Dastan Barzan, Χαιρετισμούς στον Μπέκετ

Τα διαμάντια είναι μέσα μου
Κινούνται και
Μεγαλώνουν
Τα εμποδίζω να λάμψουν
Δεν θέλω να διασκορπιστούν
Δεν θέλω να σπάσουν
Δεν θέλω να λιώσουν
Σε έναν κόσμο που είναι σκοτεινός.

Ξέρω πως τίποτα δεν είναι απόλυτα δικό μου
Όμως ο έξω κόσμος δεν αξίζει καμιά λάμψη!
Όπως κάποτε στο παρελθόν
Τα πάντα
Για τον άνθρωπο
Για τον κόσμο
Έλαμπαν
Από εκείνες τις εποχές
Έχω τη δική μου λάμψη.

Όλος ο πλούτος μου είναι η ύπαρξή μου
Η ύπαρξή μου λάμπει
Σε έναν κόσμο
Που δεν αξίζει να λάμπει τίποτα γι’ αυτόν.
Δεν αγαπώ τον πόνο
Αλλά όταν έρχεται ο πόνος, τον σέβομαι

Είμαι κενός
και περπατώ μέσα στο κενό
απτή απόδειξη της ύπαρξης ανθρώπων
αδύναμων και ηττημένων
που η ζωή τους παραλύει όλο και περισσότερο.

Η μοναξιά, το πολύτιμο έργο μου
με τη μοναξιά μου ήμουν κάτι
κάτι μέσα στο κενό
τώρα που η μοναξιά μου έχει φύγει
έγινα κενό μέσα στο κενό.

Παραληρώ
οι άνθρωποι είναι καλοί και
πληρώνουν καλά
εγώ δεν έχω δώσει αξία σε τίποτα
καλό ή κακό
είναι ένα μεταβαλλόμενο δίδυμο
το καθένα ακυρώνει το άλλο.

Κάποτε το φεγγάρι ήταν όμορφο
σε αυτή την εποχή δεν με νοιάζει για την ομορφιά
είναι σκουπίδια
η ομορφιά κάτω από τα πόδια του χρήματος
(έχουμε ομορφιά προς πώληση.)

Τα χρήματα ικετεύουν
κάτω από τα πόδια μου
να τα λυτρώσω από την αδιαφορία μου
έχω μια ψυχή στην αδιαφορία μου
μια ψυχή στο ότι
δεν αποδίδω αξία σε κάποιους
που η εποχή τους ευνοεί
η δύναμη βρίσκεται στο να οργώνεις με τις αντιξοότητες.

Έχω μεγάλο σεβασμό για τους απλούς ανθρώπους
αυτούς που ζουν με αγνή καρδιά και
πεθαίνουν με ειλικρίνεια.

(περιμένετε)

Πώς να διαβάσω
αυτούς τους στίχους το πρωί;
Όπως κι αν τους κοιτάξω
Δεν καταλαβαίνω και
Δεν βγάζω άκρη
Τι τρέλα κάνω;
Τι αναταραχή προκαλώ;
Τι σχέδιο έχω
Τι παιχνίδι σκοπεύω
Τι φάρσα να στήσω;
Συγγνώμη
Εγώ
Δεν σας καταλαβαίνω!
Ή
Ίσως να έχω μπερδέψει τα πράγματα περισσότερο κι από εσάς.
Αυτή τη στιγμή δεν είμαι σίγουρος για τίποτα
Για εσάς
Για τον εαυτό μου
Πρέπει με την ψυχήμου
Να κρατηθώ μακριά από πράγματα που
Αυξάνουν το αίσθημα της μοναξιάς μου
Αν γίνω πιο μοναχικός από αυτό
Θα παγώσω
Αν γίνω πιο μοναχικός από αυτό
Θα χάσω ακόμα και τη μοναξιά.

Ω καρδιά εθισμένη
Είμαι η ζωή
Είμαι ο θάνατος
Είμαι ο μόνος άνθρωπος
Μαζί φίλος και εχθρός
Πρέπει να ξεφύγω από αυτούς
Είμαι αυτή η κατάρα
Ω καρδιά
Αυτή η κατάρα!
Μόνο εσύ μπορείς
Μόνο εσύ
Να είσαι η δικαιολογία
Για την παραμονή μου
Σ’ αυτό το κενό
Ω καρδιά εθισμένη.

