Mina Loy, Time-Bomb / Ωρολογιακή βόμβα

Η παρούσα στιγμή
είναι μια έκρηξη,
μια διαίρεση
ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον
που αφήνει
εκείνους τους γενναίους αλήτες,
τα ερείπια—
φρουρούς
ενός άγνωστου ξημερώματος
σπαρμένου με προφητείες.
Μόνο η στιγμιαία
παράφορη ματιά του θανάτου
καθηλώνει την φευγαλέα
ώθηση.

*Πηγή: Mina Loy. Futurismo Dadá Surrealismo. Ana Muiña.
https://www.lalinternasorda.com/Mina.html
**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Μιχαήλ Μητσάκης, Δύο μικροί

Εκατό δέκα χρόνια από την αποδημία του Μιχαήλ Μητσάκη…

«Δύο μικροί», διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη (1868 – 1916), (εκδ. «Νεφέλη», 1988)

Εις την γωνίαν της οδού, δύο μικροί ίστανται. Ηλιοκαή είνε τα πρόσωπα αυτών και τα ενδύματά των τετριμμένα. Ασκεπείς και οι δύο, και η μαύρη κόμη των, άτακτος και ακτένιστος, μόνη καλύπτει την κεφαλήν αυτών, δασεία. Του αυτού σχεδόν αναστήματος και μ’ ομοιόμορφον περίπου την πενιχράν περιβολήν, ην συμπληρώνει καταπίπτουσα από της ζώνης μέχρι των γονάτων, μακρά ποδιά. Ο εις κρατεί ανά χείρας τμήμα χαρτίου, κατερρακωμένον, κατεσπιλωμένον, υπομέλαν, εφ ου διακρίνοντ’ εξίτηλα τ’ αποτυπώματα πληθύος δακτύλων, αφ’ ων διήλθε. Και ο άλλος, προστριβόμενος εις αυτόν, μηρόν προς μηρόν, αγκώνα προς αγκώνα, κλίνει πλαγίως και αυτός το πρόσωπόν του επί του χαρτίου και ακροάζεται μετά προσοχής της αναγνώσεως του γράμματος. Διότι είνε γράμμα, και ο φάκελλος αυτού, ερριμμένος, κείται προ ποδών, επί του πεζοδρομίου, με το εικοσάλεπτον ερυθρόν αυτού σήμα έξωθεν, γράμμα δι’ επιτετηδευμένων καλλιγραφικών χαρακτήρων γεγραμμένον, μετ’ επιμελείας, μ’ ευθείας τας σειράς, ως δια χάρακος τεθέντος υποκάτωθεν ίσως επί τούτου όπως τας σημειοί. Και απευθύνεται φαίνεται προς τον έναν εκ των μικρών, εκείνον όστις παρατηρεί πλαγίως μετά προσοχής, ως προσπαθών να μαντεύση κάλλιον αντιλαμβανόμενος αυτών και δια του βλέμματος την άγνωστον αυτώ σημασίαν των επί του χάρτου σημείων, άτινα τω απαγγέλλει ο σύντροφός του, πλέον γραμματισμένος καθ’ όλα τα διδόμεν’ απ’ αυτόν κ’ εις ον, όπως εξάγεται, κατέφυγεν ίνα του τ’ αναγνώση.

Και αναγινώσκει ο μικρός διερμηνεύς, πράγματι:

