Γιώργος Κοζίας, Η συνάντηση

Συναντώ μια άγια γυναίκα
φωτεινή ήσυχη σαν θερισμένη.

Ποιος είναι ο στασιαστής
με ρωτάει. Τι στασιάζεις;

Εγώ λέω δεν στασιάζω. Μονάχα
θλίβομαι τους θερισμένους.

*Από τη συλλογή “Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε”, Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα, 1995.

Mohammed Moussa, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Eduard van der Elsken

The window
of this heart
can no longer
let the sorrow
through.

*

I will not walk
to my death
again.

This time
I will let my death
walk on me,
as a ghost
I can never see

Το παράθυρο
αυτής της καρδιάς
δεν μπορεί πλέον
να αφήσει τη θλίψη
να περάσει.

*

Δεν θα περπατήσω
προς τον θάνατό μου
ξανά.

Αυτή τη φορά
θα αφήσω τον θάνατό μου
να με καταπατήσει,
σαν φάντασμα
που ποτέ δεν μπορώ να δω.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Κώστας Ρεούσης, Ένα μεσημέρι στη Λευκωσία του 2013

Ένα μεσημέρι της Λευκωσίας του 2013
σε τέσσερις στροφές, ένα έμβλημα, μια επωδό και
είκοσι στίχους
μες στα “Νύχια του Κόκκορα” του Γιώργου Καλοζώη

Όσοι δεν άντεξαν έναν
Ιούλιο
Έγραψαν ποιήματα πορτοφολάτα στης
Κλάψας το παγκάρι

Όσοι δεν άντεξαν έναν
Ιούλιο
Μπογιάτισαν τελάρα χρησιμοθηρικά στης
Έκθεσης το αγελαίο

Όσοι δεν άντεξαν έναν
Ιούλιο
Απαθανάτισε δαγεροτυπίες υπερπραγματικά στης
Φρίκης το μυστήριο

Όσοι δεν άντεξαν έναν
Ιούλιο
Εκφώνησαν λογύδρια κεφαλιά στης
Καταισχύνης το χρηματιστήριο

!*!

Όσοι άντεξαν έναν
Ιούλιο
Νεκρώθηκαν ψυχές Ειλημμένη στης
Πατρίδας το έγκλημα

Λεωνίδας Καζάσης, Ανδρισμού συνέπειαι

Έργο του Γιάννη Γαΐτη

«Από έφηβο την σκέψη μου απασχολείς», και έναν στίχο του Καβάφη, απήγγειλε στην κατά πολύ μεγαλύτερη του, ευσταλή,
με κοντή αγορίστικη κόμη φιλόλογο, ο τριανταεξάχρονος
σύνοικός της.



Αυτή γενναιόδωρα τον αντέμειψε, ενημερώνοντας υιό και
σύζυγο, με τις γνωστές δια τον θαυμαστήν συνέπειες των ύβρεων
και των απειλών.



Αυτά εδιηγείτο ο τριανταεξάχρονος σε γνωστούς ομοφύλους του,
όταν επηρεασμένος από το θέμα, εις εξ αυτών επαραπονέθη,
πως η γυναίκα του ήταν ψυχρή, και συνευρίσκονταν με παρακάλια,
υποσχέσεις κι ανταλλάγματα, δυό φορές τον μήνα. Θα είχε δε
νυμφευθή την Ανθή, εάν δεν του έκανε, από την αρχή που την εγνώρισε,
στοματικό έρωτα εις τον ανελκυστήρα, πράγμα απρεπές, που τον
απέτρεψε, αλλά με νοσταλγία θυμόταν.



Στην παρέα ήταν και ένας φοιτητής εικοσάχρονος που εξέφρασε
την άποψη , πως γυναίκα που συνευρίσκεται με άνδρα από το
πρώτο βράδυ, ακόμη και χωρίς ιδιοτέλεια χρηματική , παρά
μόνο το κίνητρο της έλξης, πουτάνα ονομάζεται.



