Δημήτρης Κωνσταντινίδης, Το κλάμα των παιδιών 

Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών τους παιδιών
Καν’ τα να σωπάσουν
Καν’ τα να σκάσουν
Δεν μου αρέσει η θρησκεία τους
Καν’ τα να ματώσουν
Δεν θέλω να μεγαλώσουν, θα γίνουν σαν τους άλλους
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών,
των δικών τους παιδιών
Πόσο μ’ αρέσει η αίσθηση του κρύου σίδερου
που πετάγεται από τον ουρανό και γίνεται θάνατος
Ρίξτε απ’ αυτά, έχουμε πολλά απ’ αυτά,
κοιτά πόσο όμορφα πετάνε στον ουρανό
Ρίξτε κι άλλα
Έχει τόσο ωραία γεύση το αίμα τους,
αυτή την αλκαλική γεύση του σίδερου
Θέλω να κάνουμε ποτάμια από αίμα,
από το δικό τους αίμα και να κολυμπάμε
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών τους παιδιών
Είναι άλλο από το κλάμα των δικών μας παιδιών
Ας χαθούν όλα σε μια νύχτα
Ας σκάσουν για πάντα
Θέλω να βλέπω πτώματα και αίμα παντού
Ένα χέρι εδώ ένα πόδι εκεί
Πορτοκαλί σωσίβια με ψόφια κουφάρια
που τα τρώνε τα ψάρια
Κοίτα πόσο καλή δουλειά κάνει τούτο το κρύο σίδερο.

Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
των δικών μου παιδιών.
Σπαράζει η καρδιά μου όταν κλαίνε
Θέλω να τα δω να μεγαλώνουν
Θέλω να πεθάνω πρώτος
Να φοράνε ζεστά ρούχα το χειμώνα
Θέλω να φοράνε καλά παπούτσια για τα πόδια τους

Θέλω να μπορώ να τα ταΐσω
Να τους ξεκοκαλίζω το ψάρι
μην τα τρυπήσει κανένα κόκαλο και πονέσουν
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών μου παιδιών
Θέλω να τρέχουν ανέμελα στις παραλίες,
Να φοράνε πάντα αντιηλιακό και να κάθονται στη σκιά
να παίζουν στην άμμο και να χτίζουν πύργους
Θέλω να τα δω ευτυχισμένα, δίχως έγνοιες να χαμογελάνε.
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών μου παιδιών.

*Από τη συλλογή “Απώλειες για έναν χαμένο παράδεισο”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2025. Το ποίημα προηγουμένως δημοσιεύτηκε εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2026/05/01/το-κλάμα-των-παιδιών-δημήτρης-κωνσταν/

Μαρία Κασσιανή -Πανούτσου, Ο λύκος που δεν ήταν λύκος και η κοκκινοσκουφίτσα που δεν ήταν Κοκκινοσκουφίτσα

Στο δάσος, στο δάσος.
Τον δικό της λύκο αναζητά,
με πρόσχημα,
την τρυφερή γιαγιά
η Κοκκινοσκουφίτσα.
Πιο πέρα,
στην ακροθαλασσιά,
ένα ζευγάρι —
το τελευταίο του αιώνα —
βρέχει το πρόσωπό του.
Η φύση,
μάρτυρας αθέλητος
τους ευλογεί-
και εξιστορεί στιγμές
Μυσταγωγικές.
Κρυμμένη
στα ψηλά βουνά,
στο δάσος,
η Κοκκινοσκουφίτσα
τόσο μικρή, μα τόσο,
αδειάζει το πανέρι της
απ’ τα καλούδια.
Με πέτρες το γεμίζει
μητ΄ άνεμος,
μήτε πουλιά, την κλέψουν.
Και σαν αργοφαίνεται
το σπίτι της γιαγιάς,
η Κοκκινοσκουφίτσα,
χαμογελά παράξενα.
Κι’ ο κυκλικός χορός αρχίζει
των νυμφών.
Μαζί κι΄ ο στίχος,
«Δέξου με ως σύψυχη ανάταση…»
που ευήκοος φτάνει-
πέρα από τα πυκνά φυλλώματα.



