Αλήτις Τσαλαχούρη, Τεχνητές Αναμνήσεις

Τεχνητές Αναμνήσεις-Περίμενα ένα χρόνο σε λίστα αναμονής-Για να βιώσω στον Πολυχώρο Προσομοίωσης–“Τεχνητές Αναμνήσεις”-Την προσομοίωση που έκανα παραγγελία-Όπως μου είπαν-Την πλήρωσα ακριβά-Για την παραδοξότητα και την πολυτέλεια-Ότι θα γυρίσω το βέλος του Χρόνου αντίστροφα-Ότι θα αντιστρατευτώ τους νόμους της Φυσικής-Ανώδυνα-Aποκτώντας αναμνήσεις από το παρελθόν-Που δεν βίωσα-Αλλά θα ήθελα να ήταν δικές μου απόλυτα-Ήθελα να τρέξω-Παιδί-Με τη μητέρα μου στη θάλασσα-Ποτέ δεν έτρεξα παιδί με τη μητέρα μου στη θάλασσα-Η Παλιά Φύση είναι νεκρή στη Νέα Ανθρωπότητα-Ήθελα στα μάτια μου να τρέξουν-Aυτά που στον Παλιό Κόσμο-Tα λέγαν’ δάκρυα-Την Προσομοίωση των τεχνητών αναμνήσεων-Στα πεντακόσια ατομικά δωμάτια-Οι πελάτες τη βιώνουν μόνοι-Με δράμα και με κωμωδία-Μουσική-Και σκηνοθεσία-Σαν να πρόκειται για ταινία-Αλλά και με επισημότητα-Να μην ξεχάσεις ποτέ-Πως πόνεσες τόσο πολύ με τις αναμνήσεις που παρήγγειλες ως πραγματικότητα-Πίνεις πραγματικό κρασί- Τρως αληθινό φαγητό –Όχι σε χάπια-Το κρασί στο σερβίρουν ντυμένα γκαρσόνια -Όπως τον 19ου αιώνα-Αλλά εγώ δεν άγγιξα τίποτε-Οι περισσότεροι πελάτες-Όπως καταγράφεται στις δημοσιευμένες στατιστικές του Πολυχώρου-Ζητούν την προσομοίωση των Τεχνητών Αναμνήσεων με κάποιον έρωτα-Κι ύστερα έρχονται αυτοί- Που θέλουν να φτιάξουν αναμνήσεις με τα πεθαμένα τους πρόσωπα–Εγώ ανήκω στους δεύτερους-Ήθελα να τρέξω-Παιδί- Με τη μητέρα μου στη θάλασσα- Ήθελα στα μάτια μου να τρέξουν-Aυτά που στον Παλιό Κόσμο-Τα λέγαν’ δάκρυα- Οι νεότεροι υπερτερούν των γηραιότερων σε αριθμό προσέλευσης-Υπάρχουν και ψυχιατρικοί σύμβουλοι για το ενδεχόμενο-Ο πελάτης να καταρρεύσει από τα γενόμενα-Αυτός που με παρακολουθούσε-Μου έδωσε σκληρό δίσκο με παρατηρήσεις και σχόλια-Τον πέταξα καθώς έφευγα στην Αερογέφυρα του Πλούτωνα-Ο αέρας μου στέγνωνε ακόμη-Aυτά που στον Παλιό Κόσμο-Tα λέγαν’ δάκρυα

*Από τη συλλογή “Σάκος του Μποξ”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2025.

Ανέστης Ευαγγέλου, Δύο ποιήματα

ΕΛΑ ΛΟΙΠΟΝ ΜΕΣ’ ΑΠΟ ΤΑ ΧΑΛΑΣΜΑΤΑ

Έλα λοιπόν μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,
μορφή μικρή και τρυφερή, σταματημένη στην πρώτη ηλικία,
έλα, πνεύμα του καλού, μυθικό πρόσωπο,
όταν στους δρόμους βρέχει μοναξιά
κι η νύχτα πέφτει νωρίς δίχως ύπνο και όνειρα,
πλύνε το σύννεφο που μου τυλίγει το πρόσωπο,
καθάρισε τον ουρανό, προχώρησε,
άνοιξε δρόμο μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,
κάνε μου ένα χώρο να σταθώ, να κινηθώ,
να μπορώ να υπάρξω πιο ανθρώπινα.

