Elise Cowen, Έξι ποιήματα

ΕΥΚΟΛΑ ΕΡΩΤΕΥΕΣΑΙ

Εύκολα ερωτεύεσαι
τους ποιητές
Το ΜΕΓΑΛΕΙΟ τους
πέφτοντας πάνω στις σελίδες
αποσπά ατομικά ουράνια τόξα

Εύκολα ερωτεύεσαι
τους ποιητές
Το ΜΕΓΑΛΕΙΟ τους
πέφτοντας πάνω στις σελίδες
σε μια ρουφηξιά μου

Ο ΗΧΟΣ ΤΩΡΑ

Ο ήχος τώρα στον δρόμο είναι ο αντίλαλος από μια μακριά
τρομπέτα που κουδουνίζει στ’ αυτιά μου
Η κοιλιά μου γουργουρίζει πάνω στη χαρακιά απ’ το μαχαίρι
περικλείοντας
Κρέας, κρέας
να γανώσεις, κρέας να φας
τρίζουν τα κοιμισμένα καταφύγια
ανάμεσα στα δόντια μου
Ο έρωτας ξίνισε το ψωμί
ψίχουλα στο κρεβάτι.

*

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΑΤΙ

Το πρώτο μάτι ανοίγει με τη ζεστασιά του ήλιου
να τον κοιτάξει
το δεύτερο ξεσκίζεται από έναν φαρμακοποιό,
Υποστυλώνεται με οδοντογλυφίδες, συστήματα
και λέξεις/και του αρέσει να βλεφαρίζει στις αντανακλάσεις
Ξέρω μόνο πως μπορεί να υπάρχουν πολλά,
επειδή το ένα πληγιάζει
όταν σκέφτομαι τόσο πολύ

Το πρώτο μάτι είναι τυφλό
άλλο δεν υπάρχει

*

ΚΑΘΙΣΜΕΝΗ

Καθισμένη μαζί σου στην κουζίνα
συζητώντας για τα πάντα
πίνοντας τσάι
σ’ αγαπώ
Το “πολύ“ είναι μια όμορφη, ηγεμονική, τέλεια λέξη
Ω, σε θέλω εδώ σώμα
με ή χωρίς γενναία ποιήματα
Άσε με να φύγω, σε παρακαλώ
Σε παρακαλώ, άφησέ με να ‘ρθώ

*

ΠΟΙΟΣ;

Ποιος θα μου χτυπήσει
τον πισινό
όταν θα γεννηθώ
ξανά

Ποιος θα μου κλείσει τα μάτια
όταν
πεθαμένα αυτά
ακόμα βλέπουν

Η ΓΥΝΑΙΚΑ

Η γυναίκα είναι κάτι ταπεινό
φτιαγμένο από θάνατο κι απόνερα.
Η μόδα είναι να ντύνεται απλά
και το μυαλό να το ‘χει για μπορντούρα.

*Από το βιβλίο “Ποιήτριες της γενιάς των beat”, εκδ. Opportuna, Πάτρα 2021. Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Πλάνες

πλάνες αιωρούνται
πλάνες εξακοντίζονται
πλάνες των πλανητών
πλάνες των πλανεμένων
πλάνες για το θεϊκό
πλάνες για το πραγματικό
πλάνες για το άυλο
πλάνες για το αέναο
πλάνες στροβιλίζονται
πλάνες των κυρίαρχων
πλάνες των κυριαρχούμενων
πλάνες των επουράνιων
πλάνες των επίγειων
πλάνες των υπογείων
πλάνες των ισογείων
πλάνες των θαλασσίων
πλάνες των εναερίων
πλάνες επιθέσεων στο κυρίαρχο
πλάνες αντίστασης στ’ αγάλματα των πλατειών
πλάνες αντιδράσεις στους ρήτορες του τίποτα
πλάνες φρούδες ελπίδες
πλάνες στα τρίμματα της όποιας καθημερινότητας

Μίλτος Σαχτούρης, Ἡ δύσκολη Κυριακή

Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά
Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο
Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ

Έφη Καλογεροπούλου, Φως

Παράθυρα ανοιχτά
πολλά
το ένα μέσα στ’ άλλο
στο βάθος του ορίζοντα
ανοιχτά
πάνω σε λευκή σιωπή
μπροστά
αναπαύεται ο πατέρας
-πατέρα, είναι επικίνδυνα εκεί,
πατέρα

μετά νιώθω
ένα τρέμισμα
μυστηριώδες κι ανείπωτο
σαν αδέξιο περιστέρι
που πρώτη φορά μαθαίνει να πετά
Κι ύστερα
ο θλιμμένος χρόνος φτερουγίζει
τραυματισμένος
στο βαθύ ορυχείο της καρδιάς
εκεί που όλα δείχνουν να τελειώνουν
δίχως τέλος

