Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Γυναικεία Κραυγή

16864405_1212484792201612_5445613018489015562_n

Θα διαβαστούν ποιήματα των: Ζeina Hashem Beck (Λίβανος – Ντουμπάι) σε μετάφραση Jazra Khaleed, Kyoko Kishida, Θωμά Γκόρπα (Ελλάδα), Rachel McKibbens (ΗΠΑ) σε μετάφραση Αννίτας Χατζίκου, Αudre Lorde (ΗΠΑ) σε μετάφραση Αννίτας Χατζίκου, Ατένα Φαρροχζάντ (Ιράν – Σουηδία) σε μετάφραση Αντώνη Μπογαδάκη, Linn Hansen (Σουηδία) σε μετάφραση Kyoko Kishida, Karna-Irini Martensson, Mohja Kahf (Συρία – ΗΠΑ) σε μετάφραση Ράνιας Καραχάλιου, Γιανινά Ντεκουτίτε (Λιθουανία) σε μετάφραση Γιώργου Χαβουτσά, Πέτια Σταΐκοβα Ντουμπάροβα (Βουλγαρία) σε μετάφραση Μάιας Γκιόλα-Γκράχοβσκα, Lucille Clifton (ΗΠΑ) σε μετάφραση Αννίτας Χατζίκου, Suheir Hammad (Ιορδανία – ΗΠΑ) σε μετάφραση Ράνιας Καραχάλιου, Warsan Shire (Κένυα- Αγγλία) και Ashe Vernon (ΗΠΑ) σε μετάφραση Σοφίας Γιοβάνογλου.

