Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, 7 μολυσμένα κομμάτια ύστερα απ’ τη Μεγάλη Βόμπα

Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, Οι Νεοσώματοι

(1)

Ένα άσπρο άλογο
που τρέχει
σε κεντρικό, όμως έρημο
δρόμο
πρωτευούσης της Ευρώπης
έχει
χωρίς φανερό λόγο
στη ραχοκοκκαλιά του γραμμένη
τη φράση:
ΘΕ ΜΟΥ ΤΙ ΝΑ ΓΕΝΗΚΑΝΕ ΣΤΟΝ ΚΌΣΜΟ ΟΙ ΑΝΤΡΙΩΜΕΝΟΙ

(2)

Κεφάλι μόνο αμούστακου νέου
πλέει στα ρηχά του ωκεανού,
απ’ τον κομμένο του λαιμό
απλώνεται
και χάνεται στην άμμο του βυθού
ακέραιο
το νευρικό του σύστημα.
Παρακολουθεί στον ορίζοντα
επιβατικόν ιστιοφόρον ονομαζόμενο
THE UNSINKABLE ARISTOTLE SMITH
Σε φινιστρίνι του ιστιοφόρου
παρουσιάζεται
κεφάλι νέας μέχρι 17 χρονών
με τα υγρά της
μακρυά πράσινα μαλλιά
να χαμογελάει
στο νέο.

Του στέλνει φιλιά.
Το κεφάλι του νέου παίρνει έκφραση
βαθιάς λύπης…
Το ιστιοφόρον βυθίζεται στα αβυσσαλέα βάθη.

(3)

Στην αριστερή πλευρά
ατέλειωτης αμμουδιάς
νησιού του Αιγαίου
στέκεται
κάθε νύχτα
τις ώρες πούχει φεγγάρι
δυνατός άντρας
φέροντας στους ώμους του
νέα γυναίκα
που τα χρυσά και γαλάζια της μαλλιά
κατεβαίνουν την πλάτη της
και σέρνονται ένα μέτρο
στην άμμο
όπου δίνουν καταφύγιο
στα πανέμορφα ζουζούνια της ακρογιαλιάς.

Ο άντρας τρέφει μουστάκια
Και γενειάδα
που στριφογυρνάει
γύρω στο κορμί του
και τα πόδια του
τελειώνοντας στους αστραγάλους

Αλλιώς είναι γυμνοί,
με αποτυπωμένη στα σώματα τους, σε χρώμα σταχτή,
την επιγραφή:

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΑΣ ΚΥΡΙΑ ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ

(4)

Τα μικρά
αλλά εκπληκτικής δυνάμεως
έντομα και μυρμήγκια
που κατέλαβαν το ασανσέρ
και τους διαδρόμους
στα κτίρια
όλου του κόσμου,
έχουν κρεμάσει
στο λαιμό τους
ακόμη και τα πετράδια
της Αυτοκρατορίας

(5)

Και πάντα το απόγεμα
όπως κάθε μέρα
την ίδια ώρα που ο ήλιος
μαλακός
γλυκαίνει τον ουρανό
έρχεται ανάλαφρος
ο μικρός αέρας
που απαλά χαϊδεύει
τις εκθαμβωτικές πεδιάδες
τα σιωπηλά ποτάμια
τους εγκατελειμένους, χαμηλούς, χορταριασμένους λόφους,
το τοπίο…
…εκείνο το αεράκι
που έχει ανακατεμένα μέσα του
εκατομμύρια – δισεκατομμύρια μικρά σα σκόνη μόρια ύλης
σα φωσφορίζοντα πράσινα ή κόκκινα μάτια
σα δόντια
που αντανακλούν το φως
όπως πέφτει απάνω τους ο ήλιος
στολίζουν το Χέρι της Ερημιάς.

(6)

Διασχίζοντας τις ηπείρους
μπαίνει
στη λάσπη του άδειου πυθμένα του Ατλαντικού
από σημείο της ακτής
της δυτικής Γαλλίας.
Τόνομά του πρέπει να είναι
Φοίνιξ ο Β’.

Η απέραντη έκτασις του πυθμένας
σε μερικά σημεία ξεραμένη
απ’ τις ακτίνες του ίδιου ήλιου
είναι διάσπαρτη
μόνον από τα ναυάγια των αιώνων
και άσπρα
πολύ μακρυά σκουλίκια
που μπαινοβγαίνουν στη λάσπη
σουρνάμενα.
Τόνομά του πρέπει να είναι Φοίνιξ ο Β’.

(7)

Οι Νεοσώματοι
απλώνονται τώρα
στις λίμνης των αποτόμων κρημνών
στα σκοτεινά νερά τους
επιπλέουν δισδιάστατο
χωρίς αγωνία
και συνεννοούνται μεταξύ τους
όταν ελαφρός κυματισμός
μικρά κύματα με αιχμηρές
κορφές
τους χωρίζουν
σε μικρότερες κηλίδες

Όσοι φέρονται
στην όχθη από κύμα
ευθύς
ξεπετιόνται ψηλά.
Γιγαντιαία λουλούδια.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Πάλι”, τεύχος 5, Νοέμβρη 1965, σελ. 45-50.

Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, Μια βυθισμένη μορφή

Νίκος Στάγκος (1936-2004), Δύο απ’ τα ποιήματα για το μάτι

Ι

Από το χώρισμα που πέρασε στο τελευταίο μάτι
Από το πόδι στο μάτι
Από το μάτι μετά ήταν

Από την πύλη στην πόλη
Από το μάτι που ήταν
Για τόσους και τόσους
Από το μάτι η πύλη

ΙΙ

Στην άκρη του σώματος που κατρακυλάει στο φως
Στο μάτι – επέμενε –
Στο μάτι που σκίζει το δέρμα
Και το φως συγκολλημένο που έρρεε διαμέσου

Από τότε – τότε –
Θα σήκωνε το βάρος που πιέζει
Και τρίζουν τα δάχτυλα μπρος
Μέσα στη φθινοπωρινή θάλασσα με τα πέη σου

Οι τρίχες των μαλλιών της ξεριζώθηκαν στο τέλος
Για σένα
Από προχτές
Το μάτι κύλησε αδιάφορο από βράχο σε βράχο
Με νεανική ορμή – διαμέσου –
Το πόδι βούτηξε στο νερό

Όλα τείνουν προς το αύριο
Που πιο βαθειά κάτω από το βάρος θα πιέζουν αφόρητα
Και δε θα υπήρχε καν λύπη
Το σώμα ή το μάτι που είναι παράθυρο για να κρυώνω.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Πάλι”, τεύχος 4, Καλοκαίρι 1965, σελίδα 14.

