George Le Nonce, Μοίρες

fetch the shoebox, fetch the shovel

Philip Larkin, “Take one home for the kiddies”

Χαίρω πολύ,
είπα μόλις μου τη σύστησε.
Τόσα χρόνια
είχε όλη τη ζωή μπροστά του,
Έτσι δεν έστερξε να τον επισκεφθεί,
καραδοκούσε σε μιαν άλλη χώρα
του μιλούσε μόνο, μάθαινε, που και πού
στο τηλέφωνο.

Να σου συστήσω τη μάνα μου, μου είπε
κι έπεσα από τα σύννεφα, φαινόταν
τόσο νέα και τόσο δυνατή,
σαν να μην είχε μάθει τι επέκειτο.

Πώς είσαι, τον ρώτησα
μ’ ένα χάδι στο εύθραυστο πια κορμί του.
Τι ρωτάτε, με διέκοψε αυτή,
όπως αντιλαμβάνεσθε τα πράγματα είναι δύσκολα.

Οσφράνθηκε το θάνατο
και εμφανίστηκε.
σαν μοίρα
απαραιτήτως παρούσα
όταν ξεκινάς
και όταν φτάνεις.

Βλάσης Ψωμάς, Ενέχυρα

Τη μονάκριβή μου λύπη
έθαψα ένα βράδυ.
Είπα να γίνω η γελοιότητα του πεζοδρομίου
και να αρχίσω να απαγγέλω ποίηση·
έτσι για να νιώσω τις πόρτες πιο οικείες.
Τις αδίκησα.
Να πουλάς την ψυχή σου είναι πιο δύσκολο από μια
τσαλαπατημένη σάρκα.

Lola Ridge, Submerged / Βυθισμένοι

I have known only my own shallows—
Safe, plumbed places,
Where I was wont to preen myself.
But for the abyss
I wanted a plank beneath
And horizons…
I was afraid of the silence
And the slipping toe-hold…
Oh, could I now dive
Into the unexplored deeps of me—
Delve and bring up and give
All that is submerged, encased, unfolded,
That is yet the best.

Γνώριζα μόνο τα δικά μου ρηχά –
Ασφαλή, βυθισμένα μέρη,
Όπου συνήθιζα να καμαρώνω.
Αλλά για την άβυσσο
Ήθελα μια σανίδα από κάτω
Και ορίζοντες…
Φοβόμουν τη σιωπή
Και το γλίστρημα των δαχτύλων…
Ω, θα μπορούσα τώρα να βουτήξω
Στα ανεξερεύνητα βάθη του εαυτού μου –
Να βουτήξω και να ανασύρω και να δώσω
Ό,τι είναι βυθισμένο, εγκλωβισμένο, ξεδιπλωμένο,
Ό,τι είναι ακόμα το καλύτερο.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Άννα-Μαρία Καραγιώργη, Υδροθεραπευτήριο Μεθάνων 

Στην ξεχασμένη λουτρόπολη των Μεθάνων
νικιέται ο αδηφάγος καπιταλισμός.
Πάνω στην παλιά της δόξα ουδέποτε παρείσφρησε
αλυσίδα κέρδους
λίγα φθηνά ενοικιαζόμενα δωμάτια, μερικές ταβερνούλες,
αστραφτερά ασβεστωμένα τοιχάκια, καλοταϊσμένες γάτες,
άνθρωποι αναπάντεχα γλυκείς.
Τα μεσημέρια ακούγονται
μόνο τζίτζικες, κύματα που σκάνε στις σκληροτράχηλες
ηφαιστειακές πέτρες, άντε κι η εξάτμιση
από κανένα δίκυκλο αιωνόβιων γερόντων
-ζευγάρι γαριασμένο με ψάθινα καπέλα,
η γυναίκα καθισμένη στο πλάι-