Ο εχθρός έξω και ο εχθρός μέσα: Το αντίδοτο της Audre Lorde στην απόγνωση

MARIA POPOVA*

«Δεν υπάρχει αγάπη για τη ζωή χωρίς απόγνωση για τη ζωή», έγραψε ο Αλμπέρ Καμύ ανάμεσα σε δύο παγκόσμιους πολέμους. Υπάρχουν πολλά είδη απόγνωσης: η ιδιωτική απόγνωση της ασθένειας και της ερωτικής οδύνης, η δημόσια απόγνωση που ονομάζουμε πολιτική, η υπαρξιακή απόγνωση του να φέρουμε μέσα μας τη θνητότητά μας και την απόλυτη ασήμαντότητά μας μπροστά στη ζωή του σύμπαντος (σ.τ.μ.: cosmos στο αγγλικό κείμενο).
Το φθινόπωρο του 1978, η Audre Lorde (18 Φεβρουαρίου 1934-17 Νοεμβρίου 1992) βρέθηκε αντιμέτωπη με πολλά από αυτά τα είδη ταυτόχρονα, καθώς μια ζοφερή διάγνωση πρώτα διέκοψε και ύστερα ενίσχυσε το έργο της ως μίας από τις πιο προσωπικές αλλά και πολιτικά καθοριστικές φωνές του περασμένου αιώνα. «Η πιο σύντομη διατύπωση της φιλοσοφίας μου είναι η ίδια η ζωή μου, ή η λέξη “Εγώ”», είχε γράψει στην ακμή της ζωής της, στην άνθηση της υγείας της. Τώρα, ήρθε η στιγμή να ακονίσει τη φιλοσοφία της πάνω στην κοφτερή άκρη της θνητότητάς της.
«Έρχεται η άνοιξη, κι όμως συνεχίζω να νιώθω την απόγνωση σαν ένα χλωμό σύννεφο που περιμένει να με καταπιεί», γράφει στην αρχή αυτού που αργότερα έγινε «Τα Ημερολόγια του Καρκίνου». Είναι η προσπάθεια της Lorde, εκθαμβωτικά επιτυχημένη, «να δώσει μορφή με ειλικρίνεια και ακρίβεια στον πόνο, την πίστη, τον μόχθο και την αγάπη, που αυτή η περίοδος της ζωής μου μετέφρασε σε δύναμη». Όπως κάθε μετάφραση, όμως, ήταν ένα απαιτητικό έργο, ένα δημιουργικό έργο, ένα έργο που απαιτούσε να μάθει μια νέα γλώσσα ύπαρξης αρκετά καλά ώστε να μπορέσει μέσα από αυτή να διοχετεύσει την ποίηση του να είσαι ζωντανός.
Όλα αρχίζουν με τον τραυλισμό της ακατανοησία που ακολουθεί κάθε υπαρξιακό σοκ: Βρίσκει τον εαυτό της «να μην αισθάνεται ιδιαίτερα αισιόδοξη αυτές τις μέρες, ούτε για την ταυτότητα ούτε για οτιδήποτε άλλο». Όμως σύντομα ανακαλύπτει ότι ο μόνος δρόμος έξω από αυτή τη «λιωμένη απόγνωση» (σ.τ.μ.: molten despair στο αγγλικό κείμενο) περνά μέσα από αυτήν.
Σε αρμονία με τη δύσκολα κερδισμένη επιμονή της ποιήτριας May Sarton ότι «μερικές φορές πρέπει κανείς απλώς να αντέξει μια περίοδο κατάθλιψης για όσα μπορεί να αποκαλύψει, αν καταφέρει να τη διασχίσει, προσεκτικά σε ό,τι εκθέτει ή απαιτεί», η Lorde καταλαβαίνει πως ακριβώς επιτρέποντας στην απόγνωση να υπάρξει, μπορεί να φτάσει πέρα από αυτήν:
«Αν μπορώ να κοιτάξω κατάματα τη ζωή και τον θάνατό μου χωρίς να λυγίσω, τότε ξέρω ότι δεν θα μπορέσουν ποτέ ξανά να μου κάνουν τίποτα. Πρέπει να αρκεστώ στο να βλέπω πόσο λίγα μπορώ πραγματικά να κάνω και παρ’ όλα αυτά να τα κάνω με ανοιχτή καρδιά… Πρέπει να αφήσω αυτόν τον πόνο να περάσει μέσα από μένα και να συνεχίσει τον δρόμο του. Αν του αντισταθώ ή προσπαθήσω να τον σταματήσω, θα εκραγεί μέσα μου, θα με διαλύσει, θα σκορπίσει τα κομμάτια μου πάνω σε κάθε τοίχο και κάθε άνθρωπο που αγγίζω».
Στην πορεία, απορροφημένη από τη γραφή ενώ προσπαθεί να μείνει ζωντανή, τρέμει μπροστά στο ερώτημα που στοιχειώνει κάθε καλλιτέχνη: «Για ποιον λόγο υπάρχει όλο αυτό το έργο;» Μα έπειτα, ολοκληρώνοντας ένα μυθιστόρημα, κοιτά πίσω και βλέπει ότι υπήρξε σωσίβιο. Σε αυτό που ίσως είναι το πιο σύντομο και ακριβές μανιφέστο για όσους επεξεργάζονται τις αγάπες και τις απώλειές τους μέσω της γραφής -ή μέσω οποιουδήποτε πράγματος οι άνθρωποι θεωρούν “δουλειά” μας- γράφει:
«Δεν χρειάζεται να νικήσω για να ξέρω ότι τα όνειρά μου είναι έγκυρα, χρειάζεται μόνο να πιστεύω σε μια διαδικασία της οποίας αποτελώ μέρος. Η δουλειά μου με κράτησε ζωντανή τον περασμένο χρόνο, η δουλειά μου και η αγάπη των γυναικών. Είναι αδιαχώριστες μεταξύ τους. Στην αναγνώριση της ύπαρξης της αγάπης βρίσκεται η απάντηση στην απόγνωση. Η δουλειά είναι αυτή η αναγνώριση που αποκτά φωνή και όνομα».
Μετρώντας την προσωπική της οδύνη απέναντι «στο τεράστιο μέγεθος του έργου μας, να αλλάξουμε την πορεία του κόσμου» και κατανοώντας ότι η απόγνωση «σημαίνει καταστροφή», επιτρέπει στην απόγνωσή της να υπάρξει -δηλαδή τη νιώθει- κι έπειτα την αρνείται – δηλαδή αρνείται να δράσει μέσα από αυτήν, να ζήσει σύμφωνα με αυτήν:
«Πώς πολεμώ την απόγνωση που γεννιέται από τον φόβο, τον θυμό και την αδυναμία, που είναι ο μεγαλύτερος εσωτερικός μου εχθρός; Έχω ανακαλύψει ότι το να μάχεσαι την απόγνωση δεν σημαίνει να κλείνεις τα μάτια μπροστά στο τεράστιο μέγεθος των καθηκόντων που απαιτεί η αλλαγή ούτε να αγνοείς τη δύναμη και τη βαρβαρότητα των δυνάμεων που έχουν στοιχιστεί εναντίον μας. Σημαίνει να διδάσκεις, να επιβιώνεις και να αγωνίζεσαι με τον σημαντικότερο πόρο που διαθέτεις: τον ίδιο σου τον εαυτό, και να βρίσκεις χαρά μέσα σε αυτόν τον αγώνα. Σημαίνει, για μένα, να αναγνωρίζω τον εχθρό έξω και τον εχθρό μέσα, και να γνωρίζω ότι το έργο μου είναι μέρος μιας συνέχειας του έργου των γυναικών, της επανάκτησης αυτής της γης και της δύναμής μας, και να γνωρίζω ότι αυτό το έργο δεν άρχισε με τη γέννησή μου ούτε θα τελειώσει με τον θάνατό μου. Και σημαίνει να ξέρω ότι μέσα σε αυτή τη συνέχεια, η ζωή μου, η αγάπη μου και το έργο μου έχουν μια ιδιαίτερη δύναμη και σημασία… Σημαίνει να ψαρεύεις πέστροφες στον ποταμό Μισισκουάι την αυγή και να γεύεσαι την πράσινη σιωπή, γνωρίζοντας ότι κι αυτή η ομορφιά είναι για πάντα δική μου».

*Το αγγλικό κείμενο δημοσιεύεται εδώ: https://www.themarginalian.org/2026/05/12/audre-lorde-despair/?mc_cid=a131c5bf24&mc_eid=f988fc8190 Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ana Paula de Oliveira, Το μαύρο σώμα μου και άλλα ποιήματα

Το μαύρο σώμα μου πουλήθηκε
Με κάνανε μουλάτα
Τρόπαιο σεξουαλικό της πατρίδας που έγινε δική μου
Μεγάλος πισινός
Πόδια γερά
Στητό κορμί
Στο χρώμα της αμαρτίας…
Είμαι γυναίκα για να ικανοποιώ
τον άντρα τον λευκό
να ξανάρθει στη Βραζιλία
Να ερωτευτώ; Να παντρευτώ; Λένε ότι δεν είναι για μένα
Λένε πως το χρώμα του δέρματός μου επιτάσσει
πώς ο ΄άντρας πρέπει να μου φερθεί…
Να σπουδάσω; Γυναίκα μαύρη:
Όχι!
Πρέπει να αναθρέψω μόνη το παιδί
ήδη απ’ τη μήτρα παρατημένο!
Όχι!
Άλλο πια δεν θ ανεχτούμε!
Γυναίκα μαύρη, ξεσηκώσου!
Μπορούμε να γίνουμε ό,τι θέλουμε
Είμαστε οι κόρες της Αφρικής
Κόρες της Dandara!

