Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.

«Με την ιδιομορφία που τον χαρακτήρισε, δημιούργησε τον δικό του τύπο μέσα στην αθηναϊκή μποεμία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Περιδιάβαζε τους δρόμους της Αθήνας ντυμένος συνήθως με μια μακριά καμπαρντίνα-μπέρτα και κρατώντας πάντα την αχώριστη τσάντα του. “Άνθρωπο-τσάντα” τον αποκαλούσαν στον καιρό του, επειδή ήταν ο πρώτος Αθηναίος που κράτησε τσάντα χωρίς να την αποχωριστεί ποτέ… (σ.σ. μπορούμε να τον φανταστούμε σήμερα να κυκλοφορεί διαρκώς με ένα σακίδιο πλάτης, κάτι που βέβαια δεν θα τον ξεχώριζε, πλέον, από το πλήθος). Στο περιδιάβασμα τούτο περνούσε από τα διάφορα φιλολογικά καφενεία και τα καλλιτεχνικά στέκια, σταματούσε ως φιλοπότης στα συνηθισμένα του ουζερί, έπαιζε τα βράδια στο θέατρο όταν είχε παράσταση και κατέληγε με φίλους για τις νυχτερινές σπονδές στον Βάκχο. Και μόνος ή με παρέα σεργιάνιζε στα δρομάκια του Α’ Νεκροταφείου της Αθήνας – ένας παράξενος επισκέπτης στο χώρο της σιωπής και του θανάτου», γράφει ο Νίκος Λογοθέτης στο βιβλίο του «Νίκος Βέλμος – O γυιός της απωλείας». Ένα ακόμα χαρακτηριστικό του «πορτρέτο» δίνει ο σύγχρονός του ποιητής και δημοσιογράφος Λάμπρος Αστέρης (1936), αναφερόμενος στον «μποέμικο συγγραφέα με την τσάντα στην αγκαλιά, με το ράθυμο βήμα, με το άσχημο μούτρο που θύμιζε τον Μπετόβεν», ο οποίος «γύριζε στους δρόμους της Αθήνας για να συναντήσει τους φίλους του και να πουλήσει τα βιβλία του, για να συζητήσει τις σοσιαλιστικές ιδέες, για να μιλήσει περί όλων των έργων του Σέξπιρ, που τον ελάτρευε».

«Αλίμονο, την αγάπη την καταλαβαίνετε μονάχα σαν κλίνει στη σαρκική ηδονή και ποτέ στη σοφή λιποθυμία της καλοσύνης», έγραφε ως απάντηση σε όσους σχολίαζαν τον «έκλυτο» βίο του (και) ως ομοφυλόφιλου, αποδίδοντάς του έναν «νοσηρό ψυχισμό» τον οποίο έμοιαζε να επιβεβαιώνει ο εκρηκτικός, αλλοπρόσαλλος ενίοτε χαρακτήρας του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνειδητή αποδοχή της ομοφυλοφιλίας του και η έντονη ερωτική του ζωή –«τα πάθη με κυνηγάνε και σ’ ησυχία δε μ’ αφήνουνε», εξομολογούνταν–, όταν ακόμα και σε πιο προηγμένες χώρες ένα πρώιμο ρεύμα απελευθέρωσης μόλις αναφαινόταν· θα το διέκοπταν απότομα οι διώξεις στη ναζιστική Γερμανία και ο Β’ Παγκόσμιος. Παρά, ωστόσο, τη διακηρυγμένη αντισυμβατικότητά του, πληγωνόταν βαθιά όταν έβλεπε να τον κακολογούν και να τον χλευάζουν: «Χίλιες φορές καλύτερα ολάκερη η ανθρωπότητα να σ’ έχει για τρελό, παρά ένας άνθρωπος για διεφθαρμένο. Τους τρελούς όλοι τους σιμώνουν, μα εκείνο που λένε διεφθαρμένο κανείς, μα κανείς δεν τον σιμώνει… δεν λέγονται τα φαρμάκια που με ποτίσανε», γράφει με πικρία στο «Κοινωνικό Βιβλίο» που υπήρξε ταυτόχρονα το πολιτικοκοινωνικό του μανιφέστο (1921). 

Στο βιβλίο αυτό, μείγμα φιλοσοφίας, κοινωνικής κριτικής και προσωπικών εξομολογήσεων, επιτίθεται στον αστικό πολιτισμό, στην κοινωνική υποκρισία και την εξουσία, πολιτική και θρησκευτική: «Μίσησε τους βασιλιάδες, μίσησε τη σημερινή δικαιοσύνη, που είναι μασκαρεμένη αδικία… αγάπησε τους κλέφτες των πλουσίων, αγάπησε όσους μισούνε τους παπάδες, όσους καίνε τις εκκλησίες τους». Αντιτάχθηκε, μάλιστα, στη Μικρασιατική Εκστρατεία, με πνεύμα αντιμιλιταριστικό και διεθνιστικό: «Αγάπησε τους λιποτάκτες της πατρίδας σου!..» διακήρυττε. Μέσα, δε, από το «Φραγκέλιο» (1926-1929), που κλείνει φέτος εκατό χρόνια από το πρώτο τεύχος του και στο οποίο αναδημοσίευσε πολλά αποσπάσματα από το «Κοινωνικό Βιβλίο», καλεί σε μια «επανάσταση των φτωχών», η μόνη θέση των οποίων είναι «στο πλευρό των εργατών». Φύσει ασυμβίβαστος, εντούτοις, αποφεύγει να ταυτιστεί ιδεολογικά με κάποια πολιτική οργάνωση: «Άμα πονέσεις μιάν αλήθεια, θα εχθρευτείς και τον φίλο σου που δεν την πιστεύει».

«Αγαθό μ’ όλες τις κακίες του και συμπαθητικό μ’ όλες τις διαστροφές του» τον χαρακτηρίζει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, «περιπαθή ρομαντικό» ο Στρατής Δούκας, «μοναχικό και άδολο» ο Ι.Μ. Παπαρρηγόπουλος, «μουσόπληκτο, μουσηγέτη και αναρχικό επαναστάτη» ο Θωμάς Γκόρπας, «λεπταίσθητο εμψυχωτή των τεχνών» ο Γιάννης Τσαρούχης, «αληθινά πηγαίο αλητήριο» ο Λεωνίδας Χρηστάκης, του οποίου υπήρξε από τις κύριες επιρροές.

Ο «Σεβντάς» (πεζοποιήματα), το αυτοβιογραφικό «Η ιστορία ενός παιδιού», που πρωτοκυκλοφόρησε με αυτοπροσωπογραφία του φιλοτεχνημένη από τον Φώτη Κόντογλου, το ταξιδιωτικό «Σταγιονόρος», το εξομολογητικό «Δύο αγάπες», «Ο Πάνορμος της Τήνου και ο Γιαννούλης Χαλεπάς» συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα έργα του. Διασκεύασε Σαίξπηρ («Όπως αγαπάτε», «Αντώνιος και Κλεοπάτρα») και μετέφρασε ποίηση Δ. Παπαρρηγόπουλου στη δημοτική. Υπήρξε, επιπλέον, εξαίρετος σκιτσογράφος – σκίτσα του, ιδίως πορτρέτα, κοσμούσαν πολλές εκδόσεις του και 422 από αυτά βρίσκονται στη Συλλογή του Αμερικανικού Κολεγίου, μας πληροφορεί ο Νίκος Λογοθέτης. Η λαϊκή, ανεπεξέργαστη, άνιση γραφή του μπορεί να υστερούσε συγκρινόμενη με εκείνη άλλων επιφανών συγχρόνων του, στον μετέπειτα ωστόσο παραγκωνισμό του συνετέλεσε η αντιπαλότητά του με το πνευματικό και όχι μόνο κατεστημένο της εποχής. Παραγωγικός υπήρξε και ως εκδότης, αξιόλογες ήταν, επιπλέον, οι επιδόσεις του στην υποκριτική. Ξεκίνησε ως «παιδί-θαύμα» και με δάσκαλο τον σπουδαίο Θωμά Οικονόμου έφτασε να παίζει δίπλα στη Μαρίκα Κοτοπούλη. Εμφανίζεται σε έργα των Ίψεν, Γκαίτε, Μπέρναρ Σο, Πολέμη, Χορν, συνεργάζεται με την Κυβέλη, ειδικεύεται σε σαιξπηρικούς ρόλους και το 1916 ιδρύει τον Μορφωτικό Θίασο.

