Kofi Awoonor, Δύο ποιήματα

Μετάφραση-Επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος

ΤΟ ΧΑΡΛΕΜ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Συνωστισμένα πεζοδρόμια, σκοτάδι,
το μοναχικό ουρλιαχτό της σειρήνας ενός περιπολικού
να διασχίζει λαθραία

της ανωνυμίας τα γκρίζα στενοσόκακα
τροφή ζητούν είτε σαν πλάσμα σε φιάλες νοσοκομείου,
βγαίνοντας σώα μέσα από φλεγόμενους οικισμούς
κρύους και ελεεινούς,
είτε ψάχνοντας αποφάγια μες στους σκουπιδοτενεκέδες του δήμου
σε μια προσπάθεια απόδρασης απ’ τον αέναό τους εφιάλτη.
Το Χάρλεμ, το μαύρο μοιρολόι της Αμερικής
που ακούγεται τα βράδια
αδίστακτοι της φτώχειας δρόμοι, 
αποστέρηση, πρόωρος θάνατος
σε πόρτες φρακαρισμένες και σε ανελκυστήρες που τριζοβολούν
κατάφωρη ήττα την αυγή
τούτης της όμορφης, όμορφης Αμερικής.

*Από τη συλλογή Ride Me, Memory (1973)

*

ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Κάποτε, ο πόνος και η θλίψη επιστρέφουν
κυρίως τη νύχτα.
Θα θρηνήσω ξανά και ξανά αύριο
για τη μνήμη ενός θανάτου προαναγγελθέντος.
Θα θρηνήσω ξανά αύριο
θα διαλέξω ένα λουλούδι από τον κήπο
θα ακούσω τα πουλιά πάνω στο δέντρο.

Θα θρηνήσω ξανά αύριο
για έναν πόνο που μεγαλώνει
έναν πόνο της μοναξιάς μου φίλο
σ’ ένα κρεβάτι άδειο από καιρό, από επιλογή·
θρηνώ ξανά αυτός ο θρήνος
αμνημόνευτος για
τούτο τον πόνο
τούτο το βάρος κάτω από το οποίο τυλίγομαι και πενθώ

Χθες να πάω δεν μπόρεσα
για το υποχρεωτικό περπάτημά μου,
έτσι την ώρα ξόδεψα
για να θυμηθώ τα μονοπάτια, τα δέντρα
τα πουλιά, το περιστασιακό γρύλισμα του σκύλου
τα καφετιά πρόβατα σ’ έναν παγιδευμένο κάμπο
το νανούλικο δέντρο μάνγκο φορτωμένο καρπούς
τα αρειανά φοινικόδεντρα ψηλόλιγνα και ευθυτενή
τα πεύκα φρουροί να λικνίζονται
σ’ ένα απόμακρο χωράφι.

Πιστεύω στην πιθανότητα της ελευθερίας
στον ερχομό των μελισσών το θέρος
στους ήπιους χειμώνες και στους τυφώνες τους μαινόμενους·
πιστεύω στην άφιξη των αμερικανικών σιφώνων
πριν πάω για κυνήγι
σε κείνο το νησί της νιότης
όπου μύριζα τη βαριά οσμή
της άγριας φραγκόκοτας
κι αφουγκραζόμουν το χαχανητό για το παιδί της
στο φως της αυγής μια μέρα του Απρίλη.
Πιστεύω στην ελπίδα και στο μέλλον
της ελπίδας, στη νίκη πριν τον θάνατο
συλλογική, ανυποχώρητη, επιβεβλημένη·
στην αέναη προσδοκία της αγάπης
έστω κι αν το κρεβάτι είναι αδειανό,
στην ευτυχία του παιδιού
έστω κι αν είναι φτωχικό το γεύμα.

Πιστεύω στο φως και τη μέρα
πέρα από τον τάφο μακριά από τη μοναξιά
της μήτρας, και τη δύναμη την υπερφυσική,
στον ερχομό των φρούτων
στον ριγωτό σολομό και στο καβούρι το στραβοκάνικο·
πιστεύω στους ανθρώπους και τους θεούς
στο πνεύμα και την ουσία,
στον θάνατο και την ανάσταση
στης Επαγγελίας τη γιορτή και τη διάψευση
στους ήρωές μας και το έθνος
στη σοφία των ανθρώπων
στη βεβαιότητα της νίκης
στην εγκυρότητα της μάχης.

Πέρα από τους κάμπους και την κραυγή
της νιότης, πέρα από τα πεύκα
και τα δέντρα μάνγκο τα ροζιάρικα
που θυμίζουν τα χρόνια μου τα παιδικά μα και τα προ της γέννησής μου,
κατακλύζομαι από ένα όραμα
σαν οπτασία φολιδωτή
να περπατά με βήμα βαρύ πάνω στον τοίχο
βγάζοντας ένα κολοσσιαίο μουγκρητό.
Το όνομά του είναι αγών.
Είναι ο σύντροφός μου κι ο αδελφός
οικείος, λαβωμένος, επείγων
και παντοτινός.

Δε θα θρηνήσω ξανά αύριο.
Δε θα θρηνήσω ξανά.