*

Jairo Pinto, Άλλες θάλασσες

Δεν φτάσαμε εδώ απ’ τον Ειρηνικό
Το αίμα μας δεν πλύθηκε απ’ τα νερά του
Οι πληγές μας δεν γιατρεύτηκαν απ’ τ’ αλάτι του
Ο ωκεανός του πόνου μας δεν είναι ειρηνικός

*

Fabricia de Jesus, Έγινα παλίρροια

Κοιτάξω τη ζωή και βλέπω την παλίρροια.
Μυστικά,
Ερχομοί κι αποχωρισμοί
Θόρυβος πλοίου που μπατάρει.
Να τη νιώσω προσπαθώ
Καθώς πιάνεται απ΄την πίστη.
Εκεί που μοιάζει ήμερη
Εκεί μ’ αρπάζει και μ’ αφήνει.
Αλήθειες ξεχασμένες
Η μοίρα μου ένα κενό
Πότε θα γίνω καπετάνιοσ;
Το λιμάνι μου παραμένει μακρινό,
Έτσι τη ζωή κατανοώ
Ωραία κι απροσδιόριστη
Καθώς έγινα παλίρροια.

*
Flora Regina – Sandro Sussuarana, Μάτια Λιβιδικά

Το κρεβάτι μάς συκοφαντεί
Αντηχεί στη λάσπη
Τη λίμπιντο τοκίζει
Τρελαίνει και καρατομεί
Καυχιέται μπλεγμένο μες σε ογκώδη σκέλια
Ενδίδει σε εχθρικές απολαύσεις
Η παρθένα Μινέρβα
Ζεστό ιδρώτα προκαλεί
Εμείς ρυάκια γυμνά σε χαραγμένη ρότα
Το στόμα σου σπείρει έμφυτους οργασμούς
Πηγές που αλυχτούν από αμαρτίες χλωμές
Τα μάτια μου πεινασμένα καταβροχθίζουν το σώμα σου
Η λαχτάρα που σου έχω
με μπάζει στο παιχνίδι
Από πάνω
Από μέσα
Από κάθε στιγμή
Ατέλειωτων ανακαλύψεων
Κάτι νέο, ένα όλον
Χωρίς χρόνο ή βαβούρα
Μόνο ρυθμό και οσμή
Περιπλάνηση των δαχτύλων
Το σώμα χαλαρωμένο
Ιδρώτας κι ανάσα κοφτή
Το κρεβάτι είμαστε εμείς
Σ’ έναν οργασμό ατελείωτο

*

Andreia Cairo, Εδώ βρίσκεται…

Μια γυναίκα μαύρη, που έζησε χωρίς να είναι ολόκληρη
Σκεπτόμενη ότι τίποτα δεν μπορούσε
Μιας και της το έμαθε η μεγάλη πλειοψηφία ότι δεν μπορούσε…
Δεν μπορούσε να φοράει κραγιόν κόκκινο
Δεν μπορούσε να φοράει ρούχα πολύχρωμα, μένουν κακοτυχία
Δεν μπορούσε να βάφει τα μαλλιά της, ιδίως κόκκινα, θα ήταν μια αηδία
Καμία αηδία!
Αυτή η κακία έπρεπε απ΄ τη ρίζα να κοπεί, απ’ τους γονείς της νεαρής
Που ο χρόνος σμίλεψε κι η ζωή έπλασε και σήμερα γνωρίζει ότι όλα τα μπορεί
και ο υπόλοιπος κόσμος να πάει να εκραγεί
εδώ βρίσκεται αυτή η γυναίκα η κοινή

*

Breno Silva, Φαβέλα

Είναι οι στέγες σηκωμένες στο ανακάτεμα
του τσιμέντου με τον ιδρώτα
όλες μαζί σε σύνολο
στην ίδια αναλογία
σφιχτοδεμένες και περίπλοκες
στενά, περάσματα, ανηφοριές και σκάλες
αδιαχώριστα!
πάντα με την ίδια ουσία και παρουσία,
όλες στον ίδιο αγώνα, στο ίδιο σκηνικό
σε αφθονία τα λουλούδια της γειτονιάς
η γυμνή οροφή και ο σοβάς
για κάποιους αρχιτεκτονική
για άλλους μπελάς
όπου και να κοιτάξεις θα δεις ένα κομμάτι της
ένας κράχτης, ένας πλανόδιος πωλητής
μες στο λεωφορείο ή στο φανάρι

η φαβέλα είναι αναπόφευκτη

*

Jordan Vilas Boas, Πράξη!

Άσε με να σε διαβάσω
Από πάνω μέχρι κάτω
Να σε διαβάσω σε Μπράιγ
Σε γλώσσες
Τη μια πιο υγρή απ’ την άλλη
Καθώς η ηχώ πλανάται
Κι έρχεται η κορύφωση

*

Monique Viana, Σωματοποίηση

Συγκέντρωση, προβολές και φως
το σώμα δείχνει
Φωνάζει η ψυχή
Ξεφυσάει
ερμηνεύει
τεντώνει.

Πάλκο για το ρεσιτάλ
Έγινα
Ποίημα απτό
Χαρτόνι και μελάνι
Τελεία και κόμμα
Είμαι ρήμα
Άκλιτο

Αντανακλώ!
Όχι μόνο το φως
Υπάρχω και νιώθω.
Στους λίγους που διαβάζουν:
Είναι φλόγα
Αναφήγητη
Ποίημα γραμμένο
Σε (ανά)μετάφραση.

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Βόρεια Βορειανατολικά”. Επιλογή, επιμέλεια, μετάφραση: Δήμητρα Γλεντή.

Philip Levine, Ask for Nothing / Μη Ζητάς Τίποτα

Instead walk alone in the evening
heading out of town toward the fields
asleep under a darkening sky;
the dust risen from your steps transforms
itself into a golden rain fallen
earthward as a gift from no known god.
The plane trees along the canal bank,
the few valley poplars, hold their breath
as you cross the wooden bridge that leads
nowhere you haven’t been, for this walk
repeats itself once or more a day.
That is why in the distance you see
beyond the first ridge of low hills
where nothing ever grows, men and women
astride mules, on horseback, some even
on foot, all the lost family you
never prayed to see, praying to see you,
chanting and singing to bring the moon
down into the last of the sunlight.
Behind you the windows of the town
blink on and off, the houses close down;
ahead the voices fade like music
ever deep water, and then are gone;
even the sudden, tumbling finches
have fled into smoke, and the one road
whitened in moonlight leads everywhere.

