Denise Levertov, Δύο ποιήματα

Ακολουθώντας τα ίχνη

Ανάμεσα στις αγγαρείες –
καθαρίζοντας φράουλες,
απαντώντας σε γράμματα –
ή ανάμεσα σε ποιήματα,

επιστρέφω στον καθρέφτη
να ‘δω αν είμαι ‘κει.

*

Η παραχώρηση

Θέλω να σου δώσω
κάτι δικό μου

λίγες λέξις σ’ ΄να χαρτί – σαν
να σου ‘λεγα. “Να λίγες μπλε χάντρες”

ή “ορίστε ένα λαμπρό κόκκινο φύλλο
που βρήκα στο πεζοδρόμιο” (γιατί

να βρω σημαίνει να επιλέξω, και η
επιλογή έγινε) μα είναι δύσκολο:

ως τώρα βρήκα μονάχα
μια ευχή να σου δώσω. Ή

λέξεις όμοιες με παλιότερες; Φτηνές
και άψυχες; Ή πάλι τιποτένιες:
Πάρε

τούτη καλύτερα, μια πιθανή
υπόσχεση: αν

ποτέ γράψω
ένα ποίημα με μια ορισμένη διάθεση

(επίμονη, τρυφερή, ακαθόριστη,
θλιμμένη, ξεπεσμένη)

Θα σου το δώσω.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Kemal Ozer (1935-2009), Ελεγείο

μια γυναίκα, αυτή είναι η μητέρα μου
μια γυναίκα ‘που άλλαξε διανυχτέρευσι
αφ’ ότου ο θάνατος τον εαυτό του αποκάλυψε
μες απ’ την κόμη έξω του πατέρα μου
μια γυναίκα ‘που ημερήσιες μόνο οι επισκέψεις της
από το Σκούταρ ‘ς την Ιστανμπούλ

αυτός ήταν ο πατέρας μου
και η γενειάδα του πατέρα μου αυτή
‘που κάποιο βράδυ σε μια λίμνη βύθισε
ποτέ ‘να μην την ανασύρη πια
τα δάχτυλά του όλα ‘που το μέτρημά τους λησμονήθηκε
της γενειάδας του είχαν τη γεύσι

έν’ άλογο το βράδυ
σε όλες είναι τις στεριές
ψυχρόαιμο ότι μελαμψό
‘που ιππεύουν τα παιδιά στο ‘πίσω κάθισμα
προσκολημμένα

Μετάφραση: Βασίλης Ραϊκόφτσαλης

Oodgeroo Noonuccal (1920-1993), A lake within a lake / Μια λίμνη μέσα σε λίμνη

At West Lake there is a Lake
Within a lake.
We reach the island,
Where lotus plants cover the calm waters.
Where water lilies
Settle daintily on their water stems.
Carps break the water
With open mouths
In anticipation of falling crumbs.

The bridge across the island
Zig-zags its way
To confuse demons,
Who need straight paths
To satisfy their evil intent.

Moon pagodas
Stand in the outer lake,
Awaiting the arrival of the full moon,
To record its reflection,
In the water.

Then,
The boat carries us away,
From the peace,
The harmony,
And tranquillity,
That is West Lake.

Μια λίμνη μέσα σε λίμνη

Στις Δυτικές Λίμνες υπάρχει μια λίμνη
Μέσα σε μια λίμνη.
Φτάνουμε στο νησί.
Όπου τα φυτά του λωτού καλύπτουν τα ήρεμα νερά.
Όπου τα νούφαρα
Κάθονται κομψά στους υδάτινους μίσχους τους.
Κυπρίνοι διασχίζουν το νερό
Με ανοιχτά στόματα
Σε αναζήτηση των πεσμένων ψίχουλων.

Η γέφυρα κατά μήκος του νησιού
Πάει πέρα δώθε στο δρόμο της
Για να μπερδεύει τους δαίμονες,
Που χρειάζονται ίσια μονοπάτια
Για να ικανοποιήσουν τους πονηρούς τους σκοπούς.

Φεγγαρένιες παγίδες
Στέκονται στ’ ανοιχτά της λίμνης,
Περιμένοντας την άφιξη της πανσελήνου,
Για να καταγράψουν την αντανάκλασή της,
Πάνω στο νερό.

