ένα έτσι, Την Κυριακή 

Την Κυριακή τα πάθη γίνονται αρετές.
Την Κυριακή θυμάσαι πως η μάνα σου είναι γυναίκα.
Την Κυριακή ψάχνεις την γυναίκα σου μες στους φίλους.
Την Κυριακή προετοιμάζεσαι μια αιωνιότητα.
Την Κυριακή ο ήλιος χορταίνει βόλτα.
Την Κυριακή τα παιδιά μαθαίνουν απέξω το μάθημά τους.
Την Κυριακή σκέφτεσαι πως υπάρχει μια πολύ μικρή πιθανότητα να μην βραδιάσει.
Την Κυριακή βραδιάζει πάντα Κυριακή.
Την Κυριακή κλείνεις τα μάτια και προσποιείσαι πως είναι Δευτέρα. Γελάς με τον εαυτό σου και τα ανοίγεις ξανά. Το επαναλαμβάνεις όσες φορές χρειαστεί.
Την Κυριακή ο άγνωστος που σου χαμογελά είναι απεσταλμένος του Θεού.
Την Κυριακή στον άγνωστο που χαμογελάς χρωστάς όλη σου την ζωή.
Την Κυριακή ο δυστυχισμένος στην άκρη του δρόμου πέφτει εν τέλει κάπου βαθιά μέσα στο στήθος σου κι εξαφανίζεται για πάντα.
Την Κυριακή λίγη σοκολάτα.
Την Κυριακή η πεθερά σου σε ταΐζει λες και προορίζεσαι για εκτέλεση.
Την Κυριακή ο πεθερός σου περιμένει από σένα μια δυνατή φιλοσοφική ατάκα, για την οποία και θα αδιαφορήσει χαρακτηριστικά.
Την Κυριακή τα σύννεφα ξεβάφουν τα μάτια σου.
Την Κυριακή προσποιείσαι πως θυμάσαι τα παιδικά σου χρόνια από ντροπή.
Την Κυριακή θα σηκωνόσουν από το ουζερί αν σπίτι δε σε περίμενε κανείς.
Την Κυριακή σχολιάζεις λες και δεν θα ξημερώσει ποτέ Δευτέρα.
Την Κυριακή ο αγώνας θα μεταδοθεί από την στεντόρεια ζητωκραυγή του πατέρα σου στο γκολ της ισοφάρισης.
Την Κυριακή εκατομμύρια άτυχοι παίκτες κερδίζουν μία ακόμα χαμένη ημέρα.
Την Κυριακή ο κόμπος στον λαιμό γραβάτα στην πλατεία.
Την Κυριακή χιλιάδες μοναξιές θα σε παρακινήσουν να μείνεις μόνος κι εσύ.
Την Κυριακή τείνεις να υπερβάλλεις λίγο περισσότερο γνωρίζοντας βεβαίως πως δεν θα αποζημιωθείς στο παραμικρό για αυτή σου την αφέλεια.
Την Κυριακή οι καλοί τρόποι νοστιμεύουν τις τραγωδίες.
Την Κυριακή το ξημέρωμα υπάρχει μια μυστική πύλη που οδηγεί στην Τρίτη. Στην Πέμπτη μη σου πω.
Την Κυριακή σκοτώνονται για μια θέση στην βιτρίνα.
Την Κυριακή ψωνίζουν για τον πόλεμο.
Την Κυριακή θέλω να με θυμάσαι με αποστροφή.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2026/10/10/9634/#like-9634