Μη Ζητάς Τίποτα

Αντί γι’ αυτό περπάτα μόνος το βράδυ
βγαίνοντας έξω από την πόλη προς τα χωράφια
που κοιμούνται κάτω από έναν ουρανό που σκοτεινιάζει·
η σκόνη που σηκώνεται από τα βήματά σου μεταμορφώνεται
σε χρυσή βροχή που πέφτει
στη γη σαν δώρο από κάποιον άγνωστο θεό.
Τα πλατάνια κατά μήκος της όχθης του καναλιού,
οι λίγες λεύκες της κοιλάδας, κρατούν την ανάσα τους
καθώς διασχίζεις την ξύλινη γέφυρα που οδηγεί
πουθενά όπου δεν έχεις ήδη βρεθεί, γιατί αυτός ο περίπατος
επαναλαμβάνεται μία ή περισσότερες φορές τη μέρα.
Γι’ αυτό και στο βάθος βλέπεις
πέρα από την πρώτη ράχη των χαμηλών λόφων
όπου τίποτα δεν φυτρώνει ποτέ, άντρες και γυναίκες
καβάλα σε μουλάρια, πάνω σε άλογα, μερικοί ακόμη
και πεζοί, όλη τη χαμένη οικογένεια
που ποτέ δεν προσευχήθηκες να δεις, να προσεύχεται να σε δει,
ψάλλοντας και τραγουδώντας για να κατεβάσει το φεγγάρι
μέσα στο τελευταίο φως του ήλιου.
Πίσω σου τα παράθυρα της πόλης
αναβοσβήνουν, τα σπίτια κλείνονται·
μπροστά οι φωνές σβήνουν σαν μουσική
πάνω από βαθιά νερά, κι ύστερα χάνονται·
ακόμη και οι ξαφνικές, στροβιλιζόμενες σπίνοι
έχουν χαθεί μέσα στον καπνό, και ο μοναδικός δρόμος
λευκασμένος από το φως του φεγγαριού οδηγεί παντού.

*Από τη συλλογή “The simple truth” (1994). Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Krastyo Hadzhiivanov, This is how freedom should be / Έτσι πρέπει να είναι η ελευθερία 

The years are passing by, not easily.
in our tomb – eternity
and people on their paths
at different speeds they rush towards death.
They lived in darkness, never saw daylight,
they are always the children of slaves
and in the nights, longing for the sun,
They dream of true freedom.
She rises, the only one and holy,
You bow before her, you don’t crawl,
she drank love from the heavens –
without slavery, without executioners and tears.
One and only for all creatures
to be the real mother,
for everyone like spring to do,
for all the flowers to bloom.

Έτσι πρέπει να είναι η ελευθερία

Τα χρόνια περνούν, όχι εύκολα.
μέσα στον τάφο μας – η αιωνιότητα
κι οι άνθρωποι στους δρόμους τους
με διαφορετικές ταχύτητες ορμούν προς τον θάνατο.
Έζησαν στο σκοτάδι, ποτέ δεν είδαν το φως της μέρας,
είναι για πάντα παιδιά σκλάβων
και μέσα στις νύχτες, λαχταρώντας τον ήλιο,
ονειρεύονται την αληθινή ελευθερία.
Ανατέλλει εκείνη, η μία και αγία,
μπροστά της σκύβεις, δεν σέρνεσαι,
ήπιε αγάπη από τους ουρανούς –
χωρίς σκλαβιά, χωρίς δήμιους και δάκρυα.
Μία και μοναδική για όλα τα πλάσματα,
να είναι η αληθινή μητέρα,
για όλους σαν την άνοιξη να έρχεται,
για να ανθίζουν όλα τα λουλούδια.

*Ο Krastyo Hadzhiivanov ήταν Βούλγαρος ποιητής που συνδέονταν με το αναρχικό κίνημα. Γεννήθηκε το 1929 και πέθανε το 1952 υπό το κομμουνιστικό καθεστώς της Βουλγαρίας. Σύμφωνα με μαρτυρίες, διώχθηκε από τον κρατικό μηχανισμό ασφαλείας και σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να διαφύγει διασχίζοντας τα βουλγαροελληνικά σύνορα. Επειδή η τεκμηρίωση από εκείνη την περίοδο παραμένει ελλιπής, οι περιγραφές του θανάτου του διαφέρουν: ορισμένοι τον περιγράφουν ως άμεση δολοφονία από τις σταλινικές υπηρεσίες ασφαλείας, ενώ άλλοι αναφέρουν ότι πυροβολήθηκε από συνοριοφύλακες κατά τη διάρκεια απόπειρας διαφυγής. Αυτό που είναι ευρέως αποδεκτό, ωστόσο, είναι ότι έπεσε θύμα πολιτικής καταστολής κατά τη διάρκεια της σταλινικής εποχής στη Βουλγαρία.

Χρήστος Νεδελκόπουλος, Ένα ποίημα για την Μαντλίν -που ταξίδεψε την 1η Ιουνίου 2025 από τη Σικελία για τη Γάζα- με μόλις 12 επιβαίνοντες

Μαντλίν είσαι όχλος και ψηφίδα
Αρχαιολογία στημένη σε θεμέλια προϊστορικού χρόνου
Κι άγουρη νεοτερικότητα· σχεδόν έφηβη γυναίκα 
Ξέρεις αριθμητική 
Είσαι 12
Ξέρεις από τερτίπια κι από ώρες μάχης
Κομάντος ανεβάζεις – κατεβάζεις –
που ξέρουν από συντεταγμένες
από σύνορα που δεν φαίνονται σε κανέναν χάρτη·
που σε εξαφανίζουν με όπλα αόρατα
με ψόφιο κρέας και με αέριο χημικού ψαλτηριού 
Ήσουν 12 
Και μιλούσες λίγο
Σαν μωρό που ψελίζει συλλαβές
Είσαι περισσότερα απ’ όσα είπες
Γράφουν πολλοί ποιήματα με τις συλλαβές σου τώρα 
Δεν ξέρανε την αριθμητική σου
Διδάσκεις όμως ακόμα και χωρίς τους αριθμούς και με χωρίς τις λέξεις 
Είσαι αρχαιολογικό προϊόν ακατονόμαστο κι ακατάσχετο 
Μαθαίνεις σιγά σιγά ανάγνωση με ιερογλυφικά συλλαβοτεμάχια
και με κρυπτοκώδικες αριθμητικής νομοθεσίας 
Δείχνεις με το δάχτυλο 
Και λες τα πράγματα με συλλαβές γλώσσας αμίλητης
Βάζεις το νι και το σίγμα, το άλφα και το ωμέγα
Δίνεις στα πράγματα ονόματα
Μαρτυράς ποιοι είναι οι τρομοκράτες
Ποιοι πίνουν κάτουρο εξολοθρευτών 
Κυβερνήσεις, ξωτικά και ελεύθερα ομιλούντες 
Δείχνεις εύκολα με το δάχτυλο συλλαβίζοντας

