Wislawa Szymborska, Δύο ποιήματα

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΤΟ ΠΡΩΙ

Η ώρα της νύχτας μέσα στη μέρα.
Η ώρα του γυρίσματος από πλευρό σε πλευρό.
Η ώρα για τους μεσόκοπους.

Η καθαρή ώρα για το λάλημα των πετεινών.
Η ώρα που μας απαρνιέται η γη.
Η ώρα των σταγόνων από σβηαμένα άστρα.
Η ώρα του “τι κι αν μετά από μας δεν υπάρχει τίποτα”.

Μια άδεια ώρα.
Άχαρη, στείρα.
Απ’ όλες τις ώρες η χειρότερη.

Κανένας δεν είναι στα καλά του στις τέσσερις το πρωί.
Κι αν άσπρα μυρμήγκια νιώθουν ωραία στις τέσσερις το πρωί
-ας συγχαρούμε τα μυρμήγκια. Κι ας γίνει πέντε η ώρα
αν σκοπεύουμε να συνεχίσου με να ζούμε.

ΤΟΠΙΟ

Σ’ ένα τοπίο Παλιού Μάστορα ζωγράφου
Τα δέντρα έχουν ρίζες κάτω απ’ τα λάδια,
Το μονοπάτι αναμφίβολα οδηγεί κάπου
ένα φύλλο από χόρτο θα φτάσει για μιαν υπογραφή
και πραγματικά είναι πέντε η ώρα το απόγεμα
Ο μήνας του Μάη αργοπορεί, απαλά κι όμως σταθερά αταματημένος,
έτσι κι εγώ σταμάτησα – Ω ναι, αγαπητέ μου,
είμαι εγώ η γυναίκα κάτω απ’ το δέντρο της στάχτης.

Σημείωσε, πόσο μακριά πίσω σ’ έχω αφήσει,
πώς φοράω το κίτρινο φόρεμα και το άσπρο καπέλο μου,
πώς είμαι κολλημένη στο καλάθι μου για να μείνω στον πίνακα,
πώς παρελαύνω σε κάποιου άλλου την καλή ευχή
και παίρνω μι’ ανάπαυλα απ’ τα μυστήρια της ζωής.

Αν με φωνάξεις, Δε θα σ’ ακούσω.
Kι αν σ’ ακούσω, δεν μπορώ να γυρίσω.
Κι ακόμα αν πετύχω αυτή την αδύνατη κίνηση,
το πρόσωπό σου ακόμα θα φαινόταν ενός ξένου.

Ξέρω τον κόσμο σε μια ακτίνα από έξι μίλια,
ξέρω βότανα και γητειές για κάθε άρρωστο.
Ο Θεός ακόμα αγρυπνάει πάνω απ’ την κορυφή του κεφαλιού μου. Προσεύχομαι για ένα θάνατο χωρίς βία.
Ο πόλεμος είναι τιμωρία, η ειρήνη ανταμοιβή
Ο διάβολος προκαλεί αισχρά όνειρα.
Η ψυχή μου είναι εκεί σαν μια πέτρα από μήλο.

Δεν μπορώ να παίξω τα παιχνίδια της καρδιάς.
Δεν ξέρω την γύμνια του πατέρα των παιδιών μου.
Ούτε για δευτερόλεπτο υποπτεύομαι
Το Άσμα Ασμάτων να έχει βρώμικα νοήματα
Ό,τι χρειάζεται να πω, το βρίσκω σε ετοιμοπαράδοτες προτάσεις,
δεν χρησιμοποιώ την απόγνωση γιατί δεν είναι δική μου,
μου την εμπιστεύτηκαν μόνο για να διατηρούμαι σώα.
Ακόμα κι αν μου έκοβες το δρόμο,
Ακόμα κι αν ατένιζες βαθιά μες στα μάτια μου
θα σε προσπερνούσα δίπλα σε μιαν άβυσσο
να μας χωρίζει τρίχα.