Δεν σταματά, όμως, εκεί. Δοκιμάζεται ως γκαλερίστας και κριτικός τέχνης. Το 1928, ύστερα από την απρόσμενη επιτυχία μιας έκθεσης που έστησε στο ταπεινό του πατρικό στη Νικοδήμου 28 στην Πλάκα, ιδρύει στον ίδιο χώρο το περίφημο Άσυλον Τέχνης. Παρουσιάζει Γιαννούλη Χαλεπά, Γιάννη Τσαρούχη, Δομήνικο Θεοτοκόπουλο (αντιγραφές έργων), Πολυχρόνη Λεμπέση, ναΐφ έργα «Ασπούδαχτων Καλλιτεχνών» (έκθεση την οποία εγκαινίασε η Μαρίκα Κοτοπούλη) και σειρά χαρακτικών για την «Παληά (Οθωμανική) Αθήνα».  

Πολλά ακόμα θα μπορούσε ενδεχομένως να είχε κάνει, τον πρόλαβε όμως το μοιραίο. Ο δάγκειος πυρετός που τον προσέβαλε στην επιδημία του 1928 σε συνδυασμό με τις καταχρήσεις και την κακή ζωή υπονόμευσαν την υγεία του και στις 6 Ιουλίου 1930, σε ηλικία μόλις σαράντα ετών, πεθαίνει από υποχρονία νεφρίτιδα. Θάφτηκε στον οικογενειακό τάφο στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών που τόσο αγαπούσε. Σε μαρμάρινη στήλη που διασώζεται, είναι τοποθετημένο, μεταφερμένο σε μάρμαρο από άγνωστο καλλιτέχνη, το ανάγλυφο πορτρέτο του που είχε φιλοτεχνήσει ο Γιαννούλης Χαλεπάς.

Διαμαντής Καράβολας: «Τον μάγευαν το κρασί, ο έρωτας και ο πόνος»

«Ο Νίκος Βέλμος υπήρξε από τις πιο ιδιότυπες αλλά και αμφιλεγόμενες και κοινωνικά στιγματισμένες μορφές των αρχών του 20ού αιώνα. Έχοντας “θητεύσει” στην πρώιμη εφηβεία του στην αλητεία και την παραβατικότητα –επιδόθηκε σε κλοπές, δοκίμασε ουσίες, έκανε μέχρι και φυλακή–, έζησε ως αληθινός μποέμ που τον μάγευαν το κρασί, ο έρωτας και ο πόνος, καθώς έγραφε.

Εκτός όμως από το συγγραφικό και καλλιτεχνικό, διέθετε και πολιτικό αισθητήριο. Έχοντας αναπτύξει μια ιδιότυπη ιδεολογία με στοιχεία από τον σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό, τον αναρχισμό αλλά και τον πρώιμο χριστιανισμό, συνελήφθη στα Νοεμβριανά του 1916 και φυλακίστηκε ξανά εξαιτίας των φιλοβενιζελικών του πεποιθήσεων. Τις οποίες, ωστόσο, αποκήρυξε σαν διαπίστωσε ότι η κυβέρνηση Βενιζέλου χρησιμοποιούσε τις ίδιες μεθόδους (διώξεις και εξορίες) κατά των αντιπάλων της. Γνωστός για το θάρρος και την αθυροστομία του, διακήρυσσε με πάθος την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη μέσα από τις σελίδες του περιοδικού του “Φραγκέλιο”, όντας σφοδρός πολέμιος του αστικού κατεστημένου και διάπυρος υποστηρικτής των ταπεινών και των καταφρονεμένων.

Λογοτεχνικά θα τον κατατάσσαμε στη γενιά του Μεσοπολέμου και μάλιστα σε κείνους τους “βιωματικούς” συγγραφείς που βρίσκονταν στο περιθώριο, τρόπον τινά, της επίσημης λογοτεχνικής σκηνής. Το κίνητρο για να ασχοληθώ μαζί του ήταν κάποιες πολύ εγκωμιαστικές αναφορές του Θωμά Γκόρπα και βέβαια η εκτενής αναφορά του Λεωνίδα Χρηστάκη στο βιβλίο του “Οι δικοί μας άγιοι”. Υπήρχαν, επιπλέον, πολλές αναφορές στο πρόσωπό του από τον Γιάννη Τσαρούχη αλλά και τον επιστήθιο φίλο του, Στρατή Δούκα.

Δεν είχε εντούτοις γραφτεί για τον ίδιο κάτι συστηματικό, ούτε είχαν κυκλοφορήσει έργα του, με εξαίρεση τις “Δύο αγάπες” που είχαν βγάλει αρκετά παλιότερα οι εκδόσεις Εκάτη και το πολύ δυσεύρετο “Σταγιονόρος” των εκδόσεων Πρόσπερος. Όταν λοιπόν βρήκα τυχαία το “Φραγκέλιο”, αποφάσισα να το ανατυπώσω. Ακόμα, δε, μεγαλύτερη τύχη ήταν η γνωριμία μου με τον αείμνηστο πλέον Νίκο Λογοθέτη, ο οποίος είχε εντρυφήσει στο έργο του Βέλμου – είχε μάλιστα κυκλοφορήσει μια ιδιωτική έκδοση για φίλους, την οποία και ξανατυπώσαμε στον Φαρφουλά. Η έρευνά του μάς άνοιξε δρόμους, επιβεβαιώνοντας πόσο καινοτόμο πνεύμα ήταν.

Το γεγονός ότι ο Βέλμος, που δεν γνωρίζουμε καν αν τελείωσε έστω τη βασική εκπαίδευση, από παιδί του δρόμου κατάφερε να γίνει ηθοποιός, συγγραφέας, εκδότης, γκαλερίστας αλλά και πόλος έλξης για μια σειρά άλλων σημαντικών δημιουργών είναι από μόνο του αξιοθαύμαστο. Στο “Φραγκέλιο” πρωτοδημοσιεύτηκε, για παράδειγμα, κείμενο για το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα, ένα πολύ σημαντικό αρχιτεκτονικό τοπόσημο. Στο ίδιο έντυπο βρίσκουμε κείμενα και εικαστικά των Στρατή Δούκα, Φώτη Κόντογλου, Γιάννη Τσαρούχη, Γιαννούλη Χαλεπά, Τέλλου Άγρα, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη –με τον οποίο έκαναν πολλή παρέα ωσότου τσακώθηκαν, ήταν άλλωστε οξύθυμος και εριστικός από τη φύση του ο Βέλμος!–, Μήτσου Παπανικολάου, Τάκη Παπατσώνη και άλλων. Μέχρι τους “Έξη κανόνες της ινδικής ζωγραφικής” του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ αναδημοσίευσε.

Στο Άσυλον Τέχνης παρουσιάστηκαν καλλιτέχνες όπως ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος και ο Γιαννούλης Χαλεπάς, τον οποίο εκείνος επανέφερε στην επικαιρότητα. Ακόμα και για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο έκανε έκθεση με αντίγραφα έργων του από γνωστούς καλλιτέχνες της εποχής. Ήταν ο πρώτος που ανέδειξε τη λεγόμενη λαϊκή τέχνη, σχεδίαζε κιόλας ο ίδιος, τα έκανε, δε, όλα αυτά χωρίς καμία έξωθεν υποστήριξη. Σπουδαία καριέρα έκανε, επιπλέον, ως σαιξπηρικός ηθοποιός, ευτύχησε κιόλας να έχει δάσκαλο έναν εξέχοντα θεατράνθρωπο της εποχής, τον Θωμά Οικονόμου· έγραψε, δε, και ο ίδιος θεατρικά.

