John Hoffman (1928–1952), Journey to the end / Ταξίδι προς το τέλος

1.
On a little peninsula
In a dredged-out bay
An old man with a sack
Upon his shoulder
Feeds the crows

2.
Along a tiny peninsula
As white as salt
An old man with a heavy sack
Upon his shoulder
Saunters feeding
Crows

3.
Cinematomorphic flashes from
Peninsular train windows
Railroad the complete splitting
Of the crow-peopled cosmogony:
(Yet knowing that to be
Is better than to be going.)

4.
Apocalyptics unanimous
Disengage and deburrow
Black as corby night descends
The moon knifes down
Upon the tiny salt-flat-white
Peninsula.

5.
An old man with a heavy sack
Flings to the crows.

Ταξίδι προς το τέλος

1.
Σε μια μικρή χερσόνησο
Μέσα σ’ έναν εκβαθυμένο κόλπο
Ένας γέρος μ’ ένα σακί
Πάνω στον ώμο του
Ταΐζει τα κοράκια.

2.
Κατά μήκος μιας μικροσκοπικής χερσονήσου
Λευκής σαν το αλάτι
Ένας γέρος μ’ ένα βαρύ σακί
Πάνω στον ώμο του
Περπατά νωχελικά, ταΐζοντας
Κοράκια.

3.
Κινηματογραφικές εικόνες που αναβοσβήνουν
από τα παράθυρα των τρένων της Χερσονήσου
Ο σιδηρόδρομος, η απόλυτη διάσπαση
της κοσμογονίας που κατοικείται από κοράκια:
(Αν και γνωρίζοντας ότι το να είσαι
είναι καλύτερο από το να πηγαίνεις.)

4.
Οι αποκαλυπτικοί ομόφωνα
Αποσύρονται και βγαίνουν από τις τρύπες τους
Νύχτα μαύρη σαν κοράκι πέφτει
Το φεγγάρι κατεβαίνει σαν μαχαίρι
Πάνω στη μικροσκοπική, λευκή σαν αλατοπεδιάδα
Χερσόνησο.

5.
Ένας γέρος μ’ ένα βαρύ σακί
Ρίχνει τροφή στα κοράκια.

*Από την ενότητα Journey to the end, που περιέχεται στο βιβλίο Tau by Philip Lamantia and Journey to the End by John Hoffman, City Lights Books, 2008. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αντώνης Αντωνάκος, Ωδή στους πάγκους των βιβλιοπωλείων

Οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
είναι γεμάτοι με χάος ομορφιά και αμφιβολία
με οδηγούς επιβίωσης και οδηγούς μαγειρικής
Καταφθάνουν οι αναγνώστες
οι απόμαχοι
οι συνταξιούχοι
οι μισθωτοί
Μετράνε τα λεφτά τους
Παζαρεύουν διευκολύνσεις
Γυροφέρνουν τα εξώφυλλα και τα συνοφρυωμένα αυτιά
Χαίρονται σαν ματάκηδες τα σεξουαλικά γυρίσματα της γραμματοσειράς
Ξεφυλλίζουν με κάποια συστολή
Χαδιάρικα προσεχτικά
Ψάχνουν ένα σερσέγγι να τους κεντρίσει
Άλλοι σαν καθολικοί παπάδες θέλουν να ψωνίσουν ένα Έπος
Άλλοι θέλουν αποφθέγματα για το καφενείο
Κάποιες κυρίες που τις έχει φτύσει ο σύζυγος
ψάχνουν απεγνωσμένα εραστή
στα χοντρά μυθιστορήματα
Βγάζουν απ’ το πορτοφόλι το χαρτονόμισμα
όπως βγάζουν τα αγάλματα
απ΄ την καλτσοδέτα το παρελθόν
Αγοράζουν λίγη τρυφερότητα
για να διαιωνίσουν το φονικό νοικοκυριό
Για να διαιωνίσουν τους εκδότες και τες συγγραφείς
Τις αποθήκες άρτου
Βεβαίως το βιβλίο είναι ένας τρόπος να αναρτήσεις
χωρίς να κολλήσεις βλεννόροια
Να πλησιάσεις αθόρυβα και να της σηκώσεις τη φούστα
Μα χαζέψεις άσπρα καπούλια ν’ ανεβοκατεβαίνουν
Ακόμα και να θωπεύσεις
μια πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
χωρίς να μπλέξεις με το νόμο
Να μαστουρώσεις τζάμπα
Να κάνεις μια φοβερή αθάνατη παρτούζα
Να δοκιμάσεις αψέντι όπιο
Ν’ ανατινάξεις πρεσβείες
Οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
υπήρξαν κάποτε γιορτινά τραπέζια
με ζυμωτό ψωμί ελιές και ξερά καυτερά κρεμμύδια
Κλίνες έρωτος και αποδημίας
Τράπεζες ιεράς μονής
όπου συνέφαγαν οι καλόγριες με τον Μεσσία τους
Οι δον Κιχώτες με τη Δουλτσινέα τους
Πάγκοι βασανιστηρίων στα κολαστήρια της ασφάλειας
Τάβλες σε χασάπικα
και πατάρια σε σκοτεινά ζαχαροπλαστεία
Την εποχή της παρακμής οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
γεμίζουν εφιάλτες αλλάζουν χρήση
Γεμίζουν γέρικη σοφία και περιτετμημένους σωτήρες
Γεμίζουν εγκώμια για το γούστο του κοινού
Σαβουάρ βιβρ για κουνέλια
Κυνικούς
Όμως οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
γίνονται και οδοφράγματα
φράχτες σε κοτέτσια και φράχτες σε μαντριά
Γίνονται γέφυρες
για να φτάσουν τα ποιήματα στην άλλη όχθη
Γίνονται στέγες και σκεπές για τους Έρωτες
Γίνονται ασπίδες για τις παιδικές ψυχές
Γίνονται πάλι δέντρα και γίνονται πάλι κλαδιά
Γίνονται πάλι ξύλινα σπαθιά για να σφάξουν
Τον φόβο το θάνατο την παγερή μοναξιά
Γίνονται μολύβια για να γράψουν αισχρά ραβασάκια
Γίνονται πεδία μάχης των λέξεων
Γίνονται ταμπλό
για να ζωγραφίσουν οι μερακλήδες τις καρδερίνες τους
Ω οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
που σε θέλουν λίγο να σκύψεις πάνω τους
Λίγο να σε κάνουν δικό τους
Λίγο να σε ζορίσουν ξεγελώντας την τρέλα σου
Λίγο να σε κάνουν θύμα και θύτη
Λίγο να σου θολώσουν τη θανατοφοβία σου
Ω οι πάγκοι των βιβλιοπωλείων
Αιχμάλωτοι σε μαγαζιά και σκλαβωμένοι σε υπόγεια
και οι πάγκοι κάτω από τέντα στην Κοτζιά
Έξω ήλιος φύση αέρας βροχή
Έξω η ζωή που καλπάζει
Έξω ένα φράκταλ αρπαχτικό κι ωραίο
Κι η ζώνη του Κάιπερ ακόμα πιο έξω

Allen Ginsberg, Τρία ποιήματα

Γραμμένο στ’ όνειρό μου απ’ τον Ου.Κ. Ουίλιαμς
 
«Καθώς
βαστάς
 
μία κοινή
Αλήθεια
 
Κοινώς γνωστή
ως πόθος
 
Καμί’ ανάγκη
να τον
 
μασκαρέψεις
ως ομορφιά
 
Καμί’ ανάγκη
να στρεβλώσεις
 
ό,τι δεν είναι
συμβατικό
 
ώστε να γίνει
κατανοητό
 
Διάλεξε
τη μύτη σου
 
τα μάτια τα αυτιά
τη γλώσσα
 
φύλο και
μυαλό
 
για να τα δείξεις
στον κόσμο
 
Παίξ’ τα
όλα για όλα
 
στην
ακρίβειά σου
 
Άκου
τον εαυτό σου
 
μίλα
στον εαυτό σου
 
και θα το κάνουν επίσης
κι οι άλλοι
 
ευτυχείς
ανακουφισμένοι
 
απ’ το βάρος—
τη δική τους
 
σκέψη
και πένθος
 
Ό,τι αρχίνησε
ως πόθος
 
θα καταλήξει
ως κάτι σοφότερο»
 
 
Μπαοντίνγκ, Κίνα
23 Νοεμβρίου 1984
 


 
Τραγούδι
 
Το βάρος του κόσμου
είναι η αγάπη
Υπό το άχθος
της μοναξιάς,
υπό το άχθος
της δυστυχίας
 
