Ξέρεις εσύ για ποιο λόγο τρυπώνεις κάθε νύχτα στα όνειρά μου, κάθε νύχτα συμφωνία με το διάβολο, πάνω στα κάτασπρα σεντόνια σου. Για ποιο λόγο ξέρεις εσύ; Εσένα ακόμη αγαπώ, παλιά κυρά μου.
Αυτό που εννοώ όταν λέω το κλειδί του μέλλοντος είναι γραμμένο τώρα που το βλέπεις στον αέρα της περίφημής σου όψης είναι ένα συμβολικό κλειδί που βρυχάται και με μια λύκινη έκφραση τινάζεται στο γόνατο του ωκεανού
Αρκούδι της αστραπής σε μία μαύρη ακτή φαναριών χαμογελά με δόντια των κοχυλιών
Αυτό που λέω όταν σου μιλάω είναι πως υπάρχει ένα περιβόλι γύρω απ’ το κεφάλι μου που βλασταίνει είκοσι δύο μηχανές απ΄τις οποίες θα φτιαχτεί το εκτυφλωτικό κρύσταλλο
Διαγνωστικά κύματα τοπίων της φωτιάς γύρω απ΄το άκεντρο νησί
Αυτό που κάνω τώρα είναι να περιεργάζομαι από αόρατα παράθυρα που είναι κι αυτά καιόμενα ο άνεμος μασκαρεμένος σαν φεγγάρι εκατόν ογδόντα γράμματα εξατμίζονται και γίνονται δάσος οφθαλμικών οργάνων
Για να διαβάσω την πράσινη φωτιά των τεμπέλικων γραμμάτων τη μεταφορά της μεταφοράς στ’ αλήθεια τ’ αρχαίο απόκρυφο ρίχνεται πέρα σ’ ένα κράνος βλέποντας το βουνό να γυρίζει να με κοιτάζει ανεμίζοντας πέτρες επάνω απ’ ένα χωράφι κοιμισμένων ματιών
Οβελίσκος το ξημέρωμα οβελίσκος το τραχύ ξημέρωμα το πράσινο καλαμπόκι φτιάχνει μια λευκή πεταλούδα μέσα στον οβελίσκο ταξιδεύοντας τη νύχτα μαγνητικά φύλλα των δακτύλων της αυγής
Εκείνο που γράφτηκε στον οβελίσκο στις κοιλότητες του μισοφοριού τ’ ανέμου κρύβεται και φανερώνεται στην ανώτατη αρχή του τυρκουάζ εμποδίζοντας απίθανες θαυμαστές πόλεις να φανούν μες στους δρόμους του τυρκουάζ ήλιου.
*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Οδός Πανός”.
Τους δήμιους αποκοιμίστε, σφάξτε τους πετεινούς Με κρότο και δέος μέσα στον μολυσμένο αγέρα κατεβαίνω και λάμπω βοώντας
Έπαιξες και έχασες, Ρόζα, μη φοβάσαι!
Ο άνθρωπος είναι μια προκατάληψη κι η ζωή μια εμποροϋπάλληλος απ’ το Μόναχο σαν την Εύα Μπράουν με τον αρχαίο φόβο στα μάτια
Στους γερμανικούς κυνηγότοπους σπαράζουν το μικρό πουλάκι τον όμορφο κοκκινολαίμη Κι αυτούς που υφαίνουν σάβανα κι αυτούς που φτιάχνουν για λίγα ρούβλια τα κιβούρια το Πολώνιο όλους τους σκεπάζει…
Τους δήμιους αποκοιμίστε, σφάξτε τους πετεινούς Με κρότο και δέος μέσα στον μολυσμένο αγέρα κατεβαίνω και λάμπω βοώντας
Είμαι ο θάνατος, Ρόζα, μη φοβάσαι!
*Από τη συλλογή «Τι αιώνα κάνει έξω;», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.
Bill Gates, Donald Trump And the Pope All selling their own brand of dope
A mayor who is a joke A bus system that doesn’t work
Head cases walking the street Punk Rockers with rainbow hair Women with pierced genitals Ginseng for tired blood
My illusions are fighting a duel With my delusions
The last time I picked up A white courtesy telephone The voice on the other end was mine
The dates on my calendar are blank
The pinball machine has no flippers There’s no prize in my crackerjack box
My radio plays nothing but commercials My hand holds my cock in contempt My love life is an unread resume With one too many references
I had a dream I was a gunrunner
Trading hardware for software
I want my photo on a cereal box Not a milk carton
The IRS is a legal shake down The Pentagon a slaughterhouse
Jack the Ripper sliced and diced His way through London Town And he wasn’t even a chef
Freud was impotent But put on a good show
Monks know the truth But won’t share it
You know you’re in trouble
When your shrink deals in fantasies And leaves you with his reality
My life has become a distraction No addition and subtractions
When it becomes an abstraction I’ll know I’ve found success
Ιράν, Ιράκ, Λιβύη
Αφρική, εθνοκάθαρση
Μπιλ Γκέιτς, Ντόναλντ Τραμπ Και ο Πάπας Όλοι πουλάνε τη δική τους μάρκα ναρκωτικού
