Οι Ερινύες με επισκέπτονται συχνά τα βράδια για ό, τι δεν έκανα. Και οι πεθαμένοι μ’ ονειρεύονται και μετανιώνουν Για το ό, τι δεν μ΄αγκάλιασαν όσο θα θέλανε.
β
Νοσταλγώ μέσα στα όνειρά μου την ζωή μου ολόκληρη Και έτσι πλούσια η μέρα και η νύχτα.
γ
Αναρωτιέμαι θα προλάβω να βρω ανθρώπους όχι πιο τυχερούς από μένα Σίγουρα δεν θα προλάβω, λάθη να διορθώσω. Μια ανυπομονησία, ίδιο με τραίνο φορτωμένο με αιχμαλώτους με συντροφεύει.
δ
Σέρνω ζωές που δεν κατανοώ αλλά αισθάνομαι Και ο χρόνος πιο λίγος από όλη την διαδρομή.
ε
Όλη η πλάση συνηθισμένη με τα ερωτικά ζευγάρια την άνοιξη. Αλλά και ο θάνατος δεν πάει πίσω σε επιτυχίες την ίδια εποχή. Να θυμηθώ τι είναι πιο σημαντικό στις εφευρέσεις Ή να θυμηθώ τα θύματα ενός λοιμού;
*Η μπαγκατέλα είναι ένα σύντομο μουσικό κομμάτι, τυπικά για πιάνο, και συνήθως με ελαφρύ, ήπιο χαρακτήρα. Το όνομα bagatelle σημαίνει κυριολεκτικά «μια σύντομη ανεπιτήδευτη οργανική σύνθεση» ως αναφορά στο ανάλαφρο στυλ ενός κομματιού.
Μυστικός Δείπνος Ο μυστικός μας δείπνος είχε προσκεκλημένους την Μαγδαληνή, τον Διόνυσο και την Παναγία που κυοφορούσε την Αγάπη…
Κι εμείς θρέφαμε την πείνα μας μεθώντας με κάθε θνητό μας κύτταρο πριν φθαρεί στην ριπή του χρόνου…
Την δίψα μας γιάτρευε το ζεστό μας αίμα που έσταζε σαν κερί που τρεμοπαίζει στην εκπνοή των αναστεναγμών
Κι η ηδονή φύτρωνε σαν νυχτολούλουδο στα σκοτεινά σοκάκια μυρίζοντας άνοιξη… Υπνωτισμένοι στη θαλπωρή αυτής της καλοθρεμμένης φωτιάς, απολαμβάναμε το ακράτισμα κόντρα στον θάνατο *
Μέσα σε λίγα εκατοστά
Πώς χωρούν όλες οι ομορφιές όλη η ζωή μας πώς χωρά μέσα σε λίγα εκατοστά;
Σε μια κάμαρη μικρή σε ένα δωμάτιο φθηνό σε ένα εύθραυστο κορμί σε μια γωνιά
Πώς ο κόσμος μας όλος η ευτυχία και η χαρά μέσα από τα μάτια σου περνά;
Πόσοι βοριάδες και βροχές πόσους χειμώνες και θάλασσες Πόσοι λεωφόροι και στενά σαν ταινία από τους τοίχους μας περνάν
Ό,τι θυμάμαι απ’ όταν γεννιέμαι και ό,τι ζω έως να πεθάνω μέσα από το αίμα σου κυλά
Όλοι οι λόγοι και οι αφορμές όλοι οι πόθοι και οι φωτιές θεριεύουν και σβήνουν εδώ μπροστά μέσα σε λίγα εκατοστά
*Από τη συλλογή «Ονειρεύτηκα την Διοτίμα και άλλα εφήμερα Ειδύλλια», Εκδόσεις: Κομνηνός, Απρίλιος 2025
Ξεπήδησε από τον σκαρφαλωμένο οικισμό που συνεχίζει να βουλιάζει σαν σε αρνητικό φωτογραφίας μ’ ένα φθαρμένο μπλουζάκι ξυπόλητο υποσιτισμένο ακίνητο κοίταζε έντονα προς τα κάτω τις «μονάδες ειρήνευσης» και τους τουρίστες με τα κινητά και δεν παρατήρησα ότι κάτι κράταγε στο χαμηλωμένο του χέρι
Μέρος ευρύτερης μεταφραστικής εργασίας πάνω στο έργο του Lesego Rampolokeng Μετάφραση, ανάλυση και βιογραφικές σημειώσεις: Ασημίνα Λαμπράκου
LINES FOR VINCENT Στίχοι για τον Βίνσεντ (Lesego Rampolokeng – μετάφραση: [Ασημίνα Λαμπράκου])
Του έβγαλαν το δόντι μ’ ένα ζευγάρι πένσες, προτού πεθάνει. Του έβγαλαν τα νύχια, επειδή ήθελαν να χάσει το θάρρος του. Έκοψαν τα γεννητικά του όργανα μ’ ένα χασαπομάχαιρο. Ενώ αιμορραγούσε, τον έγδαραν κι άφησαν το αίμα του να ρέει με τον άνεμο.
