Χιλιάδες κόσμος
με πανό και σημαίες
νέοι και νέες
προχωρούν μπροστά
φλόγα τα νιάτα τους
και προβολέας
φωτίζουν γύρω παντού
τρέμουν οι δρόμοι
και τα κτίρια χορεύουν
κάθιδρα τρέχουν
τα σκυλιά του καθεστώτος
να συμμαζέψουν
ό,τι μπορούν
γαβγίζουν άγρια
μα τα γρυλίσματά τους
χάνονται μέσα στις φωνές
του πλήθους
η πλάστιγγα ήδη έγειρε
και τα ελικόπτερα
πήραν μπρος
σε κάποιες ταράτσες.
Η αισθητική της οργής και της μνήμης: Εμιγκρενιάδα
Εμιγκρενιάδα, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Κοβάλτιο, 2026, ISBN: 978-618-6005-00-8
Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου*
Η Εμιγκρενιάδα του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου (Κοβάλτιο, 2026, ISBN: 978-618-6005-00-8) αποτελεί μία από τις πιο απαιτητικές και πολιτικά φορτισμένες ποιητικές συνθέσεις της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα έργο που υπερβαίνει τα όρια της παραδοσιακής λυρικής ποίησης και συγκροτεί ένα πολυφωνικό ποιητικό κολάζ, όπου η ιστορία, η μνήμη, η προσφυγιά, ο πόλεμος, η κοινωνική βία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια συνυφαίνονται σε ένα ενιαίο ποιητικό σύμπαν. Η σύνθεση συνομιλεί δημιουργικά με τη μοντερνιστική παράδοση, αξιοποιώντας τεχνικές αποσπασματικής γραφής, κινηματογραφικού μοντάζ και διακειμενικότητας, ενώ η αισθητική της παραπέμπει στη ρωσική πρωτοπορία και ιδιαίτερα στον Κονστρουκτιβισμό.
Ήδη από το εξώφυλλο διαφαίνεται η ιδεολογική και αισθητική κατεύθυνση του έργου. Η σύνθεσή του ανήκει στον πίνακα «Ο νέος άνθρωπος» (1923) του Ελ Λισίτσκι, κορυφαίου εκπροσώπου του Ρωσικού Κονστρουκτιβισμού. Τα κυρίαρχα γεωμετρικά στοιχεία, οι διαγώνιες γραμμές, το κόκκινο τετράγωνο, οι μαύρες μορφές και τα αστέρια παραπέμπουν στην επανάσταση, στη βιομηχανική εποχή, στην κίνηση αλλά και στη διάψευση των μεγάλων πολιτικών ουτοπιών του 20ού αιώνα. Έτσι, πριν ακόμη αρχίσει η ανάγνωση, ο/η αναγνώστης/-στρια εισέρχεται σε έναν κόσμο όπου η Ιστορία, η ιδεολογία και η προσωπική εμπειρία βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση.
Ο ίδιος ο τίτλος Εμιγκρενιάδα αποτελεί έναν ευρηματικό νεολογισμό, καθώς συνδυάζει τη λέξη εμιγκρές (émigré) με την επική κατάληξη -ιάδα, παραπέμποντας ευθέως στην Ιλιάδα. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Ο Παπαντωνόπουλος μεταφέρει το έπος από το πεδίο των ηρωικών κατορθωμάτων στην καθημερινότητα των μεταναστών, των προσφύγων και των ανθρώπων του κοινωνικού περιθωρίου. Οι ήρωές του δεν κατακτούν εδάφη αλλά παλεύουν για επιβίωση μέσα σε έναν κόσμο πολέμων, οικονομικής εκμετάλλευσης και διαρκούς μετακίνησης.
