Τάκης Βαρβιτσιώτης, Αν ύστερα από τόσα ποιήματα
Παναγιώτα Ψυχογυιοπούλου, Εξορία λόγου
Δεν εκφέρω ούτε καλημέρα.
Δεν γυρεύω τίποτα από κανέναν.
Τηρώ σιωπή.
Συνεννοούμαι με βλέμματα
και σιωπηλές χειρονομίες.
Οι γύρω αιωρούνται·
προσαρμόζονται στη σιωπή.
Οι λέξεις τους υποκύπτουν —
αρνητικές —
στην προσπάθεια αναγνώρισης
της άλλης — εμένα.
Γίνομαι μίγμα
των αναζητήσεών τους.
Οι ψεύτικες λέξεις
μου στερούν τη σιωπή.
Ο ήχος της:
κραδασμός,
σεισμός ψυχής.
Συγκεντρώνομαι.
Συνθλίβομαι στο εγώ.
Ανοίγω βιβλία — ένα ένα —
αναζητώντας λέξεις σιωπής,
σοφία άηχη.
Εκπαιδεύομαι στην εσωτερική στάση,
ανακαλύπτοντας
τον αμπλοκάριστο
αληθινό εαυτό.
Χάθηκε το μπλα μπλα μπλα
στην κραυγή της σιωπής.
Στριφογυρίζω σαν μύγα —
αθόρυβα —
με βαριεστημένο φτερούγισμα.
Ανατριχιάζω
στο ράπισμα των λέξεων.
Νικόλας Κάλας (1907-1988), Ποιήματα
Το τριακόσια τριάντα τρία δεν απαντά»
Πλάι στον αριθμό το «οδός Κριεζώτου 2
Η εν Ισσώ μάχη!
«Δεσποινίς Πυθία δοκιμάσετε πάλι».
«Νικήτα Ράντο, δεν μʼ ακούς;
το τριάντα τρία η πρώτη σου ποιητική δοκιμασία»
το Είκοσι δύο επέστρεψαν οι Έλληνες απʼ την Μικράν Ασία.
Επέστρεφε ώ Ιστορία!
Η Τροία του Ομήρου, η Τροία του ονείρου
τριαδικά συστήματα προϊστορικά, μεταχριστιανικά
υπολογισμένα καβαλιστικά.
«νικήτα Ράντο γιατί δεν απαντάς;»
Τριάντα τρία χρόνια κι ύστερα επέστρεψεν η εν ηχώ μάχη:
«Δεν μʼ αναγνωρίζεις; Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς,
και βροντοφωνούσε μέσα μου
της ταραγμένης σου ψυχής φλογερά οράματα».
*
Υπενθύμισα στον εαυτό μου
περιπέτεια φόβου και τόλμης.
Το Σαράντα ξεκίνησα από την Λισσαβώνα.
Μα τι συμβαίνει στην Λισσαβώνα;
Ραγίζονται τοίχοι, συσσωρεύονται λέξεις
πλουτίζεται η ρητορική
στο ταξίδι των σελίδων χορεύει η σκέψη
αστράφτει η τύχη και βροντοφωνεί
mare tenebrosa! Η ιστορία δαμάζει
τον ωκεανό με τριήρεις και πετρελαιοφόρα
θησαυροί Κνωσού και Ινδιών
τόλμη θαλασσοπόρων
κύματα του πληθυσμού
ποιητική σύλληψη και κατάληψη της εξουσίας
όνειρα κι αγώνες, αγωνία και ελπίδες.
*
Σκάκι
Ένας κόσμος-ένας κόσμος τετράγωνος ο κόσμος μου.
Στις απλοποιημένες του διαστάσεις χαρακώνονται οι ορίζοντες των
ημερών, της ισονυκτίας η αντιθετική επιφάνεια.
Όλα τα εγκλήματα της ζωής-πανουργίες φόνοι-ξαναζούν απάνου
στο σιντέφι και στον όνυχα όπου επίπονα γλιστρούν άκαρδου
νου τα φιλντισένια σύμβολα τα είδωλα από κοράλλι.
Ο δρόμος τους, οι επικίνδυνοι σταθμοί των, οι απογοητεύσεις και
τα λάφυρα-χαρές γι αυτό που ήτανε καρδιά.
Τώρα με του χεριού τη σπάνια κίνηση να περιπλέξει το ξερό
παιχνίδι.
Το αίμα που κυλάει, οι βιασμοί, ό,τι κρυφό έχει η ψυχή, δε διακρίνεται
στις αυστηρές του μεταβολές.