Το μήνυμα έσκασε μέσα μου στην κόκκινη οργή μιας καταιγίδας, χτυπώντας σκληρά στο πίσω μέρος της ντροπής μου. Κι ακόμη το κέλυφος της μνήμης ρίχνει ζάρια.
Ας το πάμε με τη σειρά. Κανείς από όσους ξέρω δεν είδε το πτώμα του Βίνσεντ. Και οι αποδείξεις καθαρίστηκαν καλά από τον στρατιωτικό που ζούσε με τον αγώνα να παραμείνει ανθρώπινος. Ναι, ο άντρας στην εξουσία έκανε μια συμφωνία σε κιλά αίματος και σάρκας. Θάψαμε ένα άδειο φέρετρο, συμβολικά. Λένε, ένα τσακάλι μετέφερε το κεφάλι του μακριά. Λένε, μια σφαίρα έκλεισε τον λογαριασμό.
Ο θρύλος λέει: στριφογύριζαν το κεφάλι του στον αέρα και τα οστά θα είχαν φτιάξει έναν θρόνο για τον πρόεδρο. Ακρωτηρίασαν και σοδόμησαν το νεκρό του σώμα.
Ο Βίνσεντ ήταν ξάδελφός μου· δολοφονήθηκε από βαναυσότητα και ενός έθνους τη φονική δόξα. Του έδειξα τις πρώτες μου ηβικές τρίχες και, την εποχή της σύγχυσής μου, μου έδειξε το μονοπάτι και τον τρόπο να διαβώ. Μα έλαβα ένα χτύπημα από το σοκ της ανακάλυψης της θνητότητας.
Όρθιος, με κουβέρτα την ομίχλη, σύρθηκε μέσα στον καπνό απ’ της οβίδας την πορδή για να πεθάνει στο Κοματιπόορτ, τόπο όπου σφραγίστηκε η συμφωνία του κοπροθανάτου. Η δικαιοσύνη λαβώθηκε στα πεδία του φόνου.
Ο Βίνσεντ σ’ έναν λόφο από κατακόκκινο χρώμα, με το ρίγος τυλιγμένο γύρω του. Μια ανεμοθύελλα μέσα του, κουκουλωμένος κάτω από κουβέρτα φόβου. Όπως η συνειδητοποίηση του φόνου μεγάλωνε, κι η καταιγίδα φυσούσε ακόμη.
Τη νύχτα πνίγηκα στον ιδρώτα, στη θέα ενός πλατιού χαμόγελου θανάτου, με ένα όπλο να σημαδεύει τον εγκέφαλό μου. Και το αποκάλεσαν επινόημα μιας πυρετώδους φαντασίας.
Κι ακόμη βλέπω τα φτιασιδωμένα τους πρόσωπα στις ειδήσεις να τρέμουν καθώς τους παρακολουθώ να ρίχνονται στο κοτόπουλο, γευματίζοντας, στις λιμουζίνες τους – αφότου το φλας της κάμερας άστραψε–τρέμω και θέλω να ακούσω την άποψή τους: γιατί τόσες ζωές ξεπουλήθηκαν. Μα οι ερωτήσεις μου γεννιούνται ευνουχισμένες.