Το ιδεολογικό στίγμα του έργου διατυπώνεται ήδη από το μότο των Gogol Bordello, «We comin’ rougher every time». Η φράση αυτή λειτουργεί ως ποιητικό και πολιτικό μανιφέστο. Οι αποκλεισμένοι δεν παρουσιάζονται ως παθητικά θύματα αλλά ως άνθρωποι που επιστρέφουν κάθε φορά πιο σκληροί απέναντι στην κοινωνική αδικία. Αντίστοιχα, ο στίχος «ερχόμαστε πιο τρελοί απ’ τον εχθρό που διαλέγει» (σ. 21) μετατρέπει την «τρέλα» σε μορφή αντίστασης απέναντι σε έναν κόσμο που αναπαράγει διαρκώς αποκλεισμούς και ανισότητες.
Η Εμιγκρενιάδα πραγματεύεται ένα ευρύ φάσμα θεμάτων: τη μετανάστευση, την προσφυγιά, τον πόλεμο, τον εμφύλιο, την οικονομική κρίση, τον καπιταλισμό, τον ρατσισμό, τη συλλογική μνήμη, την πατρότητα, την οικογένεια, την πατρίδα, την επανάσταση και τον θάνατο. Ωστόσο, η μετανάστευση δεν παρουσιάζεται μόνο ως γεωγραφική μετακίνηση αλλά κυρίως ως υπαρξιακή κατάσταση. Η εμπειρία του ξεριζωμού μετατρέπεται σε καθολική συνθήκη, καθώς ο άνθρωπος βιώνει διαρκώς την αίσθηση της αποξένωσης, ανεξάρτητα από τον τόπο όπου βρίσκεται ή την ταυτότητα που φέρει.
Η κοινωνική και πολιτική κριτική αποτελεί τον βασικό άξονα της σύνθεσης. Ο ποιητής καταγγέλλει τη μικροαστική κανονικότητα, τη διαφθορά, την οικονομική εκμετάλλευση και την υποκρισία των σύγχρονων κοινωνιών. Εμβληματική είναι η εικόνα όπου οι μετανάστριες από τη Σρι Λάνκα φροντίζουν τα παιδιά εύπορων οικογενειών: «ΓΙΟΥΧΑ/ στη μαμά με το λουρί που παίρνει στο καφέ τις Σριλανκέζες της / για να ‘χουν αυτές τα μάτια στο μωρό/αυτά τα μάτια που/ σκοτείνιασαν/ έντομα και βροχή/ σε κάθε συνθηματικό/αυτά τα μάτια στην Ανατολή/ τα λένε και τραύματα Θεού» (σ.11). Μέσα σε λίγους στίχους αποτυπώνεται η ταξική ανισότητα, η αόρατη εργασία και η εκμετάλλευση που στηρίζει την ευημερία της σύγχρονης μεσαίας τάξης.
Η δομή του έργου είναι αποσπασματική και πολυφωνική. Δεν υπάρχει γραμμική αφήγηση ούτε παραδοσιακή ποιητική ανάπτυξη. Η σύνθεση αποτελείται από μικρές ποιητικές ενότητες, συνθήματα, δραματικούς διαλόγους, εσωτερικούς μονολόγους και λυρικές εξάρσεις. Οι διαδοχικές αλλαγές φωνής, οι επαναλήψεις, οι παρενθετικές παρεμβολές και οι απότομες εναλλαγές εικόνων δημιουργούν την αίσθηση κινηματογραφικού μοντάζ, ενώ η τυπογραφική διάσπαση των λέξεων και η χρήση κεφαλαίων μετατρέπουν την ίδια τη μορφή του ποιήματος σε φορέα νοήματος.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η γλώσσα της ποιητικής σύνθεσης. Δημοτική, αργκό, κυπριακοί ιδιωματισμοί, αγγλικά, ρωσικά ονόματα, τουρκικές λέξεις, βιβλικές εκφράσεις, οικονομική ορολογία και πολιτικός λόγος συνυπάρχουν στο ίδιο ποιητικό σώμα. Η πολυγλωσσία αυτή αντανακλά τον κατακερματισμένο κόσμο της παγκοσμιοποίησης και της διαρκούς μετακίνησης των ανθρώπων. Παράλληλα, η εκτεταμένη χρήση βωμολοχιών και σκληρών εκφράσεων δεν λειτουργεί ως επιφανειακή πρόκληση αλλά ως συνειδητή αισθητική επιλογή. Η ωμή γλώσσα αντικατοπτρίζει τη βία της κοινωνικής πραγματικότητας και απογυμνώνει την υποκρισία μιας αστικής ευγένειας που συγκαλύπτει την εκμετάλλευση.
