Fernando Pessoa, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΑΛΕΝΤΕΖΟΥ ΑΠ’ ΤΟ ΤΡΕΝΟ
Το τίποτα στου τίποτα την πέτρα
Μονάχα λίγα δέντρα
Όλα γυμνά και γκρίζα.
Εδώ ποτάμι δεν κυλά
Και δεν φυτρώνει άνθους ρίζα.
Βρήκα την κόλαση στ’ αληθινά,
Γιατί αν δεν είν’ εδώ, δεν είναι πουθενά.
1907

ΩΔΗ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
Γιατί είσαι δυο – γυναίκα και Θεός
Μυστήριο η δική σου παρουσία
Και πνεύμα η σάρκα σου τερπνό
Στην εξορία της όρασης την κρύα.
Το καθ’ εμπόδιο δρόμος ορατός
Στου αοράτου απείρου την ουσία.
23/2/1914

ΗΡΘΕ Η ΘΛΙΨΗ ΚΙ ΕΚΛΑΨΕ
Ήρθε η θλίψη κι έκλαψε
Στο πλευρό μου.
Αργά τα βήματα έγραψε
Στη θεϊκή πορεία
Στο πλευρό μου.
Αλλά δεν βλέπω την Μεγάλη κατοικία.
Σκοτεινιά στην κάθοδό μου.
5/5/1915

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Καρυοθραύστις”, τεύχος 6, Δεκέμβριος 2020. Μετάφραση: Βασίλης Πανδής.

Crime Poetry, Βόλτα

Πήρα εκείνο τον ήσυχο δρόμο…
Μ’ άρεσε πάντα όταν περνούσε
ο ήλιος στη Δύση του από κει.
Τα μπαλκόνια
είχαν πολύχρωμες κορδέλες
που τις χόρευε ο άνεμος
σαν εραστής
που με δύο νότες
έκλεβε το χαμόγελο των κοριτσιών.
Πίσω από τα παντζούρια
κρυφοκοίταζαν οι νοικοκυρές
όσο στη κατσαρόλα πίσω τους
κόχλαζαν τα νεκρά τους όνειρα.
Ο αχνός στο τζάμι πρόδιδε
τα όρια μιας φυλακής
που ποτέ δεν έπρεπε
να συνειδητοποιήσεις.
Τα πουλιά
πετούσαν βιαστικά για τη φωλιά
και το σκοτάδι έπεσε…
Τα φώτα άναψαν…
Δε μπορεί ποτέ ο άνθρωπος
ήρεμος στην αγκαλιά σου
να πέσει, νύχτα.
Είναι γεμάτος φόβους κι ενοχές
που σε μια χούφτα φως
κοιτάει να τις κρύψει.
Στου δρόμου το τέλος…
Μια γάτα
μια κουκουβάγια
κι ένας τρελός.
Η γάτα, αθόρυβα πατούσε
και περνούσε
ανάμεσα απ’ του χρόνου τις ρωγμές.
Η κουκουβάγια ασάλευτη
το θάνατο κατάματα κοιτούσε
σαν το καλύτερο της φίλο.
Κι ο τρελός σε ρωτούσε!
Μιλάς με το Θεό;
αν απαντούσες όχι
σ’ άφηνε να περάσεις.

Λεωνίδας Καζάσης, Έγερση ευλαβής

Γιάννης Μόραλης, Επιτύμβια σύνθεση Β`, 1958-1962

Θύρες λυτές ο ερχομός,
μοίρες βαρύθυμες το διάβα,
άχθος, βλαστήμια ο πηγαιμός,
στης ρούγας της αδιάβατης
το τέρμα τράβα.

Οι υποσχέσεις τους πολλές,
σαν στωικό της μάνας χάδι,
τα εξαπτέρυγα θηλιές,
στις φλόγες έζωσα ένα βράδυ.

Κι εισέβαλα στο ιερό
με φλάμπουρα καθημαγμένα,
σάρκα κοινώνησα,σταυρό
με νέκταρ του οργασμού αγιασμένα.

