Lola Ridge, To the Others / Στους άλλους

Margaret Briendel, The Chorus (1962)

I see you, refulgent ones,
Burning so steadily
Like big white arc lights…
There are so many of you.
I like to watch you weaving—
Altogether and with precision
Each his ray—
Your tracery of light,
Making a shining way about America.
I note your infinite reactions—
In glassware
And sequin
And puddles
And bits of jet—
And here and there a diamond…
But you do not yet see me,
Who am a torch blown along the wind,
Flickering to a spark
But never out.

Σας βλέπω, λαμπερά όντα,
Να καίτε τόσο σταθερά
Σαν μεγάλοι λευκοί προβολείς τόξου…
Είστε τόσοι πολλοί.
Μ’ αρέσει να σας κοιτώ να υφαίνεστε—
Όλοι μαζί και με ακρίβεια,
Ο καθένας τη δική του ακτίνα—
Το δαντέλωμά σας από φως,
Που ανοίγει γύρω από την Αμερική
Ένα μονοπάτι που λάμπει.
Σημειώνω τις άπειρες αντανακλάσεις σας—
Σε γυαλικά,
Σε παγιέτες,
Σε λιμνούλες νερού,
Σε κομμάτια μαύρου αερίου—
Κι εδώ κι εκεί, ένα διαμάντι…
Όμως εσείς δεν με βλέπετε ακόμη, εμένα,
Που είμαι μια δάδα που την παρασέρνει ο άνεμος,
Που τρεμοσβήνει ως σπίθα
Μα ποτέ δεν σβήνει.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Nino Pedretti, Τα ονόματα των δρόμων

Οι δρόμοι
είναι όλοι του Ματσίνι, του Γαριμπάλντι,
είναι αφιερωμένοι σε Πάπες,
σε συγγραφείς,
σ’ αυτούς που δίνουν διαταγές,
σ’ αυτούς που κάνουν πόλεμο.
Ποτέ δεν τυχαίνει να δεις
οδός κάποιου που ‘φτιαχνε καπέλα
οδός κάποιου που στεκόταν κάτω από μια κερασιά
οδός κάποιου που δεν έκανε τίποτα
γιατί πήγαινε βόλτα
καβάλα σε μια φοράδα.
Και να σκεφτείς ότι ο κόσμος
είναι φτιαγμένος απ’ ανθρώπους σαν και του λόγου μου
που μασουλάνε ραδίκια
μπροστά στο παραθύρι τους
χαρούμενοι που στέκουνε κατακαλόκαιρο
ξυπόλητοι.

*Από τα ποιήματα του Nino Pedretti, δημοσιευμένα στο “Δέντρο”, τεύχος 224-225, Άνοιξη 2019. Μετάφραση: Τραϊανός Μάνος.

Μαρία Χριστίνα Ιορδάνου (Artisan Wonders), Η αντίστασή μας θα επιζήσει της νύχτας

Επιστρέφω για να σε συναντήσω ξανά,
σε έναν τόπο όπου η αδικία έμαθε να ανασαίνει,
όπου ο αέρας ήταν βαρύς από κλεμμένες μέρες
και η νύχτα διδάχθηκε να μη φεύγει ποτέ.

Εκεί έμαθα να αναπνέω,
έμαθα να στέκομαι όρθιος,
έμαθα πως η σιωπή είναι μια πληγή
που δεν βγάζει ποτέ ήχο.

Προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά μέσα μας,
να κάνουν τα ονόματά μας σκόνη,
μα η γη θυμάται κάθε βήμα
εκείνων που έμαθαν να εμπιστεύονται.

Επιστρέφω στον τόπο που γεννήθηκα,
στο κόκκινο χώμα κάτω απ’ το δέρμα μου,
στην αρχαία γη των Αβορίγινων,
εκεί όπου ο αγώνας για δικαιοσύνη ακόμη αρχίζει.

