Diane di Prima, Revolutionary Letter #90

Ancient History

The women are lying down
in front of the bulldozers
sent to destroy
the last of the olive groves.

*

Επαναστατική Επιστολή #90

Αρχαία Ιστορία

Οι γυναίκες ξαπλώνουν
μπροστά στις μπουλντόζες
που στάλθηκαν για να καταστρέψουν
τα τελευταία ελαιόδεντρα.

*Από το βιβλίο “Revolutionary Letters”, 50ή Επετειακή Έκδοση, Αρ. 27, Σειρά City Lights Pocket Poets.

Πέντε μικρά ρωσικά ποιήματα

Γιάν Σατουνόβσκυ (1913-1982)

Είμαι μικρός άνθρωπος.
Μικρά ποιήματα γράφω.

Θέλω να γράψω ένα πράγμα
και γράφεται κάτι άλλο.

Το ποίημα έχει αυτοσυνείδηση.
Το ποίημα σπρώχνει τον εαυτό του.

26 Ιανουαρίου 1969

*

Γκεόργκι Ιβάνοβ (1894-1958)

Καλά που δεν υπάρχει Τσάρος.
Καλά ‘ναι που δεν έχουμε Ρωσία.
Καλά που δεν υπάρχει Θεός.

Μόνον η κίτρινη αυγή,
μόνο τ’ άστρα από πάγο,
μόνον οι αιώνες των αιώνων.

Καλά που δεν υπάρχει κανένας,
καλά που δεν υπάρχει τίποτα
τόσο μαύρο κι άψυχο –

Που δεν μπορεί κανένας να ΄ναι πιο νεκρός
και τίποτα πιο μαύρο-
Που δεν υπάρχει κανένας να μας βοηθήσει
και δεν χρειάζεται να γίνει τίποτα.

1930

*

Σεμιόν Κιρσάνοβ (1906-1972), Όνειρο μέσα σε όνειρο

1
Ούρλιαζα όλη νύχτα.
Κανείς δεν άκουσε,
κανείς δεν ήρθε.
Και πέθανα.

2
Πέθανα.
Κανείς δεν ήρθε,
κανείς δεν άκουσε.
Ούρλιαζα όλη νύχτα.

3
Πέθανα.
κι ούρλιαζα όλη νύχτα.
Κανείς δεν άκουσε,
κανείς δεν ήρθε.

*

Βασίλι Καμένσκυ (1884-1961), Η προσευχή μου

Καλέ Θεέ:
Σπλαχνίσου με,
δώσ’ άφεση.
Πέταξα ένα αεροπλάνο
και τώρα είμαι στο χαντάκι.
Θέλω να μεγαλώσω
σαν κισσός δηλητηριώδης.
Αμήν.

1916

*

Ανατόλι Μαριένγκοφ (1897-1962)

Το πορφυρό δάχτυλο της εξέγερσης μπήγεται
στον χάρτη
και των δύο ημισφαιρίων:
“Εδώ! Εδώ! Εδώ!”
Ο θάνατος -σαν σκούπα- πασπατεύει
όλες τις τρύπες.
“Ε, σεις εκεί! Στον τοίχο, όλοι -κρατούμενοι”.
Κι η γη, σαν του χασάπη την ποδιά, ματοβαμμένη
με άνθρωπο -σάμπως να ‘σφάζε βόδι…
“Χριστός Ανέστη!”

1919

*Απόδοση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Θράκα”.

Αλέξανδρος Χριστόπουλος, Επτά ήχοι

ΗΧΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Μοναχός γεννιέμαι
και μες στην πικρή μου αγκάλη
χτίζονται σιγά σιγά
όλες οι αμαρτίες του κόσμου

ΗΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Περπατώ μέσα σε πλάνες
και καθώς οι πρώτες βροχές
πέφτουν στο μέτωπό μου,
σιγοψιθυρίζω τα πώς και τα γιατί
που θα μειώνουν για πάντα

ΗΧΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
Ανθοστολισμένα κορίτσια θαμπώνουν το βλέμμα μου.
Τίκτομαι συνεχώς σ’ ολόγιομα στόματα
και στο θαλερό στροβιλισμό,
που τελειωμό δεν έχει,
γυμνάζω το σώμα μου
κι αφήνω το πνεύμα στο ύστερα.

ΗΧΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
Ίδιο με χτες το μενεξεδί
μα που το βλέπω πια καλύτερα.
Τώρα μιλώ και μοσχοφόρες λέξεις
καλπάζουν για το λαμπρό τίποτα
χωρίς να το ξέρω

ΗΧΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ
Μαΐων πολλών οι πλάνες μου συντρίβονται
στις πρώτες μεταμεσονύχτιες βουτιές στο άγνωστο
δίχως την αχνοφαίνουσα Σελήνη
να με παραπλανά.
Κι εκείνο το κορίτσι που με περίμενε
ώρες, μέρες, χρόνια· θαρρώ
κι αυτό, στις βεβαιότητες μου εχάθη.

ΗΧΟΣ ΕΚΤΟΣ
Σε αλλοπρόσαλλα αναφιλητά
κρύβω τις τελευταίες ανάσες μου.
Αυτές που γνώριζα
πως θ’ αλλάξουν τις μουσικές όλου του κόσμου
και σαν πηγάδι σε ξερόνησο,
που αδυνατεί να δώσει δρόσο σ’ άνθρωπο,
κι αυτές στερεύουν.

ΗΧΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ
Σφίγγουν το χέρι στο στέρνο και προχωράνε
με το στανικό, αργά, δίχως τραγούδι,
σε μονοπάτι που τελειωμό δεν έχει
κι όλα σημαίνουν θάνατο.
“Αυτό το δρομολόγιο ποτέ δε βγάζει πουθενά”
μονολογεί ο υπολοχαγός
και οι άλλοι χασκογελούν
πατώντας λάσπες ίσαμε τ’ όνειρο
και λιθάρια ίσαμε τον τρόμο τους.

*Από τη συλλογή “Βενζόλιο”, Εκδόσεις Ιωλκός, Νοέμβριος 2022.

Irina Frolova, The Way of Winter / Зимний Путь / Ο Δρόμος του Χειμώνα

Deep into the path I stop
at the sight of it
– a bed of snow.

Underneath, the pond is still.
My heart knows
this waiting:

the hard cold, the crystallised
longing, the fragile
ice of it.

Time a silver cloud
between us,
all-holding.

And the softness sweeps,
falls over me
all at once.

*

На тропинке я остановлюсь,
загляжусь на эту
снежную постель.

Тихо под покровом пруд лежит.
И знакомо сердцу,
как он ждет

сквозь метель и затвердевшую
тоску и сквозь хрупкий
этот лед.

Между нами время расстилается
всеобъятным
серебристым облаком.

И вокруг да около
нежность сыпется,
разметается.

*

Βαθιά μέσα στο μονοπάτι σταματώ
μπροστά στο θέαμά του
–ένα στρώμα χιονιού.

Από κάτω, η λίμνη είναι ακίνητη.
Η καρδιά μου γνωρίζει
αυτή την αναμονή:

το σκληρό κρύο, η κρυσταλλωμένη
λαχτάρα, ο εύθραυστος
πάγος της.

Ο χρόνος ένα ασημένιο σύννεφο
ανάμεσά μας,
που τα κρατά όλα.

Και η απαλότητα σαρώνει,
πέφτει πάνω μου
όλη μαζί.

*Η Irina Frolova είναι Αυστραλή συγγραφέας ρωσικής καταγωγής, φιλόλογος, φοιτήτρια ψυχολογίας και συγγραφέας του ποιητικού μικρού τόμου “Far and Wild” (Flying Island Books, 2021). Μπορείτε να βρείτε την Irina στο Facebook στο @irinafrolovapoet.

George Le Nonce, Μοίρες

fetch the shoebox, fetch the shovel

Philip Larkin, “Take one home for the kiddies”

Χαίρω πολύ,
είπα μόλις μου τη σύστησε.
Τόσα χρόνια
είχε όλη τη ζωή μπροστά του,
Έτσι δεν έστερξε να τον επισκεφθεί,
καραδοκούσε σε μιαν άλλη χώρα
του μιλούσε μόνο, μάθαινε, που και πού
στο τηλέφωνο.

Να σου συστήσω τη μάνα μου, μου είπε
κι έπεσα από τα σύννεφα, φαινόταν
τόσο νέα και τόσο δυνατή,
σαν να μην είχε μάθει τι επέκειτο.

Πώς είσαι, τον ρώτησα
μ’ ένα χάδι στο εύθραυστο πια κορμί του.
Τι ρωτάτε, με διέκοψε αυτή,
όπως αντιλαμβάνεσθε τα πράγματα είναι δύσκολα.