Είναι δύσκολο να σκεφτώ
κάποιον μέσα στην καρδιά μου
Είναι δύσκολο κάποιος
να με σκέφτεται μέσα στην καρδιά του

Δεν σκοτώνω καμία γυναίκα με θλίψη
Καμία γυναίκα
Η θλίψη με σκοτώνει
Με μια γυναίκα.

Δεν επιστρέφω στους
προγόνους μου
Οι πρόγονοί μου ήταν ένα όνειρο
Γλυκό ή πικρό
Που άνοιγε τις καρδιές μας
Ευχαριστώ το όνειρο.
Αυτή τη φορά σαν ζεστός αναστεναγμός
Βυθίζομαι μέσα μου
Μήπως επιτέλους καώ και
Τελειώσω.

Κάτι να προλάβει τον άνθρωπο
Ένα άδειο τενεκέ λάδι
Ένα φέρετρο
Ένα κιβώτιο με άμμο
Μια σπάτουλα
Ένας υπόνομος
Ένα κινητό τηλέφωνο
Ένα τροχόσπιτο
Ένα σκισμένο χαρτονόμισμα
Να προλάβει τον άνθρωπο
Να προλάβει ο άνθρωπος τον εαυτό του
Κάτι να προλάβει τον άνθρωπο.

Ελάτε κι εσείς βιταμίνες
Χυθείτε μέσα στο μυαλό μου
Για ένα ζεστό κεφάλι
Ένα πλανεμένο κεφάλι
Ένα ψηλό κεφάλι
Που δεν είναι το δικό μου κεφάλι
Κάντε γρήγορα
Βιαστείτε
Αμέσως
Οι περίπλοκες σκέψεις
Οι τρομακτικές σκέψεις
Όσο πιο γρήγορα
Αφήστε το κεφάλι μου να πέσει στο κενό
Το κεφάλι μου που κρέμεται στον αέρα
Ο αέρας αυτού του κεφαλιού με εξαντλεί
Άραγε τι θα μου συμβεί αυτή τη φορά;

Φύσα, ω άνεμε μες στο μυαλό μου
Βύθισε τον κόσμο στον φόβο
Όπως η καρδιάμου που καταβροχθίζει τηφωτιά
Για χάρη ενός κεφαλιού που είναι φλόγα.

Κοίτα τον άνεμο μες στο μυαλό μου
Πώς καίγομαι από τον πόθο σου
Πώς μέσα σου πίνω τον πόνο της χαράς.

Ο κόσμος μου περιέχει πολλούς άλλους κόσμους
Δεν κουράζεται να δημιουργεί κενό
Πριν το σύμπαν πνιγεί
Πριν το σύμπαν λιώσει.
Ήρθα στον κόσμο
Για να χάσω τους κανόνες ανάμεσά σας
Ήρθα να σας βγάλω από τους παλιούς κόσμους
Να ελευθερώσω τους νεκρούς από τον εαυτό τους
Να πετάξω μακριά τα κλαδιά των περασμένων χρόνων σας.
Πρόταση:
Μη φοβάστε την αναζήτηση, τη φυγή και την πτώση..
Το αύριο είναι όπως το σήμερα
Εκατοντάδες πρωινά έρχονται χωρίς το λάλημα του κόκορα
Έχω δει πολλά από αυτά τα άσπλαχνα πρωινά
Κι έτσι ονόμασα τον εαυτό μου πρωί.
Λοιπόν, καλημέρα σας…
Το πρωί είναι όπως το τώρα
Γιατί γράφω τώρα;
Για το αύριο
Για το τίποτα.

Όσο κι αν το σκέφτομαι, είμαστε πίσω από το παραπέτασμα της ζωής
Η αληθινή ζωή είναι κάπου αλλού
Δεν έχουμε γευτεί τη ζωή
Δεν έχουμε συναντήσει τη ζωή
Η ζωή μας διαπερνά.

(Σταμάτημα)
Νομίζω πως τώρα έγινε πρωί για μένα
Καλημέρα, ω πρωινό.

