Thinking hard about you I got on the bus and paid 30 cents car fare and asked the driver f or two transfers
30 Σέντς, Δυο διαδρομές, Έρωτας
Καθώς σε σκέφτομαι πολύ ανεβαίνω σε ένα λεωφορείο και πληρώνω 30 σεντς για το εισιτήριο και λέω στον σοφέρ ότι είναι για δυο εισιτήρια πριν να ανακαλύψω ότι πήγαινα μόνος
*
Nine Things
It’s night and a numbered beauty lapses at the wind, chortles with the branches of a tree, giggles, plays shadow dance with a dead kite, cajoles affection from falling leaves, and knows four other things. One is the color of your hair.
Εννέα πράγματα
Είναι νύχτα και μια αριθμημένη ομορφιά χασομεράει στον άνεμο, κελαηδώντας με τα κλαδιά ενός δέντρου, γέλια, παίζει με το χορό των σκιών με έναν νεκρό χαρταετό, πείθει την αγάπη από τα φύλλα που πέφτουν και γνωρίζει τέσσερα άλλα πράγματα. Το ένα είναι το χρώμα των μαλλιών σου.
Τις νουνέχειες αυτές που παρότι ματώνεις τις πιστεύεις και συμφωνείς μαζί τους, γιατί σ’ αφήνουν να εκταμιεύεις με μοναδικό αντάλλαγμα να είσαι άηχος άπραγος και ευνουχισμένος παραδοχές, εφησυχασμούς των εγωτισμών σου, και πισωπατήματα, -έτσι εκτός από χερσαίος έγινες πίσω δρόμος ταλαντούχος και ακαταμάχητος, βραβευμένος σε διεθνείς πισωδρομίες- τώρα που η ζωή άφαντη από τα μάτια σου, τώρα που τα πισωπατήματα τελείωσαν κι εσύ έφτασες να ακουμπάς με την πλάτη τον τοίχο, τώρα που κατάλαβες πια πως οι νουνέχειες που σε βόλευε να σε καθοδηγούν είναι εντελώς ακατάλληλες για την αναζήτηση αυτής της ζωής που λογίζει τη ζωή σου ανθρώπινη κι εσένα άνθρωπο ανθρώπινο, οι νουνέχειες που κάθε προσπάθεια να τις πιστώσεις καλή πρόθεση και αθωότητα δεν γίνεται πιστευτή, τώρα έχεις να διαλέξεις ή ν’ ανακαλέσεις αυτό που υπήρξες, να ακυρώσεις τις νουνέχειες και σπάζοντας τις σημάνσεις των ορίων και των ορθοτήτων να προχωρήσεις με πείσμα, οξύφωνος κι έχοντας το δάχτυλο στη σκανδάλη της μη αναστρέψιμης ορμής και ευφυίας της αταξίας, βρες τον τρόπο ν’ ανακαλέσεις τον ξεχασμένο οντοποιό μέσα σου ν’ απαιτήσει, καταργώντας τ’ ακατάργητα, όντας αιρετικός κι αρνητής της βαρύτητας όχι μόνο να Υπάρχεις, αλλά και να Είσαι, ή να ξεφτιλιστείς συρρικνωμένος σε Προδότη της Ζωής και της Ζωής σου που λαχταράει να την κάνεις ζωή ανθρώπινη. ή το χειρότερο απ’ όλα να συνεχίσεις να πορεύεσαι ώσπου να τελειώσει το Νυν και το Θα της μονάδας σου ως Μαλάκας γελοίος φορέας της λογικοφρένειας.
The Sensible Ones The sensible ones— those you still believe, those you still follow, even as you bleed— because they let you exhaust yourself, asking only that you remain silent, inactive, and diminished. Concessions. The comforts of your ego. Retreats. And so, already bound to the earth, you became a dead end: gifted, relentless, honoured in international dead ends. Now, when life has faded from your sight, now, when the retreats are over and you stand with your back to the wall, now, when you understand at last that the sensible ones who found it convenient to guide you are unfit for the search for a life that regards your life as human and regards you as a human being— the sensible ones whose good intentions and innocence can no longer be believed— now you must choose. Either you remember what you once were. You reject the sensible ones. You break the signs of limits and correctness and go forward, unyielding, clear-voiced, with your hand on the trigger of the irreversible force and intelligence of disorder. You find a way to remember the forgotten self-creating being within you— the one who demands, overturning even what seems unchangeable, who, heretical and freed from gravity, does not merely exist but is. Or you are reduced, exposed, made a traitor to Life and to your own life— the life you long to make human. Or, worst of all, you continue walking until the Now and the Yet-to-Come of your existence reach their end— a fool, a ridiculous bearer of the madness called reason.