Την κοινωνία σας ξερνώ,
κτισμένη στων ευνούχων το σκοτάδι,
με το δαδί της σκέψης πυρπολώ,
ψάχνω τον Έρωτα στον Άδη.

Κωνσταντίνος Καβάφης, Τα άλογα του Αχιλλέως / Constantine Cavafy, The horses of Achilles

Τόν Πάτροκλο σάν είδαν σκοτωμένο,
πού ήταν τόσο ανδρείος, καί δυνατός, καί νέος
άρχισαν τ’ άλογα νά κλαίνε τού Αχιλλέως
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
γιά τού θανάτου αυτό τό έργον πού θωρούσε.
Τινάζαν τά κεφάλια των καί τές μακρυές χαίτες κουνούσαν
τήν γή χτυπούσαν μέ τά πόδια, καί θρηνούσαν
τόν Πάτροκλο πού ενοιώθανε άψυχο—αφανισμένο—
μιά σάρκα τώρα ποταπή—τό πνεύμα του χαμένο—
ανυπεράσπιστο—χωρίς πνοή—
εις τό μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ τήν ζωή.
Τά δάκρυα είδε ο Ζεύς τών αθανάτων
αλόγων καί λυπήθη. «Στού Πηλέως τόν γάμο»
είπε «δέν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα νά κάμω
καλύτερα νά μήν σάς δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου
στήν άθλια ανθρωπότητα πούναι τό παίγνιον τής μοίρας.
Σείς πού ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σάς τυραννούν. Στά βάσανά των
σάς έμπλεξαν οι ανθρώποι.»—Ώμως τά δάκρυά των
γιά τού θανάτου τήν παντοτεινή
τήν συμφορά εχύνανε τά δυό τά ζώα τά ευγενή.

The horses of Achilles

When they saw Patroklos dead,
who was so brave, and strong, and young,
the horses of Achilles began to cry;
their immortal nature was outraged
at the sight of this work of death.
They reared up, and tossed their long manes,
they stamped the ground with their hooves, and mourned
Patroklos, whom they felt was soulless—devastated—
lifeless flesh now—his spirit gone—
defenseless—without breath—
returned from life to the great Nothing.
Zeus saw the tears of the immortal
horses and felt sad. He said, “At the wedding of Peleus
I shouldn’t have acted so mindlessly;
it would have been better if we had not given you away,
my unhappy horses! What need did you have to be
down there among miserable humans, playthings of fate.
You whom death cannot ambush, who will never grow old,
you are still tormented by disaster. People
have entangled you in their suffering.”—But

for the endless calamity of death,
those two noble animals shed their tears.

*English Translation by Manolis Aligizakis
**From here: https://authormanolis.wordpress.com/2013/05/05/κωνσταντίνος-καβάφης-constantine-cavafy/

Ε. Μύρων, Τρία ποιήματα

01
ένα μουτζουρωμένο πρωινό έπεσε
από το μέτωπο του θεού άλλο ένα ελάττωμα
μετά από μια σκοτεινή σιωπή
είχαν μολυνθεί οι άνθρωποι –
λίγοι ξεπεσμένοι άγγελοι γλύτωσαν
κρυμμένοι στα χαρακώματα του λόγου

02
ξεροσταλιάζω στη μοίρα
στο πάτωμα λέξεις τασάκι αστέρια εγώ
δεν βρίσκω το μυστήριο νυστέρι
μέσα στο στέρνο μου

να κόψω την αγριοσύνη
τα όργια πόνου
τους ιερούς λυγμούς

03
δεν μπορώ να κόψω το κάπνισμα

ούτε τον κόσμο στα
δύο

βάζω
ξυπνητήρι στο κινητό
να θυμάμαι να γελάω

σαν παιδί της ματαιόπολης
ξέρω καλά να σκοτώνω
την ώρα
εσένα
εμένα

*Από τη συλλογή “Οριοβάτης”, Εκδόσεις Αρμίδα, Φεβρουάριος 2021.

