Ελένη Βακαλό, Η μπαλλάντα των πλοίων

Είναι τα πλοία μεγάλες γόνδολες
Ιδίως τα μαύρα
Σα φέρετρα
Που τα έριξες με λουλούδια
Σ’ απογευματινή ώρα
Που χαμηλώνουν τα πράγματα
Και πλέουν
Στο ύψος που αρχίζουν
Τα κυπαρίσσια

Τα πλοία που χάθηκαν και τα πλοία που ήρθαν

Γιατί τα πλοία στο λιμάνι σα φτάσουνε
Μας περιμένουν
Καθώς περιστερώνες
Με ανοικτές στη σειρά τις εισόδους
Και τα ξύλα
Κίτρινα σα φλωριά της αποβάθρας
Απ΄ την πολλή καθημερινή χρήση
Μοιάζει να περιμένουν
Να παν και ναρθούν περιστέρια

Τα πλοία που χάθηκαν και τα πλοία που ήρθαν

Σα σπίτια σε λόφους έρημα
Καμμιά φορά τα πλοία
Τα πλοία που χάθηκαν
Και τα πλοία που ήρθαν

Κατόπι είναι κι η σκιά τους

Βαρύτερη του σώματος
Πιο χαμηλή και πιο πυκνή
Απ’ τα κομψά τα σώματα
Των πλοίων

Έτσι κρατάει του φεγγαριού
Αντίστοιχη όψη
Όταν ωραίες φωνές μόνον ακούγονται
Διάφορων
Αρμονικών πάντοτε τόνων

Και η σκιά όταν πλέουν

Με φώτα πάνω στα νερά

Που τρέμουν
Καθώς μια γη
Μια μοναξιά
Με θορύβους και φώτα
Έτσι τη νύχτα πλέουν

Τα πλοία που χάθηκαν και τα πλοία που ήρθαν

Αυτά τα πλοία

*Από τη συλλογή “Τοιχογραφία”, Αθήνα 1956.

Γιώργος Μπουρλής, Τρία ποιήματα

Clown, Cirque de Soleil, Germany 1999.

ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΑΜΑΤΑ

είσαι εντελώς μόνος όταν
σκορπιέσαι στους
αρρωστιάρηδες δρόμους της πόλης, εκεί που άσχημα
χαλάνε τα γκράφιτι καμπουριαστοί εργάτες του δήμου
κι η δυσωδία των σφαγείων μπλέκεται σε
μαλλιά νεαρών κοριτσιών,
είσαι εντελώς μόνος σου
τριγυρνώντας στις βρώμικες ανάσες φιλήσυχων
ανθρώπων από καιρό πεθαμένων,
όταν κοιτιέσαι σε βιτρίνες πολυκαταστημάτων και
το πρόσωπό σου ξεθυμαίνει μέσα στα εμπορεύματα
είσαι εντελώς μόνος

δεν είσαι μόνος σου όταν γδέρνεις τα
γόνατά σου σε κείνο που θεριεύει στα σύννεφα,
όταν μοιράζεις τη μέθη σου δεν είσαι μόνος,
δεν είσαι μόνος όταν το ταξίδι
δεν έχει προορισμό,
ταξίδι χωρίς αποσκευές και κλειδιά,
θα σταματήσεις σ’ ένα αλλόκοτο
μισογκρεμισμένο σπίτι
θα είναι χαράματα
θα βγάλεις τα ρούχα σου και θα ριχτείς
σ’ ένα τίποτα τόσο διαφορετικό
απ’ όλα όσα ήξερες
δεν είσαι εντελώς μόνος σου όταν κάνεις έρωτα
ούτε όταν σηκώνεις σκουρόχρωμο το βλέμμα,
Όταν με τα ίδια σου τα χέρια ξεριζώνεις από μέσα σου
την ασχήμια
δεν είσαι εντελώς μόνος

*

ΗΜΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ

όταν θα ξαναγεννηθώ
θα ‘μαι ένα λιπόσαρκο ποίημα
που θα μιλά
για γερασμένες χορεύτριες που
κουνάνε ακόμα
τα πόδια τους καθισμένες σε καρέκλες
και δεν ξεχνώ
πως ήμουν κάποτε μια λευκή τριανταφυλλιά
έξω απ’ τις φυλακές
κι έβλεπα τους δεσμοφύλακες
να σβήνουν τ’ αστέρια
για να μην ονειρεύονται οι κρατούμενοι.

