Ρογήρος Δέξτερ, Δύο ποιήματα

Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ

Δε θα ‘μουν είκοσι
Όταν πέρασα το κατώφλι
Σ’ εκείνο το ερείπιο στη Λήμνου
Στην προσμονή να μάθω
Τα καμώματα του μέλλοντος
Τι με περίμενε
Και ποια αγάπη τάχα με καρτερούσε
Σ’ εκείνο το χαμηλό ρημάδι όπου έμενε
Σαν την κυρα-Γραφτώ η γριά μαγίστρα·
Και τα στοιχειά
Χτυπούσαν τα παράθυρα τις νύχτες
Και τα μικρά παιδιά πετροβολούσαν
Τα κεραμίδια της τα μεσημέρια
Και στην αυλή της πότιζε γλάστρες
Με αλλόκοτα φυτά·
Από το υστέρημά μου ν’ ασημώνω
Και ν΄ ακούσω
Ν’ ακούσω ο τυφλός
Αλήθειες σαν ψέματα
Γλυκά παραμύθια στο κατακάθι του καφέ·
Και έζησα χρόνια πολλά στην περιπλάνηση
Ποτά τσιγάρα και ατέλειωτα ξενύχτια
Μέσα στις ηδονές της σάρκας
Σε στέκια ακοτεινά και ανήλιαγα βουλιάζοντας
Όπου βρήκα γυναίκες που μ’ αγκάλιασαν
Αλλά καμιά ν’ αγαπήσει το σαρκίο μου
Φίλους που με πρόδωσαν
Με πούλησαν
Με μαχαίρωσαν
Για τα λίγα κέρματα του κέρδους
Για μια φτηνή ιδέα
Νεράιδες που μου πήραν τη φωνή
Ή με γέλασαν με το μαντίλι τους
Σκιές που άφηναν τους τοίχους
Για να με στοιχειώσουν
Να με τρομάξουν
Σαν τύψεις κοφτερές σαν Ερινύες
(Που ακόμη με κυνηγούν χαχανίζοντας
Ενώ εκεί ψηλά ξεκαρδίζονται οι θεοί σε θρόνους
Πίνοντας στην υγειά τους
Το νέκταρ της δικής μου χαράς·)
Όλα αυτά τα θυμάμαι τώρα
Και άλλα τόσα
Που διστάζω να γράψω
Σε πόση λάσπη μπορεί να κυλήσει το σώμα
Μόνο για να κερδίσει μια νύχτα
Την όμορφη γύμνια μιας γυναίκας·
Τώρα λοιπόν πριν σαραντίσει
Και αρχίσει να γερνά αυτό το σαρκίο
Γιατί η ψυχή γέρασε πια
Μέσα σε ξένους καθρέφτες
Θα γυρίσω ανάποδα την κλεψύδρα
Θα ζήσω απ΄ την αρχή
Να με ξεχάσουν για πάντα όσοι με γνώρισαν
Και ο άλλος μου εαυτός να φανερώσει
Το φως που κρύβει χρόνια στην καρδιά του·

*

Η κυρα-Γραφτώ

Αν μπορούσα στ’ αλήθεια να δω
Σαράντα χρόνια μπροστά μου
Θα γύριζα πίσω και θα τ’ άλλαζα όλα
Να ξαναδώ τα κατακάθια στον πικρό καφέ
Τις τεθλασμένες γραμμές στο χέρι μου
Και τη μισότυφλη γριά να ψιθυρίζει
Με χαμηλή φωνή τις προφητείες της
(¨Όλες οι πόρτες θα κλείσουν και να, εδώ κοίτα,
Μια σπουδαία θα διαβείς και φωτισμένη·
Τώρα πια φαντάζομαι πως θα εννοούσε
Την πύλη που περνούν οι ζωντανοί
Μόλις πεθάνουν)· απ΄ όταν τη βρήκε το γραφτό
Πρέπει να πέρασε καιρός
Αλλά και τότε ζούσε
Σα να στοίχειωνε το ρημαδιό της·
Έμενε Λήμνου και -δε θυμάμαι ποια γωνιά-
Όπου σπάνια την έβλεπες τη μέρα
Να ξεφυτρώνει ή να μιλάει με τις γειτόνισσες
Που σκιάζονταν τη φήμη
Ότι μαζεύει αερικά τις νύχτες και διαβόλια·
Εκείνος όμως ο γέρος με την τριμμένη του τραγιάσκα
Πάντα στο ίδιο παγκάκι καθισμένος
Έλεγε άλλη ιστορία
Ίσως αληθινή ίσως φτιαγμένη
Ότι η κυρα-Γραφτώ είχε έρθει απ’ τη Σμύρνη κλαίγοντας
Μετά τη μεγάλη σφαγή
Όπου έχασε όλες τις ψυχές της
Και μόνο τη δική της γλύτωσε απ’ το λεπίδι·
Τη θυμήθηκα πάλι
Σ’ αυτό το μπερδεμένο μεσοστράτι
Καθώς νομίζω (θέλω να βρω μια άλλη πίστη)
Ότι ξεγέλασα για κάμποσο καιρό το θάνατο·