Anne Sexton, Λέξεις

Να είστε προσεκτικοί με τις λέξεις,
Ακόμα και με τις θαυμαστές.
Για τις θαυμαστές
βάζουμε τα δυνατά μας ·
Μερικές φορές μαζεύονται σαν έντομα
Κι αφήνουν όχι ένα κεντρί αλλά ένα φιλί.
Μπορούν να είναι τόσο καλές
όσο τα δάχτυλα.
Μπορούν να είναι τόσο πιστές
όσο ο βράχος
Που πάνω του στρογγυλοκάθεσαι.
Αλλά μπορούν να είναι
και μαργαρίτες και μελανιές.
Ωστόσο είμαι ερωτευμένη με τις λέξεις.
Είναι περιστέρια
που αποσπώνται απ’ το ταβάνι.
Είναι έξι ιερά πορτοκάλια
καθισμένα στα γόνατά μου.
Είναι τα δέντρα,
τα πόδια του καλοκαιριού,
Κι ο ήλιος, το παθιασμένο του πρόσωπο.
Ωστόσο συχνά με απογοητεύουν.
Έχω τόσα πολλά που θέλω να πω,
Τόσες πολλές ιστορίες, εικόνες, αποφθέγματα, κ.τ.λ.
Αλλά οι λέξεις δεν είναι αρκετά καλές,
Οι λανθασμένες με φιλάνε.
Μερικές φορές πετώ σαν ένας αετός
Αλλά με τις φτερούγες του τρωγλοδύτη.
Όμως προσπαθώ να τις φροντίζω
Και να είμαι ευγενική μαζί τους.
Οι λέξεις και τ’ αυγά πρέπει
να χειρίζονται προσεχτικά:
Μια φορά αν σπάσουν, είναι πράγματα
Που είναι αδύνατον να επισκευαστούν.

*Μετάφραση: Κώστας Λιννός.

Κώστας Θ. Ριζάκης, Τρία ποιήματα

Θέρος

σκαλί σκαλί τ’ ωραίο φωςκύματα κύματα ο ιδρώτας
κ’ η παναγιά η θαλασσομίλητη
κάτι από χώμα λίγη από νερό
γυμνή πάνω στον κόκκινο το βράχο
ριγώντας πλάι στης μνήμης τον αφρό
στο αγγελόκρουσμα τ’ αυγούστου πολεμώντας
ήλιος που ζήλεψε σκιάς αναπαμό
κορμί που θέρισε ο άνεμος περνώντας

*

Επιτάφιος δρόμος

επιτάφιος δρόμος νωρίς που με ξύπνησε
και με πήρε και πάει κι ούτε φτάνει
πόσα χρόνια ποιες μέρες και πόσες
φιλικές μου οι στιγμές

έχει μνήμη η ζωή μα διαρκεί όσο ο θάνατος πρέπει
μόν’ ο στίχος απόκτησε μάκρος και δύοντας
ηλιαχτίδα στο βλέμμα παράπονο άλγους θανάσιμο μήνυμα

νέο ποίημα ανέτειλε πάλι μητέρα
τη σινδόνη της αποκαθήλωσης άπλωσε
ν’ ανασαίνει γλυκύτατο τέκνο σου

καταχείμωνον έαρ

*Από τη συλλογή “Ο κυρίως ναός”, 2006

*

Ο υπόλογος απόλογος (α)

όλα τα χέρια σταθερά σημάδεψαν –

πάντα ακριβές πάντα
εύστοχες οι λέξεις μου
μίλησαν άλλοτε ξυστά
τραγούδια αντιγυρίσαν
βάφοντας κάποτε στο αίμα τον αετό

τη σάρκα την ψυχή μου σκίζοντας
κομμάτια από γυαλί
μόλις στο νέο επρόβαλα το βήμα

–τα οπλισμένα χέρια μονομιάς σηκώθηκαν

(τόσα που βάρυναν μαχαίρια πίσω μου
ακόμα τη ζητάτε τη φωνή μου;)

*Από τη συλλογή “Τα επόμενα πένθη”, 1997. 

Ρούλα Αλαβέρα, Ο εχθρός

Οι φωνές σμίγουν στα λιμάνια
έξω από το έδαφος της φωτιάς
Η μορφή τραγουδά τον άνεμο που πλησιάζει
στις ανταύγειες των κρυμμένων δέντρων∙
αναπνέεις θρυμματισμένα αντικείμενα.
Η ευκαιρία να σκοτώσεις όποιον θέλεις
στο σεληνόφως, δόθηκε
Ο εχθρός σε μετέτρεψε
σε εφάρμοσε — σου προσεφέρθη
η ενότητα η δική σου αναπαύθηκε
σ’ άλλην ενότητα

*Από τη συλλογή “Περί της δεσποτείας των αντιαζομένων” (1969). Aντλήθηκε από το ιστολόγιο: https://www.translatum.gr/

Νατάσα Χασάκιοϊλη, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Angiulet Dundulet

ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ

Κρύφτηκα πίσω από το σύννεφο
να μη με δεις που κλαίω.

Η λάβρα ξέβρασε
και κοκκίνισε ο ουρανός.
Καβάλησα τον κεραυνό,
κάθε αστραπή
και χτύπος της καρδιάς.