Τον διέκρινε ένα έντονο επαναστατικό στοιχείο και αυτοπροσδιοριζόταν ως κομμουνιστής αλλά χωρίς κάποια κομματική στράτευση. Το ίδιο ανοιχτά δήλωνε την ομοφυλοφιλία του, όχι τόσο στα γραπτά του, στα οποία αρκείται σε υπαινιγμούς, όπως στις “Δύο αγάπες”, όσο στον καθημερινό του βίο. Κάποια στιγμή γράφει στο “Φραγκέλιο”, αναφερόμενος σε μια ηθοποιό που τον έλεγε κακοντυμένο, ότι ευχαρίστως θα φόραγε και γυναικεία φορέματα αν είχε τα χρήματα να τα αποκτήσει.

Γράφει επίσης για την απαξίωση που δεχόταν επειδή ακριβώς τον θεωρούσαν “διεστραμμένο”, κάνει, δε, νύξεις στο “Κοινωνικό Βιβλίο” για τις επικρίσεις που δεχόταν εξαιτίας των σεξουαλικών του επιλογών, που ο ίδιος θεωρεί ότι τον “ευγενικοποιούσαν”. Σε κάποια μάλιστα αποσπάσματα της τακτικής αλληλογραφίας του με τον Στρατή Δούκα, αναφέρεται εκτενώς στη μακροχρόνια σχέση του με τον μικρασιατικής καταγωγής Μηνά Πεσμαζόγλου.  

Ο Βέλμος διακρινόταν για την προκλητική, ντανταϊστική του, θα λέγαμε, συμπεριφορά. Το ίδιο το “Φραγκέλιο” ήταν σωστός δυναμίτης! Για τον μετέπειτα δικτάτορα, για παράδειγμα, τον τότε υπουργό Συγκοινωνιών Ιωάννη Μεταξά, έγραφε ότι “τέτοιο μουλάρι που είναι, έπρεπε να του δώσουν το υπουργείο Μεταφορών!”. Ήταν γενικότερα σκωπτικός απέναντι στους πολιτικούς, τους στρατιωτικούς, τους δεσποτάδες, το κατεστημένο γενικότερα, προσπαθούσε, δε, να αναδείξει ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων που θεωρούσε αδικημένους.

Μετά την έκδοση του “Φραγκέλιου” ξαναβγήκαν στη φόρα και άλλα πράγματα που σχετίζονται με τον Βέλμο και βρίσκονταν σε διάφορα αρχεία, έγινε μάλιστα πρόπερσι μια δημοπρασία από τον Βέργο ενός αρχείου του Βέλμου που περιείχε επιστολές, σημειώσεις, χαρακτικά κ.λπ. Πουλήθηκε για 61.000 ευρώ, ένα δυσθεώρητο ποσό, σε άγνωστο παραλήπτη, που βεβαίως καλά έκανε και το απέκτησε. Το ζήτημα όμως τόσο με αυτή όσο και με άλλες ανάλογες περιπτώσεις είναι να επιτραπεί η πρόσβαση τουλάχιστον σε ιστορικούς τέχνης και ερευνητές ώστε να διαχέεται η γνώση. Απευθύνουμε προς τούτο έκκληση στον νέο κάτοχο να υπάρξει αυτή η δυνατότητα».

Κίμων Θεοδώρου: «Ο Βέλμος αποτέλεσε μια κινούμενη βόμβα»

«Με τη ζωή και το έργο του Βέλμου με ώθησε να ασχοληθώ η εκρηκτική λαϊκότητα και η ελευθεροστομία του στο “Φραγκέλιο” ως οπλοστάσιο κριτικής στα κακώς κείμενα. Οι υπόγειες απολαύσεις που αποπνέει ο λόγος του επίσης· μου φαίνεται υποκειμενικά να υποφώσκει μια ομοφυλοφιλική σαρκαστικότητα ενίοτε. Επιπλέον, καμιά φορά νομίζεις ότι βρίσκεσαι στο σήμερα. Για παράδειγμα, παραπονιόταν εκατό χρόνια πριν ότι “και στο νερό ακόμη οι άτιμοι μας βάλαν μηχανήματα. Θα το μετράνε με ειδικό ρολόι προς 10 δραχμές το κυβικό μέτρο. Και τι θ’ αφήσετε βρωμάνθρωποι που να μην το εμπορευθείτε;”. Διαβάζοντας Βέλμο, αναλογίζεται κανείς τη διαχρονική συνύφανση διαφθοράς, “αρίστων” και πονηρής κονόμας στο νεοελληνικό κράτος.

Ήταν εκρηκτικός χαρακτήρας και καβγατζής, αλλά με τους καλούς φίλους τα ξανάβρισκε. Ήταν πολυμήχανος και δεν σταματούσε να κάνει νέα πράγματα. Το Άσυλον Τέχνης μάλλον αποτέλεσε την πιο ξεχωριστή του στιγμή. Καθώς δεν υπήρχε εκτενής μελέτη για τη σύγχρονη υποδοχή των εκθέσεών του εκεί, αποφάσισα να το επιχειρήσω για να μου λυθούν απορίες. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ορισμένοι παραπονιούνται ότι γίνονται στην Αθήνα αναλογικά περισσότερες εκθέσεις και από τη Νέα Υόρκη, τόσες που δεν προλαβαίνουν να τις επισκέπτονται, ενώ αναδύεται από τότε και μια αίσθηση “εμπορευματοποίησης της τέχνης”. Ο Βέλμος, όταν εγκαινιάζει το Άσυλον Τέχνης το 1928, έχει έντονα μαχητική ρητορική κατά της εμπορευματοποίησης. Χρησιμοποιεί το “Φραγκέλιο” ως ένα είδος διαρκούς μανιφέστου, ενώ εκδίδει κάποια Φύλλα Τέχνης που ορισμένες φορές ενέχουν λειτουργία καταλόγου έκθεσης.

Ξεχωρίζουν οι εκθέσεις οι οποίες διαμορφώνουν ένα κλίμα πέραν του ακαδημαϊσμού, όπως η έκθεση με σχέδια του Γιαννούλη Χαλεπά (για την οικονομική ενίσχυση του καλλιτέχνη), η έκθεση για τον Θεοτοκόπουλο (συζητιέται η ιδέα δημιουργίας μουσείου Ελ Γκρέκο στην Ελλάδα) και η ομαδική έκθεση των “Ασπούδαχτων Καλλιτεχνών” (τονίζοντας τη σημασία της λαϊκής τέχνης). Οργανώνει ακόμη εκθέσεις για την “Παληά Αθήνα” και για την εκατονταετηρίδα από την Επανάσταση και την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (μάλιστα με open call, όπως θα λέγαμε σήμερα, ώστε να συγκεντρώσει τεκμήρια), που θεωρεί ιστορικού και εκπαιδευτικού χαρακτήρα. Η υποδοχή των εκθέσεων σε γενικές γραμμές ήταν ενθουσιώδης στον Τύπο, πλην λίγων περιπτώσεων που σχετίζονταν με προσωπικές αντιδικίες· πληροφορούμαστε διάφορα: από συμβουλές προς τον δήμο Αθηναίων να αποκτήσει ό,τι μπορεί από αυτές τις εκθέσεις ως κειμήλια, μέχρι για μια δικαστική διαμάχη που ξεσπά μεταξύ Βέλμου και οικογένειας Χαλεπά.

