Julia Vinograd, Δύο ποιήματα

MAN WATERING HIS LAWN / ΑΝΔΡΑΣ ΠΟΥ ΠΟΤΙΖΕΙ ΤΟ ΓΚΑΖΟΝ ΤΟΥ

A middle-aged man with a dented straw hat
a pot belly and shorts
waters his front lawn with an air of defiance
as if he were challenging the gods,
both hands clenched tight around his flailing hose.
The gods hit him with the daily news, bills,
his daughter’s dreadful boyfriends
and he fights back with heavy water
like a custard pie lobbed over the gates of heaven.
He doesn’t give a damn about his lawn
but a man’s got to do something.

Ένας μεσήλικας άνδρας με ένα τσαλακωμένο ψάθινο καπέλο
κοιλιά και σορτς
ποτίζει το γκαζόν μπροστά από το σπίτι του με μια αίσθηση ανυπακοής
σαν να προκαλεί τους θεούς,
με τα δύο χέρια σφιγμένα γύρω από τον σωλήνα που κουνάει άγρια.
Οι θεοί τον χτυπούν με τις καθημερινές ειδήσεις, τους λογαριασμούς,
τους φρικτούς φίλους της κόρης του
και αυτός αντεπιτίθεται με άφθονο νερό
σαν μια τούρτα κρέμας που πετάγεται πάνω από τις πύλες του παραδείσου.
Δεν δίνει δεκάρα για το γκαζόν του
αλλά ένας άντρας πρέπει να κάνει κάτι.

*

WARNING / ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

I’ve got this sawed-off illegal poem
pointed at your head
and you’d better believe I know how to use it.
I’ve got my back to the wall
and don’t care what happens
so if you get in my way, buddy,
you’re gonna get shot up full of words.
I’m not gonna warn you twice.

Έχω αυτό το παράνομο ποίημα, κομμένο στα μισά
στραμμένο προς το κεφάλι σου
και καλύτερα να πιστέψεις ότι ξέρω πώς να το χρησιμοποιήσω.
Έχω την πλάτη μου στον τοίχο
και δεν με νοιάζει τι θα συμβεί
οπότε αν μπεις στο δρόμο μου, φίλε,
θα σε γεμίσω με λέξεις.
Δεν θα σε προειδοποιήσω δεύτερη φορά.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Θεόδωρος Σαρηγκιόλης, Οπλισμένο μπετόν

Μνήμη ‘Άρη Αλεξάνδρου

Απλώνει το μελάνι της η νύχτα,
ποτίζει τις ρίζες των εξεγέρσεων,
διαβρώνει τους δισταγμούς.
Μια εκπνοή μάς μένει
να σαρώσει τις οχυρώσεις,
των πεποιθήσεων τ’ οπλισμένο μπετόν.

Οι ναύτες γίνανε αγάλματα
στις ακτές της Κροστάνδης.

Απέναντι ο Άρης κρατά τις σημειώσεις,
τους σπόρους της εξορίας του.

*Από τη συλλογή “Δύσκολα νερά”, εκδ. Βαγονέτο, 2026.

Dylan Thomas, I see the boys of summer / Ξέρω πώς αφανίζονται τ’ αγόρια του καλοκαιριού

Ι

I see the boys of summer in their ruin
Lay the gold tithings barren,
Setting no store by harvest, freeze the soils;
There in their heat the winter floods
Of frozen loves they fetch their girls,
And drown the cargoed apples in their tides.

These boys of light are curdlers in their folly,
Sour the boiling honey;
The jacks of frost they finger in the hives;
There in the sun the frigid threads
Of doubt and dark they feed their nerves;
The signal moon is zero in their voids.

I see the summer children in their mothers
Split up the brawned womb’s weathers,
Divide the night and day with fairy thumbs;
There in the deep with quartered shades
Of sun and moon they paint their dams
As sunlight paints the shelling of their heads.

I see that from these boys shall men of nothing
Stature by seedy shifting,
Or lame the air with leaping from its heats;
There from their hearts the dogdayed pulse
Of love and light bursts in their throats.
O see the pulse of summer in the ice.

Ι

Ξέρω πώς αφανίζονται τ’ αγόρια του Καλοκαιριού:
σωπαίνουν τα χρυσά σπαρτά στην άμμο,
δε νοιάζεται κανείς για τη σοδειά, πετρώνει η γη·
και ξαφνικά, το μεσημέρι ιδρώνει χιόνι,
παγώνουν τα κορίτσια στο χειμώνα των χεριών τους, ναυαγούν
τα μήλα μες στ’ αμπάρια των σπασμών τους.

Αιμορραγούνε μαύρο φως, πηχτό σαν τρέλα.
Ψάχνουν το μέλι στην κυψέλη.
και πιάνουν το Χιονιά·
και να, κάτω απ’ τον ήλιο, τρυπώνει η παγωνιά·
σκοτάδι κι ερωτήματα τα νεύρα τους ταΐζουν·
σηματωρός σελήνη δείχνει μηδέν στον ουρανό τους.

Βλέπω μέσα στις μάνες τους τα καλοκαιρινά
παιδιά. Ανοίγουν τους μυϊκούς καιρούς της μήτρας,
με τρυφερούς αντίχειρες τη νύχτα από τη μέρα ξεχωρίζουν·
και να, βαθιά, ιχνογραφούν τα θηλυκά τους
με τέταρτα ήλιο, σκιά, σελήνη και σκοτάδι,
καθώς το φως της μέρας βάφει
τις οροφές των κεφαλιών τους.

Το ξέρω, ετούτα τα παιδιά θα γίνουν άντρες
μηδαμινοί, μια λάθος κίνηση κι ο αέρας θα καεί
στις φλόγες των ονειρώξεών τους·
και ξάφνου ανάβει καύσωνας
μεσ’ στην καρδιά τους ο σφυγμός
του έρωτα και του φωτός και κατακαίει τους λάρυγγές τους.
Α, βλέπω να χτυπά σφυγμός καλοκαιριού στον πάγο.

II

But seasons must be challenged or they totter
Into a chiming quarter
Where, punctual as death, we ring the stars;
There in his night, the black-tongued bells
The sleepy man of winter pulls,
Nor blows back moon-and-midnight as she blows.

We are the dark deniers, let us summon
Death from a summer woman,
A muscling life from lovers in their cramp,
From the fair dead who flush the sea
The bright-eyed worm on Davy’s lamp,
And from the planted womb the man of straw.

We summer boys in this four-winded spinning,
Green of the seaweeds’ iron,
Hold up the noisy sea and drop her birds,
Pick the world’s ball of wave and froth
To choke the deserts with her tides,
And comb the country gardens for a wreath.

In spring we cross our foreheads with the holly,
Heigh ho the blood and berry,
And nail the merry squires to the trees;
Here love’s damp muscle dries and dies,
Here break a kiss in no love’s quarry.
O see the poles of promise in the boys.

ΙΙ

Ωστόσο, πρέπει να δοθεί ο αγώνας των καιρών,
αλλιώς ο χρόνος θα τρεκλίσει μόνο ένα γύρο και μισό:
εμείς – ο Χάρος – να μετράμε την πτώση με αστέρια·
και ξάφνου, μεσ’ στη νύχτα του, καμπάνες σκοτεινές
να κρούει ο κοιμούμενος χειμώνα,
δίχως να εκπνέει νύχτα γλυκιά, όταν Εκείνη πνέει.

Εμείς, οι σκοτεινοί αρνητές, ας προκαλέσουμε ευθύς
το θάνατο, σε μια μορφή γυναίκας καλοκαιρινής,
στο αγκάλιασμα των εραστών, τη ρωμαλέα ζωή,
στον τρισμακάριο νεκρό που αναβλύζει θάλασσα,
το σπιθομάτη σκούληκα του πελαγίσιου Άδη,
και στη σπαρμένη μήτρα, το σκύβαλο του ανθρώπου.

Εμείς, τ’ αγόρια του καλοκαιριού,
σ’ αυτή τη δίνη τεσσάρων ανέμων,
απ’ των φυκιών το σίδερο οξειδωμένα,
τινάζουμε ασίγαστη τη θάλασσα, να πέσουν τα πουλιά της,
αρπάζουμε μια σφαίρα γη, κύμα και αφρό,
να ναυαγήσουν οι έρημοι μεσ’ στις παλίρροιές της,
κι αναστατώνουμε τους κήπους των αστών για ένα στεφάνι.

Την άνοιξη, σταυρώνουμε τα μέτωπά μας με πουρνάρι
-Γεια και χαρά σου αίμα και μούρο-
τους γαληνότατους δεσπότες καρφώνουμε στα δέντρα.
Και να, του έρωτα το υγρό νεύρο στραγγίζει κι ησυχάζει.
Μα να, τινάζει ένα φιλί το ανέραστο νταμάρι.
Α, βλέπω των προσδοκιών τους πόλους μεσ’ στ’ αγόρια.

III

I see you boys of summer in your ruin.
Man in his maggot’s barren.
And boys are full and foreign in the pouch.
I am the man your father was.
We are the sons of flint and pitch.
O see the poles are kissing as they cross.

ΙΙΙ

Ξέρω πώς αφανίζεστε, αγόρια του καλοκαιριού.
Ο άντρας στο κουκούλι μαραζώνει.
Στο μάρσιπο τ’ αγόρια επιβιώνουν τη μεγάλη ξενιτιά τους.
Υπάρχω ο πατέρας σας, ενόσω είμαι άντρας.
Υπάρχουμε παιδιά της πίσσας, του πυρίτη.
Βλέπω τους πόλους να φιλιούνται σταυρωτά.

*Από το βιβλίο “Ντύλαν Τόμας, Το χρώμα της λαλιάς – Ποιήματα 934-1953. Επιλογή-μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

e.e cummings, Δύο ποιήματα

ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ ΒΙΑΣΤΙΚΟ

ανθρωπάκι
(μες τη βιάση
μες την
σοβαρή αγωνία) κόψε πάψε ξέχνα ησύχασε

στάσου
(παιδάκι
που ’χει παλέψει
που ’χει αποτύχει
που ’χει κλάψει)
γείρε όμορφα στο χώμα κοιμήσου
μεγάλη βροχή μεγάλο χιόνι μέγα ήλιε μεγάλη σελήνη (ελθέ εντός μας)

*Little man in a hurry, 1935.

*

ΑΝ Σ’ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ ΑΣΤΑ

Αν σ’ αρέσουν τα ποιήματά μου άστα στράτα στο δειλινό, λίγο ξοπίσω σου
έτσι οι άνθρωποι θα πουν
«σ’ αυτό το δρόμο είδα μια πριγκίπισσα απερχόμενη
στο διάβα για του εραστή της τη συνάντηση (ήταν
κατά το σούρουπο) συνοδεία υψηλών κι ανίδεων ακολούθων»

*Ιf you like my poems let them, 1918-1919.

**Μετάφραση: Αθανασία Δανελάτου.

***Δημοσιεύτηκαν στο “Παράθυρο” Νο 9-10. Σεπτέμβρης 2012.

Κατερίνα Γώγου, Εδώ ή αλλού

Αγαπημένε.
Μπήκε αθόρυβα ο χειμώνας.
Ξυπόλητος μη με τρομάξει ή για το αντίθετο.
Έβγαλε μπουμπούκια η μοναξιά.
Οι εφημερίδες εδώ βγαίνουνε συχνά.
Τα νέα μου γνωστά.
Συνεχίζω τον εγκλεισμό μου.
Με μια κάμα στην καρδιά.
Εδώ ή αλλού.
Ζωντανή ή σκοτωμένη.

Αγαπημένε.
Αθώε ένοχε.
Αστεριών το λαμπρό τρεμάμενο φως.
Βία αρμονία.

Αγαπημένε μου.

29 Οκτωβρίου 1991

*Από τη συλλογή «Με λένε Οδύσσεια», εκδόσεις Καστανιώτη, 2002.

Τάσος Δς, Έμαθα να βρίσκω

Φωτογραφία: Evangelia Mavridis

Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω
Μακριά απ’ τη ζωή, το θάνατο
Η πορεία του καθενός προς τη στάχτη περνά μέσα και από τη δική του καύση
Μεμψίμοιροι
Ηττημένοι
Από τον ίδιο τους τον εαυτό
Επαγγελματίες της σοφίας
Αυθεντίες τις ζωής των άλλων
Τιμητές του απόλυτου
Κήρυκες ηθικών κανόνων και υποχρεώσεων
Μεσόκοποι προφήτες της ουτοπίας
Πνίγονται στη χολή
Του ανεκπλήρωτού τους
Λησμόνησαν να ζήσουν
Αργά το θυμήθηκαν
Ίσως και πάλι όχι
Κάλυψαν τις πληγές των αναμνήσεων
Με κακοφορμισμένες σοφιστείες
Ξόδεψαν τη ζωή τους
Σε ενοχές
Με δανικές εικόνες
Χωρίστηκαν από το σώμα
Αγνόησαν τη φύση
Μέθυσαν από οίηση
Χτίσαν την χίμαιρα τους
Βολεύτηκαν σ’ αυτήν
Τους ξέρασε όμως κι αυτή
Περιφέρουν το σκοτάδι τους
Την ήττα
Άρρωστη η σοφία τους
Άτακτη υποχώρηση
Δεν κρύβει την κατάρρευση
Ανίδεοι της θλίψης και του πόνου
Τους επισκέφτηκαν σαν ένα
Τραγικό όνειρο τέχνης και ομορφιάς
Που δεν εκτίμησαν
Ψάχνουν τώρα τη διαφυγή από του χρόνου την κατάντια
Το εγώ τους πλέον θρυμματίζεται
Συντρίβεται,καταλύεται, καταργείται
Η μάσκα έγινε το δέρμα
Το ανικανοποίητο εκδικείται δεν εξαφανίζεται μετατίθεται και εξιδανικεύεται
Γίνεται Ερινύα
Το τι νομίζεις ότι είσαι ή δεν είσαι
Είναι και μένει πάντα ολότελα άσχετο
Με το τι θα υποχρεωθείς να πεις ή να πράξεις
Όταν ξαναδιαβάσεις τη ζωή σου από την αρχή

*Από τη συλλογή “Στην χώρα που η σκιά είναι το σώμα”.

Benjamin Theolonius Sanders (IQ), Still our home / Είναι ακόμα το σπίτι μας

when the woods whisper
the sand of the first foreshore
bleeds where they landed

it is still our home
despite them stabbing our land
with their silly flag.

the oldest trees speak
the language of our elders
rivers know our tears

All seven seasons
harmonise with our singing
our lines link our land

we are love’s dreaming
stewards of our land, story, sky
dancing our healing.

Here the woods whisper
of Bla(c)kness, beauty, culture
of Land, Love, Our Home.

21 December, 2021, 3:10 pm
Narana Aboriginal Cultural Centre

Είναι ακόμα το σπίτι μας

όταν τα δάση ψιθυρίζουν
η άμμος της πρώτης ακτής
αιμορραγεί εκεί που αποβιβάστηκαν

είναι ακόμα το σπίτι μας
παρά το γεγονός ότι μαχαιρώνουν τη γη μας
με την ανόητη σημαία τους.

τα πιο παλιά δέντρα μιλούν
τη γλώσσα των πρεσβυτέρων μας
τα ποτάμια γνωρίζουν τα δάκρυά μας

Και οι επτά εποχές
εναρμονίζονται με το τραγούδι μας
οι γραμμές μας ενώνουν τη γη μας

είμαστε το όνειρο της αγάπης
φροντιστές της γης, της ιστορίας και του ουρανού μας
χορεύοντας τη θεραπεία μας.

Εδώ τα δάση ψιθυρίζουν
για τη Μαύρη (Bla(c)k) ταυτότητα, την ομορφιά, τον πολιτισμό
για τη Γη, την Αγάπη, το Σπίτι μας.

Thanks so much for our talk, Yalanda & Ngara. I am Muskogean or Black Creek. It is interesting, the overlaps between Indigenous experiences globally. What speaks in visual art and music to my own genes? This globe has so much to learn. I hope hearts and minds open to ancient wisdom and bravely heal our world.