*Από τη συλλογή “Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες], εκδόσεις στίξις, Αθήνα 2022.

Χαράλαμπος Βάιος, Τρία ποιήματα

4.

Πλησίασε στο βορινό παράθυρο
και φώναξε:
τ’ όνομα που σπαράζει ακόμα
την καρδιά σου…

Κάτι θα φτάσει μέσα απ’ το δάσος
μέσ’ από τη νύχτα
σαν ανασαιμιά
σαν θρόσιμα πουλιού
που απονυχτώθηκε και σπεύδει.

Μπορεί ν’ ακούσεις βήματα
κάποια παραλλαγή
εκείνης της φωνής της μακρινής
σαν που κατηφορίζει μια νεροσυρμή
ανάμεσ’ από χόρτα.

Πλησίασε στο βορινό παράθυρο
και φώναξε:

Κάρφωσε και τα δυό σου μάτια
εκεί στο βάθος
τέντωσε τ’ αυτιά
με βεβαιότητα κι ελπίδα
μην απελπίζεσαι
στάσου και πες:
“Ναι, μου αποκρίνεται!”
πολλές φορές
ώσπου
να σβήσει ο αντίλαλος
της ίδιας της φωνής σου…

5.

Αχούσανε φωνές εδώ
που τώρα είναι χειμώνας.

Άκουσε
μάς φωνάζουν μέσ’ από τα ελιόδεντρα…

Βουνά κι ομίχλες
παραπέρα ομίχλες πάλι και βουνά
στροφές
κι άλλες στροφές
κι απόμακρα κάποιος να τραγουδά.

Πόσες φωνές απίθανες
μέσ’ από τα ελιόδεντρα
πόσες στροφές
ομίχλες και βουνά
το πίτα το έρμο
εκεί
με τ’ ανοιχτά παράθυρα
τα μάτια τ’ ανοιχτά
χρόνια και χρόνια
να μετρούν τις εποχές
κι απόμακρα
μονάχα το τραγούδι

6.

Ήτανε κάτι φώτα στο βουνό
και κάποια λαμπυρίσματα
(φλόγες κριών
Καρδιές)
κι αθέατος ο δρόμος
που δε φέρνει πίσω.

Ήτανε στην αρχή το πράσινο
μετά οι βράχοι οι γυμνοί
οι νύχτες
μόνιμα
παντοτινά
η μοναξιά κι η σιωπή
κι αθέατος ο δρόμος
ο δρόμος που δε φέρνει πίσω.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα 1944-1964”, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1988.

Βλαδιμίρ Μαγιακόφσκι, από το “Σύννεφο με παντελόνια” 

(Αποσπάσματα)

ΙΙ
Δοξάστε με.
Δεν είμαι ταίρι εγώ των ισχυρών.
Εγώ επάνω σ’ όλα που έχουν γίνει
βάζω «μηδέν».

*

Ετούτοι
τσαγκρουνώντας ρίμες στο βιολί τους,
βράζουν έρωτες κι αηδόνια
για να βγάλουν δυό δάχτυλα ζουμί.
Ενώ ο δρόμος
δίχως γλώσσα κουλουριάζεται.
Δεν έχει με τι να φωνάξει.
Δεν έχει με τι να μιλήσει.