Οι τολμηρές πτήσεις του ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b1

ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Ο παρθενικός ποιητικός τόμος του Δημήτρη Τρωαδίτη με τίτλο «Η μοναξιά του χρόνου» που κυκλοφόρησε τον περασμένο Οκτώβρη (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016, σελίδες 68), σύμφωνα με τα “Περιεχόμενα” συστεγάζει τις εξής τρεις συλλογές: «Η μοναξιά του χρόνου» (15 ποιήματα), «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» (13 ποιήματα) και «Απόπειρες ονείρων» (22 ποιήματα). Τα ποιήματα της συλλογής δεν τιτλοφορούνται αλλά αριθμούνται, επειδή ο ποιητής αποφεύγει συνειδητά οιονδήποτε θεματικό προσδιορισμό και/ή ταυτοποίηση. Εξού και στην πρώτη συλλογή η ταυτότητα εκάστου ποιήματος καθορίζεται από το 1 έως το 15. Στη δεύτερη συλλογή υπάρχει μια ελαφρά παραλλαγή: το κάθε ποίημα ορίζεται ως «στιγμή πρώτη» κτλ., ενώ στην τρίτη συλλογή τα ποιήματα προσδιορίζονται ως «απόπειρα πρώτη» κ.ο.κ. Η τακτική αυτή (αποφυγής συγκεκριμένου τίτλου) οφείλεται στο γεγονός ότι η ποίηση του Τρωαδίτη δεν προσφέρεται για κατηγοριοποίηση σε καλούπια/στεγανά, με ταμπελίτσες (τίτλους) που να την (προ)καθορίζουν. Γιατί κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν τον διφορούμενο χαρακτήρα της και θα ερχόταν σε αναντιστοιχία με την όλη ανοιχτή υφή της. Γι’ αυτό και η μόνη παραχώρηση που κάνει είναι να εξειδικεύει τους τίτλους με τις προσθήκες «στιγμή» (στη 2η συλλογή) και «απόπειρα» (στην 3η συλλογή). Το σημαντικότερο: Όπως δηλώνει κατηγορηματικά στο επιγραμματικό ποίημα «απόπειρα ενδέκατη», η όποια φαινομενική ταυτότητα δεν είναι παρά ψευδαίσθηση και φενάκη («φοράς ατάραχος / τ’ όνομά σου / περιφέροντάς το / με ευτελή κοσμήματα / κειμήλιο σε φωτιές / που τρεμοκαίνε / ασήμαντο στολίδι / προς εξαφάνιση / κι ας διατείνονται οι μετεωρολόγοι / ότι χρειάζεται τόλμη / ν’ αγαπήσεις ακόμα / και την ύστατη / σταγόνα δάκρυ», σ. 57). Έπειτα, τα απρόσωπα, άψυχα νούμερα των τίτλων του ταυτίζονται ιδανικά με την μηχανοποιημένη, απάνθρωπη ύπαρξη που επιχειρεί να απεικονίσει.
Τα ποιήματα, άλλωστε, του Τρωαδίτη δεν αντανακλούν ολοκληρωμένες φιλοσοφικές, ηθικές, αισθητικές ή άλλες θέσεις, αλλά αυθόρμητες, «στιγμιαίες απόπειρες» να συλλάβει και αποθανατίσει, εν είδει ενσταντανέ, το άφατο μυστήριο και θαύμα της ύπαρξης. Κι αυτό μέσα από κάποια αντιπροσωπευτικά θραύσματα και ψήγματα του ποιητικού λόγου, που όμως εμπεριέχουν συμπυκνωμένο το όλον (καθότι «εν το παν»), όπως διακηρρύσσει το ποίημα «απόπειρα πρώτη» («κάθε απόπειρα σκέψης / περιέχει όλες τις σκέψεις μαζί / κάθε κίνηση στο άπειρο / περιέχει όλες τις κινήσεις μαζί», σ. 47). Απ’ αυτή την άποψη, ο θεματικός προσδιορισμός της εν λόγω ποίησης δεν είναι πάντα εύκολη διαδικασία – πολύ περισσότερο όταν η εξιχνίαση της ανθρώπινης ταυτότητας παραμένει μια πολύπλοκη διαδικασία, όπως εύγλωττα συνοψίζει το ποίημα «απόπειρα δέκατη έβδομη» («η οντότητά σου / ενδότερα αρχαίου ναού / μυστικό ρυάκι / σε σκοτεινές πεδιάδες / με καταβόθρες πικρές / αλάτι και χάλκινη σκουριά / αγάπη σε ακάνθινες αψίδες / των πεπιεσμένων στιγμών / της ζωής σου», σ. 63).
Η θεματική ταυτότητα του ποιητικού σύμπαντος του Τρωαδίτη περιστρέφεται γύρω από κάποιες πάγιες «έμμονες ιδέες» που εκδηλώνονται ως απόηχοι προσωπικών αναμνήσεων και βιωμάτων του μακρινού παρελθόντος («ήχοι απ’ τα μακρινά νιάτα / σπασμένες φτερούγες / ξεστρατισμένων γλάρων / έμμονες ιδέες / σφηνωμένες στο μυαλό / ζαρωμένες / στην αφηρημάδα τους» [«απόπειρα ένατη»], σ. 55). Θεματικά δε εστιάζονται στην υπαρξιακή αγωνία, τα αδιέξοδα της ζωής και τη ματαιότητά της, την παρακμή, τον ξεπεσμό και, τέλος, στον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου. Διαδικασία που οδηγεί, ενίοτε, σ’ ένα είδος φιλοσοφικού μηδενισμού. Αντιστοίχως, και ως αντιστάθμισμα σ’ όλο αυτό το νοσηρό, πεσιμιστικό κλίμα, αντιπαρατίθεται ο παραμυθητικός, λυτρωτικός ρόλος του (ποιητικού) λόγου.
Η γενικευμένη απαισιοδοξία για το αναπόδραστο της ανθρώπινης κατάστασης (μοίρας) διέπει, με διάφορες παραλλαγές, όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής. Ενδεικτικό λόγου χάρη είναι το ποίημα «1» στην πρώτη συλλογή («τα κουπιά σπασμένα / γδαρμένα τα παλαμάρια / κωπηλατούμε στ’ άβαθα ποτάμια […] σκύβουμε πάνω από οστά / λέπια και πτερύγια […] αποκοιμόμαστε / και κανείς δεν μας σκέφτεται / μέσα σε θροΐσματα / πριν το μεγάλο χιόνι / σκεπάσει τα μαλλιά μας…», σ. 12). Από τη δεύτερη συλλογή, δειγματοληπτικά και μόνο αναφέρουμε το ποίημα «στιγμή δέκατη» όπου διατυπώνεται επιγραμματικά το πεπερασμένο του ανθρωπίνου βίου και η ματαιότητά του (με απόηχους από το γνωστό βιβλικό «άνθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού»). Εδώ υπογραμμίζεται το αναπότρεπτο της μοιραίας ήττας του ανθρώπου («φεύγουμε σαν το όνειρο / ξεστρατίζουμε σαν λωρίδα φωτός / απ’ τη χαραμάδα του χρόνου / αποχωρώντας απ’ τη σκηνή / με φωνή αλαργινή / και δειλές φλόγες», σ. 40) – εικόνα που επίσης θυμίζει το σαιξπηρικό «όλος ο κόσμος μια σκηνή». Αξιο μνείας είναι, ακόμη, το ποίημα «στιγμή δωδέκατη», στο οποίο εκφράζεται εμμονικά όχι μόνο το αδιέξοδο της ζωής αλλά, κυρίως, οι ψευδαισθήσεις του ανθρώπου («να πιαστούμε από αλήτες / συννεφιασμένους / πασχίζουμε / που τα παίζουν όλα για όλα / με άδεια μπουκάλια βλέμματα στον ουρανό / να κατεβάσει το όποιο μάννα») ιδίως όταν η ήττα είναι προδιαγεγραμμένη, με αποτέλεσμα όλα να είναι οριστικά και αμετάκλητα χαμένα («να διαβούμε σε ρυάκια / με βάρκα βομβαρδισμένη / αίμα ξερό και χαλασμένο», σ. 42). Πιο οδυνηρό όμως για τον ποιητή – πέρα απ’ την ανημπόρια του ανθρώπου να υπερβεί τη μοίρα, τη μοναξιά και τη μηδαμινότητά του σ’ ένα κατά τα άλλα αφιλόξενο, αν όχι εχθρικό, σύμπαν – είναι το γεγονός ότι έχει απόλυτη επίγνωση αυτής της απέλπιδας κατάστασης («η σιγανή φωνή μας / τιτίβισμα σπουργιτιού / που δεν ήρθε με χέρια / ολόλευκα κλαίει τη νύχτα / πίσω από καθρέφτες» [«στιγμή δέκατη τρίτη»], σ. 43). Τη δυστυχία αυτή επιχειρεί απεγνωσμένα να αντισταθμίσει, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μιας ευτελούς διασκέδασης, όταν ο άνθρωπος «συνωστίζεται / σε χοροπηδάδικα ευκαιρίας / για μια στιγμή υπόληψης» (ό.π.) – αντίδραση που όμως επιδεινώνει τον εξευτελιστικό ξεπεσμό του.