Το στίγμα του είναι ένας συνδυασμός πρακτικών επιμέλειας τέχνης με την ιστορική έρευνα, αναμειγνύοντας και πολιτικά στοιχεία, καθώς ονειρεύεται να χτίσει μια κοινότητα γύρω από το Άσυλον Τέχνης, άδολη και χωρίς ανθρώπους που κυνηγούν τη δόξα και το χρήμα. Αν επιμείνουμε να τον κατατάξουμε, του ταιριάζει η “πρωτοπορία”. Τις πεποιθήσεις του πλαισιώνουν ο μη διαχωρισμός τέχνης και ζωής, ο αναρχοχριστιανισμός, η πίστη στην υπεράσπιση των φτωχών, το μίσος προς όσους κατέχουν οποιαδήποτε εξουσία και γίνονται εκμεταλλευτές, η αξία της αυτομόρφωσης, η απέχθεια για την πονηρή μίμηση ιδεών από άλλους καλλιτέχνες. Οι διαφορετικές του πλευρές συνομιλούσαν, πίστευε πως “όλες οι τέχνες είναι μία” και πηγάζουν από την καθημερινή εμπειρία. Η τέχνη, κατά τον Βέλμο, είναι ένα όπλο που έδωσε η φύση στον άνθρωπο για να διδάξει την αγάπη ως δρόμο προς την ευτυχία. Για να φτάσει κανείς σε αυτό τον δρόμο, που είναι χαράς και δημιουργίας, πρωτίστως πρέπει να δώσει μάχες υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Μπορεί ως ηθοποιός ή λογοτέχνης να μην άρεσε σε όλους, τον αναγνώρισαν ωστόσο πολλοί συγκαιρινοί του, ειδικά για το Άσυλον Τέχνης. Όταν πεθαίνει το 1930, μεριμνούν φίλοι και άνθρωποι των γραμμάτων, με τη συνδρομή “αστών-κεφαλαιούχων”, ώστε να εκδώσουν το τελευταίο ανολοκλήρωτο έργο του: την “Παληά Αθήνα”. Στο θέατρο επηρεάστηκε από τον σκηνοθέτη Θωμά Οικονόμου και αγαπούσε τον Σαίξπηρ. Στις απόπειρες που έκανε να ζωγραφίσει είχε επηρεαστεί από τον Κόντογλου. Άσκησε επίδραση ως χαρακτήρας με τη σειρά του για ένα διάστημα στον νεαρό Τσαρούχη, ενώ μετά τον θάνατό του ο λογοτέχνης Στρατής Δούκας και ο ζωγράφος Κώστας Ηλιάδης κράτησαν το Άσυλον Τέχνης, μέχρι που ο Ηλιάδης οργάνωσε μια “Αντι-Πανελλήνια Έκθεση” το 1938 ενάντια στην πολιτιστική πολιτική της δικτατορίας Μεταξά. Αυτό έμοιαζε με κληρονομιά του Βέλμου: αυτο-οργάνωση και πολιτική κατακεραύνωση. Ας μην ξεχνάμε ότι μόλις μία δεκαετία πριν είχε ψηφιστεί ο αντικομμουνιστικός νόμος του Βενιζέλου. Ήθελε κότσια να είσαι Βέλμος. Τελικά, θα λησμονηθεί, ίσως γιατί επικράτησαν άλλες φυσιογνωμίες της εποχής, πιο συμβατές με την όποια “αστική” κουλτούρα, σε αντίθεση με τον Βέλμο, ο οποίος αποτέλεσε μια κινούμενη βόμβα».

Βένια Παστάκα: «Άνθρωπος φύσει ρομαντικός, ζούσε πάντοτε στα άκρα»
Ιστορικός τέχνης

«Η γνωριμία μου με τον Νίκο Βέλμο ξεκινάει αρκετά χρόνια πριν, φοιτήτρια ακόμα, όταν έπεσε στα χέρια μου ένα από τα Φύλλα Τέχνης του σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Επρόκειτο για την έκδοση που είχε γίνει μετά την έκθεση του Γιαννούλη Χαλεπά στο Άσυλον Τέχνης. Λίγο καιρό αργότερα, στο πλαίσιο ενός μαθήματος, ήρθαμε σε επαφή με τον κόσμο των ελληνικών περιοδικών τέχνης του 20ού αιώνα. Εκεί πρωτάκουσα για την ύπαρξη του “Φραγκέλιου”, που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αμιγώς καλλιτεχνικό, η ενασχόλησή του όμως με τις τέχνες και τους καλλιτέχνες της εποχής υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική. Η αναρχική προσωπικότητα του Βέλμου, η περιπετειώδης ζωή του, το ότι πέθανε τόσο νέος με γοήτευσε κι έτσι επέλεξα το περιοδικό ως διπλωματική προπτυχιακή εργασία. Στη συνέχεια το κόλλημα ήρθε με το ξεφύλλισμα του περιοδικού. Η ευθύτητα της γλώσσας, τα θέματα που επέλεγε, οι μικρές ιστορίες που έγραφε, ακόμα και τα μικρά διαμάντια που κρύβονται σε αυτό, όπως το ποιος πέρασε στο μάρμαρο την “Κοιμωμένη” του Χαλεπά, με έκανε να θέλω να ασχοληθώ όλο και περισσότερο με ένα περιοδικό που παραμένει πολύ σύγχρονο στον λόγο του, ακόμα κι αν το διαβάζεις έναν αιώνα αργότερα.

Ο Βέλμος είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση “ασπούδαχτου καλλιτέχνη”, όπως χαρακτήριζε στο “Φραγκέλιο” όσους δεν έβγαλαν κάποια καλλιτεχνική σχολή. Υπόψη ότι στις αρχές του αιώνα, στο μεγάλο καλλιτεχνικό κέντρο της εποχής, το Παρίσι, οι καλλιτέχνες επανεκτιμούν πιο αδρές μορφές τέχνης, όπως την παιδική, την πρωτόγονη, τη ναΐφ κ.λπ., καθώς τις θεωρούσαν πιο αυθεντικές. Από την άλλη, στην περίοδο του Μεσοπολέμου συμβαίνει σε πολλές χώρες, στην Ελλάδα επίσης, το φαινόμενο οι καλλιτέχνες να αναζητούν την αυθεντική ιστορική συνέχεια της τέχνης του τόπου τους. Δηλαδή το πώς θα ήταν η τέχνη αν δεν είχε επιρροές από τις διάφορες σχολές που διδασκόντουσαν. Έτσι στην Ελλάδα έχουμε μια στροφή προς τη βυζαντινή και τη λαϊκή τέχνη, απορρίπτοντας τη μέχρι τότε αυστηρή διδασκαλία της Σχολής του Μονάχου που διδασκόταν στην Καλών Τεχνών της Αθήνας.

Ο Βέλμος λοιπόν δρα μέσα σε αυτό το πλαίσιο, απορρίπτοντας οτιδήποτε ακαδημαϊκό και εκθειάζοντας ό,τι θεωρούσε αυθεντική μορφή έκφρασης. Συνδέεται στενά και με τον Φώτη Κόντογλου και τις βυζαντινές του αναζητήσεις, μέχρι που οι δύο τους έρχονται σε ρήξη. Προτρέπει τον νεαρό τότε Γιάννη Τσαρούχη να μη συνεχίσει τις σπουδές του στην Καλών Τεχνών διότι θα αλλοιωθεί η δεξιοτεχνία του και, το σημαντικότερο, φαίνεται πως είναι από τους λίγους που αναγνωρίζουν την πραγματική σημασία των έργων της λεγόμενης μεταλογικής περιόδου του Γιαννούλη Χαλεπά, απαλλαγμένος από το πρίσμα του μύθου που ήδη περιέβαλλε τον γλύπτη. Στα σχέδια, πάλι, του ίδιου του Βέλμου βλέπουμε την αγάπη για γρήγορο σχεδίασμα και μια αδιαφορία για την τελειοποίησή του.

Θα τον χαρακτηρίζαμε γενικότερα ως καλλιτέχνη με την ευρύτερη σημασία της λέξης. Ξεκίνησε ως ηθοποιός, παίζοντας σε σημαντικούς θιάσους όπως της Αικατερίνης Βερώνη, του Δημήτριου Κοτοπούλη και αργότερα της κόρης του, Μαρίκας Κοτοπούλη, του Θωμά Οικονόμου και της Κυβέλης, ενώ το 1917 συνέστησε και δικό του θίασο. Ήταν συγγραφέας, ποιητής, μεταφραστής έργων του Σαίξπηρ, τον οποίο θαύμαζε απεριόριστα (είναι γνωστό πως το Βέλμος είναι παραφθορά του Γουλιέλμος, καθώς το πραγματικό του επώνυμο ήταν Βογιατζάκης), εκδότης, γκαλερίστας, ερασιτέχνης ζωγράφος. Μάλιστα, δρούσε συχνά στο πλαίσιο της περφόρμανς, όταν έκανε σκηνές του “Άμλετ” τη νύχτα στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας ή ακόμα και της εγκατάστασης όταν, για παράδειγμα, διαμόρφωσε το δωμάτιό του ως έναν χώρο αφιερωμένο αποκλειστικά στον Σαίξπηρ. Οι ιδιότητές του συνυπήρχαν, καθώς ταυτόχρονα έγραφε, ζωγράφιζε, έπαιζε θέατρο και επιμελούνταν εκθέσεις. Ήταν πολλά πράγματα μαζί και αυτό είναι που κάνει αυτήν την περίπτωση ανθρώπου τόσο ενδιαφέρουσα.