Ένας δήμαρχος που είναι ανέκδοτο Ένα σύστημα λεωφορείων που δε λειτουργεί
Διαταραγμένοι τύποι περπατούν στους δρόμους Πανκ ρόκερς με μαλλιά στα χρώματα του ουράνιου τόξου Γυναίκες με τρυπημένα γεννητικά όργανα Τζίνσενγκ για κουρασμένο αίμα
Οι ψευδαισθήσεις μου μονομαχούν Με τις παραληρητικές ιδέες μου
Την τελευταία φορά που σήκωσα Ένα λευκό τηλέφωνο εξυπηρέτησης Η φωνή στην άλλη άκρη ήταν η δική μου
Οι ημερομηνίες στο ημερολόγιό μου είναι κενές
Το φλιπεράκι δεν έχει μοχλούς Δεν υπάρχει δώρο στο κουτί με τα κράκερ
Το ραδιόφωνό μου παίζει μόνο διαφημίσεις Το χέρι μου κρατά το πέος μου με περιφρόνηση Η ερωτική μου ζωή είναι ένα βιογραφικό που κανείς δεν διάβασε Με μία σύσταση παραπάνω απ’ όσες χρειάζοντα
Είδα ένα όνειρο Ότι ήμουν λαθρέμπορος όπλων
Αντάλλασσα υλικό Για λογισμικό
Θέλω τη φωτογραφία μου πάνω σε κουτί δημητριακών Όχι σε κουτί για αγνοούμενα παιδιά
Η Εφορία είναι ένας νόμιμος εκβιασμός Το Πεντάγωνο ένα σφαγείο
Ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης τεμάχιζε Τον δρόμο του μέσα στο Λονδίνο Και δεν ήταν καν σεφ
Ο Φρόιντ ήταν ανίκανος Αλλά έδινε καλή παράσταση
Οι μοναχοί ξέρουν την αλήθεια Αλλά δεν τη μοιράζονται
Ξέρεις πως έχεις μπλέξει
Όταν ο ψυχίατρός σου εμπορεύεται φαντασιώσεις Και σε αφήνει με τη δική του πραγματικότητα
Η ζωή μου έχει γίνει ένας αντιπερισπασμός Χωρίς προσθέσεις και αφαιρέσεις
Όταν γίνει μια αφαίρεση της πραγματικότητας Θα ξέρω ότι βρήκα την επιτυχία
Ι Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί, εκείνη τη χρονιά ‘που τα βιβλία καίγονταν
Την είσοδο είδαμε την επιβλητική ανάμεσα από σαράντα πύλες ενός αλόγου ακέφαλου και ο ιππέας του με’ φάλαρα εξίτηλα
Μας ‘λέγαν οι ντερβίσηδες πως θάνατος διάχυτος επέστρεψε απ’ την ανατολή
Ιδού γιατί από ένα ρεύμα υφάλμυρο ‘ς στα τρία μια πάλι διαιρείται
ΙΙ Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί, αγόρια ‘που νεκροί οι μάστορές τους το ένα χτένιζε του άλλου τα μαλλιά ‘σαν ‘βγήκαν απ’ τη θάλασσα
Ω, Ινσταμπούλ το άγριο παλληκάρι μου η πιο εκλεκτή μερίδα καρπουζιού ενοχλημένα κρύβεις την καρδιά σου και αναδίνεις μυρωδιά καθώς λουλούδια σαπισμένα·
Επάνω από την πόλι-συλλογή-γι’-ανάγνωσι πετούν μαυροπερίστερα
ΙΙΙ Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί το νόμο το χρυσό της διαλεκτικής
Γι’ αυτό στην ιστορία τόσοι πρίγκιπες κατέκτησαν χωρίς ‘να το γνωρίζουν τ άλογά τους
Επάνω, δες, στις σαρκοφάγους τους έδρες εγχάρακτες ‘που είναι αριστουργήματα.
*Μετάφραση: Βασίλης Ραϊκόφτσαλης. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οδός Πανός”.
Η ευτυχία κυλιέται στο χρόνο και σε μια στιγμή εξαλείφεται τα κοσμητικά επίθετα είναι αιχμάλωτα οι καλοσύνες πεθαίνουν ανολοκλήρωτες και η αιωνιότητα παθαίνει διαλείψεις
τα δρομολόγια του χάους ξεκινούν από εκεί που εμείς τερματίσαμε και καμιά προσευχή δεν μας είναι προσιτή
οι ντροπές περισσεύουν σερνόμαστε σε λάσπες και προστυχιές εξισώσεις όλο και πιο δυσεπίλυτες το αληθές είναι ψευδές μέσα στα φιαλίδια των αναγκών τοξικοί επίδεσμοι ενθύμια από μάχες που δεν δόθηκαν τα πάντα είναι ατελή και ατελεύτητα…
…οι Μήδοι δεν πρόκειται να διαβούν εάν δεν τους χαρίσουμε εμείς τα κλειδιά
μια γυναίκα, αυτή είναι η μητέρα μου μια γυναίκα ‘που άλλαξε διανυχτέρευσι αφ’ ότου ο θάνατος τον εαυτό του αποκάλυψε μες απ’ την κόμη έξω του πατέρα μου μια γυναίκα ‘που ημερήσιες μόνο οι επισκέψεις της από το Σκούταρ ‘ς την Ιστανμπούλ
αυτός ήταν ο πατέρας μου και η γενειάδα του πατέρα μου αυτή ‘που κάποιο βράδυ σε μια λίμνη βύθισε ποτέ ‘να μην την ανασύρη πια τα δάχτυλά του όλα ‘που το μέτρημά τους λησμονήθηκε της γενειάδας του είχαν τη γεύσι
έν’ άλογο το βράδυ σε όλες είναι τις στεριές ψυχρόαιμο ότι μελαμψό ‘που ιππεύουν τα παιδιά στο ‘πίσω κάθισμα προσκολημμένα