Αλέξης Τραϊανός, Δύο ποιήματα

Κάποιος έφυγε

Κάποιος έφυγε από μέσα μας
Ξεκλείδωσε κάποτε τους αρμούς μας
Φόρεσε τα πιο ωραία μας ρούχα
Και κάνοντας μια ραγισματιά αιφνίδια
Πετάχτηκε
Όπως απ’ το νεκρό πετιέται η στερνή πνοή
Πετάχτηκε με τους πολλούς καθρέφτες
Τους αμέτρητους ήλιους

Έφυγε
Δεν ήθελε να ζει μαζί μας
Σφίγγοντας νεκρά πουλιά
Κλείνοντας τον παγωμένο αέρα στα γόνατα
Έριξε το κορμί του στη νύχτα
Στην άλλη υπόσταση των πραγμάτων
Έφυγε αφήνοντάς μας μια ραγισματιά αιφνίδια
Τις μικρές λυπημένες φωνές των πραγμάτων
Κάτι σωπασμένους αδύνατους ήχους
Ανέκφραστα πενιχρά πράγματα
Που τον βαστάζουν και τον θυμούνται
Όπως η άνοιξη κάθε φορά που έρχεται τον θυμάται
Κι η γυρισμένη ζωή
Και τ’ ανοιγμένο μας στήθος

Εμείς τον κλαίμε ακόμη

*Από τη συλλογή “Μικρές μέρες” (1973)

*

Το πέτρινο πουλί

Σαν κομμένες απ’ άλλον καιρό
Αυτές οι πλατείες οι δρόμοι
Άλλαξαν όλα τόσο
Το θυμάσαι
Δεν μπορείς παρά να θυμάσαι
Υπάρχουν πάντα τα λείψανα
Ανθρώπινες μνείες
Αποχρόνια χαμόγελα
Σε ηλικίες σπασμένες
Κι αυτό το πανί της ομίχλης
Κι η λάσπη

Μόνο τα παιδιά δεν άλλαξαν
Τα παιδιά με πλαστικά παλτά
Σαν υγραμένη ζάχαρη
Εξασκούν τη νέα φωνή τους στην καθομιλουμένη
Ενώ η παλιά υπάρχει για σένα
Και για το πέτρινο πουλί
Να τη σφυρίζει

*Από την ενότητα “Θανάτοψις”.

*Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 51 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2000.  

Γιάννης Πατίλης, Δύο ποιήματα

Η ΑΣΠΙΔΑ

Όλη μου η ζωή ένας πόλεμος.

Πάντα ένα χέρι μου ‘δείχνε
την ασπίδα που κρεμόταν στον τοίχο¨
ή Τάν ή επί Τάς.
Αυτό ποτέ μου δεν το ’χα καταφέρει
σε κάθε μάχη έχανα πάντα την ασπίδα·
στο θόρυβο, στον κουρνιαχτό, στο αίμα
τι να πρωτοκρατήσω.
Ρώτα τα πόδια μου
που τα γνώριζαν τα μετόπισθεν
Ρώτα στα μάτια μου τον πανικό μου.

Με τ’ όπλο απάνω μου, με τα χέρια ψηλά
τι να πρωτοκρατήσω…

*

ΘΑ ‘ΡΘΩ ΚΑΘΕΤΩΣ

Σκοτάδι απόψε
κι ο δρόμος που μου δείξανε
χαράδρα ατέλειωτη

Είναι μια λύση να τραβάς από ψηλά
απ’ τις ταράτσες.
Κάτου δεν ξέρεις
τι μπορεί να σου κυλήσει
άνθρωπος θα ‘ναι, είδηση…

Τέλος είπαν πως “κάτου” θα λογαριαστούνε
δώσαν τα σχέδια –
μα τούτη η περιπλάνηση με κούρασε.
Βαρέθηκα τα οριζοντίως
αυτή την ειρωνική συνύπαρξη,
την ευθυγράμμιση.
Λοιπόν θα στρίψω
θα ‘ρθώ καθέτως
καθέτως στην πόρτα σας
σην καρδιά σας
σα σφαίρα, σαν είδηση…
Καθέτως.

*Από τη συλλογή “Ο μικρός και το θηρίο” (1970). Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο συγκεντρωτικό τόμο “Το σπασμένο είναι πιο ανθεκτικό – Ποιήματα 1970-2022”. Εκδ. ύψιλον/βιβλία, 2023.

