I think you’ll find a tomb not so beautiful baby oh They tie you tight in the beautiful dress I listen It’s cold and the worms and the things are there for selfish reasons I think you’d like to turn away from your side to your hair it won’t please to stay in place forever and in your hands it won’t please to be nailed like that I think to your lips won’t please for themselves
Νομίζω ότι θα βρεις έναν τάφο όχι και τόσο όμορφο μωρό μου, ω Σε δένουν σφιχτά μέσα στο όμορφο φόρεμα Ακούω Κάνει κρύο και τα σκουλήκια και τα πράγματα είναι εκεί για εγωιστικούς λόγους Νομίζω ότι θα ήθελες να γυρίσεις μακριά από το πλευρό σου στα μαλλιά σου δεν θα τους αρέσει να μείνουν στη θέση τους για πάντα και στα χέρια σου δεν θα τους αρέσει να καρφωθούν έτσι Νομίζω στα χείλη σου δεν θα τους αρέσει για τον εαυτό τους
As if I were writing, as if I were dreaming that I write I raise a glass for that night we lost in Baires and the bar displayed its newly operated tires and you followed me from bar to bar, from night to night, from death to death, while the emerald of your eyes penetrated me. Mine is the small, the inexact, the turbid, what I can barely see is what the head understands, I don’t write extraordinary things, I don’t have the tic of the national poet, behind the flower, the humidity. We were not born for anything great, we barely managed a life of artificial yellow light on our heads, far, far from our heads, there is a place where the condors brush against the mountain range as if by wings they had words Down the city carrion and the southern cross illuminating our skin, down the earth, under the feet the earth, under the earth, the sky and the shattering memory of thousands who have not died at all for anything great. In front of your eyes, the past of the future and the future of the past and those walks through the Forestal when we had nothing and for that, the world was ours.
Σαν να έγραφα, σαν να ονειρευόμουν ότι γράφω Σηκώνω το ποτήρι μου για εκείνη τη νύχτα που χάσαμε στο Μπουένος Άιρες και το μπαρ έδειχνε τα καινούργια του ελαστικά και εσύ με ακολουθούσες από μπαρ σε μπαρ, από νύχτα σε νύχτα, από θάνατο σε θάνατο, ενώ το σμαράγδι των ματιών σου με διαπερνούσε.
Δικό μου είναι το μικρό, το ανακριβές, το θολό, αυτό που μόλις και μετά βίας βλέπω είναι αυτό που καταλαβαίνει το μυαλό, δεν γράφω εξαιρετικά πράγματα, δεν έχω το τικ του εθνικού ποιητή, πίσω από το λουλούδι, η υγρασία.
Δεν γεννηθήκαμε για τίποτα μεγάλο, με το ζόρι τα βγάζαμε πέρα με μια ζωή από τεχνητό κίτρινο φως πάνω από τα κεφάλια μας, μακριά, πολύ μακριά από τα κεφάλια μας, υπάρχει ένα μέρος όπου οι κόνδορες αγγίζουν την οροσειρά σαν να είχαν λέξεις στα φτερά τους
Κάτω από την πόλη, τα ψοφίμια και ο Σταυρός του Νότου που φωτίζουν το δέρμα μας, κάτω από τη γη, κάτω από τα πόδια μας η γη, κάτω από τη γη, ο ουρανός και η συντριπτική ανάμνηση χιλιάδων που δεν πέθαναν καθόλου για κάτι μεγάλο.
Μπροστά στα μάτια σου, το παρελθόν του μέλλοντος και το μέλλον του παρελθόντος και εκείνες οι βόλτες στο Forestal* όταν δεν είχαμε τίποτα και γι’ αυτό, ο κόσμος ήταν δικός μας.
*Μεγάλο αστικό πάρκο που βρίσκεται στο κέντρο του Σαντιάγο.