το βάρος,
το βάρος που κουβαλούμε
είν’ η αγάπη
 
Ποιος θα τ’ αρνηθεί;
Στα όνειρ’
αγγίζει
το κορμί,
στη σκέψη
χτίζει
ένα θαύμα,
στη φαντασία
τυραγνιέται
ώσπου να γεννηθεί
στ’ ανθρώπινα τα μέτρα—
 
κοιτάζει έξω απ’ την καρδιά
φλεγόμενη από αγνότητα—
γιατί το άχθος της ζωής
είν’ η αγάπη,
μα το βάρος κουβαλούμ’
εξαντλημένοι
κι έτσι πρέπει ν’ αναπαυτούμε
στης αγάπης την αγκάλη
τελικά,
πρέπει ν’ αναπαυτούμε στην αγκάλη
της αγάπης
 
Καμία ανάπαυση
δίχως αγάπη,
κανένας ύπνος
δίχως όνειρα
αγάπης—
ήσυχος ή τρελαμένος
και αγγελοπαρμένος
ή μηχανόφιλος,
η ύστατη ευχή
είν’ η αγάπη
—δεν πικραίνει,
δεν αρνιέται,
δε μπορεί να κρατηθεί
απαρνημένη·
 
το βάρος είν’ πολύ μεγάλο
 
—πρέπει να δοθεί
δίχως την προσμονή ανταμοιβής
όπως η σκέψη
δίνεται
στη μοναξιά
μες σ’ όλη την τελειότητα
της πλησμονής της
 
Και τα ζεστά κορμιά
φωτοβολούν αντάμα
στο σκοτάδι,
το χέρι κινείται
στο κέντρο
της σάρκας,
το δέρμα τρέμει
στη χαρά
και η ψυχή χαροποιά
‘ρχεται στο μάτι—
 
ναι, ναι,
αυτό είναι
που ήθελα,
που πάντα ήθελα,
που πάντα ήθελα,
να επιστρέψω
στο κορμί
όπου γεννήθηκα

*
 
Ανατολίτικη μπαλάντα
 
Μιλώ για την αγάπη που ‘ρχεται στο νου
Η σελήνη ‘ναι πιστή, αν και με το μάτι του τυφλού
Εντός της σκέψης ζει και να μιλήσει δε μπορεί
Άκρα φροντίδα, κείνο που την κάνει παγερή
 
Δεν ονειρεύτηκα ποτέ τη θάλασσα τόσο βαθιά
Τόσο μακρό τον ύπνο μου, τη γη τόσο στη σκοτεινιά
Ένα τέκνο γίνηκα διαφορετικό
Ξυπνάω, για να δω τον κόσμο πιο τρελό
 
 
Σ.τ.Μ.: Τα μεταφράσματα αφιερούνται στο Νικόλα

Μετάφραση: Βασίλης Πανδής

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν εδώ: https://www.fractalart.gr/allen-ginsberg-3-poems/
 

Έκτωρ Κακναβάτος, Ανακλητικό της αρχέγονης στιγμής

Δεν ξέρω τη λέξη
δεν την άκουσα ποτέ
δεν γράφεται δεν λέγεται
δεν ξέρω τη λέξη
ίσως ωκεανός
ίσως χτύπος που αλητεύει μες στο αίμα
ίσως γυναίκα
δεν ξέρω τη λέξη
Υποπτεύομαι το κάθε βήμα
την πιστολιά που ταξιδεύει
ανάμεσα στ’ άστρα
αθωωμένη παρότι ένοχη
Κ’ εσένα το μικρούλι λεπιδόπτερο
ν’ αντανακλάς τ’ άγλωσσο χάος
στον αστερισμό των ωαρίων.

*Από τη συλλογή «Κιβώτιο ταχυτήτων», τυπογραφείο Κείμενα, Αθήνα, 1987.

