Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια πρόσωπα του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά, σεργιανίζοντας πάνω κάτω στη μεθυσμένη μου απογοήτευση; γυρεύοντας μια πόρνη ή ένα φίλο ή την ανάσταση. Τι βιτρίνες και τί φεγγάρι! άνθρωποι λογής λογής βολτάρουν τη νύκτα; και σιδερένια σκυλιά που κορνάρουν; γάτες στους σκουπιδοτενεκέδες και συ παραμυθά Βερν τί γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας; Νιώθω τις σκέψεις σου Κωστή Παλαμά άμυαλε γεροξεφαντωτή καθώς έμπαινες μέσα στο μπαρ γλυκοκοιτάζοντας τις πουτάνες και πίνοντας ένα διπλό ουίσκι. Σ’ ακολούθησα μέσα από ομίχλες από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυναικείων μαλλιών μου. Κάθισα να με κεράσεις πάνω στο σανιδένιο πάγκο. Δίπλα σε μια σειρά καθισμένα αγάλματα. Είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας Οι χαφιέδες μας κοιτάζουν καχύποπτα και τα φώτα σβήνουνε σε μια ώρα. Ποιός θα μας κουβαλήσει στο σπίτι; Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη κλήρα μου. Τί ρωμιοσύνη δασκάλευες με φωτιά και βουή, ανεβασμένος στην κορφή της ελπίδας, όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σα μαχαίρι απ’ τη θήκη.Κι απόμεινες στην καρέκλα παράλυτος με τ’ όραμα μιας αυγούλας που άχνιζε. Νιώθω σκολιαρόπαιδο που του ‘λαχε στραβόξυλο δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πως θα τα πάω. Φριχτό γερασμένο σκυλί πάμε να ξεράσουμε τ’ αποψινό μας μεθύσι, σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων. Πάμε να κατουρήσουμε όλα τ’ αγάλματα της Αθήνας; προσκυνώντας μονάχα του Ρήγα.Και να χωρίσουμε ο καθένας στο δρόμο του σαν παππούς κι εγγονός που βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ’ την τρέλα μου γέρο, όποτε μου τη δώσει θα σε σκοτώσω.
it’s impossible that we keep breathing with all the years pressing on our chest
it’s impossible that we keep walking given the condition of the heart’s terrain
it’s impossible that laughter continues to spill from the cracks in our sorrow
that anger continues to be a kind of faith
that the small graces coffee, clean socks, the stillness of night
still sustain us sometimes
it’s impossible how we break on our dreams and then dream them again
how amidst the thousand small terrors of daily life it is possible to be kind
how as the ax falls and nooses swing we go on checking the TV Guide for decent movies accepting some phone calls, dodging others
doing battle with the rent and the weather and the holes in our shoes and the distance between us
there is something inside me that says yes there is no way out you have to play this terrible guitar until the strings break or your fingers
but the music I know in the moments between the panic I hold more intimately than any lover
it’s impossible how much sorrow a smile can hold
είναι αδύνατο να συνεχίζουμε να αναπνέουμε με όλα αυτά τα χρόνια να πιέζουν το στήθος μας
είναι αδύνατο να συνεχίζουμε να περπατάμε δεδομένης της κατάστασης της καρδιάς
είναι αδύνατο το γέλιο να συνεχίζει να ξεχειλίζει από τις ρωγμές της θλίψης μας
που η οργή εξακολουθεί να είναι ένα είδος πίστης
που οι μικρές χάρες — ο καφές, οι καθαρές κάλτσες, η γαλήνη της νύχτας —
εξακολουθούν να μας κρατούν όρθιους μερικές φορές
είναι αδύνατο πώς συντριβόμαστε πάνω στα όνειρά μας κι ύστερα τα ονειρευόμαστε ξανά
πώς, ανάμεσα στους χίλιους μικρούς τρόμους της καθημερινής ζωής, είναι δυνατό να είμαστε καλοί
πώς, ενώ πέφτει το τσεκούρι και οι θηλιές αιωρούνται, συνεχίζουμε να κοιτάζουμε το τηλεοπτικό πρόγραμμα για κάποια καλή ταινία, να απαντάμε σε ορισμένα τηλεφωνήματα, να αποφεύγουμε άλλα
να παλεύουμε με το νοίκι και τον καιρό και τις τρύπες στα παπούτσια μας και την απόσταση ανάμεσά μας
υπάρχει κάτι μέσα μου που λέει ναι, δεν υπάρχει διέξοδος πρέπει να παίζεις αυτή την τρομερή κιθάρα μέχρι να σπάσουν οι χορδές ή τα δάχτυλά σου
μα τη μουσική τη γνωρίζω στις στιγμές ανάμεσα στον πανικό που κρατώ πιο κοντά μου από οποιονδήποτε εραστή
είναι αδύνατο πόση θλίψη μπορεί να χωρέσει ένα χαμόγελο.