 Ο Νταστάν Μπαρζάν (Dastan Barzan) γεννήθηκε το 1987 στη Σουλεϊμανίγια του Ιρακινού Κουρδιστάν. Είναι απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών, με ειδίκευση στο θέατρο. Έχει συγγράψει αρκετά βιβλία σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της ποίησης, των διηγημάτων, των μυθιστορημάτων και της θεωρίας του θεάτρου. Μερικά από τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, δανικά και περσικά. Έχει εργαστεί και συνεχίζει να δραστηριοποιείται στον τομέα της πολιτιστικής δημοσιογραφίας.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ερωμένοι

Edvard Munch, Man and woman

Πλησιάζεις με την κοιλιά·
όπως τα ζώα που παραμονεύουν
το θήραμα. Εγώ, ελάφι
στο μεγάλο του τοίχου υφαντό.
Είναι το φως χαμηλό
μες στο σαλόνι·
κι όπως η νύχτα
σκεπάζει τους αθώους
με τόσα πολλά νύχια
σε προσκαλώ σε συνάντηση
επί του τοίχου.
Στις εισόδους μουγκρίζει
η πιο καλή παρέα – ο
θάνατος· τα σφάγια θα
μας ταΐσουν.
Δεν έχω άλλο σώμα ν’ αναστήσω.
Πιο κάτω τρέμει, αναταράζεται
το φριχτό μου μελάνι
η μαύρη σελήνη μου
– ακριβώς στο σημείο εκείνο
μέσα στο Σύμπαν
όπου στάζει, αχνίζει
το καιόμενο λίπος
των ποιητών.

Λένα Καλλέργη, Το φάντασμα του πόθου

Αν φύγω τώρα
με την επιθυμία μου να καίει
με τη γαλάζια φλόγα της να υψώνεται
χωρίς ν’ ανάβει ένα κερί, να σβήνει από ένα κύμα
αν φύγω τώρα ξαφνικά, αν κάτι μου συμβεί –
δεν φεύγω. Θα γυρίζω εδώ. Θα σας στοιχειώσω.
Όχι όσους χαίρεστε, και δίνεστε, και πίνετε μεδούλι
και στύβετε απ’ την έρημο χυμούς,
όχι εσάς –
μα εκείνους που φοβούνται
και μένουν πίσω, και πεινούν: εσάς θα φοβερίζω
με την αλλόκοσμη φωτιά μου πιο γαλάζια
πάνω σας θα πετώ, θα σπρώχνω
στην αγκαλιά σας αγκαλιά, στο δέρμα σας το δέρμα.
Φιλήστε! Μη διστάζετε. Κι αν δεν μπορείτε ακόμα
τη σπίθα να εξηγήσετε, ούτε το φάντασμά της,
τολμήστε! Θα το μάθετε. Αλλιώς, στοιχειώστε εμένα.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Ποίημα

14.
μεγάλωσε η κρίση μου
και το πικρό σκαρί μου
τυλίχτηκε η γλύκα μου
στ’ ανθάκια της αυλής μου
κι ήρθαν και μου τα ρούφηξαν
διαβόλοι καλογέροι
μαθές με κάνανε χτικιό
ρούσα να βολοδέρνω
αγάπη να έχω άδοτη
και πού να τηνε δώσω
μη φεύγεις ήλιε αιγλήτη μου
φοβάμαι το σκοτάδι
μη φεύγεις ήλιε αιγλήτη μου
φοβάμαι την αγάπη

*Από τη συλλογή “σκαλέτα: 47 σκηνές για το τέλος του κόσμου”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2025

Δημήτρης Λεοντζάκος, Μικρά ερπετά στο σκοτάδι

I. Πάντοτε το ξημέρωμα, όταν ο ουρανός τον κοιτούσε ακόμη από εκείνο το βαθύ μπλε και κινούνταν ακαριαία, μόνο για εκείνον, μελανά όλα τα φύλλα των δέντρων προς το ερχόμενο φως. Έτρεφε σύγκορμος τον αφελή εφιάλτη ότι στο τέλος κάποιος θα ζήσει για να δει, για να διηγηθεί την ιστορία. Όχι του πόνου, ούτε του φωτός. Αλλά της συμπλοκής των ωραίων κλαδιών τους.
II. Φθινόπωρο: ω πώς σου άρεζε να μαζεύεις τα μαλλιά σου δίπλα απ’ τα άνθη για να μην ενοχλείς τον άνεμο.
III. Μέσα από το παιχνίδι του φωτός με τα πράσινα φύλλα των δέντρων κάποιος προσπαθεί να μιλήσει σε κάποιον. Αυτό που συνήθως το ονομάζουμε ίσκιους.
IV. Τα βλέφαρά σου είναι ο χώρος ανάμεσα σε εσένα και στον κόσμο, όταν το στήθος ήταν ακόμη αεράκι κι ο έρωτας πράσινα φύλλα ανάμεσα στην αδυναμία, την ντροπή και σε όλα εκείνα που ποτέ δεν θα έλεγες.
V. Άλλωστε τι είναι ποίημα; Η ικανότητα της χλόης να ψεύδεται πάντα ανθηρότερη.