Στα δεξιά είναι το σπίτι μου που το ξέρω τέλεια,
μ’ όλα τα σκαλίά του και την πόρτα που οδηγεί μέσα του
όπου συμβαίνουν πράγματα που δεν ζωγραφίστηκαν εδώ:
Μια γάτα πηδάει σ’ έναν πάγκο,
ο ήχος λαμποκοπάει σ’ ένα ταίγκινο βάζο,
και στο τραπέζι εκεί κάθεται ένας χοντροκόκαλος άνδρας
που επισκευάζει ένα ρολόι.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Χτες Βράδυ”, τεύχος Σεπτέμβρη 1996.

Τόνια Τσαρούχα, Δύο ποιήματα 

SPLEEN

Ποιος δεν μελαγχολεί
με την αποχώρηση της διέγερσης
Ποιος δεν τεμαχίζει τον ασπόνδυλο χρόνο
σε ενάρξεις και αποχωρισμούς
Ποιος δεν στοιχειώνεται από ένα φάντασμα
μια λάμψη νεκρού αστεριού
μια απουσία
κάτι σκιώδες.

Πανηγυρικός σπαραγμός
να ερωτεύεσαι μια απουσία
η απουσία δεν γεμίζει
παίρνει το σχήμα μιας υπνοβασίας.

Άγιοι από καπνό
παραφυλάνε στο λυκόφως
σαν σκυθρωποί φανoστάτες
αποκαλύπτοντας την ερημιά.
Τι κι αν δεν είναι οι ώρες τιμαλφή.
Τι κι αν δεν είναι η νοσταλγία
επανάληψη
η ηθική μου αγκαλιάζει μόνο
αυτό που με ξοδεύει.
Η ανάλωση είναι το κολασμένο μου San graal.

ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ

Δεν ξέρω γιατί αυτό το δέντρο δεν κάνει σκιά
αλλά μπορώ να ακούσω μουσική
κοιτώντας μια ορισμένη ζωγραφική.
Δεν ξέρω τι είναι χρόνος
αλλά το αύριο είναι πάντα σήμερα
το σήμερα είναι πάντα χθες.
Δεν θυμάμαι τι σκεφτόμουν όταν ήμουν παιδί
αλλά ήμουν χαρούμενη που είχα τόσα να μάθω.
Δεν θυμάμαι πότε άρχισα να φοβάμαι
ύστερα κληρονόμησα μια ζάπλουτη κίσσα
τη φαντασία μου.

Η μνήμη αναδιπλώνεται
είναι ένα λουλούδι από γκοφρέ χαρτί
είναι ένας χάρτης που σβήνει
και οι φλέβες είναι ποτάμια
που δεν επαναλαμβάνονται.

Δεν ξέρω αν οι άλλοι είναι ο παράδεισος
αλλά ο άρχοντας των μυγών
είμαι εγώ.
Δεν θυμάμαι από τι είναι φτιαγμένη η παγίδα
αλλά έγινε η αληθινή ζωή.

Άρης Αλεξάνδρου | Οι ποιητές και τα βραβεία

Ο ποιητής είναι λίγο πολύ ένα άτομο μη φυσιολογικό, αν δεχτούμε βέβαια ότι «φυσιολογικοί» άνθρωποι είναι οι μπακάληδες και οι χωροφύλακες. Ο κόσμος λέει συνήθως πως οι ποιητές είναι «ευαίσθητοι», «αλαφροΐσκιωτοι», ο Σεφέρης λέει κάπου πως όλη η Ελλάδα τον πληγώνει, νομίζω όμως πως ουσιαστικά όλος ο κόσμος τον «πληγώνει», γιατί ο ποιητής αισθάνεται υπεύθυνο τον εαυτό του για καθετί που συμβαίνει γύρω του. Ο ποιητής, λέει ο Μαγιακόβσκι, μένει πάντοτε χρεώστης απέναντι στον κόσμο. Πληρώνει πάντα τόκους και πρόστιμα για τον πόνο των ανθρώπων.