Mon pied de laine tricoté, ma robe blanche envolée, Sur le sable blond, ma silhouette a dessiné Un mystérieux vous, un vous sans voix, un vous sans ombre. Et ma main tenant un invisible vous Un moment fugace, que le vent dévoile Une trace éphémère d’une beauté passagère, Sur la plage dorée comme une danse légère.
Το πλεκτό μάλλινο πόδι μου, το λευκό μου φόρεμα που πέταξε στον άνεμο, Πάνω στη χρυσαφένια άμμο, η σιλουέτα μου ζωγράφισε Ένα μυστηριώδες εσείς, ένα εσείς χωρίς φωνή, ένα εσείς χωρίς σκιά. Και το χέρι μου κρατώντας ένα αόρατο εσείς, Μια φευγαλέα στιγμή που ο άνεμος αποκαλύπτει, Ένα εφήμερο ίχνος μιας περαστικής ομορφιάς, Πάνω στη χρυσή παραλία σαν έναν ανάλαφρο χορό.
Our hands weave our bodies With the void Into cloaks of night rhythms We sway In each other’s breathing Fathoming their silence (from “Ashpoems”)
1 Between my words The silence of hands Splitting our bodies In their sweating Lovers of tomorrow are drowning Salty drops of longing The world is now far away A poem Of us echoing Each other into the void
2 My poem Crown of tired words Flickering Around your forehead My lips hang their letters On your aethereal body Sounds empty of memory They recite us into a rhythm
3 Your big eyes Words Rolling down Into my lips I decipher them letter by letter Becoming the lusting of sounds You make me The alphabet of stretching worlds Curious to listen
4 In the moisture of our lips Words are weaved With wet silences Converging Into the patience of poems Drowned in centuries of longing Trembling from my mouth to yours They float in our breathing
5 In the poem we surge Glimpses of bodies Flickering each other into the void Fluid memories of distant sounds we are Yet to coalesce into the ‘always’ and the ‘never’
6 Covered with my skin The words I bring to you Crawl on our lips They whisper each other’s mouth Into wet promises
7 In the chambers of my mouth With dripping silences and voids Your tongue recites my tongue Into poems Never written Still to be born We are dispersed Into melodies from the other side
8 Our bodies slide On each other’s night Forgetting the words That could not measure The pain of centuries In their chambers of emptiness Sounds crawl on our lips Little surprises
9 You are the vastness Of the empty fields Slowly crawling Between my words Shapes of ancient ruins Hiding in their letters I become the prayer of orphan sounds
10 Pausing your lips with mine We become lovers gone mad In the shadow of words My poem left behind Then we discover How not to say the world Smiling goodbye From a distance
11 Silencing your fingers into mine You cancel the world in both of us Love-skins trembling in the void Are we the day after today?
12 The words in my poem Foam of the abyss Like the silence Between your lips When you recite them to me The two collide Rhythms of innocence Lamenting I listen to the birth of sounds
13 Dripping From each other’s silence Our bodies Are the distant in this world Drops of what never became Crawling on their innocence Our lips whisper themselves Into words
14 A poem we are Rhythm words Of cemeteries and visions Stretching In the before and after Inhaling their night in your mouth I become a galaxy of sounds
15 To find me In my words You recite the no-word-poem Naked body I spring Of thirsty mouths singing
16 We gather our fingers into galaxies Silencing our bodies Like stars the night Lost in the maze of their paths Our skins become strangers Deciphering each other Into whispers
17 Sweating with longing My lips roll words on your body Never reaching the world They turn and turn Little pools of void
18 One by one I retract my words from the poem By reciting you backwards You Elegy of full stops Dancer of the void between Deaf disperser of alphabets They float on my lips Neither in nor out
19 Within my words Letters wave to me Shapes of their silent sounds I Float Above the terrible page Open mouth it is Full of monsters and secrets Poems shattered In the prayers of tomorrow
20 I long To caress your words With the poem Hanging on my lips Centuries of secrets they are Lullabies of your eyes Whispering to me eternity
21 As you recite my words Whisperings of dead visions gather Carrying centuries with them A! The poem is a silent chamber Echoing their longing
22 You hang your vowels On the consonants of my words I hang my words On the silence of the poem Then you splash it On our bodies Sounds of eternity Swimming in the void
23 In you A mouth listening My consonants become the melody Of a trembling poem That is how I travel Naked To your other side Is it a world?
