Ζήσης Δ. Αϊναλής, Από τη “μονωδία της έρημος”

Ήθελα να ‘και υπόδειγμα πατρός αλλά δεν μπό-
ρεσα ν’ αρθώ, καρδιά μου, ως το ύψος σου. Μέσα
στα δύο ετούτα χρόνια πόσες φορές να διέψευσα
τον εαυτό μου, με βία τσακίζοντας τις μεγάλες
του μυαλού μου αρτηρίες, καθεμιά από τούτες
τις εφτακόσιες τριάντα μέρες, μετρημένες ως τη
μία ώρα, πόσες αθετημένες υποσχέσεις στον
εαυτό μου, άγγελέ μου. Πόσο με άλλαξες βαθιά,
χαρά μου, ως τον πυρήνα του εγώ μου κι εγώ τι
σου ’χω πράγματι προσφέρει; Τι απ΄ όσα είχα
για σένα στο μυαλό μου έχω κάνει πράξη; Πόσα
τραύματα που ποτέ δεν θα μάθω άθελά μου έχω
στη βρεφική ψυχούλα σου σταλάξει; Και πώς να
εξιλεωθώ; Πώς να με συγχωρέσεις; Όλες οι απο-
φάσεις μου λάθος και τα όνειρά μου σακάτικα.
Ανοίγω στα χέρια μου τη καρδιά μου και ψάχνω
το σκουλήκι που ψευτίζει τα μέσα μου. Άχρηστα
λόγια να τα πετάξεις στον τάφο μου.

*“Η μονωδία της έρημος”, Εκδόσεις Κέδρος, 2019.

Αθηνά Βογιατζόγλου, Στ’ Συζυγικό

Ω, μέλι κατευναστικό στα βάθη του τσαγιού,
πώς να σ’ αλλάξω με ποτά
και ηδύποτα;
Πώς να το ακούσω μέσα στη βουή
το λυρικό ροχαλητό του αίματος,
το τρίψιμο του σώματός του στην κουβέρτα
κι αυτούς τους ήχους τους λεπτούς που βγάζει
όταν συγκρούονται μέσα του όνειρα βαριά;
Στου κρεβατιού τα πόδια,
ήσυχο πια από τα σπρωξίματα της ηδονής,
απλώνει το χαλάκι μας
την ταπεινή του τρυφερότητα.

*Από τη συλλογή “Ερωτοπαίγνια”, Εκδόσεις Κέδρος, 2019.

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

ο Τσέζαρε
“και ο έρωτας
θα μπορούσε να
σ’ είχε αλλάξει”
μου ψιθύρισε στ΄ αυτί
ο Τσέζαρε Παβέζε
εκείνο το νεκρό βράδυ
του Δεκέμβρη
τα σκυλιά μας κοίταζαν
απ’ το παράθυρο
δεν μίλησα κι εκείνος
άνοιξε ξαφνικά την πόρτα
αγκάλιασε το χιόνι που ‘χε
απλωθεί στην πόλη
και χάθηκε
χάθηκε για πάντα

*

δολοφονημένος

χρόνια τώρα
στην υπηρεσία του
ανάμεσα σε υπογραφές και σε
φακέλους
είχε πια ξεχάσει
τ’ όνομά του
τις νύχτες
όταν επέστρεφε
σπίτι του
“δολοφονημένος”
μουρμούριζε

Tim Pigott, Two poems / Δύο ποιήματα

a dream of eyes

a dream of eyes:
yellow sensual eyes of a cat
sad solemn eyes of slum children
on street corners of Fitzroy*
windowful of glass eyes in the smallest shop
in a deserted arcade
warm brown liquid eyes of girl spanish dancers
in a nightclub as ridiculous as a tuxedo
crazed eyes. of professional fighters
slanted over sweat-stained old leather gloves
inner third eye of ancient indian myth
cold serene eye of the daydreaming moon
buddha’s all-knowing invisible eye
anonymous nightmare eye of a crowd
burning eye of the sun-fire
eyeless smoke of memory
harmonious movement/green
eye of a forest
then nothing:
supreme black stillness of the blind

