Ένα σημείο

Poetry and short stories - D. Avgoustinaki

Όταν θα δεις πραγματικά

Ο κόσμος άλλος

Όλα θαρρείς ενώνονται

Κι εκείνο το ψηφιδωτό

Γίνεται αυτόματα

Ένα σημείο μοναχά

Σημείο τέλους και Αρχής

ΤοΈνα

© Δέσποινα Αυγουστινάκη

English Version

When you will really see

The world will change

Everything in unity

And that colorful mosaic

turns automatically

To One little Dot

A Dot of End

A Dot of Beginning

The One

© Despina Avgoustinaki

View original post

Red in Black

Manolis

ΑΓΑΘΑ

Ο Ιωσήφ, έφεδρος του Βιετνάμ

σπρώχνει το καροτσάκι υπεραγοράς

γεμάτο με ό,τι κατέχει:

άπλυτα ρούχα, ένα ανοιχτήρι κονσέρβας

ένα ζευγάρι παπούτσια

γελαστή η τρύπα στην αριστερή του σόλα

μια πλαστική σακούλα γεμάτη φασαρία

που δεν ανακατεύει πια

κι ο Ιωσήφ ψάχνει

στον έρημο παράδρομο

για κάτι που χρόνια πίσω έχασε

έντονες πρωϊνές λιαχτίδες

άσκοπος περίπατος στην Ατλάντα

για κάτι αόρατο που ψάχνει

ασήμαντο σαν και το μέρισμα του

απ’ της ανάδοχης εταιρείας

την ετήσια αναφορά κερδών

POSSESSIONS

Joseph, the Vietnam veteran

pushes his supermarket cart

filled with his possessions:

dirty cloths, a can opener

pair of spare runners

smiling hole in the left sole

plastic bag full of things

he doesn’t stir anymore

Joseph searches the back lane

of the street for something

he lost long ago

vibrant sunny morning

very early in his task

in Atlanta Georgia, he searches

for something as invisible

as his dividends

on the…

View original post 5 more words

Θεοδώρα Bαγιώτη, Away in a manger

Αν μια νύχτα Χριστουγέννων
αξίζει
είναι αυτή στο κέντρο
με τα σινιέ κοστούμια
και τα νέον που αναβοσβήνουν
ακόμη το ‘89
/ελεύθερος νους
από διαπιστώσεις και αφορμές
μαθαίνει τα απλά∙
σταυροβελονιά και υφάσματα μελανζέ
τεχνικές κομπόστ στην κηπουρική του προαυλίου
φιγούρες και πετάγματα στη ντίσκο του Στάνλεϊ
την προτεραιότητα
και την π α ρ ά β α σ η
/ «στείλε τον τραγουδιστή στο πόδι [μου]»/*
στην πλατεία Καραϊσκάκη
τις γυναίκες με το χαμένο βλέμμα που ψωνίζουν εξοδούχους
/τι σημαίνει να σου φορούν την πρώτη
σου καπαρντίνα με χρωματιστές πέρλες
στο στέρνο που χώνεψε κιόλας τις πληροφορίες
και «το βραδινό σερβιρίστε άφοβα» λες κι όλο λες!
/σε τούτη τη φωτογραφία
που σε παχαίνει
μέχρι σήμερα
η σκέψη ζωντανή
ένα αντίβαρο για ψύχραιμες αναδρομές
γυναίκα πια εσύ με το χαμένο βλέμμα
αν και δεν πούλησες ποτέ
το γέρικο κορμί σου

*Παράβαση, Ἀχαρνῆς , Δ. Σαββόπουλος, 1977.

Ρογήρος Δέξτερ, Catalogus brevis somniorum [Reductio Ad Absurdum]