24 Word by word You inhale my breathing Knots of surprises Composed by your sweating I become the poem never to be written Voiding the universe
25 I compose poems With worlds Preparing For our next encounter They will recite us Strangers Voiding each other
26 I enter each poem With the previous one Carrying you into you We become mouths Echoing the universe
27 In our lips Words sink whispering To lovers of tomorrow The silence in our mouths Flooded By swarms of innocent desires Buzzing
28 A galaxy of worlds the poem Lost for ever in our words These knots of centuries Impatiently Our tongues decipher The shapes of their shadows (The defeat of poetry)
Τις νύχτες για να κοιμηθώ μετράω ποιητές με απόλυτη αλφαβητική σειρά Αναγνωστάκης, Αξιώτη, Αχμάτοβα Βαλερί, Βαρβέρης, Βιγιόν. Φτάνω στο έψιλον και συνειδητοποιώ πως ξέχασα τον Γιεφτουσένκο επιστρέφω στο γάμα ξεκινάω απ’ την αρχή Γκάτσος, Γκίνσμπεργκ, Γκόρπας Γκρυνμπάιν Πάλι ξεχνώ τον Γιεφτουσένκο αυτή είναι η μοίρα του ποιητή. Συνεχίζω την απαρίθμηση από τον Εμπειρίκο ως τον Σαραντάρη απ’ τον στροβιλισμό της γυναικός ως την κομψή της θλίψη -τον Ρεμπώ προσποιούμαι πως δεν τον θυμάμαι το ίδιο και τον Μαγιακόφσκι. Όταν βαρεθώ το μέτρημα παίζω με την ησυχία του δωματίου αφαιρώ τους χτύπους του ρολογιού από τον χρόνο με τον ίδιο τρόπο που η γιαγιά Ελένη καθάριζε τη φακή από τις πέτρες.
*Από τη συλλογή «Συνεταιρισμός θυρωρών», Εκδόσεις Κίχλη, 2024.
Soon amid the inviolable places Will green, rustling steeples chime again With the sweet, glassy bell-notes of the wren. Soon the plain shall lie beneath blue spaces– Bold and broad and ruddy in the sun, Long and lean to the moon when day is done.
Soon will come the strange, heart-lifting season When through the dark, still dawns, where nothing was, Steals the mysterious whisper of growing grass; And a joy like pain possesses the soul, without reason, Between the budding of day and the lapse of night, With the clear, cold scent of wet starlight.
Άνοιξη στη Δύση
Ανάμεσα σε τόπους ιερούς, σύντομα θα πρασινίσει, καθώς, ξανά θροΐζουν καμπαναριών αρμονικές με του τρυποφράχτη τις νότες – τις μονότονες, γλυκές. κάτω από γαλάζιους θόλους, η πεδιάδα θα ’ναι σύντομα μέσα στον ήλιο φωτεινή, απέραντη, στο ρόδινο βαμμένη, μακριά και λιτή, κι όταν τελειώσει η μέρα, στο φεγγάρι ακουμπισμένη.
Γρήγορα, παράξενη θα’ρθεί, η ψυχοσηκώστρα εποχή, όταν, εκεί που τίποτα δεν υπήρχε, μέσα απ’ το σκοτάδι χαράζει ακόμη, κλεφτά θα μπαίνει ο μυστικός ψίθυρος του χορταριού που μεγαλώνει· και μια χαρά θα πλημμυρίζει την ψυχή, σαν πόνος δίχως αφορμή, εκεί που ανοίγεται η μέρα και βυθίζεται η νυχτιά, με την διάφανη, παγωμένη, του μουσκεμένου αστρόφωτου ευωδιά.
