Έκτωρ Κακναβάτος, Τέσσερα ποιήματα

ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΗ ΕΝΑΤΕΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΣΩ ΜΑΝΗΣ

Πρώην υπερσυντέλικος, όψέ πλατωνιστής

φυσώντας άγριος μπουνέντης

κι ό δείκτης του γαγγραινιασμένος

κι όμως άτάραχος

πέρασε μέσα άπ’ τό ταμπούρλο

σαν όξφορδιανή περούκα

δπως ή αιωνιότητα γίνεται περιστέρι

κατά τα είωθότα.

***

ET DONA FE RENTES

Μήν πεις της πέτρας

πού κάθισε πάνω της ή καταχνιά

μήν πεις πώς κάπου

είναι το νερό κατσίκι

μέ γένι πετροκάρβουνο

το μάτι νυχτοκρούσταλλο

καί άστροκέρατα σαΐτες

μήν πεις της πέτρας

άπ’ τον καημό της θά σχιστεί 

θά βγει καπνός 

καί θειάφι

κι ό σελασφόρος Άγαμέμνονας 

νά ύπερασπίσει τήν πλατυποδία του στή νυοστή 

έθνοσυνέλευση των πανελλήνων.

***

ΓΟΡΙΛΕΣ

Λοιπόν : οί έμμισθοι εσείς

οι διακηρυξίες οί άβανταδόροι έπιμεληθείτε

της ύπακοής καί της άνυποψίας των μακάρων,

οί επόπτες έπιμεληθείτε των χορδών

της άφωνίας των έντέρων

καί των άποφράξεων, έπιμεληθείτε

της εύθυβολίας,

μέ τό μήκος του τό πιο μαβί

πάλι μέ κυάνιο ό ουρανός

μέ σημαδεύει.

***

TAPIXEΥEIN

Η δύναμή τους είναι να είσαι ανίδεος

να είσαι άφελής, να αμνηστεύεις,

ή δύναμή τους είναι να ξεχνάς, 

να μή θυμάσαι πού ή εντολή άπό τούς Κατεπάνω

είναι να συμφωνήσουνε άνακριτής κ’ εισαγγελέας

να κηρυχτείς σέ άφάνεια

να μπεις στο άρχείο, ή, αν ή χάρη τους . . .

να σ’ άναλάβουνε ταριχευτές,

ή διαιώνια τέχνη των λωρίδων.

*Από τη συλλογή “Θάλαμος αζωτούχων”, που περιέχεται στο συγκεντρωτικό τόμο Έκτωρ Κακναβάτος – Ποιηματα 1943-1987”, εκδόσεις Άγρα, Μάρτιος 1990.

Νίκος Γαλάνης, Ο Ξένος (αποσπάσματα)