«Καλαμάτα, 27 Μαρτίου 1889. Παιδί μου Γιώργη. Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω δια την καλήν σου υγείαν και δεύτερον αν ερωτάς και δι’ ημάς καλώς υγιαίνομεν. Παιδί μου, σου γράφω και σου λέω πως αφότου έφυγες είμαι εις μεγάλην ανησυχία και λαχταρίζω νύχτα και μέρα κάθε ώρα και στιγμή πώς να βρίσκεσαι μοναχό σου σε τόσο μεγάλη πολιτεία, που χάνονται οι μεγάλοι και όχι εσύ δέκα χρόνων παιδί, και τι να γίνεσαι. Το γράμμα σου έλαβα οπού μού έγραφες πως ο μπάρμπας σου ο Αντώνης εφρόντισε και σ’ έβαλε ‘ς ένα μαγαζί με τριάντα δραχμαίς το μήνα. Έκαμα, παιδάκι μου, το σταυρό μου κ’ επαρακαλέσθηκα ‘ς το Θεό μέραις να μου κόβη και χρόνους ναν του της δίνη. Έλαβα και τα δύο τάλληρα που μου έστειλες από το μισθό σου με τον Παναγιώτη και σε ευχήθηκα η δυστυχισμένη πέτρα να πιάνης και μάλαμμα να γίνεται. Τώρα, από τότε έχω τρεις μήνες να μάθω για σένα. Τι κάνεις, τι γίνεσαι δεν ηξέρω. Ξημερώνει, βραδιάζει, με την έννοια σου πέφτω και με την έννοια σου ξυπνώ. Η αδερφή σου μου λέει: «Μα μη στενοχωριέσαι, τι κάνεις έτσι, θαρρωστήσης, καϋμένη μητέρα!», μα εμένα ύπνος δε μου πάει να συλλογίζωμαι ολοένα πού να είσαι και πώς να περνάς. Όσους έρχονται απ’ αυτού πηγαίνω και τους ρωτώ για σένα, μα αρηά και πού ναυρώ κανένα να μου πη πως δε είδεν. Η αδελφή σου μού λέει πάλι: «Μα πού ναν τον ιδούνε, μάννα, τόσος κόσμος ‘κει πέρα…!», μα εμένα μου φαίνεται σα να σ’ έχω χαμένο και σένα σαν τον πατέρα σου…»,

Και η επιστολή εξακολουθεί, επί του αυτού τόνου και δι’ αναλόγων φράσεων, ανησυχίαν και λύπην και αγωνίαν εκδηλούσα. Προδήλως, μητρός είνε το κετερρακωμένον γράμμα, μητρός αγραμμάτου και πτωχής – δια ξένης χειρός γραφέν -, μητρός ήτις θα κατέφυγεν ίσως και αυτή εις κανένα γραμματισμένον δια να της το γράψη υπαγορεύουσα αυτώ, όπως ο υιός της τώρα εις τον μικρόν φίλον του δια να του τ’ αναγνώση. Και η αγωνία ήν εκφράζει, είνε η αγωνία της χωρισμένης από τον υιόν της αυτόν, όν έστειλε φαίνεται μακράν, εις την μεγάλην αυτήν πολιτείαν περί ής ομιλεί, εις την Αθήνα, εις την πρωτεύουσαν, αναγκασθείσα πιθανώς υπό της δυστυχίας, δια να εύρη πόρον ζωής, και αγνοεί έκτοτε τι γίνεται, και πονεί δια τον χωρισμόν του. Ο μικρός αναγινώσκει αργά-αργά, πιστώς, ευσυνειδήτως, συλλαβιστά, απομονών τας λέξεις, διαιρών αυτάς μίαν προς μίαν, ως να ταις αποδίδη υπέροχον έννοιαν. Και ο άλλος ακούει, εν σοβαρότητι, συγκεκινημένος κάπως, παρακολουθών το βλέμμα του φίλου του φερόμενον επί των γραμμών, διαπορούμενος ίσως καθ’ εαυτόν πώς τα άψυχα αυτά στοιχεία, τα κεχαραγμένα δια μελάνης επί του χάρτου, να ημπορούν να τω φέρουν την φωνήν της μάννας του, να τω φανερώνουν τι σκέπτεται, να τω μεταδίδουν πληροφορίας, να τω διαβιβάζουν ερωτήσεις, ως να την έχη εμπροστά του και να την ακούη την ιδίαν. Προ τριών μηνών την αφήκεν εκεί κάτω, εις την πατρίδα των, εις την Καλαμάταν, και έφυγε, και ήλθεν εις τας Αθήνας, πλησίον του θείου του τού Αντώνη, δια να τον βάλη εις κανένα μαγαζί, ή να τον μάθη καμμίαν τέχνην. Και έκτοτε, πλανάται το παιδίον ανά την πρωτεύουσαν, υπό την προστασίαν μεν του θείου του πάντοτε, αλλ’ αφειμένον εις τας ιδίας του δυνάμεις, εργαζόμενον όπως ζήση και αμειβόμενον δια λογαριασμόν του, υπηρέτης εις ένα μαγαζί, εις το οποίον τον έβαλε μικροσκοπικός παλαιστής του αγώνος της ζωής. Και ιδού οπού η πτωχή μητέρα του, την οποίαν ενόμιζεν όταν έφευγεν ότι την έχανε διαπαντός, η απομείνασα εκεί, εις τον τόπον των, χήρα με τ’ άλλα δύο της μικρά, αποφασίσασα να τον εμπιστευθή ως εις άλλην μητέρα εις την πρωτεύουσαν, εις την Αθήνα ως την ονομάζει, εις την μεγάλην αυτήν πολιτείαν ήν μεγαλοποιεί έτι μάλλον η επαρχιωτική φαντασία της – ιδού οπού του γράφει τώρα – περίεργον! ως να του ομιλή! – από την άκραν εκείνην της Πελοποννήσου, από την Μεσσηνίαν, δια να τον ερωτήση τι κάμνει και να μάθη τι γίνεται!...

