Θ. Δ. Τυπάλδος, Αλεξικέραυνο

Σήμερα στην Πάτρα, ο καιρός είναι νεφελώδης…

Σήμερα στην Πάτρα, ο καιρός έχει στο μενού του καταιγίδες…

Κεραυνοί εξαπολύουν σφοδρή επίθεση κατά των πολιτών της Πάτρας. Πέφτουν μανιασμένα πάνω στα κεφάλια των σπιτιών και στα κεραμίδια των ανθρώπων. Έντρομοι οι διαβάτες τρέχουν αλαφιασμένοι δεξιά κι αριστερά… Παντού κεραυνοί, παντού μαστίγια βροχής και οβίδες από χαλάζι, χτυπούν τα φρύδια των αγαλμάτων κι εκείνα, πέφτουν στο έδαφος, γκελλάρουν και σηκώνονται και πάλι ψηλά, λικνίζονται και ηδονίζονται μέσα στης καταιγίδας τους οργασμούς! Τι όμορφα που έρχεται το τέλος πριν ακόμη ανακαλύψουμε την αφετηρία. Κάρτες ταρώ στροβιλίζονται προς τα πάνω. Η εικόνα μιας αποσύνθεσης με γαλανά σκέλη – τι όμορφα που κεντράρουμε το τίποτα της οδύνης, εκείνο το τίποτα που ο Tzara έθεσε σε λειτουργία πριν έναν αιώνα, τώρα, γίνεται μια άμεση πραγματικότητα εντός μιας άμεσης πραγματικότητας.

Να όμως: Ένα αλεξικέραυνο ξεπετάγεται από το υπέδαφος! Ένα αλεξικέραυνο όχι αόρατο μα μη ορατό, υψώνεται, θεριεύει, πολεμά. Ο πόλεμός του, πόλεμος δικαιοσύνης, πόλεμος ανέκφραστος που εκφράζει όλα όσα κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει να τιθασεύσει. Ο καιρός σήμερα ακουμπάει την τρέλα του αποδιωγμένου, του καταραμένου. Ζωγράφοι συνωστίζονται στο υψηλότερο σημείο της Πάτρας. Παρατηρούν και ζωγραφίζουν το μη ορατό αλεξικέραυνο. Στη συνέχεια κι αφού καταφέρνουν να αποδώσουν αυτό που δεν αποδίδεται ούτε από σχήματα ούτε από χρώματα, αρχίζουν και κατασπαράζουν ο ένας τον άλλον. Οι κάρτες ταρώ, τώρα έχουν φτάσει πάνω από τα υδάτινα σύνορα Πατραϊκού – Κορινθιακού κόλπου. Συναντούν τρικυμίες και συγκρούσεις πλοίων. Συμμετέχουν κι αυτές στον παροξυσμό που έχει καταβάλει τα πάντα. Το αλεξικέραυνο χαμογελά στους ανέμους.

Συνεχίζεται η οργή των καιρικών φαινομένων. Μια δημοσιογράφος που προσπαθεί να καλύψει τα ακραία αυτά φαινόμενα, δέχεται μια ριπή κεραυνού κατευθείαν στο μέτωπο, με αποτέλεσμα, να καούν τα ρούχα της και γυμνή, πεθαίνει πάνω σε ένα τραγούδι:

«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία…»*

«Μικρή μου αγάπη, σήμερα ο καιρός είναι λίγο άστατος. Πάρε μαζί σου το παλτό από το χέρι του Δία και όρμησε πάνω στα σύννεφα, πάνω στον ουράνιο θόλο. Μικρή μου αγάπη, όμορφη σαν το τομάρι του αυγερινού και σαν της ημέρας τα υπολείμματα. Μικρή μου αγάπη, σ’ αγαπώ μέσα από κατακλυσμούς και μέσα απ’ τον πρωκτό του χιονιού. Ξέρεις καλύτερα απ’ όλους τι σημαίνει η λέξη ‘απόρριψη’ και τι σημαίνει η βροχή πάνω στις σχισμές του ονείρου. Σ’ αγαπώ ενώ βρέχομαι, σ’ αγαπώ καθώς η αστραπή, βγάζει βόλτα τους μύθους και τις επιθυμίες».