Kenneth Rexroth [1905—1982], Thu salt no kill / Δεν θα σκοτώσεις

A Memorial for Dylan Thomas

I

They are murdering all the young men.
For half a century now, every day,
They have hunted them down and killed them.
They are killing them now.
At this minute, all over the world,
They are killing the young men.
They know ten thousand ways to kill them.
Every year they invent new ones.
In the jungles of Africa,
In the marshes of Asia,
In the deserts of Asia,
In the slave pens of Siberia,
In the slums of Europe,
In the nightclubs of America,
The murderers are at work.
They are stoning Stephen,
They are casting him forth from every city in the world.
Under the Welcome sign,
Under the Rotary emblem,
On the highway in the suburbs,
His body lies under the hurling stones.
He was full of faith and power.
He did great wonders among the people.
They could not stand against his wisdom.
They could not bear the spirit with which he spoke.
He cried out in the name
Of the tabernacle of witness in the wilderness.
They were cut to the heart.
They gnashed against him with their teeth.
They cried out with a loud voice.
They stopped their ears.
They ran on him with one accord.
They cast him out of the city and stoned him.
The witnesses laid down their clothes
At the feet of a man whose name was your name-
You.
You are the murderer.
You are killing the young men.
You are broiling Lawrence on his gridiron.
When you demanded he divulge
The hidden treasures of the spirit,
He showed you the poor.
You set your heart against him.
You seized him and bound him with rage.
You roasted him on a slow fire.
His fat dripped and spurted in the flame.
The smell was sweet to your nose.
He cried out,
“I am cooked on this side,
Turn me over and eat,
You
Eat of my flesh.”
You are murdering the young men.
You are shooting Sebastian with arrows.
He kept the faithful steadfast under persecution.
First you shot him with arrows.
Then you beat him with rods.
Then you threw him in a sewer.
You fear nothing more than courage.
You who turn away your eyes
At the bravery of the young men.
You,
The hyena with polished face and bow tie,
In the office of a billion dollar
Corporation devoted to service;
The vulture dripping with carrion,
Carefully and carelessly robed in imported tweeds,
Lecturing on the Age of Abundance;
The jackal in double-breasted gabardine,
Barking by remote control,
In the United Nations;
The vampire bat seated at the couch head,
Notebook in hand, toying with his decerebrator;
The autonomous, ambulatory cancer,
The Superego in a thousand uniforms;
You, the finger man of behemoth,
The murderer of the young men.

II

What happened to Robinson,
Who used to stagger down Eighth Street,
Dizzy with solitary gin?
Where is Masters, who crouched in
His law office for ruinous decades?
Where is Leonard who thought he was
A locomotive? And Lindsay,
Wise as a dove, innocent
As a serpent, where is he?
Timor mortis conturbat me.
What became of Jim Oppenheim?
Lola Ridge alone in an
Icy furnished room? Orrick Johns,
Hopping into the surf on his
One leg? Elinor Wylie
Who leaped like Kierkegaard?
Sara Teasdale, where is she?
Timor mortis conturbat me.
Where is George Sterling, that tame fawn?
Phelps Putnam who stole away?
Jack Wheelwright who couldn’t cross the bridge?
Donald Evans with his cane and
Monocle, where is he?
Timor mortis conturbat me.
John Gould Fletcher who could not
Unbreak his powerful heart?
Bodenheim butchered in stinking
Squalor? Edna Millav who took
Her last straight whiskey? Genevieve
Who loved so much; where is she?
Timor mortis conturbat me.
Harry who didn’t care at all?
Hart who went back to the sea?
Timor mortis conturbat me.
Where is Sol Funaroff?
What happened to Potamkin?
Isidor Schneider? Claude McKay?
Countee Cullen? Clarence Weinstock?
Who animates their corpses today?
Timor mortis conturbat me.
Where is Ezra, that noisy man?
Where is Larsson whose poems were prayers?
Where is Charles Snider, that gentle
Bitter boy? Carnevali,
What became of him?
Carol who was so beautiful, where is she?
Timor mortis conturbat me.

III

Was their end noble and tragic,
Like the mask of a tyrant?
Like Agamemnon’s secret golden face?
Indeed it was not. Up all night
In the fo’c’sle, bemused and beaten,
Bleeding at the rectum, in his
Pocket a review by the one
Colleague he respected, “If he
Really means what these poems
Pretend to say, he has only
One way out-.” Into the
Hot acrid Caribbean sun,
Into the acrid, transparent,
Smoky sea. Or another, lice in his
Armpits and crotch, garbage littered
On the floor, gray greasy rags on
The bed. “I killed them because they
Were dirty, stinking Communists.
I should get a medal.” Again,
Another, Simenon foretold,
His end at a glance. “I dare you
To pull the trigger.” She shut her eyes
And spilled gin over her dress.
The pistol wobbled in his hand.
It took them hours to die.
Another threw herself downstairs,
And broke her back. It took her years.
Two put their heads under water
In the bath and filled their lungs.
Another threw himself under
The traffic of a crowded bridge.
Another, drunk, jumped from a
Balcony and broke her neck.
Another soaked herself in
Gasoline and ran blazing
Into the street and lived on
In custody. One made love
Only once with a beggar woman.
He died years later of syphilis
Of the brain and spine. Fifteen
Years of pain and poverty,
While his mind leaked away.
One tried three times in twenty years
To drown himself. The last time
He succeeded. One turned on the gas
When she had no more food, no more
Money, and only half a lung.
One went up to Harlem, took on
Thirty men, came home and
Cut her throat. One sat up all night
Talking to H. L. Mencken and
Drowned himself in the morning.
How many stopped writing at thirty?
How many went to work for Time?
How many died of prefrontal
Lobotomies in the Communist Party?
How many arc lost in the back wards
Of provincial madhouses?
How many on the advice of
Their psychoanalysts, decided
A business career was best after all?
How many are hopeless alcoholics?
René Crevel!
Jacques Rigaud!
Antonin Artaud!
Mayakofsky!
Essenin!
Robert Desnos!
Saint Pol Roux!
Max Jacob!
All over the world
The same disembodied hand
Strikes us down.
Here is a mountain of death.
A hill of heads like the Khans piled up.
The first-born of a century
Slaughtered by Herod.
Three generations of infants
Stuffed down the maw of Moloch.

