Κωστής Τριανταφύλλου, Καθημερινή Ηλέκτρα / Electre au quotidien / An everyday Electra

Δεν είσαι για φονικά Ορέστη μου καλέ μου
εσύ ήσουνα τόσο καιρό μακριά
δεν ξέρεις καν τους δρόμους
τις συνοικίες
τί να σου κάνουνε οι φωτογραφίες
με τις αναμνήσεις
του πατέρα μας
του αρχηγού
των νικητών
που δε νικήσανε

κι επειδή είμαι νεώτερη
μπορεί να το λέω εσύ
έζησες σ’ άλλες χώρες όπου
μπορεί να νομίζεις πως έχουν τη δύναμη
αυτοί που πρέπει – όμως κάθε φορά
που φέρνω το σταμνί ξέρω
θα τον δροσίσω τραγουδάει
κάνω υπομονή
εμείς δε θα γεράσουμε
συνεχίζουμε να παίζουμε όλα τα παιχνίδια
χωρίς να ντρεπόμαστε
μάλιστα εγώ μη ξαφνιάζεσαι
είμαι η γυναίκα του λαϊκού που μούτυχε
τί πιο μεγάλος φόνος για την μάνα
ακόμα σκέφτομαι μια αληθινή γέννα μαζί του
ξέρει να τραγουδάει

όμως κάθε φορά
που κουβαλάω το νερό αν σωπάσει
θα μάθω κι άλλα τραγούδια

έπαιρνε κάθε πρωί το άσπρο άλογο
πως τόξερε;
πως τόξερε;

είμαι σίγουρη
προχωράω μαζί του για τον επόμενο σταθμό
τι θα μας σφυρίξει στ’ αυτί ο άνεμος κι η νεροποντή;
μπορεί να μας πεις γνωστή ερώτηση παλιά κουβέντα

τι θα γίνουνε οι γνωστοί σου δρόμοι
όταν γεμίσουνε από χιλιάδες κεραυνούς; τι θα γίνεις εσύ;
τι να σε κάνουν κι άμα σ’ αναγνωρίσουν;

μη ξεχνάς πως εσύ δεν είσαι Οιδίποδας Χριστός ή Χίτλερ

ντροπή δεν είναι να φοράς χρυσό στεφάνι
όταν μπορεί να εφαρμόζει πάντοτε σ’ άλλο κεφάλι
και κανείς στο δρόμο δε σε κοιτάει περίεργα ή υποφέρει
από κάποια εξουσία

ίσως αυτά που σκέφτομαι
να μη στα πω

την ώρα που αγριεμένος εσύ
θα πατάς (σ) την αυλή μου
μια θωριά με τους θεούς
(θάναι τα ρούχα σου ή η ξενικιά σου (πια) προ(σ)φορά;)
το χέρι γαντζωμένο στη λαβή
με μια τρυφερή καρδιά
το ξέρω αυτό δε θάχει αλλάξει
θα συγκινηθείς όταν δεις τον τόπο

θα κρεμαστείς απ’ τη συγκίνησή σου
θα ενθουσιαστείς
και γρήγορα σαν ένα ευκολόπιστο κι ευσπλαχνικό
αρχοντόπουλο
θα πάρεις πάνω σου ευθύνες που κανείς
δε σου ζήτησε

άμα βέβαια έρθεις

κάποια απόφαση θα πρέπει να πάρεις
και το καλύτερο πούχεις να κάνεις
είναι ν’ αντισταθείς
μαζί μ’ όλους εμάς

δείξε μου το δαχτυλίδι
να δω αν είσαι αδερφός

τώρα τελευταία μάλιστα έμαθα κι εγώ
για το βασιλιά πατέρα μας
σε τίποτα δεν άλλαξε
η σκλαβιά
με το θάνατό του

κι αυτή όταν τυχόν ακούσει πως θάρθει ο
ούτε τ’ όνομα δε θέλει ν’ ακούσει απ’ το φόβο της

θα ξέρεις βέβαια πως δε ψάχνουμε ποιόν ν’ ακολουθήσουμε
όργανα κανενός δε ζητάμε να γίνουμε
εσύ βέβαια θ’ ακούσεις το Φοίβο
λες κι είναι κουμανταδόρος από καλύτερο κουμάσι

κι εκείνο το παιχνίδι που ετοιμάζεις με την λήκυθο
τι το θέλεις τι σου χρειάζεται η περίσσια φήμη
στ’ αλήθεια θα πονέσω πολύ
μα πιο πολύ γιατί κανένας δε θα σε θυμηθεί
δε θα σε χρειαστεί
κι ούτε που περιμένει τίποτα από σένα
μόνον ο γέρος που σε φυγάδεψε πριν να πεθάνει ελπίζει
σε μια αλλαγή (ποιάν αλλαγή ούτε ξέρει ούτε τον νοιάζει είναι που σ’ αγαπάει)
ξεμωράθηκε σαν όλους τους άντρες αυτής της ηλικίας

ακόμα σκέφτομαι – όμως δεν το πιστεύω
αν κι εσύ δε θα γίνεις σαν τους άλλους
και πάλι τότε εγώ θα παρηγορώ θ’ αγκαλιάζω θα γεννάω το λαό
που εσύ θα διχτατορεύεις

κι οι άντρες αντί να γίνονται όλο πιο γνωστικοί με τα χρόνια
θα γίνονται όλο πιο ύπουλοι
και πιο σκληροί γεμάτοι ψευτιά και μίσος

την ώρα που αγριεμένος εσύ
μια δούλα αντί για μένα θ’ αναγνωρίσεις
και τον τόπο ούτε καν θα γνωρίσεις
γιατί άργησες νάρθεις;
γιατί να σου τα πω; κι όμως κι αν αυτό μας ξαναχωρίσει
θα στα πω – δεν πρέπει πια τίποτα να σου κρύβω
όπως κι εσύ απ’ όλους μας
όλοι να μαθαίνουμε την αλήθεια

ό, τι είσαι πέστο
ό, τι είναι διαλάλησέ το
ποια είμαι εγώ;

η δύναμη της ζωής είναι σ’ όλων τα χέρια

μες στις γυναίκες βαστάω τη θέση μου
που ξεριζώνει τ’ αρχίδια αυτής της εξουσίας

το ξέρω πως πολλοί το πήραν πια απόφαση
πως άλλοι πάλι ούτε το ξέρουνε ούτε τους νοιάζει
και πώς αλλιώς αφού εξουσία υπάρχει
κι εμείς δε ζούμε όλοι μαζί
δεν είμαστε καν εμείς
ούτε ξέρουμε πια τι διάολο είμαστε