Κουφάρια γυμνών εγκαταστάσεων της κάποτε
ακμαίας λουτρόπολης μοιάζουν με όνειρα
όμορφα που έμειναν ανολοκλήρωτα
για να μην χαθούν.
Καθαρές προθέσεις που μέσα τους
δεν κατάφερε να διεισδύσει το φαιδρό.
Η άνεση στον τόπο αυτό
είναι το φύσημα του αέρα.
Γήινο και ρεαλιστικά δύσοσμο θειάφι
ξασπρίζει το νερό της θάλασσας
αι πηγαί
ώστε να ιαθείς πρέπει να το κολυμπήσεις
πέτσα σου να γίνει
απόδειξη ότι για την θεραπεία χρειάζεται κόπος
κάποιο τίμημα
αλλά τίποτα εξαγοράσιμο
όσα λεφτά κι αν έχεις, το θειάφι των Μεθάνων
βρομάει και γιατρεύει οριζοντίως.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2026/04/17/υδροθεραπευτήριο-μεθάνων-άννα-μαρία/

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Αν ύστερα από τόσα ποιήματα

Αν ύστερα από τόσα ποιήματα
Δεν επιζήσει ο λόγος μας

Αν ύστερα από τόσα πουλιά
Δεν επιζήσουν κάποιοι κελαηδισμοί τους

Τότε σίγουρα θα σταματήσει
Η τελετουργία της άνοιξης
Θα ξεφτίσει το φως
Θα εξατμισθεί το άρωμα
Της αστραφτερής λόγχης

*Από τη συλλογή “Όχι πια δάκρυα”, Εκδόσεις Κέδρος, 1998.

Παναγιώτα Ψυχογυιοπούλου, Εξορία λόγου

Φωτογραφία: Gio Nakeuri

Δεν εκφέρω ούτε καλημέρα.
Δεν γυρεύω τίποτα από κανέναν.

Τηρώ σιωπή.
Συνεννοούμαι με βλέμματα
και σιωπηλές χειρονομίες.

Οι γύρω αιωρούνται·
προσαρμόζονται στη σιωπή.

Οι λέξεις τους υποκύπτουν —
αρνητικές —
στην προσπάθεια αναγνώρισης
της άλλης — εμένα.

Γίνομαι μίγμα
των αναζητήσεών τους.

Οι ψεύτικες λέξεις
μου στερούν τη σιωπή.
Ο ήχος της:
κραδασμός,
σεισμός ψυχής.

Συγκεντρώνομαι.
Συνθλίβομαι στο εγώ.

Ανοίγω βιβλία — ένα ένα —
αναζητώντας λέξεις σιωπής,
σοφία άηχη.

Εκπαιδεύομαι στην εσωτερική στάση,
ανακαλύπτοντας
τον αμπλοκάριστο
αληθινό εαυτό.

Χάθηκε το μπλα μπλα μπλα
στην κραυγή της σιωπής.

Στριφογυρίζω σαν μύγα —
αθόρυβα —
με βαριεστημένο φτερούγισμα.

Ανατριχιάζω
στο ράπισμα των λέξεων.

Νικόλας Κάλας (1907-1988), Ποιήματα

Το τριακόσια τριάντα τρία δεν απαντά»

Πλάι στον αριθμό το «οδός Κριεζώτου 2
Η εν Ισσώ μάχη!
«Δεσποινίς Πυθία δοκιμάσετε πάλι».
«Νικήτα Ράντο, δεν μʼ ακούς;
το τριάντα τρία η πρώτη σου ποιητική δοκιμασία»
το Είκοσι δύο επέστρεψαν οι Έλληνες απʼ την Μικράν Ασία.
Επέστρεφε ώ Ιστορία!
Η Τροία του Ομήρου, η Τροία του ονείρου
τριαδικά συστήματα προϊστορικά, μεταχριστιανικά
υπολογισμένα καβαλιστικά.
«νικήτα Ράντο γιατί δεν απαντάς;»
Τριάντα τρία χρόνια κι ύστερα επέστρεψεν η εν ηχώ μάχη:
«Δεν μʼ αναγνωρίζεις; Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς,
και βροντοφωνούσε μέσα μου
της ταραγμένης σου ψυχής φλογερά οράματα».