Τα λες καθαρά χωρίς διπλωματικές πιρουέτες 
Εσύ με κρυπτοκώδικες μιλάς και σε σύστημα ακρυπτογράφητων συλλαβών 
Μα σε καταλαβαίνουν 
Κι αυτοί κι εκείνοι και οι μέσα κι οι έξω κι εμείς και οι άλλοι 
Ξαναορίζεις την ιστορία 
Τις επιστήμες, τον πολιτισμό
Μαθαίνεις σε ιστορικούς πώς μπαίνουνε οι λέξεις
Πώς ξεθάβονται τα τεκμήρια·
Γενοκτονία, εθνοκάθαρση, μισανθρωπισμός
Μαθαίνεις τις διαφορές με κρυπτοκώδικες που καταλαβαίνουν όλοι 
Κι οι ιστορικοί της πλάκας κι οι διπλωμάτες της ισχύος 
Η γλώσσα σου είναι απλή κι οι αριθμοί σου λίγοι 
Μ’ αυτά ξαναφτιάχνεις λέξεις που φτάνουν εδώ ως τεκμήρια 
Που δραπέτευσαν από καμένες βιβλιοθήκες της αρχαιότητας 
Από συντεταγμένες που ξέρουνε μόνο κομάντος
που σε ταΐζουν ψόφιο κρέας και χημικό ψαλτήρι 
Άκου Μαντλίν 
Έρχεσαι από μακρυά 
από τον Β παγκόσμιο πόλεμο
Από την εποχή του χαλκού 
Από βυζαντινές ανταρσίες 
Από ιερές εξετάσεις 
Δεν ξέρουμε πού πας
Μαθαίνεις όμως σε αδαείς επιστήμονες με πτυχίο 
Μαθαίνεις ξένες άγνωστες λέξεις
και κρυφούς κώδικες
και άγραφες υποσχέσεις 
Διδάσκεις δείχνοντας με το ένα δάχτυλο που έχεις 
Ένα ένα τα λέπια γύρω μας τα ξετρυπώνεις 
Ένα ένα τα φέρνεις μπρος στις συλλαβές σου 
Ένα ένα να πάρουν θέση 
Για μια αφήγηση 
Για ένα νόμιμο gps 
Για μια πλευρά· 
αυτή τη σωστή της ιστορίας 
Όλοι με την ειρήνη λες
Όλοι με τη Δημοκρατία 
Όλοι κάποτε κατά του Χίτλερ 
Όλοι τώρα με την μεγάλη Δυτική κυβέρνηση
Την παγκόσμια κυβέρνηση-εταιρία 
Όλοι κάποτε κατά του Ομήρου 
Και των σκληρών πολεμιστών του 
Όλοι τώρα με την ποίηση της διπλωματίας 
Όλοι με το δίκιο και το έννομο παντού πάντα και πάντοτε 
Με τα εισαγωγικά σου μας μαθαίνεις πάλι τα νοήματα―
μάθε μας κι άλλα Μαντλίν 
Όλοι με αυτούς που υπέφεραν
και δεν γίνονταν να γραφτεί ξανά ποίηση μετά το Άουσβιτς
Μαντλίν είσαι το Άουσβιτς 
Το Άουσβιτς από μέσα 
Μας δείχνεις με το δάχτυλο έναν έναν
Όλους τους ξετρυπώνεις με λέξεις – συλλαβές 
Με αριθμούς – σύμβολα 
Μας δείχνεις τον ιστορικό χρόνο 
Την ψυχολογία των μαζών 
Τον πανικό της λάθος πλευράς της ιστορίας 
Το λες και το δείχνεις γυρνώντας μας 100 χρόνια πίσω 
Μας φέρνεις στις μέρες πριν τον πόλεμο
Να τοι! λες… αυτοί θα ήταν με τον Χίτλερ 
Αλλά ζουν τώρα, μέσα σ’ αυτόν, μετά από αυτόν 
Τυχερούληδες! Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται… 
κι η πραγματικότητα πλέον φτιάχνεται με λέξεις 
Εσύ πας ανάποδα…
Αυτοί με την πάρτη τους 
Αυτοί με την μπίζνα
Αυτοί που είναι παντού πάντα και πάντοτε οι ίδιοι 
Εσύ πας να φτιάξεις με συλλαβές ξανά τη γλώσσα 
Μαντλίν! 
κι ας μην ξέρεις πού πας… 
Άσε τρόφιμα, φάρμακα κι ό,τι έχεις 
Κι αυτοκτόνα
Μην χρονοτριβείς
Χωρίς φόβο, χωρίς ενοχή 
Έτσι κι αλλιώς στην έχουνε στημένη 
Σε παγίδες συντεταγμένων 

Με διπλωματικούς αντιπροσώπους 
Με ειδήσεις σε στούντιο 
Στις ειδήσεις των 7 που τις μαθαίνεις με το ChatGPT μέσα απ’ τις καταπακτές σου
Αυτοκτόνα μέσα σε μουσουλμανικά τζαμιά 
Σε εκκλησίες – ερείπια 
Σε αρχαιολογικούς τάφους 
Μαζί με Αρμένιους, Πόντιους κι Εβραίους 
Αναστήσου
Σκότωσε 
Ζήσε λιγο
Και γ@μ#σε ατόφια 
Αληθινά 
Και μετά οριστικά φύγε
Σαν αρχαιολογία τους μέλλοντος 
ή σαν νεοτερικότητα του παρελθόντος 
Άσε το φαγητό στον άνεμο, στα σκυλιά και στις μολυσμένες θάλασσες και
ξανασύστησε τον άνθρωπο με τις καινούριες συλλαβές σου
Ξαναστύστησε το δίκαιο 
Ξανασύστησε τον εαυτό μας 
Άσε λίγο φαγητό και φύγε 
Θα επιστρέψουμε κάποτε  
Θα μας περιμένουν πάλι κάποιες γραμμικές Β’
Και δεν θα υπάρχουν πια ειδήσεις 
Αυτοκτόνα σαν σκοτάδι χωρίς σημειώματα κι ερμηνείες
Είναι ακόμα νύχτα έξω 
Αυτοκτόνα σαν λήθη μέσα στη μνήμη του παρόντος 
Είναι ακόμα μέρα Μαντλίν
Μην ξεχάσεις να δεις προσεκτικά τα βίντεο ρουφιάνων καταδοτών 
Θα σ’ εξαναγκάσουν 
Δείξε τότε κι εσύ το χημικό ψαλτήρι σου
Με τα οστά των ζωντανών νεκρών μας σήκωσε το δάχτυλο κι απάντησε
κι ας σε φυσήξουν σαν χάρτινο σπιτάκι 
Δείξε με το ένα σου δάχτυλο εσύ τους καταδότες
Αυτούς που φτιάχνουν από μέσα σου τις σργγ_ς για το μέλλον 
Είναι παλιά η αφήγηση

