Η ποιητική διαδρομή της Βερονίκης Δαλακούρα από την “Ποίηση ’67-’72” στους “Καππαδόκες”

[Εξ αφορμής, της πρόσφατα εκδεδομένης δίγλωσσης ανθολογίας:  Veroniki Dalakoura, Bird Shadows (selected poems and poetic prose 1967-2020), translated  and introduced by  John Taylor (Dialogos 2024)]
 
Ακόμα και σε κάποιον
ελεύθερο από πάθη
η θλίψη αυτή θα ήταν φανερή :
δείλι φθινοπωρινό σε βάλτο
που βλέπεις το κεφάλι μιας μπεκάτσας.

  ”Shinkokinshu”(1205) 
(μτφρ. Ανδρέας Αγγελάκης)
 
Αν υποτεθεί ότι κάποιος περιελάμβανε την ποιήτρια Βερονίκη Δαλακούρα, στην αποκαλούμενη ”γενιά τού ’70”, υιοθετώντας την σχηματοποιημένη (και φιλολογικά διευκολυντική) πρακτική τών ημεδαπών γραμματολογικών ”ληξιαρχείων”, η ένταξη  αυτή, θα είχε όντως νόημα -αποκλειστικά και μόνον- όσον αφορά στην παρθενική της συλλογή ”Ποίηση ’67-’72” (1972), που εξέδωσε εικοσάχρονη (ιδίοις αναλώμασι), μεσούσης τής απριλιανής δικτατορίας.
 
Ο υπόρρητος  σαρκασμός  σε συνδυασμό με την πνιγμονή που ”εξυφαίνεται” στην ”Ποίηση ’67-’72” – είναι σε απόλυτη, θα λέγαμε, συναρμογή με το,  αμφισβητησιακών, ειρωνικών και υπαινικτικών  αποχρώσεων, ”τοπίο” ορισμένων πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών και ποιητριών, μεταξύ των οποίων και η ”ομόλογη” περίπτωση τής  Δαλακούρα.
(Θάνατος την ημέρα των Χριστουγέννων)
 
Εμένα μ’αρέσει να προσκυνώ. Δε τα βάζω με κανένα. Αγαπώ τούς τυράννους και θέλω να γεννώ παιδιά στις χαρές των γιορτάδων. Όμως η μουσική – μέ τραυμάτισε σαν την ομίχλη.Δεν αντέχω άλλες συγνώμες κατά τού ειδώλου-  κατά τής συγνώμης. Στήθηκα για την απάθεια παθαίνοντας.  Χωρίς σκόνη. Πέρασα μέσα  απ’ το βουνό με αισθήσεις (συγχωρέστε)
(Ποίηση ’67-’72, 1972)
 
Ας θυμηθούμε, τα  υπονομευτικώς αλληγορικά ”Εικοσιτέσσερα νυχτερινά τραγούδια” (1968) τού Θανάση Θ. Νιάρχου (1945-), ή τον καυστικά ”αποδομητικό”  Βασίλη Στεριάδη (1947-2003)  με τη συλλογή ”Ο κ. Ίβο” (1970) και συναφώς την ”αντιθετική” κοσμοθέαση τής Νατάσας Χατζιδάκι (1946-2017), που βαδίζει (αμετάπειστη) ”Στις εξόδους των πόλεων”(1971).
 
Επιστρέφοντας, στην ποιητική περιοχή που οριοθετεί η Δαλακούρα, θα παρατηρούσαμε πως, ήδη από την ένσαρκη και έμφυλη ”κατάφαση”  τής (μεταπολιτευτικής) ”Παρακμής τού έρωτα” (1976),  η ποιήτρια αφίσταται  από τα κοινωνικοπολιτικά ”συμφραζόμενα” τής χουντικής επταετίας, καθώς και από την ”συνεκφορά” ενός αναγνωρίσιμου ποιητικού ιδιώματος, συνεκτικού μιας δυνητικά ομαδοποιήσιμης (προ Μεταπολίτευσης) ”γενιάς τού ’70”.
(Τραγούδι)
 