Ο ποιητής, απ’ τη φύση του, δεν μπορεί παρά να εκφράζει τις απόψεις του ατόμου. Αργά ή γρήγορα θα έρθει σε σύγκρουση με την κοινωνία ή την ομάδα και θα ακολουθήσει (βασικά) έναν απ’ τους εξής τρεις δρόμους: Ή θα ασκήσει κριτική στις κυβερνήσεις και στις ηγεσίες των κομμάτων, ή θα κλειστεί στον γυάλινο πύργο του, ή θα συμβιβαστεί και θα γίνει ένας κομφορμιστής. Στη δεύτερη περίπτωση, όπως συνέβη με τους οπαδούς της «Τέχνης για την Τέχνη» στη Γαλλία τον 19ο αιώνα, μπορεί να ασκήσει μια έμμεση κριτική, μια κριτική που δεν φτάνει στην ουσία του ζητήματος, που αποδείχνει όμως, όπως λέει ο Πλεχάνοβ, ότι υπάρχει διάσταση ανάμεσα στους καλλιτέχνες και στο κοινωνικό περιβάλλον. Για μένα, γνήσιοι ποιητές είναι εκείνοι που διαλέγουν τον πρώτο δρόμο. Θα ‘φτανα μάλιστα να πω ότι θεωρώ δυνάμει ποιητές όλους εκείνους που, όπως περίπου λέει ο Καντ, διαθέτουν ένα μυαλό και έχουν την τόλμη να το μεταχειριστούν χωρίς την καθοδήγηση κανενός.

Ο ποιητής είναι πάντοτε με το μέρος της Αντιγόνης και ποτέ με το μέρος του Κρέοντα. Είναι πάντοτε με το μέρος του Παστερνάκ και ποτέ με το μέρος της Ενώσεως Σοβιετικών Συγγραφέων- άσχετα αν ο Παστερνάκ προτίμησε να υποκύψει στην πίεση της σοβιετικής εξουσίας. Περιττό να προσθέσω ότι ο ποιητής είναι πάντοτε με το μέρος των διωκόμενων απ’ τη Γενική Ασφάλεια πνευματικών ανθρώπων, άσχετα απ’ τις πολιτικές τους πεποιθήσεις κι άσχετα βεβαίως απ’ την ποιότητα του έργου τους.

Οι κυβερνήσεις και οι ηγεσίες των κομμάτων καθοδηγούνται πάντα από τη σκοπιμότητα. Ο ποιητής βλέπει μακρύτερα απ’ τις σκοπιμότητες της πολιτικής. Ο στίχος μου, λέει ο Μαγιακόβσκι στους απογόνους, θα φτάσει σ’ εσάς περνώντας πάνω απ’ τα κεφάλια των ποιητών και των κυβερνήσεων. Ο ποιητής είναι το αντίθετο του πολιτικού διότι αρνείται να υποταχτεί στη σκοπιμότητα της πολιτικής. Ο δρόμος της ποιητικής ανυποταξίας είναι φυσικά ο δυσκολότερος. Οι κυβερνήσεις και οι ηγεσίες των κομμάτων μεταχειρίζονται κάθε μέσο για να καναλιζάρουν και να ελέγξουν την ποιητική δημιουργία. Παντού και πάντα κι ως τις μέρες μας, σ’ Ανατολή και Δύση, εξάσκησαν και εξασκούν κάθε μορφή βίας για να αναγκάσουν τους ποιητές να συμμορφωθούν με τις εκάστοτε σκοπιμότητές τους. Οι δυσκολίες πληθαίνουν ακόμη περισσότερο απ’ το γεγονός ότι ο ποιητής, όπως και κάθε καλλιτέχνης, είναι «μάστορης». Για να αποδείξει τη μαστοριά του (και για να κερδίσει χρήματα), δέχεται να γράφει ωδές επί πληρωμή, δέχεται να γίνει αυλικός στιχοπλόκος, ακαδημαϊκός ή μέλος της Ενώσεως Σοβιετών Συγγραφέων. Το γεγονός ότι αρκετά έργα, γραμμένα «κατά παραγγελίαν», είναι πράγματι αξιόλογα επιτείνει ακόμη περισσότερο τη σύγχυση.