Δεν έχω πατρίδα την πούλησα

               Έδωσα τα μάτια μου σε βρώμικες ιστορίες

Και για αντάλλαγμα πήρα μόνο ένα κέρμα

                Κι ας ήξερα πως δεν με έφτανε να ζήσω

Μήτε να φάω μήτε να χαρώ 

Από δω και πέρα τίποτα πια

Μπορώ να σας προσφέρω τις υπηρεσίες μου 

                               Αρκεί να το θελήσετε

Για μένα δεν έχει καμία σημασία ποιον θα υπηρετώ 

Μήπως με είδατε ποτέ να νοιαστώ για τους περαστικούς

                        Για το βάψιμο των νυχιών τους 

Για την περιποίηση μήπως των ματιών

                 Ή μήπως αντικρίσατε κάποια ανησυχία  

                    Όταν όλα γύρω είχαν αρπάξει φωτιά

            Τις Κυριακές μ’ αρέσει αυτό το πάρε δώσε 

Η κίνηση περιστεριών και συναλλάγματος

Μ’ αρέσει που ταΐζονται στο πάρκο οι σιωπές 

Δίπλα στη δική μου και η δική σου γύμνια

                     Γι’ αυτό σου λέω μη με περιγελάς 

Δεν έχω ψυχή μονάχα νύχτες κλειστές να δώσω

Τι ποιήματα να γράψει κανείς

Όταν γυρνά απ’ τη δουλειά σπασμένος

                 Μονάχα λέξεις κουρασμένες και άδειες 

Ό,τι κουβάλησα ολημερίς τώρα δεν έχει φορτίο 

Το κλέψανε οι διευθυντές κι οι στρατηλάτες 

Ακουμπισμένος πάλι στη σιωπή

                           Χάνομαι σε μικροζητήματα 

Κάποιες φωτογραφίες της νιότης

                      Κάποια ανταλλάγματα κορμιών

                      Ίσως και το διαμέρισμα στην οδό Ελευθερίας 

Οάσεις καθημερινές μες στη μικρότητα του σκοταδιού μου 

Μεγάλωσα έφυγα κι ούτε που έζησα ποτέ

*”Ο Ξένος”, έκδοση e-book Στίγμα Λόγου, 2021.

Αργυρώ Αξιώτη, Στο τραπέζι της κουζίνας

Chris Nieto, Mothers and Daughters Past and Present

Στο τραπέζι της κουζίνας

πρωί

καλοκαίρι

βάζεις καφέ

κάθεσαι στο πλαι της

καθαρίζει φασολάκια στην ποδιά της

λέει για τη ζωή της

αυτά που δεν ήρθαν

εκείνα που άργησαν

όσα δε γίνονται

αυτά που αντέχει

θα τα παρατήσει όλα, λέει, μια μέρα

μεταμορφώνεται σε τζιτζίκι

ρυθμικό, μονότονο

το τραγούδι της

αιωρείσαι σ’ενα κενό γνώριμο

-Τι χαζεύεις;

Πετάξου να πα μου φέρεις δυο κρομμύδια ξερά.

Μ’όλα τούτα ξέχασα.

σηκώνεσαι

βάζεις όπως όπως κάτι σαγιονάρες

χώνεις ένα πεντάευρο στην τσέπη

βγαίνεις

Είναι λύτρωση όταν ζητά κάτι

που να περνά από το χέρι σου

Καλοκαίρι 2020

*Από τη σελίδα της Α.Α. στο Facebook.

Ο Λεωνίδας Χρηστάκης για τον Νίκο Σπάνια

Επιλογή-Επίμετρο: Νίκος Λέκκας

Το πορτραίτο ενός άλλοτε ναρκομανούς

Νίκο Σπάνια

Τρίφτηκες με τον αμερικάνικο τρόπο ζωής…

Μπογιάτισες τη ζωή σου με ποσότητα (ποιητικού) ψέματος… Διακόσμησες την ίδια την ψεύτικη ζωή με περισσή πρωτοτυπία… την επίπλωσες -όπως κάποιος νεόνυμφος επιπλώνει το διαμέρισμά του- με νέους έρωτες, κατά προτίμηση εξαντρίκ…

Στην καθημερινή σου ανορθοδοξία τοποθέτησες και τη δόξα της ανορθόδοξης ερωτικής σου ζωής…

Δεν είμαι βέβαιος εάν εκείνη η ερωτική σου αποτυχία με την Στέλλα στην Χαλκίδα στις αρχές της δεκαετίας του 50 σε οδήγησε στην αναζήτηση άλλων τροφαντών αλλόφυλων μελών…

Σε κάθε εποχή εκτροπής σου και φυλάκισής σου εκεί στον «Νέο Κόσμο» πρόσθετες στην ζωή σου μια νέα ενέργεια και κινητικότητα…

Ερωτοτροπούσες συνεχώς με τον όλεθρο…

Πλησίαζες τον καθημερινό Θάνατο που φέρνουν όλα τα παραδεκτά φετίχ…

Πορτορικάνικα πέη σκάψανε ανάσα στα φρύδια σου…

Υπήρξαν στιγμές, μέρες, εβδομάδες που ξεχνούσες πότε γεννήθηκες …

Ε λοιπόν, είναι καιρός να πληροφορηθούν οι σημερινοί νέοι αλλά και σκατοτακτοποιημένοι -όπως τους έγραφες- πως γεννήθηκες το 1924…

Ξαναγεννήθηκες όμως και αναγεννήθηκες στη Νέα Υόρκη!… Διατηρούσες με μανία υστερικού την ελληνική σου ταυτότητα, υπηκοότητα και ελληνικότητα…

Το σπίτι σου το έλεγες «Σχολή» … = ΣΧΟΛΗ ΠΟΙΗΤΩΝ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ…