IV

He is dead.
The bird of Rhiannon.
He is dead.
In the winter of the heart.
He is Dead.
In the canyons of death,
They found him dumb at last,
In the blizzard of lies.
He never spoke again.
He died.
He is dead.
In their antiseptic hands,
He is dead.
The little spellbinder of Cader Idris.
He is dead.
The sparrow of Cardiff.
He is dead.
The canary of Swansea.
Who killed him?
Who killed the bright-headed bird?
You did, you son of a bitch.
You drowned him in your cocktail brain.
He fell down and died in your synthetic heart.
You killed him,
Oppenheimer the Million-Killer,
You killed him,
Einstein the Gray Eminence.
You killed him,
Havanahavana, with your Nobel Prize.
You killed him, General,
Through the proper channels.
You strangled him, Le Mouton,
With your mains étendues.
He confessed in open court to a pince-nezed skull.
You shot him in the back of the head
As he stumbled in the last cellar.
You killed him,
Benign Lady on the postage stamp.
He was found dead at a Liberal Weekly luncheon.
He was found dead on the cutting room floor.
He was found dead at a Time policy conference.
Henry Luce killed him with a telegram to the Pope.
Mademoiselle strangled him with a padded brassiere.
Old Possum sprinkled him with a tea ball.
After the wolves were done, the vaticides
Crawled off with his bowels to their classrooms and quarterlies.
When the news came over the radio
You personally rose up shouting, “Give us Barabbas!”
In your lonely crowd you swept over him.
Your custom-built brogans and your ballet slippers
Pummeled him to death in the gritty street.
You hit him with an album of Hindemith.
You stabbed him with stainless steel by Isamu Noguchi,
He is dead.
He is Dead.
Like Ignacio the bullfighter,
At four o’clock in the afternoon.
At precisely four o’clock.
I too do not want to hear it.
I too do not want to know it.
I want to run into the street,
Shouting, “Remember Vanzetti!”
I want to pour gasoline down your chimneys.
I want to blow up your galleries.
I want to burn down your editorial offices.
I want to slit the bellies of your frigid women.
I want to sink your sailboats and launches.
I want to strangle your children at their finger paintings.
I want to poison your Afghans and poodles.
He is dead, the little drunken cherub.
He is dead,
The effulgent tub thumper.
He is Dead.
The ever living birds are not singing
To the head of Bran.
The sea birds are still
Over Bardsey of Ten Thousand Saints.
The underground men are not singing
On their way to work.
There is a smell of blood
In the smell of the turf smoke.
They have struck him down,
The son of David ap Gwilym.
They have murdered him,
The Baby of Taliessin.
There he lies dead,
By the Iceberg of the United Nations.
There he lies sandbagged,
At the foot of the Statue of Liberty.
The Gulf Stream smells of blood
As it breaks on the sand of Iona
And the blue rocks of Canarvon.
And all the birds of the deep sea rise up
Over the luxury liners and scream,
“You killed him! You killed him.
In your God damned Brooks Brothers suit,
You son of a bitch.”

Στη μνήμη του Ντίλαν Τόμας

Ι

Δολοφονούν όλους τους νέους άνδρες.
Για μισό αιώνα τώρα, κάθε μέρα,
τους κυνηγούν και τους σκοτώνουν.
Τους σκοτώνουν τώρα.
Αυτή τη στιγμή, σε όλο τον κόσμο,
σκοτώνουν τους νέους άνδρες.
Ξέρουν δέκα χιλιάδες τρόπους για να τους σκοτώσουν.
Κάθε χρόνο εφευρίσκουν νέους.
Στις ζούγκλες της Αφρικής,
στα έλη της Ασίας,
στις ερήμους της Ασίας,
στα στάβλια σκλάβων της Σιβηρίας,
στις φτωχογειτονιές της Ευρώπης,
στα νυχτερινά κέντρα της Αμερικής,
οι δολοφόνοι δουλεύουν.
Λιθοβολούν τον Στέφανο,
τον διώχνουν από κάθε πόλη του κόσμου.
Κάτω από την πινακίδα καλωσορίσματος,
κάτω από το έμβλημα του Ρόταρυ,
στον αυτοκινητόδρομο στα προάστια,
το σώμα του κείτεται κάτω από τις πέτρες που εκτοξεύονταν.
Ήταν γεμάτος πίστη και δύναμη.
Έκανε μεγάλα θαύματα ανάμεσα στον λαό.
Δεν μπορούσαν να αντισταθούν στη σοφία του.
Δεν μπορούσαν να αντέξουν το πνεύμα με το οποίο μιλούσε.
Κράτησε στο όνομα
της σκηνής του μαρτυρίου στην έρημο.
Κόπηκαν στην καρδιά.
Έτριξαν τα δόντια τους εναντίον του.
Κράτηξαν με δυνατή φωνή. Έφραξαν
τα αυτιά τους. Όρμησαν
εναντίον του με μια ψυχή.
Τον έδιωξαν από την πόλη και τον λιθοβολούσαν.
Οι μάρτυρες άφησαν τα ρούχα τους
στα πόδια ενός ανθρώπου που το όνομά του ήταν το όνομά σου –
Εσύ.Εσύ είσαι ο δολοφόνος.
Σκοτώνεις τους νεαρούς.
Ψήνεις τον Λόρενς στη σχάρα του.
Όταν απαίτησες να αποκαλύψει
τους κρυμμένους θησαυρούς του πνεύματος,
σου έδειξε τους φτωχούς.
Στρέψες την καρδιά σου εναντίον του.
Τον άρπαξες και τον έδεσες με οργή.
Τον έψησες σε αργή φωτιά.
Το λίπος του έσταζε και ξεχείλιζε στη φλόγα.
Η μυρωδιά ήταν γλυκιά στη μύτη σου.
Φώναξε,
«Είμαι μαγειρεμένος από αυτή την πλευρά,
Γύρισέ με και φάε,
Εσύ
τρως από τη σάρκα μου».
Δολοφονείτε τους νέους.
Πυροβολείτε τον Σεμπάστιαν με βέλη.
Κράτησε τους πιστούς ακλόνητους υπό διωγμό.
Πρώτα τον πυροβόλησες με βέλη.
Μετά τον χτύπησες με ραβδιά.
Μετά τον έριξες σε έναν υπόνομο.
Δεν φοβάσαι τίποτα περισσότερο από το θάρρος.
Εσύ που γυρίζεις τα μάτια σου μακριά
από τη γενναιότητα των νέων.
Εσύ,
η ύαινα με το γυαλιστερό πρόσωπο και το παπιγιόν,
στο γραφείο μιας
εταιρείας δισεκατομμυρίων δολαρίων αφιερωμένης στην υπηρεσία·
ο γύπας που στάζει κουφάρι,
ντυμένος προσεκτικά και απρόσεκτα με εισαγόμενα τουίντ,
που δίνει διαλέξεις για την Εποχή της Αφθονίας·
το τσακάλι με την σταυρωτή γκαμπαρδίνη,
που γαβγίζει με τηλεχειριστήριο,
στα Ηνωμένα Έθνη·
η νυχτερίδα βρικόλακας καθισμένη στο κεφάλι του καναπέ, με
το σημειωματάριο στο χέρι, παίζοντας με τον αποκεφαλιστή της·
ο αυτόνομος, περιπατητικός καρκίνος,
το Υπερεγώ με χίλιες στολές·
εσύ, ο άνθρωπος με τα δάχτυλα του μεγαθήριου,
ο δολοφόνος των νεαρών ανδρών.

