Pierre Jean Jouve (1887-1976), Χώρα της Ελένης

Σ’ αυτούς τους τόπους έζησε η ασύγκριτη Ελένη.

Σ’ αυτούς τους τόπους τους αρχαίους της χλόης και τ’ ασημιού
Τα πετρωμένα δάκρυα
Ένας καημός βαθύς γαλάζιος όμως ρήγματα ρεμβαστικά
Ξέσπασμα καταμέλανο βράχων μέσα στο ασήμι.

Έξω απ’ τ’ ανθρώπινα και απίθανη εντελώς ντυμένη ένα μακρόσυρτο
Φόρεμα τι ωραία που ήτανε σφιγμένη μες στην πέτρα
Και στων χόρτων τα λουλούδια. Μες στα βράδια τ’ απέραντα
Μεγάλων κάτασπρων σπιτιών τριγυρισμένων κάγκελα

Πόσο ήτανε θλιμμένη! Και τι έρωτας στα χέρια της
Τι δύναμη στη μέση της όλο λαμπρότη ρόδινη
Για ν’ αγαπά και για να ζει. Και τι στήθος για να
Δίνει τροφή! Και της σκιάς της τα γλυκά
Ονειροπολήματα! Και τι ωραία που πέθανε
Σ’ ένα φιλί πλημμυρισμένο βάγια και κοιλάδες

Τα δάκρυά της σώζονται τα βλέπεις ίδια πάντα εδώ
Στο χλοερό το μάκρος του νεκροταφείου
Μια καρυδιά πελώρια που αποκοιμήθηκε απ΄ το φως
Φυλάει στη ρίζα της τα μνήματα σκόρπια μαργαριτάρια

Κιθ όταν η καρυδιά, των παγετώνων της αντίπερα όχθης,
Τους γερτούς λαμποκοπώντας πάγους πάει ν΄αγγίζει
Όπου πέντε ασημωτές αιχμές δόντια κακοφυτεμένα
Μιας μεγάλης δυστυχίας λάμπουνε
Στο βάραθρο αρμονία αρμονίας θέρμης

Λιβάδι της ημέρας! Με του λίγου πράσινου
Τα κλάση και τα κύματα και τους ουράνιους βράχους.

Η ύλη σου η καθάρια κοφτερή κραυγή πονάει
Καθώς εδώ στα μέρη αυτά μια πεθαμένη βάδιζε!

Καρυδιές και παγετώνες άπραγες να τ΄αγαπούσε αυτά;
Η Ελένη με το χέρι της τ’ ολόγυμνο να χάιδευε
Απαλά τα όροι αυτά; Ν’ ασπαζόταν με την άκρη
Του φορέματός της τα λιβάδια;
Μες στου νέου της εραστή τα μάτια να έλπιζε
Και το χρυσό το φως;

Στα βάθη πέρα μακριά τα βράχια της Ελένης
Από τον νεκρικό τον ήλιο καθαρά γραμμένα
Λάμπανε μέσα στα σκληρά μελανά δόντια
Κι ο ήλιος σπάραζε σωστή θρησκεία.

*Μετάφραση: Οδυσσέας Ελάτης.

**Από το βιβλίο “Εγκόλπιο ερωτικού λόγου – Ανθολόγιο ερωτικής ποίησης του 20ού αιώνα”. Επιλογή-Επιμέλεια: Γιώργος Κ. Καραβασίλης, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2000.

Το τραγικό πεπρωμένο της σύγχρονης Ελλάδας

O Νικόλαος Κάλας

του Νικόλαου Κάλα

Το δοκίμιο του Nicolas Calas «The Tragic Destiny of Modern Greece», το οποίο δημοσιεύεται εδώ σε μετάφραση, περιλαμβάνεται στην έκδοση The Nicolas Calas – Nanos Valaoritis Correspondence, 1958-1967.1 Τα πρωτότυπα δακτυλόγραφα απόκεινται στο αρχείο «Nicolas and Elena Calas Archive», The Nordic Library at Athens.2 Πρόκειται για δεκαέξι (16) σελίδες που περιλαμβάνουν 3.239 λέξεις ή «κατά προσέγγιση αριθμό λέξεων 3.400», όπως ο ίδιος ο Calas σημείωσε στο περιθώριο, είτε σκοπεύοντας να το δημοσιεύσει (πιθανότατα στις ΗΠΑ)3 είτε διότι το είχε ήδη ή επρόκειτο να το ανακοινώσει ως ομιλία.

Αν και δε φέρει ημερομηνία σύνθεσης, μπορεί με σχετική ασφάλεια να θεωρηθεί ότι το δοκίμιο γράφτηκε μετά τη λήξη του Β´Παγκόσμιου πολέμου και πριν από τον Απρίλιο του 1951. Ενώ μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ο Calas ίσως το συνέθεσε με αφορμή την ίδρυση των Ηνωμένων Εθνών (UN) στις 24 Οκτωβρίου 1945, η αναφορά του στην Απογραφή πληθυσμού του 1940 (16 Οκτωβρίου) ορίζει ένα σαφές χρονικό πλαίσιο, στο οποίο το υπαινισσόμενο ορόσημο ante quem είναι η ημερομηνία της επόμενης Απογραφής πληθυσμού, δηλαδή η 7 Απριλίου 1951.4 Ως terminus post quem θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η χρονολογία 26 Απριλίου 1946, δηλαδή η χρονολογία θανάτου του Γερμανού κοινωνικού φιλοσόφου Hermann Graf von Keyserling, στον οποίο ο Calas επίσης αναφέρεται.5 Επομένως, με βάση τα παραπάνω, η σύνθεση του δοκιμίου «Το τραγικό πεπρωμένο της σύγχρονης Ελλάδας» πραγματοποιήθηκε στο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1946 και 1951· ειδικότερες αναφορές του συγγραφέα επιτρέπουν μια ακριβέστερη εκτίμηση, που θα το τοποθετούσε στο δεύτερο ήμισυ του 1946 ή στις αρχές του 1947.6                                                        


Το νόημα της εθνικής τραγωδίας

Οι τραγικές προεκτάσεις του εθνικού πεπρωμένου έρχονται ακαριαία στον νου μας, όταν παρατηρήσουμε πόσο αιφνιδιαστικά οι μεταπτώσεις της τύχης μπορούν να τερματίσουν την ανεξαρτησία ενός έθνους. Η παρατεταμένη περίοδος αναταραχής, η οποία ακολούθησε την απελευθέρωση πολλών χωρών που βρέθηκαν κάτω από τον ζυγό των ναζιστών, όπως και το απίθανο ενδεχόμενο μιας επίλυσης αυτής της αναταραχής στο κοντινό μέλλον, μας ωθούν σε σοβαρότερο προβληματισμό για τις βασικές δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει ένα μικρό κράτος που αγωνίζεται για την ύπαρξή του, όπως η σύγχρονη Ελλάδα. Πόσο μικρό μπορεί να είναι ένα έθνος προκειμένου να διατηρήσει την πλήρη ανεξαρτησία του στον συρρικνούμενο κόσμο της εποχής μας; Ποιος σκοπός μπορεί να υπάρχει στη διατήρηση μιας εθνικής ύπαρξης που εμποδίζει μάλλον παρά προωθεί την υλοποίηση του Ενός Κόσμου;7

Σαν φυσαλίδα, ένα έθνος μπορεί να αναπαύεται στην επιφάνεια της ταραγμένης θάλασσας ευρύτερων συγκρούσεων ή, σαν βότσαλο, μπορεί να παρασύρεται από μια υποχωρούσα παλίρροια στα βάθη της ιστορικής σιωπής. Για αιώνες, οι Έλληνες καταδυναστεύτηκαν από τους Οθωμανούς κυρίαρχους και, για μια ακόμη φορά, στην εποχή μας, εξαναγκάστηκαν να δοκιμάσουν όλη την πικρία της σαγήνευσης. Σήμερα, κρίνοντας με καθαρά κοινοβουλευτικά κριτήρια, η Ελλάδα φαίνεται να είναι η πιο ελεύθερη πολιτικά χώρα των Βαλκανίων. Συγχρόνως, είναι η πιο ανήσυχη από όλες, καθώς η ίδια η ανεξαρτησία της έχει καταστεί επισφαλής.

Αν δεν ταυτίσουμε τη ζωή των λαών με αυτή των ατόμων, μιλώντας αποκλειστικά με όρους γέννησης και θανάτου, υγείας και ασθένειας, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι άλλες λύσεις σε συλλογικές μορφές ύπαρξης μπορούν να προβλεφθούν, πέρα από την εθνική. Ο Arnold Toynbee, που είναι πιθανότατα ο μεγαλύτερος εν ζωή ιστορικός, έχει αποκαλέσει το πνεύμα της εθνικότητας «ξινή ζύμωση του νέου οίνου της δημοκρατίας στις παλαιές φιάλες του φυλετισμού».8 Σε αυτόν τον φυλετισμό αντιτάσσει κανείς την δημοκρατική αντίληψη της αδελφοσύνης όλης της ανθρωπότητας. Εντούτοις, ενόσω τα μικρά έθνη δεν πείθονται ότι οι μεγάλοι αδελφοί που διαρκώς παρεμβαίνουν στις υποθέσεις τους είτε δείχνουν πραγματικό ενδιαφέρον είτε είναι καλοπροαίρετοι, είναι μάταιο να απαιτείται από αυτά να απαρνηθούν τα δικαιώματά τους. Στην παρούσα πολιτική σύζευξη, τίποτε δεν είναι πιο φυσικό από την αντίσταση των μικρών εθνών σε όλες τις απόπειρες αφομοίωσής τους σε οποιαδήποτε μορφή υπερεθνικής τάξης, είτε φασιστικής είτε κομμουνιστικής είτε φιλελεύθερης. Για να αποκτήσει το ιδανικό της αδελφοσύνης στέρεη σημασία δεν είναι μόνο απαραίτητο να αναγνωρισθούν συγκεκριμένα βασικά χαρακτηριστικά, κοινά για όλους τους ανθρώπους, τα οποία οι φυλετικές και οι πολιτισμικές θεωρίες στυγνά παραβλέπουν, αλλά και να γίνουν σεβαστές διαφορές, τις οποίες τόσο εύκολα υποτιμούν οι απόστολοι της ισότητας.

Ακριβώς επειδή πρέπει να προσεγγίσουμε τη ζωή των λαών υπό το φως επικίνδυνων διεθνών συγκυριών, κάθε μεμονωμένη εθνική ύπαρξη αποκτά τραγική σημασία.

Το νόημα της τραγωδίας για τον Έλληνα

Η σημασία της εθνικής τραγωδίας των Ελλήνων έχει εκφραστεί με αξιοθαύμαστο τρόπο από τον αείμνηστο Count Keyserling, στο βιβλίο του Ευρώπη: «Στην Εγγύς Ανατολή ομιλούνται σήμερα σχεδόν όσα ελληνικά ομιλούντο πριν από δυο χιλιάδες χρόνια. Και τώρα ας δούμε την κατάσταση μέσα από τα μάτια των Ελλήνων. Δεν υπάρχει κάτι το τρομακτικό στο γεγονός ότι αυτός ο κόσμος, τόσο αρχαιότερος από οποιοδήποτε κόσμο έχει κερδίσει την αναγνώριση σήμερα· ότι αυτός ο κόσμος που σε αντίθεση με τον ιταλικό έχει παραμείνει από την κλασική εποχή ουσιαστικά ο ίδιος· αυτός ο κόσμος, του οποίου τα παιδιά είναι σχεδόν χωρίς εξαίρεση πιο προικισμένα από εκείνα οποιουδήποτε άλλου – δεν σημαίνει πια τίποτε; Όταν αυτή η πλευρά του ερωτήματος μου έγινε σαφής για πρώτη φορά, αναρίγησα. Ήταν αληθινή τραγωδία να είσαι σύγχρονος Έλληνας».9

Κανείς δεν είναι καταλληλότερος να διαπιστώσει εθνικές διακρίσεις από έναν αριστοκράτη σε έντονη εγρήγορση, καθώς η όλη αντίληψή του για τη ζωή βασίζεται σε μια διαδικασία εξορθολογισμού των κοινωνικών διαφορών. Δυστυχώς ο Count Keyserling μοιραζόταν την αδυναμία της τάξης του να εκτιμήσει την ισχύ δυνάμεων που, ως επί το πλείστον, αντιτίθενται στις ελίτ. Δεν κατάφερε επομένως να αντιληφθεί ότι η τραγωδία των μαζών δεν μπορεί ποτέ να εξομοιωθεί με την τραγωδία της πολιτικής και πνευματικής ελίτ που τις κυβερνά.

