Γιώργος Β. Μακρής, Τρία ποιήματα

ΕΡΑΣΤΕΣ

Περάσανε οι ώρες τους γοργά
και φύγαν οι εραστές θλιμμένοι
με βήματα επίσημα κι αργά
και καμπαρντίνα κουμπωμένη.
Και λυπηθήκαμε τους εραστές
με το μικρό στον τόπο πήγαιν’ έλα τους
να νείρονται αγκαλιές ζεστές
σκαλίζοντας τη γη με την ομπρέλα τους.

*

CONFESSIO

           "Βυζαίνω νοσταλγία από τους λόφους
τους μαστούς της γης"

Υπάρχει μέσα μου ένα σπέρμα εξομολογήσεως
συμπυκνωμένων αισθημάτων, ακαθόριστης μορφής
θαμπής ωσάν τοπίο ευαίσθητο
με άλογα πρωινά ιππασίας, αμαζόνες, σκυλιά του κυνηγιού
και υπηρέτες ντυμένους εθιμοτυπία και λύπη.
Ίσως να φταίει αυτή η μορφή η αμφίβολη
που δεν μπορώ ποτέ να συζητήσω
σε πλαίσια αλήθειας με κανέναν.
Βλέμματα δυσπιστίας με περιβάλλουν
γιατί ποτέ, ποτέ μου δεν κρατώ
τη στάση την πρεπούμενη°
και πάντα το χαμόγελο που έχω για ιδίωμα
σαρκαστικά φαντάζει και χαρούμενα
σε μια στιγμή εντόνως σοβαρή.
Αχ! και κανένας πια δε με πιστεύει
ακόμα κι οι καλύτεροί μου φίλοι
για μένα καλλιέργησαν το άνθος
της δυσπιστίας τους το δηλητηριώδες.
Συντείνει βέβαια και κάτι άλλο
και είναι η υπερηφάνειά μου
η αυστηρή και ντροπαλή στο βάθος
ωσάν κοπέλα που άρχισε να βλέπει
στο πρόσωπο του Ιησού της έναν άνδρα…
Εξάλλου ίσως τα γεγονότα
πραγματικά να μην υπάρχουν κατά βάθος
κι όλα να είναι ζήτημα μιας τάσης.
Αλλά πολύ γοργά καταλαβαίνω
ότι ο τελευταίος τούτος λόγος
είναι μια πρόφαση για ν’ αρνηθώ
εκ νέου τον κίνδυνο της εξομολογήσεως.

*

Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ II

Ὂλ’ αυτὰ τὰ βλέπει ο πικραμένος
κάθεται σ’ έναν φτωχικό απόπατο μιλάει με τον Θεὸ
δείχνει με τα μάτια τσ ειρηνικὰ έντομα
τ’ απόκοσμα χαρτιὰ γεμάτα από ίσκιο
ο πικραμένος αυτὸς που γεννήθηκε κάμποσα χρόνια
ύστερα απὸ κείνον που βρήκε κι απὸ κείνον που έχασε
στέρεψε πια αφού βασανίστηκε να βρει μίαν έξοδο.
Τέλος η μόνη έξοδος δεν ήταν παρὰ
η ακινησία του.

*Από το βιβλίο “Γιώργος Β. Μακρής, Γραπτά”, εκδόσεις της Εστίας (1986).

Frank O’Hara, Δύο ποιήματα

CAMBRIDGE

It is still raining ad the yellow-green cotton fruit
looks silly round a window giving out on winter trees
with only three drab leaves left. The hot plate works,
it is the sole heat on earth, and instant coffee. I
put on my warm corduroy pants, a heavy maroon sweater,
and wrap myself in my old maroon bathrobe. Just like Pasternak
in Marburg (they say Italy and France are colder, but
I’m sure that Germany’s at least as cold as this) and,
lacking the Master’s inspiration, I may freeze to death
before I can get out into the white rain. I could have left
the window close last night? Bat that’s where health
comes from! His breath from the Urals, drawing me into flame
like a forgotten cigarette. Burn! this is not negligible,
being poetic, and not feeble, since it’s sponsored by
the greatest living Russian poet at incalculable cost.
Across the street there is a house under construction,
abandoned to the rain. Secretly, I shall go work on it.

