Ειρήνη Βακαλοπούλου, Δύο ποιήματα

ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΣ ΟΠΩΣ ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ

ένας ήλιος
όπως ξημερώνει ο κόσμος πρώτη φορά
η γυναίκα με στάχυα δάχτυλα
άρπαξε το φρέσκο φως του

το κάρφωσε στο κεφάλι της
μη γείρει και πέσει
μη χάσει το ολόισιό του ακτινοβόλημα

η τελευταία της στάση
η στάση του μετανοημένου
το γόνατό της έσταζε αίμα
μα γυμνό μάτι δεν μπόρεσε να δει

αργά κάποτε
όπως ξημερώνει ο κόσμος πρώτη φορά
στεκούμενη ελιά γερμένη

μόνο οι ανοίξεις
τη σοφή της εικόνα διαθέτουν
την εγκράτεια που θέριεψε
στα προηγούμενα χέρια της

*

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

ο σταυρός στον ουρανό
ένας τάφος στερεωμένος

μα το υδρόφυλλο σύννεφο
χειρονομίες φτιάχνει
του κόβουν στη μέση το γιορτινό της μέρας

λίγο πιο κάτω ο άνθρωπος
ν’ αφαιρεί από το βάρος του

*Από τη συλλογή “Τα εύφορα μέλη”, εκδ. Εκάτη, 2020.

Φάνης Παπαγεωργίου, Δύο ποιήματα

Η ΛΑΘΟΣ ΣΚΙΑ

Μια μεσολάβηση
δεν είναι παρά
το φως από σκοτάδι σε νύχτα
και πάλι πίσω

όπως τα πιο μελανά χρώματα
του φάσματος
αποβάλλονται απ΄ τα μάτια
στερούν τις κόρες
διασταυρώνονται με την πανσέληνο

πιο φωτεινή από σώμα
ενώ σώμα ουράνιο
πιο στρογγυλή από σφαίρα
ενώ πεδίο
συγκεντρώνονται όλα
στην επιφάνεια της ίριδας
λίγο
πριν
γίνουν
ρομάντζο

*

ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΡΟΜΑΝΤΖΟ

Η νύχτα άφαντη
απ΄ το ανελέητο φως
και η Αθήνα στη φιλόξενη φιλοξενία της
κι εμείς να πετάμε
μεταξύ μας άμμο
-την είπαν αφρικανική σκόνη-
αφού έτσι κι αλλιώς
διακοπές
δεν μπορούσαμε
να κάνουμε
μας άφηναν
να φυλάμε το σπίτι

Κι ο Αύγουστος
Καίσαρας

*Από τη συλλογή “Με λάθος σκιά”, εκδ. Κουκκίδα, 2021.

Ευθύμιος Λέντζας, Από “Το Μερίδιο”

Τώρα, ο τοίχος με το μεγάλο μέτωπο’
σοβάδες τα νιάτα και πέφτουν.
Η νύχτα που δεν φτάνει στα παράθυρα.
Σχεδόν βραδιάζει, σχεδόν ακούω τη φωνή
μου και τη σιωπή που έρχεται απ’ τα δέντρα.

Στις εννέα το βράδυ ένα χέρι ζεστό
-τρυπημένο φεγγάρι στα σκοτεινά-
ψαχουλεύοντας με δάχτυλα δανεικά στον αέρα.
Τόσα στόματα τριγύρω, μα τίποτα να πουν
ή να ζητήσουν’ πως υπομένουν τρίζοντας τα δόντια.
Οι φωνές μας που έφυγαν και πίσω δεν γυρίζουν,
ψάχνοντας για καινούργια καλοκαίρια στον ήλιο.

Στις φλέβες μου δεν τρέχουν προσευχές.
Ένας ακόμα στίχος – περισσότερο φως:
ας ήτανε ο ουρανός να μου άγγιζε τα χείλια.
Σήμερα που σταυρώνω τα χέρια και φύλλο
δεν κουνιέται στα κλαδιά – αίμα γυρίζει
το νερό’ ένα κορίτσι κάπου μ’ αγαπά.
Τώρα σου βγάζω χώμα απ’ το στόμα
τα αμέτρητα φιλιά και τα αφιλόξενα σώματα
με καθαρή συνείδηση κοιμάμαι.

*Από τη συλλογή “Το Μερίδιο”, εκδ. Θράκα, 2022.

Αθηνά Βογιατζόγλου, Ο εραστής ή Το τέλος της ποίησης

Το αχνιστό κεφάλι του στον δίσκο,
ο ίδιος με φράκονα το προσφέρει.
Το κεφάλι με μουστάκι ελαφρώς στριμμένο,
ο ίδιος ξυρισμένος προσεκτικά.

Να μετακινηθούν οι κάμερες.
Το φως να πέσει στην ανέκφραστη πλάτη.
Στου μουστακιού τον σαρκασμό
και στων χειλιών την πριονισμένη θλίψη.

Όταν πέσει μαχαιρωμένος,
ηΣαλώμη να προβάρει το κεφάλι χορεύοντας.
Να προβάρει τοκεφάλι με όση
Προσοχή της απομένει.

*Από τη συλλογή “ερωτοπαίγνια”, εκδ. Κέδρος, 2019.

Φώτης Μότσης, διαδήλωση

οι λεηλατημένοι
ανάψαν τις φωτιές
όλα τα τετράγωνα ένα γύρω

οι φύλακες ηύραν θαλπωρή

και τα φυλακισμένα δέντρα
απλώσανε στους δρόμους
γεφύρια τα κλαδιά τους
για να διαβιούν και οι έσχατοι

που μέλλει να ΄βρουν τη χρονοκάψουλα
από την εποχή των συναισθημάτων

*Aπό τη συλλογή “Η αλμυρή βροχή”, εκδ. Κύμα, 2021.

Τάκης Σινόπουλος (1917 – 1981), Έξι ποιήματα

Εσύ και το ποίημα


Έρχεσαι και ξανάρχεσαι σ’ αυτή την αίθουσα
τόσο γυμνή που σε κοιτάζουν όλοι
Βασανίζεις τα καθίσματα
σα να βασανίζεις τον ένοχο
Σου λέω να πνίξεις μέσα σου αυτά τα άγρια πουλιά
μα εσύ τα λευτερώνεις.
Γίνεσαι μαύρη από τη λύπη σου
κι έρχεσαι εδώ.
Από καιρό έρχεσαι και ξανάρχεσαι.
Τα γόνατά σου αστράφτουν μέσα στην αίθουσα.
Σου πλένω με τα δάκρυά μου
τα χέρια και τις μασχάλες.
Σου πλένω τα πόδια ως τα βουνά.
Σου χαρίζω την πιο ζεστή μου φωνή για να ντυθείς.
Μα εσύ φεύγεις
όπως ήρθες
γυμνή
για να υπάρχει πάντα ένα Ποίημα
να λέει για σένα
Συλλογή: Η νύχτα και η αντίστιξη, Συλλογή Ι,1951-1964,Εκδ.Ερμής 1990
Περί προσώπου
Τι σκέφτεσαι;
Τι σκάβεις συνέχεια το πρόσωπό σου στον καθρέφτη;
όπως η μέρα φεύγει ή κάποτε
στη μνήμη ακούς τον ήχο των παρωχημένων.
Τόσα χρόνια περπατάς, ονειρεύεσαι στο ίδιο κορμί.
Στο ίδιο σκοτάδι τη νύχτα χωνεύεις. Μα απόψε,
τα σημάδια που ψάχνεις και βρίσκεις,
απ΄ το πρόσωπο πέφτει ο ασβέστης
και το πρόσωπο τρίζει.
Η νύχτα και η αντίστιξη (1959)
Τάχα θα’ ρθείς;
Μια νύχτα Ελένη τάχα θα σε συναντήσω,
όταν ο χρόνος θα ‘ναι ακίνητος από τα θαύματα,
στεφανωμένη υποταγή κι ανάσταση τρεμάμενη;
Μες στην πελώρια πόλη του ύπνου θα συναντηθούμε
σάμπως σε μια αυτοκρατορία νεκρών ποιητών
κατάμεστη από σταλαχτίτες-ποιήματα
και τάχα θα μιλήσουμε θα κοιταχτούμε
λουλουδισμένοι κι άφωνοι με τη χωμάτινη καρδιά
να ζωντανεύει και να γίνεται
ξανά ένα ρόδο πορφυρό ξανά μια πυρκαγιά απαράμιλλη
τάχα θα σμίξουμε άλλη μια φορά
μια νύχτα που η σιωπή θα ‘ναι μια απέραντη σιωπή
εγώ γεμάτος διάστημα
εσύ γεμάτη μ’ άστρα
πάντα άφθαρτη παρθένα ανέγγιχτη
μεταρσιωμένη;

*Από τη συλλογή “Ελένη’ (1957)
**[πηγή: Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι. 1951-1964, Ερμής, Αθήνα 31990, σ. 151-152]

ΜΑΡΙΑ
‘Εξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.
Θα τρελλαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.
‘Εκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,
παράφορη, γυρίζοντας
με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα,
σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.
Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.
Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.
Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.
Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου
μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε
κι όρμησε πάνω του.
Μα εκείνος
είταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος
ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.
Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε
τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό
κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.