Πέταξα άμμο να σκεπάσω τη θλίψη.
Είναι, λένε, η αρχή
μα στα μάτια μου
πνίγεται το τέλος.

Μαύρο πια το ουράνιο τόξο,
αγκαλιάζει το πένθος
και πασπαλίζει δάκρυα στ’ αστέρια.

Η πυγολαμπίδα
έσβησε το φως και,
άχρηστη πια,
ξάπλωσε να πεθάνει.

Ψάχνοντας το φως σου
γύρισα πίσω το βλέμμα
στο βιβλίο που γράψαμε.
Κίτρινες, πλέον, οι σελίδες
με ένα Χ στη μέση.

Το ίδιο σημάδι
που κάποτε μαρτυρούσε
τον θησαυρό,
έγινε καμένη ταφόπλακα.

*

ΠΟΡΦΥΡΑ

Κι έβλεπα τη μύγα
να γρονθοκοπά το χταπόδι
στα βράχια.

Αυτή με το μένος του κατακτητή.

Εκείνο με την ταπείνωση της υποταγής,
άπλωνε τα χέρια σχηματίζοντας σταυρούς.

Σκέψου το μαρτυριό του…

Η μύγα γυρόφερνε πανηγυρικά
τον πορφυρό βράχο
βροντογελώντας.

Στη μυρωδιά του θανάτου
χόρευε εκστατικά.

Αληθινή ιεροτελεστία.

Το κάτοπτρο
διεύθυνε το θάνατο
σαν σε ορχηστρική συμφωνία αίματος,
πασπαλίζοντας αλάτι τα φτερά της.
Το γεύμα, πλέον, έτοιμο.

Ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι,
ένα δεύτερο στολισμένο με κολώνα.

Χίλια μάτια να κατασπαράζουν το ένα και μοναδικό.

*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο “Αντιστί(κσ)εις – Ανθολογία ποιημάτων” της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης, εκδ. Ρώμη, 2018, σελ. 41, 43.

Theo Dorgan, Δύο ποιήματα

ΕΝΑ ΦΩΣ ΕΛΑΜΠΕ

ψηλά πάνω απ’ την πλατεία Μέριον
και τη διέσχισα ως τα κάγκελα να κοιτάξω πάνω
ώσπου θυμήθηκα. Το ξάφνιασμα
είναι το λιγότερο που μπορείς να νιώσεις,
η αίσθηση του τίποτα κάτω απ’ τα πόδια σου.
Βαδίζουμε μέσα απ’ το χάσιμο μικρών πραγμάτων.
Ένα φως που λάμπει αργά πάνω απ’ την πλατεία
σημάδι μιας ζωής που δεν υπάρχει πια, κι έπειτα
ο ίλιγγος του σκοταδιού, μια σιωπή
πιο ομιλητική κι από σόλο του Τσάρλι Πάρκερ.
Κανείς εκεί πάνω δεν εκστασιάστηκε μ’ ένα βιβλίο
                             του Μάχον,
ή με τα περίτεχνα φιλιγκρί του Τζον ΜακΛάφλιν·
κανείς δεν ατενίζει με μπλε μάτια το διάστημα
δεν σκέφτεται πόσο μακριά έχουμε πάει,
ή πόσο έχουμε ακόμα να πάμε.
Συνέχισα να περπατάω. Ήταν αργά, κι είχα αργήσει
κι αυτό το κομμάτι της ζωής μας τελείωσε.
Τώρα το φως που λάμπει είναι σημάδι όχι της παρουσίας
                                        αλλά
της απουσίας, του φίλου μας που δεν θα ξανάρθει.
Ολόκληρος ο χάρτης που ήταν απλός ανασηκώθηκε.

(στη μνήμη του Λίαμ Κάσιντυ, 1950-1997)

*

ΟΛΕΣ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΕΣ

Δεν παρακαλούσε, όχι ακριβώς.
Απλώς καθόταν έξω απ’ την κίνηση.
Δεν καθόταν, όχι ακριβώς.
Απλώς ήταν εκεί, έξω απ’ την κίνηση.
Δεν βιαζόμουνα, όχι ακριβώς.
Απλά περπατούσα, με την κίνηση.
Μάλλον, δεν περπατούσα,
Με στεναχωρούσε η πορεία μου μέσα απ’ την κίνηση.
Σήκωσε το βλέμμα της και χαμογέλασε.
Μόνο αυτό, χαμογέλασε
κι εγώ της χαμογέλασα.
Φυσικά το έκανα.
Έβαλα τα χέρια στην τσέπη μου
αλλά κούνησε το κεφάλι της,
κράτησε τα μάτια μου
κι έριξε τη ματιά της
έξω από τον κόσμο που πληγώνει
έξω απ’ την κίνηση.