Julia Vinograd, Street Magic / Μαγεία του Δρόμου

Η Julia Vinograd φουσκώνει σαπουνόφουσκες στο People’s Park. Φωτογραφία: Annie Moose

I have seen screams deserted by their owners,
wandering the streets looking for a way home,
any home.
I have seen torn off masks
with parts of faces still twitching inside them.
I have seen a cold wind
trying us on like coats
but we can’t keep it warm.
I have seen shiny briefcases full of slammed doors
keeping everyone out.
I have seen a fleet of wild shopping carts
go hunting each night.
I have seen lover’s hands flowering over flesh
till elevators go down on each other
and drainpipes clog up with roses.
I have seen a TV commercial for tears
playing on the inside of mirror shades.
I have seen junky veins made into tightrope wires
walked so high in the death-defying air
without a net,
only spangles and sawdust.
I have seen tarot cards stapled to telephone poles
like band flyers or desperate pleas for housing.
Usually the hanged man. Sometimes the fool.
All we have left.
I have seen the tortured street
where twisting magic hurts worse than arthritis,
(so many won’ts beating against our will)
and worst of all
the magic works.

Έχω δει κραυγές εγκαταλειμμένες από τους ιδιοκτήτες τους,
να περιπλανιούνται στους δρόμους ψάχνοντας μια διέξοδο για το σπίτι,
οποιοδήποτε σπίτι.
Έχω δει ξεσκισμένες μάσκες
με κομμάτια από πρόσωπα να σπαρταρούν ακόμη μέσα τους.
Έχω δει έναν παγωμένο άνεμο
να μας δοκιμάζει σαν παλτά,
μα δεν μπορούμε να τον κρατήσουμε ζεστό.
Έχω δει γυαλιστερούς χαρτοφύλακες γεμάτους πόρτες που έκλεισαν με πάταγο,
κρατώντας τους πάντες απ’ έξω.
Έχω δει έναν στόλο από άγρια καρότσια του σούπερ μάρκετ
να βγαίνει κάθε νύχτα για κυνήγι.
Έχω δει τα χέρια των εραστών να ανθίζουν πάνω στη σάρκα,
ώσπου οι ανελκυστήρες να κατεβαίνουν ο ένας μέσα στο άλλον
και οι σωλήνες των αποχετεύσεων να φράζουν από τριαντάφυλλα.
Έχω δει μια τηλεοπτική διαφήμιση για δάκρυα
να παίζει στην εσωτερική επιφάνεια γυαλιών-καθρεφτών.
Έχω δει φλέβες σαραβαλιασμένες να γίνονται τεντωμένα σχοινιά,
κι ανθρώπους να περπατούν τόσο ψηλά,
στον αέρα αψηφώντας τον θάνατο,
χωρίς δίχτυ,
μόνο με πούλιες και πριονίδι.
Έχω δει κάρτες ταρώ καρφιτσωμένες πάνω σε κολόνες τηλεφώνου,
σαν αφίσες συγκροτημάτων ή απελπισμένες εκκλήσεις για στέγη.
Συνήθως ο κρεμασμένος. Μερικές φορές ο τρελός.
Ό,τι μας έχει απομείνει.
Έχω δει τον βασανισμένο δρόμο,
όπου η στρεβλή μαγεία πονάει περισσότερο κι από την αρθρίτιδα,
(τόσα πολλά «δεν» να χτυπούν πάνω στη θέλησή μας)
και το χειρότερο απ’ όλα —
η μαγεία λειτουργεί.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

**Η ποιήτρια του δρόμου Julia Vinograd αναδείχθηκε από το κίνημα της Ελεύθερης Έκφρασης της δεκαετίας του 1960, πολεμώντας την κρατική καταπίεση με φυσαλίδες αντί για τούβλα. Παρά τις πολλαπλές αναπηρίες της, κατάφερε να εκδώσει πάνω από εβδομήντα ποιητικές συλλογές που υπερασπίζονταν τις φωνές των περιθωριοποιημένων.

