Mary Webb, Δύο ποιήματα

Spring in the West

Soon amid the inviolable places
Will green, rustling steeples chime again
With the sweet, glassy bell-notes of the wren.
Soon the plain shall lie beneath blue spaces–
Bold and broad and ruddy in the sun,
Long and lean to the moon when day is done.

Soon will come the strange, heart-lifting season
When through the dark, still dawns, where nothing
was,
Steals the mysterious whisper of growing grass;
And a joy like pain possesses the soul, without
reason,
Between the budding of day and the lapse of night,
With the clear, cold scent of wet starlight.

Άνοιξη στη Δύση

Ανάμεσα σε τόπους ιερούς, σύντομα
θα πρασινίσει, καθώς, ξανά θροΐζουν
καμπαναριών αρμονικές
με του τρυποφράχτη τις νότες – τις μονότονες,
γλυκές.
κάτω από γαλάζιους θόλους, η πεδιάδα θα ’ναι
σύντομα
μέσα στον ήλιο φωτεινή, απέραντη, στο ρόδινο
βαμμένη,
μακριά και λιτή, κι όταν τελειώσει η μέρα,
στο φεγγάρι ακουμπισμένη.

Γρήγορα, παράξενη θα’ρθεί, η ψυχοσηκώστρα
εποχή,
όταν, εκεί που τίποτα δεν υπήρχε, μέσα απ’ το
σκοτάδι χαράζει ακόμη,
κλεφτά θα μπαίνει ο μυστικός ψίθυρος του
χορταριού που μεγαλώνει·
και μια χαρά θα πλημμυρίζει την ψυχή, σαν
πόνος δίχως αφορμή,
εκεί που ανοίγεται η μέρα και βυθίζεται η
νυχτιά,
με την διάφανη, παγωμένη,
του μουσκεμένου
αστρόφωτου ευωδιά.

*

Foxgloves

The foxglove bells, with lolling tongue,
Will not reveal what peals were rung
In Faery, in Faery,
A thousand ages gone.
All the golden clappers hang
As if but now the changes rang;
Only from the mottled throat
Never any echoes float.
Quite forgotten, in the wood,
Pale, crowded steeples rise;
All the time that they have stood
None has heard their melodies.
Deep, deep in wizardry
All the foxglove belfries stand.
Should they startle over the land,
None would know what bells they be.
Never any wind can ring them,
Nor the great black bees that swing them–
Every crimson bell, down-slanted,
Is so utterly enchanted.

Δαχτυλίδες

Της δαχτυλίδας οι καμπάνες, με γλώσσα
κρεμασμένη,
ποτέ δεν θα φανερώσουν
ποιους χτύπους σήμαναν
στη Νεραιδοχώρα, στη Νεραιδοχώρα
χίλιες εποχές χαμένες.
Όλα τα χρυσά γλωσσίδια κρέμονται
λες και μόλις τώρα αντήχησε
η αλλαγή της κωδωνοκρουσίας·
μόνο από τον στικτό λαιμό
καμιά ηχώ δεν πλέει πια.
Σχεδόν ξεχασμένα, μες στο δάσος,
χλωμά, πυκνά καμπαναριά υψώνονται·
σε όλο τον χρόνο που εκεί στέκουν
κανείς δεν άκουσε τις μελωδίες τους.
Βαθιά, βαθιά στη μαγεία
όλα τα κωδωνοστάσια της δαχτυλίδας στέκουν.
Αν αντηχήσουν ξαφνικά πάνω από τη γη,
δεν θα ’ξερε κανείς τι λογής καμπάνες είναι.
Κανένας άνεμος ποτέ δεν τις κρούει,
Μήτε οι μεγάλες μαύρες μέλισσες που τις
λικνίζουν–
κάθε πορφυρή καμπάνα, γερμένη προς τα κάτω,
είναι βαθειά μαγεμένη.

*Από το βιβλίο “Μαίρη Γουέμπ, Ποιήματα”, ιδιωτική έκδοση σε δωρεάν διάθεση στο διαδίκτυο, Ιούνιος 2026. Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου.

Bartolomeo Vanzetti (1888-1927), Último discurso en la corte / Τελευταίος λόγος στο δικαστήριο