Το έργο διακρίνεται επίσης για την πυκνή διακειμενικότητά του. Η κατάληξη -ιάδα παραπέμπει στο ομηρικό έπος, ενώ οι συνεχείς αναφορές στη Βίβλο μετατρέπουν τη θρησκευτική γλώσσα σε όχημα πολιτικής καταγγελίας. Ο Ροντιόν υπενθυμίζει τον Ρασκόλνικοφ του Ντοστογιέφσκι, ενώ το μότο των Gogol Bordello συνδέει τη σύνθεση με τη σύγχρονη punk κουλτούρα. Παράλληλα, η επαναλαμβανόμενη κραυγή «ΓΙΟΥΧΑ» θυμίζει συνθήματα διαδηλώσεων, μετατρέποντας την ποίηση σε δημόσιο πολιτικό λόγο.
Η ιστορία αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς στην Εμιγκρενιάδα και λειτουργεί ως ο άξονας που συνδέει την ατομική εμπειρία με τη συλλογική μνήμη. Ο Παπαντωνόπουλος διατρέχει την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη Δικτατορία, την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τους πολέμους στη Συρία και την Ουκρανία, αλλά και τη σύγχρονη προσφυγική κρίση, συνθέτοντας έναν ποιητικό χάρτη ιστορικών τραυμάτων. Οι τόποι — Αθήνα, Λευκωσία, Ντονέτσκ, Χομς, Βίσεγκραντ, Γκντανσκ, Ερεβάν, Σμύρνη, Περιστέρι, Ντούρες και Μπάρι — δεν εμφανίζονται ως απλές γεωγραφικές αναφορές, αλλά ως κόμβοι μιας παγκόσμιας ιστορίας βίας, πολέμου, εξορίας και προσφυγιάς. Με αυτόν τον τρόπο ο ποιητής υποδηλώνει ότι η Ιστορία επαναλαμβάνει διαρκώς τις ίδιες μορφές εκμετάλλευσης και αποκλεισμού, αλλάζοντας μόνο τα πρόσωπα και τις εποχές, ενώ το ανθρώπινο τραύμα υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα.
Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η ενότητα που αφορά το Περιστέρι, όπου η εργατική ιστορία, η μικρασιατική προσφυγιά και το ποδόσφαιρο συνυφαίνονται σε μια ενιαία συλλογική μνήμη. Ο χαρακτηριστικός στίχος «δες το γήπεδο: μισό παράγκες Μικρασιατών, μισό τα χτιστά “ανεπιθύμητων”… κι αυτή η κραυγή: ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΤΗ ΦΑΝΕΛΑ» (σ.25) αναδεικνύει το γήπεδο όχι απλώς ως χώρο αθλητισμού, αλλά ως τόπο συλλογικής ταυτότητας, ιστορικής μνήμης και λαϊκής αντίστασης. Αντίστοιχα, η αναφορά στη διαδρομή Ντούρες–Μπάρι ανακαλεί τη μαζική έξοδο των Αλβανών μεταναστών τη δεκαετία του 1990, ενώ η Χομς, το Ντονέτσκ και το Βίσεγκραντ φέρνουν στο προσκήνιο σύγχρονα και παλαιότερα πεδία πολέμου, γενοκτονιών και βίαιου εκτοπισμού. Έτσι, η Εμιγκρενιάδα μετατρέπει τη γεωγραφία σε φορέα ιστορικής μνήμης, παρουσιάζοντας την προσφυγιά και την εξορία ως μια διαχρονική ανθρώπινη εμπειρία που ενώνει διαφορετικούς λαούς και διαφορετικές εποχές.
