Πεφτούλης Μαρθόγλου, Πατριαρχία

Πρώτα, έρχεται για τους άνδρες.
Τους διδάσκει το τέρας της βαναυσότητας.
Υστερα, θερίζει γυναίκες
και όσους δεν εκπροσωπούν
την βαρβαρότητα αυτή.
Το αίμα έχει καιρό
να ποτίσει στον τόπο λένε.
Εμείς εδώ έχουμε Ειρήνη.
Λείπει χρόνια
απ τα διψασμένα ρουθούνια
αυτή η μεταλλική οσμή
που θυμίζει
σφαγείο πριν το Πάσχα.
Προς το παρόν, μόνο κάποιες
μαρτυρικές γυναίκες
“Σκοντάφτουν”
σε σκάλες και ντουλάπια
Πληρώνοντας τον φόρο
υποτέλειας και εξευτελισμού
σε αυτή την θηριωδία.
Το αίμα θα έπρεπε
να το σεβόμαστε
λιγάκι παραπάνω.
Να μην προκαλούμε
την ροή του.
Όσο για εκείνες που χάθηκαν,
αλύγιστες μέχρι που έσπασαν
Κοιτούσαν τον ουρανό
και είχαν ξεχάσει τις προσευχές τους
τόσο βαθιά ριγμένες
στην κόλαση της πατριαρχίας.

Ν.Γ. Λυκομήτρος: Ευσταθία Π., «Σίνγκερ», Θράκα, 2025 [ISBN: 978-6-185928-00-1]

Ν. Γ. Λυκομήτρος

Τρία χρόνια μετά την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας (Θράκα, 2022), η οποία έλαβε το Βραβείο Πρώτης Ανέκδοτης Ποιητικής Συλλογής του λογοτεχνικού περιοδικού «Θράκα» και το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων, η Ευσταθία Π. επιστρέφει με μία νέα συλλογή που φέρει τον μονολεκτικό τίτλο Σίνγκερ.
 
Το λιτό εξώφυλλο, όπου απεικονίζεται το σκαρίφημα μιας ραπτομηχανής, μάς προδιαθέτει γι’ αυτό που θα ακολουθήσει. Μια ολιγοσέλιδη συλλογή, με ολιγόστιχα, ως επί το πλείστον, ποιήματα, ραμμένα με προσοχή και μεράκι στην ποιητική ραπτομηχανή της Ευσταθίας Π.
 
Η δράση εξελίσσεται παράλληλα σε δύο τοπία: το αστικό και το φυσικό. Στο ποίημα με τίτλο «Αχερουσία» (σελ. 16) κυριαρχούν εικόνες από την καθημερινότητα της μητρόπολης που λειτουργεί ως μεταφορική πύλη εισόδου για τον Κάτω Κόσμο. «Στουρνάρη γωνία» χορεύουν «τα αραγμένα σώματα που αδράττουνε τη μέρα/στοιχειά των πόλεων με κορμιά οριγκάμι/ρουφάνε εισιτήρια, γλείφουνε γόπες». Κι από την άλλη, η ποιήτρια και οι συν αυτώ: «κι εμείς μακρόσυρτη πομπή/σε κρίση επαναληπτική//από το απέναντι πεζοδρόμιο/τσακισμένοι τους κάνουμε χάζι» (ό.π.). Η αστική ζωή συνθλίβει το ποιητικό υποκείμενο, το οποίο, στο επόμενο ποίημα με τίτλο «Μετάβαση II», αναμένει μαζί με «σαρανταπέντε άτομα/κι εξήντα μετανάστες» (σελ. 17) ένα λεωφορείο-γέφυρα προς τον γενέθλιο τόπο (τη Θεσσαλονίκη) που αποτελεί μια κάποια διέξοδο.
 