II

Τι απέγινε ο Ρόμπινσον,
που συνήθιζε να παραπατάει στην Όγδοη Οδό,
ζαλισμένος από το μοναχικό τζιν;
Πού είναι ο Μάστερς, που κουλουριαζόταν στο
δικηγορικό του γραφείο για καταστροφικές δεκαετίες;
Πού είναι ο Λέοναρντ που νόμιζε ότι ήταν
ατμομηχανή; Και η Λίντσεϊ,
σοφή σαν περιστέρι, αθώα
σαν φίδι, πού είναι;
Ο νεκρός Τιμόρ με διαψεύδει.
Τι απέγινε ο Τζιμ Όπενχαϊμ;
Η Λόλα Ριτζ μόνη σε ένα
παγωμένο επιπλωμένο δωμάτιο; Ο Όρικ Τζονς,
που πηδάει στα κύματα με
το ένα του πόδι; Η Έλινορ Γουάιλι,
που πήδηξε σαν τον Κίρκεγκωρ;
Η Σάρα Τίσντεϊλ, πού είναι;
Ο νεκρός Τιμόρ με διαψεύδει.
Πού είναι ο Τζορτζ Στέρλινγκ, αυτό το ήμερο ελαφάκι;
Ο Φελπς Πάτναμ που έφυγε κρυφά;
Ο Τζακ Γουίλραϊτ που δεν μπορούσε να διασχίσει τη γέφυρα;
Ο Ντόναλντ Έβανς με το μπαστούνι του και
το Μονόκλ, πού είναι;
Ο νεκρός Τιμόρ με διαψεύδει.
Ο Τζον Γκουλντ Φλέτσερ που δεν μπόρεσε
να ξεραγίσει την ισχυρή του καρδιά;
Ο Μπόντενχαϊμ που σφαγιάστηκε στην βρωμερή
αθλιότητα; Η ​​Έντνα Μίλαβ που ήπιε
το τελευταίο της σκέτο ουίσκι; Η Ζενεβιέβ
που αγάπησε τόσο πολύ· πού είναι;
Ο νεκρός Τιμόρ με διαψεύδει.
Ο Χάρι, που δεν τον ένοιαζε καθόλου;
Ο Χαρτ, που επέστρεψε στη θάλασσα;
Ο νεκρός Τιμόρ, με διαψεύδει.
Πού είναι ο Σολ Φουνάροφ;
Τι απέγινε ο Πότεμκιν;
Ο Ισίντορ Σνάιντερ; Ο Κλοντ ΜακΚέι;
Ο Κάουντι Κάλεν; Ο Κλάρενς Γουάινστοκ;
Ποιος ζωντανεύει τα πτώματά τους σήμερα;
Ο νεκρός Τιμόρ με διαψεύδει.
Πού είναι ο Έζρα, αυτός ο θορυβώδης άντρας;
Πού είναι ο Λάρσον του οποίου τα ποιήματα ήταν προσευχές;
Πού είναι ο Τσαρλς Σνάιντερ, αυτό το ευγενικό
πικρό αγόρι; Ο Καρνεβάλι,
τι απέγινε;
Η Κάρολ, που ήταν τόσο όμορφη, πού είναι;
Ο νεκρός Τιμόρ με διαψεύδει.

III

Ήταν το τέλος τους ευγενές και τραγικό,
σαν τη μάσκα ενός τυράννου;
Σαν το μυστικό χρυσό πρόσωπο του Αγαμέμνονα;
Πράγματι, δεν ήταν. Ξύπνιος όλη νύχτα
στην καρδιά, σαστισμένος και ξυλοκοπημένος,
αιμορραγώντας από το ορθό, στην
τσέπη του μια κριτική από τον μόνο
συνάδελφο που σεβόταν, «Αν
πραγματικά εννοεί αυτά που προσποιούνται ότι λένε αυτά τα ποιήματα, έχει μόνο
Μία διέξοδο-». Στον
καυτό καυστικό ήλιο της Καραϊβικής,
στην καυστική, διαφανή,
καπνιστή θάλασσα. Ή άλλος, ψείρες στις
μασχάλες και το καβάλο του, σκουπίδια σκορπισμένα
στο πάτωμα, γκρίζα λιπαρά κουρέλια στο
κρεβάτι. «Τους σκότωσα επειδή
ήταν βρώμικοι, βρωμεροί κομμουνιστές.
Θα έπαιρνα ένα μετάλλιο.» Ξανά,
Άλλος ένας, προείπε ο Σιμενόν,
το τέλος του με μια ματιά. «Σε προκαλώ
να τραβήξεις τη σκανδάλη.» Έκλεισε τα μάτια της
και έχυσε τζιν πάνω στο φόρεμά της.
Το πιστόλι τραντάχτηκε στο χέρι του.
Τους πήρε ώρες για να πεθάνουν.
Άλλος ένας έπεσε κάτω
και της έσπασε την πλάτη. Της πήρε χρόνια.
Δύο έβαλαν τα κεφάλια τους κάτω από το νερό
στην μπανιέρα και γέμισαν τους πνεύμονές τους.
Ένας άλλος έπεσε κάτω από
την κίνηση μιας γεμάτης γέφυρας.
Ένας άλλος, μεθυσμένος, πήδηξε από ένα
μπαλκόνι και έσπασε τον λαιμό της.
Ένας άλλος μούσκεψε τον εαυτό του σε
βενζίνη και έτρεξε φλεγόμενος
στον δρόμο και έζησε
υπό κράτηση. Ένας έκανε έρωτα
μόνο μία φορά με μια ζητιάνα.
Πέθανε χρόνια αργότερα από σύφιλη
στον εγκέφαλο και τη σπονδυλική στήλη. Δεκαπέντε
χρόνια πόνου και φτώχειας,
ενώ το μυαλό του έτρεχε.
Ένας προσπάθησε τρεις φορές σε είκοσι χρόνια
να πνιγεί. Την τελευταία φορά
τα κατάφερε. Ένας άνοιξε το γκάζι
όταν δεν είχε άλλο φαγητό, ούτε άλλα
χρήματα και μόνο μισό πνεύμονα.
Ένας πήγε στο Χάρλεμ, αντιμετώπισε
τριάντα άντρες, γύρισε σπίτι και
έκοψε το λαιμό της. Ένας ξάπλωσε όλη νύχτα
μιλώντας με τον HL Mencken και
πνίγηκε το πρωί.
Πόσοι σταμάτησαν να γράφουν στα τριάντα;
Πόσοι πήγαν να δουλέψουν για το Time;
Πόσοι πέθαναν από προμετωπιαίες
λοβοτομές στο Κομμουνιστικό Κόμμα;
Πόσοι χάθηκαν στα πίσω κελιά
των επαρχιακών τρελών;
Πόσοι, με τη συμβουλή των
ψυχαναλυτών τους, αποφάσισαν ότι
μια επιχειρηματική καριέρα ήταν τελικά η καλύτερη;
Πόσοι είναι απελπισμένοι αλκοολικοί;
Ρενέ Κρεβέλ!
Ζακ Ριγώ!
Αντονέν Αρτώ!
Μαγιακόφσκι!
Εσενέν!
Ρομπέρ Ντεσνός!
Σεν Πολ Ρου!
Μαξ Ζακόμπ!
Σε όλο τον κόσμο
Το ίδιο ασώματο χέρι
μας χτυπάει κάτω.
Να ένα βουνό θανάτου.
Ένας λόφος από κεφάλια σαν των Χαν στοιβαγμένα.
Το πρωτότοκο ενός αιώνα
Σφαγιασμένο από τον Ηρώδη.
Τρεις γενιές βρεφών
Γεμισμένα τα στόματα του Μολόχ.