Ξεχωριστή θέση στη σύνθεση κατέχει η μορφή του «Μάρκο». Η συνεχής αποστροφή προς αυτόν δημιουργεί μια σύνθετη ποιητική περσόνα, η οποία συγκεντρώνει αντιφατικούς κοινωνικούς και πολιτικούς ρόλους: τον «συμμορίτη», τον γραφειοκράτη, τον δημοσιογράφο, τον χαφιέ, τον θρησκευτικό υποκριτή και τον διαχειριστή της μεταναστευτικής πολιτικής. Παρότι η πρώτη προσφώνηση είναι πιθανό να ενεργοποιεί συνειρμούς με τον Μάρκο Βαφειάδη και τη μνήμη του Ελληνικού Εμφυλίου, το ίδιο το ποίημα δεν επιτρέπει ασφαλή ταύτιση με το ιστορικό πρόσωπο. Αντίθετα, ο «Μάρκο» εξελίσσεται σε μια σύνθετη συμβολική μορφή που συμπυκνώνει διαφορετικές εκφάνσεις της εξουσίας, της ιδεολογικής συνενοχής και του κοινωνικού αποκλεισμού.
Ανάλογη σημασία αποκτά και το τελευταίο ποίημα της συλλογής, το οποίο λειτουργεί ως ποιητικός επίλογος και αντι-προσευχή. Η οξύμωρη προσφώνηση «Κύριε ο φονιάς» ανατρέπει τη συμβατική θρησκευτική γλώσσα, ενώ οι εικόνες με τα «άστρα των νεκρών», το «χέρι τοκογλύφου» και το «μένος» συνδέουν τη βιβλική παράδοση με τη σύγχρονη ιστορική εμπειρία. Ο τελευταίος στίχος, «είμαι ξένος μπροστά σου όπως κάθε πατέρας»( σ.26), συμπυκνώνει την κεντρική ποιητική πρόταση του έργου: ο άνθρωπος παραμένει διαρκώς εξόριστος από την Ιστορία, την πατρίδα και ενίοτε από τον ίδιο του τον εαυτό, διατηρώντας ωστόσο τη μνήμη και την αντίσταση ως θεμελιώδη στοιχεία της ύπαρξής του.
Συνολικά, η Εμιγκρενιάδα αποτελεί ένα σύγχρονο ποιητικό έπος της προσφυγιάς και της κοινωνικής αντίστασης. Με τη συνάντηση της πολιτικής καταγγελίας, του λυρισμού, της ιστορικής μνήμης και της μοντερνιστικής αισθητικής, ο Παπαντωνόπουλος δημιουργεί ένα έργο υψηλής λογοτεχνικής και ιδεολογικής έντασης. Η σύνθεση δεν επιδιώκει να παρηγορήσει ούτε να προσφέρει εύκολες απαντήσεις· αντίθετα, προκαλεί τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας και να αναστοχαστεί τη θέση του απέναντι στον πόλεμο, τη μετανάστευση, τη συλλογική μνήμη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η Εμιγκρενιάδα επιβεβαιώνει έτσι ότι η ποίηση μπορεί ακόμη να λειτουργεί ως χώρος ιστορικής μνήμης, αισθητικής ανανέωσης και πολιτικής αντίστασης.
*Η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος. Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη Διοίκηση Σχολικών Μονάδων και β) στις Επιστήμες της Αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή (κατεύθυνση εκπαίδευση). Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας.
Στέλλα Δούμου, Τρία ποιήματα
Η Λεωφόρος Λιμπερτά από την ταράτσα εξηκονταετούς κτηρίου
Κόκκινα ποδήλατα παρήλασαν
Στην Λεωφόρο Λιμπερτά
Την Μεγάλη Εβδομάδα του μήνα Σιλόκ.
Ο κατασκευαστής τους τα είχε ερωτευθεί
Από την πρώτη εκείνη στιγμή που έφτιαξε
Τα γυαλιστερά φτερά και τις ακτίνες
Τα κουδούνια και τ’ αεικίνητα πεντάλ.
Μόλις έφτιαξε και το τελευταίο τής ράτσας
Ολόχαρος τίναξε τα μυαλά του
Μπροστά από αυτήν την επανάσταση.