ΕΣΥ ΕΝΑΣ άλλοτε (;) ναρκομανής

Ένας σωφέρ

Ένας σερβιτόρος

Ένας σκηνοθέτης κολεγιακών παραστάσεων

Ένας μπάρμαν

Ένας μανάβης –όπως της Δρέσδης

Ένας βοηθός ταχυδακτυλουργού

Ένας παθιάρης πούστης

Ένας που έλεγε ότι ούτε ηθική αλλά ούτε θεός

Ένας που έβαζε πρώτα απ’ όλα τον ερώτα –όχι τον πλατωνικό

Ένας που είχε βιβλιάριο καταθέσεων τις περισσότερες φορές άδειο, ή με λίγα μόνο δολάρια, που τα μοιραζόταν πάντα με τους ευνοούμενούς του

Ένας που τόκιζε τις καταθέσεις του σε άλλες τρεις τράπεζες ένας που είχε δύο διαμερίσματα στην Θεσσαλονίκη

Ένας που θεωρούσε τα χρήματα μεσίτη ανάμεσα στην κωλοτρυπίδα του και στους νεαρούς ισπανόφωνους επιβήτορες του

Ένας που διαχώρισε την έννοια της Ελευθερίας από την έννοια της Αναρχίας, πριν από την Έκρηξη της Κουλτούρας στις Η.Π.Α.

Ένας που αγάπησε την Ελλάδα μόνο κατά εποχές

Ένας που αγάπησε την Αγγλία για τον στόλο της ένας που αποκάλεσε τον πατέρα του κτήνος

Ένας που υποστήριζε ότι ο Πλάτωνας ήταν φασίστας

Ένας που επέμενε με επιχειρήματα ότι ο Αριστοτέλης ήταν δασκαλάκος

Ένας που ονομάτιζε «λεβεντιές» τους οπλαρχηγούς του 21

Ένας που δεν του άρεζαν τα τσαρούχια και οι καμτσόλες

Ένας που έβλεπε το παρόν και το μέλλον της Αμερικής με το μικροσκόπιο ώσπου του βγήκαν τα μάτια

Ένας που νόμισε σαν μαλάκας ότι θα του απονείμουν το Βραβείο Νόμπελ της Λογοτεχνίας

Ένας που έμπαινε οικειοθελώς στα άσυλα μόλις η ηρωίνη τον έριχνε κάτω

Ένας που κάθε φορά που έπαιρνε εξιτήριο από θεραπευτικό άσυλο έγραφε και εξέδιδε νέο βιβλίο

Ένας που για μερικές δεκαετίες ισχυριζόταν ότι οι επιδράσεις των παραισθησιογόνων είναι ευεργετικές

Ένας που η υγεία του τελευταία σοβαρά κλονιστεί

Ένας που εισήγαγε τον νεολογισμό για τις μεταφράσεις, λέγοντας: η ορίτζιναλ λέξη μέσα στη νέα λέξη είναι ανίκανη να αρθρώσει λέξη που μεταφρασμένη είναι φασκιωμένη μέσα στα σκοτάδια

Ένας που έκλαιγε όταν σκεφτόταν ότι η νεολαία στην Ελλάδα δεν τον ήξερε καθόλου

Ένας που λυπόταν που δεν ήταν παρών στην Αθήνα όταν οι ομοφυλόφιλοι οργανώνονταν του 1975-1982

Ένας που για να πεισθεί πως το περιοδικό ΑΜΦΙ ήταν το συντεχνιακό όργανο του Ελλήνων ομοφυλόφιλων πέρασαν τρία χρόνια από την έκδοσή του

Ένας που έλεγε ότι είναι αυθεντία στα ραδιοφωνικά επαγγέλματα κι ότι το «Τρίτο Πρόγραμμα» στα χέρια του θα γινόταν… αστέρι με περισσότερους γκέυ συνεργάτες από όσους τοποθέτησε στην ραδιοφωνία Ο Μάνος Χατζιδάκις, που όσες φορές ήταν στη Νέα Υόρκη δεν ήρθε να σε δεί!

*Περιέχεται στο τομίδιο που εξέδωσε ο Λεωνίδας Χρηστάκης «Οι δικοί μας άγιοι» (Εκδόσεις: Χάος και Κουλτούρα, 1998).