*
Foxgloves
The foxglove bells, with lolling tongue, Will not reveal what peals were rung In Faery, in Faery, A thousand ages gone. All the golden clappers hang As if but now the changes rang; Only from the mottled throat Never any echoes float. Quite forgotten, in the wood, Pale, crowded steeples rise; All the time that they have stood None has heard their melodies. Deep, deep in wizardry All the foxglove belfries stand. Should they startle over the land, None would know what bells they be. Never any wind can ring them, Nor the great black bees that swing them– Every crimson bell, down-slanted, Is so utterly enchanted.
Δαχτυλίδες
Της δαχτυλίδας οι καμπάνες, με γλώσσα κρεμασμένη, ποτέ δεν θα φανερώσουν ποιους χτύπους σήμαναν στη Νεραιδοχώρα, στη Νεραιδοχώρα χίλιες εποχές χαμένες. Όλα τα χρυσά γλωσσίδια κρέμονται λες και μόλις τώρα αντήχησε η αλλαγή της κωδωνοκρουσίας· μόνο από τον στικτό λαιμό καμιά ηχώ δεν πλέει πια. Σχεδόν ξεχασμένα, μες στο δάσος, χλωμά, πυκνά καμπαναριά υψώνονται· σε όλο τον χρόνο που εκεί στέκουν κανείς δεν άκουσε τις μελωδίες τους. Βαθιά, βαθιά στη μαγεία όλα τα κωδωνοστάσια της δαχτυλίδας στέκουν. Αν αντηχήσουν ξαφνικά πάνω από τη γη, δεν θα ’ξερε κανείς τι λογής καμπάνες είναι. Κανένας άνεμος ποτέ δεν τις κρούει, Μήτε οι μεγάλες μαύρες μέλισσες που τις λικνίζουν– κάθε πορφυρή καμπάνα, γερμένη προς τα κάτω, είναι βαθειά μαγεμένη.
*Από το βιβλίο “Μαίρη Γουέμπ, Ποιήματα”, ιδιωτική έκδοση σε δωρεάν διάθεση στο διαδίκτυο, Ιούνιος 2026. Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου.
He estado hablando mucho de mí mismo y ni siquiera había mencionado a Sacco. Sacco también es un trabajador, un competente trabajador desde su niñez, amante del trabajo, con un buen empleo y un sueldo, una cuenta en el Banco, y una esposa encantadora y buena, dos niñitos preciosos y una casita bien arreglada en el lindero de un bosque, junto a un arroyo. Sacco es todo corazón, todo fe, todo carácter, todo un hombre; un hombre, amante de la naturaleza y de la humanidad un hombre que lo dio todo, sacrificó todo por la causa de la libertad y su amor a los hombres: dinero, tranquilidad, ambición mundana, su esposa, sus hijos, su persona y su vida. Sacco jamás ha pensado en robar, jamás en matar a nadie. Él y yo jamás nos hemos llevado un bocado de pan a la boca, desde que somos niños hasta ahora, que no lo hayamos ganado con el sudor de la frente. Jamás… Sí, sí, yo puedo ser más listo, como alguien ha dicho; yo tengo más labia que él, pero muchas, muchas veces, oyendo su voz sincera en la que resuena una fe sublime, considerando su sacrificio supremo, recordando su heroísmo, yo me he sentido pequeño en presencia de su grandeza y me he visto obligado a repeler las lágrimas de mis ojos, y apretarme el corazón que se me atorozonaba, para no llorar delante de el: este hombre al que han llamado ladrón y asesino y condenado a muerte. Pero el nombre de Sacco vivirá en los corazones del pueblo y en su gratitud cuando los huesos de Katzmann y los de todos vosotros hayan sido dispersados por el tiempo; cuando vuestro nombre, el suyo, vuestras leyes, instituciones, y vuestro falso dios no sean sino un borroso recuerdo de un pasado maldito en el que el hombre era lobo para el hombre… Si no hubiera sido por esto yo hubiera podido vivir mi vida charlando en las esquinas y burlándome de la gente. Hubiera muerto olvidado, desconocido, fracasado. Esta ha sido nuestra carrera y nuestro triunfo. Jamás en toda nuestra vida hubiéramos podido hacer tanto por la tolerancia, por la justicia, porque el hombre entienda al hombre, como ahora lo estamos haciendo por accidente. Nuestras palabras, nuestras vidas, nuestros dolores‒ ¡nada! La pérdida de nuestras vidas ‒la vida de un zapatero y un pobre vendedor de pescado‒ ¡todo! Ese momento final es de nosotros, esa agonía es nuestro triunfo. y desde las profundidades de la tierra viva, lo que surge de la fe ardiente, de la loca esperanza y de la cólera ‒del deseo y de la luz del entusiasmo y de la oración, que hará florecer ‒actos, gritos‒ llamas: la rebelión… Baja para cortar el vuelo, la ametralladora emboscada: victoria al hombre de leyes de hierro, victoria al metal sobre la carne ‒y en el sueño‒la ley de la muerte. Y esta máquina, nuestras manos y nuestros cerebros construidos. ¡Padre mío! ¿Sabíamos lo que hacíamos?