Αχ, όλα αρχίζουν από την ανάποδη των προφάσεων
Κι αυτό είναι το μεγάλο ατού όλων των παραδείσων
-ο εν λόγω, βρισκόταν σε μια ταράτσα
που κουδούνιζε σαν πυρακτωμένη δύση-
Μην και ξέρετε πώς αλλάζουν
Οι εποχές των χαρούμενων ποδηλάτων;
Ζητείται μία που να μην χαλά κατά την πτώση.
*
Ante portas
Πρόσεξε παρακαλώ
Το στήθος μου είναι μαύρος άνεμος
Διαπλέει άλογα
Με πνεύματα Αγίων στις οπλές.
Τα κάνει ν’ αγαπούν την αμαρτία.
Να πίνουν νερό από μετόχια
Που κατοικούνε δαίμονες περιστρεφόμενοι.
Σε συνθήκες ραφής πρωινό χειλιών.
Φοβούμαι τα εάλω.
Γι’ αυτό, μην αφήσεις ίχνη.
*
Εντροπία
Μίσχοι αμυγδαλωτών σφυγμών
Και βύσσινο αίμα
Σε ανορθόδοξα τέμπλα Σεπτέμβρη ουρανού
Σαλεύει ο χρόνος υπό μάλης
Στον γύψινο ορθό μια ρωγμή:
η παρθενία της σιωπής
Η πιθανότητα να αναστηθείς
Είναι όση του αγριόχορτου η λεπτομέρεια
Στο καλογυαλισμένο σύμπαν.
Η πιο μαβιά εξίσωση εσύ
λάμνεις στην εντροπία.
*Από τη συλλογή “Βαθιά στον κύκλο ν’ ασημίζει”, εκδ. Κουκκίδα, 2024.
Μάνια Μεζίτη, από το “Τον ελέφαντα είδαν πρώτα”
Η Άννα διέθετε μια παιδιάστικη πλευρά. Περιπλανιόταν ανέμελη στους δρόμους με μια νοσοκομειακή ετικέτα στον καρπό. Αν ζήλευες; Ναι, λιγάκι. Η αντοχή της σου ασκούσε γοητεία. Έμπαινε στον θάλαμο φορώντας δανεικά μαλλιά και μεταχειρισμένο πόδι. Πρώτη position ένα βήμα εμπρός. Ύστερα δύο πίσω, plié. Η πρώτη συντριβή της Άννα ήταν από κεραυνό.
*
Η Αφροδίτη δεν ήτανε θεά. Καθάριζε κάτι γραφεία στην διόλου. Τις Κυριακές προσέφερε σπονδές και τα πλαστικά της σκεύη. Έκοβε τα μαλλιά της αγορίστικα να μη χρειάζονται φροντίδα. Ο μόχθος της είχε τη γεύση φαγητού. Έτρωγε ακατάπαυστα για να ισοφαρίσει.
*
Όταν υψώνει τη φωνή, γίνεσαι polly pocket. Διατηρείς βεβαίως το δικαίωμα να ψηφίζεις κλείνοντας στ’ αριστερά σου την αγκύλη, αλλά δεν κάνεις για αρένες – σημαντικό να ξέρεις γιοα πόσα πράματα μετράς. Τεράστια εθυχασρίστηση τα πλαστικά σου φουστανάκια παρότι σκίζονται καμιά φορά καθώς προσπαθείς να χωρέσουν.
*“Τον ελέφαντα είδαν πρώτα”, εκδ. Κουκκίδα, 2025
Ζωή Καραπατάκη, Μονόδρομος
Θάλασσα είσαι όλη σκεπασμένη
απ’ τον ουρανό
Τον ουρανό που για καιρό πίστευα
ότι γνωρίζει κάθε επιθυμία σου
Επισύναπτα λοιπόν
όποτε ερχόμουν σ’ εσένα
και τις δικές μου επιθυμίες
είτε ψευδείς ήτανε είτε αληθινές,
σαν υστερόγραφο στο τέλος
μιας μακράς επιστολής
Μα σιγά σιγά έμαθα
ότι αυτός ο απέραντος ουρανός είναι
μια μεγάλη ψευδαίσθηση
όπως και ο Παράδεισος
Έτσι στράφηκα από τότε στον εαυτό μου
τον αναγνώρισα
ως ένα από τα απτά δείγματα του χρόνου,
μια σημαδούρα του Άγνωστου,
κι άρχισα να χάνομαι μέσα του.