Αυτή η ανάγκη που νιώθουν οι ποιητές να αναγνωριστεί η μαστοριά τους και γενικά η αξία τους εξηγεί την ύπαρξη των βραβείων. Ομολογώ ότι λυπήθηκα διαβάζοντας τις διαμαρτυρίες των νέων ποιητών μας για την πρόσφατη απόφαση των «Δώδεκα» να μην απονείμουν το βραβείο τους. (Διότι περί αυτού ακριβώς πρόκειται: περί του βραβείου. Αν ένας οποιοσδήποτε κριτικός ή έστω και πολλοί κριτικοί διατυπώνανε την άποψη ότι δεν υπάρχει σήμερα αξιόλογη ποίηση, αμφιβάλλω αν θα αγανακτούσαν τόσο οι νέοι ποιητές μας.) Λυπήθηκα διαβάζοντας τις διαμαρτυρίες τους, γιατί μου δίνουν το δικαίωμα να υποθέσω ότι δεν έγραψαν τα ποιήματά τους επειδή αισθάνθηκαν την ανάγκη να τα γράψουν, αλλά γιατί απέβλεπαν σε μια «καθιέρωση». Λες και ένα βραβείο θα μπορέσει ποτέ να προσθέσει έστω και το ελάχιστο στην όποια αξία του έργου τους. Λες και δεν έχουνε μάθει ακόμα πως απονέμονται τα βραβεία (όλα ανεξαιρέτως, συμπεριλαμβανομένων και των βραβείων Στάλιν, Νόμπελ και Πούλιτζερ). Λες και δεν υπέπεσε στην αντίληψή τους το γεγονός ότι, όταν η επιτροπή είναι «μεικτή», το βραβείο μοιράζεται στα δυο (Ρίτσος- Δικταίος, Καραντώνης- Λειβαδίτης).

—Από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη, περιοδικό «Εικόνες», 15 Ιουνίου 1959

ΠΗΓΗ: Άρης Αλεξάνδρου, «Έξω απ’ τα δόντια, Δοκίμια 1937- 1975» | Εκδόσεις «Πατάκη», Ιούνιος 2021 (Α’ Έκδοση: Βέργος, 1977 | B’ Έκδοση: Ύψιλον, 1982)

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://exitirion.wordpress.com/2021/09/23/aris-alexandrou-oi-poihtes-kai-ta-vraveia/

Ελένη Βακαλό, Γενεαλογία

Γενεαλογία

Η γιαγιά μου ήταν ένα κοριτσάκι γριά

Το καπέλο της γιαγιάς μου

Την ρώτησα πώς είχε ερωτευτεί για πρώτη πρώτη φορά,

Φορούσα ένα καπέλο
Στο γύρο του λουλούδια
Και πάνω στην κορφή του ένα πουλί
Απ’ το πουλί κρεμόντανε άλλο κλαδί
Και στο κλαδί λουλούδια
Στην άκρη του φωλιά
Καθόνταν στο λαιμό μου
Κι είχε πουλιά και κει

Πετούσαν τα πουλιά

Η άλλη η γιαγιά η μεγάλη που ήταν απ’ το νησί
Είχε πέντε παιδιά αγόρια
Κάθε χρονιά που γύριζαν τα καράβια κι ένα παιδί

Λένε πως είχε ορκιστεί για να ζήσουνε όλα να χάσει όποιο θα ήταν στερνό
Ξέρω πως γίναν οι άλλοι ογδόντα χρονώ
Κι αυτή η παλιά γιαγιά μου κράτησε το ταγμένο σαν πέθανε αγκαλιά
Πως δεν το έκλαψε είπαν, μα δεν ξανακατέβηκε για τα καράβια πια

Μονάχα μια φορά, κι ήταν που αποχαιρέτησε ένα της γιο
Κι αυτός ήτανε ο πατέρας μου
Μικρότερος πριν από το νεκρό

Κι η γιαγιά μου ακόμη έχω να πω, στο τραπέζι κάθισε εκείνη τη μέρα και δε μίλησε για κείνο που το ήξερε πεθαμένο ως να τελειώσουν το φαγητό

Ξόρκι των γυναικών

Το λες από μέσα σου όταν θα νιώσεις, κοιτάζοντας κάτι, αγάπη πολλή,

Ανάβοντας το καντήλι αψήλωσα
Χαμήλωσα φυτεύοντας κεριά

Ευχή στην κοπέλα

Αγκαλιασμένη στον ύπνο να είναι

Έλεγα,

Το φεγγάρι ανεβαίνει τη νύχτα
Μα πίσω απ’ τα βλέφαρα πιο σκοτεινή
Ανεβαίνει ακόμη μια νύχτα

