζηλεύω
σε γιασεμί
σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο
με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ
με κεντρίζεις μεταξένια άσπρο μου κουκούλι
με κοιτάζεις πολύ προσεκτικά
tu m’ abysses
tu m’ oasis
je te gougouch
je me tombeau bientôt
εσένα σ’ έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti
σ’ έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις
σ’ έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα
εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς
σε μίσχος
σε φόρμιγξ
με φλοισβίζεις
σε ζαργάνα α μ’ αρέσει
δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω
απ’ τον άλλο όταν σταματήσουν η περίπτυξή τους είναι το μονό-
γραμμά σου
tu m’ es Mallarmé Rimbaud Apollinaire

je te Wellingtonia
je t’ocarina
εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο
εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος
σ’ έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε
εγώ σ’ έχω άρωμα έρωτα
σ’ έχω μαύρο λιοντάρι
σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό
εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω
εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello
εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριο-
λούλουδου
εσύ κένταυρου ζέση
εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία
je te ouf quelle chaleur
tu m’ accèdes partout presque
je te glycine
εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει
εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν έτσι που το’ χουμε αλαζονήσει
και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ
εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο έτσι δεν είναι πες
εσύ σελίδα μου
εσύ μολύβι μου ερμηνευτή μου
σε ανοίγω συρτάρια
πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές
σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα
δίχως τέλος λυπάμαι
σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου
σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε
σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια
σε ακούω από δω από κει
σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα
σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε
όλα δεν τα’ χω πει
ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ

7.2.1985

Andre Breton, Πάντα για πρώτη φορά

Πάντα για πρώτη φορά
Μετά βίας σε γνωρίζω εξ όψεως
Επιστρέφεις εκείνη την ώρα της νύχτας σε ένα σπίτι
πλάγια απ’ το παράθυρό μου
Σπίτι ολάκερα φανταστικό
Είναι εκεί που από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο
Μέσα στο απαράβατο σκοτάδι
Περιμένω να συμβεί μία φορά ακόμα το συναρπαστικό ρήγμα
Το ρήγμα το μοναδικό
Στην πρόσοψη και στην καρδιά μου
Όσο πιο κοντά σου έρχομαι
Στην πραγματικότητα
Όσο περισσότερο το κλειδί τραγουδά στην πόρτα του άγνωστου δωματίου
Όπου μου φανερώνεσαι μονάχη
Στην αρχή ενώνεσαι ακέραιη με τη φωτεινή
Τη φευγαλέα γωνία μιας κουρτίνας
Είναι χωράφι γιασεμιών που ατένισα χαράματα
σε ένα δρόμο στα περίχωρα της Grasse
Με το διαγώνιο ράπισμα των κοριτσιών ενώ συλλέγουν
Πίσω τους τα σκοτεινά να πέφτουνε φτερά των γυμνωμένων φυτών
Μπροστά τους η πλατεία εκτυφλωτικού φωτός
Η αυλαία αόρατα ανεβασμένη
Σ’ έναν παροξυσμό τα άνθη συρρέουν όλα μέσα
Είσαι εσύ σε πάλη ενάντια στην ώρα εκείνη την τόσο μακριά ποτέ
αρκετά θολή μέχρι τον ύπνο
Εσύ σαν να μπορούσες να ‘σαι
Η ίδια παρά τ’ ότι εγώ δε θα σε συναντήσω ίσως
ποτέ
Κάνεις να φαίνεται σα να μην ξέρεις πως σε παρακολουθώ
Με τρόπο θαυμαστό δεν είμαι πλέον σίγουρος ότι το ξέρεις
Η απραξία σου μου φέρνει δάκρυα στα μάτια
Ένα σμήνος ερμηνείες περιβάλλει την κάθε σου χειρονομία
Είναι ετούτο ένα κυνήγι του μελιού
Είναι καρέκλες κουνιστές του καταστρώματος είναι κλαδιά
που κινδυνεύεις να σε γδάρουν μες στο δάσος
Είναι σε μια βιτρίνα της οδού Notre-Dame-de-Lorette
Δυο σταυρωμένες γάμπες όμορφες πιασμένες με ψηλές κάλτσες
Που ξεχειλώνουν στην καρδιά ενός μεγάλου άσπρου τριφυλλιού
Είναι μια μεταξένια σκάλα που ξεδιπλώνεται πάνω από τον κισσό
Είναι
Τι άλλο από την κλίση μου πάνω από τον γκρεμό και από την δική σου απουσία
Βρήκα το μυστικό κλειδί
Του να σε αγαπώ
Πάντα για πρώτη φορά