Χρόνια πριν, σε μια ηλικία που δεν ήταν παιδική αλλ’ ούτε και ώριμη, βρήκα την ρομαντική μουσική να σφάζει τα δέντρα. Έπιασα τότε τον έρωτα στα δάκτυλά μου και τον συνέτριψα. Μετά προσπάθησα να εξαφανίσω όλων των ειδών τις ευαισθησίες. Δεν βρήκα καμιά αγάπη – ευτυχώς. Η ζωγραφική μου τάραξε το αίμα, κι αυτό για λίγο, προτού διαβάσω τα αριστουργήματα της χλόης. Χάρηκα χάρηκα τη μεγαλοφυία και το θάνατο. Κι όταν κουράστηκα να πονώ δεν ήρθε η σιωπή ή κανένα εξωτικό πλάσμα ν’ αποχαιρετήσει τον ελληνικό χειμώνα. Ο Τετιμημένος και ο Ύπνος είχαν ξεκινήσει για καλύτερες εποχές.
(Η Παρακμή του έρωτα, 1976)
 
Η μεταϋπερρεαλιστικά  εξηρμένη ”Παρακμή τού έρωτα”(1976) δίνει την θέση της, στον φαινομενικά  μειλίχιο, πλην δύσθυμα ”απολογιστικό” ”Ύπνο” (1982), που αποτελεί ένα μεταβατικό στάδιο – τομή, στην έκτοτε κατατιθέμενη ποιητική δημιουργία τής Δαλακούρα, εφόσον ο βιωματικά πληθωρικός (”ενήδονα επώδυνος”) ερωτισμός τού παρελθόντος, έχει υποκατασταθεί πλέον από την πικρή ανάμνηση τού έρωτα, καθώς και από μιαν, ”αγνωστικιστικής” υφής,  απαρέσκεια.
(Ο άλλος)
 
Αχ ιστορία τού έρωτα και απόλαυση τής αγάπης που δεν γνώρισες τίποτα για τον έρωτα!
Γιατί η δική μου ηδονή μετρά τον χρόνο και απορρίπτει, γιατί ένα σώμα πάντα προδίδει
το σώμα μου.

(Ο Ύπνος, 1982)
 
Ο ευθύβολα απογυμνωτικός ”λόγος” στις ”Μέρες ηδονής” (1990), γίνεται  πιο οξύαιχμος  και ενίοτε  ”ενοχλητικά” διαυγής,  ιδίως όσον αφορά στην ”στάθμιση” τού ναρκοθετημένου ”παρόντος”, λόγω παρέλευσης τής νεανικής   ”σωματικότητας” και ιδιοσυγκρασίας.
 
Ως πότε θα συνεχιστεί αυτή η νύχτα
Δεν είναι μόνο το σκοτάδι
Αλλά κι η άρνηση
Το άχρηστο σώμα
Που ομολογεί και φτύνει
Η απαίσια ηδονή

(Μέρες ηδονής, 1990)
 
Στην ”Άγρια αγγελική φωτιά” (1997), η Δαλακούρα συμβολοποιεί τον κατακερματισμό και την εξαϋλωτική επενέργεια, ενός -εν πολλοίς- ”φενακιστικού” ερωτικού φαινομένου (παραπέμποντάς μας,  στον ”οικείο” γνόφο τής σαρτρικής ”Ναυτίας”)
 
Απαίσιο, το καθετί παρέμεινε και μετά το τέλος το ίδιο απαίσιο, Ψίθυροι όπως «Προσευχήσου για μένα» έπαιρναν τη θέση της εξομολόγησης, το μερίδιο της μάχης στο χαράκωμα της λεωφόρου. Ανέβαινε ασθμαίνοντας τα σκαλιά. Κάπου κρυβόταν ο τρελός σύζυγος ίσως στο τέρμα του δρόμου που κάποτε αγάπησε μιαν άλλη. Χειμώνας, για να υπάρξει έπρεπε τη μόλυνση να ακολουθήσει η διαφθορά. Όμως ακόμη κι αν ομολογούσε ότι με τη δική της θέληση ασελγούσαν στην ψυχή της, έπρεπε γι’ αυτό για πάντα το σώμα της να χάσει;
(Άγρια αγγελική φωτιά, 1997)
 
Στα ”26 Ποιήματα”(2004), επτά χρόνια μετά, η ώριμη ”ποιητική” τής Δαλακούρα, αποίκιλτα λιτή, με κατακτημένη (αυτ)επίγνωση και σωρευτικά  απομυθοποιητικές διαψεύσεις,  ”υπάγεται” εντέλει  στην  επικράτεια τής ματαιότητας και τού ανώφελου.

