Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα

Οι τελευταίοι

Χωρίς παράσημα ή άλλα διακριτικά
χωρίς στολή
χωρίς καν όπλο
μείναμε να υπερασπιζόμαστε
τούτον τον πύργο
τον γεμάτο σκορπιούς και σαύρες.

Αυστηροί γωνιόλιθοι
νερό ελάχιστο
ξόβεργες για τον επιούσιο
χωρίς αντικαταστάτες.

Απ’ τις πολεμίστρες το σούρουπο
η ατέλειωτη θάλασσα του κάμπου
κυματίζει πέρα βαθειά
κάτι που μοιάζει με δικαίωση.

***

Τα μεσημέρια

Πόσο πιο απλά ήταν τα πράματα
σαν καβάλαγες το ποδήλατό σου
τα μεσημέρια -όταν όλοι κοιμόντουσαν,
χωρίς να υπολογίζεις το κάμα
που ζάλιζε τις κότες κι άφηνε ανάπηρη
τη θάλασσα.

Σε κατέβαζε μέχρι τα ηλεκτρονικά
ή, άλλοτε, πίσω απ’ τον λόφο
ως της αλάνας τ΄ αναχώματα,
κι από εκεί ίσια-καρφί για το σπίτι της…
απλά και μόνο για να την πετύχεις
στο μπαλκόνι.

***

Τα απογεύματα βροχή

Τα πρωινά σκλαβωμένα με ήλιο.
Τα απογεύματα βροχή-
όλο αναβάλλεις τη βόλτα.
Αλλά το σπίτι βγάζει νερό.

Στο τέλος τ’ αποφασίζεις
να μη σταθούν εμπόδιο λίγες ψιχάλες.
Στο κάτω κάτω, απ’ το να πνιγείς
προτιμότερο το ‘χεις να βραχείς.

*Από τη συλλογή Της μοναξιάς καλή συνέχεια”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2019.

Γιώτα Αργυροπούλου, Δύο ποιήματα


ΤΟΠΙΟ

Ι

Υγροί πράσινοι λόφοι
και οι σταγόνες της βροχής
μικρές εγκυμονούσες.

Άπλωνα τα χέρια μου
έδινα την καρδιά μου,
δέκα χρονών μέσα στο θαύμα.

ΙΙ

Μόλις ξεδιάλυνε η ομίχλη
φάνηκαν οι αμυγδαλιές
ίδιο ανάερο άσπρο.

Πιο κάτω σπίτια νοτισμένα
αραιός καπνός στις καμινάδες
τα κεραμίδια υγρά.

***

Η ΠΗΓΗ

Το χώμα νοτισμένο
γύρω μικρές πατημασιές
– αγρίμια κι αγριμάκια μου
γεράκια και τρυγόνια που πετάτε.

Κρυμμένο μες στα βάτα
αναβλύζει το νερό με φυσαλίδες
ανασηκώνει τα χαλίκια
μαθαίνω το νερό
νεράκι.

Νερό στον ουρανίσκο μου
λαλιά νερού στα σπλάχνα.

*Από τη συλλογή “Νερά απαρηγόρητα”, εκδ. Πλανόδιον, 2004.