Η τραγωδία της σύγχρονης Ελλάδας μπορεί να γίνει περισσότερο κατανοητή αφού μελετηθούν τα επιμέρους συστατικά ανθρώπινα στοιχεία της. Η τραγωδία των μαζών είναι η δοκιμασία της στέρησης· η τραγωδία των κυρίαρχων είναι ο πειρασμός της εξουσίας· τέλος, η τραγωδία των νέων είναι το μαρτύριο του πάθους. Ακολουθώντας το πρότυπο ενός θεατρικού έργου, οι μάζες αντικαθιστούν τον χορό του αρχαίου ελληνικού θεάτρου· η νεολαία ενσαρκώνει το πνεύμα του Ορέστη και του Άμλετ· ενώ στην εξουσία δίδεται ο ρόλος του Αγαμέμνονα ή ενός Ληρ.

Η δοκιμασία της στέρησης

Οι χωρικοί και οι εργάτες συγκροτούν, αντιστοίχως, τον χορό και τον αντιχορό στο τραγικό σκηνικό της μαζικής ύπαρξης. Η τραγωδία των Ελλήνων αγροτών, που ιστορικά δεν μπορεί να διακριθεί από εκείνη των αγροτών της νοτιοανατολικής Ευρώπης, έγκειται στην εξάντληση, τη λιμοκτονία και τον πόνο. Για ιστορικούς λόγους, από την εποχή του πρώιμου Μεσαίωνα, αυτή η περιοχή της ηπειρωτικής Ευρώπης στερήθηκε των οικονομικών πλεονεκτημάτων τα οποία προέκυψαν από την κατάργηση της δουλείας και από την εξοικονόμηση ανθρώπινης ενέργειας χάρη στη μερική υποκατάσταση της εργασίας από τη δύναμη των αλόγων και του νερού – δυο μέτρα που σε μεγάλο βαθμό ενίσχυσαν την ανάπτυξη της γεωργίας. Υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που για αιώνες περιλάμβανε τα Βαλκάνια, οι πόλεις δεν ήταν κάτι περισσότερο από μεγάλα στρατιωτικά και διοικητικά κέντρα. Η ισχύς του Σουλτάνου ήταν απόλυτη, καθώς δεν ήταν υποχρεωμένος να μοιράζεται τη διοίκηση με υποκατάστατους κυβερνήτες και, επομένως, δεν ήταν αναγκασμένος να συμμαχήσει με τους αστούς ενάντια στους φεουδάρχες – πράγμα που αντιθέτως πάντα έπρατταν οι βασιλιάδες της Δυτικής Ευρώπης. Αυτό επιπλέον σήμαινε ότι φεουδαλικές τάσεις θα μπορούσαν να αναπτυχθούν μόνον ενάντια στον Σουλτάνο και με τη βοήθεια ξένων δυνάμεων· σήμαινε επίσης ότι ο αγροτικός πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Τουρκίας δεν επρόκειτο να γνωρίσει τα σχετικά πλεονεκτήματα της δουλοπαροικίας, παρά πολύ αργά· σε ορισμένα τμήματα των Βαλκανίων, όπως η Ρουμανία, όχι πριν από το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα, όταν εισήχθη ο φεουδαλισμός υπό ρωσική πίεση.

Η βαρύνουσα σημασία του τομέα της γεωργικής εκμετάλλευσης για τη βαλκανική οικονομία μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή όταν αντιληφθούμε ότι στην Ελλάδα, που είναι συγκριτικά το πιο βιομηχανοποιημένο βαλκανικό κράτος, τα τρία τέταρτα του συνολικού πληθυσμού των 7.150.000 (απογραφή του 1940)10 βασίζονται στη γεωργία για τον βιοπορισμό τους. Η καλλιεργήσιμη γη της χώρας δεν ξεπερνά τα 1.975.000 εκτάρια και είναι προφανώς ανεπαρκής. Τόσο οι Έλληνες όσο και οι ξένοι παρατηρητές αντιμετωπίζουν με απαισιοδοξία την προοπτική ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής, έτσι ώστε αυτή να ανταποκρίνεται επαρκώς στις ανάγκες του πληθυσμού. Με ετήσιο ποσοστό γεννητικότητας 30,94 τοις χιλίοις στον αγροτικό πληθυσμό, σε σύγκριση με ποσοστό 23,84 τοις χιλίοις στον αστικό, η αύξηση της αγροτικής καλλιεργήσιμης έκτασης θα έπρεπε να ανέλθει στις 70.000 εκτάρια κατ’ έτος τα επόμενα δεκαπέντε έτη.

Εντούτοις, όπως η Doreen Warriner ορθώς αναφέρει στο εξαιρετικό βιβλίο της Economics of Peasant Farming: «Αυτό που καθορίζει το επίπεδο της αγροτικής τάξης είναι ο βαθμός της εκβιομηχάνισης σε συνδυασμό με την πολιτική χειραφέτηση. Σε μια βιομηχανική χώρα, ο αγρότης έχει το πλεονέκτημα να βρίσκεται κοντά στην αγορά μιας πόλης, που μπορεί να αγοράσει κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα· ο γεωργικός εξοπλισμός είναι φτηνός και μπορεί να εξασφαλιστεί πίστωση με ευνοϊκούς όρους. Το πιο σημαντικό, σε μια βιομηχανική χώρα τα αγροκτήματα των χωρικών μπορούν να είναι μεγάλα, καθώς ο αυξανόμενος πληθυσμός μετακινείται στη βιομηχανία […]. Το αληθινό πρόβλημα της ευρωπαϊκής αγροτικής οικονομίας βρίσκεται στην Ανατολή, στη ζώνη μεταξύ της Βαλτικής, της Αδριατικής και της Μαύρης Θάλασσας. Ανακύπτει διότι αυτές οι περιοχές είναι αποκομμένες από την ευρωπαϊκή βιομηχανική αγορά».11       
    
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, η αγροτική οικονομία των βαλκανικών χωρών, με την εξαίρεση της Ελλάδας, είναι προσδεμένη στη σοβιετική βιομηχανία. Δεν είναι ιδιαίτερα παρήγορο για τον Έλληνα αγρότη να γνωρίζει ότι η μοίρα του είναι να συνδέεται με τη βιομηχανία της δυτικής Ευρώπης και της Μεγάλης Βρετανίας σε μια εποχή που η γερμανική βιομηχανία είναι κατεστραμμένη και ολόκληρη η οικονομία της πρέπει να επιδοτηθεί· όταν η γαλλική οικονομία έχει απωλέσει κάθε διεθνή απήχηση και προσαρμόζεται στις περιορισμένες δυνατότητες που προσφέρει η εγχώρια αγορά· όταν η βρετανική οικονομία, η οποία ήδη αρκετά χρόνια πριν από τον πόλεμο μείωνε σταθερά τις εισαγωγές της από την Ευρώπη, έχει αποστραγγιστεί από τους κύριους πόρους της. Αφημένη στην τύχη της, η βιομηχανία της Ελλάδας φυσικά δεν μπορεί να βρίσκεται σε καλύτερη θέση από τη γεωργία της.

Η ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας ήταν αργοπορημένη και έδειξε σημάδια σοβαρής προόδου μόνον κατά τα χρόνια που ακολούθησαν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Επρόκειτο για μια περίοδο επέκτασης, παρόλο που και το κεφάλαιο ήταν σπάνιο και τα επιτόκια παρέμειναν υψηλά, το τραπεζικό σύστημα [ήταν] απροετοίμαστο για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της βιομηχανίας, τα επιχειρηματικά δάνεια ήταν πολύ μικρά και [ήταν] πρακτικά ανύπαρκτο το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Η έλλειψη κάρβουνου ήταν εμπόδιο στην ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας και επομένως, εμμέσως, της χημικής βιομηχανίας. Εντούτοις, ο πιο ανησυχητικός παράγοντας για την ελληνική βιομηχανία, η οποία περιλαμβάνει βιομηχανία τροφίμων, υφασμάτων, μεταλλευμάτων και χαρτικών, είναι το γεγονός ότι, εφόσον επρόκειτο για μια βιομηχανία θερμοκηπίου η οποία δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τις διεθνείς αγορές, οι τιμές των προϊόντων είχαν την τάση να πέφτουν ενώ εκείνες της διεθνούς αγοράς ανέβαιναν και πάλι τα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο.

Καθώς μόνο μια μεγαλύτερη βιομηχανική παραγωγή μπορεί να απορροφήσει τον πλεονάζοντα αγροτικό πληθυσμό, η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει την επιτακτική ανάγκη να εξασφαλίσει επαρκή ποσότητα μακροπρόθεσμης πίστωσης για την αναδιοργάνωσή της και τη διεύρυνσή της, και συγχρόνως να κερδίσει τις αναγκαίες ξένες αγορές για την απορρόφηση μιας βιομηχανικής παραγωγής που δεν μπορεί να συντηρηθεί στα υπερβολικά στενά όρια της εγχώριας αγοράς. Από τη στιγμή που οι βορειότερες βαλκανικές χώρες συμπεριλήφθηκαν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής, οι πιθανότητες των ελληνικών βιομηχανικών προϊόντων να διεισδύσουν στις παραδουνάβιες χώρες είναι πρακτικά μηδαμινές.

Όταν ένα έθνος υποβιβάζεται στην κατάσταση της επαιτείας ή της πλήρους εξάρτησης από μια ξένη δύναμη η οποία στοχεύει να μονοπωλεί το εμπόριό του, αυτό το έθνος παύει να παίζει έναν ιστορικό ρόλο· η εθνική του ζωή χάνει κάθε πολιτισμική σημασία και η μοίρα του τελικά θα παύσει να προκαλεί πραγματικό ενδιαφέρον για τις χώρες που δημιουργούν την ιστορία. Αυτή είναι η τραγική κατάσταση της Ελλάδας σήμερα.

Τελικά, η μόνη δυνατή διαφυγή από μια τέτοια μοίρα θα ήταν οι μάζες να πάρουν το πεπρωμένο στα χέρια τους. Ωστόσο, δεδομένης της καταγγελίας διεθνών δυνάμεων, η εξέγερση του ελληνικού λαού δεν θα συναντούσε αποτελεσματική υποστήριξη· μόνον θα οδηγούσε στη μετατόπιση της Ελλάδας από τη σφαίρα επιρροής μιας δύναμης σε εκείνη μιας άλλης και θα σήμαινε την ένταξη της Ελλάδας στην ρωσική τροχιά. Σε ποιο βαθμό θα ωφελούσε αυτό τις μάζες είναι βέβαια ένα ζήτημα εικασιών. Πάντως, ο τρόπος με τον οποίο η Ρωσία επιλύει τα προβλήματα που ανακύπτουν τόσο από εθνικές όσο και από αγροτικές ανάγκες των χωρών στις οποίες κυριαρχεί δεν παρέχει εγγυήσεις ότι, αφού τεθούν υπό την προστατευτική της ασπίδα, οι Έλληνες θα επιτύχουν το δικαίωμα στην ασφάλεια και την απαλλαγή από τις στερήσεις που τους υποσχέθηκε η Χάρτα του Ατλαντικού.12            

Αυτή την ώρα οι Έλληνες δεν γνωρίζουν σε ποιον να στραφούν για να τους στηρίξει και να τους νοιαστεί. Και το μόνο που ζητούν είναι οι ζωές τους να μη στοιχειώνονται πια από το φάσμα της πείνας και από το φάσμα της εξάντλησης.