Το παρόν χρησιμοποιείται ως βιογραφικό του ποιητή

ΠΗΓΗ: http://www.poiein.gr (4-12-2005)

Επίμετρο: Ο Λεωνίδας Χρηστάκης, ως γνήσιος αστός, με θέρμη για το λαϊκό και Δάσκαλός μου, τότε που είχα όνειρα, με δίδαξε τούτο: «Ξέφυγε από την μοίρα σου, μην προσπαθήσεις πότε να ξεφύγεις από την καταγωγή σου, εκτός από χυδαίο είναι κι ανώφελο». Από τον Δάσκαλο προς άπαντες τους δασκάλους. Αλλά το να Διδάσκεις σε νέα παιδιά χρειάζεται να τους δείξεις το που να στρέψουνε τις προσλαμβάνουσες και το βλέμμα τους: προς το ήθος. Και το ήθος το διδάσκουν άνθρωποι της λαϊκής δεοντολογίας. Από τους Δασκάλους Λεό και Σπάνια προς τους κάθε φιλολόγους ή σε όσους την είδαν: εγκάρδια από το δήθεν αποκαλούμενο περίθωριο.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://exitirion.wordpress.com/2021/01/07/nikos-spanias/?fbclid=IwAR0Jt7t7Eq2Osefar5X66lwgfDpiCh_4QLiJEijKFmtKmyUUPz_YPyHFrBw

Γιάννης Δάλλας, από τον “Ζωντανό χρόνο”