He estado hablando mucho de mí mismo y ni siquiera había mencionado a Sacco.
Sacco también es un trabajador,
un competente trabajador desde su niñez, amante del trabajo,
con un buen empleo y un sueldo, una cuenta en el Banco,
y una esposa encantadora y buena,
dos niñitos preciosos y una casita bien arreglada en el lindero de un bosque, junto a un arroyo.
Sacco es todo corazón, todo fe, todo carácter, todo un hombre;
un hombre, amante de la naturaleza y de la humanidad un hombre que lo dio todo, sacrificó todo
por la causa de la libertad y su amor a los hombres: dinero, tranquilidad, ambición mundana,
su esposa, sus hijos, su persona y su vida.
Sacco jamás ha pensado en robar, jamás en matar a nadie.
Él y yo jamás nos hemos llevado un bocado de pan a la boca,
desde que somos niños hasta ahora,
que no lo hayamos ganado con el sudor de la frente. Jamás…
Sí, sí, yo puedo ser más listo, como alguien ha dicho; yo tengo más labia que él, pero muchas,
muchas veces, oyendo su voz sincera en la que resuena una fe sublime,
considerando su sacrificio supremo, recordando su heroísmo,
yo me he sentido pequeño en presencia
de su grandeza y me he visto obligado a repeler las lágrimas de mis ojos,
y apretarme el corazón que se me atorozonaba,
para no llorar delante de el:
este hombre al que han llamado ladrón y asesino y condenado a muerte.
Pero el nombre de Sacco vivirá en los corazones del pueblo y en su gratitud cuando los huesos de Katzmann
y los de todos vosotros hayan sido dispersados por el tiempo;
cuando vuestro nombre, el suyo, vuestras leyes, instituciones,
y vuestro falso dios no sean
sino un borroso recuerdo de un pasado maldito en el que el hombre era lobo para el hombre…
Si no hubiera sido por esto
yo hubiera podido vivir mi vida
charlando en las esquinas y burlándome de la gente.
Hubiera muerto olvidado, desconocido, fracasado. Esta ha sido nuestra carrera y nuestro triunfo.
Jamás en toda nuestra vida hubiéramos podido hacer tanto por la tolerancia,
por la justicia, porque el hombre entienda al hombre, como ahora lo estamos haciendo por accidente.
Nuestras palabras, nuestras vidas, nuestros dolores‒ ¡nada!
La pérdida de nuestras vidas ‒la vida de un zapatero y un pobre vendedor de pescado‒ ¡todo! Ese momento final es de nosotros, esa agonía es nuestro triunfo.
y desde las profundidades de la tierra viva,
lo que surge de la fe ardiente, de la loca esperanza y de la cólera ‒del deseo y de la luz del
entusiasmo y de la oración,
que hará florecer ‒actos, gritos‒ llamas: la rebelión…
Baja para cortar el vuelo, la ametralladora emboscada: victoria al hombre de leyes de hierro,
victoria al metal sobre la carne ‒y en el sueño‒la ley de la muerte.
Y esta máquina, nuestras manos y nuestros cerebros construidos. ¡Padre mío! ¿Sabíamos lo que hacíamos?

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Μιλούσα πολύ για τον εαυτό μου και δεν έχω καν αναφέρει τον Σάκο.
Ο Σάκο είναι επίσης εργάτης,
ικανός εργάτης από την παιδική του ηλικία, λάτρης της εργασίας,
με καλή δουλειά και μισθό, τραπεζικό λογαριασμό,
και μια αξιαγάπητη, καλή σύζυγο,
δύο αξιαγάπητα μικρά παιδιά και ένα καλοδιατηρημένο μικρό σπίτι στην άκρη ενός δάσους, δίπλα σε ένα ρυάκι.
Ο Σάκο είναι όλο καρδιά, με πίστη, με χαρακτήρα, ένας ακέραιος άνθρωπος.
Ένας άνθρωπος, λάτρης της φύσης και της ανθρωπότητας, ένας άνθρωπος που έδωσε τα πάντα, θυσίασε τα πάντα
για την υπόθεση της ελευθερίας και για την αγάπη του για την ανθρωπότητα: χρήματα, ηρεμία, κοσμικές φιλοδοξίες,
τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τον εαυτό του και τη ζωή του.
Ο Σάκο δεν σκέφτηκε ποτέ να κλέψει, ποτέ να σκοτώσει κανέναν.
Αυτός κι εγώ δεν έχουμε φάει ποτέ μια μπουκιά ψωμί,
από την παιδική μας ηλικία μέχρι τώρα,
που να μην την έχουμε κερδίσει με τον ιδρώτα του προσώπου μας. Ποτέ…
Ναι, ναι, μπορεί να είμαι πιο έξυπνος, όπως είπε κάποιος. Έχω περισσότερη ευγλωττία απ’ αυτόν, αλλά πολλές, πολλές φορές, ακούγοντας την ειλικρινή φωνή του στην οποία αντηχεί μια ανώτερη πίστη,
λαμβάνοντας υπόψη την υπέρτατη θυσία του, θυμούμενος τον ηρωισμό του,
έχω νιώσει μικρός μπροστά
στο μεγαλείο του και έχω αναγκαστεί να απωθήσω τα δάκρυα από τα μάτια μου,
και να κρατήσω την πονεμένη μου καρδιά,
για να μην κλάψω μπροστά του:
αυτόν τον άνθρωπο που τον έχουν αποκαλέσει κλέφτη και δολοφόνο τον έχουν καταδικάσει σε θάνατο.
Αλλά το όνομα του Σάκο θα ζει στις καρδιές των ανθρώπων και στην ευγνωμοσύνη τους, όταν τα κόκαλα του Κάτσμαν
και όλων σας θα έχουν διασκορπιστεί από τον χρόνο·
όταν το όνομά σας, το όνομά του, οι νόμοι σας, οι θεσμοί σας,
και ο ψεύτικος θεός σας δεν θα είναι τίποτα άλλο
από μια θολή ανάμνηση ενός καταραμένου παρελθόντος στο οποίο ο άνθρωπος ήταν λύκος για τον άνθρωπο…
Αν δεν ήταν αυτό,
θα μπορούσα να ζήσω τη ζωή μου
κουβεντιάζοντας στις γωνίες των δρόμων και χλευάζοντας τους ανθρώπους.
Θα είχα πεθάνει ξεχασμένος, άγνωστος, αποτυχημένος. Αυτό ήταν το ταξίδι μας και ο θρίαμβός μας.
Ποτέ σε όλη μας τη ζωή δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τόσα πολλά για την ανοχή,
για τη δικαιοσύνη, για να κατανοήσει η ανθρωπότητα τον εαυτό της, όπως κάνουμε τώρα τυχαία.
Τα λόγια μας, οι ζωές μας, ο πόνος μας—τίποτα!
Η απώλεια της ζωής μας—η ζωή ενός υποδηματοποιού και ενός φτωχού ιχθυοπώλη—τα πάντα! Αυτή η τελευταία στιγμή είναι δική μας, αυτή η αγωνία είναι ο θρίαμβός μας.