*

Υπενθύμισα στον εαυτό μου

περιπέτεια φόβου και τόλμης.
Το Σαράντα ξεκίνησα από την Λισσαβώνα.
Μα τι συμβαίνει στην Λισσαβώνα;
Ραγίζονται τοίχοι, συσσωρεύονται λέξεις
πλουτίζεται η ρητορική
στο ταξίδι των σελίδων χορεύει η σκέψη
αστράφτει η τύχη και βροντοφωνεί
mare tenebrosa! Η ιστορία δαμάζει
τον ωκεανό με τριήρεις και πετρελαιοφόρα
θησαυροί Κνωσού και Ινδιών
τόλμη θαλασσοπόρων
κύματα του πληθυσμού
ποιητική σύλληψη και κατάληψη της εξουσίας
όνειρα κι αγώνες, αγωνία και ελπίδες.

*

Σκάκι

Ένας κόσμος-ένας κόσμος τετράγωνος ο κόσμος μου.
Στις απλοποιημένες του διαστάσεις χαρακώνονται οι ορίζοντες των
ημερών, της ισονυκτίας η αντιθετική επιφάνεια.
Όλα τα εγκλήματα της ζωής-πανουργίες φόνοι-ξαναζούν απάνου
στο σιντέφι και στον όνυχα όπου επίπονα γλιστρούν άκαρδου
νου τα φιλντισένια σύμβολα τα είδωλα από κοράλλι.
Ο δρόμος τους, οι επικίνδυνοι σταθμοί των, οι απογοητεύσεις και
τα λάφυρα-χαρές γι αυτό που ήτανε καρδιά.
Τώρα με του χεριού τη σπάνια κίνηση να περιπλέξει το ξερό
παιχνίδι.
Το αίμα που κυλάει, οι βιασμοί, ό,τι κρυφό έχει η ψυχή, δε διακρίνεται
στις αυστηρές του μεταβολές.
Όσοι όμως ξέρουν τους κανονισμούς, στο κάτοπτρο βλέπουν τις
φρικτές εικόνες που δύο παίκτες κλείσανε σʼ εβένινο πλαίσιο
και προσπαθούν με λιτές κούκλες να σκεπάσουν.

*

Την Ευρυδίκη που θα χάσεις την έχεις ήδη χάσει

 ήσουν εσύ η Ευρυδίκη όταν ο χάρος
απʼ τη ζωή και την Ελένη σου
να σʼ αποσύρει τάχθηκε.
Σε ξαναείδε η μέρα.
Ρίξε πίσω σου το φως που μας προσδοκά
ατένισε άσβηστον φως. Φως κι ο λόγος.
Ζει του Ολυμπιονίκη μονάχα ο Πίνδαρος.
Ρήματα Σίβυλλας, αποφάσεις κύβων
το σεληνόφως της Ελένης
της φλογεράς λύρας η αδαμάντινη λάμψη
διακόπτουν το χάος.

*

Φαίδρα φαιδρή μου Φαιδρούλα

 απόψε θα χύσουμε αίμα, οδός Μαυρομιχάλη
θα ποδοπατήσουμε αισθήματα κι αισθήσεις.
Τυραννοκτόνοι! Δεν είναι για σένα
η σωφροσύνη της Κυράς Λίμνης
χανούμισσα εσύ χαμένων χαδιών
πορταΐτισσα της Μανίας, λέαινα
της Ακρόπολής μου. Απόψε τα χαλάσματα!