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Μιλούσα πολύ για τον εαυτό μου και δεν έχω καν αναφέρει τον Σάκο. Ο Σάκο είναι επίσης εργάτης, ικανός εργάτης από την παιδική του ηλικία, λάτρης της εργασίας, με καλή δουλειά και μισθό, τραπεζικό λογαριασμό, και μια αξιαγάπητη, καλή σύζυγο, δύο αξιαγάπητα μικρά παιδιά και ένα καλοδιατηρημένο μικρό σπίτι στην άκρη ενός δάσους, δίπλα σε ένα ρυάκι. Ο Σάκο είναι όλο καρδιά, με πίστη, με χαρακτήρα, ένας ακέραιος άνθρωπος. Ένας άνθρωπος, λάτρης της φύσης και της ανθρωπότητας, ένας άνθρωπος που έδωσε τα πάντα, θυσίασε τα πάντα για την υπόθεση της ελευθερίας και για την αγάπη του για την ανθρωπότητα: χρήματα, ηρεμία, κοσμικές φιλοδοξίες, τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τον εαυτό του και τη ζωή του. Ο Σάκο δεν σκέφτηκε ποτέ να κλέψει, ποτέ να σκοτώσει κανέναν. Αυτός κι εγώ δεν έχουμε φάει ποτέ μια μπουκιά ψωμί, από την παιδική μας ηλικία μέχρι τώρα, που να μην την έχουμε κερδίσει με τον ιδρώτα του προσώπου μας. Ποτέ… Ναι, ναι, μπορεί να είμαι πιο έξυπνος, όπως είπε κάποιος. Έχω περισσότερη ευγλωττία απ’ αυτόν, αλλά πολλές, πολλές φορές, ακούγοντας την ειλικρινή φωνή του στην οποία αντηχεί μια ανώτερη πίστη, λαμβάνοντας υπόψη την υπέρτατη θυσία του, θυμούμενος τον ηρωισμό του, έχω νιώσει μικρός μπροστά στο μεγαλείο του και έχω αναγκαστεί να απωθήσω τα δάκρυα από τα μάτια μου, και να κρατήσω την πονεμένη μου καρδιά, για να μην κλάψω μπροστά του: αυτόν τον άνθρωπο που τον έχουν αποκαλέσει κλέφτη και δολοφόνο τον έχουν καταδικάσει σε θάνατο. Αλλά το όνομα του Σάκο θα ζει στις καρδιές των ανθρώπων και στην ευγνωμοσύνη τους, όταν τα κόκαλα του Κάτσμαν και όλων σας θα έχουν διασκορπιστεί από τον χρόνο· όταν το όνομά σας, το όνομά του, οι νόμοι σας, οι θεσμοί σας, και ο ψεύτικος θεός σας δεν θα είναι τίποτα άλλο από μια θολή ανάμνηση ενός καταραμένου παρελθόντος στο οποίο ο άνθρωπος ήταν λύκος για τον άνθρωπο… Αν δεν ήταν αυτό, θα μπορούσα να ζήσω τη ζωή μου κουβεντιάζοντας στις γωνίες των δρόμων και χλευάζοντας τους ανθρώπους. Θα είχα πεθάνει ξεχασμένος, άγνωστος, αποτυχημένος. Αυτό ήταν το ταξίδι μας και ο θρίαμβός μας. Ποτέ σε όλη μας τη ζωή δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τόσα πολλά για την ανοχή, για τη δικαιοσύνη, για να κατανοήσει η ανθρωπότητα τον εαυτό της, όπως κάνουμε τώρα τυχαία. Τα λόγια μας, οι ζωές μας, ο πόνος μας—τίποτα! Η απώλεια της ζωής μας—η ζωή ενός υποδηματοποιού και ενός φτωχού ιχθυοπώλη—τα πάντα! Αυτή η τελευταία στιγμή είναι δική μας, αυτή η αγωνία είναι ο θρίαμβός μας.