*Από τη συλλογή The Promise of Hope: New and Selected Poems, 1964-2013 (2014)

Επίμετρο:

Ο Κόφι Αβουνόρ (George Kofi Nyidevu Awoonor-Williams, 1935-2013) ήταν γκανέζος ποιητής, συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας, ακαδημαϊκός, πολιτικός και διπλωμάτης. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης της 21ης Σεπτεμβρίου 2013, στο Westgate Shopping Mall, στο Ναϊρόμπι της Κένυας. Σπούδασε λογοτεχνία στην Γκάνα, στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ. Το 1975, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο εξωτερικό, επέστρεψε στη χώρα του όπου ανέλαβε το Τμήμα Αγγλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Cape Coast. Επί δικτατορίας, φυλακίζεται χωρίς δίκη για ένα χρόνο, ενώ μετά την αποφυλάκισή του αποφασίζει να ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική. Τη δεκαετία του ’80, διετέλεσε πρεσβευτής της Γκάνας στη Βραζιλία και την Κούβα, ενώ από το 1990 μέχρι το 1994 διετέλεσε Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Γκάνας στα Ηνωμένα Έθνη και τέθηκε επικεφαλής της επιτροπής των Η.Ε. κατά του απαρτχάιντ. 

H πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Rediscovery (1964) κυκλοφόρησε στα φοιτητικά του χρόνια, με έντονη επίδραση από την προφορική ποιητική παράδοση της Αφρικής – κάτι που χαρακτηρίζει, άλλωστε, και όλο του το έργο. Η ποίησή του αποτελεί συγκερασμό της ποιητικής παράδοσης της φυλής του (Ewe) και του σύγχρονου και θρησκευτικού συμβολισμού, σε μια προσπάθεια αποκρυπτογράφησης της Αφρικής κατά την περίοδο της αποαποικιοποίησης. Επικρατεί η άποψη πως πολλά από τα ποιήματά του γράφτηκαν υπό το όραμα του θανάτου του. Πρόκειται για έναν ξεχωριστό ποιητή και έναν ιδιαίτερα καλλιεργημένο και χαρισματικό άνθρωπο, που έδωσε πραγματική μάχη ώστε να πετύχει την ενσωμάτωση στην ποίησή του της ιδιαίτερής του καταγωγής. Πίστευε πως ο πολιτισμός στην ολότητά του βρισκόταν σε εντροπία, και ο θρήνος του γι’ αυτόν (πόσο μάλλον και για τη δική του θνητότητα), εκδηλωνόταν στο ποιητικό έργο του σαν να επρόκειτο για το δικό του τέλος. Παράλληλα, επέκρινε εκείνο που ο ίδιος θεωρούσε ως το παρηκμασμένο φάσμα των δυτικών επιρροών (σε θρησκευτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο) στην ιστορία των αφρικανικών λαών γενικότερα. Κατέκρινε, δε, με αυστηρότητα τον απερίσκεπτο ενθουσιασμό με τον οποίο οι λαοί της αφρικανικής ηπείρου ασπάζονταν τις επιρροές αυτές, οι οποίες σταδιακά τους οδηγούσαν στον ξεπεσμό· έναν ξεπεσμό που εκτεινόταν πολύ πιο πέρα από την απώλεια της πολιτισμικής ταυτότητάς τους. Ο Αβουνόρ διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στην ανάπτυξη του θεάτρου και του κινηματογράφου στη χώρα του, ενώ στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονται μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, πολιτικά δοκίμια, κριτικές λογοτεχνίας και αρκετές ποιητικές συλλογές.

Λίνα Βαταντζή, Ποιητική αδεία

Ο πυρήνας της σκέψης μου
απαρτίζεται από σένα.
Μπορείς να το αποδεχθείς;

Στα κύτταρα
πολλαπλασιάζεται η εικόνα σου,
στις συνάψεις
καλπάζει η φωνή σου.

Θα σου πλάθω παραδείσους
από πολύτιμες
βιωμένες και αβίωτες στιγμές.

Παραδέξου το!
Και η δική σου δημιουργικότητα
πλημμυρισμένη από εμένα
μεγαλουργεί.

Νάνος Βαλαωρίτης, 12 ποιήματα και αποφθέγματα

“Αθήνα. Η Κόρη της μακαβριότητας”
“Πουλιά”
“Απαράδεκτο”
“Το φάντασμα”
“Αγάπα με”
Εκπληξη”
” Τα ποιήματα είναι μεγευθυντικοί φακοί”
“Η στρατιά”
“Στο υποκύανο μάτι του Κύκλωπα”
” Πως εξόντωσε ο Ξέρξης τους 300 του κύκλου των ποιητών”
“Η τιμωρία των μάγων”
-Αποφθέγματα-

Απόδοση: Νάνος Βαλαωρίτης – Κατερίνα Κανάκη-Αξούγκα
Κάμερα: Νίκος Νέζος
Επιμέλεια-οπτικοποίηση: Θανάσης Πάνου

Αρχείο Οπτικής ποίησης
Ελλήνων & Ξένων Λογοτεχνών.