Σηκώνεται αέρας – τυφώνες κι αμμοθύελλες προσκρούουν πάνω στις λεύκες. Μία αράχνη στρέφει την κοιλιά της προς τον αχανή ήλιο μιας παρεκτροπής. Όλοι οι κάτοικοι έχουν παραδώσει το πνεύμα τους και αναμένουν το αντίτιμο της υπερθέρμανσης του κλίματος: Φτιάξτε τα υπόγεια στα ρετιρέ και πετάξτε τα ρετιρέ στα τραπέζια των πτωχών! Μετατρέψτε τις έκδηλες αναθυμιάσεις του Ωρίωνα σε πρόσχαρες ομοβροντίες ευφορίας! Ο καιρός αλλάζει, οι άνθρωποι πεθαίνουν – ο καιρός αλλάζει, οι άνθρωποι γεννιούνται!

Ο καιρός, έχει τις μαύρες του πάνω από την Πάτρα…

Μόνο η υπερπραγματικότητα μπορεί να μας σώσει…

Μην χτυπάτε τα τζάμια των αυτοκινήτων παρά μόνο, αν είναι ώρα κοινής ησυχίας…

Για να μην το ξεχάσω, οι κάρτες ταρώ έφτασαν στην Αθήνα στις 3.15 μμ. Καλώς όρισες θυμωμένε στοχαστή. Η πατρίδα ευγνωμονούσα, κατασκευάζει μη ορατά αλεξικέραυνα σε όλη την επικράτεια. Η γιορτή συνεχίζεται αδιάκοπη, αστείρευτη, απρόσμενα υπέροχη!

*Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα

Χριστόφορος Τριάντης, Οι μπουρζουάδες ποιητές

Α μπράβο, μπουρζουάδες ποιητές
(και ποιήτριες)
αλληλολιβανιστείτε.
Η σιελική γλώσσα
έχει την πρωτοκαθεδρία σε μπιστρό
και χοροστάσια.  
Συνεχίστε τα λογύδρια
και τις αναφορές στα εσώψυχα (σας).
Πετάξτε
και εικόνες από ενυδρεία και
παλουκώματα,
πάντα υπάρχουν βρόμικα μάτια κι αφτιά.  
Πλήττετε
μπουρζουάδες ποιητές (και ποιήτριες),
βάψτε νύχια και μαλλιά
(προσεκτικά),
υπάρχει πάντα κοινό  (φιλοθεάμον)
και σας θαυμάζει.
Τον ταχυδρόμο με το όνομα Κάρολος
στα κρεβάτια ανεβάστε τον,
μήπως κι έρθουνε περισσότερες εμπνεύσεις,
κοντά στα ακροφύσια (πάσης φύσεως).
Τρέξτε μπουρζουάδες ποιητές.
Εντοιχιστείτε στα πνευματικά  ιδρύματα
και τις ανθολογίες.
Χαϊδολογήστε τους αξιολάτρευτους λογοεπιθεωρητές
και τις αντίστοιχες κυρίες.
Πάρτε και ύφος στοχαστικό,  
είναι πιασάρικο στις αγοραπωλησίες (από παλιά),
δείχνει βάθος και μυστήριο.
Να κι η ευκαιρία σας :
ρίξτε σωρηδόν τσιτάτα κι ατάκες
σε κύματα και πανηγύρια.
Εκεί παρευρίσκονται (τακτικά και ευάριθμα)
συλφίδες και γονδολιέρηδες (για τις ποιήτριες),
προς τέρψη γενική.
Ε, μαζί με τη βόλεψη,
έρχεται στο τέλος και η αναγνώριση
μπουρζουάδες μου: μηδέν
(αποκλειστικά και ολίγον απολίτιστα).
 

16 Ποιήματα του Σωτήρη Λυκουργιώτη για την απουσία

ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ

Γράφω πάνω σε αποκόμματα εισιτηρίων
στις ατέλειωτες ουρές των δημοσίων υπηρεσιών
και των ταχυδρομείων

Γράφω στην αναμονή
και εν αναμονή

Για αυτό και μοιάζει
σαν να περιμένω κάτι

ΜΝΗΜΗ

Στο τέλος ακόμα και ο Λωτ
θα κοιτάξει προς τα πίσω
στην πόλη με τις ολόφωτες οθόνες
τα βήματά του σταθερά προς το γκρεμό
θα συνεχίσουν —γιατί να σταματήσει;

Αφού της πορείας αυτής
δεν υπάρχει άλλος δρόμος
καταδικασμένοι εμείς
θυσία γραμμής παραγωγής

χωρίς ανάσταση
ή ένα πέρασμα πάνω στο χώρισμα των υδάτων
ή μια κραυγή «θάλαττα θάλαττα»
χωρίς έστω έναν ορίζοντα
να δέσουμε το βλέμμα μας.

