Θεοδώρα Βαγιώτη, από τη “σκαλέτα: 47 σκηνές για το τέλος του κόσμου”

[ΦΙΛΟΙ ΠΟΥ ΠΑΡΕΙΣΕΦΡΗΣΑΝ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ]

“κρατώντας τις λαβές της πολυθρόνας
μην πέσει στο κενό
εδώ στο σπίτι που γεννήθηκε
πριν από χίλια χρόνια

“μια ρόδινη λύπη κοιμίζω στο μυαλό μου
ξυπνάει κατά βούληση
στις λέξεις μου την κρύβω

“απένθητος πατέρας, αθάνατος γιος

“στον [κωμικό] λόγο μου, κοιμούνται
δυο πουλιά μεταθανάτια ψυχομαχώ

“θάνατος με χόρτασε ακαριαία
τόσο που θέριεψε
το πνεύμα μου
με πίστη αιωνιότητας

“όλα τα μάρμαρα σε θυμίζουν

“δεν σου οφείλω· η μορφή του έρωτα
μια σελίδα γεμάτη
χωρίς σημεία στίξης

*

10.

Φορτωμένος με φτιασίδια ο έρωτας
σαν βασιλιάς που σηκώθηκε
απ΄τον τάφο του
με τα περιδέραια και τα σιρίτια
και τον πορφυρό χιτώνα
ξυπνητός νεκρός σε κόσμο ζωντανών

και τον είχα από καιρό ξοφλημένο

μπαίνει στο δωμάτιο
μ’ έναν πικρό καφέ
να με ξεμεθύσει
από τον ζεστό του ανιμισμό
που ήρθε και έκατσε πάνω στο στήθος μου
και τώρα δεν μπορώ να αναπνεύσω

*”Σκαλέτα: 47 σκηνές για το τέλος του κόσμου”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, 2025.

Καίτη Δρόσου, Ανοιξιάτικες ώρες

Η Καίτη Δρόσου και ο Άρης Αλεξάνδρου στο Παρίσι

Είναι μια χώρα με μανταρινιές,
Εκεί στην άκρη του χεριού σου,
Εκεί που τελειώνει ο καημός μας
Κι αρχίζει ο ουρανός.

Είπες:
Χρειάζεται να φυσήξει ένας άνεμος,
Να σκουπίσει τα σπίτια και τα δέντρα,
Να σκουπίσει τα χρόνια μας,
Για ν ανάψεις μ ένα πράσινο φύλλο
Την πίπα σου.

Εμείς δεν ξέραμε τίποτ άλλο απ τις μυγδαλιές
Που φύτεψε ο παππούς στο περιβόλι.
Όμως τώρα τον ξέρουμε
Τον άνεμο που σκουπίζει τα χρόνια μας
Και το πράσινο φύλλο
Που ανάβεις την πίπα σου

–Τώρα που φτάνουνε τα χέρια μας
ως τα δικά σου.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε, χωρίς άλλα στοιχεία, στην εφημερίδα “Η ΑΥΓΗ”, στην καθημερινή στήλη “Ποιητικό Ανθολόγιο”, τον Νοέμβριο του 2003. [Aνθολόγος του μήνα η κ. Μαρία Στασινοπούλου]. Εμείς το πήραμε από εδώ: https://www.catisart.gr/drosou-kaiti-gynaika-syntrofos/

Νικολέτα Τσιλίκη, Το σκοτάδι

Avenue de l’Observatoire in the Fog” (Brouillard sur Paris, avenue de l’Observatoire) του φωτογράφου Brassaï από το 1934. [1, 2] 

Νύχτα βαθιά σαν πίσσα,
δίχως μια στάλα φως.
Ταιριάζει με την μαύρη πόλη, 
που χει το πρόσωπο μιας χήρας. 
Το σώμα αφυδατωμένο 
και η γλώσσα διψασμένη πιο πολύ από ποτέ.
Η δύναμη εξαντλείται 
και η πίστη παραμένει μισή. 
Η μετακίνηση του βράχου
φέρνει μαζί του ματαίωση.
Μα πρέπει να βγει το φως. 
Να σπάσει το κέλυφος της πέτρας. 
Να ξυπνήσουν τα σώματα απ’ τον λήθαργο.