Mε γυμνή πλώρη μπήκε μέσα στην κάμαρα

Τρεκλίζοντας

σαν ρύγχος ονείρου 

Ο ήλιος του μεσημεριού σαν ερυθρόδερμος 

Τού ’γλειφε την καρένα του

Μέσ’ από λόχμες-πατζούρια

Έκαμε ένα βήμα κ’ είπε, να τα τ’ αμπάρια μου

Έσκυψα κ’ είδα το τατουάζ του βυθού 

Στο κατώγι που ευώδησε τ’ αποκεφαλισμένα πιθάρια

Αυτά τα ερυθρόμορφα είναι από τυρρηνικά ακρογιάλια

Οι μπουκαπόρτες ολάνοιχτες κ’ η πειρατεία εν δράσει

Στα καρτέρια της Πίνδου μακελλάρηδες των ψυχών

Οι Γκέκηδες με τη δίψα κι άλλοι Επιδάμνιοι 

Κ’ οι Σκύθες κατηφορώντας με τα λαρύγγια τους

Απ’ όλες τις κάνουλες στάζοντας αίμα 

Μια λαγκαδιά με κατάρτια κ’ οι ναύκληροι ξυλοκόποι τους

Ο τόπος τρεκλίζοντας κατηφοριά μ’ άαμπελόφυτα 

Κι από τ’ αμπάρι ώς την πλώρη τ’ αετονύχι 

Να μάς σπαθίζει σαν στήθος Γοργόνας 

Κόρης που ο μούστος της έβρασε κι όρμησε μες στο δάσος 

Κ’ ύστερα γύρισε με στίγματα αγρίων

Μπήκε και γύρισε αμαδρυάδα των λεωφόρων

Και τώρα μες στη βάρδια μιας ατέρμονης νύχτας 

Παραπατώντας μες στη συντροφική παραζάλη

Ζωσμένη από δέντρα η περπατησιά τους δίπλα της 

Τα μπράτσα τους είναι σαν δυο στεφάνια στα κρασοβάρελα 

Τα λόγια φυλλώματα οι καρποί τους χειρονομίες 

Κ’ η σιωπή τους σιωπή του σίδερου

Βουλιάζει μέσα της άγκυρα ονείρων

Μια μικρή φαλαινίδα έξω απ’ τ’ αμπάρι της

Το σκαρί τους είναι ήη σιγουριά που την ταξιδεύει 

Μακρυά από σηματωρούς και σοφούς φαροφύλακες

Παρά μ’ δση χρειάζεται αντίσταση στα παλλόμενα κύματα

Εκείνα καλπάζοντας κι αυτή σαν το μάτι φάρου 

Που ανοιγοκλείνει και τρέμει και περιμένει 

Την καβαλαρία τους μ’ άσπρη χαίτη τη μουσούδα τους αφρισμένη 

Να στάζει μέσα της τους χυμούς τους

Σαν τότε που ταξίδευε από νύχτα σε νύχτα 

Και μοίραζε τά εκρηκτικά της σ’ άγνωστα χέρια 

Με την ίδια έμπιστοσύνη που έδινε και το στήθος της 

Σ’ αυτόν που ήξερε ασύστολα να το δρέψει 

Να τό ’χει χειροβομβίδα μέσα στη χούφτα του

Ώσπου να γίνονται κ’ οι δύο παρανάλωμα 

Πυροδοτώντας σ’ όλες τις κάνες των φλογοβόλων 

Η νυμφομανής Επανάσταση

Κάθε πρωί τραβηγμένα στη στεριά τα μονόξυλα

Κι ο ίδιος ερυθρόδερμος με τη γλώσσα του

Να τρέχει ανατριχιασμένη στη ράχη της μέρας

Η βουτιά του βουτιά πυρωμένου Σατύρου στα κύματα

Το θολάμι της να χτυπιέται με τ’ άλλα χταπόδια του μόλου

Έτσι και τώρα ανοιγοκλείνει κι αποτραβιέται και γίνεται

Μια αντίσταση που ερεθίζει τον πειρατή και το σκάφος του

Ένας κόλπος πεόπληκτος να τον γλείφει ώς τα φύκια του μόλου

O ξανθός βιαστής των ονείρων

Γιαλός και μόλος και λοφοπλαγιά μ’ άμπελόφυτα 

Κ’ εκεί δίπλα δίπλα τ’ άετονύχι που γυάλισε 

Σαν μάτι που μέθυσε και τρεκλίζει του ρέμπελου

Που ξεθηκαρώθηκε και χορεύει στα φεγγαρόφωτα

Του πιο ρέμπελου Σειληνού

0 ουρανός με τα φύκια του κ’ η γη άστερόεσσα

Κι όπως γαλαχτώνει μέσ’ από δυό βουναλάκια 

Βγαίνει σαν ρόγα ραζακιού το φεγγάρι 

Στο στήθος τ’ ουρανού που λύθηκε και μοιράζεται 

Σε χιλιάδες μάτια και χείλια και δάχτυλα 

Σ’ όλους τους πεινασμένους και τους ανέραστους της δικαιοσύνης

*“Ο ζωντανός χρόνος”, εκδ. Κείμενα, Αθήνα 1985.

Βήμα το βήμα

Poetry and short stories - D. Avgoustinaki

Βήμα το βήμα

ας φτάσουμε

στο «μακριά»

Ποτέ

σκεπτόμενοι

το μακριά

Μία ανάσα

πιο κοντά

κάθε φορά.

Σίγουρο βήμα

Ένα

Η πράξη.

© Δέσποινα Αυγουστινάκη

English Version

Step by step

let’s go

«far away»

Never

thinking

that «far away»

One breath

closer

every time.

Definite step

One

The act.

© Despina Avgoustinaki

View original post

Κώστας Κουκούλης (15 Ιαν. 1955 – 18 Φεβρ. 2021) – Μικρή επιλογή από την ποίηση του

ΑΣΚΗΣΗ ΣΙΩΠΗΣ

Κάποια πρωινά

σαν να σε βλέπω, αιωρούμενο

για μια στιγμή, πάνω από τη γκρίζα πολιτεία•

σαν να σ’ ακούω να λες:

― Νά ’μαι! Ένας ζωντανός Κυνέγειρος. Τι κι αν

εμήδισαν οι περισσότεροι; Τα κερδισμένα,

κερδισμένα.

Έπειτα, μια κίνηση, όπως θα ’κοβες ένα λουλούδι κόκκινο

το πέτο σου για να στολίσεις.

(Αλήθεια, ποια εποχή θ’ ανθίσει από τ’αρχαίο κοντάρι

που κάποτε βαθιά μέσα στη Νύχτα φύτεψες;)

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

Έδειξε τον ποταμό με τ’ αγιόνερο

κι ύστερα έστρεψε

έκανε να μιλήσει μέσ’ από την ψυχή του

μα δεν άρθρωσε λέξη

έδειξε την κορυφή ενός βουνού μακρινού

κι ύστερα στέναξε, πέταξε.