-Στα μάτια κοίτα με. Η δύση κάνει τη δουλειά της· τη δική μας εμείς. Στα μάτια.
-Πίσω απ’ το φως ο ήλιος πέθανε. Η ζωή στη γη θα εξαφανιστεί χιλιάδες χρόνια μετά. Κάτι άλλο θα ήταν· σίγουρα. Κάτι που δεν λένε. Θυμάσαι τότε; Κάθε πρωί στη δουλειά. Να σταθείς όρθιος. Να ισορροπήσεις. Ν’ ανταποκριθείς σε καθήκοντα.
-Χρονικά προαναγγελθέντων θανάτων. Όλων.
-Έπρεπε ν’ αφομοιώνεις, να ενστερνίζεσαι, να ευχαριστιέσαι. Έπαιζες τον ρόλο, δεν τον ζούσες. Δεν αφομοίωνες, δεν ενστερνιζόσουν, δεν ευχαριστιόσουν τη ζωή· τη χρησιμοποιούσες. Περπατούσες δίπλα σε τοίχους καμωμένους από ανθρώπινους ιστούς. Αηδίαζες, έγραφες στίχους με αρουραίους και κάτουρα· ήταν της μόδας τότε. Η περούκα της πρωτοτυπίας σε στράβωνε. Χωνόσουν στη λύπη των αιώνων ασάλευτος. Έβριζες, κατέγραφαν τις λέξεις σου, μύγες σε παγωμένο γάλα. Γύρω σου λαχταρούσαν το άπειρο. Έλεγες ότι άπειρο θα πει απροσδιόριστο. Χλεύαζες τις επιστήμες. Λαχταρούσαν το άπειρο. Γιατί να προσδιορίσουμε κάτι; Όλο τέτοιες ερωτήσεις έκανες.
-Το άπειρο κινείται; Είναι ακίνητο;
-Τι είναι κίνηση; Τι δεν κινείται;
-Το σύμπαν είναι άπειρο. Το ξεχωρίζουν από τη λάσπη τα μεγέθη των συστατικών του.
-Η λάσπη ξεράθηκε. Αμέτρητα χιλιόμετρα.
-Ήμουν ξυπόλητος.
-Τα βράδυα κρύωνες. Έμαθες τελευταίος για τους αποικισμούς. Άρχισες να διαμαρτύρεσαι. Κατάγγελνες τον ξεριζωμό. Υποστήριξες ότι τα μικροστοιχεία της ατμόσφαιρας και του νερού στον Η3 είναι ουδέτερα ή επικίνδυνα. Ότι τα προγράμματα καλλιεργειών θ’ αποτύχουν, ότι…
-Δεν απέτυχαν;
-Είναι νωρίς ακόμα για να ξέρει κανείς.
-Πιο πολύ απ’ τη ζωή, στον Η3 μ’ ενοχλεί ο θάνατος. Η κατάψυξη του εγκεφάλου, η εξαΰλωση του σώματος…
-Προτιμάς τα σκουλήκια ή την αποτέφρωση;
-Θέλω να επιστρέψω στο χώμα. Να χαριστεί το σώμα μου στην υπόγεια ζωή, ν’ ανακυκλωθώ. Έπρεπε να μείνω πίσω.
-Έτσι σου είπαν. Εδώ είναι η εξορία σου. Ο ήλιος…
-… έσβησε.