Πάντα οι γνωστοί ρουφιάνοι θα σου μαθαίνουν την ιστορία
παλιά με βιβλία κρατικών ιστορικών – τώρα με κρατικά βιντεάκια 
Αλλά εσύ βγήκες από την προϊστορία κατευθείαν στην νεοτερικότητα που λήγει 
Έχεις δικές σου λέξεις και δικά σου σήματα 
Μαντλίν δες το βίντεο και μοιράσου το μαζί μας
Είμαστε οι ιθαγενείς της κόλασης
που μοιάζει με γη της Επαγγελίας
Θα επιστρέψουμε
σαν αρχαιολογία του μέλλοντος 
Ίσως ανταμωθούμε σε κάποιο κενό ιστορικού χρόνου
Παίρνοντας πάλι τον Β’ και τον Γ’ παγκόσμιο στην πλάτη μας
Να ξανασώσουμε Εβραίους,
ιθαγενείς στην Καππαδοκία,
Ινδιάνους μετανάστες στη γη τους 
Μαντλίν αυτοκτόνα αν κουράστηκες 
Τα κουρέλια τραγουδάνε και πεθαμένα
Τα ζώα πνίγονται στην αταξία χημικών λιμών
Και τα δωδεκάχρονα νήπια  
τα βλέπουμε συλλαβιστά μπροστά μας 
είναι πάλι έτοιμα να βάλουν τους κανόνες
Και να αρχίσουν το παιχνίδι
Εκείνο που τους είπαμε πως τέλειωσε
μα δεν τέλειωσε ακόμα
Τα παιδιά ξέρουν
Δεν τέλειωσε
Ο ήλιος τέλειωσε Μαντλίν 
Φύγε!
Η ανθρωπότητα ξαγρυπνά
Περιμένοντας να ξημερώσει

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/2026/05/21/χρήστος-νεδελκόπουλος/

Άρης Αλεξάνδρου: Το βαρύ τίμημα του περάσματος από την συντροφικότητα της ομάδας στην αποτρόπαιη ερημιά της προσωπικής-ατομικής μοναξιάς

Γιώργος Μαρκόπουλος*

Εκείνο που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μένει σε μας, κλείνοντας τον τόμο Ποιήματα (1941-1971), που στεγάζει τις τρεις συλλογές (Ακόμα τούτη η άνοιξη, 1946, Άγονος γραμμή, 1952 και Ευθύτης οδών, 1959), που έγραψε ο Άρης Αλεξάνδρου, είναι αυτό το κακό συναίσθημα που μας αφήνει η επίδραση που είχε πάνω του η προσπάθεια στην εξορία, της ψυχικής και ηθικής του εξόντωσης, από εχθρούς μαζί και από «φίλους». Μια προσπάθεια, η οποία, περισσότερο και από την κρίση που πρέπει να δημιούργησαν σ’ αυτόν οι όποιες «ρωγμές» στον ιδεολογικό χώρο της επανάστασης, άφησε στην ποίησή του ανεξίτηλα τα σημάδια της πιο σκληρής απανθρωπιάς, της πιο διαβρωτικής απομόνωσης, του πιο ελεεινού εσωτερικού βασανισμού και της πιο ψυχοφθόρας ερήμωσης.

Αλλά ας προσεγγίσουμε και τις τρεις αυτές συλλογές, καθεμιά χωριστά. Στην πρώτη, ο Αλεξάνδρου, επηρεασμένος οπωσδήποτε από το δημοτικό τραγούδι αλλά και από την, ανανεωτικών τάσεων, ποίηση της εποχής, ιδιαίτερα από την πληθωρική όσο και έγχρωμη εικονοποιία του Γιάννη Ρίτσου, το έργο του οποίου δείχνει να είχε αφομοιώσει αρκούντως, μας παραδίδει ποιήματα που τα χαρακτηρίζει άλλοτε ένας περίεργος ρομαντισμός και άλλοτε μια ιδιόρρυθμη νοσταλγία, ενώ το επαναστατικό όραμα παραμένει ακέραιο, αράγιστο, και ο ποιητής μέσα σε αυτό ανυποψίαστος και ευδαίμων.

Τα πράγματα, όμως, δεν ορίζονται από επιφανειακές συγκυρίες αλλά, σίγουρα, από κάποιες βαθύτερες εσωτερικές διεργασίες, οι οποίες αργά και σταθερά, στο τέλος, επεμβαίνουν. Έτσι, αυτή η χυμώδης μακαριότητα της πρώτης συλλογής, έμελλε να διαταραχθεί και να πάρει τραγικές διαστάσεις στην αμέσως επόμενη• οπότε ο Αλεξάνδρου τώρα πια, χωρίς βεβαίως να εγκαταλείψει τελείως τις προηγούμενες επιλογές του, έστω και σαν απόηχους σε κάποιες στροφές, όσον αφορά την ποιητική του φόρμα, επιδίδεται περισσότερο στην καταγραφή (και όχι «περιγραφή») των εσωτερικών εκείνων συνισταμένων που ορίζουν τη συμπεριφορά ενός περίπλοκου και πολύπλοκου πλήθους (κρατούντων και κρατουμένων), το οποίο διαβιεί στο στρατόπεδο. Η γραφή του (αυτή που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των ποιημάτων του και ιδιαίτερα αυτών που σηματοδοτούν τη συλλογή), κοφτή, λαχανιασμένη, διαποτίζεται από την αγωνία του απελπισμένου, πανταχόθεν βαλλόμενου αγριμιού, που άλλοτε ο φόβος του εγκλείστου και άλλοτε η βιασύνη του να προλάβει, μια και διαισθάνεται έντονα το επερχόμενο τέλος, να πει αυτά που θέλει, καθίσταται, πράγματι, τραγική.

Το πρώτο πάντως ποίημα (και από τα σημαντικότερα) της συλλογής, μέσα στο οποίο αποκαλύπτονται με τον καλύτερο τρόπο όσα παραπάνω ισχυρίστηκα, είναι αυτό που φέρει τον τίτλο «Ανεπίδοτα γράμματα», στις στροφές του οποίου ο Αλεξάνδρου, προσκολλημένος στο ερωτικό πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, διακινείται, υπερσυναισθηματικοποιείται, μεταφέρει τις εντάσεις του, τις κάθετες πτώσεις του, τον τρόμο του για το ανεξαγόραστο του χρόνου και τις άμεσες διαπιστώσεις του για τις ανθρώπινες αδυναμίες (για πρώτη φορά) ορισμένων μαχητών του κινήματος, που κάτω από τον φόρτο των συνθηκών της εξορίας άφησαν, εμπράκτως μάλιστα, να διαφανούν. Το δραματικό στοιχείο εδώ είναι δοσμένο με έναν τρόπο, οπωσδήποτε, άγρια τραγικό άλλοτε και άλλοτε με μια χαμηλόφωνη, λεπτή ειρωνεία και σαρκασμό.

