Πού τήν είδα;
Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους
τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ’ αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους δίχως χέρια!
Δίχως χέρια… Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ’ έβλεπε – μ’ εθώρει κι ήταν τ’ όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της – κερένιο –
καί τό δόντι.
Τήν στοχάζομαι.
Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ’ σέ όνειρο- και τ’ όμμα
ήταν σφαίρα.
Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.
Τ’ ήταν; πνεύμα;
Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου –
απ’ τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; …
Αχ πώς τρέμω!
ο νούς μου πάει σ’ ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια -ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!
Ώ Κυρά μου – Άγγελε – Σύ – των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο,
ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ’ έχουν στήσει
γυναικείων φορεμάτων…
Αλέξανδρος Χριστόπουλος, Στον Άργο
20 χρόνια, άτιμο σκυλί,
20 χρόνια πλανήθηκα
ανάμεσα σε φόβους και θεριά,
απογινώθηκα σκιά για να γυρίσω
κι εσύ, άπιστο τέρας,
που τάχα τη μυρωδιά καταλαβαίνεις,
δεν έκανες ούτε νεύμα
σαν πέρασα δίπλα σου.
20 χρόνια, άτιμο σκυλί
20 χρόνια έζησα μισόνεκρος,
για να μπω τώρα στο σπίτι μου,
ξένος πια.
Δε ζήτησα δόξα,
ή, όπως το συνηθίζουν,
μια ευνοϊκή μεταχείρηση,
για την υπερπόντια πλάνη μου.
Μα πλάνη σαν τη δική σου,
ποτέ δε φαντάστηκα,
προδότη, άπιστο σκυλί.
Φεύγω, και πουθενά μην πεις
πως είχα γυρίσει.
Άσε την Πηνελόπη ελεύθερη, λύτρωσ’ τη
και στον Τηλέμαχο, πες στο παιδάκι μου,
να με τιμά και να με θυμάται.
Γυρίζω στο σκοτάδι και στα κύματα,
στα ρεύματα τα αντίρροπα και τα αφιλόξενα,
στους Λαιστρυγόνας και στους Κύκλωπας,
στον θυμωμένο Ποσειδώνα,
που τόσο φοβαμαι.
*Ο Αλέξανδρος Χριστόπουλος έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: “Βενζόλιο”, εκδ. Ιωλκός και “Λόγια των δρόμων”, εκδ. Οδός Πανός.
Θεοδώρα Βαγιώτη, από τη “Σκαλέτα: 47 σκηνές για το τέλος του κόσμου”
Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα
Κυριακές
Αυτά τα πρόσωπα που διασταυρώνονται
Τι να γυρεύουν περπατώντας
Στα πέτρινα τα πεζοδρόμια
Την ώρα που τα φώτα παρουσιάζουν όπλα.
Σφιγμένα μέσα στα δόντια τους
Πρόσωπα από σκόνη
Πρόσωπα από λάβδανο
Πρόσωπα δίχως όνομα
Τυφλά πρόσωπα που σεργιανίζετε
Πρόσωπα δίχως πρόσωπο
Πρόσωπα από χαρτοσακούλα.
(Σεπτέμβρης 1953)
*
Vitamin C
Νέα μορφή τα μάτια σου πολλαπλασιάζουν κρίνα
σώμα δεμένο με τη μοίρα μου
κορμί εναλλασσόμενο φρούτο
ανεμοδείχτης στην πράσινη στέγη μου
όλο μου το αίμα τ’ αφιερώνω στα χείλη σου
και τα δυο μου μπράτσα να κλείνουν
το μαλακό σου τοπίο
Τα όνειρά μου έχουν το ύψος της πυραμίδας
Κι ο αίθριος ουρανός είν’ ατελεύτητος.