Ένας σκωπτικός κι ανατρεπτικός επίγονος του Καρυωτάκη

Γιώργος Κοζίας, Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες, εκδ. Περισπωμένη, Αθήνα 2017

Η ποίηση του Γιώργου Κοζία (γ. 1958), από το σχετικά μακρινό 1989 και τον Ζωολογικό κήπο του ακόμα, όπου και ο ίδιος ο τίτλος προϊδεάζει αλληγορικά για την ανατρεπτική έως διαλυτική σάτιρα που θα συναντήσει ο αναγνώστης στις επόμενες σελίδες, δεν μπορώ να πω ότι ήταν συντονισμένη με την ποίηση των συνομηλίκων του. Για να μην αφήσω εδώ υπονοούμενα, και για να αναδείξω ευκρινέστερα τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις όσων εμφανίστηκαν στα ίδια πάνω κάτω χρόνια με τον Κοζία, στη νεότερη ποίησή μας, ας πω ότι ως συνομηλίκους του εννοώ τους ποιητές που είναι συνέχεια της ομάδας του ’70 και χαρακτηρίζονται, όπως και οι τελευταίοι, για την πολυμορφία, την πολυτροπία και την πολυθεματική τους ταυτότητα. Πρόκειται για ποιητές που θα μπορούσαν από τα πρώτα πρώτα βήματά τους να έχουν ως κοινό επίθεμα την προϊούσα επέλαση του μεταπολιτευτικού χάους, μετά την ένταση που κυριάρχησε τη δεκαπενταετία 1960–1975, χωρίς συνάμα να συνοδεύονται οι ίδιοι αυτοί ποιητές με κάποιο ιδιαίτερο ιστορικοκοινωνικό γεγονός! Σπύρος Βρεττός (γ. 1960), Γιάννης Τζανετάκης (γ. 1956), Στρατής Πασχάλης (γ. 1958), Χάρης Βλαβιανός (γ. 1957), Βαγγέλης Κάσσος (γ. 1956), Γιώργος Γώτης (γ. 1956), Δημήτρης Χουλιαράκης (γ. 1957), Κώστας Ριζάκης (γ. 1960) κ.ά. Όπως λοιπόν είπα προηγουμένως, η ποίηση του Κοζία εκ μιας αρχής συνεισφέρει το αντίδωρο της σάτιρας και της σκωπτικής στάσης στο «κοινό ταμείο» (αν υπάρχει τέτοιο) των ποιητών που είχαν μπροστά τους την είσοδο προς την «εποχή της αυταπάτης» από το ’80 και έπειτα. Εν πολλοίς, ξεχωρίζει ανάμεσά τους γι’ αυτό. Όμως το ξεχώρισμά του ασφαλώς και δεν έχει κάτι το μεμπτό, αφού ο λόγος του ήταν καταγγελτικός διότι έτσι, ως οξύς διαγνώστης, θέλησε να βρει το δικό του ξέφωτο, ξεκόβοντας από τις πεπατημένες οδούς της χαμηλόφωνης δραματικής έκφρασης που χαρακτήριζε αρκετούς από τους συνομηλίκους του.

Αν πάντως αναγνωρίσουμε, περνώντας από τις συλλογές του, ότι προϊόντος του χρόνου μέστωσε με τα δικά της υλικά η ποιητική φωνή του, θα είχα να παρατηρήσω ότι δεν έλειψαν από τα ταυτοτικά χαρακτηριστικά της οι πρώτες της ιδιότητες: σαρκαστική οξύτητα, οργίλο ύφος, έξαψη που κορυφώνεται ως θυμός, αλλά και μελαγχολία βαθιά για τα συνεχώς ανυψούμενα αδιέξοδα που συναντά μπροστά του ο σύγχρονος πολλαπλά ηττημένος άνθρωπος. Στα προηγούμενα προστίθεται και μια αμετάθετα αιρετική στάση∙ αιρετική με την έννοια ότι δεν συγκλίνει ο λόγος της ποίησης του Κοζία με τους λόγους των συνομηλίκων του. Πράγμα που σημαίνει ότι ο ανυποχώρητα αντιρρητικός λόγος του (εντατικοποιημένος μάλιστα στο Πολεμώντας υπό σκιάν…) δεν χτυπάει στα τυφλά. Έχει χαράξει την προοπτική της ρητορικής του. Είναι αποδομητικός, ενώ στον πυρήνα του είναι οργανωμένος γύρω από ένα ελάχιστο αμετάβλητο όπου συναιρούνται η κατάφαση απέναντι στη ζωή, ή η άρνηση της φθοράς, η δοξαστική του έρωτα και των αισθήσεων, του ανθρώπινου σώματος, του άδολου και πηγαίου των συναισθημάτων.

Φύση, ψυχή μου, μας γέλασαν οι εποχές.
Γέμισε ο κόσμος
χρηματοκιβώτια χτισμένα στη γη
θησαυροφυλάκια ψυχοπαθών
μέντιουμ, νταντάδων, χονδρεμπόρων
[…]
Φύση, μακρινή μου αγάπη
τα στεγνά μάτια πρέπει να φοβάσαι.