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης

Τάσος ΜηνυμάL Σταυρουλάκης (Tamistas) (1964-2026), ο τελευταίος άνθρωπος

Από το “Stalker” ” ρτυ Ταρκόφσκι

-Στα μάτια κοίτα με. Η δύση κάνει τη δουλειά της· τη δική μας εμείς. Στα μάτια.

-Πίσω απ’ το φως ο ήλιος πέθανε. Η ζωή στη γη θα εξαφανιστεί χιλιάδες χρόνια μετά. Κάτι άλλο θα ήταν· σίγουρα. Κάτι που δεν λένε. Θυμάσαι τότε; Κάθε πρωί στη δουλειά. Να σταθείς όρθιος. Να ισορροπήσεις. Ν’ ανταποκριθείς σε καθήκοντα.

-Χρονικά προαναγγελθέντων θανάτων. Όλων.

-Έπρεπε ν’ αφομοιώνεις, να ενστερνίζεσαι, να ευχαριστιέσαι. Έπαιζες τον ρόλο, δεν τον ζούσες. Δεν αφομοίωνες, δεν ενστερνιζόσουν, δεν ευχαριστιόσουν τη ζωή· τη χρησιμοποιούσες. Περπατούσες δίπλα σε τοίχους καμωμένους από ανθρώπινους ιστούς. Αηδίαζες, έγραφες στίχους με αρουραίους και κάτουρα· ήταν της μόδας τότε. Η περούκα της πρωτοτυπίας σε στράβωνε. Χωνόσουν στη λύπη των αιώνων ασάλευτος. Έβριζες, κατέγραφαν τις λέξεις σου, μύγες σε παγωμένο γάλα. Γύρω σου λαχταρούσαν το άπειρο. Έλεγες ότι άπειρο θα πει απροσδιόριστο. Χλεύαζες τις επιστήμες. Λαχταρούσαν το άπειρο. Γιατί να προσδιορίσουμε κάτι; Όλο τέτοιες ερωτήσεις έκανες.

-Το άπειρο κινείται; Είναι ακίνητο;

-Τι είναι κίνηση; Τι δεν κινείται;

-Το σύμπαν είναι άπειρο. Το ξεχωρίζουν από τη λάσπη τα μεγέθη των συστατικών του.

-Η λάσπη ξεράθηκε. Αμέτρητα χιλιόμετρα.

-Ήμουν ξυπόλητος.

-Τα βράδυα κρύωνες. Έμαθες τελευταίος για τους αποικισμούς. Άρχισες να διαμαρτύρεσαι. Κατάγγελνες τον ξεριζωμό. Υποστήριξες ότι τα μικροστοιχεία της ατμόσφαιρας και του νερού στον Η3 είναι ουδέτερα ή επικίνδυνα. Ότι τα προγράμματα καλλιεργειών θ’ αποτύχουν, ότι…

-Δεν απέτυχαν;

-Είναι νωρίς ακόμα για να ξέρει κανείς.