Αλέξανδρος Δάρας, Συναθώοι

Φώτο: Δημήτρης Τζουμάκας

Αν όμορφη η μέρα λάμπει στα βατόμουρα
και στα λιβάδια λιάζονται γυμνοσάλιαγκες
ανέβα στη σοφίτα με τα μαγικά ματζούνια
και μια γουλιά ανθισμένο φως ανάσανε.

Πάρε την άβγαλτη ζωή κι έξω σεργιάνισέ τη
πάνω στα νεύματα των συναθώων πνευμάτων,
στα όνειρα που μας κρατάνε ξύπνιους,
ψέματα που σε σώζουν από το μεγάλο ψέμα.

Όταν θα φτάσετε στο νότο, όπου
κάθε όνειρο παιδικό είναι αλήθεια
ρέμβασε εποχές, θελήσεις, αγκαλιαστείτε,
ένα πουλί πέταξε μέσα από το σύννεφο.

Σα θα σας πάρει ο ποταμός του απύθμενου
σαλίγκαρου, σφιχτά αγκαλιά σα στάλα
σκάει το μπουμπούκι μες στη φυλλωσιά
καθώς η μέρα εκβάλλει μες στη νύχτα.

Ειρήνη… γλύκα… ηδονή… τραγουδούν:
Συναθωότητα, ο κάλυκας της αγάπης,
που ανθίζει στο σκοτάδι για να φέρει
μια μέρα όμορφη που λάμπει στα δαμάσκηνα.

*Από τη συλλογή “ή”, Εκδόσεις Ίδμων, Ιανουάριος 2007.

Ειρήνη Παραδεισανού, Στη Φλέβα της Πέτρας – Ασάλευτα Ποιήματα V

Στον καπνό που ανεβαίνει
απ’ τον άγνωστο κόσμο
στη σιωπή
που καρφώνει με νύστα
την πεδιάδα του ανέμου
στην ασημένια σμίλη
του αλατιού που οργώνει τη θάλασσα

Πόση θλίψη
αγέννητη ακόμη
χαρίζουν τα πουλιά με τα ραμμένα ράμφη
στο βλέμμα του ασάλευτου ποιητή.

Lawrence Ferlinghetti, Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ πεθαίνει

Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ πεθαίνει
Είναι σ’ όλες τις εφημερίδες
Είναι στις βραδινές ειδήσεις
Ένας σπουδαίος ποιητής πεθαίνει
Η φωνή του όμως
δεν θα πεθάνει
Η φωνή του στον τόπο αυτό
Κάτω Χαμηλά στο Μανχάτταν
πεθαίνει
στο δικό του κρεβάτι
Και δεν μπορείς τίποτα
απολύτως να κάνεις
Πεθαίνει έναν θάνατον ίδιον με κάθε άλλον
Πεθαίνει του ποιητή τον θάνατο
Κρατάει ένα τηλέφωνο στο χέρι
και τηλεφωνάει στους πάντες
απ’ το κρεβάτι του Χαμηλά στο Μανχάτταν
Στον κόσμο ένα γύρο
αργά τη νύχτα
χτυπάει το τηλέφωνο
«Εδώ ο Άλεν»
λέει η φωνή
«Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ σας τηλεφωνεί»
Πόσες φορές την έχουν ακούσει
όλα αυτά τα πολλά και ένδοξα χρόνια
Δεν χρειάζεται να πεί: ο Γκίνσμπεργκ
Σε όλον τον κόσμο
στον κόσμο των ποιητών
υπάρχει μόνο ένας Άλεν
«Ήθελα να σας το πώ» λέει
Τους λέει τι συμβαίνει
τι είναι αυτό που
τον ζώνει
Ο Θάνατος ο σκοτεινός εραστής
τον αλώνει
Η φωνή του με δορυφόρο
ταξιδεύει πάνω από τη στεριά
πάνω από τη Θάλασσα της Ιαπωνίας
όπου κάποτε στάθηκε γυμνός
με μια τρίαινα στο χέρι
σαν ένας νεαρός Ποσειδώνας
ένας νεαρός με μαύρα γένια
στέκει σε μιαν ακρογιαλιά με χαλίκια
Φούσκωσε η θάλασσα, κράζουν τα θαλασσοπούλια
Τα κύματα σπάζουν από επάνω του τώρα
και τα θαλασσοπούλια κράζουν
στις αποβάθρες του Σάν Φραντσίσκο
Φυσάει ένας άνεμος δυνατός
Μεγάλα κύματα με αφρό
μαστίζουν το Embarcadero
Ο Άλεν στο τηλέφωνο
Η φωνή του είναι στα κύματα
Διαβάζω ποίηση Ελληνική
Μέσα της είναι η θάλασσα
Μέσα της θρηνούν άλογα
Τα άλογα του Αχιλλέα
θρηνούν μέσα της
δίπλα στη θάλασσα εδώ
στο Σάν Φραντσίσκο
όπου τα κύματα θρηνούν
Βγάζουν έναν συρτό ήχο
έναν ήχο σιβυλλικό
Άλεν
ψιθυρίζουν
Άλεν

