Χ. Π. Σοφίας, Billie

Στοὺς ἀνθοὺς τοῦ δρόμου
μὲ φτεροῦγες πληγωμένες
μακιγιαρισμένη μὲ χρώματα
γιασεμιῶν. Μέθη νυχτερινῶν
ἀγγέλων μὲ χείλη ἐαρινῶν
κήπων μὲ τὸ βλέμμα τοῦ
ξημερώματος τῶν σκιῶν.
Μὲ τὸ αἷμα τῶν στίχων στὸ
βασανισμένο κορμί της μὲ τὴ
μελαγχολία τῆς δυνατῆς βροχῆς.

*Από τη συλλογή “τετράφωνη συγχορδία”, εκδόσεις στο περιθώριο, Μάρτιος 2021.

Πατρίδες των παιδικών ονείρων

Δημήτρης Τρωαδίτης «Με μια εμμονή στην κωλότσεπη», εκδ. Στοχαστής, 2020

Γράφει ο Γιώργος Γκανέλης*

Η ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη είναι γραφή ουσίας. Δεν αντιπαρέρχεται τα γεγονότα, ούτε κρατά ίσες αποστάσεις από αυτά. Αντίθετα δηλώνει παρών, πάντα σε πνευματική εγρήγορση, έτοιμος να αποδομήσει την αδικία, να κατακρίνει την κρατική αναλγησία, να προτείνει μια ανατρεπτική θέαση του κόσμου. Πιστός στην ιδεολογική του ταυτότητα, δεν κάνει εκπτώσεις ούτε περιχαρακώνεται πίσω από μια δήθεν διανοουμενίστικη εκφορά του λόγου. Επιδιώκει να γκρεμίσει σαν χάρτινους πύργους τις εμμονές των μαζών γιατί η ποίηση «ή θα γίνει επανάσταση ή δεν θα υπάρξει ποτέ.»

Ειδικότερα σε αυτό το βιβλίο, ο ποιητής πετυχαίνει να περιγράψει με ρεαλιστικό τρόπο την αναγκαιότητα της κοινωνικής συμμετοχής μέσα από την καθημερινή πράξη, τη μοναξιά των πόλεων, τα συνοικιακά λεωφορεία, τις αποβάθρες, τους ρημαγμένους δρόμους, τις σκληρές μέρες και τις σκοτεινές νύχτες, τους αδικημένους και τα παιδικά όνειρα, το κατακρήμνισμα του σύγχρονου ανθρώπου.

Η θεματολογία του ποιητικού υποκειμένου δομείται μέσα από μια διαρκή αγωνιστικότητα για ιδανικά και χαμένες αξίες, οι ήρωές του είναι εργάτες του μεροκάματου και των οδοφραγμάτων και προσδοκούν την έλευση ενός καλύτερου μέλλοντος. Οι πατρίδες του είναι «ξεπουλημένα γραμμάτια στην αγορά της υποκρισίας, λίστες φοροφυγάδων και αμείλικτων πολιτικών» όπου κατοικοεδρεύουν σύγχρονες Πυθίες χωρίς καμία πολυφωνία. Η συχνή χρήση του β’ προσώπου ερμηνεύεται ως μια αγωνιώδης προσπάθειά του να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη που τελικά μετατρέπεται σε πρωτοπρόσωπο αυτοεξομολογητικό λόγο, ιδιαίτερα στα ποιήματα «Θα ήθελα να μιλήσω», «Θέλω να γράψω ένα ποίημα».

Πέρα από την πολιτική διάσταση των στίχων του ανιχνεύονται και φιλοσοφικοί προβληματισμοί με γνωσιολογικό και υπαρξιακό υπόβαθρο: /τίποτα δεν είναι/ πραγματικό/είναι απομιμήσεις/ανεστραμμένα είδωλα/από το χάος/στο άπειρο/ Στο τέλος διαβλέπει μια αναπόφευκτη και οδυνηρή συμφιλίωση των μαζών με την κυρίαρχη ιδεολογία – «ίσως η εποχή είναι λάθος» – αν και ο ίδιος διακαώς ελπίζει σε μια ανατροπή: /αν δεν έχεις μέλλον/είσαι καταδικασμένος/σε ύπνο δίχως όνειρο/ και εύχεται: /οι δίνες του παρελθόντος να μετουσιωθούν/σε νάματα του μέλλοντος/

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.fractalart.gr/me-mia-emmoni-stin-kolotsepi/

Αντώνης Στασινόπουλος, Δύο ποιήματα

Έργο Νίκου Δεληγιάννη

ΟΠΤΑΣΙΑ

Λες και έχουμε γυρίσει από έξοδο
φοράς κόκκινο φόρεμα και λευκό μαντήλι στο λαιμό.
Ο δίσκος στο πικάπ κι χορεύουμε σε στροβίλισμα τρελό.
Ένα νυχτοπούλι με ξυπνά
μόνος στο δωμάτιο
βαθιά μεσάνυχτα
μια οπτασία.