ένα όνειρο ματιών

ένα όνειρο ματιών:
κίτρινα αισθησιακά γατίσια μάτια
θλιμμένα, σοβαρά μάτια παιδιών των φτωχογειτονιών
στις γωνιές των δρόμων του Fitzroy
βιτρίνα γεμάτη γυάλινα μάτια στο πιο μικρό μαγαζί
σε μια έρημη στοά
ζεστά καστανά υγρά μάτια Ισπανίδων χορευτριών
σε ένα νυχτερινό κέντρο τόσο γελοίο όσο ένα σμόκιν
παρανοϊκά μάτια επαγγελματιών παλαιστών
γερμένα πάνω από ιδρωμένα, παλιά δερμάτινα γάντια
το εσωτερικό τρίτο μάτι ενός αρχαίου ινδικού μύθου
ψυχρό, γαλήνιο μάτι του ονειροπόλου φεγγαριού
το πανοπτικό αόρατο μάτι του Βούδα
ανώνυμο, εφιαλτικό μάτι ενός πλήθους
φλεγόμενο μάτι της ηλιακής φωτιάς
άκαπνη μνήμη χωρίς μάτια
αρμονική κίνηση / πράσινο
μάτι ενός δάσους
και ύστερα τίποτα:
η υπέρτατη μαύρη ακινησία του τυφλού

*

Vagabond landscape

on the gentle hill
beneath skull-mountain
growing in the shadows
like a magic mushroom
the vagabond sleeps
into the harsh daylight

his life is memory
blown away by memory
ashes on the trembling lashes
of a sleeping & fabled beast
-a fantastic creature of myth-

the eternal child
without the poisoned smile
the secret lover
who knows the exquisite treason
of desire/ in the land of reason

Τοπίο του αλήτη

στον απαλό λόφο
κάτω από το βουνό με όψη κρανίου
που μεγαλώνει στις σκιές
σαν μαγικό μανιτάρι
ο αλήτης κοιμάται
κάτω από το σκληρό φως της μέρας

η ζωή του είναι θύμηση
παρασυρμένη από τη μνήμη
στάχτες πάνω στις τρεμάμενες βλεφαρίδες
ενός κοιμισμένου και μυθικού θηρίου
-ένα φανταστικό πλάσμα του μύθου-

το αιώνιο παιδί
χωρίς το δηλητηριασμένο χαμόγελο
ο μυστικός εραστής
που γνωρίζει την εξαίσια προδοσία
της επιθυμίας / στη χώρα της λογικής

*Fitzroy: Εσωτερικό προάστιο της Μελβούρνης, κάτι σαν τα Εξάρχεια στις δόξες τους (επίσης και στη φωτογραφία της ανάρτησης).

**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Robert Lowell, For the Union Dead / Για τους νεκρούς της Ένωσης

The old South Boston Aquarium stands
in a Sahara of snow now. Its broken windows are boarded.
The bronze weathervane cod has lost half its scales.
The airy tanks are dry.

Once my nose crawled like a snail on the glass;
my hand tingled
to burst the bubbles
drifting from the noses of the cowed, compliant fish.

My hand draws back. I often sigh still
for the dark downward and vegetating kingdom
of the fish and reptile. One morning last March,
I pressed against the new barbed and galvanized

fence on the Boston Common. Behind their cage,
yellow dinosaur steamshovels were grunting
as they cropped up tons of mush and grass
to gouge their underworld garage.

Parking spaces luxuriate like civic
sandpiles in the heart of Boston.
A girdle of orange, Puritan-pumpkin colored girders
braces the tingling Statehouse,

shaking over the excavations, as it faces Colonel Shaw
and his bell-cheeked Negro infantry
on St. Gaudens’ shaking Civil War relief,
propped by a plank splint against the garage’s earthquake.

Two months after marching through Boston,
half the regiment was dead;
at the dedication,
William James could almost hear the bronze Negroes breathe.
 
Their monument sticks like a fishbone
in the city’s throat.
Its Colonel is as lean
as a compass-needle.

He has an angry wrenlike vigilance,
a greyhound’s gentle tautness;
he seems to wince at pleasure,
and suffocate for privacy.

He is out of bounds now. He rejoices in man’s lovely,
peculiar power to choose life and die—
when he leads his black soldiers to death,
he cannot bend his back.

On a thousand small town New England greens,
the old white churches hold their air
of sparse, sincere rebellion; frayed flags
quilt the graveyards of the Grand Army of the Republic.

The stone statues of the abstract Union Soldier
grow slimmer and younger each year—
wasp-waisted, they doze over muskets
and muse through their sideburns . . .

Shaw’s father wanted no monument
except the ditch,
where his son’s body was thrown
and lost with his “niggers.”

The ditch is nearer.
There are no statues for the last war here;
on Boylston Street, a commercial photograph
shows Hiroshima boiling

over a Mosler Safe, the “Rock of Ages”
that survived the blast. Space is nearer.
When I crouch to my television set,
the drained faces of Negro school-children rise like balloons.