*

ΑΝ ΘΡΗΝΩ

Αν θρηνώ
δεν είναι τόσο γιατί έχασα το σπίτι μου
και δεν έχω πια πού την κεφαλήν κλίνη
(σ’ αυτό ίσως κι εγώ να φταίω εν μέρει)
δεν είναι τόσο για το σύννεφο που μου τυλίγει το πρόσωπο
που μου νυχτώνει την όψη∙
είναι που είμαι γεμάτος από λέξεις,
βάρος αβάσταχτο από λέξεις, λόγια, φράσεις
έτοιμες από καιρό, νοήματα
που δεν μπορούν να βγουν
αφού εσύ
δεν μπορείς πια ν’ ακούς ανθρώπινες ομιλίες.

*Από τη συλλογή “Περιγραφή εξώσεως” (1960)

Omed Qarani, Μισοΰπνι

Ο ήλιος

Οι τσέπες του παλτού του
αδειάζουν από φως.

Ξεπλένεις τις σκιές των βλεμμάτων
από τις βλεφαρίδες του δρόμου,

είσαι σαν την καθυστερημένη ερώτηση ενός ξένου
μέσα στο βουητό του ανέμου, ψάχνοντας για ένα ξενοδοχείο.

Εσύ και μια τσάντα γεμάτη ανησυχία
κοιμάστε μέσα στα όνειρα του αύριο.

(Έχεις πέσει σιωπηλά πάνω στον φόβο του «τώρα»,
πολλές πολύχρωμες ερωτήσεις
ταξιδεύουν και μεταναστεύουν στις κοιλάδες του μυαλού σου).

Η ζωή

πάνω στον σταυρό του παρελθόντος
έχει απλώσει τα φτερά της.

Μέσα στα πλευρά της ιστορίας σου
ακούμπησα τον ώμο μου σε έναν στρατό από χιόνι,
με λίγα λυπημένα τραγούδια,
με λίγη αγωνία μέσα στη φωτιά και τον καπνό,
με λίγο κυνηγημένο βήχα
από τον ύπνο και τη ζεστασιά του κρεβατιού σου.

Εκεί, μια επική ιστορία εγκλήματος,
με τις αμαρτίες που εγώ έπλεξα,
έχει καταγραφεί.

2018

Γιώργος Λ. Οικονόμου (1960 – 2024), Τρία ποιήματα

ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Δεν έκανα κάτι σπουδαίο.
Πήγα με τη μαμά στη λαϊκή
με τον μπαμπά επίσκεψη στη γιαγιά
κι ύστερα συνάντησα τους φίλους μου
να παίξουμε μπάλα.
Δεν έκανα κάτι σπουδαίο
κοιμήθηκα παιδί δέκα χρονών
και ξύπνησα μεσήλικας πενήντα πέντε.
Στο μεταξύ πρόλαβα και σου ‘δωσα ένα φιλί.

*

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ

Χρόνια τώρα
τον συναντούσα στους δρόμους
ευθυτενή και ρωμαλέο
να περπατά μόνος.
Δεν τόλμησα να τον ρωτήσω
αν ήταν επιλογή ή παιχνίδι της μοίρας.
Είχε αυτάρκεια η μοναξιά του.

*

ΑΠΟ ΧΕΙΜΩΝΑ ΣΕ ΧΕΙΜΩΝΑ

Δεν είναι καλοκαίρι αυτό
ψέματα γράφει το ημερολόγιο
ποιος μου φόρεσε μακρύ παντελόνι;
Άγουρα κορμιά βασανισμένα
σκεπάζουν τα μάτια μου, βουλιάζω
σε παγωμένες οθόνεςπού είναι τα καρπούζια
πού τα ολόδροσα κορίτσια
πού είναι ο Όμηρος κι ο Γιάννης
να με φιλέψουν σπίτι τους.
Χάθηκε η Αμοργός
ξεθώριασε η Αστυπάλαια
ποιος θα με στείλει κατασκήνωση στην Επανομή;
Όχι! δεν είναι καλοκαίρι αυτό
δεν μυρίζει αγιόκλημα.
Κι η θάλασσα καταπίνει
κατατρεγμένους.
Από χειμώνα σε χειμώνα
τώρα πια τα χρόνια μας.

*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.