IV

Είναι νεκρός.
Το πουλί της Ριάννον.
Είναι νεκρός.
Στον χειμώνα της καρδιάς.
Είναι νεκρός.
Στα φαράγγια του θανάτου,
Τον βρήκαν επιτέλους άλαλο,
Στη χιονοθύελλα των ψεμάτων.
Δεν ξαναμίλησε ποτέ.
Πέθανε.
Είναι νεκρός.
Στα αντισηπτικά τους χέρια,
Είναι νεκρός.
Ο μικρός μάγος της Κάντερ Ίντρις.
Είναι νεκρός.
Το σπουργίτι του Κάρντιφ .
Είναι νεκρός.
Το καναρίνι της Σουόνσι.
Ποιος τον σκότωσε;
Ποιος σκότωσε το λαμπερό πουλί;
Εσύ το έκανες, γιε σκύλας.
Τον έπνιξες στον εγκέφαλο του κοκτέιλ σου.
Έπεσε κάτω και πέθανε στην συνθετική σου καρδιά.
Τον σκότωσες,
Οπενχάιμερ τον Εκατομμυριούχο,
Τον σκότωσες,
Αϊνστάιν την Γκρίζα Εξοχότητα.
Τον σκότωσες,
Χαβαναχαβάνα, με το βραβείο Νόμπελ σου.
Τον σκότωσες, Στρατηγέ,
Μέσα από τα σωστά κανάλια.
Τον στραγγάλισες, Λε Μουτόν,
με τα κύρια étendues σου.
Ομολόγησε σε δημόσιο δικαστήριο σε ένα κρανίο με τσιμπήματα.
Τον πυροβόλησες στο πίσω μέρος του κεφαλιού
καθώς σκόνταφτε στο τελευταίο κελάρι.
Τον σκότωσες,
Καλοσυνάτη Κυρία στο γραμματόσημο.
Βρέθηκε νεκρός σε ένα γεύμα της Liberal Weekly.
Βρέθηκε νεκρός στο πάτωμα της αίθουσας μοντάζ.
Βρέθηκε νεκρός σε ένα συνέδριο πολιτικής του Time.
Ο Henry Luce τον σκότωσε με ένα τηλεγράφημα προς τον Πάπα.
Η δεσποινίς τον στραγγάλισε με ένα ενισχυμένο σουτιέν.
Ο γέρος Possum τον ράντισε με μια μπάλα τσαγιού.
Αφού τελείωσαν οι λύκοι, οι ιεροκτόνοι
έφυγαν με τα εντόσθιά του στις τάξεις και τα περιοδικά τους.
Όταν έφτασαν τα νέα στο ραδιόφωνο,
εσύ προσωπικά ξεσηκώθηκες φωνάζοντας: «Δώστε μας τον Βαραββά!»
Μέσα στο μοναχικό σου πλήθος τον σαρώσεις.
Τα ειδικά κατασκευασμένα brogans και οι παντόφλες του μπαλέτου σου
τον γρονθοκόπησαν μέχρι θανάτου στον τραχύ δρόμο.
Τον χτύπησες με ένα άλμπουμ του Hindemith.
Τον μαχαίρωσες με ανοξείδωτο ατσάλι του Isamu Noguchi,
Είναι νεκρός.
Είναι νεκρός.
Σαν τον Ignacio τον ταυρομάχο,
στις τέσσερις η ώρα το απόγευμα.
Ακριβώς στις τέσσερις η ώρα.
Ούτε εγώ θέλω να το ακούσω.
Ούτε εγώ θέλω να το μάθω.
Θέλω να τρέξω στο δρόμο,
φωνάζοντας, «Θυμηθείτε τον Βαντσέτι!»
Θέλω να ρίξω βενζίνη στις καμινάδες σας. Θέλω
να ανατινάξω τις στοές σας. Θέλω να κάψω
τα γραφεία σύνταξης.
Θέλω να κόψω τις κοιλιές των παγωμένων γυναικών σας.
Θέλω να βυθίσω τα ιστιοφόρα και τις βάρκες σας.
Θέλω να στραγγαλίσω τα παιδιά σας με τις δαχτυλογραφίες τους.
Θέλω να δηλητηριάσω τους Αφγανούς και τα κανίς σας.
Είναι νεκρός, το μικρό μεθυσμένο χερουβείμ.
Είναι νεκρός,
ο λαμπερός κροτάλισμα της μπανιέρας.
Είναι νεκρός.
Τα αιώνια ζωντανά πουλιά δεν τραγουδούν
Στο κεφάλι του Μπραν.
Τα θαλασσοπούλια είναι ακόμα
Πάνω από το Μπάρντσεϊ των Δέκα Χιλιάδων Αγίων.
Οι άντρες του υπόγειου δεν τραγουδούν
Στο δρόμο τους για τη δουλειά.
Υπάρχει μια μυρωδιά αίματος
Στη μυρωδιά του καπνού του χλοοτάπητα.
Τον έχουν χτυπήσει,
τον γιο του Ντέιβιντ απ Γκουίλιμ.
Τον έχουν δολοφονήσει,
το μωρό του Ταλιέσιν.
Εκεί κείτεται νεκρός,
Δίπλα στο παγόβουνο των Ηνωμένων Εθνών.
Εκεί κείτεται γεμάτος με άμμο,
Στους πρόποδες του Αγάλματος της Ελευθερίας.
Το Ρεύμα του Κόλπου μυρίζει αίμα
Καθώς σκάει στην άμμο της Ιόνα
Και στα μπλε βράχια του Κανάρβον.
Και όλα τα πουλιά της βαθιάς θάλασσας σηκώνονται
Πάνω από τα πολυτελή πλοία και φωνάζουν,
“Τον σκότωσες! Τον σκότωσες.
Με την καταραμένη στολή σου των Brooks Brothers,
γιε σκύλα.”