πρώτο και βασικό
να παραδεχτούμε αυτό που υπάρχει γύρω μας

αυτοί όμως που το κατάλαβαν πως θα ζήσουνε:
πώς αλλιώς μπορεί να ζήσουνε
παρά με τη σιγουριά πώς
θάχουνε ζήσει μιαν άλλη ζωή

μιλάω για τα χαμένα τοπία
όλα αρχίζουνε από το ότι ποτέ
δε θα μπορέσω να ζήσω τη ζωή που θέλω
την καθημερινή μου λευτεριά γεμάτη δημιουργία κι ηδονή
πώς μπορώ να ζήσω την εξηντάχρονη γιορτή μου
παρά πεθαίνοντας κάθε μέρα
φτύνοντας αυτή τη σκατοκοινωνία
δε θέλω νάμαι το παράδειγμα για κανέναν
απαγορεύω να με χρησιμοποιούνε έτσι
δεν είμαι αρχηγός κανενός
ελπίζω όμως να γίνω για λίγο στον εαυτό μου
έτσι μπορεί να τον αφήσω επιτέλους έρμαιο της ελευθερίας του
να ζήσει

νάτανε να σκοτώσεις έναν
και να πέσει η εξουσία μια για πάντα
το δοκίμασε ο Βρούτος κι ο Ιούδας
ο λαός δε νοιώθει το ίδιο πράγμα
ή τουλάχιστο τέτοια σημάδια δεν έδειξε ακόμα
παλιότερα ίσως

όσο για κάτι ξύπνιους που ζουν κι αυτοί με αναμνήσεις
φανερώθηκαν πια στα μάτια του λαού
φανερωθήκανε όμως ακόμα πολύ λίγο
ή πολύ λίγο νοιάζεται ο λαός
δε ξέρω όλα είναι πιθανά αυτό που ξέρω είναι πως αντιστέκονται
μη ψάχνεις για τεράστιες φασαρίες και παντιέρες
εγώ πιστεύω σ’ αυτή τη μικρή καθημερινή αντίσταση στη φθορά
πούναι και γνώση της φθοράς
κι επίγνωση πώς χρειάζονται πιο μεγάλα πράγματα να γίνουνε

ζω χρόνια στην υπομονή σκλάβα
ή υπομονή με δίδαξε
σκλάβα να ζω μα αρχόντισσα
γιατί να θρηνούνε οι γυναίκες;
όταν θυσιάζανε ανθρώπους οι πρόγονοί μας
το ίδιο σφάζανε άντρες και γυναίκες

πόσο θάθελα να μπορούσες
να εξουσιάζεσαι
οι φήμες για τα γεγονότα

οι φήμες για την κατάντια
του τόπου και την δικιά μου
νάτανε για σένα μια αποστροφή
και μια ακύρωση

ένας έρωτας

πού πάει πια τέλειωσε
δεν έχεις άλλα πάρε δώσε

χαίρομαι που δεν εξουσιάζω πια κανέναν
κι άρχισα λίγο λίγο να εξουσιάζω να παίρνω στα χέρια μου τον εαυτό μου

πέφτει ο κουβάς
πέφτει μια πίκρα – πλαταγίζει
γυρνάει γεμάτος
μέσα του κρυστάλλινη ξαναγεννιέται η μορφή μου
από κει κάτω
έρχεται με κόπο ο κουβάς
γλιστράει η μορφή μου
ένα χέλι στον πάτο
το χέρι πάνω στο πρόσωπό μου
χαμογελάω σα να σου μιλάει το κορμί μου

πάντα κάτω από άγριους δυνάστες
οι καταδιωκόμενοι γίνονται ένα με το λαό
ή πολύ δόξα λες πώς σου ταιριάζει

άμα εσύ έναν τύραννο σκοτώσεις
η τυραννία δε χάνεται
μια τέτοια απόφαση

κι άμα τη πάρουμε κι οι δυό μας
τι νόημα θάχει ένας λαός τυραννιέται
όλοι μας ζούμε τη ρήξη μας μ’ αυτό το σύστημα

ξέρω που θα τραβήξει αυτή η υπόθεση
ξένος μες στο μελίσσι
φωτιά που δεν αφήνει στάχτη – αν όμως ο ξένος
θέλει ν’ αφήσει τη δύναμη της γροθιάς του
θα μπορεί πια να βρει τον εαυτό του
ή θα φύγει σα διωγμένος ξένος
ψάχνοντας για έναν άλλο τόπο μπορεί και τον δικό του
μπορεί διωγμένος κι απ’ τον ίδιο τον εαυτό του

το πάθος πού δε γνώρισα φοβάμαι
πιστεύω σαυτό

όπως και νάρθουνε τα πράγματα
ό, τι κι αν έχω το θάρρος μες στη συγκίνησή μου να σου πω
το ίδιο μου κάνει ό, τι κι αν γίνει
κι αν ένα προσωπικό μου πόνο μ’ αφαιρέσεις
δε ξέρω μήπως μου προσθέσεις έναν άλλο πιο βαρύ
άμα εμείς (κι εγώ μαζί;) πάρουμε την εξουσία

πώς μπόρεσα και τάνοιωσα όλα αυτά εγώ
μ’ όλες αυτές τις σκέψεις πούκανα
άλλαξε ο τόπος κι εγώ
σα να βεβαιώθηκα πώς ένας άλλος κόσμος υπάρχει

σηκώνω το σταμνί
και το νερό μυρίζει χώμα
όπως και το κορμί του Αγαμέμνονα
δεν είναι αυτό κορμί
δεν είναι αυτό νερό
είναι η ζωή που χορεύει
απ’ το κορμί μου
αυτοκτονώντας και κάθε στιγμή

όλοι οι άνθρωποι αλλάζουν
μαγικές δυνάμεις στα λογιστικά τους χέρια
ξεπηδάνε

ζουν το νερό που πίνουν απ’ το στόμα της
βροχή ή κορίτσι
ζούνε κρυφά κι αντέχουν
έτσι δεν επιζούμε όλοι μας;
(κάποτε θα ζητήσουμε να ζήσουμε το σπίτι μας παντού)

σάς ξαναβρίσκω συντροφικά μάτια
νερό κι αστραπή
στα μάτια μου τα μάτια σου
πάντα με την ίδια λαχτάρα
είμαστε όλοι μαζί
κι ο καθένας αποφασισμένος
να χορεύουμε τη ζωή