Οι εικόνες από το μητροπολιτικό κέντρο συνεχίζουν να εμφανίζονται και στα ποιήματα «Στύγα» (σελ. 18), όπου τα αγόρια βάφουν ροζ την 3ης Σεπτεμβρίου, και «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» (σελ. 19), όπου ο ήρωας βγαίνει στην Πατησίων.
 
Όπως προαναφέρθηκε, όμως, η ποίηση της Ευσταθίας Π. γράφεται παράλληλα και στο φυσικό τοπίο. Εκεί, το ποιητικό υποκείμενο βρίσκει καταφύγιο και ελπίδα:
 
«τα δέντρα μας ακούν προσεκτικά
ξέρουνε το σχήμα των φιλιών μας
αν χαθούμε, θα μας γεννήσουνε πάλι» (σελ. 25)
 
Προκύπτει, έτσι, μια ποιητική χθόνια, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γη, όπου το ποιητικό υποκείμενο βρίσκει το ζωτικό του χώρο:
 
«την εποχή μετά τη σκόνη αφοσιωθήκαμε στο χώμα, λιώναμε
σβόλους στον ουρανίσκο με τη γλώσσα μας» (σελ. 23)
 
«κρύβομαι και δίνω όνομα στην πόλη στο δάσος, τρώω χώμα» (σελ. 25)
 
«μετά από τόσους νεκρούς/γέμισε χώμα το ποίημα» («Ντοματόβεργα», σελ. 35)
 
«δεν έχω βρει ακόμα τον τρόπο να θάβω τις λέξεις/τις απλώνω στο χώμα/κι η βροχή τις τονίζει/εκεί που πονάει» («Μαρία», σελ. 36)
 
Ανεξάρτητα, όμως, από τον τόπο όπου βιώνεται το γεγονός, ο Έρως έχει κι αυτός τη θέση του μέσα στη συλλογή. Είναι η ζωογόνος δύναμη που δίνει πνοή στο ποιητικό υποκείμενο («περνάμε στην απέναντι όχθη/στην απέραντη όχθη του θανάτου/που σαν με φιλάς δεν με νοιάζει αν θα πάω», «Μετάβαση I», σελ. 15) και ο «ανθισμένος πόθος σε μπαλκόνι» που φυλά «μέσα σε στέρνο που σπαράζει» (σελ. 47). Είναι το ρεύμα που διαπερνά το σώμα και την ψυχή όταν αισθανθεί το ερωτικό σκίρτημα:
 
«βάζω το δάχτυλο στην πρίζα
προσπαθώ
γλυκά σαν πόλη ολόκληρη να σε ηλεκτροδοτήσω» (σελ. 46)
 
Ένα άλλο στοιχείο, στο οποίο αξίζει να σταθούμε, αφορά τη γυναικεία παρουσία που έχει κεντρικό ρόλο σε πολλά από τα ποιήματα. Σε έναν κόσμο άνυδρο, όπου η ξηρασία που είχε προβλέψει ο Μιχάλης Κατσαρός [1] είναι πλέον πραγματικότητα, οι γυναίκες ζουν «κρυμμένες/σχεδόν τρία χρόνια μετά τη μέρα χωρίς το νερό/σκοτώνοντας με μεταφυτεύσεις τον χρόνο» (σελ. 23). Ταυτόχρονα, όμως, κουβαλούν μέσα τους την ελπίδα («λιώνουν τα δάχτυλά τους στη διαλογή των σπόρων/που θα σώσουν τη γη», σελ. 24). Πέρα από ηρωίδες των ποιημάτων, οι γυναίκες ως ποιήτριες αποτελούν πηγή έμπνευσης για την Ευσταθία Π., όπως μαρτυρούν οι στίχοι της Κατερίνας Γώγου που ανοίγουν το βιβλίο αλλά και η αναφορά στον τρόπο της Τζένης Μαστοράκη στο ποίημα «Μπορούν αυτοί οι στίχοι εκείνους που τους χάλασαν να κάψουν;» (σελ. 31).
 