Στη συνοικία ”Κλώνο του Μπρονξ”-Αποβάθρα μεταναστών-Πληθώρας υπογείων-Της μοναξιάς-Του εγκλήματος-Της προσφυγιάς της υδρογείου-Πώς έβγαλε η αλήθεια νοκ άουτ τον φασισμό-Διηγόταν το παιδί που θα πνιγεί-Μετά από καιρό-Στη σχάρα της τουαλέτας ενός μπαρ απ’ τη χημεία και δεν θα τον προλάβουν στα Επείγοντα-Σύμφωνα με την ιστορία–Στο φασιστάκι από πάππου προς πάππου-Που εκπαιδεύει για να δαγκώνουν πρόσφυγες-Ομοφυλόφιλους-Ρομά-Με ξύλο και μάντρωμα σ’ υπόγες-Σκυλιά που λέει «Σκοτώστρες»-Ο γεροδάσκαλος γείτονας-Αργά και με ησυχία-Του λέει ‘κείνη τη μέρα-Που συναντιούνται με ένα ταλαίπωρο σκυλί του στην πολυκατοικία: «Τα σκυλιά-Παρόλο που εκπαιδεύονταν για μήνες-Σε ειδικό χιμλερικό* πρόγραμμα-Ως αναπληρωτές φρουρών στα ναζιστικά στρατόπεδα-Όχι μόνο δεν συνεργάστηκαν-Αλλά ως σκυλιά κοιμούνταν όποτε γουστάριζαν-Κι όσο κι αν τα είχαν αγριέψει στη σάρκα των εβραίων και των άλλων κρατουμένων-Ως σκυλιά-Κι όχι ως άνθρωποι-θηρία-Δεν πείραζαν τα λείψανα εκείνων των ανθρώπων στου θανάτου τα εργοστάσια»-Το φασιστάκι αντάριασε σαν τη φουρτουνιασμένη θάλασσα-Αποπειράται να τον χτυπήσει άτσαλα-Μα ο δάσκαλος τον ξαπλώνει με μπουνιά στο πάτωμα-Αναγαλιάζοντας οι αυτόπτες-Που τον μισούσανε θανάσιμα-Κι αυτόν και τον παππού του-Που δούλευε στην Κατοχή για την Γκεστάπο και τους ναζί-Και του ‘βγάλαν μια νύχτα-Σε δρόμο σκοτεινό-Τ’ άντερα- Στη συνοικία ”Κλώνο του Μπρονξ”-Αποβάθρα μεταναστών-Πληθώρας υπογείων-Της μοναξιάς-Του εγκλήματος-Της προσφυγιάς της υδρογείου-Πώς έβγαλε η αλήθεια νοκ άουτ τον φασισμό-Διηγόταν το παιδί που θα πνιγεί-Μετά από καιρό-Στη σχάρα της τουαλέτας ενός μπαρ-Απ’ τη χημεία-Και δεν θα τον προλάβουν στα Επείγοντα
*Xιμλερικό: Από το όνομα του Χάινριχ Λούιτπολντ Χίμλερ (Heinrich Luitpold Himmler), Μόναχο 7 Οκτωβρίου 1900-Λύνεμπουργκ 23 Μαΐου 1945. Ο Χίμλερ ήταν από τους γνωστότερους Γερμανούς εθνικοσοσιαλιστές πολιτικούς και από τους πιο σημαντικούς διαμορφωτές της ναζιστικής πολιτικής. Θεωρείται ο ιθύνων νους του Ολοκαυτώματος. Ήταν ανώτατος αρχηγός των Ες-Ες. Όταν συνελήφθη από τους Βρετανούς έδωσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του. (Περισσότερα στη σημείωση στις σελίδες 33-34 της συλλογής της Αλήτις Τσαλαχούρη).
