Μάτση Χατζηλαζάρου, Αντίστροφη αφιέρωση

Για κείνον με την αντρίκια φωνή-ματιά και με χέρια μεγάλες φτερούγες που δεν τις ξεχνάω το απόγεμα είπες τριάντα χρόνια σε περίμενα κι ένιωσα πρώτη φορά «le vierge le vivace et le bel aujourd’hui» μετά έντονος αέρας αγάπης άνοιξε διάπλατα ένα παράθυρο μέσα μου και μπήκανε μεγάλες σταγόνες αγαλλίασης καθώς ο νοτιάς έστριβε βουίζοντας απ’ τη γωνιά της καρδιάς μου το σώμα είναι χώμα διψασμένο από σένα έμαθε τις πλημμύρες του έρωτα πολλά νομίζω θα μιλήσω τώρα πολλά που φύλαγα σε μια κρυψώνα θα τ’ απλώσω εδώ όσο μπορώ καλύτερα και ό, τι θέλει ας γενεί στοές θα σκάψω κάτω πάνω μέσα απ’ τα λόγια τι συνεννόηση θα’ χουμε αλλιώτικα ήρθανε βλέπεις κι έδεσαν στις δικές μας σημαδούρες ξένοι με διαφορετικές γλώσσες πως τρυπώνω τα χέρια μου παραμάσχαλα αναμένοντάς σε τις νύχτες όταν κρυώνω έτσι αυτή τη στιγμή έχωσα εδώ και θα χώνω αλλού λέξεις κλεμμένες ή δικές μου που σου αρέσανε για να σε χαϊδεύει η μουσούδα του γραφτού μου πάλι ό, τι βρω δικό σου θα το φάω θα το τραγανίσω θα το καταπιώ ώσπου μιαν ώρα μες στο λιοπύρι θα μου βγει αχνός ίδρωτας πάνω απ’ το στόμα θα’ θελα ν’ ακουμπήσω δίπλα σου κι άλλα της εκλογής μου μέρη μέρη διάσπαρτα με ασφόδελους ή μεγάλες άγριες μαργαρίτες και πιο πέρα έναν τεράστιο κέδρο του Λίβανου αλλού πάλι να’ χει αμμόλοφους με σπόνδυλους από δωρικές κολόνες αραδιασμένους χάμω θα’ σου έρθει κείνο το κυβικό κλουβί που σου’ χω τάξει με μικρά κόκκινα γαρίφαλα μέσα να πετάνε πέρα δώθε τραγουδώντας φλογερά και σαν λαχανιάζω από τον πολύ οίστρο θα’ θελα τότε οι κουβέντες μου να’ ναι για σένα ξόμπλια όμοια με πέρδικας φτερά θα’ θελα μερικά από τ’ αστεία που μαζί ξαναφέρναμε (α εκείνες οι συμπαιγνίες) να χαμογελάνε ακόμα με λακκούβες στην άκρη των χειλιών θα’ θελα να είχαμε πάει οι δυο μας στην πόλη άλλοθι όλων των σύννεφων θα’ θελα όταν τα σανίδια κάτω στο πάτωμα τρίζουνε ξαφνικά τη νύχτα την ίδια ώρα που τα έπιπλα και η κασέλα αντιλαλούν θα’ θελα να δημιουργείται το γνωστό έργο της συγκεκριμένης μουσικής που λέγεται «κοντσέρτο για έναν άνθρωπο μόνο» θα’ θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο θα’ θελα όποιοι και να’ ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε

θα’ θελα μα πόσο θα’ θελα ναι θα’ θελα αμέσως τώρα τώρα
θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο τη σύνταξη για να σε τραγουδήσω όπως
έμαθα στο Παρίσι

εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς
εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η θάλασσα
σ’ ερωτεύω
σε ζηλεύω
σε γιασεμί
σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο
με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ
με κεντρίζεις μεταξένια άσπρο μου κουκούλι
με κοιτάζεις πολύ προσεκτικά
tu m’ abysses
tu m’ oasis
je te gougouch
je me tombeau bientôt
εσένα σ’ έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti
σ’ έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις
σ’ έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα
εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς
σε μίσχος
σε φόρμιγξ
με φλοισβίζεις
σε ζαργάνα α μ’ αρέσει
δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω
απ’ τον άλλο όταν σταματήσουν η περίπτυξή τους είναι το μονό-
γραμμά σου
tu m’ es Mallarmé Rimbaud Apollinaire

je te Wellingtonia
je t’ocarina
εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο
εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος
σ’ έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε
εγώ σ’ έχω άρωμα έρωτα
σ’ έχω μαύρο λιοντάρι
σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό
εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω
εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello
εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριο-
λούλουδου
εσύ κένταυρου ζέση
εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία
je te ouf quelle chaleur
tu m’ accèdes partout presque
je te glycine
εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει
εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν έτσι που το’ χουμε αλαζονήσει
και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ
εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο έτσι δεν είναι πες
εσύ σελίδα μου
εσύ μολύβι μου ερμηνευτή μου
σε ανοίγω συρτάρια
πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές
σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα
δίχως τέλος λυπάμαι
σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου
σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε
σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια
σε ακούω από δω από κει
σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα
σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε
όλα δεν τα’ χω πει
ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ

7.2.1985

Andre Breton, Πάντα για πρώτη φορά

Πάντα για πρώτη φορά
Μετά βίας σε γνωρίζω εξ όψεως
Επιστρέφεις εκείνη την ώρα της νύχτας σε ένα σπίτι
πλάγια απ’ το παράθυρό μου
Σπίτι ολάκερα φανταστικό
Είναι εκεί που από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο
Μέσα στο απαράβατο σκοτάδι
Περιμένω να συμβεί μία φορά ακόμα το συναρπαστικό ρήγμα
Το ρήγμα το μοναδικό
Στην πρόσοψη και στην καρδιά μου
Όσο πιο κοντά σου έρχομαι
Στην πραγματικότητα
Όσο περισσότερο το κλειδί τραγουδά στην πόρτα του άγνωστου δωματίου
Όπου μου φανερώνεσαι μονάχη
Στην αρχή ενώνεσαι ακέραιη με τη φωτεινή
Τη φευγαλέα γωνία μιας κουρτίνας
Είναι χωράφι γιασεμιών που ατένισα χαράματα
σε ένα δρόμο στα περίχωρα της Grasse
Με το διαγώνιο ράπισμα των κοριτσιών ενώ συλλέγουν
Πίσω τους τα σκοτεινά να πέφτουνε φτερά των γυμνωμένων φυτών
Μπροστά τους η πλατεία εκτυφλωτικού φωτός
Η αυλαία αόρατα ανεβασμένη
Σ’ έναν παροξυσμό τα άνθη συρρέουν όλα μέσα
Είσαι εσύ σε πάλη ενάντια στην ώρα εκείνη την τόσο μακριά ποτέ
αρκετά θολή μέχρι τον ύπνο
Εσύ σαν να μπορούσες να ‘σαι
Η ίδια παρά τ’ ότι εγώ δε θα σε συναντήσω ίσως
ποτέ
Κάνεις να φαίνεται σα να μην ξέρεις πως σε παρακολουθώ
Με τρόπο θαυμαστό δεν είμαι πλέον σίγουρος ότι το ξέρεις
Η απραξία σου μου φέρνει δάκρυα στα μάτια
Ένα σμήνος ερμηνείες περιβάλλει την κάθε σου χειρονομία
Είναι ετούτο ένα κυνήγι του μελιού
Είναι καρέκλες κουνιστές του καταστρώματος είναι κλαδιά
που κινδυνεύεις να σε γδάρουν μες στο δάσος
Είναι σε μια βιτρίνα της οδού Notre-Dame-de-Lorette
Δυο σταυρωμένες γάμπες όμορφες πιασμένες με ψηλές κάλτσες
Που ξεχειλώνουν στην καρδιά ενός μεγάλου άσπρου τριφυλλιού
Είναι μια μεταξένια σκάλα που ξεδιπλώνεται πάνω από τον κισσό
Είναι
Τι άλλο από την κλίση μου πάνω από τον γκρεμό και από την δική σου απουσία
Βρήκα το μυστικό κλειδί
Του να σε αγαπώ
Πάντα για πρώτη φορά