ΚΕΜΠΡΙΤΖ

Βρέχει ακόμα κι οι ξανθοπράσινοι καρποί
μοιάζουν γελοίοι γύρω από το παράθυρο που βλέπει
στα δέντρα του χειμώνα, με τα τρία άχρωμά τους φύλλα.
Το μάτι της κουζίνας λειτουργεί, μόνη πηγή θερμότητας στον κόσμο.
Νεσκαφέ. Φορώ το ζεστό κοτλέ μου παντελόνι, ένα βαρύ
μπορντό πουλόβερ, τυλίγομαι με το παλιό μπορντό μπουρνούζι.
Σαν τον Πάστερνακ στο Μάρμπουργκ (λεν ότι η Ιταλία κι η Γαλλία είν’ πιο κρύες
αλλά στοιχηματίζω ότι κι η Γερμανία είναι το ίδιο κρύα) και,
στερούμενος την έμπνευση του Δασκάλου, μπορεί και να παγώσω
πριν βγω έξω στη λευκή βροχή. Μήπως έπρεπε να ’χα κλείσει
το παράθυρο χθες βράδυ; Μα είναι πηγή υγείας!
Η Ουράλια πνοή του, που με τραβάει προς τη φλόγα
σαν τσιγάρο ξεχασμένο. Να καείς! διόλου αμελητέα προσταγή,
καθότι ποιητική κι ουχί ασθενική, εγκεκριμένη από το μεγαλύτερο
εν ζωή Ρώσσο ποιητή, με κόστος ανυπολόγιστο.
Στην απέναντι μεριά του δρόμου, ένα σπίτι υπό κατασκευή
στέκει εγκαταλειμμένο στη βροχή. Κρυφά, θα πάω να το χτίσω.

*

AVE MARIA 

Mothers of America
let your kids go to the movies!
get them out of the house so they won’t know what you’re up to
it’s true that fresh air is good for the body
but what about the soul
that grows in darkness, embossed by silvery images
and when you grow old as grow old you must
they won’t hate you
they won’t criticize you they won’t know
they’ll be in some glamorous country
they first saw on a Saturday afternoon or playing hookey
they may even be grateful to you
for their first sexual experience
which only cost you a quarter
and didn’t upset the peaceful home
they will know where candy bars come from
and gratuitous bags of popcorn
as gratuitous as leaving the movie before it’s over
with a pleasant stranger whose apartment is in the Heaven on Earth Bldg
near the Williamsburg Bridge
oh mothers you will have made the little tykes
so happy because if nobody does pick them up in the movies
they won’t know the difference
and if somebody does it’ll be sheer gravy
and they’ll have been truly entertained either way
instead of hanging around the yard
or up in their room
hating you
prematurely since you won’t have done anything horribly mean yet
except keeping them from the darker joys
it’s unforgivable the latter
so don’t blame me if you won’t take this advice
and the family breaks up
and your children grow old and blind in front of a TV set
seeing
movies you wouldn’t let them see when they were young