Γιώργος Β. Μακρής, Περί θανάτου

Artwork: Felix Valloton

Ω! η αρχή και το τέλος του ανθρώπινου σπόρου
καταργώντας μέσα μου την έννοια της φυλής
και του καιρού (αν εξαιρέσει τα των ενδυμασιών).
έτσι πεθαίνοντας εγώ με διάφορους τρόπους
όταν εκάστοτε έρχεται το πλήρωμα του χρόνου
στην Παλαιστίνη από βαθιά γεράματα όταν
ήμουν ανάμεσα στους πρόδρομους του νέου φωτός
στο Βύρτσμπουργκ μεσήλικας αστός
πεθαίνοντας από επιδημία γρίππης
κρατώντας ένα αντίτυπο αγίας γραφής και το κερί μου
και στην Κορέα κίτρινος καλλιεργητής ρυζιού
από πανούκλα σε φρικτή αποσύνθεση
κουβάλησα τον αέναο τούτο σπόρο μέσα μου
όπως ένας καρπός που κλείνει στο κέντρο
το κουκούτσι του.
Μα πόσες ποικιλίες θανάτου έχω διαβεί!
Πέθανα άπειρες φορές από ασιτία
μορφάζοντας ξαπλωμένος στο λιθόστρωτο
πέφτοντας από τα’ άλογο στις εκστρατείες των βασιλιάδων.
Στην εξιλαστική πυρά της Λισσαβώνας
φορώντας ένα san-benito πένθιμο
εβραίος τεσσαρακονταετής την ηλικία.
Στο στήθος και στο μέτωπό μου
έχουν ανθίσει πορφυρά λουλούδια του θανάτου
όταν εγώ πεταλωτής, δάσκαλος ή και επιπλοποιός
πολέμησα για να δοξάσω την πατρίδα μου.
Έχω πεθάνει στο Παρίσι από σύφιλη
και στο κανάλι της Αμβέρσας δολοφονημένος.
Από δυστύχημα τυχαίο σ΄όλες τις γωνιές της γης
(ενώ περίεργοι κοιτούν απ’ τους εξώστες).
Ω! χιλιάδες απρόσωποι μου θάνατοι
θάνατοι του φορέα του ανθρώπινου σπόρου,
που κουβαλώ ωσάν μικρόβιο μέσα μου.
Έντομο ασήμαντο εγώ, είδος ανωφελούς κώνωπος.

Τάκης Σινόπουλος, Καταγωγή

Φωτογραφία: Fred Boissonas, Κοκκινοπηλός Ελασσόνας (χωριό στους πρόποδες του Ολύμπου) – 1903.

Ερχόταν ένα φώς.
Κι από το Μάρτη μήνα ερχόταν η Άνοιξη
Στην κάμαρα που μίλαγε με πείσμα ο Φίλιππος.
Το πάτωμα παλιό σανίδι σε παλιό σανίδι. Απάνου στο
Τραπέζι ένα κερί.Και τα χαρτιά σου σα φτερά πουλιών.
Κοίτα να καταλάβεις φώναξε.Τίποτα δεν είχαμε
Μήτε κρεβάτι μήτε κάθισμα.Το σπίτι ένα παλιό
Σαράβαλο.Παντού ο αέρας φύσαγε σε θέριζε.
Η μάνα μου στα κάρβουνα.Κακό χειμώνα θάχουμε είπε ο πατέρας,
Μια μαύρη συλλογή το μούτρο του.
Από την τρύπα αυτή κοιτάζαμε τον ουρανό. Και το πρωί
Πηγαίναμε στα δέντρα.Εδώ γεννήθηκα.
Εδώ μεγάλωσα.Λοιπόν αυτά μου χρειάζονται
Για την οργή μου και την περηφάνεια μου.
Για να κρατήσω και να κρατηθώ.
Δεν έχω θεούς .Και δεν φοβάμαι.

*Από το “Χρονικό”, Εκδόσεις Κέδρος.