Forough Farrokhzad (1934-1966), Η αυλή μας είναι μοναχική

Πονάει η καρδιά μου για τον κήπο
Κανείς δεν σκέφτεται τα λουλούδια,
κανείς δεν σκέφτεται τα ψάρια,
κανείς δεν θέλει
να πιστέψει ότι ο κήπος πεθαίνει
ότι η καρδιά του κήπου είναι πρησμένη στον ήλιο
ότι το μυαλό του κήπου
αδειάζει σιγά σιγά από πράσινες αναμνήσεις
και η αίσθηση του κήπου είναι σαν να ήταν
κάτι αφηρημένο που έχει σαπίσει στην απομόνωση του κήπου.
Η αυλή μας είναι μοναχική.
Η αυλή μας χασμουριέται
περιμένοντας τη βροχή. Ένα άγνωστο σύννεφο, και η λίμνη μας είναι άδεια.
Μικρά άπειρα αστέρια πέφτουν στο έδαφος από το ύψος των δέντρων.
Και μέσα από τα χλωμά παράθυρα του ψαροκάικου, ένας βήχας έρχεται τη νύχτα.
Η αυλή μας είναι μοναχική.
Ο πατέρας λέει:
«Τελείωσε για μένα,
τελείωσε για μένα ,
κουβάλησα το δικό μου βάρος
και έκανα τη δική μου δουλειά»,
και στο δωμάτιό του, από το πρωί μέχρι το βράδυ,
διαβάζει είτε το Σαχναμέ
είτε το Νασίχ αλ-Ταουάριχ.
Ο πατέρας λέει στη μητέρα:
«Κατάρα σε όλα τα ψάρια και όλα τα κοτόπουλα.
Όταν πεθάνω,
τι διαφορά θα έχει αν είναι κήπος;»
«Ακόμα κι αν δεν υπάρχει κήπος,
τα συνταξιοδοτικά μου επιδόματα μου είναι αρκετά»
Η μητέρα ήταν ξαπλωμένη σε όλη της τη ζωή,
ξαπλωμένη
στο κατώφλι της φρίκης της κόλασης.
Η μητέρα ψάχνει πάντα τα ίχνη της αμαρτίας
στη βάση των πάντων και νομίζει ότι ο κήπος έχει μολυνθεί από την απιστία ενός φυτού.
Η μητέρα προσεύχεται όλη μέρα.
Η μητέρα είναι μια εκ φύσεως αμαρτωλή και πεθαίνει για όλα τα λουλούδια.
Και αναπνέει σε όλα τα ψάρια
και αναπνέει για τον εαυτό του.
Η μητέρα περιμένει την ανάδυση
και τη συγχώρεση που θα αποκαλυφθεί.
Ο αδερφός μου αποκαλεί τον κήπο νεκροταφείο.
Ο αδερφός μου γελάει με το χάος του χόρτου
και μετράει τα πτώματα των ψαριών που μετατρέπονται σε σάπια σωματίδια
κάτω από το άρρωστο δέρμα του νερού.
Ο αδελφός μου είναι εθισμένος στη φιλοσοφία.
Ο αδελφός μου θεραπεύει τον κήπο.
Ξέρει πώς να καταστρέφει τον κήπο.
Μεθάει
και χτυπάει τις γροθιές του σε πόρτες και τοίχους
προσπαθώντας να πει ότι
είναι πολύ πληγωμένος, κουρασμένος και απογοητευμένος.
Παίρνει την απογοήτευσή του μαζί του στους δρόμους και τις αγορές,
όπως την ταυτότητά του, το ημερολόγιο, το μαντήλι του, τον αναπτήρα και το στυλό του.
Η απογοήτευσή του είναι τόσο μικρή που χάνεται στο πλήθος των μπαρ κάθε βράδυ.
Και η αδελφή μου, που ήταν φίλη των λουλουδιών
Και όταν η μητέρα του τον χτυπούσε, έπαιρνε τα απλά λόγια της καρδιάς του
στην ευγενική και σιωπηλή τους συγκέντρωση και περιστασιακά διασκέδαζε
την οικογένεια των ψαριών με λιακάδα και γλυκά…
Το σπίτι του είναι στην άλλη άκρη της πόλης,
αυτός βρίσκεται στη μέση του τεχνητού σπιτιού του.
Με το τεχνητό χρυσόψαρό της
προστατευμένη από την αγάπη του τεχνητού συζύγου της
και κάτω από τα κλαδιά των τεχνητών μηλιών,
τραγουδάει τεχνητά τραγούδια
και γεννά φυσικά παιδιά.
Κάνει μπάνιο με κολόνια
κάθε φορά που έρχεται να μας δει
και οι γωνίες της φούστας της είναι λερωμένες από τη φτώχεια του κήπου.
Είναι έγκυος
κάθε φορά που έρχεται να μας δει .
Η αυλή μας είναι μοναχική.
Η αυλή μας είναι μοναχική.
Όλη μέρα, ο ήχος από πράγματα που διαλύονται και εκρήγνυνται
έρχεται πίσω από την πόρτα.
Οι γείτονές μας φυτεύουν όλοι όλμους και πολυβόλα στο χώμα των κήπων τους αντί για λουλούδια.
Οι γείτονές μας καλύπτουν όλες τις πλακόστρωτες λιμνούλες τους.
Και οι πλακόστρωτες λιμνούλες είναι άθελά τους
μυστικές αποθήκες πυρίτιδας
και τα παιδιά στο σοκάκι μας έχουν γεμίσει
τις σχολικές τους τσάντες με μικρές βόμβες. Η αυλή μας είναι ένα χάος.
Φοβάμαι τον χρόνο που έχει χάσει την καρδιά του.
Φοβάμαι τη σκέψη της ματαιότητας τόσων πολλών χεριών
και το όραμα της αποξένωσης τόσων πολλών προσώπων.
Είμαι σαν μαθητής.
Ποιος αγαπάει το μάθημα της γεωμετρίας σαν τρελό, είμαι μόνος
νομίζω…
ότι ο κήπος μπορεί να μεταφερθεί στο νοσοκομείο
και σκέφτομαι…
και σκέφτομαι…
και η καρδιά του κήπου είναι πρησμένη στον ήλιο
και το μυαλό του κήπου
αδειάζει σιγά σιγά από πράσινες αναμνήσεις.

«Πάλι» – Ένα τετράδιο αναζητήσεων

Το περιοδικό «Πάλι», ένα καθαρά μοντερνιστικό και υπερρεαλιστικό περιοδικό, κυκλοφόρησε από τις αρχές του 1964  έως τον Δεκέμβριο του 1966. Κύριος εμπνευστής και δημιουργός του ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, με την σημαντική οικονομική και συμβουλευτική βοήθεια του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή όπως ο ίδιος ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης σημειώνει στο ενδιαφέρον βιβλίο του «Μοντερνισμός πρωτοπορία και Πάλι»

Με γράμματα των ποιητών γύρω από την έκδοση του «Πάλι» Εισαγωγή και Σημειώσεις του Νάνου Βαλαωρίτη, εκδόσεις Καστανιώτη 1997. Το σχήμα του ήταν μικρό, διαστάσεων 14,5Χ20 είχε λευκό εξώφυλλο και οπισθόφυλλο, με μαύρα έντονα γράμματα αναγράφεται ο τίτλος και το νούμερο του τεύχους, στην κώχη του γράφονταν και πάλι ο τίτλος και το νούμερο του. Το τελευταίο τεύχος, το έκτο, έχει λίγο μεγαλύτερο σχήμα τόσο το εξώφυλλο όσο και το οπισθόφυλλο κοσμούνται με σχέδια γνωστών Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών.

Ο χρόνος κυκλοφορίας του είναι ακανόνιστος, χωρίς τακτικά χρονικά διαστήματα έκδοσης, τα ελληνικά κείμενα που δημοσιεύονται είναι στο γνωστό γραμματικό σύστημα της εποχής το πολυτονικό, σε ορισμένες περιπτώσεις οι ποιητές παρουσιάζονται και στην γλώσσα τους (Γαλλικά)-ιδιαίτερα οι Γάλλοι- κάθε τεύχος έχει την δική του αρίθμηση, υπάρχουν κείμενα ελλήνων υπερρεαλιστών που δημοσιεύονται σε συνέχειες.

Τόσο στην μέσα σελίδα του εξωφύλλου όσο και του οπισθόφυλλου δημοσιεύονται στοιχεία που αφορούν το περιοδικό-τα Περιεχόμενα ή Για τους νέους συνεργάτες, ή Οι νέοι συνεργάτες του «πάλι». Ο τίτλος είναι με μικρά μπολντ μαύρα γράμματα το δε νούμερο του τεύχους γράφεται στο κάτω δεξιό μέρος του περιοδικού, στο κάτω επίσης μέρος προς την μέση γράφεται το εξής: «ένα τετράδιο αναζητήσεων».

Τα τεύχη ακολουθούν το καθένα τη δική του αρίθμηση.  
Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε το 1964 (δεν αναγράφεται ο μήνας), σελίδες 1 έως 96.
Το δεύτερο και το τρίτο τεύχος κυκλοφόρησαν μαζί (διπλό τεύχος) πάλι δεν αναγράφεται ο μήνας κυκλοφορίας, σελίδες 1 έως 144.
Το τέταρτο τεύχος κυκλοφόρησε το Καλοκαίρι του 1965 σελίδες 1 έως 80.
Το πέμπτο τεύχος κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1965 σελίδες 1 έως 96.
Και το τελευταίο, το έκτο τεύχος το Δεκέμβριο του 1966 σελίδες 1 έως 96.
Συνολικά σε ακανόνιστο διάστημα δύο περίπου χρόνων κυκλοφόρησαν έξι τεύχη, το ένα διπλό το νούμερο (2-3), σύνολο σελίδων περίπου 520. Εκδόθηκαν δηλαδή τρία τεύχη το 1964 δύο το 1965 και ένα το τελευταίο το 1966.

Το περιοδικό κατά την γνώμη μου έχει μια συγγένεια υφολογική και θεματική με δύο άλλα περιοδικά που εκδόθηκαν τον μεσοπόλεμο και αργότερα, που έτυχε να πέσουν στα χέρια μου από ανατύπωση. «Το 3ο  Μάτι» (1935-1937) έκδοση ΕΛΙΑ 1982 και το περιοδικό « Το Τετράδιο» (1945-1947) έκδοση ΕΛΙΑ (Ελληνικό Λογοτεχνικό Αρχείο) 1981, ένα άλλο, σε στυλ εφημερίδας, τον «Ιππόκαμπο» (1945) που έτυχε να συναντήσω σε παλαιοπωλεία δεν κατόρθωσα να βρω όλα τα τεύχη και έτσι είναι δύσκολη η παράλληλη συν-εξέταση.

Όλοι οι μελετητές που ασχολήθηκαν με το περιοδικό αλλά και ο ίδιος ο Νάνος Βαλαωρίτης, αναφέρουν ότι το «πΠάλι» δημιουργήθηκε για να αντιπαραβληθεί με το περιοδικό «Εποχές» που κυκλοφόρησε το πρώτο του τεύχος τον Μάϊο του 1963, ως «Μηνιαία έκδοση πνευματικού προβληματισμού και γενικής παιδείας» με διευθυντή τον γνωστό συγγραφέα Άγγελο Τερζάκη και συμβούλους: τους Γιώργο Σεφέρη, Κωνσταντίνο Θ. Δημαρά, Γιώργο Θεοτοκά, Κ. Σκαλιόρα, Λέων Β. Καραπαναγιώτη και Χρήστο Δ. Λαμπράκη. Ένα περιοδικό του δημοσιογραφικού συγκροτήματος ΔΟΛ στο οποίο κύριος σύμβουλος υπήρξε ο Νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης, το περιοδικό κυκλοφόρησε μέχρι τον Απρίλιο του 1967 που το έκλεισε η Δικτατορία. Σύνολο τευχών 48. Το περιοδικό αυτό ήταν το κύριο δημοσιογραφικό βήμα των μοντερνιστών, παραδοσιακών ή συντηρητικών της γενιάς του 1930 όπως τους αποκαλούσαν οι άλλοι, οι νεότεροι, οι πιο ρηξικέλευθοι, οι πιο επαναστάτες αυτοί που μετέφεραν στα λογοτεχνικά καθ’ ημάς τους Ευρωπαίους και Αμερικανούς σουρεαλιστές και την γενιά των Beat. Επίσης, το «Πάλι», ήρθε να συμπληρώσει τα θεματικά και αισθητικά κενά που άφηνε το γνωστό και πρωτοπόρο για την εποχή του φημισμένο περιοδικό της αριστεράς «Επιθεώρηση Τέχνης» το οποίο κυκλοφόρησε από τον Γενάρη του 1955 έως τον Φλεβάρη του 1967 σε 146 τεύχη.