Έτσι, μέσα σε αυτή τη, με τα διαρκώς συγκρουόμενα στοιχεία της, μόνωση, ο Αλεξάνδρου ανακαλύπτει νέες προσωπικές διόδους. Η λατρευτική του αγάπη απέναντι στην τραγική μορφή, αλλά και απέναντι στην ποίηση του Μαγιακόφσκι, από την οποία θα αρδεύσει, για να αφομοιώσει σε ολόκληρη τη συλλογή του, με εξαιρετική επιτυχία, την πληθωρικότητά της και την ορμή της, προσφέρεται με τον καλύτερο τρόπο για κάτι τέτοιο. Γεγονός που αντικατοπτρίζεται, άλλωστε, στο επίσης σημαντικό ποίημα που φέρει τον τίτλο «Αλεξανδροστρόϊ», όπου ο σαρκασμός, το παράπονο, η πίκρα, η μνήμη, η ελπίδα, τα τραύματα που προκάλεσε η παγίωση της επανάστασης σε καθεστώς και η συνειδητοποίηση της αδυναμίας του χαρακτήρα του να συνυπάρξει με τη μοναδικότητά του μέσα στην «ομάδα» (αφετηρία γεγονότος που τόσο στοίχισε σ’ αυτόν στην όλη πορεία της ζωής του), δημιουργούν, πράγματι, ένα εφιαλτικό πλέγμα:

(…) Μες στην ομάδα είμουν
άχρηστος πάντα
σαν ένα σαν.
Μες στην ομάδα είμουν
ύποπτος πάντα
σαν την αλήθεια.
(…)

Στο ποίημα, πάντως που, περισσότερο από όλα αυτά καταγράφεται η τέλεια ερήμωση και αυτό το (προαναφερθέν) ανεξαγόραστο του χρόνου, γεγονός που, όπως επίσης προαναφέραμε, κατέτρυχε βασανιστικά, μέσα από την αγχώδη γραφή του τον Αλεξάνδρου, είναι αυτό που φέρει τον τίτλο «Επιστροφή».

Η Άγονος γραμμή, θα μπορούσα να πω ότι αποτελούσε για τον Αλεξάνδρου τη δίοδο, από την οποία θα περνούσε, από τον δρόμο των ιδεολογικών αμφιβολιών στη λεωφόρο της ανοιχτής διάστασης, γεγονός που χαρακτήρισε την τρίτη συλλογή του. Γι’ αυτό και το πάθος του, στην προκειμένη περίπτωση, είναι οπωσδήποτε πιο χαλαρό και λιγότερο έντονο. Αυτός πια, κατασταλαγμένος, δεν βάλλει αμυνόμενος με την ορμή του παρελθόντος, αλλά εκ του ασφαλούς, έχοντας βρει το προσωπικό του κρησφύγετο• γεγονός, άλλωστε, που περιορίζει και την ποίησή του, μακριά από τις γνωστές της εξάρσεις, να κινείται εντέλει σε περισσότερο «διανοητικές» δημιουργίες. (Η επίδραση του Καβάφη, που χαρακτηρίζει ολόκληρη τη συλλογή βεβαίως, είναι εμφανής).

Παρόλ’ αυτά, όμως, δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι εγκατέλειψε τις προσφιλείς φόρμες της προηγούμενης συλλογής του, προκειμένου να εκφράσει, για άλλη μια φορά, την τραγικότητά του. Ούτε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι αυτό το κακό συναίσθημα του ανεξαγόραστου του χρόνου τον εγκατέλειψε, απαλύνοντας έτσι την ένταση της εφιαλτικής σφαίρας, μέσα στην οποία κατά το παρελθόν τον εγκλώβιζε. Ούτε, ακόμα, ότι αυτή η φρικτή αίσθηση του «ναυαγίου» και της απόλυτης μοναξιάς, μέσα σε ένα παιχνίδι σχεδόν άκυρο, τον άφησε να αναπαυθεί. Ούτε ότι οι εξάρσεις του, άλλωστε, έλειψαν, αλλά ούτε και οι μεταπτώσεις του και οι ταλαντώσεις.

Ακόμα, μια και είμαστε στην τελευταία και δεν έπεται άλλη συλλογή, οφείλω να αναφέρω ότι στη συντριπτική πλειοψηφία (ιδιαίτερα στη δεύτερη και στην τρίτη), αυτός, διαμαρτυρόμενος, δεν αναφέρεται παρά μόνο στη μητρόπολη της επανάστασης, στη Σοβιετική Ένωση («Κόκκινη Πλατεία» κ.λπ.). Και τα πρόσωπα ακόμα που επιλέγει για να διαλεχθεί μαζί τους ή για να παίξουν κάποιον σημαντικό ρόλο στο δράμα του, από τον ίδιο χώρο επίσης είναι επιλεγμένα.

Από τα ποιήματα, πάντως, της καβαφικής τεχνοτροπίας, εκείνο που πιστεύω ότι θα έπρεπε περισσότερο από κάθε άλλο να σημειώναμε, αν οπωσδήποτε μας το ζητούσαν, είναι το «Φλάβιος Μάρκος εις εαυτόν». Και από εκείνα που θα επιλέγαμε επίσης, αν οπωσδήποτε μας το ζητούσαν, προκειμένου να παρουσιάσουμε συμπυκνωμένα τα κυριότερα συμπεράσματα που συνάγονται από την πορεία τού απελπιστικά μονήρους αυτού ανθρώπου, συνδυάζοντας ταυτοχρόνως και την αισθητική τελείωση, δεν θα ήταν άλλο από το ποίημα που φέρει τον τίτλο «Η αναμμένη λάμπα».

Ο Άρης Αλεξάνδρου, θα ισχυριζόμουν τελειώνοντας, υπήρξε (όπως υποστήριξα και στον τίτλο του παρόντος σημειώματος), ο ποιητής εκείνος που περισσότερο ίσως από όλους τους άλλους της γενιάς του, προκειμένου να υπηρετήσει με αξιοπρέπεια την ελευθεροφροσύνη αλλά και τη μοναδικότητα του ατόμου, στη βασανισμένη του ψυχή, υπέστη τη βαρύτερη τιμωρία: την πλέον αποτρόπαιη απομόνωση• και η ποίησή του, θα τόνιζα πως ήταν μοναδική στο είδος της, αν λίγα χρόνια αργότερα δεν αποκτούσε και τον αντίποδά της, που έμελλε ουσιαστικά για πάντα να την υπονομεύσει: Το μνημειώδες εκείνο μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://aforesmos.blogspot.com/2019/09/blog-post.html

Χάρης Αλεξίου, Iskembe Corbasi – Χαϊκού για γερό στομάχι

Σαν μπεις στο βάθος
αχνίζει το καζάνι·
σε περίμενε.