*

ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ


Πουλί με σπασμένα φτερά
σε δρόμους ξένους
μόνος μέσα στους πολλούς.
Η μέρα σου βασανιστική και ατέλειωτη
αιχμάλωτη στα βλέμματα
και έπειτα η μοναξιά της νύχτας
εσύ και η σιωπή
με τη φλόγα του κεριού να τρεμοπαίζει
μακριά από τις αδιάκριτες ματιές
σαν το μικρό παιδί
φτιάχνεις χαρταετούς
ψηλά για να πετάξεις
πάνω από αγρούς, πόλεις και θάλασσες

*Από τη συλλογή «Το βρέφος», Εκδόσεις opportuna, Πάτρα 2014.

Απερίγραπτα όνειρα..

για τη φωτογραφία, την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα

 

Στην άκρη του καλοκαιριού

ο μεταξοσκώληκας τρώει φως

και βγάζει μετάξι για την νύχτα.

 

Γιάννης Κοντός

Δευτερόλεπτα του φόβου.

View original post

William Carlos Williams, Προλεταριακό πορτραίτο

WCW portrait by Romano

Μια εύσωμη κοπέλα με ποδιά
χωρίς μαντήλι

Τα μαλλιά της λυτά πίσω στέκει
στον δρόμο

Τα δάχτυλα ενός ποδιού με κάλτσα
αγγίζουν το οπεζοδρόμιο

Το παπούτσι της στο χέρι. Κοιτάζει
μέσα προσεκτικά

Τραβά τον χάρτινο πάτο
να βρει το καρφί

που την πλήγωσε

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Ευριπίδης Δρατσέλος, Τρία ποιήματα

Μια Εύρυθμη Οπορτουνιστική Κοινοπραξία

Μες στη συννεφιά,
η μικρή μου γατούλα,
πολύ χαίρεται
που ’χει μεγάλα νύχια,
καθώς τα πουλιά
με τα μικρά τους ράμφη,
χτυπούν στο τζάμι,
που λιάζεται η μύγα
με τα μεγάλα μάτια.

*

Ε;

Ήρθε η εποχή
που ανοίγει τα ρόδια
πάνω στα κλαδιά!
Και μπορούμε δηλαδή
να φάμε… σπόρια!
Πριν έρθουν τα πουλιά,
πριν τα σκουλήκια
τα προφτάσουν στο χώμα!
Πριν… ο ένας τον άλλο;

*

.Άτιτλο

Ρίγη.
Το κεφάλι μου,
πήγαινε για να σπάσει.
Είχε αδειάσει,
όπως το ποτήρι μου.
Σαν καθρέφτιζε,
στο προφίλ, τη σελήνη
-ως να γεμίσει-
σαν άνθος μου έμοιαζε,
που ανφάς το ‘χα μαδήσει.
Ήδη.

*Από τη συλλογή “Το 18”, Εκδόσεις Κύμα, 2018.

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Φώτο: Peter Kertis

Κάπου εκεί

Να είσαι και να μην είσαι
Στην ανυπαρξία της ύπαρξής σου, στη σκιά της σκιάς σου, ακροβάτης

Η παρουσία εκεί, η επιθυμία εκεί
Άλλοτε την διακρίνεις, την καλοδέχεσαι, άλλοτε προσμένεις καραδοκείς, άλλοτε προσπερνάς, λησμονείς
Μικρή στιγμή που ξεθωριάζεις, στάσου λίγο ακόμα
Στο κενό, στο διηνεκές, στο απόλυτο.

*

Προσμονή

Η λαλιά σωπαίνει
Στο μούδιασμα της προσμονής
Στη σχισμή ανάμεσα στο μετά και το τώρα

Το παρόν του κενού
Του άδειου χρόνου
Της μιας στιγμής του μέλλοντος που αναμένεις

Πίσω από το αμάλγαμα της ασκήμιας που βιάζει τη φύση
και της ομορφιάς που αντέχει στο χάος,
αχνοφέγγει η στιγμή της προσμονής σου.