• ενώ κρατάμε στο μυαλό•
Ότι ο Μπέρρυμαν
Πηδώντας από μια γέφυρα•
Βούτηξε στα παγωμένα νερά
[Και κομματιάστηκε]
Στα βράχια τού Μισσισιπή• ή ότι ο Χεμ
Άδειασε στον τοίχο του•
Όλες τις σκέψεις• που τον βάραιναν•
Κάποιο πρωί στο Κέτσαμ• να γίνουμε
Λέω πως θα μπορούσαμε•
Η αιχμή στο καρφωμένο δόρυ•
Που την ακόνισαν• όνειρα• και όνειρα•
Ο λόγος που πρέπει
Να διαταραχθεί η κοινή ησυχία
Των πολιτών•
Που κοιμούνται εν ειρήνη• το σφυρί
Που γυρεύει να σπάσει
Τους παγετώνες στα βουνά• το
Δίχτυ που άνετα θα χωρούσε
Όλο το μάννα τ’ ουρανού• στην έρημο•
Ο άδειος κάλυκας
Που θα γεμίσει μια νύχτα•
Με λόγια εκρηκτικά•
Αλλάζοντας για πάντα•
Τη ροή• τού ποταμού• τής ιστορίας• τού κόσμου•
Όπως λ.χ. με την εφεύρεση
Τής πυρίτιδας• τού αστρόπλοιου•
Τής μηχανής τού χρόνου•
Τής τηλεμεταφοράς•
Που διακτινίζει την ύλη
Χιλιάδες παρσέκ μακριά• η φωλιά
Που τραντάζει των πουλιών
Το δέντρο στα τραγούδια•
Το κέλυφος τού τζίτζικα που δεν ξεχνά•
Στην καρδιά μέσα τού χειμώνα•
Το καλοκαίρι• τα δάχτυλα
Που δε δείχνουν το φταίχτη• αλλά
Μόνο τα λάθη• μήπως και γίνει
Μια καινούργια αρχή• αύριο• κι εμείς•
Να είμαστε εσείς•
Που βγάλατε γλώσσα μεγάλη
Στο δεινό θηρίο•
Χτυπώντας κρόταλα• κύμβαλα• και σείστρα•
Μέχρι το πιο μακρινό
Νεφέλωμα τού γαλαξία•
Όπως κάνουν εξάλλου
Οι μικροί ήρωες μιας γειτονιάς•
Εκεί ψηλά στ’ αστέρια•
Με θυμό παιδικό
Που εκπυρσοκροτεί σε χρώματα•
Για ν’ αφήσει ξαφνικά στον τόπο
Τα κοράκια τού Βαν Γκοχ• νεκρά•
Σ’ ένα χωράφι από στάχυα•
Εδώ κάτω•

Βασίλης Νικολόπουλος, Δύο ποιήματα

Το μόνο που πίστεψες

Το μόνο που πίστεψες χωρίς μάτια
ήταν ο άνεμος
που σε τραβούσε σαν μάνα
Κι όλο δεν ήθελες
Κι όλο αγαπούσες
Και μόνος ξημέρωνες
Εκεί που ιστορίες για φαντάσματα
διώχνανε τους πόνους’
και ανάβλυζαν οι ψυχές
φως στο σκοτάδι

*

Όλα μοιάζουν

Με μάτια κόκκινα
και μαύρα
και με μια πίστη οδηγό
σε ανηφόρα
κατάγομαι από ένα μπαρ του προηγούμενου αιώνα.
Τώρα
όλα μοιάζουν.
Ο ήλιος μοιάζει με ήλιο
εσύ με αύριο
εγώ θυμίζω εσένα’
και
χαμογελά η απογοήτευση
στις παρυφές κάθε απόλαυσης.

*Από τη συλλογή “Αφανίζοντας ύπουλα τη νύχτα”, Εκδόσεις “Αγαύη”, Αγρίνιο 2020.

«Μεταμοντέρνες αυταπάτες» του Θεοχάρη Παπαδόπουλου

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος κάνει την πρώτη του δημοσίευση το 1993 και κυκλοφορεί την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο «Τα Παράταιρα» το 1997. Οι «Μεταμοντέρνες αυταπάτες», από τις εκδόσεις Μανδραγόρας, είναι η ένατη ποιητική συλλογή του. Περιλαμβάνει 31 ποιήματα μικρής έκτασης, τα οποία κατανέμονται σε τρεις ενότητες τιτλοφορημένες: «Έμπνευση», «Σήψη», «Παρακμή». 

Στην πρώτη ενότητα, με τίτλο «Έμπνευση», στο ομότιτλο, εναρκτήριο της συλλογής, ποίημα, ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος εκθέτει σε πρώτο πρόσωπο στοιχεία της ποιητικής του ταυτότητας, δηλώνοντας τη σχέση του με την τέχνη του. 

Την έμπνευσή μου 
δεν τη θέλω εύκολη 
ρηχή και ανούσια 
ρομαντικά να με θωπεύει. 
Τη θέλω άγρια και απρόσιτη. 
Να της γυρεύω ένα φιλί 
και να περνώ χίλιες φωτιές 
μήπως και το κερδίσω. 
Να της ζητώ να υποταχτεί 
κι αυτή να κάνει αντάρτικο. 

Ένα ποίημα ποιητικής, λοιπόν, ανοίγει την ενότητα και τη συλλογή, στο οποίο γίνεται αντιληπτή μια δυναμική σχέση· ο ποιητής αντιμετωπίζει την τέχνη του με ερωτικό, σχεδόν, δέος. Μια οξύμωρη, αμφίθυμη και δύσκολη σχέση, με όρους εξουσίας και υποταγής, όπου ο ποιητής υποτάσσεται στην έμπνευση προσπαθώντας να την κερδίσει, ζητώντας της να υποταχτεί αλλά και να αντισταθεί ταυτόχρονα, «να κάνει αντάρτικο». Διαφαίνεται από την πρώτη στιγμή η μάταιη αναζήτηση για μια έμπνευσημούσα, σύμφωνα με το πρότυπο των ρομαντικών ποιητών, παντοδύναμη και ανεξέλεγκτη, αναζήτηση που αποδεικνύεται όμως ατελέσφορη, όπως διαπιστώνει ο ίδιος ο ποιητής στο τελευταίο ποίημα της ενότητας, με τίτλο «Χωρίς έμπνευση»: 

[…] Στερεύει η σκέψη
όταν δεν την προκαλείς 
Σκοτώνεται η έμπνευση 
μπροστά από την οθόνη. 

Φαινομενικά μόνο η έμπνευση που επικαλείται το ποιητικό εγώ μοιάζει με αυτή των ρομαντικών. Εδώ, δεν έρχεται ως αποκάλυψη, δεν έχει μεταφυσικό χαρακτήρα, αλλά εκκινεί από την ίδια την απατηλή πραγματικότητα, από την εμποδισμένη σχέση με τον άλλο και, κατ’ επέκταση, με τον εαυτό, που γίνεται ένας ξένος. 

Αλληλένδετη η σχέση του εαυτού με τον άλλο, καθώς η απουσία του άλλου ακυρώνει την δυνατότητα επίγνωσης του εαυτού. Σε όλη τη συλλογή, η αγωνία για την ταυτότητα, που ματαιώνεται ή παραμένει σε εκκρεμότητα, συνδιαλέγεται με την επιθυμία για επικοινωνία με τον άλλο αλλά και με την αναζήτηση της αλήθειας, του πραγματικού «προσώπου» του ποιητικού υποκειμένου – του «προσώπου» που εμπεριέχει την έννοια της ηθικής επαγρύπνησης στη σχέση με τον πλησίον, την υπέρβαση της ατομικότητας και την αποδοχή του συνανθρώπου, το συν-υπάρχειν και το συν-ανήκειν. Στην ποίηση του Θεοχάρη Παπαδόπουλου, οι «δύσκολοι καιροί» θολώνουν την αλήθεια του προσώπου και το ποιητικό εγώ, μοναχικό, είτε μπροστά στην οθόνη είτε μπροστά στον καθρέφτη, μάταια προσπαθεί να αναγνωρίσει την εικόνα του: 

Είναι κάποιες φορές 
που φυσάω τη σκόνη 
μα αντί να φύγει 
μου γεμίζει το πρόσωπο. 
Τσούζουν τα μάτια μου 
με πιάνει βήχας 
και φεύγω νικημένος. 

Άλλη μια μάταια προσπάθεια 
να μη μου φαίνεται θολό 
το πρόσωπο που βλέπω 
στον καθρέφτη. 

(«Η σκόνη») 

Η έννοια της ηθικής και κοινωνικής εγρήγορσης διατρέχει και την επόμενη ενότητα της συλλογής, με τίτλο «Σήψη», από το πρώτο ποίημα ([…] Γι’ αυτό / όσο τουλάχιστον θα ζεις / πρόσεχε / μήπως σε βρούνε ξαπλωμένο.) έως το τελευταίο ([…] – Όχι άλλον Αϊλάν! / Και μένει μέσα μου ο θρήνος / που κάθε βράδυ με ξυπνά / και μου ζητάει να παλέψω.) Οι άλλοι, εχθρικοί ή φιλικοί, θύτες και θύματα, εμφανίζονται πλέον στο ποιητικό σκηνικό και κατατρύχουν την ποιητική συνείδηση: χιλιάδες μάτια με τρυπούν σαν με κοιτάνε («Δεκέμβρης»). 

Το ίδιο το σκηνικό, μάλιστα, αλλάζει, καθώς μαζί με τα πρόσωπα κάνουν την εμφάνισή τους και οι ετεροτοπίες της μεταμοντέρνας συνθήκης, πραγματικοί ή νοητοί χώροι ή θύλακες του έτερου, μέσα στους οποίους προσεγγίζεται το άλλο: η αρένα της Παμπλόνα, η τηλεόραση και το βίντεο, πολυτελή ξενοδοχεία και εστιατόρια, οι υπολογιστές, το εργοστάσιο, η διαφήμιση μιας γιγαντοαφίσας, το μετρό, μια ζωγραφισμένη παραλία, η Μεσόγειος. Χώροι που δημιουργούν ή καταγγέλλουν τις ψευδαισθήσεις, αποκαλύπτοντας και στις δύο περιπτώσεις το απατηλή γοητεία της πραγματικότητας, ενός σημαίνοντος χωρίς σημαινόμενο, χωρίς περιεχόμενο: 

Τεράστια διαφήμιση 
το βλέμμα μαγνητίζει. 
Σαστίζει ο νους 
μπερδεύεται 
κι άλογες σκέψεις κάνει. 

Φυσά ο λίβας δυνατά 
μεμιάς την κουρελιάζει 
κι αποκαλύπτεται στο νου 
απαίσια, κούφια κι άδεια. 

(«Διαφήμιση») 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ως προς τη θεματική του κενού και της ματαίωσης και το προτελευταίο ποίημα της δεύτερης ενότητας, με τον τίτλο «Διαδρομές», στον απόηχο του Ουράνη και του Καρυωτάκη. Η παραδοσιακή και αυστηρή δομή του, με ρυθμό και ομοιοκαταληξία, αποκαλύπτει μια πικρή ειρωνεία, σχεδόν βουβή, για το ματαιωμένο ταξίδι, για μια ποίηση ματαιωμένη, που καταλήγει κενή από λέξεις, μια ζωγραφιά στο χαρτί. Το ποιητικό εγώ, στη διαδρομή του με το μετρό μέσα στην πόλη, φαίνεται να αντικρίζει μια αφίσα που απεικονίζει κάποια ειδυλλιακή παραλία, στην οποία ξέρει ότι δεν θα πάει ποτέ. Έτσι, στο εσωτερικό της ποιητικής ετεροτοπίας του παραδοσιακού στίχου, εγκιβωτίζονται και άλλοι θύλακες του έτερου: η πόλη, μέσα στην πόλη το μετρό, μέσα στο μετρό η αφίσα με την παραλία. Και τελικά, από αυτό το μεταμοντέρνο σονέτο προκύπτει μια ποίηση-αυταπάτη ή ουτοπία, καθώς τα χαρτιά του ποιητή γίνονται ψεύτικα καραβάκια που αρμενίζουν στα θολωμένα νερά της ουτοπικής, χάρτινης παραλίας: 

[…] Μεταμοντέρνες αυταπάτες να γυρεύεις 
σε κοινωνία που γεμίζει με αχινούς. 

Μια παραλία ζωγραφίζεις στα χαρτιά σου 
στα θολωμένα κύματά της κολυμπάς 
σαν καραβάκια τα χαρτιά σου θ’ αρμενίζουν 
εκεί που νόμιζες πως κάποτε θα πας. 

Στην τρίτη ενότητα, που τιτλοφορείται «Παρακμή», η θεματική του κενού και της απάτης του σημαίνοντος επιμένει, όπως για παράδειγμα στο ποίημα «Προσοχή στο κενό», με σκηνικό πάλι τον χώρο του μετρό (κι όλο βλέπω γύρω μου ανθρώπους που έπεσαν / κι όλο βλέπω γύρω μου κενούς ανθρώπους). Όμως, εμπλουτίζεται με έντονα στοιχεία θεατρικότητας, τα οποία φανερώνουν τόσο την ανάγκη να αποκατασταθεί η επικοινωνία με τον αναγνώστη, μέσα από μια ποιητική επιτέλεση, όσο και την αναζήτηση της ταυτότητας που χάνεται μέσα στους πολλαπλούς ρόλους που υποδύεται το ποιητικό εγώ. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Ο ρόλος», στο οποίο ακούγεται και ο ήχος ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης: 

Έπαιξες τον ρόλο σου καλά 
Τον έζησες 
τον έντυσες με πάθος. 
Πλήθος σε θαύμασε. 
Το χειροκρότημα θερμό 
τράνταξε το σανίδι. 
Και συ σκυφτός αποχωρείς 
να βρεις καινούριο ρόλο 
με νέο πρόσωπο να βγεις 
μη και ξεχάσεις το δικό σου.

Εξίσου ενδεικτικό μιας ποιητικής επιτέλεσης είναι και το πρώτο ποίημα της ενότητας, με τίτλο «Ασυμφωνία», στο οποίο παρακολουθούμε μια χορογραφία με δύο χορευτές ή μια παράσταση με δύο πρόσωπα, εκείνον και εκείνη, για μια ακυρωμένη συνάντηση, για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα: 

[…] Εκείνος γέλασε πρόστυχα 
Εκείνη έκλαψε βουβά. 
Εκείνος έκανε ένα βήμα μπροστά. 
Εκείνη πισωπάτησε. 
Εκείνος άπλωσε το χέρι του. 
Εκείνη του γύρισε την πλάτη. 
Εκείνος φώναξε. 
Εκείνη έφυγε. 
Έξω απ’ την πόρτα ο Έρωτας 
γελάει πνιχτά. 

Η θεατρικότητα, όπως επισημάνθηκε παραπάνω, αποκαλύπτει την ανάγκη της επικοινωνίας του ποιητικού εγώ αλλά και του ίδιου του ποιητή με τον αναγνώστη, στον παρόντα χρόνο της κάθε ανάγνωσης του κάθε αναγνώστη. Ο ίδιος ο ποιητής, ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος, με τα συγκεκριμένα στοιχεία ταυτότητας και χωρίς τα πολλαπλά προσωπεία του ποιητικού εγώ, οδηγείται σταδιακά, στις Μεταμοντέρνες αυταπάτες, από την επιτέλεση στη δράση. Προτρέπει τον αναγνώστη σε μια «ηθική της ανάγνωσης», όπου το κείμενο ενδιαφέρει περισσότερο όχι γι’ αυτό που λέει αλλά γι’ αυτό που κάνει. Το κείμενο συναντιέται με τη ζωή και ο κάθε αναγνώστης ξεχωριστά καλείται να ανταποκριθεί σε αυτό, παίρνοντας θέση απέναντι στα ηθικά διλήμματα και ερωτήματα που θέτει το κάθε έργο. 

Κλείνουμε αυτή την παρουσίαση με στίχους από το προτελευταίο ποίημα της συλλογής, με τίτλο «Παύλος Φύσσας», όπου η απεύθυνση στον αναγνώστη και η πρόσκληση για κοινωνική και ηθική επαγρύπνηση γίνονται πλέον με άμεσο τρόπο και καλούν σε δράση: 

[…] Θέλω να πω πολλά 
κι η οργή μ’ εμποδίζει 
Μερικές φορές 
η ποίηση γίνεται δράση. 

Γιατί εκείνος που σκότωσε 
θα ξανασκοτώσει 
έναν ακόμα Παύλο Φύσσα 
που θα μπορούσε να είναι το παιδί σου 
που θα μπορούσε να είναι ο αδερφός σου 
που θα μπορούσε να είσαι εσύ 
εσύ, που με ακούς αυτή την ώρα

Λίλυ Αλεξιάδου 
ΕΔΙΠ Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ

*Το κείμενο αναδημοσιεύεται από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2021/11/blog-post_24.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email

Βάγια Κάλφα, Τρία ποιήματα

Yellow ocherhues, Έργο της Ελληνοαυστραλής ζωγράφου Mary Rafael

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ

Τα μεγάλα βιβλία
Κλείνουν κάπως έτσι
Τα δάχτυλα στέκονται
Τα μάτια συντριμμένα
Παρατηρούν τη λύση
Βλέποντας πως υπήρχαν
Οι ενδείξεις στην αρχή
Όμως επέλεξες να μη δώσεις σημασία
Και να ζήσεις
Μονορούφι.
Κι απρόσκοπτα.

*

ΕΠΙΤΥΧΙΑ
Ν’ ανοίγεις το κυριακάτικο ένθετο
Κρατική, περιοδικά
(απ’ αυτά που δεν εκδίδουν όποιον κι όποιον)
Και να σε βρίσκεις συνέχεια μπροστά σου

Να λαμβάνεις προσκλήσεις
Να μιλήσεις, βιβλία να κρίνεις
Αιτήματα ηλεκτρονικής φιλίας
Να κατακλύζουν το προφίλ σου
Και να είναι η γνώμη σου
Από σένα βαρύτερη

Κάθε σου λέξη
Ν’ ακολουθούν likes και σχόλια
Κι όλα αυτά που σε πεθαίνουν
Ν’ απελπίζονται

Μες στο συνωστισμό

*

ΕΠΑΡΧΙΑ
Ι
Ένα ακόμη καλοκαίρι
Επαρχία
Κάτι αόριστο φυλάς
Ο χρόνος
Φεύγει, όπως φεύγουν οι αλήθειες -επώδυνες-
Και δεν κάνουν εντύπωση καμιά


ΙΙ

Το φως απ’ το απέναντι
Φροντιστήριο κλείνει
Το περίπτερο
Κατεβάζει τα στόρια
Απ’ τις ταβέρνες
Φεύγουν κι οι τελευταίοι
Πελάτες – στην κουζίνα
Ήχοι από κατσαρολικά

Ίσως αυτό
Ν’ άκουσε τελευταίο
Η νύχτα

Και μελαγχόλησε βαθιά

*Από τη συλλογή “Ληθόστρωτο”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2013.

Νίκος Βέλμος: Μία εμβληματική μορφή του πολιτισμού στον Μεσοπόλεμο

Δημήτρης Παυλόπουλος

Πριν από έναν αιώνα, το 1921, ο Νίκος Βέλμος (Βογιατζάκης,1890-1930), ιδιότυπη πνευματική προσωπικότητα, εξέδωσε το βιβλίο του “Βέλμου Έργα”. Στην έκδοση περιέλαβε και το “Κοινωνικό Βιβλίο” του. «Προτιμώ να με παιδεύει μια αλήθεια, παρά να με χαϊδεύει ένα ψέμα», έλεγε. Τότε αρχίζει και η στενή φιλία του με τον λογοτέχνη Στρατή Δούκα (1895-1983), που κράτησε έως τον θάνατό του.