Το ποίημα, μαζί με άλλα σαράντα οχτώ στην τελευταία συλλογή του Κοζία, ανασυνθέτει κι αυτό τη διπλή φύση του ποιητικού λόγου του, διπλή φύση που από τον τίτλο ακόμα της συλλογής υπογραμμίζει τη λύπη, τη νοσταλγία και, από το άλλο μέρος, την αγανάκτηση, η οποία σπρώχνει με τη σειρά της την οξύτητα του ύφους του ποιητή και την ενίοτε επιθετική ρητορική του. Άλλωστε, ο υπότιτλος Ελεγεία και σάτιρες δεν ανακαλεί μόνο τις δυο συμπληρωματικές όψεις της τελευταίας —προ αυτοκτονίας— συλλογής του Κ. Γ. Καρυωτάκη. Προσδιορίζει επίσης, όπως το περιέγραψα, το διφυές της ηθικής οντότητας του καρυωτακικού επιγόνου. Ασκεί διαβρωτική σάτιρα, εμπαίζοντας και πλήττοντας με ευφορία ψυχής τη μακαριότητά μας, συνάμα όμως θλίβεται, πενθεί για την απόσυρση, την ιδιώτευση, τον ατομικισμό που περίσσεψαν, αντί να ελαττωθούν, στη μεθοδευμένη από ποικίλα συμφέροντα, δήθεν ανοιχτή κοινωνία της Δύσης:

Τύμπανα χτυπούν,
ηχούν τρομπέτες, κουδουνίστρες:
«Περνάει της Ευρώπης η εμπορική ακμή!».
[…]
Ευρώπη, τσίρκο των νομισμάτων
και πάνω απ’ τα σχοινιά των σαλτιμπάγκων
Γηραιά Κυρία με Ωσαννά την στρυχνίνη να κερνά.

γράφει στο ποίημα «Ευρώπη, η Κυρία με την στρυχνίνη», παίζοντας ανατρεπτικά και ειρωνικά με το μουσικό δρώμενο του Γιάννη Χρήστου «Η Κυρία με τη στρυχνίνη» (1967), όπου και οι αρχετυπικές αναγωγές των ονείρων στη θεωρία του Carl Jung.

Απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ, είχα αρκετά χρόνια να διαβάσω τόσα ποιήματα όσα αυτής της συλλογής του Κοζία, συγκεντρωμένα μαζί, που να ενσωματώνουν στην κειμενική τους σύσταση τόσο πολλές αναφορές σε πρόσωπα, γεγονότα, τόπους, άλλα ποιήματα, μυθικές και ιστορικές μορφές. Πρόκειται για έναν τάπητα, ένα χαλί υφασμένο από δεκάδες πραγματολογικά στοιχεία που το καθένα τους έχει τη δική του ιστορία, τη δική του σημασία, τον δικό του συμβολισμό. Συνταξιδεύοντας με αυτό τον τάπητα, που τον ξεδιπλώνουν h φαντασία και οι γνώσεις του ποιητή ο αναγνώστης (θέλει δεν θέλει) συμμετέχει στη διαδικασία μια εξαλλαγής, καθώς με την ανάγνωση κάθε ποίημα αναδεικνύει τους κόμπους του, τις διακειμενικές και πραγματολογικές αναφορές του και προσφέρεται ως ένα σύνθεμα στην πρόσληψη του αναγνώστη. Έτσι, υποθέτω ότι για τον Κοζία η κειμενική απόλαυση δεν σημαίνει την εγκατάλειψη του αναγνώστη στη μαγεία αυτής της σύνθεσης, αλλά τη γνωσιακή του ενεργοποίηση. Τη διαύγεια. Κάθε ποίημα, με αυτή την έννοια, είναι σύστημα σημείων, ένα πεδίο ιστορικών, πολιτικών, λογοτεχνικών και άλλων αναφορών που το σημαίνουν ως εγκατεσπαρμένοι πυκνοί οδοδείχτες. Λόγου χάριν, στο ποίημα «Το βάραθρο που χάσκει» χρειάζεται να σταθούμε στον έκτο στίχο, όπου η αναφορά του Κοζία στο «Δημόσιο Σήμα», και να θυμηθούμε ότι από εκεί ο Περικλής εκφώνησε τον Επιτάφιό του. Αν δεν τα σκεφτούμε όλα αυτά, συνειρμικά ή όπως αλλιώς, θα μείνει στον αέρα, ανεξήγητη, η γνωστή καλβική προτροπή «Κρούε την λύρα», με την οποία και κλείνει το ποίημα.

Ή, πάλι, «Το παλτουδάκι της μοδός», ένα βαθύτατα σατιρικό ποίημα για τα κοινωνικά ήθη, παίρνει ένα επιπρόσθετο αντιρρητικό νόημα αν σταθούμε για λίγο στο καταληκτικό του μέρος

—έρμαια, αθύρματα, κουκλάκια μια χρήσεως—
[…]
η Μπαραμπαντού, οι φτωχοδιάβοι,
μέχρι το τελευταίο κουμπάκι στο παλτουδάκι της μοδός.