(Φαντάσματα)
 
Τώρα που ονειρεύτηκα τον αγαπημένο
Να κοιτά το άπειρο ξασπρισμένο
Σαν τα δικά του κόκαλα
Επιβεβαιώθηκε η νοθεία τού αισθήματος
 
Σπαθί του είναι τα μυτερά δόντια
Κι όταν το χέρι απλώνω στο συγχυσμένο
Κεφάλι
Αιχμαλωτίζει η μέγκενη των αστραφτερών
Κυνοδόντων.
 
Πατέρα απάλλαξε απ’ αυτόν το πόνο
Συγγενικό με το δικό σου χαμό.
Όμορφη μέρα της νύχτας
Η καρδιά νομοθετεί
Εισδύει με το στόμα μισάνοιχτο
Έτοιμη να δαγκώσει
Ερημική συνέχεια.


 (26 Ποιήματα)
 
Το 2011, η Δαλακούρα επανεμφανίζεται με τον ”Καρναβαλιστή” συλλογή ”προορατική” τής ολοκληρωτικής (απο)νέκρωσης,  μιας  κατ’ ουσίαν ψευδεπίγραφης και αβίωτης ”ζωής”.
 
Όλα τελειώσαν, άνθρωποι,
μέσα σε χύτρες αποφόρια
και λιμάνια με τη βρωμιά
ενός λαδιού από στουπί που
βύζαινα πριν
δώσω στην σκιά ό,τι
οφείλω.

(Καρναβαλιστής, 2011)
 
Θα ολοκληρώσουμε την περιήγηση στην -άνω των πενήντα ετών- ποιητική πορεία τής Βερ. Δαλακούρα, με τους ”Καππαδόκες” (2020), όπου  συνεμφανίζονται και συσσωματώνονται  η αινιγματική απόφανση,  το  οντολογικό κενό, η υπαρκτική κόπωση και καταληκτικά,  η ”εναπόθεση” στην αμφιθυμική περίπτυξη ενός  ομιχλωδώς απροσδιόριστου απείρου ”τέλους”,  δεδομένης – ωστόσο – τής προηγηθείσας ”ζωϊκής” πλησμονής.
(Πάλι καλά)
 
Κάτω από αμμόλοφους όπως βουβά υποσχέθηκα
μάσησα σκότος.
 
Με τα μαλλιά σε μολυβένια
ακτή τα σώματά μας έδεσα και
τραβώντας την αιχμή κορμί ξεχώρισα από δόρυ.
 
Πάλι καλά που πρόλαβα κι έκαψα ολόκληρο κερί.
Ένα με φλόγα από μαργαριτάρι
κι ας έβρεχε
κι ας μ’ είχε πλημμυρίσει η βροχή…

(Καππαδόκες, 2020)
 
ΠΗΓΕΣ
Ανδρέας Αγγελάκης,  Ανθολόγιο κινεζικής και ιαπωνικής ποίησης,  (1974)
Βερ. Δαλακούρα, Ποίηση ’67-’72, (1972)
Βερ.  Δαλακούρα, Η Παρακμή του έρωτα, Διογένης (1976)
Βερ. Δαλακούρα, Ο Ύπνος, Νεφέλη (1982)
Βερ. Δαλακούρα, Μέρες ηδονής, Φόρμα (1990)
Βερ. Δαλακούρα, Άγρια αγγελική φωτιά, Άγρα (1997)
Βερ. Δαλακούρα, 26 ποιήματα, Άγρα (2004)
Βερ. Δαλακούρα,  Καρναβαλιστής, Κέδρος (2011)
Βερ. Δαλακούρα, Καππαδόκες, Κουκκίδα (2020)

