Erich Mühsam, Freedom in chains / Ελευθερία με αλυσίδες

I saw the people terrified;
I hear the slave Fronekeuch.
Then I yelled out loud: Break the law!
Blow up the state! Take courage to yourselves!
What does the law apply?! What’s the state doing?!
Man be free! Free be the Law!
A free man follows his own advice:
Blast the law! Breaking the state!
Eyes looked bold and clear,
and many oppressed ran to:
Freedom lives! You are right!
Free us from state and coercion!

Not me! You need to free yourself.
Break the belt that binds you!
No one else can be your guide.
Break the law! The state is blown up!
No you smart and we stupid.
Lead us to freedom you look!
They already turned their backs crooked:
Oh look, the state is already throwing its fist! …
Raw grabbed my fist in the neck
of the state: be violated the law!
Man stieß mich fort. Da fiel mein Blick
on Frongekeuch and the law of fear.
My flock moved in the slave rut
And cried after me, “Do your chatter.”
you fraudster, be true to yourself!
Now the state is teaching you the law!
You goals! Beat my arm and leg
in chains, and in grave loss
Still the best freedom of mine:
the freedom I promised you.
You lace up the body; you torture the blood.
The mind is not enforced by law or state.
Free to break her, my courage remains
and free courage leads to the deed!

Είδα τους ανθρώπους τρομαγμένους·
Άκουσα τον στεναγμό του σκλάβου.
Και τότε φώναξα δυνατά: Παραβιάστε τον νόμο!
Ανατινάξτε το κράτος! Πάρτε θάρρος!
Τι αξία έχει ο νόμος;! Τι κάνει το κράτος;!
Άνθρωπε, γίνε ελεύθερος! Η Ελευθερία ας είναι ο Νόμος!
Ο ελεύθερος άνθρωπος ακολουθεί τη δική του βούληση:
Συντρίψτε τον νόμο! Γκρεμίστε το κράτος!
Μάτια κοίταξαν τολμηρά και καθαρά,
κι οι καταπιεσμένοι έτρεξαν πολλοί:
Η ελευθερία ζει! Έχεις δίκιο!
Λύτρωσέ μας από το κράτος και τον εξαναγκασμό!

Όχι εγώ! Πρέπει να λυτρώσετε τον εαυτό σας.
Σπάστε τη ζώνη που σας δένει!
Κανείς άλλος δεν μπορεί να είναι ο οδηγός σας.
Παραβιάστε τον νόμο! Το κράτος γκρεμίζεται!
Όχι εσύ σοφός κι εμείς ανόητοι—
Οδήγησέ μας στην ελευθερία που βλέπεις!
Κι όμως, ήδη γύρισαν τις πλάτες τους στραβωμένες:
Κοιτάξτε! Το κράτος υψώνει ήδη τη γροθιά του! …
Άγρια άρπαξα τον λαιμό του κράτους:
παραβιάζεται ο νόμος!
Με έσπρωξαν μακριά. Και τότε έπεσε το βλέμμα μου
στον στεναγμό της δουλείας και στον νόμο του φόβου.
Το πλήθος μου βάδιζε στο αυλάκι του σκλάβου
και φώναζε πίσω μου: «Συνέχισε τα λόγια σου».
Απατεώνα, να είσαι πιστός στον εαυτό σου!
Τώρα το κράτος σου διδάσκει τον νόμο!
Οι στόχοι σου! Δέσε τα χέρια και τα πόδια μου
με αλυσίδες, και μέσα στη βαριά απώλεια
παραμένει η καλύτερή μου ελευθερία:
η ελευθερία που σας υποσχέθηκα.
Δένετε το σώμα· βασανίζετε το αίμα.
Το πνεύμα δεν υποτάσσεται σε νόμο ή κράτος.
Ελεύθερο να σπάσει τα δεσμά, το θάρρος μου μένει,
και το ελεύθερο θάρρος οδηγεί στην πράξη!

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ted Joans, The truth / Η αλήθεια

If you should see
a man
walking doen a crowded street
talking aloud
to himself
don’t run
in the opposite direction
but run toward him
for he is a POET!
You have NOTHING to fear
from the poet
but the TRUTH

Αν τύχει και δεις
έναν άνθρωπο
να κατεβαίνει ένα δρόμο κατάμεστο
μιλώντας δυνατά
στον εαυτό του μην τρέξεις
μακρυά του
τρέξε κοντά του
γιατ’ είναι ΠΟΙΗΤΗΣ.
Δεν έχεις ΤΙΠΟΤΑ να φοβηθείς
από τον ποιητή
παρά μόνο
την ΑΛΗΘΕΙΑ

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ελένη Ντούξη, Δελτίο αποστολής

Το ρολόι ξεκούρδισε τους χτύπους του
παραμελώντας το ξημέρωμα.