και θυμηθούμε ότι η Μπαραμπαντού είχε επανεμφανιστεί ως ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού στη συλλογή του 4 Μαζινό (1982). Με αυτές τις πραγματολογικές αναφορές, που δεν έχουν επιδεικτική ή φιλολογική σκοπιμότητα, αλλά θέλουν να δείξουν τον γόνιμο χειρισμό του πλέγματος των διακειμένων στη γλώσσα της λογοτεχνίας —καθώς στα ποιήματα του Κοζία συνεχώς συμφύρονται και διασταυρώνονται χρόνοι, τόποι, πρόσωπα, ονόματα και συμβάντα—, θέλω επίσης να επισημάνω την ιδιαίτερη αξία και σημασία που έχει σ’ αυτή την ποίηση ο αιφνίδιος λόγος. Ο αιφνίδιος λόγος είναι ο λόγος που αποκαλύπτει και που βρίσκεται το ουσιώδες, όπως για παράδειγμα στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Δημήτρη Παπαδίτσα, του Νίκου Καρούζου, του Έκτορα Κακναβάτου κ.ά. Στο Πολεμώντας υπό σκιάν… πάντως, εμφανίζεται με δύο κατευθύνσεις. Αφενός, γίνεται η αιχμή του δόρατος για να εκφραστεί η εξεγερμένη απέναντι στην τακτοποιημένη τάξη διάθεση του ποιητή, θραύοντας ως επιθυμία της ελευθερίας τα όσα παγιδεύουν τον ανθρώπινο αυθορμητισμό. Αφετέρου, ο αιφνίδιος λόγος, ή, αλλιώς, η στιγμιαία κατάσταση της κεραυνοβόλας διαύγειας, είναι που βοηθά στο να ανασύρουμε από τη μνήμη και το μη συνειδητό μας πράγματα γνωστά αλλά τώρα θαμμένα. Ιδιαίτερα στην ποίηση του Κοζία, ο αιφνίδιος λόγος ξεπηδάει από τις αμέτρητες νησίδες διακειμενικών και πραγματολογικών αναφορών, από την αναφορά στον Ezra Pound, στον Bertolt Brecht, στον Γιώργο Σεφέρη και στον Γιάννη Ρίτσο ως τη συχνότερη μνεία του Καρυωτάκη, έτσι που οι απροσδόκητες αυτές συναντήσεις και διασταυρώσεις δημιουργούν μια πολυφωνία και αίρουν τον συνήθως μονοφωνικό χαρακτήρα της νεότερης μοντέρνας ποίησης.

Με αυτή την προοπτική, τα ποιήματα του Πολεμώντας υπό σκιάν… είναι ορθάνοιχτα στη διαχρονία της ιστορίας, της παγκόσμιας λογοτεχνίας, των πολιτισμικών γίγνεσθαι, των υλικών εντέλει ψηφίδων από τις οποίες συντίθεται, αποσυντίθεται και ανασυντίθεται ασταμάτητα η ανθρώπινη ζωή και η αναπαράστασή της. Ένας τέτοιος συγκερασμός, άλλωστε, υπάρχει και στο ποίημα που ακολουθεί, το «Προμετωπίδα στο “Επί ασπαλάθων…”», όπου συμφύρονται η Πολιτεία του Πλάτωνα, ο γνωστός μύθος του Παμφύλιου Αρδιαίου, η ανασκευή του μύθου όπως έγινε από τον Σεφέρη στο ποίημά του «Επί ασπαλάθων…», και, το ίδιο αισθητά, ο υπόρρητος Καρυωτάκης που κοιτά «τους μαιάνδρους στο ταβάνι».

Ο Παμφύλιος Αρδιαίος
δεν πλήρωσε τα κρίματά του.
Κυκλοφορεί ανάμεσά μας
ο πανάθλιος μελανοχίτωνας,
καραδοκεί και απειλεί,
μπήγει τα φαρμακερά βελόνια
των ασπαλάθων τα αγκάθια,
όταν σηκώνουμε κεφάλι.
Κοιτάμε τους μαιάνδρους στο ταβάνι
Ασίνην τε… Ασίνην τε…
οι μαύρες προσωπίδες μάς σκεπάζουν.
Κι όλο κάτι τελειώνει στο χάος
κι όλο κάτι αρχίζει βαρβαρικό
το άνθος μαραίνεται,
το φύλλο ξηραίνεται, ο κόσμος περνά,
μόνον ο τύραννος
επλάσθη αθάνατος, αυτός ποτέ δεν γερνά!

