Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Surgeons must be very careful
When they take the knife.
Underneath their fine incisions
Stirs the culprit, life. Emily Dickinson

Μόνο με την παράδοση γίνεται οτιδήποτε,
μόνο με την εγκατάλειψη.
Αφήνοντας τα τραύματα, τις επαφές,
τις μνήμες να καρποφορήσουν στο Διηνεκές.

Τρέμοντας στην πολυθρόνα, βλέποντας
παλιές σκουρόχρωμες Ελληνικές ταινίες.
Καλλιεργώντας μιαν ήρεμη θλίψη,
η απογοήτευση άνθισε πάνοπλη.

Εγκαταστάθηκε-συσσώρευση υλικών εκεί έξω
στην αυλή της εμπειρίας-τη σκοτεινή ετούτη-
όχι, δεν με συντρίβει όπως νόμιζα
όταν δεν ήξερα ο πλούτος τι σημαίνει-

*

ΟΛΟ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ

Όλο το Άγνωστο, όλο το Απροσδόκητο
συσσωρευμένο πάνω μου.
Βολευόμαστε όπως μπορούμε.
“La Complaisance dans le Malheur.”

Προέρχονται διαμάντια μέσα από οδυνηρές συμπιέσεις.
Μες στην Παγίδα χωμένος.
Έξω φυσάει αέρας.
Κλεισμένος μέσα μου.

Βελτιώνονται οι ρυθμοί, βελτιώνονται οι λέξεις,
οι αρμονίες, το ζητούμενο.
Δεν προσπαθώ, ρέει από μόνο του.
Έξω από μένα.

Αντιμέτωπος με τη λευκή σελίδα.
Ξύπνησα. Κατόρθωσα.
Μικρές κοφτές φράσεις.
Στο τέλος μόνο λέξεις, ρήματα.

Ότι θυμάμαι έρχεται πίσω. Γυρίζει πίσω.
Με θυμάται. Εκείνο που ήξερες.
Το εργόχειρο. Μην το κόβεις.

Περιπατητής, δίπλα στα μαγαζιά, ηλιόλουστα,
Αναζητάς ή απλά απολαμβάνεις.
Ξαναγύρισα αλλά δεν βρήκα τίποτα.
Εκείνο το σπίτι που μου άρεσε λιγάκι,
που ταίριαζε λίγο πολύ με τη θλίψη μου.

Κι εκείνοι οι γεννήτορες οι καταραμένοι,
οι καταπιεστικοί, οι στερημένοι,
μου στέρησαν και μένα τη ζωή , τη χαρά, την ολοκλήρωση.
Τη συνέχεια της Ύπαρξής μου. (Going on Being).
Και ξαναζωντάνεψε η καταδίκη.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα 2009-2013”.

Σταύρος Καμπάδαης, Δύο ποιήματα

ΜΑΡΙΑ

Mια ελιά στο λαιμό,
είναι
κληρονομιά
από τη γιαγιά.
Ένα άλλο
σημάδι στο πόδι,
χαρισμένο
από τον παππού.
Το πρόσωπο
στο στήθος
δεν σου ανήκει,
είναι ανεξίτηλο
από βελόνι,
η αυτόχειρας καρδιά
όμως
δεν είναι
δική μου
είναι μόσχευμα
δικό σου.

*

ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ

Όπως οι τρύπες
των αυτιών σου
που κλείσανε,
έτσι
οι μελωδίες μου.
Ασφαλισμένες
στο σεντούκι τους,
μου κλείνουν
το μάτι μόνο κάποιες
Παρασκευές απογεύματα.
Στην αρχή νόμιζα
ότι με γουστάρουν,
μετά κατάλαβα ο αβρός
ότι έτσι σκοτώνουν.
Τα σκουλαρίκια
που θα φορέσεις
για να ξανανοίξουν
οι τρύπες,
κοίτα να είναι αληθινά
αλλιώς
θα πάθεις
πάλι μόλυνση.

*Από τη συλλογή “Διαπόμπευση, εκδ. Βακχικόν, β’ έκδοση, 2013.

Μανόλο (Μανόλης Βάγιας), Ποιήματα

Έβγαλε από την βρεγμένη καπαρντίνα
την φθαρμένη του πίπα
και την γέμισε με τον καπνό
των αναμνήσεων.

Ένα χαρτάκι που του φαρμακώνει
χρόνια τώρα την γεύση.

*

Η μάσκα που χαμογελά
σαν σκιά πέφτει
πάνω στο πρόσωπο
που πίσω της δακρύζει.

*

Τώρα θα φύγω,
αφήνοντας τους τοίχους του σπιτιού μου
γρεμισμένους
με τη λάμπα στο ταβάνι αναμμένη
σε μια κολόνα θα δέσω το μαντίλι μου
να το βλέπουν οι φίλοι ότι απουσιάζω
όταν έρχονται να με πάρουν για να πάμε βόλτα.

*

Των παιδιών το δάκρυ,
που αναβλύζει ζεστό
μέσα από τα μάτια τους
από κάποια παράπονα
θαμπώνει τα τζάμια των παραθύρων
και με το δάχτυλο
σχεδιάζουν επάνω
τις επιθυμίες τους.

*

Τα πάθη μας γλιτώνουν
από την μιζέρια της ζωής.

*

Τίναξε τα μαλλιά του
και έπεσαν σκόνες
…………………………………
τον αφελή,
τέτοια εποχή και περίμενε
να δει να πέφτουν αστέρια.

*

Το χειρότερο δεν είναι που δεν
μπορώ να ονειρευτώ,
αλλά που δε μπορώ
να λησμονήσω.

*

,,,και εκείνα τα τριαντάφυλλα, εμάδησαν
τα πέταλά τους σκόρπισαν στον αέρα
και έφτασαν μέχρι το παράθυρο
πολλά πέρασαν μέσα στο δωμάτιο
μερικά έπεσαν πάνω στο τραπέζι…
την ώρα που σου έγραφα.

*

… ακολούθησα τα σημάδια
που άφησαν τα δάχτυλά σου
πάνω στα πέταλα
από τις μαργαρίτες που μαδούσες.
Αλλιώς πώς θα σ’ ‘έβρισκα…

*

Αυτή τη φορά,
δεν θα κάτσω στην εξέδρα.
Θα μπω και εγώ στον αγωνιστικό χώρο
και θα αρχίσω να σουτάρω.

*

Από εκεί που τελειώνεις
να αρχίζεις.
Και πάντα να λες
-Ποτέ δεν ήμασταν καλύτεροι.

*

Ό,τι είναι να κάνεις σήμερα
άστο θα το κάνεις.

*

Βρίσκομαι πάλι εδώ.
Στην άκρη της ατέλειωτης λεωφόρου.,
Χωρίς τα μαύρα γυαλιά
στα μάτια μου.

Για να ξεκαθαρίσουμε,
τα κίτρινα στίγματα
που διαχωρίζουν τις σχέσεις μας.

*

Η υγρασία της ατμόσφαιρας
άπλωνε μια βελούδινη στρώση θαμπάδας
Πάνω στο τζάμι του παράθυρου
από βυσσινή απόχρωση

και επάνω εκεί προσπάθησε
να ζωγραφίσει το φτερούγισμα
μιας πεταλούδας.

*

Ας απεργήσει όσο θέλει η ΔΕΗ.
Όνειρα βλέπουμε και στο σκοτάδι.

*

Τα λουλούδια τις νύχτες
αγκαλιάζουν τα αστέρια
μέσα στα πέταλά τους, και κάνουν έρωτα
γι’ αυτό τα άνθη
τα πρωινά
είναι πάντα τόσο όμορφα.

*

Εγώ δεν θα περιμένω
θα ξοδευτώ στο κάθε τι στην ζωή μου

και μόνο όταν γεράσω
θα πληρώσω για ότι έχω κάνει
με τις πράξεις της νιότης μου.

*

Απ’ όλα πιο πολύ
τα θέλω όλα.

*

Αν μου έλεγαν να διαλέξω,
Ανάμεσα στη φωτιά
και το χρυσάφι
-θα προτιμούσα τη φωτιά.
Τόσα χρόνια που ζω
κανένας δεν μου έχει δωρίσει τίποτα
και οι σάρκες του κορμιού μου
έχουν πολύ ανάγκη από λίγη ζεστασιά.

*

Στ’ αρχίδια του ο κόσμος
για εμένα
Στ’ αρχίδια μου ο κόσμος
και για μένα.

*

Τρίτο Θάρρος
πρώτη επαφή
μηδέν εις το πηλίκον.

*Από τη συλλογή «Η τρύπα», Αθήνα 1994 (σε χειροποίητη, ανεξάρτητη έκδοση). Τα σχεδιαγράμματα είναι του ιδίου.

Γρηγόρης Σακαλής, Εμπαιγμός

Δήθεν ηγέτες
δήθεν ιδεολογίες
υπολογιστές και υποκριτές
επαναστάτες με την εγγύηση
του κράτους
ένα ατέλειωτο θέατρο
δήθεν ανθρώπινοι
εξουσία και πλούτος
η μόνη επιδίωξη
κι εσύ ακούς καθημερινά
το αφήγημα τους
να σε εμπαίζει
χωρίς να αντιδράς.

Μιχαήλ Μήτρας, Εποχικά φαινόμενα

Σχέδιο Μιχαήλ Μήτρας, 1988

δεν έκρυβε την νοσταλγία του
για μια άλλη εποχή
δεν έκρυβε την νοσταλγία του
για μια άλλη εποχή
δεν έκρυβε την νοσταλγία του
για μια άλλη εποχή
δεν έκρυβε την νοσταλγία του
για μια άλλη εποχή
δεν έκρυβε την νοσταλγία του
για μια άλλη εποχή
δεν έκρυβε την νοσταλγία του
για μια άλλη εποχή
δεν έκρυβε την νοσταλγία του
για
μια
άλλη
ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ
εποχή.

Μανώλης Αναγνωστάκης, Δύο ποιήματα

ΟΤΑΝ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ…

Όταν τα βράδια
Τρυπάς το στήθος μου μ’ ένα μαχαίρι
Και ψάχνεις να βρεις
Εδώ ένα περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Εκεί ένα καφενείο που το λέγαμε η «Συνάντηση»
Εκεί ένα σούρουπο ή ένα κρυμμένο βιβλίο –
Όχι, μα δεν την είχα εγώ αγαπήσει.
Αύριο, το ξέρεις, πώς δε θα ’μαστέ πια εμείς
Κι ύστερα θα σβηστεί κι ή θύμησή μας
Και μια γυναίκα θα γερνά ύστερα από χρόνια
Μ’ ένα φορτίο ζωής αβάσταχτο ατέλειωτο
Και μια γυναίκα ίσως να κλαίει σε μια γωνιά
Το στήθος της να το τρύπα μ’ ένα μαχαίρι
Να ψάχνει να ’βρει έναν περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Ένα βιβλίο κρυμμένο ή ένα σούρουπο.
(Και δε θα ’ναι για σένα, ούτε για μένα).

*

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ

Κάθε πρωί
Καταργούμε τα όνειρα
Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο
Κάθε πρωί
Χαιρετάμε τους χτεσινούς φίλους
Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμόνικες
—Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.
(’Ασήμαντες
Απαριθμήσεις
—Τίποτα, λέξεις μόνο για τούς άλλους.
Μα πού τελειώνει η μοναξιά;).

Άγγελος Ήβος, Όπως κυλάει ο Λένας (απόσπασμα)

………………………………………………………………
Φωνάξτε ολόγυμνες στα τέσσερα:
η πόλις πάρθεν και εάλω!
Ζήτω, εσείς, η βόρεια μήτρα,
η όμορφη σαν επανάσταση
που πάντα της αποτυγχάνει.
Ζήτω Βορά,
Ζήτω γυναίκα των Τατάρων,
Ζήτω γυναίκες των Κοζάκων,
Ζήτω τα μάτια του κάθε κοριτσιού της Μογγολίας,
Ζήτω το αίμα των αλόγων
που μας ξεδιψά στη στέπα,
Ζήτω ο παγωμένος άνεμος
που κάθεται στα τζάμια του κορμιού σου,
εκεί που γράφουμε με δάχτυλα αμήχανα
“μη φύγεις”.

Μα μένω πάντα πίσω, Εκαταρίνα…
Σκοντάφτω διαρκώς έξω απ’ το Στάλινγκραντ,
έξω από λέξεις δύσκολες,
όπως σ’ εκείνο το Ιρκούτσκ,
σκοντάφτω πάντα μου πάνω στους χαυλιόδοντες
ενός Μαμούθ καταψυγμένου,
χιλιόμετρα μακρείς,
φτιαγμένους από αίμα κι από σπέρματα
ωραίων Γάλλων, Γερμανών και Πολωνών και Ρώσων.

Κι ήμουνα όμορφος παλιά κι εγώ
κι ίσως ακόμα να ‘μαι.
Όμως γιατί ο φόβος μου
όλο ανάποδα τραβάει απ΄την ομορφιά;
Όμως γιατί κυλάει ορμητικά
μέσα στην κοίτη των ρυτίδων;
Εκαταρίνα,
θέλω να πάψουν να μιλούν.

Θέλω να πάψουν πια
οι χαυλιόδοντες της βίας
να με κοιτούν και να με δείχνουν.

Άρχισε να φυσάει ξανά.
Ένα βιβλίο ξεφυλλίζεται μονάχο του στον πάγο.
Και μια Ρωσία γδύνεται.

Κυλάει τώρα πτώματα ο Νιέμεν,
κυλάει πτώματα ο Μπερεζίνα,
κυλάει πτώματα ο Βολγας.

Κοπάδια άγρια σκυλιά στις όχθες τους
τρέχουν παράλληλα με τα νερά,
γαβγίζοντας και σέρνοντας όνειρα που σαπίζουν,
κρατώντας με τα δόντια τους πρώην ζωές,
μανίκια και κομμένα μπράτσα,
μπατζάκια και γαγγραινιασμένα πόδια.

Γαβγίζουν και αλληλοδαγκώνονται
για ένα άρβυλο
που κουδουνίζει μέσα του μια παγωμένη φτέρνα.

Μια παγωμένη φτέρνα λειψή,
ακούς, Εκαταρίνα;
Πώς αγαπούν οι λύκοι, Εκαταρίνα μου,
τους διαλυμένους, από όλμους, άντρες,
πώς χαίρονται οι αλεπούδες του χιονιού
όταν ξεθάβουν παγωμένα μάτια
και παγωμένα πέη
και παγωμένες σπλήνες.

Χάθηκε κι ο Αλεξέι
κι ο Πιότρ κι ο Ντίμτρι κι ο Ντένις.

Το σώμα του Βασίλι, δίχως πόδια,
ακόμα προσπαθεί να φτάσει στο χωριό του,
Εκαταρίνα.

Στα δέντρα έχουν μπηχτεί τα κόκκαλα
απ’ το κεφάλι του Ιβάν.

Κάτω απ’ τον πάγο οι Γερμανοί,
κάτω απ’ τον πάγο οι Γάλλοι,
κάτω απ’ τον πάγο οι Ρώσοι
αγκαλιασμένοι πια, ακλόνητοι, κοκαλωμένοι
προσμένουν τα γκαρσόν
να παραγγείλουνε ξανά τις βότκες του Θανάτου.

Εκαταρίνα, τόσο αίμα…
Τι τρίζει πια κάτω απ’ τα πόδια μας;
Τα κόκκαλα που θάφτηκαν μέσα στις παγωμένες ήττες
ή μήπως είν’ ο πάγος που ραγίζει;

Όμως
περπάτα εσύ.
Φύγε μακριά, όσο μπορείς,
από τα Μποροντίνο και τα Στάλινγκραντ,
περπάτα εσύ.

Πίσω να μην κοιτάς
κι ούτε μπροστά,
περπάτα σαν να υπνοβατείς,

περπάτα στη ζωή,
όπως κυλάει ο Λένας.

Αγρίνιο Ιούλιος 2018

*“Όπως κυλάει ο Λένας”, Εκδόσεις Κύμα, 2018.

*Ο Αγρινιώτης συγγραφέας, αρχαιολόγος και εκπαιδευτικός άφησε την τελευταία του πνοή το πρωί της Κυριακής 11 Οκτωβρίου, σε νοσοκομείο της Πάτρας, όπου νοσηλευόταν.
Ο Βαγγέλης Παπακωνσταντίνου, γνωστός στο αναγνωστικό κοινό και με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο «Άγγελος Ήβος», υπήρξε μια ιδιαίτερη παρουσία στον χώρο της λογοτεχνίας και της επιστημονικής έρευνας, με αξιόλογη συγγραφική και ερευνητική δραστηριότητα.
Γεννήθηκε το 1961 στο Αγρίνιο και ακολούθησε ακαδημαϊκή πορεία στον χώρο της αρχαιολογίας, αποκτώντας διδακτορικό τίτλο στην Προϊστορική Αρχαιολογία και Εθνολογία από το Πανεπιστήμιο Paris X Nanterre της Γαλλίας.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στον χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Διηύθυνε για χρόνια τον τομέα των φιλολογικών μαθημάτων στο φροντιστήριο Αξίωμα, διατηρώντας παράλληλα ενεργό το ενδιαφέρον του για την επιστημονική έρευνα και τη συγγραφή.
Στο επιστημονικό του έργο περιλαμβάνονται δημοσιεύσεις και μελέτες για την Παλαιολιθική Εποχή στον ελλαδικό χώρο, καθώς και για την έννοια και την αντίληψη του χρόνου στις προϊστορικές σπουδές.
Μεταξύ των έργων του ξεχωρίζει το «Εγχειρίδιο Αρχαιοκαπηλίας, επίσημης και ανεπίσημης», που κυκλοφόρησε το 2003 από τις εκδόσεις Περίπλους.
Παράλληλα, ανέπτυξε πλούσια λογοτεχνική δραστηριότητα, έχοντας εκδώσει περίπου 15 βιβλία, ενώ κατά τη διάρκεια της συγγραφικής του διαδρομής χρησιμοποίησε διαφορετικά ψευδώνυμα, με γνωστότερο εκείνο του Άγγελου Ήβου.
Ο εκλιπών υπήρξε σύζυγος της Δήμητρας Βασιλοπούλου και πατέρας του Ερμή και του Σωκράτη.
ΠΗΓΗ: Αγρίνιο Πρες.

Ξανθή Μηλίγγου Γκλεζάκου, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Hannes Caspar

Οι μέρες τους χτυπούσαν στο πρόσωπο.

Έπεφταν πάνω τους, άφηναν χαρακιές,
κόκκινα σημάδια· φλογίτσες της μνήμης.

Το αναιδές ανεπίληπτο δεν αιτείται πρόσκληση για ακρόαση.

Εισβάλλει ακαριαία.

*

Αργά το απόγευμα πως οι αναμνήσεις μετεωρίζονται
στο χείλος του χρόνου.
Στάζει η αντανάκλασή τους στο νερό της βροχής.

Σχήματα ακαθόριστα
Θολώνουν οι σκέψεις
Βραδιάζει.

Δεν βρίσκει έναν λόγο να στέκεται εκεί,
να αφήνει λόγια, στιγμές
να μουσκεύουν τα μαλλιά της.

Επιστρέφει στο σπίτι.
Κλείνει την πόρτα.
Κλείνει τα μάτια.

Φθινοπώριασε. Οι σκιές πληθαίνουν:
στους δρόμους, στους τοίχους,
πίσω από τα βλέφαρα.

Τραβάει την κουρτίνα.
Ανάβει όλα τα φώτα.
Αρκεί να αγγίξεις έναν διακόπτη.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Κοιτάζοντας ένα ερωτευμένο σιντριβάνι

Μια νύχτα θα ταξιδέψω για πάντα. Θ΄αγκαλιάσω με τα χέρια την πόλη και θα πνιγώ στη
δίνη των χρωματιστών νερών
Θα ’ναι μια νάρκωση ή ο θάνατος, δεν ξέρω να πω. Μέσα στα δάκρυα δε θα καταλαβαίνω
πια γιατί το θέλησα ούτε πού αστόχησα. Οι αποσκευές μου θα παρασύρουν το σώμα μέχρι
τη θάλασσα, ως τους υφάλους, έξω απ’ τον παλιό σταθμό. Άμμος και ξερολίθια
Σφυρίγματα των τρένων κι ο κάμπος ολόγυρα και δε θα μπορέσω να καταλάβω γιατί
ήσουν και καταδότης και συνεργός
Μες στη νεροσυρμή δε θα σε ξαναδώ ποτέ. Μια νύχτα θ’ αγαπηθούμε για πάντα. Καθώς
θάλασσα και ουρανός.

Μιχάλης Γραμματάς, Ο θαυμαστής

Βουβό το πάθος μου για σένα
σιωπηλά τα δάκρυα
Κι όταν χαμογελούσα με ό,τι έλεγες
κι όταν σε θαύμαζα
και πάλι τα κρατούσα
από σένα κρυφά

Όποτε σ’ έβλεπα να περνάς
όποτε θαύμαζα την κορμοστασιά
και τα κυματιστά σου τα μαλλιά
Μέσα μου πόσο σ’ αγαπούσα
απέξω όμως όλα έμεναν κρυφά

Κρυφό το πάθος μου
βουβή η αγάπη
Και δεν μιλούσα ούτε όταν
το φεγγάρι φαινόταν πίσω σου
Τότε που σ’ αγαπούσα
κι από κείνο πιο πολύ
Που το παρατηρούσα
όλη νύχτα 
μέχρι που έκλεινε τον κύκλο του
και χανόταν
μέσα στο σπίτι τού ήλιου

Κι εγώ να στέκω
πάντα σιωπηλός 
Ακίνητος
Αιώνιος θαυμαστής τής ομορφιάς
Γιατί όποιος με ζωγράφισε
τόσο παραστατικά
τόσο αληθινά
μού έδωσε γνήσια αισθήματα
αλλά όχι
ανθρώπινη λαλιά