Έφη Καλογεροπούλου, Σε ονομάζω αίνιγμα

Σκηνή με δυό πρόσωπα
αιχμάλωτοι μιας ομορφιάς που τεντώνει
το λαιμό της τρομαγμένη
έτοιμη να πετάξει σαν πουλί

Είσαι το λάθος που επιθυμώ να κάνω
γιατί τις γλώσσες των αγγέλων μιλάς
κι ο ουρανός γίνεται πορφυρό δάσος
με καθρέφτες
τότε
τολμώ να συλλαβίσω αίμα
τολμώ να συλλαβίσω αίμα

Η εξουσία του πόνου φέρνει λόγια
μα εσύ με λιγοστεύεις από λέξεις
Ξεμένει απο λόγια όποιος
γεννά απ’ την αρχή τον εαυτό του
Κι ο ουρανός αποψε γίνεται βυθός
και παίρνω μυστικά το μονοπάτι
που χωρίζει δυό γκρεμούς

Τόση αθωότητα δεν χωράει
στο δρόμο με τις ροδακινιές
πως δεν το σκέφτηκα;
Ποιός είπε πως στα όνειρα σμίγουν
οι εφιάλτες των ανθρώπων
Εδώ είναι όλα αγάπη

Ευκίνητα ψάρια από φώς γλιστρούν
στα σύννεφα
τ΄ακολουθώ κι ο χρόνος πίσω μου
ξεπλένει τα σκοτάδια του
πόρτες ανοίγει και παράθυρα
ραγίσματα της λύπης,βυθίσματα
της ευτυχίας
είναι η ψυχή που επιθυμεί ξανά
να ταξιδέψει

Ό,τι χάσεις στο σκοτάδι
το βρίσκεις μες στην αστραπή
ούτε ελπίδα ούτε απελπισία
μόνο φώς άφθονο
γελαστό,βαθύ,διάφανο
φώς

*Από την συλλογή “Στο μονοπάτι των σκύλων”, Εκδόσεις Περισπωμένη, Δεκέμβρης 2024.

Γιώργος Καλοζώης, Γκλεν Γκουλντ

Σε παρακολουθώ εδώ και χρόνια
να σκύβεις πάνω από το πιάνο σου
σαν να έχεις σκολίωση ή κύφωση
κάτι τέλος πάντων
να έχεις μιαν οστική δυσλειτουργία
μια πάθηση την ονομασία της οποίας
ξέρουν μόνο οι ορθοπεδικοί ή και
απολύτως τίποτα
σε παρακολουθώ καθισμένο πάνω
στην κοντή καρεκλίτσα σου με τα
χέρια σου υψωμένα σαν να θέλεις
να πιάσεις κάτι σαν ένας
τερματοφύλακας που κατεβάζει την
μπάλα από το γάμα της εστίας του
αποσοβώντας το βέβαιο γκολ
και απορώ εδώ και τόσα χρόνια
τι ψελλίζεις ενόσω παίζεις
τι ψιθυρίζεις ίσως να λες πως ο
ουρανός και η γη αυτά τα δύο στοιχεία
είναι ενωμένα κι ότι ο μακροχέρης
Θεός και οι συνεργάτες του άγγελοι
ακουμπούν και τα δύο αν είναι έτσι
στον κόσμο δεν υπάρχουν αποστάσεις
το ψηλό και το χαμηλό το κοντινό
και το μακρινό είναι ανθρώπινες
ψευδαισθήσεις
προσπαθώ ν’ ακούσω τι λες και δεν τα
καταφέρνω μιλάς όπως μιλά μια πέτρα
ή μια σταγόνα αραιή ή ραγδαία σαν
ένα ποτάμι που δεν γνωρίζουμε από πού
πηγάζει κι ίσως να μη μας ενδιαφέρει
παρά μόνο για να ποτίζουμε παρά μόνο
για να γεμίζουμε ένα ποτήρι νερό
είμαστε τόσο διψασμένοι άνυδροι
διαβρωμένοι καθόλου μα καθόλου δεν
μας ενδιαφέρει ο κύκλος της βροχής
και απορώ και πάντα θ’ απορώ τι
ψιθυρίζεις αν λες λόγια αγάπης σε
ποιαν απευθύνονται αν λες λόγια
θυμού η μορφολογία του στόματός σου
δεν συνηγορεί σ’ αυτό
μήπως προσεύχεσαι και ποιες είναι οι
λέξεις οι φθόγγοι τα βιβλικά βιβλία
των προσευχών σου και πού μπορώ
να τα βρω να τα δανειστώ να τ’ αγοράσω
ίσως να μιλάς όπως ένας μίσχος ή ένα
ανθισμένο λουλούδι ένα μικρό τρυφερό
ζώο ένας μικρός καλοπροαίρετος
δαίμονας που πασχίζει να μας κάνει να
καταλάβουμε πως η κακία τού είναι
εντελώς ξένη
ίσως να μιλάς όπως ο ήλιος και το
φεγγάρι που πηγαινοέρχονται ό,τι
κινείται παράγει ήχο σίγουρα ίσως στο
μέλλον οι φυσικοί ν’ ανακαλύψουν ότι
μιλά το φως αλλά και το σκοτάδι
ίσως στο μέλλον οι γλωσσολόγοι κι οι
ωριλάδες ανακαλύψουν στον φάρυγγα
στον λάρυγγα μια γλώσσα ακωδικοποίητη
και καινούργια που εσύ την πρωτομίλησες
πάνω στην παιδική καρεκλίτσα σου
καθήμενε και καθημαγμένε πιανίστα