Colonel Shaw
is riding on his bubble,
he waits
for the blessèd break.

The Aquarium is gone. Everywhere,
giant finned cars nose forward like fish;
a savage servility
slides by on grease.

Το παλιό Ενυδρείο του Νότιου Μπόστον
στέκει τώρα μέσα σε μια Σαχάρα από χιόνι. Τα σπασμένα του παράθυρα είναι καρφωμένα
με σανίδες.
Ο χάλκινος μπακαλιάρος του ανεμοδείκτη έχει χάσει τα μισά του λέπια.
Οι ευάερες δεξαμενές είναι στεγνές.

Κάποτε η μύτη μου έσερνε το δρόμο της σαν σαλιγκάρι πάνω στο γυαλί·
το χέρι μου μυρμήγκιαζε
να σπάσει τις φυσαλίδες
που ανέβαιναν αργά από τις μύτες των φοβισμένων, υπάκουων ψαριών.

Το χέρι μου τραβιέται πίσω. Ακόμη συχνά αναστενάζω
για το σκοτεινό, καταβυθισμένο φυτικό βασίλειο
των ψαριών και των ερπετών. Ένα πρωινό του περασμένου Μαρτίου,
ακούμπησα πάνω στον καινούργιο φράχτη με τα αγκαθωτά, γαλβανισμένα σύρματα

στο πάρκο Boston Common. Πίσω από το κλουβί τους,
κίτρινοι ατμοκίνητοι εκσκαφείς, σαν δεινόσαυροι, γρύλιζαν
καθώς κατάπιναν τόνους από λάσπη και χορτάρι
για να σκάψουν το υπόγειο γκαράζ τους.

Θέσεις στάθμευσης απλώνονται χλιδάτες σαν δημοτικοί σωροί άμμου
στην καρδιά της Βοστώνης.
Μια ζώνη από πορτοκαλί δοκούς, στο χρώμα της πουριτανικής κολοκύθας,
στηρίζει το Κοινοβούλιο που τρέμει,

καθώς δεσπόζει πάνω από τις εκσκαφές, αντικρίζοντας τον συνταγματάρχη Shaw
και το τάγμα των μαύρων στρατιωτών του
στο τρεμάμενο ανάγλυφο του Εμφυλίου του St. Gaudens,
στηριγμένο με μια ξύλινη νάρθηκα ενάντια στον σεισμό του γκαράζ.

Δύο μήνες αφότου παρέλασαν μέσα από τη Βοστώνη,
οι μισοί άντρες του συντάγματος είχαν πεθάνει,
στα αποκαλυπτήρια του μνημείου,
ο William James σχεδόν άκουγε τους χάλκινους μαύρους στρατιώτες να αναπνέουν.

Το μνημείο τους στέκεται σαν κόκαλο ψαριού
σφηνωμένο στον λαιμό της πόλης.
Ο συνταγματάρχης τους είναι αδύνατος
σαν βελόνα πυξίδας.

Έχει την οργισμένη επαγρύπνηση ενός μικρού τρυποκάρυδου
την ευγενική, τεντωμένη χάρη ενός λαγωνικού.
Μοιάζει να μορφάζει μπροστά στην απόλαυση
και να ασφυκτιά από την έλλειψη ιδιωτικότητας.

Είναι πια πέρα από κάθε όριο. Χαίρεται για την όμορφη,
παράξενη δύναμη του ανθρώπου να επιλέγει τη ζωή και τον θάνατο·
όταν οδηγεί τους μαύρους στρατιώτες του στον θάνατο,
δεν λυγίζει τη ράχη του.

Σε χίλιες μικρές πλατείες της Νέας Αγγλίας,
οι παλιές λευκές εκκλησίες διατηρούν ακόμη
την ατμόσφαιρα μιας λιτής, ειλικρινούς εξέγερσης,
ξεφτισμένες σημαίες σκεπάζουν σαν πάπλωμα τα νεκροταφεία των βετεράνων
του Σπουδαίου Στρατού της Δημοκρατίας.

Τα πέτρινα αγάλματα του αφηρημένου Στρατιώτη της Ένωσης
γίνονται κάθε χρόνο πιο λεπτά και πιο νέα,
με μέση σαν σφήκα, τους παίρνει ο ύπνος πάνω στα μουσκέτα τους
και στοχάζονται μέσα από τις φαβορίτες τους.