-«Παιδί μου, λέγει, παιδί μου, να έχης την ευχήν μου, ν’ ακούς τον μπάρμπα σου τον Αντώνη σε ό,τι και αν σου λέη σα να είμαι εγώ η ίδια. Να κάνης τη δουλειά σου άξια και τίμια για να γίνης καλός άνθρωπος και να ιδώ κ’ εγώ και τ’ αδέρφια σου καλό από σένα, μια και θέλησε ο Θεός και μας επήρε τον πατέρα σου και μας άφησε ‘ς τους πέντε δρόμους. Ν’ ακούς τον αφεντικό σου και να κάνης ό,τι θελήματα σού λέει. Τα λεπτά σου ναν τα φυλάς και να μην τα σκορπάς εδώ κ’ εκεί και άμα σου περισσεύουν ή ναν τα δίνης του μπάρμπα σου να σου τα φυλάη ή να βρίσκης άνθρωπον πιστόν από τους πατριώταις μας και να μου τα στέλνης… Μού είπαν πως αυτού είνε και ένα σχολείο για τα φτωχά παιδιά, των Απόρων, και έγραψα και εις τον μπάρμπα σου να σε βάλη και να αρχίσης να πηγαίνης για να μάθης και λίγα γράμματα, γιατί σήμερα όποιος δεν ξέρει γράμματα χάνεται…»

Τον συμβουλεύει δ’ ούτω επί μακρόν, εν αφελεία, μετά πόνου ψυχής, κοινοτάτων αλλά πλήρων ποιήσεως εν τη πεζότητί των εκφράσεων μητρός ποθούσης να ίδη το τέκνον της αποζών εκ της εργασίας του εν τιμή, και βοηθούν και την οικογένειάν του, και γινόμενον άνδρα τέλειον, και αποκαθιστάμενον, και αυτάς και οι περί αυτόν, εν ευτυχία. Και τω δίδει επί πολύ οδηγίας και περί των ελαχίστων, και τον νουθετεί, και τον ποδηγετεί, η καλή επαρχιώτις, πώς πρέπει να βαδίση εν τω βίω, απαραλλάκτως νομίζεις όπως θα τον εποδηγέτει όταν ήτο βρέφος και θα τον εμάνθανε πώς να βαδίζη επί του ψυχρού εδάφους του ταπεινού των οικίσκου. Και ο μικρός συγκινείται προδήλως επί μάλλον εφ’ όσον προβαίνει η ανάγνωσις, και επί της φυσιογνωμίας αυτού αποτυπούται έκφρασις ενδομύχου ψυχικής εργασίας ήτις τελείται φαίνετ’ εν αυτώ υπό την επήρειαν του γράμματος, και το όμμα του πλέει ενίοτε, διαμιάς υγρόν, εις αιφνίδιον δάκρυ…