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.periou.gr/gianni-s-vitsara-i-poiitiki-diadromi-tis-veronikis-dalakoura-apo-tin-poiisi-67-72-stous-kappadokes/?fbclid=IwY2xjawK6NGVleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFRajJyZE5McUJDemczNmZoAR5u5BITxKGcpoH6wmdhHOd6Bt5P9BpBpnJDjgY__LkMjVKU_rKxdPFALJVXLg_aem_LkAFVes8XO0r1hoEa-7e-Q

Αλήτις Τσαλαχούρη, Ψίχουλα

Ο δρόμος και μία κουβέρτα σπίτι του-Λείπει απ’ τη θέση του-Να ζητιανέψει μες στη θλίψη του-Στη διπλανή γωνία-Που καφετέριες και μαγαζιά-Το πλήθος προσπερνά με αδιαφορία-Μα ένα κορίτσι σταματά-Τυρόπιτες αφήνει στην κουβέρτα-Πλακώνουν περιστέρια–Τις τρώνε φρενιασμένα-Κι αυτός-Που ο δρόμος και μια κουβέρτα σπίτι του-Μ’ όλη τη θλίψη του-Επιστρέφει απ’ τη διπλανή γωνία-Βρίσκει τα φαγωμένα περιστέρια-Και με τα μάτια ευτυχισμένα-Τρώει τα ψίχουλα-Το πλήθος προσπερνά με αδιαφορία-

*Από τη συλλογή “Σάκος του μποξ”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2025.

ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ, ΒΡΟΧΗ ή Η ΖΏΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΥΚΟΛΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ ΕΔΩ

Φωτογραφία από την ταινία Lady Bird (2017)

Που να ‘ναι άραγε η Χώρα των Βάσκων, σκεφτόμουν καθώς διέσχιζα το διάδρομο κατά μήκος του λίβινγκ ρουμ. Μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο ζούσα. Όι χτύποι του τηλεφώνου διασταυρώνονταν με τα βήματά μου, που χτυπούσαν ρυθμικά πάνω στα πλακάκια, ενώ η τηλεόραση άλλαζε αθόρυβα χρώματα. Κάποιοι σχημάτιζαν λέξεις στα χείλη τους χωρίς ήχο, η ώρα ήταν έξι το απόγευμα αλλά κιόλας νύχτα, οι εναλλαγές φωτός δημιουργούσαν σκιές στους τοίχους. Δεν θα κατάφερναν να έρθουν απόψε. Μια λίμνη εμφανίστηκε
έξω απ’ το σπίτι, στην άσφαλτο. Η τηλεόραση έπαιζε μια παλιά βασκική ταινία. Σήκωσα το ακουστικό, στριμώχτηκα σε ξένες λέξεις, ο πανικός στροβιλιζόταν σαν διάφανη λευκή σκόνη στο λίβινγκ ρουμ με τους φθαρμένους καναπέδες από δέρμα. Άκουσα τη φωνή μου να λυγίζει, να δραπετεύει μέσα απ’ τα καλώδια. Ταυτόχρονα κολυμπούσα προς το Βορρά, ανάμεσα σε κορμούς δέντρων και σκασμένα λάστιχα. Δεν είχα ιδέα πού βρισκόταν αυτή η χώρα.

RAIN or LIFE IS NOT EASY FOR THOSE LIVING HERE

Where would the Basque country be, I was wondering as I was crossing the corridor across the living room. In this room I was living. The telephone rings crisscrossed my steps, rhythmically tapping on the tills, as the TV was quietly changing colours. Some people were shaping words in their lips without a sound, it was six in the evening, but already dark, the switching lights were making shadows on the walls. They will not make it here tonight. A lake appeared outside the house, on the asphalt. The TV was showing an old Basque movie. I picked up the receiver, got squeezed in foreign words, the panic was whirling like white transparent dust in the living room, with the worn sofas covered with leather. I heard my voice bending, escaping through the cables. At the same time, I was swimming towards the North, amongst tree trunks and flat tires; I had no idea where this country was.

*Από το δίγλωσσο βιβλίο “ΞΎΠΝΗΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΧΏΡΑ – Ελληνική ποίηση σε ενεστώτα χρόνο” (I woke up in a country Greek poetry at the present time), Εκδ. ΙΔΡΥΜΑ ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΌΥΡΓΚ | ROSA LUXEMBURG STIFTUNG, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2019.