Τώρα
βλέπω την παιδική ηλικία
της συνείδησης, στη νοσταλγία ενός Μάη
που δεν κρύβει την Άνοιξη
στις λεπτομέρειες

Άνοιξη ευλογημένη από φως
που κάθε απόγευμα
γεννάς κόκκινες
χιλιάδες πεταλούδες
δείξε μου πάλι τον πατέρα
και να!
τον βλέπω
ανάλαφρα σε μένα να στρέφεται
και να χαμογελά

στο βάθος
χαμόγελα ανοιχτά
πολλά
το ένα μέσα στο άλλο
κι άλλα χαμόγελα πολλά
κι άλλα
ελάχιστα
χιλιάδες
σαν τη ζωή μικρά

Πουπερμίνα, Λήψη

Της παραστάθηκαν είν’ αλήθεια οι φτελιές
ύψωσαν πλάτες οι οξιές με τις σημύδες
τέλος κυνήγησε ένα τυχαίο φορτηγό
πρόλαβε μόνο τις γυμνές ροδιές στο χιόνι
λαχανιαστή υπήρξε ελπίδα που κατέληξε
στο άψυχο βλέμμα ενός ζερβού καθρέφτη
κουβάρι απέμεινε υγρό αφηνίασε
ποτέ δεν μάθαμε μετέπειτα αν κατάφερε
να θάψει τον νωπό νεκρό της
μήτε και αν επέστρεψε
 να ζεματάει στη στόφα το λυπημένο σπίτι
μόνο τα ζώα γνώριζαν -που νιώθανε-·
 η ζωή είχε προσπεράσει
το ίδιο κι όσοι παραμείναν ζωντανοί
πουλώντας τον αέρα -τη γαλάζια θέα-
ώστε να περισώσουν τα υπόγεια της καρδιάς τους
 
#Στον μακρινό απόηχο της ταινίας μικρού μήκους Χαμομήλι, Φεστιβάλ Δράμας 2012 (και όχι μόνο)

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://technischerbleistift.blogspot.com/2025/12/blog-post_28.html

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Death shall have no Dominion

Φωτογραφία: Paul Outerbridge Jr. (American, 1896-1959), Girl with Fan, c. 1936, courtesy of Fahey/Klein Gallery, Los Angeles

Αντιστέκομαι για χρόνια στη συνήθεια που την ακολουθεί
χέρια συχνά σχεδόν ανάπηρα
ένας ήλιος των πλατάνων που κρύβεται κατά περίσταση
ώστε οι σκιές να ορίζουν την πηγή
μέσα από τους ιριδισμούς του πράσινου
η Αραχώβης
δίχως τείχη
δίχως τρέμισμα

εκείνη στρίβει πάντα ένα τσιγάρο
στο σβέρκο της ανασαίνει το πρωσσικό λιοντάρι της απόσχισης
σαφής και ακέραιη
σαλιώνοντας
γράφει το ματωμένο ποίημα

ένα μακό αμάνικο
δεξιά κλείδα με το φάντασμα ενός φιλιού 
αριστερή ωμοπλάτη
(απ’ όπου προέλασε αδύναμη σφραγίτιδα)
διογκωμένος θυρεοειδής με Χασιμότο

έπειτα εκεί, στους Χάρτες, λέει:
-για λίγο θα με χάσεις
πρέπει να κάνω κάτι ραδιοϊσότοπα
εγώ σκέφτομαι
στα Εξάρχεια

Death shall have no Dominion

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://loukopk.wordpress.com/2025/11/22/death-shall-have-no-dominion/


Lola Ridge, Secrets / Μυστικά

Secrets
infesting my half-sleep…
did you enter my wound from another wound
brushing mine in a crowd…
or did I snare you on my sharper edges
as a bird flying through cobwebbed trees at sun-up
carries off spiders on its wings?
 
Secrets,
running over my soul without sound,
only when dawn comes tip-toeing
ushered by a suave wind,
and dreams disintegrate
like breath shapes in frosty air,
I shall overhear you, bare-foot,
scatting off into the darkness….
I shall know you, secrets
by the litter you have left
and by your bloody foot-prints.

Μυστικά
μολύνουν τον μισό μου ύπνο…
Μπήκες στην πληγή μου από μια άλλη πληγή…
αγγίζοντας τη δική μου μέσα στο πλήθος…
ή μήπως σε παγίδεψα στις πιο αιχμηρές μου άκρες
σαν ένα πουλί που πετάει ανάμεσα σε δέντρα
με ιστό αράχνης την ανατολή του ήλιου.
μεταφέρει αράχνες στα φτερά του;