Οι συνεργάτες Έλληνες και ξένοι ανήκουν στην πρωτοπορία της εποχής τους με ιστορία και παράδοση.

Οι μεταφράσεις μοντέρνων ποιημάτων και πεζού και δοκιμιακού λόγου, το πλήθος των εικαστικών-προκλητικών για την εποχή τους σχεδίων όπως ήσαν τα σχέδια του Μιχάλη Μακρουλάκη, του Γιάννη Μιγάδη μαθητών του Γιάννη Τσαρούχη αλλά και των Αλέξη Ακριθάκη, Μίνωα Αργυράκη, Νίκου Εγγονόπουλου, Χρήστου Καρρά, Αλέκου Φασιανού και πολλών υπερρεαλιστών ξένων ζωγράφων όπως ο Χουάν Μιρό, τα νέα ποιητικά ξένα ρεύματα που παρουσιάζονται, η πρωτοτυπία των θεμάτων, ο νέος μεταμοντέρνος ποιητικός λόγος, η κυριαρχία του σουρεαλιστικού κινήματος ως πρυτανεύουσα μόνη αναφορά, τα πεζά κείμενα ιδιαίτερα αυτά του Γιώργου Μακρή και του Αλέξανδρου Σχινά, οι ποιητικές συνθέσεις των νέων συνεργατών ανδρών και γυναικών όπως είναι η Εύα Μυλωνά, η Μαντώ Αραβαντινού κ.λ.π., η συμμετοχή ως συνεργατών Ελλήνων επαναστατών πρωτοπόρων στον ποιητικό και κοινωνικό χώρο όπως υπήρξε ο ποιητής Νικόλαος Κάλλας, αλλά και οι καθοδηγητικές με θετικό πρόσημο πρωτοποριακές για την εποχή τους συμβουλές και επισημάνσεις τόσο του Κώστα Ταχτσή όσο και του Νάνου Βαλαωρίτη, οι συμμετοχές ενός ψυχαναλυτή ποιητή του Ανδρέα Εμπειρίκου – ενός ακραιφνούς και μάλλον ακραίου υπερρεαλιστή και ενός εικαστικού και ποιητή του Νίκου Εγγονόπουλου, ο οποίος κατόρθωσε να συνενώσει στοιχεία της ελληνικής παράδοσης με τον υπερρεαλιστικό οραματισμό, η παρουσία του Γάλλου Ισιντόρ Ντυκάς, αλλά και ενός από τους ηγέτες της αμερικάνικης γενιάς των Μπητ του Άλεν Γκίνσμπεργκ δίπλα στον πάπα του Σουρεαλισμού τον Αντρέ Μπρετόν αλλά και τον επαναστάτη που δεν συνέγραψε μόνο το Μανιφέστο του Σουρεαλισμού (μαζί με τον Μπρετόν) αλλά και οργάνωσε τον Σοβιετικό στρατό, κατέστειλε την εξέγερση της Κροστάνδης και δημιούργησε τα πενταετή αγροτικά προγράμματα της ΕΣΣΔ, τον γνωστό μας θεωρητικό και στρατιωτικό επαναστάτη Λέων Τρότσκι, ο οποίος μας μιλά για το άλλο αντικομφορμιστικό επαναστατικό καλλιτεχνικό κίνημα αυτό του Φουτουρισμού, αλλά και οι απόψεις της Αγγλίδας πεζογράφου Βιρτζίνιας Γουλφ, μας δίνουν την εικόνα ενός περιοδικού το οποίο απείχε πάρα πολύ από τα μέχρι τότε καθιερωμένα και ακαδημαϊκά λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής του.

Μας δίνουν την εικόνα ενός κοσμοπολίτικου εντύπου που ανοίγει τα φτερά του σε κάθε νέα πρωτοποριακή φωνή και σίγουρα αρχινά μια συνομιλία των ελλήνων υπερρεαλιστών με τους ξένους ομοτέχνους τους. Το «πάλι» από το πρώτο του τεύχος μέχρι το τελευταίο δεν είναι μόνο μια διαρκής πρόκληση αλλά και μια έντονη ανατροπή στα μέχρι τότε καθιερωμένα μικροαστικά και αστικά ηθικά και λογοτεχνικά αξιακά πλαίσια. Εντύπωση ευχάριστη προκαλεί τόσο η συγγραφική παρουσία του ηθοποιού-τραγουδιστή Δημήτρη Πουλικάκου με τις συγγραφικές και μεταφραστικές του καταθέσεις όσο και οι μεταφραστικές προτάσεις του Κώστα Ταχτσή και οι διάφορες καλλιτεχνικές επιλογές του που φανερώνουν έναν συγγραφέα πανέξυπνο, πρωτοπόρο, μοντέρνο και ανατροπέα για την εποχή του σε σχέση με άλλους καλλιτέχνες, με ανοιχτές τις αντένες του στα νέα ρεύματα και ιδέες, άτομο καλλιεργημένο και κοινωνικά δραστήριο με τρομερό αισθητήριο όσον φορά τις διάφορες αποχρώσεις της ελληνικής γλώσσας, κάτι που φαίνεται όχι μόνο στο μυθιστόρημά του «το τρίτο στεφάνι» και σε άλλα του πεζά αλλά και στις μεταφράσεις αρχαίων έργων του Αριστοφάνη. Από την άλλη, βλέπουμε τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη να προσπαθεί να συμβιβάσει τις διάφορες απόψεις και θέσεις και να φέρει σε επαφή τους συντηρητικούς Έλληνες μοντερνιστές με τα νέα ρεύματα που εκείνος γνώριζε και κατείχε από την θητεία του στο εξωτερικό. Για τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη-όπως και στο βιβλίο του διακρίνεται-το πρόβλημα της ελληνικής ποίησης, πεζογραφίας και δημιουργίας εν γένει, έγκειται ότι έχει αγκυλωθεί σε μια θεματολογία εντελώς στενάχωρη και περιθωριακή και σίγουρα ηθογραφικής υφής κάτι που την κάνει σχεδόν αδιάφορη τόσο στους ευρωπαίους διανοούμενους όσο και στο ευρύ ευρωπαϊκό κοινό.

Τα θέματα τα οποία διαπραγματεύονται οι Έλληνες συγγραφείς,-τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα- κινούνται μέσα στα στενά όρια ενός βαλκανικού περιφερειακού κράτους κάτι που τα αποκλείει από μια ουσιαστική και δημιουργική συνομιλία με τις λογοτεχνίες των πλούσιων ανεπτυγμένων δυτικών κρατών φυσικά και της Αμερικής. Η ποιητική παρουσία των ελλήνων δημιουργών πέρα από τις φιλότιμες προσπάθειες των ξένων φιλελλήνων μεταφραστών στο να γνωστοποιήσουν στο εξωτερικό την ελληνική ποίηση και πεζογραφία, όπως υπήρξαν οι μεταφραστικές προτάσεις του Κίμωνος Φράιερ, του Έντμουντ Κήλυ, του Φιλλίπ Σέρραντ και πολλών άλλων, δεν κατόρθωσε μάλλον να έχει μια ουσιαστική συνομιλία με την ποιητική γλώσσα άλλων ευρωπαίων και αμερικανών συγγραφέων. Τα έργα των ελλήνων δημιουργών έχουν μια έντονη «εθνικιστική» διάθεση μια σταθερή πατριδολατρία και μάλλον πολλά από αυτά, έχουν το στοιχείο του «ναρκισσισμού» αρκετά ισχυρό, τους λείπει αυτό το διεθνές άπλωμα, ο πειραματισμός προς κάτι το καινούργιο, το αχαρτογράφητο, η περιπέτεια μιας άλλης θεματικής πορείας που θα αγγίξει τα ενδιαφέροντα και τις οραματικές προκλήσεις των ξένων αναγνωστών. Ποια δηλαδή ελληνίδα πεζογράφος θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στην μάγισσα της πρόζας Βιρτζίνια Γουλφ, ποια θα μπορούσε να σχεδιάσει ιστορικά μυθιστορήματα με το ύφος και την τεχνική της Μαργαρίτας Γιουρσενάρ;

Ο έντονος ελληνοκεντρισμός, η επανάπαυση στην μακαριότητα της ένδοξης πολιτιστικής μας ιστορίας η καταφυγή σε παλαιές ιστορικές δάφνες, το πρόβλημα της γλώσσας (που δεν μιλιέται παγκοσμίως) είναι μερικά από τα προβλήματα που δεν κατόρθωσαν να ξεπεράσουν οι έλληνες συγγραφείς και έτσι, έμειναν καθηλωμένοι σε ένα περιβάλλον ελλαδικό με τα ανάλογα αδιέξοδα. Η Ελληνική λογοτεχνική και ποιητική παραγωγή για πολλά χρόνια έμεινε περίκλειστη στον εαυτό της και επαναπαυόταν στον μικρό και στενάχωρο χώρο της μικρής και πτωχής αποικιοκρατικής ευρωπαϊκής επαρχίας που είναι η χώρα μας. Σίγουρα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, η περίπτωση του κοσμοπολίτη Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, ενός ποιητή της περιφέρειας και όχι του κέντρου που κατόρθωσε να απαλλαγεί από τον εθνικιστικό μανδύα και να εμπλουτίσει το έργο του με θέματα και ζητήματα παγκόσμιου και διαχρονικού ενδιαφέροντος μας λέει πολλά, όπως και η περίπτωση του Κρητικού Νίκου Καζαντζάκη που ορισμένα του μυθιστορήματα καθώς και το έπος του «Οδύσσεια» είναι ελληνικά best seller στον αγγλοσαξονικό κόσμο και όχι μόνο. Τα δύο μας Νόμπελ δεν είχαν τέτοια απήχηση μεγάλη απήχηση και λόγω πολιτικών συγκυριών είχε ο τροβαδούρος του ελληνισμού Γιάννης Ρίτσος, αντίθετα ένας ποιητής που υπήρξε διαρκής συνομιλητής με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία της εποχής του και ουσιαστικός ποιητικός πειραματιστής ο γεραρός Κωστής Παλαμάς ξεχάστηκε γρήγορα, τόσο στο εξωτερικό και ίσως και στο εσωτερικό. Η γυναικεία φωνή της ποιήτριας Κικής Δημουλά είναι μάλλον αμφίβολο αν βρήκε την απήχηση που όλοι μας περιμέναμε αν δεν κάνω λάθος. Ανοικτό ερώτημα παραμένει ίσως η ποιητική και δοκιμιακή περιπέτεια του υπερρεαλιστή Νικόλαου Κάλλα, ενός ποιητή που δεν έχουν χαρτογραφηθεί μάλλον επαρκώς τα ίχνη του.
Στο πρώτο τεύχος όπως είναι αναμενόμενο αναφέρονται στο «Προοίμιο» ο σκοπός και ο στόχος της έκδοσης του περιοδικού καθώς και η φιλοσοφία και το όραμα της επιτροπής της έκδοσης. Διαβάζουμε στις σελίδες 2 και 3 του πρώτου τεύχους:

«Η επιτροπή που αποφάσισε την έκδοση του «Πάλι», θάθελε με την εμφάνιση του πρώτου της τεύχους να διευκρινίσει όσα νομίζει συγκροτητικά για τα ίδια της τα κίνητρα. Και πρώτα-πρώτα για τον τίτλο, «Πάλι», δηλώνει βασικά μια επανάληψη: αλλά τι είδους επανάληψη προτίθεται να καλύψει η έκδοσή μας; Η απάντησή μας, θα θέλαμε να μην αφήσει κανένα έδαφος για παρανοήσεις.
Θέλουμε «πάλι» ν’ ανοίξει ο ορίζοντας της έρευνας, της ανίχνευσης και της έκφρασης καθώς και της επικοινωνίας με τον ντόπιο και παγκόσμιο χώρο, ανεξάρτητα από οποιουδήποτε είδους αναστολές και απωθήσεις.
Θέλουμε να λειτουργήσει «πάλι» οργανικά η ανακοίνωση, η διαμάχη και οι αντινομικές εκφάνσεις που συνιστούν τον χώρο της συνείδησης και της δημιουργίας, τις αυθόρμητες τάσεις και κατευθύνσεις της σκέψης και της αίσθησης.
Βλέπουμε δηλαδή το «Πάλι», σαν ξανάνοιγμα της αέναης οντότητας που συνιστά την ουσία κάθε αυθεντικής στιγμής στη σκέψη, στην τέχνη, όπως στην ζωή και την ιστορία.

Βέβαια αυτό το ξανάνοιγμα προϋποθέτει 1) την αίσθηση ενός «κλεισίματος» αποτελέσματος ποικίλων προελεύσεων φραγμών και Taboo’sπου η πρόθεσή μας είναι να συμβάλουμε στην άρση τους, στο βαθμό που η διάγνωση και η διαίσθησή μας θα λειτουργήσει σωστά. 2) Την ύπαρξη προηγουμένων «ouvertures», που αφού λειτούργησαν όσο (ή και λιγώτερο απ’ όσο) έπρεπε ή μπορούσαν, θάφτηκαν κάτω από συνθήκες αρτιοσκληρωτικές και συμβατικές, αφήνοντας την θέση τους στα υποπροϊόντα αυτών ακριβώς των συνθηκών, που στον τόπο μας απόκτησαν επί χρόνια μια σαθρή, σχηματική, μα παραδόξως ακλόνητη παντοδυναμία . *
Αυτά τα ανοίγματα του παρελθόντος, το «Πάλι» δεν προτίθεται να το επαναλάβει με κλειστό τρόπο, είτε μορφολογικά, είτε ουσιαστικά, αλλά να ξαναπολεμήσει με τα ίδια, κι’ αν το κατορθώσει και με περισσότερο αδιάλλακτο θάρρος, όσα πολέμησαν, αγνοώντας όσα αγνόησαν, κι αυτά, όσες κι’ αν είναι οι επιφανειακές μεταβολές τους, παραμένουν σε (απελπιστικά;)μεγάλο βαθμό απαράλλακτα, ώστε οτιδήποτε  αρνιόμαστε, να μην υπάρχει καν λόγος να κατονομαστεί εξ αρχής, εντοπίζοντας έτσι εκείνο που διάχυτα είναι «εγκατεστημένο».

Το «Πάλι» δεν είναι μια επιθεώρηση κλειστών και εκ των προτέρων καθορισμένων κατευθύνσεων.

Εκείνοι που αποτελούν το πρώτο κλιμάκιο της εκκίνησής του, δεν προτίθενται ν’ αποκρύψουν ούτε τις διαφωνίες τους, ούτε την πιθανή ετερογένεια των καταβολών τους, σχετικά με βαθύτατες, όχι όμως αγεφύρωτες διαφορές αξιολόγησης ως προς τις βασικές τους «θέσεις» απέναντι στο αίνιγμα του είναι, στον οραματισμό τους για την τέχνη και στο πρόβλημα του ιστορικοπολιτικού γίγνεσθαι. Παραμένουν όμως σύμφωνοι σ’ ένα βασικό αίτημα: την από τα ίδια τα κείμενα προβολή και αυτοδιαγραφή των τάσεων, κλίσεων και «αποκλίσεων», όπως και την προσφορά τους στον εντός κι εκτός του χώρου του τετραδίου διάλογο.

Ύστερα από τα παραπάνω, αποσαφηνίζεται:
1ο Ότι το τετράδιο είναι ξένο προς κάθε πνεύμα συντήρησης, αλλά πως αυτό δεν σημαίνει ότι γόνιμες περιοχές του παρελθόντος δηλωτικές της βαθειάς ενότητας της ζωής καθώς και οι αντίστοιχες αναζητήσεις πάνω σε αυτές, δεν είναι ευπρόσδεκτες.
2ο Ότι το τετράδιο παραμένει έξω από κάθε πνευματική ή πολιτική «στράτευση», αλλά σεισμογραφικά ευαίσθητο σε κάθε απελευθερωτικό μήνυμα, προερχόμενο τόσο από το ιστορικό όσο και από το πνευματικό πεδίο.
3ο  Ότι το τετράδιο δεν αποτελεί όργανο ενός πνευματικού ή καλλιτεχνικού κινήματος, (χωρίς ούτε να προετοιμάζεται, ούτε να αποκλείεται η γέννησή του, από τους κόλπους του) αλλά πεδίο ελεύθερων αναζητήσεων και προσεγγίσεων όσων κινημάτων (ατομικών ή συλλογικών) έφεραν σε γονιμότερη πυκνότητα παρουσίας την ανθρώπινη σκέψη και ύπαρξη, την διαύγεια και την ελπίδα (με όλη τη τραγική διάσταση που συχνά χωρίζει τις δύο τελευταίες). Σ’ αυτήν την περιοχή θα θέλαμε οι συμπάθειες και οι θέσεις των συνεργατών μας, να μην ασκούν παρά μίαν αυτοδύναμη επίδραση από τα ίδια τους τα κείμενα καθώς κι από τα κείμενα που θα θελήσουν να μεταφέρουν στη γλώσσα μας σαν αντιπροσωπευτικά. Όσο για το διάλογο, παραμένει ανοιχτός.

Πάντως η επιτροπή του «Πάλι» έχει πλήρη επίγνωση της κρισιμότητας των καιρών, μέσα και έξω από την καλλιτεχνική περιοχή. Γιαυτό και θεωρεί καθήκον της την απόλυτη περιφρόνηση κάθε σχηματικού “esprit de serieux” και κάθε δογματισμού.
4ο Η τέχνη και η σκέψη ήταν, είναι, και θα είναι, ριψοκίνδυνη υπόθεση. Καθένας από τους συνεργάτες μας, είναι περιττό να το πούμε, επωμίζεται τους δικούς του κινδύνους, με τον τρόπο που νομίζει πιο πρόσφορο και μέσα από την διαδρομή απ’ όπου το ανέφικτο και το αναπόδραστο του αποκάλυψαν τα όριά τους.

Από το παιχνίδι ως την εμβρίθεια, κι’ από την πιο αινιγματική εσωτερικότητα ως την πιο εμπράγματη κριτική στάση, κάθε τι μπορεί, (με την έννοια του αρχαίου «δύνασθαι», που περιέχει το ζύγισμα με την οδυνηρή πιθανότητα να μη μπορέσει) ν’ ανοίξει τον δρόμο προς την μη «αποκεκαλυμμένη» (ακόμα;) ολικότητα* του πνεύματος, της ποίησης και του συγκεκριμένου κόσμου. The rest is silence.».

*Δεν θα θέλαμε να κλείσουμε αυτή την παράγραφο, χωρίς να υπομνήσουμε (δεν θα τις κατονομάσουμε) ορισμένες ελάχιστες αλλοίμονο, εξαιρέσεις.
*Εδώ, ο συντάκτης αυτών των γραμμών υπαινίσσεται ίσως τον φιλόσοφο Ernest Bloch και το γραφτό του  “ Zur Ontologie des noch nicht Seins».

Το κείμενο, είναι του συγγραφέα και μεταφραστή Γιώργου Μακρή.
Σημειώνει μεταξύ άλλων ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης στο βιβλίο του «Μοντερνισμός Πρωτοπορία και Πάλι» σελίδα 50: «Ο σκοπός του περιοδικού δεν ήταν να παίξει ένα συμπαντικό ρόλο, αλλά να προβάλει ορισμένες θέσεις και πρόσωπα που θεωρούσαμε ότι είχαν παραμεριστεί άδικα τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι αντιδράσεις συνεχίστηκαν με το τεύχος 2-3, τούτη τη φορά ανάμεσα σε άλλους πρωτοποριακούς που φιλοδοξούσαν μια θέση στον ήλιο της πρωτοπορίας, και τελικά με τα τεύχη 4,5,6, σταμάτησαν οι εξωτερικές εχθροπραξίες και εμφανίστηκε ένας εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους συνεργάτες, που μερικοί δεν μιλιόνταν, όπως είναι συνηθισμένο γενικά στα πρωτοποριακά περιοδικά και κινήματα, και ιδιαίτερα σε μας τους Έλληνες απ’ τον καιρό του Πελοποννησιακού Πολέμου».

