Αναστασία Πελεκάνου, Δύο ποιήματα

Eίδα τα πεζοδρόμια άδεια

τα τραπέζια όλα μαζεμένα

και σκέφτηκα μήπως επειδή χαλάει ο καιρός/

μα ήσασταν μέσα όλοι-

δε μιλούσατε, μόνο με κοιτάγατε.

αμίλητοι.

η φωτιά στο βάθος θρασύτατη
κι εσείς σιωπηλοί με ένα στόχο μόνο..

εμένα.
κι εγώ εσάς.
είχα χαθεί στα σοκάκια σας είπα–
κανείς σας δεν με πίστεψε.

κι όμως είδα αέρα δυνατό και γιορτές διαφορετικές

που δεν μπορώ να ξεχάσω
τσάμπα έβαλα τα λάθη μου για πανωφόρι

μη με κοιτάτε δεν θα μάθετε 

***

Θες να αρχίσω με το

“μια φορά κι έναν καιρό” 

ή να γθυδώ με μιας;

Πως βολεύει μόνο πες.. 

λίγο πιο γρήγορα όμως

γιατί απόψε είπαν θα πέσουν οι στέγες

σε κάποια κεφάλια _

όχι σ’ όλα.

Τι περιμένεις σα μωρό;

Πες δεξιά.. αριστερά

πως ακριβώς σε βολεύει;

Παπαρούνα ή βλίτο;

Παπαρούνα απόψε;

να μας ακούσει η Γειτονιά; 

Τι σου ‘μάθε η μαμά τόσα χρόνια;

Μόνο να μετράς λεφτά ~
και να πασαλείβεσαι με κόκκινα κραγιόν;
Κοίτα

μη χάνω το χρόνο μου

θα περάσουν να με πάρουν _φεύγω.
Μη σηκωθείς

ντροπή _

Και ο καφές σου δίπλα στο πιάνο

έτοιμος να καταρρεύσει κι αυτός

μαζί σου.

Μη σηκώνεσαι

είμαι τσουνάμι

θα σε πνίξω

θα διαμελιστείς 
και μετά

εσύ που;
πως θα ακούγεται η γνώμη σου

απ’ τα μεγάφωνα του Φαλήρου

σε όλη την πρωτεύουσα;

Λευτέρης Πούλιος, Έρχομαι να διασχίσω τη σιωπή

Έρχομαι να διασχίσω τη σιωπή και
να βλαστήσω μες στον καθένα.
Από κλαρί σε κλαρί σαν πυγολαμπίδα
μετέφερα το φωτεινό μου φορτίο
νικώντας τη βαρύτητα, διασχίζοντας τις εποχές
άγιος, βασιλιάς, τρελός σε μια χωρά
πράσινης προέλευσης πέρα απ’ τον ορίζοντα
της νόησης.

Ο άλλος που είμαι φιλάει το στόμα μου
μ’ ερεθιστική πνοή
απαγγέλλει στίχους με οργή
και μια πριονισμένη σελήνη έρχεται σύντομα
σαν ένα στόμα
γονατίζει προσπαθώντας να πιει
τη φοβερή μου κραυγή.

*Από τη συλλογή “Το αλληγορικό σχολείο”, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1978, σελ. 35.

**Το πήραμε από το Αλωνάκι της Ποίησης alonakitispoiisis.blogspot.com/

ε.ε.κάμμινγκς, ένα ποίημα

Φώτο: Esther Claramonte Mtez

Ναι είναι μια ωραία εξοχή:
αν χειμώνας είναι
(που μ’ αρέσει)
ας προχωρήσουμε

και οι δύο μαζί είναι ο καλύτερος καιρός
(όχι ο καθένας χώρια)
ο θησαυρός μου,
όταν βγαίνουν οι βιολέτες

η αγάπη είναι μια πιο βαθιά εποχή
από τη λογική
η αγαπημένη μου
(και ο απρίλης είναι εκεί που είμαστε ‘μεις)

*Το ποίημα είναι του ε.ε.κάμμινγκς, από τα “Ποιήματα” των εκδ. Ηριδανός, σε μετάφραση Γιάννη Λειβαδά. Εμείς το βρήκαμε στη σελίδα της Γεωργίας Κανελλοπούλου στο facebook.

Αγγελής Μαριανός, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΑΣΠΡΑΔΙΑ

Ωσάν τ’ ασπράδια μεταμορφώνονται οι λέξεις.
Διάφανες ρευστές και δροσερές σαν τις διαλέξεις.
Θολές, πηκτές και ατελείς αλλάζουν στην πορεία,
ώσπου επιτέλους κλειδώνουν στο δόκιμο καυτό χαρτί
κι αμέσως σφίγγουν οι γαλακτερές σε νέο ποίημα.