-Πιο πολύ απ’ τη ζωή, στον Η3 μ’ ενοχλεί ο θάνατος. Η κατάψυξη του εγκεφάλου, η εξαΰλωση του σώματος…

-Προτιμάς τα σκουλήκια ή την αποτέφρωση;

-Θέλω να επιστρέψω στο χώμα. Να χαριστεί το σώμα μου στην υπόγεια ζωή, ν’ ανακυκλωθώ. Έπρεπε να μείνω πίσω.

-Έτσι σου είπαν. Εδώ είναι η εξορία σου. Ο ήλιος…

-… έσβησε.

-Έσβησε. Δεν ξέρεις πότε. Δεν σ’ ένοιαξε ποτέ. Μιλούσες για κοινότητες σε κουφές που χόρευαν εκστασιασμένες. Ό,τι είναι απτό μονάχα, έλεγες, ό,τι αισθανόμαστε, όχι ό,τι μετριέται. Ό,τι κινιόταν γερνούσε. Γελούσες με τον φόβο του θανάτου. Τώρα σε θάψανε στον αέρα της γης. Κι έφυγαν. Θυμάσαι το αστέρι;

-Πού χάθηκε;

-Πώς κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Για ν’ απαντηθούν χρειάζονται μετρήσεις.

-Δεν είπα ποτέ ότι δεν δέχομαι καμία μέτρηση. Είπα ότι δεν δέχομαι ότι όλα υπάρχουν εν τη μετρήσει τους και μόνον! Είπα και δεν ξείπα.

-Είπες τα δικά σου.

-Περνάνε οι γαλαξίες μύλοι χάρτινοι.

-Μην αρχίζεις.

-Το ρίγος μου τους διαπερνά.

-Ο χρόνος μου τελειώνει.

-Στον ουρανό βλασταίνουνε οι φύτρες του θανάτου.

-Είσαι αμετανόητος.

-Στον ουρανό. Στη μοναξιά εντός; Χωράει τόσο μαύρο;

-Στη μοναξιά σου χώρεσε όλος ο ουρανός. Κοίτα ψηλά. Δεν είναι στο πάτωμα.

-Η Γη, η μήτηρ, η αθάνατος, η αιωνία, εκουράσθη.

-Πράγματι…

-Ύστατη μέρα, ήλιος νεκρών.

-Τελειώνω.

-Τραγούδησέ μου για το αστέρι…

-Κοντολογίς…

-Παρηγόρα με απ’ τις ανυπαρξίες που αναπνέουν.

-… ξεμείναμε στη γης. Εσύ ξέμεινες. Είσαι ο τελευταίος άνθρωπος.

-Περιβάλλομαι από ερωτήσεις.

-Περιβάλλεις τις απαντήσεις. Τις πνίγεις.

-Είσαι εδώ, μπροστά μου. Θυμάμαι που είχες κρεμαστεί απ’ το ταβάνι και κυμάτιζες.

-Θυμάσαι όνειρα.

-Επιστρέφω αιώνια. Θυμάμαι τον δρόμο. Δεν είναι ουρανός η μοναξιά. Είναι πατρίδα. Οροπέδιο. Βωμός. Εκεί κρεμάστηκες και ζεις εδώ.

-Έχω ήδη φύγει. Μιλώ από την εφαρμογή. Η εικόνα, η φωνή μου σβήνουν. Έχεις εφοδιαστεί κονσέρβες και νερό. Και ξηρή τροφή.

-Λαχταράς το άπειρο. Παραδίνεσαι στην εντροπία. Σε νικά το πεπρωμένο.

-Είσαι τρελός.

-Η τρέλα είναι άδειο μπουκάλι. Πλαγιάζω στις στάχτες των άστρων.

-Λόγια δίχως νόημα. Δεν σου εξήγησα για την αύριο.

-Σβήνω.

-Μας απαρνήθηκε.

-Εσένα. Σβήνω.

-Πού χάθηκες;

-…

-Πού χάθηκες, αστέρι;

*

Ο τελευταίος άνθρωπος
του Μπλανσό δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με το παρόν 
εκτός από μιαν αυτούσια φράση και τον τίτλο.