Μυστικά,
που τρέχουν πάνω από την ψυχή μου χωρίς ήχο,
μόνο όταν η αυγή έρχεται με τα ακροδάχτυλα…
που συνοδεύεται από έναν γλυκό άνεμο,
και τα όνειρα διαλύονται
όπως τα σχήματα της ανάσας στον παγωμένο αέρα,
θα σε ακούσω, ξυπόλητη,
να φεύγεις στο σκοτάδι….
Θα σε γνωρίσω, μυστικά
από τα σκουπίδια που έχεις αφήσει
και από τις αιματηρές πατημασιές σας.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Valentine Penrose (1898-1978), Tρία ποιήματα 

ΝΥΧΤΑ

H χειμωνιάτικη νύχτα θα επιστρέψει
να με ξαπλώσει στο πλευρό σου.
Οι προσόψεις θα πιουν στρείδια
το φως του φεγγαριού και το δικό της φως
Θα διωχτεί από τα φιλιά και τις αγκαλιές μας
Το δωμάτιο μένει μόνο με τις κουρτίνες κατεβασμένες
Εσύ μένεις μόνη με τα μάτια χαμηλωμένα
Το φως του φεγγαριού είναι το φως των χεριών σου
Η νύχτα φέρνει το καράβι της ατάραχη.

*

ΣΤΗ ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΑ
Γλυκά χέρια που δεν με ξεχνούν πίσω από τα όπλα
με πνίγει η θλίψη
μπροστά στους νεκρούς μέσα στα μαλλιά σου σαν γουρούνι
εσύ τραγουδίστρια των βαθιών οστών των ναυτών, των στρατιωτών

*

Ω Κυρία των Κομητειών
εκεί κάτω απ’ τον ουρανό και δεν είναι λίγο να το πεις
αν κοιτάξεις κάτω από τη φτερούγα
ανάμεσα στη φτερούγα και τη σκιά της
το μεσημέρι όταν το άστρο
κι εγώ, μια ρημαγμένη ζωή
μέσα σε σημάδια
θα προχωρήσω μπροστά
εκείνη καμιά φορά με τη μεγάλη της διαφορά.
Μαγεμένη πριν από λίγο
η καρδιά στην σπηλιά της κρέμεται.

Νάνος Βαλαωρίτης, Ποια θάλασσα

Πες μου πού πήγε ο Αύγουστος με τα καμπαναριά του
Το γέλιο σου που γέμιζε το σπίτι μας βροχή
Τώρα μας δίνει ο άνεμος γυμνή την αγκαλιά του
Ω πρόσωπο που σκέπασε με μάρμαρο τη γη
Πόσα σβησμένα βλέμματα κοιτάνε όταν κοιτάζεις
Πόσα δεμένα στόματα μιλάνε όταν μιλάς
Ήταν του ήλιου η δύναμη το ρόδο που ωριμάζει
Κλειστά παραθυρόφυλλα τα στήθια που αγαπάς
Είναι καρδιές που μάθαμε σαν γράμματα ανοιγμένα
Είναι τραπέζια όπου κανείς δε θα καθίσει πια
Μια μουσική πανάκριβη που γράψανε για σένα
Τόσες χιλιάδες δάχτυλα για τελευταία φορά
Εσάς που πήρε ο θάνατος βαριά στα δάχτυλά του
Από τα μάτια σας η αυγή πηγάζει σαν νερό
Άστρα σε κάθε μέτωπο και φως τ’ ανάστημά του
Καμιά ζωή δε γράφεται χωρίς το δάκρυ αυτό
Ακουμπισμένες δυο εποχές η μια κοντά στην άλλη
Ω πρόσωπο που φώτισε μια μακρινή αστραπή
Ποια θάλασσα ποια θάλασσα θα `ναι αρκετά μεγάλη
Για να χωρέσει τον καημό που μάζεψ’ η ψυχή;
Σα μυθικό τριαντάφυλλο μια νύχτα ο κόσμος κλείνει
Είναι η πόρτα όπου κανείς δε θα περάσει πια
Είναι του δήμιου η ταραχή του ήρωα η γαλήνη

Αλήτις Τσαλαχούρη, Ξοπίσω απ’ τον Ρεμπό

Τα βιβλία τρίβονται απ’ το φως-Ο αναγνώστης τους με αυτήν την κιτρινίλα-Τ’ ανθρώπου με μέρα του τη νύχτα-Δίχως νυχτόβιου την ασπίδα-Ως νυχτοπλάνητας ξοπίσω απ’ τον Ρεμπό-Της ποίησης την πέννα σαν εγκαταλείπει-Λαθρέμπορος ανθρώπων για να γίνει-Τα βιβλία τρίβονται απ’ το φως-Ο αναγνώστης τους με αυτήν την κιτρινίλα-Τ’ ανθρώπου με μέρες νοσηλείας-Ας χαίρει από υγεία-Ως νυχτοπλάνητας ξοπίσω απ’ τον Ρεμπό-Της ποίησης την πέννα σαν εγκαταλείπει- Λαθρέμπορος ανθρώπων για να γίνει-

*Από τη συλλογή “Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2016.