Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Τίποτα δε μου ανήκει

Καθώς πια τίποτα δε μου ανήκει μέσα στ’ ανάκτορα
ούτε καν το χρυσάφι της οροφής και τα μάρμαρα
και οι κονσόλες παγώσανε και τα μαλλιά σου σέρνονται πίσω από τα
σφιγμένα κρύσταλλα
και οι πλαφονιέρες σταλάζουν την τέφρα του χειμωνιάτικου ήλιου
καθώς οι λειμώνες δε βρίσκουνε πια την παλιά τους λαλιά

Bλέπω πως λάθεψα γυρίζοντας έξω από θέρετρα
στο πυκνό δάσος των πολυκατοικιών δίπλα στη θάλασσα
όπου βυθίζομαι για να σ’ αγγίξω μόλις,
επειδή σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όλα τα κτίσματα
και αν δε σε γνώριζα θα ’ταν όλα εφήμερα
γιατί οι βιτρίνες είναι μια λάσπη, τα εργοστάσια μια θλίψη
και η πόλη
αφήνει να πέσουν οι κάλυκες της πλαστικής μου καρδιάς
πάνω σε φύλλα και δάκρυα

Tίποτα δε μου ανήκει, καμιά παλινόρθωση
τα μάγουλά σου στο χιονισμένο αυχένα των βουνών
καθώς η ματιά μου βυθίζεται στην άπειρη έκταση
αφήνοντας πια τ’ αυτοκίνητα στα δικά τους τραγούδια

Γιατί η δίψα για το ατόφιο χρυσάφι είναι τα μάτια σου
και η πείνα για καθαρό αλουμίνιο τα χέρια σου
φιλιόμαστε σε σκοτεινές δισκοθήκες και σου εξηγώ

Kι όταν χαράξει πώς τάχα να πάμε αντίθετα
θα γυρίζουμε με ρούχα παλιά στα νεόκτιστα
μα άσπρη κορνίζα, βιβλία και θέρμανση στις γωνιές

*Από τη συλλογή “Ωδές στον πρίγκιπα”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1991.

Hashim Saraj, Για τον Καβάφη

​Όταν
με μια τσέπη ξεχειλισμένη
από λέξεις
μυθικές και
κίτρινες κάψουλες ανησυχίας
μπήκες στο δωμάτιο,
το φωτεινό σώμα
ήταν δοσμένο
στον πιο βαθύ ύπνο της αιωνιότητας·
κι εκείνοι, κάτω από τη λευκή στοά
καθισμένοι,
τα πικρά τους μπισκότα
με γλυκό καφέ
έτρωγαν
και εκ των έσω φυλλοροούσαν.

*Από το βιβλίο “Γλώσσα και Γιορτή των Ονομάτων” (2012). Μετάφραση: Omed Qarani.

Γκυγιώμ Απολλιναίρ, Ορφέας

Θαυμάστε άξια δύναμη
και της γραμμής ευγένεια:
Ετούτη είναι η φωνή που ανέκραξε το φως,
λέει στον Ποιμάνδρη του ο Τρισμέγιστος Ερμής.

*Από το βιβλίο “Ζωολόγιο ή συνοδεία του Ορφέα”, Εκδόσεις στιγμή. Μετάφραση: Γιώργος Γωνιανάκης.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Αραίωση

Στην αποβάθρα περπατούν δυο αχινοί
Υγροί επιτάφιοι με αρμούς και ρίγος άλμης
Ίχνη μιας ανταρσίας τρυφηλής
Όταν πλευρό η θάλασσα γυρνά
Και πλαταγίζει γαλακτώδες κυανό
Μαύρα αγκάθια μιας παλέτας του Μιρό –
Φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών
Με την τσουγκράνα του ήλιου που γρυλίζει

Βουλιάζω ως τ’ άκρα μου θολός
Με χρώμα όμως γεμάτος ως τα σπλάχνα
Λες και ρουφιέμαι από γάλα μητρικό
Όταν μπλε μέδουσες τρυγάνε τη θηλή
Κι ο θάνατος πινέλο κυανό
Με αραιώνει ως τα μύχια στις αβύσσους

*Από τη συλλογή “Φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών”, Εκδόσεις Δρόμων.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Τεχνητές Αναμνήσεις