Ο πειρασμός της εξουσίας

Οι κυρίαρχες τάξεις στην Ελλάδα ήταν πάντοτε πεπεισμένες ότι η αποστολή του έθνους ήταν εξίσου να διαφυλάξει την κληρονομιά ενός ένδοξου παρελθόντος και να ανακτήσει την ισχύ και την αίγλη της αρχαίας και της βυζαντινής εποχής. Οι Έλληνες εθνικιστές δεν έχουν αμφισβητήσει ποτέ, τουλάχιστον δημοσίως, την ιστορική και την πολιτική εγκυρότητα αυτής της άποψης.

Η σύγχρονη Ελλάδα επέτυχε την ανεξαρτησία της μετά από μακρά και σκληρή πάλη τη δεκαετία του 1820, εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι συνθήκες που ευνόησαν την απελευθέρωση καλλιεργήθηκαν στα τέλη του 18ου αιώνα, με την άνοδο της μεσαίας τάξης. Αυτή η τάξη των εμπόρων προίκισε την Ελλάδα με την πολιτική θέληση και την οικονομική ικανότητα να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό. Οι ναυτιλιακές πόλεις και η ελληνική αστική τάξη όφειλαν την περιουσία τους στη Ρωσία. Εκείνη εξανάγκασε τους Τούρκους να επιτρέψουν στα ελληνικά καράβια να πλέουν με τη ρωσική σημαία στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο. Απαλλαγμένοι από τη βαριά τουρκική φορολογία, οι Έλληνες πλοιοκτήτες συγκέντρωσαν σημαντικές περιουσίες και, φυσικά, ήταν σε θέση να εκμεταλλευτούν την κρίσιμη κατάσταση που οι ναπολεόντειοι πόλεμοι προκάλεσαν στη Μεσόγειο, τόσο για τους γαλλικούς όσο και για τους αγγλικούς εμπορικούς στόλους.

Υπό την ώθηση της Γαλλικής Επανάστασης, η ελληνική αστική τάξη συνέταξε ένα φιλελεύθερο σύνταγμα, αλλά η πίεση της ίδιας της αντιδραστικότατης Ιεράς Συμμαχίας οδήγησε στην απόδοση της εξουσίας, στην απελευθερωμένη Ελλάδα, στα πιο συντηρητικά στοιχεία, σε φεουδαρχικά σκεπτόμενους αξιωματούχους του τσάρου και του σουλτάνου, και σε αρχηγούς ορεινών φατριών που είχαν εξελιχθεί σε γαιοκτήμονες. Παρά τις εσωτερικές διαφωνίες τους, οι Έλληνες γαιοκτήμονες και έμποροι είχαν την κοινή πεποίθηση ότι το μικρό ελληνικό κράτος, που ιδρύθηκε το 1830, προοριζόταν να αναβιώσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Για ενενήντα χρόνια οι κυβερνήτες της Ελλάδας έτρεφαν την ελπίδα ότι ο Βασιλεύς των Ελλήνων θα στεφόταν αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη, αφού ο ελληνικός στρατός θα την ανακτούσε από τον Άπιστο.

Μια τέτοια αφοσίωση στο βυζαντινό παρελθόν οδήγησε σε μια απολίθωση του ελληνικού πολιτισμού, αφού το μέτρο σύγκρισης του βυζαντινού αρχαϊσμού εφαρμόστηκε στον νόμο, τη γλώσσα, την ιστορία, την τέχνη και τη φιλοσοφία. Μόνον το 1922, όταν ένα τουρκικό κράτος αναγεννημένο από τον ισχυρό παλμό του κεμαλικού κινήματος κατάφερε στον ελληνικό στρατό ένα συντριπτικό πλήγμα, η Ελλάδα τελικά αφυπνίστηκε, αντιλαμβανόμενη την πραγματικότητα, και απελευθερώθηκε από την ψύχωση των βυζαντινών ονείρων. Η ίδρυση μιας δημοκρατίας ήταν το πιο σημαντικό σχήμα σε μια σειρά αλλαγών, που συνεπάγονταν μια ολόκληρη διαδικασία ιδεολογικής αναπροσαρμογής. Ο ελληνικός εθνικισμός πλέον απελευθερώθηκε από την έννοια της αποστολής και σταδιακά συνδέθηκε με τα δημοκρατικά ιδεώδη της οικονομικής ευημερίας, της πολιτικής ισότητας και της κοινωνικής πρόνοιας.

Δυστυχώς, σύντομα οι Έλληνες έχασαν την πίστη τους στα νέα ιδανικά τους και, δέκα χρόνια μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, η απόγνωση και η εξαθλίωση είχαν ήδη αντικαταστήσει την αυτοπεποίθηση των αρχών της δεκαετίας του 1920. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930, η δημοκρατία είχε ανατραπεί αλλά η αποκατεστημένη μοναρχία δεν σηματοδοτούσε επιστροφή στα ρομαντικά όνειρα μιας προγενέστερης περιόδου. Ο βασιλιάς δεν είχε επανενθρονιστεί με σκοπό να αναβιώσει τον ξεπερασμένο μύθο μιας βυζαντινής κληρονομιάς. Η νέα ιδεολογική περιβολή της μοναρχίας ήταν κομμένη στα μέτρα του συρρικνωμένου πεπρωμένου των χρόνων της λιτότητας και συνίστατο από ένα φασιστικό πουκάμισο βαμμένο στο εθνικό μπλε χρώμα. Το στέμμα επρόκειτο να χρησιμεύσει ως πόλος συσπείρωσης μιας σθεναρής αντιμπoλσεβικικής καμπάνιας, που τότε σάρωνε όλη την Ευρώπη. Εξαναγκασμένες να βρεθούν στην αντιπολίτευση, οι δημοκρατικές δυνάμεις απάντησαν με μια αντεπίθεση, κατά την οποία κατέφυγαν σε συνθήματα κατασκευασμένα στα εργαστήρια των ιδεολογιών του λαϊκού μετώπου. Ενώ η μοναρχία κατέστη το πιο ισχυρό σύμβολο του αντιμπολσεβικισμού, η δημοκρατία έγινε το λάβαρο του αντιφασισμού.

Πριν προλάβουν οι Έλληνες να σκεφτούν σοβαρά την ιδεολογική ανεπάρκεια των πολιτικών πεποιθήσεων των δύο στρατοπέδων, τους πρόφτασε αιφνιδιάζοντάς τους ο νέος Παγκόσμιος Πόλεμος. Μια από τις τραγικές ειρωνείες της ιστορίας είναι ότι μόνο κατά τη διάρκεια αυτής της σύγκρουσης είχαν οι σύγχρονοι Έλληνες την ευκαιρία να αυτοπροσδιορισθούν με επιτυχία, σε σχέση με το παρελθόν τους. Η ευκαιρία τούς δόθηκε όταν, κατά την επική οπισθοχώρηση από τα βόρεια σύνορά τους, όρθωσαν μια λυσσαλέα αντίσταση στο πεδίο μάχης των Θερμοπυλών. Αναμφίβολα η ικανοποίηση που πηγάζει από μια ταύτιση με το ένδοξο και αρχαίο παρελθόν βοήθησε συχνά τους Έλληνες κατά τα χρόνια της εχθρικής κατοχής να επιτύχουν πολλά παράτολμα και ηρωικά κατορθώματα, και να υπομείνουν με σθένος τις κακουχίες και τις συμφορές που τους προκάλεσε ένας ανελέητος εχθρός. Δυστυχώς, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν, από μια βιαστική σύγκριση ανάμεσα στην αντίσταση των Σπαρτιατών ενάντια στους Πέρσες και στον αγώνα ενάντια στα στρατεύματα του Χίτλερ, κατ’ ουδεμία έννοια δεν δικαιολογούνται και, μακροπρόθεσμα, βοήθησαν μόνο να αυξηθεί η πικρία και η αίσθηση της απογοήτευσης που ακολούθησε την απελευθέρωση. Οι Έλληνες έχουν ξεχάσει ότι η ιστορία αδιαφορεί για εκείνες τις τυχαίες επαναλήψεις γεγονότων, που τόσο συχνά πυροδοτούν την ανθρώπινη φαντασία.

Tο πρόβλημα της εξουσίας τώρα αποκαλύπτεται στον δυστυχή Έλληνα σε όλη την τρομακτική του ωμότητα. Το κύριο έργο μιας ελληνικής κυβέρνησης, είτε φιλοβασιλικής ή δημοκρατικής είτε φιλοβρετανικής13 ή φιλορωσικής, είναι να παραμείνει στην εξουσία και να διατηρήσει την τάξη. Για να το επιτύχει αυτό πρέπει να βασιστεί στην οικονομική και τη στρατιωτική βοήθεια μιας προστάτιδας δύναμης. Ο ελληνικός στρατός προφανώς δεν είναι σε θέση να προβάλει σοβαρή αντίσταση στα στρατεύματα που μια μεγάλη ξένη δύναμη μπορεί να συγκεντρώσει στα σύνορα της χώρας.14 Επιπλέον, καθώς μια αλλαγή προστατών δεν θα συναντούσε την ομόφωνη αποδοκιμασία της χώρας, η αποστολή ενός ξένου εισβολέα θα διευκολυνόταν σε μεγάλο βαθμό από την υποστήριξη που θα ελάμβανε από την αντιπολίτευση. Τα πολιτικά κόμματα στα Βαλκάνια ποτέ δεν αντιμετωπίζουν δυσκολία να αποδείξουν ότι η κυβέρνηση προδίδει τα εθνικά συμφέροντα. Λιγότερο εύκολο είναι να προσδιοριστεί ποιες μπορεί να είναι οι αληθινές εθνικές προσδοκίες. Αυτό το τραγικό δίλημμα έχει εξελιχθεί πλέον σε εμμονή στην Ελλάδα. Το να κυβερνάς κατέληξε να σημαίνει να υπηρετείς ξένα συμφέροντα και να καταδυναστεύεις τον γηγενή πληθυσμό. Ακόμη και η απλή άσκηση εξουσίας μπορεί τώρα να γίνει αντιληπτή ως κατάχρηση εξουσίας. Ο μόνος τρόπος να κυβερνάς συνίσταται στην προδοσία των εθνικών ιδεωδών, στο όνομα των οποίων οι κυβερνήτες ανήλθαν στην εξουσία. Είναι λογικό, λοιπόν, ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες λίγοι ιδεαλιστές θα υποκύψουν στον πειρασμό να κυβερνήσουν.

Το μαρτύριο του πάθους

Εγκλωβισμένες ανάμεσα στην εμμονή της πείνας και στον τρόμο της τυραννίας, οι φιλοδοξίες μια παθιασμένης νεολαίας περιορίζονται στο έπακρο. Σε σύγκριση με το διεθνές μέσο επίπεδο, οι Έλληνες νέοι ζουν σε μια ατμόσφαιρα αυξανόμενης πνευματικής εξαθλίωσης. Εκείνοι των οποίων η φιλοδοξία είναι να χτίσουν μια περιουσία θα επιδιώξουν να ικανοποιήσουν το πάθος τους για χρήματα σε ξένες χώρες· εκείνοι που το πάθος τους κατευθύνεται προς την απόκτηση εξουσίας, θα επιδιώξουν να αποκτήσουν ξένη προστασία· εκείνοι που τους εμψυχώνει ένα πάθος για επιστημονική και καλλιτεχνική γνώση θα μεταναστεύσουν, γιατί η χώρα τους δεν μπορεί να τους παράσχει επαρκώς εξοπλισμένα εργαστήρια, βιβλιοθήκες και μουσεία.