Αύτανδρος χάνεται ο κόσμος
κι οι επιβάτες απαθείς
φωτογραφίζουν το τοπίο.

Μόνο ως μνήμη αξίζει
μόνο ως μνήμη μπορεί να σωθεί.

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

Εκείνο το βράδυ σκέφτηκε
όλη τη ζωή του
και δε μπορούσε ν΄ αποκοιμηθεί

Εκείνο το βράδυ στέγνωσε
απ΄ το φόβο η ψυχή του
και ο ύπνος τον βρήκε το πρωί

Ξύπνησε κι είχαν ασπρίσει
τα μαλλιά του
εκείνο το βράδυ πέρασε μια εποχή

ΑΥΤΟΣ

Αυτός που χρόνια δούλευε
στο διπλανό γραφείο
σήμερα δεν ήρθε ξαφνικά

αρρώστησε; απελύθη; πέθανε;
μας είναι αδιάφορο
η δουλειά θα συνεχιστεί κανονικά

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΔΕΝ ΘΑ ‘ΡΧΕΤΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Το καλοκαίρι δεν θα ‘ρχεται για πάντα
υπάρχουν όρια στις επιστροφές του
όπως κι ο ποταμός που χύνεται μέσα απ’ τα μάτια σου
καταπίνοντας ωκεανούς, υπονομεύοντας θύελλες
κάποτε θα σωπάσει

Το καλοκαίρι δεν θα ‘ρχεται για πάντα
ούτε ο πόνος με το κλάμα της ζωής
ούτε το άζωτο στις ρίζες των δένδρων…

Όσο υπάρχουν ακόμα σταγόνες στα πρωινά φύλλα
καλό είναι να συλλέγονται

ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΤΙ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙ

Και τώρα πείτε μου:
δεν πρέπει κάτι να γραφτεί
για τους αποκλεισμένους του έρωτα
που τα βράδια ξάγρυπνουν
σφιχταγκαλιάζοντας το μαξιλάρι
σφίγγοντας τα δόντια
κλαίγοντας χωρίς δάκρυ

(αφού κανείς δεν είναι εκεί
να τρέξει για αυτόν)

αρκετά δε βρέξαμε την πένα μας
στον ιδρώτα των εραστών;

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

μη με λυπάσαι
δεν είμαι ναυάγιο

η συνείδηση είμαι του ύφαλου

ΑΝ ΞΕΡΑΜΕ

Αν ξέραμε πως δεν θα σ’ άρεσαν τα ποιήματά μας
δε θα γράφαμε ποίημα
Αν ξέραμε πως θα ‘φευγες μακριά
δε θα σ’ αγαπούσαμε τόσο
Αν ξέραμε το μήκος του ωκεανού
δε θα μπαίναμε ποτέ στη θάλασσα

Αν ξέραμε…
η ζωή θα ήταν λάθος

ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗ ΧΟΥΡΜΑΔΙΑ

θα πεθάνουμε ξαφνικά
ανάμεσα σε αυτήν
και την επόμενη φράση

θα φύγουμε αναίτια
αφήνοντας το ποίημα μας
στη μέση

ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

Δοκίμασα πολλές φορές
το φόβο
φόβος της πτώσης
του κενού
φόβος της μοναξιάς

Τίποτα όμως σαν
τον πανικό
σε βραδινό δωμάτιο
έρημος και μόνος
αμήχανος
μπροστά σε μια λευκή σελίδα

AΡΝΙΟΤΑΝ ΠΑΝΤΑ

Για δώδεκα χρόνια
την πρώτη μέρα της άνοιξης
τη ρωτούσα ευγενικά αν ήθελε
να κάνουμε έρωτα.

Αρνιόταν πάντα…

Τη δεκάτη τρίτη χρονιά
την τρίτη μέρα του Μάρτη
ήρθε μόνη της να με βρει
για να μου πει
με παράπονο πως
την είχα πια ξεχάσει.

ΘΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Εδώ ψηλά
νιώθω τη μοναξιά
του φαροφύλακα
που τη νύχτα
περιμένει
δυο φώτα αχνά
από την άκρη
να φανούν
του ακρωτηρίου
σημάδια πως
σε τούτη
τη θάλασσα
υπάρχουν κάποιοι
που ακόμα
ταξιδεύουν

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ

ο κόσμος θα τελειώσει ξαφνικά
ανάσα σε δυο μέτρα ενός πενταγράμμου
μέσα σε μια φράση που δεν ολοκληρώθηκε
στη μέση μιας λέξης που ξεγέλασε
το τέλος της

ο κόσμος θα τελειώσει έτσι απλά
σαν μια σκοπιμότητα χωρίς σκοπό

ΑΤΙΤΛΟ

Άμοιρε κόσμε
όσες παγίδες κι αν στήσεις στα πουλιά
ποτέ δε θα πετάξεις

ΤΑ ΝΥΦΙΚΑ

τα νυφικά
που στέκουν στη βιτρίνα του απέναντι μαγαζιού
μάταια περιμένουν τα ζεστά δέρματα των κοριτσιών να φορεθούν
σήμερα πια οι γάμοι έπαψαν να γίνονται κατά τους τύπους

ΑΠΟΥΣΙΑ

Γεννιέσαι με μια αποκοπή
κάθε σου σμίλευμα
και μια φυγή

Ας μη γελιόμαστε:
δεν είμαστε από στάχτη, χώμα και νερό

Πλασμένοι είμαστε
απ’ το εκμαγείο της απουσίας

*Τα ποιήματα αυτά πρωτοδημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Τεφλόν#19 και Μανδραγόρας#58. Αναδημοσίευση από εδώ: https://stratigos-anemos.blogspot.com/2018/12/16.html?fbclid=IwAR1n8232L3UCupTqmOz94EG8F41uXSnRhkg6S_ADf-UkXdhjV0XM2U6pUiY

Η ποίηση της «πιο λαμπρής αναρχικής που γέννησε ποτέ η Αμερική»

Μετάφραση στα ελληνικά πέντε ποιημάτων της Voltairine de Cleyre

Δημήτρης Καφετζής*

H VOLTAIRINE DE CLEYRE υπήρξε ποιήτρια και συγγραφέας, πάνω απ’ όλα αναρχική χωρίς ταμπέλες και επίθετα, μείζων πρώιμη φεμινίστρια και αγωνίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών. Γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου του 1866 στην πόλη Leslie του Michigan. H de Cleyre μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια. Για τέσσερα χρόνια μέσα στην εφηβεία της βρέθηκε εσώκλειστη στο Καθολικό γυναικείο μοναστήρι στο Sarnia του Ontario μετά από πρωτοβουλία του πατέρα της, που πίστευε πως εκεί η Voltairine θα λάβει καλύτερη παιδεία. Τα ψυχικά τραύματα που απέκτησε αυτά τα τέσσερα χρόνια θα καθορίσουν την μετέπειτα πορεία της ζωής της. Χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η προσπάθειά της να δραπετεύσει κολυμπώντας μέσω του ποταμού St Clair και μετά από πεζοπορία 27 χιλιομέτρων την εντόπισαν φίλοι των γονιών της και την επέστρεψαν πίσω. Καθοριστικής επίσης σημασίας για τη διαμόρφωση των ιδεών της και της μετέπειτα δράσης της ήταν η σφαγή στο Haymarket του Chicago το 1887.