Βαδίζω πάνω σε ουλές που τις είπαν ιστορία,
σε σύνορα χαραγμένα με αίμα και φόβο,
μα κάθε πέτρα συνεχίζει να ψιθυρίζει:
πάντα ήσουν εδώ.

Έχτισαν τους νόμους τους πάνω σε σπασμένα κόκαλα,
έθαψαν την αλήθεια μέσα σε ψέματα,
μα οι ρίζες βαθαίνουν στο σκοτάδι
εκεί όπου η αντίσταση επιβιώνει.

Επιστρέφω στον τόπο που γεννήθηκα,
στο κόκκινο χώμα κάτω απ’ το δέρμα μου,
στην αρχαία γη των Αβορίγινων,
εκεί όπου ο αγώνας για δικαιοσύνη ακόμη αρχίζει.

Η αντίστασή μας θα επιζήσει της νύχτας,
θα επιζήσει των ψεμάτων, θα επιζήσει της φλόγας.
Μπορούν να κλέψουν το φως απ’ τον ουρανό,
όχι όμως τη φωτιά μέσα στα ονόματά μας.

Επιστρέφω — όχι για να γονατίσω,
όχι για να ξεχάσω,
αλλά για να αναπνεύσω,
να αγωνιστώ,
να θυμηθώ
ποιοι είμαστε.

Νάνος Βαλαωρίτης, Without You – Χωρίς Εσένα

στον ιδανικό απελπισμένο

Σακατεμένοι έρωτες το ηλιοβασίλεμα
ραγισμένες καρδιές χωρισμοί σπαρακτικοί
τραγικοί αποχαιρετισμοί, όνειρα τσακισμένα
απόπειρες αυτοκτονίας, οι ευτυχισμένες
στιγμές απομακρύνονται με πλοίο
ρίχνοντας γράμματα στη θάλασσα
τινάζοντας μαντίλια αποχαιρετιστήρια
συνοφρυωμένος ουρανός, αφόρητη μοναξιά
θα πεθάνουν χωρίς εσένα ένα πλήθος
άνθρωποι που ξυπνάνε για μιαν ακόμα
μελαγχολική αυγή χωρίς επαύριο
χαμένες ευκαιρίες πρόσωπα που σβήνουν
από την παγωμένη μνήμη σαν να μην
υπήρξαν ποτέ έξω απ’ το ψυγείο
αβάσταχτη πλήξη χωρίς εσένα
όταν άνοιξε η πόρτα του ταξί ήξερα
πως θα σε χάσω για πάντα
πήδηξες μέσα βιαστικά αθλητική
με βαλίτσα και αδιάβροχο
χωρίς κανένα χαμόγελο συμπόνιας
πόσες ακόμα βραδιές εβδομάδες μήνες
θα υπάρχω χωρίς εσένα
μ’ ένα μάτσο βιολέτες για παρηγοριά
ήσουν η προτελευταία ελπίδα μου
και τώρα την έχασα κι αυτή
είμαι μια μπάλα αδέσποτη που κυλάει
στο διαδίκτυο του μικρού συμφέροντος
σακατεμένοι ήρωες το ηλιοβασίλεμα
σκοτωμένος ουρανός μολυβένια θάλασσα
αμυδρές ανταύγειες προσώπων στα νερά
άγαλμα γυναικείο χωρίς
μνήμη με μάτια τυφλά
δεν κοιτάζει πουθενά
δεν βλέπει τίποτα
ένα δέντρο σαλεύει δεν ξέρει να μιλήσει
αμύθητα χαμένα πλούτη στην Ασία
γιατί να πεθάνει τόσο νέος
ο ωραίος ανήσυχος κατακτητής
μια μαύρη σελήνη μεσουρανεί
το τοπίο έχει αναληφθεί
μια τεράστια γομολάστιχα
έσβησε μέσ’ στην ομίχλη τα παιδιά
χωρίς εσένα τίποτα δεν υπάρχει
στον ανοίκειο κόσμο εδώ κάτω όλα είναι ξένα
χωρίς εσένα δεν θα μπορέσω να πεθάνω
ούτε να ξαναγράψω μια γραμμή
τι αγιάτρευτη θλίψη τι καημός
τι σπαραξικάρδια ατυχία
χωρίς εσένα χωρίς εμένα
χωρίς κανέναν.

Μαρία Κασσιανή Πανούτσου, Δοκιμές Ι

Artwork: Csilla Savos

Στον Λευτέρη Πούλιο

τα ρήματα ένα έθνος
χρησιμοποιεί με σθένος
όταν το θέλω του
δηλώνεται καθαρά με πράξεις

έτσι και εσύ
γυρεύεις να πνίξεις τα ρήματα
για να μπορέσεις ίσως
να σβήσεις σχεδόν αφανίσεις
τις πράξεις των άλλων
πράξεις που πεζοπορούν την αθλιότητα

Carl Sandburg | “H νόμιμη δωδεκάτη νυκτερινή” | γενέθλιον

[…]
Κι αν και δεν έγινε καμιά εισαγωγή,
Ο Σάκκο είπε, “Κύριοι, καλησπέρα.”
Και πριν δεθεί το τελικό λουρί για να τον σφίξει
Ο Σάκκο ψέλλισε: “Εις το επανιδείν, μητέρα.”
Κατόπιν έφτασ’ ο Βαντσέττι.
Ήθελε στο απέραντο κοινό του κόσμου όλου
Να το πει αυτό που κουβαλούσ’ εντός του.
Ήταν η ώρα να το πει.
Έπρεπε ή τώρα να μιλήσει ή να χαθεί για πάντα στη σιωπή.
Το κράνος προσδενόταν γύρω απ’ το κεφάλι.
Σφίγγονταν τα λουριά που του ‘κλειναν το στόμα.
Κραύγασε, “Θα ’θελα κάποιους να τους συγχωρούσα
Γι’ αυτό που κάνουν τώρα.”
Και λοιπόν τώρα
Είν’ όντως πεθαμένοι οι νεκροί;

[Ο ποιητής Καρλ Σάντμπουργκ (1878 – 1967), που γεννήθηκε στο Ιλινόι και προερχόταν από οικογένεια φτωχών σουηδών μεταναστών, υπήρξε μέγιστη μορφή της αμερικανικής ποίησης. Στον Σάντμπουργκ, που είχε εγκαταλείψει το σχολείο από νωρίς για να κάνει όλες τις δυνατές δουλειές και το ξανάρχισε λίγο αργότερα για να συγγράψει, απονεμήθηκαν τρία βραβεία Πούλιτζερ.]

*Απόδοση: Σόφη Γιοβάνογλου.

Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978), Οι αποστάτες της θάλασσας

Είναι τώρα τ’ αστέρια που πασχίζουν
να λάμψουνε στα μάτια σου
δυο φώτα βραδινά
που ξεστρατάν απ’ το γρι-γρι του γαλαξία.
Χορεύει η νύχτα με τ’ αγέρι
χορεύει μια πλεξίδα φεγγαριού
στο στήθος της θάλασσας.
Σε λίγο θα χαράξει ένα χαμόγελο
στο στόμα της γαλήνης
– έτσι που το σκαλίζαμε στις κρυφές συνεδριάσεις
έτσι που το γράφαμε στους τοίχους
τίτλο του καινούριου τραγουδιού μας.
Βάλε τώρα ένα τραπέζι στα ρηχά
να δειπνήσεις μαζί με τη νύχτα.
(Πέρα στην πολιτεία
στο λίγο φως της λάμπας που καπνίζει
είναι πολλοί που απεργούν κι άλλοι που θ’ απεργήσουν
ζητώντας λίγη αρμύρα θάλασσας φρέσκο ψωμί και μια εκδρομή στην ξαστεριά.)
Άφησε να γλιστρήσουν στους αλατισμένους ώμους σου
οι ώρες του μεσημεριού
να γίνεις άξιος της νύχτας
σαν τον μικρό ψαρά που κλαίει καταμεσής στην άδεια βάρκα του
μόλις που πιάσανε τα δίχτυα ένα κοπάδι θαλασσινές πυγολαμπίδες.
Ποιος έφερε δω πέρα τούτη τη βραδιά
ετούτη τη χλωμή βραδιά σαν εικοσάχρονη άνοιξη
με μια κόκκινη μαντίλα στα μαλλιά της;
(Τι τάχα να ’γιναν οι εκλογές
πέρα στην πολιτεία;)