*

Φανάρια ραγίζουν τη νύχτα αόρατου δρόμου

 αντιμέτωπος θέληση δεν συγκρατεί τα φρένα
το θύμα: τριαντάχρονος. Συντρίμματα τα πόδια του
τρεις μήνες τουλάχιστον θα μείνει κατάκλινος
προ τριών ημερών συγκατοικεί η ασθένειά μου
στο δωμάτιό του, τον χαρακτηρίζουν
μεσιτικές εργασίες αστικών ακινήτων
στην περιοχή Chelsea. Αναπτύσσει ο νους του
λόγους ακυρώσεων συμβολαίων κι εξοικονόμησε
δομικές ανάγκες δύο του ιατρών.
Ελληνικό μαγειριό της γειτονιάς μας σερβίρει
άριστο καφέ με μηλόπιτες, γεύση apple-pie.
Τον ξαναείδα τις προάλλες, μα τώρα που εύρωστα δέντρα
διακλαδώνουν νέους χαραχτήρες, νέες ουράνιες συνταγές
νέες εκτιμήσεις του τύπου μου χαράσσουν το χαραχτήρα.
Νεότης, γεράματα εντυπώνονται. Σήμερα και χθες
το μελτέμι παίζει με κλάσματα μύθων
καταθέτω εικόνες ενώ η φωτεινή μου
Ελένη συγκρατεί τις φρένες μας εντός του κειμένου.
Ακτίνες κοβαλτίου, μόρια ιωδίου σπέρνονται
στον καταραμένο χώρο. Νέες διαστάσει της ιατρικής.
Παρηγοριέμαι με την αστρολογία κι αυτή
από καιρό σε καιρό καρκινοβατεί με ζωδιακό φως.

*Από τις συλλογές “Οδός Νικήτα Ράντου” (1977) και “Γραφή και Φως” (1983), εκδόσεις Ίκαρος.

Jacques Prevert, Δύο ποιήματα

Στο μαγαζί της ανθοπώλισσας

Ένας άνδρας μπαίνει στο μαγαζί μιας ανθοπώλισσας
και διαλέγει κάποια άνθη
η ανθοπώλισσα περιτυλίγει τα άνθη
ο άνδρας βάζει το χέρι του στην τσέπη
να ψάξει για τα χρήματα
τα χρήματα για να πληρώσει τα άνθη
μα βάζει αυτός την ίδια ώρα
τελείως ξαφνικά
το χέρι πάνω στην καρδιά του
και ξαπλώνεται

Την ίδια ώρα που αυτός πέφτει
τα χρήματα κυλούν στη γη
κι ύστερα πέφτουνε τα άνθη
την ίδια ώρα με τον άνδρα
την ίδια ώρα με τα χρήματα
και η ανθοπώλισσα μένει εκεί
με τα χρήματα που κυλούν
με τ’ άνθη που μαραίνονται
με τον άνδρα που πεθαίνει
προδήλως όλα ετούτα είναι πολύ λυπητερά
και πρέπει αυτή κάτι να κάνει
η ανθοπώλισσα
μα δεν ξέρει τον τρόπο να το κάνει
δεν ξέρει
από πού να ξεκινήσει

Υπάρχουν τόσα πράγματα να γίνουν
μ’ αυτόν τον άνθρωπο που πεθαίνει
τα άνθη αυτά που παν να μαραθούν
και τούτα τα χρήματα
τα χρήματα ετούτα που κυλούν
που δε σταματάνε να κυλούν.