AVE MARIA 

Μανάδες της Αμερικής
αφήστε τα παιδιά σας να πάνε σινεμά!
Βγάλτε τ’ απ’ το σπίτι για να μην ξέρουν τι σκαρώνετε·
είναι αλήθεια: ο φρέσκος αέρας κάνει καλό στο κορμί
αλλά τι γίνεται με την ψυχή
που θεριεύει στο σκοτάδι, σκαλισμένη από ασπρόμαυρες εικόνες;
Κι όταν γεράσετε  –που θα γεράσετε–
δε θα σας μισούν
δε θα σας επικρίνουν  δε θα γνωρίζουν·
θα ζουν σε κάποια χώρα εξωτική
που είδαν πρώτη φορά ένα απόγευμα Σαββάτου ή
κάνοντας κοπάνα·
ίσως και να σας είναι ευγνώμονα
για την πρώτη τους σεξουαλική εμπειρία
που μόνο εικοσιπέντε σεντς σας κόστισε
κι ούτε αναστάτωσε το ήσυχο σπιτικό σας·
θα ξέρουν από πού προέρχονται οι σοκολάτες
κι οι δωρεάν σακούλες με ποπκόρν
– χαριστικές σαν το να φεύγεις πριν τελειώσει η ταινία
μ’ έναν ωραίο ξένο που ’χει διαμέρισμα στο κτήριο
Ο Επί Γης Παράδεισος
κοντά στη γέφυρα του Γουίλιαμσμπεργκ.
Ω μανάδες   πόσο ευτυχισμένα θα κάνετε τα πιτσιρίκια σας
γιατί αν κανείς δεν τα ψαρέψει μες στο σινεμά
δεν έγινε και τίποτα
μα αν κάποιος τα ψαρέψει, θα πιάσουν την καλή
κι όπως και να ’χει, θα το διασκεδάσουν
αντί να τριγυρίζουν άσκοπα μες την αυλή
ή στο δωμάτιό τους
μισώντας σας
προκαταβολικά, αφού δε θα ’χετε προλάβει να κάνετε
τίποτα φρικτά μικροπρεπές ακόμα
παρά να εμποδίζετε τις σκοτεινές χαρές τους
– κι αυτό το τελευταίο δε συγχωρείται·
άρα μη ρίξετε το φταίξιμο σε μένα αν δεν ακούσετε τη συμβουλή μου
κι η φαμίλια σας χωρίσει
και τα παιδιά σας γεράσουνε τυφλά  μπροστά σε μια τιβί
χαζεύοντας
ταινίες που δεν τ’ αφήσατε να δούνε σαν ήτανε μικρά.

*Από τη συλλογή: Lunch Poems, City Lights Books: San Francisco, 1964.

**Μετάφραση: Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

Νανά Ησαΐα (1934-2003), Τρία ποιήματα

ΘΡΑΥΣΜΑ

Το δώρο μου θα είναι ένα θραύσμα.
Ήταν από κρύσταλλο ο δικός μας καιρός.
Κι εγώ μέσα του κι εσύ νεκροί.
Κάνεις άλλος στο διάχυτο εσωτερικό της μνήμης
Μόνο φως.
Η ύλη σαν αόρατη αφή.
Όπως ήμαστε ασύλληπτοι γιʼ αυτή τη γή.
Εμείς οι δύο
Ίδιοι φωτεινοί ίσκιοι.

*

ΑΦΗΓΗΣΗ ΙΔΕΩΝ

Πρόκειται για εικόνες εννοιών.
Στις θέσεις όπου επενέβαινε
Το ιδεατό σου πρόσωπο
Ο καιρός σχεδίαζε τον καιρό.
Με πάντα τα ίδια σύννεφα στις ίδιες εποχές.
Τα κύματα παραλλαγές
Ενός κενού ωκεανού
Κι εμένα να στέκομαι
Αναμένοντας ένα δάκρυ
Ένα νεύμα.
Ή ένα άνεμο.
Σε κάποιαν απʼ όλες τις παραλίες.
Δεν ήξερα ότι ανήκα σʼ έναν κόσμο ιδεών.
Η ίδια απόλυτη.
Πέρα από το πεδίο των αισθήσεών μου.
Ούτε ότι και το δικό σου πρόσωπο
Ήταν αυτό καθεαυτό
Όπως δεν ήταν.
Δεν υπήρξαμε ποτέ λοιπόν;
Εκτός μόνο στο παρελθόν
Κάποιον ιδανικών ίσκιων;