εγώ αν και κάνω «πόλεμο»
δε θα μείνω παρθένα
αφιερωμένο βάζο σε θεό
που σε σπάει κατά λάθος το μανίκι μαινόμενου μινώταυρου τουρίστα

όχι θ’ αφήσω να μακρύνουν τα μαλλιά μου
όμορφη χωματένια δε θα σ’ αφήσω να μη με αναγνωρίσεις
ντροπή ν’ αφήνω να φανεί η ντροπή

δώστε μου το χέρι να πάμε στη γιορτή

μπροστά στους δήμιους
μπροστά στο θάνατο
μπροστά σε κάθε εξουσία

όλοι μας κι ο καθένας πρώτος να σέρνει το χορό

Αθήνα, 1971

*

ELECTRE AU QUOTIDIEN

Tu n’es pas fait pour les meurtres, mon bon [brave] Oreste,
tu étais si longtemps au loin
tu ne connais même pas les rues
ni les quartiers
que t’importent [à quoi bon] les photos
aux souvenirs
de notre père
chef
des vainqueurs
qui ne virent pas le jour de victoire [qui n’ont pas vaincu]

c’est parce que je suis plus jeune
que je dis ça peut-être toi
tu as vécu dans d’autres pays et tu crois
peut-être que le pouvoir est aux mains
de ceux qui le méritent – pourtant chaque fois
que j’apporte la cruche je sais
comment le désaltérer il chante
j’attends
nous, nous ne vieillirons pas
nous continuons à jouer tous les jeux
sans honte
et puis moi ne sois pas surpris
je suis femme d’un homme du peuple que le hasard a mis sur mon chemin [qui m’échut]
quel immense crime pour ma mère
encore je rêve d’une vraie naissance [d’enfanter] avec lui
il sait chanter

pourtant chaque fois que je porte l’eau s’il se tait un jour
moi j’apprendrai d’autres chansons
chaque matin il chevauchait son cheval blanc
comment le savait-il?
Comment le savait-il?

je suis sûre
je marche avec lui jusqu’à la prochaine station
qu’est-ce que le vent et l’averse [la ondée] nous chanteront-ils à l’oreille?
Peut-être, me diras-tu, question trop banale, sujet trop débattu

qu’adviendra-t-il des chemins que tu connais [familiers]
quand ils s’empliront de mille tonnerres? Qu’adviendra-t-il de toi?
Que feront-ils de toi s’ils te reconnaissent?

N’oublies pas que tu n’es pas Œdipe, ni le Christ ni Hitler

il n’est point honteux de porter une couronne dorée
du moment qu’elle pourrait seoir à toute autre tête
et personne alors ne te regarderait de manière bizarre personne ne souffrirait
du mal du pouvoir

peut-etre ne te dirai-je pas mes pensées
ne te les dirai-je pas

à l’heure où furieux
tu mettras les pieds à ma porte
au regard divin
(seront-ce tes vêtements ou le ton – don étrangers?)
la main sur le glaive
le cœur tendre
je sais que cela n’aura pas changé
l’émotion t’emplira quand tu verras ton pays

tu te pendras à cette émotion
tu seras enchanté
et très vite comme un jeune prince
crédule et compatissant
tu prendras sur toi des tâches que personne
ne t’aura demandées

bien-sûr quand tu viendras
tu devras bien prendre quelque décision
le mieux à faire
c’est de tenir tête [de résister]
comme nous tous

montres-moi la bague
prouves-moi que tu es frère

moi aussi dernièrement j’ai appris
des choses sur notre père
rien n’a changé
pas même l’esclavage
avec sa mort

et elle quand elle apprendra qu’il viendra
terrifiée elle ne veut pas même entendre son nom

tu dois savoir bien-sûr que nous ne cherchons pas de maître
nous ne voulons devenir les pantins de personne
toi bien-sûr tu vas croire Phoebus
comme s’il dirigeait mieux son troupeau

et ce jeu au lécythe que tu prépares
qu’est-ce que tu vas en faire à quoi bon
une renommée plus flamboyante encore
je vais vraiment avoir mal
mais plus mal encore parce que personne ne se souviendra de toi
personne n’aura besoin de toi
car personne n’attend quoi que ce soit de ta part
seul le vieillard qui t’aida à fuir avant sa mort espère
voir un changement (quel changement il ne le sait même pas il n’en a que faire c’est de l’amour [c’est qu’il t’aime])
il a perdu la raison comme tous les hommes de cet âge

je pense encore – mais je ne le crois pas
si jamais tu ne devenais pas comme les autres
alors à nouveau c’est moi qui devrai consoler, enlacer, enfanter le peuple
pendant que toi tu seras souverain

et les hommes au lieu de devenir plus sages au cours des ans
deviendront de plus en plus sournois
de plus en plus durs pleins de haine et de mensonge

à l’heure où furieux tu
reconnaitras une serve à ma place
et ton pays tu ne le reconnaitras même pas
pourquoi avoir tant tardé?
Pourquoi te dire tout ça? Et pourtant même si cela devait nous séparer à nouveau
je te le dirai – je ne dois plus rien te cacher
et toi à ton tour de le faire envers nous
nous devons tous apprendre la vérité

n’importe qui tu es, dis-le [celui que tu es, dis-le]
n’importe quoi que ce soit, cries-le [ce qui est, cries-le]
et moi qui suis-je?

la force de la vie est entre les mains de tous

parmi les femmes je tiens ma place
celle qui arrache les couilles de ce pouvoir

je sais que plusieurs se sont résignés
que d’autres encore ne le savent même pas et ils s’en moquent
et pourquoi en serait-il autrement puisque le pouvoir existe
et que nous autres ne vivons pas tous ensemble
nous ne sommes plus nous-mêmes
nous ne savons plus quelles bêtes nous sommes désormais [

premièrement et surtout
nous devons accepter ce qui existe autour de nous

mais ceux qui l’ont compris comment vivront-ils?
comment peuvent-ils vivre si ce n’est
avec l’assurance d’avoir vécu une autre vie

je me réfère aux paysages perdus
tout cela parce que jamais
je ne pourrai vivre la vie que je désire
ma liberté quotidienne pleine de création et de volupté
comment vivre mon anniversaire de soixante ans
si ce n’est en mourrant chaque jour
en crachant sur cette société de merde
je ne veux être l’exemple de personne
je défends à quiconque de m’utiliser de la sorte
je ne suis le souverain de personne
j’espère toutefois devenir un peu le souverain de moi-même
peut-être qu’alors je pourrai enfin le [me?] laisser – aux prises avec sa [ma?] liberté – vivre