Από τεχνικής απόψεως, η ποιήτρια προτιμά τη μικρή φόρμα από όπου έχει εξοβελίσει εντελώς την τελεία. Γενικώς, πέρα από ελάχιστα κόμματα και κάποιες ορθά χρησιμοποιούμενες κεραίες, τα σημεία στίξεως απουσιάζουν από τη συλλογή, δημιουργώντας μια αίσθηση συνεχόμενης ροής που επιτρέπει στο αναγνωστικό κοινό, εφόσον το επιθυμεί, να διατρέξει με μία ανάγνωση τη συλλογή από την αρχή έως το τέλος. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί η χρήση των παρηχήσεων που συμβάλλουν στην τεχνική αρτιότητα των ποιημάτων. Αναφέρουμε, ενδεικτικά, τους στίχους «εκεί υπάρχουν μούρα, μήλα και μικρές σκιές» (σελ. 25) και «πλημμυρίζω από πόνο/κι όταν λίγο λυγίζω/προσαρτώμαι στο σώμα σου/συνειρμικά» (σελ. 41).
 
Εν κατακλείδι, στη δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο Σίνγκερ, η Ευσταθία Π. πιάνει το νήμα από εκεί που το άφησε στην πρώτη και μας μεταφέρει σ’ ένα ποιητικό σύμπαν όπου το αστικό τοπίο διαπλέκεται με το φυσικό και όπου το ποιητικό εγώ, στη θηλυκή του υπόσταση, παράγει φροντισμένους στίχους, οι οποίοι θέλγουν τον αναγνώστη/την αναγνώστρια και συνάμα του/της δημιουργούν προβληματισμούς, χωρίς να προσφέρουν έτοιμες λύσεις. Πρόκειται για ποίηση υψηλής ραπτικής και όχι για ποίηση-φασόν, που κατοχυρώνει οριστικά τη θέση της Ευσταθίας Π. στο λογοτεχνικό στερέωμα.
 

[1] Αναφορά στους στίχους του Μιχάλη Κατσαρού «Μην αμελήσετε./Πάρτε μαζί σας νερό./Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία» από το ποίημα με τίτλο «Θα σας περιμένω» που περιλαμβάνεται στη συλλογή Κατά Σαδδουκαίων (Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2005).

Ν.Γ. Λυκομήτρος

*Το κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από εδώ: https://www.periou.gr/n-g-lykomitros-efstathia-p-singker-thraka-2025-isbn-978-6-185928-00-1/?fbclid=IwY2xjawQVjjJleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeYX8pmiSSDMsgruseJRx_rJnAgz3HdinN65TG3KEB85Zjfz_G9TzssYkBZJI_aem_jbgRisQG9XoHyr4XOVluIQ

Γιώργος Κοζίας, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΔΩΡΟ

Η Βεατρίκη τό ‘κλεψε
να το δώσει στον αγαπητικό της.
Το ξαναβρήκα σε κοσμηματοπωλείο
του Πόντε Βέκκιο, βεβηλωμένο.

Δυσκολεύτηκα να το αναγνωρίσω
Το αγοράζω νύχτα τό’ ριξα στον Άρνο.
Έχει περάσει από πολλά ανίερα χέρια.
Από προδομένες αγάπες.
Ξεχασμένες.

*

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΒΟΫΤΣΕΚ

Το φεγγάρι σάπιο ξύλο.
Μαραμένο ηλιοτρόπιο ο ήλιος.
Μικρές χρυσές μύγες αστέρια.
Η γη τσακισμένο καράβι.
Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες.

Στρατιώτης Φρειδερίκος Ιωάννης
Φραγκίσκος Βόυτσεκ. Τυφεκιοφόρος.
Πυροβολεί τον γαλαξία!