*

ΕΡΑΣΤΕΣ

Στο Νίκο Καρούζο


Ας βγούμε έξω λοιπόν.
Δεν έχομε χρήματα.
Έχομε όμως τον εαυτό μας.
Ίσως ακόμα να βρούμε
Και μια αγάπη
Στο σημείο ανάμεσά μας
Που εκκρεμεί κάποιο κενό.
Το είδος της αγάπης
Που υποπτεύομαι ότι δεν υπάρχει.
Υπέροχα μαζί
Αν και ο καθένας μας
Κάποιος άλλος.
Ποιος;
Θα το δούμε αυτό.
Πριν απʼ όλα πρέπει
Να υπερνικήσομε μια ολόκληρη πόλη.
Όχι ακριβώς προορισμένη για μας.
Αλλά για τους εραστές
Ενός υπαρκτού κόσμου.

Νίκος Αλέξης-Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

Man Ray. The delightful fields 1921-1922. X-ray

ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΣ

Τρεις μέρες πριν πεθάνει ο γείτονας,
ούρλιαζε το σκυλί του, βλέποντας
τις φάσεις του θανάτου στο μέλλον.
Τι θάμα, ένα σκυλί
σαν το θεό του Εκκλησιαστή
που βλέπει παρελθόντα όλα τα πράγματα
σ’ απόσταση τριών μερών ένα σκυλί
διέκρινε την πράξη ενός θανάτου
Εγώ ‘μως βρίσκω πως δεν είμαι
ούτε θεός ούτε σκυλί, μα έχω
κάτι από την πλήξη του θεού-
και κάτι απ’ του σκυλιού τη θλίψη.

*

ΦΩΤΙΣΜΟΣ

Το φως χωρίζει τα πράγματα.
Το σκοτάδι ενώνει τα πράγματα.
Αυτή η πρώτη παρουσία των πραγμάτων
αυτός
ο θάνατος. Όμως
στη δεύτερη παρουσία τους
τα πράγματα
είναι
το φως.

Ελένη Βακαλό, Η μπαλλάντα των πλοίων

Είναι τα πλοία μεγάλες γόνδολες
Ιδίως τα μαύρα
Σα φέρετρα
Που τα έριξες με λουλούδια
Σ’ απογευματινή ώρα
Που χαμηλώνουν τα πράγματα
Και πλέουν
Στο ύψος που αρχίζουν
Τα κυπαρίσσια

Τα πλοία που χάθηκαν και τα πλοία που ήρθαν

Γιατί τα πλοία στο λιμάνι σα φτάσουνε
Μας περιμένουν
Καθώς περιστερώνες
Με ανοικτές στη σειρά τις εισόδους
Και τα ξύλα
Κίτρινα σα φλωριά της αποβάθρας
Απ΄ την πολλή καθημερινή χρήση
Μοιάζει να περιμένουν
Να παν και ναρθούν περιστέρια

Τα πλοία που χάθηκαν και τα πλοία που ήρθαν

Σα σπίτια σε λόφους έρημα
Καμμιά φορά τα πλοία
Τα πλοία που χάθηκαν
Και τα πλοία που ήρθαν

Κατόπι είναι κι η σκιά τους

Βαρύτερη του σώματος
Πιο χαμηλή και πιο πυκνή
Απ’ τα κομψά τα σώματα
Των πλοίων

Έτσι κρατάει του φεγγαριού
Αντίστοιχη όψη
Όταν ωραίες φωνές μόνον ακούγονται
Διάφορων
Αρμονικών πάντοτε τόνων

Και η σκιά όταν πλέουν

Με φώτα πάνω στα νερά

Που τρέμουν
Καθώς μια γη
Μια μοναξιά
Με θορύβους και φώτα
Έτσι τη νύχτα πλέουν

Τα πλοία που χάθηκαν και τα πλοία που ήρθαν

Αυτά τα πλοία

*Από τη συλλογή “Τοιχογραφία”, Αθήνα 1956.

Γιώργος Μπουρλής, Τρία ποιήματα

Clown, Cirque de Soleil, Germany 1999.

ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΑΜΑΤΑ

είσαι εντελώς μόνος όταν
σκορπιέσαι στους
αρρωστιάρηδες δρόμους της πόλης, εκεί που άσχημα
χαλάνε τα γκράφιτι καμπουριαστοί εργάτες του δήμου
κι η δυσωδία των σφαγείων μπλέκεται σε
μαλλιά νεαρών κοριτσιών,
είσαι εντελώς μόνος σου
τριγυρνώντας στις βρώμικες ανάσες φιλήσυχων
ανθρώπων από καιρό πεθαμένων,
όταν κοιτιέσαι σε βιτρίνες πολυκαταστημάτων και
το πρόσωπό σου ξεθυμαίνει μέσα στα εμπορεύματα
είσαι εντελώς μόνος

δεν είσαι μόνος σου όταν γδέρνεις τα
γόνατά σου σε κείνο που θεριεύει στα σύννεφα,
όταν μοιράζεις τη μέθη σου δεν είσαι μόνος,
δεν είσαι μόνος όταν το ταξίδι
δεν έχει προορισμό,
ταξίδι χωρίς αποσκευές και κλειδιά,
θα σταματήσεις σ’ ένα αλλόκοτο
μισογκρεμισμένο σπίτι
θα είναι χαράματα
θα βγάλεις τα ρούχα σου και θα ριχτείς
σ’ ένα τίποτα τόσο διαφορετικό
απ’ όλα όσα ήξερες
δεν είσαι εντελώς μόνος σου όταν κάνεις έρωτα
ούτε όταν σηκώνεις σκουρόχρωμο το βλέμμα,
Όταν με τα ίδια σου τα χέρια ξεριζώνεις από μέσα σου
την ασχήμια
δεν είσαι εντελώς μόνος

*

ΗΜΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ

όταν θα ξαναγεννηθώ
θα ‘μαι ένα λιπόσαρκο ποίημα
που θα μιλά
για γερασμένες χορεύτριες που
κουνάνε ακόμα
τα πόδια τους καθισμένες σε καρέκλες
και δεν ξεχνώ
πως ήμουν κάποτε μια λευκή τριανταφυλλιά
έξω απ’ τις φυλακές
κι έβλεπα τους δεσμοφύλακες
να σβήνουν τ’ αστέρια
για να μην ονειρεύονται οι κρατούμενοι.

*

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

της θάλασσας την
τραχιά αρμύρα
και τα βουνίσια
των ανέμων ρίγη μειγνύω.
μέσα στου Έρωτα τη
λαιμαργία τα μπερδεύω
και φτιάχνω Άνθρωπο.
ούτε μια στιγμή δεν ένιωσα μοναξιά
διώχνοντας τον θεό από μέσα μου.

*Από τη συλλογή “φλέβα που σπάει”, εκδ. Εξάρχεια, 2013.

Ανέστης Ευαγγέλου, Τρία ποιήματα

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥΣ

Όπως ξενιτεμένος ή ταξιδιώτης
που την πατρίδα άφησε πίσω και γυρίζει
από τόπο σε τόπο, μακριά
από το πάτριο χώμα, και δίχως
να το καταλαβαίνει η νοσταλγία
του τρώει τα σωθικά, τον φθείρει,
και κάποτε, σαν από ύπνο βαθύ ξυπνώντας
να γυρίσω, φωνάζει, πότε θα γυρίσω —
έτσι κι εσύ πώς μοιάζεις, ψυχή μου,
που από θάνατο σε θάνατο γυρνώντας
σε χώρες σιωπής περιδιαβάζοντας
από τον ένα τον χαμό στον άλλο τον χειρότερο
ξάφνου θυμάσαι αυτή τη γη, αυτόν
τον δίχως τέλος ουρανό, τον ήλιο
τη γήινη γεύση των καρπών στον ουρανίσκο
κι όταν
καμιά φορά επιστρέφοντας όπως ταιριάζει
σ’ αυτούς που πολύ προχώρησαν στο θάνατο και τη ζωή
με μάτια νέα αντικρίζεις, ακριβώς όπως
ο ταξιδιώτης, ο ξενιτεμένος την πατρίδα —
πώς το φως, τη γη, τον ουρανό, με πόση
λαχτάρα τα δέχεται όλα αυτά, σαν βρέφος
που από τη σκοτεινή βαθιά σπηλιά της μάνας βγαίνοντας
πρώτη φορά τον κόσμο βλέπει.