Αλέξης Ζήρας
Ποιητική, Άνοιξη–Καλοκαίρι 2021

Federico Tavan, Ο ποιητής των αρουραίων (τραγούδι αγάπης)

Είμαι ο ποιητής των αρουραίων
που μου λασπώνουν τα χέρια.
Ο υπόνομος μ’ αρέσει
γιατί είναι χαμηλά
όπως η κόλαση.
Τους φωνάζω όλους γύρω μου
με τις ιστορίες τους που δεν φτιάχνουν ιστορία,
γι’ αυτούς παίζω το πίφερο
δίχως να τους παρασέρνω στον πνιγμό.
«Βιτορίνο!» «Παρών!»
Στα σαράντα τρία του
με την όψη ενός εικοσάχρονου
που υπέστη
όλα τα δεινά αυτού του κόσμου
(ανέμους που λευτέρωσε ο Αίολος)
ξύλινο πρόσωπο σαρακοφαγωμένο από τους δοθιήνες,
που μουρμουρίζει ψιθυριστά
για να μην μπορεί ν’ ακούσει
ούτε και ο ίδιος,
άγια μάτια καθηλωμένα
πάνω σε παλιές εικόνες ψυχιατρείου.
Και μετά ο αδελφός του «Λουίτζι!» «Παρών!»
Εκδηλώθηκε στα τριάντα του
έξυπνος κι ενεργητικός
και τώρα «πηγμένο σπέρμα
που παίρνοντας φωτιά γίνεται κόλαση»,
παλιοί παπάδες παλιοί κομμουνιστές,
η μυρουδιά της μάνας του,
η μόνη γυναίκα που γνώρισε.
Αρουραίοι με ελεύθερη έξοδο
στους δρόμους του Αντρέις.
«Θείε Μάριε!» «Παρών!»
Έχει την ηλικία μου
κι όμως είναι γέρος σαν το Ράουτ,
σέρνεται εμπρός
με τη θλίψη του
παριστάνοντας πως χαμογελά·
«χωρίς πνευμόνια χωρίς καρδιά»
χωρίς παραμύθια για τα παιδιά,
παίζοντας από μικρός
μες στον χτισμένο τούβλο-τούβλο κόσμο του.
Και μετά ο αδελφός του «Πάολο!» «Παρών!»
που δεν ξεμυτά ποτέ από το σπίτι
για να περιμένει ανετότερα.
Αρουραίοι σε πομπή.
«Γιάκου ντε Προυπιέρε!» «Παρών!»
«Τόνε ντε Τσίνκιου!» «Παρών!»
«Πετρούλα!» «Παρούσα!»
«Γκίντια!» «Παρούσα!»
«Κιέλ ντ’ Ιζόρτζ!» «Παρών!»
«Φιορίνο!» «Παρών!»
«Βίγκι ντε Πετίκ!» «Παρών!»
«Μπερτ λ’ Eσπέρτ!» «Παρών!»
με τα μεγάλα μυστικά του
που έρχονται από την Ισπανία,
νέος γέρος κυρτός,
τα γυαλιά για να κρύβει τις εκφράσεις του,
που υποφέρει από την πείνα
που υποφέρει από το κρύο
που υποφέρει από τη βρόμα
που υποφέρει από κείνο που ’χει
ανάμεσα στα σκέλια.
Αρουραίοι ιταλικοί
που καταστρέφουν το τοπίο,
μικροί Χριστοί
χωρίς σταυρό
χωρίς Γολγοθά
χωρίς παράδεισο.
«Τίνα ντε λι Ρίμπες!» «Παρούσα!»
Κάτω στο Κολονιάν
τρομάζει όλα τα παιδιά, φωνάζει
τα ποιήματά της, σκουπίζει
ένα σπίτι που δεν υπάρχει
τσαπίζει ένα χωράφι που δεν υπάρχει.
Αρουραίοι φωτογραφημένοι
πολλά χρόνια πριν
που παρεμβαίνουν
στα πράγματα του σήμερα.
Για κείνους τραγουδώ
την παγωνιά των χεριών,
τον πυρετό του μυαλού,
τη σιγή της φωνής,
την κούραση των ποδιών,
τα πεθαμένα δάκρυα,
τη χειμωνιά των όρχεων.
Αρουραίοι που ξετρύπωσαν
από κάθε εκκλησιά
από κάθε σπίτι
από κάθε ταβέρνα
για να κλέψουν ένα σάπιο μήλο
απ’ τα σκουπίδια.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Οι καλύτερές μου φλέβες – Σύγχρονοι Ιταλοί ποιητές», Εκδόσεις «24 γράμματα», 2020. Μετάφραση και γενική επιμέλεια: Ευαγγελία Πολύμου.

Σκέψεις πάνω στην τέχνη, τη ζωή και τον θάνατο του Ηλία Λάγιου

Ο Ηλίας Λάγιος στο βιβλιοπωλείο “Παρουσία” το 1999. Φωτογραφία: Βασίλης Δ. Γόνης

Στον Αθάν και στον Γιάννη. Ποιητές αμφότεροι.