*Από τη συλλογή “Γκλεν Γκουλντ και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Φαρφουλάς.


Ρω Νικολάου, Δύο ποιήματα

Βασιλεία της μοναξιάς

Κατάγομαι από γενιά ανθρώπων ολομόναχων
μέσα στα πλανόδια σώματά τους.
Κι είχαν αυτή την ανάγκη, να είναι ολομόναχοι·
υπακούοντας στη βασιλεία της μοναξιάς
που από αμέτρητα χρόνια εξορίστηκε στο αίμα τους.
Μα εκείνος πρέπει να σωθεί από τη δυναστεία
του αίματός του, που δόλιοι και θρασείς καπηλεύονται.
Θα ’θελα να ’μουν γύπας και λιοντάρι
για να μπορέσω να τον σώσω
κι όχι ένα ακίνδυνο σκυλί που πνίγει το γάβγισμά του
σ’ ένα λυπητερό τραγούδι εποχής.
Να εμπλουτίσω τη μοίρα του
μ’ ανίκητο σπαθί κι αλύγιστη ασπίδα.
Να ηγηθεί της επανάστασης.
Ν’ αποδοθούν μια για πάντα
τα άθλια στους αθλίους.

*

Ιχνογραφία

«Μα πώς τα κατάφερες μέχρι εδώ;» είπα στον εαυτό μου επιτιμητικά. Ήμουν κατάσπαρτη από κενά, εντεταλμένος γύπας με τα νύχια του μπηγμένα στην κοιλιά μού ’τρωγε ήσυχα το συκώτι. Ζωσμένη τη βαριά μου πέτρα, έκανα κύκλους κι έφτανα στην ίδια ερημιά. Ντράπηκα που ζούσα ακόμη, κάτι γύρευα που ξέχασα, που έπρεπε πάση θυσία να το βρω. Ήταν ολόγυρα πάγοι γλιστεροί, χαμένα τα ίχνη ενός φίλου, σφύριζαν σφαίρες μέσα απ’ τα κενά, σχεδόν τυφλή, γύρευα κάτι που ξέχασα, που έπρεπε πάση θυσία να το βρω. Στα δόντια μου ήταν σφηνωμένη φωτογραφία πατρίδας. Μισοκαμένη, μισολιωμένη, αγνώριστη.

*Από τη συλλογή “Οι ερχόμενοι”, Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2024.

