Mohammad Mousa, The Syntax of Scars / Η σύνταξη των ουλών

Why do you talk about your wound in my language?
Maybe your language
first spoke to my wound.
Maybe so that you understand
that this wound is beyond borders,
beyond languages.
Maybe so you know that
you do not need to be here
to converse a wound,
that you do not need
to be there to close it.
Maybe so you know words
can map out wounds.
Maybe words can cobble
wounds together.

Γιατί μιλάς για την πληγή σου στη γλώσσα μου;
Ίσως η γλώσσα σου
να μίλησε πρώτη στην πληγή μου.
Ίσως για να καταλάβεις
ότι αυτή η πληγή ξεπερνά τα σύνορα,
ξεπερνά τις γλώσσες.
Ίσως για να ξέρεις ότι
δεν χρειάζεται να είσαι εδώ
για να μιλήσεις για μια πληγή,
ότι δεν χρειάζεται
να είσαι εκεί για να την κλείσεις.
Ίσως για να ξέρεις ότι οι λέξεις
μπορούν να χαρτογραφήσουν τις πληγές.
Ίσως οι λέξεις μπορούν να
συρράψουν τις πληγές.

*Ο Mohammad Mousa (Μοχάμεντ Μούσα) είναι Παλαιστίνιος ποιητής και δημοσιογράφος, ο οποίος ήταν ένας από τους τρεις συγγραφείς που προκρίθηκαν στην τελική λίστα για τα Διεθνή Βραβεία Ελευθερίας της Έκφρασης 2022 που απονέμει ο οργανισμός Index on Censorship. Γεννήθηκε στη Γάζα, μεγάλωσε στο προσφυγικό στρατόπεδο της Τζαμπάλια, σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία και ξεκίνησε την καριέρα του ως μεταφραστής για διεθνείς δημοσιογράφους το 2014. Το 2018, ίδρυσε την Εταιρεία Ποιητών της Γάζας ως φόρουμ για νέους Παλαιστινίους, ώστε να μοιράζονται την ποίησή τους στα αγγλικά και στα αραβικά. Το 2019 του απονεμήθηκε η υποτροφία «Times Richard Beeston Bursary».

Η ποίηση δεν κάνει ποτέ συμβιβασμούς

Lenore Kandel*

Η ποίηση δεν κάνει ποτέ συμβιβασμούς. Είναι η εκδήλωση, η απόδοση ενός οράματος, μιας επιφώτισης, μιας εμπειρίας. Αν υποκύψεις σε συμβιβασμούς, μεταβάλλεσαι σε έναν τυφλό προφήτη.

Δεν έχει νόημα η ποίηση που υπάρχει μόνο ως άσκηση δεξιοτεχνίας. Η τεχνική είναι απαραίτητη, αρκεί να λειτουργεί ως έξυπνος μοχλός για τη σαφήνεια, την ομορφιά και το όραμα. Όταν κάποιος ερωτεύεται τον εαυτό του, το αποτέλεσμα είναι ένας λεκτικός αυνανισμός.

Στα ποιήματα που γράφω ασχολούμαι με όλες τις πτυχές της δημιουργίας και το σύνολο του σύμπαντος μέσα στο οποίο αυτή κινείται. Ο στόχος είναι η ενίσχυση της συνειδητοποίησης. Αυτή μπορεί να είναι η συνειδητοποίηση του τρόπου με τον οποίο ένα πουλί διασχίζει τον ουρανό με το πέταγμά του, ή η συνειδητοποίηση της δυσκολίας και της ανάγκης για εμπιστοσύνη, ή η συνειδητοποίηση της επιθυμίας για συνειδητοποίηση, ακόμα και του φόβου που ίσως προέρχεται από τη συνειδητοποίηση. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ομορφιάς, του σοκ ή του γέλιου, αλλά η κατεύθυνση είναι πάντα προς ένα σαφές όραμα, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά.

Αυτό απαιτεί ειλικρίνεια από τον ποιητή και την ποίηση. Μια ειλικρίνεια που είναι άλλοτε χαρούμενη και άλλοτε οδυνηρή, απευθυνόμενη τόσο στον ίδιο τον ποιητή όσο και στον αναγνώστη ή και στους δύο. Σε δύο από τα ποιήματά μου, που δημοσιεύτηκαν σε ένα μικρό βιβλίο, ασχολούμαι με την αγάπη για το σώμα μας και την επίκληση, την αναγνώριση και την αποδοχή της θεϊκότητας στον άνθρωπο μέσω της αγάπης για το σώμα μας. Με άλλα λόγια, είναι μια απόλαυση. Μια απόλαυση τόσο μεγάλη που σε καθιστά ικανό να βγεις από τον ιδιωτικό σου εαυτό και να συμμετάσχεις στις χαρές του σύμπαντος. Αυτή η απλή και μάλλον προφανής διατύπωση, όταν διευρυνθεί και δοθεί ποιητικά, μπορεί να προκαλέσει μια αναταραχή που είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς. Μεγάλο μέρος αυτής της αναταραχής προηγοιυμένως οφειλόταν στην ποιητική χρήση ορισμένων λέξεων τεσσάρων γραμμάτων αγγλοσαξονικής προέλευσης, οι οποίες δεν αντικαταστάθηκαν από πιο διακριτικούς ευφημισμούς.

Λέγοντας όλα αυτά φτάνουμε στο ζήτημα της ποιητικής γλώσσας.

Ό,τι είναι γλώσσα είναι ποιητική γλώσσα και αν η λέξη που αναζητεί ο ποιητής δεν υπάρχει στη γλώσσα που γνωρίζει, τότε εναπόκειται στον ίδιο να την ανακαλύψει. Ο μόνος περιοριστικός όρος μπορεί να είναι ότι η λέξη πρέπει να είναι η σωστή λέξη που απαιτεί το ποίημα και μόνο ο ποιητής είναι αυτός που μπορεί να το κρίνει αυτό. Οι ευφημισμοί που επιλέγονται από φόβο αποτελούν συμμαχία με την υποκρισία και στο άμεσο μέλλον θα καταστρέψουν την ποίηση και τελικά θα καταστρέψουν και τον ποιητή.

Οποιαδήποτε μορφή λογοκρισίας, είτε διανοητική είτε ηθική, συναισθηματική ή σωματική, είτε προέρχεται από μέσα είτε από έξω, αποτελεί εμπόδιο στην αυτογνωσία. Η ποίηση είναι ζωντανή επειδή αποτελεί μέσο ενόρασης και εμπειρίας. Δεν είναι απαραίτητα ευχάριστη και δεν είναι απαραίτητα αβλαβής.

Η ποίηση εγκατέλειψε τις σχολικές αίθουσες και βγήκε στους δρόμους, δημιουργώντας έτσι μια ροή επιρροών εκατέρωθεν, η οποία απέδωσε πολλούς ζωτικούς καρπούς τόσο για την ποίηση όσο και για το σχολείο. Ο ακαδημαϊκός κόσμος είχε την τάση να γεννά φόβο για παραβίαση των κανόνων, για προσβολή κάποιου. Το όραμα και η γλώσσα συχνά συμπιέζονταν, καλυπτόμενα από ένα κουφό αυτί. Η ποίηση, έτσι, γινόταν συχνά όχημα για λογοτεχνικές ασκήσεις.

Η ποίηση του δρόμου αποφεύγει τις παγίδες του φόβου, αλλά πολύ συχνά χάνει τα οράματά της λόγω έλλειψης σαφήνειας ή λόγω έλλειψης καλλιτεχνικής δεξιοτεχνίας. Η ποίηση που είναι ποίηση δεν χρειάζεται να ταξινομηθεί σύμφωνα με τα δύο πλαίσια που περιγράφηκαν παραπάνω, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Υπάρχει. Δεν μπορεί να υπάρξει υπό καθεστώς λογοκρισίας. Αν ένας ποιητής λογοκρίνει το όραμά του, δεν λέει πλέον την αλήθεια όπως την βλέπει. Αν λογοκρίνει τη γλώσσα σε ένα ποίημα, δεν χρησιμοποιεί εκείνες τις λέξεις που, για τον ίδιο, είναι οι πιο τέλειες λέξεις που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει. Αυτή η αυτοάρνηση δημιουργεί έναν τεχνητό περιορισμό που επιβάλλεται σε μια τέχνη, η κατεύθυνση της οποίας βρίσκεται πέρα από τα όρια του νοητού. Δεν υπάρχουν εμπόδια για την ποίηση ή την προφητεία. Από τη φύση τους, σπάνε κάθε εμπόδιο, είναι εκρήξεις αντίληψης, πορεία προς το άπειρο. Αν ένας ποιητής ψεύδεται για το όραμά του, ψεύδεται για τον εαυτό του και αυτό δημιουργεί ένα πραγματικό εμπόδιο. Όταν ένας ποιητής, από φόβο που του επιβάλλει ο ίδιος ο φόβος, χρησιμοποιεί μια γλώσσα διαφορετική από αυτή που είναι τέλεια για την ποίηση, μεταβάλλεται σε ένα φοβισμένο άτομο ικανό για κάθε συμβιβασμό. Όταν ένας εξωτερικός παράγοντας αναλαμβάνει το καθήκον της λογοκρισίας της ποίησης, αυτό σημαίνει λογοκρισία της αποδοχής της αλήθειας και του άλματος προς την αποκάλυψη.

Όταν μια κοινωνία αρχίζει να φοβάται τους δικούς της ποιητές, αυτό σημαίνει ότι φοβάται τον εαυτό της. Το αν μια κοινωνία φοβάται τον εαυτό της αυτό είναι ένας άλλος τρόπος του να ορίσει κανείς την κόλαση. Ένα ποίημα, μόλις γραφτεί και δημοσιευτεί, είναι διαθέσιμο σε όλους όσοι επιλέγουν να το διαβάσουν. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, συνεπάγεται μια θεμελιώδη ευθύνη εκ μέρους του ποιητή: να λέει την αλήθεια όπως την βλέπει. Να την εκφράζει με όλη την ομορφιά, την ικανότητα να εκπλήσσει, την ικανότητα να ξυπνά το αίσθημα του θαυμασμού, να επιφέρει μια αλχημεία μέσα στη γλώσσα. Αυτά είναι η μορφή και η ίδια η ύπαρξη της ποίησης.

Το κοινό που ακολουθεί τη σύγχρονη ποίηση είναι κυρίως νεανικό. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι πολικότητες (σ.τ.μ.: polarities στο αγγλικό κείμενο*) και οι πιθανότητες της ζωής και του θανάτου υπάρχουν ως μια διαρκής παρουσία στη συνείδηση. Από τη στιγμή που η έννοια και η πρακτική της υπερβολικής καταστροφής, ενός δυνητικά καταστροφικού αλλά και λυτρωτικού δυναμικού, έχουν γίνει κοινός τόπος, η αύρα της πιθανότητας ενός κοσμικού θανάτου έχει γίνει ορατή. Υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες οι νέοι μπορούσαν να εισέλθουν απαλά στη ζωή τους και αν ήθελαν να αγνοήσουν τα βαθύτερα προβλήματα της ανθρωπότητας, της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων, αυτό τους ήταν εύκολο. Η εποχή μας σίγουρα δεν είναι μία από αυτές, και οι επιλογές των νέων είναι βαθιές και δύσκολες. Στα δεκαοκτώ, τα αγόρια πρέπει να αποφασίσουν αν θα αφιερωθούν στο εθνικό χόμπι του θανάτου**. Πολλοί, αντί να αποδεχτούν τον κόσμο του πολέμου και της προσωπικής απόγνωσης που προσφέρει η πλειοψηφία των ενηλίκων, επιλέγουν να εκφράσουν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, με κίνητρο την απόλαυση, τη διαφώτιση και την αμοιβαία προσοχή.

Πρόκειται για δύσκολες επιλογές, που δεν προσφέρουν καμία διέξοδο.

Όσοι διαβάζουν σύγχρονη ποίηση το κάνουν για απόλαυση, για να γνωρίσουν βαθύτερα, μερικές φορές για να βρουν συμβουλές. Το ελάχιστο που μπορεί κανείς να περιμένει είναι ο ποιητής, που μοιράζεται μαζί τους τα οράματα και τις εμπειρίες του, να το κάνει χωρίς υποκρισία. Ο συμβιβασμός στην ποίηση από φόβο σημαίνει ατροφία της ψυχής. Ο κάθε συμβιβασμός της ποίησης είναι η μικρή δολοφονία της ψυχής.

*Οι πολικότητες είναι αλληλεξαρτώμενα ζεύγη αντίθετων δυνάμεων ή αξιών που δεν μπορούν να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο και πρέπει να αντιμετωπίζονται από κοινού σε βάθος χρόνου, αντί να «επιλύονται» όπως ένα συνηθισμένο πρόβλημα.
**Εννοεί, μάλλον, το να καταταγούν στο στρατό και να πολεμήσουν.

*Πηγή: https://www.facebook.com/profile.php?id=100064382811416 Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Mutalib Abdulla, Το χέρι μου στο ηλιοτρόπιο

Η καρδιά μου ήταν σκοτεινή
Με καρδιά σαν νύχτα
άνοιξα στον ήλιο το παράθυρό μου
Το φως έπεσε στα μάτια μου
κι απόγειωσα
δεν ξέρω προς τα πού
Δεν είμαι καλά όλοι μού λένε
ο Θεός να σε γιάνει
Η γλώσσα μου δεν γύριζε
έλεγα μέσα μου
πώς παραδίδεται
τόσο πολύ σκοτάδι
Η καρδιά μου ήταν σκοτεινή
μπρος στα μάτια όλων
Με καρδιά τυφλή
έτρεχα μακριά απ το θάνατο
δεν ξέρω προς τα πού
Θυμάμαι μόνο τούτο
σαν να ταν η νύχτα
κλουβί σκοταδιού
Άφησα το χέρι μου απ το σκοτάδι
παραδόθηκα στο φως
Η καρδιά μου φωτίστηκε
το χέρι μου στο ηλιοτρόπιο
Πες μου εσύ
ο άνθρωπος δε σταματά
παρά στο νεκροταφείο
Δεν θα σας το εξηγήσω αυτό
σαν ο θάνατος να ήταν θάνατος
Νιώθω τον ίδιο παλμό του σκοταδιού
κάποιος είπε αυτό είναι το σκοτάδι που πέφτει ή η καρδιά
Η ζωή και στα δύο μου μάτια όλο κι έσπαγε
Το κεφάλι του πλανημένου πουλιού
Το σώμα μου πήγε το ηλιοτρόπιο στον κήπο της θέας
μέσα στην καρδιά μου έλεγα θα γυρίσω
Με τα μάτια έσωζα τις αχτίδες μου απ το νεκροταφείο
η γλώσσα μου δεν γύριζε σαν το σκοτάδι να ήταν θάνατος
Παρέδωσα όλο εκείνο το σκοτάδι
λέω σε όλους να με εδώ είμαι
Η πατρίδα είναι σκοτεινή
μόνο αυτό θυμάμαι
Άφησα το χέρι μου απ το σκοτάδι

*Ο Mutalib Abdulla, γνωστός Κούρδος συγγραφέας και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1962 στο Ερμπίλ, πρωτεύουσα του Κουρδιστάν, όπου ζει και δημιουργεί μέχρι σήμερα. Με έργο 33 βιβλίων, έχει συμβάλει σημαντικά στην κουρδική λογοτεχνία και έχει τιμηθεί επανειλημμένα για τη συνεισφορά του.

Θωμάς Γκόρπας, Ασήμαντο επεισόδιο

Στις εννιά το βράδι
ο νεαρός
με το μπλε κουστούμι
και την κόκκινη γραβάτα του σαββατοκύριακου
έβαλε χέρι
στα πισινά του δουλικού που θαύμαζε τη βιτρίνα
με το γιαούρτι του σπιτιού στα δυο του χέρια.
Τα μάτια του δουλικού δυο
ματωμέν’ αστέρια.
Η καρδιά του
κύλησε
στο πεζοδρόμιο.
Δε φώναξε
-Βοήθειααα…
Δεν παρακάλεσε για τίποτε.
Ήξερε
Για τούτο έφυγε με το γιαούρτι του σπιτιού στα δυο του χέρια.
Και μεις βαλθήκαμε να ψάχνουμε για την τιμή μας
που κύλησε
κατά λάθος
στο ρείθρο…

Pier Paolo Pasolini, Αχ, ξυπόλητα πόδια μου… / Ah, miei piedi nudi…

[…]
Πράγματι, δεν υπάρχει τίποτα εδώ γύρω,
τίποτ’ άλλο πέρα απ’ ό,τι είναι αναγκαίο:
η γη, ο ουρανός και το σώμα ενός ανθρώπου.
Όσο τρελός, αβυσσαλέος ή αιθέριος
κι αν είναι ο σκοτεινός ορίζοντας,
η γραμμή του είναι ΜΙΑ:
κι οποιοδήποτε σημείο του
είναι όμοιο με ένα άλλο σημείο.
Η σκοτεινή έρημος, που μοιάζει να φλέγεται
όλη αυτή η ζαχαρένια σκληρότητά της,
κι ο Θόλος τ’ ουρανού, ο αθεράπευτα γαλάζιος,
αλλάζουν πάντα κι όμως μένουν πάντα ίδιοι.
Έχει καλώς. Και τι να πω για μένα;
Για μένα, που είμαι εκεί που ήμουν,
και ήμουν εκεί που είμαι,
ανδρείκελο ενός πραγματικού προσώπου
που το έστειλαν στην έρημο για να την περπατήσει;
ΕΙΜΑΙ ΟΛΟΣ ΜΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΩ Ν’ ΑΠΑΝΤΗΣΩ.

*Από τον τόμο “ΑΝΑΓΑΠΗΤΟΣ ΕΓΩ”, εκδ. 24γράμματα, 2025
**Μετάφραση – Εισαγωγή: Ευαγγελία Πολύμου

Άρθουρ Ζεν, Δύο ποιήματα

Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Ο τρελός της Αθήνας,
Τριγυρνάει στους δρόμους,
Πάντα αργοπορημένος.
Ιπποκράτους και Σόλωνος γωνία,
Χαϊδεύοντας το βιβλικό του μούσι,
Ψάχνοντας για νέους συντρόφους,
Για να τους πει την αλήθεια:
“Η γωνία είναι αριθμός…”

*

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΟΥΜΠΕΝ

Ακούσαμε τις φωνές σας.
∆υνατές, όπως πάντα.
Οι θεωρίες σας,
Οι αγώνες σας,
Μια χαρά…
Οι δημοκρατίες σας,
Υπέροχες…
Οι σοσιαλισμοί σας,
Εξαίσιοι…
Ιδανικές οι κοινωνίες σας,
Πολύ ιδανικές.
Μια απορία μόνο θέλω να μου λύσετε,
Εσείς, που όλα τα χετε προβλέψει.
Απ’ όλ’ αυτά τα καθεστώτα σας,
Ποιο έχει τις πιο όμορφες γυναίκες;

*Από τη συλλογή ”Οι αλήτες της Αθήνας και άλλα ποιήματα”,

Ανθή Η. Δρίλλια, Δύο ποιήματα

ΟΡΚΟΣ ΣΙΩΠΗΣ

Ι

Κραυγή αγωνίας
απ’ τα θηλυκά εκείνα
που δεν /έμαθαν παρά να σιωπούν.

Ένα λεπτό σιγής
για τ’ αρσενικά εκείνα που
τσαλάκωσαν τη στολή του κυνηγού.

Μα η κραυγή βαραίνει μέσα μας
σ’ εμάς που από τη μήτρα πειραχτήκαμε
και μήτρα φέρουμε.

Σιωπή ειν’ και εισ’ σιωπή απελεύσει.

ΙΙ

Ένα παράπονο, ένας λυγμός
βγήκε από τα σκέλια της
καθώς αναθάρρησε
γυμνή πάνω στο φαλλό της
σαν αυτοκράτειρα
που διαμείνει γοερά
το τρόπαιό της.

Έπειτα ο θυρωρός
έφερε το κουνέλι,
που σκότωσε ο κυνηγός
για κείνη.,

Το θήραμα ποιο είναι;

*

ΛΙΓΟΥΡΑ: Ο ΕΡΩΤΑΣ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ

Καλοκαιρινή ραστώνη.

Με πιάνει, όταν φτάνει
εκείνη η ώρα που Ότο φως είναι το πιο λευκό.
Εκείνη την ώρα που τρώω τα κεράσια μου
και φαντάζομαι
αντί γι’ αυτά να τρώω τα σωθικά σου
ένα προς ένα.

Σήμερα το μεσημέρι
αντίκρισα ένα ξεπουπουλιασμένο
γκρι περιστέρι.

*Από τη συλλογή “Ankou”, εκδ. Αμείλιχος, Πάτρα 2020.

Γρηγόρης Σακαλής, Προνομιούχος

Κάτι ζεστά καλοκαίρια
καθόμουν τ΄απογεύματα
στο μπαλκόνι
αποκαμωμένος,
κάτι κωλόπαιδα με μηχανάκια
χωρίς εξατμίσεις
δεν μ΄άφηναν να κοιμηθώ
καθόμουν και κοίταζα
τις χοντρές που ανεβοκατέβαιναν
το δρόμο ιδρωμένες
διάολε γιατί μόνο χοντρές
καθόμουν και βλαστημούσα
την τύχη μου
που ήμουν απλά μια κουκκίδα
μέσα στην πόλη
χωρίς κλιματισμό
εκεί σ΄ένα μπαλκόνι
αποκαμωμένος.

Θεόδωρος Ντόρρος, Δύο ποιήματα

V
ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ – ΚΑΝΤΑΔΑ

“…Ξανάρχεται με το τραγούδι που μ’ αρέσει.
Μονάχη θα φοβόσουν.
Δεν είσαι τώρα αρμονία του μετιέ
που δίνεται σ’ αφηρημένες παρεξήγησες
του καθενός.
Δε μοιάζεις με ρεκλάμες και σταθμούς εξοχικούς.

Καντάδα. Μουσική.
Μιλάτε ολόισια σε μένα.
Είστε αλήθειες,
που ξεθαρρεύουν τη ζωή μου, τη δική μου.
Κι η κάθε της μικρούλα λεπτομέρεια,
μια μια που ξεπετιέται,
γίνονται όλες χαϊδεμένες ομορφιές,
δικές μου.
Με πυρώνουνε.
Δεν είχα ’γώ ποτέ μου θέση…

Είμ’ έτοιμος να δώσω τη ζωή μου,
σ’ όποιον θέλει…”

*

VI
ΠΟΛΛΟΙ ΚΟΖΑΚΟΙ

Το πρώτο τους ξεφώνημα σκοτίδιασε και πλάκωσε
τους εαυτούς μας όλους
σ’ αφάνεια σιγής.

Οι εκλεκτοί του τραγουδιού ανοίγουν τα καινούρια.

Τραντάζονται τα στήθια.
Σηκώνετ’ η γροθιά στην όλη δύναμη.

Μαζί κι οι σιγανές παραδοχές του πόνου
που άλλους έχει δράξει.
Τούτοι δε γνώρισαν κοινές ανάγκες, στέρησες, αηδίες.
Είν’ το τραγούδι τους η ομορφότερη κραυγή,
ιπποτισμός της καταδίκης,
και το φαν΄λέρωνα της τέχνης της ζωής.

…Χορδές του λάρυγγα.
Και των αυτιών τα τύμπανα…

Λαθεύεται η ψυχή μου.
Κι ας ήταν τόσο ζωντανή σ’ αυτό της το αντάμωμα.

*Από την ενότητα “Μουσικές και τραγούδια” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Στου γλυτωμού το χάζι”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2005.

Suyako, Δύο ποιήματα 

Op.1: ΜΑΖΟΧΙΣΜΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΤΟ ΜΕΓΑ ΣΥΜΒΟΛΟ!

Μαζοχισμός το Πάσχα
και ιδού το μέγα σύμβολο
και πώς μ’ αρέσουν τα ποιήματα
όπου ο πρώτος στίχος
είναι ο τίτλος

Κι όμως
ακριβολογούμε:
Πάσχα
είναι τώρα

Μέσα Γενάρη γράφω νωρίς το Πάσχα φέτος
Το κερί στο χέρι μου είναι στην εκκλησία
και κοιτάζω κάτω οι συγγενείς!
κι εγώ το κερί που κρατάω στο χέρι μου
πορτοκαλί πηλός και βούτυρο σκληρό
με τη φλογίτσα στην κορφή αεριωθούμενη
για πάντα ως το τέλος
στάζοντας λιωμένο στα δάχτυλά μου
κι εγώ υπομένω υποτιμώντας
τον πόνο υπομένω ηδονή

ΜΑΖΟΧΙΣΜΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ
ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΤΟ ΜΕΓΑ ΣΥΜΒΟΛΟ:
Έ κ α σ τ ο ς κ α ι κ ε ρ ί

Οι άνθρωποι λαμπάδες
άφθονοι μπαμπάδες
αθόρυβες καντάδες ( echo)

Για πάντα αεριωθούμενοι
με τη φλογίτσα στην κορφή στάζοντας
Λιωμένη στην παλάμη κι υπομένει
τον πόνο υπομένει ηδονή

Μαζοχισμός το Πάσχα
και ιδού το μέγα σύμβολο!

Και ακολουθεί το τέλος του ποιήματος:
Και να θυμάσαι,
όταν στο χέρι σου κρατάς
πορτοκαλί πηλό και βούτυρο σκληρό
BE YOURSELF
PINIOCHET
BEYONCE (ecco)

Μαζοχισμός το Πάσχα
και ιδού το μέγα σύμβολο!

*

ΠΡΩΙ

Πρωινά φιλιά
στο κρεβάτι
με κλειστό το στόμα
για να μη βγει έξω και μαθευτεί
η μυρωδιά της ψυχής
που όλο το βράδυ ταξίδευε ως το στόμα
ονειρεύοντας.

*Από το βιβλίο “Αθολόγιο Νεοληνικής Πίεσης”, εκδ. Φαρφουλάς, 2019