Το Άσυλον Τέχνης δημιουργήθηκε το 1928 στο ισόγειο της οικίας Βέλμου, στην οδό Ναυάρχου Νικοδήμου 21, ένα σπίτι που ευτυχώς σώζεται μέχρι σήμερα. Τη διαμόρφωση του χώρου σε αίθουσα τέχνης ανέλαβαν ο αρχιτέκτονας Κωνσταντίνος Κακιούζης και ο Γιόχαν Ρωμανός (πατέρας της εικαστικού Χρύσας Ρωμανού), οι οποίοι είχαν σπουδάσει αρχιτεκτονική και διακοσμητική αντίστοιχα στο Παρίσι. Την πλακέτα με το όνομα της αίθουσας, σε σχέδιο που απεικόνιζε ένα βάζο με άνθη, είχε χαράξει ο Γιαννούλης Χαλεπάς και ήταν επικολλημένη δίπλα από την είσοδο. Από την ίδια την ονομασία γίνεται φανερό και το στίγμα που επιθυμούσε να δώσει στον χώρο: ένα καταφύγιο για καλλιτέχνες που αδυνατούσαν να πληρώσουν μια κεντρική αίθουσα για να εκθέσουν και, ταυτόχρονα, ένας χώρος όπου θα μπορούσαν να αναδειχθούν νέα πρόσωπα και νέες καλλιτεχνικές αναζητήσεις. Και πράγματι το κατάφερε.

Το Άσυλον Τέχνης εξελίχθηκε γρήγορα σε έναν ζωντανό πυρήνα πολιτισμού, όπου συγκεντρώνονταν άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών και συζητούσαν για εικαστικά, θεατρικά και λογοτεχνικά ζητήματα. Λειτούργησε παράλληλα ως σημαντικό βήμα για νέους δημιουργούς. Εκεί πραγματοποίησαν τις πρώτες τους εκθέσεις αρκετοί καλλιτέχνες, ανάμεσά τους και ο Γιάννης Τσαρούχης, ο οποίος παρουσίασε έργα του σε ηλικία μόλις 18 ετών, αλλά και ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος. Η αγάπη για την παλιά Αθήνα και η ανάγκη να συνδεθεί η νεοελληνική τέχνη με τις ιστορικές της ρίζες αποτέλεσαν βασικά στοιχεία της σκέψης του. Η στάση αυτή προαναγγέλλει, σε έναν βαθμό, την αναζήτηση της “ελληνικότητας” που θα απασχολήσει έντονα τους καλλιτέχνες τα επόμενα χρόνια. 

Όντας άνθρωπος φύσει ρομαντικός, δρούσε πάντοτε στα άκρα. Ξεκίνησε ως περιθωριακός, αλλά αυτό που ουσιαστικά έκανε με τη συμπεριφορά του ήταν ένα είδος προσωπικής επανάστασης και συνειδητής άρνησης να ενταχθεί στις κοινωνικές νόρμες της εποχής του. Ερωτευόταν ακραία και ανοιχτά (ο Βέλμος δεν έκρυψε ποτέ την ομοφυλοφιλία του), στα όρια τού να αρρωσταίνει, έκανε καταχρήσεις, υποστήριζε τους φίλους του με πάθος, όπως και τους καλλιτέχνες που εκτιμούσε, αγαπούσε τους φτωχούς, τους αδικημένους, τους παράνομους, ενώ ταυτόχρονα έκανε εύκολα εχθρούς, στους οποίους συχνά εξαπέλυε επιθέσεις μέσα από το περιοδικό που μπορούν να χαρακτηριστούν σχεδόν εμμονικές. Μάλιστα, πολλές φορές αλλάζει τόσο απότομα άποψη για φίλους του, που μπορεί να μπερδέψει και τον ίδιο τον μελετητή. Για παράδειγμα, ο Φώτης Κόντογλου ο Αϊβαλιώτης παραφράζεται ξαφνικά σε Αϊβλακιώτης, και ενώ αρχικά υποστήριζε το έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη, στη συνέχεια αναφέρεται σ’ αυτό ως “Παρθένια Αίσχη”.

Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τις αιτίες κάποιων μεταστροφών του, όπως παρουσιάζονται μέσα στο περιοδικό ωστόσο δημιουργούν συχνά σύγχυση. Η συμπεριφορά του φυσικά δημιουργούσε και αντιπάθειες, η δε χρήση της γλώσσας ήταν τόσο αιχμηρή και λαϊκή που πολλοί προσβάλλονταν και επέστρεφαν το περιοδικό, σταματώντας την συνδρομή τους. Ο Βέλμος είχε, ωστόσο, πάντοτε έναν κύκλο καλών φίλων που τον αγαπούσαν και αυτοί ήταν που φρόντισαν μετά τον θάνατό του να μη χαθεί η μνήμη του. Στον κύκλο αυτό αξίζει φυσικά να προσθέσουμε και τις αδελφές του, Αριάδνη και Τατιανή, που μετέτρεψαν το σπίτι τους σε Μουσείο Βέλμου και τίμησαν τη μνήμη του μέχρι το δικό τους τέλος. Δεν γνωρίζω πραγματικά πώς θα αντιμετώπιζαν έναν τόσο απρόβλεπτο χαρακτήρα στην εποχή του politically correct, όμως δεν μπορούμε να αποσπάσουμε τα πρόσωπα από το πλαίσιο στο οποίο γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν. Είναι πάντως αναμφίβολα μια προσωπικότητα που και σήμερα ασκεί γοητεία. Φέτος τον Δεκέμβριο συμπληρώνονται εκατό χρόνια από εκείνο το Σαββατόβραδο που εκδόθηκε το πρώτο τεύχος του “Φραγκέλιου”. Έναν αιώνα μετά, ο Βέλμος κατορθώνει να διατηρεί το ενδιαφέρον γύρω από αυτόν και το έργο του ζωντανό. Δεν είναι λίγο».

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ (όπου υπάρχουν επίσης και αρκετές φωτογραφίες): https://www.lifo.gr/culture/vivlio/nikos-belmos-o-diahronika-epikairos-gios-tis-apoleias?fbclid=IwY2xjawQ7-CtleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeW9iXauJHbmjWPbfaT9Hf6_-1a-r7D1U-D86F-Gf3slZUI6qKcGByBLsS4wU_aem_VZhotR_iiKe19UkQ7mwDtA

Cesare Pavese, Δύο ποιήματα

Το θλιμμένο κρασί

Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου δίχως να σε προσέξουν.
Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλίτσες
και σου ξανάρχεται η όρεξη να χάνεσαι στις σκέψεις σου.
Ορθώνεται ένα μακρινό κύμα με ξεχασμένους ψιθύρους,
τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα
να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι. Η δουλειά
(γιατί οι άντρες δεν μπορούν να μη σκέφτονται τη δουλειά)
ξαναγίνεται το ανέκαθεν μοιραίο: ότι
είναι ωραίο να υποφέρεις
για να μπορείς να χάνεσαι στον πόνο. Μετά, τα μάτια
ατενίζουν το κενό, σαν πονεμένα μάτια τυφλού.

Αν αυτός ο άντρας σηκωθεί, τραβώντας σπίτι για ύπνο
θα μοιάζει μ’ έναν στραβό που ‘χασε το δρόμο. Ο καθένας
μπορεί να ξεμπουκάρει απ’ τη γωνιά και να τον αρχίσει στις γροθιές.
Μπορεί να εμφανιστεί μια γυναίκα, όμορφη και νέα,
αγκαζέ μ’ έναν άντρα, ανθίζοντας.
Όπως κάποτε μια γυναίκα άνθιζε μαζί του.
Μα δεν βλέπει. Δεν μπορεί να δει. Τραβάει σπίτι για ύπνο
και η ζωή του δεν είναι παρά ένας ψίθυρος σιγής.