Ο πατέρας του Shaw δεν ήθελε κανένα μνημείο
παρά μόνο το χαντάκι,
όπου το σώμα του γιου του πετάχτηκε
και χάθηκε μαζί με τους «αράπηδές» του.

Το χαντάκι είναι πιο κοντά.
Δεν υπάρχουν εδώ αγάλματα για τον τελευταίο πόλεμο.
Στην οδό Boylston, μια εμπορική φωτογραφία
δείχνει τη Χιροσίμα να βράζει

πάνω από ένα χρηματοκιβώτιο Mosler Safe*, τον «Rock of Ages»,
που επέζησε από την έκρηξη. Το διάστημα είναι πιο κοντά.
Όταν σκύβω μπροστά στην τηλεόρασή μου,
τα αποστραγγισμένα πρόσωπα μαύρων μαθητών ανεβαίνουν σαν μπαλόνια.

Ο συνταγματάρχης Shaw
καβαλάει τη δική του φυσαλίδα,
περιμένοντας
την ευλογημένη έκρηξη.

Το Ενυδρείο χάθηκε. Παντού,
γιγάντια αυτοκίνητα με πτερύγια προχωρούν με τη μούρη μπροστά σαν ψάρια,
μια άγρια δουλοπρέπεια
γλιστρά πάνω στο γράσο.

*Η αμερικανική Mosler Safe Company (1874–2001) ήταν γνωστή για την παραγωγή μερικών από τα πιο ανθεκτικά χρηματοκιβώτια και θησαυροφυλάκια στην ιστορία.

**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Joyce Mansour, Δύο ποιήματα

ΡΑΒΔΟΜΑΝΤΕΙΑ

Σας παραμελεί ο σύζυγος;
Καλέστε τη μάνα του να περάσει τη νύχτα στο δωμάτιό σας
Μετά ταραγμένη μες στο ερμάρι, στο κρεβάτι πλάι,
προβάλετε το ωμέγα σας με μια φούχτα σαλαμάντρες
μέσα στον καθρέφτη όπου η σκιά ορχείται
Σας το σκάει ο σύζυγος;
Ο ουράνιος δεσπότης έχει ανάγκη από ένα σύνταγμα
Κατουρήστε τη σούπα του
όταν τσιτώνεται στο πλάι σας ευτυχισμένος
Να ‘στε γλυκιά
με επιδέξια στο παραγέμισμα της παχιάς χήνας
με χταπόδια, με γητειές
και με του μαντραγόρα τρίχες
Ερεθίστε τα βίτσια του μ’ ένα πινέλο από μετάξι
ραντίσετε την πεταλούδα τον με καπνιά και μ’ αίμα
και πάνω απ΄όλα να χαμογελάτε
όταν σβήνει μες στην αγκαλιά σας·
εσάς είναι που θα σκέφτεται άθελά του

*

ΑΡΑΒΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Το μάτι τραμπαλίζεται μέσα στη νύχτα τη ώρα του θανάτου
‘Ω η άσπρη αστραπηβόλα τρέλα των φτερών
που κανένας δεν γνωρίζει
Φοδραρισμένα με σιωπή αγγίζουμε το μπράτσο στο μαξιλάρι
κι ανοίγουνε το στρογγυλό μάτι στη νύχτα του αψηλάφητου
Υφαντής βολβών το κρύο
ποδοκρατεί πάνω στην κόρη του ματιού μου
Βλέπω να γλιστρά η κινητή πλερέζα του ορίζοντα
που φεγγοβολά και σειέται
Όμοια με δέρμα τρεμουλιάρικο πάνω σε κορμί που κρύβεται
η τριχωτή τρικυμία της κοιλιάς μου πήζει
από φόβο αλλόκοτο
Φταρνίζομαι μα δεν κινούμαι
και το μάτι πού ‘κλεισε σε μοναστήρι τα όνειρά μου
που κολυμπά και μισοκλείνει
το μάτι κατακλύζει τις νύχτες μου
Η νύχτα η νύχτα η θύελλα
το μάτι θαμπωμένο στις αλλόκοτες ανθήσεις
το μάτι αρρωστημένο από εικόνες.

*Από το βιβλίο “Όρνια”, εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 1987. Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος.