Τότε,
Η βάρκα μα μεταφέρει μακριά,
Απ΄την ησυχία.
Την αρμονία,
Και τη γαλήνη
Αυτές είναι οι Δυτικές Λίμνες

Χανγκζού (Κίνα), 25 Σεπτεμβρίου 1984

*Η Oodgeroo Noonuccal ήταν πολιτική αγωνίστρια και έδωσε μάχες για τα δικαιώματα των ιθαγενών. Ήταν η πρώτη ιθαγενης ποιήτρια που τύπωσε ποιητικη συλλογή στην Αυστραλία.
**Το μεταφρασμένο στα ελληνικά ποίημα δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό “Κουκούτσι”, αλλά δεν διαθέτουμε ολόκληρο το περιοδικό για να παραθέσουμε μεταφραστή, αριθμό τεύχους και ημερομηνία έκδοσης.

Oodgeroo Noonuccal (1920-1993),

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Ποιήματα

επίσκεψη ενός θανάτου

η μήδεια σκεύος
παίζει ρακέτες
οι αναμνήσεις
άυλο κρατούν καθρέφτη

χλοΐζουν τον μύθο

μαγιάτικο απόγευμα
με ουράνιο τόξο
δες που υγραίνει άλλοθι
το επέκεινα των ματιών σου

*

εσπερινό μεγάλης εβδομάδας

του υδατοφιλοδίτη

ο ήλιος θώπευε
τη νόηση του κόσμου
Αλίμου όταν στη βραγιά
με ‘μύγδαλα και βότσαλα
με τριαντάφυλλα μολύβια

το άρωμα της μνήμης σου νοστάλγησε
η αγριοπεριστέρα σου – η Κίρκη, όχι –
Οδυσσέα

*

αγωγή ποιήματος

του Αντρέα Γ.

του τίποτε με αθροίσματα
εάν καιρός
στεγνώσει την ψυχή
χωρίς το στέμμα της
χρυσάλμυρο γίνεται
ημέρα να απαστράπτει θάλποος

*

αθέατο Καππαδοκίας

εγκρούει λάβα
ο κρίνος Αύγουστος

της άμμου

εσένα μνήμη
ο ανατοπισμός λογίζεται
και ο κόσμος όλος πάμφτωχος
-όσα τα λάθη του-
στην οκαρίνα μες του φεγγαριού

*

Sirin

αστροκοιμάται
το ύφασμα εκείνο

Και όνειρο
άυλο νούφαρο
‘ς τα βλέφαρα, Κερέμ

οι στάχτες ανασαίνουν

*

να σ’ έλεγαν τάχα Ευτυχία;

στο λεωφορείο του Φαλήρου
κορίτσι του μεσημεριού
τα βλέφαρα χυτά
υπάργυρες κλωστές και χαίτη πορφυρή
από τη στάση
να σου μιλήσει θέλησε
από τον βήχα ότι και τον πυρετό
“η θέασή σου με θεράπευσε” …
μα ως δεν του αρέσουν οι ακροατές
γραφίδα ευλογημένη άγγιξε

μπροστά σου –

*

στήλη ανταπρόκρισης

ποίησι
φίλοι
που γύμνωσαν γεράματα
στίξι
διευθυντές συμβούλους
κορίτσια που σας σκίρτησε
θαλερή ταπεινότητα
η προπατορική βροχή
αγόρια σε ανάμνησι τροχιάς
με βιογραφικά και αιτήσεις αγοράς
θα νέμεται εάν μέλλει να σωθεί
ποίησι
παλμός δεκατριάρι
βραβείο κρατικό

-πάγος γηπέδου καθώς σπάει
λησμονημένη πολιτεία-

ποίησι
ήχος γαρδένιας
και φύσημα γαλάζιο
λέξεις σκαμμένες
αλμυρωμένες
μια θέσι ανάμεσά τους μου κρατάς
για εκείνα τα παλαίτατα, όπως τα λεν

αισθήματα

ή μήπως κυρ Ποτέ
ανθρώπων μαχαιριές ‘ς την ερημιά;

*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οδός Πανός”, τεύχος 126, Απρίλιος-Ιούνιος 2007.