-Έσβησε. Δεν ξέρεις πότε. Δεν σ’ ένοιαξε ποτέ. Μιλούσες για κοινότητες σε κουφές που χόρευαν εκστασιασμένες. Ό,τι είναι απτό μονάχα, έλεγες, ό,τι αισθανόμαστε, όχι ό,τι μετριέται. Ό,τι κινιόταν γερνούσε. Γελούσες με τον φόβο του θανάτου. Τώρα σε θάψανε στον αέρα της γης. Κι έφυγαν. Θυμάσαι το αστέρι;
-Πού χάθηκε;
-Πώς κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Για ν’ απαντηθούν χρειάζονται μετρήσεις.
-Δεν είπα ποτέ ότι δεν δέχομαι καμία μέτρηση. Είπα ότι δεν δέχομαι ότι όλα υπάρχουν εν τη μετρήσει τους και μόνον! Είπα και δεν ξείπα.
-Είπες τα δικά σου.
-Περνάνε οι γαλαξίες μύλοι χάρτινοι.
-Μην αρχίζεις.
-Το ρίγος μου τους διαπερνά.
-Ο χρόνος μου τελειώνει.
-Στον ουρανό βλασταίνουνε οι φύτρες του θανάτου.
-Είσαι αμετανόητος.
-Στον ουρανό. Στη μοναξιά εντός; Χωράει τόσο μαύρο;
-Στη μοναξιά σου χώρεσε όλος ο ουρανός. Κοίτα ψηλά. Δεν είναι στο πάτωμα.
-Η Γη, η μήτηρ, η αθάνατος, η αιωνία, εκουράσθη.
-Πράγματι…
-Ύστατη μέρα, ήλιος νεκρών.
-Τελειώνω.
-Τραγούδησέ μου για το αστέρι…
-Κοντολογίς…
-Παρηγόρα με απ’ τις ανυπαρξίες που αναπνέουν.
-… ξεμείναμε στη γης. Εσύ ξέμεινες. Είσαι ο τελευταίος άνθρωπος.
-Περιβάλλομαι από ερωτήσεις.
-Περιβάλλεις τις απαντήσεις. Τις πνίγεις.
-Είσαι εδώ, μπροστά μου. Θυμάμαι που είχες κρεμαστεί απ’ το ταβάνι και κυμάτιζες.
-Θυμάσαι όνειρα.
-Επιστρέφω αιώνια. Θυμάμαι τον δρόμο. Δεν είναι ουρανός η μοναξιά. Είναι πατρίδα. Οροπέδιο. Βωμός. Εκεί κρεμάστηκες και ζεις εδώ.
-Έχω ήδη φύγει. Μιλώ από την εφαρμογή. Η εικόνα, η φωνή μου σβήνουν. Έχεις εφοδιαστεί κονσέρβες και νερό. Και ξηρή τροφή.
-Λαχταράς το άπειρο. Παραδίνεσαι στην εντροπία. Σε νικά το πεπρωμένο.
-Είσαι τρελός.
-Η τρέλα είναι άδειο μπουκάλι. Πλαγιάζω στις στάχτες των άστρων.
-Λόγια δίχως νόημα. Δεν σου εξήγησα για την αύριο.
-Σβήνω.
-Μας απαρνήθηκε.
-Εσένα. Σβήνω.
-Πού χάθηκες;
-…
-Πού χάθηκες, αστέρι;
*
Ο τελευταίος άνθρωπος του Μπλανσό δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με το παρόν εκτός από μιαν αυτούσια φράση και τον τίτλο.
δεν μιλούσε ποτέ σε κανέναν την ώρα που οι συμμαθητές του γελούσαν στις παρέες τους εκείνος έτρεχε πάντα μόνος με μια καφετιά μπάλα -αυτή υπήρχε μόνο- και καμιά φορά οι ματιές του από το παράθυρο της τάξης λίγο πριν αρχίσει η βροχή
στο σχόλασμα μου χαμογελούσε καθώς ξεκινούσα για την κάμαρά μου εκεί στο Καρλόβασι ενώ η βροχή είχε δυναμώσει για τα καλά
λοιπόν Λιου τούτη τη βουβή φθινοπωρινή νύχτα έξι χρόνια μετά θα σου πω πως εσένα σκέφτομαι και τις μοναχικές μας εκείνες στιγμές θυμάσαι;