*

Ο δρόμος
στριμώχνει σιωπηλά τα βάσανά του.
Η φωνή του
σαν κόκκαλο ψαριού στο λαρύγγι του.
Η πολιτεία αμπάρωσε το δρόμο με σκοτάδι.
Και στο στόμα
σαπίζουν τα μικρά πτώματα
των πεθαμένων λέξεων,
και δυο μονάχα ζουν
χοντραίνοντας,
«τσογλάνι»,
και μια άλλη ακόμα,
θαρρώ:
«ψωμί».
Οι ποιητές
που μούλιασαν στα κλάματα και στ’ αναφυλλητά
λακήσαν απ’ το δρόμο
τινάζοντας ακατάδεχτα τα τσουλούφια τους.
«Πώς με δυο τέτοιες λέξεις
να τραγουδήσεις
την δεσποινίδα
και τον έρωτα
και το τριανταφυλλάκι με τις δροσοσταλίδες;»
Και πίσω από τους ποιητές
τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:
Φοιτητές,
πόρνες,
εργολάβοι.

*

Ακούστε!
Κάνει το κήρυγμά του
με βογγητά κι ουρλιάγματα
ο σύγχρονος φωνακλάς Ζαρατούστρας.
Εμείς
με πρόσωπο σαν αγουροξυπνημένο σεντόνι,
με χείλια κρεμασμένα σαν πολύφωτα,
Εμείς
οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών,
όπου η βρώμα κι ο χρυσός γαγγραίνιασαν τη λέπρα,
Εμείς,
είμαστε πιο καθάριοι κι απ’ το κρούσταλλο της Βενετιάς
που το ξεπλύνανε μαζί κ’ οι θάλασσες κι ο ήλιος.
Στα παλιά μας παπούτσια κι αν δε βρίσκονται
στους Όμηρους και στους Οβίδιους
άνθρωποι σαν και μάς,
βλογιοκομμένοι απ’ την καπνιά.
Εμείς,
καθένας από μάς,
κρατάμε μέσα στη γροθιά μας
τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.

*

Εγώ που η σύγχρονη γενιά μού γέλασε κατάμουτρα,
διακρίνω αυτόν που φτάνει μες απ’ τις οροσειρές του χρόνου,
διακρίνω αυτόν που κανένας δε βλέπει.
Εκεί που τ’ ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο,
βλέπω να καταφθάνει
των πεινασμένων στρατηλάτης,
φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης
το 1916.
Κι ανάμεσό σας είμαι εγώ
ο Πρόδρομός του,
κ’ είμαι όπου βρίσκεται κι ο πόνος, πάντοτε παντού.
Πάνω σε κάθε μια σταλαματιά τού νέφους των δακρύων
έχω σταυρωθεί.
Τίποτα πιά δεν είναι για συγγνώμη.
Κι όταν
τον ερχομό του διαλαλώντας
ανταριασμένοι
θα βγείτε να δεχτείτε τον Σωτήρα,
εγώ για σας
θα ξερριζώσω την καρδιά μου
θα την ποδοπατήσω
κ’ έτσι μεγαλωμένη
και καταματωμένη
θα σάς τη δώσω για σημαία.

ΙΙΙ

Σήμερα πρέπει
με τη βαρειά
ν’ αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιάν έγνοιαν έχετε:
«είναι τάχα ο χορός μου κομψός;»
κοιτάχτε πώς διασκεδάζω
εγώ —
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος της πλατείας.
Από σάς
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ’ ορθάνοιχτό μου μάτι.
Μ’ απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίσω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ’ αλυσσίδα
θα κρατάω σα σκυλί τον Ναπολέοντα.

*

Έι, σεις που σουλατσέρνετε,
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν είν’ κανείς σας δίχως χέρια
ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές.

*

Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη,
σφαδάζει ψοφώντας η δύση.
Όλα πια είναι μια τρέλα.

