Benjamin Theolonius Sanders (IQ), Still our home / Είναι ακόμα το σπίτι μας

when the woods whisper
the sand of the first foreshore
bleeds where they landed

it is still our home
despite them stabbing our land
with their silly flag.

the oldest trees speak
the language of our elders
rivers know our tears

All seven seasons
harmonise with our singing
our lines link our land

we are love’s dreaming
stewards of our land, story, sky
dancing our healing.

Here the woods whisper
of Bla(c)kness, beauty, culture
of Land, Love, Our Home.

21 December, 2021, 3:10 pm
Narana Aboriginal Cultural Centre

Είναι ακόμα το σπίτι μας

όταν τα δάση ψιθυρίζουν
η άμμος της πρώτης ακτής
αιμορραγεί εκεί που αποβιβάστηκαν

είναι ακόμα το σπίτι μας
παρά το γεγονός ότι μαχαιρώνουν τη γη μας
με την ανόητη σημαία τους.

τα πιο παλιά δέντρα μιλούν
τη γλώσσα των πρεσβυτέρων μας
τα ποτάμια γνωρίζουν τα δάκρυά μας

Και οι επτά εποχές
εναρμονίζονται με το τραγούδι μας
οι γραμμές μας ενώνουν τη γη μας

είμαστε το όνειρο της αγάπης
φροντιστές της γης, της ιστορίας και του ουρανού μας
χορεύοντας τη θεραπεία μας.

Εδώ τα δάση ψιθυρίζουν
για τη Μαύρη (Bla(c)k) ταυτότητα, την ομορφιά, τον πολιτισμό
για τη Γη, την Αγάπη, το Σπίτι μας.

Thanks so much for our talk, Yalanda & Ngara. I am Muskogean or Black Creek. It is interesting, the overlaps between Indigenous experiences globally. What speaks in visual art and music to my own genes? This globe has so much to learn. I hope hearts and minds open to ancient wisdom and bravely heal our world.

Σας ευχαριστώ πολύ για τη συζήτησή μας, Yalanda και Ngara. Είμαι Muskogean ή Black Creek. Είναι ενδιαφέρον το πώς αλληλεπικαλύπτονται οι εμπειρίες των αυτοχθόνων λαών σε παγκόσμιο επίπεδο. Τι είναι αυτό στις εικαστικές τέχνες και τη μουσική που μιλάει στα δικά μου γονίδια; Αυτός ο πλανήτης έχει τόσα πολλά να μάθει. Ελπίζω οι καρδιές και τα μυαλά να ανοιχτούν στην αρχαία σοφία και να θεραπεύσουν με θάρρος τον κόσμο μας.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Ποιήματα

Φωτογραφία: Λεωνίδας Γιαννακόπουλος

Και τι θα πούμε όταν γυρίσουμε, σκέφτηκα.
Πρέπει να ετοιμάσουμε ψέματα.
Πόσο ξέγνοιαστα περάσαμε.
Τι εύκολη που ήταν η φύση.

*

Η φύση ήταν όπως τη φαντάστηκα, θα τους έλεγα.
Τακτική, καθαρή και υπάκουη.
Να βλέπατε πως άνοιγαν με υπόκλιση τα κλαδιά. Θα έβαζα και σκίουρους.
Όχι έναν και δύο, αλλά εφτά σκίουρους.
Ίσως βάλω και νάνους, σκέφτηκα.
Θα τους βάλω με τρόπο.

*

Πότε ήταν που έπεφτα και μου άρεσε να πέφτω;
Στάθηκα να θυμηθώ. Μάλλον σε κήπο ήταν.
Μάλλον από δέντρο. Σε ινδιάνικη μάχη.
Και πληγώθηκα θανάσιμα. Έπεσα γενναία.
Και δεν ήθελα να σηκωθώ. Όταν έπεφτα με παιδικό σώμα.

*

Να σας δείξουμε τις φωτογραφίες, είπα.
Εδώ που γελάω, έτρεμα απ’ το φόβο μου.

*

Τι ψέματα που γράφουν τα βιβλία.
Ήμαστε μόνοι μας.
Και ούτε ένας σκίουρος.