Και δεν είναι ο μόνος.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://mhnymal.blogspot.com/2020/01/telefteos-anthropos-selofan.html

Νίκος Σφαμένος, Ο Λιου το κινεζάκι

δεν μιλούσε ποτέ
σε κανέναν
την ώρα που οι συμμαθητές
του γελούσαν στις παρέες τους
εκείνος έτρεχε πάντα μόνος
με μια καφετιά μπάλα
-αυτή υπήρχε μόνο-
και καμιά φορά
οι ματιές του
από το παράθυρο της τάξης
λίγο πριν αρχίσει η βροχή

στο σχόλασμα
μου χαμογελούσε
καθώς ξεκινούσα
για την κάμαρά μου
εκεί στο Καρλόβασι
ενώ η βροχή
είχε δυναμώσει για τα καλά

λοιπόν Λιου
τούτη τη βουβή φθινοπωρινή νύχτα
έξι χρόνια μετά
θα σου πω πως
εσένα σκέφτομαι
και τις μοναχικές μας εκείνες στιγμές
θυμάσαι;

-ένα θλιμμένο βλέμμα στο βρεγμένο παράθυρο-

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης παρθήκαν από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2025/09/11/ο-λιου-το-κινεζάκι-νίκος-σφαμένος/

Πάβελ Αρσένιεφ (Павел Арсеньев), Δύο ποιήματα

Συμφωνία με το Σύνταγμα

ο πρόεδρος είναι
ο πρόεδρος ηγείται
ο πρόεδρος εισηγείται
ο πρόεδρος προΐσταται
ο πρόεδρος δικαιούται να αναστείλει
ο πρόεδρος εκλέγεται
ο πρόεδρος εκδίδει
ο πρόεδρος έχει το δικαίωμα
ο πρόεδρος μπορεί να εκλεγεί
ο πρόεδρος μπορεί να χρησιμοποιήσει
ο πρόεδρος μπορεί να μεταβιβάσει
ο πρόεδρος βραβεύει
ο πρόεδρος διορίζει
ο πρόεδρος δεν μπορεί να κατέχει
ο πρόεδρος προστατεύει
ο πρόεδρος διαθέτει
ο πρόεδρος δημοσιοποιεί
ο πρόεδρος απευθύνεται
ο πρόεδρος καθαρίζει
ο πρόεδρος απαλλάσσει
ο πρόεδρος εφαρμόζει
ο πρόεδρος ανακαλεί
ο πρόεδρος φέρει
ο πρόεδρος ορκίζεται
ο πρόεδρος λαμβάνει
ο πρόεδρος υπογράφει
ο πρόεδρος οικειοποιείται
ο πρόεδρος προχωράει
ο πρόεδρος διακόπτει
ο πρόεδρος διαλύει
ο πρόεδρος αποφασίζει
ο πρόεδρος θέτει
ο πρόεδρος εγκρίνει
ο πρόεδρος συγκροτεί
ο πρόεδρος εισάγει
ο πρόεδρος θα μπορούσε να είναι

*

Ο Γκαγκάριν κι εμείς

Κάθε μέρα το κράτος μπαίνει
στα σπίτια μας
μέσα απ΄ τους σωλήνες ύδρευσης.

ο πρόεδρος το έχει
εγκρίνει εδώ και καιρό,
κι ο πατριάρχης
δεν είναι βλάκας,
έδωσε τις ευλογίες του,
κι έτσι

ο Γκαγκάριν φτάνει εκεί
που μέχρι πριν δεν μπορούσε,
για να πιει το αίμα σοβιετικών μωρών,
και χαμογελώντας πλατιά
προσφέρει διέξοδο.

Σε όσες κατάφεραν να κρυφτούν,
να πηδήξουν απ’ το παράθυρο
και να τηλεφωνήσουν
στο Πρώτων Βοηθειών,
απαντάει η τρυφερή φωνή
του Γιούρι Αλεξέγιεβιτς,
εξηγώντας λεπτομερώς
τη διαδικασία ειρηνικής παράδοσης στην εξουσία
και την επακόλουθη μεταφορά
στην καλοκαιρινή κατασκήνωση
εργασίας κι αποκατάστασης “Φαταλιστής”
για δύο βάρδιες.

*Από τη συλλογή “Η ρωσική γλώσσα ως μη μητρική”, έκδοση Τεφλόν, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2025.

**Μετάφραση: Νίκη Καραγεώργου.

Pier Paolo Pasolini, Τέσσερα ποιήματα

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΚΑΜΠΑΝΩΝ

Σαν πέφτει το δείλι στις πηγές
το χωριό μου παίρνει ένα χρώμα χαμένο.

Εγώ από μακριά θυμάμαι τα βατράχια του,
το φεγγάρι, το λυπητερό τερέτισμα των γρύλων.

Ηχεί το Ροζάριο, ξεθωριάζει στα λιβάδια,
μα εγώ είμαι νεκρός στο τραγούδι των καμπανών.

Ξένε, μη φοβάσαι τ’ απαλό το πέταγμά μου
πάνω απ’ την πεδιάδα: εγώ είμ’ ένα πνεύμα αγάπης,

που στη γη του επιστρέφει από μακριά.

*

Η ΕΞΑΠΑΤΗΜΕΝΗ

Στενάζει η καμπάνα ανάμεσα στις μουριές,
έχει πια πολυκαιρίσει. Γυναίκες αργολογούν.
Στον ίσκιο των νεκρών στέγη έρημη, βουβή
η εξαπατημένη απ’ το παιδί της.