*

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

της θάλασσας την
τραχιά αρμύρα
και τα βουνίσια
των ανέμων ρίγη μειγνύω.
μέσα στου Έρωτα τη
λαιμαργία τα μπερδεύω
και φτιάχνω Άνθρωπο.
ούτε μια στιγμή δεν ένιωσα μοναξιά
διώχνοντας τον θεό από μέσα μου.

*Από τη συλλογή “φλέβα που σπάει”, εκδ. Εξάρχεια, 2013.

Ανέστης Ευαγγέλου, Τρία ποιήματα

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥΣ

Όπως ξενιτεμένος ή ταξιδιώτης
που την πατρίδα άφησε πίσω και γυρίζει
από τόπο σε τόπο, μακριά
από το πάτριο χώμα, και δίχως
να το καταλαβαίνει η νοσταλγία
του τρώει τα σωθικά, τον φθείρει,
και κάποτε, σαν από ύπνο βαθύ ξυπνώντας
να γυρίσω, φωνάζει, πότε θα γυρίσω —
έτσι κι εσύ πώς μοιάζεις, ψυχή μου,
που από θάνατο σε θάνατο γυρνώντας
σε χώρες σιωπής περιδιαβάζοντας
από τον ένα τον χαμό στον άλλο τον χειρότερο
ξάφνου θυμάσαι αυτή τη γη, αυτόν
τον δίχως τέλος ουρανό, τον ήλιο
τη γήινη γεύση των καρπών στον ουρανίσκο
κι όταν
καμιά φορά επιστρέφοντας όπως ταιριάζει
σ’ αυτούς που πολύ προχώρησαν στο θάνατο και τη ζωή
με μάτια νέα αντικρίζεις, ακριβώς όπως
ο ταξιδιώτης, ο ξενιτεμένος την πατρίδα —
πώς το φως, τη γη, τον ουρανό, με πόση
λαχτάρα τα δέχεται όλα αυτά, σαν βρέφος
που από τη σκοτεινή βαθιά σπηλιά της μάνας βγαίνοντας
πρώτη φορά τον κόσμο βλέπει.

*

ΔΕ ΜΙΛΗΣΑ ΑΚΟΜΑ

Δε μίλησα ακόμα όσο έπρεπε
έχω πολύ απόθεμα που με βαραίνει
πολλές ακόμα λέξεις, πολλά λόγια
άπειρο πλήθος από φράσεις κι από λόγια
όμως μη με κατηγορείτε φίλοι μου που αργώ
που δυσκολεύομαι τόσο να μιλήσω —
πρέπει να βρω τα σύμβολα που πρέπουν
τις σκοτεινές μου αλληγορίες.
Πώς να μιλήσεις, πώς να εκφραστείς
πώς να δεχτείς έτσι γυμνό το θάνατο.

*

ARS POETICA

Το ποίημα δεν είναι τραγούδι,
ανάερη θλίψη για κάτι μακρινό, χαμένο,
έστω με την πιο τέλεια μουσική∙ δεν είναι
αναμονή του άγνωστου, γοητευτική,
μες στην αβεβαιότητά της, προσδοκία.
Το ποίημα είναι μια ανοιχτή πληγή που τρέχει –
όσο πιο ανοιχτή τόσο καλύτερα∙ κάνω ποίηση
θα πει τρυπώ το θώρακα μ’ ένα νυστέρι
ψάχνω με χέρι σταθερό όπως οι χειρούργοι
γυρεύω την καρδιά και την τρυπώ, χύνω το αίμα
άφθονο μες στις λέξεις – κόκκινο,
ζεστό, το αίμα, όλοι το ξέρουν,
το πιο θαυμαστό, το πιο όμορφο πως είναι πράγμα.

Γιώργος Λ. Οικονόμου (1960 – 2024), Έξι ποιήματα

ΥΠΟΜΟΝΗ

Κάνε υπομονή χαρά μου
θα σηκωθούμε
μας περιμένει
η Τοσκάνη, η Βαρκελώνη,
η Αίγινα
κι ένα κελί
μπροστά στη θάλασσα.