Όμως, από μιας στιγμής, απροσδόκητον νέφος εσκίασε του παιδίου την μορφήν. Τας παρειάς του ανέρχεται παραδόξως βίαιον ερύθημα και λευκαίνονται τρέμοντα τα χείλη του. Οι οφθαλμοί αυτού μεγεθύνοντ’ εν εκπλήξει και σχεδόν ανοίγει το στόμα απορούν.

Προβαίνουσα λέγει σχεδόν η επιστολή:

«Παιδί μου Γιώργη, κάποιος από τους πατριώταις ήρθε απ’ αυτού και τον ηρώτησα και μου είπε πως είσαι κακό παιδί και δε δουλεύεις τακτικά εις το μαγαζί και γυρίζεις με τους μπερμπάταις ‘ς στα σοκάκια και ξοδεύεις τα λεπτά σου όπως τύχη. Εγώ, παιδί μου, δεν τον επίστεψα, μα κύτταξε καλά να μην τύχη και είνε αλήθεια γιατί δε θέλω πια να σε ξέρω για παιδί μου…»

Είνε πραγματικώς διάδοσις ανακοινωθείσα αυτή* η είδησις ή είνε τέχνασμα της καλής μητρός επιθυμούσης να δοκιμάση τον χαρακτήρα του παιδίου; Άδηλον. Αλλ’ εκείνος, εφ’ όσον προχωρεί η ανάγνωσις, επί τοσούτον κοκκινίζει εξ αγανακτήσεως, κ’ εξαγριούται, και μη συνερχόμενος πλέον:

-Ψέμματα!, ανακράζει αίφνης εν οργή, είνε ψεύτης!…

-Ποιος ναν’ αυτός τάχα; λέγει διακόπτων την ανάγνωσιν ερωτηματικώς ο σύντροφός του.

-Τον ξέρω κ’ εγώ τον ψεύτη;…, απαντά επί μάλλον και μάλλον οργιζόμενος ο παις.

-«Σε φιλώ – Η μητέρα σου Αγγελική.», επανέλαβεν ο άλλος.

Ετελείωσεν η επιστολή.

Και οι δύο μικροί αποχωρίζονται…

-Πότε θάρθης να κάνουμε το γράμμα που θαν της στείλω; ερωτά ο πρώτος.

-Το βράδυ να με περιμένεις ‘ς το μαγαζί.

Δίδουν τας χείρας αποχαιρετιζόμενοι, ως μεγάλοι συμφωνούντες περί σπουδαίας τινός υποθέσεως. Και ενώ ο αναγνώστης του γράμματος απέρχεται ήδη, ο φίλος του ίσταται επί μικρόν, διπλώνει μετά προσοχής το υπομέλαν και κατεσπιλωμένον χαρτίον, και ενώ το εισάγει ευλαβώς και το εναποθέτει εις τον κόλπον του:

-Ψεύταις, υποτονθορύζει εκ νέου μεταξύ των οδόντων του θυμωδώς, ψεύταις!…

                                                     ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗΣ 
                                                        Εστία, 16/4/1889

Βλαδιμίρ Μαγιακόφσκι, από το “Σύννεφο με παντελόνια” (Αποσπάσματα)

Σ’ εσένα Λιλή

Πρόλογος

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λυγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.
Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχειά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.
Εσείς οι αβροί!..
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς την άψογον υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κ’ εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα – ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες τού οδηγού μαγειρικής.
Θέλετε —
θάμαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
— κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός —
θέλετε —
θάμαι η άχραντη ευγένεια
— όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια.