Ο Βέλμος άφησε τα τολμηρά ίχνη του στην πνευματική ζωή της μεσοπολεμικής Ελλάδας. Η εντελώς πρόσφατη έκδοση του μελετητή του Κίμωνα Θεοδώρου (Ιωακείμ Θεοδωρίδη, γ. 1981) “Ο Βέλμος και οι εκθέσεις στο Άσυλον Τέχνης” (Φαρφουλάς, Πάτρα 2021), που εργάζεται στα εκπαιδευτικά προγράμματα του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, τον ξαναφέρνει στο προσκήνιο, ερευνώντας και συμπληρώνοντας δυσήνιο υλικό με σεβασμό. Να σημειώσουμε ότι 422 βελμικά σκίτσα έχουν δωρηθεί στη Συλλογή του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

Ανθρωπιστικό ήταν το έναυσμα της αίθουσας τέχνης που ίδρυσε ο Βέλμος το 1927 στην κατοικία του, στην οδό Νικοδήμου 21, στην Πλάκα: έκθεση ζωγραφικής για την οικονομική ενίσχυση ασθενή καλλιτέχνη. Ακολούθησε πληθώρα εκθέσεων, 28 συνολικά, έως το 1938, οπότε και ο χώρος έκλεισε μετά από την οργάνωση της Αντι-Πανελλήνιας Έκθεσης, που απαντούσε στον μεταξικό θεσμό της πρώτης Πανελλήνιας Καλλιτεχνικής Έκθεσης τον ίδιο χρόνο.

*Σας παρακαλούμε να διαβάσετε ολόκληρο το κείμενο, πηγαίνοντας εδώ: https://slpress.gr/politismos/nikos-velmos-mia-emvlimatiki-morfi-toy-politismoy-ston-mesopolemo/amp/?fbclid=IwAR0NOfdTAVzYQkJ58OU09PAyBVqJBBiaHEqfp6ZSGpARgK2UpxXYXzj2L8A

Στράτος Κοσσιώρης, Η αιώνια μπουρδελότσαρκα

Ο Θαλασσοπόρος

Μας μιλούσε για μπορντέλα κάθε λογής
που περιηγήθηκε σαν ναυτικός
στο Άμστερνταμ και στο Βερολίνο
και σε μέρη άλλα εξωτικά.

Παρακολουθώντας το βλέμμα του
το καταλάβαινες, ήταν σα να βίωνε ξανά
ολοζώντανη την εμπειρία
από τα βρωμερά σπίτια που είχε επισκεφτεί.

Κάποια στιγμή
η κουβέντα του έφτασε και στα εδώ του ταπεινού
αυτού οίκου.
Ξαφνικά, για τη Βερόνικα ρώτησε·
και μάθαμε πως από καιρό είχε αλλάξει στέκι.

Κι έτσι, σιγά σιγά
με άδεια χέρια
αποχωρήσαμε όλοι σκεφτικοί.

*

Τα Δώρα

Σαν ένας ικέτης που αναζητούσε το θαύμα –
δεν ήταν λίγες οι φορές
που στην τσέπη του παντελονιού μου είχα κρυμμένο
ένα λουλούδι που πριν το προσφέρω μαραίνονταν.
Ή σε μια φτηνή σακούλα νάιλον μετέφερα τυλιγμένα
λίγα κομμάτια γαλακτομπούρεκο.
Ή πάλι, κάποτε είχα κρυμμένη στο τσαντάκι μου
μια σοκολάτα.

Ήταν τα δικά μου τίμια δώρα
σαν το Χρυσό το Λιβάνι και τη Σμύρνα
στις αμαρτωλές αγίες πόρνες.

Δεν ξέρω αν συγκινήθηκε ποτέ καμιά τους,
κι ούτε με νοιάζει.

*

Κλώντια ή Λεσβία

Δεν θυμάμαι ποια ήταν η εποχή
ούτε τον μήνα ή την ημέρα.
Με πήρε από το χέρι και με έβγαλε από τη
μέριμνα του χρόνου.

Άγγιξα το απαλό της δέρμα, τις τρυφερές αυλακώσεις
απ’ τις ρυτίδες του προσώπου της.
Γεύτηκα ως το μεδούλι την ώριμη ομορφιά της.

Απήγγειλα στίχους για χάρη της
περπατώντας ανάμεσα στους στρατοκόπους της νύχτας.

Κι όσο στο βούρκο κυλιότανε η σάρκα της
τόσο πιο αγνή φάνταζε στα δικά μου μάτια.