***

ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Μικρές σιωπές.
Αυτές που δίνουν,
το πλήρες νόημα
στις αποστάσεις.
Από το κεφάλι
έως τα χέρια ρέουν,
αργές και σπάταλες
Φύσει και θέσει.

***

ΚΟΚΚΙΝΗ

Άρπαξε το χωράφι πρασινάδες
Πολλές ανταύγειες πράσινες χλωρές
Ανάμεσά τους στο κέντρο του κλήρου
Μια κατακόκκινη αφημένη πινελιά
Γεμάτη θράσος ξεπετάχθηκε ψηλά
Μια ευκαιρία βρήκε ανάμεσά τους
Να μεγαλώσει σαν την παπαρούνα.

*Από τη συλλογή “Πεζολίβαδα”, εκδ. Θράκα.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα

Οι τελευταίοι

Χωρίς παράσημα ή άλλα διακριτικά
χωρίς στολή
χωρίς καν όπλο
μείναμε να υπερασπιζόμαστε
τούτον τον πύργο
τον γεμάτο σκορπιούς και σαύρες.

Αυστηροί γωνιόλιθοι
νερό ελάχιστο
ξόβεργες για τον επιούσιο
χωρίς αντικαταστάτες.

Απ’ τις πολεμίστρες το σούρουπο
η ατέλειωτη θάλασσα του κάμπου
κυματίζει πέρα βαθειά
κάτι που μοιάζει με δικαίωση.

***

Τα μεσημέρια

Πόσο πιο απλά ήταν τα πράματα
σαν καβάλαγες το ποδήλατό σου
τα μεσημέρια -όταν όλοι κοιμόντουσαν,
χωρίς να υπολογίζεις το κάμα
που ζάλιζε τις κότες κι άφηνε ανάπηρη
τη θάλασσα.

Σε κατέβαζε μέχρι τα ηλεκτρονικά
ή, άλλοτε, πίσω απ’ τον λόφο
ως της αλάνας τ΄ αναχώματα,
κι από εκεί ίσια-καρφί για το σπίτι της…
απλά και μόνο για να την πετύχεις
στο μπαλκόνι.

***

Τα απογεύματα βροχή

Τα πρωινά σκλαβωμένα με ήλιο.
Τα απογεύματα βροχή-
όλο αναβάλλεις τη βόλτα.
Αλλά το σπίτι βγάζει νερό.

Στο τέλος τ’ αποφασίζεις
να μη σταθούν εμπόδιο λίγες ψιχάλες.
Στο κάτω κάτω, απ’ το να πνιγείς
προτιμότερο το ‘χεις να βραχείς.

*Από τη συλλογή Της μοναξιάς καλή συνέχεια”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2019.

Γιώτα Αργυροπούλου, Δύο ποιήματα


ΤΟΠΙΟ

Ι

Υγροί πράσινοι λόφοι
και οι σταγόνες της βροχής
μικρές εγκυμονούσες.

Άπλωνα τα χέρια μου
έδινα την καρδιά μου,
δέκα χρονών μέσα στο θαύμα.

ΙΙ

Μόλις ξεδιάλυνε η ομίχλη
φάνηκαν οι αμυγδαλιές
ίδιο ανάερο άσπρο.

Πιο κάτω σπίτια νοτισμένα
αραιός καπνός στις καμινάδες
τα κεραμίδια υγρά.

***

Η ΠΗΓΗ

Το χώμα νοτισμένο
γύρω μικρές πατημασιές
– αγρίμια κι αγριμάκια μου
γεράκια και τρυγόνια που πετάτε.

Κρυμμένο μες στα βάτα
αναβλύζει το νερό με φυσαλίδες
ανασηκώνει τα χαλίκια
μαθαίνω το νερό
νεράκι.

Νερό στον ουρανίσκο μου
λαλιά νερού στα σπλάχνα.

*Από τη συλλογή “Νερά απαρηγόρητα”, εκδ. Πλανόδιον, 2004.