*Μετάφραση: Χρήστος Τσιάμης. Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν εδώ: https://www.oanagnostis.gr/sto-loynapark-me-ton-ferligketti-toy-christoy-tsiami/

Ανιχνεύοντας το μεταίχμιο επανάστασης και ποίησης

(Στο τελευταίο ποιητικό πόνημα του Δημήτρη Τρωαδίτη)

ΔΡ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΣ*

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης επανέρχεται στο λογοτεχνικό προσκήνιο με την έννατη ποιητική συλλογή του «Με μια εμμονή στην κωλότσεπη» (εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2020, σελ. 52) η οποία αποτελείται από τον συμβολικό αριθμό των 33 ποιημάτων. Στο εν λόγω καλαίσθητο τομίδιο ο ποιητής καταθέτει, και πάλι, τους προβληματισμούς του για τα υπαρξιακά αδιέξοδα (ενδεικτικός λ.χ. είναι ο τίτλος του ποιήματος «Χανόμαστε», σ. 25), τα οποία συνυφαίνονται με τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες. Κατά τον ποιητή, το ανικανοποίητο της ύπαρξης δεν έγκειται στην ίδια, αλλά εν πολλοίς στην ποιότητα της ζωής, δηλαδή στον τρόπο διαχείρισής της – στο πώς αυτή (δεν) βιώνεται. Στον χαμένο, μη βιωμένο χρόνο, που μοιάζει με «ξέφτια των στιγμών μας / που τρέχουν αλαφιασμένα / να προλάβουν χίμαιρες» («Η ακινησία», σ. 16). Αποτέλεσμα αυτού είναι οι όποιες «ανάσες» μες στην απέλπιδα καθημερινότητα, εκτός από «στιγμιαίες» να χαρακτηρίζονται και από μια έντονη αίσθηση πνιγηρότητας, όπως αντανακλούν τα ενσταντανέ κάποιων εφιαλτικών βιωμάτων: «ένας σκάβει τον λάκκο του / κι επτά άλλοι / του ρίχνουν χώμα // στον επαρχιακό σταθμό / ένας μόνος του / μοιρολογούσε // σε μια γκρίζα αυγή / τα όνειρα / δεν έχουν καμιά θέση» («Στιγμιαίες ανάσες», σσ. 20-23).

