Λουκία Πλυτά, Δύο ποιήματα

ΑΡΙΘΜΟΙ

Σε περπατώ σαν ελάφι στο αξημέρωτο
και ύστερα από τόσα χρόνια, διαπιστώνω
αυτό, που πίσω δεν γυρίζει είναι ρευστό
και όμοιο με το αίμα των λησμονημένων.

Ανώφελα τα μάτια και εγώ με μια πένα,
παλιά και τελειωμένη από καιρό,
περιγράφω την κόλαση μιας καρδιάς
κάτω από το επώδυνο ξύπνημα των λαών.

Απροσκύνητη η πύλη
κι ο αιώνας έμεινε μετέωρος
να σε κοιτά παρακαλετά στα χείλη
«σπάσε, σπάσε τη σιωπή».

Ούτε σκιά.
Ούτε φυγή.
Σάρκα λευκή που αναμένει
μέσα από αγάπη να απογειωθεί.

Τόση υποταγή σ’ έναν παυσίλυπο νεκρό,
γνώσης παλιάς που είναι ξεχασμένη.
Πικρή αγαπημένη, πόσο λίγοι οι εχθροί
κι όμως, τα σκύβαλα της οικουμένης.

Εσάς, νησιά της ξένης και άγονης γραμμής
Εμάς, που μας βαπτίσαν αριθμούς
πόσο κοινά μέσα στο πούσι
αύτανδρους στη σκοτεινιά μάς πάνε,
κλέβοντας δόξα από τους νεκρούς!

***

ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Τι είμαι εγώ, το ανύφαντο μυρμήγκι
σαν κουκίδα στο απέραντο να ψάχνω; αέρα.
Θάρρος μικρή αραχνοΰφαντη
κάποιας φωνής οι λέξεις με δύναμη κατακάθονται
στο δικαιωματικό της ζωής μου χώρο.
Σχεδόν απόγευμα και η αρρώστια του χώματος
σαλεύει στον οίκο του μυαλού μου απέραντη.

Ποιοι είστε εσείς, ιππότες ντυμένοι,
βάναυσοι των δικών μου καιρών
άφιλοι, τάχα μου προστάτες;

Πάει καιρός από την πρώτη άνοιξη
και είμαι σίγουρη πλέον
η πίσω όψη της πεταλούδας
αποτυπώνει αιώνια το μίσος της κάμπιας
που δεν κατάφερε ολοκληρωμένη να πετάξει
και ίσως αυτός να είναι ο λόγος
της μαζικής επίθεσης στους ζωντανούς.

*Από τη συλλογή «calcarea carbonica». Εκδόσεις Κύμα, 2017.

Advertisements

Στέλιος Ροΐδης, Δύο ποιήματα

ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ

Μαζέψτε τους νεκρούς από τους δρόμους
Η γυναίκα μου έρχεται να με βρει
Έρχεται η τελεσίδικη νύχτα
Μυρίζει σπέρμα και κατανόηση
Ξέρει απέξω κάθε όνομά μου
Ξέρει απέξω κάθε θάνατό μου
Μην μιλάς, μόνο άκου
Υπάρχει φόβος σε κάθε γωνία του ορόφου αυτού
Και παντού τα τατουάζ του χρόνου
Δηλαδή αποδείξεις ότι περάσαμε από εδώ
Χτυπημένες στα μπράτσα της μοίρας
Με την ανήθικη μελάνη του πόνου
Όσο παρανομεί σαρκαστικά
Εις βάρος μας απόψε η αιωνιότητα
Ψάχνοντας κορμί αναντικατάστατο να μεταμορφωθεί
Μαζέψτε τους νεκρούς από τους ορόφους
Η γυναίκα μου έρχεται να με βρει
Έρχεται να με βρει ζωντανό
Πάλι θα αλλάξουμε ονόματα
Πάλι θα γευτούμε μια σύντομη δικαιοσύνη
Τα σύνορά μας θα καταργηθούν αδιάκριτα
Μην μιλάς, μόνο άκου,
Βούλωσέ το.