Απ’ τις βασικότερες αιτίες της κακοδαιμονίας του ανθρώπου (του ανικανοποίητου, της άνευ νοήματος ζωής του, καθώς και της γενικότερης παρακμής του) ο ποιητής θεωρεί την αλματώδη τεχνολογική εξέλιξη. Διότι η τελευταία έχει αλλοιώσει και φαλκιδεύσει την ιερότητα και αυθεντικότητα της ύπαρξης, εκφυλίζοντάς την με τις άφρονες και ανισόρροπες επιλογές του, όπως καταδεικνύει το ποίημα «απόπειρα έβδομη» («ούτε ισορροπίες / στους λεπτοδείκτες / μόνο γεννήσεις / στα σκοτάδια / στους πίσω δρόμους», σ. 53). Έτσι οι άνθρωποι, αντί για γνήσιοι εραστές της ζωής, οδηγούνται στην «εκκωφαντική απομόνωση» και καταντούν, μοιραία, «ξεγελασμένοι εραστές των φαντασμάτων» (ό.π.). Αποτέλεσμα: αντί η θεαματική επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος να είναι προς όφελος του ανθρώπου, αποβαίνει τελικά εις βάρος του, λειτουργώντας ως μπούμερανγκ, καθώς τον εκτοπίζει στο περιθώριο της ύπαρξης. Το πιο εύγλωττο δείγμα αυτού του εκφυλισμού είναι η διαδεδομένη ρομποτοποίησή του η οποία λαβαίνει επιδημικές διαστάσεις, κυρίως στους απάνθρωπους χώρους εργασίας. Εκεί η ανθρώπινη υπόσταση δοκιμάζεται ανελέητα, καθώς ο άνθρωπος δεν αποτελεί παρά ένα ακόμα γρανάζι, ένα εξάρτημα στην όλο και πιο μαζικοποιημένη βιομηχανική παραγωγή και δη σε «προκρούστεια κρεβάτια». Εξού και η εξουδετέρωση οποιασδήποτε «υπόληψής» του, όπως τόσο δηκτικά και παραστατικά αντικατοπτρίζει το ποίημα «στιγμή πέμπτη» («πότε ακίνητοι / πότε τρεμάμενοι / σε μέρη που λέγονται / χώροι εργασίας / κραυγές αργόσυρτες / φωνές ταλαιπωρημένες / έρμαια άνωθεν αποφάσεων / σε προκρούστεια κρεβάτια», σ. 35). Διόλου περίεργο λοιπόν που ο εκ-πολιτισμός του ανθρώπου, μέσω της τεχνολογίας, αντί να τον εξανθρωπίζει, τον καταδυναστεύει μεταμορφώνοντάς τον σε ζωντανό νεκρό – πράγμα που κάνει τον ποιητή να εξανίσταται με το ρητορικό ερώτημα [στο ποίημα «στιγμή έκτη»]: «πότε θα ανασηκωθούμε / από τον ανοιχτό μας τάφο / που έχει τη μορφή / σελιλόιντ ακρόασης» (σ. 36). Έτσι, το μόνο που απομένει στον άνθρωπο είναι να αυτοοικτίρεται, συνειδητοποιώντας την αξιοθρήνητη κατάστασή του – η οποία επιβεβαιώνει την προφητική ρήση του Φρόιντ ότι, τελικά, η καταστροφή του ανθρώπου θα είναι ο πολιτισμός που ο ίδιος εξέθρεψε.
Όλα τα παραπάνω, με επίκεντρο τον άκρατο πεσιμισμό, ως απόρροια της υπαρξιακής αγωνίας και των παρεπόμενων «δραμάτων» (τού «γιατί ζει / κι άλλα δράματα» [«απόπειρα δέκατη τρίτη»], σ. 59) επόμενο είναι να οδηγούν αναπόδραστα σε κάποιους μικρής κλίμακας, πλην έκδηλους απόηχους της μεταπολεμικής μας «ποίησης της ήττας» (όπως αντικατοπτρίζουν οι στίχοι του ποίηματος «9»: («οι καιροί πιο γκρίζοι / όσοι ήσαν χθες επαναστάτες / σίγουρα είναι δυο φορές γεροντότεροι», σ. 19). Η ήττα, ωστόσο, σημασιολογικά, παραπέμπει κυρίως στην υπαρξιακή και λιγότερο στην πολιτική εκδοχή της, όπως καταφάσκει το ποίημα «απόπειρα όγδοη» («τρέχεις χαμένος / σαν σκυλί / σε διόδους διαφυγής / να αποτρέψεις / τα μαρμαρωμένα δάση / όπου ο χρόνος / ακινητοποιείται / βαδίζεις πλέον / στα μονοπάτια της ήττας», σ. 54).
Ως συνέπεια της υπαρξιακής παθογένειας και ήττας, αναδύεται, ενίοτε, αλλά ευδιάκριτα, μια παράλληλη μηδενιστική διάθεση η οποία ενσαρκώνεται, κορυφούμενη, σε ποιήματα όπως π.χ. το «9» («το κρανίο ξεθάβεται στο τσιμέντο / καθένας αγαπάει πιο πολύ τον εαυτό του // τα χέρια σπασμένα εμπόδια στην πόρτα / κρατητήρια κάπου με μάτια πληγές / ωχρά φεγγάρια στην αγάπη που πεθαίνει //άδεια όλα / μίσος απροσμέτρητο / οι καιροί πιο γκρίζοι», σ. 19). Συνακόλουθα, αυτή η μηδενιστική προοπτική, στάση και πορεία του ποιητή, αφού διανύσει πρώτα τα ενδιάμεσα στάδια της παρακμής του ανθρώπου (που αποτυπώνονται κυριολεκτικά στο ποίημα «απόπειρα πέμπτη» («δεν υπάρχουν ψηλά βουνά / εδώ στην περιοχή μας / όλα είναι επίπεδα / λεία») ολοκληρώνεται σηματοδοτώντας τον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου – ως τελικό προορισμό κι έκβαση – καθώς απουσιάζει το ζήδωρο στοιχείο της αγάπης που συνέχει την καθαυτή πεμπτουσία της ζωής («και ψυχορραγούν / ανυπεράσπιστα / δεν υπάρχει άνθρωπος / να τα χαϊδέψει / για να επιβιώσουν» [«απόπειρα πέμπτη»], ό.π., σ. 51).