Οι υπαινικτικές ιδεολογικο-πολιτικές θέσεις και απόψεις στο εισαγωγικό ποίημα («να συγκρουστούμε […] στις εμπόλεμες ζώνες», «Με μια εμμονή στην κωλότσεπη», σ. 8) εξειδικεύονται σε επακόλουθα ποιήματα. Εκεί διαπιστώνεται πως υπεύθυνοι για τα δεινά των ανθρώπων θεωρούνται οι «πραιτωριανοί» (σ. 12) της ανάλγητης και διεφθαρμένης Εξουσίας και οι φορείς της, οι «λίστες φοροφυγάδων / αμείλικτων πολιτικών» που «καταντούν τις «πατρίδες / ξεπουλημένα γραμμάτια / στην αγορά της υποκρισίας» («Οι πατρίδες», σ. 13). Υπαίτια όμως θεωρείται και η αδιαφορία και παθητικότητα των ανθρώπων που δεν παίρνουν τη μοίρα στα χέρια τους τους («Ποιος μας καταδικάζει να μένουμε / στάσιμοι μ’ απονεκρωμένες κεραίες; // Ποιος μας τυραννά εμποδίζοντάς μας / να γίνουμε αφέντες του εαυτού μας;», «Ερωτήσεις», σ. 14). Το παραπάνω ιδεολογικο-πολιτικό στίγμα αποκρυσταλλώνεται στο ποίημα «Για την έλευση του μέλλοντος», όπου η ανθρώπινη αδράνεια αντί να πτοεί το ποιητικό υποκείμενο, οράται ως ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο μέσω του αγώνα («Ανεμίζεις τις πίκρες / μαντίλια στο κούτελο / με ιδρώτα μετά το μεροκάματο / σημαίες στα διάσελα / σαν παντιέρες σε οδοφράγματα / τις συντροφεύει με τις ελπίδες […] και την προσδοκία / για την έλευση του μέλλοντος», ό.π. σ. 9). Τέλος, η παραπάνω στάση παγιώνεται στο ποίημα «Χάρισμα», με τους «αδικημένους […] να θερίσουν με / το δρεπάνι / την ανημπόρια» (σ. 26), ενώ στο ποίημα «Κοίτα τις αρρώστιες» δηλώνεται κατηγορηματικά το όραμα της «επανάστασης»: «αλλά θα επαναστατήσουμε κάποτε / και θ’ ανεμίσουμε λάβαρα τις ευθύνης μας / συγκρούσεις αρχών θα επιδιώξουμε / με προοπτική μακρόχρονου καλοκαιριού / […] βάζοντας φωτιά στην κούφια καθημερινότητα / αποκαθιστώντας ιστορικά / τις μνήμες που αγαπήσαμε» (ό.π., σ. 34).

Το ποιητικό υποκείμενο, συχνά, επιχειρεί να μη χάνει το ηθικό του ενδίδοντας στην απαισιοδοξία και την απογοήτευση, αλλά να διατηρεί το φρόνημά του σθεναρά, με απεγνωσμένες παραινέσεις-προτροπές-εκκλήσεις όπως: «Να μην ενδώσουμε […] // να μην αφεθούμε / […] // να μην επιτρέψουμε στους προσκυνημένους / να νέμονται τις χαρές μας» («Πρόσκληση», σ. 24). Ακόμη και με ντιρεκτίβες του είδους: «Να καθορίσουμε τα ακαθόριστα / να διασπάσουμε να αδιάσπαστα / να συνδέσουμε τα ασύνδετα / να πατήσουμε τα απάτητα / να γιορτάσουμε τ’ αγιόρταστα» («Υποχρεώσεις», σ. 48). Και αλλού: «να πούμε μια καλημέρα προσδοκίας / να απελευθερώσουμε μια νέα ανάσα / ν’ αναθερμάνουμε τις λιμνάζουσες ελπίδες / να λιποτακτήσουμε απ’ την ανώνυμη ζωή μας» («Μια καλημέρα προσδοκίας», σ. 49).