*

ΝΤΙΛΙΟ [Ι]

Κοίτα, Ντίλιο, απάνω στις ακακίες
τις βροχοσταλίδες. Αλυχτούνε τα σκυλιά
στην καταπράσινη ισιάδα.

Κοίτα, αγοράκι, απάνω στα κορμιά μας
τις νωπές δροσοσταλίδες
του χαμένου χρόνου.

*

ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΠΑΙΔΙ

Αχνόθαμπο δειλινό, στην τάφρο
πληθαίνει το νερό, μια έγκυος γυναίκα
βαδίζει στον κάμπο.

Εγώ σε θυμάμαι, Νάρκισσε: είχες το χρώμα
του απόβραδου, όταν νεκροσημαίνουν
οι καμπάνες. *

*Σ.τ.μ.: Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από τον θάνατο ενός νεαρού άνδρα κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Καζάρσα.

**Τα ποιήματα προέρχονται από το βιβλίο “Pier Paolo Pasolini, Φριουλιάνικα ποιήματα”, Εκδόσεις 24 Γράμματα, Αθήνα, Μάρτιος 2025. Εισαγωγή, ανθολόγηση, μετάφραση, επιμέλεια: Ευαγγελία Πολύμου.

Πηνελόπη Ζαλώνη, Δύο ποιήματα

Το τρένο φεύγει κι ακόμα φεύγει

ο σταθμάρχης -δε φόραγε ποτέ του ρολόι-
υπολόγιζε παρά ταύτα, την ώρα
βάσει καρτεσιανών συντεταγμένων
μα οι αλήστου μνήμης πολιτικάντηδες
ήδη έχουν ανάψει φωτιές στα σπιτοχελίδονα.

Ο ορυμαγδός τρόμαξε ένα σμάρι κραυγαετών
κι εκείνοι άρχισαν να θρηνούν
για την παρηγοριά και τη δικαιοσύνη
ο τόπος γέμισε αναδοσιά
που φτάνει ως τα σπλάχνα και την ανακατεύει.

Οι άνθρωποι,
τα μέρη τα γαντζωμένα,
όλα
τελειώνουν μ’ αυτή τη μυρωδιά.

Σίγησε η γη από μόνη της,
έγινε η σταχυολόγησε,
φυλλορρόησαν οι προσδοκίες,
τα εντέλλεσθε δίνουν και παίρνουν
“Ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο;”.

Ώσπου συντρίμμια ζωών παραπέμπονται
στις ελληνικές καλένδες.
Απομένει η μνήμη, όρθια
σαν προσκυνητάρι στη μέση επαρχιακής οδού.


“Υπέρ τους κοπιώντας και πεφορτισμέ νους
του αιώνος τούτου”

[Κατά το έγκλημα και η τιμωρία]

*

Ρημαγμένοι

συναντιούνται στις στράτες
ενώ η ζωή τοὺς διαπερνά

αταλάντευτοι
βγαίνουν το βράδυ στο ξάγναντο
να στηρίξουν τις καρδιές τους

ένας αμόνοιαστος
γλυκοχαϊδεύει το πουκάμισό του,
το μόνο διασωθέν που ξέθαψε·

μαραμένοι όλοι τους
δίνουν τη μάχη τους εκεί
και με προσμονή κοιτούν τη θάλασσα
σαν μια ακέραια ακολουθία
που μακελεύει τις σκέψεις τους.

*Από τη συλλογή “μανιφέστο στεναγμών”, Εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα 2026.

Philip Lamantia, The owl / Η κουκουβάγια

I hear him, see him – interpenetrate
those shadows warping the garden pathways,
as the dark steps I climb are lit yup
by his Eye magnetic to the moon,
his eye magnetic to the moon.

I have not seen him when Windows are mute
to whisper his name; on that moment
Erroneous bats slip out through the sky.
His lair conceives my heart,
all hearts make the triangle he uses for a nose,
sniffing bloodways to the brain:
bloodways are lit up by his Eye.

On a sudden appearance he tortures leaves,
flays branches and divides segments
the sun has drawn. I do not falter,
-in the dark he fortifies..

His color is green green,
to distend him over the earth.
He does not fly.
You meet him while walking.

He is not easily enticed to manifestation,
But stony silence, petrified moments
-a transfiguration- will bring him out,
focused on the screen where all transfigured bodies are.
You must be humble to his fangs
that paw the moonhall dissolving in the space
from the corner of your eye:
he will trick you otherwise
-into daylight, where you meet his double while running.

By night the deltas of the moonspilled planet
are stoned under his wriggling light.

By day, he chokes the sun.