(Φεβρουάριος 1954)
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Τίποτα δε μου ανήκει
Καθώς πια τίποτα δε μου ανήκει μέσα στ’ ανάκτορα
ούτε καν το χρυσάφι της οροφής και τα μάρμαρα
και οι κονσόλες παγώσανε και τα μαλλιά σου σέρνονται πίσω από τα
σφιγμένα κρύσταλλα
και οι πλαφονιέρες σταλάζουν την τέφρα του χειμωνιάτικου ήλιου
καθώς οι λειμώνες δε βρίσκουνε πια την παλιά τους λαλιά
Bλέπω πως λάθεψα γυρίζοντας έξω από θέρετρα
στο πυκνό δάσος των πολυκατοικιών δίπλα στη θάλασσα
όπου βυθίζομαι για να σ’ αγγίξω μόλις,
επειδή σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όλα τα κτίσματα
και αν δε σε γνώριζα θα ’ταν όλα εφήμερα
γιατί οι βιτρίνες είναι μια λάσπη, τα εργοστάσια μια θλίψη
και η πόλη
αφήνει να πέσουν οι κάλυκες της πλαστικής μου καρδιάς
πάνω σε φύλλα και δάκρυα
Tίποτα δε μου ανήκει, καμιά παλινόρθωση
τα μάγουλά σου στο χιονισμένο αυχένα των βουνών
καθώς η ματιά μου βυθίζεται στην άπειρη έκταση
αφήνοντας πια τ’ αυτοκίνητα στα δικά τους τραγούδια
Γιατί η δίψα για το ατόφιο χρυσάφι είναι τα μάτια σου
και η πείνα για καθαρό αλουμίνιο τα χέρια σου
φιλιόμαστε σε σκοτεινές δισκοθήκες και σου εξηγώ
Kι όταν χαράξει πώς τάχα να πάμε αντίθετα
θα γυρίζουμε με ρούχα παλιά στα νεόκτιστα
μα άσπρη κορνίζα, βιβλία και θέρμανση στις γωνιές
*Από τη συλλογή “Ωδές στον πρίγκιπα”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1991.
Hashim Saraj, Για τον Καβάφη
Όταν
με μια τσέπη ξεχειλισμένη
από λέξεις
μυθικές και
κίτρινες κάψουλες ανησυχίας
μπήκες στο δωμάτιο,
το φωτεινό σώμα
ήταν δοσμένο
στον πιο βαθύ ύπνο της αιωνιότητας·
κι εκείνοι, κάτω από τη λευκή στοά
καθισμένοι,
τα πικρά τους μπισκότα
με γλυκό καφέ
έτρωγαν
και εκ των έσω φυλλοροούσαν.
*Από το βιβλίο “Γλώσσα και Γιορτή των Ονομάτων” (2012). Μετάφραση: Omed Qarani.
Γκυγιώμ Απολλιναίρ, Ορφέας
Ιφιγένεια Σιαφάκα, Αραίωση
Στην αποβάθρα περπατούν δυο αχινοί
Υγροί επιτάφιοι με αρμούς και ρίγος άλμης
Ίχνη μιας ανταρσίας τρυφηλής
Όταν πλευρό η θάλασσα γυρνά
Και πλαταγίζει γαλακτώδες κυανό
Μαύρα αγκάθια μιας παλέτας του Μιρό –
Φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών
Με την τσουγκράνα του ήλιου που γρυλίζει
Βουλιάζω ως τ’ άκρα μου θολός
Με χρώμα όμως γεμάτος ως τα σπλάχνα
Λες και ρουφιέμαι από γάλα μητρικό
Όταν μπλε μέδουσες τρυγάνε τη θηλή
Κι ο θάνατος πινέλο κυανό
Με αραιώνει ως τα μύχια στις αβύσσους
*Από τη συλλογή “Φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών”, Εκδόσεις Δρόμων.