Γρηγόρης Σακαλής, Διακοσμητικός

Φιμωμένο το στόμα
και το μυαλό σου υπό έλεγχο
ξένο χέρι κρατάει τώρα
το χέρι σου
και γράφεις αυτά
που σου επιτρέπουν
αφού αναγνωρίζεις
τις αξίες τους
αφού φοβάσαι τη ρήξη
θα είσαι ελεύθερος
μέσα στα κάγκελα
διακοσμητικό στοιχείο
στις κοσμικές βραδιές
στα πλούσια σπίτια τους.

Αλέξης Τραϊανός, Δύο ποιήματα

Άτιτλο (Ένιωθα το χρόνο να φεύγει…)

Ένιωθα το χρόνο να φεύγει
Πάνω απ’ τα πράγματα
Ξαφνικά έτσι
Όπως στεγνώνει κάτι το υγρό
Ξαφνικά έτσι ο χρόνος έφευγε
Τα πράγματα μέναν γυμνά πανάρχαια
Στεγνά όρθια και αμίλητα

(Τα κοίταζα τα ένιωθα
Πάντοτε έτσι)
                     
[Οκτώβριος 1970]

*

([Υιοθετήσαμε…]

Στον Ηλία

Υιοθετήσαμε τις απεγνωσμένες
Χειρονομίες των πουλιών
Το ζεστό γλίστρημα των ψαριών

Κι όλ’ αυτά για να μην πεθάνουμε
Τώρα που ο θάνατος
Έγινε μια υπόθεση τόσο εύκολη
Και λογική τόσο

Σάββατο 4.5.68

*Από τα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972.

Ευγενία Βάγια, Τρία ποιήματα

ΟΠΩΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΙΣ ΠΕΛΟΥΖΕΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

Έτσι κι ο πόλεμος δεν γίνεται
χωρίς ανάπαυλες

Θέλει να σταματάς
και να θυμάσαι

για τί πολεμάς
Αν το ξέχασες

αν στο εικονοστάσι σου
δεν αχνοφέγγουν οι γαλήνιες μορφές

κι αν μόνο από σίδερο
ανεβοκατεβάζει η μέρα τα ρολά της

τότε
μήπως καλύτερα
τον πόλεμο
να χάσεις.

*

LA MONNAIE VIVANTE

Μ’ έχει πάρει το μάτι μου
σε μακρινό καθρέφτη
φευγαλέα

Τα άνω βλέφαρα αντίσκηνα

Κάτω απ’ τα μάτια
όπου οι παλιάτσοι ζωγραφίζουν δάκρυα
ρόδακες περιστρέφονται

Λαός στην προκυμαία, καιρός θαυμάσιος
Φωνήεντα αποπλέουν απ’ τα χείλη

Κι ύστερα διάσπαρτα τρίγωνα φωτός

Αλλά ώς εκεί
αφήνω
τη μνήμη
να με ξεγελά

Στις καθημερινές συναλλαγές
κερδίζει η σταθερότητα
Το είδωλό μου κεφαλή σε ασημένιο τάλιρο
στοιβάζεται στ’ αμπάρια

*

ΜΠΕΤΟΝ ΒΕΝΖΙΝΗ

Αλλάζω τον κόσμο: Εξομολογούμναι
τα εγκλήματα που δεν
Διέπραξα.

*Από τη συλλογή “η ρήξη – δενδρίτες και άλλα ποιήματα”, εκδ. Περισπωμένη, 2023.

Αλέξανδρος Χριστόπουλος, Τρία ποιήματα

ΑΤΙΤΛΟ

Αν λυπάσαι τα παπούτσια σου
μην μπεις στον κόπο να πατήσεις το χώμα.

Αν φοβάσαι πως θα γελοιοποιηθεί
μην μπεις στον κόπο να χορέψεις.

Αν τρομάζεις πώς θα σχολιαστείς
μην μπεις στον κόπο να μιλήσεις.

Κι έτσι, ακίνητος κι αμίλητος,
Πορέψου.