Έρμα Βασιλείου, Στο αντάρτικο

Όταν κατέβασαν πια τα όπλα
μιλούσαν δυνατά
άλλοι για τα έπρεπε και άλλοι για τα δεν
οι λεοπαρδάλεις
που έβλεπαν μέσ’ στη νυχτιά τη νύχτα κατάματα έφυγαν από φόβο
Φόρτωσαν πρώτα τους γονείς μου για το σκοτωμό από την καφεδοφυτεία του Πιλιπίλη
κι εμένα μαζί,
το καμιόνι έσταζε φρέσκο αίμα,
όταν φτάσαμε στο χωριό μας ξεφόρτωσαν εμάς και το αίμα μαζί
γεμίσανε τα όπλα
τίγκα τα πολυβόλα οι σφαίρες να μη λείψουν, παρούσα, τα δεκαεφτά τα έκλεισα
η νύχτα από άγρυπνους μαύριζε το χώρο …
ξέρω γιατί να μη φοβάσαι πρέπει
ήταν έτοιμοι …σαρζάραν… φορτώσανε σφαίρες
τα όπλα τα φοβάσαι μα όχι το θάνατο …γιατί αν δεν τον φοβάσαι
ούτε προσευχή θυμάσαι
ακόμα κι όταν σε σημαδεύουν,
δεν φοβάσαι
σε στήσανε πριν ώρα
κι η ώρα φοβισμένη την αμόλησε νωρίς καθόλου χρόνος
δεν έμεινε, μετράς στα χέρια την πνοή
στέκονται με κόκκινα μάτια
ξάγρυπνοι με γερά ποδάρια ακούραστα
καμιά μα καμιά προσευχή δεν θυμάσαι
Βλέπεις τη μάννα σου
γελάει μ’ ένα αθώο, μοβόρικο θαρρείς,
μ’ αθώο γέλιο φοβισμένο
μη σκοτώσετε τη μάννα μου, φωνάζω…
την ώρα που η ώρα κάνει να επιστρέψει
ξέχασε τα δευτερόλεπτα παιδιά της πίσω
…μια σταγόνα τραβάει η έλξη της τύχης
μονάχα μια, από τον άσβηστο ουρανό
σταγόνα βροχής πέφτει
και τα όπλα γέρνουν κάτω, σαν την ψυχή στο σώμα, θυμούνται τους ψιθύρους των δασών
όταν πέφτει η πρώτη, κι ύστερα η άλλη κι η άλλη
οι λεοπαρδάλεις έφυγαν να μη βραχεί το πολύτιμο μοτίβο
μας λένε…αύριο είν’ άλλη μέρα…δεν θα βρέχει
μας λένε είν’ αμαρτία να σκοτώσεις στη βροχή
δεν το θέλουν τ’ άγραφα γραμμένα μας
και…αύριο, μας λεν, θα πεθάνετε χωρίς η βροχή
να εμποδίζει τις σκανδάλες μας, να τις μαστιγώνει
κι η βροχή σταματάει στο σήμερα
κι εμείς παρακαλάμε να βρέχει
και σαν ετοιμάζαμε τα σάβανα της μέρας
την επαύριο
περνούν οι μισθοφόροι ανέλπιστα
τυχαία τους σπάει λάστιχο στο καμιόνι, φαντάσου κι ανεμίζονται οι αντάρτες
κυνηγώντας τ’ άγρια ζώα
και την ειμαρμένη
κι ελεύθεροι από το ψες
με κείνη τη σταγόνα ολονυχτίς
μονάχα μ’ αυτήν ζήσαμε
μας παίρνουν απ’ εκεί οι μισθοφόροι
και δεν υπάρχει χθεσινό αύριο
γιατί χθες και αύριο είναι ίδια λέξη στη Μανγκάλα, lobi
μια, μια μόνο οποιαδήποτε άλλη μέρα είναι απλά μια άλλη μέρα, ούτε χθες ούτε αύριο
είναι και τα δυο μαζί
lubi mususu, un autre jour, another day
υπάρχει μόνο σήμερα το θαύμα
Α! ποια μαγνητική μαγεία η ώρα
κι η στιγμή της βροχής
Η ώρα και η στιγμή της μνήμης
πως κανένας δεν θυσιάζεται όταν ο Θεός ρίχνει τα υγρά του μηνύματα
Σε μια σιωπή σε μια ταπείνωση
Σε μια ιερή ακούραστη και άλαλη στιγμή
η αφωνία καθορίζει …τη σταγόνα
από αυτήν σωθήκαμε εμείς οι ‘mondele’, οι άσπροι
από αυτήν βρίσκεται αυτό εδώ το μνήμα του σκοτωμού που δεν μας χώρεσε… γι’ αυτό σου λέω
βρέχε, με την πολλή δουλειά με τον ιδρώτα στίχων
Η απόκτησή ζωής είναι μίμηση βίου σε Υποταγή μιας
κατακρωτηριασμένης αθάνατης ώρας
νύχτας …κι η μάννα μου πάντα γελούσε, με άρπα, με ψιλές νότες ανήκουστες κι ακατάληπτες
ένα γέλιο ρίγους, όπως το ριόν του χάρου* και της ζωής μαζί