Ξένια Καλαϊτζίδου, Δύο ποιήματα
Όταν κοιμάμαι
οι φίλοι γίνονται εραστές,
οι δρόμοι των παιδικών χρόνων
γεννούν πολυώροφους κήπους,
από άγνωστους ωκεανούς βρέχομαι
απρόσμενης παροχής
όσο επιτρέπει ο μετρονόμος της βρύσης.
Ώσπου να ξυπνήσω
οι εχθροί εξημερώνονται
και τυλίγονται στη λήθη εκ νέου.
Έξω ο κόσμος
ανακυκλώνεται και μισεί
με ταχύτητες θορύβων.
Καραδοκεί το μαύρο γάλα,
χαράζει κάθε νέο φως.
Μα πόσο γαλήνιες
οι τελευταίες ξυραφιές
του ήλιου.
*
Ακόμη κι αν τα λόγια είναι μάταια
κι αναβαθμίστηκαν σε εμπορικά πελώρια
τα σκλαβοπάζαρα της γης –
απολήξεις καλοκαιριών περασμένων
σε άγνοια πλέοντας ή σε ιερή κενότητα
δείχνουν στο απέραντο φως.
Γι’ αυτό καμιά φορά ακόμη
τρέχουμε στους δρόμους
θαρρείς σε άυλες γκαλερί,
χωρίς να μας κυνηγούν.
Τότε η πόλη σκάει ένα από τα σπάνια
κι εφήμερα χαμόγελά της
πριν να γυμνώσει τις αμυγδαλιές
μια βίαιη ριπή ανέμου.
Μπορούμε χωρίς αποσκευές ακόμη
στο χορτάρι της να κυλιόμαστε
φωνάζοντας:
ένας από μας.
*Από το TEFTeRI, No 3, Γενάρης 2026.
Λιάνα Σακελλίου, Σώμα σαν χάρτης
Με ανοίγεις και περπατάς μέσα μου
μέχρι τη θάλασσα
ιριδίζει με λάδι ευκαλύπτου
κι εμείς δεν έχουμε ακόμη φθαρεί.
Κινείται προς το μέρος σου
τη βλέπεις στον λαιμό μου ν’ ανασαίνει
σφίγγεται, χαλαρώνει, πάλλεται
δοκιμάζει πόσο σε θέλει.
Ας πούμε πως η θάλασσα βαθαίνει,
πως μια αστραπή τη φωτίζει
τη στιγμή που με σχίζεις
σαν εργαλείο τελετουργικό
τα όργανα πυρώνουν
ο αέρας λιγοστεύει
γίνεται λάρυγγας ο δρόμος
και στενεύει
γίνεται σπήλαιο –
στο βάθος του θερμή
η θάλασσα μουγκρίζει
τα σπλάχνα υγραίνονται
φουχτώνεις τον πλακούντα
και τον τραβάς.
Κάτι αποσπάται.
Κάτι γεννιέται.
Βραδιάζει απότομα
με το κρώξιμο
ενός αόρατου γλάρου
και αρχίζει να χιονίζει.
Στις αρτηρίες
κυκλοφορεί μονάχα
το χειμωνιάτικο ταξίδι των χυμών μας
βαρύ και αδιόρθωτα αργό.
ένα έτσι, Στον λάκκο με τους ελάσσονες
Στον λάκκο με τους ελάσσονες
δεν υπάρχουν φίδια.
Δαγκώνονται μεταξύ τους.
Απουσία λογικής
και φυσικού ενστίκτου.
Περισσότερο από βαρεμάρα.
Τρελαμένοι,
καθώς είναι,
από την ανωνυμία
των επιθυμιών τους.