*Από τη συλλογή “Ο οδοιπόρος είχε φύλλα στα μαλλιά του”, 2005. Τα ποιήματα αρχικά δημοσιεύτηκαν στις 23 Δεκεμβρίου 200 εδώ: https://teflon.wordpress.com/2010/12/23/αλεξάνδρας-πλαστήρα-ανθολόγημα/

Γιώργος Κοζίας, Στην ανεμόσκαλα

Έσφιξα τα λουριά
πάλι στην ανεμόσκαλα

γύρω πετούσαν όρνια

κάτω σεληνιασμένα
ούρλιαξα

αυτός δεν είναι
ο θάνατός μου.

*Από τη συλλογή “Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε”, εκδ. Στιγμή, 1995.

Isaac Rosenberg, Το σκοτάδι καταρρέει

Ο παλιός Δρυίδης χρόνος όπως πάντα
Κάτι ζωντανό χοροπηδάει στο χέρι μου
Ένας σαρδόνιος αρουραίος
Καθώς τραβάω την παπαρούνα του παραπετου.
Και την κολλάω πίσω από το αυτί μου
Χαζοπόντικα, άμα ήξεραν πόσο κοσμοπολίτης είσαι, θα σε εκτελούσαν
Τώρα πατάς σε αυτό το αγγλικό χέρι
Το ίδιο θα κάνεις και σε ένα γερμανικό
Σίγουρα σύντομα, εφόσον το θέλεις
Να διασχίσεις την πρασινάδα που μας χωρίζει.
Σε βλέπω να απολαμβάνεις καθώς περνάς
Δίπλα από αγέρωχα βλέμματα, καλοσχηματισμένα άκρα, ρωμαλέα σώματα.
Με λιγότερες ελπίδες από εσένα για ζωή
Απλωμένα κάτω από τη γη
Στα διαλυμένα χωράφια της Γαλλίας
Τι βλέπεις στα μάτια μας
Στο σίδερο και τη φλόγα που ουρλιάζουν.
Καθώς εκτοξεύονται στους ουρανούς;
Ποιό τρεμούλιασμα, ποια καρδιά αναστατωμένη;
Παπαρούνες ριζωμένες στις ανθρώπινες φλέβες.
Πεθαίνουν η μία μετά την άλλη
Όμως η δικιά μου στο αυτί είναι ασφαλής
Μόνο λίγο έχει ασπρίσει, από την σκόνη.



*Το ποίημα γράφτηκε το 1916 κατά την διάρκεια του Α’ Παγκ. Πολέμου.

Θανάσης Πάνου, Δύο ποιήματα

ΠΟΡΕΙΕΣ ΖΩΗΣ

Μια άβυσσος γεμίζει σταδιακά με νερό.
Η άβυσσος γεμίζει, αλλά δεν ξεχειλίζει.
Παραδίπλα,
Ένας βαλτώδης νερόλακκος
Σημαίνει κίνδυνο.
Στη μέση
Ο άνθρωπος βαδίζει σύμφωνα με το είδος του.
Η εικόνα της αβύσσου και του νερόλακκου
Επαναλαμβάνεται σε όλες τις πορείες της ζωής.
Ο καθένας
μέσα σε αυτή την επανάληψη
Με μικρές αποφάσεις συμπληρώνει
Την προοπτική της διαφυγής του.
Μερικοί
μένουν εγκλωβισμένοι
Μέσα σε νερόλακκους
Ή σε φράκτες φτιαγμένους
από τα δικά τους αγκάθια.
Άλλοι
κρέμονται ανήμποροι σε χάσματα.
Όλοι
θέλουν ένα πέρασμα
ή πιο απλά
περιμένουν να ανοίξει
Ο δρόμος μόνος του.

*

ΕΞΑΓΝΙΣΜΟΣ

Η καρδιά του σκότους είναι η φρίκη.
Η λεία της φρίκης είναι οι κραυγές
οι ρουφηγμένες από την δύναμη του σκότους.
Όταν βλέπεις παιδιά
αποστεωμένα και χωρίς κραυγή
είναι παιδιά που νοιώθουν τον πόνο
κάθε ανάσα, κάθε αργό βήμα,
που ένα συγνώμη δεν αρκεί,
ούτε μια αγκαλιά,
τότε να μασάς καλά την τροφή σου,
να μετράς μια-μια τις γουλιές σου,
την ίδια ώρα παιδιά
εξαγνίζονται
μέσα στον πόνο.