Αστυπάλαια κλήματα τροπικών λαβυρίνθων ακολούθησαν την πορεία των ονείρων. Στον Ισημερινό σταμάτησε του σταθμού το θλιβερό αντίσκηνο. Πιο ψηλά, στων σκοτωμών του κόσμου τα χαρακώματα, πουλιά, φωλιές και στάχτες, σκόρπισαν στης θύελλας τα σημεία.
*
Όνειρο βραδείας καύσης
Ημίτονο. Ημιτόνιο. Βραδείας καύσης όνειρο. Με φθόγγους στολισμένο. Σκυλίσια ζωή να ξεκινά στο θάνατο, στο φόρεμα της Εκάβης και στης Μήδειας το όνομα. Πρότινος νους, φευγαλέος, στην άκρη του νήματος της επανάστασης, βοηθός και αντίδοτο.
ο καπνός άσπρη γενειάδα ανάποδη βγαίνει από την καμινάδα σαν τις έναστρες προζυμένιες προσευχές του Αλέξανδρου Σεβήρου προς όλους: Αβραάμ Ορφέα Ιησού Απολλώνιο Κώστα Μαρίκα Λάουρα Επιμενίδη Χαρίκλεια Νώντα Τρύφωνα και Βαλέρια και απ’ τις μαύρες στάχτες ακούγεται φωνή κυρίου: As-tu déjeuné, Jaco? As-tu déjeuné, Jaco? Et de quoi?
μέχρι ριζάρχιδο
Ώα φως φωκομελές Ώα μελεσίπτερο γουρούνι: «Mir ist als wie im Traum»! Ουίσκι από τσιμέντο είναι το εν
Και σοκολατένιο αρμόνιο και Θάλασσα λαστιχένια και Θάψτε με στον αέρα με αέρα Γιατί Τα είδα όλα διάφανα ως τις εσχατιές
*
AMYGDALA
στον Leo Ornstein
coitus interruptus << avec les habits du dimanche holocitron—amygd ala nothing >> ecdysial lacuna] medieval translucent yella poetaster’s ablauts
poetizing hey presto o ornstein o Leo o o battering ram Ram Rama Rama Ram
poetizing hey presto coitus interruptus << avec les habits du dimanche o ornstein o Leo !o battering ram o!
*
Μέγας Νήπιος Ποιητής
μέγας νήπιος ποιητής άμα αντικρίζει ήλιο πέφτει χάμω κι ακινητεί σα φωτοβολταϊκό άμα κατηγορούμενος δηλώνει ένορχος κι ορχείται
κι η ζαχαρένια προτομή του Πλωτίνου με σάλια στο στόμα μαύρο τσάι Κεϋλάνης και δυο σιαμαία λαμπιόνια: Ρίτα Αμπατζή/ Nisargadatta Maharaj
Κι άμα ρωτάει αυτή «μουνί ή κώλο;» απαντά αυτός «περίνεο»
κι άμα ρωτάει αυτός «μουνί ή κώλο;» απαντά αυτή «περίνεο»
και σα να λέμε: το δεξί χέρι βρήκε το αριστερό κι η Lulu τον Wozzeck
*Από τη συλλογή “Κατιμάς”, εκδ. 24γράμματα, Αθήνα, 2013.
Ποτέ δεν πίστεψα πως ο Θεός έχει ένα σχήμα Απόλυτη η ζωή του, και ο νόμος του απόλυτος. Μάτια ποτέ δεν είχε: κοιτάει με τ’ αστέρια Χέρια ποτέ δεν είχε: χτυπάει με τις θάλασσες Γλώσσα ποτέ δεν είχε: με αστραπές μιλά Στο λέω, μην εκπλήσσεσαι: ξέρω, έχει παράσιτα: τα πράγματα, τους ανθρώπους
*
ΦΟΒΟΣΟΥΝ ΤΗ ΘΝΗΤΗ ΜΟΥ ΣΑΡΚΑ
Φοβόσουν τη θνητή μου σάρκα και μέσα της έψαχνες την αθάνατη ψυχή. Για να τη βρεις, μου άνοιγες πληγές μεγάλες με λέξεις σκληρές. Τότε έγερνες πάνω τους εισπνέοντας, φριχτέ, την οσμή του αίματος μου.
*
ΓΑΛΗΝΗ
Πάμε προς τα δέντρα… Η ουράνια χάρη θα ανοίξει μέσα μας το όνειρο. Πάμε προς τα δέντρα, η νύχτα μας θα είναι τρυφερή, η θλίψη ανεπαίσθητη. Πάμε προς τα δέντρα, της εξοχής τα μύρα κοιμίζουν τη ψυχή. Μα, δείξε καλοσύνη, σώπα και μη μιλάς. Να μη ξυπνήσουν τα πουλιά που αφέθηκαν στον ύπνο.