Δεν έχει νόημα να ανακατεύω το δισκοπότηρο της επανάστασης, όταν ό,τι μπορεί να αποφέρει είναι μια χώρα γεμάτη κάμπιες σε παροξυσμό.
Η μητέρα δεν μπορούσε να σταματήσει να κουνάει το κεφάλι της. Έτσι βεβαίωσαν ότι ήταν τρελή και την κλείδωσαν στη μοναξιά της.
Η βόμβα, η σφαίρα, η λεπίδα, το δηλητήριο ή απλώς η σιωπή μπορούν να απαλύνουν την ακατανίκητη οδύνη του μυαλού μου. Καθώς η γλώσσα μου τινάζεται, ξέρω — μπορεί να συναντήσω τον θάνατο του λόγου.
Μα λένε πως η μνήμη είναι δρόμος μακρύς, που γίνεται χειρότερος από το βαρύ φορτίο της βίας.
σημείωση μετάφρασης: το ποίημα διαμορφώνεται παρεμβατικά στην hip hop αρχική εκδοχή του, ώστε να διευκολύνει αναγνωστικά εκείνον που θα αντέξει να το αγγίξει, και να το διαβάσει.
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΝΑΛΥΣΗΣ Το Lines for Vincent γράφεται από μια φωνή που γνωρίζει ότι ο λόγος δεν επαρκεί και παρ’ όλα αυτά δεν υποχωρεί. Στο Lines for Vincent το ποιητικό υποκείμενο του Rampolokeng στέκεται μέσα στο τραύμα, αποδέχεται την ασυνέχεια, την αποσπασματικότητα, την ένταση. Η βία εγγράφεται στο ποίημα ως διατάραξη της γλώσσας: οι εικόνες εμφανίζονται απότομα, οι συνδέσεις χαλαρώνουν, ο ρυθμός γίνεται κοφτός, σωματικός. Η γραφή λειτουργεί ως ίχνος της επίδρασης των γεγονότων επάνω στη φωνή που μιλά. Έτσι, το ποίημα συγκροτεί μια στάση γραφής που δεν διεκδικεί αποκατάσταση ή νοηματική πληρότητα, αλλά εμμένει στην παρουσία, στην ένταση και στη μνήμη που δεν ησυχάζει. Μορφικά, το ποίημα κινείται ανάμεσα στον προφορικό ρυθμό και στη σιωπή της γραφής. Οι μακρείς, συχνά κατακερματισμένοι στίχοι, οι επαναλήψεις, οι απότομες μετατοπίσεις από το προσωπικό στο πολιτικό και από το γεγονός στον θρύλο, συγκροτούν μια γλώσσα που δεν «κυλά» αλλά σκοντάφτει. Η ποίηση αντιστέκεται στη ροή, δεν εξομαλύνει.
Το Lines for Vincent δεν ζητά να διαβαστεί εύκολα. Ζητά να αντέξει κανείς να το διαβάσει. Και αυτό ακριβώς το καθιστά ένα από τα πιο σκληρά και αναγκαία ποιήματα του Rampolokeng: ένα ποίημα όπου η μνήμη δεν σώζει, αλλά επιμένει — και όπου ο λόγος, απειλούμενος διαρκώς με τον θάνατό του, εξακολουθεί να μιλά.
*
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Ο Lesego Rampolokeng είναι Νοτιοαφρικανός ποιητής, συγγραφέας θεατρικών έργων, περφόρμερ και μουσικός. Γεννήθηκε το 1965 στο Σοβέτο (Soweto), σε ένα περιβάλλον όπου η βία του απαρτχάιντ, οι απαγορεύσεις και η καθημερινή εμπειρία της καταπίεσης δεν αποτέλεσαν απλώς ιστορικό φόντο, αλλά καθοριστική συνθήκη διαμόρφωσης συνείδησης και λόγου.
Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα, η φωνή του Rampolokeng παραμένει μία από τις πιο ισχυρές, άτεγκτες και ανυποχώρητες συνειδήσεις της νοτιοαφρικανικής λογοτεχνίας. Ο λόγος του δεν επιδιώκει τη συμφιλίωση ούτε την παρηγορία· αντιθέτως, επιμένει στη ρήξη, στη μνήμη και στην αποκάλυψη των μηχανισμών που συνεχίζουν να παράγουν βία και ανισότητα, ακόμη και μετά την τυπική κατάρρευση του απαρτχάιντ.
Σε συνέντευξή του το 2011, στο πλαίσιο του αφιερώματος South Africa – Land of Contrasts(), ο Rampolokeng υπογραμμίζει ότι η γέννησή μας είναι ήδη μια πολιτική πράξη. Υπό αυτό το πρίσμα χαράσσει τη στάση και την πορεία του, με την ακλόνητη πεποίθηση ότι η τέχνη δεν είναι θέαμα· είναι πράξη. Σε αυτήν την πράξη δεν «εκτελεί» την τέχνη του — είναι ο ίδιος η τέχνη του. Κάθε ποίημα λειτουργεί ως διακήρυξη επιβίωσης μέσα σε ένα σύστημα που, παρά τις αλλαγές ονομάτων και προσωπείων, εξακολουθεί να βασίζεται στη βία, στην αποσιώπηση και στην κανονικοποίηση της αδικίας.
Μεγαλωμένος ανάμεσα σε συρματοπλέγματα και εξεγέρσεις, αναγνωρίζει από νωρίς ότι η γλώσσα μπορεί να μετατραπεί σε όπλο — όχι για να σκοτώσει, αλλά για να αποκαλύψει. Ο λόγος του δεν στοχεύει στη λύτρωση του αναγνώστη· τον καλεί, μάλλον, σε μια κατά μέτωπο αντιπαράθεση με εκείνο που οι κοινωνίες επιλέγουν συστηματικά να ξεχνούν. Η ποίησή του λειτουργεί ως αντίσταση στη λήθη, ως πράξη μνήμης και άρνησης των ψευδαισθήσεων μιας «ελευθερίας» που παραμένει άνιση και ελλειμματική. Το έργο του Rampolokeng συνομιλεί βαθιά με τη σκέψη του Frantz Fanon, του Steve Biko και τη φιλοσοφία της Black Consciousness, ενώ συγγενεύει αισθητικά και πολιτικά με ποιητές όπως ο Mafika Gwala και ο Keorapetse Kgositsile. Παράλληλα, έχει ασκήσει ουσιαστική επιρροή σε νεότερους Νοτιοαφρικανούς ποιητές και περφόρμερ, μεταξύ των οποίων οι Kgafela Oa Magogodi, Lebo Mashile και Khulile Nxumalo.
*σημείωση μετάφρασης: Το ποίημα Lines for Vincent, που παρουσιάζεται στο παρόν κείμενο, προέρχεται από αρχειακό υλικό σε μορφή PDF, το οποίο επιμελήθηκε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κέιπ Τάουν Kelwyn Sole για διδακτικούς σκοπούς, κατόπιν συνεννόησης με τον ίδιο τον καθηγητή. Το ποίημα αυτό συμπυκνώνει χαρακτηριστικά τη γραφή του Rampolokeng: έναν λόγο σωματικό, πολιτικά φορτισμένο, αμείλικτο, που αρνείται να εξωραΐσει την εμπειρία και επιμένει να την εκθέτει σε όλη της την ωμότητα. Η ποίηση του Lesego Rampolokeng δεν ζητά συναίνεση. Ζητά εγρήγορση.
Lesego Rampolokeng, συνέντευξή στο 2010sdafrika.wordpress.com (αρχειοθετημένη στο Web Archive, 2011 Poetry International / Poetry Foundation – βιογραφικά στοιχεία και παρουσίαση African Poetry Digital Portal (University of Nebraska) Kelvyn Sole, pdf
Το όνομά μου αγνοώ Μετά από ζωή στης φύσης την αγκαλιά, με καρδιά ανοιχτή, το όνομά μου αγνοώ Με μάτια σφαλιστά, ο κόσμος μού άρπαξε την καρδιά Η ψυχή μου λαχταρά τη φύση Μα ξέρω, η ζωή είναι προφύλαξη από ό,τι ποθούμε Η καρδιά μου απ’ τον κόσμο αποξενώθηκε, μακάρι να μην άνοιγα τα μάτια Ο θάνατος, προϋπόθεση λύτρωσης απ’ τον πόνο Όσα ζητάμε δεν είναι το να γίνουμε κόσμος Ούτε όρος να γίνουμε φύση Μα λύτρωση απ’ τη μοναξιά Μακάρι να γινόμουν θάνατος, αντίθετος του κόσμου Με καρδιά γεμάτη όνειρα, θα γύριζα στο κενό Ίδε Ο Θάνατος , προϋπόθεση λύτρωσης απ’ την αμφιβολία Μετά από ζωή στον κόσμο Με της νύχτας τη φαντασία κατακτώ τη φύση Πού είναι το σπίτι μας, αγνοώ Το όνομά μου αγνοώ.
*
Ο θάνατος θέλει…
Δεν θέλω να βγω από τον πόλεμο του θανάτου Μπρος στον καθρέφτη χτενίζω τα μαλλιά προς τα πάνω και λέω στον εαυτό μου Τι θέλεις Από τον πόλεμο της ηδονής που δεν ελέγχεται Τη φαντασία που η ζωή λαχταρά Την παράξενη επιθυμία που είναι ο θάνατος και Ο άνθρωπος γερνά στην αναμονή Τι θέλεις Ρωτώ τον καθρέφτη Δεν ρωτώ τον πόλεμο Αυτή είναι η αληθινή επιθυμία Η ζωή τη θέλει Εγώ δεν τηθέλω Κρατιέμαι μακριά από τον πόλεμο του θανάτου Λύτρωση από τον κλειστό κύκλο της επιθυμίας Που με την πρώτη ματιά φαίνεται πως η ζωή τη θέλει Εγώ δεν τη θέλω Ζητώ από τη γλώσσα να με προστατέψει από τον πόλεμο του θανάτου Ζητώ από τον θάνατο να με προστατέψει από τον πόλεμο της γλώσσας Ζητώ από τον πόλεμο να με προστατέψει από τον θάνατο της γλώσσας Όλη αυτή η αυτοκαταστροφή Αυτές οι επιθυμίες Ένα κενό απύθμενο Η φαντασία το θέλει Ο άνθρωπος το προσμένει Μπρος στον καθρέφτη χτενίζω τα μαλλιά προς τα πάνω και λέω στον εαυτόμου Τι θέλεις Μπρος στον καθρέφτη κλείνω τα μάτια και λέω Ποιος είμαι εγώ που ο θάνατος επιθυμεί.
*Μετάφραση από τα Κουρδικά στα Ελληνικά: Ομίντ Καρανί.
**Ο Μουταλίμπ Αμπντουλά είναι ένας διακεκριμένος Κούρδος συγγραφέας και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1962 στην πόλη Ερμπίλ, την πρωτεύουσα της Περιφέρειας του Ιρακινού Κουρδιστάν. Μέχρι σήμερα, συνεχίζει να ζει και να δημιουργεί στην πόλη που τον γέννησε. Με ένα εντυπωσιακό έργο που περιλαμβάνει 33 δημοσιευμένα βιβλία, ο Αμπντουλά έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της κουρδικής λογοτεχνίας. Έχει λάβει πολλές τιμητικές διακρίσεις εντός του Κουρδιστάν και έχει βραβευτεί πολλές φορές για το έργο του. Το 2017 αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην επαγγελματική του πορεία, καθώς τιμήθηκε με το βραβείο της ΔιεθνούςΈκθεσης Βιβλίου της Φρανκφούρτης.