*Σχετικός σύνδεσμος: https://enaetsi.wordpress.com/2026/07/25/9494/#like-9494
Αθηνά Αραπάκη, Έθιμα ταφής
Έξω χειμωνιάζει·
Το κουφάρι της γάτας
που πάτησε προχθές τ’ αγροτικό
το μετακίνησε το πρωί
ένας παππούλης
Το έπιασε απ΄ την ουρά, διστακτικά
και το πέταξε
στον κοντινότερο κάδο ανακύκλωσης
Γλιτώσαμε την μπόχα, ναι
Τύλιξε και τα πόδια της
σε μια τρύπια σακούλα σουπερμάρκετ·
Δεν ξέρεις ποτέ
τι αρρώστιες κουβαλάνε τα ψωρόγατα
Μεγάλο πράγμα
να ’ναι κανείς σπλαχνικός
Μεγάλο πράγμα
η συμπόνια·
Κλείνω το παράθυρο και ανάβω τσιγάρο
Σε λίγα χρόνια θα είμαι
αυτό ακριβώς που σιχαίνομαι ή
κουφάρι σε κάδο ανακύκλωσης.
Όλα είναι
Θέμα επιλογών
*Από τη συλλογή “Σώμα σαν σπίτι”, εκδ. Θράκα, 2025.
Πεφτούλης Μαρθόγλου, Δύο ποιήματα
Δεν επαναπαύομαι. Αργά βλασταίνει ο βολβός
κι εύκολα τραυματίζονται τα άνθη.
Λοξοδρομώ, εφευρίσκοντας πάντα την επιστροφή
άσωτος και διψασμένος. Καταβροχθίζουν βουνά.
Φωτογραφίζονται αισιόδοξοι και αλαζόνες.
Αφού αυτοί δεν θα πολεμήσουν – κι ας προκαλούν –
την πραγματική της φρίκης του αιώνα.
Εκτάσεις θανάτου για την ενέργεια.
Φαράγγια γυμνά και πουλιά σχισμένα.
Τρέχει ο δρομέας όμως το καρότο μακριά.
Η σκυτάλη από βάρδια σε βάρδια.
Θα αφήσω το τομάρι μου
Να το ξεβράσει η νύχτα.
Προς το παρόν την γλύτωσε
Από τα αποσπάσματα του προηγούμενου αιώνα.
Γιατί με θρέφουν να γίνω κρέας
Στην φρίκη αυτού του αιώνα.
Τα τέρατα ζωντανά και παρόντα παντού.
Χωράνε σε υπονόμους όμως κυκλοφορούν
στις οθόνες των τηλεοράσεων.
Ο κρότος απλώνεται και το δίκιο μουγκό.
Δεν επαναπαύομαι, λοξοδρομώ
Γιατί ο δρόμος που μας δίνουνε
είναι μια σκοτεινή πορεία προς τον θάνατο.
Ακολούθησα της ζωής τα μονοπάτια
Με έναν ενθουσιασμό και ένα πάθος
Δεν θα χαραμιστώ απ’ τα κανόνια
Και τις μπουλντόζες τους.
*
Αν θέλουμε να υπάρξει ποτέ ο άνθρωποι,
θα έπρεπε να ξεκινήσουμε
πλάθοντας έναν κόσμο για αυτόν.
Ένα μέρος που η καρδιά και ο νους
μονιάζουν αδελφωμένα.
Χωρίς βομβαρδισμούς και ερείπια
-αργότερα τουριστικά θέρετρα.
Χωρίς ατελείωτες βάρδιες
και αγχωτικούς λογαριασμούς.
Αν στα πήλινα σπίτια μοιραζόταν το ψωμί
ανάλογα με τα στόματα και τα μεροκάματα
δεν ήταν τόσο βάρβαρα και επικίνδυνα.
Θα είχαμε χρόνο να ξυπνήσουμε
την συνείδηση με ελεύθερα βιβλία,
με θέατρα στις πλατείες,
με χορό στα βουνά!
Θέλει παλμό να νιώσεις την ζωή.
Ένας άνθρωπος ξανά τη φύση
που ξυπόλητος ακολουθεί.
*Από το “TEFTeRI” No 5, Ιούλης 2026.