Αντίβαρο σ’ όλη την προηγηθείσα εσχατολογική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, που θυμίζει επικείμενη συντέλεια, ο ποιητής αντιπαραβάλλει την θαυματουργική ιδιότητα του λόγου και δη του ποιητικού ως μοναδικό όπλο αντίδρασης και αντίστασης. Εξαρχής ο ποιητής, στη συλλογή του, δεν παραλείπει να εξάρει το λυτρωτικό ρόλο της (ποιητικής) γλώσσας ως μόνης σανίδας σωτηρίας, όπως παρατηρεί στο ποίημα «15» («λόγια που φτεροκοπούν / σωσίβιο στη γλώσσα») όσον αφορά την «αίσθηση ασυνέχειας» («στις ατέλειες του κόσμου» και «στο άπειρο του χάους», καθώς (η ποιητική γλώσσα) είναι το μόνο μέσον με το οποίο οι λέξεις «συνθέτουν μεστές ιστορίες / παρηγορώντας κι αγκαλιάζοντας» (σ. 26). Δεν συμβάλλουν όμως μόνο σ’ αυτό. Πέρα απ’ την παραμυθία που προσφέρουν, διορθώνουν επίσης τις «ατέλειες του κόσμου» με τα «υλικά παραμυθιών» που γητεύουν τις αισθήσεις, διαιωνίζοντας τις ιστορίες και περιπέτειες της ανθρωπότητας στο αέναο («ήρωες οι ψυχές / των μαγικών πλασμάτων / με σκιρτήματα πλανεύουν τις αισθήσεις / ελευθερώνουν αιχμαλωτίζοντας / πάθη σε καταιγίδες / μοιάζουν με ύμνους / αφηγήσεις άξονες ιστοριών / περνάνε και πληθαίνουν / από γενιά σε γενιά / όπως οι θητείες στο αέναο…», σ. 26-7).
Η μαγική ιδιότητα του (ποιητικού) λόγου αντανακλάται και στο ποίημα «11» όπου ο ποιητής, στο ρόλο τού υποβολέα, επιδίδεται σε μια σειρά προσταγών προς τον εαυτό του: 
«Τους τραχείς αιώνες / να απαλύνεις // τ’ αφρούρητα όνειρα / να εξαργυρώσεις / με αγάπες / στη δύσβατη ζωή // τα γυμνά πόδια / των ρακένδυτων / να ντύσεις / με ρόδινες φλόγες / σε ήλιο ελεύθερο // ο πύρινος χορός / να συνεχιστεί // η ιριδίζουσα αυγή / ν’ αντιστέκεται στην πέτρινη / πηγή του λόγου» (σ. 21). Η υλοποίηση των παραπάνω προσταγών θα ήταν ανθρωπίνως αδύνατη χωρίς τη διαμεσολάβηση της παντοδύναμης «πηγής του λόγου» ο οποίος, ούτως ή άλλως, ενέχει μεταφυσικές διαστάσεις, όπως άλλωστε επιβεβαιώνει κατηγορηματικά και η ευαγγελική ρήση: «Εν αρχή ην ο λόγος, και ο λόγος ην προς τον θεόν, και θεός ην ο λόγος» (Ιωάν. 1,1). Αυτή η καταφυγή – ή σωστότερα η απαντοχή – στην ποίηση ως μόνης διεξόδου, παρηγοριάς και ανακούφισης, είναι επιτακτική διότι υποστασιοποιεί την ταυτότητα του υποκειμένου («Το άγραφο κρυπτογραφεί / τ’ όνομά σου» [ποίημα «9»], σ. 19). Κι εδώ έχουμε έναν έμμεσο πλην σαφή υπαινιγμό στις μαγικές όσο και απόκρυφες, παραμυθητικές ιδιότητες της ποιητικής γραφής – έστω κι αν πρόκειται για εφήμερη παρηγοριά/ανακούφιση, όχι μόνο επειδή στη ζωή τίποτα δεν είναι μόνιμο και διαρκές αλλά κι επειδή ο άνθρωπος «στο φως πλέει / με δάχτυλα από κερί» (ό.π.).
Ένα άλλο καταλυτικό πλεονέκτημα που προσφέρει η ποίηση στον μειονεκτούντα αδύναμο άνθρωπο, είναι το γεγονός ότι μέσω της ποιητικής αλχημείας καθίσταται εφικτός ο φιλοσοφικός προβληματισμός, αναφορικά με το όλο μυστήριο (τη μαγεία αλλά και το άχθος) της ύπαρξης, που οδηγεί στην αυτογνωσία και, τέλος, στο συμβιβασμό με τα όποια δεινά της. Εξού και στο ποίημα «4» διαπιστώνουμε ότι ο ποιητής δεν καταφεύγει στον αποφθεγματικό λόγο προκειμένου να προβεί σε μια κοινότοπη διαπίστωση, αλλά σε μια χρήσιμη άσκηση αυτογνωσίας. Η τελευταία δεν αποτελεί παιγνιώδες ευφυολόγημα, αλλά ουσιώδες στήριγμα επιβίωσης, με την υπέρβαση των απαριθμούμενων αντιξοοτήτων («Οι λυγμοί», «οι απελπισίες», «οι αρρώστιες», «τα χρέη», «τα δανεικά» [ποίημα «4»], σ. 14) αφού όλα αυτά «είναι αρχέγονα», που σημαίνει σύμφυτα της ανθρώπινης ύπαρξης ή «του εαυτού μου», όπως παρατηρεί. Είναι δηλαδή ένα modus vivendi που του επιτρέπει να συμβιβαστεί και συμπορευθεί με τις αντιξοότητες της ζωής. Αυτός ο συμβιβασμός συντελείται μέσω της αυτοπαρωδίας του ποιητικού λόγου, δια του προσφιλούς τεχνάσματος των αντιθέσεων-αντιφάσεων, όπως καταφάσκει το καταληκτικό δίστιχο: «κι έτσι δεν μπορεί να βουβαθεί [σημ.: ο «εαυτός» του] / με σκόρπιες λέξεις» (ό.π., σ. 14) – υπαινισσόμενος ότι οι όποιες αντιξοότητες αποτελούν ευκαιρία προβληματισμού, γνώσης και αυτογνωσίας.
Τέλος, το παράδοξο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι, μολονότι η δυστυχία της ύπαρξης (με τις «πριονισμένες ελπίδες / για όποιο θαύμα» και «την πλήρη επιβολή της ξηρασίας» [ποίημα «14»], σ. 24-5) απορρέει κυρίως από τον «πόνο», ως απότοκο ανίατων ασθενειών («γιατί κανείς γιατρός / δεν θεραπεύει ανίατες ασθένειες / μόνο άδηλες ψευδαισθήσεις / που βρίθουν κυνισμό», ό.π.), η μόνη σημαντική αποζημίωση για την κατάρα του «υπέρτατου πόνου» είναι η πολύτιμη «γνώση [που] απορρέει / από τον υπέρτατο πόνο» (ό.π.). Το ακόμη παραδοξότερο όμως είναι ότι, εδώ, ο πόνος λειτουργεί ως ένα είδος ομοιοπαθητικής, αφού κι όταν ακόμη «δεν είναι εύκολο να γράφεις για τον πόνο / ενώ πονάς αφόρητα», τουλάχιστον μπορείς να επιδίδεσαι στην «εξύμνηση της απώλειας δέους» (ό.π.), αντιστρέφοντας και μεταμορφώνοντας έτσι την οδύνη σε ηδονή. Τουτέστιν, ο τρώσας και ιάσεται.
Από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της ποίησης του Τρωαδίτη θεωρώ το αυτοαναφορικό της στοιχείο – δηλαδή τη θεματική ενασχόλησή του με τους προβληματισμούς γύρω από τη ίδια την ποιητική τέχνη και τις παραμέτρους της. Καθόλου τυχαίο, άλλωστε, που από το πρώτο κιόλας εισαγωγικό του ποίημα «1» γίνεται σαφής υπαινιγμός στην ποιητική διαδικασία, με αναφορά στη «λάσπη της δημιουργίας» («Οι νεκροί στις κοιλάδες / δεν ξεχνιούνται / ούτε η λάσπη της δημιουργίας / που πέφτει στο κενό», σ. 11). Μολονότι εκ πρώτης όψεως δίνεται η εντύπωση ενός αντιφατικού σχήματος (εξαιτίας της τεχνικής των αντιθέσεων που αρέσκεται να χρησιμοποιεί ευρέως ο ποιητής), τελικά δεν υπάρχει αυτοαναίρεση όσον αφορά τη χρησιμότητα της ποίησης, όταν αναφέρεται στη «λάσπη της δημιουργίας / που πέφτει στο κενό»). Τουναντίον, τονίζεται και αιτιολογείται γιατί «η λάσπη της δημιουργίας» δεν μπορεί να ξεπέσει στη λήθη ή την αχρηστία, όπως επιβεβαιώνει η καταληκτική στροφή («Τα τραγούδια της αναμονής / δεν είναι ανώφελα / καθώς το λάδι / στη μηχανή του κόσμου / δρασκελάει τους αιώνες / ως άλλη καλπάζουσα αγωνία / να αναδυθεί η ανατολή της σκέψης», ό.π.). Έτσι, εδώ έχουμε την αντιπαραβολή αίτιου-αιτιατού που αποσαφηνίζει το τελικό αποτέλεσμα, αφού η «ανατολή της σκέψης» προϋποθέτει τη «λάσπη της δημιουργίας».