Η κουκουβάγια

Τον ακούω, τον βλέπω- να διαπερνά
τις σκιές που παραμορφώνουν τα μονοπάτια του κήπου,
καθώς τα σκοτεινά σκαλιά που ανεβαίνω φωτίζονται
από το Μάτι του, μαγνητισμένο προς τη σελήνη,
το μάτι του, μαγνητισμένο προς τη σελήνη.

Δεν τον έχω δει όταν τα Παράθυρα σωπαίνουν
και δεν ψιθυρίζουν τ’ όνομά του· τότε,
νυχτερίδες πλανεμένες ξεγλιστρούν στον ουρανό.
Η φωλιά του συλλαμβάνει την καρδιά μου,
όλες οι καρδιές σχηματίζουν το τρίγωνο
που χρησιμοποιεί για μύτη,
οσφραινόμενος τις αιμάτινες οδούς προς τον εγκέφαλο:
οι οδοί του αίματος φωτίζονται από το Μάτι του.

Με μια ξαφνική εμφάνιση βασανίζει τα φύλλα,
γδέρνει τα κλαδιά και διαιρεί τα σχήματα
που χάραξε ο ήλιος. Δεν δειλιάζω,
-μέσα στο σκοτάδι με οχυρώνει.

Το χρώμα του είναι πράσινο, πράσινο,
για να απλώνεται πάνω από τη γη.
Δεν πετά.
Τον συναντάς καθώς περπατάς.

Δεν παρασύρεται εύκολα να φανερωθεί,
μα μια πετρώδης σιωπή, απολιθωμένες στιγμές
-μια μεταμόρφωση-
θα τον βγάλουν στο φως,
καρφωμένο στην οθόνη
όπου βρίσκονται όλα τα μεταμορφωμένα σώματα.
Πρέπει να είσαι ταπεινός απέναντι στους κυνόδοντές του
που ψηλαφούν την αίθουσα της σελήνης,
καθώς διαλύεται στον χώρο
από τη γωνία του ματιού σου·
αλλιώς θα σε ξεγελάσει
-προς το φως της μέρας,
όπου θα συναντήσεις το είδωλό του τρέχοντας.

Τη νύχτα, τα δέλτα του πλανήτη που έχει χυθεί από το φεγγάρι
απολιθώνονται κάτω από το συστρεφόμενο φως του.

Την ημέρα, πνίγει τον ήλιο.

*Από την ενότητα Tau, που περιέχεται στο βιβλίο Tau by Philip Lamantia and Journey to the End by John Hoffman. City Lights Books, 2008. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

John Hoffman (1928–1952), Journey to the end / Ταξίδι προς το τέλος

1.
On a little peninsula
In a dredged-out bay
An old man with a sack
Upon his shoulder
Feeds the crows

2.
Along a tiny peninsula
As white as salt
An old man with a heavy sack
Upon his shoulder
Saunters feeding
Crows

3.
Cinematomorphic flashes from
Peninsular train windows
Railroad the complete splitting
Of the crow-peopled cosmogony:
(Yet knowing that to be
Is better than to be going.)

4.
Apocalyptics unanimous
Disengage and deburrow
Black as corby night descends
The moon knifes down
Upon the tiny salt-flat-white
Peninsula.

5.
An old man with a heavy sack
Flings to the crows.

Ταξίδι προς το τέλος

1.
Σε μια μικρή χερσόνησο
Μέσα σ’ έναν εκβαθυμένο κόλπο
Ένας γέρος μ’ ένα σακί
Πάνω στον ώμο του
Ταΐζει τα κοράκια.

2.
Κατά μήκος μιας μικροσκοπικής χερσονήσου
Λευκής σαν το αλάτι
Ένας γέρος μ’ ένα βαρύ σακί
Πάνω στον ώμο του
Περπατά νωχελικά, ταΐζοντας
Κοράκια.

3.
Κινηματογραφικές εικόνες που αναβοσβήνουν
από τα παράθυρα των τρένων της Χερσονήσου
Ο σιδηρόδρομος, η απόλυτη διάσπαση
της κοσμογονίας που κατοικείται από κοράκια:
(Αν και γνωρίζοντας ότι το να είσαι
είναι καλύτερο από το να πηγαίνεις.)

4.
Οι αποκαλυπτικοί ομόφωνα
Αποσύρονται και βγαίνουν από τις τρύπες τους
Νύχτα μαύρη σαν κοράκι πέφτει
Το φεγγάρι κατεβαίνει σαν μαχαίρι
Πάνω στη μικροσκοπική, λευκή σαν αλατοπεδιάδα
Χερσόνησο.

5.
Ένας γέρος μ’ ένα βαρύ σακί
Ρίχνει τροφή στα κοράκια.