*

Μαρία, Μαρία, Μαρία.
Άσε με νάμπω Μαρία,
Δε μπορώ έξω στους δρόμους.
Μαρία το βλέπεις —
που ανάμεσα στα δόντια μου κρατάω
— πάλι —
το μπαγιάτικο ψωμάκι
απ’ το χτεσινό σου χάδι.
Μαρία. Άνοιξε. Πονάω.
Βλέπεις —
μες στα μάτια μου μπήχτηκαν
οι καρφίτσες των γυναικείων καπέλων.
Μαρία,
Φοβάμαι μην ξεχάσω τ’ όνομά σου,
όπως φοβάται μην ξεχάσει ο ποιητής
μια λέξη που γεννήθηκε
στις ωδίνες της νύχτας
μια λέξη μεγάλη σαν το Θεό.
Δε θέλεις Μαρία; Δε θέλεις;
Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι του πού τούκοψε το τραίνο.
Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος
σε χορό τη γης,
όπως η Ηρωδιάδα
την κεφαλή τού Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου
τα χορέψει ως το τέλος,
μ’ εκατομμύρια στάλες αίμα
θάχουν στρωθεί τα χνάρια μου στο δρόμο
ως το κατώφλι του Πατέρα.
Παραμερίστε.
Δε θα μού φράξετε το δρόμο.
Κοιτάχτε —
αποκεφάλισαν ξανά τ’ αστέρια —
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Έι, εσύ! Ουρανέ!
Βγάλ’ το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.
Ησυχία!
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ’ τα τσιμπούρια των άστρων.

(1915-1916)

*Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος (μετά την κατά λέξη μετάφραση και τον έλεγχο του Άρη Αλεξάνδρου, όπως σημειώνει ο ίδιος ο Ρίτσος, στο βιβλίο “Μαγιακόφσκι: Ποιήματα”, Εκδόσεις Κέδρος, 1974).

Άρης Αλεξάνδρου (Αριστοτέλης Βασιλειάδης) (1922-1978), Ποιήματα

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ

Φίλε ή αντίπαλε μην τ’ αναγγείλεις πουθενά.
Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος.

*

ΘΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙΣ

Όσο ψηλά κι αν ανεβείς εδώ θα παραμείνεις.
Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ
μες στα χαλάσματα
χαράζοντας γραμμές
εδώ θα επιμένεις δίχως βία
χωρίς ποτέ να καταφύγεις
στην βολική απόγνωση
ποτέ στην περιφρόνηση
κι ας έχουν σήμερα τη δύναμη
εκείνοι που οικοδομούνε ερημώσεις
κι ας βλέπεις φάλαγγες ανθρώπων να τραβάν συντεταγμένοι
για το ξυλουργείο
να δέχονται υπερήφανοι
την εκτόρνευσή τους
και να τοποθετούνται στα αυστηρά τετράγωνα σαν πιόνια.
Εσύ θα επιμένεις σαν να μετράς το χρόνο
με τις σειρές των πετρωμάτων
Σάμπως να ήσουν σίγουρος πως θαρθει μια μέρα
όπου οι χωροφύλακες κ’ οι επαγρυπνητές θα βγάλουν τις στολές τους.
Εδώ μες στα χαλάσματα που τα σπείραν άλας
Θέλεις δε θέλεις θα βαδίζεις
Υπολογίζοντας την κλίση που θα’χουν τα επίπεδα
Θα επιμένεις πριονίζοντας τις πέτρες μοναχός σου
Θέλεις δε θέλεις πρέπει ν’ αποχτήσεις ένα δικό σου χώρο.

*

Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΤΡΑ

…Εδώ που έχω καταφύγει
σωριάζονται μια μια οι εποχές
βαριές σαν πέτρες.
Ορθός στη μέση της ζωής
δε ζυγιάζω τίποτα.
Ξέρξης κι Αθήνα δεν υπάρχουν.
Είμαι προδότης για τη Σπάρτη
για τους είλωτες σπαρτιάτης.
Με το σπαθί χαράζω
στα στεγνωμένα χείλη
το χαμόγελό μου.

*Από τη συλλογή «Ευθύτης Οδών», 1959.

*

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣΤΟΪ

…Εσένα θα σου ανοίξω την καρδιά μου
σαν το κρεμμύδι που το σπας
με μια γροθιά στο γόνατο.
Μες στην ομάδα είμουν
άχρηστος πάντα
σαν ένα σαν.
Για την ομάδα είμουν
ύποπτος πάντα
σαν την αλήθεια.