*

ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ

Στο όνειρό του αντίκρισε τον Σοπενχάουερ.
-Πρόσεξε, του φώναξε,
Με κυνηγούν επτά αντιπρόσωποι των νόμων.
Κραδαίνουν αόρατα ραβδιά

-Ησύχασε, τον παρότρυνε εκείνος,
όλοι έχουμε ανάγκη
τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, Εκδόσεις στιγμή, 2007.

Σοφία Κουφού, Τρία ποιήματα

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΛΑΧΑΝΟΚΗΠΟΥΣ

Ο αέρας απόψε είναι ατμός.
Πώς να βάλεις το νέο σου φούτερ μπλουζάκι
όταν ακόμα δεν έχουν βγει τα λάχανα;
Μη στέλνεις άλλα γράμματα,
δεν θ’ απαντήσω.
Η επανάσταση έχει αρχίσει.
Να την απολαύσεις.
Μπες πιο βαθιά
-χρειάζεται αρκετό βάθος-
και μη βγεις πριν να τελειώσει.
Θέλει πειθαρχία.
Όμως ξέρω καλά
πως θα βγεις νικητής
ακόμα κι αν έχεις ηττηθεί.
Ανταπόδοση εκ των έσω.

ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ

Και πετάχθηκαν από εκατομμύρια οθόνες
με το πάτημα ενός κουμπιού.
Σαν ελατήριο αυτό
προκάλεσε εξαναγκασμένη ταλάντωση
απ’ το ένα άκρο στ’ άλλο.
Απ΄τη μανιώδη χαρά της παρουσιάστριας
που με χάχανα προειδοποιεί
“Μην αγγίζετε το μακιγιάζ μου”.
Ως την βεγγέρα του φόβου
που ξεστομίζεται
από φορετά πουκάμισα.
Κι εγένετο τσίρκο.

*

REMOTE DATA

Έχουν ένα κάδρο γεμάτο πληροφορία ανάμεσά τους
να τους ενώνει μ’ ένα νήμα αδιόρατο.
Και μάτια μόνο για τα εκτός πλάνου.
Ασύμπτωτη συνάντηση.

*Από τη συλλογή “Περί θέσεως και ευρύτητας”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2020.

Sara Teasdale, Δύο ποιήματα

Morning Song

A diamond of a morning
Waked me an hour too soon;
Dawn had taken in the stars
And left the faint white moon.
O white moon, you are lonely,
It is the same with me,
But we have the world to roam over,
Only the lonely are free. –

Πρωινό Τραγούδι

Μια διαμαντόπετρα του πρωινού
Με ξύπνησε μια ώρα πιο νωρίς·
Τ’ άστρα είχε περιστείλει η αυγή
Κι άφησε το ασθενικό, λευκό φεγγάρι.
Ω, φεγγάρι λευκό, είσαι μοναχό,
Το ίδιο με μένα είσαι κι εσύ ,
Αλλ’ όμως, έχουμε τον κόσμο να
περιπλανηθούμε,
Ελεύθεροι είναι μόνον οι μοναχικοί.

*

Dusk In Autumn

The moon is like a scimitar,
A little silver scimitar,
A-drifting down the sky.
And near beside it is a star,
A timid twinkling golden star,
That watches like an eye.
And thro’ the nursery window-pane
The witches have a fire again,
Just like the ones we make, —
And now I know they’re having tea,
I wish they’d give a cup to me,
With witches’ currant cake.

Σούρουπο του Φθινοπώρου

Σαν γιαταγάνι είναι το φεγγάρι,
Ένα ασημένιο μικρό χατζάρι,
Ένας του ουρανού περιπλανώμενος.
Και δίπλα κοντά είναι ένα αστέρι,
Ένα ντροπαλό λαμπερό χρυσό αστέρι,
Που σαν μάτι αγρυπνά.
Κι έξω από του παιδικού δωμάτιου το τζάμι
Μια φωτιά έχουν οι μάγισσες πάλι,
Ακριβώς σαν αυτές που φτιάχνουμε κι εμείς, —
Και τώρα που ξέρω πως τσάι θα πίνουν,
Εύχομαι μια κούπα σε μένα να δίνουν,
Με της μάγισσας το σταφιδόψωμο.