Ζωή Δικταίου, Μαυλίζεις το αίμα στα σαγόνια του φιδιού


Artwork: Mary Newcomb (1922–2008)

Μονόλογος

Να λησονήσεις τον κόσμο, να λησμονήσεις λένε
λογής – λογής μαυροπούλια
μαζώχτηκαν στο αγκαθωτό συρματόπλεγμα του συνόρου,
να λησμονήσεις, όλους τους κακοθάνατους,
εκείνους που τους θέρισαν τα βόλια εδώ,
τους έκλαψαν οι ράχες στο Γράμμο και στη Μουργκάνα
και τους θαλασσοπνιγμένους ν’ αστοχήσεις, ακούς;
Πάνε αυτοί διάβηκαν.
Κι αυτούς που τους κατάπιαν τα ρέματα στο έβγα του χειμώνα
και τους φαρμακωμένους στο έμπα του καλοκαιριού
κι όσους ένιωσαν το μαχαίρι στο λαιμό,
για το χατίρι τους έβαψε η παπαρούνα τον κάμπο κόκκινο.
Μυρίζει παραπόνεση ο αέρας στη Βελούνα,
στο Σμόλικα και στη Χιονίστρα κανακεύουν σερπετά,
να λησμονήσεις τον κόσμο λένε τα πουλιά, λαλιά ανθρώπινη΄
κι εκείνους που τους έκλαψαν, όλους,
τώρα σημαδεύει τα νηστεμένα χείλη η ζωή, προλαβαίνεις,
ένας κοκκινολαίμης στο φράχτη
ο σταχτωμένος χρόνος στο κλειδωμένο συρτάρι
το τσίπουρο σε Γιαννιώτικο ασημένιο παγούρι.

Παρελαύνουν στο συρματόσκοινο οι σταγόνες,
από το πρωί απαγγέλει μοιρολόγια η βροχή στη στέγη
αριστερά σου σκεβρωμένες σανίδες η παλιά πόρτα
με το μπρούτζινο μάνταλο ξεσαρκωμένο απ’ το ξύλο
φωνή της Μοίρας ήρεμη και μετρημένη, στάζει ο καιρός,
τα σταφύλια μελωμένα στην κληματαριά
τ’ άνανθα αγριόχορτα στις ρωγμές του τοίχου.
Συκοφαντημένη η αγάπη όπως την δείχνουν τα ενθύμια
στο περβάζι με τα ξεχασμένα τρόπαια,
γανωμένα χαλκώματα, χάντρες και χαϊμαλιά
και το δρεπάνι στο χρυσωμένο γιασεμί.
Σε μια ζαρωματιά της έρημης αυλής κουρέλια η ομίχλη,
η μνήμη αλάτι κι εσύ φταίχτης να θυμάσαι, να διψάς
να σωπαίνεις, πλαντάζει η περηφάνια στα μάτια
την ώρα που δαγκώνεις το αχ και το παράπονο στα χείλη.

Μια μόνο αχτίδα διαπερνά τις φυλλωσιές,
πρώτα στην πέτρινη σκάλα
και μετά λοξά στο χρωματιστό γυαλί
κίτρινο και βαθύ πορτοκαλί ως τη σκουριά
φωτίζει το κλειδί, αντιστέκεσαι στην παρόρμηση,
λιτανεύοντας ονόματα κοιτάζεις ξανά και ξανά τα χέρια,
τα χέρια σου τρέμουν, νοτίζουν οι γραμμές,
στη μοσχοβολιά της κουμαριάς
θα σταθούν φιλήδονα τα ρουθούνια, επίμονα,
ενάρετη σκέψη η αγάπη, «αγάπη μου…»
Ανασταίνεις το βαθύ σκοτάδι, φέγγει μέσα σου,
κλαις, τρέμουν οι σταγόνες της βροχής
αυτές που παρελαύνουν στο συρματόσκοινο πριν την πτώση.

Αμήχανα μετράς τα κέρματα στην τσέπη
μπορεί για τρίτη ή και τέταρτη φορά χωρίς λόγο,
υπόκωφος μεταλλικός ήχος, αδιέξοδα βλέμματα
το πέρασμα του ποταμού στο σύνορο
κι εσύ στο σύνορο, περιμένεις, δικαιώνεσαι, απελπίζεσαι,
σ’ έναν άλλο κόσμο θαρρείς ζητάς μια θέση
πριν μετοικήσουν τα όνειρα
πριν η πατρώα γη κλείσει στα σπλάχνα της μαζί μ’ εσένα
όλες τις δικές σου περασμένες γενιές
προετοιμασμένη καθώς ξέρει
και προορισμένη να βολεύει και την απώλεια
την ίδια ώρα που ακόμη και αυτός ο θάνατος
πεθυμιά αιώνια της γης
έρχεται να δώσει καινούριο νόημα στις μέρες σου.