si seulement tu pouvais en en massacrant un
faire tomber le pouvoir une fois pour toutes
Brutus a essayé Judas aussi
mais le peuple n’a pas le même sentiment
ou du moins il n’a pas montré de tels signes
autrefois peut-être
quant à certains malins qui vivent eux aussi de souvenirs
ils se sont dévoilés désormais aux yeux du peuple
ils s’étaient dévoilés trop peu jusqu’ici
ou bien alors c’est que le peuple ne s’en soucie guère
je ne sais pas tout est possible tout ce que je sais c’est qu’ils tiennent tête [qu’ils résistent]
ne t’attends pas à des fanfares et des drapeaux
moi j’ai foi en cette légère résistance à l’usure quotidienne
qui est aussi connaissance de l’usure
et prise de conscience qu’il faut que de plus grandes choses se fassent

je vis depuis des années patiente en esclave
la patience m’a enseignée
de vivre en esclave mais reine
pourquoi les femmes doivent-elles se lamenter?
Pourquoi doivent-elles dire adieu?
Quand nos ancêtres sacrifiaient des hommes
ils massacraient des hommes et des femmes indifféremment

comme je voudrais que tu fusses possédé
les rumeurs et les faits

les rumeurs et la dégénérescence
du pays et la mienne
comme je voudrais qu’elles soient pour toi répugnance
et résiliation [annulation]

un amour
qui n’est plus qui a tari
tu n’as plus {..?]
je suis heureuse de ne plus posséder personne
et j’ai peu à peu commencé à me prendre en main

le seau tombe
tombe l’amertume – elle fouette
il en revient plein

en lui mon apparence se ravive
d’en dessous
le seau monte avec peine
mon apparence glisse
une main au fond
la main sur mon visage
je souris comme si mon corps te parlait

toujours sous le joug de tyrans féroces
les opprimés deviennent un avec le peuple
la gloire, dis-tu, te convient

si tu tues un tyran
la tyrannie ne s’efface pas
une telle décision

même si nous la prenons ensemble
quel intérêt qu’un peuple soit oppressé
nous vivons tous notre propre conflit dans ce système

je sais où nous conduira cette affaire
érranger dans la ruche
feu qui ne laisse point de cendres – mais si l’étranger
veut y laisser la force de son poing
il pourra enfin trouver sa voie
à moins qu’il ne s’enfuie chassé étranger
à la recherche d’un autre pays peut-être même le sien
peut-être chassé de lui-même

je redoute la passion que je n’ai pas connue
je crois en elle

quoi qu’il advienne
quoi que j’aie le courage de te dire dans mon émotion
ça m’est égal quoi qu’il en soit
et si jamais tu m’enlèves une douleur intime
je crains que tu n’en ajoutes une autre plus terrible encore
lorsque nous (toi et moi?) prendrons le pouvoir

comment ai-je pu ressentir tout cela
avec toutes ces pensées que j’ai faites
le pays a changé et moi
c’est comme si j’étais convaincue qu’un autre monde existe

je soulève le seau
et l’eau sent la terre
comme le corps d’Agamemnon
ce n’est pas ce corps-ci
ce n’est pas cette eau-ci
c’est la vie qui danse
de mon corps
en se suicidant et chaque instant

tous les hommes changent
des forces magiques dans leurs mains comptables
surgissent [émergent]

ils vivent l’eau qu’ils boivent de sa bouche
pluie ou jeune-fille
ils vivent en secret et ils tiennent bon [résistent]
n’est-ce pas ainsi que nous survivons tous?
(un jour nous demanderons à vivre chez nous partout)

je vous retrouve yeux compagnons
eau et éclair
dans mes yeux tes yeux
toujours avec le même désir
nous sommes tous ensemble
et chacun est décidé
à danser la vie

moi, même si je fais la “guerre”
je ne resterai pas vierge
amphore vouée à un dieu
qui te brise par mégarde manche d’un touriste minotaure enragé

non je laisserai mes cheveux pousser
belle terrienne je ferai tout pour que tu me reconnaisses
quelle honte de laisser paraître ma honte

donnez-moi la main pour aller à la fête
face aux bourreaux
face à la mort
face à tout pouvoir
nous tous et chacun de mener la danse en premier [et que chacun mène la danse]

*

an everyday electra

you’re not made for murders Orestes dear
lived far away all this time
don’t even know the streets
the neighborhoods
what good are photographs to you
with memories
of our father
leader
of winners
that never won

also as younger I might be
talking like this you’ve
lived in other countries where
you may think power belongs to
those it should _ yet every time I
bring the water jug I know I’ ll
cool him now he’s singing
I am patient
we won’t grow older
we keep on playing all kinds of games
without shame
in fact I am don’t be surprised
the wife of the layman I happened to marry-
what a greater murder against mother –
I’m also thinking of bearing a real child with him
oh does he know how to sing
whenever I bring him the water jug
even though he may be silent
he’ s always got new songs to teach me
every morning I see him ride the white horse
how did he know ?
how did he know?

I am certain
I walk with him together
what will rain or wind whistle into our ears ?
a too- well – known question you may say
a trifling talk

what will become of the streets you know
when they become filled with million thunders? and what of you ?
they’ll recognize you,let’s say,

do not forget you are no Oedipus,no Christ and no Hitler

but do wear a golden laurel wreath if now you will
it’s not a shame when it could fit on others heads
no one looking strange at you in public no one
suffering from some authority

what I’m thinking right now
I may not tell you

I know
the moment you enter furious
and set foot on my door
with god-like appearance
[ your clothes perhaps,or propably
a foreign accent by now ? ]
hand grasping sword
and yet a tender heart
I know that won’t have changed
you will be touched to see this place

you’ll cling to being touched
you’ll be excited
and like a noble son at heart
so easily convinced and full of pity
you’ll take at once upon yourself responsibilities
nobody asked you

in case you come, that is,
you must make your mind up somehow
best thing you might do would be
resist as we do

show me the ring then
let’s see are you my brother

and as of late I too have heard
things about the king our father
in no way has
slavery
changed with his death

as for her Majesty
in case she hears that HE’s returning
-even the sound of his name she dreads-
you must have known of course
our problem isn’t whom to follow
or whose pawns we should become
hear you will for certain what Phoebus has to say
as if he were a hot shot boss

and that dramatic entrance shit with
your ashes-bearing lecythos
is it necessary ? why this seeking for superfluous fame ?
I’ll be in great pain in fact
but more than anything because
nobody will remember you
or need you or expect a thing from you
only the old man who helped you escape
is hoping for a change before he dies
[ what kind of change he doesn’t know or even care
except he loves you ]
he’s getting senile like all men of such old age