ΝΤΟΑΝΑ
Τσακίζεις τοῦτο τὸ κλαδί, τσακίζεις τ’ ἄλλο,
μὰ τὸ νερὸ ποὺ γύρευες δὲν εἶναι ἐδῶ.
Περνᾶς τὰ χώματα, περνᾶς τὶς πέτρες,
μὰ δὲ θὰ βρεῖς τ’ ἄσπρο ποτάμι.
Ξέρες μονάχα κι’ ἄμμους κι’ ἐρημιά,
θάμνα στὸν ἥλιο κόκκινα,
κορμοὺς καὶ βράχια κόκκινα,
πιὸ πέρα σίδερα καὶ ξύλα. Φώναξε.
θ’ ἀκούσουν τὴ φωνή σου καὶ θ’ ἀποκριθοῦν
μ’ ὅμοια φωνή. Μὰ δὲ θυμοῦνται πιὰ
πότε ἦρθαν, τί γυρεύουνε
σ’ αὐτὸ τὸ πέρασμα
τὸ σκοτεινό.
Μὴν προχωρήσεις.
Θὰ σὲ ρημάξει ἡ σκόνη, θὰ σὲ καταπιεῖ,
καὶ μὴ φωνάξεις.
Ἔτσι, μέσα στὸ φῶς τ’ ἀπέραντο τ’ ἄσπρο ποτάμι
δὲ θἄρθει, πρόσμενε, ποτὲ δὲ θἄρθει
τ’ ἄσπρο ποτάμι,
τ’ ἄσπρο ποτάμι.
ΑΝ
Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.
Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα. Και το σύν-
νεφο εκείνο κι ο τόπος τοπίο, και τα μάτια σου στρέ-
φοντας ξαφνικά δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που
κοίταζαν λίγο πιο πριν.
Αν το χέρι σου ήταν.
Αν τα μάτια σου.
Αν το χέρι σου.
Αν η λέξη που πήγες να πεις.
Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος.
Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.

*Τα ποιήματα του Τάκη Σινόπουλου για την Ειρήνη Παπά.
(Πηγή: αφιέρωμα στον Τάκη Σινόπουλο,στο ιστολόγιο:pyroessa-artemusica.blogspot.com,arte,poesia e musica

1.Irene Papas-“Love invicible” Antigone Sophocles
“Έρωτα ακαταμάχητε εσύ που ξενυχτίζεις
στου κοριτσιού τα μάγουλα, εσύ που αιχμαλωτίζεις
ως και τον πλούσιο άνθρωπο, και στις καλύβες μπαίνεις,
και θάλασσα διαβαίνεις και θάλασσα περνάς!
Κι ούτε κανείς αθάνατος εγλύτωσε από σένα
ούτ΄ άνθρωπον εφήμερο δεν άφησες κανένα.
Εσύ που είσαι το λούλουδο ζωής τυραννισμένης
εσύ που ξετρελένεις εκείνον που κρατάς!
Εσύ και δίκαιον άνθρωπο σπρώχνεις στην αδικία
εσύ και τώρα εσήκωσες τέτοια φιλονικία.
Κι ο πόθος κόρης όμορφης πιά βασιλεύει ακόμη
παρά οι μεγάλοι νόμοι που εδώσαν οι θεοί.
Μα τώρα και ΄γώ σπρώχνομαι τους νόμους να πατήσω
και δεν μπορώ, αυτά βλέποντας, τα δάκρυα να κρατήσω
όταν θωρώ τη δύστυχη εδώ, την Αντιγόνη,
στο στρώμα να σημώνη, που όλους θα μας δεχτεί…”

«… Ο συγκινητικότερος ύμνος στον έρωτα που έχει ακουστεί. Απόσπασμα από την Αντιγόνη του Σοφοκλή Στο τρίτο στάσιμο ο χορός εξυμνεί την παντοδυναμία του έρωτα μέσα στη τραγικότητα της σύγκρουσης του εθιμικού δικαίου με τον νόμο, κατά το πνεύμα της τραγωδίας». Σε απόδοση του Κωνσταντίνου Μάνου
Αντιγόνη – ταινία σε σκηνοθεσία Γιώργου Τζαβέλλα 1961.

Ως Αντιγόνη η Ειρήνη Παπά μαζί με τον Μάνο Κατράκη ως Κρέοντα.
Αντιγόνη-Σοφοκλής ,Τραγωδία
Η Αντιγόνη είναι το δεύτερο από τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή. Το δίδαξε, το 442 π.Χ., κερδίζοντας την πρώτη νίκη. Στη νεότερη εποχή από τον μύθο της Αντιγόνης εμπνεύστηκαν αρκετοί ξένοι συγγραφείς. Ενδεικτικά αναφέρονται οι σύγχρονοι Ζ. Ανούιγ, Μ. Μπρεχτ. Ο Άρης Αλεξάνδρου στο «Έξω απ’τα δόντια» (εκδ.Βέργος 1977) συνέγραψε το θεατρικό του έργο «Αντιγόνη», θεμέλιο λίθο του μυθιστορήματός του «το Κιβώτιο».
2.Ειρήνη Παπά-So cos’e-1970 Βραδιάζει/στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου μουσική: Μίκης Θεοδωράκης,τραγουδά η Ειρήνη Παπά
Στα ιταλικά, στίχοι της: Audrey Norah Stainton/το τραγούδι με “φωτογραφίες” της Ειρήνης Παππά.
3.Ήταν ένα ποίημα-Σαβίνα Γιαννάτου/Τάκης Σινόπουλος

Τσιμάρας Τζανάτος, ποιητής, 1960-2022

Ο πλήρης τίτλος: [αγνώστου] η βία τού βίου

Τσιμάρας Τζανάτος, ποιητής, 1960-2022

Ο πλήρης τίτλος: [αγνώστου] η βία τού βίου

Αυτό το ζ στη ζωή, όλο βουίζει.

Δεν σέβεται τη νεκρική μας ησυχία.

Κάθε φορά που συναντιέμαι με ποιήματα που διαθέτουν ποιότητες, κάθε φορά πού μία ποιητική συλλογή με ξαφνιάζει για την αξία της, (πόσο σπάνιο πια…), βρίσκομαι αντιμέτωπος με ενοχές. Γιατί δεν φρόντισα ν’ ανακαλύψω νωρίτερα αυτές τις ποιότητες. Γιατί δεν συναντήθηκα μαζί τους την ώρα που έπρεπε, έστω σαν αναγνώστης. Γιατί μέσα στον κατακλυσμό των ανάξιων κειμένων δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω το άξιο, εκείνο που τού πρέπει να επιβιώσει και να αναδειχθεί. Μα και πάλι, τι σημασία έχει; Ακόμη και εάν έγκαιρα, (όσο δηλαδή ο Τζανάτος ήταν ακόμη ζωντανός), είχα παρουσιάσει τον ποιητή, θα άλλαζε κάτι; Έτσι κι αλλιώς άχρονος η ποίηση και τα καλύτερα έργα της παραμένουν και αδιάβαστα και ακατανόητα και παραμερισμένα.

Διασκεδάζω κάθε φορά που κάποιος «διανοούμενος» ανεμίζει το κασκόλ του, (απαραίτητο αξεσουάρ των διανοούμενων κι ας φωνάζουν οι τζίτζικες όξω τον καύσωνα που πυρώνει το σύμπαν), και με ύφος στομφώδες και ταυτοχρόνως ταπεινό, (μα πώς το καταφέρνουν;..) δηλώνει ποιητής. Ως ιδιότητα. Ως επάγγελμα. Ως δήθεν υπαρξιακή ανάγκη. Με ανεπίγνωστη την ματαιότητα, (μα και γελοιότητα), παρόμοιων εμφανίσεων. Και κάτι τέτοιες στιγμές, την ώρα δηλαδή που οι προβολείς λούζουν τον κασκολοφόρο ποιητή και τις πόζες που παίρνει για να συναντηθεί με το κοινό του, κάτι τέτοιες στιγμές έρχεται από το πουθενά ένα βιβλιαράκι, μια μικρή ποιητική συλλογή, για να τινάξει στον αέρα όλα εκείνα τα ασήμαντα που περνιούνται για σημαντικά, όλη εκείνη την ματαιοδοξία που δίνει υπόσταση σε ζωές κατά τα άλλα κούφες, εντελώς κενές και ανάξιες.

Τον Τζανάτο αχνά τον γνώριζα ως θεατρικό συγγραφέα και ηθοποιό. Η φυσιογνωμία του συμπαθής και ο λόγος του, (όσο μπόρεσα να τον ακούσω σε κάποια συνέντευξη), ευγενής και μετρημένος. Αγνοούσα τις ποιητικές δημιουργίες. Από όσο μπορώ να καταλάβω παρουσίαζε κάποιες από αυτές στα κοινωνικά δίκτυα. Μα πού καιρός για τέτοιες έρευνες και ανακαλύψεις. Κάποτε και μετά τον θάνατό του, (ή μάλλον, λόγω τού θανάτου του), διάβασα σε μία ανάρτηση δύο στίχους του.

Έψαχνες το άλλο σου μισό,

Ενώ εσύ έλειπες ολόκληρος.

Αυτό το ευφυολόγημα, ( μα γιομάτο ουσία, από τα πλέον εύστοχα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια), ήταν αρκετό για να αναζητήσω δουλειά τυπωμένη. Ευτυχώς η μοναδική που υπήρχε ήταν πρόσφατη, απούσα παρ’ όλα αυτά από τους λαμπερούς πάγκους των βιβλιοπωλείων. Τέλος πάντων βρέθηκε, έκδοση τού 2021, από την Κάπα εκδοτική. Ένα μικρό βιβλιαράκι δέκα επί είκοσι εκατοστά, 214 περίπου  σελίδες όπου απλώνεται ποιητική εργασία περίπου είκοσι χρόνων, με 171 ποιήματα, τα περισσότερα ολιγόστιχα.

Από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο Τζανάτος δεν φτιάχνει ποίηση μέσω τής φιλολογίας, δεν μετρά συλλαβές για να ολοκληρώσει το ποιητικό μέτρο, δεν τον ενδιαφέρουν οι τεχνικές ατέλειες τού στίχου και γενικότερα οι ποιητικοί κανόνες. Κι όμως, τηρουμένων των αναλογιών, συμβαίνει κι εδώ, ό,τι συμβαίνει και με τον στίχο τού Καρυωτάκη. Παρά τις ατέλειες, παρά την ανυπαρξία ποιητικού μέτρου, την απουσία ηχηρών λέξεων και επιπλέον καλολογικών στοιχείων, το τελικό αποτέλεσμα και ποιητικό ρυθμό διαθέτει και αρτιωμένο αφήγημα και νοηματικό βάθος.