*Από το βιβλίο “Sara Teasdale, Ποιήματα”, σε μετάφραση: Ασημίνας Λαμπράκου, Αθήνα 2023.

Μαρία-Κασσιανή Πανούτσου, Πενθεσίλεια

Λένε πως o Αχιλλέας ήταν έξω φρενών από την έκπληξη όταν συγκρούστηκε με την Πενθεσίλεια. Αυτός άρχισε να παίζει μαζί της και αυτήν τον χτύπησε. ο Αχιλλέας ταράχτηκε λένε. Νόμισε πως έχασα τα λογικά του, τόση έκπληξη είχε με την αντίδραση της Πενθεσίλειας. Να τον αντιμετωπίσει με τον σπαθί της… Την έριξε κάτω, ήθελε να την πάρει αιχμάλωτη κι εκείνη, τον γρατσούνισε με το εγχειρίδιο και τότε εκείνος την σκότωσε.


…ο ουρανός της γης / στην θέση του ακόμη
καθώς κι’ οι θάλασσες/ με την ηχώ απ’  την σελήνη/
σε συνάντησα νωρίς Πενθεσίλεια /
με εντυπωσίασες/ μα /δεν σε πίστεψα
σε ξέχασα και το’ θελα πολύ

σε σκάλισα μια μέρα στο χώμα/
χορεύοντας ένα ρυθμό αργεντίνικο/
στο χώμα το δικό μου /
όσο χώμα μου αναλογεί/
και την μορφή σου/
και το στήθος σου/
το ένα και μοναδικό/
το τότε  ασφάλισα/

αιώνες το μήνυμα σου στα χέρια μου/
αναμένει την δικαίωση/
τι περιμένει / από μένα μια στάλα άνθρωπος /
θα περιμένεις χρόνους Πενθεσίλεια
στριμωγμένη σε σωρούς από κόκαλα /
με μαρτυρία μόνο τις λέξεις
 
γι’ αυτό έφυγε νωρίς
ο ένας είναι αρκετός
ένας αρκετός
για να δεις την μυρωδιά του κόσμου
κι όμως υπάρχουν ακόμη κάποια μικρά
πολύ μικρά
δεν έχω λέξη γι’ αυτά
όμως μικρά
κι αυτά ενώνουν τις δυο μου παλάμες
όπως και εσύ
καθώς έπεφτες στο χώμα χτυπημένη
με τις παλάμες φερμένες στο στήθος.

Μαρία Κούρση, Άκαρδο

Φωτογραφία: Edward Weston

Κάποτε
Σε Χρόνους συμπονετικούς
Αγάπησα παράφορα
Το αμίλητο νερό
Εκείνο
Το έμαθε
Δεν το έμαθε
Δεν έμαθα
Τα μυστικά χρόνια
Που πέρασαν
Έδειξαν
Με κάποια βεβαιότητα
Ότι
Τα μικρά ποιήματα
Μελαγχολούν όταν
Αγαπούν.

Άννα Αχμάτοβα, Requiem

1
Σε πήραν τα χαράματα αλυσοδεμένο
κι έτρεχα πίσω σου σαν γέρικο σκυλί.
Στης φυλακής την πύλη μάταια περιμένω.
Στα μελανά μου χείλη ξύδι και χολή.

Το παγωμένο εικόνισμα δεν το θερμαίνουν
κεριά αναμμένα, το τρεμάμενο φιλί.
Κοιτάς τον ουρανό, κορμί γονατισμένο,
μα προσευχή καμμία δεν ωφελεί.