Θέσεις ακόμα και σήμερα επίκαιρες θα προσθέταμε εμείς.

Η καθηγήτρια και μελετήτρια Ελισάβετ Αρσενίου στο βιβλίο της «Νοσταλγοί και Πλαστουργοί»-Έντυπα, Κείμενα και Κινήματα στη Μεταπολεμική Λογοτεχνία-εκδόσεις Τυπωθήτω 2003 στο κεφάλαιο «Ο λογοτεχνικός τύπος» αφιερώνει τις σελίδες 104-113 στο περιοδικό «Πάλι», έχοντας ως επικεφαλίδα «”Πάλι”: Οι αναζητήσεις ενός νεουπερρεαλιστικού περιοδικού», γράφει μεταξύ άλλων τα εξής:
«Το περιοδικό “Πάλι”, που χαρακτηρίζεται στον υπότιτλο ως «ένα τετράδιο αναζητήσεων», είχε χαρακτήρα περιθωριακό και ριζοσπαστικό στην κριτική της σύγχρονης πνευματικής ζωής, διατηρώντας πολλά από τα χαρακτηριστικά του «μικρού περιοδικού». Το Πάλι μόνο περιφερειακά, συχνά χωρίς χρονολόγηση, και ήταν βραχύβιο(1963-1966)…Πάντως, η θεματική και υφολογική ομοιογένειά του οφειλόταν στις κατευθυντήριες παρεμβάσεις του Νάνου Βαλαωρίτη και του Κώστα Ταχτσή, των βασικών εκδοτών του περιοδικού, ενώ τα σχόλια του περιοδικού πρόβαλλαν τις απόψεις των συντελεστών του πάνω σε ζητήματα λογοτεχνικής κυρίως επικαιρότητας. Τους συντελεστές του “Πάλι” αποτελούσαν συγγραφείς διαφορετικών λογοτεχνικών προτιμήσεων, σταθερά όμως προσανατολισμένοι σε αναζητήσεις….»

Και παρακάτω: «Η θέση του “Πάλι” στη δεκαετία του 1960 συνδέεται στενά με το πολιτιστικό περιβάλλον που διαμόρφωσε ο καθιερωμένος λογοτεχνικός Τύπος της εποχής, ο οποίος με τη σειρά του καθιέρωσε τα ζητήματα που απασχόλησαν το περιοδικό». Και συνεχίζει:

«Οι αρχές του “Πάλι” δεν είναι σαφώς προκαθορισμένες».

Η θέση αυτή της Ελισάβετ Αρσενίου έχει μια βάση, όπως φαίνεται και από το κείμενο κατάθεση για το περιοδικό του ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη, όμως έστω και έτσι, αν διαβάσει ο σημερινός αναγνώστης τα τεύχη του Πάλι θα ανακαλύψει κείμενα και θέσεις που είναι ακόμα επίκαιρες, μπορεί να μην απασχολεί κανέναν ίσως πλέον η διαφορά μοντερνιστών και μεταμοντερνιστών ή πρωτοπόρων και μετα-πρωτοπόρων, μπορεί να έχει χάσει πολύ από την αίγλη του το επαναστατικό κίνημα του Σουρεαλισμού, όμως μέσα στο γενικό ιστορικό διαχρονικό πανόραμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας και αναζήτησης όλα αυτά έχουν την δική τους σημασία, και σίγουρα προσθέτουν κάτι στην έρευνα και την οικοδόμηση του καθόλου της ελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνικής περιπέτειας.

Να τονίσουμε επίσης ότι η Ελισάβετ Αρσενίου υπογράφει και το λήμμα για το περιοδικό Πάλι στο «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» των εκδόσεων Πατάκη 2007.

Αντίθετα ο ιστορικός της λογοτεχνίας και μελετητής Αλέξανδρος Αργυρίου, αφιερώνει μάλλον καταχρηστικά εννέα καθαρά πληροφοριακές γραμμές για το περιοδικό.

«Το περιοδικό “Πάλι” (1964-1966) που αυτοπροσδιορίστηκε ως «Τετράδιο αναζητήσεων» επανέφερε στο προσκήνιο έναν «αδιάλλακτο» υπερρεαλισμό με γενναίες συνδρομές του Νίκου Εγγονόπουλου, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νικολάου Κάλα….» σελίδα 96, δες Αλέξανδρος Αργυρίου, «Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της όταν η δημοκρατία δοκιμάζεται, υπονομεύεται και καταλύεται» (1964-1974 και μέχρι τις μέρες μας), τόμος Ζ΄, εκδόσεις Καστανιώτη 2007.                  

http://giorgosbalurdos.blogspot.com/2014/10/blog-post.html

Ανδρέας Εμπειρίκος, Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες

Μνημόσυνον σε μαύρο μείζον
με βαθυπράσινους κισσούς
για έναν άνθρωπο που εις την Πρέβεζαν εχάθη.

Όσοι καμιά φορά από την Πρέβεζα περνάτε και στην υγρή κουφόβρασι στα καφενεία κάθεσθε να πιήτε έναν καφέ, ή ένα γλυκό του κουταλιού να φάτε, βαπόρι περιμένοντας ή κάποιο λεωφορείο, ακούοντας βοήν φωνών και συζητήσεων, ήχους ζαριών και επικλήσεις αυτών που σκύβουν επάνω από τα τάβλια, την μοίρα μάταια προσπαθώντας με τέχνη να παραμερίσουν, τα πούλια ζωηρά χτυπώντας, φιλώντας στις χούφτες των τα ζάρια, κουνώντας τα με δύναμιν και τέλος φωνάζοντας, καθώς τα ρίχνουν με ζέσιν ελπιζόντων: «Ντόρτια!… Δυάρες!… Εξάρες!…» όσοι, λέγω, σε αυτά τα καφενεία κάθεσθε, στη ζέστη του καλοκαιριού, την ώρα που φέρνετε στα χείλη σας το δροσερό ποτήρι, ή, μέσα στο ψύχος του χειμώνα τον αχνιστόν καφέ, προσμένοντας κάποιαν υπουργικήν απόφασιν, μετάθεσιν, ή κάποιο κέλευσμα ανεξιχνίαστον της Μοίρας, όσοι στα καφενεία της Πρεβέζης κάθεσθε, προσμένοντας τις οίδε τι – μην τον ξεχνάτε. Σε όλους τους τέτοιους καφενέδες – Πρεβέζης, Αθήνας, Πατρών – πάντα η ψυχή του πλανάται, όπως και εις τα στυγνά γραφεία τόσων νομαρχιών και υπουργείων, όπου ο ποιητής σε όλον του τον βίον, τις μέρες του εν μέσω τρομεράς ανίας μετρούσε σαν κομπολόϊ βαρετό, αυτός που έσφυζε εν τούτοις – ω, ειρωνεία – από θεσπέσια οράματα, για πράγματα που ο κόσμος ο πολύς, ο κόσμος ο κοντόφθαλμος ή και ο χυδαίος, χίμαιρες ή ουτοπίες τα ονομάζει. Διότι, αναμφιβόλως, ο ποιητής αυτός επάλλετο από τοιαύτα οράματα και αν έλεγε ο ίδιος ότι ιδανικά δεν είχε – είχε, μα από σεμνότητα ή απαλότητα ψυχής ή φοβον, ντρεπόταν να τα περιγράψη, ντρεπόταν να τα πη ή να τα ονομάση, αφού ήσαν όλα εδεμικά και πίστευε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε, παρά μονάχα στα οράματά του τ’ απόκρυφα να τα εκφράση, να τα φθάση, ωσάν να ήτο κατηραμένος, κολασμένος ο νέος αυτός, ο τόσον (έξω απ’ την πράξιν την στερνήν και ίσως μέσα σε αυτήν) ο τόσον πολύ εν τη ουσία ευλογημένος.

Ω, ναι, πάντα σε τέτοια μέρη – Κρανίου τόπος, Γολγοθάς, ή χώρες της Στυγός – πάντα η ψυχή του θα πλανάται. Και θα πλανάται πάντα σαν του αδικοσκοτωμένου την ψυχή, που την δικαίωση ζητεί, σε όλα αυτά τα μέρη, καθώς και στα γραφεία εκείνα, όπου ο ποιητής αυτός, πίσω από σωρούς εγγράφων δημοσίου (βουνά υψηλά του χαρτοβασιλείου) και εμπρός στην ειδεχθή του κόσμου υποκρισίαν, νυχθημερόν ο ποιητής διαβιών, παρά την σκωπτικήν που κάποτε τον έπιανε μανίαν, με οίστρον σεραφεικόν και εξαίσιον τους ουρανούς της απολύτου αθωότητος ωραματίζετο. Και ίσως να έβλεπε εκ νέου ο ποιητής τα όνειρα των παιδικών του χρόνων, εις μίαν υπέρτατην προσδοκίαν νοσταλγών την άλλην εκείνην Εδέμ, την της ενδομητρίου ζωής, που εγνώρισε εις την κοιλίαν της μητρός του, πριν γεννηθή, πριν να κοπή ο ομφάλιος λώρος, επιθυμών, ίσως, να βρη εκ νέου τας ηδονάς των μη ορατών πλασμάτων, των αγεννήτων την ευδαιμονίαν επιζητών, την ύπαρξιν εν τη ανυπαρξία, που την ωνόμαζε ο ποιητής «μηδέν» (ίσως, εννοών την ένωσίν του με το Παν, ίσως ποθών μίαν αρραγή υπερατομικήν αθανασίαν) επιδιώκων την επιστροφήν του εις την καθολικήν, την αδιαφοροποίητον ύπαρξιν εκ της οποίας προήλθε, αναζητών τον όλβον των μακάρων στην χλωρασιά της μάνας γης, ένθα πάσα οδύνη απέδρα.