Ι

Νομίζετε ίσως πως παραμιλάει ο πυρετός;
Έγινε.
Έγινε στην Οντέσσα.
«Θάρθω στίς τέσσερις», είπε η Μαρία.
Οχτώ
Εννέα
Δέκα
Να και το βράδι
έφυγε απ’ το παράθυρο
μες στ’ ανατρίχιασμα της νύχτας
κατσουφιασμένο
δεκεμβριανό.
Πίσω απ’ την ξεχαρβαλωμένη πλάτη
χλιμιντράν χαχανίζουν τα πολύφωτα.

*

Και να τεράστιος
καμπουριάζω στο παράθυρο
λυώνοντας με το κούτελο το τζάμι.

*

Ακόμα, ακόμα,
με το πρόσωπο ζουληγμένο
πάνω στο βλογιοκομμένο πρόσωπο της βροχής,
περιμένω
πιτσιλισμένος απ’ τον κεραυνό
των παφλασμών της πολιτείας.
Το μεσονύχτι
σειώντας το γυμνό μαχαίρι του,
έφτασε,
τον έσφαξε.
Πετάχτε τον.
Έπεσε κ’ η δωδέκατη ώρα
σάμπως κεφάλι εκτελεσμένου απ’ το ικρίωμα.

*

Άξαφνα
οι πόρτες τρίζουν
σα να χτυπάνε από το κρύο τα δόντια της εισόδου.
Μπήκες εσύ,
απότομα σαν ένα «πάρ’ το»
βασανίζοντας το σεβρό του γαντιού σου
κ’ είπες:
«Ξέρετε
— παντρεύομαι».
Τι να γίνει, παντρευτείτε.
Δεν πειράζει.
Θα κάνω κουράγιο.
Βλέπετε — τι ήρεμος που είμαι!
Σαν το σφυγμό
ενός νεκρού.

*

Πάλι ερωτευμένος θα ριχτώ στο γλεντοκόπι,
πυρπολώντας το τόξο των φρυδιών μου.
Τι να γίνει;
Και σ’ ένα σπίτι καμένο
ζούνε καμιά φορά άστεγοι αλήτες.

*

Αλό, αλό!
Ποιος εκεί;
A εσύ μητέρα,
Μητέρα,
ο γιός σας είναι εξαίσια άρρωστος.
Μητέρα!
Πάσχει από πυρκαϊά καρδιάς.
Πέστε στις αδελφές, τη Λιούντα και την Όλια,
δεν έχει πια πού ν’ απαγγιάσει.
Κάθε λέξη,
ακόμα κ’ ένα αστείο
που φτύνει απ’ το καψαλιασμένο στόμα του,
πετάγεται όξω σαν πόρνη γδυτή
απόνα μπορντέλο πούπιασε φωτιά.

*

Στο πρόσωπο που ακόμα καίγεται,
απ’ τη σκισμάδα των χειλιών,
ένα μικρό – μικρό φιλί απανθρακωμένο
προβαίνει να ριχτεί στο δρόμο.
Μητέρα.
Δε μπορώ να τραγουδήσω.
Στο παρεκκλήσι της καρδιάς μου
τα ψαλτήρια καίγονται.
………..
Στερνή κραυγή —
κάνε τουλάχιστον εσύ,
μες απ’ τη φλόγα που σε καίει,
ν’ αντιλαλήσει ο στεναγμός σου
στους αιώνες!

*Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος (μετά την κατά λέξη μετάφραση, και τον έλεγχο του Άρη Αλεξάνδρου, όπως σημειώνει ο ίδιος ο Ρίτσος, στο βιβλίο “Μαγιακόφσκι: Ποιήματα”, Εκδόσεις Κέδρος, 1974).