Jas. H. Duke (1939-1992), Shit Poem / Ποίημα για τα σκατά

I’m in the shit business
I work for the sewerage department
I analyse experiments
I draw graphs and flow charts
and conclusions
today I was sitting at my desk
trying to explain
the dissolved air flotation process
where streams of little bubbles are released
into a tank full of sewerage
to float the suspended solids up to the surface
to be skimmed off
but what I was really thinking about
was lunchtime
the canteen cook
caters to the ethnic multitudes
by putting on Italian eats most days
I was thinking of ravioli
with meat sauce
but I was writing things like
”The sludge produced by this process
is grey-brown in colour
and does not produce
offensive odours
provided anaerobic conditions
can be prevented”
the sludge is really composed of
my used ravioli
and the Boss’s used steak
and your used hamburger
and the vegetarian’s used brown rice
all mixed up together
and when it gets in this state
no one wants to know about it
except me
I don’t find shit offensive
most people do
they can’y wait to push the button
or pull the chain or something
and then they think the shit has vanished
into the centre of the earth
it hasn’t really
it just floats up somewhere else
However
it’s all biodegradable
I reckon most people think
that shit is the most deadly poison
on the face of the earth
they’d rather face ten tons of plutonium
than half a bucket of shit
even their own
no curse in the English Language
is complete
without “shit” included in it somewhere
lunchtime arrived
I ate my ravioli
I had a shit
it was brown in colour
I felt a lot better

Είμαι στη φάση με τα σκατά
δουλεύω στην αποχέτευση
κάνω αναλύσεις
σχεδιάζω γραφήματα και διαγράμματα
και βγάζω συμπεράσματα
σήμερα ήμουν στο γραφείο
και προσπαθούσα να εξηγήσω
τη φάση με την επίπλευση με διαλυμένο αέρα
όπου πετάμε κάτι μικρές φυσαλίδες
μέσα σε μια δεξαμενή γεμάτη λύματα
για να ανεβάσουν τα αιωρούμενα στερεά
στην επιφάνεια
να τα ξύσουμε και να τα πετάξουμε
αλλά στην πραγματικότητα
σκεφτόμουν το μεσημεριανό
η μαγείρισσα στην καντίνα
ταΐζει όλο τον κόσμο
και τις περισσότερες μέρες
το ρίχνει στο ιταλικό
σκεφτόμουν ραβιόλια
με κιμά
κι όμως έγραφα κάτι τύπου
«Η λάσπη που παράγεται από τη διαδικασία
είναι γκριζοκαφέ
και δεν μυρίζει άσχημα
αν δεν αφήσουμε να γίνουν
αναερόβιες συνθήκες»
ενώ η λάσπη στην ουσία είναι
τα δικά μου χωνεμένα ραβιόλια
η χωνεμένη μπριζόλα του αφεντικού
το δικό σου χωνεμένο μπέργκερ
και το χωνεμένο καστανό ρύζι του χορτοφάγου
όλα ένα πράγμα
και μόλις φτάσουν εκεί
κανείς δεν θέλει να ξέρει τίποτα
εκτός από μένα
εγώ δεν βρίσκω τα σκατά προσβλητικά
οι περισσότεροι τα σιχαίνονται
δεν βλέπουν την ώρα να πατήσουν το κουμπί
ή να τραβήξουν το καζανάκι
και νομίζουν ότι τα σκατά
εξαφανίστηκαν
στο κέντρο της γης
δεν έγινε αυτό
απλώς βγαίνουν στην επιφάνεια
κάπου αλλού
τέλος πάντων
όλα βιοδιασπώνται
πιστεύω πως οι περισσότεροι νομίζουν
ότι τα σκατά είναι
το πιο θανατηφόρο πράγμα στον πλανήτη
θα προτιμούσαν
δέκα τόνους πλουτώνιο
παρά μισό κουβά σκατά
ακόμα κι αν είναι δικά τους
καμία βρισιά στα αγγλικά
δεν στέκει
αν δεν έχει μέσα κάπου τη λέξη «shit»
ήρθε το μεσημεριανό
έφαγα τα ραβιόλια μου
έκανα ένα χέσιμο
ήταν καφέ
και ένιωσα πολύ καλύτερα

Ελάχιστα για τα ‘Λαϊκά Μανιφέστα’, του Λώρενς Φερλινγκέτι

Tου Μιχάλη Κατσιγιάννη*

Λώρενς Φερλινγκέτι.[1] Ένας ποιητής – πιθανόν – πλήρως αγνοημένος από την ελληνική κριτική, όπως αρκετοί από τους αντίστοιχους ομότεχνούς του, που μαζί τους συγκαταλέγεται σ’ αυτό που θα ονομάζαμε Ποίηση και όχι ποίηση. Συγκρουσιακή κατεύθυνση, ανανεωτική απεύθυνση, πειραματική διάθεση, κυκλοθυμική παρατήρηση και κριτική, μετασχηματιστική γραφή όλα αυτά αποτελούν ορισμένα από τα ταυτοτικά χαρακτηριστικά της υβριδικής ποιητικής του μεγάλου beat ποιητή.[2]