Μη πήτε λοιπόν ποτέ, ότι ο ποιητής αυτός δεν είχε ιδανικά, και την ύστατην πράξιν του δειλίαν μη την πήτε, μα πάντοτε να ενθυμήσθε, ιδίως όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες και βλέπετε κάποιον κατάκοπον εις την σκιάν των να κοιμάται, πάντα να ενθυμήσθε ότι αυτό που λέγεται Ειμαρμένη από δρόμους πολλούς μας έρχεται και προς σημεία απροσδόκητα συχνά πηγαίνει. Και να ενθυμήσθε πάντα τις πιστολιές εκείνες (τον Μαγιακόβσκη να ενθυμείσθε, τον Τρακλ, Εσσένιν και Κρεβέλ), τις πιστολιές εκείνες, που τις καρδιές τρυπούν και τις φωνές σωπαίνουν, πάντα να τις ενθυμήσθε, ό,τι και αν λεν, ό,τι και αν γράφουν οι εφημερίδες που τόσα και τόσα λεν – ως παραδείγματος χάριν: «Υπό συνθήκας αυτόχρημα δραματικάς, ο Κ.Κ. δημόσιος υπάλληλος εξ Αθηνών, μετατεθείς εις Πρέβεζαν εσχάτως, έθεσε τέρμα εις την ζωήν του… Στο Λύκειο των Ελληνίδων εδόθη χθες μέγας χορός∙ αι νεανίδες του Λυκείου, φέρουσαι εθνικάς ενδυμασίας, εξετέλεσαν Ελληνικούς χορούς∙ το φόρεμα της κυρίας Μ… από οργκαντί με ντεκολτέ πολύ μεγάλο ήτο απεριγράπτου ωραιότητος… Ο πρόεδρος της κυβερνήσεως εδέχθη χθες τον πρεσβευτήν της Ιαπωνίας… Οι φορτοεκφορτωταί της Ερμουπόλεως απήργησαν… Ευρέθη νέον φάρμακον κατά της σπειροχαίτης… Εις οίκον κακόφημον του Πειραιώς, ο εκδορεύς Ιωάννης Ν… κατέσφαξε την ιερόδουλον Αναστασίαν Χ… μητέρα τριών τέκνων».

Μη πήτε, λοιπόν, ποτέ, ότι ο νέος αυτός δεν είχε ιδανικά, διότι έσκυψε πολύ στο χείλος των αβύσσων (όπως αυτοί που κυνηγούν στα αλπικά βουνά, στην άκρη-άκρη των κρημνών τα εντελβάϊς), ακούων με φρίκην από υψηλά τους στόνους και τας οιμωγάς της Οικουμένης, ενώ, μεσ’ στην ψυχή του αντηχούσαν ίσως νεροσυρμαί κρυστάλλινοι και ήχοι θεσπέσιοι των Παραδείσων. Λόγια μη πήτε που να ισοδυναμούν με ψόγον ή με καταδίκην, δια τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη, διότι η Πρέβεζα, όπου και αν βρίσκεσθε, πάντα κοντά σας θάναι. Και πάντα θα σας φοβερίζη, με καταχνιές, κουφόβρασι, με σπίτια που καταρρέουν, με τοίχους λεπρούς, με σκύλους ισχνούς και ψωραλέους, με ανθρώπους και κώνωπας ανωφελείς, με ελονοσίαν, με φυματίωσιν, με αιμοπτύσεις και φρικτήν αβάσταχτην ανίαν, με κάτι σαν πτώσιν λαιμητόμου σε νεκρικήν σιγήν, με κάτι σαν να εκσπερματίζης δίχως να έχης οργασμόν, με κάτι σαν περμαγκανάτ ή στύψι στον αέρα, με κάτι σαν άγονες γραμμές και αναμονές, με φράσεις ως οι ακόλουθες: «Ο κύριος Νομάρχης έρχεται… Δεν έρχεται… Ο κύριος Νομάρχης με το λαντώ του καταφθάνει!…» και με βαθειά, βαρειά μελαγχολία, καρδιοσπαράχτρα θλίψι, που φθάνει ως τους ουρανούς, πενθίμου καπνού τολύπη, πότε αργά, πότε γοργά, σαν σιγανού ή γρήγορου θανάτου λύπη, την ώρα που της καρδιάς, εν ακαρεί, ή με ανεπαισθήτως φθίνοντα βραδύ ρυθμό, σβήνουν για πάντα οι κτύποι.

Μη πήτε λοιπόν ποτέ λόγον κακόν δια τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη. Ήτο σπουδαίος ποιητής, που από τρίχα μόλις θα έψαλλε τους οργασμούς της γης και όλους τους έρωτας των άστρων, αν Μοίρα σκληρή δεν έστεφε το μέτωπόν του με βαθυπράσινον κισσόν που εκόπη από τάφους, μα που και έτσι είναι κισσός, φυτό σπαρμένο απ’ τους θεούς, όπως και η δάφνη. Μην τον ξεχνάτε λοιπόν τον νέον αυτόν, το κάθετον τούτο λάβαρον της θλίψεως και του θανάτου, τον νέον αυτόν που εις τας ακτάς τους Αμβρακικού απέπτη, τον άσπρον άγγελον με τα κατάμαυρα πτερά μην τον ξεχνάτε, και, ακόμη, να τον αγαπάτε. Ήτο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής. Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις – είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης.

Αθήνα, 9.12.1964

*Από το βιβλίο “Οκτάνα”, 1980]

**Σχετικός σύνδεσμος: https://ohthatbookblog.wordpress.com/2018/09/02/5-poihmata-andreas-empeirikos/

Ανέστης Ευαγγέλου, Τρία ποιήματα

ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΡΝΙΕΜΑΙ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ

I
Δεν την αρνιέμαι την οδύνη, δε φυγομαχώ
θα μπορούσα ν’ αντέξω τον μεγαλύτερο πόνο, όμως κάπως,
να βρεθεί κάπως ένας τρόπος να εξανθρωπίσω τον πόνο μου,
να μη με κυνηγούν φαντάσματα. Όλα θα μπορούσα
να τα υποστώ τ’ ανθρώπινα μαρτύρια, όλα για να μπορέσω
πλήρης, επιτέλους, να πορευτώ, να υπάρξω
θέλω να πω, να διανύσω συμπαγής
την περιοχή που μου δόθηκε.

*

ΚΑΘΩΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΠΡΟΧΩΡΕΙΣ

Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς και βλέπεις
μέρα τη μέρα να πληθαίνουνε τα ερείπια,
να πέφτουν ένα ένα τ’ αγκωνάρια
που απάνω τους είχες χτίσει τη ζωή σου,
καταλαβαίνεις ολοένα πιο πολύ, διδάσκεσαι,
πως μόνο εσύ τον ορίζεις το χώρο σου:
είναι δικά σου τούτα τα ερείπια κι είσ’ εσύ
που πρέπει να σηκωθείς, να πάρεις
νερό και λάσπη, με τα ίδια
υλικά να ξαναχτίσεις τους τοίχους σου.
Τώρα που βλέπεις καθαρά, που ξέρεις επιτέλους
πως από πουθενά βοήθεια δεν μπορείς να περιμένεις.

*
 
ΜΗΝ ΑΠΟΡΕΙΣ, ΜΗΤΕΡΑ

Μην απορείς, μητέρα, μην τρομάζεις
τούτα τα ποιήματα διαβάζοντας. Θα τα βρίσκεις, βέβαια,
λίγο στενάχωρα, σάμπως να θέλουν
από τις λέξεις μέσα να βγουν. Ίσως, ακόμα,
το γιο σου μέσα τους να μην αναγνωρίζεις. Κι όμως
δικά του είναι, μητέρα· αυτόν εικονίζουν.
Πάσχουν κι αυτά όπως κι αυτός από ασφυξία,
χάνονται μέσα τους, γυρίζουν, επιστρέφουν,
πάσχουν να βγουν από τις λέξεις όπως κι εκείνος
πάσχει να βγει από το πετσί του μέσα.
Μην απορείς, μητέρα, μην τρομάζεις· προ παντός
μη σε κυριέψει απελπισία· κάτι στηρίζει
το γιο σου, που εσύ δε βλέπεις:
μέσα του, από τα πόδια ως την κορφή, είναι μια κολόνα
που τον στυλώνει, τον κρατά μ’ όρθιο το κεφάλι,
που τον ψυχώνει, βήμα με βήμα, αγκώνα με αγκώνα,
μέσ’ απ’ ερείπια ν’ ανοίγει δρόμο και να προχωράει.

*Από τη συλλογή “Περιγραφή εξώσεως” (1960).

Μια κληρονομιά που προκαλεί και εμπνέει: αποχαιρετισμός στον Lionel Fogarty, ποιητή και ακτιβιστή

Το 2014, ο συγγραφέας και ακτιβιστής της φυλής Yugambeh, Lionel Fogarty (1957-2026), χαρακτηρίστηκε από τον ποιητή και μελετητή John Kinsella, ως «ο σημαντικότερος εν ζωή Αυστραλός ποιητής». Πιο πρόσφατα, η μυθιστοριογράφος της φυλής Waanyi, Alexis Wright, τον περιέγραψε ως τον «εθνικό ποιητή» της λογοτεχνίας των Αβορίγινων.

Με τον θάνατό του την περασμένη εβδομάδα, ένας από τους πιο αναγνωρισμένους ποιητές της γενιάς του αφήνει πίσω του μια κληρονομιά που θα εμπνεύσει τις μελλοντικές γενιές να αμφισβητήσουν την αδικία στους θεσμούς της εκπαίδευσης, της λογοτεχνίας, της διακυβέρνησης, της αστυνόμευσης και της υγείας.

Ο Fogarty δημοσίευσε 16 ποιητικές συλλογές, από το «Kargun» (1980) έως το «Harvest Lingo» (2022), και συμπεριλήφθηκε σε αμέτρητες ανθολογίες αβοριγινικής γραφής, αυστραλιανής λογοτεχνίας και ποίησης.

Οργάνωσε εργαστήρια δημιουργικής γραφής σε απομακρυσμένες αυστραλιανές κοινότητες, σε φυλακισμένους και σε διεθνή πανεπιστήμια. Παρουσίασε επίσης ατομικές εκθέσεις με ζωγραφισμένα ποιήματά του, συμπεριλαμβανομένης της περσινής (2025) έκθεσης Burraloupoo στη Γκαλερί Darren Knight του Σίδνεϊ.