*

Στα πεδία

Υπάρχει
καθώς φαίνεται
σ’ έναν ροδώνα
ένα τριαντάφυλλο
που ονομάζεται Χήρα απαρηγόρητη του αείμνηστου προέδρου Ντουμέργκ
είναι λυπητερό
είναι κρίμα
υπάρχει
ή μάλλον
υπήρξε
ένας άνθρωπος που έγραψε αυτές τις λέξεις
Αύριο στους τάφους μας τα στάχυα θα ‘ναι πιο ωραία
είναι λυπητερό
είναι κρίμα
γιατί τα στάχυα δε βλασταίνουν
ακριβώς
πάνω στους τάφους των ανδρών που έχουν πέσει
για να ανέβει ή να κατέβει
η τιμή των σιτηρών
ή ακόμη η πορεία της σκέψης, του άνθρακα ή των ανθέων
και όμως εμείς μπορούμε να δούμε
χαραγμένα από πολύ αξιοσέβαστους χαράκτες
πάνω στο τρομαχτικό τραπεζογραμμάτιο
πάνω στο δεινό μπιλιέτο που δίνει εύνοια και άκρες
την ηλίθια γκραβούρα σε έγχρωμο
την οδυνηρή προκλητική εικόνα της εργασίας
όπου χωρίς τη θέλησή του ο εργαζόμενος
προσεκτικά αντιπροσωπεύεται
όλος χαρούμενος το γέλιο πάνω στα χείλη
και τα εργαλεία στο χέρι
ή καλύτερα
λάμποντας από υγεία
σε ένα εκστατικό τοπίο καλοκαιριού
ή θερίζοντας ενόσω τραγουδάει με εγρήγορση τα στάχυα
όμως δε βλέπουμε ποτέ
την εικόνα την απλή κι αληθινή
τον εργαζόμενο ιδρωμένο και κομμένο σαν τα στάχυα
είναι λυπητερό
είναι κρίμα
αλλά οι τροχαλίες είναι δεμένες
κι ο εργαζόμενος επίσης
με τα μεγάλα τους μπιλιέτα τους μεγάλους ευνοημένους
είναι πληρωμένοι το κεφάλι του
και το κορμί του ολόκληρο
με όλη τη δουλειά των χρόνων όλων
όλες οι τροχαλίες είναι δεμένες
καθένας κόκκος είναι υπολογισμένος
κάθε χειρονομία καταγράφεται
κάθε λουλούδι ξεσκισμένο
τα σιτηρά ανεβαίνουν και κατέρχονται
την ίδια ώρα με τα λεφτά
την ίδια ώρα με τη ζάχαρη
την ίδια ώρα με τον χάλυβα
και ο λογαριασμός του εργαζομένου
είναι σοφά κανονισμένος
στη διοχέτευση του Κέρδους
ο πόλεμος έχει κηρυχθεί
και πάνω στη γη την πρόσφατα ακόμα ταραγμένη
μέσα στα ερείπια των πόλεων που απ’ αυτούς τους ίδιους έχουν χτιστεί
εκείνοι που ήταν οι πιο ζωντανοί οι πιο εύρωστοι
οι πιο χαρούμενοι
οι καλύτεροι
βρίσκονται εκεί ακούνητοι ξαπλωμένοι στα πεδία της τιμής
το κεφάλι μες στο θάνατο και το λουλούδι στο τουφέκι
το αλησμόνητο λουλούδι της τόσο απλής ζωής τους
και το λουλούδι με τη σειρά του
σιγά σιγά σαπίζει
το λουλούδι των ερώτων το λουλούδι των φίλων
και πάνω στο πεδίο της τιμής
των τιμών και των κερδών
λιγάκι μόνο αργότερα
στο πεδίο της τιμής το προσεκτικά ισοπεδωμένο
όλο μονάχο
το λουλούδι τεχνητό
το λουλούδι που δε φαντάζει πιστευτό
το λουλούδι προς έμετο
το λουλούδι προς ουρλιαχτό
η χήρα η απαρηγόρητη του Προέδρου τάδε
χλωμό και ροδαλό ψευτοάνθος φριχτά μπολιασμένο
πρόστυχο άνθος ηληθιωδώς προσποιημένο
ακόμα μια φορά
με βία
και με τη βέβαιη συνδρομή από τα εμβατήρια
γαντζώνεται κρεμιέται καρφιτσώνεται
απ’ την κουμπότρυπα της γης
της γης κατεστραμμένης
της γης ερημικής
της γης λεηλατημένης βιασμένης και θλιμμένης
απελπισμένης
στα γιορτινά ντυμένης.

*Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου.

Fernando Pessoa, Διαιρώ αυτό που ξέρω

Διαιρώ αυτό που ξέρω.
Προκύπτει αυτό που είμαι
κι αυτό που ξέχασα. Ανάμεσα στα δυο πηγαίνω.
Δεν είμαι αυτός που σκέφτομαι
ούτε αυτός που είμαι τώρα.
Αν θα σκεφτώ, κομμάτια γίνομαι
Αν θα πιστέψω, για μένα δεν υπάρχει τέλος.
Γι’ αυτό, είναι καλύτερα
ν’ ακούς μόνο το θρόισμα
της απαλής, βέβαιης αύρας
που μέσ’ από τις φυλλωσιές περνάει.

*Mετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης