Κώστας Θ. Ριζάκης, Τρία ποιήματα

Θέρος

σκαλί σκαλί τ’ ωραίο φωςκύματα κύματα ο ιδρώτας
κ’ η παναγιά η θαλασσομίλητη
κάτι από χώμα λίγη από νερό
γυμνή πάνω στον κόκκινο το βράχο
ριγώντας πλάι στης μνήμης τον αφρό
στο αγγελόκρουσμα τ’ αυγούστου πολεμώντας
ήλιος που ζήλεψε σκιάς αναπαμό
κορμί που θέρισε ο άνεμος περνώντας

*

Επιτάφιος δρόμος

επιτάφιος δρόμος νωρίς που με ξύπνησε
και με πήρε και πάει κι ούτε φτάνει
πόσα χρόνια ποιες μέρες και πόσες
φιλικές μου οι στιγμές

έχει μνήμη η ζωή μα διαρκεί όσο ο θάνατος πρέπει
μόν’ ο στίχος απόκτησε μάκρος και δύοντας
ηλιαχτίδα στο βλέμμα παράπονο άλγους θανάσιμο μήνυμα

νέο ποίημα ανέτειλε πάλι μητέρα
τη σινδόνη της αποκαθήλωσης άπλωσε
ν’ ανασαίνει γλυκύτατο τέκνο σου

καταχείμωνον έαρ

*Από τη συλλογή “Ο κυρίως ναός”, 2006

*

Ο υπόλογος απόλογος (α)

όλα τα χέρια σταθερά σημάδεψαν –

πάντα ακριβές πάντα
εύστοχες οι λέξεις μου
μίλησαν άλλοτε ξυστά
τραγούδια αντιγυρίσαν
βάφοντας κάποτε στο αίμα τον αετό

τη σάρκα την ψυχή μου σκίζοντας
κομμάτια από γυαλί
μόλις στο νέο επρόβαλα το βήμα

–τα οπλισμένα χέρια μονομιάς σηκώθηκαν

(τόσα που βάρυναν μαχαίρια πίσω μου
ακόμα τη ζητάτε τη φωνή μου;)

*Από τη συλλογή “Τα επόμενα πένθη”, 1997. 

Ρούλα Αλαβέρα, Ο εχθρός

Οι φωνές σμίγουν στα λιμάνια
έξω από το έδαφος της φωτιάς
Η μορφή τραγουδά τον άνεμο που πλησιάζει
στις ανταύγειες των κρυμμένων δέντρων∙
αναπνέεις θρυμματισμένα αντικείμενα.
Η ευκαιρία να σκοτώσεις όποιον θέλεις
στο σεληνόφως, δόθηκε
Ο εχθρός σε μετέτρεψε
σε εφάρμοσε — σου προσεφέρθη
η ενότητα η δική σου αναπαύθηκε
σ’ άλλην ενότητα

*Από τη συλλογή “Περί της δεσποτείας των αντιαζομένων” (1969). Aντλήθηκε από το ιστολόγιο: https://www.translatum.gr/

Νατάσα Χασάκιοϊλη, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Angiulet Dundulet

ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ

Κρύφτηκα πίσω από το σύννεφο
να μη με δεις που κλαίω.

Η λάβρα ξέβρασε
και κοκκίνισε ο ουρανός.
Καβάλησα τον κεραυνό,
κάθε αστραπή
και χτύπος της καρδιάς.

Πέταξα άμμο να σκεπάσω τη θλίψη.
Είναι, λένε, η αρχή
μα στα μάτια μου
πνίγεται το τέλος.

Μαύρο πια το ουράνιο τόξο,
αγκαλιάζει το πένθος
και πασπαλίζει δάκρυα στ’ αστέρια.

Η πυγολαμπίδα
έσβησε το φως και,
άχρηστη πια,
ξάπλωσε να πεθάνει.

Ψάχνοντας το φως σου
γύρισα πίσω το βλέμμα
στο βιβλίο που γράψαμε.
Κίτρινες, πλέον, οι σελίδες
με ένα Χ στη μέση.

Το ίδιο σημάδι
που κάποτε μαρτυρούσε
τον θησαυρό,
έγινε καμένη ταφόπλακα.

*

ΠΟΡΦΥΡΑ

Κι έβλεπα τη μύγα
να γρονθοκοπά το χταπόδι
στα βράχια.

Αυτή με το μένος του κατακτητή.

Εκείνο με την ταπείνωση της υποταγής,
άπλωνε τα χέρια σχηματίζοντας σταυρούς.

Σκέψου το μαρτυριό του…

Η μύγα γυρόφερνε πανηγυρικά
τον πορφυρό βράχο
βροντογελώντας.

Στη μυρωδιά του θανάτου
χόρευε εκστατικά.

Αληθινή ιεροτελεστία.

Το κάτοπτρο
διεύθυνε το θάνατο
σαν σε ορχηστρική συμφωνία αίματος,
πασπαλίζοντας αλάτι τα φτερά της.
Το γεύμα, πλέον, έτοιμο.

Ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι,
ένα δεύτερο στολισμένο με κολώνα.

Χίλια μάτια να κατασπαράζουν το ένα και μοναδικό.

*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο “Αντιστί(κσ)εις – Ανθολογία ποιημάτων” της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης, εκδ. Ρώμη, 2018, σελ. 41, 43.

Theo Dorgan, Δύο ποιήματα

ΕΝΑ ΦΩΣ ΕΛΑΜΠΕ

ψηλά πάνω απ’ την πλατεία Μέριον
και τη διέσχισα ως τα κάγκελα να κοιτάξω πάνω
ώσπου θυμήθηκα. Το ξάφνιασμα
είναι το λιγότερο που μπορείς να νιώσεις,
η αίσθηση του τίποτα κάτω απ’ τα πόδια σου.
Βαδίζουμε μέσα απ’ το χάσιμο μικρών πραγμάτων.
Ένα φως που λάμπει αργά πάνω απ’ την πλατεία
σημάδι μιας ζωής που δεν υπάρχει πια, κι έπειτα
ο ίλιγγος του σκοταδιού, μια σιωπή
πιο ομιλητική κι από σόλο του Τσάρλι Πάρκερ.
Κανείς εκεί πάνω δεν εκστασιάστηκε μ’ ένα βιβλίο
                             του Μάχον,
ή με τα περίτεχνα φιλιγκρί του Τζον ΜακΛάφλιν·
κανείς δεν ατενίζει με μπλε μάτια το διάστημα
δεν σκέφτεται πόσο μακριά έχουμε πάει,
ή πόσο έχουμε ακόμα να πάμε.
Συνέχισα να περπατάω. Ήταν αργά, κι είχα αργήσει
κι αυτό το κομμάτι της ζωής μας τελείωσε.
Τώρα το φως που λάμπει είναι σημάδι όχι της παρουσίας
                                        αλλά
της απουσίας, του φίλου μας που δεν θα ξανάρθει.
Ολόκληρος ο χάρτης που ήταν απλός ανασηκώθηκε.

(στη μνήμη του Λίαμ Κάσιντυ, 1950-1997)

*

ΟΛΕΣ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΕΣ

Δεν παρακαλούσε, όχι ακριβώς.
Απλώς καθόταν έξω απ’ την κίνηση.
Δεν καθόταν, όχι ακριβώς.
Απλώς ήταν εκεί, έξω απ’ την κίνηση.
Δεν βιαζόμουνα, όχι ακριβώς.
Απλά περπατούσα, με την κίνηση.
Μάλλον, δεν περπατούσα,
Με στεναχωρούσε η πορεία μου μέσα απ’ την κίνηση.
Σήκωσε το βλέμμα της και χαμογέλασε.
Μόνο αυτό, χαμογέλασε
κι εγώ της χαμογέλασα.
Φυσικά το έκανα.
Έβαλα τα χέρια στην τσέπη μου
αλλά κούνησε το κεφάλι της,
κράτησε τα μάτια μου
κι έριξε τη ματιά της
έξω από τον κόσμο που πληγώνει
έξω απ’ την κίνηση.

*Μετάφραση: Σωκράτης Καμπουρόπουλος

**Ο Theo Dorgan γεννήθηκε το 1953 στο Κορκ της Ιρλανδίας σε πολύτεκνη οικογένεια. Σπούδασε αγγλική φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστημιακό Κολέγιο του Κορκ. Ασχολήθηκε από νωρίς με τα κοινά της ποίησης διατελώντας διευθυντής του οργανισμού Poetry Ireland (1990-2000), μέλος του ΔΣ του Arts Council, κ.ά., και υπεύθυνος ανθολογιών και μεταφραστικών εργαστηρίων. Η αγάπη του για την ιστιοπλοΐα γέννησε τα αφηγηματικά χρονικά Sailing for Home (2004), Time in the Ocean (2010), καθώς και το μυθιστόρημα Making Way (2013). Η αγάπη του για την κλασική και σύγχρονη Ελλάδα τον έκανε να την υιοθετήσει ως δεύτερη πατρίδα του. Ποιητικές συλλογές: The Ordinary House of Love (1991), Rosa Mundi (1995), Saphho’s Daughter (1998, αφιερωμένο στην Κ. Αγγελάκη-Ρουκ), Jason and the Argonauts (λιμπρέτο, 2004), What This Earth Cost Us (επανέκδοση των δύο πρώτων συλλογών, 2008), Greek (2010), Nine Bright Shiners (2014), Orpheus (2018, ελλ. έκδ. Ελληνικά/Ορφέας, Το Ροδακιό, 2020).

Diane Di Prima, Abandoned… / Εγκαταλελειμμένοι…

Abandoned to themselves, people let their hair grow.
Abandoned to themselves, they take off their shoes.
Abandoned to themselves, they make love
they sleep easily
they share blankets, drugs and children
they are not lazy or fearful
they plant seeds, smile, talk to each other. The word
starts within themselves: touch of love
in the brain, in the ear.
We return with the sea, with the tides
we often return like leaves, numerous
like grass, gentle and insistent, we remember
the way our little ones take their first steps barefoot through the cities
of the universe.

Εγκαταλελειμμένοι στον εαυτό τους, οι άνθρωποι αφήνουν τα μαλλιά τους να μακρύνουν.
Εγκαταλελειμμένοι στον εαυτό τους, βγάζουν τα παπούτσια τους.
Εγκαταλελειμμένοι στον εαυτό τους, κάνουν έρωτα
κοιμούνται εύκολα
μοιράζονται κουβέρτες, ναρκωτικά και παιδιά
δεν είναι τεμπέληδες ούτε φοβισμένοι
φυτεύουν σπόρους, χαμογελούν, μιλάνε μεταξύ τους. Η λέξη
ξεκινά μέσα τους: ένα άγγιγμα αγάπης
στον εγκέφαλο, στο αυτί.
Επιστρέφουμε με τη θάλασσα, με τις παλίρροιες
συχνά επιστρέφουμε σαν φύλλα, πολυάριθμοι
σαν χορτάρι, απαλοί και επίμονοι, θυμόμαστε
τον τρόπο που τα μικρά μας κάνουν τα πρώτα τους βήματα ξυπόλυτα μέσα στις πόλεις
του σύμπαντος.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Federico Garcia Lorca, Όνειρο

Χελιδονάκι που πετάς
μέχρι τις άκρες του κόσμου.
 
Λουλούδια από δροσιά
στεφανώνουν τα όνειρά μου.
Η καρδιά μου όμως γυρίζει
γυρίζει γεμάτη πλήξη
όπως τα αλογάκια στο λούνα παρκ
όπως ο θάνατος βγάζει βόλτα τα παιδιά του.
Αχ να δέσω το χρόνο
με σχοινί χοντρό από μαύρη νύχτα
γύρω από τα δέντρα
να χρωματίσω με το αίμα του τις όχθες
-κίτρινες οι αναμνήσεις μου-
 
Πόσα παιδιά έχει ο θάνατος;
Στο στήθος μου έκαναν φωλιά.
 
Χελιδονάκι που έρχεσαι
από τις άκρες του κόσμου.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Noemia Prada

ΦΟΡΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Μέρες θανάτου, μετρημένες ανάσες
στο πλέγμα το σιδερένιο
στο στήθος βαθιά,
του ύπνου οι διακοπές ταράξανε
την πραγματικότητα του ονείρου
που σφίγγει με θέρμη το κεφάλι
και το διαβάλλει
στην πολυδιαφημισμένη κλίνη
που πίστεψε πως ολάκερη
η δύναμη του κόσμου
κρύφτηκε στα μάτια σου,
στα δυο σου χέρια.
Μα έκαμε λάθος τραγικό,
δεν υπολόγισε το πνίγος,
τη θηλιά του του απονενοημένου διαβήματος
που επιλέγεις καθημερινά
μέχρι να φτάσεις στο χείλος
των deadlines.

*

ΠΛΕΞΗ ΑΝΑΠΟΔΗ

Είμαι εδώ,
διαβάζω το αποτύπωμα της ερωτικής αποπλάνησης
που κόλλησε στις κλωτσιές,
τυλιγμένες ανάποδη,
από λεπτό νέγρικο χέρι
κάπου στην Αφρική.
Τα δάχτυλα διπλώνουν,
ξετρυπώνουν και μπερδεύουν,
πλέξη του φθινοπώρου
σε περιβόλι με ψηλούς θάμνους.