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης

ένα έτσι, η έλλειψη έχει δύο χέρια

Η έλλειψη έχει δύο χέρια
δεμένα πάνω στον πάγκο του χασάπη.
Ποιος γνωρίζει την απόσταση μεταξύ τους;

Πιάσε αυτόν τον ήλιο και σήκωσέ τον ψηλά
πάνω από το κεφάλι σου. Εκτίμα την τομή.

Μια ζωή είναι ο χώρος
που λείπει
από το πετάρισμα δύο βλεφάρων.
Η ανάμνηση ενός ουρανού
που συνθλίβεται
μες στο πικρό και στυφό σκοτάδι.
Το ποτάμι που καίγεται
από κάποια αθάνατη θλίψη.
Το βάθρο της αμοιβαίας
ανίας μας.
Το κενό που προεκτείνεται
για να αγκαλιάσει το κενό.
Η πυρίτιδα στα μαλλιά σου.
Τα δόντια μου στην σάρκα μου.

Η επιστροφή του μαρμάρου
στη φλέβα.
Μια πρόχειρη, αβίαστη έξοδος
που δεν θα θυμάται κανείς.

Λευτέρης Βασιλόπουλος, Τρία ποιήματα

αλφά-δυτο

α) μία στιγμή μόνο έχω γνωρίσει, αποφεύγοντάς την

β) μ’ έλυσα – ξεγλίστρησα από παιδικές φωτογραφίες

γ) προσωπεία λάμπουν τη νύχτα – κάθε πρωί ενσωματώνονται

δ) οστεοφυλάκια φτιαγμένα από παρόρμηση, τα σώματά μας

ε) φωτοστέφανου θρύμματα (σε) πρωινά εξατμίσεων

ζ) προτομή νοήμονος λιποτάκτη

η) δάχτυλα σκιών, πέτρες αινίγματος, ερωτηματικά δρόμου

θ) τραγούδι κεριού: «ποιος κλαίει; -ο χρόνος που πεθαίνει»

ι) θυμήσου αν ανέβεις στο δώμα να χαλαρώσεις λίγο το σχοινί μου

κ) μεγάλες λέξεις πως υπόσχονται ακόμα μεγαλύτερες σιωπές

λ) του σώματος η μνήμη πληγές υπαγορεύει

μ) του είδους η εξαφάνιση απειλείται

ν) ποτάμια στην ποίηση, βουνά στη φιλοσοφία

ξ) βόμβες πικραίνουν το χώμα, αφαλμυρίζουν τη θάλασσα

ο) ολοσκότεινη αποβάθρα της Λευκάδας

π) αποτινάζοντας μυθικό σκέπασμα τελέσαμε βαφτίσια ιδεολογίας

ρ) αναμασώντας ατάκες, μακρηγορώντας μονολόγους,

σ) μόνο ο καθρέφτης επιτρέπει να κινείσαι μέσα σε τοίχους;

τ) εντοιχισμένο ξέσπασμα – ξεφλουδίζεται το ταβάνι

υ) απ’ έξω ή από μέσα τον ίδιο τοίχο κοιτάζεις;

φ) «η ποίηση στα οδοφράγματα – η φιλοσοφία στους δρόμους»

χ) έρωτας : βυθόμετρο επιφάνειας

ψ) έρχεσαι με φωνές εξέγερσης – από ματιές ανάκρισης φεύγεις

ω) μέσα σου, μέσα σου να κρυφτώ πριν μεταμορφωθώ σε άρπαγα

*

το πρόσωπό σου προηγείται (fado)

το πρόσωπό σου σοβαρό, όπως ο έρωτας όταν πονάει

τα χείλη σου ψιθυριστές μάγισσες, το στόμα σου πυρά

ιεροεξεταστών, το βλέμμα σου πέπλο μπροστά στο φως

όλο το αίμα μου ρίχνω στα πόδια σου, σκιές -τίποτ’ άλλο-

μ’ αγκαλιάζουν, χάνομαι στην μοναξιά τους για να μη δεις

ότι δεν σ’ αγαπώ πια -και ας είναι τα μάτια σου γοητευτικά-

μέσα στη ζωή σου η ζωή μου έχει ήδη πολλές φορές πεθάνει

μέσα στην αγάπη μου η αγάπη σου δεν θα ζήσει ούτε στιγμή

έλα λίγο πιο κοντά – να ονειρευτούμε αυτήν τη νύχτα αγκαλιά

το παρελθόν μας όπως γίνεται στάχτη στην ωμότητα της αυγής

*

αμπάριζα

μερικές νύχτες είναι είτε πολύ ζεστές είτε πολύ δύσκολες για να τις
περάσεις με τον εαυτό σου

κάνω μια μικρή προσευχή (σε κανέναν θεό) – ύστερα σηκώνομαι
και βγαίνω έξω να περπατήσω τους δρόμους

καθώς περπατώ φαντάζομαι λίγο λίγο την πορεία μου: κάθε βήμα
που έκανα κάθε βήμα που θ’ ακολουθήσει – όπου κι αν μ’ οδηγήσει

σ’ όλες τις γειτονιές στα μπαράκια στα μπουρδέλα στα σπίτια στα
διαμερίσματα στις γυναίκες που με περιμένουν ή που μ’ έχουν
σιχαθεί

απλώς προσπαθώ να φανταστώ ολόκληρη την πόλη όπως την έχω
ξαναδεί κάτι φορές με φίλους με τον σκύλο μου πάνω από τους
λόφους

ο νους μου αδειάζει μεμιάς – ξαφνικά εφορμούν εικόνες άλλων
πόλεων γνωστών κι άγνωστων όπου έζησα κάποτε ή διέσχισα
έχοντας το εφήμερο συντροφιά

κυρίως εκείνες που ήθελα πάντα να επισκεφθώ μα ποτέ δεν το
έκανα (αχ Ανταναναρίβο!) – ωστόσο όπως ήρθαν οι αναμνήσεις
τους τόσο απροσδόκητα φεύγουν

η ψυχή μου είναι σαν την ψυχή ενός δαρμένου αδέσποτου σκυλιού:
αυτοί οι δρόμοι μοιάζουν μεγαλύτεροι απ’ την πείνα μου – κι όμως
δεν είναι

*Από τη συλλογή “πνευστός ολισθητήρας – ποιήματα του 21ου αιώνα (1999-2020)”

Νικόλας Ζάννος (1963-2012), Τρία ποιήματα

Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΜΙΑ ΤΡΕΛΑ

Καθώς βαδίζω στους δρόμους
σκέφτομαι ανακατεμένα και τρελά,
εικόνες περνούν χωρίς να περιμένουν,
για μια στιγμή, όλα περνούν από μπροστά μου
κι όλα είναι σαν να με μαστιγώνουν.