Όταν η μητέρα μου έφτασε στην ηλικία εκείνη που το δέρμα της χωριστά ζούσε ρίγη κι άλλαζε κάθε μέρα −
Τότε ήταν πιο συγκινητική να τη βλέπεις μόλις ωραία
Τότε είναι πιο συγκινητικά και τα τριαντάφυλλα που ο Μάιος τους κήπους γεμίζει−
Ο πατέρας μου περισσότερο δεν μπορούσε πια ν’ αγαπήσει κι έτσι άρχισε να υποφέρει

Το τριαντάφυλλο

Ένα μόνο τριαντάφυλλο
Στολίζει όλο το σπίτι
Και το τριαντάφυλλο αυτό
Το έκοψε εκείνη

*Από τη συλλογή «Γενεαλογία» (1971).
Πηγή: «Ελένη Βακαλό, Το άλλο του πράγματος [Ποίηση 1954-1994]», Νεφέλη 1995.
Πηγή για την εικόνα: https://www.hartismag.gr/
*Αναδημοσίευση από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2021/09/blog-post_18.html?fbclid=IwAR1jv83ty3GmUe_lRE8FteZ36KGDk7m2l1lPdF20_0ne4gQjOXJh0lgVz4c

Orhan Veli Kanik, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Δεν ξέρουν τίποτα
Όσοι δεν έζησαν μονάχοι,
δεν ξέρουν πώς παγώνει η σιωπή,
πώς είναι ν΄ανοίγεις κουβέντα
ολομόναχος να βγαίνεις
στον καθρέφτη αργά τη νύχτα,
διψασμένος για… ψυχές.
Δεν ξέρουν τίποτα

*

ΑΠΛΑ

Αν τελειώσει αυτή μάχη
και δεν ξαναπεινάσω
και δεν ξανακουραστώ
και δεν ξανακατουρήσω
και δεν ξανακοιμηθώ,

πείτε,
απλά:
“Μπαμ
και κάτω!”

*Από το βιβλίο “Ο δρόμος μου είναι πλατεία” (ανθολόγιο ποιημάτων”, Εκδοσεις Βακχικόν, 2017. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας (τα δύο ποιήματα που παρατίθενται εδώ είναι σε δική του μετάφραση)- Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

Σοφία Περδίκη, Στεναγμός

Της είχαν μάθει να στρογγυλεύει τις λέξεις.
Να τρίβει την εσωτερική τους πλευρά
γερά με γυαλόχαρτα
ώσπου να φύγουν τα μαύρα τους μελάνια.

Κάθε στοιχείο ζωντανό
έπρεπε να πάψει πια να σπαρταρά
η πιο ανώδυνη έκφραση
ν’ ανέλθει στην επιφάνεια.
Μετά ξέπλενε όλα τα νοήματα
με καθαρό οινόπνευμα.
Τα άπλωνε στον ήλιο σε σινί
ν’ αποξηρανθούν καλά
το χνούδι τους να αποκτήσει
εκείνη την υφή
την κοινώς αποδεκτή
που όταν ανακατεύεται
με της σιωπής τα γάλα
φουσκώνει αργά μες τα σωθικά.

Της είχαν μάθει να μη λέει πολλά
και πώς να βγάζει εγγαστρίμυθα
τον στεναγμό απ’ το στόμα
σαν νά ΄τανε καπνού τουλύπα.