*Από την ενότητα Journey to the end, που περιέχεται στο βιβλίο Tau by Philip Lamantia and Journey to the End by John Hoffman, City Lights Books, 2008. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αντώνης Αντωνάκος, Ωδή στους πάγκους των βιβλιοπωλείων

Οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
είναι γεμάτοι με χάος ομορφιά και αμφιβολία
με οδηγούς επιβίωσης και οδηγούς μαγειρικής
Καταφθάνουν οι αναγνώστες
οι απόμαχοι
οι συνταξιούχοι
οι μισθωτοί
Μετράνε τα λεφτά τους
Παζαρεύουν διευκολύνσεις
Γυροφέρνουν τα εξώφυλλα και τα συνοφρυωμένα αυτιά
Χαίρονται σαν ματάκηδες τα σεξουαλικά γυρίσματα της γραμματοσειράς
Ξεφυλλίζουν με κάποια συστολή
Χαδιάρικα προσεχτικά
Ψάχνουν ένα σερσέγγι να τους κεντρίσει
Άλλοι σαν καθολικοί παπάδες θέλουν να ψωνίσουν ένα Έπος
Άλλοι θέλουν αποφθέγματα για το καφενείο
Κάποιες κυρίες που τις έχει φτύσει ο σύζυγος
ψάχνουν απεγνωσμένα εραστή
στα χοντρά μυθιστορήματα
Βγάζουν απ’ το πορτοφόλι το χαρτονόμισμα
όπως βγάζουν τα αγάλματα
απ΄ την καλτσοδέτα το παρελθόν
Αγοράζουν λίγη τρυφερότητα
για να διαιωνίσουν το φονικό νοικοκυριό
Για να διαιωνίσουν τους εκδότες και τες συγγραφείς
Τις αποθήκες άρτου
Βεβαίως το βιβλίο είναι ένας τρόπος να αναρτήσεις
χωρίς να κολλήσεις βλεννόροια
Να πλησιάσεις αθόρυβα και να της σηκώσεις τη φούστα
Μα χαζέψεις άσπρα καπούλια ν’ ανεβοκατεβαίνουν
Ακόμα και να θωπεύσεις
μια πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
χωρίς να μπλέξεις με το νόμο
Να μαστουρώσεις τζάμπα
Να κάνεις μια φοβερή αθάνατη παρτούζα
Να δοκιμάσεις αψέντι όπιο
Ν’ ανατινάξεις πρεσβείες
Οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
υπήρξαν κάποτε γιορτινά τραπέζια
με ζυμωτό ψωμί ελιές και ξερά καυτερά κρεμμύδια
Κλίνες έρωτος και αποδημίας
Τράπεζες ιεράς μονής
όπου συνέφαγαν οι καλόγριες με τον Μεσσία τους
Οι δον Κιχώτες με τη Δουλτσινέα τους
Πάγκοι βασανιστηρίων στα κολαστήρια της ασφάλειας
Τάβλες σε χασάπικα
και πατάρια σε σκοτεινά ζαχαροπλαστεία
Την εποχή της παρακμής οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
γεμίζουν εφιάλτες αλλάζουν χρήση
Γεμίζουν γέρικη σοφία και περιτετμημένους σωτήρες
Γεμίζουν εγκώμια για το γούστο του κοινού
Σαβουάρ βιβρ για κουνέλια
Κυνικούς
Όμως οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
γίνονται και οδοφράγματα
φράχτες σε κοτέτσια και φράχτες σε μαντριά
Γίνονται γέφυρες
για να φτάσουν τα ποιήματα στην άλλη όχθη
Γίνονται στέγες και σκεπές για τους Έρωτες
Γίνονται ασπίδες για τις παιδικές ψυχές
Γίνονται πάλι δέντρα και γίνονται πάλι κλαδιά
Γίνονται πάλι ξύλινα σπαθιά για να σφάξουν
Τον φόβο το θάνατο την παγερή μοναξιά
Γίνονται μολύβια για να γράψουν αισχρά ραβασάκια
Γίνονται πεδία μάχης των λέξεων
Γίνονται ταμπλό
για να ζωγραφίσουν οι μερακλήδες τις καρδερίνες τους
Ω οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
που σε θέλουν λίγο να σκύψεις πάνω τους
Λίγο να σε κάνουν δικό τους
Λίγο να σε ζορίσουν ξεγελώντας την τρέλα σου
Λίγο να σε κάνουν θύμα και θύτη
Λίγο να σου θολώσουν τη θανατοφοβία σου
Ω οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
Αιχμάλωτοι σε μαγαζιά και σκλαβωμένοι σε υπόγεια
και οι πάγκοι κάτω από τέντα στην Κοτζιά
Έξω ήλιος φύση αέρας βροχή
Έξω η ζωή που καλπάζει
Έξω ένα φράκταλ αρπαχτικό κι ωραίο
Κι η ζώνη του Κάιπερ ακόμα πιο έξω