Σοφία Πολίτου, Νέα Γεωμετρία

Φωτογραφία: S.Equinoux

Η βροχή παρασέρνει ό,τι σφηνώνει
στις πτυχώσεις της καρδιάς
και η θάλασσα -ψηλαφίζοντας
τον εαυτό και το σύμπαν-
μεταφέρεται εκεί που δεν υπάρχει.
Αν τα καταφέρω και τούτη τη φορά,
να μεταγγίσω λίγη από την ύλη
που βρίσκεται κάτω από το δέρμα,
θα μεταμορφώσω την ατμόσφαιρα.

Κρύβω την αστερόσκονη κάτω από το μανίκι,
είναι δύσκολο να καταλάβεις,
πρέπει να προσέχω –«δεν είναι κοινωνία
αυτή που ζούμε» το ακούω εδώ και εφτά γενιές-,
μα θέλει οξυγόνο η φάση, και οι τολμηρές πράξεις
θέλουν φωτοσύνθεση, αλλιώς
επιστρέφουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε.

Και δεν έχεις μπει στον κόπο να αναρωτηθείς,
αλλά πόσοι γνωρίζουν κολύμπι;
Πόσοι θυμούνται πώς είναι να βυθίζεσαι
για να υπάρχεις –υπάρχεις, και όσο υπάρχω
θα υπάρχεις- αναγνωρίζοντας
τη διείσδυση του σώματος στον χώρο,
και της ζωής στην ατμόσφαιρα.

Σαν εξτρέμ -ναι, ξεγελώ με τον τίτλο
και ισορροπώ μεταξύ ακραίου και νομιμότητας-
διασπώ την άμυνα του κόσμου από το πλάι,
-δεν είμαστε μια συλλογή αντικειμένων-
και ξαναθεμελιώνω με μια νέα γεωμετρία
τον χώρο για τις ρίζες, τα φύλλα
και τη κοσμική ισχύ του ανθού.

Erich Mühsam, Freedom in chains / Ελευθερία με αλυσίδες

I saw the people terrified;
I hear the slave Fronekeuch.
Then I yelled out loud: Break the law!
Blow up the state! Take courage to yourselves!
What does the law apply?! What’s the state doing?!
Man be free! Free be the Law!
A free man follows his own advice:
Blast the law! Breaking the state!
Eyes looked bold and clear,
and many oppressed ran to:
Freedom lives! You are right!
Free us from state and coercion!

Not me! You need to free yourself.
Break the belt that binds you!
No one else can be your guide.
Break the law! The state is blown up!
No you smart and we stupid.
Lead us to freedom you look!
They already turned their backs crooked:
Oh look, the state is already throwing its fist! …
Raw grabbed my fist in the neck
of the state: be violated the law!
Man stieß mich fort. Da fiel mein Blick
on Frongekeuch and the law of fear.
My flock moved in the slave rut
And cried after me, “Do your chatter.”
you fraudster, be true to yourself!
Now the state is teaching you the law!
You goals! Beat my arm and leg
in chains, and in grave loss
Still the best freedom of mine:
the freedom I promised you.
You lace up the body; you torture the blood.
The mind is not enforced by law or state.
Free to break her, my courage remains
and free courage leads to the deed!

Είδα τους ανθρώπους τρομαγμένους·
Άκουσα τον στεναγμό του σκλάβου.
Και τότε φώναξα δυνατά: Παραβιάστε τον νόμο!
Ανατινάξτε το κράτος! Πάρτε θάρρος!
Τι αξία έχει ο νόμος;! Τι κάνει το κράτος;!
Άνθρωπε, γίνε ελεύθερος! Η Ελευθερία ας είναι ο Νόμος!
Ο ελεύθερος άνθρωπος ακολουθεί τη δική του βούληση:
Συντρίψτε τον νόμο! Γκρεμίστε το κράτος!
Μάτια κοίταξαν τολμηρά και καθαρά,
κι οι καταπιεσμένοι έτρεξαν πολλοί:
Η ελευθερία ζει! Έχεις δίκιο!
Λύτρωσέ μας από το κράτος και τον εξαναγκασμό!