Eavan Boland, Χάντρες από αμέθυστο

Κι όταν τις βγάζω από
το κουτί από ξύλο κερασιάς αυτές οι χάντρες έχουν
το χρώμα της βιολέτας στη σκιά. Έπειτα
στο πηγάδι του λαιμού όπου
σχηματίζονται τα δάκρυα
σκουραίνουν. Τώρα φορώ στο λαιμό ένα παλιό σχηματισμό
από κρύσταλλο: μια εντύπωση γήινου νοικοκυριού.
Μια μυστηριώδη λάμψη
φτιαγμένη υπόγεια όπου δεν έχει ήλιο
μόνο ιστορίες ενός παιδιού ξεστρατισμένου και της μητέρας του να παζαρεύει
με έναν αγέλαστο βασιλιά. Να υπόσχεται και να μαλώνει:
τι μπορεί να κρατήσει, τι μπορεί να του παραχωρήσει. Οι σκιές
και η εποχή που βγαίνουν οι βιολέτες είναι μέρος
της συμφωνίας. Κλεμμένες από ένα τέτοιο μέρος
αυτές οι χάντρες δεν μπορούν παρά να
γνωρίζουν τις ιαματικές τέχνες του συμβιβασμού,
της επιβίωσης. Κι όταν τις φορώ
είναι σχεδόν λες και το δέρμα μου απορροφούσε
ένα φάρμακο από φως. Κάτι σαν τα παλιά βάλσαμα.
Δενδρολίβανο, ας πούμε ή τανατσέτο.
Ή χαμομήλι που το είχαν
για τον πυρετό. Που κάποτε δίνανε για να μερέψουν ένα παιδί
που στριφογύριζε από τη μια μεριά στην άλλη, χάντρες ιδρώτα να αιχμαλωτίζουν
και να κρατούν μια λάμψη από το καντηλέρι.
Ένα παιδί που φωνάζει μες στον ύπνο της
Περίμενέ με. Μη με αφήνεις εδώ.
Που ποτέ δε θα το θυμάται αυτό.
Που ποτέ δε θα το θυμάται αυτό.

Hashim Saraj, Πριν η νύχτα αποκτήσει άλλο νόημα

​Μετά τον θάνατο του Αριστοτέλη
η ελληνιστική εποχή δεν είχε ακόμη δύσει
κι εγώ, αλαφροΐσκιωτος από ποίηση και ομορφιά
περιπλανιόμουν μεθυσμένος στους λαμπρούς δρόμους της Αθήνας.
​Στεκόμουν μπροστά στις ανοιχτές πύλες των σχολών:
της Ακαδημίας, του Λυκείου, του Κυνισμού
του Επικουρισμού, της Στοάς και των Σκεπτικών
κι έγραφα ελεύθερα την αυτόματη ποίησή μου.
​Η φλόγα της ομορφιάς ανάβλυζε
από τα λυγερά κορμιά και τα αέρινα ρούχα των κοριτσιών
πυρπολώντας καρδιές και ψυχές.
​Η Σιλάν*, το λευκόκορμο κορίτσι
τραγουδούσε και χόρευε στο φεγγαρόφωτο.
Άνοιγε την αγκαλιά της, κι εγώ ανάσαινα το άρωμα των μαλλιών της
σαν να έπινα από πηγή κρυφή.
​Τότε, που ούτε το δόγμα είχε επιβάλει τη σκιά του
ούτε ο Αυγουστίνος κι ο Ακινάτης
είχαν συγκεράσει τη φιλοσοφία με τη θεολογία
μέσα στην ίδια σκοτεινή πλεξούδα.

​* Σιλάν (Shilan): Κουρδικό γυναικείο όνομα· αναφέρεται στο αγριοτριαντάφυλλο.