*

ΔΕ ΜΙΛΗΣΑ ΑΚΟΜΑ

Δε μίλησα ακόμα όσο έπρεπε
έχω πολύ απόθεμα που με βαραίνει
πολλές ακόμα λέξεις, πολλά λόγια
άπειρο πλήθος από φράσεις κι από λόγια
όμως μη με κατηγορείτε φίλοι μου που αργώ
που δυσκολεύομαι τόσο να μιλήσω —
πρέπει να βρω τα σύμβολα που πρέπουν
τις σκοτεινές μου αλληγορίες.
Πώς να μιλήσεις, πώς να εκφραστείς
πώς να δεχτείς έτσι γυμνό το θάνατο.

*

ARS POETICA

Το ποίημα δεν είναι τραγούδι,
ανάερη θλίψη για κάτι μακρινό, χαμένο,
έστω με την πιο τέλεια μουσική∙ δεν είναι
αναμονή του άγνωστου, γοητευτική,
μες στην αβεβαιότητά της, προσδοκία.
Το ποίημα είναι μια ανοιχτή πληγή που τρέχει –
όσο πιο ανοιχτή τόσο καλύτερα∙ κάνω ποίηση
θα πει τρυπώ το θώρακα μ’ ένα νυστέρι
ψάχνω με χέρι σταθερό όπως οι χειρούργοι
γυρεύω την καρδιά και την τρυπώ, χύνω το αίμα
άφθονο μες στις λέξεις – κόκκινο,
ζεστό, το αίμα, όλοι το ξέρουν,
το πιο θαυμαστό, το πιο όμορφο πως είναι πράγμα.

Γιώργος Λ. Οικονόμου (1960 – 2024), Έξι ποιήματα

ΥΠΟΜΟΝΗ

Κάνε υπομονή χαρά μου
θα σηκωθούμε
μας περιμένει
η Τοσκάνη, η Βαρκελώνη,
η Αίγινα
κι ένα κελί
μπροστά στη θάλασσα.

*

ΞΕΝΕ

Ξένε
αν σε φέρει ο δρόμος σου
στη γειτονιά της Σταυρούπολης
άναψε ένα τσιγάρο
κι άστο μόνο του να καεί
όπως μόνες τους κάηκαν
τόσες ψυχές
στον τόπο αυτό

*

ΤΟ ΤΡΑΝΖΊΣΤΟΡΑΚΙ

Κι ήρθαν
τόσο δύσκολες μέρες
που το τρανζιστοράκι πρώτη φορά
με λυπήθηκε.
Βουβό παρέμενε στην άκρη του
και μοναχά κάτι αργόσυρτα παράσιτα
έβγαζε απ’ τα σπλάχνα του.

*

ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ

Στα τραπεζάκια του Defacto
μας πλησίασε απλώνοντας το χέρι
τί θέλεις, λεφτά; τον ρώτησα
«ε! τι, συμπάθεια;»
με αποστόμωσε.

*

ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Κάθε μεσημέρι, στο ίδιο φανάρι, απλώνει το χέρι.
Στο ίδιο φανάρι, κάθε μεσημέρι, κλείνω τα μάτια.
Τον βλέπω στον τόπο του, μικρό παιδί, πρόσχαρα να απαντά
σε όσους τον ρωτούν τι θα γίνει όταν μεγαλώσει.
“Δικαστής!”. Και τα κατάφερε!
Κάθε μεσημέρι, στο ίδιο φανάρι,
δικάζει την τακτοποιημένη μου ζωή
κι έχει στα μάτια τη συγχώρεση Θεέ μου…

*

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Ένα ντιβάνι
παλιά κουβέρτα στρατιωτική
κι εσύ κρυμμένος μέσα
με τη ντροπή σου
για τα χρόνια της ανεργίας
Ύστερα ήρθε η σειρά της μάνας
να πέσει στο κρεβάτι
με χίλιους δυο κρυφούς καημούς
Τελευταίος εγώ
με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι
να ψάχνω το λάθος μας.