*Από τη συλλογή “Φίλοι στ’ άχυρα”,

Αντώνης Ζέρβας, Δύο ποιήματα

ΣΤΙΣ ΦΤΕΡΕΣ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Στὶς φτέρες στὸ μπαλκόνι μόνη
ἀργοδένεται
ἡ βραδινὴ ἀχτίνα τ᾽ ἀνθοπέταλο
φτερουγίσματος ἔπαινος
νὰ μεταμορφώσει ὅλα τὰ πουλιὰ τοῦ σπιτικοῦ μου
ἂς περάσουν οἱ ὧρες τῆς ἀτελείωτης νύχτας
οἱ μυστικὲς τῶν χαραγμένων ὀνείρων
ἴχνος τῆς λάμπας μοναδικὴ ἂς περάσει
καὶ τὸ διάστημα τῆς θέας δωρεὰ παραθύρου
πρόσωπο ὑδαρὸ ἡ τελευταῖα εἰκόνα
πρὶν τὴν ἀμείλικτη τρεχάλα τῆς σιωπῆς
πάνω στὰ ἡρωικὰ κειμήλια τοῦ τραπεζιοῦ μου.

*Από τη συλλογή “Ἡ Ἀνάσταση τῆς Κυρὰ Τσίνης”, 1983.

*

ΤΑΧΑ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΟΝΤΩΣ…

Τάχα θὰ γίνουν ὄντως δικὰ μας πράγματα
τὸ κοινοβούλιο κι οἱ αἴθουσες δημοπρασίας
ἡ ἐπίσημη φωνὴ ποὺ ρύθμισε κεῖνο τώρα ποὺ πουλιέται
ταξινομεῖται καὶ χειροκροτεῖται στὴν αἴθουσα συναυλιῶν;
Ἀπεναντίας τὴ φωνὴ τοῦ πάστορα μονάχα – τὸ πολὺ
σὰν παστρικὴ φωνὴ μποροῦμε νὰ τὴ νιώσουμε
στὰ μέρη τὰ δικά μας ὅπου δὲν εἶν’ δικά μας
τὰ διώροφα σπιτάκια μὲ τοὺς προσεγμένους κήπους
τῶν χουρδισμένων γενεῶν ἀπὸ τὸ χτύπημα τῆς ὣρας
στὸ καλοδουλεμένο ἐκκρεμές
ἡ μέρα γέρνει σὰ σύγκριση ὡριμασμένη
βαθαίνοντας τὸ χνάρι ἀπὸ τὴν πρόσκρουση
στὴν πιστωμένη δράση ποὺ δένει κόμπο
μὲ τ᾽ ἄγριο χορτάρι
ὅπως βουτάει ἡ πάπια γιὰ νὰ θρέψει
τ᾽ ἀνυπεράσπιστο κι ἂγουρο γέννημά της
Ὅ,τι σ᾽ εμᾶς ὄντως ἀνήκει δὲν τὸ ξέρουμε
ἀπ᾽ τὸν καιρὸ ποὺ μείναμε δίχως βασιλέα
οἱ λόγοι μας εἴτε προβαίνουν σὰν κραυγὴ
εἴτε ξενόφωνοι χωροῦν στὴ σύγχρονη εὐδαιμονία.

*Από τη συλλογή “Τὸ βιβλίο τῶν ὑπακοῶν”, 1987.

Γιώργος Β. Μακρής, Τρία ποιήματα

ΕΡΑΣΤΕΣ

Περάσανε οι ώρες τους γοργά
και φύγαν οι εραστές θλιμμένοι
με βήματα επίσημα κι αργά
και καμπαρντίνα κουμπωμένη.
Και λυπηθήκαμε τους εραστές
με το μικρό στον τόπο πήγαιν’ έλα τους
να νείρονται αγκαλιές ζεστές
σκαλίζοντας τη γη με την ομπρέλα τους.