Ωστόσο, το καλύτερο και αντιπροσωπευτικότερο δείγμα τής εν λόγω αυτοαναφορικότητας εντοπίζεται στο ποίημα «7», καθώς εκφράζει ανάγλυφα τον πυρήνα των προβληματισμών του ποιητή. Συγκεκριμένα, την αγωνία, το άγχος και άχθος των δυσκολιών της ποίησης («Να ψάχνεις τις λέξεις / να τις ταιριάξεις στον αφρό / του σκοταδιού τεράστιο φορτίο», σ. 17) αλλά και την άφατη ανταμοιβή που προσφέρει στο δημιουργό της («το σπρώχνεις μπροστά σου / κι αντί για τους τροχούς / ακούς ν’ αναστενάζουν τα πουλιά», ό.π.). Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι κάποιος θα σταθεί τυχερός να τρυγήσει απειροελάχιστα, έστω, ψήγματα στίχων, παρά τις όποιες αντιξοότητες του εγχειρήματος («οι στίχοι ψαρεύονται / κι ας μας βρίζουν τα ρυάκια», ό.π.) δηλαδή «μια λεξούλα» («άλλοτε είμαστε τυχεροί / άλλοτε αγκομαχάμε / να αλιεύσουμε μια τόση δα λεξούλα», ό.π.). Προφανώς ο ποιητής έχει απόλυτη επίγνωση των δυσχερειών της τέχνης του, η συνειδητότητα των οποίων όμως δεν τον αποθαρρύνει απ’ το να συνεχίσει την προσπάθεια, προκειμένου να γευθεί τη σαγήνη της ποίησης – που είναι, άλλωστε, και η μόνη του αποζημίωση. Πράγμα που διαπιστώνεται αλάνθαστα και στο ποίημα «απόπειρα πρώτη» όταν διατείνεται: «κάθε απόπειρα σκέψης / […] κάθε κίνηση στο άπειρο / […] κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα / περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου» (σ. 47).
Εν κατακλείδι: Η ποίηση του Τρωαδίτη έρχεται να επιβεβαιώσει τη ρήση του Φερνάντο Πεσσόα ότι «η λογοτεχνία είναι μια απόδειξη ότι η πραγματικότητα δεν αρκεί» – άποψη που αντανακλάται ανάγλυφα στο στίχο «η πραγματικότητα είναι άλλη» ([«απόπειρα δέκατη πέμπτη»], σ. 61). Αυτή την οπτική της «άλλης πραγματικότητας» (της συνήθως σκληρής και ανυπόφορης, πλην μυστηριώδους και μαγικής) μας προσφέρει ως τίμιο δώρο ο Τρωαδίτης μ’ αυτή τη σεμνή αλλά καθ’ όλα επιβλητική (και τυπογραφικά καλαίσθητη) πρώτη ποιητική συλλογή του. Μέσα από έναν άψογα φροντισμένο και καλοδουλεμένο ελεύθερο στίχο (καθόλου εύκολη υπόθεση, ομολογώ) επιχειρεί τη συμπαντική ενατένιση όσο και (ανα)σύνθεση ενός παράλογου, κατακερματισμένου (εσωτερικού κι εξωτερικού) κόσμου, καθώς αιωρείται «μέσα σε ανεπαίσθητα / θραύσματα χρόνου» ([απόπειρα δέκατη έκτη»], σ. 62). Η σύλληψη και αποτύπωση αυτού του «άλλου» οράματος του κόσμου, διεξάγεται μέσω μιας αντίστοιχης βασανιστικής θραυσματικής γραφής («ο ήλιος βασανιστικός / η γραφή θραυσματική» ([απόπειρα εικοστή δεύτερη»], σ. 68).
Ο Τρωαδίτης – ευτυχώς – δεν ανήκει στη συνομοταξία των εύκολων, αβασάνιστων ποιητών «εκ του προχείρου». Ούτε βέβαια και απευθύνεται σε αμύητους και άσχετους αναγνώστες, αλλά σε λίγους κι εκλεκτούς. Γνωρίζοντας, προφανώς, τη ρήση του μεγάλου Μπόρχες ότι «οι επαρκείς αναγνώστες είναι τόσο σπάνιο είδος όσο και οι μαύροι κύκνοι…», δεν φοβάται να ανήκει σ’ αυτή τη συνομοταξία των δυσνόητων, «κρυπτικών» ποιητών που χρησιμοποιούν μια «συνωμοτική γλώσσα», για να μεταχειριστώ την ορολογία του Δημήτρη Στεφανάκη. Γιατί, όπως παρατηρεί ο τελευταίος σ’ ένα πρόσφατο έξοχο βιβλίο του, «Ο ποιητής θυμίζει κάποιον που θέλει να περάσει το ποτάμι και δεν φροντίζει να πατήσει από πέτρα σε πέτρα αλλά επιχειρεί με μία και μόνη δρασκελιά να φτάσει στην αντίπερα όχθη. [Εξού και] Ο τρόπος που η μοντέρνα ποίηση συνδέει απομακρυσμένες μεταξύ τους έννοιες μας γοητεύει κι άλλο τόσο μας δυσκολεύει» («Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή», εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 2016, σ. 112).
Εδώ ακριβώς όμως έγκειται και η πρωτοτυπία και γοητεία της ποίησης του Τρωαδίτη: στο ότι δεν έχει πέσει θύμα στις Σειρήνες της ευκολογραφίας/προχειρογραφίας, όπως τόσοι και τόσοι δήθεν ποιητές και λογοτέχνες. Γιατί το πρόβλημα, σε τελική ανάλυση, δεν είναι τόσο οι ποιητές όσο – κυρίως – οι αναγνώστες, όπως πειστικά επεξηγεί ο Στεφανάκης: «Ο αντιληπτικός κώδικας των αναγνωστών […] ακολουθεί τα μικρά ασφαλή βήματα της λογικής μεθόδου. Αδυνατεί να παρακολουθήσει τις τολμηρές πτήσεις της ποιητικής σκέψης. […] Είναι φορές που νιώθεις πως έχεις να κάνεις με παράνομους, οι οποίοι συνομιλούν ερήμην μας. Η διαταραγμένη σχέση μας με την ποίηση προκαλεί αμηχανία και όχι άδικα. Όσο θα επιζητούμε να κατακτήσουμε τα πάντα με τη σιδηρόφρακτη λογική μας, θα παραμένουμε δύσπιστοι και απρόθυμοι σε ό,τι υπερβαίνει την αντιληπτική μας ικανότητα. Θα είμαστε εχθρικοί με τη δημιουργία που αρνείται να πάει με τα νερά μας…» (ό.π., σ. 112-13).
Όπως διατείνεται ο μεγάλος Ινδός φιλόσοφος και πνευματικός γκουρού Osho, «μόνο το ψεύτικο και το αβέβαιο δημιουργούνατι γρήγορα, όπως στην αλυσίδα συναρμολόγησης. Ενώ για κάτι αληθινό χρειάζεται χρόνος». Ο Δημήτρης Τρωαδίτης είναι ένας σεμνός, χαμηλών τόνων άνθρωπος και ποιητής που απεχθάνεται την αυτοπροβολή, αν και ασχολείται επί δεκαετίες, αθόρυβα, με την ποίηση. Γι’ αυτό και το έργο του δεν είναι κίβδηλο προϊόν απομίμησης, αλλά γνήσιο και αυθεντικό, με ένα ευδιάκριτα προσωπικό στίγμα. Πρόκειται για έναν εμφανώς ψαγμένο δημιουργό, τον οποίο η ποιητική τέχνη τον έχει προβληματίσει και παιδέψει πολύ. Τα αποτελέσματα είναι απτά στην υπό εξέταση συλλογή. Με την τελευταία ο Τρωαδίτης – αν δεν απατώμαι – έρχεται, έστω και κάπως καθυστερημένα, να εγγράψει σοβαρές υποθήκες για το μέλλον. Αν μη τι άλλο, η περίπτωσή του αξίζει οπωσδήποτε να προσεχτεί ευρύτερα.