Στέφανος Ροζάνης, Τρία ποιήματα

Το δίκαιο των σωμάτων

Διισταμένων των ψυχών
Επανέρχεται ως σώμα στη μοναδικότητα
ενός νυχτερινού ρεμβασμού
Μεταξύ των αχράντων και της μέριμνας
της βιοτικής
Που καταδυναστεύει τα όνειρά μας

Ανήκουστος ψιθυρισμός
Καταβεβλημένος από τις φωνές που εγείρονται
καταμεσής των μαιάνδρων της πύλης
Και των λαχανιασμένων αποστροφών
που πλήττουν καίρια το φως της ημέρας

Αν οι λέξεις μεταξύ των ψυχών ίστανται
Τότε το δίκιο των σωμάτων απόλλυται
Σε μια μόνο στιγμή

*

Επίκυκλοι

Επίκυκλοι συναισθημάτων
Λησμονημένοι στην ουράνια σφαίρα
Ψευδείς ή αληθείς

Πώς να επικυρώσω την αρχή
που τους συνέχει
Όταν εξάλλου τους αρνούνται οι θεοί
και οι τόποι συνθλίβονται από το βάρος τους
και επιστρέφουν στο σκοτάδι
πατώντας τον θάνατο

*

Όπως…

Όπως τα πρώτα ποιήματα που ποτέ
δεν έπαψαν να με αναγγέλουν
Όπως ο θάνατος που ποτέ δεν έπαψε
να με προβλέπει
Όπως τα λόγια που ποτέ δεν έπαψαν
να με συλλέγουν

Αναρίθμητα τενάγη που μέσα τους
σκόρπισα την απουσία μου
Αντιπαλότητες και ενοχές το έξω
της ψυχής μου

Αν καταφεύγω σε σένα είναι γιατί
αλλιώς δεν μπορώ να κάνω

*Από τη συλλογή “Το δίκαιο των σωμάτων” (2011). Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο συλλογικό τόμο ‘Ποιήματα 1966-2012’, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2024.

Vittorio Sereni, Τρία ποιήματα 

Κυριακή μετά τον πόλεμο
 
Για δυο που ξανανταμώνουν μια
Κυριακή μετά τον πόλεμο
μπορεί άραγε
να ξανανθίσει η έρημος της θάλασσας;
 
…αγάπα με –λέει αυτός– σαν επωδό
αγάπα με μ’ όλη σου τη δύναμη
με τη δύναμη μιας ρεβάνς για όλ’ αυτά τα χρόνια…
Όμως
 
…τους πρώτους τού πολέμου καιρούς
όταν δεν υπήρχαν Κυριακές
παρά μόνο μία άνοστη απελπισία, ένα σάστισμα
σήμαντρων, κατάλοιπο
καπνού που άραξε αρόδο
του τελευταίου ποσταλιού από το Άμστερνταμ…
 
Να, τώρα καταβροχθίζονται με τα μάτια,
δοκιμάζει ο ένας τον άλλον κρυφαγγίζουν τα χέρια
πάνω στο υφαντό του τραπεζιού.
 
…θάλασσα για χρόνια μονήρης
χρόνια προσμετρούμενα με κύματα
ένας άτονος θαλασσινός βραχίονας
καιρού που πέτρωσε στο διάκενο
της αφωνίας…
Είναι άραγε δυνατόν να ξανανθίσει η έρημος της θάλασσας;
 
Να όμως που αλληλοσμίζονται προσεκτικοί
ευγενικοί και σχεδόν τρυφεροί
– Βρετανός αυτός αυτή Φλαμανδή –
κι έπειτα ρίχνονται στο νταλαβέρι της σχέσης
σήμερα κιόλας που δεν είναι καν Κυριακή.
 
(1982)

*

Και ιδού οι φωνές χαμηλώνουν

Και ιδού οι φωνές χαμηλώνουν και οι φίλοι
είναι τόσο ξέμακροι
η κραυγή που τους καλεί
είναι χαμηλότερη από ψίθυρο.
Όμως με τα χρόνια επιστρέφει
το νεκρικό και διαυγές σου μειδίαμα
μοιάζει με τη λίμνη
που βουτάει βάρκες κι ανθρώπους
αλλά δίνει χρώμα στα πρωινά μας.

(1940)

*


Οδός Σκαρλάττι
 

Όχι με άλλους παρά με σένα
τούτη η συνομιλία.
Μεταξύ δύο μυχών οχλοβοής, όχι μακρύς,
προχωράει, όλο σπίτια, ο δρόμος·
μα αίφνης τον ανοίγει ένα ρήγμα
απ’ όπου εισβάλλουν καχεκτικά χαμίνια
και ίσως ο ήλιος την άνοιξη.
Τώρα μέσα του μοιάζει πάντα νύχτα.
Παραπέραολοένα σκοτεινιάζει,
στάχτη και καπνόςείναι ο δρόμος.
Αλλά τα πρόσωπα, για τα πρόσωπα θα σε γελάσω:
σκιά μάλλον σκιά κούρασης και οργής.
Αυτόν τον πόνο τον κοροϊδεύει
ο χτύπος εφηβικών τακουνιών,
το αναπάντεχο ξελαρύγγιασμα ενός ντουέτου
όπερας σε μια σύναξηορμητική.
Κι εδώ σε περιμένω.
 