Δημήτρης Κωνσταντινίδης, Το κλάμα των παιδιών 

Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών τους παιδιών
Καν’ τα να σωπάσουν
Καν’ τα να σκάσουν
Δεν μου αρέσει η θρησκεία τους
Καν’ τα να ματώσουν
Δεν θέλω να μεγαλώσουν, θα γίνουν σαν τους άλλους
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών,
των δικών τους παιδιών
Πόσο μ’ αρέσει η αίσθηση του κρύου σίδερου
που πετάγεται από τον ουρανό και γίνεται θάνατος
Ρίξτε απ’ αυτά, έχουμε πολλά απ’ αυτά,
κοιτά πόσο όμορφα πετάνε στον ουρανό
Ρίξτε κι άλλα
Έχει τόσο ωραία γεύση το αίμα τους,
αυτή την αλκαλική γεύση του σίδερου
Θέλω να κάνουμε ποτάμια από αίμα,
από το δικό τους αίμα και να κολυμπάμε
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών τους παιδιών
Είναι άλλο από το κλάμα των δικών μας παιδιών
Ας χαθούν όλα σε μια νύχτα
Ας σκάσουν για πάντα
Θέλω να βλέπω πτώματα και αίμα παντού
Ένα χέρι εδώ ένα πόδι εκεί
Πορτοκαλί σωσίβια με ψόφια κουφάρια
που τα τρώνε τα ψάρια
Κοίτα πόσο καλή δουλειά κάνει τούτο το κρύο σίδερο.

Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
των δικών μου παιδιών.
Σπαράζει η καρδιά μου όταν κλαίνε
Θέλω να τα δω να μεγαλώνουν
Θέλω να πεθάνω πρώτος
Να φοράνε ζεστά ρούχα το χειμώνα
Θέλω να φοράνε καλά παπούτσια για τα πόδια τους

Θέλω να μπορώ να τα ταΐσω
Να τους ξεκοκαλίζω το ψάρι
μην τα τρυπήσει κανένα κόκαλο και πονέσουν
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών μου παιδιών
Θέλω να τρέχουν ανέμελα στις παραλίες,
Να φοράνε πάντα αντιηλιακό και να κάθονται στη σκιά
να παίζουν στην άμμο και να χτίζουν πύργους
Θέλω να τα δω ευτυχισμένα, δίχως έγνοιες να χαμογελάνε.
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών μου παιδιών.

*Από τη συλλογή “Απώλειες για έναν χαμένο παράδεισο”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2025. Το ποίημα προηγουμένως δημοσιεύτηκε εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2026/05/01/το-κλάμα-των-παιδιών-δημήτρης-κωνσταν/

Μαρία Κασσιανή -Πανούτσου, Ο λύκος που δεν ήταν λύκος και η κοκκινοσκουφίτσα που δεν ήταν Κοκκινοσκουφίτσα

Στο δάσος, στο δάσος.
Τον δικό της λύκο αναζητά,
με πρόσχημα,
την τρυφερή γιαγιά
η Κοκκινοσκουφίτσα.
Πιο πέρα,
στην ακροθαλασσιά,
ένα ζευγάρι —
το τελευταίο του αιώνα —
βρέχει το πρόσωπό του.
Η φύση,
μάρτυρας αθέλητος
τους ευλογεί-
και εξιστορεί στιγμές
Μυσταγωγικές.
Κρυμμένη
στα ψηλά βουνά,
στο δάσος,
η Κοκκινοσκουφίτσα
τόσο μικρή, μα τόσο,
αδειάζει το πανέρι της
απ’ τα καλούδια.
Με πέτρες το γεμίζει
μητ΄ άνεμος,
μήτε πουλιά, την κλέψουν.
Και σαν αργοφαίνεται
το σπίτι της γιαγιάς,
η Κοκκινοσκουφίτσα,
χαμογελά παράξενα.
Κι’ ο κυκλικός χορός αρχίζει
των νυμφών.
Μαζί κι΄ ο στίχος,
«Δέξου με ως σύψυχη ανάταση…»
που ευήκοος φτάνει-
πέρα από τα πυκνά φυλλώματα.