Σαν τον γδύσεις, θα βρεις σαραβαλιασμένα μέλη
και την επιδερμίδα, καταφαγωμένη. Ποιος να έλεγε
ότι τον διατρέχουν άθερμες φλέβες
εκεί που άλλοτε ζεμάταγε η ζωή; Κανείς δεν θα πίστευε
πως κάποτε μια γυναίκα γέμιζε χάδια και φιλιά εκείνο το κορμί,
που, λουσμένο στα δάκρυα, τρέμει,
τώρα που έφτασε σπίτι για να κοιμηθεί,
μα δεν τα καταφέρνει, και αντί να κοιμάται, ανθίζει.

*

Οι γάτες θα το ξέρουν 

Ακόμα θα πέφτει η βροχή
στα γλυκά σου λιθόστρωτα
μια σιγανή βροχή
σαν φύσημα ή σαν βήμα.
Ακόμα η αύρα και η αυγή
θ’ ανθίζουν απαλά
σαν κάτω από το βήμα σου,
όταν εσύ θα ξαναγυρίζεις.
Ανάμεσα στα λουλούδια και στα πρεβάζια
οι γάτες θα το ξέρουν.

Θά ‘ρθουν άλλες μέρες
θά ‘ρθουν άλλες φωνές.
Θα χαμογελάς μονάχη σου.
Οι γάτες θα το ξέρουν.
Θ’ ακούς λέξεις παλιές
λέξεις κουρασμένες και άδειες
όπως τα παρατημένα ρούχα
της χθεσινής γιορτής.
Θα κάνεις χειρονομίες
θ’ απαντάς με λέξεις’
πρόσωπο της άνοιξης
θα κάνεις και συ χειρονομίες.

Οι γάτες θα το ξέρουν,
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων
που κομματιάζουν την καρδιά
εκείνου που δεν ελπίζει πλέον σε σένα,
είναι το λυπημένο χαμόγελο
που χαμογελάς μονάχη σου.
Θά ‘ρθουν άλλες μέρες,
άλλες φωνές και ξυπνήματα.
Την αυγή θα υποφέρουμε,
πρόσωπο της άνοιξης.

*Σχετικός σύνδεσμος: http://kokkinoprwi.blogspot.com/2013/06/6.html

Chris Mansell, The unquiet city / Η ανήσυχη πόλη

we are succulents
our cool jade arms open
over clean tables our fine bone
china minds pull the strings
of our tongues together we plait
our thoughts with the television
back through the aerials and
transmission towers prodding
through the literal fog
the mechanics of which distance
does not startle us or the ears
pretend to hear the telephone
the page also wearies
us we have taken the meaning
out of things by laying them face to
face in our dictionary of emotions
we are so entirely alone that we
are unaware of it
and we enjoy the religion of solitude
because religions are at base
meaningless and we can turn
from them to a new hobby
to clean ashtrays or emptier
whiskey glasses we the women
of our building Margaret Gladys
Cecily Ida Eileen and I have
the cleanest washing on our block
we are proud and air our sheets
although it’s a long time since
any serious stain or passionate figment
seeped through that censorious cloth
we have plants one of us has a budgie
and I have three fish the details
are unimportant God does not come here often
we would be suspicious if he
did without an identity card
we collect each others’ mail
remind each other of garbage
days and are frightened
of the louts from the skating rink
but in the night I leave
my curtains open and air
my pendant tremulous breasts

Η ανήσυχη πόλη

είμαστε παχύφυτα
τα δροσερά χέρια μας από νεφρίτη ανοιχτά
πάνω από καθαρά τραπέζια τα λεπτά κόκαλα
τα κινέζικα μυαλά μας τραβούν τα νήματα
των γλωσσών μας μαζί πλέκουμε
τις σκέψεις μας με την τηλεόραση
πίσω από τις κεραίες και
τους πύργους μετάδοσης που τρυπώνουν
μέσα από την κυριολεκτική ομίχλη
η μηχανική της απόστασης
δεν μας τρομάζει ούτε τα αυτιά
προσποιούνται ότι ακούνε το τηλέφωνο
η σελίδα επίσης μας κουράζει
έχουμε αφαιρέσει το νόημα
από τα πράγματα τοποθετώντας τα πρόσωπο με πρόσωπο
στο λεξικό των συναισθημάτων μας
είμαστε τόσο εντελώς μόνοι που
δεν το συνειδητοποιούμε
και απολαμβάνουμε τη θρησκεία της μοναξιάς
επειδή οι θρησκείες είναι στην ουσία
άχρηστες και μπορούμε να στραφούμε
από αυτές σε ένα νέο χόμπι
να καθαρίζουμε τασάκια ή πιο άδεια
ποτήρια ουίσκι εμείς οι γυναίκες
του κτιρίου μας η Μάργκαρετ η Γκλάντις
η Σέσιλι η Άιντα η Αϊλίν και εγώ έχουμε
τα πιο καθαρά ρούχα στη γειτονιά μας
είμαστε περήφανες και αερίζουμε τα σεντόνια μας
αν και έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που
κάποιο σοβαρό λεκέ ή παθιασμένο ψέμα
διέρρευσε από αυτό το αυστηρό ύφασμα
έχουμε φυτά μία από εμάς έχει ένα παπαγαλάκι
και εγώ έχω τρία ψάρια οι λεπτομέρειες
δεν έχουν σημασία ο Θεός δεν έρχεται συχνά εδώ
θα ήμασταν καχύποπτοι αν
το έκανε χωρίς ταυτότητα
μαζεύουμε η μία την αλληλογραφία της άλλης
θυμίζουμε η μία στην άλλη τις μέρες
αποκομιδής σκουπιδιών και φοβόμαστε
τους αγροίκους από το παγοδρόμιο
αλλά τη νύχτα αφήνω
τις κουρτίνες μου ανοιχτές και αερίζω
τα κρεμαστά μου στήθη

*Από τη συλλογή “Redshift/Blueshift”, Five Islands Press. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Sue Dyment, You are not to / Δεν πρέπει να

Elder woman
dressed like the sun going down
going down for the last time
what makes her setting so vivid
is it the dirty haze
from the coal fired power plant
the jet streams
binding careless across the sky
strands that so often, turn a fuchsia pink
the distant mesas
violet at the trim of her skirt
each sheep throwing shadows
turquoise across the snow
turquoise at her neck
turquoise and silver on her hand
she watches us from across the hogan
carding wool in the kerosene light
so these are the pink children
they are clumsy they are clowns really
not at all like demons
she wets her drawstring lips
she clicks her teeth at the red-earth cat
peering down through the stove pipe hole
recedes across the landscapes
of her mind this is the way it has always been
but it won’t always be this way
the cat is looking out
past the lowing shuffling corrals
half empty
because the government took away
almost all the sheep
dead corn stalks
because the government
has forbidden new planting
pickup trucks crackle across the
pottery
smashed in anonymous rituals
scattered across the hillsides
warning the cart, the stovepipe
sends up a slow smoke S
S for see and let it strike you
as a cat’s eye sees
a tree struck by lightning
and for reasons unseen
this tree is sacred
and for reasons unseen
you are not to burn the wood of this tree
YOY ARE NOT TO