Περιορισμένος στη χρήση της εθνικής γλώσσας του μόνο, ο Έλληνας συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να προσαρμοστεί στην τραγωδία της χώρας του. Αντίθετα από τη γλώσσα μερικών άλλων μικρών ευρωπαϊκών κρατών, η ελληνική δεν συνδέεται με κάποιο από τα μείζονα σύγχρονα ιδιώματα. Η λυρική ποίηση έχει αναδειχθεί ως το μέσον δια του οποίου οδυνηρά υπονοούνται η ατομική και η εθνική απομόνωση, και ένας πόθος σύνδεσης με την ανθρώπινη κοινότητα ή με το εθνικό παρελθόν. Τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά έργα, εντούτοις, καθώς αποτελούν εκφράσεις ισχυρά ενοποιημένων κοινωνιών, δεν έχουν βρει έδαφος για να απλώσουν στέρεες ρίζες σε μια χώρα κοινωνικά και πολιτικά άστατη όπως η Ελλάδα.

Συμπέρασμα

Το ελληνικό πεπρωμένο αποτελεί συνέχεια του εβραϊκού πεπρωμένου. Ενώ η εβραϊκή είναι τραγωδία της διασποράς, η ελληνική είναι αυτή του περιορισμού σε μια χώρα πολύ μικρή για να συνεχίσει να είναι ο τόπος κατοικίας οραματιστών υψηλών ονείρων. Αυτή η τραγωδία είναι ένα εθνικό θέμα που συχνά έχει επαναληφθεί. Ήδη στην αρχαιότητα, ο Αριστοτέλης απαρνήθηκε τον σκοπό της Ελλάδας για να υπηρετήσει το ανατέλλον άστρο της Μακεδονίας. Αλλά ο εκρωμαϊσμένος Πολύβιος, ο πιο φιλοσοφικά προσανατολισμένος από τους Έλληνες ιστορικούς, ήταν εκείνος που ανέδειξε την αλλαγή πίστης ως ιστορική αναγκαιότητα. Αιώνες αργότερα, αφού ο Χριστιανισμός είχε εμπλουτίσει την αρχαία σοφία με τη βαθιά έννοια της αγάπης, ο Ελ Γκρέκο, γεννημένος στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, εγκαταστάθηκε στην Ισπανία. Ασπαζόμενος τα ιδανικά και τη θρησκεία της νέας πατρίδας του, αυτός ο μεγάλος καλλιτέχνης στην αλλαγή αφοσίωσης πρόσθεσε την κινητήρια δύναμη μιας νέας πίστης.

Σε έναν κόσμο που απεγνωσμένα αγωνίζεται, όπως σήμερα ο δικός μας, να εναρμονίσει συγκρουόμενες εθνικές και διεθνείς εξελίξεις, ο ρόλος των διανοουμένων που προέρχονται από μικρές χώρες προικισμένες με βαθιά ιστορική συνείδηση είναι, αψηφώντας τις πολιτισμικές διαφορές, να συντονιστούν με τις ανάγκες μιας πάσχουσας ανθρωπότητας, τις οποίες θα στοχεύσουν να εκφράσουν με σύνεση και οξυδέρκεια.

1.Transcribed, edited and annotated by Elena Koutrianou, Nefeli 2021, «Appendix II», σ. 222-231. By courtesy of Steingrim Laursen and The Louisiana Museum of Modern Art, Humleback, Denmark, and The Nordic Library at Athens. Ευχαριστίες οφείλονται και στις εκδ. Νεφέλη, για την άδεια δημοσίευσης της παρούσας μετάφρασης. Το εισαγωγικό κείμενο και οι σημειώσεις που ακολουθούν είναι της επιμελήτριας και μεταφράστριας.

2. Box (15), «Philosophy 1», Folder 5.2. Για τον πλήρη κατάλογο του Αρχείου, βλ. https:// www. norlib. gr/ calas- ar… (ανάκτηση 5.5.2026) και σε μορφή pdf: «Archive Catalogue – Nicolas and Elena Calas», επιμ. Lena Hoff, 2000 (στον ίδιο ιστότοπο).

3. Στην πρώτη σελίδα του δακτυλογράφου, κάτω από το όνομά του ο Calas σημειώνει και στη συνέχεια διαγράφει το όνομα της Marcella Powers (1921-1985), που ήταν γνωστή λογοτεχνική ατζέντης. Ακολουθεί η διεύθυνση: 25 West 54 Street/ New York 19 New York. Πιο πάνω, ιδιοχείρως έχει γραφτεί η λέξη: «Out?».

4. Για τις απογραφές πληθυσμού στην Ελλάδα, βλ. «Δημογραφικά δεδομένα», Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (ΕΣΥΕ): «Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 16 Οκτωβρίου 1940 – Πραγματικός, νόμιμος και μόνιμος πληθυσμός», Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1946, http:// dlib. sta tist ics. gr/ Book/ GRESYE_ 02_ 0101_ 00025. pdf και «Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951 – Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας, πόλεις και χωρία», Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1955, http:// dlib. sta tist ics. gr/ Book/ GRESYE_ 02_ 0101_ 00031. pdf (ανάκτηση 5.5.2026). Πρβ. Μιχαήλ Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971, Αθήνα: Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, 1973 και Μιχαήλ Χουλιαράκης, Ιστορική απογραφική άποψης της Ελλάδος, 1900-1971, Αθήνα: χ.ε., 1975.

5. Βλ. στην αρχή της δεύτερης ενότητας.
Βλ. την τρίτη ενότητα του δοκιμίου, καθώς και την τελευταία παράγραφο της τέταρτης, όπως και τις αντίστοιχες σημειώσεις.

7. Η πρωτότυπη φράση του Calas είναι «One World», η οποία μάλλον παραπέμπει στο βιβλίο One World του Wendell L. Willkie, Nέα Yόρκη, Simon & Schuster 1943.

8. Η πασίγνωστη ρήση την οποία παραθέτει ο Calas προέρχεται από το βιβλίο του Arnold J. Toynbee, A Study of History, τ. Ι, Λονδίνο, Oxford University Press 1934 (1η δημ. 1927), σ. 9. Γεννημένος το 1889, ο Toynbee πέθανε το 1975.

9. Και εδώ ο Calas δεν παρέχει περισσότερες λεπτομέρειες για την παραπομπή του, πέραν του τίτλου. Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο του Count Hermann Graf von Keyserling, Europe, αγγλική μτφ. Maurice Samuel, Λονδίνο & N.Y., Harcourt, Brace & Company, 1928, σ. 332 (η έμφαση είναι του Keyserling). Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου είναι Das Spektrum Europas ([Το φάσμα της Ευρώπης] Kampmann, Χαϊδελβέργη 1928). Το απόσπασμα παρατίθεται από τον Calas σχεδόν αυτούσιο, με κάποιες παραλείψεις στη στίξη και την αντικατάσταση μιας πρόθεσης, που δεν τροποποιεί το νόημα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, όμως, η αλλαγή χρόνου του ρήματος στην τελευταία φράση. Σύμφωνα με το πρωτότυπο: «It is a real tragedy to be a Modern Greek» (η έμφαση δική μου). Θα μπορούσε αυτή να είναι ακούσια ή να πρόκειται για εσκεμμένη παρέμβαση. Όπως ήδη σημειώθηκε στο εισαγωγικό σημείωμα, η αναφορά του Calas στο γεγονός ότι ο Keyserling (1880-1946) είναι ήδη νεκρός, όταν γράφει, είναι σημαντική για τη χρονολόγηση του δοκιμίου του (πρόκειται για έναν τύπο αναφοράς, άλλωστε, που έχει νόημα αν ο θάνατος είναι σχετικά πρόσφατος, ενώ δεν συνηθίζεται εφόσον είναι από καιρό γνωστός).

10. Ο συγγραφέας αναφέρει έναν κατά προσέγγιση αριθμό, αφού σύμφωνα με την Απογραφή του 1940 (βλ. πιο πάνω, σημ. 4), ο πραγματικός πληθυσμός της Ελλάδας ήταν 7.344.860 άτομα, ο νόμιμος πληθυσμός ήταν 7.285.674 άτομα και ο μόνιμος πληθυσμός ήταν 7.347.002 άτομα.

11. Τα παραθέματα τα οποία παραθέτει ο Calas προέρχονται από τη μελέτη της Doreen Warriner, Economics of Peasant Farming, Λονδίνο, Oxford University Press 1939, σ. 23-24 και 27, αντιστοίχως. Ο Calas έχει καταγράψει εσφαλμένα το όνομα της συγγραφέως («Warrimer») και έχει κάνει κάποιες μικρές επεμβάσεις, που δεν αλλάζουν σημαντικά το νόημα. Στο κείμενό του, η πρωτότυπη φράση «the increase of population» έχει μεταφερθεί τροποποιημένη: «the increased population». Και έχει αντικαταστήσει με ενικό αριθμό τον πληθυντικό της τελευταίας λέξης του παραθέματος: το πρωτότυπο είναι «markets», ενώ ο Calas γράφει «market». Η οικονομολόγος Doreen Warriner (1904-1972) καταγόταν η ίδια από αγροτική οικογένεια, σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Λονδίνου, διεξήγαγε επιτόπια έρευνα στην Ανατολική Ευρώπη και στο διάστημα 1938-1939 έδρασε ως επικεφαλής του Γραφείου της Πράγας της British Committee for Refugees from Czechoslovakia (BCRC), διασώζοντας περί τις 15.000 ανθρώπους (ενηλίκους και παιδιά, κυρίως Εβραίων αλλά και αντιναζιστών) από τη ναζιστική απειλή. Η ταινία One Life (2023), σκην. James Hawes, παρουσιάζει τη συνεργασία της με τον Nicholas Winton για τη διάσωση 669 εβραιόπουλων, και έγινε αφορμή για τη γνωστοποίηση της ανθρωπιστικής της προσπάθειας, η οποία συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια του πολέμου, μέχρι το 1946. Από το 1947 και έως το 1966, η Warriner ήταν Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (UCL). https:// res. org. uk/ new slet ter/… (ανάκτηση 8.5.2026). https:// www. history. org. uk/ pri… (ανάκτηση 08.05.2026). Ο Calas δεν αναφέρει αυτή την ιδιότητά της και δεν φαίνεται να γνωρίζει την ανθρωπιστική δράση της (λεπτομέρειες που στο εισαγωγικό σημείωμα συνεκτιμήθηκαν σε ό,τι αφορά τον πιθανό χρόνο σύνθεσης του δοκιμίου του), αλλά συμμερίζεται τη βασική θέση της Warriner για την αναγκαιότητα στήριξης της αγροτικής οικονομίας με την ανάπτυξη της βιομηχανίας και με την εξασφάλιση πολιτικής χειραφέτησης.

12. Η Χάρτα του Ατλαντικού (Atlantic Charter), με την οποία τον Αύγουστο του 1941 συμφωνήθηκαν οι κοινοί στόχοι ΗΠΑ και Μεγάλης Βρετανίας για την ασφάλεια, καθώς και για την κοινωνική και οικονομική ευημερία του κόσμου, μετά τον Β´ Παγκόσμιο πόλεμο.

13. Η αναφορά του Calas στη Βρετανία παρέχει ακόμη μία ένδειξη για τον πιθανό χρόνο σύνθεσης του δοκιμίου του, αφού, από τον Μάρτιο του 1947 («Δόγμα Τρούμαν») κ.ε., οι ΗΠΑ διαδέχθηκαν τους Βρετανούς. Πρβ. Κώστας Κωστής, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας», Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους, 18ος-21ος αιώνας, Πατάκης 2018 (νέα, συμπληρωμένη έκδ.), σ. 706-707.