Καιρός να γράψεις μιαν ακρογιαλιά
γραμμή στον πέρα ορίζοντα
κι ένα μικρό μικρό πανί καλοσυνάτης σκούνας
να πέφτει ο ίσκιος στα νερά
σα να ’σμιξε τα φρύδια ο Αποσπερίτης.
(Οι σύντροφοι τις κέρδισαν – το νιώθεις
πέρα στην πολιτεία.)
Αρχίζουν να περνάν
οι βραδινές παρέες αλαμπρατσέτα με τ’ αστέρια
ένα κλωνάρι φως στ’ αυτί τους
τσαλαβουτάν ξυπόλυτοι σαν ανοιξιάτικα παιδιά
και η θάλασσα ονειρεύεται πως ήρθαν δυο τρυγόνια
να κοιμηθούν μαζί της.
(Στην πολιτεία φορέσανε την πιο σκληρή καρδιά τους
κι είναι τα σινεμά το περσινό ζουρνάλ με γεγονότα του χειμώνα
και πού να πας και πώς να βγεις
ν’ ακούσεις τον απόηχο του δάσους
–χρώμα ζεστό, χρώμα χρυσό– χορτάρι κι ανεμώνες;)
Ποιος θα το φέρει∙ η θάλασσα
ποιος θα το πάρει∙ η θάλασσα
χρυσό σκουφί που το φοράς για λίγο καλοκαίρι
σκουφί σαν ήλιος κόκκινος που βάφει την καρδιά σου
και τη ματώνει φλάμπουρο να το καρφώσεις μόνος
στο πιο ψηλό της πολιτείας κοντάρι
στο πιο ψηλό της θάλασσας μπαλκόνι
να το φιλάει η θάλασσα να το δροσίζει η νύχτα
να ’ναι φρουρός στον ύπνο μας ν’ αχνογελά η αυγούλα
στα μάτια της καλοκαιριάς στο στόμα της γαλήνης.

*Από το “Ακόμα τούτη η άνοιξη” (1946), στη συγκεντρωτική έκδοση “Ποιήματα 1941-1974, Εκδόσεις Καστανιώτη 1978.

Federico Garcia Lorca, Γαζέλα του μαύρου θανάτου


Θέλω να κοιμηθώ σα μήλο της μηλιάς,
να ξεμακρύνω από την τύρβη των κοιμητηριών,
θέλω να κοιμηθώ τον ύπνο εκείνου του παιδιού
που ήθελε να κόψει την καρδιά του στις πλατιές θάλασσες.
.
Δε θέλω να μου ξαναπούν πως οι νεκροί δεν χάνουν αίμα,
πως το σάπιο στόμα ζητάει ολοένα νερό.
Δε θέλω να μάθω για τα μαρτύρια της χλόης,
μήτε για το φεγγάρι που έχει στόμα σερπετού
και δουλεύει πριν έρθει η αυγή.
.
Θέλω να κοιμηθώ λιγάκι,
λιγάκι, ένα λεπτό, έναν αιώνα,
αλλά να μάθουν όλοι πως δεν πέθανα
πως κούπα χρυσαφιού στα χείλη μου έχω
πως είμαι ο μικρός φίλος του Δυτικού ανέμου
πως είμαι των δακρύων μου η απέραντη σκιά.
.
Σκέπασέ με μ’ ένα τούλι την αυγή
γιατί θα μου πετάξει χούφτες μυρμήγκια ο θάνατος
και τα ποδήματά μου θα μουσκέψει με σκληρό νερό
για να γλιστράνε οι δαγκάνες του σκορπιού του.
.
Γιατί θέλω να κοιμηθώ των μήλων τον ύπνο,
για να μάθω κάποιον θρήνο που θα με καθάρει από το χώμα
γιατί θέλω να ζήσω μ’ εκείνο το παιδί το σκοτεινό
που ήθελε στ’ ανοιχτά νερά να κόψει την καρδιά του.