Η ώρα εφτά και δέκα το πρωί. Βλέπω τις εφτά ψυχές μου καρφωμένες
Στους ωροδείκτες. Μου μένουν μόνο 10 λεπτά για έναν γρήγορο απολογισμό
Ήρθα με μια διαμαρτυρία στα χείλη, εκκωφαντική.
Τα βήματά μου αυστηρά μετρημένα – τα λουριά ήταν μόνο σαράντα εκατοστών.
Έπαιξα το λευκό μου νυχτικό στα χαρτιά σε κάτι καταγώγια
-ο πατέρας μου με κυνηγούσε με ένα μαύρο σεντόνι.
Κάρφωσα την απέχθεια του κόσμου με ένα μαχαίρι στο μάτι μου.
Από τότε βλέπω μονόφθαλμα στο σκοτάδι.
Ό,τι καλό υπήρχε, τώρα αιωρείται δίπλα του διαμπερές.
Σας κλείνω αναγκαστικά το μάτι μένοντας μετέωρη.
Η αλήθεια είναι, ότι αυτή η καταμέτρηση μου πήρε μόνο ένα λεπτό.
Ξέχασα να αναφέρω, πως το μηδενικό που ακολουθεί, είναι απλώς
Ένας τέλειος κύκλο στο νερό.

Υ.Γ. Καρφώνω δυο μάτια για γραμματόσημα πάνω σε αυτό το πακέτο που λέγεται ζωή (μοναδικά αντίπτυαν για τη συλλογή σας). Ο παραλήπτης πληρώνει τα έξοδα αποστολής με δύο κέρματα, σαν από πάντα χρυσά.

Marwan Ali, Αραβεύοντας

​Την πρώτη μέρα που πήγα στο σχολείο, γύρισα να κοιτάξω τον αδερφό μου, τον Ρακάν, που καθόταν πίσω μου και του είπα στα Κουρδικά: Πεινάω, πότε θα γυρίσουμε σπίτι;

​Μετά απ’ αυτό, δεν πρόλαβα να δω τίποτα άλλο. Ένα χαστούκι μεγάλο σαν βουνό, βίαιο σαν έκρηξη ατομική.

​Μίλα στο αγόρι αραβικά.

​Έκλαψε ο αδερφός μου. Έκλαψε το θρανίο. Έκλαψε η μητέρα μου. Έκλαψαν οι μακρινές πέτρες.
​Μόνο ο πατέρας μου με αγκάλιασε, αφού του διηγήθηκα τι είχε συμβεί. Άναψε ένα στριφτό τσιγάρο και είπε:

Θα ‘ρθει μια μέρα που τα παιδιά μας θα διαβάζουν στα σχολεία στη γλώσσα τους, θα τραγουδούν τα τραγούδια του Μοχάμεντ Σέιχο* στο μάθημα μουσικής, και αντί για τα ποιήματα του Σουλεϊμάν Ίσα, θα απαγγέλλουν τους στίχους του Τζιγκερχουίν.

​Μοχάμεντ Σέιχο: Κούρδος τραγουδιστής.
Σουλεϊμάν Ίσα: Σύρος ποιητής.
Τζιγκερχουίν: Κούρδος ποιητής.

Marwan Ali

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Γενετικό διαβατήριο

κάποτε
έρχεται και η Δύση

ανηφορίζεις

την κοιλάδα
μεγάλου
ρήγματος

στο πρώτο οροπέδιο
έχεις καταλάβει

-λύκος της Αιθιοπίας
-ευάλωτος κι αποκομμένος-
μετρά τ’ άστρα
πριν
δείξει

το γενετικό διαβατήριο

και

περάσει

στην

προϊστορία

*Από τη συλλογή “Με ύφος Ινδιάνου”.