Σας ευχαριστώ πολύ για τη συζήτησή μας, Yalanda και Ngara. Είμαι Muskogean ή Black Creek. Είναι ενδιαφέρον το πώς αλληλεπικαλύπτονται οι εμπειρίες των αυτοχθόνων λαών σε παγκόσμιο επίπεδο. Τι είναι αυτό στις εικαστικές τέχνες και τη μουσική που μιλάει στα δικά μου γονίδια; Αυτός ο πλανήτης έχει τόσα πολλά να μάθει. Ελπίζω οι καρδιές και τα μυαλά να ανοιχτούν στην αρχαία σοφία και να θεραπεύσουν με θάρρος τον κόσμο μας.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Ποιήματα

Φωτογραφία: Λεωνίδας Γιαννακόπουλος

Και τι θα πούμε όταν γυρίσουμε, σκέφτηκα.
Πρέπει να ετοιμάσουμε ψέματα.
Πόσο ξέγνοιαστα περάσαμε.
Τι εύκολη που ήταν η φύση.

*

Η φύση ήταν όπως τη φαντάστηκα, θα τους έλεγα.
Τακτική, καθαρή και υπάκουη.
Να βλέπατε πως άνοιγαν με υπόκλιση τα κλαδιά. Θα έβαζα και σκίουρους.
Όχι έναν και δύο, αλλά εφτά σκίουρους.
Ίσως βάλω και νάνους, σκέφτηκα.
Θα τους βάλω με τρόπο.

*

Πότε ήταν που έπεφτα και μου άρεσε να πέφτω;
Στάθηκα να θυμηθώ. Μάλλον σε κήπο ήταν.
Μάλλον από δέντρο. Σε ινδιάνικη μάχη.
Και πληγώθηκα θανάσιμα. Έπεσα γενναία.
Και δεν ήθελα να σηκωθώ. Όταν έπεφτα με παιδικό σώμα.

*

Να σας δείξουμε τις φωτογραφίες, είπα.
Εδώ που γελάω, έτρεμα απ’ το φόβο μου.

*

Τι ψέματα που γράφουν τα βιβλία.
Ήμαστε μόνοι μας.
Και ούτε ένας σκίουρος.

*Από τη συλλογή “Ο οδοιπόρος είχε φύλλα στα μαλλιά του”, 2005. Τα ποιήματα αρχικά δημοσιεύτηκαν στις 23 Δεκεμβρίου 200 εδώ: https://teflon.wordpress.com/2010/12/23/αλεξάνδρας-πλαστήρα-ανθολόγημα/

Γιώργος Κοζίας, Στην ανεμόσκαλα

Έσφιξα τα λουριά
πάλι στην ανεμόσκαλα

γύρω πετούσαν όρνια

κάτω σεληνιασμένα
ούρλιαξα

αυτός δεν είναι
ο θάνατός μου.

*Από τη συλλογή “Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε”, εκδ. Στιγμή, 1995.

Isaac Rosenberg, Το σκοτάδι καταρρέει

Ο παλιός Δρυίδης χρόνος όπως πάντα
Κάτι ζωντανό χοροπηδάει στο χέρι μου
Ένας σαρδόνιος αρουραίος
Καθώς τραβάω την παπαρούνα του παραπετου.
Και την κολλάω πίσω από το αυτί μου
Χαζοπόντικα, άμα ήξεραν πόσο κοσμοπολίτης είσαι, θα σε εκτελούσαν
Τώρα πατάς σε αυτό το αγγλικό χέρι
Το ίδιο θα κάνεις και σε ένα γερμανικό
Σίγουρα σύντομα, εφόσον το θέλεις
Να διασχίσεις την πρασινάδα που μας χωρίζει.
Σε βλέπω να απολαμβάνεις καθώς περνάς
Δίπλα από αγέρωχα βλέμματα, καλοσχηματισμένα άκρα, ρωμαλέα σώματα.
Με λιγότερες ελπίδες από εσένα για ζωή
Απλωμένα κάτω από τη γη
Στα διαλυμένα χωράφια της Γαλλίας
Τι βλέπεις στα μάτια μας
Στο σίδερο και τη φλόγα που ουρλιάζουν.
Καθώς εκτοξεύονται στους ουρανούς;
Ποιό τρεμούλιασμα, ποια καρδιά αναστατωμένη;
Παπαρούνες ριζωμένες στις ανθρώπινες φλέβες.
Πεθαίνουν η μία μετά την άλλη
Όμως η δικιά μου στο αυτί είναι ασφαλής
Μόνο λίγο έχει ασπρίσει, από την σκόνη.



*Το ποίημα γράφτηκε το 1916 κατά την διάρκεια του Α’ Παγκ. Πολέμου.