Θάλεγε κανείς διαβάζοντας τα πρώτα ποιήματα ότι εδώ έχουμε να κάνουμε κυρίως με ποίηση διανοητική, ποίηση στηριγμένη στο απόφθεγμα, το επίγραμμα και ακόμη το ευφυολόγημα. Επιπλέον και σε αρκετές περιπτώσεις ποίηση λογοπαιγνίου. Πρόκειται για «είδος» που καλλιεργήθηκε κατά κόρον από την Κική Δημουλά, μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε στα ύστερα ποιήματά της να έχει απομείνει μοναχά η μανιέρα, το παιχνίδι των λέξεων, ένας στείρος εντυπωσιασμός, άνευρος και δίχως ουσία, ένα παιχνίδι και τίποτα παραπάνω. Η σημαντική διαφορά είναι ότι στα περισσότερα ποιήματα τού Τζανάτου, το λογοπαίγνιο και το ευφυολόγημα δεν απομένουν μετέωρα, γυμνά και άστοχα, μα κάθονται πάνω σε περιεχόμενο, (υπονοούμενο ή άμεσα δηλούμενο) γερό, καίριο, επίκαιρο όσο ποτέ μα και συνάμα διαχρονικό, στηρίζονται με άλλα λόγια σε νόημα, βαθύτερο στοχασμό, κάποιες φορές και σε ένα και μόνο απλό ερώτημα.

Ας κάνουμε εδώ μία μικρή στάση, πριν δούμε δηλαδή εγγύτερα κάποιους στίχους. Δεν ισχυρίζομαι ότι ο Τζανάτος είναι κορυφαίος ποιητής, μεγάλος, ανυπέρβλητος, μοναδικός, μακριά από εμέ τέτοια επίθετα, τα θεωρώ υπερβολικά ακόμη και για γνωστούς και καταξιωμένους ποιητές. Λέω απλώς ότι στο πεδίο τής υπαρξιακής ποίησης το βιβλιαράκι αυτό έχει κάτι να πει, φρέσκο, δροσερό, με γλωσσικό και νοηματικό ενδιαφέρον. Ο χρόνος δεν θα το ξεχωρίσει, δεν θα το βρείτε στα ράφια των βιβλιοπωλείων, δεν θα μείνει κανείς σ’ αυτό, ήδη έχει ξεχαστεί και μόνο με αφορμή τον θάνατο τού ποιητή ανασύρθηκε για λίγο στην επιφάνεια, μέσα στην στερεότυπη και κρύα γλώσσα ενός βιογραφικού τού αποθανόντος. Κρίμα. Γιατί αυτό εντείνει την πίστη μου, ότι εκεί έξω, έστω και σε αριθμό ελάχιστο, κρύβονται ποιότητες που δεν θα συναντηθούν ποτέ με τις συνειδήσεις των αναγνωστών. Ας είναι, παλιά η ιστορία όσο και ο κόσμος.

Τα ποιήματα τής συλλογής χωρίζονται σε πέντε ενότητες, όλα άτιτλα (εκτός από δύο), δίχως καν χρονολογία, εκτός από το εισαγωγικό τής πρώτης ενότητας που τιτλοφορείται «Η ζωή στην αγέλη». Θα μπορούσε να είναι και ο τίτλος ολάκερης τής συλλογής. Γιατί πράγματι, αν ασχολείται με κάτι κατά κόρον ο Τζανάτος είναι η διαφορά μέσα στο πλήθος, η μοίρα εκείνων που έχουν επιλέξει να κινούνται στην απέναντι τού όχλου όχθη, η μοίρα όσων επιμένουν να μορφώνουν πρόσωπο και να κρατούν αποστάσεις από την μάζα και τις οπαδικές συμπεριφορές της. Δείτε προσεκτικά το εισαγωγικό ποίημα τής συλλογής.

Η ζωή στην αγέλη

«Εγώ είμαι εδώ από αγάπη. Μη με φάτε…».

Τους είπα.

«Έτσι θα είσαι δικός μας. Αν σε φάμε. Έτσι 

αγαπάμε».

Μού είπαν.

«Να με φάτε με τρυφερότητα τότε…».

Ψιθύρισα.

«Μη σε νοιάζει. Η πρώτη δαγκωνιά πονάει.

Μετά συνηθίζεις. Και δεν αισθάνεσαι.

Τίποτα».

Δέκα στίχοι όλοι κι όλοι και ένας διάλογος. Αλλά μέσα σε τούτο το ποιηματάκι υπάρχει ολάκερη η διαδικασία τής απώλειας τής παιδικότητας, (παρθενίας, αφέλειας, αθωότητας, όπως θέλετε πείτε το), η ανιδιοτελής αγάπη και η θετική διάθεση προς την κοινωνία, η αποδοχή μιάς μοίρας που δεν έχει άλλο δρόμο να περπατήσει, ο φόβος για την απώλεια τού συναισθήματος, όλα αυτά από την πλευρά τού νεοφώτιστου, τού νέου μέλους. Και από την άλλη μεριά, την ομοιογενή, την αδιάσπαστο, η αγάπη δια τής υποταγής, η δικτατορική προσταγή για αφομοίωση, μία αδιόρατη ειρωνεία σε ένα φόντο κυνισμού και αδιαφορίας. Με άλλα λόγια – για να γίνεις ένας από εμάς, για να σε αποδεχθούμε και να σε υπολογίζουμε μέλος μας, πρέπει να αδειάσεις από οτιδήποτε σε κάμει διάφορο, μοναδικό, από οτιδήποτε σε ξεχωρίζει και υψώνει την κεφαλή σου ψηλότερα από το μπόι τής μάζας.

Το θέμα βεβαίως δεν είναι καινούριο, θα έλεγα μάλιστα πως είναι χιλιοπαιγμένο, ακριβώς γι’ αυτό όμως κρύβει παγίδες. Τέτοια θέματα στην ποίηση γενούν εκτρώματα, στίχους μελό και επιτηδευμένους, δάκρυα κροκοδείλια, υπερβολικό θρήνο και οδυρμό. Όχι στο παραπάνω ποίημα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγίσεις το πρόβλημα τής μάζας μέσα από μία ανάλαφρη αλληγορία ή παραβολή. Είναι πολύ δύσκολο να κλείσεις μία ολάκερη πραγματικότητα μέσα σε δέκα στίχους και να εκφράσεις τόσο καθαρά και απλά αυτό που συμβαίνει εκεί έξω.

Προσέξτε και κάτι ακόμη, την στιχοθεσία, απομονώστε τους στίχους στα εισαγωγικά, δηλαδή τον διάλογο και προχωρήστε σε σύζευξη εκείνων που απομένουν.

 Τους είπα.

Μού είπαν.

Ψιθύρισα.

Τίποτα.

Θα ένιωθα έκπληξη εάν ετούτη η τοποθέτηση δεν είναι σκοπούμενη. Δείτε τον σταδιακό εκφυλισμό. Από την σχεδόν φιλική προσέγγιση τού πρώτου στίχου, (θυμίζει πρώτη ημέρα στο σχολείο, την πρώτη φορά στο σχολείο), έως το τελευταίο Τίποτα, τον μηδενισμό δηλαδή τής προσωπικότητας.  Η φυσιολογική ένταση φωνής χαμηλώνει σταδιακά, γίνεται ψίθυρος και τέλος επικρατεί η σιωπή. Δεν το πιστεύω τυχαίο.

Θα γράψω εδώ  και το αμέσως επόμενο ποίημα τής συλλογής, εκείνο με τον αριθμό ένα, καθώς κατά έναν τρόπο ακολουθεί χρονικά το εισαγωγικό, λειτουργεί κάπως σαν συμπλήρωμα εκείνου.

1.

Εσείς που με βλέπετε έτσι κατάλευκο

Αγνοείτε πόσες χλωρίνες έχω πιει

Για να διατηρήσω την λευκότητά μου.

Και ανεμίζω στα σκοινιά τού κόσμου

Πιασμένος με ένα κόκκινο μανταλάκι στον

Σβέρκο

Διάφανος σαν σύννεφο

Αλλά με καμμένα εντόσθια.

Αφόρητο το άνευ νοήματος που φέρω.

Το πλένω μόνος μου στο χέρι το βράδυ.

Το βρίσκω στεγνό το πρωί.

Το ξαναφορώ.

Μαζί με το εισαγωγικό, από τα καλύτερα ποιήματα τής συλλογής. Κάντε τον κόπο να το δούμε λίγο πιο προσεκτικά, αξίζει τον κόπο. 

Έχουμε λοιπόν τον ενήλικο άνθρωπο που έχει πια συμβιβαστεί, που έχει αποδεχθεί την «πρώτη δαγκωνιά» τού πλήθους, έχει γενεί ένας από αυτούς. Λευκός, κατάλευκος, σαν την κυρίαρχη φυλή. Για τούτο το λευκό έχει θυσιάσει κάθε διαφορά, κάθε διαφωνία, κάθε παρέκκλιση.  Αλλά παλεύει με την συνείδησή του κάθε ημέρα, προσπαθεί να έβρει δικαιολογίες (χλωρίνες) για τον συμβιβασμό του, στο σβέρκο του (σύμβολο τής κυριαρχίας) η δύναμη τού πλήθους είναι απόλυτη, πιεστική. Και κάπου εδώ ο Τζανάτος συναντιέται με τον Καβάφη. Παλεύει όλη νύχτα να αποτινάξει από μέσα του το ασήμαντο που κουβαλά ως παράσημο για να ταιριάξει με τους υπόλοιπους, κάθε βράδυ μοναχός υπόσχεται την επομένη να είναι άλλος, διαφορετικός, μα κάθε πρωί φορά ξανά την ίδια στολή, τις ίδιες απόψεις, την ίδια υποταγή και παραμένει μέλος τής μάζας. Δειλός, άβουλος, παραδομένος.