Lawrence Ferlinghetti, Δύο ποιήματα

Λευκός ίππος

Βάλτε το κρασί ξανά στο μπουκάλι
Προτού το κρυστάλλινο ποτήρι σπάσει
Τέλειωσε το πάρτυ
Αντίο
Ένα νέο “πάρτυ” ήρθε στα πράματα
Μια νέα φάρα ανθρώπων
όπως είχε πει ο Χένρυ Μίλλερ
πριν πολύ καιρό
Μια φάρα βαρβάρων
που δεν μπήκαν από τις πύλες
αλλά εκεί μέσα είχαν μεγαλώσει
Άλλαξαν το Λευκό Οίκο
σε Λευκό Ίππο
το Δούρειο Ίππο τους
γεμάτον από “μη στρατιωτικούς” στρατιώτες
με όπλα χοντρής” καταστροφής:
ένα ολοκαίνουργιο όνομα για τα μυαλά τους
ή για κάτι που θα μπορούσε να διαγνωσθεί ως
οι παθολογικές προσωπικότητές τους –
Αυτές οι υψηλές “διάνοιες”
του εικοστού-πρώτου αιώνα
και ο Σχεδιασμός τους για τον Καινούργιον Αιώνα

Και άκουσα τον Σοφολογιώτατον Αστρονόμο
να διηγείται το παραμύθι των άστρων
όπου οι αστερισμοί συνομωτούσαν
για το φόνο όλων μας
-σκέτη Ύβρις-
και λόγω “Εδαφικής Αναγκαιότητας”*
επειδή εμείς είμαστε αντίθετοι
στην ολοκληρωτική παγκόσμια κυριαρχία τους
Και προσλάβαν αυτά τα γήινα όντα
μέσα σε Λευκό Ίππο
να ενεργήσουν χωρίς “προκειμένου” και, για λογαριασμό τους!

*Εδαφική Αναγκαιότητα. Σύνθημα που χρησιμοποίησαν πολιτικοί ηγέτες της Αμερικής, για να δικαιολογήσουν τους εκάστοτε πολέμους που έχουν κηρύξει.

*

Δράκου δόντια

Ένας ακέφαλος άντρας έτρεχε
κάτω στο δρόμο
Κουβαλούσε το δικό του κεφάλι
στα χέρια του
Μια γυναίκα έτρεχε πίσω του
Κρατούσε την καρδιά του
στα δικά της χέρια
Οι βόμβες συνέχιζαν να πέφτουν
σπέρνοντας το μίσος
Και συνέχιζε του τρεχαλητό
κάτω στους δρόμους
Όχι με τους ίδιους τους δύο ανθρώπους
μα με χιλιά/δες άλλους και ακόμα άλλα αδέλφια
Όλοι να τρέχουν
μακριά από τις βόμβες που έπεφταν
σπέρνοτας σκέτο μίσος

Και για κάθε βόμβα που έπεφτε
ξεπηδούσαν χίλιοι Μπιν Λάντεν
χίλιοι καινούργιοι τρομοκράτες

Σαν δράκου δόντια σπαρμένα
που κάνουν τους στρατιώτες να ξεπηδούν
Ο καθένας ανέμιζε και μια αλλιώτικη σημαία…

Ενώ οι “έξυπνες” βόμβες που έσπερναν το μίσος
Συνέχιζαν να πέφτουν και να πέφτουν και να πέφτουν

*Μετάφραση: Άμυ Μιμς-Σιλβδερίδη. Επιμέλεια: Δανάη Στρατηγοπούλου.

Vladimir Mayakovsky, Επίκαιροι Αμίλητοι

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες περί δημοκρατικής τάξης,
ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.
 
Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
 
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.
 
Ετούτων των αμίλητων το πετσί,
περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.
 
Τους φτύνουνε καταπρόσωπο
κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυμένο.
 
Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;
Advertisement

Απ’ του μισθού τα ψίχουλα,
πώς να αποχωριστούνε;
 
Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.
 
Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
 
Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
 
άλλο δε μας μένει

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://theshadesmag.wordpress.com/2018/06/01/epikairoi-amilitoi/?page_id=3743

Τάσος Δενέγρης (1934-2009), Τέσσερα ποιήματα

Ζυρίχη

Ο ήλιος είναι άρρωστος και το ποτάμι ακίνητο
Γέροι με διάφανα κόκκαλα περπατούν στις πέτρινες γέφυρες
Η πόλη είν’ αδειανή και δεν υπάρχει κανείς να συλλαβίσει τ’ όνομά της.

(Απρίλιος 1956)

*

Requiem για μια εκφωνήτρια της τηλεοράσεως

Kάτω από τη γνήσια πρόφαση του Έπους
την τραγική μάσκα σου
φανέρωσε Αντιγόνη

Δεν είναι ενθουσιασμός, γλαυκή θάλασσα
Έφηβος ήλιος εικόνες με πλατύ στέρνο
Δεν είναι θρίαμβος δεκαοχτώ χρονών
Εμβατήριο στο πέλαγος με ξέσκεπο κεφάλι.

