Ηλίας Τσέχος, Δύο ποιήματα

Ραφεία μνήμης

Τίποτα δε θυμάμαι
Από ό,τι φόραγες
Πόσες φορές χτενιζόσουν
Πόντους στα τακούνια σου πόνους
Πείνες όσο κακομαγείρευες
Ξηλώματα φιλιά
Στα μαντήλια
Τίποτα από τους όρκους
Τα σιδερώματα
Καφέδες που δεν χύθηκαν
Ελιές πικραμένες
Θυμάμαι τα χιλιόμετρα
Χαμόγελα ναυάγια
Χίλια βυζιά σεντόνια
Μουρμουρογάργαρα
Που τώρα αδίψαστα
Ας πιώ τους ήχους
Να γκρεμιστώ
Μες στις φωτογραφίες

***

Αιγιάλεια φραγμένα

Πάρτε το δείλι από
Το πιάτο
Ρίξτε σκουπίδια
Βρωμήστε
Λερώστε εικόνες
Ρίξτε φόλες στα σκυλιά
Στις γάτες
Στις μάνες σας
Να τρελαθείτε
Ουδείς να σας ακολουθεί
Κανένας ψίθυρος
Να σας ταΐζουν σύμβολα
Πράσινες γελάδες
Βόδια βάτα
Το χάλι σας χαλί
Παράλια οι μαρμελάδες
Και βουνά οι
Πεδιάδες σας
Άρρωστα μερτικά σας
Σκουπιδοτενεκεδαπλώστρες
Εξεγέρσεις ανάπηρες.

*Από τη συλλογή “Αγριόχορτο στόμα”, Εκδόσεις Ενδυμίων 2015.

Advertisements

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Ποταμός Υδάσπης 326 π.Χ.

Για να περάσεις τον Υδάσπη
πρέπει να ‘σαι αποφασισμένος
πως η απέναντι όχθη
μπορεί να αποδειχθεί τελικά
ένα νησί ενδιάμεσο
Κι ακόμα πρέπει
να είσαι έτοιμος για πόλεμο
με κάποιον που κι αν νικήσεις
ίσως φανεί άξιος
της μεγαθυμίας σου
Για να περάσεις τον Υδάσπη
πρέπει να ‘σαι χορτασμένος τόσο
που να μη νοιάζεσαι καθόλου
για τους πυρετούς που λιμνάζουν
στο αίμα των κουνουπιών
και τις ζαλάδες που γλυκά
προμηνύουν το θάνατο.

ατυχίες νο. 3

ένα έτσι

Ο χρόνος είναι
Το savoir vivre της
Ανημποριάς

Crash online!
Μήτε τοίνυν ταῦτα φοβοῦ καὶ γὰρ οὐδὲ πολὺ τἀργύριόν
ἐστιν ὃ θέλουσι λαβόντες τινὲς σῶσαί σε καὶ ἐξαγαγεῖν ἐνθένδε.

Επιστροφή σημαίνει πάντα ευκολότερος ορίζοντας.

Οι βάρκες είναι μια καλή ετυμολογία της λέξης πατρίδα.

Ο θεός μόνο ξέρει πως να μην γνωρίζει.

Πολύχρωμοι δισεκατομμυριούχοι
Μαύροι αλήτες
Κάθε σώμα διάφανο

Μάθημα πρώτο μιας σωστής απόδρασης.
Σιωπή.

Μάθημα δεύτερο μιας σωστής ανταρσίας.
Σιωπή.

Ο δρόμος για την κρεβατοκάμαρά μου περνά από την δική σου.
Την επόμενη φορά ας συστηθούμε.

Μόλις ενενήντα λέξεις για τόσες προσευχές.

Αν εκφέρεις καλά ένα φωνήεν έχεις ήδη κατακτήσει την ιστορία του ανθρώπου.

Επίπεδη η γη για όσους παραμένουν άφοβοι.

Υπενθύμιση: Στο επόμενο γαμήσι να μας φανταστώ σε χίλια χρόνια από τώρα.

View original post

Κώστας Ρεούσης, Αντιμικρομανιφέστο

απ’ τους αφανείς υπό νόμους της έσχατης ράτσας έως την ασυγκράτητη διάβρωση των επιφανειακών συνειδήσεων η παγκόσμια ανοησία βρίσκει χωράφι να πολλαπλασιάσει τους μονοκυττάρους παθογόνους οργανισμούς της κεραίες επί δορυφορικών συνδέσεων σημαίες επί σχιζοφρενικών εγκλημάτων μία άτσαλα δομημένη ανατολίτικη κακία εισχωρεί στη δυτικότροπη απάτη των χυδαίων συναλλακτικών πρακτικών οι κλειδαριές αφανίζονται ένας ατάλαντος στιχοπλόκος αποκαλύπτει το βραχυκυκλωματικό λόγο καταργούνται οι κλειδαρότρυπες το μάτι καταβροχθίζει τον ηδονοβλεψία τα κλειδιά αναιρούνται το αντικλείδι προσφωνεί την ουτοπία των κωδικοποιημένων αυτουργών οξειδωμένοι τενεκέδες καπηλεύονται σε φιλανθρωποφαγικά απογεύματα την άγρια βλάστηση αιδοία πιράνχας εμφανίζουν τη γυναίκα κίναιδοι πέη κονιορτοποιούν τον άνδρα το ερμαφρόδιτο λιμοκτονεί ορίζοντας τη σφαγή του ουδέτερου γένους επιστρέφει ουρλιάζοντας την στην κενό καινή αναμέτρηση το αποτύπωμα της σκόνης σκοτώνεις δείχνει τη θέση των αντί κειμένων το φλαμίνγκο η νυχτερίδα το περιστέρι το κοράκι το κουνούπι η πεταλούδα κι ο χαμαιλέοντας οδηγούν τη στρατιά του Αρχιλόχου το ό,τι ναρκοθετεί τους μηχανισμούς της σύγχυσης ένα καράβι οργώνει με την καρίνα του ψυχές να διαβάζετε ορθόδοξα ερμηνεύοντας αιρετικά

*Από τη συλλογή “Ο κρατήρας του γέλιου μου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Οκτώβρης 2009.