Και τώρα που το χλιμίντρισμα στα σκέλια δεν λέει να κοπάσει
ακόμα την αναζητώ, στα μπουρδέλα της οδού Λιοσίων
στη Φυλής έως το Μεταξουργείο.

Κλώντια έλεγαν είναι το πραγματικό της όνομα
μα εγώ την ήξερα ως Λεσβία.

*

Το Ψοφίμι

«Ψόφια, ψόφια!» μου φώναξε
ο νεαρός φανερά ενοχλημένος
και με πέρασε ξυστά καθώς έκανα
να διαβώ το κατώφλι του χαμαιτυπείου.

Ανέβηκα την στριφογυριστή σκάλα
και κοντοστάθηκα στο χωλ.
Ήξερα πως η κοπέλα ήταν Ελληνίδα.
Tην είχα σταμπάρει λίγες μέρες πριν.

Παρέμεινα λίγο σκεφτικός μιας και το ρίσκο
να φολιαστώ ήταν υψηλό.
Η ίδια όταν βγήκε και σαλονάρισε
έδειξε πολύ βαριεστημένη.
Παρά τις καύλες της στιγμής παραμέρισα.
Κατέβηκα στα βιβλιοπωλεία στο κέντρο της Αθήνας
και έχοντας διασώσει το μπλε παράβολο
αγόρασα τα Λόγια Της Πλώρης του Καρκαβίτσα
που από καιρό ήθελα να διαβάσω.

Το ταγκαλάκι όμως εκεί να επιμένει. Ανένδοτο.
Μετά από τρεις μέρες υπέκυψα στον πειρασμό
και επέστρεψα στον γνώριμο οικίσκο.
Τελικά ρίσκαρα. Τί το ‘θελα;

Με τόσο κρύα κι απρόθυμη τάνα
δεν θυμάμαι να ξαναπήγα στη ζωή μου.
Ένα ζωντανό περιφερόμενο πτώμα.

Ωστόσο, δεν με πείραξε διόλου.
Η ωραία η γλώσσα η ελληνική
με είχε τόσο αποζημιώσει.

*

Λαϊκό Προσκύνημα

Κατηφορίζοντας την οδό Χωματιανού
και λίγο πιο πέρα προς της Λιοσίων τα πέριξ
ολοταχώς κατευθυνόμουν προς τη μιλφάρα Βικτώρια.
Φρόντιζα πάντα να ’χω μαζί μου ένα γλυκάκι να τη φιλέψω.
Αν κι η Βικτώρια δεν χαμπάριαζε από τέτοιου είδους
φιλοδωρήματα.
Ήταν έτσι κι αλλιώς φουλαριστή στο πρόγραμμά της.
Στις ανάγκες του πελάτη με αυταπάρνηση δοσμένη.

Έπεσε σήμα γρήγορα για την περίπτωσή της.
Στο πορνείο που δούλευε λαοθάλασσα προσέλευσε.
Κι υπήρχαν φορές που γινότανε γι’αυτήν λαϊκό προσκύνημα.

Το πράγμα όμως ξέφυγε απ’ τον έλεγχο
μετά από κάμποσο καιρό, κι όπως αποδείχτηκε
οι ανάρπαστες υπηρεσίες της
ξέφυγαν πολύ απ’ το όριο στα θέματα υγιεινής.

Κάποια στιγμή μάλιστα βγήκε η φήμη
πως η Βικτώρια για τα λεφτά
θα γλωσσοφίλαγε και αρουραίο.

Για αυτό κι εγώ μόλις το αντιλήφθηκα
της έβαλα Χ και δεν ξαναπάτησα ποτέ
στο άθλιο τσαρδί της.

*

Η Αιώνια Μπουρδελότσαρκα

Ακόμα θυμάμαι όταν αντίκρυσα για πρώτη φορά
τη Ρωσίδα Ντιάνα το πάλαι ποτέ
ξακουστό ντέλο κομοδίνο της Διδύμου.

Την ταραχή μου και το ηδονικό τρέμουλο
που μ’ έπιασε σύγκορμο
μπροστά στη θέα με τις ατέλειωτες καλλίγραμες ποδάρες
τον θεσπέσιο κώλο, τουρλωτό κι ωθούμενο από τα πορνοτάκουνα
το μαύρο πρόστυχο δαντελωτό στριγκάκι, την αλαβάστρινη
επιδερμίδα
και το γεμάτο υποσχέσεις έκφυλό της βλέμμα.

Οι οικονομίες μου ίσα ίσα που έφταναν.
Ένα εικοσάευρo είχα όλο κι όλο κι ήμουν σε αναμονή
να μπει τις επόμενες μέρες το επίδομα ανεργίας.