14. Ο Calas ίσως αναφέρεται στις εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της Ελλάδας που πρόβαλλε η Βουλγαρία κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου, όπως και μετά τη λήξη του, στη Διεθνή Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι το 1946 (29 Ιουλίου – 15 Οκτωβρίου). Απειλή για την Ελλάδα αποτελούσε βέβαια και η Αλβανία, αλλά και η Γιουγκοσλαβία, που αναζητούσε πρόσβαση στο Αιγαίο. Πρβ. Mark Mazawer, Τα Βαλκάνια, μτφ. Κωνσταντίνος Ν. Κουρεμένος, Πατάκης 2001, σ. 212-213 κ.α.

*Το κείμενο αναδημοσιεύεται από εδώ: https://www.hartismag.gr/hartis-92/dokimio/to-traghiko-pepromeno-tis-syghkhronis-elladas

George Oppen, από το “Περί πληθείναι”

We are pressed, pressed on each other;
We will be told at once
Of anything that happens

And there discovery of fact bursts
In a paroxysm of emotion
Now as always. Crusoe

We say was
“Rescued”.
So we have chosen.

Είμαστε κολλημένοι, κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο,
θα πούμε
με το παραμικρό

το γεγονός ξεσπάζει με όλη του την πραγματικότητα
μέσα σ’ έναν παροξυσμό συναισθημάτων
όπως πάντα. Ο Κρούσος

“Σώθηκε”
λέμε.
Κάναμε την επιλογή μας.

*

Obsessed, bewildered

By the shipwreck
Of the singular

We have chosen the meaning
Of being numerous.

Κυριευμένοι από έμμονες ιδέες, σαστισμένοι

απ’ το ναυάγιο
της μοναδικότητας

επιλέξαμε τη βαρύτητα
του Πληθείναι.

*“Περί πληθείναι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2019. Μετάφραση: Ιωνάθαν Μπεργκ.

Maja Vidmar, Δύο ποιήματα

ΘΥΡΑ

Στη θύρα στέκεται
η γυναίκα του Λωτ.
Είναι και πάλι απολιθωμένη
χαμένη στην αιωνιότητα, ανάμεσα
στο Ωθώ και το Έλκω.
Έχει
λησμονήσει
για πάντα τ’ όνομά της.
Φέροντας ένα ξένο
όνομα
θα αποτελεί μαρτυρία
στο πέρασμα των χιλιετηρίδων
για τον αγώνα της
στη θύρα.

*

ΠΟΛΕΜΙΚΟΝ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΝ

Με φέρνουν σε δύσκολη θέση
τα πράγματα
που μάζεψα για να φέρω
στο καταφύγιο.
Ένας παχύς ευτυχισμένος
βούδας
που διαρκώς γελούσε
με ό,τι έκανα,
βρήκα όμως
ένα ράφι για εκείνον
και την αδηφάγα σκόνη των ενθυμίων.

Ήταν πιο δύσκολο
με τους βόλους
που σαν γατάκια σκόρπισαν
κάτω απ’ τον καναπέ.
Το πιο δύσκολο είναι με τα παιδιά,
πρέπει να καταψυχθούν
στον πάγο,
αγάπη
σε στερεά μορφή.

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στον τόμο “οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου – Βαλκάνιοι ποιητές”. Εισαγωγή-μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη, 2020.

Μάρκος Μέσκος, Πέντε ποιήματα

Ο ΑΠΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Δε χρειάζεται πολύ· ένα ζευγάρι παπούτσια β΄ κατηγορίας
είναι αρκετό για να πιστέψει το κορίτσι αυτό με τα δεκατέσσερα χρόνια
πως ο ουρανός δεν έχει άλλο απ’ ήλιο και φεγγάρια,
η νύχτα της γης δεν κρύβει φωνές και κόκαλα κι αίμα
δεν κρύβει έρωτα και νερό σ’ ανδρειωμένα σώματα
παρά ανασταίνει αυτή την ανθισμένη κερασιά και παίρνει τ’ άνθη της
και στολίζεται και περπατάει, νυφούλα, δίπλα στο ποτάμι.
Δε χρειάζεται πολύ· το ‘δα το κορίτσι αυτό κοντά στη Μπέλλιτσα[5]
φορώντας τα παπούτσια του κακού εμπόρου
κι αναθάρρησα με το χαμόγελό του…

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ.55, Σεπτέμβριος 1959.

Η ΓΥΜΝΗ ΚΟΥΚΛΑ

Με χιόνι την έπλασα με βροχή
και με τυφλά φεγγάρια, όμως
είχε κορμί είχε ψυχή είχε καρδιά και ζούσε…
Φιλούσα την κούκλα γυμνή
την έβρεχε τη χιόνιζε ο καιρός
πάντα γυμνή! Στην παγωνιά
η λάμα πίσω από το φως (στα δόντια ανάμεσα)
ο ύπνος πίσω από το θάνατο…
Με χιόνι την έπλασα με βροχή
και με τυφλά φεγγάρια.

ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΑΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Πολύν καιρό μπορούσα να φυλάω σκοπός
τις καλαμποκιές κάτω στην κοιλάδα
το ζευγολάτη με το σφύριγμα του μουλαριού,
πολύν καιρό, λέω, αν δεν υπήρχε
το ποτάμι αυτό με το νερό
και τα ζευγάρια οι βρώμικες κάλτσες στο σακίδιο
να πλύνω.

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ. 66-67, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1960.

ΚΑΤΑΓΩΓΙΚΑ

Ι

Το ‘ξερα. Τα πουλιά μου τα ‘στελνε ο Θεός ενώ
πείνα και θάνατος μου θέριζαν τα σπλάχνα.
Ατέλειωτος ο κόσμος μπροστά, όσο ηχεί στ’ αυτιά του στρατιώτη η σάλπιγγα
αντάρα μου ‘φερνε στα μάτια, μακελειό και λησμονιά…
Το μεσημέρι περνούσε ο ήλιος και δεν εύρισκε πρόβατο
πρόβατο ή παιδί να το κοιμίσει. Ας ήταν καλά όμως η νύχτα
που σάρωνε τον ύπνο μου και κι έδινε στον άνεμο γλυκάδα ονείρου
έστω, πότε-πότε να αλαφιάζομαι, πότε να πλαγιάζω πάνω σ’ αίματα…
Το ‘ξερα. Τα πουλιά μου τα ‘στελνε ο Θεός να ξεχαστώ
μα χλεύαζαν τα σύννεφα και τα πουλιά απορούσανε
πώς άλλαξεν αισθήματα ο ουρανός απέναντί τους.

ΙΙ

Βρέχει πολύ στην πολιτεία που μένω
βρέχει, βρέχει ο ουρανός χαμηλός.
Ράγισαν τα ονείρατά μου κι είμαι ποτισμένος βροχή
βροχή και κατάρα ως το κόκκαλο.

ΙΙΙ

Σήμερα ανακάλυψα
πως ο κόσμος δίχως εμένα γελάει
ο κόσμος δίχως εμένα
ξέγνοιαστος…

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ. 68-69-70, Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1960.

Ο ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Έσπρωξε την πόρτα· την κλώτσησε σχεδόν και μπήκε μέσα.
Παρέες εδώ, παρέες εκεί, διάχυτη μουσική – καπνίλα.
Τα γκαρσόνια κοκάλωσαν σε λίγο. Απέναντι
η γυναίκα που αγαπούσε τόσα φεγγάρια πριν
Κόπηκεν η βουή, κόπηκαν οι ομιλίες ― σιωπή.
Αυτός δεν ήταν ληστής (ένα μέτρο μπόι, μαντήλι ιδρωμένο
στο λαιμό, άταχτα μαλλιά) τους κοίταξε όλους έναν-έναν στα μάτια
τόση ήσυχη σκλαβιά, σκέφτηκε, τόση φουρτουνιασμένη θάλασσα―
γύρισε πίσω του και με δυσφορία είπε:
―Δεν έχει αέρα ‘δώ, πάμε.
Πήρε τα παλικάρια του και έφυγε.

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ. 85, Μάρτιος 1962.

Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, 7 μολυσμένα κομμάτια ύστερα απ’ τη Μεγάλη Βόμπα

Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, Οι Νεοσώματοι

(1)

Ένα άσπρο άλογο
που τρέχει
σε κεντρικό, όμως έρημο
δρόμο
πρωτευούσης της Ευρώπης
έχει
χωρίς φανερό λόγο
στη ραχοκοκκαλιά του γραμμένη
τη φράση:
ΘΕ ΜΟΥ ΤΙ ΝΑ ΓΕΝΗΚΑΝΕ ΣΤΟΝ ΚΌΣΜΟ ΟΙ ΑΝΤΡΙΩΜΕΝΟΙ

(2)

Κεφάλι μόνο αμούστακου νέου
πλέει στα ρηχά του ωκεανού,
απ’ τον κομμένο του λαιμό
απλώνεται
και χάνεται στην άμμο του βυθού
ακέραιο
το νευρικό του σύστημα.
Παρακολουθεί στον ορίζοντα
επιβατικόν ιστιοφόρον ονομαζόμενο
THE UNSINKABLE ARISTOTLE SMITH
Σε φινιστρίνι του ιστιοφόρου
παρουσιάζεται
κεφάλι νέας μέχρι 17 χρονών
με τα υγρά της
μακρυά πράσινα μαλλιά
να χαμογελάει
στο νέο.

Του στέλνει φιλιά.
Το κεφάλι του νέου παίρνει έκφραση
βαθιάς λύπης…
Το ιστιοφόρον βυθίζεται στα αβυσσαλέα βάθη.

(3)

Στην αριστερή πλευρά
ατέλειωτης αμμουδιάς
νησιού του Αιγαίου
στέκεται
κάθε νύχτα
τις ώρες πούχει φεγγάρι
δυνατός άντρας
φέροντας στους ώμους του
νέα γυναίκα
που τα χρυσά και γαλάζια της μαλλιά
κατεβαίνουν την πλάτη της
και σέρνονται ένα μέτρο
στην άμμο
όπου δίνουν καταφύγιο
στα πανέμορφα ζουζούνια της ακρογιαλιάς.

Ο άντρας τρέφει μουστάκια
Και γενειάδα
που στριφογυρνάει
γύρω στο κορμί του
και τα πόδια του
τελειώνοντας στους αστραγάλους

Αλλιώς είναι γυμνοί,
με αποτυπωμένη στα σώματα τους, σε χρώμα σταχτή,
την επιγραφή:

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΑΣ ΚΥΡΙΑ ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ

(4)

Τα μικρά
αλλά εκπληκτικής δυνάμεως
έντομα και μυρμήγκια
που κατέλαβαν το ασανσέρ
και τους διαδρόμους
στα κτίρια
όλου του κόσμου,
έχουν κρεμάσει
στο λαιμό τους
ακόμη και τα πετράδια
της Αυτοκρατορίας

(5)

Και πάντα το απόγεμα
όπως κάθε μέρα
την ίδια ώρα που ο ήλιος
μαλακός
γλυκαίνει τον ουρανό
έρχεται ανάλαφρος
ο μικρός αέρας
που απαλά χαϊδεύει
τις εκθαμβωτικές πεδιάδες
τα σιωπηλά ποτάμια
τους εγκατελειμένους, χαμηλούς, χορταριασμένους λόφους,
το τοπίο…
…εκείνο το αεράκι
που έχει ανακατεμένα μέσα του
εκατομμύρια – δισεκατομμύρια μικρά σα σκόνη μόρια ύλης
σα φωσφορίζοντα πράσινα ή κόκκινα μάτια
σα δόντια
που αντανακλούν το φως
όπως πέφτει απάνω τους ο ήλιος
στολίζουν το Χέρι της Ερημιάς.

(6)

Διασχίζοντας τις ηπείρους
μπαίνει
στη λάσπη του άδειου πυθμένα του Ατλαντικού
από σημείο της ακτής
της δυτικής Γαλλίας.
Τόνομά του πρέπει να είναι
Φοίνιξ ο Β’.