*Απόσπασμα οκτασέλιδου ποιήματος. Το ποίημα είναι αφιερωμένο στον ποιητή Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Στο «Έξω απ’ τα δόντια» γράφει σε 31 σελίδες το διεισδυτικό και αποκαλυπτικό μαζί: «Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη;»

*

«… Εντασσόμενοι σε μια ομάδα, δεν επιδιώκουμε ίσως και τόσο να σχετιστούμε με ομοϊδεάτες μας, όσο να ενσωματωθούμε σε μια “οικογένεια”, να βρούμε δηλαδή τα αδέλφια μας (εξ αυτού πηγάζει άλλωστε και ο φόβος της απομόνωσης που φαίνεται να είναι αταβιστικός γιατί κάπου θα διατηρούμε τη μνήμη του πρωτόγονου ανθρώπου, ο οποίος από τη στιγμή που τον έδιωχνε η φατρία του, βρισκόταν ολομόναχος μέσα στη ζούγκλα και φυσικά τρελαινότανε πριν τον κατασπαράξουν τα θηρία).
Η ένταξη, η προσκόλληση στην ομάδα είναι ένα είδος έρωτα. Έτσι εξηγείται η τύφλωση των πιστών και το μίσος των απογοητευμένων…
Ουδέποτε αισθάνθηκα τον μεταφυσικό εκείνο φόβο που αισθάνονται οι πιστοί (…) ακόμα κι όταν είχα την αυταπάτη να πιστεύω πως θα μπορούσα να είμαι ενταγμένος σε μια ομάδα.
Φυσικά η απομόνωση, η μοναξιά, δημιουργεί γύρω σου ένα κενό και το κενό έχει πικρή γεύση. Αλλά από τη στιγμή που διαπίστωσα πως μέσα στην ομάδα ήμουν ύποπτος σαν την αλήθεια, διάλεξα την απομόνωση».

*Από το κείμενο «Ένταξη και συζήτηση» στο «Έξω απ’ τα δόντια», εκδ. ύψιλον/βιβλία, 1982.

*

ΙΣΩΣ ΜΕ ΛΙΓΟΝ ΗΛΙΟ

[απόσπασμα]

στον Μάξιμο

…κι απ’ το πολύ πες-πες τα λόγια μας φουσκώσανε
με όλους τους ανέμους
και γίνανε μπαλόνια παιδικά
ώσπου σπάσαν
μόλις τ’ άγγιξε ένα νύχι πιο σκληρό.
Κ’ έτσι
ίσως να’ χουμε φτάσει σε μιαν ώρα
που μας λείπει ξανά
η πρώτη αρχή
και πρέπει να γυρίσουμε σ’ ένα υλικό
δίχως ονόματα
σαν την ανώνυμη ζωή μας.

*

ΠΡΟΧΤΕΣ

[απόσπασμα]

Όταν ο δρόμος θα σέρνεται έρημος
κάτω απ’ τα κλειστά παράθυρα
-αλήθεια τί πολλά ενοικιαστήρια στη γειτονιά μας-
τότε μια τελευταία αχτίδα
μια μοναδική σκουριασμένη πεντάρα
στην άσφαλτο
το ταξίδι στον εαυτό σου.

*Από τη συλλογή «Ακόμα τούτη η Άνοιξη», Απρίλης 1946.

*

ACCEPTATION / ΑΠΟΔΟΧΗ

Εκτός από τον ουρανό
χωρίς πουλιά
τα βρεγμένα ονόματα
των δρόμων
τα νησιά παλιών καιρών
εξαφανισμένα
σ’ ένα ξεχασμένο μάθημα
γεωγραφίας
εκτός από τη γλώσσα μου
χαμένη κι αυτή
τις λέξεις μεταφρασμένες
με λεξικό
χωρίς ιστορία χωρίς γη
χωρίς νερό
εκτός από τον πόνο της
τρίτης μου εξορίας.
Εκτός απ’ όλα αυτά
πάμε καλά

*Από την ενότητυα «Exercices De Redaction», εννιά ποιήματα γραμμένα στη γαλλική γλώσσα. Τα επτά από αυτά τα έχει μεταφράσει ο ποιητής Ξάνθος Μαϊντάς και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό POETIX ( Άνοιξη-Καλοκαίρι 2022).