*

Από τους ατμούς
δάκρυ κυλά στα τζάμια
μες στον χειμώνα.

*

Σαν το τάλαντο
ο μπαλτάς ακούγεται·
πείνας προσευχή.

*

Κόκκινο θέλεις;
Χρώμα δίνει και γεύση,
αν και λιπαρό.

*

Άλλοτε πρωί
τον τρώγαν πριν τη δουλειά·
τώρα μπουγάτσα.

*

Μπούκοβο βάλε
αλλά και σκορδοστούμπι
στον ντουζλαμά σου.

*

Η Εγνατία
ήταν παλιά γεμάτη
πατσατζίδικα.

*

Κλείσανε τώρα·
δεν έμειναν πια πολλά.
Δεν τρων’ οι νέοι.

*

Μια ρετσινούλα
πώς του πάει, σαν να ‘ναι
σάλτσα, του πατσά!

*

Σαν ήπιες, μετά
στομάχι για στομάχι.
Καλό γιατρικό!

*

Βήγκαν δεν είμαι.
Η λαχτάρα του πατσά
δεν με αφήνει.

*

Λίγο σαρδένι
σκούρο με λάχνες, πόση
μου δίνει χαρά!

*

Πέτυχα προχθές
τον Πρόεδρο της Σχολής
για ένα πιάτο.

*

Οσμή του πατσά·
ίχνη μοιχείας κρύβει
από τα ρούχα.

*

Ήρθε μας λένε
από την Ανατολή:
προσφυγιάς παιδί.

*

Ο μέλας ζωμός
που έτρωγαν στην Σπάρτη
θα ‘τανε πατσάς.

*

Δεν ξέρει, λέει,
τι είναι ο ντουζλαμάς.
Είν’ Αθηναίος.

*

Μαζί με ψωμί
σάντουιτς τον φτιάχνουνε
στην Ιταλία.

*

Σκεμπέδες πάνω
στον γάντζο κρεμασμένοι·
μοιάζουν με παλτό.

*

Σχέδια φασόν
στο τραπεζομάντηλο.
Είναι μιας χρήσης.

*

Τρώω και σπίτι,
μα του πατσατζίδικου
άλλη η χάρη.

*

Το καλοκαίρι
νοσταλγώ έναν πατσά·
μα οι φίλοι δεν.

*

Τόπι, μας λέει,
δεν βγάζει ο πατσατζής·
είναι σαβούρα.

*

Για τις κυρίες
έχει και κοτόσουπα
ή γιουβαρλάκια.

*

Δες τον πατσατζή!
Πήγε στον απέναντι
να φάει γύρο.

*

Πίσ’ απ΄ τον πάγκο
θάματα ετοιμάζει
ο τεζιαχτάρης.

*

Μέσα στο πιάτο
φίλοι καθρεφτίζονται
που ανταμώνουν.

*

Παλιοί μαστόροι
στους τοίχους κρεμασμένοι
μας επιβλέπουν.

*

Δεν έχει ώρα
ο πατσάς· κάθε ώρα
είναι για πατσά.

*

Μόνοι στη ζωή·
μόνο στον πατσά βρίσκουν
μια κάποια χαρά.

*

Για κάθε πόνο
ο πατσάς είναι λένε
μέγα γιατρικό.

*Έκδοση Λέσχη Φίλων Εικοστού Αιώνα – Σειρά “Ποίηθη” – 6, Οκτώβρης 2020.

Mort Sûre / Βέβαιος Θάνατος

Vous qui dévorez les ombres et les lumières,

Je me tiens ici, face au souvenir de votre sillage, et je me tends vers vous comme on cherche le feu au milieu de l’hiver. Le regret n’est pas un poids, c’est un poison lent que je cultive avec une précision que vous seul pourriez comprendre.

Je regrette la morsure de vos mots. Je regrette ces lettres qui arrivaient comme des poignards, m’écorchant l’âme pour mieux m’assurer que j’étais en vie. Personne d’autre n’a jamais su me blesser avec une telle grâce, ni m’aimer avec cette fureur bipolaire qui faisait de chaque seconde un incendie.

Vous étiez mon artiste, mon fou, mon soleil noir. Et aujourd’hui, dans le silence de cette vie que j’ai choisie sans vous, votre absence hurle plus fort que toutes vos crises passées. Je vous regarde encore de loin, fascinée par ce désastre que vous portez en vous, et je me demande si l’écorchure n’était pas, au fond, le plus beau des refuges.
Je n’ai jamais su vous guérir, mais je n’ai jamais appris à ne plus avoir besoin de vos plaies


Εσείς που καταβροχθίζετε τις σκιές και τα φώτα,

Στέκομαι εδώ, απέναντι στη μνήμη του περάσματός σας, και απλώνομαι προς εσάς όπως κανείς αναζητά τη φωτιά μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Η μεταμέλεια δεν είναι βάρος· είναι ένα αργό δηλητήριο που καλλιεργώ με μια ακρίβεια που μόνο εσείς θα μπορούσατε να καταλάβετε.

Μετανιώνω για το δάγκωμα των λέξεών σας. Μετανιώνω για εκείνα τα γράμματα που έφταναν σαν στιλέτα, ξεγδέρνοντας την ψυχή μου μόνο και μόνο για να με βεβαιώσουν πως ήμουν ζωντανή. Κανείς άλλος δεν ήξερε ποτέ να με πληγώνει με τέτοια χάρη, ούτε να με αγαπά με εκείνη τη διπολική μανία που έκανε κάθε δευτερόλεπτο μια πυρκαγιά.

Ήσασταν ο καλλιτέχνης μου, ο τρελός μου, ο μαύρος μου ήλιος. Και σήμερα, μέσα στη σιωπή αυτής της ζωής που διάλεξα χωρίς εσάς, η απουσία σας ουρλιάζει πιο δυνατά από όλες τις περασμένες σας κρίσεις. Σας κοιτώ ακόμη από μακριά, μαγεμένη από αυτή την καταστροφή που κουβαλάτε μέσα σας, και αναρωτιέμαι αν τελικά η πληγή δεν ήταν το ομορφότερο από όλα τα καταφύγια.

Δεν κατάφερα ποτέ να σας θεραπεύσω, όμως δεν έμαθα ποτέ και να μη χρειάζομαι πια τις πληγές σας.

*Πηγή: https://tkkimblog.wordpress.com/2026/05/17/mort-sure/