Όσοι όμως ξέρουν τους κανονισμούς, στο κάτοπτρο βλέπουν τις
φρικτές εικόνες που δύο παίκτες κλείσανε σʼ εβένινο πλαίσιο
και προσπαθούν με λιτές κούκλες να σκεπάσουν.
*
Την Ευρυδίκη που θα χάσεις την έχεις ήδη χάσει
ήσουν εσύ η Ευρυδίκη όταν ο χάρος
απʼ τη ζωή και την Ελένη σου
να σʼ αποσύρει τάχθηκε.
Σε ξαναείδε η μέρα.
Ρίξε πίσω σου το φως που μας προσδοκά
ατένισε άσβηστον φως. Φως κι ο λόγος.
Ζει του Ολυμπιονίκη μονάχα ο Πίνδαρος.
Ρήματα Σίβυλλας, αποφάσεις κύβων
το σεληνόφως της Ελένης
της φλογεράς λύρας η αδαμάντινη λάμψη
διακόπτουν το χάος.
*
Φαίδρα φαιδρή μου Φαιδρούλα
απόψε θα χύσουμε αίμα, οδός Μαυρομιχάλη
θα ποδοπατήσουμε αισθήματα κι αισθήσεις.
Τυραννοκτόνοι! Δεν είναι για σένα
η σωφροσύνη της Κυράς Λίμνης
χανούμισσα εσύ χαμένων χαδιών
πορταΐτισσα της Μανίας, λέαινα
της Ακρόπολής μου. Απόψε τα χαλάσματα!
*
Φανάρια ραγίζουν τη νύχτα αόρατου δρόμου
αντιμέτωπος θέληση δεν συγκρατεί τα φρένα
το θύμα: τριαντάχρονος. Συντρίμματα τα πόδια του
τρεις μήνες τουλάχιστον θα μείνει κατάκλινος
προ τριών ημερών συγκατοικεί η ασθένειά μου
στο δωμάτιό του, τον χαρακτηρίζουν
μεσιτικές εργασίες αστικών ακινήτων
στην περιοχή Chelsea. Αναπτύσσει ο νους του
λόγους ακυρώσεων συμβολαίων κι εξοικονόμησε
δομικές ανάγκες δύο του ιατρών.
Ελληνικό μαγειριό της γειτονιάς μας σερβίρει
άριστο καφέ με μηλόπιτες, γεύση apple-pie.
Τον ξαναείδα τις προάλλες, μα τώρα που εύρωστα δέντρα
διακλαδώνουν νέους χαραχτήρες, νέες ουράνιες συνταγές
νέες εκτιμήσεις του τύπου μου χαράσσουν το χαραχτήρα.
Νεότης, γεράματα εντυπώνονται. Σήμερα και χθες
το μελτέμι παίζει με κλάσματα μύθων
καταθέτω εικόνες ενώ η φωτεινή μου
Ελένη συγκρατεί τις φρένες μας εντός του κειμένου.
Ακτίνες κοβαλτίου, μόρια ιωδίου σπέρνονται
στον καταραμένο χώρο. Νέες διαστάσει της ιατρικής.
Παρηγοριέμαι με την αστρολογία κι αυτή
από καιρό σε καιρό καρκινοβατεί με ζωδιακό φως.
*Από τις συλλογές “Οδός Νικήτα Ράντου” (1977) και “Γραφή και Φως” (1983), εκδόσεις Ίκαρος.
Jacques Prevert, Δύο ποιήματα
Στο μαγαζί της ανθοπώλισσας
Ένας άνδρας μπαίνει στο μαγαζί μιας ανθοπώλισσας
και διαλέγει κάποια άνθη
η ανθοπώλισσα περιτυλίγει τα άνθη
ο άνδρας βάζει το χέρι του στην τσέπη
να ψάξει για τα χρήματα
τα χρήματα για να πληρώσει τα άνθη
μα βάζει αυτός την ίδια ώρα
τελείως ξαφνικά
το χέρι πάνω στην καρδιά του
και ξαπλώνεται
Την ίδια ώρα που αυτός πέφτει
τα χρήματα κυλούν στη γη
κι ύστερα πέφτουνε τα άνθη
την ίδια ώρα με τον άνδρα
την ίδια ώρα με τα χρήματα
και η ανθοπώλισσα μένει εκεί
με τα χρήματα που κυλούν
με τ’ άνθη που μαραίνονται
με τον άνδρα που πεθαίνει
προδήλως όλα ετούτα είναι πολύ λυπητερά
και πρέπει αυτή κάτι να κάνει
η ανθοπώλισσα
μα δεν ξέρει τον τρόπο να το κάνει
δεν ξέρει
από πού να ξεκινήσει
Υπάρχουν τόσα πράγματα να γίνουν
μ’ αυτόν τον άνθρωπο που πεθαίνει
τα άνθη αυτά που παν να μαραθούν
και τούτα τα χρήματα
τα χρήματα ετούτα που κυλούν
που δε σταματάνε να κυλούν.