Ο εχθρός έξω και ο εχθρός μέσα: Το αντίδοτο της Audre Lorde στην απόγνωση

MARIA POPOVA*

«Δεν υπάρχει αγάπη για τη ζωή χωρίς απόγνωση για τη ζωή», έγραψε ο Αλμπέρ Καμύ ανάμεσα σε δύο παγκόσμιους πολέμους. Υπάρχουν πολλά είδη απόγνωσης: η ιδιωτική απόγνωση της ασθένειας και της ερωτικής οδύνης, η δημόσια απόγνωση που ονομάζουμε πολιτική, η υπαρξιακή απόγνωση του να φέρουμε μέσα μας τη θνητότητά μας και την απόλυτη ασήμαντότητά μας μπροστά στη ζωή του σύμπαντος (σ.τ.μ.: cosmos στο αγγλικό κείμενο).
Το φθινόπωρο του 1978, η Audre Lorde (18 Φεβρουαρίου 1934-17 Νοεμβρίου 1992) βρέθηκε αντιμέτωπη με πολλά από αυτά τα είδη ταυτόχρονα, καθώς μια ζοφερή διάγνωση πρώτα διέκοψε και ύστερα ενίσχυσε το έργο της ως μίας από τις πιο προσωπικές αλλά και πολιτικά καθοριστικές φωνές του περασμένου αιώνα. «Η πιο σύντομη διατύπωση της φιλοσοφίας μου είναι η ίδια η ζωή μου, ή η λέξη “Εγώ”», είχε γράψει στην ακμή της ζωής της, στην άνθηση της υγείας της. Τώρα, ήρθε η στιγμή να ακονίσει τη φιλοσοφία της πάνω στην κοφτερή άκρη της θνητότητάς της.
«Έρχεται η άνοιξη, κι όμως συνεχίζω να νιώθω την απόγνωση σαν ένα χλωμό σύννεφο που περιμένει να με καταπιεί», γράφει στην αρχή αυτού που αργότερα έγινε «Τα Ημερολόγια του Καρκίνου». Είναι η προσπάθεια της Lorde, εκθαμβωτικά επιτυχημένη, «να δώσει μορφή με ειλικρίνεια και ακρίβεια στον πόνο, την πίστη, τον μόχθο και την αγάπη, που αυτή η περίοδος της ζωής μου μετέφρασε σε δύναμη». Όπως κάθε μετάφραση, όμως, ήταν ένα απαιτητικό έργο, ένα δημιουργικό έργο, ένα έργο που απαιτούσε να μάθει μια νέα γλώσσα ύπαρξης αρκετά καλά ώστε να μπορέσει μέσα από αυτή να διοχετεύσει την ποίηση του να είσαι ζωντανός.
Όλα αρχίζουν με τον τραυλισμό της ακατανοησία που ακολουθεί κάθε υπαρξιακό σοκ: Βρίσκει τον εαυτό της «να μην αισθάνεται ιδιαίτερα αισιόδοξη αυτές τις μέρες, ούτε για την ταυτότητα ούτε για οτιδήποτε άλλο». Όμως σύντομα ανακαλύπτει ότι ο μόνος δρόμος έξω από αυτή τη «λιωμένη απόγνωση» (σ.τ.μ.: molten despair στο αγγλικό κείμενο) περνά μέσα από αυτήν.
Σε αρμονία με τη δύσκολα κερδισμένη επιμονή της ποιήτριας May Sarton ότι «μερικές φορές πρέπει κανείς απλώς να αντέξει μια περίοδο κατάθλιψης για όσα μπορεί να αποκαλύψει, αν καταφέρει να τη διασχίσει, προσεκτικά σε ό,τι εκθέτει ή απαιτεί», η Lorde καταλαβαίνει πως ακριβώς επιτρέποντας στην απόγνωση να υπάρξει, μπορεί να φτάσει πέρα από αυτήν:
«Αν μπορώ να κοιτάξω κατάματα τη ζωή και τον θάνατό μου χωρίς να λυγίσω, τότε ξέρω ότι δεν θα μπορέσουν ποτέ ξανά να μου κάνουν τίποτα. Πρέπει να αρκεστώ στο να βλέπω πόσο λίγα μπορώ πραγματικά να κάνω και παρ’ όλα αυτά να τα κάνω με ανοιχτή καρδιά… Πρέπει να αφήσω αυτόν τον πόνο να περάσει μέσα από μένα και να συνεχίσει τον δρόμο του. Αν του αντισταθώ ή προσπαθήσω να τον σταματήσω, θα εκραγεί μέσα μου, θα με διαλύσει, θα σκορπίσει τα κομμάτια μου πάνω σε κάθε τοίχο και κάθε άνθρωπο που αγγίζω».
Στην πορεία, απορροφημένη από τη γραφή ενώ προσπαθεί να μείνει ζωντανή, τρέμει μπροστά στο ερώτημα που στοιχειώνει κάθε καλλιτέχνη: «Για ποιον λόγο υπάρχει όλο αυτό το έργο;» Μα έπειτα, ολοκληρώνοντας ένα μυθιστόρημα, κοιτά πίσω και βλέπει ότι υπήρξε σωσίβιο. Σε αυτό που ίσως είναι το πιο σύντομο και ακριβές μανιφέστο για όσους επεξεργάζονται τις αγάπες και τις απώλειές τους μέσω της γραφής -ή μέσω οποιουδήποτε πράγματος οι άνθρωποι θεωρούν “δουλειά” μας- γράφει:
«Δεν χρειάζεται να νικήσω για να ξέρω ότι τα όνειρά μου είναι έγκυρα, χρειάζεται μόνο να πιστεύω σε μια διαδικασία της οποίας αποτελώ μέρος. Η δουλειά μου με κράτησε ζωντανή τον περασμένο χρόνο, η δουλειά μου και η αγάπη των γυναικών. Είναι αδιαχώριστες μεταξύ τους. Στην αναγνώριση της ύπαρξης της αγάπης βρίσκεται η απάντηση στην απόγνωση. Η δουλειά είναι αυτή η αναγνώριση που αποκτά φωνή και όνομα».
Μετρώντας την προσωπική της οδύνη απέναντι «στο τεράστιο μέγεθος του έργου μας, να αλλάξουμε την πορεία του κόσμου» και κατανοώντας ότι η απόγνωση «σημαίνει καταστροφή», επιτρέπει στην απόγνωσή της να υπάρξει -δηλαδή τη νιώθει- κι έπειτα την αρνείται – δηλαδή αρνείται να δράσει μέσα από αυτήν, να ζήσει σύμφωνα με αυτήν:
«Πώς πολεμώ την απόγνωση που γεννιέται από τον φόβο, τον θυμό και την αδυναμία, που είναι ο μεγαλύτερος εσωτερικός μου εχθρός; Έχω ανακαλύψει ότι το να μάχεσαι την απόγνωση δεν σημαίνει να κλείνεις τα μάτια μπροστά στο τεράστιο μέγεθος των καθηκόντων που απαιτεί η αλλαγή ούτε να αγνοείς τη δύναμη και τη βαρβαρότητα των δυνάμεων που έχουν στοιχιστεί εναντίον μας. Σημαίνει να διδάσκεις, να επιβιώνεις και να αγωνίζεσαι με τον σημαντικότερο πόρο που διαθέτεις: τον ίδιο σου τον εαυτό, και να βρίσκεις χαρά μέσα σε αυτόν τον αγώνα. Σημαίνει, για μένα, να αναγνωρίζω τον εχθρό έξω και τον εχθρό μέσα, και να γνωρίζω ότι το έργο μου είναι μέρος μιας συνέχειας του έργου των γυναικών, της επανάκτησης αυτής της γης και της δύναμής μας, και να γνωρίζω ότι αυτό το έργο δεν άρχισε με τη γέννησή μου ούτε θα τελειώσει με τον θάνατό μου. Και σημαίνει να ξέρω ότι μέσα σε αυτή τη συνέχεια, η ζωή μου, η αγάπη μου και το έργο μου έχουν μια ιδιαίτερη δύναμη και σημασία… Σημαίνει να ψαρεύεις πέστροφες στον ποταμό Μισισκουάι την αυγή και να γεύεσαι την πράσινη σιωπή, γνωρίζοντας ότι κι αυτή η ομορφιά είναι για πάντα δική μου».