Δεν πρέπει να

Ηλικιωμένη γυναίκα
ντυμένη σαν τον ήλιο που δύει
που δύει για τελευταία φορά
τι κάνει τη δύση της τόσο ζωντανή
είναι άραγε η βρώμικη ομίχλη
από το εργοστάσιο καύσης άνθρακα
οι ουρές των αεροπλάνων
που απλώνονται απρόσεκτα στον ουρανό
λωρίδες που τόσο συχνά γίνονται φούξια ροζ
Στους μακρινούς μακρινούς λόφους
βιολετί στο τελείωμα της φούστας της
κάθε πρόβατο ρίχνοντας σκιές
τιρκουάζ πάνω στο χιόνι
τιρκουάζ στον λαιμό της
τιρκουάζ και ασήμι στο χέρι της
μας παρακολουθεί από απέναντι, από το hogan (1)
γνέθοντας μαλλί στο φως της κηροζίνης
έτσι λοιπόν αυτά είναι τα ροζ παιδιά
είναι αδέξια, είναι γελωτοποιοί στ’ αλήθεια
καθόλου σαν δαίμονες
βρέχει τα χείλη της με το κορδόνι
κροταλίζει τα δόντια της στο κόκκινο-χωμάτινο γατί
που κοιτάζει κάτω μέσα από την τρύπα του σωλήνα της σόμπας
υποχωρεί μέσα στα τοπία
του νου της — έτσι ήταν πάντα
μα δεν θα είναι πάντα έτσι
η γάτα κοιτάζει έξω
πέρα από τα χαμηλά, μουγκρίζοντα μαντριά
μισοάδεια
γιατί η κυβέρνηση πήρε
σχεδόν όλα τα πρόβατα
ξερά κοτσάνια καλαμποκιού
γιατί η κυβέρνηση
απαγόρευσε νέες καλλιέργειες
αγροτικά φορτηγά τρίζουν πάνω στα
αγγεία
σπασμένα σε ανώνυμες τελετουργίες
σκορπισμένα στις πλαγιές
προειδοποιώντας το κάρο, ο σωλήνας της σόμπας
στέλνει έναν αργό καπνό σε σχήμα S
S για «see» — και άφησέ το να σε αγγίξει
όπως βλέπει το μάτι της γάτας
ένα δέντρο χτυπημένο από κεραυνό
και για λόγους αόρατους
αυτό το δέντρο είναι ιερό
και για λόγους αόρατους
δεν πρέπει να κάψεις το ξύλο αυτού του δέντρου
ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ

*The poem published in the anarchist feminist magazine “Kick It Over”, No 17, Winter 1986-1987. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

(1) Το hogan (/ˈhoʊɡɑːn/ ή /ˈhoʊɡən/· από το ναβάχο hooghan [hoːɣan]) είναι η κύρια, παραδοσιακή κατοικία του λαού των Ναβάχο. Ένα hogan έχει τοίχους και στέγη από ξύλο, με ή χωρίς εσωτερικούς στύλους στήριξης, και είναι καλυμμένο με συμπιεσμένη λάσπη και πέτρες σε ποικίλες ποσότητες. Τα hogan μπορεί να είναι στρογγυλά, κωνικά, πολυγωνικά ή τετράγωνα. Η πόρτα παραδοσιακά βλέπει προς την ανατολή για να καλωσορίζει τον ανατέλλοντα ήλιο.

ένα έτσι, σταγόνα σταγόνα 

στον Δ. Τρωαδίτη

σταγόνα σταγόνα
από τη μια άκρη της γης
στην άλλη
πάνω στη γλώσσα μου

απόδειξη
για τον καθένα σας
πως τα σύννεφα ταξιδεύουν

-μόλις πέρασα το σελαγιάρ

*Το ποίημα δημοσιεύεται εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2026/05/08/9396/#like-9396

Sophia Tomaso, Άνοιξη και οδύνη…

Άνοιξη και όμως
η πιο σκληρή εποχή.
Νόμιζα ο κόσμος όμορφος, η σάρκα αγία, οι Πασχαλιές αμαρτία.
Άνθιση και οδύνη.
Ένας ίσκιος που στάζει μια κόκκινη ανάσα.
Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε σπασμένη κορνίζα.
Άνθη σε μια χούφτα σκόνη,
σμίγει η θύμηση και η επιθυμία.
Ποιήματα στοίβες, χρώματα μωβ
κρύβω στο στήθος.
Σιωπηλή φιλώ το σταυρουδάκι στο λαιμό.
Φοβάμαι να δείξω τον φόβο μου,
δεν έχει δικό του σώμα.

Κωστής Τριανταφύλλου, Ο κεραυνός είναι ριζοσπαστικός

Ο κεραυνός είναι ριζοσπαστικός
ο κεραυνός είναι άγνωστος
ο κεραυνός είναι ωραίος
ο κεραυνός είναι τρομακτικός
είναι μεγαλειώδης
είναι θαυματουργός
ζωογόνος
ανανεωτικός

είναι απρόβλεπτος
ο κεραυνός είναι

ο κ ε ρ α υ ν ό ς σ τ α χ έ ρ ι α μ α ς
ο κ ερ α υ ν ό ς ε ί ν α ι ε δ ώ
ο κ ε ρ α υ ν ό ς ε ί ν α ι
Άσπρος πολύχρωμοςμπλεκόκκιμνομαυροκενότίποταασημίηλεκτρισμένο
ο κ ε ρ α υ ν ό ς σ τ ο κ ε ν ό τ ο υ σ ύ μ π α ν τ ο ς
ο κ ε ρ α υ ν ό ς σ τ η ν κ ο ρ υ φ ή τ ο υ η φ α ι σ τ ε ί ο υ
ο κ ε ρ α υ ν ό ς στον ορίζοντα

ο κ ε ρ α υ ν ό ς που σκίζει
που διαστέλλει
που ανασαίνει
που οριοθετεί
ο ναυαγοσώστης κεραυνός όπως δελφίνι
που πέταξα στην πλάτη του γραπωμένος ανάμεσα στα
σύννεφα
μπλε

δελφίνι

κεραυνός

σ τ η ν κ ο ρ υ φ ή του ηφαιστείου
ο κ ε ρ α υ ν ό ς στον ορίζοντα

ο κ ε ρ α υ ν ό ς που σκίζει
που διαστέλλει
που ανασαίνει
που οριοθετεί
ο ναυαγοσώστης κεραυνός όπως δελφίνι
που πέταξα στην πλάτη του γραπωμένος ανάμεσα στα
σύννεφα
μπλε

δελφίνι

κεραυνός

Λάμψη-αστραπή

τόπος σχέσης απροσδιόριστης – ανεξάντλητης γραμμής – δια μέσου
έξεων των λέξεων – λέξεις των λέξεων ηλεκτρισμένες γέννηση του κυανού της λέξης στην
άκρη της γλώσσας κατά πρόσωπο με κεραυνό – διαρρηγνύω – κείμενο με κομμένη την
ανάσα
κατά γράμμα – δέρμα – αέναος ιστός

αφήστε το μεθυσμένο καράβι να κολυμπήσει σε βαθιές
θάλασσες
διαπερνώντας τον χρόνο – το κενό κυκλοφορεί κυκλωτικά
σε έλλειψη
καμιά φορά έκλειψη των ματιών ή τρέμολο της φωνής
λύνοντας μια μακριά αστραπή σε δυό λάμψεις
ελεύθεροι από την πρόβλεψη κάποιου μαντείου
ακραίο εκρηκτικό άκρο – τοποθετώντας απ’ άκρη σ’ άκρη
τα γράμματα

ανάγνωση του αέρα της ενέργειας – ματιών που βλέπουν
μακριά
πίσω πάνω κάτω μπροστά – μάτια λάμψης ονείρου
ξαναβλέποντας και ξαναβρίσκοντας – δια μέσου
μέτρο ενός στίχου θραυσμάτων
σύνδεσμος μέσα από λέξεις που δημοσιοποιούνται
κενό που το αναλαμβάνει η αστραπή
λάμψεις που αναδεικνύονται τυχαία από μια δύσκολη φιλία
λέξεις που αυτό προσδιορίζονται
σκιές από τα ίχνη που παρελαύνουν απ’ άκρο σ’ άκρο
ηλεκτρισμένο αλφάβητο στα όρια του κινδύνου

εκρηκτικός τόπος της άλλης λέξης της λέξης
που εισχωρεί τους τοίχους των πραγμάτων
το κενό των λέξεων – οι λέξεις του τοίχου το κενό των
πραγμάτων
με αστραπηβόλο λάμψη – υπέρυθρο και υπεριώδες
παιχνίδι ενεργειακής μεταμόρφωσης –
αδράξτε τον κεραυνό από τα σκοτάδια
από τις ελάχιστες εκείνες συλλαβές πού χάθηκαν στην
έρημο
φράσεις με φραστικό χαρακτήρα
απέναντι στον τοίχο η σκιά του διάφανου