*

ΜΗΝ

Μην ενδώσεις στους κυρίους των μεσημβρινών γευμάτων
σε εταιρίες και γραφεία ποικίλων εργασιών,
που σχολιάζουν τα διεθνή τεκταινόμενα
μία ημέρα άφορου συνέβησαν.
Κανείς τους τόσο ειδήμων
επί θεμάτων πολιτικής, στρατηγικής,
μέχρι και διάταξης ποδοσφαιρικών ομάδων
Έναντι υπέρτερων αντιπάλων και ατρόμητων.
Κανείς τους τόσο ειδήμων για περασμένα νέα
και πάντα πρόθυμοι
ν’ ακολουθούν προσταγές -σιωπηρές ή επίσημες-,
να πορεύονται ίδια ρότα κάθε μέρα,
στο ίδιο τραπέζι νέα αναλύουν και λένε
μ’ άλλα λόγια τα ίδια πράματα,
μ’ άλλους πρωταγωνιστές τα ίδια έργα.

*

ΠΕΡΙ ΤΖΙΤΖΙΚΙΩΝ

Παράξενα πλάσματα οι τζίτζικοι.
Τρέφουν ελπίδες για παντοτινό καλοκαίρι
και πέφτουν ηρωικά μαχόμενοι την πρώτη ψύχρα
δίχως στολή, παρά μόνο το τραγούδι τους.
Ελλείψει επιζώντων η ράτσα τους δε δύναται
να πλάθει ιστορική μνήμη
και ως εκ τούτου, τα κάθε φορά παιδιά τους
είναι κι αυτά καταδικασμένα να κατηγορηθούν
ως και αμνήμονα.

*Από τη συλλογή “Βενζόλιο”, Εκδόσεις Ιωλκός, Νοέμβριος 2022.

Werner Pick, He became a Poet / Έγινε Ποιητής

Φωτογραφία: Noemia Prada

When the sun-fire burnt his throat
And the rivers could not calm the pain

He burnt his belongings
Murdered his kin
Opened his breast with a blade
To leave his heart open to all pleasure,
evil
and emotion
He entangled all his full veins
With the life-sap of all nature
And the brain of all creation

He became a Poet

He left home when the air seemed without weight
And words seemed like erotic butterflies
He crossed continents and plucked skulls
from cherry-blossoms
He fed on concrete in the cut belly
of a fish
He was stranded on black shores and lived
Hieronymus Bosch

When he died the first time the iron beak of a black
Bird opened is soul
And he saw damnation encarved
In a hunk of wood –

In dreams he chewed its roots
And with magical powers
Produced hallucinations
And found Beauty.

Όταν η φωτιά του ήλιου έκαψε το λαιμό του
Και τα ποτάμια δεν μπορούσαν να απαλύνουν τον πόνο

Έκαψε τα υπάρχοντά του
Δολοφόνησε τους δικούς του
Άνοιξε το στήθος του με ένα μαχαίρι
Για να αφήσει την καρδιά του ανοιχτή σε κάθε απόλαυση,
κακό
και συναίσθημα
Έπλεξε όλες τις γεμάτες φλέβες του
Με το ζωτικό χυμό όλης της φύσης
Και τον εγκέφαλο όλης της δημιουργίας

Έγινε Ποιητής

Έφυγε από το σπίτι όταν ο αέρας φαινόταν ελαφρύς
Και οι λέξεις έμοιαζαν με ερωτικές πεταλούδες
Διέσχισε ηπείρους και μάζεψε κρανία
από άνθη κερασιάς
Τράφηκε με σκυρόδεμα στην κομμένη κοιλιά
ενός ψαριού
Είχε ξεμείνει σε μαύρες ακτές και ζούσε
Hieronymus Bosch

Όταν πέθανε για πρώτη φορά,
το σιδερένιο ράμφος ενός μαύρου πουλιού
άνοιξε την ψυχή του
Και είδε την καταδίκη χαραγμένη
Σε ένα κομμάτι ξύλου –

Στα όνειρά του μασούσε τις ρίζες του
Και με μαγικές δυνάμεις
Δημιουργούσε παραισθήσεις
Και βρήκε την Ομορφιά.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Νάνος Βαλαωρίτης, Τρία ποιήματα