*

ΞΕΝΕ

Ξένε
αν σε φέρει ο δρόμος σου
στη γειτονιά της Σταυρούπολης
άναψε ένα τσιγάρο
κι άστο μόνο του να καεί
όπως μόνες τους κάηκαν
τόσες ψυχές
στον τόπο αυτό

*

ΤΟ ΤΡΑΝΖΊΣΤΟΡΑΚΙ

Κι ήρθαν
τόσο δύσκολες μέρες
που το τρανζιστοράκι πρώτη φορά
με λυπήθηκε.
Βουβό παρέμενε στην άκρη του
και μοναχά κάτι αργόσυρτα παράσιτα
έβγαζε απ’ τα σπλάχνα του.

*

ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ

Στα τραπεζάκια του Defacto
μας πλησίασε απλώνοντας το χέρι
τί θέλεις, λεφτά; τον ρώτησα
«ε! τι, συμπάθεια;»
με αποστόμωσε.

*

ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Κάθε μεσημέρι, στο ίδιο φανάρι, απλώνει το χέρι.
Στο ίδιο φανάρι, κάθε μεσημέρι, κλείνω τα μάτια.
Τον βλέπω στον τόπο του, μικρό παιδί, πρόσχαρα να απαντά
σε όσους τον ρωτούν τι θα γίνει όταν μεγαλώσει.
“Δικαστής!”. Και τα κατάφερε!
Κάθε μεσημέρι, στο ίδιο φανάρι,
δικάζει την τακτοποιημένη μου ζωή
κι έχει στα μάτια τη συγχώρεση Θεέ μου…

*

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Ένα ντιβάνι
παλιά κουβέρτα στρατιωτική
κι εσύ κρυμμένος μέσα
με τη ντροπή σου
για τα χρόνια της ανεργίας
Ύστερα ήρθε η σειρά της μάνας
να πέσει στο κρεβάτι
με χίλιους δυο κρυφούς καημούς
Τελευταίος εγώ
με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι
να ψάχνω το λάθος μας.

*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.

Γιώργος Κοκκινίδης, Άτιτλο

Κάποτε έλπιζα
να δω φωτιά
σε αυτό το ερημονήσι
που μπρος από την πόρτα μου
τις νύχτες
σκοτεινό, καμπουριασμένο, απάτητο
εφαίνονταν.
Σημεία επαφής
δεν είχα
μέχρι που μια βραδιά
κόκκινο φως εφάνη
στο βορεινό ακρότατο σημείο.
Και κάποιος ήχος
ακούγονταν
σαν σφύριγμα
προσώπου αγαπημένου.
Και στο σκοτάδι ακόμα
ξεδιακρίνονταν
μορφές, παλιό χορό να δείχνουν
………
Και ήταν τότε
που εστέρεψε η θάλασσα
και δρόμος βατός προς το νησί
δημιουργήθηκε.
Χωρίς το φόβο τη σκέψη την παράλογη
προχώρησα …
Μα … φτάνοντας προς το νησί
και μόλις πατώντας πάνω
θάλασσα πάλι πλημμύρισε
και έκοψε για μένα
το δρόμο της επιστροφής.
Κόκκινο φως, ήχοι, χοροί
μορφές, πρόσωπα αγαπημένα
χάθηκαν…
Και γω ριζώθηκα εκεί
μύδια και βρόχινο νερό
έτρωγα και έπινα
και η ματιά μου
ξεδιάκρινε αγάπες
παλιές και άμνημες,
στη χώρα απέναντι
να γελούν, να μιλούν
για το χαμό μου.
Μια η καρδιά μου χτύπαγε
μια ο αγέρας λύσσαγε.
Μα εγώ,
ναυαγός ψεύτικος
θάρρος δεν είχα
πέντε τα μέτρα γης
που απόλυτα πια
δικά μου ήταν, του νησιού
να αγαπήσω.
Χρόνια μετά
ο δεύτερος που στο νησί θα φτάσει
τα άσπρα κόκκαλά μου,
ας θάψει.
Κόκκινο φως, ήχους, χορό
σίγουρα κι αυτός
από απέναντι θα είδε.

*Ο Γιώργος Κοκκινίδης (1955-2012) γεννήθηκε στο Ηράκλειο. Το 1978 διαγνώστηκε ως «ψυχικά ασθενής» κι έτσι πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του έγκλειστος στο Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Χανίων. Έκτοτε ξεκίνησε να γράφει για τη ζωή του στα ψυχιατρεία. Το βιβλίο με άπαντα τα ποιήματά του που εκδόθηκε και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των Άλλων.