Παρ’ όλα αυτά, το ποιητικό υποκείμενο παραμένει ειλικρινές. Έστω και με βαριά καρδιά παραδέχεται τον ενδοτισμό και τη συμφιλίωσή του με την αμείλικτη πραγματικότητα: «συμφιλιώνεσαι / με οποιοδήποτε τίμημα […] παρ’ όλα τα / οραματικά σου κίνητρα / ερειπωμένα σαν κάστρα / […] συμφιλιώνεσαι / μαδώντας την ύπαρξή σου / σαν τη μαργαρίτα» («Συμφιλιώνεσαι», σσ. 37-38). Έτσι, παρά την αποφασιστικότητα για αλλαγή πλεύσης στη ζωή, οι ανατροπές ακυρώνονται λόγω ανωτέρας βίας: «Κι είπες […] / αλλά μας σταμάτησαν στο δρόμο / τα σύνορα / και οι προσταγές // κι είπες […] αλλά υπακούσαμε ξανά / στα άχρωμα κελεύσματα / των δημοσιολόγων του τίποτα / κι είπες ν’ αντισταθούμε / […] αλλά γράφουμε σε θολά τζάμια / για να σώσουμε την υστεροφημία μας…» («Κι είπες», σσ. 17-18). Εξού και η επώδυνη ομολογία της επακόλουθης κι αναπότρεπτης ήττας: «οι πόνοι αστερισμοί διαψεύσεων / ανακυκλωμένα λόγια / […] // οι πόνοι πετροβολητό στ’ αδέσποτα / να διώξουμε το γρύλλισμά τους / να ουρλιάζουμε μόνοι μας» («Οι πόνοι», σ. 19). Και αλλού: «έτσι κι αλλιώς / οι συναινέσεις / δεν θα έρθουν ποτέ / δολοφονήθηκαν / κι οι κυκλοθυμίες / της εργατικής τάξης» («Η πόλη», σσ. 40-41).

Η παρούσα ποιητική συλλογή μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να φαίνεται αλλοπρόσαλλη με τις συνεχείς αμφιταλαντεύσεις και παλινωδίες του ποιητικού υποκειμένου. Αυτό όμως δεν έχει αρνητικό πρόσιμο καθώς, όπως ισχυρίζεται ο Ρώσος σκηνοθέτης Κονσταντίν Μπογκομόλοφ, «Η τέχνη γεννιέται από αμφιβολίες και παράγει αμφιβολίες». Έπειτα, αυτό το χαρακτηριστικό αποτελεί εγγενές ταυτοτικό στοιχείο της ποίησης του Τρωαδίτη. Εξηγούμαι: Το παρόν πόνημα του τελευταίου έχει σαφώς μεταιχμιακό χαρακτήρα. Κινείται δηλαδή στο μεταίχμιο μιας μανιχαϊστικής θεώρησης του κόσμου, στα όρια μεταξύ δύο αντιτιθέμενων πόλων: πεσιμισμού-αισιοδοξίας, διάψευσης-επαλήθευσης, ήττας-νίκης, σκότους-φωτός, κλπ. Μέσα σ’ αυτή τη “γκρίζα ζώνη” του ποιητικού οικοσυστήματος αναπνέει, ζει και γονιμοποιείται η όλη ποιητική διεργασία του Τρωαδίτη. Απ’ αυτήν απορρέουν τα ερεθίσματα και η θεματολογία του και αυτήν ουσιαστικά εκμεταλλεύεται, αξιοποιώντας τις ποικίλες ποιητικές εφαρμογές που προσφέρει. Σ’ αυτή τη “μεθοριακή ζώνη” χτυπά η καρδιά της ποίησής του. Και μόνο κάποιοι τίτλοι ποιημάτων, όπως λ.χ. το «Πάνω-κάτω στα όρια» (σ. 43), είναι ενδεικτικοί του μεταιχμιακού χαρακτήρα της. Ωστόσο, η αμφίρροπη αυτή στάση («χορεύουμε σε αναμμένα κάρβουνα / τρεκλίζουμε σε τεντωμένο σκοινί», «Νέα όνειρα φτερουγίζουν» σ. 50) δεν οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες (κοινωνικο-πολιτικούς ή άλλους), όπως ενίοτε υπαινίσσεται («ίσως η εποχή είναι λάθος, ό.π. σ. 44). Αντιθέτως, οφείλεται σε ενδογενείς παράγοντες (μια κατάσταση του νου και της ψυχής) και είναι προϊόν του ανικανοποίητου, δηλαδή ίδιον της καθαυτής ιδιοσυστασίας της ύπαρξης, όπου τα στοιχεία του κακού-καλού, άσχημου-ωραίου, κόλασης-παράδεισου συνυπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενα.