Οι κοπέλες φαίνονται όμορφες
καθώς περνούν,
τ’ αυτοκίνητα με συνταράζουν
καθώς περνούν από μπροστά μου.

Κι όλα είναι τόσο γεμάτα και τόσο άδεια
που κάθομαι κι αναλογίζομαι
τη ζωή μου που είναι σαν μια τρέλα.

*

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ

Κυριακή η αυλαία του Ήλιου
στο παράθυρο ξεπροβαίνει
και η εικόνα του δάσους
με τα κιτρινολαίμικα τιτιβίσματα
άλλους ήχους δίνει.
Το κορμί μυαλό βήμα βαραίνει
τον ανήφορο τραβάει
στη μοναξιά αναλογιέται
και ψάχνει για μια άνοιξη.
Ελέγχουμε μόνο…

*

ΝΑ ‘ΣΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ

Να ‘σαι αυτός που δεν είσαι
να ψάχνεσαι και να μη βρίσκεις
Κανέναν, τίποτα, αλλά μέσα στη ζωή μου
έψαχνα αυτά [που δίχως άλλο αξίζουν.

Να ‘σαι κάτι για κάποιους άλλους
να ‘σαι κάτι γι’ αυτούς
που δεν σου ζητούν,
μα ντρέπεσαι κι αλλάζεις
για κάτι νέο πιο ελαφρύ ψάχνεις,
που δεν σου ζητούν.

*Από τη συλλογή “Εικόνα του μυαλού από έξω προς τα μέσα”, εκδ. Άγρα, 2026.

Χρήστος Μπράβος, Τέσσερα ποιήματα

Νανούρισμα

Μες στου νεκρού το μάτι
κοιμούνται δέντρα και πουλιά.

Βγαίνουν με το φεγγάρι
τα παιδιά, λεν για τους ζωντανούς
μετρούν τα χρόνια·
φύλλα μασούν της λησμονιάς
και τραγουδάνε.
Τ’ ακούνε οι όμορφες, ξυπνούν
τ’ ακούνε οι κολασμένες, βγαίνουν κρυφά
στη μαύρη χλόη απάνω
τα κοιμούνται.

Μα οι μάνες που μαραίνονται
για τις χαρές δεν ξέρουν
του άλλου κόσμου.

*

Ήμερος ύπνος

Προοίμιο: Μέσα στου νεκρού το μάτι
δέντρα βλέπω και πουλιά

Χιόνι σεντόνι τρυφερό για του φιδιού τον ύπνο,
χιόνι και πένθιμο σκυλί, βραχνός προφήτης.

Κι όμως το πιο γλυκό βιολί
το παίζει ο θάνατος

Κοιτάς απ ́ το παράθυρο, καπνίζουν τα πηγάδια.
Χιόνι κι ανάψαν τη φωτιά στον κάτω κόσμο.

Ο κυνηγός στο πέρασμα το σπίρτο πίνει.
Τον λύκο που εχύμηξε πίσω του δεν τον βλέπει.

*

Η μηλιά

Σε φράκτη τελείωνε η γυναίκα,
ματωμένη. Έφερνε αέρας τα σκυλιά,
τα ‘παιρνε πάλι.

Επέρασ’ ένας μ’ άλογο,
κυνηγημένος. Η ματωμένη
τραύλιζε. Αυτός βαριά ελυπήθη.
Κι όπως την κάμα ετράβηξε
κι απόστρεψε τα μάτια

σκίστηκε η γης
βγάζει μηλιά
τα μήλα φορτωμένη

κι αυτή σε μαύρο σύννεφο
-ωι μηλιά-
για χαμηλά ποτάμια
ετραβούσε.

*

Ανατολή

Στον Χρήστο Μπουρονίκο

Μα η μέρα το σκορπά το μυστικό της. Κ’ είπε
“σκοτάδι ας γίνει, ας γίνει φόβος’. Ακούστηκαν
χτυπήματα στην πόρτα. Με των αλόγων τα φαν-
τάσματα περνούσαν οι νεκροί. Σηκώθηκε μια λύπη.
Κι όλοι το ‘νιωσαν-ομάγος είχε φτάσει.
Τότε πέρασαν χρόνια. Τ’ άλογα ματωμένα
και τρελά κατέβαιναν στους κάμπους· έπεφταν
στ’ αποσπάσματα. Όμως ο μάγος σώπαινε. Τι-
ναζε μοναχά τα δάχτυλά του, τραβούσε αόρατα
σκοινιά. Ώσπου ανοίξανε τα σπλάχνα του και
βγήκε το βαμπάκι.

Amílcar Martín Pérez, Σε όλους αυτούς που πιστεύoυν στην αξία της πράξης

Μην καταστρέφεις την ησυχία σου:
η ελπίδα και ο φόβος
είναι δυο λιοντάρια γεννημένα την ίδια ώρα.
Για τη μέρα, το έγκλημα ̇
κατά τη διάρκεια της νύχτας, η συνείδηση:
Η ηθική είναι το εμετικό που δίνεται στο κρεβάτι
για να φτύσει το σώμα μας από το λήθαργο.
Μην κάνεις μεγάλα πράγματα: οι μέρες είναι ένας χιτώνας
που θα πρέπει να επιστρέψεις,
και τα οστά σου μια έρημος ασβεστολιθική
που η ψυχή σου να διασχίσει θα πρέπει.
Οι πράξεις σου είναι οιμωγές που αφήνουν κουφό
το μέλλον… Σε ακούς; Εγώ δεν με ακούω.
Μίλα κάθε φορά με φωνή πιο χαμηλή,
για να μη σε ακούς όταν πια δεν υπάρχεις.
Η μνήμη… είναι ο στίχος με τον οποίο η φαντασία
εξαπατά τη ματαιότητα.
Τι θα ξέρεις εσύ από τα γόητρα του απρόσωπου
άμα το μισό των παρόντων σου
τα έχεις σκοτώσει κάτω από το οστέινο ουράνιο στερέωμά σου;
Κοιμισμένος, μιαίνοντας τριαντάφυλλα ιεροπρεπή,
βγαίνεις από του ασυνείδητου τη λίμνη,
όπως διαλύει ένας πνιγμένος το σάβανό του από νερό
για να χαράξει ο θάνατος στη λέξη τον τρόμο:
Αυτός έχει γίνει τα πάντα, και τίποτα δεν αξίζει τον κόπο.
Ήταν το άφωνο ψάρι που του δάγκωσε το όνομα:
Ήταν η άμμος που υποδέχτηκε τα λείψανά του και φυλάκιζε
την επίσκεψη των παλιρροιών, και τον υφάλμυρο φοίνικα
μες στον οποίο σκότωσαν τον ήλιο σαν φρούτο
και νεκραναστημένος σαν σκιά…
κι ακόμα την αιωνιότητα διατρυπά, μορφές επαιτώντας.
Πλανήθηκες, αν πήρες το αύριο,
για να μετρήσεις το ανάστημά σου.
Το μήκος σου οφείλεις να το μετρήσεις το μεσημέρι
όταν το φως είναι έντονο και η σκιά είναι εικασία.
Μην κάνεις τίποτα. Η ανάμνηση είναι η πίστη
πως το παρελθόν παραμένει.