**Όλα όσα αναρτώνται εδώ προέρχονται από το βιβλίο «Άρης Αλεξάνδρου – Ποιήματα 1941-1974», τρίτη έκδοση, εκδ. ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1991.

Νάνος Βαλαωρίτης, Πέντε ποιήματα

Ύστατο Σονέτο

Τι παράξενη μοίρα αυτή να μην
παίρνομε είδηση ότι βρισκόμαστε
στους αντίποδες του εγώ και του εσύ
αφού μαζί περάσαμε ολόκληρη ζωή
απ’ την καλή και την ανάποδη ώσπου
μας διέγραψε του ποιήματος το τέλος

*

Τροία

Πόσοι στο πέλαγος πόσοι πνιγμένοι
Κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν
Όλοι περίμεναν να σ’ αντικρίσουν
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.
Στις αμμουδιές θυμήσου οι πεθαμένοι
Καθώς περνάς γυρεύουν να μιλήσουν
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.
Τούτη την άνοιξη κανείς δεν ξέρει
Ο ποταμός μού γέμιζε το στόμα
Κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.
Τ’ άλογα γύρισαν χωρίς το σώμα
Όταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι
Θεέ μου πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα.

*

Δειπνοσοφιστές

Σώματα χωρίς πρόσωπα συγκεκριμένα
Πρόσωπα χωρίς σώματα σχηματισμένα
Που σβήνουν μόλις σβήσει ο ήλιος
Με το θόρυβο μιας γραφομηχανής
Με μπράτσα γυμνά ρωμαλέα στο πλάι τους
Αντρειωμένοι ροχαλίζουν στον ύπνο τους
Και βλέπουν πως το χάος τούς νίκησε
Στα σιδερένια σαλόνια του ύπνου
Εξαϋλωμένα αισθήματα στην παραλία
Των υπνοδοχείων της Μέσης Κατηγορίας
Καμωμένη από χρώματα και αρώματα
Η ωραία Ελένη ντυμένη της μόδας
Ρεμβάζει κι αναρωτιέται τί κάνει
Καθισμένη σ’ ένα τραπέζι με άλλους
Κοιτώντας νωχελικά το αργόσχολο
Πλήθος της ζέστης της άσπρης σεζόν
Κι εγώ προσπαθώ να την πείσω
Να κάνουμε μπάνιο τη νύχτα οι δυο μας γυμνοί
Αφήνοντας στην παραλία τα ρούχα μας
Και με ρωτάει αν το νερό θα’ ναι κρύο

*

Πρωταρχικές σκηνές το καλοκαίρι

Κάθε τόσο όλα γίνονται φαιδρά
Με τα δίοπτρα του ανθυποπλοίαρχου
Σηκώνονται στις μύτες των ποδιών τους
Για να δούνε στην αντικρινή στεριά
Αν φάνηκε καμιά ξεγυμνωμένη
Καποιουνού η αγαπημένη ξαπλωμένη
Μες στην πινελιά ενός ζωγράφου
Που έμεινε μισοτελειωμένη
Η Ελένη τούς ξελίγωσε όλους
Με αρώματα απ’ τη Συρία
Και τα πουλάει λίγα λίγα
Στις κυρίες σε μιαν επαρχία
Η Ελένη (καμωμένη)
Από ματιές που μου ’ριχνε
Φορτωμένες με υπονοούμενα
Από κάποια προηγούμενα.