Μπορεί τα παιχνίδια με την γλώσσα να αλαφρώνουν κάπως την ατμόσφαιρα τού ποιήματος, μα στο βάθος υπάρχει μία τραγικότητα, η αφόρητη λύπη εκείνου που λειτούργησε ως πρόδουλος, έσπευσε δηλαδή σχεδόν αυτοβούλως να παραδοθεί δίχως αντίσταση καμιά, δίχως μία έστω μάχη για την τιμή των όπλων και τώρα πρέπει κάθε μέρα να ζει με την δειλία του, την ατολμία του, τον φόβο που τού στέρησε την ευτυχία μιάς μοναδικότητας. Πρόκειται για εικόνα που έρχεται από την αρχαία τραγωδία ακόμα και παραμένει σε ισχύ ως τα σήμερα, θα τολμούσα να πω πολύ περισσότερο σήμερα.

Αν ήθελα να κάμω κάποιες συγκρίσεις, (πράγμα καθόλου καλό πάντως σε κριτικό σημείωμα), θα έλεγα ότι τα ολιγόστιχα τού Τζανάτου διαθέτουν κάποια ομοιότητα με τα αντίστοιχα τού Μόντη, ποιητή βεβαίως κατά πολύ πιο ολοκληρωμένου και βαθύτερου, καθώς παρέδωσε έργο μεγάλο και είχε την πολυτέλεια να γράφει έως και προχωρημένη ηλικία. Έτσι και ο Μόντης -ασχολείται με τα πιο τραγικά θέματα τής ύπαρξης, τα πιο σοβαρά, τα πιο σημαντικά, αλλά με μία τεχνική που τα αλαφρώνει, τα κάμει λιγότερο αφόρητα και σοβαρά, είναι σαν να παίζει μαζί τους και έτσι να τα υπολογίζει, (ή και να τα φοβάται) λιγότερο.

Δείτε ένα άλλο ποίημα που μού έκανε εντύπωση.

Μού χτύπησε την πόρτα τού σπιτιού

Η Ιστορία.

Δεν τής άνοιξα.

Σήμερα μπήκε με δικά της κλειδιά.

Πίσω της, μια μπουλντόζα.

Αναπόφευκτα Λεοντάρης. Δείτε τον ανάλογο στίχο του.

[ ]

…καθώς το νιώθεις πια/πως άρχισε το τρομερό κι απρόσμενο/[ ] πέρασμα τής ιστορίας επάνω σου.

Εξαίρετος στίχος. Για δείτε πώς συναντώνται οι ποιητές, ακόμη και όταν αγνοεί ο ένας τον άλλον. «Την πόρτα τού σπιτιού» γράφει ο Τζανάτος, ακριβώς για να τονίσει ότι κάποια στιγμή τα όσα συνέβαιναν στον δημόσιο χώρο απαιτούσαν την συμμετοχή του, την δράση του, την συνευθύνη του, την εγγραφή του στα συμβαίνοντα. Την τοποθέτηση δηλαδή τού ιδιωτικού, (τού ιδιόκτητου σπιτιού, τού κατ’ εξοχήν συμβόλου τού μικροαστισμού και τής ιδιώτευσης), σε χαμηλότερη μοίρα από το γενικότερο καλό, από τι καλό τής πόλης, (για να θυμηθούμε και λίγο την κλασσική Αθήνα). Και αυτό δεν το έπραξε. Παρέμεινε σπίτι του, αμέτοχος, κοιτώντας την δουλίτσα του, φοβούμενος τα μπλεξίματα, το κόστος, το τίμημα. Δείτε όμως το τελευταίο δίστιχο, εκεί είναι όλο το νόημα, όλη η συμπύκνωση. Αυτό που εσύ δεν έπραξες, εκείνο που εσύ φοβήθηκες, το αντιμετώπισαν άλλοι, άλλοι έγραψαν την ιστορία ερήμην σου, άλλοι άλλαξαν τον κόσμο και αυτός ο καινούριος κόσμος που πλέον δεν είσαι κομμάτι του ισοπεδώνει όπως η μπουλντόζα και σένα και το σπιτάκι σου και την πολύτιμη ιδιώτευσή σου. Εξαιρετικό ποίημα.

Ειλικρινά είναι η πρώτη φορά στα χρόνια που γράφω, που δεν θέλω και δεν πρόκειται να δώσω κι άλλα δείγματα τής συλλογής, θα είναι πράγματι κρίμα να σάς στερήσω την απόλαυση τής πρώτης επαφής με την συλλογή τού Τζανάτου. Άλλωστε τα περισσότερα είναι ολιγόστιχα ή επιγραμματικά και δεν χρειάζονται δα και καμία φοβερή ανάλυση, αρκεί να επιμένετε στην ανάγνωση κάτω από τις γραμμές. Μοναχά δύο τελευταία. Το πρώτο.

Εκείνη η αγωνία να σε ακούσουν,

σε κατάντησε τενεκέ

και παράγεις θόρυβο.

Ησύχασε.

Δεν θα γίνεις ποτέ μουσική.

Παύση γεννήθηκες.

Εντάξει ευφυολόγημα, αφορισμός, όμως τι ευφυολόγημα! Είκοσι λέξεις όλες κι όλες, μα πόση ευστοχία, πόση δύναμη νοηματική, πόση ακρίβεια εκφραστική, έτσι που δεν περισσεύει τίποτα, μήτε μια τελεία. Και σε πόσους και πόσους άραγε δήθεν δημιουργούς δεν θα μπορούσαμε να απευθυνθούμε με τούτο το ποίημα.

Και το δεύτερο ποιηματάκι, αθυρόστομο, παιχνιδιάρικο, απρόσμενο.

Πολλά ποιήματα είπαμε.

Ας πούμε κι ένα μπινελίκι.

Ένα: Δεν μού γαμιέστε…!

Να ανανεωθεί ο αέρας.

Όσοι γράφουν, όσοι βασανίζονται με τα χαρτιά ολημερίς, όσοι τρώνε την ζωή τους για να εύρουν την μία και μόνη ταιριαστή λέξη, αντιλαμβάνονται πλήρως αυτόν τον τελευταίο στίχο, Να ανανεωθεί ο αέρας (την χασμωδία εδώ μήτε που την προσέχεις), να πετάξουμε από πάνω μας την σκόνη, την σχολαστικότητα, τον αγέρα στο γραφείο που έχει γίνει αποπνικτικός, γεμάτος μούχλα, καπνό και μυρωδιά κλεισούρας. Να ασχοληθούμε και λίγο με το ασήμαντο, έτσι σαν διάλειμμα, σαν διαφυγή, βαλβίδα εκτόνωσης.

Περίεργο πράγμα η ποίηση, το κείμενο, η λογοτεχνία. Πάνω εκεί που έχεις απελπιστεί από κείνα που διαβάζεις,  την ώρα που με τον φανό αναζητείς έναν και μόνο καλό στίχο, βγαίνει εμπρός σου μία ολάκερη συλλογή γεμάτη τέχνη, ποιότητες, βάθος και δύναμη μοναδική. Πιο κρίμα και από κρίμα που η ζωή τού Τζανάτου τέλειωσε τόσο νωρίς. Αν είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω θα τού έλεγα περίπου τούτα –«καλή η σκηνοθεσία, εξαίρετα τα θεατρικά σου, άξια η δουλειά σου· μα η δύναμή σου, ο στοχασμός σου και η ποιότητά σου, όλα είναι προορισμένα για την ποίηση· ασχολήσου μ’ αυτήν περισσότερο και είναι βέβαιο ότι το σημερινό διαμαντάκι σύντομα θα γενεί διαμάντι λαμπερό και ολοκληρωμένο. Και έχουμε χρόνια να συναντήσουμε κάτι αστραφτερό, την ίδια ώρα και βαθύ στην ελληνική λογοτεχνία…».

Το πιστεύω βέβαιο ότι η συλλογή τού Τζανάτου «Η βία τού βίου» θα σας δροσίσει σε άνυδρους καιρούς. Για τον Τζανάτο ισχύει σε κάποιον βαθμό εκείνο που είχε γράψει ο Τάσος ο Ρούσσος για έναν άλλο ποιητή που έφυγε νωρίς, τον Τάσο τον Ζερβό – «Ο θάνατος πήρε τον Ζερβό την στιγμή που είχε βρει καινούρια φλέβα, από όπου μόλις άρχιζε να αντλεί λάλον ύδωρ».

Όπως και νάχει, όσοι αγαπάτε την ποίηση και αναζητάτε τα άξια, κάμετε χώρο στην βιβλιοθήκη σας για τον Τσιμάρα Τζανάτο. 

Την δικαιούται την θέση του.

Σαν τον πυράκανθο.

για τη φωτογραφία, την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα

51495569908_b51e123026_c

Σαν τον πυράκανθο

να μην φοβάσαι σκοτεινιά και κρύο

ν’ απλώνεις φωτεινά κλαδιά το καταχείμωνο

 

σαν τον πυράκανθο ν’ ανθίζεις με το ελάχιστο

λίγα να ζητάς πολλά να δίνεις

και με τα κοφτερά αγκάθια σου να προστατεύεις

τα λευκά άνθη τους φλογισμένους σου καρπούς

 

δίπλα στο χάδι της ελιάς και της ροδιάς

να είσαι εσύ το πάθος και η αλήθεια της ζωής.

Τόλης Νικηφόρου

Σαν τον πυράκανθο.

εκδόσεις «Μανδραγόρας.»