Υπήρξε και άλλη κατάθεση ανδρός για μία Σεβαστιανή, ανώτερη
του κράτους υπάλληλο εκ Κερκύρας, η οποία ούτε χρήματα ούτε
παιδιά εζητούσε, περίπτωσις αρίστη και σπανία! Όμως την
συνεύρεσιν απέκλειε ανενδότως, και μάλιστα διερωτάτο εάν η
φύση την όρισε.



Επιστρέφοντας σπίτι ο τριανταεξάχρονος, μετά από όσα είπε
και άκουσε, πήρε την πένα και έγραψε:
Το γάλα που πίνουν από βρέφη, ανεραστία λέγεται! Nα πιούν,
να θεριέψουν, να σπουδάσουν της γνώσης έμποροι, καταναλωτές,
τρανοί πλιατσικολόγοι, τοκογλύφοι, συλητές.

Cesare Pavese, Πέντε ποιήματα

Κόκκινη γη 

Κόκκινη γη μαύρη γη,
εσύ έρχεσαι απ’ τη θάλασσα,
απ’ τη φρυγμένη βλάστηση,
όπου λέξεις αρχαίες
κι αιμάτινος μόχθος
και γεράνια στα βράχια-
δε γνωρίζεις τι φέρνεις
από θάλασσα λέξεις και μόχθο,
εσύ, πλούσια σαν μνήμη,
σαν τ’ άνυδρα χώματα,
συ σκληρή και γλυκύτατη
λέξη, αρχαία από αίμα
συσσωρευμένο στα μάτια˙
νεαρή, σαν καρπός
που εποχή είναι και μνήμη-
αναπαύεται η ανάσα σου
κάτω απ’ τον αυγουστιάτικο τον ουρανό,
το βλέμμα σου ελιές
που γλυκαίνουν τη θάλασσα,
και συ ζει ξαναζείς
δίχως έκπληξη, σίγουρη
σαν τη γη σκοτεινή
σαν τη γη, πατητήρι
των ονείρων και των εποχών
που αναδύεται μες στο φεγγάρι
πανάρχαιο, όπως
τα χέρια της μάνας σου
η χύτρα της τζάκι.

*

Είσαι σαν κάποια γη

Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη
που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζανε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις
μέσα στο καλοκαίρι.

*

Το πρωί γυρίζεις πάντα 

Η πρώτη αχτίδα της αυγής 
ανασαίνει με το στόμα σου
στο βάθος των έρημων δρόμων. 
Γκρίζο φως τα μάτια σου 
γλυκές σταγόνες της αυγής 
πάνω στους σκοτεινούς λόφους. 
Το βήμα σου κι η αναπνοή σου 
πλημμυρίζουν τα σπίτια 
σαν τον άνεμο της αυγής.
Η πόλη ριγεί, 
ευωδιάζουν οι πέτρες- 
είσαι η ζωή, το ξύπνημα.

Άστρο χαμένο 
στο φως της αυγής 
ψίθυρος αύρας,
θαλπωρή, ανάσα-
τελείωσε η νύχτα.

Είσαι το φως και το πρωί . 

*

Τη νύχτα που κοιμήθηκες 

Ακόμα κι η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που κλαίει 
βουβά , βαθιά στην καρδιά, 
και τ΄ άστρα περνούν κουρασμένα. 
Κάποιο μάγουλο αγγίζει άλλο μάγουλο-
είναι ένα παγωμένο ρίγος, κάποιος 
παλεύει, σ’ ικετεύει, μόνος,
χαμένος μέσα σου, μέσα στον πυρετό σου.

Η νύχτα υποφέρει, λαχταρά την αυγή,
φτωχή καρδιά που τρέμεις. 
Ω , κλειστό πρόσωπο, σκοτεινή αγωνία,
πυρετέ που πικραίνεις τ’ αστέρια,
υπάρχει κάποιος που σαν κι εσένα 
λαχταρά την αυγή
γυρεύοντας το πρόσωπο σου στη σιωπή. 
Απλώθηκες κάτω απ’ τη νύχτα 
σαν ένας κλειστός, πεθαμένος ορίζοντας 
Φτωχή καρδιά που τρέμεις,
κάποτε ήσουν η αυγή.