5
Μήνες φωνάξω δεκαεφτά
προσευχόμενος στο σπίτι να γυρίσεις.
Τον δήμιο ικέτευα γονατιστή
αχ, γιε μου, ικέτευα να ζήσεις.
Ένα κουβάρι γίναν όλα, ρημαδιό,
και δεν μπορώ να βρω τη λύση.
Ποιος είναι άνθρωπος και ποιος θεριό;
η εκτέλεση άραγε θ’ αργήσει;
Λουλούδια άπονο σκονισμένα, σκοτεινά,
κι ηχολογάει το θυμιατήρι.
Τα βήματα οδηγούν στο πουθενά.
Κι από ψηλά ένα άστρο έχει γείρει
Και με κοιτάει κατάματα χλωμό
με γρήγορο απειλώντας με χαμό.

8
Προς τον θάνατο
Αργού θα ‘ρθεις, γιατί όχι τούτη τη στιγμή;
Σε περιμένω, αδύνατο η πληγή να πιάνει.
Τα φώτα ολοσβηστά, η εξώπορτα ανοιχτή
Να μπεις ολόλαμπρος πόνε μου και βοτάνι.

Πάρε όποια θες μορφή, αρκεί να ΄ρθείς.
Σαν σφαίρα σφύριζε και τρύπησέ με,
η γλιστρά αθόρυβα σαν σκοτεινός ληστής,
ή με φαρμάκι αλύπητο φαρμάκωσέ με.

Ή σαν τον μύθο ένα, που έχεις σοφιστεί
και που τον λέει και ξαναλέει το κάθε στόμα,
ώσπου να δω το μπλε πηλήκιο στην αυλή
κι άσπρο απ’ τον τρόμο του τον θυρωρό μας.

Το ίδιο μου κάνει. Ο Δνείπερος αργοκυλά,
φέγγουν τ’ αστέρια στ’ ουρανού τα μήκη,
και των ματιών σου τη γαλάζια πυρκαγιά
τη σβήνει πέρα ως πέρα η φρίκη.

*Αναμετάφραση αποσπασμάτων από τα ελληνικά: Τάσος Βαγενάς. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οροπέδιο”, τεύχος 18, Άνοιξη 2017.

Θάνος Γώγος, Τρία ποιήματα

Ι
Οι δρόμοι στο Ντακάρ
γεμάτοι
νερό
κι οι κάτοικοι
Απ΄τα μπαλκόνια
επευφημούσαν
το
αγόρι
το κορίτσι
με την ατμομηχανή
με τα μάτια τους γεμάτα
νερό
προέλαυναν
δεμένοι

ξένοι
στην πόλη

ξένοι
στα
σώματά τους

ΙΙ
Στις γιορτές
Ο πόλεμος
Σταματούσε.

Οι μέρες ανακωχής
Ήταν μέρες
Αφθονίας
Ανοίγαμε
τότε
Οι
ξένοι
λυρικά
τις ομπρέλες
μας

και τα δόντια
έλαμπαν

και το δέρμα
που κατοικούσαμε
λογαριαζόταν εκεί

όπου τα στάχια ψηλότερα των ώμων

όπου η θάλασσα
ευλαβικά
γδύνεται
ένα με τη
γη

η σκέψη το σώμα ο λόγος
στο τέλος
ένα

κι
ένα

σαν
εκκλησιές

έπεφταν
χωριστά

ανάλογα
με τη φήμη
τους

ΙΙΙ
Θυμάμαι
Σαν
Κίνηση
Μέσα στο
Σχήμα

Χτυπούσα με το σφυρί
το
καλοκαίρι
στις πέτρες

Τοποθετούσα με τη
σειρά
τους
τς πέτρες
στα
Μάτια

Θυμάμαι
από το πολύ βραχύ
της μνήμης

Αυτό ακριβώς με
Οδηγούσε
Πάντα
Μέσα
Στη θάλασσα

Στο Λιμάνι του Ντακάρ
Η θάλασσα
Έφτανε

Μέχρι
Εκεί
Που
Δεν μπορούσαμε να πάμε