Τεχνητές Αναμνήσεις-Περίμενα ένα χρόνο σε λίστα αναμονής-Για να βιώσω στον Πολυχώρο Προσομοίωσης–“Τεχνητές Αναμνήσεις”-Την προσομοίωση που έκανα παραγγελία-Όπως μου είπαν-Την πλήρωσα ακριβά-Για την παραδοξότητα και την πολυτέλεια-Ότι θα γυρίσω το βέλος του Χρόνου αντίστροφα-Ότι θα αντιστρατευτώ τους νόμους της Φυσικής-Ανώδυνα-Aποκτώντας αναμνήσεις από το παρελθόν-Που δεν βίωσα-Αλλά θα ήθελα να ήταν δικές μου απόλυτα-Ήθελα να τρέξω-Παιδί-Με τη μητέρα μου στη θάλασσα-Ποτέ δεν έτρεξα παιδί με τη μητέρα μου στη θάλασσα-Η Παλιά Φύση είναι νεκρή στη Νέα Ανθρωπότητα-Ήθελα στα μάτια μου να τρέξουν-Aυτά που στον Παλιό Κόσμο-Tα λέγαν’ δάκρυα-Την Προσομοίωση των τεχνητών αναμνήσεων-Στα πεντακόσια ατομικά δωμάτια-Οι πελάτες τη βιώνουν μόνοι-Με δράμα και με κωμωδία-Μουσική-Και σκηνοθεσία-Σαν να πρόκειται για ταινία-Αλλά και με επισημότητα-Να μην ξεχάσεις ποτέ-Πως πόνεσες τόσο πολύ με τις αναμνήσεις που παρήγγειλες ως πραγματικότητα-Πίνεις πραγματικό κρασί- Τρως αληθινό φαγητό –Όχι σε χάπια-Το κρασί στο σερβίρουν ντυμένα γκαρσόνια -Όπως τον 19ου αιώνα-Αλλά εγώ δεν άγγιξα τίποτε-Οι περισσότεροι πελάτες-Όπως καταγράφεται στις δημοσιευμένες στατιστικές του Πολυχώρου-Ζητούν την προσομοίωση των Τεχνητών Αναμνήσεων με κάποιον έρωτα-Κι ύστερα έρχονται αυτοί- Που θέλουν να φτιάξουν αναμνήσεις με τα πεθαμένα τους πρόσωπα–Εγώ ανήκω στους δεύτερους-Ήθελα να τρέξω-Παιδί- Με τη μητέρα μου στη θάλασσα- Ήθελα στα μάτια μου να τρέξουν-Aυτά που στον Παλιό Κόσμο-Τα λέγαν’ δάκρυα- Οι νεότεροι υπερτερούν των γηραιότερων σε αριθμό προσέλευσης-Υπάρχουν και ψυχιατρικοί σύμβουλοι για το ενδεχόμενο-Ο πελάτης να καταρρεύσει από τα γενόμενα-Αυτός που με παρακολουθούσε-Μου έδωσε σκληρό δίσκο με παρατηρήσεις και σχόλια-Τον πέταξα καθώς έφευγα στην Αερογέφυρα του Πλούτωνα-Ο αέρας μου στέγνωνε ακόμη-Aυτά που στον Παλιό Κόσμο-Tα λέγαν’ δάκρυα

*Από τη συλλογή “Σάκος του Μποξ”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2025.

Ανέστης Ευαγγέλου, Δύο ποιήματα

ΕΛΑ ΛΟΙΠΟΝ ΜΕΣ’ ΑΠΟ ΤΑ ΧΑΛΑΣΜΑΤΑ

Έλα λοιπόν μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,
μορφή μικρή και τρυφερή, σταματημένη στην πρώτη ηλικία,
έλα, πνεύμα του καλού, μυθικό πρόσωπο,
όταν στους δρόμους βρέχει μοναξιά
κι η νύχτα πέφτει νωρίς δίχως ύπνο και όνειρα,
πλύνε το σύννεφο που μου τυλίγει το πρόσωπο,
καθάρισε τον ουρανό, προχώρησε,
άνοιξε δρόμο μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,
κάνε μου ένα χώρο να σταθώ, να κινηθώ,
να μπορώ να υπάρξω πιο ανθρώπινα.

*

ΑΝ ΘΡΗΝΩ

Αν θρηνώ
δεν είναι τόσο γιατί έχασα το σπίτι μου
και δεν έχω πια πού την κεφαλήν κλίνη
(σ’ αυτό ίσως κι εγώ να φταίω εν μέρει)
δεν είναι τόσο για το σύννεφο που μου τυλίγει το πρόσωπο
που μου νυχτώνει την όψη∙
είναι που είμαι γεμάτος από λέξεις,
βάρος αβάσταχτο από λέξεις, λόγια, φράσεις
έτοιμες από καιρό, νοήματα
που δεν μπορούν να βγουν
αφού εσύ
δεν μπορείς πια ν’ ακούς ανθρώπινες ομιλίες.