Αλήτις Τσαλαχούρη, Τεχνητές Αναμνήσεις
Τεχνητές Αναμνήσεις-Περίμενα ένα χρόνο σε λίστα αναμονής-Για να βιώσω στον Πολυχώρο Προσομοίωσης–“Τεχνητές Αναμνήσεις”-Την προσομοίωση που έκανα παραγγελία-Όπως μου είπαν-Την πλήρωσα ακριβά-Για την παραδοξότητα και την πολυτέλεια-Ότι θα γυρίσω το βέλος του Χρόνου αντίστροφα-Ότι θα αντιστρατευτώ τους νόμους της Φυσικής-Ανώδυνα-Aποκτώντας αναμνήσεις από το παρελθόν-Που δεν βίωσα-Αλλά θα ήθελα να ήταν δικές μου απόλυτα-Ήθελα να τρέξω-Παιδί-Με τη μητέρα μου στη θάλασσα-Ποτέ δεν έτρεξα παιδί με τη μητέρα μου στη θάλασσα-Η Παλιά Φύση είναι νεκρή στη Νέα Ανθρωπότητα-Ήθελα στα μάτια μου να τρέξουν-Aυτά που στον Παλιό Κόσμο-Tα λέγαν’ δάκρυα-Την Προσομοίωση των τεχνητών αναμνήσεων-Στα πεντακόσια ατομικά δωμάτια-Οι πελάτες τη βιώνουν μόνοι-Με δράμα και με κωμωδία-Μουσική-Και σκηνοθεσία-Σαν να πρόκειται για ταινία-Αλλά και με επισημότητα-Να μην ξεχάσεις ποτέ-Πως πόνεσες τόσο πολύ με τις αναμνήσεις που παρήγγειλες ως πραγματικότητα-Πίνεις πραγματικό κρασί- Τρως αληθινό φαγητό –Όχι σε χάπια-Το κρασί στο σερβίρουν ντυμένα γκαρσόνια -Όπως τον 19ου αιώνα-Αλλά εγώ δεν άγγιξα τίποτε-Οι περισσότεροι πελάτες-Όπως καταγράφεται στις δημοσιευμένες στατιστικές του Πολυχώρου-Ζητούν την προσομοίωση των Τεχνητών Αναμνήσεων με κάποιον έρωτα-Κι ύστερα έρχονται αυτοί- Που θέλουν να φτιάξουν αναμνήσεις με τα πεθαμένα τους πρόσωπα–Εγώ ανήκω στους δεύτερους-Ήθελα να τρέξω-Παιδί- Με τη μητέρα μου στη θάλασσα- Ήθελα στα μάτια μου να τρέξουν-Aυτά που στον Παλιό Κόσμο-Τα λέγαν’ δάκρυα- Οι νεότεροι υπερτερούν των γηραιότερων σε αριθμό προσέλευσης-Υπάρχουν και ψυχιατρικοί σύμβουλοι για το ενδεχόμενο-Ο πελάτης να καταρρεύσει από τα γενόμενα-Αυτός που με παρακολουθούσε-Μου έδωσε σκληρό δίσκο με παρατηρήσεις και σχόλια-Τον πέταξα καθώς έφευγα στην Αερογέφυρα του Πλούτωνα-Ο αέρας μου στέγνωνε ακόμη-Aυτά που στον Παλιό Κόσμο-Tα λέγαν’ δάκρυα
*Από τη συλλογή “Σάκος του Μποξ”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2025.
Ανέστης Ευαγγέλου, Δύο ποιήματα
ΕΛΑ ΛΟΙΠΟΝ ΜΕΣ’ ΑΠΟ ΤΑ ΧΑΛΑΣΜΑΤΑ
Έλα λοιπόν μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,
μορφή μικρή και τρυφερή, σταματημένη στην πρώτη ηλικία,
έλα, πνεύμα του καλού, μυθικό πρόσωπο,
όταν στους δρόμους βρέχει μοναξιά
κι η νύχτα πέφτει νωρίς δίχως ύπνο και όνειρα,
πλύνε το σύννεφο που μου τυλίγει το πρόσωπο,
καθάρισε τον ουρανό, προχώρησε,
άνοιξε δρόμο μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,
κάνε μου ένα χώρο να σταθώ, να κινηθώ,
να μπορώ να υπάρξω πιο ανθρώπινα.
*
ΑΝ ΘΡΗΝΩ
Αν θρηνώ
δεν είναι τόσο γιατί έχασα το σπίτι μου
και δεν έχω πια πού την κεφαλήν κλίνη
(σ’ αυτό ίσως κι εγώ να φταίω εν μέρει)
δεν είναι τόσο για το σύννεφο που μου τυλίγει το πρόσωπο
που μου νυχτώνει την όψη∙
είναι που είμαι γεμάτος από λέξεις,
βάρος αβάσταχτο από λέξεις, λόγια, φράσεις
έτοιμες από καιρό, νοήματα
που δεν μπορούν να βγουν
αφού εσύ
δεν μπορείς πια ν’ ακούς ανθρώπινες ομιλίες.
*Από τη συλλογή “Περιγραφή εξώσεως” (1960)