Τάσος Πορφύρης, Τρία ποιήματα

ΕΡΩΤΗΜΑ

Πώς θ’ αντιδρούσαμε
αν ύστερα από καθυστέρηση
τόσων χρόνων χαμήλωνε επιτέλους
ο Σταυραϊτός του Κρυστάλλη;
Ποιος θ’ άντεχε το ύψος;

*

ΜΑΝΑ

Όλο για σένα γράφω και δεν τελειώνω
Το σπίτι έγινε κόνισμα απ’ τη μορφή σου
Ο αρωματισμένος σου κόσμος πότισε το ξύλο
Του σεντουκιού με τ’ αρχικά « Κ.Μπ.» και
Τη χρονολογία του γάμου «1930» ζωγραφισμένα
Άνθη θάλλουν λες και χθες ακόμα
Σκούπισε τα πινέλα του ο ζωγράφος
Κι ο Τάσος Χαλκιάς έρχεται «εκ περάτων»
Με το κλαρίνο παραμάσκαλα κάθεται
Στο πόδι και ταιριάζει τα «κλειδιά»
Με τον άνεμο π’ αχάει στις βελανιδιές
Και στις απόκρημνες σπηλιές του στήθους.

Όλο κι όλο
είν’ ένας ανεπαίσθητος άνεμος
που έρχεται από τη βορεινή κάμαρη
του επάνω πατώματος
ούτε λόγος
πως δεν μπορεί να κρυολογήσει κανείς
ούτε να χτυπήσουν
οι πόρτες και τα παράθυρα με πάταγο…..
Κι εκείνος είναι εδώ ανάμεσά μας
και δεν ξέρει
πού να βάλει τα χέρια του
πού να ακουμπήσει το φορτίο της μνήμης
που του κουράζει τα μάτια
Και φαίνεται αδικαιολόγητο που βγαίνουμε
τρέχοντας απ’ το σπίτι
ρίχνοντας ικετευτικές ματιές
στον κήπο
στα κάγκελα
στ’ αναρριχώμενα του φράχτη
εκβιάζοντας το χρόνο ανώφελα
γιατί αυτός είναι μέσα
και κάνει το ίδιο
δένοντας τάχα
τα κορδόνια των παπουτσιών του.
Έτσι ξημέρωσε
και τούτ’ η μέρα
κρατώντας απ’ το χέρι
έναν απαρηγόρητο άνεμο.

*Aπό τη συλλογή “Νεμέρτσκα” (1961).

*

Ὁ καιρός πήγαινε πρός τή βροχή συννέφιαζε τά πουλιά
Κουρνιάσαν
οἱ σαῦρες παράτησαν τήν ἡλιοθεραπεία καί
Γλίστρησαν στίς φωλιές τους
ἀπό γινωμένα φροῦτα μυρωδιές
Προκαλοῦσαν βαθειές ἀνάσες ἀναστάτωση ἐπικρατοῦσε στή
Βορεινή βεράντα καθώς ὁ κάμπος ἀναριγοῦσε ἀπό τήν
Προσμονή τῆς μπόρας
ἡ μεγάλη καρυδιά κυνήγησε τούς
Σκίουρους ὥς τή φωλιά τους
κι ἡ βροχή μιά ξεχασμένη
Βροχή ἀπό τήν παιδική ἡλικία
μᾶς ἀπέκλεισε στό σπίτι
Καί στό παρελθόν ἀκουγόταν
ὅπως ὁ θόρυβος ἀπό τούς
Μεταξοσκώληκες καθώς ροκάνιζαν
τά φύλλα τῆς σκαμιᾶς
Στό διπλανό δωμάτιο
εἴχαμε ἀφοσιωθεῖ
στίς ἀναμνήσεις μας
Μέ πλεγμένα τά δάχτυλα τῶν χεριῶν
ἄφωνοι κεραυνοί
Φώτιζαν στιγμιαῖα τήν πλάση
καί στό ἐλάχιστο τῆς διάρκειας
Ἡ πλημμύρα τῶν αἰσθημάτων
στό ὑγρό βλέμμα τῶν ματιῶν καί
Στῶν χειλιῶν τό τρέμισμα.