*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.

Γιώργος Κοκκινίδης, Άτιτλο

Κάποτε έλπιζα
να δω φωτιά
σε αυτό το ερημονήσι
που μπρος από την πόρτα μου
τις νύχτες
σκοτεινό, καμπουριασμένο, απάτητο
εφαίνονταν.
Σημεία επαφής
δεν είχα
μέχρι που μια βραδιά
κόκκινο φως εφάνη
στο βορεινό ακρότατο σημείο.
Και κάποιος ήχος
ακούγονταν
σαν σφύριγμα
προσώπου αγαπημένου.
Και στο σκοτάδι ακόμα
ξεδιακρίνονταν
μορφές, παλιό χορό να δείχνουν
………
Και ήταν τότε
που εστέρεψε η θάλασσα
και δρόμος βατός προς το νησί
δημιουργήθηκε.
Χωρίς το φόβο τη σκέψη την παράλογη
προχώρησα …
Μα … φτάνοντας προς το νησί
και μόλις πατώντας πάνω
θάλασσα πάλι πλημμύρισε
και έκοψε για μένα
το δρόμο της επιστροφής.
Κόκκινο φως, ήχοι, χοροί
μορφές, πρόσωπα αγαπημένα
χάθηκαν…
Και γω ριζώθηκα εκεί
μύδια και βρόχινο νερό
έτρωγα και έπινα
και η ματιά μου
ξεδιάκρινε αγάπες
παλιές και άμνημες,
στη χώρα απέναντι
να γελούν, να μιλούν
για το χαμό μου.
Μια η καρδιά μου χτύπαγε
μια ο αγέρας λύσσαγε.
Μα εγώ,
ναυαγός ψεύτικος
θάρρος δεν είχα
πέντε τα μέτρα γης
που απόλυτα πια
δικά μου ήταν, του νησιού
να αγαπήσω.
Χρόνια μετά
ο δεύτερος που στο νησί θα φτάσει
τα άσπρα κόκκαλά μου,
ας θάψει.
Κόκκινο φως, ήχους, χορό
σίγουρα κι αυτός
από απέναντι θα είδε.

*Ο Γιώργος Κοκκινίδης (1955-2012) γεννήθηκε στο Ηράκλειο. Το 1978 διαγνώστηκε ως «ψυχικά ασθενής» κι έτσι πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του έγκλειστος στο Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Χανίων. Έκτοτε ξεκίνησε να γράφει για τη ζωή του στα ψυχιατρεία. Το βιβλίο με άπαντα τα ποιήματά του που εκδόθηκε και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των Άλλων.

Αλέξανδρος Μπάρας (1906-1990), Δύο ποιήματα

ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Ανάψανε στο ηλιοπύρι οι δρόμοι
αφήνουν οι μαστόροι τη δουλειά τους,
σήμανε η ώρα του φαγιού.
Και τ’ άψυχα, και καιν α τρώνε ακόμη
τους ίσκιους ολοτρόγυρά τους
την ώρα του μεσημεριού.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

Μικρό τρενάκι που περνάς
μέσ’ απ’ τα πεύκα, απ’ τις ελιές,
το δρόμο σου ανακόβοντας
μπροστά σε πέντε αρνάκια,
ενώ γελάν τριάντα δυο
κάτασπρα δόντια ενός βοσκού
και στην Μπασιά του εξωκλησιού
τρεμίζουν δυο κεράκια.

*Από τη συλλογή “Συνθέσεις”, έκδοση του περ. “Φιλολογική Πρωτοχρονιά”, 1933.