Όχι εγώ! Πρέπει να λυτρώσετε τον εαυτό σας.
Σπάστε τη ζώνη που σας δένει!
Κανείς άλλος δεν μπορεί να είναι ο οδηγός σας.
Παραβιάστε τον νόμο! Το κράτος γκρεμίζεται!
Όχι εσύ σοφός κι εμείς ανόητοι—
Οδήγησέ μας στην ελευθερία που βλέπεις!
Κι όμως, ήδη γύρισαν τις πλάτες τους στραβωμένες:
Κοιτάξτε! Το κράτος υψώνει ήδη τη γροθιά του! …
Άγρια άρπαξα τον λαιμό του κράτους:
παραβιάζεται ο νόμος!
Με έσπρωξαν μακριά. Και τότε έπεσε το βλέμμα μου
στον στεναγμό της δουλείας και στον νόμο του φόβου.
Το πλήθος μου βάδιζε στο αυλάκι του σκλάβου
και φώναζε πίσω μου: «Συνέχισε τα λόγια σου».
Απατεώνα, να είσαι πιστός στον εαυτό σου!
Τώρα το κράτος σου διδάσκει τον νόμο!
Οι στόχοι σου! Δέσε τα χέρια και τα πόδια μου
με αλυσίδες, και μέσα στη βαριά απώλεια
παραμένει η καλύτερή μου ελευθερία:
η ελευθερία που σας υποσχέθηκα.
Δένετε το σώμα· βασανίζετε το αίμα.
Το πνεύμα δεν υποτάσσεται σε νόμο ή κράτος.
Ελεύθερο να σπάσει τα δεσμά, το θάρρος μου μένει,
και το ελεύθερο θάρρος οδηγεί στην πράξη!

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ted Joans, The truth / Η αλήθεια

If you should see
a man
walking doen a crowded street
talking aloud
to himself
don’t run
in the opposite direction
but run toward him
for he is a POET!
You have NOTHING to fear
from the poet
but the TRUTH

Αν τύχει και δεις
έναν άνθρωπο
να κατεβαίνει ένα δρόμο κατάμεστο
μιλώντας δυνατά
στον εαυτό του μην τρέξεις
μακρυά του
τρέξε κοντά του
γιατ’ είναι ΠΟΙΗΤΗΣ.
Δεν έχεις ΤΙΠΟΤΑ να φοβηθείς
από τον ποιητή
παρά μόνο
την ΑΛΗΘΕΙΑ

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ελένη Ντούξη, Δελτίο αποστολής

Το ρολόι ξεκούρδισε τους χτύπους του
παραμελώντας το ξημέρωμα.

Η ώρα εφτά και δέκα το πρωί. Βλέπω τις εφτά ψυχές μου καρφωμένες
Στους ωροδείκτες. Μου μένουν μόνο 10 λεπτά για έναν γρήγορο απολογισμό
Ήρθα με μια διαμαρτυρία στα χείλη, εκκωφαντική.
Τα βήματά μου αυστηρά μετρημένα – τα λουριά ήταν μόνο σαράντα εκατοστών.
Έπαιξα το λευκό μου νυχτικό στα χαρτιά σε κάτι καταγώγια
-ο πατέρας μου με κυνηγούσε με ένα μαύρο σεντόνι.
Κάρφωσα την απέχθεια του κόσμου με ένα μαχαίρι στο μάτι μου.
Από τότε βλέπω μονόφθαλμα στο σκοτάδι.
Ό,τι καλό υπήρχε, τώρα αιωρείται δίπλα του διαμπερές.
Σας κλείνω αναγκαστικά το μάτι μένοντας μετέωρη.
Η αλήθεια είναι, ότι αυτή η καταμέτρηση μου πήρε μόνο ένα λεπτό.
Ξέχασα να αναφέρω, πως το μηδενικό που ακολουθεί, είναι απλώς
Ένας τέλειος κύκλο στο νερό.