*Μετάφραση: Σωκράτης Καμπουρόπουλος

**Ο Theo Dorgan γεννήθηκε το 1953 στο Κορκ της Ιρλανδίας σε πολύτεκνη οικογένεια. Σπούδασε αγγλική φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστημιακό Κολέγιο του Κορκ. Ασχολήθηκε από νωρίς με τα κοινά της ποίησης διατελώντας διευθυντής του οργανισμού Poetry Ireland (1990-2000), μέλος του ΔΣ του Arts Council, κ.ά., και υπεύθυνος ανθολογιών και μεταφραστικών εργαστηρίων. Η αγάπη του για την ιστιοπλοΐα γέννησε τα αφηγηματικά χρονικά Sailing for Home (2004), Time in the Ocean (2010), καθώς και το μυθιστόρημα Making Way (2013). Η αγάπη του για την κλασική και σύγχρονη Ελλάδα τον έκανε να την υιοθετήσει ως δεύτερη πατρίδα του. Ποιητικές συλλογές: The Ordinary House of Love (1991), Rosa Mundi (1995), Saphho’s Daughter (1998, αφιερωμένο στην Κ. Αγγελάκη-Ρουκ), Jason and the Argonauts (λιμπρέτο, 2004), What This Earth Cost Us (επανέκδοση των δύο πρώτων συλλογών, 2008), Greek (2010), Nine Bright Shiners (2014), Orpheus (2018, ελλ. έκδ. Ελληνικά/Ορφέας, Το Ροδακιό, 2020).

Diane Di Prima, Abandoned… / Εγκαταλελειμμένοι…

Abandoned to themselves, people let their hair grow.
Abandoned to themselves, they take off their shoes.
Abandoned to themselves, they make love
they sleep easily
they share blankets, drugs and children
they are not lazy or fearful
they plant seeds, smile, talk to each other. The word
starts within themselves: touch of love
in the brain, in the ear.
We return with the sea, with the tides
we often return like leaves, numerous
like grass, gentle and insistent, we remember
the way our little ones take their first steps barefoot through the cities
of the universe.

Εγκαταλελειμμένοι στον εαυτό τους, οι άνθρωποι αφήνουν τα μαλλιά τους να μακρύνουν.
Εγκαταλελειμμένοι στον εαυτό τους, βγάζουν τα παπούτσια τους.
Εγκαταλελειμμένοι στον εαυτό τους, κάνουν έρωτα
κοιμούνται εύκολα
μοιράζονται κουβέρτες, ναρκωτικά και παιδιά
δεν είναι τεμπέληδες ούτε φοβισμένοι
φυτεύουν σπόρους, χαμογελούν, μιλάνε μεταξύ τους. Η λέξη
ξεκινά μέσα τους: ένα άγγιγμα αγάπης
στον εγκέφαλο, στο αυτί.
Επιστρέφουμε με τη θάλασσα, με τις παλίρροιες
συχνά επιστρέφουμε σαν φύλλα, πολυάριθμοι
σαν χορτάρι, απαλοί και επίμονοι, θυμόμαστε
τον τρόπο που τα μικρά μας κάνουν τα πρώτα τους βήματα ξυπόλυτα μέσα στις πόλεις
του σύμπαντος.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Federico Garcia Lorca, Όνειρο

Χελιδονάκι που πετάς
μέχρι τις άκρες του κόσμου.
 
Λουλούδια από δροσιά
στεφανώνουν τα όνειρά μου.
Η καρδιά μου όμως γυρίζει
γυρίζει γεμάτη πλήξη
όπως τα αλογάκια στο λούνα παρκ
όπως ο θάνατος βγάζει βόλτα τα παιδιά του.
Αχ να δέσω το χρόνο
με σχοινί χοντρό από μαύρη νύχτα
γύρω από τα δέντρα
να χρωματίσω με το αίμα του τις όχθες
-κίτρινες οι αναμνήσεις μου-
 
Πόσα παιδιά έχει ο θάνατος;
Στο στήθος μου έκαναν φωλιά.
 