Κι αν δεν μπορεί πια να γελάσει κανείς
Ακούγοντας ιστορίες ηλικιωμένων
Είναι γιατί υπολογίζουν
πως κι αυτοί θα γίνουν

Το φαιδρό τους πρόσωπο
Κορόιδεψε πικρά
Μικρή Αντιγόνη.

(Νοέμβρης 1959)

*

Αναμνήσεις από τη σκοπιά

Όπως τότε
Ελπίδα η θάλασσα που γυάλιζε
Έξη χιλιάδες λόγχες.

Όπως τότε
Ο Χριστός στα πυρομαχικά
Κρύσταλλο η ατμόσφαιρα
Νύχτα
Κι ο ουρανός κοβόταν με μαχαίρι

(10 Οκτωβρίου 1966)

*Ποιήματα δημοσιευμένα στο περιοδικό «Τραμ»/5, Μάιος 1977.

*

– F –

Δήμιος δημαγωγός
ΑΓΩΓΟΣ κακός
Του υπαίθριου σαδισμού

Φως φωταγωγός
ΑΓΩΓΟΣ λανθάνων
Των ποικίλων εκπλήξεων

Πράξις πραξικόπημα
ΚΟΠΗ νομισμάτων
Αιτία διφορούμενων πτωμάτων

Λαός λαοθάλασσα
ΘΑΛΑΣΣΑ πικροκυματούσα
Υπέρτατο έλεος.

[Γράφτηκε στις 2.12.1970. Δημοσιεύτηκε το 1978 στη συλλογή «Το αίμα του λύκου» με τίτλο «Οι τύραννοι πρέπει να φοβούνται»]

Juan Gelman (1930 – 2014), Τρία ποιήματα

Arte Poética

Entre tantos oficios ejerzo éste que no es mío, como un amo implacable
me obliga a trabajar de día, de noche, con dolor, con amor,
bajo la lluvia, en la catástrofe,
cuando se abren los brazos de la ternura o del, alma, cuando la enfermedad hunde las manos.

A este oficio me obligan los dolores ajenos, las lágrimas, los pañuelos saludadores,
las promesas en medio del otoño o del fuego, los besos del encuentro, los besos del adiós,
todo me obliga a trabajar con las palabras, con la sangre.

Nunca fui el dueño de mis cenizas, mis versos,
rostros oscuros los escriben como tirar contra la muerte.

Ποιητική τέχνη

Ανάμεσα σε τόσα επαγγέλματα ασκώ αυτό που δεν είναι δικό
μου, σαν ένας αδιάλλακτος αφέντης
με υποχρεώνει να εργάζομαι τη μέρα, τη νύχτα, με πόνο, με αγάπη,
κάτω απ’ τη βροχή, μέσα στην καταστροφή,
όταν ανοίγονται τα μπράτσα της τρυφερότητας της ψυχής, όταν η αρρώστια καταβυθίζει τα χέρια μου.

Σ’ αυτό το επάγγελμα με εξαναγκάζουν οι ξένοι πόνοι, τα δάκρυα, τα μαντήλια των αποχαιρετισμών,
οι υποσχέσεις καταμεσής του φθινοπώρου της φωτιάς, τα φιλιά των ερωτικών συναντήσεων, τα φιλιά των αντίο,
όλα με υποχρεώνουν να δουλέψω με τις λέξεις, με το αίμα μου.

Ποτέ δεν ήμουν αφέντης των σταχτών μου, των στίχων μου,
πρόσωπα σκοτεινά τους γράφουν σαν να πυροβολούν ενάντια στο θάνατο.