H de Cleyre υπέφερε από κάποια νόσο του νευρικού συστήματος. Ως αποτέλεσμα των χρόνιων προβλημάτων της εμφάνισε κατάθλιψη και επιχείρησε δύο φορές στη ζωή της να αυτοκτονήσει. Το 1902 ένας παράφρων άντρας θα προσπαθήσει να τη σκοτώσει. Η de Cleyre παρά τον σοβαρό τραυματισμό που της προκάλεσε και που της άφησε εφ’ όρου ζωής προβλήματα υγείας που την δυσκόλευαν στην ομιλία και τη συγκέντρωση, θα προσπαθήσει να τον σώσει από το να μπει φυλακή, λέγοντας ότι το να μπει φυλακή για μία πράξη σαν κι αυτή ένας ψυχικά ασθενής είναι πράξη ενάντια στον πολιτισμό. Η Emma Goldman θα την αναγνωρίσει ως την πιο προικισμένη και λαμπρή αναρχική που γέννησε ποτέ η Αμερική. Για ένα μεγάλο διάστημα της ζωής της έζησε στη Philadelphia, όπου δίδαξε σε Εβραίους μετανάστες αγγλικά, και βοήθησε να δημιουργηθεί το Ladies’ Liberty League, ένα φόρουμ ελευθεριακών ριζοσπαστικών και φεμινιστικών ιδεών. Χαρακτηριστική περίπτωση των αγώνων της για τα δικαιώματα των γυναικών είναι η διάλεξή της με τίτλο «Sex Slavery» το 1895 όπου βάλλει κατά των τότε νόμων περί του γάμου, οι οποίοι νομιμοποιούσαν τον βιασμό των γυναικών εντός γάμου χωρίς καμία επίπτωση για τον θύτη, κι όπου συγκεκριμένα αναφέρει: «Τι είναι κάθε παντρεμένη γυναίκα; μια δεμένη σκλάβα, που παίρνει το όνομα του κυρίου της, το ψωμί του κυρίου της, τις εντολές του κυρίου της και υπηρετεί τις ορέξεις του κυρίου της». Σε ένα από τα τελευταία της κείμενα του 1912, το οποίο αναφέρεται έκτοτε και σε διάφορες άλλες πηγές, υπεραμύνεται της Ευθείας Πράξης, τακτική που θα ακολουθήσουν αργότερα πολλοί κοινωνικοί αγωνιστές όπως ο Mahatma Gandhi και o Martin Luther King υπό τη μορφή της μη βίαιης ευθείας πράξης. Επίσης βοήθησε στη δημιουργία της Ριζοσπαστικής Βιβλιοθήκης. Η Voltairine de Cleyre θα φύγει από μηνιγγίτιδα, μόλις στα 45 της χρόνια. το 1912.

Θα ταφεί δίπλα σε άλλους κοινωνικούς αγωνιστές και ανθρώπους που αμύνθηκαν στο Haymarket. O τάφος της είναι στο κοιμητήριο του Waldheim στο Chicago.

Σημείωμα-Μετάφραση: Δημήτρης Καφετζής

1
Ό,τι σπείρεις θα θερίσεις

Πόσες σταγόνες πρέπει στους ουρανούς ακόμα να συγκεντρωθούν
Πριν ξεσπάσει η καταιγίδα, μάλλον ποτέ δεν θα το μάθουμε
Πόσο πρέπει οι καυτές φλόγες κάτω στις κολάσεις να λάμψουνε
Πριν οι ζεματιστές πύρινες λάβες του ηφαιστείου πεταχτούν,
Κανένας δεν μπορεί να πει· αλλά σίγουρα θα έρθει η ώρα!
Όποιος όνειρο ‘χει εκδίκηση να ξέρει, έχει ανηφόρα!
Δεν μπορεί να λέει πόσα χτυπήματα πρέπει να παν χαμένα,
Πόσες ζωές ανθρώπων ακόμα επάνω στον τροχό να σπάσουν,
Πόσα ακόμα άκαμπτα πτώματα μες στα σάβανα χωμένα,
Πόσοι μάρτυρες τ’ άλικο αιμάτινο σφράγισμα θα χαράξουν·
Σίγουρα όμως αυτός είναι ο καιρός συγκομιδής του μίσους!
Και όταν το ισχνό παράπονο του αγανακτισμένου κόσμου
Ακουστεί ξανά απ’τον θρόνο, θα στραφεί προς την πλευρά του θρόνου.
Αυτός που είναι προσεκτικός, ακούει της μοίρας τους ψιθύρους!

Φιλαδέλφεια 1890
.
UT SEMENTEM FECERIS, ITA METES

How many drops must gather to the skies
Before the cloud-burst comes. we may Dot bow
How hot the fires in under hells must glow
Ere the volcano’s scalding lavas rise,
Can none say; but all wot the hour is sure!
Who dreams of vengeance has but to endure!
He may not say how many blows must fall,
How many lives be broken on the wheel,
How many corpses stiffen ‘neath the pall,
How many martyrs fix the blood-red seal
But certain is the harvest time of Hate!
And when weak moans. by an indignant world
Re-echoed, to a throne are backward hurled.
Who listens, hears the mutterings of Fate!
.
2
Εις μνήμην

Ω Μάνα γύρε το παιδί σου επάνω στο στήθος,
Το παιδί που έντυσες με ατσάλι πραγματικότητας
Και έστειλες μπροστά, δυνατό στην καρδιά της νεότητας
Να ξυπνήσει με τραγούδι το πλανημένο πλήθος
Από τυράννων και κολάκων υποσχέσεις και μειδιάματα
Που έψαξαν τα μάτια του, δεν βρήκαν απειλές ή τεχνάσματα
Μπορεί να ταράξει τα ατάραχτα αστέρια στον ουρανό τους
Όχι όμως μια λέξη φορτισμένη απ’τα χείλη να κερδίσει
Όχι για τον πλούτο τους, ούτε για τον έπαινό τους,
Αλλά τον ήλιο της Τιμής να κρύψει εν εκλείψει
Ω Μάνα Ελευθερία τα μάτια τα κατηφή,
Και τα γενναία χείλη εικόνες λευκές, ψυχρές και βουβές,
Τη δικαιοσύνη ο χρόνος θα οδηγήσει μέσα στις ψυχές,
Απ’την αναπνοή σου πνέει Αθάνατη Σπίθα λαμπρή.