*Το αγγλικό κείμενο δημοσιεύεται εδώ: https://www.themarginalian.org/2026/05/12/audre-lorde-despair/?mc_cid=a131c5bf24&mc_eid=f988fc8190 Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ana Paula de Oliveira, Το μαύρο σώμα μου και άλλα ποιήματα

Το μαύρο σώμα μου πουλήθηκε
Με κάνανε μουλάτα
Τρόπαιο σεξουαλικό της πατρίδας που έγινε δική μου
Μεγάλος πισινός
Πόδια γερά
Στητό κορμί
Στο χρώμα της αμαρτίας…
Είμαι γυναίκα για να ικανοποιώ
τον άντρα τον λευκό
να ξανάρθει στη Βραζιλία
Να ερωτευτώ; Να παντρευτώ; Λένε ότι δεν είναι για μένα
Λένε πως το χρώμα του δέρματός μου επιτάσσει
πώς ο ΄άντρας πρέπει να μου φερθεί…
Να σπουδάσω; Γυναίκα μαύρη:
Όχι!
Πρέπει να αναθρέψω μόνη το παιδί
ήδη απ’ τη μήτρα παρατημένο!
Όχι!
Άλλο πια δεν θ ανεχτούμε!
Γυναίκα μαύρη, ξεσηκώσου!
Μπορούμε να γίνουμε ό,τι θέλουμε
Είμαστε οι κόρες της Αφρικής
Κόρες της Dandara!

*

Jairo Pinto, Άλλες θάλασσες

Δεν φτάσαμε εδώ απ’ τον Ειρηνικό
Το αίμα μας δεν πλύθηκε απ’ τα νερά του
Οι πληγές μας δεν γιατρεύτηκαν απ’ τ’ αλάτι του
Ο ωκεανός του πόνου μας δεν είναι ειρηνικός

*

Fabricia de Jesus, Έγινα παλίρροια

Κοιτάξω τη ζωή και βλέπω την παλίρροια.
Μυστικά,
Ερχομοί κι αποχωρισμοί
Θόρυβος πλοίου που μπατάρει.
Να τη νιώσω προσπαθώ
Καθώς πιάνεται απ΄την πίστη.
Εκεί που μοιάζει ήμερη
Εκεί μ’ αρπάζει και μ’ αφήνει.
Αλήθειες ξεχασμένες
Η μοίρα μου ένα κενό
Πότε θα γίνω καπετάνιοσ;
Το λιμάνι μου παραμένει μακρινό,
Έτσι τη ζωή κατανοώ
Ωραία κι απροσδιόριστη
Καθώς έγινα παλίρροια.

*
Flora Regina – Sandro Sussuarana, Μάτια Λιβιδικά

Το κρεβάτι μάς συκοφαντεί
Αντηχεί στη λάσπη
Τη λίμπιντο τοκίζει
Τρελαίνει και καρατομεί
Καυχιέται μπλεγμένο μες σε ογκώδη σκέλια
Ενδίδει σε εχθρικές απολαύσεις
Η παρθένα Μινέρβα
Ζεστό ιδρώτα προκαλεί
Εμείς ρυάκια γυμνά σε χαραγμένη ρότα
Το στόμα σου σπείρει έμφυτους οργασμούς
Πηγές που αλυχτούν από αμαρτίες χλωμές
Τα μάτια μου πεινασμένα καταβροχθίζουν το σώμα σου
Η λαχτάρα που σου έχω
με μπάζει στο παιχνίδι
Από πάνω
Από μέσα
Από κάθε στιγμή
Ατέλειωτων ανακαλύψεων
Κάτι νέο, ένα όλον
Χωρίς χρόνο ή βαβούρα
Μόνο ρυθμό και οσμή
Περιπλάνηση των δαχτύλων
Το σώμα χαλαρωμένο
Ιδρώτας κι ανάσα κοφτή
Το κρεβάτι είμαστε εμείς
Σ’ έναν οργασμό ατελείωτο