*

El f r í o de los p o b r es

el frío de los pobres que un día triunfarán / cruje en el fondo del país / torturado / callado / crepita otoñando padeceres / se le caen
hojitas / olores secos / van al suelo / se pudren alimentando la furia que vendrá / alma mía que así crecés contra las bestias / dame
valor o fuego / pueda pudrirme / continuar / para que coma la victoria

Το κρύο των φτωχών

το κρύο των φτωχών που μια μέρα θα θριαμβεύσουν / διαπερνά συθέμελα τη χώρα / βασανιστικό / σιωπηλό / σπιθίζει
χειροτερεύοντας τα βάσανα / πέφτουν
μικρά φύλλα / στεγνά αρώματα / πέφτουν στο έδαφος / σαπίζουν θρέφοντας το πάθος που θα έρθει / ψυχή μου που έτσι ανδρώνεσαι ενάντια στα θηρία / δώσε μου
αξία η φωτιά / για να μπορέσω να αποσυντεθώ / και να συνεχίσω / ώστε να θραφεί η νίκη

*

Don Luis

Gracias, compañero Cernuda,
gracias por recordamos la nobleza humana en este tiempo de la despasión.
Gracias por recordarla con belleza, como sol que entra en una casa vacía. La llenás con la memoria de los sueños y más, con sueños y horizontes
que pueden volver.
Gracias por dejamos la palabra
que vuela en un claro de la tempestad a ciertas dichas, ciertas esperanzas.
Transparente de niños te fuiste, pero no. Bailamos nuestra danza contra clausuras de la nada.

Δον Λουίς

Ευχαριστώ, σύντροφε Θερνούδα,
ευχαριστώ που θυμήθηκες την ανθρώπινη ευγένεια σ’ αυτή την εποχή της απάθειας.
Ευχαριστώ που μας τη θύμησες με έναν όμορφο τρόπο, όπως ο ήλιος που μπαίνει σε ένα άδειο σπίτι.
Τη γεμίζεις με τη μνήμη των ονείρων
κι ακόμα περισσότερο, με όνειρα και ορίζοντες που μπορεί να επιστρέψουν.
Ευχαριστώ που μας άφησες τη λέξη
που υπερίπταται μέσα σε ένα ξέφωτο μες στην τρικυμία για κάποιες ευτυχίες, για κάποιες ελπίδες.
Διάφανος απ’ τα μικρά παιδιά έφυγες, αλλά όχι. Θα χορέψουμε το δικό μας χορό ενάντια στους εγκλεισμούς του τίποτα.

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.

**Από το περιοδικό ΠΟΛΥΜΝΙΑ, ARS POETICA, Nο 13, Αύγουστος 2025.

Edmond Jabès, Το αίμα δεν ξεπλένει το αίμα, 1976-1980

ΧΕΡΙ ΑΠΑΛΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΗΓΗ ΑΚΟΜΗ…

Ι

Χέρι απαλό και στην πληγή ακόμη,
έξω από το βιβλίο.

Κάθε σελίδα, και το χέρι της·
κάθε εποχή·

αλλά και
κάθε σκιά:
του χεριού μου σκιά.

ΙΙ

Το χέρι σου πάνω στο χέρι μου,
η ζεστασιά μιας πυκνής σκιάς.

ΙΙΙ

Τόσα δάκρυα σ’ ένα χέρι
για να ξεδιψάσει ο θάνατος.

IV

Στήλη.
Ένα χέρι αναδύεται από το κενό,
δεσπόζει πάνω απ’ τους τάφους μας.

Αγνότητα των δακρύων.
Χυδαιότητα του πτώματος.

V

Χέρια εναντίον χεριών.
Όλη η ζωή -ώ, τούτο το αίμα!-
στάζει από ένα χέρι ανοιχτό.

VI

Παλάμη ανοιχτή,
ήλιος των νεκρών μας.

Ο ουρανός σήμερα,
πιο γαλανός κι από το πρώτο χάραμα.

VII

Άνοιξε διάπλατα, το χέρι σου.
Αυτό το άνοιγμα είναι η σωτηρία.

Ο ουρανός θεά βίας πάνω απ΄τη γη.
Κινούμαστε νέα στο κενό.
Με κάθε βήμα γκρεμίζουμε έναν τοίχο.

*Μετάφραση Κατερίνα Χατζοπούλου. Από το περιοδικό “Ποιητική”, τ. 34, φθινόπωρο-χειμώνας 2024.

Orhan Veli Kanik, Η παλιά κυρά μου

Ξέρεις εσύ για ποιο λόγο
τρυπώνεις κάθε νύχτα στα όνειρά μου,
κάθε νύχτα συμφωνία με το διάβολο,
πάνω στα κάτασπρα σεντόνια σου.
Για ποιο λόγο ξέρεις εσύ;
Εσένα ακόμη αγαπώ, παλιά κυρά μου.

Μα τι γυναίκα είσαι, ξέρεις εσύ.

*Μετάφραση: Θωμάς Κοροβίνης.