*Από το βιβλίο Federico Garcia Lorca Ποιήματα, Εκδόσεις Καστανιώτη. Μετάφραση: Ανδρέας Αγγελλάκης. Πήραμε το ποίημα και τη φωτογραφία από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2026/01/30/gazela-tou-maurou-thanatou/

Κατερίνα Γκιουλέκα, Δύο ποιήματα

Τολμώ

Να κόβω τα μαλλιά μου
να κάνω δεμάτια που θα
σκορπίζω στους αγρούς
να ‘χούντα που στέλνεις
να βοσκήσουν τα σύννεφα
Να κουβαλώ μπαούλο
αφοδράριστο να χώνεσαι κάθε
που κρύβεσαι απ’ το φως
με μαύρα τα φτερά και ζουληγμένα
να σε φυγαδεύω
Να ‘μαι κουκέτα σε αρχιπέλαγος
χωρίς διεύθυνση
να απαντάς μόνον αν θες· ποτέ
να μην το φέρνει η ώρα να θελήσεις
να μου απευθύνεσαι
-να μην υπάρχω-
Ανίερο ν’ αντέχω προσκύνημα
απόλαυση ανάλεκτη κι ανέκκλητη
μεταξωτού υπογάστριου μιας
αναχώρησης λαθραίας
Να πλέω

*

ΣΟΥΡΟΥΠΟ – ΒΡΑΔΥ-ΝΥΧΤΑ
ΦΘΟΓΓΟΣ ΗΛΙΟΥ

Επιμένω
κοιτάζοντας κατάματα
το ηλιοβασίλεμα
αποτραβώ το βλέμμα
ήλιοι λικνίζονται παντού
μελανοί στην ώχρα
του σκαμμένου αγρού
ρόδινοι στο φόντο
χλωρού καλαμιώνα
χρυσοί με το που
σμίγω τα βλέφαρα
αναπηδούν
αναγεννώνται
αντιστέκονται
στην έλξη μιας
φλεγματικής
κορυφογραμμής
απέναντι στην Πάρο
καθένας τους και
μια μόνο στιγμή
μια ανάμνηση
μια αποτζιατούρα
πριν από την επόμενη
κίνηση της νύχτας
που φτάνει
«Μιμείται κανείς,
όταν αποτυγχάνει!»

*Από τη συλλογή “Πλάνης στην πλάνη της”, Εκδόσεις Θίνες, 2024.

Νίκος Σφαμένος, ένα ποίημα

ο μαθητής της πρώτης
δημοτικού
έκρυβε συνεχώς
το πρόσωπο του
την ώρα που οι
συμμαθητές του
κοιτούσαν
το νέο σχολείο
εκείνος
βρήκε μια απόμερη
γωνιά
και κρύφτηκε
το ρολόι κόλλησε ξαφνικά
κι εγώ
χωρίς να ξέρω πως
θυμήθηκα
όλους τους απροσάρμοστους
τους ξεχασμένους
της ζωής
να δακρύζουν μόνοι
στα ξηρά
αλλά αγιασμένα τους
καταφύγια

*Σεπτέμβρης 2021, αγιασμός στο Δημοτικό Σχολείο Κεραμείου Λέσβου.