 

 

View original post

Νάντια Ανζουμάν | Ξένια Καλαϊτζίδου

το σκοτεινό λουλούδι που κόπηκε νωρίς
Από παντού διωγμένη όπως είμαι,
της ποίησης ο ψίθυρος
μες στην ψυχή μου πέθανε.
Χαράς ουσία σε μένα μην αναζητείτε,
κάθε χαρά στην καρδιά μου έσβησε.
Στα μάτια μου αν ψάχνετε για αστέρια,
να ξέρετε πως παραμύθι είναι, δεν υπάρχουν.
Με το παραπάνω απόσπασμα πρωτοσυναντάμε την Νάντια Ανζουμάν τον Δεκέμβριο του 2001 στους New York Times και σε άρθρο της Έιμι Ουόλντμαν (Amy Waldman), όπου η δημοσιογράφος αναφέρεται σε γυναικεία λογοτεχνικά εργαστήρια, τα οποία λειτουργούσαν υπό κάλυψη κατά τη διάρκεια του προηγούμενου καθεστώτος των Ταλιμπάν και συχνά αποτελούσαν, για όσες τα παρακολουθούσαν, τη μόνη δημιουργική και ζωτική ενασχόληση, καθώς είχαν στραφεί στην γραφή για να διασκεδάσουν και να επικοινωνήσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Όπως είπε χαρακτηριστικά η Ζένα Καραμζαντέ (Zena Karamzade), φοιτήτρια ιατρικής πριν την άνοδο των Ταλιμπάν, «μόνο στα μαθήματα νιώθαμε ανθρώπινα όντα», ενώ όλες τις υπόλοιπες ώρες «μέναμε στα δωμάτιά μας σαν τις αγελάδες».
Την εποχή λίγο πριν από τη συγγραφή του άρθρου, ο Μουχαμάντ Αλί Ραχιάμπ (Muhammad Ali Rahyab), καθηγητής λογοτεχνικής θεωρίας και μεθοδολογίας στο Πανεπιστήμιο της Χεράτ, παρέδιδε μαθήματα λογοτεχνίας στο σπίτι του σε περίπου 30 γυναίκες, με κίνδυνο της ζωής του και όσων συμμετείχαν, ενώ η πινακίδα έξω από το οίκημα διαφήμιζε μαθήματα ραπτικής. Ο ίδιος ο καθηγητής, υποκινούμενος εν μέρει από τις τρεις κόρες του οι οποίες ήθελαν να ασχοληθούν με τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία, δήλωσε ότι πιστεύει στη δύναμη της λογοτεχνίας, ακόμη και σε μια κοινωνία όπου οι αναλφάβητοι πλειοψηφούν, καθώς η υφιστάμενη προφορική παράδοση καθιστά ακόμα και τη δραστηριότητα μιας μικρής ομάδας αναγνωστών ικανή να διασπείρει ταχύτατα τα οφέλη της τέχνης του λόγου. Η πεποίθησή του αυτή, αλλά και η παρατήρηση ότι οι Αφγανοί εν γένει ανταποκρίνονται πιο εύκολα στην ποίηση παρά στην πολιτική ανάλυση, σε τέτοιο βαθμό που «ένας στίχος μπορεί να δώσει λύση σε ένα οικογενειακό πρόβλημα ή ακόμη και σε κάποιο πρόβλημα ενός χωριού», συνέβαλε στη δημιουργία μιας δυναμικής ομάδας γυναικών που, υπό την καθοδήγηση του Ραχιάμπ, σχολίαζαν και συζητούσαν σε εβδομαδιαία βάση κάποιο λογοτεχνικό έργο που διάβαζαν εκ των προτέρων η καθεμία μόνη σπίτι της, από συγγραφείς όπως ο Τολστόι, ο Μπαλζάκ και ο Ντίκενς, καθώς και τα δικά τους ποιήματα και πεζά. Έτσι αναδείχθηκαν αρκετές ταλαντούχες πεζογράφοι και ποιήτριες, μεταξύ των οποίων ήταν και η Νάντια Ανζουμάν, η οποία ζούσε στην ίδια γειτονιά με τον καθηγητή.
Η Ουόλντμαν περιγράφει την Ανζουμάν ως «μαυροντυμένη και κουλουριασμένη σαν γάτα στο γραφείο του καθηγητή της κοπέλα, με λεπτή φωνή και με κατάμαυρα σπινθηροβόλα μάτια που σε κοίταζαν θαρρείς από πρόσωπο ξωτικού». Είκοσι ετών τότε (γεννηθείσα το 1980), είχε γράψει 60 με 70 ποιήματα, και συνάμα είχε σταθεί αρκετά τυχερή ώστε να κερδίσει, ύστερα από πολύ αγώνα, τη συνεργασία της οικογένειάς της που δεν είχε καμία σχέση με τη λογοτεχνία, και να αναβάλει το γάμο της, όταν τα περισσότερα κορίτσια στον τόπο της παντρεύονται στα 14 ή 15 τους. Στα ποιήματά της έγραφε κυρίως για τη ζωή των γυναικών, όπως είχε πει και η ίδια, «επειδή έχουμε υποφέρει πολύ». Mετά την πτώση του καθεστώτος των Ταλιμπάν, η Νάντια Ανζουμάν ξεκίνησε εκ νέου και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο λύκειο θηλέων «Μεχμπούμπε Χεράουι» και έγινε μία από τις πρώτες εισακτέες στο Πανεπιστήμιο της Χεράτ και τη σχολή λογοτεχνίας. Εκεί γνώρισε τον πτυχιούχο φιλόλογο και λέκτορα Φαρίντ Αχμάντ Ματζίντ Μία (Farid Ahmad Majid Mia), με τον οποίο, παρά τη δυσαρέσκεια της μητέρας του, παντρεύτηκαν και απέκτησαν έναν γιο. Εντωμεταξύ, η Νάντια, λάτρης της μεσαιωνικής περσικής ποίησης, ωρίμαζε και η ίδια ποιητικά, κι έτσι σύντομα κυκλοφόρησε η πρώτη και μοναδική ποιητική συλλογή της «Ανθός στον καπνό» (γνωστή ως «Κόκκινο σκούρο λουλούδι», Κάπα Εκδοτική, 2017, σε μετάφραση Γιάννη Σουλιώτη) που έκανε θραύση στο Αφγανιστάν και στο γειτονικό Ιράν.  
Για να κατανοήσουμε την τραγική εξέλιξη που ακολούθησε, πρέπει να σημειώσουμε ότι η Ανζουμάν ήταν λάτρης της μεσαιωνικής περσικής ποίησης και πως πολλά από τα ποιήματά της είναι γραμμένα σε παραδοσιακές περσικές φόρμες, όπως το γκαζάλ και το ναζμ. Στο πρώτο εξ αυτών, μάλιστα, θεωρούνταν από την αφγανική λογοτεχνική κοινότητα ως μία από τις λαμπρότερες και πιο εξειδικευμένες ποιητικές φωνές της γενιάς της. Το γκαζάλ (ghazal, غَزَل) είναι μία φόρμα ερωτικής ποίησης που αποτελείται από 5 ως 15 δίστιχες στροφές, προερχόμενη από την αραβική ποίηση του 7ου αιώνα, και συγκεκριμένα από την κασίντα (qaṣīda, قصيدة) που ήταν μια μορφή ωδής, ενώ τεχνικά θυμίζει το ιταλικό σονέτο, καθώς ακολουθεί ένα αυστηρό μετρικό μοτίβο, χρησιμοποιώντας ένα ρεφρέν (μια ομοιοκαταληξία ή ολόκληρη λέξη) που κλείνει κάθε στροφή. Ένα γκαζάλ μπορεί να νοηθεί ως μια ταυτόχρονη ποιητική έκφραση τόσο του πόνου της απώλειας ή του χωρισμού, όσο και της ομορφιάς της αγάπης, παρόλο τον πόνο αυτό. Το γκαζάλ διαδόθηκε στην Ασία τον 12ο αιώνα μέσω του σουφιστικού ρεύματος του Ισλάμ, εξού και η πνευματική, κατά κανόνα, θεματική της θείας εξιδανικευμένης αγάπης, που σε αρκετές περιπτώσεις, όμως, είναι αμφίσημη παρέχοντας τη δυνατότητα να συγκαλύπτει το πραγματικό ερωτικό αντικείμενο. Από την άλλη, το ναζμ (nazm, نظم) είναι ένα είδος ποίησης, κυρίως στην γλώσσα Ουρντού, διαδεδομένο εξίσου με το γκαζάλ, με έμμετρο ή ελεύθερο στίχο, αντικείμενο του οποίου είναι η ανάλυση προσωπικών σκέψεων και συναισθημάτων που μπορεί να οδηγεί σε λογικό συμπέρασμα.
Γίνεται ξεκάθαρο, λοιπόν, γιατί η επιτυχία της Νάντια έριξε λάδι στη φωτιά στην ήδη τεταμένη κατάσταση στο νέο της σπίτι, όπου οι συγκρούσεις με την πεθερά της ήταν καθημερινές. Η Χεράτ, τρίτη σε πληθυσμό πόλη του Αφγανιστάν (τα αρχαία Αρτακόανα ή Αρτίκαυδνα επί Μεγάλου Αλεξάνδρου) που οι διάδοχοι του Ταμερλάνου έκαναν πρωτεύουσα των τεχνών, παρέμενε μια βαθιά συντηρητική, παραδοσιακή, κοινωνία, ενώ το πέρασμα των Ταλιμπάν έκανε τους φόβους και τις προκαταλήψεις της να φουντώσουν. Το να εκφράζει μια Αφγανή, πόσο μάλλον παντρεμένη, ερωτικά συναισθήματα, έστω και υπό καθεστώς αμφισημίας, σε γραπτό λόγο και να τα δημοσιεύει, ώστε να μεταφέρονται από στόμα σε στόμα, θεωρούνταν ύψιστη ντροπή για την οικογένειά της, που μονάχα με το αίμα της θα μπορούσε να ξεπλυθεί. Έτσι, στις 4 Νοεμβρίου 2005, λίγο πριν από τα εικοστά πέμπτα γενέθλιά της και ημέρα μουσουλμανικής γιορτής Ιντ (Μπαϊράμι), η Νάντια Ανζουμάν, τριτοετής φοιτήτρια και μητέρα έξι μηνών βρέφους, γρονθοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τον σύζυγό της, με τον οποίο τους ένωνε το πάθος για τη λογοτεχνία. Τα ακριβή αίτια του θανάτου της παραμένουν ανεξιχνίαστα, διότι η οικογένεια του συζύγου της δεν επέτρεψε να διεξαχθεί η νεκροψία, παρόλο που ήταν πρόδηλο ότι παρέμεινε πολλές ώρες χτυπημένη και αβοήθητη, και ο σύζυγός της δήλωσε ότι απλά την χαστούκισε εν μέσω καυγά και έπειτα αποπειράθηκε να βάλει τέλος στη ζωή της «από ντροπή» λαμβάνοντας χάπια. Ο οποίος, αφότου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει κάνοντας ένεση με κηροζίνη από τη θερμάστρα που υπήρχε στο κελί του. Εντούτοις, νοσηλεύτηκε επιτυχώς και συνέχισε να εκτίει την ποινή του.
Ο τραγικός θάνατος της Νάντια Ανζουμάν συγκλόνισε την παγκόσμια λογοτεχνική κοινότητα, οδηγώντας ορισμένα δυτικά περιοδικά να υποστηρίξουν πως «ανάλογη απώλεια έχει να σημειωθεί από την εκτέλεση του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα». Τα ποιήματα της Νάντια Ανζουμάν έκτοτε επανεκδίδονται τακτικά και μεταφράζονται και σε άλλες γλώσσες, ενώ το λογοτεχνικό εργαστήρι της πόλης της φέρει πλέον το όνομά της, Anjuman-e Adabīye Herat. Παρά ταύτα, η ποίηση παραμένει απαγορευμένη και επικίνδυνη για της γυναίκες του Αφγανιστάν, επιβιώνοντας μόνο εν μέσω των «κρυφών σχολειών» και της προφορικής παράδοσης των δίστιχων ποιημάτων λαντάι. Μολονότι την περίοδο της παρουσίας των Αμερικανών τα λογοτεχνικά εργαστήρια δεν ήταν παράνομα για να μεταμφιέζονται σε συλλόγους ραπτικής, η απροκάλυπτη δραστηριοποίηση σε αυτά μπορούσε κάλλιστα να αποβεί μοιραία. Έτσι, πέντε χρόνια μετά τον θάνατο της Νάντια Ανζουμάν, η δεκαεξάχρονη Ζαρμίνα Σεχάντι (Zarmina Shehadi), η οποία επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τη λέσχη ανάγνωσης Μιρμάν Μπαχίρ (Mirman Baheer) που αριθμεί πάνω από 300 μέλη σε ολόκληρη τη χώρα, πιάστηκε για πολλοστή φορά από τους γονείς της να διαβάζει ποιήματα και, αφότου την τιμώρησαν και την απείλησαν, λούστηκε με λάδι και αυτοπυρπολήθηκε. Μολοταύτα, οι γονείς της όχι μόνο αρνούνται το γεγονός της αυτοκτονίας της, αλλά ακόμη και το γεγονός ότι έγραφε ποίηση.
Στο πείσμα των καιρών, η ποίηση παραμένει το μόνο πράγμα που συνδέει πολλές νέες γυναίκες του Αφγανιστάν με τον έξω κόσμο και οφείλει να επικοινωνηθεί. Κατά την απόδοση δειγμάτων κλασικής φόρμας, όπως στην περίπτωση της Νάντια Ανζουμάν, ο μεταφραστής καλείται να αντιμετωπίσει την πρόκληση της διατήρησης ή της αναδόμησης της μορφής του στίχου. Στην ακόλουθη επιλογή ποιημάτων επιχειρώ να βρω μια χρυσή τομή, προσεγγίζοντας τους ήχους και τους ρυθμούς του πρωτοτύπου, εξίσου με τα προσιτά σημαινόμενα στις μορφές που λειτουργούν για την ελληνική γλώσσα.