**Από τη συλλογή “Κάθαρμα”, εκδ. Οδός Πανός, 2020.
Φωτoγραφία: Clarence H. White, Drops of Rain, 1903
ο δάσκαλος της μουσικής βάζει την πέμπτη συμφωνία του Μάλερ «η χαρά πάντα έρχεται μετά από τον πόνο!» λέει στους μαθητές καθώς κλείνουν τα μάτια τους η βροχή ξεκινά
ένας μόνο στο πίσω θρανίο δεν σταματά να κοιτά έξω
τώρα η μουσική δυναμώνει διαπερνά τους τοίχους ταξιδεύει στην πόλη σκορπίζει ξεχασμένες μελωδίες
κι εκείνος πάντα να κοιτά στο παράθυρο τη βροχή που ποτίζει τα δέντρα τα κλειστά σπίτια τις μέρες μας
Πέρα από το θάνατό μου μια μέρα η γη περιστρέφεται στον ουρανό
είμαι νεκρός και το βαθύ σκότος εναλλάσσεται ασταμάτητα με το φως
η πλάση με φυλάκισε και βρίσκομαι στην αγκαλιά της τυφλός συμφιλιωμένος με το Τίποτα.
*
Εγώ ο ίδιος είμαι το μηδέν η πλάση είναι ο τάφος μου ο ήλιος δεν είναι παρά ο χάρος
ο τυφλός κεραυνός είν’ η ματιά μου ουρανός η καρδιά μου εκεί που μαίνεται η καταιγίδα\
μέσα μου βαθειά σε μιαν άβυσσο ο απέραντος κόσμος είναι νεκρός.
*
Είμαι ο πυρετός ο πόθος είμαι η δίψα
Το κέφι π’ ανεμίζει το φουστάνι σε δύνη και το κρασί που κάνει χωρατά και τσίτσιδη σ’ αφήνει.
*
Αιμόπτυση είναι η ρόδινη δροσιά η μαχαιριά που απ’ αυτήν θα πεθάνω από του πηγαδιού το φυλιατρό στη διαφάνεια την δακρύων με αγωνία τον αστερόφωτο ανερευνώ ουρανό.
*Από το βιβλίο “Georges Bataille, Ποίηση”, έκδοση “το μικρό Δέντρο” Νο 5. Δεν αναφέρεται χρόνος έκδοσης. Μεταγραφή: Νίκος Δ. Κοντομήτρος.
στο σαλόνι μέσα σ’ ένα σφραγισμένο φέρετρο εδώ κι έναν μήνα κείτεται και ζέχνει το πτώμα του συζύγου μου πόσο δυνατός ήταν κάποτε πόσο δυνατό ήταν το κεφάλι του με τη φωνή του τους έβαζε όλους στη θέση τους τον φοβόντουσαν ακόμα και τα ζώα στο χωράφι κι οι αγελάδες μα τώρα σαπίζει το πρώτα δεν μπορεί να μεταφερθεί χωρίς άδεια και είμαστε στα τέλη Ιουλίου
*
σφυρίζαμε
δεν ‘ξέραν πού να τρέξουν να γλυτώσουν στους αγρούς και ‘τρέχαν γύρω γύρω πώς γελάσαμε πριν τους σκοτώσουμε σφυρίζαμε εύθυμα
*
Βάλτερ Στιρ
ο πατέρας μου ευσυνείδητος σιδηροδρομικός υπάλληλος δεν συμμετείχε ποτέ στις εκτελέσεις έκανε απλά τη δουλειά του οργάνωνε τις μεταφορές ανατολικά δυτικά βόρεια νότια μπρος πίσω
*Από το βιβλίο “Θέρισμνα”, εκδ. Τεφλόν, 2022. Μετάφραση: Peter Constantine.
As if I were the Dead sea, you forgot me and left me reading the palm of a dead city Searching for my destiny .
I still breathe my longing For you, and I still miss you. How do you expect me to teach a drowned city how to swim with me to you, or how to take me instead of you.
If I learn the language of this dead city Begging for me, or if I hold the key to the last eternity;
if I ever live like a canary in the forest of your mystery, Or if I shelter my heart in the same body of water that chokes me
will my liberty become a final prayer from you to me or will this sea crying before me set me free from you for another eternity.
Σαν να ήμουν η Νεκρά Θάλασσα, με ξέχασες και με άφησες να διαβάζω την παλάμη μιας νεκρής πόλης ψάχνοντας το πεπρωμένο μου.