αφήστε το μεθυσμένο καράβι να κολυμπήσει σε βαθιές
θάλασσες
διαπερνώντας τον χρόνο – το κενό κυκλοφορεί κυκλωτικά
σε έλλειψη
καμιά φορά έκλειψη των ματιών ή τρέμολο της φωνής
λύνοντας μια μακριά αστραπή σε δυό λάμψεις
ελεύθεροι από την πρόβλεψη κάποιου μαντείου
ακραίο εκρηκτικό άκρο – τοποθετώντας απ’ άκρη σ’ άκρη
τα γράμματα

διαχρονικά – διαφάνεια που την νοιώθεις – απ’ άκρη σ’ άκρη
ήχοι αισθήσεων ανάμεσα στο ένα άκρο της γλώσσας – έως το άλλο
πρόσωπο με πρόσωπο αλλόκοτο στο άκρο της λέξης
κατά λέξη δυσανάγνωστο
δυο λέξης για το δρόμο
που επαναλαμβάνουμε

από τα βαθειά – λέξεις αποκολλούνται – παρασύροντας σελίδες λέξεων
ένα βότσαλο στο βούρκο – πρόσωπο με πρόσωπο
απ’ άκρο σ’ άκρο να μπει ένα τέλος – ας περάσουμε λοιπόν δια μέσου
στους κοινούς τόπους – σχέσεις – όπως λέξεις – ο οφθαλμός
του κείμενου – ήχοι
ρυθμός ζωής – γραμμή δια μέσου του αέναου σε λάμψεις
–το κόκκινο της λέξης ανάσα ηλεκτρισμένες ενώσεις –
μυρωδιά, ζέστη, υγρασία, ίλιγγος, παλμός, κραυγή, σιωπή

ο
κεραυνός
είναι
ένα
ποίημα
στον
ουρανό

είναι στα χέρια μας

Νίκος Φραντζέτης, Τα φαντάσματα

Υπάρχουν βράδια που δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Αναπολώ στιγμές του παρελθόντος.
Ένα βράδυ στα είκοσί μου χρόνια, στην Άνδρο,
που ξαπλωμένος κάπνιζα και μ’ έπνιγε ο καπνός
δίπλα σε μια γυναίκα πάλλευκη.
Τα απογεύματα των πρώτων μου εφηβικών χρόνων
που με δύο φίλους κλέβαμε σοκολάτες από μια
αποθήκη τροφίμων.
Ύστερα τρέχαμε γεμάτοι ενοχές,
με μια πρωτόγνωρη λαχτάρα να δρέψουμε
τους καρπούς της παρανομίας μας.
Τους έχω χάσει πια.
Η αϋπνία μου θολώνει το βλέμμα.
Πίνω νερό και καπνίζω το τελευταίο μου τσιγάρο.
Τότε έρχονται να με επισκεφτούν τα φαντάσματα.
Ένας φίλος, με μπλαβιασμένο πρόσωπο,
το χείλος του να κρέμεται σαν σταγόνα στα δεξιά
ακριβώς όπως την μέρα που τον θάψαμε.
Εισβάλλει στο σαλόνι μου σαν άλλος Μωυσής,
κρατώντας δυο βιβλία, ένα σε κάθε χέρι.
Γελάει με το γέλιο εκείνο που τράνταζε το πελώριο κορμί του
και μου μιλάει για το παρόν του,
που για μένα είναι ήδη παρελθόν.
Καταφτάνει η γιαγιά μου κρατώντας ένα ξύλινο αυγό στα χέρια,
βαμμένο κόκκινο για να τους σπάσω όλους στο πασχαλινό τραπέζι.
Την θυμίζω ότι είναι φάντασμα και ότι το αυγό της είναι πια αέρας.
Της ορκίζομαι ότι αυτή τη φορά θα το δεχόμουν.
Γελά και χάνεται.
Έρχεται ο παππούς μου με το μαλλί του κολλημένο προς τα πίσω,
βγάζει ένα κουτάκι σπίρτα από την τσέπη της ζακέτας του
και ένα πακέτο τσιγάρα 22.
Κάθεται δίπλα μου στον καναπέ.
Χαϊδεύει το περιποιημένο του μουστάκι,
ανάβει τσιγάρο και κοιτάζει τα κίτρινά του δάχτυλα.
Με ρωτά αν θέλω να παίξουμε τάβλι.
Του εξηγώ πως είναι αδύνατο.
Χαμογελά και σβήνει από το βλέμμα μου.
Χαρούμενα φαντάσματα οι νεκροί μου.
Πίνω ένα ποτήρι γάλα.
Ελπίζω στις υπνωτικές του ιδιότητες.
Φευ.
Ανάβω ένα ακόμα τσιγάρο.
Ούτως ή άλλως σε δύο ώρες πρέπει να σηκωθώ για τη δουλειά.
Ευτυχώς ο παππούς ξέχασε το πακέτο του.

*Από τη συλλογή “Η Χαρτοπετσέτα”, Εκδόσεις Κίχλη 2020.

Νικόλας Ευγένιος, Ποιήματα

Κι απόψε γελούν
τα κύματα τον κύκλο
γυναίκα ναύτη.

*

Ένα πεσμένο μανταλάκι
στον φωταγωγό
σφιγμένο τόσο!

*

Διαμελισμένη
από το παιχνίδι
η κούκλα
δεν χαρίζεται
σε κανέναν πια.

*

Το μπλε τρίκυκλο
Πομάκος με τον γιο του
ανακύκλωση.

*

Μολύβοι στ’ αφτί
ψιθυρίζει τ’ ‘άγραφα
παλιού μάστορα.

*

Μέσα
στο κλουβί του
το παιδί δεν διαβάζει
παίζει το πουλί.

*

Παιδική χαρά
μαθαίνει τον κίνδυνο
δρόμος ύποπτος.

*

Ξυλουργός χειροπράκτης
κάνει μια περίεργη λαβή
στο παχουλό κορίτσι
κι είναι καλύτερα
μόνο.

*

Βουλλωμένο πια
με τρίχες το σιφόνι
ξένος δάχτυλος.

*

Μάνα η χρυσή το-ΜΗ!

*Από την ενότητα “τα πορτοκαλοκόκκινα” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Ισοτονικά”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2014

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Δύο ποιήματα

ΑΠΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΣΕ ΜΟΝΟΠΑΤΙ

Με γλώσσα κάκτου
απομακρύνονται
οι πλάγιοι δρόμοι των σοφιστών.

Ξαπλωμένος στο δεξί πλευρό
κι η χοντρούλα αναισθησιολόγος
στάζει τρεις σταγόνες στο λαιμό μου.
Χαμογελώ, αν είναι δυνατόν,
όμως σε δύο δευτερόλεπτα είχα χαθεί.

Πρόσωπα που θ’ αναζητείς, όσο ζεις
και δάκρυ-δάκρυ θα μουχλιάζει η ελπίδα.

Ανήκω στους μοναχικούς του χειμώνα.
ασυνεπής στις επιθυμίες μου
και χάνονται οι δρόμοι για την πολιτεία.

Στην παρανέστια πολίχνη τα ίχνη μου,
σε αυτόν τον ουρανό ανήκω.

*

ΔΙΨΑΣΜΕΝΕΣ ΓΛΑΣΤΡΕΣ ΚΑΙ ΔΥΟ ΓΑΤΟΙ

Έκοψα τις μυτερές γωνίες της σιωπής.
Ήλιος ο νους μου και ξαπλώνει στο σεντόνι της.

Αν και ξένος ουρανός, μου δείχνει αγάπη.
Θα επιστρέψω στην πόλη μου με τα ποιήματά μου.

Με περιμένουν οι διχασμένες γλάστρες,
Θ’ αφήσω όμως εδώ δυο γάτους αδερφάκια.

Πρωί Σαββάτου με καφέ ελληνικό
θα είμαστε με την Χρυσούλα στο μπαλκόνι.

Όμως θα λείπουνε οι δύο γάτοι
με τα παιχνίδια και τις αταξίες τους.

*Από τη συλλογή “Ποιητική καταδίκη”, έκδοση Το ΚΟΙΝΟΝ των ωραίων τεχνών, Αθήνα 2025.