*

CONFESSIO

           "Βυζαίνω νοσταλγία από τους λόφους
τους μαστούς της γης"

Υπάρχει μέσα μου ένα σπέρμα εξομολογήσεως
συμπυκνωμένων αισθημάτων, ακαθόριστης μορφής
θαμπής ωσάν τοπίο ευαίσθητο
με άλογα πρωινά ιππασίας, αμαζόνες, σκυλιά του κυνηγιού
και υπηρέτες ντυμένους εθιμοτυπία και λύπη.
Ίσως να φταίει αυτή η μορφή η αμφίβολη
που δεν μπορώ ποτέ να συζητήσω
σε πλαίσια αλήθειας με κανέναν.
Βλέμματα δυσπιστίας με περιβάλλουν
γιατί ποτέ, ποτέ μου δεν κρατώ
τη στάση την πρεπούμενη°
και πάντα το χαμόγελο που έχω για ιδίωμα
σαρκαστικά φαντάζει και χαρούμενα
σε μια στιγμή εντόνως σοβαρή.
Αχ! και κανένας πια δε με πιστεύει
ακόμα κι οι καλύτεροί μου φίλοι
για μένα καλλιέργησαν το άνθος
της δυσπιστίας τους το δηλητηριώδες.
Συντείνει βέβαια και κάτι άλλο
και είναι η υπερηφάνειά μου
η αυστηρή και ντροπαλή στο βάθος
ωσάν κοπέλα που άρχισε να βλέπει
στο πρόσωπο του Ιησού της έναν άνδρα…
Εξάλλου ίσως τα γεγονότα
πραγματικά να μην υπάρχουν κατά βάθος
κι όλα να είναι ζήτημα μιας τάσης.
Αλλά πολύ γοργά καταλαβαίνω
ότι ο τελευταίος τούτος λόγος
είναι μια πρόφαση για ν’ αρνηθώ
εκ νέου τον κίνδυνο της εξομολογήσεως.

*

Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ II

Ὂλ’ αυτὰ τὰ βλέπει ο πικραμένος
κάθεται σ’ έναν φτωχικό απόπατο μιλάει με τον Θεὸ
δείχνει με τα μάτια τσ ειρηνικὰ έντομα
τ’ απόκοσμα χαρτιὰ γεμάτα από ίσκιο
ο πικραμένος αυτὸς που γεννήθηκε κάμποσα χρόνια
ύστερα απὸ κείνον που βρήκε κι απὸ κείνον που έχασε
στέρεψε πια αφού βασανίστηκε να βρει μίαν έξοδο.
Τέλος η μόνη έξοδος δεν ήταν παρὰ
η ακινησία του.

*Από το βιβλίο “Γιώργος Β. Μακρής, Γραπτά”, εκδόσεις της Εστίας (1986).

Frank O’Hara, Δύο ποιήματα

CAMBRIDGE

It is still raining ad the yellow-green cotton fruit
looks silly round a window giving out on winter trees
with only three drab leaves left. The hot plate works,
it is the sole heat on earth, and instant coffee. I
put on my warm corduroy pants, a heavy maroon sweater,
and wrap myself in my old maroon bathrobe. Just like Pasternak
in Marburg (they say Italy and France are colder, but
I’m sure that Germany’s at least as cold as this) and,
lacking the Master’s inspiration, I may freeze to death
before I can get out into the white rain. I could have left
the window close last night? Bat that’s where health
comes from! His breath from the Urals, drawing me into flame
like a forgotten cigarette. Burn! this is not negligible,
being poetic, and not feeble, since it’s sponsored by
the greatest living Russian poet at incalculable cost.
Across the street there is a house under construction,
abandoned to the rain. Secretly, I shall go work on it.

ΚΕΜΠΡΙΤΖ

Βρέχει ακόμα κι οι ξανθοπράσινοι καρποί
μοιάζουν γελοίοι γύρω από το παράθυρο που βλέπει
στα δέντρα του χειμώνα, με τα τρία άχρωμά τους φύλλα.
Το μάτι της κουζίνας λειτουργεί, μόνη πηγή θερμότητας στον κόσμο.
Νεσκαφέ. Φορώ το ζεστό κοτλέ μου παντελόνι, ένα βαρύ
μπορντό πουλόβερ, τυλίγομαι με το παλιό μπορντό μπουρνούζι.
Σαν τον Πάστερνακ στο Μάρμπουργκ (λεν ότι η Ιταλία κι η Γαλλία είν’ πιο κρύες
αλλά στοιχηματίζω ότι κι η Γερμανία είναι το ίδιο κρύα) και,
στερούμενος την έμπνευση του Δασκάλου, μπορεί και να παγώσω
πριν βγω έξω στη λευκή βροχή. Μήπως έπρεπε να ’χα κλείσει
το παράθυρο χθες βράδυ; Μα είναι πηγή υγείας!
Η Ουράλια πνοή του, που με τραβάει προς τη φλόγα
σαν τσιγάρο ξεχασμένο. Να καείς! διόλου αμελητέα προσταγή,
καθότι ποιητική κι ουχί ασθενική, εγκεκριμένη από το μεγαλύτερο
εν ζωή Ρώσσο ποιητή, με κόστος ανυπολόγιστο.
Στην απέναντι μεριά του δρόμου, ένα σπίτι υπό κατασκευή
στέκει εγκαταλειμμένο στη βροχή. Κρυφά, θα πάω να το χτίσω.