Η ενεργητικότητά του παρέμεινε αστείρευτη μέχρι το τέλος. Προς το τέλος της ζωής του ζωγράφιζε ποιήματα και έγραφε ένα νέο έργο καθημερινά. Μόλις λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του, συνέθετε νέα ποιήματα μαζί με στενούς φίλους και επιμελούνταν το χειρόγραφο της επερχόμενης συλλογής του Warrior with a Fighting Stick.

Σε όλη του τη ζωή, ο Fogarty εργάστηκε ακούραστα σε πολιτικές εκστρατείες για τα δικαιώματα των Αβορίγινων, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούσε με συνέπεια προκλητική και σύνθετη ποίηση.

Σήμερα θεωρείται μία από τις πραγματικά μοναδικές φωνές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα πρώτα χρόνια της πορείας του, όταν η κριτική προσέγγιζε το έργο του κυρίως από μια εξωτερική οπτική, απλοποιώντας τις ποικίλες και πολύπλοκες χρήσεις της ποιητικής γλώσσας του.

Ο Fogarty μετασχημάτισε τη συμβατική αγγλική γραμματική, έκφραση και ορθογραφία σε μια προσπάθεια αποαποικιοποίησης αυτού που θεωρούσε ένα διαλυμένο αποικιακό σύστημα επικοινωνίας.

Τα ποιήματά του προσκαλούν σε δημιουργική ερμηνεία, ενώ θεμελιώνονται στην αντίληψη ότι η τέχνη αποτελεί μέσο επικοινωνίας και κατανόησης. Σε συνέντευξή του το 2011 στον Αυστραλό ποιητή Michael Brennan, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Η ποίηση είναι χρήσιμη μόνο αν αλλάζει τον καταραμένο νόμο!»

Συζητήσεις σαν ποτάμια

Πρόσφατα, ο Fogarty τιμήθηκε με το περίβλεπτο Βραβείο Red Ochre για τη συνολική προσφορά του στην καλλιτεχνική αριστεία.

Η τελευταία συλλογή του «Harvest Lingo» κέρδισε το Βραβείο Ποίησης Judith Wright Calanthe (Βραβεία Λογοτεχνίας Κουίνσλαντ) και ήταν υποψήφιο για τα περισσότερα σημαντικά ποιητικά βραβεία του 2023. Τα φυσικά βραβεία δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία για εκείνον· κατά τη διάρκεια μιας πρόσφατης επίσκεψης στο σπίτι του, αρκετά χρησιμοποιούνταν ως βάσεις για μπουκάλια μπογιάς. Ωστόσο, οι διακρίσεις αυτές ήταν σημαντικές για τη συνέχιση του ακτιβισμού του.

Το 1974, υπό τη διεφθαρμένη πολιτειακή κυβέρνηση Bjelke-Petersen (του Κουίνσλαντ), ο Fogarty (τότε 16 ετών), μαζί με τους Denis Walker και John Garcia, συνελήφθησαν και κατηγορήθηκαν για διάφορα αδικήματα, μεταξύ των οποίων εκφοβισμός και απόπειρα εκβίασης, αφού ζήτησαν χρηματοδότηση από το Πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ για την ίδρυση κοινοτικού σχολείου στο Palm Island. Μετά από εθνική εκστρατεία υποστήριξης, οι «Τρεις του Μπρίσμπαν» αθωώθηκαν πλήρως και όλες οι κατηγορίες αποσύρθηκαν.

Ο Fogarty αφηγήθηκε πρόσφατα ότι, μετά την αποφυλάκισή του, έμαθε να διαβάζει κριτικά ενώ κρυβόταν μαζί με πρωτοπόρους του αυστραλιανού κινήματος των Μαύρων Πανθήρων.

Ο ακτιβισμός που καθόρισε τη ζωή του βασιζόταν στις σχέσεις του με την κοινότητα. Ανάμεσα στις λογοτεχνικές του επιρροές συγκαταλέγονταν οι επιστολογράφοι και οι αφηγητές του Cherbourg Aboriginal Reserve, όπου γεννήθηκε το 1957.

Ακόμη και στη φετινή (2026) Ημέρα Πένθους (Day of Mourning protest) στο Μπρίσμπαν, μεταφέρθηκε με αναπηρικό αμαξίδιο από το νοσοκομείο για να μιλήσει στη συγκέντρωση. Διάβασε πολλά ποιήματα μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους, μεταξύ αυτών και το ανέκδοτο τότε «Promotional Palestinian Justices».

Ο Fogarty υποστήριξε εκστρατείες για τη δημιουργία πολλών κοινοτικών οργανώσεων, μεταξύ αυτών την Υπηρεσία Νομικής Υποστήριξης Αβορίγινων (Aboriginal Legal Service), την Υπηρεσία Στέγασης Αβορίγινων (Aboriginal Housing Service), το Μαύρο Κοινοτικό Σχολείο (Black Community School) και δύο Κέντρα Μαύρων Πόρων (Black Resources Centres), μαζί με την ακτιβίστρια και παιδαγωγό Cheryl Buchanan, μητέρα έξι από τα παιδιά του και εκδότρια πέντε ποιητικών συλλογών του.

Αν και το έργο του ήταν τεράστιο σε όγκο, ίσως η μεγαλύτερη τέχνη του να ήταν η συζήτηση. Μια συνομιλία μαζί του έμοιαζε με τα ποτάμια της αγαπημένης του χώρας των Yugambeh. Κανείς μπορούσε εύκολα να παρασυρθεί από τη ροή του λόγου του, συλλογιζόμενος ένα νόημα ή μια συγκεκριμένη φράση. Λέξεις, ονόματα, προτάσεις και ιστορίες κυλούσαν αβίαστα.

Σε κάθε στροφή αυτού του ποταμού, ο Fogarty βεβαιωνόταν ότι το νόημα είχε μεταδοθεί και κατανοηθεί όπως το εννοούσε. Η εμπειρία αυτή ίσως έμοιαζε με τις παιδικές του αναμνήσεις από τις φωτιές του καταυλισμού στο Cherbourg, όπου άκουγε ιστορίες από ανθρώπους εκατοντάδων γλωσσικών ομάδων που ζούσαν εκεί «υπό τον νόμο» – μια φράση που αναφερόταν στις εξουσίες της τότε κυβέρνησης πάνω στις ζωές των Αβορίγινων στους καταυλισμούς (reserves).

Ο συγγραφέας και ακαδημαϊκός Philip Morrissey, έχει πει ότι ο καπνός που στροβιλιζόταν, με τις «αλυσίδες συνειρμών» του, ενέπνευσε το ποίημα του Fogarty Remember Something Like This:

Πριν από πολύ καιρό μια καφετιά ιστορία προσγειώθηκε
καθώς ένα αγόρι κοίταζε ψηλά στους τοίχους της αίθουσας
και το νερό κυλούσε στα μάτια του.

(Long ago a brown alighted story was told
as a boy looked up on the hall walls
water flowed to his eyes)

Ο ακτιβισμός και η τέχνη του Fogarty αντανακλούσαν μια παγκόσμια αντίληψη της αυτόχθονης αλληλεγγύης. Το 1976 μίλησε στο Διεθνές Συμβούλιο Συνθηκών Αυτόχθονων Λαών (International Indigenous Treaty Council), στα εδάφη των Yanktonai Dakota στις ΗΠΑ, για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των Αβορίγινων της Αυστραλίας. Εκεί γνώρισε τον ακτιβιστή των Oglala Lakota, Russell Means, τον πνευματικό ηγέτη Leonard Crow Dog και τον Αμερικανό καλλιτέχνη και ποιητή Jimmie Durham.

«Φωνάζοντας στους ανέμους»

Ένα από τα πιο καθοριστικά γεγονότα της ζωής του ήταν ο θάνατος του αδελφού του, Daniel Yock, υπό αστυνομική κράτηση στο Μπρίσμπαν το 1993. Ο Yock, ιδρυτής της χορευτικής ομάδας Wakka Wakka (Wakka Wakka Dance Company), στοχοποιήθηκε φυλετικά από την αστυνομία, χαρακτηρίστηκε ταραχοποιός και κατηγορήθηκε ότι απείλησε αστυνομικούς. Συνελήφθη βίαια, σύρθηκε αναίσθητος στο αστυνομικό όχημα και πέθανε λίγες ώρες αργότερα.

Η τραγωδία αυτή και οι συνέπειές της για τις αβοριγινικές κοινότητες του Κουίνσλαντ οδήγησαν σε μαζικές διαμαρτυρίες για την απονομή δικαιοσύνης. Ο Fogarty αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής του στο να μιλά ενάντια στους θανάτους Αβορίγινων υπό κράτηση.

Μετά το γεγονός αυτό έγραψε μερικά από τα σημαντικότερα ποιήματά του. Δύο βαθιά πολιτικά ποιήματα πένθους και οργής περιλαμβάνονται στη γνωστότερη συλλογή του, «New and Selected Poems: Munaldjali, Mutuerjaraera» (1995).

Ωστόσο, χρειάστηκαν αρκετά χρόνια μέχρι να εκδώσει νέο ποιητικό έργο, με τη συλλογή «Minyung Woolah Binnung» το 2004. Η συλλογή αυτή συνδύαζε ποίηση και εικονογράφηση, κάτι πρωτόγνωρο για τον Fogarty. Με την πρακτική αυτή πρωτοπαρουσιάστηκαν τα εντυπωσιακά ζωγραφισμένα ποιήματα που παρουσιάστηκαν αργότερα στην έκθεση Burraloupoo.

Μέσα από την ποίησή του, ο Fogarty έθεσε ζητήματα γύρω από τον δικό του θάνατο, συνδέοντάς τα συχνά με τον δυσανάλογα μεγάλο αριθμό θανάτων Αβορίγινων υπό κράτηση. Ήδη από την πρώτη του συλλογή είχε γράψει για τον δικό του θάνατο στο ποίημα «15th June 1978».

The pains comes and goes
Me eyes are blending
Me ear hear nothing
My mind can’t keep up
To me writings.
[…] I am dead singing death
Living in this moment
One thing I know doesn’t want to have a white death

Σε αυτό ζητούσε από τους ομοτέχνούς του ποιητές να τιμήσουν τα επιτεύγματά του ως εξής:

Όταν πεθάνω θέλω οι ποιητές να είναι δυνατοί
να φωνάζουν στους ανέμους
να συντρίβουν με ήχους καραμπίνας
ζώντας για τα παιδιά του μέλλοντος
ώστε να δουν την αλήθεια.

Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το «Kargun», έγραφε στο «Signing My Death in Lion and Hell»:

Οι πόνοι έρχονται και φεύγουν
Τα μάτια μου θολώνουν
Το αυτί μου δεν ακούει τίποτα
Το μυαλό μου δεν προλαβαίνει
τα γραψίματά μου.
[…]
Είμαι νεκρός τραγουδώντας τον θάνατο
Ζώντας αυτή τη στιγμή
Ένα πράγμα ξέρω: δεν θέλω να έχω έναν λευκό θάνατο.

Σπειροειδώς, γραμμή προς γραμμή προς το τέλος της σελίδας, ο Fogarty περιέγραφε ένα μέλλον όπου τα γραπτά του θα ξεπερνούσαν το φυσικό του σώμα.

Αφού διάβασε το παραπάνω ποίημα με την οικογένεια και τους φίλους του από το νοσοκομειακό του κρεβάτι τον περασμένο Ιανουάριο, για ένα επερχόμενο ντοκιμαντέρ, σχολίασε: «Οι λευκοί λατρεύουν τα ποιήματά μου για τον θάνατο», μια χαρακτηριστικά αιχμηρή παρατήρηση που προειδοποιούσε να μην εκληφθεί ο θάνατός του ως το τέλος της κληρονομιάς του.

Είθε η απώλειά του να μας κάνει όλους πιο δυνατούς στο πένθος μας, «φωνάζοντας στους ανέμους» και «ζώντας για τα παιδιά του μέλλοντος».

*Το κείμενο δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2026 εδώ: https://theconversation.com/a-legacy-to-challenge-and-inspire-farewell-lionel-fogarty-poet-and-activist-276047 Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ιάσων Δεπούντης (1919 – 2008), Πνεύμα άγρυπνο στην καταιγίδα

Πάλε που συλλογούμαστε
σε ποιόν μοιάζουν τούτα τ’ άσπρα κόκκαλα, έρχεσαι!
Ενώ το ξέρεις έγινε σκληρή, σκληρότερη η ζωή,
ενώ το βλέπεις ήταν της καλωσύνης σου τα μάτια ο ορανός,
πάνου απ’ τα γκρεμισμένα σπίτια του χειμώνα.

Πάλε να κρύψεις προσπαθείς τη γκρεμισμένη πόλη μας
κάτου απ’ την πληγωμένη σου φτερούγα!
Να κρύψεις τα χαλάσματα του ορίζοντα
Με το πυρπολημένο πέταμά σου!
Να κρύψεις τις κραυγές του ανέμου
στο θαύμα της αποδημίας σου!

Ακούραστο φτερό
βυθίζεται στα μεσάνυχτα, σαν την παληά βροχή, τη βροχή,
τη θλιμμένη βροχή στου χινοπώρου μας τη μνήμη!

Βρέχει, βρέχει γλυκά η νέα βροχή, χαρούμενη!
Ακούραστο φτερό της βροχής βρέξε, βρέξε γλυκά
πάνου απ’ τα γκρεμισμένα σπίτια του χειμώνα!

Ευγενικό, χαρούμενο, ήρεμο,
κανείς δεν ξέρει τι είσαι!

Κι αυτός ο ουρανός που υψώνει τους τέσσερις ανέμους
τέσσερις τοίχους φορτωμένους φονικά μαχαίρια του,
κι αυτός ο ουρανός που σε γέννησε, δεν ξέρει τι είσαι!

Κανείς δεν ξέρει τι είσαι!
Ευγενικό, χαρούμενο, ήρεμο,
Στην άγρια στιγμή της καταιγίδας!

Μείνε μαζί μας. Μείνε μαζί μας,
Πώς βρέθηκες μονάχο; Μείνε μαζί μας!

Όλα σού γίναν στέρηση! Κι όλα θα γίνουν τιμωρία!
Όλα θα ξεπεράσουν την αντοχή σου!
Θα πολεμάς αφήνοντας γυμνά τα τραύματά σου.
Θα τραγουδάς κοιτάζοντας τον ίσκιο σου πώς μοιάζει
[στον ποταμό της νύχτας.
Θα γίνεις όλο μια λαβωματιά, θα πλημμυρίσεις!
Φλόγες κι ονόματα θα χύνονται, σαν τα ποτάμια μες
[από το αίμα σου!
Ό,τι είχα εγώ να διηγηθώ θα υπάρχει στη σιωπή σου.
Και θα βρεθείς αιχμάλωτο σ’ όλα τα μάτια
-μάτια τρυπημένα από τα δάκρυα του πολέμου!

Ευγενικό, χαρούμενο, ήρεμο,
Θα μας φροντίζεις μες στην καταιγίδα!

Κανείς, κανείς δεν ξέρει τι είσαι, Ποιητή!

*Δημοσιευμένο στο περιοδικό «Ο αιώνας μας», τεύχος 3, Μάρτιος 1950.

Στέλλα Δούμου-Γραφάκου, Τρία ποιήματα

John Olsen, Five bells (1963)

ΑΧΡΟΝΟΙ ΚΑΤΑΥΛΙΣΜΟΙ

Στη μέση της Καμάρας
εκεί ακριβώς που έσταζε ο ουρανός
χτυπώντας το χέρι στο γόνατο
αυτός είπε: ε, λοιπόν ναι Νταγκ, ποντάρω στο σπασμένο δόντι του θεού.
Και ξέρεις γιατί Νταγκ;
Γιατί σκάρτεψαν πολλά οχτώ για να γίνει
το πορτοκάλι οιωνός
και τα μικρά μου μάτια, μέλισσες.
Και δες τι βλέπω, πίσω απ΄τη γκρίζα ζώνη της φωτιάς:
Πέρα απ’ το παντελόνι μου που καίγεται
ιδού το πρόσωπό μου, ένας μπάσταρδος ψίθυρος
που δεν κάνει άλλο απ΄ το να ζητάει
χώμα κι ας είναι και ξερό.
Πάλεψα Νταγκ, με λύσσα, σου λέω,
γύρεψα με τα μάτια τη γύρη του Κόσμου
και σιγοκάηκα να μηρυκάζω το αλάτι
των χειμώνων. Με στήθος επιούσιο
κουράστηκα να αναπνέω ανάποδα Νταγκ
έρεψε η μηλιά μέσα στα βροχικά των κήπων μου
κι ο θάνατος έχει διασχίσει πλήκτρα νερών και άνθη κύκλων
για να ‘έρθει φέγγαρος ορθάνοιχτος να με πετύχει.
Μέχρι ν’ ανάψεις μια ακτίνα θα γειτονέψουμε Νταγκ
θα φοράμε μαζί τρύπιες κάλτσες και τις ταμπέλες εκείνες,
των σπασμένων ανθρώπων
στην πατρίδα
που δεν έχει όνομα.

*

ΘΕΩΡΕΙΟ

Στη λίμνη της λάμπας είναι χάραμα,
όσο κι αν ξηλώνονται τυφλά
αγάλματα σκιών απ’ τα νεφρά
του απέναντι κτιρίου
είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσει κανείς
με ολισθηρές λέξεις εναντίον τους
αφού η ανάπτυξή τους επί του δρόμου
γίνεται θωπευτικά.
στη λίμνη της λάμπας πεταλούδες
φορούν τ’ αδιάβροχα μάτια τους.
το θέαμα πλαντάζει
εγώ, στο θεωρείο
θυμάμαι ασκήσεις κεκλιμένων
εδαφών.
Και πέφτω.

Να μασάς τη νύχτα μέχρι το κόκαλο
να, αυτό είναι όλη η ιστορία.

*

ΝΗΚΤΙΚΟ

Πριν ταΐσει το μαξιλάρι ύπνου, γεμίζει το κεφάλι του
Μ’ ένα σωρό πούπουλα από χήνα που ξημερώθηκε
Σε λίμνη χορτασμένη.

Τα πρωινά ξυπνάει πεινασμένος
Κι ελάχιστα αδιάβροχος.
Πίνει τον καφέ του με έναν σφυγμό νηκτικού.

Έλενα Πολυγένη, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Gio Nakeuri

ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΩΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Δύσκολα γράφω πια ποιήματα.
Δεν υπάρχει τίποτα που ναι το ‘χω
ξαναπεί.
Τα χέρια μου βρίσκουν ευχαρίστηση μόνο
στην αφή,
μ’ αυτόν τον τρόπο λησμονούν
ό,τι τα βασανίζει.

Το μυαλό μου έρχεται άξια
εκμηδενίζοντας τη σκέψη.
Με μια νέα, ιδεώδη τεχνική
αποφεύγει τις διασταυρώσεις.

Σε οδούς μου μιλάνε
για χρέος, για καθήκον
και άλλα τέτοια περισπούδαστα,
προσφέρω μια γκοφρέτα.

Είναι κι αυτός ένας τρόπος
να τους χαρίσω την απόλαυση
-και με πιο σίγουρο αποτέλεσμα.

Αγαπητοί μου φίλοι,
δεν κρέμεται ο κόσμος απ’ το στόμα μας.

Άλλωστε εγώ -καθώς και όλοι-
δεν κάνω τίποτ’ άλλο
παρά να επαναλαμβάνω αδιάκοπα
το ίδιο άεργο
μονότονο
Τραγούδι.

*

ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Ιστορίες για τη θεϊκή υπόσταση των πραγμάτων.
Ιδιότητες, λες, που παραγνωρίζουν οι λογικοί.
Φωτεινές ενδείξεις ότι στην επαφή
χαρίζουν μιαν ανθεκτική ουσία,
λίγο από το δικό τοὺς συστατικό θαύμα
να επιβιώνουν από καταστροφές.

Το άγγιγμα τα καθιστά πιο ισχυρά
στην ανταπόδοση.
Και πρέπει να είναι φτιαγμένα απαραιτήτως
από ξύλο,
ή κάποιο άλλο σταθερό υλικό.

Περίεργο πνεύμα αυτό – περίεργο
που χρειάζεται το σώμα
για να υπάρχει.