*

Andreia Cairo, Εδώ βρίσκεται…

Μια γυναίκα μαύρη, που έζησε χωρίς να είναι ολόκληρη
Σκεπτόμενη ότι τίποτα δεν μπορούσε
Μιας και της το έμαθε η μεγάλη πλειοψηφία ότι δεν μπορούσε…
Δεν μπορούσε να φοράει κραγιόν κόκκινο
Δεν μπορούσε να φοράει ρούχα πολύχρωμα, μένουν κακοτυχία
Δεν μπορούσε να βάφει τα μαλλιά της, ιδίως κόκκινα, θα ήταν μια αηδία
Καμία αηδία!
Αυτή η κακία έπρεπε απ΄ τη ρίζα να κοπεί, απ’ τους γονείς της νεαρής
Που ο χρόνος σμίλεψε κι η ζωή έπλασε και σήμερα γνωρίζει ότι όλα τα μπορεί
και ο υπόλοιπος κόσμος να πάει να εκραγεί
εδώ βρίσκεται αυτή η γυναίκα η κοινή

*

Breno Silva, Φαβέλα

Είναι οι στέγες σηκωμένες στο ανακάτεμα
του τσιμέντου με τον ιδρώτα
όλες μαζί σε σύνολο
στην ίδια αναλογία
σφιχτοδεμένες και περίπλοκες
στενά, περάσματα, ανηφοριές και σκάλες
αδιαχώριστα!
πάντα με την ίδια ουσία και παρουσία,
όλες στον ίδιο αγώνα, στο ίδιο σκηνικό
σε αφθονία τα λουλούδια της γειτονιάς
η γυμνή οροφή και ο σοβάς
για κάποιους αρχιτεκτονική
για άλλους μπελάς
όπου και να κοιτάξεις θα δεις ένα κομμάτι της
ένας κράχτης, ένας πλανόδιος πωλητής
μες στο λεωφορείο ή στο φανάρι

η φαβέλα είναι αναπόφευκτη

*

Jordan Vilas Boas, Πράξη!

Άσε με να σε διαβάσω
Από πάνω μέχρι κάτω
Να σε διαβάσω σε Μπράιγ
Σε γλώσσες
Τη μια πιο υγρή απ’ την άλλη
Καθώς η ηχώ πλανάται
Κι έρχεται η κορύφωση

*

Monique Viana, Σωματοποίηση

Συγκέντρωση, προβολές και φως
το σώμα δείχνει
Φωνάζει η ψυχή
Ξεφυσάει
ερμηνεύει
τεντώνει.

Πάλκο για το ρεσιτάλ
Έγινα
Ποίημα απτό
Χαρτόνι και μελάνι
Τελεία και κόμμα
Είμαι ρήμα
Άκλιτο

Αντανακλώ!
Όχι μόνο το φως
Υπάρχω και νιώθω.
Στους λίγους που διαβάζουν:
Είναι φλόγα
Αναφήγητη
Ποίημα γραμμένο
Σε (ανά)μετάφραση.

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Βόρεια Βορειανατολικά”. Επιλογή, επιμέλεια, μετάφραση: Δήμητρα Γλεντή.

Philip Levine, Ask for Nothing / Μη Ζητάς Τίποτα

Instead walk alone in the evening
heading out of town toward the fields
asleep under a darkening sky;
the dust risen from your steps transforms
itself into a golden rain fallen
earthward as a gift from no known god.
The plane trees along the canal bank,
the few valley poplars, hold their breath
as you cross the wooden bridge that leads
nowhere you haven’t been, for this walk
repeats itself once or more a day.
That is why in the distance you see
beyond the first ridge of low hills
where nothing ever grows, men and women
astride mules, on horseback, some even
on foot, all the lost family you
never prayed to see, praying to see you,
chanting and singing to bring the moon
down into the last of the sunlight.
Behind you the windows of the town
blink on and off, the houses close down;
ahead the voices fade like music
ever deep water, and then are gone;
even the sudden, tumbling finches
have fled into smoke, and the one road
whitened in moonlight leads everywhere.