*

AVE MARIA 

Mothers of America
let your kids go to the movies!
get them out of the house so they won’t know what you’re up to
it’s true that fresh air is good for the body
but what about the soul
that grows in darkness, embossed by silvery images
and when you grow old as grow old you must
they won’t hate you
they won’t criticize you they won’t know
they’ll be in some glamorous country
they first saw on a Saturday afternoon or playing hookey
they may even be grateful to you
for their first sexual experience
which only cost you a quarter
and didn’t upset the peaceful home
they will know where candy bars come from
and gratuitous bags of popcorn
as gratuitous as leaving the movie before it’s over
with a pleasant stranger whose apartment is in the Heaven on Earth Bldg
near the Williamsburg Bridge
oh mothers you will have made the little tykes
so happy because if nobody does pick them up in the movies
they won’t know the difference
and if somebody does it’ll be sheer gravy
and they’ll have been truly entertained either way
instead of hanging around the yard
or up in their room
hating you
prematurely since you won’t have done anything horribly mean yet
except keeping them from the darker joys
it’s unforgivable the latter
so don’t blame me if you won’t take this advice
and the family breaks up
and your children grow old and blind in front of a TV set
seeing
movies you wouldn’t let them see when they were young

AVE MARIA 

Μανάδες της Αμερικής
αφήστε τα παιδιά σας να πάνε σινεμά!
Βγάλτε τ’ απ’ το σπίτι για να μην ξέρουν τι σκαρώνετε·
είναι αλήθεια: ο φρέσκος αέρας κάνει καλό στο κορμί
αλλά τι γίνεται με την ψυχή
που θεριεύει στο σκοτάδι, σκαλισμένη από ασπρόμαυρες εικόνες;
Κι όταν γεράσετε  –που θα γεράσετε–
δε θα σας μισούν
δε θα σας επικρίνουν  δε θα γνωρίζουν·
θα ζουν σε κάποια χώρα εξωτική
που είδαν πρώτη φορά ένα απόγευμα Σαββάτου ή
κάνοντας κοπάνα·
ίσως και να σας είναι ευγνώμονα
για την πρώτη τους σεξουαλική εμπειρία
που μόνο εικοσιπέντε σεντς σας κόστισε
κι ούτε αναστάτωσε το ήσυχο σπιτικό σας·
θα ξέρουν από πού προέρχονται οι σοκολάτες
κι οι δωρεάν σακούλες με ποπκόρν
– χαριστικές σαν το να φεύγεις πριν τελειώσει η ταινία
μ’ έναν ωραίο ξένο που ’χει διαμέρισμα στο κτήριο
Ο Επί Γης Παράδεισος
κοντά στη γέφυρα του Γουίλιαμσμπεργκ.
Ω μανάδες   πόσο ευτυχισμένα θα κάνετε τα πιτσιρίκια σας
γιατί αν κανείς δεν τα ψαρέψει μες στο σινεμά
δεν έγινε και τίποτα
μα αν κάποιος τα ψαρέψει, θα πιάσουν την καλή
κι όπως και να ’χει, θα το διασκεδάσουν
αντί να τριγυρίζουν άσκοπα μες την αυλή
ή στο δωμάτιό τους
μισώντας σας
προκαταβολικά, αφού δε θα ’χετε προλάβει να κάνετε
τίποτα φρικτά μικροπρεπές ακόμα
παρά να εμποδίζετε τις σκοτεινές χαρές τους
– κι αυτό το τελευταίο δε συγχωρείται·
άρα μη ρίξετε το φταίξιμο σε μένα αν δεν ακούσετε τη συμβουλή μου
κι η φαμίλια σας χωρίσει
και τα παιδιά σας γεράσουνε τυφλά  μπροστά σε μια τιβί
χαζεύοντας
ταινίες που δεν τ’ αφήσατε να δούνε σαν ήτανε μικρά.