Αυτό διαπιστώνεται πειστικότερα στα αυτοαναφορικά ποιήματα της συλλογής, θεματολογία των οποίων είναι η ίδια η ποίηση. Εδώ ο ποιητής, ενώπιος ενωπίω, βρίσκεται συγκεχυμένος, αμφιταλαντευόμενος και διαχασμένος ανάμεσα στις ιδεολογικο-πολιτικές του πεποιθήσεις και τον σκεπτικισμό του για τη λειτουργία και – κυρίως – τον (ωφελιμιστικό) σκοπό της ποίησης στη ζωή (βλ. «Εξαΰλωση», σ. 30). Σ’ ένα παρορμητικό εγχείρημα να συγκεράσει τις δύο διχογνωμίες, καταλήγει αιφνιδίως στο αποφαντικό: «γιατί η ποίηση / ή θα γίνει επανάσταση / ή δεν θα υπάρξει ποτέ» («Εξαγγελία», σ. 31). Η ταύτιση ποίησης-επανάστασης, παραδόξως, επαναλαμβάνεται με τους στίχους: «Θέλω να γράψω ένα ποίημα // […] ανατρεπτικό σαν τις επαναστάσεις / που άλλαξαν τα πάντα» («Θέλω να γράψω ένα ποίημα»», σ. 46).

Το ακόμη παραδοξότερο όμως είναι ότι όλα τα παραπάνω έρχονται να αναιρεθούν στο ποίημα «Τίποτα δεν είναι πραγματικό» (σσ. 35-36). Εδώ ο ποιητής, απογοητευμένος από τη διάψευση των ιδεολογικο-πολιτικών του οραμάτων, αλλά και από τις μάταιες προσδοκίες του από την ποίηση («αλλά γράφουμε σε θολά τζάμια / για να σώσουμε την υστεροφημία μας» ομολογεί στο «Κι είπες», σ. 18), φτάνει αναπόφευκτα σ’ ένα τέλμα.

Συνειδητοποιώντας, ίσως, το γεγονός ότι κανένα ποίημα δεν υπήρξε ποτέ καταλύτης οποιασδήποτε ανατροπής, αλλά ούτε και καμία επανάσταση άλλαξε ποτέ ριζικά τη μοίρα της ανθρωπότητας, αναγκάζεται να καταφύγει στην παρηγορητική θαλπωρή (comfort zone) της ουτοπίας, με αποτέλεσμα να αμφισβητεί τελικά τόσο την ποίηση όσο και την ίδια την… πραγματικότητα! Εξού και το παραληρηματικό ξέσπασμα με τους υπερρεαλιστικούς απόηχους στο ποίημα «Τίποτα δεν είναι πραγματικό» («ένας οίστρος καμώνεται / πως έρχεται θριαμβευτικά / να με συναντήσει […] / τίποτα δεν είναι πραγματικό / είναι απομιμήσεις / ανεστραμμένα είδωλα / από το χάος στο άπειρο», ό.π., σ. 35) – πράγμα που επιβεβαιώνει την προηγούμενη διαπίστωσή μας ότι η απαισιοδοξία και το ανικανοποίητο της ζωής έχουν βαθύτερες υπαρξιακές και μεταφυσικές καταβολές.