Η απέραντη έκτασις του πυθμένας
σε μερικά σημεία ξεραμένη
απ’ τις ακτίνες του ίδιου ήλιου
είναι διάσπαρτη
μόνον από τα ναυάγια των αιώνων
και άσπρα
πολύ μακρυά σκουλίκια
που μπαινοβγαίνουν στη λάσπη
σουρνάμενα.
Τόνομά του πρέπει να είναι Φοίνιξ ο Β’.

(7)

Οι Νεοσώματοι
απλώνονται τώρα
στις λίμνης των αποτόμων κρημνών
στα σκοτεινά νερά τους
επιπλέουν δισδιάστατο
χωρίς αγωνία
και συνεννοούνται μεταξύ τους
όταν ελαφρός κυματισμός
μικρά κύματα με αιχμηρές
κορφές
τους χωρίζουν
σε μικρότερες κηλίδες

Όσοι φέρονται
στην όχθη από κύμα
ευθύς
ξεπετιόνται ψηλά.
Γιγαντιαία λουλούδια.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Πάλι”, τεύχος 5, Νοέμβρη 1965, σελ. 45-50.

Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, Μια βυθισμένη μορφή

Νίκος Στάγκος (1936-2004), Δύο απ’ τα ποιήματα για το μάτι

Ι

Από το χώρισμα που πέρασε στο τελευταίο μάτι
Από το πόδι στο μάτι
Από το μάτι μετά ήταν

Από την πύλη στην πόλη
Από το μάτι που ήταν
Για τόσους και τόσους
Από το μάτι η πύλη

ΙΙ

Στην άκρη του σώματος που κατρακυλάει στο φως
Στο μάτι – επέμενε –
Στο μάτι που σκίζει το δέρμα
Και το φως συγκολλημένο που έρρεε διαμέσου

Από τότε – τότε –
Θα σήκωνε το βάρος που πιέζει
Και τρίζουν τα δάχτυλα μπρος
Μέσα στη φθινοπωρινή θάλασσα με τα πέη σου

Οι τρίχες των μαλλιών της ξεριζώθηκαν στο τέλος
Για σένα
Από προχτές
Το μάτι κύλησε αδιάφορο από βράχο σε βράχο
Με νεανική ορμή – διαμέσου –
Το πόδι βούτηξε στο νερό

Όλα τείνουν προς το αύριο
Που πιο βαθειά κάτω από το βάρος θα πιέζουν αφόρητα
Και δε θα υπήρχε καν λύπη
Το σώμα ή το μάτι που είναι παράθυρο για να κρυώνω.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Πάλι”, τεύχος 4, Καλοκαίρι 1965, σελίδα 14.

Kenneth Rexroth [1905—1982], Thu salt no kill / Δεν θα σκοτώσεις

A Memorial for Dylan Thomas

I

They are murdering all the young men.
For half a century now, every day,
They have hunted them down and killed them.
They are killing them now.
At this minute, all over the world,
They are killing the young men.
They know ten thousand ways to kill them.
Every year they invent new ones.
In the jungles of Africa,
In the marshes of Asia,
In the deserts of Asia,
In the slave pens of Siberia,
In the slums of Europe,
In the nightclubs of America,
The murderers are at work.
They are stoning Stephen,
They are casting him forth from every city in the world.
Under the Welcome sign,
Under the Rotary emblem,
On the highway in the suburbs,
His body lies under the hurling stones.
He was full of faith and power.
He did great wonders among the people.
They could not stand against his wisdom.
They could not bear the spirit with which he spoke.
He cried out in the name
Of the tabernacle of witness in the wilderness.
They were cut to the heart.
They gnashed against him with their teeth.
They cried out with a loud voice.
They stopped their ears.
They ran on him with one accord.
They cast him out of the city and stoned him.
The witnesses laid down their clothes
At the feet of a man whose name was your name-
You.
You are the murderer.
You are killing the young men.
You are broiling Lawrence on his gridiron.
When you demanded he divulge
The hidden treasures of the spirit,
He showed you the poor.
You set your heart against him.
You seized him and bound him with rage.
You roasted him on a slow fire.
His fat dripped and spurted in the flame.
The smell was sweet to your nose.
He cried out,
“I am cooked on this side,
Turn me over and eat,
You
Eat of my flesh.”
You are murdering the young men.
You are shooting Sebastian with arrows.
He kept the faithful steadfast under persecution.
First you shot him with arrows.
Then you beat him with rods.
Then you threw him in a sewer.
You fear nothing more than courage.
You who turn away your eyes
At the bravery of the young men.
You,
The hyena with polished face and bow tie,
In the office of a billion dollar
Corporation devoted to service;
The vulture dripping with carrion,
Carefully and carelessly robed in imported tweeds,
Lecturing on the Age of Abundance;
The jackal in double-breasted gabardine,
Barking by remote control,
In the United Nations;
The vampire bat seated at the couch head,
Notebook in hand, toying with his decerebrator;
The autonomous, ambulatory cancer,
The Superego in a thousand uniforms;
You, the finger man of behemoth,
The murderer of the young men.

II

What happened to Robinson,
Who used to stagger down Eighth Street,
Dizzy with solitary gin?
Where is Masters, who crouched in
His law office for ruinous decades?
Where is Leonard who thought he was
A locomotive? And Lindsay,
Wise as a dove, innocent
As a serpent, where is he?
Timor mortis conturbat me.
What became of Jim Oppenheim?
Lola Ridge alone in an
Icy furnished room? Orrick Johns,
Hopping into the surf on his
One leg? Elinor Wylie
Who leaped like Kierkegaard?
Sara Teasdale, where is she?
Timor mortis conturbat me.
Where is George Sterling, that tame fawn?
Phelps Putnam who stole away?
Jack Wheelwright who couldn’t cross the bridge?
Donald Evans with his cane and
Monocle, where is he?
Timor mortis conturbat me.
John Gould Fletcher who could not
Unbreak his powerful heart?
Bodenheim butchered in stinking
Squalor? Edna Millav who took
Her last straight whiskey? Genevieve
Who loved so much; where is she?
Timor mortis conturbat me.
Harry who didn’t care at all?
Hart who went back to the sea?
Timor mortis conturbat me.
Where is Sol Funaroff?
What happened to Potamkin?
Isidor Schneider? Claude McKay?
Countee Cullen? Clarence Weinstock?
Who animates their corpses today?
Timor mortis conturbat me.
Where is Ezra, that noisy man?
Where is Larsson whose poems were prayers?
Where is Charles Snider, that gentle
Bitter boy? Carnevali,
What became of him?
Carol who was so beautiful, where is she?
Timor mortis conturbat me.

III

Was their end noble and tragic,
Like the mask of a tyrant?
Like Agamemnon’s secret golden face?
Indeed it was not. Up all night
In the fo’c’sle, bemused and beaten,
Bleeding at the rectum, in his
Pocket a review by the one
Colleague he respected, “If he
Really means what these poems
Pretend to say, he has only
One way out-.” Into the
Hot acrid Caribbean sun,
Into the acrid, transparent,
Smoky sea. Or another, lice in his
Armpits and crotch, garbage littered
On the floor, gray greasy rags on
The bed. “I killed them because they
Were dirty, stinking Communists.
I should get a medal.” Again,
Another, Simenon foretold,
His end at a glance. “I dare you
To pull the trigger.” She shut her eyes
And spilled gin over her dress.
The pistol wobbled in his hand.
It took them hours to die.
Another threw herself downstairs,
And broke her back. It took her years.
Two put their heads under water
In the bath and filled their lungs.
Another threw himself under
The traffic of a crowded bridge.
Another, drunk, jumped from a
Balcony and broke her neck.
Another soaked herself in
Gasoline and ran blazing
Into the street and lived on
In custody. One made love
Only once with a beggar woman.
He died years later of syphilis
Of the brain and spine. Fifteen
Years of pain and poverty,
While his mind leaked away.
One tried three times in twenty years
To drown himself. The last time
He succeeded. One turned on the gas
When she had no more food, no more
Money, and only half a lung.
One went up to Harlem, took on
Thirty men, came home and
Cut her throat. One sat up all night
Talking to H. L. Mencken and
Drowned himself in the morning.
How many stopped writing at thirty?
How many went to work for Time?
How many died of prefrontal
Lobotomies in the Communist Party?
How many arc lost in the back wards
Of provincial madhouses?
How many on the advice of
Their psychoanalysts, decided
A business career was best after all?
How many are hopeless alcoholics?
René Crevel!
Jacques Rigaud!
Antonin Artaud!
Mayakofsky!
Essenin!
Robert Desnos!
Saint Pol Roux!
Max Jacob!
All over the world
The same disembodied hand
Strikes us down.
Here is a mountain of death.
A hill of heads like the Khans piled up.
The first-born of a century
Slaughtered by Herod.
Three generations of infants
Stuffed down the maw of Moloch.

IV

He is dead.
The bird of Rhiannon.
He is dead.
In the winter of the heart.
He is Dead.
In the canyons of death,
They found him dumb at last,
In the blizzard of lies.
He never spoke again.
He died.
He is dead.
In their antiseptic hands,
He is dead.
The little spellbinder of Cader Idris.
He is dead.
The sparrow of Cardiff.
He is dead.
The canary of Swansea.
Who killed him?
Who killed the bright-headed bird?
You did, you son of a bitch.
You drowned him in your cocktail brain.
He fell down and died in your synthetic heart.
You killed him,
Oppenheimer the Million-Killer,
You killed him,
Einstein the Gray Eminence.
You killed him,
Havanahavana, with your Nobel Prize.
You killed him, General,
Through the proper channels.
You strangled him, Le Mouton,
With your mains étendues.
He confessed in open court to a pince-nezed skull.
You shot him in the back of the head
As he stumbled in the last cellar.
You killed him,
Benign Lady on the postage stamp.
He was found dead at a Liberal Weekly luncheon.
He was found dead on the cutting room floor.
He was found dead at a Time policy conference.
Henry Luce killed him with a telegram to the Pope.
Mademoiselle strangled him with a padded brassiere.
Old Possum sprinkled him with a tea ball.
After the wolves were done, the vaticides
Crawled off with his bowels to their classrooms and quarterlies.
When the news came over the radio
You personally rose up shouting, “Give us Barabbas!”
In your lonely crowd you swept over him.
Your custom-built brogans and your ballet slippers
Pummeled him to death in the gritty street.
You hit him with an album of Hindemith.
You stabbed him with stainless steel by Isamu Noguchi,
He is dead.
He is Dead.
Like Ignacio the bullfighter,
At four o’clock in the afternoon.
At precisely four o’clock.
I too do not want to hear it.
I too do not want to know it.
I want to run into the street,
Shouting, “Remember Vanzetti!”
I want to pour gasoline down your chimneys.
I want to blow up your galleries.
I want to burn down your editorial offices.
I want to slit the bellies of your frigid women.
I want to sink your sailboats and launches.
I want to strangle your children at their finger paintings.
I want to poison your Afghans and poodles.
He is dead, the little drunken cherub.
He is dead,
The effulgent tub thumper.
He is Dead.
The ever living birds are not singing
To the head of Bran.
The sea birds are still
Over Bardsey of Ten Thousand Saints.
The underground men are not singing
On their way to work.
There is a smell of blood
In the smell of the turf smoke.
They have struck him down,
The son of David ap Gwilym.
They have murdered him,
The Baby of Taliessin.
There he lies dead,
By the Iceberg of the United Nations.
There he lies sandbagged,
At the foot of the Statue of Liberty.
The Gulf Stream smells of blood
As it breaks on the sand of Iona
And the blue rocks of Canarvon.
And all the birds of the deep sea rise up
Over the luxury liners and scream,
“You killed him! You killed him.
In your God damned Brooks Brothers suit,
You son of a bitch.”