Έρμα Βασιλείου, Στο αντάρτικο

Όταν κατέβασαν πια τα όπλα
μιλούσαν δυνατά
άλλοι για τα έπρεπε και άλλοι για τα δεν
οι λεοπαρδάλεις
που έβλεπαν μέσ’ στη νυχτιά τη νύχτα κατάματα έφυγαν από φόβο
Φόρτωσαν πρώτα τους γονείς μου για το σκοτωμό από την καφεδοφυτεία του Πιλιπίλη
κι εμένα μαζί,
το καμιόνι έσταζε φρέσκο αίμα,
όταν φτάσαμε στο χωριό μας ξεφόρτωσαν εμάς και το αίμα μαζί
γεμίσανε τα όπλα
τίγκα τα πολυβόλα οι σφαίρες να μη λείψουν, παρούσα, τα δεκαεφτά τα έκλεισα
η νύχτα από άγρυπνους μαύριζε το χώρο …
ξέρω γιατί να μη φοβάσαι πρέπει
ήταν έτοιμοι …σαρζάραν… φορτώσανε σφαίρες
τα όπλα τα φοβάσαι μα όχι το θάνατο …γιατί αν δεν τον φοβάσαι
ούτε προσευχή θυμάσαι
ακόμα κι όταν σε σημαδεύουν,
δεν φοβάσαι
σε στήσανε πριν ώρα
κι η ώρα φοβισμένη την αμόλησε νωρίς καθόλου χρόνος
δεν έμεινε, μετράς στα χέρια την πνοή
στέκονται με κόκκινα μάτια
ξάγρυπνοι με γερά ποδάρια ακούραστα
καμιά μα καμιά προσευχή δεν θυμάσαι
Βλέπεις τη μάννα σου
γελάει μ’ ένα αθώο, μοβόρικο θαρρείς,
μ’ αθώο γέλιο φοβισμένο
μη σκοτώσετε τη μάννα μου, φωνάζω…
την ώρα που η ώρα κάνει να επιστρέψει
ξέχασε τα δευτερόλεπτα παιδιά της πίσω
…μια σταγόνα τραβάει η έλξη της τύχης
μονάχα μια, από τον άσβηστο ουρανό
σταγόνα βροχής πέφτει
και τα όπλα γέρνουν κάτω, σαν την ψυχή στο σώμα, θυμούνται τους ψιθύρους των δασών
όταν πέφτει η πρώτη, κι ύστερα η άλλη κι η άλλη
οι λεοπαρδάλεις έφυγαν να μη βραχεί το πολύτιμο μοτίβο
μας λένε…αύριο είν’ άλλη μέρα…δεν θα βρέχει
μας λένε είν’ αμαρτία να σκοτώσεις στη βροχή
δεν το θέλουν τ’ άγραφα γραμμένα μας
και…αύριο, μας λεν, θα πεθάνετε χωρίς η βροχή
να εμποδίζει τις σκανδάλες μας, να τις μαστιγώνει
κι η βροχή σταματάει στο σήμερα
κι εμείς παρακαλάμε να βρέχει
και σαν ετοιμάζαμε τα σάβανα της μέρας
την επαύριο
περνούν οι μισθοφόροι ανέλπιστα
τυχαία τους σπάει λάστιχο στο καμιόνι, φαντάσου κι ανεμίζονται οι αντάρτες
κυνηγώντας τ’ άγρια ζώα
και την ειμαρμένη
κι ελεύθεροι από το ψες
με κείνη τη σταγόνα ολονυχτίς
μονάχα μ’ αυτήν ζήσαμε
μας παίρνουν απ’ εκεί οι μισθοφόροι
και δεν υπάρχει χθεσινό αύριο
γιατί χθες και αύριο είναι ίδια λέξη στη Μανγκάλα, lobi
μια, μια μόνο οποιαδήποτε άλλη μέρα είναι απλά μια άλλη μέρα, ούτε χθες ούτε αύριο
είναι και τα δυο μαζί
lubi mususu, un autre jour, another day
υπάρχει μόνο σήμερα το θαύμα
Α! ποια μαγνητική μαγεία η ώρα
κι η στιγμή της βροχής
Η ώρα και η στιγμή της μνήμης
πως κανένας δεν θυσιάζεται όταν ο Θεός ρίχνει τα υγρά του μηνύματα
Σε μια σιωπή σε μια ταπείνωση
Σε μια ιερή ακούραστη και άλαλη στιγμή
η αφωνία καθορίζει …τη σταγόνα
από αυτήν σωθήκαμε εμείς οι ‘mondele’, οι άσπροι
από αυτήν βρίσκεται αυτό εδώ το μνήμα του σκοτωμού που δεν μας χώρεσε… γι’ αυτό σου λέω
βρέχε, με την πολλή δουλειά με τον ιδρώτα στίχων
Η απόκτησή ζωής είναι μίμηση βίου σε Υποταγή μιας
κατακρωτηριασμένης αθάνατης ώρας
νύχτας …κι η μάννα μου πάντα γελούσε, με άρπα, με ψιλές νότες ανήκουστες κι ακατάληπτες
ένα γέλιο ρίγους, όπως το ριόν του χάρου* και της ζωής μαζί

* ριόν του χάρου> το ρίγος που φέρνει ο χάρος (στην Κυπριακή διάλεκτο)

**Από τη συλλογή “Το ερημητήρι-Incarnata”, εκδ. Aphrodite, Melbourne 2015.