Φιλαδέλφεια 1894
.

IN MEMORIAM

Back to thy breast, O Mother, turns thy child,
He whom thou garmentedst in steel of truth,
And sent forth, strong in the glad heart of youth,
To sing the wakening song in ears beguiled
By tyrants’ promises and flatterers’ smiles;
These searched his eyes, and knew nor threats nor wiles
Might shake the steady stars within their blue,
Nor win one truckling word from off those lips,-
No-not for gold nor praise, nor aught men do
To dash the Sun of Honor with eclipse,
O Mother Liberty, those eyes are dark,
And the brave lips are white and cold and dumb;
But fair in other souls, through time to come,
Fanned by thy breath glows the Immortal Spark.
.

3
Φως πάνω απ’ το Γουολντχάιμ

Φως πάνω απ’τo Γουολντχάιμ! Και η γη είναι σκοτεινή
Πικρός άνεμος βαρύς πάλι οδηγείται απ’τον Βορρά
Κάνει κρύο και ακούγονται παράξενοι ψιθυρισμοί
«Τι κάνουν εδώ μέσα στο Θάνατο; Βγείτε! Βγείτε μπροστά!»
Αυτό έχεις να πεις με τα επαχθή σου μάτια, Ω Μάνα
Στεφάνωμα της απώλειάς σου με φροντίδα απαλή
για τον ψευδομάρτυρα δεν θα ακουστεί κανένα κλάμα
Ντροπή του ονόματός μας γι’αυτό μας αγάπησες πολύ;
Μέχρι να μεγαλώσει η μέρα καμιά στιγμή στο κενό
Τίποτα δεν σαλεύει μες σ’ αυτή τη ζοφερή αυγή μου
Μόνο άνθρωποι για λύπηση που δεν κραυγάζουν στο Θεό
Πού είσαι χρήσιμος, Ω εσύ που στέκεις απέναντί μου;
«Βγείτε έξω βγείτε! Δώστε ένα τέλος στ’ αναφιλητά
Μέχρι ν’ απόδυναμωθείτε σαν το χιόνι απ’το λυγμό
και λιώσετε διαλυμένοι σε μια ειρήνη που ζει δειλά»
Φως πάνω απ’το Γουολντχάιμ! Αδελφέ μου, πάμε λοιπόν.

Λονδίνο 1897
.
LIGHT UPON WALDHEIM

Light upon Waldheim! And the earth is gray;
A bitter wind is driving from the north;
The stone is cold, and strange cold whispers say:
«What do ye here with Death? Go forth! Go forth!»

Is this thy word, Ο Mother, with stem eyes.
Crowning thy dead with stone-caressing touch?
May we not weep o’er him that martyred lies.
Slain in our name, for that he loved us much?
May we not linger till the day is broad?
Nay, none are stirring in this stinging dawn
None but poor wretches that make no moan to God:
What use are these, O thou with dagger drawn?

«Go forth, go forth! Stand not to weep for these,
Till, weakened with your weeping, like the snow
Ye melt, dissolving in a coward peace!»
Light upon Waldheim! Brother, let us go!

4
Οι οικοδόμοι των δρόμων

Τους είδα να μοχθούν κάτω από τον πελώριο ήλιο
Τα θαμπά, σκούρα πρόσωπά τους ακουμπούν πάνω στην πέτρα
Τα πλεγμένα τους δάχτυλα αρπάζουν τα βρώμικα εργαλεία,
Οι στρογγυλεμένοι τους ώμοι στενεύουν το στήθος τους
Οι σταγόνες τού ιδρώτα στάζουν σαν μεγάλες οδυνηρές χάντρες
Είδα την κατάρρευση, το μέτωπό του πάνω στον βράχο
Το αβοήθητο χέρι εξακολουθεί να κρατιέται στο φτυάρι
Το μουδιασμένο του στόμα μέσα στα χώματα