*Aπό τη συλλογή “Σῶμα κινδύνου”

Nino Pedretti, Τρία ποιήματα

ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ

Εμείς, οι άνθρωποι του τίποτα,
φτιάξαμε δρόμους
φτιάξαμε πύργους
φτιάξαμε των πόλεων τα τείχη.
Εμείς, οι άνθρωποι του τίποτα,
Αγγίξαμε με τα χέρια
ό,τι βλέπεις γύρω σου,
κάθε σπιθαμή.
Αλλά τυφλωθήκαμε
φτιάχνοντας φερμουάρ
χαλάσαμε τα πνευμόνια μας
στη σκόνη των μεταξουργείων
καήκαμε απ΄ τον ασβέστη
ξεκληριστήκαμε στα καμιόνια
που τραβούσαν μες στη νύχτα
στη συννεφιά και κάτω απ’ τη βροχή.
Εμείς, οι άνθρωποι του τίποτα,
φτιάξαμε τον κόσμο
φτάνει πια.

*

ΟΙ ΛΟΓΟΙ

Άμα μιλά ο Πάπας
βρίσκονται πάντα
μυριάδες δημοσιογράφοι
να του πλέξουνε εγκώμια.
“Μα τι φινέτσα,
τι συναίσθημα!”
Ό,τι και να λέει,
κι ας μη λέει κι τίποτα,
ας είναι κι αν φτερνίζεται,
αν βήχει.
Μα άμα μιλά ο θείος μου
που φτιάχνει ποδήλατα
είναι λόγια στον άνεμο
τονε γελούν οι γιοι του
κι ο κόσμος λέει από μέσα του
“Μα τι να πει αυτό το
κουτορνίθι
που δεν μπορεί να ξεπληρώσει
μήτε τα χρέη του;”
Γι’ αυτό και κάθε τόσο
γεννιέται κι ένας
ποιητής
που πιστεύει σε τούτο τον
κακόμοιρο
και του δανείζει τη φωνή του.

*

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

Ο πατέρας μου που με ντρόπιασε
που ‘χασε όλες τις μάχες
ο πατέρας μου που ‘ταν ψεύτης
ο πατέρας μου που βλαστημούσε τους Αγίους
κι ύστερα γονάτιζε
μπροστά στις παναγίες
ο πατέρας μου που ‘την ωραίος
και κοιταζόταν στον καθρέφτη
ο πατέρας μου που ‘ταν φτωχός
που ‘ταν φιλόδοξος, που τραγουδούσε
ο πατέρας μου που τίποτα δεν μου ‘μάθε
ο πατέρας μου που τον γελούσαν όλοι
ο πατέρας μου που δεν ήξερε λατινικά
ούτε κι ιταλικά καλά καλά
που γύρισε απ΄την Αμερική
με μια πεντάρα και τρεις λέξεις εγγλέζικες
ο πατέρας μου που ‘θελε “επισημότατον”
να γράφει ο φάθελος
ο πατέρας μου που, ο πιο σμπαραλιασμένος ανάμεσα στους πατεράδες,
χάραξε μέσα μου
όλα μου τα ποιήματα.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Δέντρο”, τεύχος 224-225, Άνοιξη 2019.

**Μετάφραση: Τραϊανός Μάνος

Αφροδίτη Κατσαδούρη, Η άνοιξη διαπασών

Η άνοιξη διαπασών
«αἱ γενεαί πᾶσαι» ανθισμένων λεμονιών
οι πόνοι της Παναγιάς
οι πόνοι μιας ετοιμόγεννης αμυγδαλιάς
ο «αμαρτάνων» σπόρος
μιας κοιλιάς
Τον άνδρα, μούσα, τον πολύτροπον
να μου ανιστορήσεις
που βρέθηκε ώς τα πέρατα του κόσμου να γυρνά
Για εκείνη μη χαραμίσεις λέξη
Σκύλλα και Χάρυβδη την έχρισαν
–καθ’ όπως πρέπει
οι ναυτικοί και ο θυμόσοφος
ντουνιάς
Εσύ, όμως, ποιά είσαι;
Σε βλέπω πάντα άυλη
στα ξώφαλτσα των τοίχων
σαλπίζεις ανομήματα και σειρήνιες κλητικές
Εγώ είμαι η σκύλα κι άλαλη
γέναγα το φαρμάκι και κατάπινα τα πλοία
μαζί μ’ εκείνα που ξεστόμιζαν τα εξαγνισμένα μήλα των Αργοναυτών
Άμα δεν πειθαρχούσα κι έκανα
ανυπότακτα τσαλίμια – γένους και σθένους θηλυκών
ήρθα να τα ψάλλω ένα χεράκι
στον ποιητή.