*Από την “Ανθολογία σύγχρονης ισπανικής ποίησης στα ελληνικά”, εκδ. Βακχικόν, 2013. Mετάφραση: Άτη Σολέρτη.

Νικόλας Κάλας, Τρία ποιήματα

ΞΕΝΑ ΔΟΧΕΙΑ

Είπεν ο Φιξ στην Καλλιρρόη: «Εγώ είμαι ο Ιλισσός»
είπεν ο Χίλτον στον Παρθενώνα: «Εγώ είμαι η Ακρόπολη»
είπεν ο Έντισον στην Κουκουβάγια: «Εγώ είμαι το φως»
είπεν η Ελενίτσα στον Μπελαφόντε: «Ο Όμηρός μου εσύ».
Τιμής ένεκεν Νήαρχος θα λέγεται ο Ναύαρχος
και το πλωτό του Τοσίτσα.
Ο Άγνωστος Θεός έγινε σταυρόλεξον.
Δόξα τω λόγω που ο Άρειος Πάγος μένει βράχος
Και το ΤΖΗ ΜΠΗ Γκραντ Μπρετάγν κι όχι Κύπρος!

*

Η ΟΣΦΥΣ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ Η ΜΟΝΑΡΧΙΚΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗ

Πρώτοι μας δυνάστες οι Βιτελοβλάχοι
Κόθωνας με Αμυαλία. Μετά
ξέρασεν ο Βόλγας την Αφροδίτην Βρωμάροβνα
που τόκισε τους Γλυκοβούργους με χυλόπιτες
και τους Ρωμιούς με αναθέματα.
Του πετεινού ο γιος αντίς από την Πόλη
πήρε την Ασοφία.

Ένας του γιος ασπάστηκε τη Μαϊμού
Κι ο άλλος εγκαινίασε μεταξωτό πολιτισμό.
Η Χέσσα μηχανεύτηκε ανάπαυλα πράματα
κι ο Κοπρώνυμος Β’ Άνω Μωρία.

Πάνε τώρα οι Γλυκοβούργοι
αλλού να φάνε την κοπενχάη τους
στο Τυχεράν της Ιρανίας ίσως .
Εδώ ποταποί παττακοί ηρακλείδες
του στόματος ψιττακίζουν
έρχεται, ερχέζεται ο Βάσος Υλικός.

Ελλάς εργατών κι αγροτών, Ελλάς ποιητών
φοβού τους Δαναούς. Προσοχή
Ήτταν ή Επί Τάνκς.

                                                      Βακιλοκτόνος

*

ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΑ

Κώλο να ’χει ο Beau Colas πατριαρχικό
και γλυκοβρισίδι ελληνικό. Τ’ αλληλοφάγωμα
εντείνεται από το αφροδισιακό ποτό Δεν Ζω.

Σπεσιαλιτέ της Μπούτι Μπουτίκ
κανάρι μελωδικό με σκούφια Νου Φαραώ
σερβιρισμένο σε δίσκο Μαρία Κάλλας
μαγειρεμένο με άλας αττικό Ν. Κάλας.

Αύριον στην Γκαλερί Όλας κι Ιόλας
θα βρείτε όλα τ’ αφύσικα: ερωτικοί μαγνήτες,
πράγματα εντός κι εκτός γεωμετρίας,
αρχαιοπρεπείς Ατθίδες unisex,
δένδρα μ’ εξαίσιες κομμώσεις,
ναύτες με τσαρούχια
κι άλλες πολλές ντόπιες και ξένες ζαλάδες
και ζουμπουλάδες.

Τσακάλια και λυκαβηττοειδείς εστιάδες
ονειρεύονται συγχώνευση ΙΚΑ και CIA.
Έσχατο καταφύγιό των μένει στο κέντρο της πλατείας
το υπόγειο κατάστημα Συ Φιλείς.

Αθανασία Κακαράντζα, Δύο ποιήματα

ΠΕΡΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ

Θλιβερό να νιώθω την ανάσα των δαιμόνων,
κατά φαντασίαν έκπτωτων ανθρώπων σε κάθε βήμα
που δημιουργώ, σε κάθε σκέψη που ενώ, σε κάθε
συναίσθημα που συνεργώ

μην με κοιτάς!
μαδημένη αν έχει πούπουλα
απολεπισμένη αν έχει λέπια
συντετριμένη αν έχει μάζα

Έκλαμψη, ζω στο ξέφωτο μιας έκλαμψης,
μην ανησυχείς δεν φεύγω
Παρατηρήτρια, θεατής της έκρηξης, εντός μυαλού,
εντός ζωής, ανήσυχη μην φεύγεις
Φοβάμαι την βέβαιη αβεβαιότητα
Πού; Προς τα πού;
Σ’ ένα σύστημα απείρων τετραδιάστατων υποχώρων
ακροβατούμε με καθοδήγηση και
κριτήριο την πείρα
Ένα σπάνιο είδος χαράς και ενθουσιασμού
εκείνων των εξαφανισμένων, στα μάτια μου, θαρραλέα
φοβισμένων ονειροπόλων…
…που μαθαίνουν την τέχνη της συμπαραστάσεως
Αρχιτεχνίτες τέχνης, αυτό προσμένω

*

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Ας χτίσουμε με κοινή δράση από πινέλα
Synthesizers, φωνή
Όσο πολλαπλασιαζόμαστε
νιώθω πως εξαλείφεται η άγνοια
με τρομάζει λιγότερο η αμφιβολία, και
αντέχω την κατάρρευση
Δεν σας το κρύβω, έχω παραιτηθεί
από την δημιουργική γραφή
Δεν είμαι φωτογραφική μηχανή
ούτε τεχνητή νοημοσύνη
Μια αθώα φτωχομεσαία μικροαστή που παλεύει
για να γεννηθεί ένα κίνημα ανώτερο
ταξικά πραγματικά ενωμένο
από νόμους που ανέτρεψε
από σωματεία που γέμισαν πρώην απολιτίκ
για να μην νιώθεις μοναξιά
κοιτώντας κατάματα το μη ορατό σύμπαν
Άλλωστε ό,τι δεν ξέρω το ξέρεις εσύ
Η εμμονή της γνώσης δεν με στοιχειώνει πια
χάρη σε εσάς
το γρανάζι μου πήρε νέα μορφή

*Από τη συλλογή “Εγκυκλοπαίδεια διαστημικού προσανατολισμού”, εκδ, θράκα, 2023.