*

Κουράστηκα να σ’ αγαπώ

Θέλω να με βγάλουν στο σφυρί
θέλω να μπω στη φυλακή
θέλω να `μαι όπως την Κυριακή
που τρώμε όλοι ένα γλυκό
θέλω να γίνω χρυσοχόος
με χρυσόσκονη να σε χρυσίσω
θέλω να πάμε στην Αμερική
να γνωρίσουμε τον κύριο Κροίσο
θέλω να ταξιδέψω στην Ινδία
να καώ στη νεκρική πυρά
ψέλνοντας μια σούτρα βουδική
στον Γάγγη να ρίξουν τα οστά
θέλω ν’ ανεβώ τον Αμαζόνιο
αντίθετα στο ρεύμα – να φαγωθώ
από ένα σαρκοβόρο τροπικό φυτό
ψελλίζοντας μια σολομωνική
θέλω να σε δω βαθιά στα μάτια
έλεος να σου πω σταμάτα
κι ας λουστώ για δεύτερη φορά
στον καταρράχτη Νιαγάρα
θέλω ν’ αναμετρηθώ με τη σκιά
που πάντοτε σ’ ακολουθεί
ν’ αρμενίσω με λευκά πανιά
στην Ευρώπη με τα συνδικάτα
θέλω ν’ αναληφθώ στα επουράνια
να μη σε ξανασκεφτώ ποτέ μου
να κάτσω δίπλα στον Αρχάγγελο
να διαβάζουμε φτηνά ρομάντζα.

Θεώνη Κοτίνη, Παλιές ιστορίες

Παλιές ιστορίες, θα μου πεις
και ναι,
παμπάλαιες οι ιστορίες των ανθρώπων.
Πώς ξεκινά ο έρωτας, ας πούμε
πώς το κορμί γίνεται ο τόπος που όλοι ψαύουμε
σ’ εκείνη την υδρόγειο των στρογγυλών πραγμάτων
γυρνώντας με αδέξιο ένα δάχτυλο τη σφαίρα
ώσπου να σταματήσει ο στρόβιλος σε μια πατρίδα σώμα.
Το σώμα του σήμερα
μετά από τόσα χρόνια
εκείνου που ήταν κάποτε η τρυφερή μου χώρα,
απέναντι να τον κοιτώ.
Φαρδύς κορμός μεγάλος
δικός μου ακόμα
με τόσα χέρια που τον έπλασα τον άγγιξα τον είδα.
Τον χαίρομαι
όπως παιδί που ανέθρεψα και άφησα στον χρόνο.
Παλιές ιστορίες και πώς τελειώνει ο έρωτας, θα πεις.
Αυτό το σώμα,
που απέχει όσο ένα άγγιγμα στο τζάμι
θαμπό απ’ την ανάσα σου
σαν πας κοντά πολύ κοντά να δεις
θολή μια αντανάκλαση καθρέφτη.


 

Ελίνα Αφεντάκη, Τρία ποιήματα

Τελευταίο θρανίο

Μιλούσε ο δάσκαλος για θυσάνους και σωρείες.
Δες αυτά τα σύννεφα
φόρεσαν τα λευκά τους πουκάμισα
το έσκασαν από τη μάνα τους την μπόρα
και εκείνη -γκρίζα από θυμό-
τα περιμένει για να βρέξει,
σκεφτόταν εκείνος

Με κάτι τέτοια όμως, δεν γίνεσαι σημαιοφόρος.

Έτσι, παρέμεινε τυμπανιστής,
έως την αποφοίτησή του

*

Ικέτιδα

Έχω έναν κρατούμενο στο μπαλκόνι μου
σχεδόν πράσινο
Σήμερα το πρωί καθώς του έβαζα νερό
του μιλούσα
τι με κοιτάς έτσι;
πού θες να πάμε;
Η θάλασσα πια δεν μας μιλά
ασθμαίνει μόνο
δυσώδης σαν φθισική μάνα
και τα βουνά κάρβουνο
βλαστημάνε τους προγόνους μας
σε κάθε τους ανάσα.
Δεν έχει τόπο για μας, βασιλικές μου
Ένα στενό μπαλκόνι ο κλήρος μας
Γι’ αυτό, άσε με να σε χαϊδέψω
Ελέησε με

*

Κούκλα πτυσσόμενη, αυτός

Ανακάθεται με δυσκολία στο κρεββάτι
πονάει παντού.
Ζόρικη νύχτα η χθεσινή
Είναι να μη πέσεις στην περίπτωση
μονολογεί και σηκώνεται.
Κούκλα πτυσσόμενη
Τοίχο-τοίχο φτάνει στο τουαλέτα
αποφεύγοντας τον καθρέφτη
ρίμελ και μελανιές ένα
Είναι φορές που η αντανάκλαση
δεν αντέχεται.