*Από τη συλλογή “Περιγραφή εξώσεως” (1960)

Omed Qarani, Μισοΰπνι

Ο ήλιος

Οι τσέπες του παλτού του
αδειάζουν από φως.

Ξεπλένεις τις σκιές των βλεμμάτων
από τις βλεφαρίδες του δρόμου,

είσαι σαν την καθυστερημένη ερώτηση ενός ξένου
μέσα στο βουητό του ανέμου, ψάχνοντας για ένα ξενοδοχείο.

Εσύ και μια τσάντα γεμάτη ανησυχία
κοιμάστε μέσα στα όνειρα του αύριο.

(Έχεις πέσει σιωπηλά πάνω στον φόβο του «τώρα»,
πολλές πολύχρωμες ερωτήσεις
ταξιδεύουν και μεταναστεύουν στις κοιλάδες του μυαλού σου).

Η ζωή

πάνω στον σταυρό του παρελθόντος
έχει απλώσει τα φτερά της.

Μέσα στα πλευρά της ιστορίας σου
ακούμπησα τον ώμο μου σε έναν στρατό από χιόνι,
με λίγα λυπημένα τραγούδια,
με λίγη αγωνία μέσα στη φωτιά και τον καπνό,
με λίγο κυνηγημένο βήχα
από τον ύπνο και τη ζεστασιά του κρεβατιού σου.

Εκεί, μια επική ιστορία εγκλήματος,
με τις αμαρτίες που εγώ έπλεξα,
έχει καταγραφεί.

2018

Γιώργος Λ. Οικονόμου (1960 – 2024), Τρία ποιήματα

ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Δεν έκανα κάτι σπουδαίο.
Πήγα με τη μαμά στη λαϊκή
με τον μπαμπά επίσκεψη στη γιαγιά
κι ύστερα συνάντησα τους φίλους μου
να παίξουμε μπάλα.
Δεν έκανα κάτι σπουδαίο
κοιμήθηκα παιδί δέκα χρονών
και ξύπνησα μεσήλικας πενήντα πέντε.
Στο μεταξύ πρόλαβα και σου ‘δωσα ένα φιλί.

*

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ

Χρόνια τώρα
τον συναντούσα στους δρόμους
ευθυτενή και ρωμαλέο
να περπατά μόνος.
Δεν τόλμησα να τον ρωτήσω
αν ήταν επιλογή ή παιχνίδι της μοίρας.
Είχε αυτάρκεια η μοναξιά του.

*

ΑΠΟ ΧΕΙΜΩΝΑ ΣΕ ΧΕΙΜΩΝΑ

Δεν είναι καλοκαίρι αυτό
ψέματα γράφει το ημερολόγιο
ποιος μου φόρεσε μακρύ παντελόνι;
Άγουρα κορμιά βασανισμένα
σκεπάζουν τα μάτια μου, βουλιάζω
σε παγωμένες οθόνεςπού είναι τα καρπούζια
πού τα ολόδροσα κορίτσια
πού είναι ο Όμηρος κι ο Γιάννης
να με φιλέψουν σπίτι τους.
Χάθηκε η Αμοργός
ξεθώριασε η Αστυπάλαια
ποιος θα με στείλει κατασκήνωση στην Επανομή;
Όχι! δεν είναι καλοκαίρι αυτό
δεν μυρίζει αγιόκλημα.
Κι η θάλασσα καταπίνει
κατατρεγμένους.
Από χειμώνα σε χειμώνα
τώρα πια τα χρόνια μας.

*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.

Έφη Καλογεροπούλου, Σε ονομάζω αίνιγμα

Σκηνή με δυό πρόσωπα
αιχμάλωτοι μιας ομορφιάς που τεντώνει
το λαιμό της τρομαγμένη
έτοιμη να πετάξει σαν πουλί

Είσαι το λάθος που επιθυμώ να κάνω
γιατί τις γλώσσες των αγγέλων μιλάς
κι ο ουρανός γίνεται πορφυρό δάσος
με καθρέφτες
τότε
τολμώ να συλλαβίσω αίμα
τολμώ να συλλαβίσω αίμα

Η εξουσία του πόνου φέρνει λόγια
μα εσύ με λιγοστεύεις από λέξεις
Ξεμένει απο λόγια όποιος
γεννά απ’ την αρχή τον εαυτό του
Κι ο ουρανός αποψε γίνεται βυθός
και παίρνω μυστικά το μονοπάτι
που χωρίζει δυό γκρεμούς