(1965)

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου. Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο https://www.poiein.gr

Ahmad Abu Omar, Μια καρδιά που αρνείται να λυγίσει

Υπήρξε κάποτε ένας καιρός
που η ζωή κυλούσε ήσυχα,
απλά και αληθινά.
Τα πρωινά ξημέρωναν με το χρυσό φως του ήλιου,
όχι με τον εκκωφαντικό ήχο των εκρήξεων.
Μετρούσαμε τα όνειρά μας,
όχι τις πιθανότητες να επιζήσουμε άλλη μία νύχτα.

Ζούσαμε τις μικρές, συνηθισμένες στιγμές,
εκείνες που κανείς δεν αντιλαμβάνεται πόσο πολύτιμες είναι,
παρά μόνο όταν χαθούν για πάντα.

Δουλεύαμε.
Αγαπούσαμε.
Χτίζαμε το μέλλον μας με τα ίδια μας τα χέρια.
Το αύριο ήταν μια βεβαιότητα,
όχι ένας φόβος που διστάζαμε να αντικρίσουμε.

Ύστερα ήρθε ο πόλεμος.
Δεν χτύπησε την πόρτα.
Δεν προειδοποίησε.
Δεν έδειξε έλεος.
Εισέβαλε στα σπίτια μας,
στους δρόμους μας,
στις αναμνήσεις μας.
Και άφησε πίσω του πληγές
που δεν φαίνονται στο βλέμμα,
μα χαράζονται βαθιά στην ψυχή.

Πήρε το γέλιο από τα πρωινά μας,
τη γαλήνη από τις νύχτες μας,
και κομμάτια από την καρδιά μας
που ίσως να μη βρούμε ποτέ ξανά.

Οι νύχτες έγιναν ατελείωτες.
Η σιωπή βάρυνε.
Ο φόβος έγινε ο αχώριστος σύντροφός μας.

Κι όμως, ο μεγαλύτερος πόνος
δεν είναι η πείνα.
Δεν είναι η κούραση.
Ούτε τα ερείπια που μας περικυκλώνουν.
Ο μεγαλύτερος πόνος
είναι να κοιτάζεις ένα παιδί στα μάτια
και να ακούς μια ερώτηση
που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε ποτέ να κάνει.
«Θα ζήσουμε;»

Όταν ο ουρανός μοιάζει να γκρεμίζεται,
η καρδιά μου τρέχει στα παιδιά μου
πριν ακόμη προλάβει να κινηθεί το σώμα μου.
Τα σφίγγω στην αγκαλιά μου,
σαν να μπορούν τα χέρια μου να γίνουν κάστρο,
σαν να μπορούσε η αγάπη μου, από μόνη της,
να τα προστατεύσει από τη φωτιά που πέφτει από τον ουρανό.
Κρύβω τα δάκρυά μου.
Καταπίνω τον φόβο μου.
Φοράω τη δύναμη στο πρόσωπό μου,
γιατί μικρές ψυχές διαβάζουν κάθε έκφρασή μου.

Μα μέσα μου
μαίνεται μια καταιγίδα
που δίνω μάχη να κρατήσω σιωπηλή.
Εδώ, η δύναμη δεν είναι επιλογή.
Είναι καθήκον.
Είναι υπόσχεση.
Είναι ο σταυρός που σηκώνουμε
για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν
ότι υπάρχει ακόμη ένα αύριο.

Κι όμως…
Μένουμε όρθιοι.
Αντιστεκόμαστε, μένοντας.
Σηκωνόμαστε μέσα από τις στάχτες.
Ξαναχτίζουμε ό,τι χάθηκε
με χέρια κουρασμένα,
μα με ψυχές που δεν παραδόθηκαν.
Αντιστεκόμαστε κάθε φορά
που προστατεύουμε ένα χαμόγελο.