Πόσες φορές θα στο πω
Σήκωσε το καπάκι όταν κατουράς!
Ακούγεται η φωνή της μάνας του
από 30 χρόνια απόσταση

*Από τη συλλογή “από αλάτι”, εκδόσεις Θίνες, 2024.

Φοίβη Γιαννίση, Ήλιος και άστρα νυχτερινά

υπάρχει ένας παρατηρητής αφηγητής.
υπάρχει το στήθος μου γυμνό κάτω απ’ τον ήλιο.
ο παρατηρητής στον ενεστώτα μιλά σε τρίτο πρόσωπο
για άλλα όντα.
ο ήλιος καίει με διεγείρει.
ο παρατηρητής μιλά για το φεγγάρι των άστρων τη λάμψη
τον άνεμο βροχή βροχή πέταλα τα λουλούδια
τριζόνι νυχτοπούλι τον τζίτζικα τη μύγα
χορτάρι κερασιά κουνούπι
κάποτε ο αφηγητής στο πρώτο πρόσωπο στρέφεται:
μπαίνει μέσα στα λόγια του να μας μπερδέψει.
όμως το είδα: στον κήπο
ένα λευκό έκδηλα γρύλου επέπλεε
στο νερό του κουβά
εξωσκέλετον
φωτισμένο από τη θάλασσα και τ’ αστέρια εκείνης της νύχτας.
ήταν το παλιό σου πανωφόρι παρατηρητή.
ήταν το γέρας η κάπα και η αιγίδα σου.
την πέταξες. και από τη συκιά
σκύβεις στο μάτι του πηγαδιού
να σκεφτείς
την αντανάκλασή σου.

*Από τη συλλογή “Χίμαιρα”, εκδόσεις Καστανιώτη, 2019.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Ταύτηση κόρης και πεθαμένης μητέρας

Παραφράζοντας τη Μαρία Βοναπάρτη…

Η μαμά μου, λένε όλοι,
είναι χρόνια νεκρή.

Εγώ όμως ξέρω
πως είναι κάπου ημιλιπόθυμη μέσα μου,

μερικά βράδια ξεδιπλώνει μόνη της τα μέλη της
και με εκλιπαρεί να την αφήσω να πεθάνει.

Θα ‘ναι καλύτερα έτσι και για τις δυο, μου λέει για να με πείσει.

Εγώ όμως, συνεχίζω τον αγώνα κατά της λήθης,
μεγαλώνοντας τους φόβους της, σαν να ‘ταν δικοί μου.

*Από τη συλλογή “Στο τέλος μιας προσημειωμένης μέρας”, εκδόσεις Βακχικόν, 2019.

Ζήσης Δ. Αϊναλής, Από τη “μονωδία της έρημος”

Ήθελα να ‘και υπόδειγμα πατρός αλλά δεν μπό-
ρεσα ν’ αρθώ, καρδιά μου, ως το ύψος σου. Μέσα
στα δύο ετούτα χρόνια πόσες φορές να διέψευσα
τον εαυτό μου, με βία τσακίζοντας τις μεγάλες
του μυαλού μου αρτηρίες, καθεμιά από τούτες
τις εφτακόσιες τριάντα μέρες, μετρημένες ως τη
μία ώρα, πόσες αθετημένες υποσχέσεις στον
εαυτό μου, άγγελέ μου. Πόσο με άλλαξες βαθιά,
χαρά μου, ως τον πυρήνα του εγώ μου κι εγώ τι
σου ’χω πράγματι προσφέρει; Τι απ΄ όσα είχα
για σένα στο μυαλό μου έχω κάνει πράξη; Πόσα
τραύματα που ποτέ δεν θα μάθω άθελά μου έχω
στη βρεφική ψυχούλα σου σταλάξει; Και πώς να
εξιλεωθώ; Πώς να με συγχωρέσεις; Όλες οι απο-
φάσεις μου λάθος και τα όνειρά μου σακάτικα.
Ανοίγω στα χέρια μου τη καρδιά μου και ψάχνω
το σκουλήκι που ψευτίζει τα μέσα μου. Άχρηστα
λόγια να τα πετάξεις στον τάφο μου.

*“Η μονωδία της έρημος”, Εκδόσεις Κέδρος, 2019.