Στη μνήμη του Ντίλαν Τόμας

Ι

Δολοφονούν όλους τους νέους άνδρες.
Για μισό αιώνα τώρα, κάθε μέρα,
τους κυνηγούν και τους σκοτώνουν.
Τους σκοτώνουν τώρα.
Αυτή τη στιγμή, σε όλο τον κόσμο,
σκοτώνουν τους νέους άνδρες.
Ξέρουν δέκα χιλιάδες τρόπους για να τους σκοτώσουν.
Κάθε χρόνο εφευρίσκουν νέους.
Στις ζούγκλες της Αφρικής,
στα έλη της Ασίας,
στις ερήμους της Ασίας,
στα στάβλια σκλάβων της Σιβηρίας,
στις φτωχογειτονιές της Ευρώπης,
στα νυχτερινά κέντρα της Αμερικής,
οι δολοφόνοι δουλεύουν.
Λιθοβολούν τον Στέφανο,
τον διώχνουν από κάθε πόλη του κόσμου.
Κάτω από την πινακίδα καλωσορίσματος,
κάτω από το έμβλημα του Ρόταρυ,
στον αυτοκινητόδρομο στα προάστια,
το σώμα του κείτεται κάτω από τις πέτρες που εκτοξεύονταν.
Ήταν γεμάτος πίστη και δύναμη.
Έκανε μεγάλα θαύματα ανάμεσα στον λαό.
Δεν μπορούσαν να αντισταθούν στη σοφία του.
Δεν μπορούσαν να αντέξουν το πνεύμα με το οποίο μιλούσε.
Κράτησε στο όνομα
της σκηνής του μαρτυρίου στην έρημο.
Κόπηκαν στην καρδιά.
Έτριξαν τα δόντια τους εναντίον του.
Κράτηξαν με δυνατή φωνή. Έφραξαν
τα αυτιά τους. Όρμησαν
εναντίον του με μια ψυχή.
Τον έδιωξαν από την πόλη και τον λιθοβολούσαν.
Οι μάρτυρες άφησαν τα ρούχα τους
στα πόδια ενός ανθρώπου που το όνομά του ήταν το όνομά σου –
Εσύ.Εσύ είσαι ο δολοφόνος.
Σκοτώνεις τους νεαρούς.
Ψήνεις τον Λόρενς στη σχάρα του.
Όταν απαίτησες να αποκαλύψει
τους κρυμμένους θησαυρούς του πνεύματος,
σου έδειξε τους φτωχούς.
Στρέψες την καρδιά σου εναντίον του.
Τον άρπαξες και τον έδεσες με οργή.
Τον έψησες σε αργή φωτιά.
Το λίπος του έσταζε και ξεχείλιζε στη φλόγα.
Η μυρωδιά ήταν γλυκιά στη μύτη σου.
Φώναξε,
«Είμαι μαγειρεμένος από αυτή την πλευρά,
Γύρισέ με και φάε,
Εσύ
τρως από τη σάρκα μου».
Δολοφονείτε τους νέους.
Πυροβολείτε τον Σεμπάστιαν με βέλη.
Κράτησε τους πιστούς ακλόνητους υπό διωγμό.
Πρώτα τον πυροβόλησες με βέλη.
Μετά τον χτύπησες με ραβδιά.
Μετά τον έριξες σε έναν υπόνομο.
Δεν φοβάσαι τίποτα περισσότερο από το θάρρος.
Εσύ που γυρίζεις τα μάτια σου μακριά
από τη γενναιότητα των νέων.
Εσύ,
η ύαινα με το γυαλιστερό πρόσωπο και το παπιγιόν,
στο γραφείο μιας
εταιρείας δισεκατομμυρίων δολαρίων αφιερωμένης στην υπηρεσία·
ο γύπας που στάζει κουφάρι,
ντυμένος προσεκτικά και απρόσεκτα με εισαγόμενα τουίντ,
που δίνει διαλέξεις για την Εποχή της Αφθονίας·
το τσακάλι με την σταυρωτή γκαμπαρδίνη,
που γαβγίζει με τηλεχειριστήριο,
στα Ηνωμένα Έθνη·
η νυχτερίδα βρικόλακας καθισμένη στο κεφάλι του καναπέ, με
το σημειωματάριο στο χέρι, παίζοντας με τον αποκεφαλιστή της·
ο αυτόνομος, περιπατητικός καρκίνος,
το Υπερεγώ με χίλιες στολές·
εσύ, ο άνθρωπος με τα δάχτυλα του μεγαθήριου,
ο δολοφόνος των νεαρών ανδρών.

II

Τι απέγινε ο Ρόμπινσον,
που συνήθιζε να παραπατάει στην Όγδοη Οδό,
ζαλισμένος από το μοναχικό τζιν;
Πού είναι ο Μάστερς, που κουλουριαζόταν στο
δικηγορικό του γραφείο για καταστροφικές δεκαετίες;
Πού είναι ο Λέοναρντ που νόμιζε ότι ήταν
ατμομηχανή; Και η Λίντσεϊ,
σοφή σαν περιστέρι, αθώα
σαν φίδι, πού είναι;
Ο νεκρός Τιμόρ με διαψεύδει.
Τι απέγινε ο Τζιμ Όπενχαϊμ;
Η Λόλα Ριτζ μόνη σε ένα
παγωμένο επιπλωμένο δωμάτιο; Ο Όρικ Τζονς,
που πηδάει στα κύματα με
το ένα του πόδι; Η Έλινορ Γουάιλι,
που πήδηξε σαν τον Κίρκεγκωρ;
Η Σάρα Τίσντεϊλ, πού είναι;
Ο νεκρός Τιμόρ με διαψεύδει.
Πού είναι ο Τζορτζ Στέρλινγκ, αυτό το ήμερο ελαφάκι;
Ο Φελπς Πάτναμ που έφυγε κρυφά;
Ο Τζακ Γουίλραϊτ που δεν μπορούσε να διασχίσει τη γέφυρα;
Ο Ντόναλντ Έβανς με το μπαστούνι του και
το Μονόκλ, πού είναι;
Ο νεκρός Τιμόρ με διαψεύδει.
Ο Τζον Γκουλντ Φλέτσερ που δεν μπόρεσε
να ξεραγίσει την ισχυρή του καρδιά;
Ο Μπόντενχαϊμ που σφαγιάστηκε στην βρωμερή
αθλιότητα; Η ​​Έντνα Μίλαβ που ήπιε
το τελευταίο της σκέτο ουίσκι; Η Ζενεβιέβ
που αγάπησε τόσο πολύ· πού είναι;
Ο νεκρός Τιμόρ με διαψεύδει.
Ο Χάρι, που δεν τον ένοιαζε καθόλου;
Ο Χαρτ, που επέστρεψε στη θάλασσα;
Ο νεκρός Τιμόρ, με διαψεύδει.
Πού είναι ο Σολ Φουνάροφ;
Τι απέγινε ο Πότεμκιν;
Ο Ισίντορ Σνάιντερ; Ο Κλοντ ΜακΚέι;
Ο Κάουντι Κάλεν; Ο Κλάρενς Γουάινστοκ;
Ποιος ζωντανεύει τα πτώματά τους σήμερα;
Ο νεκρός Τιμόρ με διαψεύδει.
Πού είναι ο Έζρα, αυτός ο θορυβώδης άντρας;
Πού είναι ο Λάρσον του οποίου τα ποιήματα ήταν προσευχές;
Πού είναι ο Τσαρλς Σνάιντερ, αυτό το ευγενικό
πικρό αγόρι; Ο Καρνεβάλι,
τι απέγινε;
Η Κάρολ, που ήταν τόσο όμορφη, πού είναι;
Ο νεκρός Τιμόρ με διαψεύδει.

III

Ήταν το τέλος τους ευγενές και τραγικό,
σαν τη μάσκα ενός τυράννου;
Σαν το μυστικό χρυσό πρόσωπο του Αγαμέμνονα;
Πράγματι, δεν ήταν. Ξύπνιος όλη νύχτα
στην καρδιά, σαστισμένος και ξυλοκοπημένος,
αιμορραγώντας από το ορθό, στην
τσέπη του μια κριτική από τον μόνο
συνάδελφο που σεβόταν, «Αν
πραγματικά εννοεί αυτά που προσποιούνται ότι λένε αυτά τα ποιήματα, έχει μόνο
Μία διέξοδο-». Στον
καυτό καυστικό ήλιο της Καραϊβικής,
στην καυστική, διαφανή,
καπνιστή θάλασσα. Ή άλλος, ψείρες στις
μασχάλες και το καβάλο του, σκουπίδια σκορπισμένα
στο πάτωμα, γκρίζα λιπαρά κουρέλια στο
κρεβάτι. «Τους σκότωσα επειδή
ήταν βρώμικοι, βρωμεροί κομμουνιστές.
Θα έπαιρνα ένα μετάλλιο.» Ξανά,
Άλλος ένας, προείπε ο Σιμενόν,
το τέλος του με μια ματιά. «Σε προκαλώ
να τραβήξεις τη σκανδάλη.» Έκλεισε τα μάτια της
και έχυσε τζιν πάνω στο φόρεμά της.
Το πιστόλι τραντάχτηκε στο χέρι του.
Τους πήρε ώρες για να πεθάνουν.
Άλλος ένας έπεσε κάτω
και της έσπασε την πλάτη. Της πήρε χρόνια.
Δύο έβαλαν τα κεφάλια τους κάτω από το νερό
στην μπανιέρα και γέμισαν τους πνεύμονές τους.
Ένας άλλος έπεσε κάτω από
την κίνηση μιας γεμάτης γέφυρας.
Ένας άλλος, μεθυσμένος, πήδηξε από ένα
μπαλκόνι και έσπασε τον λαιμό της.
Ένας άλλος μούσκεψε τον εαυτό του σε
βενζίνη και έτρεξε φλεγόμενος
στον δρόμο και έζησε
υπό κράτηση. Ένας έκανε έρωτα
μόνο μία φορά με μια ζητιάνα.
Πέθανε χρόνια αργότερα από σύφιλη
στον εγκέφαλο και τη σπονδυλική στήλη. Δεκαπέντε
χρόνια πόνου και φτώχειας,
ενώ το μυαλό του έτρεχε.
Ένας προσπάθησε τρεις φορές σε είκοσι χρόνια
να πνιγεί. Την τελευταία φορά
τα κατάφερε. Ένας άνοιξε το γκάζι
όταν δεν είχε άλλο φαγητό, ούτε άλλα
χρήματα και μόνο μισό πνεύμονα.
Ένας πήγε στο Χάρλεμ, αντιμετώπισε
τριάντα άντρες, γύρισε σπίτι και
έκοψε το λαιμό της. Ένας ξάπλωσε όλη νύχτα
μιλώντας με τον HL Mencken και
πνίγηκε το πρωί.
Πόσοι σταμάτησαν να γράφουν στα τριάντα;
Πόσοι πήγαν να δουλέψουν για το Time;
Πόσοι πέθαναν από προμετωπιαίες
λοβοτομές στο Κομμουνιστικό Κόμμα;
Πόσοι χάθηκαν στα πίσω κελιά
των επαρχιακών τρελών;
Πόσοι, με τη συμβουλή των
ψυχαναλυτών τους, αποφάσισαν ότι
μια επιχειρηματική καριέρα ήταν τελικά η καλύτερη;
Πόσοι είναι απελπισμένοι αλκοολικοί;
Ρενέ Κρεβέλ!
Ζακ Ριγώ!
Αντονέν Αρτώ!
Μαγιακόφσκι!
Εσενέν!
Ρομπέρ Ντεσνός!
Σεν Πολ Ρου!
Μαξ Ζακόμπ!
Σε όλο τον κόσμο
Το ίδιο ασώματο χέρι
μας χτυπάει κάτω.
Να ένα βουνό θανάτου.
Ένας λόφος από κεφάλια σαν των Χαν στοιβαγμένα.
Το πρωτότοκο ενός αιώνα
Σφαγιασμένο από τον Ηρώδη.
Τρεις γενιές βρεφών
Γεμισμένα τα στόματα του Μολόχ.