(Σημ.: Θερμές ευχαριστίες στον ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη που μου χάρισε την ποιητική συλλογή του «Η μοναξιά του χρόνου» με μια θερμή αφιέρωση και, βέβαια, για την προτροπή μου να την εκδώσει. Καλοτάξιδη!)
Ο Δρ. Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός, διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο τιτλοφορείται: «Τα Αμαρτύρητα: Σχέδιο Βιογραφίας του Βασίλη Βασιλικού» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).

Τζέημς Γουέλτς, Στην άλλη άκρη της Πελοποννήσου

indian-war-bonnet

Ο στερνός σεμνός άντρας
πέθανε σήμερα στη Σαρωνίδα.
Κανένας δεν θυμάται τι έκανε
ή πως τα κατάφερε να ‘ναι τόσο καλός.

Πέθανε σήμερα στις τρεις και δέκα ακριβώς,
μόλις που ακούστηκε η λήξη του ποδοσφαιρικού αγώνα.
Οι βοσκοί παραπονέθηκαν πως φύσηξε χειμωνιάτικο αγέρι
κι ο χασάπης άφησε χάμω το αρνί του.

Κάποιες μητέρες είπαν πως έγραφε ποιήματα,
υπέροχα ποιήματα σε σπάνιο χαρτί,
μα για τι τούτα μίλαγαν δεν γνώριζαν.
Μα κι ούτε άλλος κανένας γνώριζε καλά
γιατί αυτός ο ποιητής ήταν κάποιος ξένος.

Ζουζούνια χτυπάνε πάνω στο τζάμι.
Ένα σκυλί αλυχτάει. Ο Αιγέας
για τον εαυτό του σίγουρος οικτίρει
όσους συνάχτηκαν μες στο δωμάτιο του και θρηνούν.