Αργύρης Χιόνης, ένα ποίημα 

Ποιήματα

ΚΔ’

Το επάγγελμά μου είναι να μεθάω τους άλλους
Όλη η ζωή μου εξαρτιέται από των πελατών τη μέθη
Κι αυτή δεν πρέπει να ‘ναι γρήγορη ούτε ξαφνική
Αλλά αργή μεθοδική γιατί έτσι μόνο
Γίνεται κατανάλωση κρασιού μεγάλη
Κι ύστερα οι πελάτες μου δεν πρέπει
Να νιώθουν μόνοι ή γελοίοι με τη σκέψη
Ότι αμέθυστος εγώ γελάω με τα καμώματά τους
Έτσι αναγκάζομαι κι εγώ να πίνω
Και να μεθάω μαζί τους και να τραγουδάω
Κι όλες τις τρέλες που αυτοί κάνουνε
Να κάνω όλη τη νύχτα ώς τα ξημερώματα
Ώσπου να μείνω μόνος
Και με κατεβασμένα τα ρολά
Να κάτσω να μετρήσω τις εισπράξεις

Alejandra Pizarnik, Ένα φως, μια λάμπα

Ένα φως, μια λάμπα
το απόμακρο της νύχτας.
Το απόμακρο του απόμακρου
γεννιέται από μένα, γεννιέται με την
μουσική.

Να ζεις ελεύθερος.

Στα πέρατα
στις αμμουδιές,
στη μοναξιά,
στη θεϊκή ακινησία του έρωτα.

Η ελευθερία του να είσαι μόνο στάχτη.

Πεθαίνω στη μουσική που παίζει ο έρωτας

*Μετάφραση: Στάθης Ιντζές.

Vittorio Sereni, Ποιητές στον οδό Μπρέρα: Δύο εποχές

Χρειάζεται ένας αιώνας περίπου
-φλεγόταν ο Ουνγκαρέτι στην είσοδο
της Γκαλερί Απολινέρ-
χρειάζεται όλος ο κόπος όλο το κακό
όλο το σάπιο αίμα
όλο το αγνό αίμα
ενός ολόκληρου αιώνα για να φτιαχτεί ένας…

(Στο μεταξύ
στο απέναντι πεζοδρόμιο
δυο-δυο πιασμένοι αγκαζέ
δυο-δυο μισώντας αλλήλους
μέσα από γουργουρητά αμοιβαίας αγάπης
έξι παρέλασαν. Έξι)

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Θράκα”, Νο 1, Φθινόπωρο 2013. Μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας.

Denise Jallais, Τέσσερα ποιήματα

Το σώμα μου μέσα στα μάτια σου
ανάβει πράσινα μικρά στιλέτα
Αγαπάς τα μαλλιά και τις γάμπες μου
την καρδιά και το στόμα μου
Όπως εγώ δε θέλω πια να μ’ αγαπάς

*

Σ’ αγαπώ για όλες τις συμφορές που μου πετάς
Για τις μέρες που είναι σκληρές και γκρίζες σα χωριάτικο ψωμί
Και πλέκω μαζί τους το σπίτι, την καρδιά και το κορμί μου

*

Σαν ένα μικρό γινωμένο ροδάκινο
θα πέσεις μέσα στη ζωή μου
Και θα σε μαζέψω με φροντίδα

*

Όταν την καρδιά μου πελεκάς
πονώ τόσο πολύ
που θα μπορούσα χωρίς να το καταλάβω
μέχρι τη θάλασσα να τρέξω
Κι εκεί με ησυχία να πεθάνω
όπως ένα κοχύλι

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Θράκα”, Νο 1, Φθινόπωρο 2013. Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης.

Δανάη Σιώζιου, Δύο ποιήματα

ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Ο δάσκαλος τιμωρεί τους συμμαθητές μου, τους δένει το αριστερό χέρι, τους σηκώνει στον πίνακα, βάζεις τις φίλες μου να νηστεύουν όρθιες στη γωνία,. Εμένα μου σκίζει το μπλοκ με τις ζωγραφιές.
Το καινούργιο σχολείο εάν Άι ωραίο, έχει πόρτες, παράθυρα, αυλή, πίνακες, αίθουσα. Κάνουμε μάθημα, πετροπόλεμο, βήμα για την παρέλαση, γράφουμε στο θρανίο ποιος αγαπάμε, τους άλλους δεν τους παίζουμε. Μια κυρία Σαύρα Διευθύντρια επιλέγει έναν κάθε πρωί και ξεκινάμε τη μέρα μας όλοι μαζί τιμωρημένοι στο προαύλιο, ώρα προσευχής.

ΠΙΕΡΟΤΟΙ

Που ήμασταν παχουλό μωρά
ποτέ δεν μας συγχώρεσαν
μας τσίμπαγαν τα μάγουλα
μας στρίμωχναν μες σε κάτι
διχτυωτά πάρκα
με κόπο σκαρφαλώναμε
κι όταν επιτέλους γλιτώσαμε
δεν ξαναβάλαμε
ποτέ πια συνολάκια.

*Από τη συλλογή “Χρήσιμα Παιδικά Παιχνίδια”, Εκδόσεις Αντίποδες 2018.