Αλέξανδρος Μπάρας (1906-1990), Δύο ποιήματα

ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Ανάψανε στο ηλιοπύρι οι δρόμοι
αφήνουν οι μαστόροι τη δουλειά τους,
σήμανε η ώρα του φαγιού.
Και τ’ άψυχα, και καιν α τρώνε ακόμη
τους ίσκιους ολοτρόγυρά τους
την ώρα του μεσημεριού.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

Μικρό τρενάκι που περνάς
μέσ’ απ’ τα πεύκα, απ’ τις ελιές,
το δρόμο σου ανακόβοντας
μπροστά σε πέντε αρνάκια,
ενώ γελάν τριάντα δυο
κάτασπρα δόντια ενός βοσκού
και στην Μπασιά του εξωκλησιού
τρεμίζουν δυο κεράκια.

*Από τη συλλογή “Συνθέσεις”, έκδοση του περ. “Φιλολογική Πρωτοχρονιά”, 1933.

Mohammad Mousa, The Syntax of Scars / Η σύνταξη των ουλών

Why do you talk about your wound in my language?
Maybe your language
first spoke to my wound.
Maybe so that you understand
that this wound is beyond borders,
beyond languages.
Maybe so you know that
you do not need to be here
to converse a wound,
that you do not need
to be there to close it.
Maybe so you know words
can map out wounds.
Maybe words can cobble
wounds together.

Γιατί μιλάς για την πληγή σου στη γλώσσα μου;
Ίσως η γλώσσα σου
να μίλησε πρώτη στην πληγή μου.
Ίσως για να καταλάβεις
ότι αυτή η πληγή ξεπερνά τα σύνορα,
ξεπερνά τις γλώσσες.
Ίσως για να ξέρεις ότι
δεν χρειάζεται να είσαι εδώ
για να μιλήσεις για μια πληγή,
ότι δεν χρειάζεται
να είσαι εκεί για να την κλείσεις.
Ίσως για να ξέρεις ότι οι λέξεις
μπορούν να χαρτογραφήσουν τις πληγές.
Ίσως οι λέξεις μπορούν να
συρράψουν τις πληγές.

*Ο Mohammad Mousa (Μοχάμεντ Μούσα) είναι Παλαιστίνιος ποιητής και δημοσιογράφος, ο οποίος ήταν ένας από τους τρεις συγγραφείς που προκρίθηκαν στην τελική λίστα για τα Διεθνή Βραβεία Ελευθερίας της Έκφρασης 2022 που απονέμει ο οργανισμός Index on Censorship. Γεννήθηκε στη Γάζα, μεγάλωσε στο προσφυγικό στρατόπεδο της Τζαμπάλια, σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία και ξεκίνησε την καριέρα του ως μεταφραστής για διεθνείς δημοσιογράφους το 2014. Το 2018, ίδρυσε την Εταιρεία Ποιητών της Γάζας ως φόρουμ για νέους Παλαιστινίους, ώστε να μοιράζονται την ποίησή τους στα αγγλικά και στα αραβικά. Το 2019 του απονεμήθηκε η υποτροφία «Times Richard Beeston Bursary».

Η ποίηση δεν κάνει ποτέ συμβιβασμούς

Lenore Kandel*

Η ποίηση δεν κάνει ποτέ συμβιβασμούς. Είναι η εκδήλωση, η απόδοση ενός οράματος, μιας επιφώτισης, μιας εμπειρίας. Αν υποκύψεις σε συμβιβασμούς, μεταβάλλεσαι σε έναν τυφλό προφήτη.

Δεν έχει νόημα η ποίηση που υπάρχει μόνο ως άσκηση δεξιοτεχνίας. Η τεχνική είναι απαραίτητη, αρκεί να λειτουργεί ως έξυπνος μοχλός για τη σαφήνεια, την ομορφιά και το όραμα. Όταν κάποιος ερωτεύεται τον εαυτό του, το αποτέλεσμα είναι ένας λεκτικός αυνανισμός.

Στα ποιήματα που γράφω ασχολούμαι με όλες τις πτυχές της δημιουργίας και το σύνολο του σύμπαντος μέσα στο οποίο αυτή κινείται. Ο στόχος είναι η ενίσχυση της συνειδητοποίησης. Αυτή μπορεί να είναι η συνειδητοποίηση του τρόπου με τον οποίο ένα πουλί διασχίζει τον ουρανό με το πέταγμά του, ή η συνειδητοποίηση της δυσκολίας και της ανάγκης για εμπιστοσύνη, ή η συνειδητοποίηση της επιθυμίας για συνειδητοποίηση, ακόμα και του φόβου που ίσως προέρχεται από τη συνειδητοποίηση. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ομορφιάς, του σοκ ή του γέλιου, αλλά η κατεύθυνση είναι πάντα προς ένα σαφές όραμα, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά.