Κανένας δεν γνωρίζει αληθινά
πως και γιατί πέθανε, αν είχε εχθρούς
ή φίλους, κι αν ήταν τόση ανάγκη
να ριχτεί στο πέλαγο απ’ τα βράχια.

Οι ψαράδες έριξαν τα δίχτυα τους
πέρα, στ’ ανοιχτά, κατά την Πελοπόννησο.
Στη Σαρωνίδα οι άνθρωποι είναι σίγουροι
πως η Ελλάδα νικήθηκε μονάχη της, κι όχι απ’ τους
Τούρκους.

*Από το βιβλίο “Αυτοί που φέρνουν τον τροχό των ονείρων – 13 Ινδιάνοι ποιητές”, εκδ Δωρικός, 1985, σε μετάφραση K. Ασημακόπουλου-Ντίνας Σιδέρη, που το ανακάλυψε ο ποιητής Κυριάκος Σιφιλτζόγλου σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στο Μπιτ Παζάρ στη Θεσσαλονίκη, και δεν περίμενε, όπως λέει, να βρει έναν από αυτούς να γράφει για την Ελλάδα…

Χειμωνιάτικα τραγούδια των Ινδιάνων

winter

Να το χιόνι, ρο – ρανι!
Να το χιόνι, ρο – ρανι!
Να ο δρόμος των ψυχών!

Λέει ένα από τα τραγούδια του “Χορού των Φαντασμάτων”, μιας μυστικής ιεροτελεστίας των Iνδιάνων με στίχους που ήταν ακατανόητοι στους αμύητους. Ο “Χορός των Φαντασμάτων” ξεκίνησε από τη φυλή των Αραπάχο, διαδόθηκε σε μια σειρά από φυλές όπως οι Σιου, οι Σαϊέν, οι Παϊούτι και στο τέλος πήρε εθνικό χαρακτήρα, αφού οι φυλές ενώθηκαν γύρω από αυτόν, μέχρι που οι Αμερικάνοι λευκοί τον απαγόρεψαν. Σύμφωνα με το ιστορικό του συγκεκριμένου τραγουδιού, ένας μάγος, ο βοσκός Γουοβόκα “αρρώστησε” την ώρα μιας έκλειψης του ήλιου και είδε ένα όραμα που τον έκανε προφήτη των Ινδιάνων. Στο όραμά του ανέβηκε στον ουρανό όπου ο θεός του έδωσε το χορό για να τον πάει στον λαό του μαζί με συμβουλές ειρηνικής συνύπαρξης. Αν εκτελούσαν τον χορό κάθε τόσο γιο πέντε μέρες ο χαμένος βούβαλος θα ξαναγύριζε στις πεδιάδες και μια νέα γη, λευκή σαν σκεπασμένη από χιόνι θα ξαναρχόταν. Το χιόνι έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή των αυτόχθονων κατοίκων της Αμερικής, όπως φαίνεται σε ένα άλλο τραγούδι συμπαθητικής μαγείας:

Χιόνι, έλα, πολύ, για να ΄ναι άφθονο νερό,
σαν έρθει καλοκαίρι.
Πάγε, έλα, σκέπασε τα χωράφια,
να δώσει άφθονη σοδειά η σπορά.
Ας είναι όλες οι καρδιές ευτυχισμένες…

Ο χειμώνας, ειδικά για τους κατοίκους των πιο βόρειων περιοχών, ήταν εξαιρετικά δύσκολος και μακρύς, η μόνη τους συντροφιά τη νύχτα ήταν ο έναστρος, καθαρός ουρανός, όπως βλέπουμε στο παρακάτω τραγούδι των ιθαγενών Εσκιμώων:

Ε, άστρο εκεί πάνω,
εσύ που κοιτάς από κει πάνω,
τα δάχτυλα σου εκεί πάνω,
δεν πιάστηκαν γρήγορα,
δεν πλέχτηκαν σφιχτά.

Έπεσε κάτω και δεν άγγιξε,
χωρίς διόλου αντίκρυ του ν’ αγγίξει
– δεν άγγιξε.

Ένα ακόμα τραγούδι που ανήκει στον κύκλο του “Χορού των Φαντασμάτων” εκφράζει τον θαυμασμό τον ινδιάνων για τον νυχτερινό ουρανό:

Απάνω εσύ κι εγώ θα πάμε·
στο μάκρος του Γαλαξία εσύ κι εγώ θα πάμε·
στο μάκρος του χναριού των λουλουδιών εσύ κι εγώ θα πάμε·
κόβοντας λουλούδια στο δρόμο μας…

Πολλά τραγούδια περιγράφουν το παγωμένο τοπίο που αντίκριζαν κάθε μέρα οι Ινδιάνοι του βορρά :

Κοιτάω κατά το νότο το ψηλό Βουνό Κουνάκ,
Κοιτάω τα σύννεφα που μαζεύονται γύρω του·
μελετάω τη φωτεινή τους λαμπρότητα·
γύρω απλώνονται πάνω απ’ το ψηλό Κουνάκ·
σκαρφαλώνουν τα θαλασσινά πλευρά του·
δες πώς γλιστρούν κι αλλάζουν·
κοίτα τα εκεί κατά το νότο·
πως το’ να ομορφαίνει τ’ άλλο·
πως ανεβαίνουν τις νότιες πλαγιές του,
κρύβοντάς το απ’ την αγριεμένη θάλασσα…

Τα στοιχεία της φύσης, όπως ο άνεμος του χειμώνα, συχνά προσωποποιούνται στην ποίηση των Ινδιάνων όπως συμβαίνει σ’ αυτό το κομμάτι:

Με λήστεψε ο άνεμος,
μου λήστεψε ο άνεμος το σκέπασμα μου.

Αυτό μονάχα είχα γλυτώσει,
μου λήστεψε ο άνεμος το σκέπασμα μου.

Μόνο που δε μπορούσα με το χέρι να το πιάσω·
το σκέφτηκα μα δε μπορούσα με το χέρι να το πιασω…

Με λήστεψε η άθλια φώκια με τα γένια,
μου λήστεψε του καμακιού μου το σκοινί.