Μιχάλης Γραμματάς, Γιατί μισώ τον χειμώνα

Γιατί με σκέπασες χωρίς να φύγεις
Γιατί έφυγες χωρίς να με σκεπάσεις
Γιατί με ξύπνησες χωρίς να φύγεις
Γιατί έφυγες χωρίς να με ξυπνήσεις
Κι αφού ξύπνησα δεν ξαναγύρισες
Όσες φορές και να ξύπνησα
δεν ήσουν δίπλα μου
Όποια γυναίκα και να ήταν δίπλα μου
πάντα ήξερα πως δεν ήσουν εσύ
Πάντα ήθελα να ήσουν εσύ

Κάθε χειμώνα περίμενα να γυρίσεις
Γυρνούσαν όμως πάντα
μόνο οι αντικατοπτρισμοί σου
μόνο οι σκιές σου
στη μορφή γυναικών 
που τις αγάπησα
αλλά δεν τις ήθελα
Γιατί πάντα ήθελα εκείνες
να ήσουν εσύ

Έναν χειμώνα έφυγες για πάντα
Και όποτε κρυώνω
δεν είσαι εκεί να με σκεπάσεις
Έναν χειμώνα έφυγες
Κι εγώ
θα μισώ τον χειμώνα για πάντα

Andre Breton, Τα γραπτά φεύγουν

Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
είναι τόσο ωραία
που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
κατάματα
όπως δεν κάνουν τ’ αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
του αέρος
ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
γραμμάτων
όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών
για να βρέχει πάντοτε

Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
σμίξουν
Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου νια τον έρωτα
του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
θάμνους γιομάτους πέπλους
και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
εκτάσεως
αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων

*Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)

Έφη Καλογεροπούλου, Αυτοί / Οι δίχως σημασία

Έπεσαν στο ποτάμι
στις σελίδες των σκοτεινών δρόμων
αν οι σελίδες σου διαβάζονται ανάποδα
θα χαρώ να τις διαβάσω, του είπε

Κι αν έφτασαν στο Γεφύρι των Ληστών
ποιος δίνει σημασία
αφρισμένα ποτάμια τους έσυραν οι λέξεις

Λέξεις
Λέξεις πολλές-πυρωμένα κάρβουνα
κι άλλες παγωμένες γαντζώθηκαν
στα χειρόγραφα
σαν μνήμη
Ώσπου σύρθηκαν στα πρώτα σπίτια
βυθισμένα κι αυτά μέχρι τη μέση
στο νερό
πειρατές δίχως πειρατικό σαλπάρισαν
για λίγα ψίχουλα ευζωίας
Μα βούλιαξαν άδοξα Απρίλη μήνα
κι είχε ζέστη

*Από τη συλλογή “Στο μονοπάτι των σκύλων”, Εκδόσεις Περισπωμένη.

Δημήτρης Αρμάος (1959 – 2015), Ερωτευμένος άνθρωπος εν μέση αγορά

Βάδιζε ως έγγιστα
Ένα-τριάντα ένα-πενήντα πάνω απ’ το έδαφος
Έπαιζε φως και σκόνη μες στα μάτια του

Η οθόνη πύκνωνε και αραίωνε

Σε αξύπνητο ύπνο εν πτήσει

Σαν το πουλί που τρέμει να κάτσει σε κλαδί

Μην κρεμαστεί
Με το κεφάλι κάτω.

*Πηγή: Δημήτρης Αρμάος, Βίαιες εντυπώσεις των ετών 1975-2007, ύψιλον/βιβλία, 2009.

Ξανθή Μηλίγγου Γκλεζάκου, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Leonard Freed

Το σπίτι ρούχο στενό
Δωμάτιο, κουζίνα, μπάνιο

Τα άλλα δωμάτια μυστικές τρύπες· χορεύουν τα φαντάσματα

Το σώμα εδώ φυραίνει
Εκείνη έχει φύγει εδώ και χρόνια

Κλείνει το φως
Σφάλιζει τα μάτια

Κομμένη αναπνοή
Μυρίζει άνοιξη

*

Ένας ένας αναχωρούσαν
Το σπίτι άδειαζε

Τα πράγματα έμεναν όπως τα άφησαν

Η φυγή  βιάζεται

Η μυρωδιά των ανθρώπων  λιγόστευε

Το σπίτι διαστελλόταν
Τα βήματα επιβραδύνονταν

Οι μορφές έμεναν στους καθρέφτες

Ένας σωρός κρύσταλλα στο πάτωμα