*
Στα πεδία
Υπάρχει
καθώς φαίνεται
σ’ έναν ροδώνα
ένα τριαντάφυλλο
που ονομάζεται Χήρα απαρηγόρητη του αείμνηστου προέδρου Ντουμέργκ
είναι λυπητερό
είναι κρίμα
υπάρχει
ή μάλλον
υπήρξε
ένας άνθρωπος που έγραψε αυτές τις λέξεις
Αύριο στους τάφους μας τα στάχυα θα ‘ναι πιο ωραία
είναι λυπητερό
είναι κρίμα
γιατί τα στάχυα δε βλασταίνουν
ακριβώς
πάνω στους τάφους των ανδρών που έχουν πέσει
για να ανέβει ή να κατέβει
η τιμή των σιτηρών
ή ακόμη η πορεία της σκέψης, του άνθρακα ή των ανθέων
και όμως εμείς μπορούμε να δούμε
χαραγμένα από πολύ αξιοσέβαστους χαράκτες
πάνω στο τρομαχτικό τραπεζογραμμάτιο
πάνω στο δεινό μπιλιέτο που δίνει εύνοια και άκρες
την ηλίθια γκραβούρα σε έγχρωμο
την οδυνηρή προκλητική εικόνα της εργασίας
όπου χωρίς τη θέλησή του ο εργαζόμενος
προσεκτικά αντιπροσωπεύεται
όλος χαρούμενος το γέλιο πάνω στα χείλη
και τα εργαλεία στο χέρι
ή καλύτερα
λάμποντας από υγεία
σε ένα εκστατικό τοπίο καλοκαιριού
ή θερίζοντας ενόσω τραγουδάει με εγρήγορση τα στάχυα
όμως δε βλέπουμε ποτέ
την εικόνα την απλή κι αληθινή
τον εργαζόμενο ιδρωμένο και κομμένο σαν τα στάχυα
είναι λυπητερό
είναι κρίμα
αλλά οι τροχαλίες είναι δεμένες
κι ο εργαζόμενος επίσης
με τα μεγάλα τους μπιλιέτα τους μεγάλους ευνοημένους
είναι πληρωμένοι το κεφάλι του
και το κορμί του ολόκληρο
με όλη τη δουλειά των χρόνων όλων
όλες οι τροχαλίες είναι δεμένες
καθένας κόκκος είναι υπολογισμένος
κάθε χειρονομία καταγράφεται
κάθε λουλούδι ξεσκισμένο
τα σιτηρά ανεβαίνουν και κατέρχονται
την ίδια ώρα με τα λεφτά
την ίδια ώρα με τη ζάχαρη
την ίδια ώρα με τον χάλυβα
και ο λογαριασμός του εργαζομένου
είναι σοφά κανονισμένος
στη διοχέτευση του Κέρδους
ο πόλεμος έχει κηρυχθεί
και πάνω στη γη την πρόσφατα ακόμα ταραγμένη
μέσα στα ερείπια των πόλεων που απ’ αυτούς τους ίδιους έχουν χτιστεί
εκείνοι που ήταν οι πιο ζωντανοί οι πιο εύρωστοι
οι πιο χαρούμενοι
οι καλύτεροι
βρίσκονται εκεί ακούνητοι ξαπλωμένοι στα πεδία της τιμής
το κεφάλι μες στο θάνατο και το λουλούδι στο τουφέκι
το αλησμόνητο λουλούδι της τόσο απλής ζωής τους
και το λουλούδι με τη σειρά του
σιγά σιγά σαπίζει
το λουλούδι των ερώτων το λουλούδι των φίλων
και πάνω στο πεδίο της τιμής
των τιμών και των κερδών
λιγάκι μόνο αργότερα
στο πεδίο της τιμής το προσεκτικά ισοπεδωμένο
όλο μονάχο
το λουλούδι τεχνητό
το λουλούδι που δε φαντάζει πιστευτό
το λουλούδι προς έμετο
το λουλούδι προς ουρλιαχτό
η χήρα η απαρηγόρητη του Προέδρου τάδε
χλωμό και ροδαλό ψευτοάνθος φριχτά μπολιασμένο
πρόστυχο άνθος ηληθιωδώς προσποιημένο
ακόμα μια φορά
με βία
και με τη βέβαιη συνδρομή από τα εμβατήρια
γαντζώνεται κρεμιέται καρφιτσώνεται
απ’ την κουμπότρυπα της γης
της γης κατεστραμμένης
της γης ερημικής
της γης λεηλατημένης βιασμένης και θλιμμένης
απελπισμένης
στα γιορτινά ντυμένης.
*Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου.
Fernando Pessoa, Διαιρώ αυτό που ξέρω
Διαιρώ αυτό που ξέρω.
Προκύπτει αυτό που είμαι
κι αυτό που ξέχασα. Ανάμεσα στα δυο πηγαίνω.
Δεν είμαι αυτός που σκέφτομαι
ούτε αυτός που είμαι τώρα.
Αν θα σκεφτώ, κομμάτια γίνομαι
Αν θα πιστέψω, για μένα δεν υπάρχει τέλος.
Γι’ αυτό, είναι καλύτερα
ν’ ακούς μόνο το θρόισμα
της απαλής, βέβαιης αύρας
που μέσ’ από τις φυλλωσιές περνάει.
*Mετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης
Λίνα Βαταντζή, Όταν τις ανάσες μετρώ
Τώρα πια
που οι ανάσες μου μικραίνουν
και τα βήματα άρουν δεκαετίες
επιθυμώ να ζω,
να μην σκλαβώνομαι
στην ομορφιά της ονειροπόλησης.
Κι όμως τρεις χιλιάδες μέρες
ονειρεύομαι.
Νύχτες όταν η ποίηση φιλί γίνεται.
Πάνω στο δέρμα χαράζεται ο χρόνος,
αλλά περιμένω τα χέρια που
το κορμί έχουν σμιλέψει
μέχρι τη θάλασσα να με οδηγήσουν,
ώσπου γέλιο
με τον φλοίσβο ν’ αντηχεί.
Τώρα, όμως,
τις ανάσες μου μετρώ
και μόνο την αγάπη βρίσκω λειψή
σ’ ένα χτύπο που εκπνέει.
Federico Garcia Lorga, Παραλλαγές
Η ακινησία του αέρα
κάτω απ’ της ηχώς την κλάρα.
Η ακινησία του νερού
κάτω απ’ των αστεριών τα φύλλα.
Η ακινησία του στόματός σου
κάτω από μια λόχμη από φιλιά.
*Από το “Federico Garcia Lorga, Ποιήματα”, Εκδόσεις Καστανιώτη. Μετάφραση: Ανδρέας Αγγελάκης
**Το ποίημα και τη φωτογραφία της ανάρτησης τα πήραμε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/wp-content/uploads/2026/04/mg_0647.jpg
Οκτάι Ριφάτ (1914-1988), Σπίτια
Jesus Lizano, Παράξενη σύνθεση
Όλα τα βρίσκω παράξενα,
πολύ παράξενα,
παράλογα, πολύ παράλογα.
Δεν μπορώ να ξεπεράσω την κατάπληξη.
Και τι παράξενη κατάπληξη,
τόσο παράξενη και τόσο παράλογη.
Φυσικά:
όλοι με βρίσκουν παράξενο,
Και τι παράλογο
που όλοι με βρίσκουν παράξενο.
Και τι κατάπληξη
που δεν θεωρούν τους εαυτούς τους παράξενους
και παράλογους.
Είναι πολύ παράξενο
που ζουν δίχως κατάπληξη
που δεν βλέπουν πόσο παράξενο
και παράλογο
είναι να ζεις τόσο παράξενα.
Όλα είναι παράξενα, πολύ παράξενα.
Τι παράξενο σύμπαν
και τι κατάπληξη
και τι θάνατος τόσο παράλογος
και τόσο παράξενος.
Τι κατάπληξη τόσο παράλογη
και τι παράλογο τόσο παράξενο.
Φυσικά,
όλοι με βρίσκουν παράξενο.
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πανοπτικόν”, τεύχος 31, Σεπτέμβρης 2025. Μετάφραση: Κώστας Δεσποινιάδης.