Στα 1917 οδοιπορούσαν στην προσηλιακή Μάνη ο Καζαντζάκης με τον Σικελιανό μυθικοί και νέοι στα μονοπάτια και τα βήματα του Γιώργη του Ζορμπά στην Πραστοβά γύρω από το ορυχείο του λιγνίτη. Τα βράδια κατέλυαν στον πάναστρο μυχό της Καλογριάς στην άκρη δεξιά σ΄εκείνο το μικρό σπιτάκι.
Οδοιπορούσαν θεϊκοί –αν λένε θεϊκό τον Σικελιανό όσοι τον είδαν να βαδίζει στην Ομόνοια – και αποθαύμαζαν, όπως θαυμάζει ακόμα όποιος πατά αυτή τη γη, τη θάλασσα απροσμέτρητη τις πλάτες του Ταΰγετου πύργους και χωριά κι ένα αεράκι να φυσά θυμάρι. Στο δρόμο τους έκοψαν ένα βοτάνι, το μυρίσανε κι όσους συναπάντησαν το αναγνωρίζαν, το βλέπαν στα χωράφια τους δεν ήξερε κανένας τ΄όνομά του. Μόνο στα μύχια του Ταΰγετου τους έδειξαν ψηλά σ΄ένα χωριό τα ξέρει μια γερόντισσα ονοματίζει τα βοτάνια ένα προς ένα. Περάσανε χωριά απάντησαν ανθρώπους με τα ζωντανά τους –στο χέρι το κλαράκι ακόμη ανονομάτιστο- άκουσαν την καμπάνα.
Η μανιάτισσα κυρά αποχαιρέτησε του τόπου της τις πέτρες και τα βότανα για τα πηχτά τα μαλακά σκοτάδια. Χτυπούσε η καμπάνα πένθιμα.
Σήμερα κηδεύουμε μια λέξη ελληνική είπαν επίσημα οι δυο τους.
*Από το βιβλίο “Γιώτα Αργυροπούλου, Ποιητών και Αγίων Πάντων”, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2013 και τη συγκεντρωτική έκδοση “Ποιήματα και Πεζά: 1998-2018”: Αθήνα: “, Εκδόσεις Μελάνι 2023.
20 χρόνια, άτιμο σκυλί, 20 χρόνια πλανήθηκα ανάμεσα σε φόβους και θεριά, απογινώθηκα σκιά για να γυρίσω κι εσύ, άπιστο τέρας, που τάχα τη μυρωδιά καταλαβαίνεις, δεν έκανες ούτε νεύμα σαν πέρασα δίπλα σου.
20 χρόνια, άτιμο σκυλί 20 χρόνια έζησα μισόνεκρος, για να μπω τώρα στο σπίτι μου, ξένος πια. Δε ζήτησα δόξα, ή, όπως το συνηθίζουν, μια ευνοϊκή μεταχείρηση, για την υπερπόντια πλάνη μου. Μα πλάνη σαν τη δική σου, ποτέ δε φαντάστηκα, προδότη, άπιστο σκυλί. Φεύγω, και πουθενά μην πεις πως είχα γυρίσει. Άσε την Πηνελόπη ελεύθερη, λύτρωσ’ τη και στον Τηλέμαχο, πες στο παιδάκι μου, να με τιμά και να με θυμάται.
Γυρίζω στο σκοτάδι και στα κύματα, στα ρεύματα τα αντίρροπα και τα αφιλόξενα, στους Λαιστρυγόνας και στους Κύκλωπας, στον θυμωμένο Ποσειδώνα, που τόσο φοβαμαι.
*Ο Αλέξανδρος Χριστόπουλος έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: “Βενζόλιο”, εκδ. Ιωλκός και “Λόγια των δρόμων”, εκδ. Οδός Πανός.
Μέσα στο αιδοίο κοιμάται ένας άντρας που ξυπνάει κατά περίσταση όταν για παράδειγμα τυλίγω με τα χέρια μου το όπου όταν φιλώ το κενό της σκέψης λίγο πριν όταν αλείβω το τραύμα ψιθυρίζοντας τις λέξεις δεν έχω φύλο
*”Σκαλέτα: 47 σκηνές για το τέλος του κόσμου”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, 2025.