*Από τη συλλογή: Lunch Poems, City Lights Books: San Francisco, 1964.

**Μετάφραση: Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

Νανά Ησαΐα (1934-2003), Τρία ποιήματα

ΘΡΑΥΣΜΑ

Το δώρο μου θα είναι ένα θραύσμα.
Ήταν από κρύσταλλο ο δικός μας καιρός.
Κι εγώ μέσα του κι εσύ νεκροί.
Κάνεις άλλος στο διάχυτο εσωτερικό της μνήμης
Μόνο φως.
Η ύλη σαν αόρατη αφή.
Όπως ήμαστε ασύλληπτοι γιʼ αυτή τη γή.
Εμείς οι δύο
Ίδιοι φωτεινοί ίσκιοι.

*

ΑΦΗΓΗΣΗ ΙΔΕΩΝ

Πρόκειται για εικόνες εννοιών.
Στις θέσεις όπου επενέβαινε
Το ιδεατό σου πρόσωπο
Ο καιρός σχεδίαζε τον καιρό.
Με πάντα τα ίδια σύννεφα στις ίδιες εποχές.
Τα κύματα παραλλαγές
Ενός κενού ωκεανού
Κι εμένα να στέκομαι
Αναμένοντας ένα δάκρυ
Ένα νεύμα.
Ή ένα άνεμο.
Σε κάποιαν απʼ όλες τις παραλίες.
Δεν ήξερα ότι ανήκα σʼ έναν κόσμο ιδεών.
Η ίδια απόλυτη.
Πέρα από το πεδίο των αισθήσεών μου.
Ούτε ότι και το δικό σου πρόσωπο
Ήταν αυτό καθεαυτό
Όπως δεν ήταν.
Δεν υπήρξαμε ποτέ λοιπόν;
Εκτός μόνο στο παρελθόν
Κάποιον ιδανικών ίσκιων;

*

ΕΡΑΣΤΕΣ

Στο Νίκο Καρούζο


Ας βγούμε έξω λοιπόν.
Δεν έχομε χρήματα.
Έχομε όμως τον εαυτό μας.
Ίσως ακόμα να βρούμε
Και μια αγάπη
Στο σημείο ανάμεσά μας
Που εκκρεμεί κάποιο κενό.
Το είδος της αγάπης
Που υποπτεύομαι ότι δεν υπάρχει.
Υπέροχα μαζί
Αν και ο καθένας μας
Κάποιος άλλος.
Ποιος;
Θα το δούμε αυτό.
Πριν απʼ όλα πρέπει
Να υπερνικήσομε μια ολόκληρη πόλη.
Όχι ακριβώς προορισμένη για μας.
Αλλά για τους εραστές
Ενός υπαρκτού κόσμου.

Νίκος Αλέξης-Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

Man Ray. The delightful fields 1921-1922. X-ray

ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΣ

Τρεις μέρες πριν πεθάνει ο γείτονας,
ούρλιαζε το σκυλί του, βλέποντας
τις φάσεις του θανάτου στο μέλλον.
Τι θάμα, ένα σκυλί
σαν το θεό του Εκκλησιαστή
που βλέπει παρελθόντα όλα τα πράγματα
σ’ απόσταση τριών μερών ένα σκυλί
διέκρινε την πράξη ενός θανάτου
Εγώ ‘μως βρίσκω πως δεν είμαι
ούτε θεός ούτε σκυλί, μα έχω
κάτι από την πλήξη του θεού-
και κάτι απ’ του σκυλιού τη θλίψη.

*

ΦΩΤΙΣΜΟΣ

Το φως χωρίζει τα πράγματα.
Το σκοτάδι ενώνει τα πράγματα.
Αυτή η πρώτη παρουσία των πραγμάτων
αυτός
ο θάνατος. Όμως
στη δεύτερη παρουσία τους
τα πράγματα
είναι
το φως.