Αυτό απαιτεί ειλικρίνεια από τον ποιητή και την ποίηση. Μια ειλικρίνεια που είναι άλλοτε χαρούμενη και άλλοτε οδυνηρή, απευθυνόμενη τόσο στον ίδιο τον ποιητή όσο και στον αναγνώστη ή και στους δύο. Σε δύο από τα ποιήματά μου, που δημοσιεύτηκαν σε ένα μικρό βιβλίο, ασχολούμαι με την αγάπη για το σώμα μας και την επίκληση, την αναγνώριση και την αποδοχή της θεϊκότητας στον άνθρωπο μέσω της αγάπης για το σώμα μας. Με άλλα λόγια, είναι μια απόλαυση. Μια απόλαυση τόσο μεγάλη που σε καθιστά ικανό να βγεις από τον ιδιωτικό σου εαυτό και να συμμετάσχεις στις χαρές του σύμπαντος. Αυτή η απλή και μάλλον προφανής διατύπωση, όταν διευρυνθεί και δοθεί ποιητικά, μπορεί να προκαλέσει μια αναταραχή που είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς. Μεγάλο μέρος αυτής της αναταραχής προηγοιυμένως οφειλόταν στην ποιητική χρήση ορισμένων λέξεων τεσσάρων γραμμάτων αγγλοσαξονικής προέλευσης, οι οποίες δεν αντικαταστάθηκαν από πιο διακριτικούς ευφημισμούς.

Λέγοντας όλα αυτά φτάνουμε στο ζήτημα της ποιητικής γλώσσας.

Ό,τι είναι γλώσσα είναι ποιητική γλώσσα και αν η λέξη που αναζητεί ο ποιητής δεν υπάρχει στη γλώσσα που γνωρίζει, τότε εναπόκειται στον ίδιο να την ανακαλύψει. Ο μόνος περιοριστικός όρος μπορεί να είναι ότι η λέξη πρέπει να είναι η σωστή λέξη που απαιτεί το ποίημα και μόνο ο ποιητής είναι αυτός που μπορεί να το κρίνει αυτό. Οι ευφημισμοί που επιλέγονται από φόβο αποτελούν συμμαχία με την υποκρισία και στο άμεσο μέλλον θα καταστρέψουν την ποίηση και τελικά θα καταστρέψουν και τον ποιητή.

Οποιαδήποτε μορφή λογοκρισίας, είτε διανοητική είτε ηθική, συναισθηματική ή σωματική, είτε προέρχεται από μέσα είτε από έξω, αποτελεί εμπόδιο στην αυτογνωσία. Η ποίηση είναι ζωντανή επειδή αποτελεί μέσο ενόρασης και εμπειρίας. Δεν είναι απαραίτητα ευχάριστη και δεν είναι απαραίτητα αβλαβής.

Η ποίηση εγκατέλειψε τις σχολικές αίθουσες και βγήκε στους δρόμους, δημιουργώντας έτσι μια ροή επιρροών εκατέρωθεν, η οποία απέδωσε πολλούς ζωτικούς καρπούς τόσο για την ποίηση όσο και για το σχολείο. Ο ακαδημαϊκός κόσμος είχε την τάση να γεννά φόβο για παραβίαση των κανόνων, για προσβολή κάποιου. Το όραμα και η γλώσσα συχνά συμπιέζονταν, καλυπτόμενα από ένα κουφό αυτί. Η ποίηση, έτσι, γινόταν συχνά όχημα για λογοτεχνικές ασκήσεις.