I’m even thinking – but don’t believe it-
whether you as well turn out to be like the others
and then again it will be me
consoling embracing and giving birth to people
that dictator you shall rule

and men, instead of growing wiser with age,
will keep on growing cunning mean
harder and full of lies and hate

when furious you will discover
a slave instead of me
the place you won’t even recognize
what took you so long to come ?
why should I be telling you all this?
but I will
although it may make us split again
no more should I hide from you
than you from me and all of us
from the truth

come, say what you are
what it is,cry it out
who am I ?

life power is in everybody’s hands

among women I keep my place
that pulls the balls off this authority

I know many have accepted it by now
others don’t know or do not care
how else could it be really
when authority does exist
and we don’ t live together
it isn’t even us
nor do we know what the hell we are by now

number one
we should accept what’s going on around us

yet how will they make it the ones who know ?
how else can they live
except in certainty that they are living
a different life
I mean those lost landscapes
it all begins in inability to ever live
the life I crave
my daily freedom full of creativity and pleasure
how can I live my sixty years of celebration
except by dying everyday
spitting on this shit of a society

I don’t want to be an example to any one
and won ‘t allow anyone to treat me that way
I’m nobody’s leader
but hope to be one myself somehow
thus leaving myself a victim in my freedom’s hands
at last to live

if killing one of them
made authority collapse once and for all
Brutus and Judah tried it
people don’t feel that way
or that’s what they’ve shown
in recent times at least
as for the smart asses hooked on memories themselves
people already know the truth about them
but only so little
or it’s so little that the people care

I don’t know , all is possible
what’s for certain is that people resist
do not expect a big uproar or banners
I only trust this little everyday resistance to erosion
this knowing of erosion in fact
to realise that things far greater must be done

for years I have lived in patience a slave
and patience taught me how
to live the life of a noble slave
why is it that mourning befits women ?
why that bidding farewell befits women ?
when our ancestors sacrificed human flesh
both men and women were slain

how do I wish these rumors of things that happened
rumors of the predicament of our city
or my predicament
I wish you stamped them out like
the end of a romance
the end of a give and take

I’m glad I’m nobody’s leader any more
and, little by little, have begun to take the lead of myself

the water dipper falls in
bitterness falls splashing
now pulled back up filled
clean my face reborn
from far down there heavy to pull
a sliding face my face
and over it my hand
an eel at the bottom
I’m smiling looks like my body speaks to you

always under horrid tyrants
the persecuted few will join the people

you say you are a man of glory
but having killed a tyrant won’t abolish tyrany
we may both decide to do it

and yet to what avail a people under tyrany
all of us living in conflict with this system

I know what this story’s leading to
your coming as a stranger amongst our crowd
a flame that leaves no ashes
yet if this stranger desires to leave
a trace of his powerful fist
will he then be able to find himself again
or will he be ousted a stranger always
looking for another city perhaps even his own
ousted even by his own self perhaps

I fear this passion unknown passion
I believe in it

whatsoever happens in the end
whatsoever I find the courage to say to you
in all my emotion when I see you
to me its all the same after all
you may free me from a personal sorrow
but won’t you give me another sorrow
heavier perhaps
in case we -me too?-become the rulers

how could I have felt all this myself
with all these thoughts
the place has chaned and I
seem certain that another world exists

I lift the jug
the water smells like earth
as Agamemnon’s body
this is no body
this is no water
it’s life dancing out of my body
killing itself from moment to moment

all people are changing
magical powers out of their accounting fingers
sprouting

they live the water they drink
the rain or girl
from their mouth
and somehow make it stealthily and bear it through
isn’t this the way we all survive ?
the time will come when we seek our home in each and every place

I find you again fraternal eyes
thunder and water
in my eyes your eyes
always the same craving
we’re all together
and each of us committed
to dancing life

I may be going to “war”
but I shall not remain a virgin
a holy vase devoted to some god
breaking at last by mistake
by the passing sleeve of a crazy tourist minotaur

no I’ll let my hair grow alright
handsome earthen I won’t let you
take me for another
what shame it will be to let my shame be shown

give me your hand let’s go on the feast
let’s face executioners
face death
face all authorities
all of us and each one
let’s lead the dance

Athens 1971
Translated by E.Tsakiridis

Music by Dimitri Zafireli.

Παρουσίαση στην Ελληνοαμερικανική ένωση:
Α μέρος
Β μέρος

https://www.youtube.com/watch?v=RRvEvcH_JRM
https://www.youtube.com/watch?v=kmi-kdxi2x8

Ειρήνη Βακαλοπούλου, Τήξη

Αν σε σκεφτώ, θα ’ναι καλοκαίρι –
μια μακρινή γιορτή
ή ένα μαύρο, ιδιωτικό λουλούδι.
Για να λευκάνω την πληγή σου, λέω,
να την ανοίξω στο φως.
Κάπου τελείται ο θρίαμβος
της αγάπης μας.
Όλα γύρω παράφωνα·
κι όμως σε βλέπω
ως το πρώτο, το ωραιότερο πράγμα
που έμαθα ποτέ.
Το ατελεύτητο:
το αίμα σου πάνω στο σώμα μου.
Σύμμαχός σου τώρα, παίρνω θέση.
Ένα ακόντιο,
λιγότερο φιλικό από τη γλώσσα,
λιγότερο φιλικό
από το ράμφος του γρηγορότερου πουλιού.
Απ’ το ασημένιο λεπίδι του άστρου
η πορεία μου –
από το ένα σου άκρο
στο άλλο, βαθιά.
Νερό σε αφθονία·
χτύπα τη στάχτη.
Τη μοναδική πορεία της φωτιάς
από το ένα σου άκρο στο άλλο,
βαθιά.
 