Ποια είναι όμως αυτή η περιώνυμη «εμμονή» που επικαλείται ο ποιητής; Μα η εγκαρτέρηση και – κυρίως – η επιμονή στη δράση και η αισιόδοξη προοπτική του αγώνα, όπως μαρτυρείται στο εισαγωγικό ποίημα («με μια εμμονή στην κωλότσεπη / και μια σιγουριά στην ψυχή / να ξεριζώσει τις μολυσμένες καρδιές», σ. 8). Ακόμη κι όταν η προοπτική της μη εγγυημένης νίκης φαντάζει άπιαστο όνειρο, το μεσσιανικό μήνυμα που κυριαρχεί είναι αυτό του αγώνα προκειμένου «να σκορπιστεί μια χούφτα λευτεριά» (ό.π). Θέση που συγκεφαλαιώνεται στο επιλογικό ποίημα με τους στίχους: «η θλίψη μάς ξέρει πολύ καλά / και την ξέρουμε // […] Ωστόσο, δεν μας καταβάλλει καμία πτώση / τα όνειρα αναπροσαρμόζονται / […] νέα όνειρα φτερουγίζουν» («Νέα όνειρα φτερουγίζουν», σ. 50). Διότι, σε τελική ανάλυση, η αισιοδοξία είναι «μια αφοπλιστική έγερση ψυχής» και μια κατάσταση του νου (state of mind), αφού «εμείς είμαστε που αναπληρώνουμε το κενό / εμείς είμαστε που αναπτερώνουμε την ελπίδα» («Όπου γης και πατρίς», σ. 32).

Επιγραμματικά, οι πιο εμφανείς τεχνοτροπίες της παρούσας συλλογής συνοψίζονται ως εξής: η εναλλάξ χρήση πρώτου προσώπου ενικού και πληθυντικού και δεύτερου προσώπου ενικού – ακόμη και μες στο ίδιο το ποίημα. Τα διάφορα ρητορικά και άλλα σχήματα λόγου, υπό μορφή ερωτήσεων, καταφάσεων, προστακτικής, κλπ. Η χρήση χαϊκού (βλ. «Στιγμιαίες ανάσες», σσ. 20-33). Η εικονοπλασία με την υιοθέτηση κινηματογραφικών εφέ. Η χρήση του αυτοβιογραφικού στοιχείου (βλ. «Όπου γης και πατρίς», σ. 32).

Η χρήση αυτοαναφορικότητας. Τα αυτοαναφορικά ποιήματα ( μαζί με το «Θα ήθελα να μιλήσω», σσ. 28-29) που συζητήσαμε είναι, προφανώς, τα καλύτερα δείγματα γραφής του Τρωαδίτη. Πρώτον, διότι ενσαρκώνουν και αντανακλούν τις τεχνοτροπικές αναζητήσεις, τους προβληματισμούς και πειραματισμούς του. Δεύτερον, διότι υπαινίσσονται την αδυναμία της γλώσσας, αλλά και της ποίησης να συλλάβουν και αποδώσουν ικανοποιητικά το άρρητο της ύπαρξης: το κομφούζιο του εσωτερικού σύμπαντος (σκέψεις, ιδέες, συναισθήματα, συνειδητό και υποσυνείδητο) καθώς και την παραζάλη του εξωτερικού κόσμου, της ζωής και της τέχνης.

Εν κατακλείδι: Ο Δημήτρης Τρωαδίτης, με το ήδη πλούσιο έργο του και την αφοπλιστική ποιητική του παρρησία, παραμένει εδώ και χρόνια η πιο γνωστή και αξιόλογη φωνή στην ελληνόγλωσση ποίηση της ομογένειας της Αυστραλίας. Αλλά και από τις πιο ενδιαφέρουσες ποιητικές παρουσίες του απόδημου ελληνισμού. Είναι παρήγορο που έχει αρχίσει να προσέχεται και από την ελλαδική κριτική.

*Ο Δρ Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός (νεοελληνιστής), συγγραφέας, δοκιμιογράφος-κριτικός και μεταφραστής λογοτεχνίας. Έχει δημοσιεύσει 24 αυτοτελή βιβλία και 5 μεταφρασμένα στην Ελλάδα και το εξωτερικό.