IV

Είναι νεκρός.
Το πουλί της Ριάννον.
Είναι νεκρός.
Στον χειμώνα της καρδιάς.
Είναι νεκρός.
Στα φαράγγια του θανάτου,
Τον βρήκαν επιτέλους άλαλο,
Στη χιονοθύελλα των ψεμάτων.
Δεν ξαναμίλησε ποτέ.
Πέθανε.
Είναι νεκρός.
Στα αντισηπτικά τους χέρια,
Είναι νεκρός.
Ο μικρός μάγος της Κάντερ Ίντρις.
Είναι νεκρός.
Το σπουργίτι του Κάρντιφ .
Είναι νεκρός.
Το καναρίνι της Σουόνσι.
Ποιος τον σκότωσε;
Ποιος σκότωσε το λαμπερό πουλί;
Εσύ το έκανες, γιε σκύλας.
Τον έπνιξες στον εγκέφαλο του κοκτέιλ σου.
Έπεσε κάτω και πέθανε στην συνθετική σου καρδιά.
Τον σκότωσες,
Οπενχάιμερ τον Εκατομμυριούχο,
Τον σκότωσες,
Αϊνστάιν την Γκρίζα Εξοχότητα.
Τον σκότωσες,
Χαβαναχαβάνα, με το βραβείο Νόμπελ σου.
Τον σκότωσες, Στρατηγέ,
Μέσα από τα σωστά κανάλια.
Τον στραγγάλισες, Λε Μουτόν,
με τα κύρια étendues σου.
Ομολόγησε σε δημόσιο δικαστήριο σε ένα κρανίο με τσιμπήματα.
Τον πυροβόλησες στο πίσω μέρος του κεφαλιού
καθώς σκόνταφτε στο τελευταίο κελάρι.
Τον σκότωσες,
Καλοσυνάτη Κυρία στο γραμματόσημο.
Βρέθηκε νεκρός σε ένα γεύμα της Liberal Weekly.
Βρέθηκε νεκρός στο πάτωμα της αίθουσας μοντάζ.
Βρέθηκε νεκρός σε ένα συνέδριο πολιτικής του Time.
Ο Henry Luce τον σκότωσε με ένα τηλεγράφημα προς τον Πάπα.
Η δεσποινίς τον στραγγάλισε με ένα ενισχυμένο σουτιέν.
Ο γέρος Possum τον ράντισε με μια μπάλα τσαγιού.
Αφού τελείωσαν οι λύκοι, οι ιεροκτόνοι
έφυγαν με τα εντόσθιά του στις τάξεις και τα περιοδικά τους.
Όταν έφτασαν τα νέα στο ραδιόφωνο,
εσύ προσωπικά ξεσηκώθηκες φωνάζοντας: «Δώστε μας τον Βαραββά!»
Μέσα στο μοναχικό σου πλήθος τον σαρώσεις.
Τα ειδικά κατασκευασμένα brogans και οι παντόφλες του μπαλέτου σου
τον γρονθοκόπησαν μέχρι θανάτου στον τραχύ δρόμο.
Τον χτύπησες με ένα άλμπουμ του Hindemith.
Τον μαχαίρωσες με ανοξείδωτο ατσάλι του Isamu Noguchi,
Είναι νεκρός.
Είναι νεκρός.
Σαν τον Ignacio τον ταυρομάχο,
στις τέσσερις η ώρα το απόγευμα.
Ακριβώς στις τέσσερις η ώρα.
Ούτε εγώ θέλω να το ακούσω.
Ούτε εγώ θέλω να το μάθω.
Θέλω να τρέξω στο δρόμο,
φωνάζοντας, «Θυμηθείτε τον Βαντσέτι!»
Θέλω να ρίξω βενζίνη στις καμινάδες σας. Θέλω
να ανατινάξω τις στοές σας. Θέλω να κάψω
τα γραφεία σύνταξης.
Θέλω να κόψω τις κοιλιές των παγωμένων γυναικών σας.
Θέλω να βυθίσω τα ιστιοφόρα και τις βάρκες σας.
Θέλω να στραγγαλίσω τα παιδιά σας με τις δαχτυλογραφίες τους.
Θέλω να δηλητηριάσω τους Αφγανούς και τα κανίς σας.
Είναι νεκρός, το μικρό μεθυσμένο χερουβείμ.
Είναι νεκρός,
ο λαμπερός κροτάλισμα της μπανιέρας.
Είναι νεκρός.
Τα αιώνια ζωντανά πουλιά δεν τραγουδούν
Στο κεφάλι του Μπραν.
Τα θαλασσοπούλια είναι ακόμα
Πάνω από το Μπάρντσεϊ των Δέκα Χιλιάδων Αγίων.
Οι άντρες του υπόγειου δεν τραγουδούν
Στο δρόμο τους για τη δουλειά.
Υπάρχει μια μυρωδιά αίματος
Στη μυρωδιά του καπνού του χλοοτάπητα.
Τον έχουν χτυπήσει,
τον γιο του Ντέιβιντ απ Γκουίλιμ.
Τον έχουν δολοφονήσει,
το μωρό του Ταλιέσιν.
Εκεί κείτεται νεκρός,
Δίπλα στο παγόβουνο των Ηνωμένων Εθνών.
Εκεί κείτεται γεμάτος με άμμο,
Στους πρόποδες του Αγάλματος της Ελευθερίας.
Το Ρεύμα του Κόλπου μυρίζει αίμα
Καθώς σκάει στην άμμο της Ιόνα
Και στα μπλε βράχια του Κανάρβον.
Και όλα τα πουλιά της βαθιάς θάλασσας σηκώνονται
Πάνω από τα πολυτελή πλοία και φωνάζουν,
“Τον σκότωσες! Τον σκότωσες.
Με την καταραμένη στολή σου των Brooks Brothers,
γιε σκύλα.”

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης

ένα έτσι, η έλλειψη έχει δύο χέρια

Η έλλειψη έχει δύο χέρια
δεμένα πάνω στον πάγκο του χασάπη.
Ποιος γνωρίζει την απόσταση μεταξύ τους;

Πιάσε αυτόν τον ήλιο και σήκωσέ τον ψηλά
πάνω από το κεφάλι σου. Εκτίμα την τομή.

Μια ζωή είναι ο χώρος
που λείπει
από το πετάρισμα δύο βλεφάρων.
Η ανάμνηση ενός ουρανού
που συνθλίβεται
μες στο πικρό και στυφό σκοτάδι.
Το ποτάμι που καίγεται
από κάποια αθάνατη θλίψη.
Το βάθρο της αμοιβαίας
ανίας μας.
Το κενό που προεκτείνεται
για να αγκαλιάσει το κενό.
Η πυρίτιδα στα μαλλιά σου.
Τα δόντια μου στην σάρκα μου.

Η επιστροφή του μαρμάρου
στη φλέβα.
Μια πρόχειρη, αβίαστη έξοδος
που δεν θα θυμάται κανείς.

Λευτέρης Βασιλόπουλος, Τρία ποιήματα

αλφά-δυτο

α) μία στιγμή μόνο έχω γνωρίσει, αποφεύγοντάς την

β) μ’ έλυσα – ξεγλίστρησα από παιδικές φωτογραφίες

γ) προσωπεία λάμπουν τη νύχτα – κάθε πρωί ενσωματώνονται

δ) οστεοφυλάκια φτιαγμένα από παρόρμηση, τα σώματά μας

ε) φωτοστέφανου θρύμματα (σε) πρωινά εξατμίσεων

ζ) προτομή νοήμονος λιποτάκτη

η) δάχτυλα σκιών, πέτρες αινίγματος, ερωτηματικά δρόμου

θ) τραγούδι κεριού: «ποιος κλαίει; -ο χρόνος που πεθαίνει»

ι) θυμήσου αν ανέβεις στο δώμα να χαλαρώσεις λίγο το σχοινί μου

κ) μεγάλες λέξεις πως υπόσχονται ακόμα μεγαλύτερες σιωπές

λ) του σώματος η μνήμη πληγές υπαγορεύει

μ) του είδους η εξαφάνιση απειλείται

ν) ποτάμια στην ποίηση, βουνά στη φιλοσοφία

ξ) βόμβες πικραίνουν το χώμα, αφαλμυρίζουν τη θάλασσα

ο) ολοσκότεινη αποβάθρα της Λευκάδας

π) αποτινάζοντας μυθικό σκέπασμα τελέσαμε βαφτίσια ιδεολογίας

ρ) αναμασώντας ατάκες, μακρηγορώντας μονολόγους,

σ) μόνο ο καθρέφτης επιτρέπει να κινείσαι μέσα σε τοίχους;

τ) εντοιχισμένο ξέσπασμα – ξεφλουδίζεται το ταβάνι

υ) απ’ έξω ή από μέσα τον ίδιο τοίχο κοιτάζεις;

φ) «η ποίηση στα οδοφράγματα – η φιλοσοφία στους δρόμους»

χ) έρωτας : βυθόμετρο επιφάνειας

ψ) έρχεσαι με φωνές εξέγερσης – από ματιές ανάκρισης φεύγεις

ω) μέσα σου, μέσα σου να κρυφτώ πριν μεταμορφωθώ σε άρπαγα

*

το πρόσωπό σου προηγείται (fado)

το πρόσωπό σου σοβαρό, όπως ο έρωτας όταν πονάει

τα χείλη σου ψιθυριστές μάγισσες, το στόμα σου πυρά

ιεροεξεταστών, το βλέμμα σου πέπλο μπροστά στο φως

όλο το αίμα μου ρίχνω στα πόδια σου, σκιές -τίποτ’ άλλο-

μ’ αγκαλιάζουν, χάνομαι στην μοναξιά τους για να μη δεις

ότι δεν σ’ αγαπώ πια -και ας είναι τα μάτια σου γοητευτικά-

μέσα στη ζωή σου η ζωή μου έχει ήδη πολλές φορές πεθάνει

μέσα στην αγάπη μου η αγάπη σου δεν θα ζήσει ούτε στιγμή

έλα λίγο πιο κοντά – να ονειρευτούμε αυτήν τη νύχτα αγκαλιά

το παρελθόν μας όπως γίνεται στάχτη στην ωμότητα της αυγής

*

αμπάριζα

μερικές νύχτες είναι είτε πολύ ζεστές είτε πολύ δύσκολες για να τις
περάσεις με τον εαυτό σου

κάνω μια μικρή προσευχή (σε κανέναν θεό) – ύστερα σηκώνομαι
και βγαίνω έξω να περπατήσω τους δρόμους

καθώς περπατώ φαντάζομαι λίγο λίγο την πορεία μου: κάθε βήμα
που έκανα κάθε βήμα που θ’ ακολουθήσει – όπου κι αν μ’ οδηγήσει

σ’ όλες τις γειτονιές στα μπαράκια στα μπουρδέλα στα σπίτια στα
διαμερίσματα στις γυναίκες που με περιμένουν ή που μ’ έχουν
σιχαθεί

απλώς προσπαθώ να φανταστώ ολόκληρη την πόλη όπως την έχω
ξαναδεί κάτι φορές με φίλους με τον σκύλο μου πάνω από τους
λόφους

ο νους μου αδειάζει μεμιάς – ξαφνικά εφορμούν εικόνες άλλων
πόλεων γνωστών κι άγνωστων όπου έζησα κάποτε ή διέσχισα
έχοντας το εφήμερο συντροφιά

κυρίως εκείνες που ήθελα πάντα να επισκεφθώ μα ποτέ δεν το
έκανα (αχ Ανταναναρίβο!) – ωστόσο όπως ήρθαν οι αναμνήσεις
τους τόσο απροσδόκητα φεύγουν

η ψυχή μου είναι σαν την ψυχή ενός δαρμένου αδέσποτου σκυλιού:
αυτοί οι δρόμοι μοιάζουν μεγαλύτεροι απ’ την πείνα μου – κι όμως
δεν είναι

*Από τη συλλογή “πνευστός ολισθητήρας – ποιήματα του 21ου αιώνα (1999-2020)”