Παραιτήθηκα.

Μόνο στάθηκα τις θωριές ν’ ακούσω.
Ο ρυθμός είναι άλογο
κάτω από τον ακούσιο θόρυβο της υστέρας,
θέση χειροκροτήματος με ηχώ,
στο βράχο που τυραννήθηκαν οι θεοί
γιατί σου έδωσαν δώρα, νου και λόγο
να μεταβάλλεις την ορμήνια
του πάθους
σε ποίηση.

*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο “Αντιστί(κσ)εις – Ανθολογία ποιημάτων” της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης, εκδ. Ρώμη, 2018, σελ. 144-145.

Δήμητρα Γερογιάννη, Τρία ποιήματα

θα θυμάμαι πάντα
τα πλακάκια στο μπάνιο
το θάνατο
στα χείλια μου
και το νερό
που τα ξέπλενα
κάθε φορά
σχολαστικά
οι σκέψεις μου να γίνονται
εκατοντάδες έντομα
εγκλωβισμένα

κι έπειτα
ένα λευκό σεντόνι
να με χωρίζει από τον κόσμο
για εκατομμύρια λεπτά
και μια μόνο
λεπτή
κλωστή
από τις σκέψεις
μου

*

μετρούσα το χρόνο
περιμένοντας τις μικρές παλάμες μου
να μεγαλώσουν
κοιτάζοντας στρατιές από μυρμήγκια
να βαδίζουν με σιγουριά
σε κάποιο προορισμό
και τα μικρά μου χέρια μεγάλωναν
απελπιστικά
αργά

τα μεσημέρια
τραγουδούσα αθόρυβα
-χωρίς να τους ξυπνάω-
αναπνέοντας ρυθμικά
ζωγραφίζοντας φτερωτές γάτες
στα τζάμια
με τα στρογγυλά μου
χέρια

και πάντα μα πάντα παρακολουθούσα
τα μυρμήγκια
που ήξεραν ποιο δρόμο
ν’ ακολουθήσουν

*

είδα στον ύπνο μου χθες
το πρόσωπο της αδελφής μου
χωρίς ρωγμές και ρυτίδες
φορούσε το φόρεμα με τις μικρές
μαργαρίτες
γελούσε δυνατά
και το γέλιο ηχούσε
στους τοίχους τα τζάμια τα σύννεφα
κι ήταν η τελευταία Κυριακή
που μπορώ να θυμηθώ
με χρώματα
έξω από το χρόνο
χωρίς σκαμμένα
μάγουλα
γκρίζα
το παιδικό της πρόσωπο

ξύπνησα στη μέση της νύχτας
με χείλη ξεραμένα
γεμάτα χώμα και κρύφτηκα
κάτω από το κρεβάτι
μέχρι να ξημερώσει

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρίς όνομα”, εκδ. Θράκα, Ιούνιος 2016.

Richard M. Berlin, Δύο ποιήματα

Η ΜΟΝΑΔΑ ΑΛΤΣΧΑΪΜΕΡ

Κάθε βραδιά,
μόλις πέσει
ησυχία,
αυτή ξυπνά και βγαίνει στο κυνήγι.
Οι άνδρες που απαλλάχτηκαν από την επιθυμία
επιπλέουν σαν τα φύκια
και ακούν την ψαλμωδία της,
ανελέητη σαν τις χίλιες
γλώσσες των κυμάτων.
Λίγοι κατανοούν
την πρόσκληση του σώματός της,
την τραχιά γεύση του αλατιού.
Αλλά κανείς τους δεν θυμάται
ότι την προηγούμενη νύχτα,
ξανάζησε μέσα στη θάλασσά της.
Και όταν τυχαία
την φιλούν, κλείνουν με θόρυβο
σαν όστρακα στον αφρό,
και τότε μια πόρτα σφαλίζει,
κι ο ρυθμός τους γίνεται ένας ωκεανός
όπου οι αναμνήσεις κολυμπούν
κάτω απ’ το φως των αστεριών
και πάνω απ’ την ψαλμωδία της φουσκοθαλασσιάς.

*

ΑΠΟΔΗΜΙΑ 3πμ.

Η ασθενής μου στριφογυρίζει στο Επτά και Μισό,
το θάλαμο για τους τρελούς και τους μισότρελους.
Στα μέσα του δρόμου για τα τριάντα της,
στο στόμα της υπολείμματα εμετού,
ξυπόλητη, με άσπρο σορτσάκι,
η κοντομάνικη μπλούζα της
με τις μαύρες σαν σπαγγέτι ρίγες
έχει πέσει κάτω απ’ τα στήθη της,
το ένα με τατουάζ μιας πεταλούδας-μονάρχη.