*

Εσύ δεν ξέρεις 

Εσύ δεν ξέρεις τους λόφους
εκεί που χύθηκε το αίμα.
Όλοι μας φεύγαμε
όλοι μας ρίξαμε
το όπλο και τ’ όνομά μας. Μια γυναίκα
μας κοιτούσε που φεύγαμε.
Ένας μονάχα από μας
στάθηκε εκεί με σφιγμένη γροθιά,
είδε τον άδεια ουρανό,
έσκυψε το κεφάλι και πέθανε
μπροστά στον τοίχο, σωπαίνοντας.
Τώρα, ένα αιμάτινο κουρέλι
και τ’ όνομά του. Μια γυναίκα
μας περιμένει στους λόφους.

Jack Kerouac, Χορικά από το «Mexico City Blues»

110ο Χορικό

Ξέρω τον τρόπο ν’ αντέχω το δηλητήριο
Και την αρρώστια που γνωρίζει ο άνθρωπος,
Μέσα σ’ αυτό το κενό. Δεν είμαι μαθητούδι
Όταν φτάνει η στιγμή να θυμηθώ
Την αιωνιότητα των βασάνων
Που έχω σιωπηλά διατρέξει,
Δίχως παράπονο, νιώθοντας μέσα μου
Τον πόνο το ύψιστο, εεε, μυστήριο.
Τ’ απογεύματα όταν ήμουν παιδί άκουγα
Τα ραδιοφωνικά προγράμματα για να παρακολουθώ
Τη σαβούρα ανάμεσα στις ανακοινώσεις,
Γνωρίζοντας πως ο τσακισμένος είναι ευτυχής
Μόνο και μόνο γιατί είναι αρκετά
Τρελός ώστε να εκτιμά κάθε τι
Ασήμαντο που προβάλλεται εκεί μέσα
Στην καταιγιστική πληθώρα του ματιού του
Υπερβατικός εσωτερικός Νους
όπου υπέροχα ακτινοβόλα Φορεία
μεταφέρουν οι ελέφαντες
μες στους δεντρόκηπους που κυλά γάλα
πέρα από παράδεισους καταρρακτών
στην κοιλάδα με τα αστραφτερά πετράδια
βαθυπόρφυρο καθιστώντας έναν αρχαίο ωκεάνιο
βυθό μη-ανακαλυφθέντος μεγαλείου
στην καρδιά της δυστυχίας

*


225ο Χορικό

Το κενό που είναι τόσο ελκυστικό
                στη διάρκεια του ύπνου
Δεν έχει θέση και ούτε μοτίβο˙
Κι όμως συνεχίζω ακατάπαυστα την πνευματική αναζήτηση
Και την γεωγραφική περιπλάνηση
Για να βρω το Ιερό Γάλα Εντός
Που η Νταμέμα χάρισε σε όλους.

Η Νταμέμα, η Μητέρα κάθε Βούδδα.
                Του Γάλακτος Μητέρα

Μες στο σκοτάδι χολωμένος διαμαρτύρομαι
Με τον πιο ηλίθιο εαυτό μου
Γιατί υποκρίνομαι πως πιστεύω
Στην πραγματικότητα των πάντων
Ειδικά στην επονομαζόμενη πραγματικότητα
Της μεταβίβασης της Πειθαρχίας
Ολάκερη τη δοκιμή στην καλύβα της ερήμου
Και την υπεράνθρωπη μοναξιά
Και την αδιάκοπη φωτισμένη έκσταση
Στην ύπαιθρο δίχως έγνοιες
Και τοίχους να σε περικλείνουν
Τον Φωτεινό Εσωτερικό Παράδεισο
Της Έναστρης Νύχτας
Του απομεσήμερου του Μορφασμού του Σύννεφου-
                Ω, Αχ, Χρυσός, Μέλι,

                Έχασα τον δρόμο μου.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

Μάρκος Μέσκος, Η αρπαγή της Μυρτιάς

Μάλλον θάμνος του Νότου εσύ -ενώ τα κόκαλά μου δείχνουν προς Βορράν
σαν μοίρα τρελής εποχής πολέμησα κι εγώ τους Ουστάσι
παιδί ακόμα με τη γεύση στον ουρανίσκο από τα τζίτζιφα και το κεράσι,
πάλι καλά, ο πατέρας μου πήγε λίγο μακρύτερα εις την Μικράν

Ασίαν -μα τι λέω ο φαντασμένος; Ξεστράτισα Μυρτιά μου, τη ζωή
σου την πανέμορφη ζηλεύω, βρέχει χιονίζει τα μάτια σου ανθίζουν
πέταλα λευκά, στα χαμηλά ψίθυροι στήμονες του αέρα που ελπίζουν
στο βουνό, στη ρεματιά, στο ακροθαλάσι κάτω να γίνουν πνοή.