Και ήταν νεκρός
Οι σύντροφοί του έστρεψαν απαλά το πρόσωπό του, μέχρι που
Ο αδυσώπητος ήλιος έλαμψε σκληρά στα μάτια του,
Ορθάνοιχτα, κοιτάζουν τον άσπλαχνο ουρανό.
Το αίμα ακόμα έτρεχε πάνω στην κοφτερή πέτρα
Τετέλεσται. Ήταν ήσυχα, ήσυχα νεκρός:
Οδηγούμενος στο θάνατο κάτω από τον καυτό ήλιο,
Οδηγούμενος στο θάνατο πάνω στον δρόμο που έχτισε.

Δεν ήταν «ήρωας», ήταν ένας φτωχός μαύρος άνδρας
Ακολουθώντας «τη θέληση του Θεού» μη ρωτώντας τίποτα
Μνημονεύστε τον, την επόμενη φορά που τα πόδια του αλόγου σας
Βγάλουν σπινθήρες πάνω στον λαμπερό δρόμο
Σκεφτείτε ότι γι’ αυτό, αυτό το κοινό αγαθό, τον Δρόμο,
Ένας άνθρωπος έδωσε τη ζωή του, αυτό είναι το ματωμένο δώρο του
Σε έναν κόσμο που τον υπερβαίνει και δεν του είπε ένα «ευχαριστώ»
Ένας αγράμματος, μέσος και άψυχος ήταν; Ωραία, –
Ακόμα άνθρωπος, και εσύ βαδίζεις πάνω στο πτώμα του.

Φιλαδέλφεια 1894
.
THE ROAD BUILDERS

I saw them toiling in the blistering sun,
Their dull, dark faces leaning toward the stone,
Their knotted fingers grasping the rude tools,
Their rounded shoulders narrowing in their chest,
The sweat drops dripping in great painful beads.
I saw one fall, his forehead on the rock,
The helpless hand still clutching at the spade.
The alack mouth full of earth,

And he was dead.
His comrades gently turned his face, until
The fierce sun glittered hard upon his eyes.
Wide open, staring at the cruel sky.
The blood yet ran upon the jagged stone;
But it was ended. He was quite, quite dead:
Driven to death beneath the burning sun,
Driven to death upon the road he built.

He was no «hero,» he; a poor, black man,
Taking «the will of God» and asking naught;
Think of him thus, when next your horse’s feet
Strike out the flint spark from the gleaming road;
Think that for this, this common thing, The Road,
A human creature died; ’tis a blood gift,
To an o’erreaching world that does not thank.
Ignorant, mean and soulless was he? Well,-
Still human; and you drive upon his corpse.
.
5
Γραμμένα με κόκκινο

Γραμμένες εις το κόκκινο οι στάσεις τους για τη διαμαρτυρία
Για τον Θεό του Κόσμου να δει
Στον δογματικό τοίχο του εαυτού τους εν ασωμάτω χειρία
Oικόσημο έβαλαν το «Διαίρει», και φλεγόμενοι πυρσοί
Φωτίζουν το μήνυμα: «Αρπάξτε τη γη!
Ανοίξτε τις φυλακές και αφήστε τους ανθρώπους εν πλήρη ελευθερία»
Πυρπόλησαν τις ζωντανές λέξεις των νεκρών
Γραμμένες με κόκκινο
Θεοί του Κόσμου! Το στόμα σας είναι κλειδωμένο!
Τα όπλα σας μίλησαν και πλέον είναι σκόνη.
Αλλά η Ζωή μες στα σάβανα, που η καρδιά της ον παραλυμένο,
του τυμπάνου της αφύπνισης τον κτύπο ξανανιώνει
Μέσα τους -η φωνή των Νεκρών- ακούγεται και υψώνει
Καθώς λέει: «Διώξτε μακρυά ό,τι παλιό και σκουριασμένο!»
Το είχαν δει «Επανορθώσου», η λέξη των Νεκρών,
Γραμμένη με κόκκινο
Φέρτε τη ψηλά, Ω φλόγα πυρωμένη!
Προς τον ουρανό ψηλά, ο καθένας να μπορεί να σε δει.
Ο λόγος μας είναι ο ίδιος, όλοι του Κόσμου οι σκλαβωμένοι!
Μία είναι η αλησμόνητη ντροπή
Με Ένα όνομα, μία είναι η πάλη, μία η πληγή-
Manhood – παλέψαμε για να είναι οι άνθρωποι λευτερωμένοι.
To «Απελευθερώστε τη Γη απ’ την κατάρα!» καίει τις λέξεις των Νεκρών,
Γραμμένο με κόκκινο.