Μη Ζητάς Τίποτα

Αντί γι’ αυτό περπάτα μόνος το βράδυ
βγαίνοντας έξω από την πόλη προς τα χωράφια
που κοιμούνται κάτω από έναν ουρανό που σκοτεινιάζει·
η σκόνη που σηκώνεται από τα βήματά σου μεταμορφώνεται
σε χρυσή βροχή που πέφτει
στη γη σαν δώρο από κάποιον άγνωστο θεό.
Τα πλατάνια κατά μήκος της όχθης του καναλιού,
οι λίγες λεύκες της κοιλάδας, κρατούν την ανάσα τους
καθώς διασχίζεις την ξύλινη γέφυρα που οδηγεί
πουθενά όπου δεν έχεις ήδη βρεθεί, γιατί αυτός ο περίπατος
επαναλαμβάνεται μία ή περισσότερες φορές τη μέρα.
Γι’ αυτό και στο βάθος βλέπεις
πέρα από την πρώτη ράχη των χαμηλών λόφων
όπου τίποτα δεν φυτρώνει ποτέ, άντρες και γυναίκες
καβάλα σε μουλάρια, πάνω σε άλογα, μερικοί ακόμη
και πεζοί, όλη τη χαμένη οικογένεια
που ποτέ δεν προσευχήθηκες να δεις, να προσεύχεται να σε δει,
ψάλλοντας και τραγουδώντας για να κατεβάσει το φεγγάρι
μέσα στο τελευταίο φως του ήλιου.
Πίσω σου τα παράθυρα της πόλης
αναβοσβήνουν, τα σπίτια κλείνονται·
μπροστά οι φωνές σβήνουν σαν μουσική
πάνω από βαθιά νερά, κι ύστερα χάνονται·
ακόμη και οι ξαφνικές, στροβιλιζόμενες σπίνοι
έχουν χαθεί μέσα στον καπνό, και ο μοναδικός δρόμος
λευκασμένος από το φως του φεγγαριού οδηγεί παντού.

*Από τη συλλογή “The simple truth” (1994). Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Krastyo Hadzhiivanov, This is how freedom should be / Έτσι πρέπει να είναι η ελευθερία 

The years are passing by, not easily.
in our tomb – eternity
and people on their paths
at different speeds they rush towards death.
They lived in darkness, never saw daylight,
they are always the children of slaves
and in the nights, longing for the sun,
They dream of true freedom.
She rises, the only one and holy,
You bow before her, you don’t crawl,
she drank love from the heavens –
without slavery, without executioners and tears.
One and only for all creatures
to be the real mother,
for everyone like spring to do,
for all the flowers to bloom.

Έτσι πρέπει να είναι η ελευθερία

Τα χρόνια περνούν, όχι εύκολα.
μέσα στον τάφο μας – η αιωνιότητα
κι οι άνθρωποι στους δρόμους τους
με διαφορετικές ταχύτητες ορμούν προς τον θάνατο.
Έζησαν στο σκοτάδι, ποτέ δεν είδαν το φως της μέρας,
είναι για πάντα παιδιά σκλάβων
και μέσα στις νύχτες, λαχταρώντας τον ήλιο,
ονειρεύονται την αληθινή ελευθερία.
Ανατέλλει εκείνη, η μία και αγία,
μπροστά της σκύβεις, δεν σέρνεσαι,
ήπιε αγάπη από τους ουρανούς –
χωρίς σκλαβιά, χωρίς δήμιους και δάκρυα.
Μία και μοναδική για όλα τα πλάσματα,
να είναι η αληθινή μητέρα,
για όλους σαν την άνοιξη να έρχεται,
για να ανθίζουν όλα τα λουλούδια.

*Ο Krastyo Hadzhiivanov ήταν Βούλγαρος ποιητής που συνδέονταν με το αναρχικό κίνημα. Γεννήθηκε το 1929 και πέθανε το 1952 υπό το κομμουνιστικό καθεστώς της Βουλγαρίας. Σύμφωνα με μαρτυρίες, διώχθηκε από τον κρατικό μηχανισμό ασφαλείας και σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να διαφύγει διασχίζοντας τα βουλγαροελληνικά σύνορα. Επειδή η τεκμηρίωση από εκείνη την περίοδο παραμένει ελλιπής, οι περιγραφές του θανάτου του διαφέρουν: ορισμένοι τον περιγράφουν ως άμεση δολοφονία από τις σταλινικές υπηρεσίες ασφαλείας, ενώ άλλοι αναφέρουν ότι πυροβολήθηκε από συνοριοφύλακες κατά τη διάρκεια απόπειρας διαφυγής. Αυτό που είναι ευρέως αποδεκτό, ωστόσο, είναι ότι έπεσε θύμα πολιτικής καταστολής κατά τη διάρκεια της σταλινικής εποχής στη Βουλγαρία.