Τον φόβο σου τον νέρωσαν τα πρωτοβρόχια,
αλάργεψε με το κιρκινέζι και το βοριά στις αγριομολόχες
πέρα απ’ τα σκιάχτρα τον νίκησε η απουσία
στην αυλή σου, μηλιά μετανάστρια
δοξάζει πρώτη φορά με ώριμους καρπούς την ίδια ελπίδα,
χειρονομία προσδοκίας η αφή, αύριο στα μήλα,
ένα ξημέρωμα πριν την παρακμή,
μίλα μου,
εκεί που ραγίζει γυάλινο το σύνορο στο ποτάμι
εκεί που τα άδεια σπίτια σημαδεύουν την καρδιά
εκεί που και οι άγγελοι έχουν πάθη, τα πάθη σου,
όταν το κλαρίνο ηχεί μέσα σου,
μίλα μου,
όταν σε μια στροφή του χορού λυγίζοντας το σώμα
αγγίζεις την κόψη τής αλήθειας στην υγρή φλούδα,
στο χώμα οι άχραντες σκιές, αυτές που φυλάνε τον ύπνο σου.
Κιτρινίζουν οι φτέρες στο λόγγο,
βαράει ο Αχέροντας το ντέφι εκεί που όλοι έχουν ξεχάσει,
μόνο εσύ, θυμάσαι ελευθερωμένος από αχρείαστες υποσχέσεις
χαμογελάς, ο κόσμος αλλάζει,
μίλα μου,
στα ιερά κλαδιά της ιτιάς κρεμάστηκε η προφητεία των άστρων
στη νερομάνα καινούριο τρέχει
πάνω στο πράσινο φύλλο, φλύαρο το παμπάλαιο νερό.
Διψάς, διψώ,
μαυλίζεις το αίμα στα σαγόνια του φιδιού
όταν μοιράζεται αλειτούργητο το πρόσφορο του έρωτα
και γίνεται ζωή η αμαρτία,
τότε, αύριο έλα, πριν αποδημήσουν οι λέξεις,
χάρισέ μου μια γωνιά από την μέσα πατρίδα
αυτή που φυλάς στον κόρφο,
έλα στην κόψη του καιρού με μια σταγόνα και σώσε με…

Αύριο, εν ονόματι της αγάπης

Φιλιάτες, Σεπτέμβρης του 2020

Ελένη Παπάζογλου, Δύο ποιήματα


František Janoušek (1890-1943): Love Ends on the Rocks (1936-1942)

ΑΛΗΤΙΚΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ

Ψυχές κροταλίζουν
καθώς τη Νύχτα ενώνονται ερωτικά με πνεύματα
αλήτικα.
που σουλατσάρουν όλο τον κόσμο,
πίνουν τσίπουρο για να καούν ως τη Ρίζα,
προσθέτοντας λίγη τριμμένη κόκκινη πιπεριά,
κοχλάζοντας από τον Πόθο τον μπερμπάντη

Καρναβάλια 200?

*

Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ

μια κουβέρτα κεντημένη αστέρια.
Κάθε αστέρι, κάθε χάντρα,
μια ψυχή,
που χάθηκε στο μονοπάτι της ζωής
και έσβησε στους δρόμους.
Αποστεωμένη, λευκή,
έχοντας αφήσει από καιρό τη λάμψη της
μέσα στη χάντρα-αστέρι για Τέχνη.

*Από τη συλλογή «Ονειράκατος», Εκδόσεις Φαρφουλάς, Μάιος 2009.

Γρηγόρης Σακαλής, Η γενιά μου

Ελλάδα.
Η γενιά μου
έφαγε στη μάπα
τ΄ απόνερα της χούντας
κι ύστερα
τον κοινοβουλευτικό μανδύα της
την ανάπτυξη της πολυκατοικίας
και του τσιμέντου
μαζί με την καταστολή
με αύρες και ΜΑΤ
έπειτα ήρθε ο πλούτος
δανεικός κι αγύριστος
νομίζαμε
κι έφαγαν ψωμί
και οι φτωχοί
ήταν η εποχή
της κουλτούρας του καφενείου
κι ύστερα μια μέρα
βρεθήκαμε χρεωμένοι
ως το λαιμό
κι έπρεπε να πληρώσουμε
γι΄αυτά που φάγανε άλλοι
αυτοί που μας κυβέρνησαν
τόσα χρόνια
κυβερνούν και τώρα
γεράσαμε
και η ζωή μας
πήγε στράφι
τα παιδιά μας
δεν βρίσκουν δουλειά
είμαστε μια γενιά χαμένη
καταναλώσαμε ιδεολογίες
μα ήταν φούσκες
σκέτα συνθήματα
που φωνάζαμε στις πλατείες
κουνώντας πλαστικές σημαίες
την ώρα που οι ταγοί σιωπούσαν
κάνοντας τέχνη για την τέχνη.