Πνοή νέας ζωής όχι στεφανωμένου θανάτου, όχι βόγγων και να
θυμάμαι τώρα τη Δάφνη, τον Πυράκανθο, τη Ροδιά, το Πιξάρι
μεταμορφώσεις πονηρές που στολίζουν την έπαρση με αλλότρια χάρη,

άκου να δεις φίλε μου, την κλέψανε την ωραία την πήγαν στα ξένα
ρώτησαν και τ’ όνομά της, θάμνος αυτή μα βρήκε κουράγιο μεγάλο
ιθαγενής, Myrtus Communis, Μυρτιά, είπε με λένε, τίποτε άλλο.

*Δημοσιευμένο στο περιοδικό “Σημειώσεις”, τ. 42, Δεκέμβριος 1993.

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Kees Scherer

Εσύ

απογεύματα στα εργαστήρια
ποίησης
πως θα βγει η λέξη
ενώ θαυμάζουν
την ομορφιά σου

γνωριμίες με ποιητές
(τόσοι πολλοί)
το ρίγος που θα νιώθεις
θα ναι μοναδικό

ρώτα κι εμένα
σε τι ωφέλησαν οι λέξεις

*

Κυριακή στην βιτρίνα του βιβλιοπωλείου

το βιβλίο
-συλλεκτικό-
με συγκινητικό σημείωμα
του συγγραφέα
ενώ
κάπου αλλού 
όλοι μαζί
θα διαβάζουν τα ποιήματα τους
με τις πρώτες γουλιές
θ’ αρχίσουν να γελάνε
συζητήσεις για τα επόμενα 
τρομερά ποιήματα

κι εκείνη η φωνή πίσω σου:

«εσύ καλά το πήγες
αλλά τώρα τι γίνεται;»

Μαρία Κασσιανή Πανούτσου, Τρία ποιήματα 

Artwork: Tony Tuckson

Το πένθος ταιριάζει στην κάθε Ηλέκτρα

The Next Best Thing to Death
Is resurrection
Winston Tong

Αφήνω στίγμα
στην ανθρωπότητα
και περιγράφω την πληγή
που αιμορραγεί.

Ξέχασα τα βέλη του τόξου,
τις βόμβες του πολιτισμού,
τους ανθρώπους που πληγώνουν·
και ρώτησα τον Έρωτα,
τον φτερωτό:
«Γιατί τόσο τυφλός,
πανούργος του πολέμου εραστής,
είσαι;»

Με κοίταξε πιότερο θλιμμένος
από μένα την ίδια,
με βλέμμα που με λύπησε
για να προχωρήσω στη συζήτηση.

‘Ετσι,
πέταξα ένα φτερό στον Έρωτα,
ένα πούπουλο για χαιρετισμό,
ρωτώντας τον από πότε έχει να
μιλήσει με τα πετούμενα.

Ύστερα, ξεθαρρεύοντας,
ανύψωσα τη σημαία τη λευκή.
Και κατρακυλώντας στον Άδη
τραγουδώντας,
ονειρεύτηκα πως άνοιξα ένα μπαούλο
στην τύχη·
και μέσα βρήκα την ιστορία της ζωής μου
γραμμένη σε στίχους.

*

Πίνω

Ό,τι δεν καταλαβαίνω το ονομάζω βρικόλακα.
Τους στοιβάζω όλες τις αμαρτίες του κόσμου.
Χάρη και προτέρημα αφήνω στην άκρη.
Από τα μύρια που ξερνάνε έξω
οι άγγελοι και οι διάβολοι
από το κουτί της Πανδώρας,
διαλέγω τα στυφά.