Υ.Γ. Καρφώνω δυο μάτια για γραμματόσημα πάνω σε αυτό το πακέτο που λέγεται ζωή (μοναδικά αντίπτυαν για τη συλλογή σας). Ο παραλήπτης πληρώνει τα έξοδα αποστολής με δύο κέρματα, σαν από πάντα χρυσά.

Marwan Ali, Αραβεύοντας

​Την πρώτη μέρα που πήγα στο σχολείο, γύρισα να κοιτάξω τον αδερφό μου, τον Ρακάν, που καθόταν πίσω μου και του είπα στα Κουρδικά: Πεινάω, πότε θα γυρίσουμε σπίτι;

​Μετά απ’ αυτό, δεν πρόλαβα να δω τίποτα άλλο. Ένα χαστούκι μεγάλο σαν βουνό, βίαιο σαν έκρηξη ατομική.

​Μίλα στο αγόρι αραβικά.

​Έκλαψε ο αδερφός μου. Έκλαψε το θρανίο. Έκλαψε η μητέρα μου. Έκλαψαν οι μακρινές πέτρες.
​Μόνο ο πατέρας μου με αγκάλιασε, αφού του διηγήθηκα τι είχε συμβεί. Άναψε ένα στριφτό τσιγάρο και είπε:

Θα ‘ρθει μια μέρα που τα παιδιά μας θα διαβάζουν στα σχολεία στη γλώσσα τους, θα τραγουδούν τα τραγούδια του Μοχάμεντ Σέιχο* στο μάθημα μουσικής, και αντί για τα ποιήματα του Σουλεϊμάν Ίσα, θα απαγγέλλουν τους στίχους του Τζιγκερχουίν.

​Μοχάμεντ Σέιχο: Κούρδος τραγουδιστής.
Σουλεϊμάν Ίσα: Σύρος ποιητής.
Τζιγκερχουίν: Κούρδος ποιητής.

Marwan Ali

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Γενετικό διαβατήριο

κάποτε
έρχεται και η Δύση

ανηφορίζεις

την κοιλάδα
μεγάλου
ρήγματος

στο πρώτο οροπέδιο
έχεις καταλάβει

-λύκος της Αιθιοπίας
-ευάλωτος κι αποκομμένος-
μετρά τ’ άστρα
πριν
δείξει

το γενετικό διαβατήριο

και

περάσει

στην

προϊστορία

*Από τη συλλογή “Με ύφος Ινδιάνου”.

Αργύρης Χιόνης, ένα ποίημα 

Ποιήματα

ΚΔ’

Το επάγγελμά μου είναι να μεθάω τους άλλους
Όλη η ζωή μου εξαρτιέται από των πελατών τη μέθη
Κι αυτή δεν πρέπει να ‘ναι γρήγορη ούτε ξαφνική
Αλλά αργή μεθοδική γιατί έτσι μόνο
Γίνεται κατανάλωση κρασιού μεγάλη
Κι ύστερα οι πελάτες μου δεν πρέπει
Να νιώθουν μόνοι ή γελοίοι με τη σκέψη
Ότι αμέθυστος εγώ γελάω με τα καμώματά τους
Έτσι αναγκάζομαι κι εγώ να πίνω
Και να μεθάω μαζί τους και να τραγουδάω
Κι όλες τις τρέλες που αυτοί κάνουνε
Να κάνω όλη τη νύχτα ώς τα ξημερώματα
Ώσπου να μείνω μόνος
Και με κατεβασμένα τα ρολά
Να κάτσω να μετρήσω τις εισπράξεις