* ριόν του χάρου> το ρίγος που φέρνει ο χάρος (στην Κυπριακή διάλεκτο)

**Από τη συλλογή “Το ερημητήρι-Incarnata”, εκδ. Aphrodite, Melbourne 2015.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, αποσπάσματα

[Πείθομαι, Άρχοντα∙ και προσμετρώ το δράμα άδυτων νυ- κτών. Δέχομαι το μέρισμα της πέτρας στο ερπετό σκοτάδι και ιστορώ την ακατόρθωτη φωνή που θέλησε να σχεδιάσει ο έγκλειστος στην Ιερά Μονή του Σαγματά –περί το έτος χίλια εννιακόσια δεκαοκτώ– Βάλας Συμεών. Εξ ου και μαίνομαι, Άρχοντα, τον κύμβαλο ρυθμό κρείττονος λόγου σε τόνους ασυνήθιστους· και εκχωρώ ανέστιο το σπάραγμα στον μύθο της συνθέσεως.]

Ποιος Υπηρέτης ερεβνός στοχάζεται, Άρχοντα, την κάτεργη σκηνή σε όλο το δωμάτιο, ποιος λύκος διάδοχος: [ένα κομ- μένο πόδι φως χωλαίνει στίγματα στο δάπεδο.] Εγώ, ο Βά- λας Συμεών, πέτρα σκληρό που ξέσπασα από τα σπλάχνα της μητέρας μου πριν είκοσι εννέα έτη και έκπτωτη κραυγή που μέτρησε το μέσα της απόστασης στο βρέφος σώμα, εγκάτοι- κος μίας σάρκας Αρνητή όπου ο κτήνος άνθρωπος πληροί την πληγή καταγωγή του, για να μιλήσω το Κακό που ευλο- γήθηκα εξ Υμών, και έχω πράξει, επικαλούμαι την παράφορη εξουσία του πνεύματος: ό,τι γραφής το τρωκτικό πρόσωπο και σκοτάδι.

[Αδύτου μηνός. Νύκτα πρώτη.] Ότι αγρυπνούσα ύπνο ερπετό τον πυρετό οφθαλμό κι’ επάνω μου κρεμότανε σπαθί γυμνό στην αιχμηρή του ακινησία. Κι’ αίφνης ο λόγος κραύγασε στήθος ανάσες στη φωνή μου: «Και αν αίμα∙ και αν όψη∙ και αν μένος που υπέφερα άνανθο ξύλο τον τροχό κατά τη δαίμο- να φορά του, θυμήσου: Αυτός εκδικεί· Αυτός αξιώνει· Αυτός επιβάλλει μια νέα δυναστεία των παθών∙ σκυφτή, ασάλευτη μορφή, μέσα στην ύστατη παντοδυναμία της, διατάζει: “ Έξω, ο λαός σφαδάζει με γλώσσα ικετήρια την πόλη∙ αφήστε τον να πεθάνει, αφήστε τον να πεθάνει’’».
􏰀
Φαντάσου∙ στο τζάμι: το καρνάβαλο σκυλί και το διπλό φεγγάρι.