António Ramos Rosa, Ate onde vos estais / Πόσο μακριά βρίσκεστε

Φωτογραφία: Πλακόστρωτο στη Belém, στη Λισαβώνα, Πορτογαλία. Φωτογραφία: Emília Cerqueira (2021)

António Ramos Rosa, Ate onde vos estais / Πόσο μακριά βρίσκεστε

Oh, presenças amigas, ó momento
em que alongo o braço e toco em cheio os rostos
A minha língua abriu-se para dizer a face
do vento que percorre as vossas vidas.
Estou perante a noite mais profunda,
a delicada noite das raízes: vejo rostos
vejo os sinais e os suores das vossas vidas.
Atravesso árvores submersas, ruas obscuras,
poços de água verde, e vou convosco ter,
minhas faces lívidas, mãe, amigos, amores.
A terra que penetro é este chão de terra
com as raízes feridas, com os ferozes pulsos,
A vertente que desço é uma subida às vossas vidas.

Ω, φιλικές παρουσίες, ω στιγμή
που απλώνω το χέρι και αγγίζω ολοζώντανα τα πρόσωπά σας.
Η γλώσσα μου άνοιξε για να μιλήσει το πρόσωπο
του ανέμου που διατρέχει τις ζωές σας.
Στέκομαι μπροστά στην πιο βαθιά νύχτα,
τη λεπταίσθητη νύχτα των ριζών.
Βλέπω πρόσωπα,
βλέπω τα σημάδια και τους ιδρώτες των ζωών σας.
Διασχίζω βυθισμένα δέντρα, σκοτεινούς δρόμους,
πηγάδια με πράσινο νερό, και έρχομαι να σας συναντήσω,
ω χλωμά μου πρόσωπα, μητέρα, φίλοι, έρωτες.
Η γη που διαπερνώ είναι αυτό το χώμα της γης,
με τις πληγωμένες ρίζες, με τους άγριους παλμούς,
Η πλαγιά που κατεβαίνω είναι μια ανάβαση προς τις ζωές σας.

*Από τη συλλογή “O Centro na Distância” (1981).

Yiorgos Anagnostou, Honey, that’s my birthmark

Couple crosses borders
devours vowels of difference
forks each other’s accents.
The dew of her southern drawl
tongue prolonging duration 
collecting, oh honey!
The moan of his epsilon short
tongue rounding slightly upward
rolling, έkstasis!

Kiss in the dark
––honey, that’s my birthmark
Arc of kιssιnγκ
keys in ignition
Me and Maggie
speed on I-10
––holding her hand to mine                                       
long for slowing
 
time
at the interstices
of each syllable to linger
address difference
undress it
crescent moon limning
marvels drip
skin dipping
in limni Pω/ntchε-rtrε^iν!


Notes
 

  1. honey, that’s my birthmark, line in Kissing in the Dark (https://www.youtube.com/watch?v=FH8_WH5aRqo)
    1. holding her hand to mine, stanza in Me and Bobby McGee https://www.youtube.com/watch?v=sfjon-ZTqzU
      1. limni / λίμνη = lake in Greek 
  2. Lake Pontchartrain, https://www.istockphoto.com/photo/lake-pontchartrain-causeway-aerial-gm1048677266-280481447

*Yiorgos Anagnostou is a US-based scholar and poet who experiments with bilingualism and translanguaging. He has published two books of poetry (in Greek) and several poems in Greek American journals.

Αντώνης Τσόκος, Μυστικό

Στην εξοχή το πρώτο γεύμα
το τρώγαμε λίγο μετά τα μεσάνυχτα.
Μια φέτα ψωμί
κάτω από το φως του φεγγαριού.
Στην ουσία
αλείψαμε το φεγγάρι στο ψωμί μας.
Δεν το λέγαμε παραέξω.
Η ομορφιά
-όπου ακόμα υπάρχει-
κάνει τον άνθρωπο επιφυλακτικό.
Τα σκυλιά γάβγιζαν το μυστικό μας.
Στη φυλή τους η ομορφιά αποκτά αξία
όταν μοιράζεται.
Στη δική μας φυλή
δεν μοιραζόμαστε τίποτα.

*Από τη συλλογή “Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Unusual Work No 41

….. YOU are
Invited to the launch of
Unusual Work No 41
on SUNDAY the 5th July, 2026
at 2pm [afternoon] upstairs
at The Wild Geese Hotel [Celtic Club]
29 Sydney Rd Brunswick VIC 3056
NOTE: $15 ENTRY [price
increase, sorry] “FREE” MAGAZINE
CASH ESSENTIAL
Subscribers FREE ENTRY
performances and readings by
Stephanie Powell / Rosie Shute
Sean O’Callaghan / Elese Dowden
Lia Dewey Morgan / Ashley J Higgs
Ella Skilbeck-Porter / Gemma White
Jeltje / Frank Lord / TT.O.