Ποιήματα
Άνευ νοήματος (γκαζάλ)
Άνευ νοήματος πια η μουσική
-προς τί να πω τραγούδια νέα;
Μισητή μες στη λήθη του χρόνου,
τραγουδώ ή καρτερώ σιωπηλά.
Τάχα λόγια γλυκά να γευτώ πώς μπορώ,
με το στόμα γεμάτο φαρμάκι;
Τους σκοπούς μου να σβήνει,
η πιο τρανή του τυράννου μου μαστοριά.
Συντροφιά στη ζωή μου καμιά, και κανέναν δεν μέλλει,
άμα κλαίω ή γελώ, αν πεθαίνω ή κάθομαι στη σιγαλιά
στο κελί μου αυτό, σαν αιχμάλωτη θρήνου και λύπης·
και προς τί η ζωή, με σφραγισμένο το στόμα βουβά;
 
Μην προτρέχεις, καρδιά,
τα εαρινά πρωτοβρόχια να καλωσορίσεις,
το εφήμερο πάθος θα δαμάσουν μεμιάς
τα σπασμένα φτερά.
Από μνήμη, πλήρη σιωπής, στερέψανε πια οι μελωδίες,
μα σκοποί χαμηλόφωνοι ηχούνε βαθιά στην καρδιά.
Νοερά σα θωρώ τη στιγμή, το κλουβί μου να σπάω,
σαν τους ξέγνοιαστους μέθυσους, τερετίζω ξανά.
Ας το μάθουν, ανεμόδαρτη ιτιά πως δεν είμαι –
Ότι μέλπω τον θρήνο, όπως κόρη Αφγανή τραγουδά!
(η μετάφραση έγινε από συνδυασμό τριών αγγλικών μεταφράσεων: την απόδοση της Αφγανοαμερικανής ποιήτριας και μεταφράστριας Farzana Marie, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cordite Poetry Review με έδρα την Αυστραλία, αλλά και στην ανθολογία Load Poems Like Guns: Women’s Poetry from Herat, Afghanistan που η ίδια επιμελήθηκε το 2015· την απόδοση της Ιρανοαμερικανής ποιήτριας και μεταφράστριας Mahnaz Badihian, που δημοσίευσε το διαδικτυακό περιοδικό ποίησης The HyperTexts· και την απόδοση της Parwana Fayyaz για την μελοποίηση του εν λόγω ποιήματος από την Shahla Zaland που υπάρχει και στο YouTube με τίτλο Dukht-e-Afghan, δηλαδή Αφγανή κόρη)
Ανθός στον καπνό
Το μέσα μου βρίθει κενού
κενού που πλημμυρίζει.
Πείνα παράφορη
στους πυρετώδεις με βράζει αγρούς της ψυχής,
και τούτη η άνυδρη παράξενη ζέση
τις οπτασίες αιφνιδιάζει στο ποίημά μου
προς τη ζωή.
Κι ως εκ θαύματος, μια μορφή νεογνή,
ρόδο κάλλους ασύγκριτου
στη σελίδα φουντώνει!
 
Μα με το που γεύτηκε την πρώτη του ανάσα,
οι βουρδουλιές καπνού αρχίσαν μονομιάς,
το πρόσωπό του για να κρύψει κι οι αναθυμιάσεις
το ευωδιαστό του δέρμα να καταβροχθίσουν.
(από την απόδοση στην αγγλική της Farzana Marie)
 
Από χειλιών μου κύπελλο (γκαζάλ)
Από χειλιών μου κύπελλο, κυλάει ο σκοπός μου,
Την ωδική ψυχή μου εναγκαλίζεται ο σκοπός μου.
Έκστασης νόημα θωρώ όπου η χαρά πεθαίνει,
Όπου η χαρά μου πένθος γίνεται, σκοπέ μου.
Όμως αν δεις ομμάτων μου κουβέντα να ξεφεύγει,
Τη ρέμβη μου υπαίτια θεώρησε, σκοπέ μου.
Αγάπης λόγια μη γυρεύεις να σου πω!
Για σένα η μιλιά τους,
Μα όσα ξεστομίζω τρυφερά, υμνούν τον θάνατο,
σκοπέ μου.
Κι αυτόν μονάχα λαχταρώ, πιότερο από άνθη,
Και των ματιών μου στάλα δεν αρκεί καμιά,
σκοπέ μου.
Κασίντα ή γκαζάλ θα τραγουδά
τούτου του τόπου η κόρη,
Πού το φαρμάκι στις απόκοσμες αράδες της,
σκοπέ μου;
Ω, άφατη χαρά μου κηπουρός δε θα νοήσει,
Ω, νιότης άφθονες ματιές μη μου ζητάς, σκοπέ μου. 
Πόσο παράξενο θαρρώ, που σύγκορμοι,
με λόγια τούτα
Χαράζουν τ’ όνομά μου στην ταφόπλακα της νιότης μου, σκοπέ μου.
(από την απόδοση στην αγγλική της Πακιστανής ποιήτριας Khizra Aslam για το διαδικτυακό περιοδικό ποίησης The HyperTexts)
 
Πέφτει η νύχτα (γκαζάλ)
Πέφτει η νύχτα κι αυτά τα λόγια έρχονται σε μένα,
Στο κάλεσμά μου, σαν φωνάξω, έρχονται σε μένα.
Τί είδους φλόγα μέσα μου φουντώνει,
νερό τί είδους να κομίσω;
Μεσ’ απ’ το σώμα, της ψυχής μου ευωδιά
ανέρχεται σε μένα.
Πώς κι από πού κουβέντες θαυμαστές σε μένα φτάνουν, δεν γνωρίζω,
Όμως ο ζέφυρος τη μοναξιά παίρνει μακριά από μένα.
Τούτο το φως από νεφέλες π’ αντιφέγγουν, κατεβαίνει
Κι άλλη επιθυμία δεν υπάρχει πια για μένα
Και της καρδιάς μου η φωνή σαν άστρο λαμπυρίζει
Και σαν πουλί πετούμενο τον ουρανό αγγίζω –
Όμοια της τρέλας μου αυτής μονάχα
στο βιβλίο Του θα βρείτε –
Ω, Κύριε, μη μ’ αρνηθείς, ρίξε ΄να βλέμμα και σε μένα!
 