Κάθε φορά
που φυτεύουμε ένα όνειρο στην καρδιά ενός παιδιού.
Κάθε αυγή που ξυπνάμε
και ψιθυρίζουμε: «Είμαστε ακόμη εδώ.»
Μπορούν να γκρεμίσουν τα σπίτια μας.

Δεν μπορούν όμως να γκρεμίσουν τη μνήμη μας
Μπορούν να σκοτεινιάσουν τον ουρανό μας.
Δεν μπορούν όμως να σβήσουν το φως
που συνεχίζει να καίει μέσα μας.

Δεν ζητάμε θαύματα.
Ζητάμε αυτό που αξίζει κάθε άνθρωπος.
Μια νύχτα χωρίς φόβο.
Ένα σπίτι χωρίς πένθος.
Μια παιδική ηλικία
που δεν θα μετρά τις εκρήξεις,
αλλά τα αστέρια.

Μια μέρα
που τα παιδιά μας
θα μάθουν ξανά
τη γλώσσα των ονείρων
κι όχι τη γλώσσα της επιβίωσης.

Αυτή δεν είναι μόνο μια ιστορία πολέμου.
Είναι μια ιστορία αξιοπρέπειας.
Μια ιστορία αντοχής.
Μια ιστορία αγάπης
που επιμένει να ανθίζει
ακόμη και πάνω στα ερείπια.

Είναι η ιστορία μιας καρδιάς
που πληγώθηκε αμέτρητες φορές,
μα αρνείται να λυγίσει.

Μιας καρδιάς που,
παρ’ όλα όσα έχασε,
συνεχίζει να χτυπά.

Και όσο χτυπά,
η ελπίδα παραμένει ζωντανή.

*Επιμέλεια και μετάφραση στα ελληνικά: Lale Alatli

Δημήτρης Γκιούλος, από τις «αναμνήσεις από το τέλος»

Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες
η λυρική ποίηση
η διδακτική λογοτεχνία
το δυστοπικό σινεμά
είναι σαν το σταθερό τηλέφωνο
ανήκουν
στο άλλοτε
Τώρα
εδώ
οι μεταφορές
εκτελέστηκαν
οι παρομοιώσεις
σαν να κούρασαν
ίσως
κι εμείς
που τα ιστορούμε
Σαφώς
κι πρόκειται
περί
μιας
αναγγελίας
τέλους

ίσως
και
αρχή

Έχει σημασία από πού θα αρχίσεις μια αφήγηση

Επιλέγω να ξεκινήσω από το τέλος

……………………

Κλωστή
που ξηλώνεται
καθώς
γυρνάμε
στο χθες

……………………

Κάναμε
τον θάνατο
τέχνη
έτσι
κανείς
δεν μπορεί
παρά
να μας αποκαλέσει
καλλιτέχνες
Κατακτήσαμε
τον θρήνο

για το χειροκρότημα
θα φανεί

*«αναμνήσεις από το τέλος», εκδ. Κείμενα, 2026.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Αποκάλυπτε το σώμα

Artwork: Francis Picabia

Με ηρεμία άρχισε να βγάζει
ένα ένα τα ρούχα της
πριν πέσουν στο κρεβάτι για έρωτα.
Χωρίς επιδεικτική έπαρση
στο ύφος και τις κινήσεις της,
αποκάλυπτε τις όμορφες καμπύλες της.
Τον διέγειρε το γυμνό σώμα της,
το χαμηλωμένο βλέμμα,
η σεμνότητά της εκείνη τη στιγμή.
Λίγο πριν αρχίσει η οργιαστική κλινοπάλη τους,
μέσα στη σεμνότητα
το κάλλος της φεγγοβολούσε.

Βύρων Λεοντάρης (1932 – 6/8/2014), Έτσι που τραύλισα…

Φωτογραφία: Noemia Prada

Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας
Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη
Ανάσα και χειρονομία καμμιά μέσ’ στα αδειανά φωνήεντα
κι ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα
και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού
και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους
Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μέσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε
Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο
– αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση… –
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο
Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
Αλλά το τρομερό καραδοκεί
Ό, τι δεν είναι τέχνη μέσ’ στην τέχνη
αυτό
το ανθρώπινο
αυτό
κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει

*Από τη συλλογή «Εν γη αλμυρά», εκδ. Έρασμος, 1996.