Του Νίκου Λέκκα*

Ήταν φευγάτος, το είχε πονέσει το πράγμα, ήθελε την κάνει… Για πού άραγε; για το υπερπέραν, ή για των ενοχικών το κονέ. Των άδοξων. Των ρημαγμένων, των καταραμένων… Αυτών που πυρπόλησαν την ψυχή τους. Το είναι τους όλο. Που τα έδωσαν όλα στην Τέχνη τους. Και δεν τους έμεινε τίποτα. Μοναχά σκόρπια χειρόγραφα και μια καψούρα για το παραπέρα. Όλα στον κόσμο σκυθρωπά. Περιπάτους στην πόλη. Βιτρίνες και καφέ αδιάφορα. Τρελόχαπα και κάβες. Μπάρες και ξύδια. Αυτά μόνο. Βιβλιοπωλεία… Ηλίας Λάγιος. Χλωμός με βλέμμα απλανές. Η απόλυτη εγκεφαλική διαύγεια. Αξιοπρέπεια, στη Μέγα Τέχνη, σαν ιδρώτας της ψυχής. Δηλητηριασμένος, τοξικός…

Θεραπεία και λύτρωση παράλληλα. Τα όρια της αντοχής άψογα μπαλατζαρισμένα. Σαν τις φόρμες των δημιουργημάτων του. Κάθε χρόνο και από μια συλλογή. Κάθε συλλογή και ένα ξέρασμα αλήθειας. Της απόλυτα προσωπικής. Του ίδιου βεληνεκούς με τις αυστηρά πεποιθήσεις του Βαν Γκογκ. Αυτός και ο εαυτός του. Που τείνει να γίνει ο Άλλος. Αυτός ήταν ο δρόμος. Και για αυτό δημιουργός. Άκλητο το εγώ. Ανύπαρχτο το εμείς. Τετελεσμένος ο χρόνος. Κυνηγός και κυνηγημένος. Να τα προλάβει όλα. Στον σωστό χρόνο. Να τα δώσει όλα. Όλα για όλα. Με οποιοδήποτε κόστος. Χωρίς να ασφαλιστεί πουθενά. Χωρίς στεγανά. Τζογαδόρος ήταν. Το έστησε καλά το παιχνίδι. Χωρίς τσόχα, σηματοδότης των ορίων, για να κάνει τα βήματά του ανώδυνα. Τσιμέντο και χώμα. Καρφιά. Ισορροπία ακροβάτη… Σιωπηλό ντελίριο το νταλαβέρι του με τους ανθρώπους.

Το τσίπουρο συνοδοιπόρος. Ό,τι ονειρεύτηκε το βρήκε στο πάτο της μπουκάλας. Το σύμπαν. Τις ίσες και αντίρροπες δυνάμεις. Το έτοιμο καλό και το υπό κατασκευή κακό. Στην μαγεία της αρρώστιας. Τα ηρεμιστικά όχι σφουγγάρια του ψυχισμού. Κουμπιά για κυριλέ ταξίδια. Σαν Ικεσίες. Γυρνάει συνέχεια. Εξάρχεια, Κολωνάκι, Κυψέλη τα λημέρια του. Επισκέψεις στα βιβλιοπωλεία της Σόλωνος και των κάθετων δρόμων της. Μεθυσμένος. Χαρμάνης στο εγώ του. Φευγάτος από θέση. Μεταφυσικός. Αναζητά μόνο την αλήθεια – Θεό. Στο τελευταίο του βιβλίο φλερτάρει με τον Θεάνθρωπο. Αλτρουιστής στο δημόσιο βίο του. Συνεργασίες με περιοδικά και εφημερίδες (κυρίως με την Αυγή). Τελειομανής στην δοκιμιογραφία του. Ανοιχτός στο να διορθώνει και να επιμελείται κείμενα συνεργατών για όσο το δυνατόν καλύτερο αισθητικό (τουλάχιστον) αποτέλεσμα.

Ο μεγαλύτερος ποιητής της γενιάς του διάβασα μετά το ταξίδι του. Κάθε περιπέτεια – Έρωτας, γοητεία του απρόσμενου, και ένα ακόμα βιβλίο. Ζωή μοιρασμένη σε δέκα έξι πράξεις και πέντε συμπράξεις, που τώρα πια κυκλοφορούν σε τόμο από τον οίκο των νομπελιστών Ίκαρος. Για το πώς έζησε. Για το τί ένιωσε. Από την αρχή της λογοτεχνικής του πορείας, για τα κανάλια που μπήκε. Από το καθένα και μια σφραγίδα. Για τις αλητείες του, για τους δρόμους που το σημάδεψαν. Για τους φίλους που συμπορεύτηκε, για τις γκόμενες που ερωτεύτηκε. Για όλα όσα τον «κατέστρεψαν» – καθόλου λίγα. Ακόμα για τους ψυχρούς θαλάμους του Ψυχιατρείου. Όχι, ο Λάγιος δεν χαρίστηκε σε κανέναν. Ούτε σε φίλους, Ούτε σε κυκλώματα, Ούτε σε γκόμενες, Ούτε στον εαυτό του. Έπεσε από μπαλκόνι ορόφου – ατύχημα. Και άσε τους άλλους να λένε ότι ήταν κωλόφαρδος. Άξιος ήταν. Αυτό ήταν και το δώρο του. Έσκασε σαν κομήτης στην γη. Μια λάμψη ήταν. Ανεξίτηλα χαραγμένη στο Πάνθεον των ομοίων του. Έφυγε στα 46 του χρόνια. Υπεραρκετά για να καταγράψει τα υπόγεια συναισθήματα και να τα αποτυπώσει στο χαρτί.