*Από το βιβλίο “Συμεών Βαλάς: Ένα σχεδίασμα”, εκδόσεις Μελάνι, 2010

Αλέξης Αντωνόπουλος, Η επιστροφή του ασώτου υιού

Τρομαγμένος από τη μοναξιά
από το πόσο εύκολα ξεχνάνε οι άνθρωποι

τρομαγμένος από το μυαλό του
τώρα που καμία αγκαλιά δεν τον αγγίζει

βρέθηκε να φωνάζει έξω απ’ την πόρτα
εκείνης της φριχτής μητέρας.

“Άνοιξε! Άνοιξε! Θα σε αφήσω να με χτυπήσεις
όπως τότε.

Άνοιξε. Και χτύπα με. Τουλάχιστον
είναι αδύνατον
να το κάνεις από απόσταση.

Άνοιξε.
Για να μου ραγίσεις ξανά τα κόκκαλα
πρέπει να μ’ αγγίξεις.”

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Juan Gelman, To τρεμούλιασμα των χειλιών μου

To τρεμούλιασμα των χειλιών μου
Θέλω να πω: το τρεμούλιασμα των φιλιών μου
θα ακουστεί στο παρελθόν σου
μαζί μου στο κρασί σου

Ανοίγοντας την πόρτα του χρόνου
το όνειρό σου
αφήνει να πέσει βροχή κοιμισμένη
δώστη μου τη βροχή σου

Θα μείνω
σιωπηλός στη βροχή του ονείρου
χαμένος στις σκέψεις
δίχως φόβο
δίχως λησμονιά

Στο σπίτι του χρόνου
βρίσκεται το παρελθόν
κάτω από το πόδι σου
που χορεύει
*
Η αυγή λαμπρύνει τα πουλιά
είναι ανοιχτωσιά
κάνει ψύχρα
μαζί θα την πιούμε
με το φόβο της σκέψης

Ροδοδάχτυλη
το παρελθόν αναθερμαίνει
πες φιλιά και τα φιλιά θα αφυπνισθούν
στον ήλιο κοντά θα πέσουμε

Θυμήθηκα τα κόκκινά σου μεσοφόρια
τα λουλούδια σου τα κόκκινα
τα φιλιά σου τα κόκκινα
τη λευκή σου καρδιά

*

Κατέβα
αν θέλεις
κοίτα
αν θέλεις
το πουλί που πετάει στη φωνή μου
τόσο μικρό

Από το πουλί περνάει ένας δρόμος
που πάει στα μάτια σου
ελπίζει το χέρι σου
όπου δεν είσαι φυτρώνει γρασίδι

Τα πάντα κοιμούνται
το πουλί
η φωνή
ο δρόμος
το γρασίδι
γιατί θα έρθει το πρωί

Τι όμορφα τα μάτια σου
το βλέμμα των ματιών σου πιο πολύ
και περισσότερο η όψη σου όταν μακριά θωρείς
Στην όψη σου έψαχνα:

τη λάμψη του αίματός σου
της σκιάς σου το αίμα
τη σκιά σου
πάνω στην καρδιά μου

*Ο Juan Gelman γεννήθηκε το 1930 και απεβίωσε το 2014. Ήταν Αργεντινός ποιητής. Δημοσίευσε περισσότερα από είκοσι βιβλία ποίησης μεταξύ του 1956 και του θανάτου του στις αρχές του 2014. Ήταν πολιτογραφημένος πολίτης Μεξικού, όπου έφτασε ως πολιτικός εξόριστος της στρατιωτικής χούντας. Το 2007 του απονεμήθηκε το βραβείο Cervantes, το σημαντικότερο στην ισπανική λογοτεχνία. Τα έργα του εξυμνούν τη ζωή, αλλά περιέχουν και κοινωνικά και πολιτικά σχόλια που αντανακλούν τις οδυνηρές του εμπειρίες από την πολιτική της Αργεντινής.
**Μετάφραση: Σάμης Ταμπώχ.
***Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018 του περιοδικού «Ένεκεν».