Νίκος Αλέξης-Ασλάνογλου (17 Σεπτεμβρίου 1931 – 6 Αυγούστου 1996), Τέσσερα ποιήματα

Φωτογραφία: Angiulet Dundulet

Το θαύμα

Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια.
Χτες γεννήθηκαν και πώς ξέρουν κιόλας
με τόση ακρίβεια
όλα τα κατσικίσια πράματα.
Θαρρείς και σπούδαζαν κατσικοσύνη μια ολόκληρη
αιωνιότητα.

*

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
είν’ ένας ήλιος πού ‘πεσε στη θάλασσα
είναι
ένας τιτάνιος δίσκος που
παλεύει να γλιτώσει απ’τα ο νερό τσιρίζει και αφρίζει
αφήνοντας φωτός ένα χυμό.
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
κυνηγημένο από πόνο κ’ ηδονή στριφογυρίζει
Ανεβοκατεβαίνει βράζει και σβήνει
βάφοντας το νερό πορτοκαλί.
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
Ησύχασε•
διαλύοντας
το σχήμα του που αντιστέκονταν ησύχασε
κ’ είναι συμφιλιωμένο πια με το νερό με τον πνιγμό
με όλα.
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
ταξιδεύει τώρα στις φλέβες μου
και χαίρονται
τα αγαθά των βιταμινών
όλοι
οι κάτοικοι
ως τ’ ακρότατα σύνορα του κορμιού μου.

*

Επαφή

Κρατημένος απ’ τον
αλουμινένιο
στύλο του αστικού
σ’ άγγιζα με τον πήχη μου στην πλάτη.
Από κει έβλεπα
από κει άκουγα
από κει οσφραινόμουν.
Ήταν παράθυρο εκείνο το άγγιγμα
ήταν πληγή ηδονής κι ήμουν ποτάμι
ηλεκτρισμένου καταρράχτη απ’ όπου χυνόμουν
στο κορμί σου.

*

Σόμπα

Με ποιόνε απόψε να μιλήσω Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
Μπήγεις τη ζαρωμένη σου γροθιά στον τοίχο, Σόμπα
Κι αν είναι ντενεκένια η καρδιά σου και στις φλέβες σου
τρέχει πετρέλαιο ξέρω πως
Είσαι ενσάρκωση του ʼγνι και απόγονος
Της σπιτικής θεάς Εστίας και ξέρω πως
Είν’ η ψυχή σου από φωτιά· α πόσο χαίρομαι
Σόμπα ν’ ακούω εκείνο το
Λαμπαδολαμπάδιασμα της ψυχής σου και
Να νιώθω την
Με τα γαλάζια της ποδάρια ριζωμένη στο πετρέλαιο να χορεύει
Τη φλόγινη γύμνια της
Απλώνοντας τη ζέστα στη σάρκα μου
Στα ρούχα μου, στα βιβλία μου, σ’ όλη
Την κάμαρά μου, ακόμα και… α Σόμπα
Πόσο με συντροφεύει η ψυχή σου εδώ μες στο κελί μου
Πόσο μου δίνει δύναμη να υφαίνω
Το κάλυμμα ετούτο του κενού· και βέβαια συ
Θαρρώ με νιώθεις σ’ όλα ετούτα Σόμπα
Τι κι αν δεν έχεις μάτια, μύτη ή αυτιά
Έχεις και συ δα τόσες τρύπες, κάτι ξέρεις
Κι όχι μονάχα από τούτα, μα κι απ’ τ’ άλλα
Τα μακρινά κι έξω απ’ το σπίτι όταν
Απάνω στην ταράτσα μού καμώνεσαι
Πως βγάζεις μέσ’ απ’ το καπέλο σου καπνό και τέτοια κόλπα
Το νιώθω, ακούς, μυρίζεις, βλέπεις, ξέρεις για
Τα τρυφερά ποδάρια της βροχής, για τους αγγέλους
Που χορεύουν και στροβιλίζοντ’ α–
λαφροπατώντας με
Νιφάδες χιονιού, για το αίνιγμα
Της ομίχλης
Στην πόλη που γίνετ’ η
Στοιχειωμένη χώρα του δράκοντα. Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και…
Σόμπα Άσε με τώρα να γυρίσω την καρδιά σου στο μηδέν
Άσε ν’ ακούω ξαπλωμένος στο σκοτάδι
Της συστολής σου εκείνο το
Σκουριασμένο μερμήγκιασμα, π’ όλο χάνεται,
Ενώ ο νους μου βασιλεύει και ολόκληρος
Βουλιάζω μες στον ύπνο κι εξαγνίζομαι.