Κορωπί
12/8/2021

*Το κείμενο και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://www.neaprooptiki.gr/skepseis-pano-stin-techni-ti-zoi-kai-ton/?fbclid=IwAR1IpxmWyoL25RF7mdH17Bw-LbEcV5o28qQPdMtMfau5vRlSlBhyt2DJHb0

Red Poet – Ντοκιμαντέρ για τον Jack Hirschman

The film was accepted into 8 film festivals including the Rome Independent Film Festival in Italy & the Bradford International Film Festival (hosted by the British National Media Museum).

Film Maker Matthew Furey’s “Red Poet” paints a soulful picture of San Francisco’s own Jack Hirschman and brings to the silver screen the singular life of this troubadour for modern times.

A modest Bronx childhood first gives way to a shooting star career in academia. Controversial teaching stints at Dartmouth and UCLA make him anathema to the academy; he is fired for his opposition to the Vietnam War.

Soon Hirschman finds himself penniless and homeless on the streets of San Francisco. Through it all, Hirschman perseveres, continues to write his poems and publish over 100 books of poetry.

Red Poet recounts a tale of a life lived on its own terms: against all odds, a unique poetic talent finds personal redemption through his art and his poetry.

Δήμητρα Κουβάτα, Τρία ποιήματα

Pablo Picasso, Pour couple in a cafe

Τ’ ΑΛΟΓΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

Η αναπάντεχη φλέβα
μέσα στο δάσος
ήσουνα.

Άχνιζαν οι ανάβρες σου.

(και πώς να γονατίσω να βρω τον αβηρό
ο διψασμένος
ο στεγνός εγώ
με τ’ άλογά μου καψαλισμένα για νερό
δίχως άνθρωπο να έχω δει
τέσσερις μέρες τώρα).

*

ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Σ΄ ακούμπησα στο γόνατο
όπως τις αυστηρές βασίλισσες εκλιπαρούν
ομηρικοί ικέτες.

Εκεί όμως μπροστά κυρτός που στάθηκα
με θέρισε ο πυρετός
άραγε πώς σήμερα να ανέδιδε
το άχραντο
βασιλικό σου
αιδοίο.

*

ΣΩΜΑΤΙΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ

Την απουσία σου με δείκτες μετρώ
σωματικούς.
Πόσο μακρύναν τα μαλλιά,
πόσες φορές τα νύχια έβαψα.

Στην καθιστική διαμαρτυρία των αισθήσεων
κάθε τους εκατοστό εξ-
εγείρεται.

Πότε ξανά θα ‘ρθεις,
με δάκρυα, πάλι να σε στολίσουν;

*Από τη συλλογή “Καθαρό οινόπνευμα”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2020.

Denise Levertov, Ο κότσιφας των κοτσιφιών

Ένα γκριζωπό πουλί
στο μέγεθος ίσως δύο στρουμπουλών σπουργιτιών,
πεσμένο σε κάποιο λιβάδι,
πρόκειται να ισοπεδωθεί,σε ένα στεγνό
χάος από πούπουλα-
και κανείς δεν ξέρει
ότι ήταν πρίγκηπας στην γενιά του,
βιρτουόζος των βιρτουόζων,
άρχοντας των χιλίων τραγουδιών,
ευγενής, περίτεχνα επινοητικός, ιδεαλιστής,
αντίζηλος των αηδονιών.

*Από τη συλλογή «Breathing the water». Μετάφραση: Nefelor. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://nefelorpoetry.wordpress.com/2019/07/13/denise-levertov/

Περσέας Ρίζος, Τρία ποιήματα

ΕΑΡΙΝΟ
Η
ψυχή
είναι η μεγάλη διασταύρωση της πόλης
το ρόπτρο
του ουρανού
βιδωμένο
στην πόρτα
της γαίας
μια κοσμική διάβαση πεζών
μην στριμώχνεστε
γιατί ποδοπατιέστε
ενώ θα μπορούσατε
κάλλιστα
να συγχωνευτείτε ο ένας μέσα στον άλλον
δημιουργώντας έναν άνθρωπο
ψηλότερο
πλατύτερο
βαθύτερο

*

ΑΒΓΩ
Γράφω στο γραφείο μου. Το γραφείο μου είναι ο
άνθρωπος. Η ζωή είναι ολωσδιόλου φανταστική!
Μέσα στον άνθρωπο
Χασμουριέμαι
Σαν μπουμπούκι

*

ΚΟΣΜΟΓΩΝΙΑ
Το αγέννητο πουλί φίλησε τη νύχτα στο αβγό της
και δι’ αυτού εγένετο ο κόσμος
από μια ιδέα
σαν ιδέα
μια ιδέα
που τώρα είναι η δικιά μου
Μεγάλη Έκρηξη!

Και είναι γνωστό ότι στο κρυφτό της ζωής φυλάει ο θάνατος
Και είναι επόμενο ότι σ’ αυτό το παιχνίδι κάποιοι θα βρεθούν
Και κάποιοι θα πεθάνουν

*Από τη συλλογή «Ποιήματα», εκδόσεις Φαρφουλάς, 2021.