Λες κι ήρθε η μέρα της Μεγάλης Κρίσης,
Ειν’ όλα με συντέλειας σιωπή τριγυρισμένα,
Μα είμαι ευτυχής μ’ αυτής της χίμαιρας μετάξι
Γιατί όλη νύχτα στίχοι έρχονται σε μένα.
(από την απόδοση στην αγγλική της Khizra Aslam)
 
Μνήμες του γαλάζιου (ναζμ)
Ω, εσείς που στο βουνό της λήθης βρήκατε κρυψώνα!
Εσείς που τ’ ονομάτων σας μαργαριτάρια
μες στης σιωπής τον βούρκο κείτονται!
Εσείς που οι μνήμες σας, οι μνήμες του γαλάζιου,
έχουν σβήσει
Στις συνειδήσεις, μες στα πελάγη λησμονιάς
από το κύμα θολωμένες!
Που είναι το καθάριο λαγαρό νερό των ιδεών σας;
Τ’ ονείρων σας τ’ ολόχρυσο άγαλμα,
ποιο χέρι ληστρικό έχει λεηλατήσει;
Σ’ αυτή τη θύελλα την απηνή που καταπίεση γεννάει,
Που χάθηκε η γαλήνια βάρκα σας
από ασήμι της σελήνης;
Μετά από τούτη τη θανατηφόρα παγωνιά –
Εάν η θάλασσα καταλαγιάσει,
Αν οι νεφέλες τη σφιγμένη πίκρα της καρδιάς
ελευθερώσουν,
Αν της σελήνης κόρη, χαμόγελου σας δώσει ευλογιά
κι αγάπη φέρει,
Αν μαλακώσουν τα βουνά, με φρέσκο πράσινο ντυθούν
Και με καρπούς γεμίσουν –
Δικό σας όνομα απ’ τις κορφές πιο πάνω άραγε θ’ ανέβει
Σαν ήλιος απαστράπτον;
Άραγε οι αναστημένες μνήμες σας,
Του γαλανού οι μνήμες,
Στα μάτια των ψαριών
απ’ την πλημμύρα εξαντλημένων,
Που σκιάζονται τη ζοφερή βροχή,
Μπορούν ελπίδας φως να καθρεφτίσουν;
Ω, στο βουνό, εσείς εξόριστοι, της λήθης!
(από την απόδοση στην αγγλική της Khizra Aslam, σε συνδυασμό με την απόδοση του Αφγανού David Tayyari, αλλά και αυτή των Zuzanna Olszewska και Belgheis Alavi για το ιστολόγιο UniverseOfPoetry.org)
 
Άφωνη κραυγή
Βροχή των πράσινων βημάτων είν’ ο ήχος.
Ιδού, από τον δρόμο έρχονται:
Ψυχές διψασμένες και ποδιές
όλο σκόνη απ’ την έρημο,
Η αναπνοή τους καίει,
μ’ οφθαλμαπάτες μπερδεμένη,
Τα στόματα ξερά και βουλωμένα μ’ άμμο.
Ιδού, από τον δρόμο έρχονται, πλησιάζουν:
Κορμιά βασανισμένα, κόρες
στον πόνο αναθρεμμένες,
Τα πρόσωπά τους εγκατέλειψε η χαρά,
Και οι καρδιές τους γέρικες μα και χαρακωμένες,
Και των χειλιών τους μαύρα πέλαγα χαμόγελο
δεν βρέθηκε εισέτι να ταράξει,
Δάκρυ ουδέν απ’ των ματιών τις
αποστεγνωμένες κοίτες.
Ω Θε μου!
Γιατί να αγνοώ, εάν οι άφωνες κραυγές τους
φτάσουν στα σύννεφα,
στων ουρανών τους θόλους;
Βροχή, το άκουσμα των πράσινων βημάτων.
(από την απόδοση στην αγγλική των Zuzanna Olszewska και Belgheis Alavi)
 
Είθε (γκαζάλ)
Είθε απ’ το κρασί της ομορφιάς του
να μπορούσα να χορτάσω
ή να καώ στις φλόγες της αγάπης του
και κυριεύσω την καρδιά του
Είθε στο πρόσωπό του δάκρυ να ήμουνα που θάλλει
ή ένας βόστρυχος από τα μοσχομυριστά μαλλιά του
Είθε σκόνη στο δρόμο του που είχε καθιζάνει να ‘μουν,
αυτή που σιγολιώνει κάτω απ’ τον ήλιο της ματιάς του
Κάποια παρέλαση είθε να ήμουν μυστική μπροστά του
ή στ’ ασάλευτα χείλη του η σπάνια μιλιά του
Είτε σκιά, τον φίλο μου να συνοδεύω σε κάθε του ανάσα,
ή ξάγρυπνη ως τα παράωρα να παραμένω,
ενεή απ’ τη θωριά του
Τον νου μου αφιερώνω στην ελπίδα της καρδιάς μου, που απ’ τον χωρισμό ραγίζει,
Κλείνω τη θύρα μου στη θλίψη, γίνομαι πλέρια σεληνόφως στην υγειά του.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Στη συντροφιά της Κόρης της Άνοιξης
Τραγουδιστή βροχή σε έφερε εδώ
Και τις ματιές μου έκανες να επιταχύνουν.
Η όψη σου εγείρει ταραχή,
Έφερες αλλαγή στον κήπο του ονείρου.
Τί ρίγος είσαι; Τί είδους αρμονία, που η μορφή σου
Κάνει το κάθε φύλλο σου με τον εαυτό του να χορεύει;
Τα ερωτικά μπουμπούκια σου κι η συστολή,
ο αέρας και το φως:
Δουλεύουν όλα με προσήλωση,
το βλέμμα μου αγνοώντας.
Πώς γνώρισες το περιστέρι τόσο καλά
που μυστικά του θα σου πει, μόλις σε αντικρίσει;
Κι αν, πονηρή, ήμουνα φίλη σου εγώ;
Θα μου ‘λεγες, ποια σοφία σου ‘χε τραγουδήσει;
Κι αν, οικοδέσποινα, το ποίημα σου ‘ναι αρεστό,
Κάτω από σκιά κυπαρισσιού προσκάλεσέ με,
Να με καθίσεις σε χαλί από τριφύλλι πλουμιστό,
Και δυο γλυκούς βασιλικούς για δώρο πρόσφερέ μου.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Αιώνιος λάκκος
Κάποτε με τα οικεία ήταν πλήρης.
Τα χέρια της βλαστάρι φύτεψαν άνευ ριζών
με τη διαίσθηση-
ούτω θα τρανέψει.
Κάποτε, στου νου της έαρ φωτεινό
έτρεχαν τόσες μεγάλες σκέψεις.
Κάποτε και κατά καιρούς
δέντρα δια χειρός ημέρευε.
Κάποτε, ήταν υπάκουα ακόμη και τα σωθικά της,
ίσως τη δύναμή της έτρεμαν.
Όμως τώρα
άχρηστα πια τα χέρια κι αδρανή,
οι οφθαλμοί, καμένες κόγχες,
και οι λαμπρές της σκέψεις, θαμμένες σ’ ένα βάλτο,
ξεθωριάζουν.
Ούτε τα πόδια της δεν εμπιστεύεται
γιατί την αψηφούν,
την πάνε εκεί που δεν επιθυμεί να πάει.
Και έτσι κάθεται σε μία σιωπηρή γωνιά
χαμένη σε μια θάλασσα του σκότους
άδεια από αίσθηση του χρόνου
σε κείνον
τον αιώνιο λάκκο.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Τραγικές ιστορίες
Ω ιστορίες τραγικές,
στις καρδιές μας ενδιαίτημα έχετε κάνει.
Τα μάτια αυτά τα θλιβερά, τα μάγουλα
κίτρινα και βαθουλωμένα,
είναι της παρουσίας σας τα ζοφερά σημάδια.
Ω μελαγχολικά κλαδιά!
Άνοιξες και φθινόπωρα εκατό έρχονται
και φεύγουν,
μαραίνονται μπουμπούκια
με σημαδεμένες τις καρδιές,
αίρονται πολιορκίες εκατό,
καραβάνια εκατό περνούνε,
ο Φαραώ πεθαίνει και τελειώνει η ιστορία του Νεμρώδ–
κι εσείς εκεί, ακόμα πράσινα και φρέσκα,
λες κι από κήπου μήτρα μόλις ξεπροβάλατε.
Ω δυστυχία που καψαλίζει!
Φύγε μακριά απ’ τα όρια των καρδιών μας–
δεν είναι τα μόνα πράγματα που αξίζει να καούν,
για μια φορά, πέρνα από κάποιου άλλου σπίτι!
Ω τραγικές ιστορίες,
μας κατακλύζει πια η συντροφιά σας.
Αν δεν αναζητάτε νέο σπίτι, φυλαχτείτε:
αύριο θα διαβούμε τα θλιβερά ερείπια της ζωής–
και τότε, άθλιες κι εκτεθειμένες
θα μείνετε στο κολαστήριο του χρόνου
δίχως στέγη.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Πλούτος
Μια μέρα, οι σκέψεις μου, αντί γι’ αέρα παγερό,
πυροτεχνήματα θα γίνουν.
Μια μέρα, τα μάτια μου ορθάνοιχτα θα είναι,
τόσο που
στη θέα των φύλλων που σμπαράλιασε ο ωκεανός,
θα πλέουν όπως πρώτα.
Μια μέρα, τα χέρια μου θα γίνουν υφαντές
και στης επίγειας ζωής την παντέρημη χώρα
θα φτιάξουν φόρεμα από σιτάρι και άνθη.
Μια μέρα, ένα νανούρισμα
θα φέρει ύπνο στων άστεγων παιδιών
τα κουρασμένα μάτια.
Μια μέρα θα υμνήσω
το πνεύμα της φωτιάς
με της βροχής τα απαλά τραγούδια.
Τη μέρα εκείνη
θα γράψω ένα πλούσιο και εξυψωμένο ποίημα
που θα ‘χει του καρπού γλυκύτητα
και του φεγγαριού ομορφιά.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
Στη μνήμη της Νάντια Ανζουμάν
 
Thomas Kerrigan
Η πτώση του κορυδαλλού
«Δεμένα τα φτερά μου… Να πετάξω δεν μπορώ»,
Έγραψε εκείνη, πριν κατακορύφως πέσει,
Πλάσμα που ανήκε λιγότερο στη γη από τον ουρανό,
Κορυδαλλός θαρρείς από νταήδες σκοτωμένος,
Έπεσε καταγής, και σίγησε η φωνή της,
Έμεινε θλιβερός σωρός οστών θρυμματισμένων.
Όμοιό της χάρισμα, τι υπομένει μια ζωή
Εκεί που η άγνοια λιθοβολεί την τέχνη,
Και οι θρασύδειλοι, της κόβουν τη φωνή;
Θέλει βουλή η επιλογή να τραγουδάει·
Πρέπει να γνώριζε ενστικτωδώς:
Πρώτο σκοτώνουν το πουλί που κελαηδάει.
 