Η ποίηση του δρόμου αποφεύγει τις παγίδες του φόβου, αλλά πολύ συχνά χάνει τα οράματά της λόγω έλλειψης σαφήνειας ή λόγω έλλειψης καλλιτεχνικής δεξιοτεχνίας. Η ποίηση που είναι ποίηση δεν χρειάζεται να ταξινομηθεί σύμφωνα με τα δύο πλαίσια που περιγράφηκαν παραπάνω, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Υπάρχει. Δεν μπορεί να υπάρξει υπό καθεστώς λογοκρισίας. Αν ένας ποιητής λογοκρίνει το όραμά του, δεν λέει πλέον την αλήθεια όπως την βλέπει. Αν λογοκρίνει τη γλώσσα σε ένα ποίημα, δεν χρησιμοποιεί εκείνες τις λέξεις που, για τον ίδιο, είναι οι πιο τέλειες λέξεις που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει. Αυτή η αυτοάρνηση δημιουργεί έναν τεχνητό περιορισμό που επιβάλλεται σε μια τέχνη, η κατεύθυνση της οποίας βρίσκεται πέρα από τα όρια του νοητού. Δεν υπάρχουν εμπόδια για την ποίηση ή την προφητεία. Από τη φύση τους, σπάνε κάθε εμπόδιο, είναι εκρήξεις αντίληψης, πορεία προς το άπειρο. Αν ένας ποιητής ψεύδεται για το όραμά του, ψεύδεται για τον εαυτό του και αυτό δημιουργεί ένα πραγματικό εμπόδιο. Όταν ένας ποιητής, από φόβο που του επιβάλλει ο ίδιος ο φόβος, χρησιμοποιεί μια γλώσσα διαφορετική από αυτή που είναι τέλεια για την ποίηση, μεταβάλλεται σε ένα φοβισμένο άτομο ικανό για κάθε συμβιβασμό. Όταν ένας εξωτερικός παράγοντας αναλαμβάνει το καθήκον της λογοκρισίας της ποίησης, αυτό σημαίνει λογοκρισία της αποδοχής της αλήθειας και του άλματος προς την αποκάλυψη.

Όταν μια κοινωνία αρχίζει να φοβάται τους δικούς της ποιητές, αυτό σημαίνει ότι φοβάται τον εαυτό της. Το αν μια κοινωνία φοβάται τον εαυτό της αυτό είναι ένας άλλος τρόπος του να ορίσει κανείς την κόλαση. Ένα ποίημα, μόλις γραφτεί και δημοσιευτεί, είναι διαθέσιμο σε όλους όσοι επιλέγουν να το διαβάσουν. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, συνεπάγεται μια θεμελιώδη ευθύνη εκ μέρους του ποιητή: να λέει την αλήθεια όπως την βλέπει. Να την εκφράζει με όλη την ομορφιά, την ικανότητα να εκπλήσσει, την ικανότητα να ξυπνά το αίσθημα του θαυμασμού, να επιφέρει μια αλχημεία μέσα στη γλώσσα. Αυτά είναι η μορφή και η ίδια η ύπαρξη της ποίησης.

Το κοινό που ακολουθεί τη σύγχρονη ποίηση είναι κυρίως νεανικό. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι πολικότητες (σ.τ.μ.: polarities στο αγγλικό κείμενο*) και οι πιθανότητες της ζωής και του θανάτου υπάρχουν ως μια διαρκής παρουσία στη συνείδηση. Από τη στιγμή που η έννοια και η πρακτική της υπερβολικής καταστροφής, ενός δυνητικά καταστροφικού αλλά και λυτρωτικού δυναμικού, έχουν γίνει κοινός τόπος, η αύρα της πιθανότητας ενός κοσμικού θανάτου έχει γίνει ορατή. Υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες οι νέοι μπορούσαν να εισέλθουν απαλά στη ζωή τους και αν ήθελαν να αγνοήσουν τα βαθύτερα προβλήματα της ανθρωπότητας, της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων, αυτό τους ήταν εύκολο. Η εποχή μας σίγουρα δεν είναι μία από αυτές, και οι επιλογές των νέων είναι βαθιές και δύσκολες. Στα δεκαοκτώ, τα αγόρια πρέπει να αποφασίσουν αν θα αφιερωθούν στο εθνικό χόμπι του θανάτου**. Πολλοί, αντί να αποδεχτούν τον κόσμο του πολέμου και της προσωπικής απόγνωσης που προσφέρει η πλειοψηφία των ενηλίκων, επιλέγουν να εκφράσουν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, με κίνητρο την απόλαυση, τη διαφώτιση και την αμοιβαία προσοχή.

Πρόκειται για δύσκολες επιλογές, που δεν προσφέρουν καμία διέξοδο.