Οσφράνθηκε το θάνατο
και εμφανίστηκε.
σαν μοίρα
απαραιτήτως παρούσα
όταν ξεκινάς
και όταν φτάνεις.

Βλάσης Ψωμάς, Ενέχυρα

Τη μονάκριβή μου λύπη
έθαψα ένα βράδυ.
Είπα να γίνω η γελοιότητα του πεζοδρομίου
και να αρχίσω να απαγγέλω ποίηση·
έτσι για να νιώσω τις πόρτες πιο οικείες.
Τις αδίκησα.
Να πουλάς την ψυχή σου είναι πιο δύσκολο από μια
τσαλαπατημένη σάρκα.

Lola Ridge, Submerged / Βυθισμένοι

I have known only my own shallows—
Safe, plumbed places,
Where I was wont to preen myself.
But for the abyss
I wanted a plank beneath
And horizons…
I was afraid of the silence
And the slipping toe-hold…
Oh, could I now dive
Into the unexplored deeps of me—
Delve and bring up and give
All that is submerged, encased, unfolded,
That is yet the best.

Γνώριζα μόνο τα δικά μου ρηχά –
Ασφαλή, βυθισμένα μέρη,
Όπου συνήθιζα να καμαρώνω.
Αλλά για την άβυσσο
Ήθελα μια σανίδα από κάτω
Και ορίζοντες…
Φοβόμουν τη σιωπή
Και το γλίστρημα των δαχτύλων…
Ω, θα μπορούσα τώρα να βουτήξω
Στα ανεξερεύνητα βάθη του εαυτού μου –
Να βουτήξω και να ανασύρω και να δώσω
Ό,τι είναι βυθισμένο, εγκλωβισμένο, ξεδιπλωμένο,
Ό,τι είναι ακόμα το καλύτερο.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Άννα-Μαρία Καραγιώργη, Υδροθεραπευτήριο Μεθάνων 

Στην ξεχασμένη λουτρόπολη των Μεθάνων
νικιέται ο αδηφάγος καπιταλισμός.
Πάνω στην παλιά της δόξα ουδέποτε παρείσφρησε
αλυσίδα κέρδους
λίγα φθηνά ενοικιαζόμενα δωμάτια, μερικές ταβερνούλες,
αστραφτερά ασβεστωμένα τοιχάκια, καλοταϊσμένες γάτες,
άνθρωποι αναπάντεχα γλυκείς.
Τα μεσημέρια ακούγονται
μόνο τζίτζικες, κύματα που σκάνε στις σκληροτράχηλες
ηφαιστειακές πέτρες, άντε κι η εξάτμιση
από κανένα δίκυκλο αιωνόβιων γερόντων
-ζευγάρι γαριασμένο με ψάθινα καπέλα,
η γυναίκα καθισμένη στο πλάι-

Κουφάρια γυμνών εγκαταστάσεων της κάποτε
ακμαίας λουτρόπολης μοιάζουν με όνειρα
όμορφα που έμειναν ανολοκλήρωτα
για να μην χαθούν.
Καθαρές προθέσεις που μέσα τους
δεν κατάφερε να διεισδύσει το φαιδρό.
Η άνεση στον τόπο αυτό
είναι το φύσημα του αέρα.
Γήινο και ρεαλιστικά δύσοσμο θειάφι
ξασπρίζει το νερό της θάλασσας
αι πηγαί
ώστε να ιαθείς πρέπει να το κολυμπήσεις
πέτσα σου να γίνει
απόδειξη ότι για την θεραπεία χρειάζεται κόπος
κάποιο τίμημα
αλλά τίποτα εξαγοράσιμο
όσα λεφτά κι αν έχεις, το θειάφι των Μεθάνων
βρομάει και γιατρεύει οριζοντίως.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2026/04/17/υδροθεραπευτήριο-μεθάνων-άννα-μαρία/

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Αν ύστερα από τόσα ποιήματα

Αν ύστερα από τόσα ποιήματα
Δεν επιζήσει ο λόγος μας

Αν ύστερα από τόσα πουλιά
Δεν επιζήσουν κάποιοι κελαηδισμοί τους

Τότε σίγουρα θα σταματήσει
Η τελετουργία της άνοιξης
Θα ξεφτίσει το φως
Θα εξατμισθεί το άρωμα
Της αστραφτερής λόγχης

*Από τη συλλογή “Όχι πια δάκρυα”, Εκδόσεις Κέδρος, 1998.