*Από τη συλλογή «Το αιώνιο αίνιγμα», Εκδόσεις Κίχλη, 2020. Το ζωγραφικό έργο στη φωτογραφία της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Νίκος Πριόβολος, [ Η άμμος στα δάχτυλα ]

Οι μνήμες, οι θύμησες, τ’ ανέμελα καλοκαίρια
όλα όσα είναι καταγεγραμμένα στον σκληρό δίσκο της καρδιάς σου
καθώς οι επάλληλες μέρες προσπαθούν να τις αφαιρέσουν
να καταχωρήσουν εκ νέου στις στιγμές μας φθορά
αμήχανες σιωπές, έναν διάχυτο φόβο
την επίγνωση της συντριπτικής αδυναμίας ν’ αλλάξουμε ό,τι μας αφορά
ν’ αλληλεπιδράσουμε μ’ ό,τι αγαπούμε
το μέλλον π’ ονειρευόμαστε
-δεν το λες λίγο να μην καταθέτεις τα όπλα –
να συνεχίζεις, να μάχεσαι

ακόμη κι αν όλα τ΄ αμμώδη σου κτίσματα τα καταστρέφει και πάλι ο χρόνος
η άμμος ειν΄ ακόμα ανάμεσα στα δάχτυλά σου
τρεις κόκκοι φυτεμένοι στα νύχια

ένα ξεχασμένο φιλί στο λαβωμένο σου μέτωπο

αγάπη μου
επιστρέφουμε πάντα σ΄ ό,τι λατρέψαμε
σ’ ό,τι πιστέψαμε.

*Από τη συλλογή «Το παιδί π’ απέμεινε όριο», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Σεπτέμβριος 2019.

Στέλιος Δόδης, Ημιτελής

Άνθρωπος των χιλίων “ναι”
που “όχι” ποτέ δεν είπε
παρά μόνο στον εαυτό του

Άνθρωπος ζωής ημιτελής
και αμελητέας επιρροής
Άνθρωπος αλλογενής που όλα
πίσω τ’ άφησε μα και στην μέση

Μποέμ και οκνηρός
που ‘χει τον πήχη χαμηλά
Άνθρωπος που ζει κρυφά
στην άρρητη του σκέψη
Ζωή κρυφή η πρόστυχη του τέρψη

Άνθρωπος σθεναρός
σε κάθε μοναξιάς εφόρμηση
Φέρελπις στην πιο σκοτεινή στιγμή
Μα την ψυχή του φθείρει
σε κάθε κρίση ασήμαντη και ευτελή

Άνθρωπος που στα χίλια του ελαττώματα
και δύο καλά, ισορροπεί
και την ζωή σιγά σιγά θέλει να αλλάζει

Γεννημένος λέει σε λάθος εποχή
Όμως πολλά λέει.. και πολλές φορές κουράζει..

Γωγώ Λιανού, από το “Κάτι κόκκινο”

Φώτο: Katia Chauseva

Για μια στιγμή μονάχα,
υπήρξε όλα εκείνα που μίσησε.
Επιτρέποντας σε τρύπια σώματα με κούφιες ψυχές
να τον αγκαλιάζουν.
Συζητώντας μόνο με τα μακρόσυρτα κομμάτια σιωπής
που ήταν καρφιτσωμένα στα δωμάτια.
Ξέχασε πως φώναζε τα ψέμματά του,
γι’ αυτό και τα είπε αλήθειες.
Και έτσι για εκείνον η Ελπίδα δεν ξανάρθε ποτέ.
Τον νου σου και εσύ.
Κυκλοφορούν πολλές αλήθειες ντυμένες με ψέμα
Και κρύβονται πολλά ψέματα σε μια μόνο αλήθεια.
Τον νου σου μια στιγμή μη γίνει αιωνιότητα.

*Από τη συλλογή “Κάτι κόκκινο”, Εκδόσεις Ars Poetica, Φλεβάρης 2015.

Λουκάς Λιάκος, από τη “Φωνή”

Φώτο: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου

Εσύ μιλάς μονάχα μέσα στη νύχτα. Δεν λες αντίο δεν λες
επιστροφή δεν λες σηκωνόμαστε φεύγουμε. Ούτε η φροντίδα
σου για θάνατο σε κάνει να χάσεις την ψυχραιμία σου την
ώρα που με κοιτάς και λες δεν έμαθα τίποτα: όλα υποχρέωση
βάρος και περηφάνια: απλώς δεν μαθαίνω. Όταν οι άλλοι
προσεύχονται εσύ βρίζοντας βλέπεις το υπόλοιπο της ζωής
μας μα δεν μου απαντάς. Σ’ αρέσει, δε σ’ αρέσει.

*Από τη συλλογή “Φωνή”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2019.