WRITTEN-IN-RED

Written in red their protest stands,
For the Gods of the World to see;
On the dooming wall their bodiless hands
Have blazoned «Upharsin,» and flaring brands
Illumine the message: «Seize the lands!
Open the prisons and make men free!»
Flame out the living words of the dead
Written-in-red.

Gods of the World! Their mouths are dumb!
Your guns have spoken and they are dust.
But the shrouded Living, whose hearts were numb,
Have felt the beat of a wakening drum
Within them sounding-the Dead Men’s tongue
Calling: «Smite off the ancient rust!»
Have beheld «Resurrexit,» the word of the Dead,
Written-in-red.

Bear it aloft, O roaring flame!
Skyward aloft, where all may see.
Slaves of the World! Our cause is the same;
One is the immemorial shame;
One is the struggle, and in One name –
Manhood – we battle to set men free.
«Uncurse us the Land!” burn the words of the Dead,
Written-in-red.

*Ο Δημήτρης Καφετζής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1990 και μεγάλωσε στη Νέα Ιωνία Αττικής. Είναι ηλεκτρολόγος-ηλεκτρονικός μηχανικός του Πανεπιστημίου του Leeds και υποψήφιος διδάκτορας μηχανικής, έχει εργαστεί στη βιομηχανία και σε ερευνητικά κέντρα Ελλάδας και Ηνωμένου Βασιλείου. Γράφει από το 2005. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές του συλλογές «Ροές» από τις εκδόσεις Ιωλκός το 2015 και «Χαραμάδες» από τις εκδόσεις Ηριδανός το 2018. Ποιήματά του έχουν φιλοξενηθεί σε διάφορες ιστοσελίδες.

**Από εδώ: http://1-2.gr/2019/01/15/h-poihsh-ths-pio-lamprhs-anarhikhs-poy-gennhse-pote-h-amerikh/?fbclid=IwAR3rTNQOwt-_6lC8R_k-Sa4KhRkwOUk1Ur65IuQqeidOtMcIfQC7Po1T9Uw

Γρηγόρης Σακαλής, Ένωση

Στους χαμένους Μπιτ

Σε μια καρέκλα
σ΄ένα τραπεζάκι
κάτω στην παραλία
βγάζω το μπλοκάκι μου
και γράφω
έχω μέρες στο νησί
μα τώρα με επισκέφθηκε
η θεία έμπνευση
λίγο πιο πέρα
κάθεται σ΄ένα βράχο
δίπλα στη θάλασσα
ο Νίκος Σφαμένος
κι αντικρύζει βαθιά
το πέλαγος σκεφτικός
δίπλα μου
στην άλλη καρέκλα
κάθεται και γρατσουνάει
μια ξεκούρντιστη κιθάρα
ο Θοδωρής Μπασιάκος
είμαστε μαζί
αλλά και χώρια
ώσπου στο τέλος
μας ενώνει
ένα μπουκάλι τσίπουρο
και λίγο χταποδάκι.

Ιάσωνας Σταυράκης, Το μουρμουρητό του αιχμάλωτου

Αρνούμαι τον πόλεμο…
Θέλω να βλέπω
γυμνά τα πόδια σου
με μυστικές γραμμές
να σχηματίζουν
το σήμα της ειρήνης…

Έτσι θα παραμείνω αιχμάλωτος
στο γέλιο σου
και θα σου δίνω
λευκή την σημαία
της ψυχής μου…

*Από τη συλλογή “Μηδέν γραμμάρια…”

Νάντια Γαβαλά, Η Επανάσταση

Βάζει στις χούφτες τα μυαλά της
και γυρίζει την πλάτη στο επάγγελμα
Γράφει την ερώτηση στον τοίχο
και μετράει γουρούνια για να κοιμηθεί
Εντάξει
πού και πού κλαίει όνειρα
τις αργές ώρες κάνει ρεσάλτο στο υγρό χρυσάφι των Κελτών
πότε – πότε λέει ψέματα στα καθωσπρέπει παιδιά του σχολείου
Αλλά
όταν βουτάει στο δρόμο
ξέστηθη χορεύει πάνω στα οδοφράγματα
και δεν ξεχνά ότι
αρχίζει από το ίδιο γράμμα με τον Έρωτα