Η ποίηση του Φερλινγκέτι διακρίνεται από μια εσωτερικότητα, είναι ένα διάγραμμα αναζήτησης, μια χαραγμένη πορεία ανίχνευσης των είναι που συναντά και στοχάζεται. Ωστόσο, αυτή η εσωτερικότητα συμβαδίζει με την εξωστρέφεια, δεν εγκλωβίζεται στο ατομικό και την εγωπάθεια, αλλά είναι εστιασμένη στο συλλογικό και την εξωτερικότητα του κόσμου: «η μοντέρνα ποίηση είναι πεζή/μα λέει πολλά».

Ο Φερλινγκέτι δεν ήταν απλώς ένας ονειροπόλος γραφιάς, ένας ενορατικός flâneur, ένας ελπιδοφόρος της ρήξης, ένας πολυσύνθετος κόσμος. Απεναντίας, στον Φερλινγκέτι βρίσκει κανείς κάτι πολύ πιο ουσιαστικό (τόσο για την ποιητική τέχνη όσο και για την ίδια τη ζωή). Δεν έδωσε όραμα στην ποίηση, αλλά ποίηση στο όραμα. Κατέδειξε με έναν πολύ εύσχημο και ιδιαίτερο τρόπο το πιο συγκρουσιακό ίσως αίτημα: την ποιητικοποίηση της ζωής (μας). Ο Φερλινγκέτι εργάστηκε για την αποδοχή της αντίληψης ότι η ποίηση δεν είναι μια εργαστηριακή διαδικασία και λειτουργία, μια μυστική και ελιτίστικη τελετουργία – ενδεχομένως ούτε καν τελετουργία. Η σύνδεση της ποίησης με τη ζωή δεν είναι παρά η επανασύσταση της τελευταίας με τρόπο φυσικό, απλό και κατά μία έννοια λογικό:

Δεν είναι ώρα να κρύβεται ο καλλιτέχνης
πάνω, πέρα, πίσω απ’ τις σκηνές,
αδιάφορος, μασουλώντας τα νύχια του,
καθοριζόμενος από το υπαρκτό.
Δεν είναι ώρα για τα μικρά φιλολογικά παιχνίδια μας,
ούτε για παράνοιες και υποχονδρίες,
για φόβους κι απαλλαγές.
Ώρα για αγάπη και φως είναι τώρα.
Έχουμε δει τα μεγαλύτερα κεφάλια της γενιάς μας
τσακισμένα από τη βαρεμάρα σε ποιητικές εκδηλώσεις.
Η ποίηση δεν είναι μια κρυφή κοινωνία ούτε εκκλησία.
Λέξεις κρυφές και ψαλμοί ας μένουν πια
(σελ. 12)

Ποιητής όχι του λαού αλλά λαϊκός ποιητής, ο Φερλινγκέτι μετασχηματίζει την κατεστημένη οπτική για την ποίηση, αρθρώνει έναν αποδομητικό αντίλογο στην παρακμή που μαστίζει την εν λόγω τέχνη – κάτι που εξακολουθεί να συμβαίνει και στις μέρες μας. Για τον Φερλινγκέτι η ποίηση δεν είναι μόνο ό,τι παράγει ο ποιητής, αλλά και ο ίδιος ο ποιητής. Υπό αυτή την έννοια, εντοπίζεται στον Φερλινγκέτι η ανάγκη, η ελπίδα, αλλά και η αδιάκοπη προσπάθεια για τόνωση της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ της ζωής και της ποίησης. Η ποίηση δεν είναι κατοχή και εφησυχασμός αλλά ένταση, αλληλεπίδραση και κίνηση, η γραφή δεν είναι στασίδι και ύπνωση αλλά διακίνηση και συνομιλία, ο λόγος δεν είναι ησυχαστήριο και πολύ περισσότερο νεκροταφεία αλλά ανανεωτικός θόρυβος και εξέγερση:

Ποιητές, κατεβείτε
για άλλη μια φορά στο δρόμο του κόσμου
κι ανοίξτε μάτια και μυαλά
με την παλιά οραματική έκλαμψη,
καθαρίστε το λαρύγγι σας και βγάλτε –
η ποίηση είναι νεκρή – μια αχανή, ζωντανή ποίηση
με φοβερά μάτια και βουβαλίσια δύναμη.
Μην περιμένετε την επανάσταση
ή μήπως θα γίνει δίχως εσάς.
Πάψτε να μουρμουρίζετε και μιλήστε
με μια ορθάνοιχτη ποίηση,
μ’ ένα “δημόσιο πρόσωπο”,
σε άλλα υποκειμενικά επίπεδα
ή άλλα ανατρεπτικά επίπεδα
κι έναν χρονομέτρη στο εσωτερικό αυτί
να χτυπά κάτω από το πρόσωπο.
Γι’ αυτόν το γλυκό σας εαυτό μονάχα τραγουδήστε,
αρθρώστε ακόμη το Λαϊκό Κόσμο –
Ποίηση: ο κοινός φορέας
για την προώθηση του λαού
σε τόπους υψηλότερους
απ’ αυτούς που κατορθώνει οποιοδήποτε άλλο μέσο
σελ. 13-14).

Αυτό που ελκύει τον αναγνώστη και αυτό που τον απωθεί στην ποιητική του Λώρενς Φερλινγκέτι είναι κοινό: είναι ο τρόπος που εννοεί την ποίηση. Η  ποίηση όχι ως μαγεία αλλά ως (πρωτοποριακή) δράση, όχι ως ιεραρχικό σύστημα εξουσίας αλλά ως ένα πεδίο ανοικτό, όχι ως ομάδα επίλεκτων και εκλεκτών αλλά ως συνήθειες, ερεθίσματα και αντιπαραθέσεις, όχι ως μηχανή καθολικοποίησης νοημάτων και ομοιογενοποίησης επιτελεστικοτήτων αλλά ως ένα χώρος διαφοράς, ως ένα μείγμα συγκρούσεων το αποτέλεσμα των οποίων δίνει πνοή και – ρεαλιστική – κίνηση στη σκέψη και την πράξη (αν όντως υφίσταται τούτος ο διαχωρισμός).
 
[1] Η έκδοση που ακολουθεί το κείμενο είναι η εξής: Φερλινγκέτι, Λ. (1988). Λαϊκά Μανιφέστα (Γ. Μπλάνας, Μτφρ.). Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.
[2] Αν και ο ίδιος αρνήθηκε κάποτε αυτόν τον χαρακτηρισμό (βλ. Φερλινγκέτι, 1988: 41-46).

*Σχετικός σύνδεσμος: https://artinvivo.gr/ελάχιστα-για-τα-λαϊκά-μανιφέστα-το/

Ανδρέας Εμπειρίκος, Καρπός ελαίου

Φωτογραφία: Ανδρέας Εμπειρίκος

Επάνω από τη δοσοληψία των μιασματικών υδάτων μιας νόσου που κατεδικάσθη
οριστικώς
Η άχνα της υγείας μεσουρανεί και μέλπει
Η πίστις της περιπετείας δε χαλαρώθηκε.
Τα μάτια της είναι πράσινα και κατοπτρίζονται μες στα νερά της νεότητος
Ένας νέος συναντά μια νέα και τη φιλεί
Από τα χείλη της αναπηδούν οι λέξεις μεθυσμένες
Όλη η ζωή τους μοιάζει με λιβάδι
Επαύλεις εδώ κι εκεί κοσμούν την πρασιά του
Νεότης νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου
Τα χαϊμαλιά σου τα στολίζουν άνθη μυγδαλιάς που ανθεί σε χώρα πεδινή
Οι θρίαμβοι των καισάρων περνούν καμιά φορά απ’ αυτή τη χώρα και παρασύρουν τα
νερά των κήπων
Οι γυναίκες των κηπουρών γυμνώνουν τα στήθη τους και τους παρακαλούν
Μια σειρά μαργαριταριών στάζει σε μια χοάνη
Κάθε μαργαριτάρι είναι μια σταγών και κάθε σταγών είναι ένας δράκος
Το κάστρο του κατέρρευσε και τώρα παίζουν τα παιδάκια μες στους ίσκιους
Τα θρύψαλα του καθρέφτη της πυργοδέσποινας είναι κι αυτά πετράδια
Που ρίχνουν στον πετροπόλεμο τα παλικάρια.

*Από τη συλλογή “Ενδοχώρα” (1945)