 

Βικτωρία Θεοδώρου, Παλιό σπίτι

Τα χόρτα θρασομάνησαν με το χειμώνα
στον κήπο και στο πλακόστρωτο
τ΄αντικρινού παλιού σπιτιού.
Τα κάγκελα γέρνουν να πέσουν.
Κάθε τόσο ξεκολλούν απ΄το γείσωμα
κομμάτια του σουβά.
Όλα είναι μουσκεμένα κι ετοιμόρροπα
σα να΄χουν μαλακώσει απ΄τη βροχή.
Χτες είδα μια στιγμή
στης πόρτας το άνοιγμα
εκείνην που επιμένει να το κατοικεί.
Των τοίχων οι ρωγμές διακλαδίζουνταν
στο πρόσωπό της, τα βρύα
είχαν απλωθεί στα χέρια της.
Ίσως και να ΄ναι ο τελευταίος χειμώνας
που στέκουντ΄όρθιοι χτίσμα κι άνθρωπος.

*Από την συλλογή “Άνθρωποι και σκιές”, Εκδόσεις Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα, 1995, σελ. 40).

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Πατριαρχία

Πρώτα, έρχεται για τους άνδρες.
Τους διδάσκει το τέρας της βαναυσότητας.
Υστερα, θερίζει γυναίκες
και όσους δεν εκπροσωπούν
την βαρβαρότητα αυτή.
Το αίμα έχει καιρό
να ποτίσει στον τόπο λένε.
Εμείς εδώ έχουμε Ειρήνη.
Λείπει χρόνια
απ τα διψασμένα ρουθούνια
αυτή η μεταλλική οσμή
που θυμίζει
σφαγείο πριν το Πάσχα.
Προς το παρόν, μόνο κάποιες
μαρτυρικές γυναίκες
“Σκοντάφτουν”
σε σκάλες και ντουλάπια
Πληρώνοντας τον φόρο
υποτέλειας και εξευτελισμού
σε αυτή την θηριωδία.
Το αίμα θα έπρεπε
να το σεβόμαστε
λιγάκι παραπάνω.
Να μην προκαλούμε
την ροή του.
Όσο για εκείνες που χάθηκαν,
αλύγιστες μέχρι που έσπασαν
Κοιτούσαν τον ουρανό
και είχαν ξεχάσει τις προσευχές τους
τόσο βαθιά ριγμένες
στην κόλαση της πατριαρχίας.

Ν.Γ. Λυκομήτρος: Ευσταθία Π., «Σίνγκερ», Θράκα, 2025 [ISBN: 978-6-185928-00-1]

Ν. Γ. Λυκομήτρος

Τρία χρόνια μετά την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας (Θράκα, 2022), η οποία έλαβε το Βραβείο Πρώτης Ανέκδοτης Ποιητικής Συλλογής του λογοτεχνικού περιοδικού «Θράκα» και το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων, η Ευσταθία Π. επιστρέφει με μία νέα συλλογή που φέρει τον μονολεκτικό τίτλο Σίνγκερ.
 
Το λιτό εξώφυλλο, όπου απεικονίζεται το σκαρίφημα μιας ραπτομηχανής, μάς προδιαθέτει γι’ αυτό που θα ακολουθήσει. Μια ολιγοσέλιδη συλλογή, με ολιγόστιχα, ως επί το πλείστον, ποιήματα, ραμμένα με προσοχή και μεράκι στην ποιητική ραπτομηχανή της Ευσταθίας Π.
 
Η δράση εξελίσσεται παράλληλα σε δύο τοπία: το αστικό και το φυσικό. Στο ποίημα με τίτλο «Αχερουσία» (σελ. 16) κυριαρχούν εικόνες από την καθημερινότητα της μητρόπολης που λειτουργεί ως μεταφορική πύλη εισόδου για τον Κάτω Κόσμο. «Στουρνάρη γωνία» χορεύουν «τα αραγμένα σώματα που αδράττουνε τη μέρα/στοιχειά των πόλεων με κορμιά οριγκάμι/ρουφάνε εισιτήρια, γλείφουνε γόπες». Κι από την άλλη, η ποιήτρια και οι συν αυτώ: «κι εμείς μακρόσυρτη πομπή/σε κρίση επαναληπτική//από το απέναντι πεζοδρόμιο/τσακισμένοι τους κάνουμε χάζι» (ό.π.). Η αστική ζωή συνθλίβει το ποιητικό υποκείμενο, το οποίο, στο επόμενο ποίημα με τίτλο «Μετάβαση II», αναμένει μαζί με «σαρανταπέντε άτομα/κι εξήντα μετανάστες» (σελ. 17) ένα λεωφορείο-γέφυρα προς τον γενέθλιο τόπο (τη Θεσσαλονίκη) που αποτελεί μια κάποια διέξοδο.
 
Οι εικόνες από το μητροπολιτικό κέντρο συνεχίζουν να εμφανίζονται και στα ποιήματα «Στύγα» (σελ. 18), όπου τα αγόρια βάφουν ροζ την 3ης Σεπτεμβρίου, και «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» (σελ. 19), όπου ο ήρωας βγαίνει στην Πατησίων.
 
Όπως προαναφέρθηκε, όμως, η ποίηση της Ευσταθίας Π. γράφεται παράλληλα και στο φυσικό τοπίο. Εκεί, το ποιητικό υποκείμενο βρίσκει καταφύγιο και ελπίδα:
 
«τα δέντρα μας ακούν προσεκτικά
ξέρουνε το σχήμα των φιλιών μας
αν χαθούμε, θα μας γεννήσουνε πάλι» (σελ. 25)
 
Προκύπτει, έτσι, μια ποιητική χθόνια, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γη, όπου το ποιητικό υποκείμενο βρίσκει το ζωτικό του χώρο:
 
«την εποχή μετά τη σκόνη αφοσιωθήκαμε στο χώμα, λιώναμε
σβόλους στον ουρανίσκο με τη γλώσσα μας» (σελ. 23)
 
«κρύβομαι και δίνω όνομα στην πόλη στο δάσος, τρώω χώμα» (σελ. 25)
 
«μετά από τόσους νεκρούς/γέμισε χώμα το ποίημα» («Ντοματόβεργα», σελ. 35)
 
«δεν έχω βρει ακόμα τον τρόπο να θάβω τις λέξεις/τις απλώνω στο χώμα/κι η βροχή τις τονίζει/εκεί που πονάει» («Μαρία», σελ. 36)
 