Της βρίσκω μια ρόμπα και τσιγάρα,
παρατηρώ τους ματωμένους καρπούς της από τις χειροπέδες,
ένα κόψιμο ραμμένο στο μπράτσο της
την ιστορία που επινόησε για τον άνδρα της:
Αγαπά το φορτηγό του περισσότερο από μένα…
Μετά από τρία τσιγάρα
και μία ώρα μεθυσμένης ασυναρτησίας
ουρλιάζει, Άι γαμήσου!
Το μόνο πού μπορώ να κάνω
είναι να δώσω την εντολή να εγκλειστεί.
Τόσο απλό: η υπογραφή μου σ’ ένα ροζ χαρτί.

Ύπνος/ξύπνος μέρα/νύχτα ξεκομμένος απ’ όλα,
άγρια πείνα για μια βάφλα με στρώσεις από φράουλες,
οι πόρτες του νοσοκομείου ανοίγουν βουΐζοντας
και η βροχή με χτυπά.
Γυρίζω το κουμπί του ραδιοφώνου με μια γρήγορη κίνηση
η τζαζ μια ευχάριστη έκπληξη,
ο άνεμος στα δένδρα ακούγεται
σαν το ρυθμό της βούρτσας στα ντραμς.
Γελώντας, σιγοτραγουδώ το όνομά της,
φαντάζομαι τις πεταλούδες-μονάρχες να πετούν στην Κόστα Ρίκα.
Κι όταν θα την επισκεφτώ το πρωί
θα ξαφνιαστεί σαν την ερωμένη της μιας νύχτας
που δεν θυμάται το όνομά μου.

*Από τη συλλογή «Πώς ο JFK σκότωσε τον πατέρα μου». Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης.

Έκτωρ Κακναβάτος, Τέσσερα ποιήματα

ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΗ



Μην τους ακούς που τάχα ολολύζουν
που παρότι
απολοφυράμενοι απέρχονται δακρύοντες
μην τους ακούς
που μυξοκλαίνε
Το ξέρουνε καλά που ο θάνατος
εξέχει από τον χρόνο ως ανθύπατος
όπως το δάχτυλο τους
από την τρύπια κάλτσα∙
ένας τέτοιος θρίαμβος.

*

ΑΛΓΕΒΡΑ

Πέρα κατά τη δημοσιά
φάνηκε πρώτα στήλη κουρνιαχτός
ως τα μεσούρανα
Δεν άργησε πολύ
Ο δρόμος έφερνε το ποδοβολητό
το χουγιατό της
Κλείνανε παράθυρα κατέβαιναν ρολά
Σιδεροντυμένη έμπαινε πια στην πόλη
η εξίσωση.

*

ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΑΛΛΟΘΙ

Το σκυλί μου κόπια του όγδοου αιώνα
κομμένο στα τέσσερα
μ’ άλλους σακατεμένους κώδικες
λέω να το πουλήσω για πατατόσπορο
έχω παιδιά να θρέψω
θέλει πισσόχαρτο η στέγη μου
θέλει καλαμπόκι το κοτέτσι
θέλουν τα ποντίκια μου τυρί
την Πτολεμαία Κλεοπάτρα θέλω στο στρώμα μου
και βρέχει.

*

ΕΙΣΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Κάτω από το παράθυρο μου πέρασε πάλι αυτός
δόκανο για φεγγάρια
Το κεφάλι του τετράγωνο κλουβί
μέσα του ένα μάτι
απ’ τα λίγα που περίσσεψαν της νύχτας
μα όχι ψάρι
Σου γράφω μετά από τρεις βροχές
Η απόπειρα μου για το ποιος είναι ο άλλος που είμαι
απότυχε
Τι να σου λέω λοιπόν για τη μοναξιά με λέξεις
Μη δεν είδες θερισμένο κάμπο πέρα πέρα
καταμεσί του απόμαχο βαγκόνι έξω από τις ράγιες
τη σιγαλιά ν’ ακουμπάει πάνω του
δίχως κουδούνι να βοσκάει η ερημιά
κατάψηλα να περιπολούν κοράκια;
Κάτω απ’ το παράθυρο μου πάλι αυτός
Το κεφάλι του εγώ: είσοδος κινδύνου.

*Από ανθολογία ποιημάτων του Έκτωρα Κακναβάτου στο poiein.gr σε επιμέλεια Πέτρου Γκολίτση.