Όσοι διαβάζουν σύγχρονη ποίηση το κάνουν για απόλαυση, για να γνωρίσουν βαθύτερα, μερικές φορές για να βρουν συμβουλές. Το ελάχιστο που μπορεί κανείς να περιμένει είναι ο ποιητής, που μοιράζεται μαζί τους τα οράματα και τις εμπειρίες του, να το κάνει χωρίς υποκρισία. Ο συμβιβασμός στην ποίηση από φόβο σημαίνει ατροφία της ψυχής. Ο κάθε συμβιβασμός της ποίησης είναι η μικρή δολοφονία της ψυχής.

*Οι πολικότητες είναι αλληλεξαρτώμενα ζεύγη αντίθετων δυνάμεων ή αξιών που δεν μπορούν να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο και πρέπει να αντιμετωπίζονται από κοινού σε βάθος χρόνου, αντί να «επιλύονται» όπως ένα συνηθισμένο πρόβλημα.
**Εννοεί, μάλλον, το να καταταγούν στο στρατό και να πολεμήσουν.

*Πηγή: https://www.facebook.com/profile.php?id=100064382811416 Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Mutalib Abdulla, Το χέρι μου στο ηλιοτρόπιο

Η καρδιά μου ήταν σκοτεινή
Με καρδιά σαν νύχτα
άνοιξα στον ήλιο το παράθυρό μου
Το φως έπεσε στα μάτια μου
κι απόγειωσα
δεν ξέρω προς τα πού
Δεν είμαι καλά όλοι μού λένε
ο Θεός να σε γιάνει
Η γλώσσα μου δεν γύριζε
έλεγα μέσα μου
πώς παραδίδεται
τόσο πολύ σκοτάδι
Η καρδιά μου ήταν σκοτεινή
μπρος στα μάτια όλων
Με καρδιά τυφλή
έτρεχα μακριά απ το θάνατο
δεν ξέρω προς τα πού
Θυμάμαι μόνο τούτο
σαν να ταν η νύχτα
κλουβί σκοταδιού
Άφησα το χέρι μου απ το σκοτάδι
παραδόθηκα στο φως
Η καρδιά μου φωτίστηκε
το χέρι μου στο ηλιοτρόπιο
Πες μου εσύ
ο άνθρωπος δε σταματά
παρά στο νεκροταφείο
Δεν θα σας το εξηγήσω αυτό
σαν ο θάνατος να ήταν θάνατος
Νιώθω τον ίδιο παλμό του σκοταδιού
κάποιος είπε αυτό είναι το σκοτάδι που πέφτει ή η καρδιά
Η ζωή και στα δύο μου μάτια όλο κι έσπαγε
Το κεφάλι του πλανημένου πουλιού
Το σώμα μου πήγε το ηλιοτρόπιο στον κήπο της θέας
μέσα στην καρδιά μου έλεγα θα γυρίσω
Με τα μάτια έσωζα τις αχτίδες μου απ το νεκροταφείο
η γλώσσα μου δεν γύριζε σαν το σκοτάδι να ήταν θάνατος
Παρέδωσα όλο εκείνο το σκοτάδι
λέω σε όλους να με εδώ είμαι
Η πατρίδα είναι σκοτεινή
μόνο αυτό θυμάμαι
Άφησα το χέρι μου απ το σκοτάδι

*Ο Mutalib Abdulla, γνωστός Κούρδος συγγραφέας και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1962 στο Ερμπίλ, πρωτεύουσα του Κουρδιστάν, όπου ζει και δημιουργεί μέχρι σήμερα. Με έργο 33 βιβλίων, έχει συμβάλει σημαντικά στην κουρδική λογοτεχνία και έχει τιμηθεί επανειλημμένα για τη συνεισφορά του.

Θωμάς Γκόρπας, Ασήμαντο επεισόδιο

Στις εννιά το βράδι
ο νεαρός
με το μπλε κουστούμι
και την κόκκινη γραβάτα του σαββατοκύριακου
έβαλε χέρι
στα πισινά του δουλικού που θαύμαζε τη βιτρίνα
με το γιαούρτι του σπιτιού στα δυο του χέρια.
Τα μάτια του δουλικού δυο
ματωμέν’ αστέρια.
Η καρδιά του
κύλησε
στο πεζοδρόμιο.
Δε φώναξε
-Βοήθειααα…
Δεν παρακάλεσε για τίποτε.
Ήξερε
Για τούτο έφυγε με το γιαούρτι του σπιτιού στα δυο του χέρια.
Και μεις βαλθήκαμε να ψάχνουμε για την τιμή μας
που κύλησε
κατά λάθος
στο ρείθρο…