Χελιδονάκι που έρχεσαι
από τις άκρες του κόσμου.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Noemia Prada

ΦΟΡΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Μέρες θανάτου, μετρημένες ανάσες
στο πλέγμα το σιδερένιο
στο στήθος βαθιά,
του ύπνου οι διακοπές ταράξανε
την πραγματικότητα του ονείρου
που σφίγγει με θέρμη το κεφάλι
και το διαβάλλει
στην πολυδιαφημισμένη κλίνη
που πίστεψε πως ολάκερη
η δύναμη του κόσμου
κρύφτηκε στα μάτια σου,
στα δυο σου χέρια.
Μα έκαμε λάθος τραγικό,
δεν υπολόγισε το πνίγος,
τη θηλιά του του απονενοημένου διαβήματος
που επιλέγεις καθημερινά
μέχρι να φτάσεις στο χείλος
των deadlines.

*

ΠΛΕΞΗ ΑΝΑΠΟΔΗ

Είμαι εδώ,
διαβάζω το αποτύπωμα της ερωτικής αποπλάνησης
που κόλλησε στις κλωτσιές,
τυλιγμένες ανάποδη,
από λεπτό νέγρικο χέρι
κάπου στην Αφρική.
Τα δάχτυλα διπλώνουν,
ξετρυπώνουν και μπερδεύουν,
πλέξη του φθινοπώρου
σε περιβόλι με ψηλούς θάμνους.

Παραιτήθηκα.

Μόνο στάθηκα τις θωριές ν’ ακούσω.
Ο ρυθμός είναι άλογο
κάτω από τον ακούσιο θόρυβο της υστέρας,
θέση χειροκροτήματος με ηχώ,
στο βράχο που τυραννήθηκαν οι θεοί
γιατί σου έδωσαν δώρα, νου και λόγο
να μεταβάλλεις την ορμήνια
του πάθους
σε ποίηση.

*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο “Αντιστί(κσ)εις – Ανθολογία ποιημάτων” της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης, εκδ. Ρώμη, 2018, σελ. 144-145.

Δήμητρα Γερογιάννη, Τρία ποιήματα

θα θυμάμαι πάντα
τα πλακάκια στο μπάνιο
το θάνατο
στα χείλια μου
και το νερό
που τα ξέπλενα
κάθε φορά
σχολαστικά
οι σκέψεις μου να γίνονται
εκατοντάδες έντομα
εγκλωβισμένα

κι έπειτα
ένα λευκό σεντόνι
να με χωρίζει από τον κόσμο
για εκατομμύρια λεπτά
και μια μόνο
λεπτή
κλωστή
από τις σκέψεις
μου

*

μετρούσα το χρόνο
περιμένοντας τις μικρές παλάμες μου
να μεγαλώσουν
κοιτάζοντας στρατιές από μυρμήγκια
να βαδίζουν με σιγουριά
σε κάποιο προορισμό
και τα μικρά μου χέρια μεγάλωναν
απελπιστικά
αργά

τα μεσημέρια
τραγουδούσα αθόρυβα
-χωρίς να τους ξυπνάω-
αναπνέοντας ρυθμικά
ζωγραφίζοντας φτερωτές γάτες
στα τζάμια
με τα στρογγυλά μου
χέρια

και πάντα μα πάντα παρακολουθούσα
τα μυρμήγκια
που ήξεραν ποιο δρόμο
ν’ ακολουθήσουν

*

είδα στον ύπνο μου χθες
το πρόσωπο της αδελφής μου
χωρίς ρωγμές και ρυτίδες
φορούσε το φόρεμα με τις μικρές
μαργαρίτες
γελούσε δυνατά
και το γέλιο ηχούσε
στους τοίχους τα τζάμια τα σύννεφα
κι ήταν η τελευταία Κυριακή
που μπορώ να θυμηθώ
με χρώματα
έξω από το χρόνο
χωρίς σκαμμένα
μάγουλα
γκρίζα
το παιδικό της πρόσωπο

ξύπνησα στη μέση της νύχτας
με χείλη ξεραμένα
γεμάτα χώμα και κρύφτηκα
κάτω από το κρεβάτι
μέχρι να ξημερώσει

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρίς όνομα”, εκδ. Θράκα, Ιούνιος 2016.