Τόση αθωότητα δεν χωράει
στο δρόμο με τις ροδακινιές
πως δεν το σκέφτηκα;
Ποιός είπε πως στα όνειρα σμίγουν
οι εφιάλτες των ανθρώπων
Εδώ είναι όλα αγάπη

Ευκίνητα ψάρια από φώς γλιστρούν
στα σύννεφα
τ΄ακολουθώ κι ο χρόνος πίσω μου
ξεπλένει τα σκοτάδια του
πόρτες ανοίγει και παράθυρα
ραγίσματα της λύπης,βυθίσματα
της ευτυχίας
είναι η ψυχή που επιθυμεί ξανά
να ταξιδέψει

Ό,τι χάσεις στο σκοτάδι
το βρίσκεις μες στην αστραπή
ούτε ελπίδα ούτε απελπισία
μόνο φώς άφθονο
γελαστό,βαθύ,διάφανο
φώς

*Από την συλλογή “Στο μονοπάτι των σκύλων”, Εκδόσεις Περισπωμένη, Δεκέμβρης 2024.

Γιώργος Καλοζώης, Γκλεν Γκουλντ

Σε παρακολουθώ εδώ και χρόνια
να σκύβεις πάνω από το πιάνο σου
σαν να έχεις σκολίωση ή κύφωση
κάτι τέλος πάντων
να έχεις μιαν οστική δυσλειτουργία
μια πάθηση την ονομασία της οποίας
ξέρουν μόνο οι ορθοπεδικοί ή και
απολύτως τίποτα
σε παρακολουθώ καθισμένο πάνω
στην κοντή καρεκλίτσα σου με τα
χέρια σου υψωμένα σαν να θέλεις
να πιάσεις κάτι σαν ένας
τερματοφύλακας που κατεβάζει την
μπάλα από το γάμα της εστίας του
αποσοβώντας το βέβαιο γκολ
και απορώ εδώ και τόσα χρόνια
τι ψελλίζεις ενόσω παίζεις
τι ψιθυρίζεις ίσως να λες πως ο
ουρανός και η γη αυτά τα δύο στοιχεία
είναι ενωμένα κι ότι ο μακροχέρης
Θεός και οι συνεργάτες του άγγελοι
ακουμπούν και τα δύο αν είναι έτσι
στον κόσμο δεν υπάρχουν αποστάσεις
το ψηλό και το χαμηλό το κοντινό
και το μακρινό είναι ανθρώπινες
ψευδαισθήσεις
προσπαθώ ν’ ακούσω τι λες και δεν τα
καταφέρνω μιλάς όπως μιλά μια πέτρα
ή μια σταγόνα αραιή ή ραγδαία σαν
ένα ποτάμι που δεν γνωρίζουμε από πού
πηγάζει κι ίσως να μη μας ενδιαφέρει
παρά μόνο για να ποτίζουμε παρά μόνο
για να γεμίζουμε ένα ποτήρι νερό
είμαστε τόσο διψασμένοι άνυδροι
διαβρωμένοι καθόλου μα καθόλου δεν
μας ενδιαφέρει ο κύκλος της βροχής
και απορώ και πάντα θ’ απορώ τι
ψιθυρίζεις αν λες λόγια αγάπης σε
ποιαν απευθύνονται αν λες λόγια
θυμού η μορφολογία του στόματός σου
δεν συνηγορεί σ’ αυτό
μήπως προσεύχεσαι και ποιες είναι οι
λέξεις οι φθόγγοι τα βιβλικά βιβλία
των προσευχών σου και πού μπορώ
να τα βρω να τα δανειστώ να τ’ αγοράσω
ίσως να μιλάς όπως ένας μίσχος ή ένα
ανθισμένο λουλούδι ένα μικρό τρυφερό
ζώο ένας μικρός καλοπροαίρετος
δαίμονας που πασχίζει να μας κάνει να
καταλάβουμε πως η κακία τού είναι
εντελώς ξένη
ίσως να μιλάς όπως ο ήλιος και το
φεγγάρι που πηγαινοέρχονται ό,τι
κινείται παράγει ήχο σίγουρα ίσως στο
μέλλον οι φυσικοί ν’ ανακαλύψουν ότι
μιλά το φως αλλά και το σκοτάδι
ίσως στο μέλλον οι γλωσσολόγοι κι οι
ωριλάδες ανακαλύψουν στον φάρυγγα
στον λάρυγγα μια γλώσσα ακωδικοποίητη
και καινούργια που εσύ την πρωτομίλησες
πάνω στην παιδική καρεκλίτσα σου
καθήμενε και καθημαγμένε πιανίστα

*Από τη συλλογή “Γκλεν Γκουλντ και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Φαρφουλάς.