(Σαν να ’ταν άγγελος που επέστρεφε κάπου

χωρίς να ’χει αφήσει το μήνυμα.)

Μόνον αιώνες μετά είχαμε μιαν είδησή του

― πως ασκητεύει, λέει, σε τόπο απρόσιτο

συντροφιά με αγρίμια και ιερείς των σπηλαίων•

πως τότε δεν τον είχε καθόλου νοιάξει 

που η φυγή του θεωρήθηκε μυστηριώδης•

είχε νιώσει, λέει, αιφνίδια μιαν επιθυμία,

να παραδοθεί στην ανία του

και να την τρέφει

με ωσαννά, αλληλούια και Κύριε ελέησον…

ΗΝΙΟΧΟΣ   Ι

Ο Ηνίοχος στέκει ― το βλέμμα του, ευθυτενές.

Απουσία (το τίποτα)

πέρ’ από τα σπασμένα γκέμια που βαστάει.

Τι κύλησε στην άβυσσο;

Τα γκέμια, τι δεν συγκράτησαν;

(Ο Ηνίοχος

πίσω από το αινιγματικό προσωπείο του

χαμογελάει.

Πικραμένος.)

ΗΝΙΟΧΟΣ  ΙΙ

Απόψε νύχτωσε νωρίς

και η σελήνη χλώμιασε, να σβήσει.

Σε ουράνια μαύρη θάλασσα

ένα παλλόμενο φτερό (η καρδιά σου)

περιδινεί τις μέρες τις παλιές,

τους κόπους σου εκείνους. Και ξαφνικά,

ανοίγοντας στα σκοτεινά τών τύψεών σου το κλουβί

μαύρο κομμάτι πέφτει εαυτός

πουλί νεκρό στην αγκαλιά σου.

Φεγγίζει η πληγή. Το αίμα, φεγγερό.

Τι άλλο να εναποθέσεις πια

στον βωμό των στιγμών σου;

Το παρελθόν κρατάει αντίσταση, το μέλλον

κρατάει αντίσταση ― κι εσύ, να στέκεις

τραβώντας διαρκώς προς το μέρος σου

τα δυο άψυχα γκέμια.

ΚΑΘΕ ΑΥΓΗ

Ελλάδα,

κάθε που χαράζει πάνω από το σώμα σου

καμιόνια παίρνουν τα όνειρά σου στα κρυφά

σε σκουπιδότοπους απρόσιτους για να τα πάνε.

Τα δειλινά σου στέκουν

σαν να μη βαφτίστηκαν ποτέ

        σε κολυμπήθρες ποίησης

κι ευνουχισμένα τα σήμαντρα όπου στο κράμα τους

ο μέλλοντας χρόνος σου αντηχούσε.

Έρρει τα κάλα. Τα μάρμαρα μαύρισαν,

τα αγάλματα μετανάστευσαν

και το φαράγγι στροβιλίζει στο χάσμα του

τη φθίνουσα ηχώ μιας αρχαίας φωνής.

Και τώρα το άγγελμα, ποιο;

Κάτι περιστέρια απόμειναν

ραμφίζοντας τη λίγη ψίχα φως

στον δίσκο τού ήλιου

καθώς πέφτει.

(Μόνο τα δέντρα και το χόρτο ξέρουν:

Η μέρα του Ανθρώπου, η μέρα σου η αληθινή

μυρίζει χώμα. Και βροχή.)

ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Ήρωες

           που δεν υπήρξατε αλλού

από τον Ύπνο σας

και τα καχεκτικά μας χρόνια

παιανίζοντας μπήκαν εκείνα τα παιδιά

στην αυλή.

Θα πάρουν τα ξεχασμένα παιχνίδια τους

κι έπειτα

θα γκρεμίσουν τον φράχτη που τα ζώνει.

*Από τη συλλογή του “ΔΥΟ ΚΥΚΛΟΙ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ (1972-1984)”. 1984. Επιμέλεια Χρήστος Τουμανίδης.