Σχεδόν τροχάδην διαβήκαμε ο φίλος μου κι εγώ
την Αχαρνών να βρούμε το πρώτο υποκατάστημα της Εθνικής.
Επιστρέψαμε στον οίκο λαχανιασμένοι.

Όπως καθόμασταν στο χωλ κι είχαμε πάρει τις ανάσες μας
μη μπορώντας να αποφασίσω ρώτησα το φίλο μου με νευρικότητα
Να μπω ή να μη μπω;
Κι αυτός τότε με ήρεμη φωνή
μου απάντησε «Μη βιάζεσαι, αιωνίως
εδώ θα είμαστε κι εμείς κι αυτές».

Τι κι αν τα λόγια του αντηχούσαν για καιρό μέσα μου
πότε σαν ευχή και πότε σαν κατάρα.

Το είχα νιώσει τότε παίρνοντας το μονοπάτι
της επιστροφής.
Μυστικά όλοι οι δρόμοι εκεί να με οδηγούν.
Στην αιώνια μπουρδελότσαρκα.

*

Η Ρωσίδα Ντιάνα

Εκείνο το απόγευμα
είπα να περάσω στο δωμάτιο εκ νέου με τη Ρωσίδα Ντιάνα
το ξακουστό έπιπλο της οδού Διδύμου.
Πλην όμως εκπάγλου καλλονής.

Αφού ήταν φόλα ολκής
της έμεναν λίγα ακόμα ψωμιά στην πιάτσα.
Ήταν λοιπόν μια από τις τελευταίες ευκαιρίες
που είχα να την ξαναχαρώ.
Πάντα πίστευα για τον αγοραίο έρωτα
πως όταν σου αρέσει πάρα πολύ μια γκόμενα
οφείλεις να δίνεις δίχως να περιμένεις πάντα ανταπόδοση.

Τα Ελληνικά της Ντιάνας δεν ήταν καλά
κι εκεί επάνω στου κάλπικου έρωτα τις απαιτήσεις
και τις προσταγές δεν κατάλαβε αυτό που τις ζήτησα.
Της μίλησα απότομα. Και τα χαλάσαμε.

Θύμωσε μαζί μου, σηκώθηκε γρήγορα
και βγήκε φουριόζα απ’ το δωμάτιο
κλείνοντας με δύναμη πίσω της την πόρτα.

Άρχισα κι εγώ να ντύνομαι σιγά σιγά
καταλαβαίνοντας το λάθος μου
όταν άκουσα την πόρτα να ανοίγει ξανά.
Ήταν η Ντιάνα η οποία προς έκπληξή μου
άφησε ένα εικοσάευρο στο κομοδίνο επιδεικτικά
σαν να απαιτούσε το σεβασμό μου
κι έφυγε.

Έκτοτε δεν την ξαναείδα.

*

Ζωσιμάς

Τους σπόρους του κόπου μου, έμελλε
να φυτέψω εδώ·
πάνω στην καυτή άσφαλτο.
Ψάχνοντας απεγνωσμένα στους παρηκμασμένους οικίσκους
μέσα σε αυτή την ανυπόφορη ζέστη.
Έχοντας για μόνα εφόδια στο σακίδιό μου
ένα σακουλάκι ξηρούς καρπούς
κι ένα πλαστικό μπουκαλάκι νερό
που του απόμειναν λίγες μόνο σταγόνες.

Οι πατούσες μου έχουν κάνει φουσκάλες απ’ την πολύωρη
πεζοπορία
κι ο ήλιος του καλοκαιριού ξεφεύγει από το γείσο του καπέλου
χτυπώντας με στο κούτελο ανελέητα.

Την είδα. Είμαι σίγουρος. Το θυμάμαι καλά.
Σαν μια σκιά ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου
που έτρεχε τρομαγμένη να κρυφτεί.

Μα όσα χαμαιτυπεία κι αν έψαξα εκείνη τη μέρα
κανείς δεν γνώριζε να μου πει
ποιο είναι τ’ όνομά της. Ή αν έφυγε απ’ την περιοχή.

Όταν ήρθε το βράδυ
κάθισα σ’ ένα παγκάκι της πλατείας αποκαμωμένος.
Λυπημένος καθώς ήμουν κοίταξα στον ουρανό.
Άξαφνα γύρισα το βλέμμα μου και νάτη,
μέσα στης πόλης την αδιαφανή νύχτα την είδα ξανά.

Έκανα να σηκωθώ όμως τα πόδια μου
δεν με κρατούσαν πια.

*Στη σειρά Ναρκοπέδιο – Οκτασέλιδο
Αριθμός έκδοσης III
Υπεύθυνος έκδοσης: Στράτος Κοσσιώρης

**Φωτογραφία εξωφύλλου: Jen Theodore