*Από το βιβλίο “Alfonsina Storni, Ποιήματα”, εκδ. Θράκα, 2014. Μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας.
αυτοί που λείπουν, τους τοίχους με τα tattoo του πεπρωμένου έχουν διαβεί, πίσω από τα μάτια μου τους βλέπω κι έμεινε μόνο η σιωπή της παρουσίας τους και η νύχτα για να ξαναγράφει τις στιγμές τους·
*
ψευδαισθήσεις postmodern
πέρασε από μπροστά μου, γυμνή, αιωρούμενη, με συσκευή ιπτάμενη: αναμονή και ψευδαισθήσεις postmodern που με παίδευαν, τις άφηνα, μ’ έτρωγαν και με κορόιδευαν· αντέδρασα, μαυροπούλια έστειλα και τις φόβισα και χάθηκαν: έμεινα μόνος επιτέλους, ολομόναχος·
*
ξεθωριασμένο hotel
πρόσφερες έξυπνες σκέψεις, είχες διαισθανθεί τον άνεμο που με παρέσυρε, ενθουσιάστηκα, διέθετες και λευκό μητρώο και σε χαστούκισα, ήξερα πως σου άρεζε, με κοίταξες προκλητικά και το επανέλαβα κι έπειτα βιαστήκαμε, καίγαμε: ξεθωριασμένο hotel και poster στραβοκρεμασμένα·
*Από τη συλλογή “Ποιητικές τρύπες στο σκοτάδι”, Επιμέλεια έκδοσης: studio Mil3d, 2013.
ζητούσα της ράτσας μου την αριθμητική κι εκείνο που σήμαινε το αντικρινό μου επεθυμούσ
αντί αυτών συνεχώς με αντάμωνα
ζωύφιος κατά την εισπνοή εκπνέοντας κατέληγα κι από όλες τις μεριές της ημέρας τότε ανέτειλε πανδόχος η αλήθεια σαν σύμπτωση.
*
.ίσως νανούρισμα
για ν’ ανεβώ στη γλώσσα μαρτύρησα τη μετριότητα για να σωθώ ασκήθηκα στη μαντική της διατάραξης
τώρα, αιφνιδιάζομαι πεινώντας για ένα μέλλον όπου θα διακινδυνεύουμε εαυτούς στη βαρύτητα
μία νάρκη ουσίας μια φοβερή χειρονομία, κύριοι προς τα εκεί όπου σφάλει το θηρίο στην κλίνη του προς τα εκεί ομοιοκαταλήγοντας όπου οικοδομούνται από καιρό οι καταδίκες μας
έχουμε το ίδιο αίμα λοιπόν κι ίσως τα σώματά μας να κοιμούνται στο ίδιο σχήμα όλα επιστρέφουν εδώ κι άλλο δεν απομένει να πούμε
αύριο όμως αγάπη μου θα αξιωθώ ένα καινούριο ύψος αύριο αγάπη μου ξανά θα λειτουργηθούμε το έγκλημα –μη φοβηθείς ποτέ, μη φοβηθώ ποτέ- για να θυμάμαι να πεθάνω με επινόησα
*Από τη συλλογή “ο εαυτός ήχος”, εκδ. Εξάρχεια, Νοέμβρης 2013.
Είναι το ίδιο που όλοι φοβούνται να αγγίξουν Η ψυχή σου του ανήκει Το ίδιο πράμα και το μυαλό Είναι ο ήχος που ενώ δεν είναι δικός σου Είναι ο μοναδικός σου Η μούχλα, τα άδεια μάτια Το άστο καλύτερα. Είναι το ίδιο που όλοι φοβούνται να αγγίξουν Είναι η πληγή που έχει πλέον κλείσει Και δεν μιλάμε άλλο για αυτήν Είναι αδύνατον να την κοιτάξουμε απέξω Γιατί ποτέ δεν είμαστε απέξω Λεπτομέρεια Όταν την κλείναμε την κλείναμε από μέσα, Μετά κανείς δεν ήταν σε θέση Να τα βάλει Με την ίδια του την υπόσταση. Από αυτό το τρομακτικό μέρος Από εκεί μου μιλάς και περιμένεις να ακούσω Δεν είναι πόνος Είναι κλειστοφοβία. Τέλος. Είναι το ίδιο που όλοι φοβούνται να αγγίξουν Είναι η άθραυστη πληγή Και καμιά οδύνη δεν την ανοίγει. Τα μάτια μόνο νομίζουν ότι κάτι είδαν κάποτε Κάτι πιο φοβερό από την πίστη Σταθήκανε Πλανιότανε λυσσασμένος ο άνθρωπος. Η καρδιά σου χτυπάει Αλλά δεν είναι καρδιά αυτό Είναι ο σφυγμός ενός από κάτω κόσμου Σε επεξεργάζεται ακόμα Σαν να μην έχεις πάρει την τελική σου μορφή.10 Μέσω της αστειότητας σου Από την αστειότητα σου δραπετεύεις Και δεν είναι για πλάκα. Όχι πια. Όλα ανήκουνε στο φόντο Την ιστορία θα την πουν οι ποιητές.11
*
ΕΜΠΡΗΣΜΟΣ
Δεν θέλω να ακούσω αυτή την ιστορία Νομίζω καμιά φορά ότι καταπίνω κάτι πολύ Βαρύ για εμένα Μα είμαι εντάξει, γιατί έτσι κρίνει ο ορίζοντας Αυτές οι ιδέες καθήσαν στο κεφάλι μου και Έζησα γελοίες ιστορίες εξαιτίας τους Όπως η ηλικία ανατομεί σφαγές όταν δεν έχει Τι να κάνει Οι τύποι χάνονται όταν μιλάς με τον εαυτό σου. Ο σκοτωμένος γνωρίζει πολλά για το φόνο Καμιά φορά περισσότερα και από το φονιά Είναι αυτή η γαμημένη μεταβίβαση Γνώσης Ξέρεις από αυτά. Χλιαρά, ασυνείδητα οι μέρες περνάνε Χρειάζομαι κάτι κακό, κακό να κάνω Σκέφτομαι πολύ το πρωί Το επόμενος τέλος δεν θα έχει τίποτα κοινό Με το προηγούμενο Είμαι ενδιαφέρον τύπος τελικά Αφού κατάφερα να αντιπαρέλθω τη μοναξιά Τις τύψεις από την τόση ησυχία Ποτέ δεν θα μάθω όσα συνέβησαν εξαιτίας μου Ειρωνεία Να σε ξέρω τόσο καλά όταν δεν σε χρειάζομαι πια Η ίδια η ζωή το κάνει Τους έχασα όλους στην παλιά αποβάθρα Κανείς δεν τόλμησε να φύγει δίχως να πληγωθεί Έπρεπε κάτι να αγαπήσουν Έτσι έπεσε η νύχτα Ένα δαχτυλίδι έγδαρε την πλάτη μου Η κυρία λυπημένη έκανε έρωτα Πάμε πάλι την ιστορία12 Γιατί κάτι δεν μου είπες καλά Ότι κάνει η νύχτα στα μεγάλα μυαλά Μάθε να φταις Φέτος δεν θα πέσουν βροχές Δεν θα γραφτούν ποιήματα, καλά ελπίζω Θεέ μου πόσα δημιουργήματά σου σιχαίνομαι Γιατί τους άφησες να το κάνουν αυτό; Για κάποιο λόγο, οι λόγοι όλοι χαθήκανε Χωρίς τίποτα να μπει στην θέση του Μόνο γίναμε λίγο πιο σοφοί Πάντα να έχεις κάτι διαθέσιμο να καταστρέψεις Αγάπη μου Νέα γη Όλοι οι θάνατοι του κόσμου δεν απόδειξαν τίποτα Εώς τώρα.
*Από τη συλλογή “Κομμάτια δικά μου”, εκδ. Βακχικόν, 2012.
Τα ξέρεις τα κυκλάμινα; φυτά δικοτυλήδονα της οικογένειας των Πριμουλιδών. άγρια κληρονομιά υποταγμένη σε γλάστρες και παρτέρια. Μια σπάνια ποικιλία φυτρώνει στα πνευμόνια μου όταν μου λες πως μ’ αγαπάς γενετικά ασύμβατη= με τα λουλούδια του εμπορίου…
*
Η Άνοιξη στην Οθόνη
Πυγολαμπίδες βάλθηκαν να υφαίνουν Άρκτους μεγάλες και μικρές σε οθόνης γυάλινο ουρανό. Έξω από φράχτες τοίχους και γραφεία έξω από ιδρύματα σχολεία μια άνοιξη αναπότρεπτη με πληγώνει ξανά…
*
Παγετός Εαρινός
Αχ! πόσο σκέφτομαι τις μικρές βερικοκιές στον κάμπο τον Αργολικό που σήμερα ξυπνήσαν παγωμένες και δεν προλάβανε χορευτικές φιγούρες με ανέμους παρδαλούς όψιμης άνοιξης παρά θρηνούνε πρώιμα για την απώλεια μελλοντικών ερώτων με τις μέλισσες…
*Από τη συλλογή “Περί Άνοιξης και άλλων Εμμονών”, εκδ. 24 γράμματα, Αθήνα 2013.