Ernst Ludwig Kirchner, Poster of Nina Hard (1921)

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ

Μιας κι αρχίσαμε εδώ
ας το συνεχίσουμε έτσι με
τον ίδιο τρόπο ώστε
να φτάσουμε σε κάποιο

αποτέλεσμα: ο παλαιός
πολεμιστής αναγνωρίζεται
απ’ το ύφος, τα ρούχα, τις πληγές του
και τ’ αναπηρικό του καροτσάκι

μπράβο στα μέσα της επικοινωνίας
που φροντίζουν για την ανακούφιση
των αναγκών όλων εκείνων
που επιστρέφουν ακμαίοι και υγιείς

από τα δολοφονικά πεδία
των αναγνωρισμένων καταναλωτών
ανθρώπινων ζωών χωρίς
να τρέχει τίποτα αξιοπερίεργο

από πλευράς τη γνωμάτευσης
του παραπλανητικού ελιγμού
ώστε να μη φτάσουν ποτέ εγκαίρως
οι αναγκαίες πληροφορίες στα δικά μας αυτιά

*

ΧΡΟΝΟΤΡΙΒΗ

Χρονοτριβούμε ώσπου να εξαφανιστεί
η διάρκεια του παρελθόντος και του μέλλοντος
όσο για το παρόν κι εκείνο ξεφουσκώνει
πλατιάζει πέρα απ’ τα όρια
του κόσμου του γνωστού στο επέκεινα
εκεί όπου σκιές ακόμα κι οι ακατασκεύαστες
βιάζονται να ενσαρκωθούν
και πού να ξέρανε τι άθλιο πράγμα
είναι το σαρκίο κι οι απατηλές αισθήσεις

με τις αντικρουόμενες συνθήκες
τα έντονα συναισθήματα
που αλληλοαναιρούνται
μια φυλακή από βραδυφλεγείς εντυπώσεις
“σώματα που δεν ξέρουν πια
πώς ν’ αγκαλιάσουν παρείσακτους”
που ξέχασαν ποιοι ήταν και πού πήγαιναν
που δεν ξέρουν να γίνουν ομοούσιοι φίλοι
και να μισήσουν ό,τι πιο πολύ αγάπησαν
φωτογραφίες μιας ολόκληρης οικογένειας
που δεν ξέρουν πια πώς να ζήσουν
πώς μετά θάνατον ν’ απαλλαχθούν
απ’ τα εγκόσμια ήθη τους
καταδικασμένοι να υπάρξουν
με νέες ψυχές από Ανατολή και Νότο

*

ΑΝΥΠΟΛΗΠΤΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ

Εσείς οι ανδρειωμένοι
εραστές της πολιτικής
ορθότητος οι δρόμοι σας
ποτέ δεν ήταν ομαλοί

Όμως αυτά είναι για σας
τερτίπια – μια ιδέα χωρίς
απόσταση – μια σύσταση
χωρίς ουσία, μια πεμπτουσία

Αναφορικά με εκείνο
που δεν είναι πια
(το αδύνατο των αδυνάτων)
σας εύχομαι καλό
ταξίδι – να μη
συναντήσετε σκελετούς

Σε μουχλιασμένες μπόρες
πειρατών – από μυθοπλασίες
για θαλασσινές γοργόνες
με μπουμπουνητό
και σάλπιγγες
ναυμαχίας πολύκροτης –

Που ακόμα α αντηχεί
σε μια άδεια δεξαμενή
μιλήστε μου για έρωτες
και περιπέτειες πέρα
απ’ την πολιτική
ορθότητα

Μανώλης Αναγνωστάκης, Δύο ποιήματα

ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ…

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε
Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες
Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι
Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,
Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα
Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.
Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου
Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει
Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου∙
Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν
Κάποιοι –αναπόφευκτα– στα χείλη τους θα σε προφέρουν
Οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν
Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.
Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.
Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία
Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό
Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,
Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.

*

ΤΟ ΣΚΑΚΙ

Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
’Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω.
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θά κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

*Από τη “Συνέχεια” (1954)