Ακόμα αναπνέω τη λαχτάρα μου για σένα, και ακόμα μου λείπεις. Πώς περιμένεις από μένα να διδάξω σε μια πνιγμένη πόλη πώς να κολυμπήσει μαζί μου προς εσένα, ή πώς να πάρει εμένα αντί για εσένα.
Αν μάθω τη γλώσσα αυτής της νεκρής πόλης που με ικετεύει, ή αν κρατώ το κλειδί για την τελευταία αιωνιότητα,
αν ζήσω ποτέ σαν καναρίνι στο δάσος του μυστηρίου σου, ή αν προστατεύσω την καρδιά μου στο ίδιο νερό που με πνίγει
θα γίνει η ελευθερία μου μια τελευταία προσευχή από σένα προς εμένα ή μήπως αυτή η θάλασσα που κλαίει μπροστά μου θα με ελευθερώσει από σένα για μια άλλη αιωνιότητα.
όλες μου οι φίλες γράφουνε βιβλία τς μούσες τις σκοτώσαμε δεν κάναμε κηδεία
*
ενώ αντιπαθώ τη βροχή περιμένω με ανυπομονησία εκείνες στα τέλη απρίλη με αρχές μάη να ξεπλύνουν τον χειμώνα και βρεφικά αμόλυντη να υποδεχτώ τον ήλιο του καλοκαιριού
*
μπαλαρίνα δεν έγινα να φοράω πουέντ να με χειροκροτάει ο εξώστης
μονάχα τυλίγω τα κορδόνια της ποδιάς γύρω από τη μέση σε φιόγκο πριν κάνω λάντζα
μα κάθε που από το παράθυρο με χαμόγελο μου παραγγέλνεις τον καφέ σου νιώθω πως -δεν μπορεί- μια ανθοδέσμη μου αξίζει και μένα στο τέλος της βάρδιας
*
στην άκρη του δρόμου
το γυμνό μου πόδι τρυπήθηκε από αγκάθια -πατημένου- σκαντζόχοιρου (για λίγο κοιταχτήκαμε το νεκρό ζώο και εγώ) όμως δεν ξέραμε ποιος έπρεπε να ζητήσει συγγνώμη
*Από τη συλλογή “Βουκαμβίλια Ποπ”, εκδ. Τεφλόν, Μάιος 2022.
I like the lady horses best, how they make it all look easy, like running 40 miles per hour is as fun as taking a nap, or grass. I like their lady horse swagger, after winning. Ears up, girls, ears up! But mainly, let’s be honest, I like that they’re ladies. As if this big dangerous animal is also a part of me, that somewhere inside the delicate skin of my body, there pumps an 8-pound female horse heart, giant with power, heavy with blood. Don’t you want to believe it? Don’t you want to tug my shirt and see the huge beating genius machine that thinks, no, it knows, it’s going to come in first.
Μου αρέσουν περισσότερο οι φοράδες, το πώς κάνουν τα πάντα να φαίνονται εύκολα, σαν το να τρέχεις με 40 μίλια την ώρα να είναι τόσο διασκεδαστικό όσο ένας υπνάκος ή το να τρως χορτάρι. Μου αρέσει η αλαζονεία τους, αφού κερδίσουν. Ψηλά τα αυτιά, κορίτσια, ψηλά τα αυτιά! Αλλά κυρίως, ας είμαστε ειλικρινείς, μου αρέσει το γεγονός ότι είναι φοράδες. Σαν αυτό το μεγάλο επικίνδυνο ζώο να είναι και μέρος μου, ότι κάπου μέσα στο λεπτό δέρμα του σώματός μου, χτυπά μια καρδιά θηλυκού αλόγου 8 λιβρών, γιγάντια με δύναμη, βαριά από αίμα. Δεν θέλεις να το πιστέψεις; Δεν θέλεις να τραβήξεις το πουκάμισό μου και να δεις την τεράστια, παλλόμενη, ιδιοφυή μηχανή που σκέφτεται, όχι, που ξέρει, ότι θα τερματίσει πρώτη.
*Από τη συλλογή “Bright Dead Things”, Milkweed Editions, 2015. Απόδοση: Σ.Α.