Ανεξάρτητα, όμως, από τον τόπο όπου βιώνεται το γεγονός, ο Έρως έχει κι αυτός τη θέση του μέσα στη συλλογή. Είναι η ζωογόνος δύναμη που δίνει πνοή στο ποιητικό υποκείμενο («περνάμε στην απέναντι όχθη/στην απέραντη όχθη του θανάτου/που σαν με φιλάς δεν με νοιάζει αν θα πάω», «Μετάβαση I», σελ. 15) και ο «ανθισμένος πόθος σε μπαλκόνι» που φυλά «μέσα σε στέρνο που σπαράζει» (σελ. 47). Είναι το ρεύμα που διαπερνά το σώμα και την ψυχή όταν αισθανθεί το ερωτικό σκίρτημα:
 
«βάζω το δάχτυλο στην πρίζα
προσπαθώ
γλυκά σαν πόλη ολόκληρη να σε ηλεκτροδοτήσω» (σελ. 46)
 
Ένα άλλο στοιχείο, στο οποίο αξίζει να σταθούμε, αφορά τη γυναικεία παρουσία που έχει κεντρικό ρόλο σε πολλά από τα ποιήματα. Σε έναν κόσμο άνυδρο, όπου η ξηρασία που είχε προβλέψει ο Μιχάλης Κατσαρός [1] είναι πλέον πραγματικότητα, οι γυναίκες ζουν «κρυμμένες/σχεδόν τρία χρόνια μετά τη μέρα χωρίς το νερό/σκοτώνοντας με μεταφυτεύσεις τον χρόνο» (σελ. 23). Ταυτόχρονα, όμως, κουβαλούν μέσα τους την ελπίδα («λιώνουν τα δάχτυλά τους στη διαλογή των σπόρων/που θα σώσουν τη γη», σελ. 24). Πέρα από ηρωίδες των ποιημάτων, οι γυναίκες ως ποιήτριες αποτελούν πηγή έμπνευσης για την Ευσταθία Π., όπως μαρτυρούν οι στίχοι της Κατερίνας Γώγου που ανοίγουν το βιβλίο αλλά και η αναφορά στον τρόπο της Τζένης Μαστοράκη στο ποίημα «Μπορούν αυτοί οι στίχοι εκείνους που τους χάλασαν να κάψουν;» (σελ. 31).
 
Από τεχνικής απόψεως, η ποιήτρια προτιμά τη μικρή φόρμα από όπου έχει εξοβελίσει εντελώς την τελεία. Γενικώς, πέρα από ελάχιστα κόμματα και κάποιες ορθά χρησιμοποιούμενες κεραίες, τα σημεία στίξεως απουσιάζουν από τη συλλογή, δημιουργώντας μια αίσθηση συνεχόμενης ροής που επιτρέπει στο αναγνωστικό κοινό, εφόσον το επιθυμεί, να διατρέξει με μία ανάγνωση τη συλλογή από την αρχή έως το τέλος. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί η χρήση των παρηχήσεων που συμβάλλουν στην τεχνική αρτιότητα των ποιημάτων. Αναφέρουμε, ενδεικτικά, τους στίχους «εκεί υπάρχουν μούρα, μήλα και μικρές σκιές» (σελ. 25) και «πλημμυρίζω από πόνο/κι όταν λίγο λυγίζω/προσαρτώμαι στο σώμα σου/συνειρμικά» (σελ. 41).
 
Εν κατακλείδι, στη δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο Σίνγκερ, η Ευσταθία Π. πιάνει το νήμα από εκεί που το άφησε στην πρώτη και μας μεταφέρει σ’ ένα ποιητικό σύμπαν όπου το αστικό τοπίο διαπλέκεται με το φυσικό και όπου το ποιητικό εγώ, στη θηλυκή του υπόσταση, παράγει φροντισμένους στίχους, οι οποίοι θέλγουν τον αναγνώστη/την αναγνώστρια και συνάμα του/της δημιουργούν προβληματισμούς, χωρίς να προσφέρουν έτοιμες λύσεις. Πρόκειται για ποίηση υψηλής ραπτικής και όχι για ποίηση-φασόν, που κατοχυρώνει οριστικά τη θέση της Ευσταθίας Π. στο λογοτεχνικό στερέωμα.
 

[1] Αναφορά στους στίχους του Μιχάλη Κατσαρού «Μην αμελήσετε./Πάρτε μαζί σας νερό./Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία» από το ποίημα με τίτλο «Θα σας περιμένω» που περιλαμβάνεται στη συλλογή Κατά Σαδδουκαίων (Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2005).

Ν.Γ. Λυκομήτρος

*Το κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από εδώ: https://www.periou.gr/n-g-lykomitros-efstathia-p-singker-thraka-2025-isbn-978-6-185928-00-1/?fbclid=IwY2xjawQVjjJleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeYX8pmiSSDMsgruseJRx_rJnAgz3HdinN65TG3KEB85Zjfz_G9TzssYkBZJI_aem_jbgRisQG9XoHyr4XOVluIQ

Γιώργος Κοζίας, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΔΩΡΟ

Η Βεατρίκη τό ‘κλεψε
να το δώσει στον αγαπητικό της.
Το ξαναβρήκα σε κοσμηματοπωλείο
του Πόντε Βέκκιο, βεβηλωμένο.

Δυσκολεύτηκα να το αναγνωρίσω
Το αγοράζω νύχτα τό’ ριξα στον Άρνο.
Έχει περάσει από πολλά ανίερα χέρια.
Από προδομένες αγάπες.
Ξεχασμένες.

*

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΒΟΫΤΣΕΚ

Το φεγγάρι σάπιο ξύλο.
Μαραμένο ηλιοτρόπιο ο ήλιος.
Μικρές χρυσές μύγες αστέρια.
Η γη τσακισμένο καράβι.
Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες.

Στρατιώτης Φρειδερίκος Ιωάννης
Φραγκίσκος Βόυτσεκ. Τυφεκιοφόρος.
Πυροβολεί τον γαλαξία!

*

ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ

Στο όνειρό του αντίκρισε τον Σοπενχάουερ.
-Πρόσεξε, του φώναξε,
Με κυνηγούν επτά αντιπρόσωποι των νόμων.
Κραδαίνουν αόρατα ραβδιά

-Ησύχασε, τον παρότρυνε εκείνος,
όλοι έχουμε ανάγκη
τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, Εκδόσεις στιγμή, 2007.