Michael R. Burch
Η τραγουδοποιός
Κλεισμένη σε θώρακα κατάλευκο, η καρδιά
να φτερουγίζει άγρια, ω! και πάντοτε να τραγουδά
ενάντια στο πνιγηρό σκοτάδι: αυτό μονάχα ξέρει
ώσπου εν τέλει αισθανθεί κεντρί να την μουδιάζει
του θανάτου. Τότε, σύντομο όραμα ζωής περνά σαν αστραπή,
τη νύχτα επιβάλλοντας σε όποιον βλέμμα έχει εναργές.
    
Την φωτεινή καρδιά σου άρπαξε ο θάνατος, κρατώντας τη σφιχτά, ώσπου το στόμα του–
φαρμακερό, με δόντια κοφτερά– ολόκληρο το δέος σoυ κατάπιε.
Κι όμως δεν ήταν τόσο o θάνατος όσο εσύ
που σφράγισες τη μοίρα σου· δεν μπόρεσες να μην τραγουδάς
και να σιωπήσεις. Και τώρα, ιδού του τάφου σου
λευκό αλαβάστρινο κλουβί: χλωμό, άθλιο πράγμα!
 
Όμως δε θα ‘ναι η φυλακή σου εδώ, σοφό πουλί!
Τα λόγια σου ελεύθερα κυλούν· σήκω, τραγούδα, πέτα, ζήσε πάλι.
 
Ξένια Καλαϊτζίδου
Πρώτη δημοσίευση, Λογοτεχνικό Δελτίο, τεύχος 22ο, Ιούνιος 2022, Φιλολογικός Όμιλος Θεσσαλονίκης

https://filologikosomilos.com

Λεωνίδας Καζάσης, Εκ του παρελθόντος τα πρώτα

Πάντα ήθελε να περάσει από το μέρος όπου είχε συλλάβει τις πρώτες παραστάσεις, οι οποίες μετετράπησαν σε πρώτες αναμνήσεις. Πρόκειται για ένα ρετιρέ γωνιακό με μεγάλη βεράντα, επί των οδών Αριστοτέλους και Χέϋδεν, πάνω στην πλατεία Βικτωρίας.

Εκεί μετακόμησαν οι Θεσσαλονικείς γονείς του, λίγους μήνες αφού εγεννήθη, αφήνοντας το κοντινό διαμέρισμα επί της Τρίτης Σεπτεμβρίου. Στην πλατεία Βικτωρίας έζησε τα πρώτα τρία χρόνια του βίου του, ώσπου μετακόμησαν στην Φιλοθέη, προς μεγάλη λύπη του.

Η Φιλοθέη απεκαλείτο (γιατί ήταν) κηπούπολη’ όμως εκείνου ο νους ήταν στην πλατεία Βικτωρίας, ίσως, γιατί εκεί δεν είχε νοιώσει ακόμα την πληκτική βαρβαρότητα της οικογένειας και της εκπαίδευσης. Στην πλατεία Βικτωρίας, αν και είχε ενδείξεις, δεν είχε ακόμα καταλάβει τι γίνεται και που ήρθε.

Εκεί άκουσε για πρώτη φορά τις φράσεις: “παίζει χαρτιά”, “δεν θα  του ανοίξω αν γυρίσει το πρωί”, “θα σε βγάλω έξω από το σπίτι”. Εκεί ένοιωσε τον φόβο και τον πόνο, όταν έβαλλαν στο αναμμένο μάτι της ηλεκτρικής κουζίνας, το μικρό δάχτυλο του δεξιού  χεριού του ( γεγονός που έγκαυμα του απέφερε, σημάδι που το διατηρεί ακόμα, τόσο στο δάχτυλο όσο και στην ψυχή του ) για να συνετισθεί, και να μην πλησιάζει στην ηλεκτρική κουζίνα, ερευνώντας τα μάτια, τα κουμπιά, τον φούρνο της.
Από εκεί είδε τον στρατιώτη να φρουρεί στην ταράτσα ενός κτηρίου της Χέϋδεν, στις 21 Απριλίου του 1967, εκεί άκουσε την ίδια μέρα εμβατήρια από το ραδιόφωνο, όπως επίσης θυμάται την ίδια μέρα, την μητέρα του πανικόβλητη, να στέλνει την Σουζάνα, να προμηθευτεί τρόφιμα απ’ τον μπακάλη, λέγοντας: “Σουζάνα, έγινε δικτατορία, γρήγορα στον Καραφωτιά να ψωνίσεις”. Σουζάνα! Πόσες φορές την νοσταλγεί, δαγκώνοντας τα χείλη του να μην τρέμουν, τρίβοντας τα μάτια του να μην στάζουν!

Θυμάται την μεγάλη βεράντα όπου από ψηλά έβλεπε την πλατεία Βικτωρίας και τις γύρω οικοδομές’  ήταν τα πρώτα αγναντέματα, οι πρώτες θέες στα πρωινά, στα σούρουπα, στου ουρανού τις νύχτες. Θυμάται που τραγουδούσε ο τροβαδούρος πατήρ, τα βράδια του καλοκαιριού στην βεράντα, όταν επέστρεφε από την Θεσσαλονίκη.

Θυμάται την μητέρα του, να τραγουδά μαζί με τον εκ ραδιοφώνου, Λάκη Παππά, το τραγούδι: “Μιάν αγάπη μου έχω κλείσει σ’ ερημοκλήσι αλαργινό”. Ήταν καλοκαίρι, το απόγευμα τέλειωνε και παραχωρούσε τη θέση του στο μυστήριο που άχνιζε φωτεινά στο δωμάτιό του! Συγκίνηση ένοιωθε τότε, συγκίνηση και τώρα τον κτυπά! “να σου φορέσω στα μαλλιά χρυσό στεφάνι σαν πυροφάνι σ’ ακρογιαλιά”.

Θυμάται πως ένοιωθε ένα άλλο απόγευμα καλοκαιριού που πλησίαζε στη δύση’ και μετά από τόσα χρόνια, σκέφτεται πως ήταν η νοσταλγία, που, στην επιθυμία να τον μυήσει, πάσχιζε! Θυμάται την Σουζάνα που σιδέρωνε στο χολ, κοντά στο παράθυρο της κουζίνας, το οποίο έβλεπε στην βεράντα, και εκείνος από το παράθυρο κοιτούσε πως διαγράφεται το απόγευμα στον ουρανό. Θυμάται το ρίγος που ένοιωσε, όταν τρίφτηκε με την πάνα του επάνω της (συχνά τριβόταν, όπου έβλεπε μηρό γυναικείο,  στης μητέρας του, στης θείας του! Τον μάλωναν βέβαια, αλλά δεν μπορούσαν και να μη γελάσουν, όταν ο μικρός δεν έπαιρνε τα μάτια του από τους γυναικείους πισινούς και τους μηρούς, τους οποίους ενίοτε άγγιζε, όποτε τύχαινε να βρίσκεται σε χώρο που υπήρχαν θηλυκά).

Μιά μέρα καλοκαιρινή, ξύπνησε, και πήγε στην κουζίνα, η οποία φωτιζόταν από την βεράντα (σαν γωνιακό που ήταν το ρετιρέ, σχεδόν όλο –σαλόνια, κουζίνα, υπνοδωμάτια– είχε έξοδο προς την βεράντα) τότε άκουσε μια περίεργη φωνή διαρκείας από τον δρόμο, προφανώς κάποιου πλανόδιου, και ενώ χαιρόταν την κυριακάτικη ευδία (δεν ξέρει γιατί αυτή την ανάμνηση την έχει συνδέσει με την Κυριακή, ενώ δεν θυμάται τι μέρα ήταν’ όμως θυμάται για όλα όσα ανέφερε, το πώς αισθανόταν τότε, το θυμάται καλά! Γιατί το νοιώθει και τώρα) άκουγε παράλληλα την μητέρα του, να εξηγεί στην Σουζάνα, τα σχέδιά της για την Φιλοθέη, και στεναχωριόταν! Δεν ήθελε να φύγει από την πλατεία Βικτωρίας! Ο αέρας της τον τραβούσε! Το ίδιο συνέβη λίγο αργότερα με την Θεσσαλονίκη, που από τότε ήθελε να έρθει κοντά της.

Η πλατεία Βικτωρίας αντιπροσώπευε την ξεγνοιασιά των τριών πρώτων χρόνων της ζωής του. Η Θεσσαλονίκη αντιπροσώπευε την διαφυγή στον παππού και στην γιαγιά, μακριά από την πληκτική βαρβαρότητα του σπιτιού και του σχολείου.

Πάντα θυμάται την πλατεία Βικτωρίας με λύπη για τον αφελή, που δεν φαντάζεται τα επακόλουθα’ την θυμάται για την ήρεμη περιέργεια που τον διακατείχε μπροστά στην όψη της ζωής, που φάνταζε καινούρια στα μάτια του, αφού και η ύπαρξή του καινούρια ήταν.

Από την πλατεία Βικτωρίας, κοιτά τον ουρανό, που αυτή την στιγμή προσφέρει απροσδιορίστου χρώματος σχηματισμούς. Μετά από σαράντα πέντε χρόνια, η Αθήνα, στα μάτια του, ομορφαίνοντας, εξιλεώνεται.

4/2012