Αφού κι οι κυνηγοί της φώκιας δε μπορούσαν τίποτα να πιάσουν,
κι εγώ δεν έριξα με το σκοινί του το καμάκι.

Αφού κι οι κυνηγοί της φώκιας δε μπορούσαν τίποτα να πιάσουν,
περίμενα και το καμάκι μου με το σκοινί έμπηξα γερά.

Στον άνεμο και στα στοιχεία της φύσης αναφέρεται κι ένα άλλο τραγούδι μύησης των εφήβων που έμπαιναν στην κοινότητα ύστερα από κάποια ηλικία. Ο έφηβος έπρεπε να νηστέψει για μερικές μέρες προκειμένου να έρθει σε επαφή με το φυλακτήριο πνεύμα του. Κάθε Ινδιάνος είχε ένα προσωπικό τραγούδι σαν αυτό:

Ας γύρναγα τη νύχτα,
ας γύρναγα ενάντια στους ανέμους…
ας γύρναγα όταν φωνάζει η κουκουβάγια.

Ας γύρναγα μες την αυγή,
ας γύρναγα ενάντια στους ανέμους,
ας γύρναγα μες την αυγή,
ας γύρναγα όταν κράζει ο κόρακας.

Ένα ακόμα μικρό τραγοούδι για τον άνεμο από την φυλή Τσιπάγουα:

Ο άνεμος,
μονάχα
αυτόν φοβάμαι.

Οι ατέλειωτες μέρες και νύχτες του χειμώνα όμως ήταν και χρόνος αναπόλησης των κυνηγιών του καλοκαιριού. Ένα από τα πιο όμορφα σχετικά τραγούδια είναι αυτό “Του ελαφιού με την μαύρη ουρά” που έτρεχε κοντά στα “μαγικά σπίτια”, τα ερείπια δηλαδή του παλιού οικισμού Pueblo, που θεωρούνταν από τους μεταγενέστερους ιθαγενείς κατοικία των θεών:

Κάτω στα μαγικά σπίτια, κάτω στα μαγικά σπίτια
φυσούν οι άνεμοι και από τα κέρατα και τ’ αυτιά μου
μαζεύτηκαν δυνατότεροι.

Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας. Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας
γιατί τόξα και βέλη με κυνηγούσαν, πολλά τόξα
ήταν στ’ αχνάρια μου.

Το κυνήγι ήταν ζωτικής σημασίας για τους αυτόχθονες Ινδιάνους κι ήταν επόμενο τα καλύτερα τους τραγούδια να μιλούν γι’ αυτό. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι το “Τραγούδι του κυνηγού” των Τσιπέγουα:

Από μακριά τρέχει
με τ’ άσπρα του ποδάρια
μέσα στους θάμνους.

Από κοντά τρέχει
με τα ρουθούνια του ανοιχτά
πάνω στο γυμνό χώμα.

Η άσπρη ουρά σκαρφαλώνοντας
μοιάζει σα γραμμή πάνω στους βράχους.
Η μαύρη ουρά προχωρώντας
μοιάζει σα ράγισμα στους βράχους.

Απόστολος Σπυράκης

Σημ.: Oι μεταφράσεις είναι του Λευτέρη Σκαρτσή από τις εκδόσεις Καστανιώτη και της Ειρήνης Βρη από τις εκδόσεις Οδός Πανός.

*Αναδημοσίευση από το http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/02/blog-post_10.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

indian2

Γιώργος Καλοζώης, Το βλέμμα του καθρέπτη

kalozois040

Ο τροχός που συμπλεκόταν
με τον τροχό
σε έφερε εδώ και το απόστημα
που χωρίς αντιβίωση έσπασε της κίνησης
αυτή είναι η ιστορία μας
αυτήν έχουμε
αυτή μην την κατακρίνεις
όπως αυτός που κατακρίνει
την υψοφοβία καθισμένος
στην αναπαυτική μπερζέρα του
σαλονιού
άλλα έζησες εσύ
άλλα εσένα έχουν πληγώσει
μα πάνω απ’ όλα
έχε θάρρος τώρα που το
δέντρο του πόνου το μόνο δέντρο
της αυλής σου είναι κατάφορτο
καρπούς
ανέβα με την πονεμένη σκάλα
τοποθέτησέ τους στο πονεμένο
καφάσι
πάρ’ τους να τους πωλήσει ο
πονεμένος φθαρτέμπορας
στους πονεμένους
γιατί μια μέρα
μονάχα γιορτάζεις
μια μέρα μονάχα
συνάζονται πολλοί για τα
γενέθλιά σου
γιατί μονάχα μια γυναίκα
έχεις και το όνομά της
δεν είναι Χαρά
Χώρισε τον κόσμο
στα πράγματα που συμφέρουν
και σε κείνα που δε συμφέρουν
πιάσου πότε από τα
μεν και πότε από τα δε
στα πράγματα που σου φέρνουν
στα πράγματα που τα παίρνεις
μόνος σου σ’ όσα είναι
καμωμένα για να τρώγονται κι
όσα δεν
όπως τα ζώα φέρσου
όπως τα ζώα γίνου
κι αν νομίζεις ότι διαφέρεις
τόσο πολύ πήγαινε στον
καθρέφτη και στάσου ολόκληρος
μπροστά του όχι ο μισός
κοίτα τις τρίχες που βλάστησαν
στο μέτωπό σου πήγαινε
ύστερα στο σαλόνι
και κοίτα τ’ άδεια πορσελάνινα
πιάτα Ρεϊνό κοίτα τα όλα
που προσιδίαζαν στην
ανθρωπιά σου κι ανέβα μετά
στην κρεβατοκάμαρα
ένα μεγάλο φυτοφάγο ζώο
κείται στο διπλό κρεβάτι
και το αίμα του λέρωσε το
δικό σου πάτωμα
τη δική σου μοκέτα
ήδη η φουσκωμένη του
καρδιά πάλλεται
στο στόμα σου κι αν δε
σε πείθω
στάσου μπροστά στον καθρέφτη
ολόκληρος όχι ο μισός

*Από τη συλλογή “Η κλίση του ρήματος”, εκδ. Φαρφουλάς, 2009.