ένα έτσι

Κάθε φορά

που κλειδώνεις την πόρτα

κάποιος σε αποχαιρετά. Δεν θυμάσαι

ποτέ ποιος ήταν ή αν απλά τον φαντάστηκες να

φεύγει. Κάθε φορά που κοντοστέκεσαι για να ελέγξεις

αν η πόρτα κλείδωσε, πριν ή αφότου στριφογυρίσεις το

κλειδί, βρίσκεσαι αυτόματα στην λάθος μεριά,

εγκλωβισμένος ανάμεσα στην πόρτα και

την

ε

λ

ε

υ

θ

ε

ρ

ί

α

σου.

View original post

Ευθύμιος Λέντζας, Σχήμα του Καλοκαιριού

Μένει ακόμα το καλοκαίρι: 

οι γλάροι παίζοντας με τα κύματα.

Το αίμα ψάχνοντας τι καινούριο ετοιμάζουνε 

για μας τα ψάρια.

Ανάσκελη στην άμμο με τα βρεγμένα 

βότσαλα η μυρωδιά του Αυγούστου.

Τα φεγγάρια που έκλεισαν γρήγορα 

για να μη φύγουμε απ’ το χώμα, 

τα χείλια μας αγγίζοντας το νερό, 

ανασαίνοντας το χτύπημα της θάλασσας.

Δεξιά στο μάγουλο το καλοκαίρι 

-εφηβικό κοκκίνισμα- οι γυναίκες που 

αφήσαμε στην επαρχία και στην Αθήνα: 

πενήντα χρόνια, πέντε μήνες, μια ημέρα.

Το ακατοίκητο σπίτι στο Λιδωρίκι.

Σκουριασμένα τα κανόνια στην Αράχωβα 

επιστρέφουν το μπαρούτι, με τις φλέβες 

που τυλίξαμε στη Λιβαδειά, στο κάστρο 

παίζοντας τους νεκρούς με τις σκιές στις πολεμίστρες.

Μένει ακόμα το καλοκαίρι χωρίς εμάς.

Οι κουρτίνες τρέμοντας.

Ένα κομμάτι δέρμα στην ψάθινη καρέκλα με τις 

αμέτρητες υποσχέσεις.

Με την ηλικία της γης μπήκαμε στον Σεπτέμβρη· 

ακόμα κυνηγάμε το ηλιοβασίλεμα.

Το καλοκαίρι με τα σγουρά του μαλλιά σαν μια 

παλιά φωτογραφία ή σαν δυο χέρια -κανείς δεν τα βλέπει. 

Η γάτα νιαουρίζει στο τραπέζι -γυρεύει τα πόδια μας. 

Από ένα θρόισμα στα φύλλα τιναγμένο το φιλί: 

φωτιά πάνω απ’ τα πέντε τέρατα.

Έμεινε μόνο το σχήμα των κλεισμένων βλεφάρων 

κι ο άντρας με την ανοιγμένη ομπρέλα.

*Δημοσιεύτηκε στον “Μανδραγόρα”, Τεύχος 63, Νοέμβρης 2020.

3 ποιήματα | Γιώργος Ιωάννου

Φτερά Χήνας

Παντού ξεριζωμένος

Σα να ’χω χάσει την πατρίδα μου
– παντού ξεριζωμένος.
Σα να μην έχω πια μητέρα∙
έτοιμος πάντοτε να κλάψω,
να διηγηθώ σκληρότητες ανύπαρχτες,
να αναπνεύσω περιβάλλον δυστυχίας.

Και μέσα μου να λιώνω από αγάπη,
να είμαι βέβαιος –αλίμονο– για την καταστροφή.

***

Το μόνο

Ανήκω πλέον σ’ όλα τα Ταμεία∙
πληρώνω Φόρο Καθαράς Προσόδου,
Ταμείο Αρωγής, Ταμείο της Προνοίας,
Υγειονομική Περίθαλψη, Έκτακτη Εισφορά,
Μετοχικό Ταμείο, για δυο λόγους,
Ταμείο της Συντάξεως, Ταμείο Ασφαλείας.

Τώρα το μόνο που μπορώ είναι να αρρωστήσω…

***

Δε βρίσκω φωνή

Θέλω να σκάψω και δεν έχω γη.
Να φυτέψω-χώμα δεν υπάρχει
ούτε φυτά, ούτε κάν ένα φτυάρι.
Θέλω να φωνάξω, δε βρίσκω φωνή.
Η ομορφιά δε μ’ αγγίζει
και τόσο θέλω ν’ αγαπήσω.

View original post