Σοφία Κουφού, Τρία ποιήματα

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΛΑΧΑΝΟΚΗΠΟΥΣ

Ο αέρας απόψε είναι ατμός.
Πώς να βάλεις το νέο σου φούτερ μπλουζάκι
όταν ακόμα δεν έχουν βγει τα λάχανα;
Μη στέλνεις άλλα γράμματα,
δεν θ’ απαντήσω.
Η επανάσταση έχει αρχίσει.
Να την απολαύσεις.
Μπες πιο βαθιά
-χρειάζεται αρκετό βάθος-
και μη βγεις πριν να τελειώσει.
Θέλει πειθαρχία.
Όμως ξέρω καλά
πως θα βγεις νικητής
ακόμα κι αν έχεις ηττηθεί.
Ανταπόδοση εκ των έσω.

ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ

Και πετάχθηκαν από εκατομμύρια οθόνες
με το πάτημα ενός κουμπιού.
Σαν ελατήριο αυτό
προκάλεσε εξαναγκασμένη ταλάντωση
απ’ το ένα άκρο στ’ άλλο.
Απ΄τη μανιώδη χαρά της παρουσιάστριας
που με χάχανα προειδοποιεί
“Μην αγγίζετε το μακιγιάζ μου”.
Ως την βεγγέρα του φόβου
που ξεστομίζεται
από φορετά πουκάμισα.
Κι εγένετο τσίρκο.

*

REMOTE DATA

Έχουν ένα κάδρο γεμάτο πληροφορία ανάμεσά τους
να τους ενώνει μ’ ένα νήμα αδιόρατο.
Και μάτια μόνο για τα εκτός πλάνου.
Ασύμπτωτη συνάντηση.

*Από τη συλλογή “Περί θέσεως και ευρύτητας”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2020.

Sara Teasdale, Δύο ποιήματα

Morning Song

A diamond of a morning
Waked me an hour too soon;
Dawn had taken in the stars
And left the faint white moon.
O white moon, you are lonely,
It is the same with me,
But we have the world to roam over,
Only the lonely are free. –

Πρωινό Τραγούδι

Μια διαμαντόπετρα του πρωινού
Με ξύπνησε μια ώρα πιο νωρίς·
Τ’ άστρα είχε περιστείλει η αυγή
Κι άφησε το ασθενικό, λευκό φεγγάρι.
Ω, φεγγάρι λευκό, είσαι μοναχό,
Το ίδιο με μένα είσαι κι εσύ ,
Αλλ’ όμως, έχουμε τον κόσμο να
περιπλανηθούμε,
Ελεύθεροι είναι μόνον οι μοναχικοί.

*

Dusk In Autumn

The moon is like a scimitar,
A little silver scimitar,
A-drifting down the sky.
And near beside it is a star,
A timid twinkling golden star,
That watches like an eye.
And thro’ the nursery window-pane
The witches have a fire again,
Just like the ones we make, —
And now I know they’re having tea,
I wish they’d give a cup to me,
With witches’ currant cake.

Σούρουπο του Φθινοπώρου

Σαν γιαταγάνι είναι το φεγγάρι,
Ένα ασημένιο μικρό χατζάρι,
Ένας του ουρανού περιπλανώμενος.
Και δίπλα κοντά είναι ένα αστέρι,
Ένα ντροπαλό λαμπερό χρυσό αστέρι,
Που σαν μάτι αγρυπνά.
Κι έξω από του παιδικού δωμάτιου το τζάμι
Μια φωτιά έχουν οι μάγισσες πάλι,
Ακριβώς σαν αυτές που φτιάχνουμε κι εμείς, —
Και τώρα που ξέρω πως τσάι θα πίνουν,
Εύχομαι μια κούπα σε μένα να δίνουν,
Με της μάγισσας το σταφιδόψωμο.

*Από το βιβλίο “Sara Teasdale, Ποιήματα”, σε μετάφραση: Ασημίνας Λαμπράκου, Αθήνα 2023.

Μαρία-Κασσιανή Πανούτσου, Πενθεσίλεια

Λένε πως o Αχιλλέας ήταν έξω φρενών από την έκπληξη όταν συγκρούστηκε με την Πενθεσίλεια. Αυτός άρχισε να παίζει μαζί της και αυτήν τον χτύπησε. ο Αχιλλέας ταράχτηκε λένε. Νόμισε πως έχασα τα λογικά του, τόση έκπληξη είχε με την αντίδραση της Πενθεσίλειας. Να τον αντιμετωπίσει με τον σπαθί της… Την έριξε κάτω, ήθελε να την πάρει αιχμάλωτη κι εκείνη, τον γρατσούνισε με το εγχειρίδιο και τότε εκείνος την σκότωσε.


…ο ουρανός της γης / στην θέση του ακόμη
καθώς κι’ οι θάλασσες/ με την ηχώ απ’  την σελήνη/
σε συνάντησα νωρίς Πενθεσίλεια /
με εντυπωσίασες/ μα /δεν σε πίστεψα
σε ξέχασα και το’ θελα πολύ

σε σκάλισα μια μέρα στο χώμα/
χορεύοντας ένα ρυθμό αργεντίνικο/
στο χώμα το δικό μου /
όσο χώμα μου αναλογεί/
και την μορφή σου/
και το στήθος σου/
το ένα και μοναδικό/
το τότε  ασφάλισα/

αιώνες το μήνυμα σου στα χέρια μου/
αναμένει την δικαίωση/
τι περιμένει / από μένα μια στάλα άνθρωπος /
θα περιμένεις χρόνους Πενθεσίλεια
στριμωγμένη σε σωρούς από κόκαλα /
με μαρτυρία μόνο τις λέξεις
 
γι’ αυτό έφυγε νωρίς
ο ένας είναι αρκετός
ένας αρκετός
για να δεις την μυρωδιά του κόσμου
κι όμως υπάρχουν ακόμη κάποια μικρά
πολύ μικρά
δεν έχω λέξη γι’ αυτά
όμως μικρά
κι αυτά ενώνουν τις δυο μου παλάμες
όπως και εσύ
καθώς έπεφτες στο χώμα χτυπημένη
με τις παλάμες φερμένες στο στήθος.

Μαρία Κούρση, Άκαρδο

Φωτογραφία: Edward Weston

Κάποτε
Σε Χρόνους συμπονετικούς
Αγάπησα παράφορα
Το αμίλητο νερό
Εκείνο
Το έμαθε
Δεν το έμαθε
Δεν έμαθα
Τα μυστικά χρόνια
Που πέρασαν
Έδειξαν
Με κάποια βεβαιότητα
Ότι
Τα μικρά ποιήματα
Μελαγχολούν όταν
Αγαπούν.