Γεράσιμος Λυκιαρδιόπουλος, από τα “Ποιήματα του μανδαρίνου”

II

0 Captain, my Captain!

Όταν μας έβρεχε το κύμα δεν είχαμε άλλη έγνοια από το σκάφος.
Φάγαμε τόσες θάλασσες στην πλάτη σκυφτοί αλλά τραγουδώντας
στον άνεμο. Κι αν έτριζε η ψυχή μας δεν λασκάρισε. Γιατί Αυτός
μας φώναζε απ’ τη γέφυρα: «Η πίστις σώζει λεβέντες μου! Αλλά
χρειάζεται κι ένα γερό χέρι στό τιμόνι!».

Το σκάφος το γλυτώσαμε. Και τότε σε πήρε τό μάτι μου. Κατέβαινες
προς το βυθό σαν ξίφος χλευάζοντας με τη λάμψη σου κάθε
μιζέρια. Εγώ κυνηγημένος από μέσα μου όρμησα στα κύματα
χωρίς σωσίβιο. Ύστερα μ’ άρπαξαν οι λέξεις — άλλο ναρκωτικό
δεν γνώρισα. Είδα την Πρέβεζα να σβήνει στης Φλάντρας τις ομίχλες,
στης Μάγχης τα νερά.

Δεν τα κατάφερα νά πνιγώ. Είδα μονάχα πώς πνίγονται άλλοι στ’
ανοιχτά του μέλλοντος και γύρισα πάλι στα δικά μου. Στενεμένος
βλαστήμαγα κάπου-κάπου μά κανένας θεός δεν με πίστεψε.

Εσύ που κουβεντιάζεις τώρα με τον Καπετάνιο, θύμισέ του τά □
λόγια του. Πες του τι μας χρωστάει. Φάγαμε τόσες θάλασσες
στην πλάτη για πάρτη του. Γιά μιαν υπόσχεση, για ένα κέρασμα
ένα μπάρ που είχε ήδη κλείσει από τότε.

Πάντως τό σκάφος το γλυτώσαμε. Το ραντεβού ισχύει πες του.
Κι ας μην υπάρχουν μάρτυρες

— επικαλούμαι τώρα το άρωμα μιάς ανάμνησης στις βιαστικές
πωλήτριες των κεντρικών αρωματοπωλείων. Επί ματαίω; Επί
ματαίω έστω. Αλβανός. Αλβανός στό Κολωνάκι. πρίγκηπας στο Μεξικό.

* “Τα Ποιήματα του μανδαρίνου”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2002.

Θα σου στρώσω το τραπέζι | Ηλίας Κουρκούτας

Φτερά Χήνας

saratsis_fl

Θα σου στρώσω το τραπέζι
με τραπεζομάντηλα από τον Πόντο
μαχαιροπήρουνα της γιαγιάς που έφυγε
πρησμένη από τον πόνο
από τον Αχέροντα παππού
που έγδερνε
τα σωθικά της

θα σου σερβίρω κεφτεδάκια
από χώμα αραβόσιτο
κι άμμο της ξενιτιάς
με χόρτα θάλασσας
και πόνο των Ιμαλαΐων
μια θάλασσα
χωρίς βυθό
όπως οι νύχτες κι οι ευχές
της εφηβείας

View original post 72 more words

Octavio Paz, Τρία ποιήματα

ΕΔΩ

Τα βήματά μου σ’ αυτό το δρόμο
Αντηχούν
Σ’ άλλο δρόμο
Όπου
Ακούω τά βήματά μου
Να διαβαίνουν σ’ αύτό τό δρόμο
Όπου

Μόνη αληθινή είν’ η ομίχλη.

***

ΧΡΗΣΜΟΣ

Τα κρύα χείλη τής νύχτας
Αρθρώνουν μιά λεξη
Κολώνα οδύνης
Λιθάρι κι όχι λέξη
Ίσκιος κι όχι λιθάρι
Στοχασμός από αί’&αλη
Νερό αληθινό για τα χείλη μου από αιθάλη
Λέξη από άλήθεια
Λόγος των λαθών μου
Αν είναι θάνατος μόνο για τούτον ζω
Αν είναι μοναξιά μιλώ για κείνην
Είναι η μνήμη και δε θυμάμαι τίποτα
Δεν ξέρω τι λέει και την εμπιστεύομαι
Πώς νά έχουμε τη γνώση ότι ζωντανοί
Πώς νά ξεχώσουμε πως το γνωρίζουμε
Χρόνος που μισανοίγει τά ματόφυλλα
Κι αφήνεται νά φαίνεται και μας θωρεί.

***

ΦΙΛΙΑ

Είναι η αναμενόμενη ώρα
Πάνω στο τραπέζι πέφτει
Ατελείωτα
Η κώμη της λάμπας
Η νύχτα κάνει πελώριο τοό παράθυρο
Δεν υπάρχει κανείς
Η δίχως όνομα παρουσία με τυλίγει.

*Από το βιβλίο “Οκτάβιο Πας, Ποιήματα”, μετάφραση Μάγια Μαρία Ρούσσου, Εκδόσεις Ηριδανός, Οκτώβρης 1986.