Δεν με αγγίζει ό,τι σου λέω.
Μια βρικόλακας κι εγώ.
Πίνω το αίμα όσων με πλησιάζουν.
Και τώρα θα σου πω την ιστορία μου.
Μια ιστορία αιώνων – lost in space.
Μια ιστορία ανθρώπων – lost in paradise.

*

Ανακούρκουδα

Στον Jean-Michel Basquiat*

Από τη δίψα για γνώση
στη δίψα για τον άνθρωπο,
τον έναν, τον μοναδικό.
Ψάχνοντας στην αλέα,
τα πρόσωπα φωτίζονται
με το δικό μου φως.
Μετά σβήνω το φως
και ξαπλώνω σ’ ένα κρεβάτι
μοναχό,
Ανακούρκουδα.

Στον δρόμο η ζωή
είναι η μόνη ζωή.
Η ζωή σε ένα δωμάτιο
είναι η μόνη ζωή.

Αναθεματίζω,
ευλογώ και τραγουδώ.

*Ο Jean-Michel Basquiat ήταν ζωγράφος. Πέθανε στα 27 του χρόνια.

Aλέξης Τραϊανός, Τρία ποιήματα

Κλείνουν οι δρόμοι ένας-ένας

Υιοθετήσαμε τις απεγνωσμένες
Χειρονομίες των πουλιών
Το ζεστό γλίστρημα των ψαριών

Κι όλ’ αυτά για να μην πεθάνουμε
Τώρα που ο θάνατος
Έγινε μια υπόθεση τόσο εύκολη
Και λογική τόσο…

Ο χώρος όπου και να κοιτάξεις σου επιστρέφει τον πόνο του
Ζω κλεισμένος σ’ ένα φιλί
Κανείς δεν είναι μέσα στο ρίγος της νύχτας
Τα κοιμισμένα όνειρα στις παλάμες μου
Γνώρισαν το σφυγμό ενός ήλιου που μάτωνε
Άλικες πέτρες και σύννεφα
Κι οι βουνοσειρές άλικες
Πώς να ‘ναι ωραίες δίχως εσένα
Δίχως τα μάτια σου να ‘ναι επάνω τους

Είναι μια μακρινή γιορτή χειλιών
Που τα έβαψε όλα

Άλικα βήματα κι η ζωή ξεγυμνώνοντας τη ζωή σου
Που άρχιζε και τέλειωνε
Μέσα στο κάθε πράγμα
Μέσα στο κάθε σήμερα
Μέσα στο κάθε που έζησα

Έτσι έζησα έτσι ζω έτσι θα ζήσω
Χνούδι από άνεμο
Ίσκιωμα φύλλου
Δάκρυ νερού
Άνθρωπος τελειώνοντας μέσα σου
Χνούδι ίσκιωμα δάκρυ

*

Παραδοχή εποχής

Εκείνο το καλοκαίρι
Δαγκάνοντας με τους φλοίσβους του
Τα χείλια της άμμου
Ήρθε
Συναυλία κοχυλιών
Χορός οστράκων
Στην πίστα της παλάμης σου
Ατέρμονη προσδοκία
Του μετώπου μου

Εκείνο το καλοκαίρι
Σταματημένη ηλικία
Ετοίμασε τη βαριά του σφραγίδα

*

Υδρία

Δεν έχω ήλιο να σε κρατήσω

Δεν έχω ήλιο να σε κρατήσω
Φόρεμα να σε ντύσω

Μένει μόνο ο ύπνος μου να σε δέχεται
Στίς μυστικές του κρύπτες
Στίς ανεκπλήρωτες διαθέσεις του
Να σε μαζεύει λίγο λίγο
Σταγόνα σταγόνα μέσα στίς φούχτες μου
Τόσο θρυμματισμένα τόσο επώδυνα
Σαν ένα καθρέφτη ραγίζοντας στο πρόσωπό μου

Έτσι ράγισες έτσι νυχτώνεις
Σβήνοντας ένα ένα όλα τα φώτα
Να γίνει η μεγάλη σιωπή
Να γίνει η μεγάλη στέρηση
Τίμημα της πολλής αγάπης
Τίμημα της πολλής στοργής