***

ΤΕΛΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η σάρκα δεν περιορίζεται στο περίβλημά της
Η σάρκα έχει εσωτερικούς χώρους και εξωτερικούς
Επεκτείνεται εκεί στις σήραγγες του ονείρου
Αυτοκτονεί στην μοναξιά του αστροναύτη
Κόβει φλέβες και βάφεται ολάκερη αποφάσεις
Κολυμπάει όταν εσύ νομίζεις πως ακροβατεί
Ακροβατεί όταν εσύ νομίζεις ότι κολυμπάει
Η σάρκα η προδομένη που έχει την καλύτερη γεύση
Και η σάρκα του έφηβου που ασφυκτιά
Η σάρκα της πουτάνας που με χρονομετρά
Η σάρκα του λύκου που γλύφει την ίδια πάντα πληγή
Η σάρκα που σε θέλει και η σάρκα που σε διώχνει
Και οι δυο σε απαιτούνε για σκλάβο, το ξέρεις,
Η σάρκα δεν περιορίζεται στο περίβλημά της
Νιώθει καθήκον να γνωρίσει ότι την αγνοεί
Να καεί σε γιορτή, να καεί σε σιωπή, να καεί
Μέχρι το φιλί που θα της ανοίξει τα μάτια
Και να βρεις τον καιρό σου εκεί
Και η νύΰχτα να φέρει κοντά το πιο δύσκολο σώμα
Μαζί με ένα άγγελο που θυμόσουν από παιδί
Και χίλιες δυο αγέννητες ιστορίες
Που μόνο η σάρκα θα μπορεί να πει.

*Από τη συλλογή “Ανοιχτοί χώροι”, Εκδόσεις Έψιλον, 2006.

ΥΓΙΗΣ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ

Περνώντας με πορτοκαλί

Χορτασμένοι
και γεμάτοι αμφιβολίες
κινήσαμε
καθώς έπεφτε η νύχτα.
Δεν μας πήρε πολύ
να σιγουρευτούμε
πιστεύοντας στο ένστικτό μας.
Έπρεπε να γίνει απόψε.

Κρεμαστά φώτα μικρών σπιτιών,
με κάμαρες κρυφές
που όλοι μοιράζονται,
φανερώνουν μια ξεχασμένη πλευρά .
Μας προσγειώνουν
με ανακούφιση
στο πριν, το μετά και το τώρα.

Μεσοτοιχίες στέλνουν
αναστεναγμούς στα
έγκατα της γης,
κούφιας και ακανόνιστης.
Σκιές παράλληλες,
ενός αθέατου μικρού θεατρικού,
πάλλονται
στο ρυθμό τους.

Προσπερνάμε
αναγνωρίζοντας, διαλογιζόμενοι,
αξίες πανάρχαιες.

Παρκάρουμε σε μπάρες
έτοιμες να αρπάξουν φωτιά,
λουσμένες στο ίδιο τους
το οινόπνευμα.

Κανόνες,
γραμμένοι συνθηματικά
σε τοίχους νωπούς
και ραγισμένους,
θυμίζουν τουαλέτες απόγνωσης
σε στρατώνες
που ανθίζουν τα πτώματα .

Κανόνες υγιούς διαστροφής.
Τσιγάρα σβησμένα σε
βιταμίνη c.
Πρόσωπα χαρούμενα
με δόντια σαπισμένα.

Τραβηχτήκαμε
να γλυτώσουμε τις φλόγες,
μα πέσαμε σε μπόρα
που μας τσάκισε.

Γόνοι παρανόμων
και αθώοι ληστές
θα χρεωθούν την κατάντια μας,
θα φτύσουμε τα τελευταία πειστήρια
της παρουσίας μας
και θα…

View original post 16 more words

Κατερίνα Αγυιώτη, Από το «Φρουρό»

Αυτό που με σώζει είναι ότι, αντίθετα με μένα, η γλώσσα
μου δεν είναι διστακτική ως προς το μέλλον: σκοτώνω /
να συστηθούμε / πεταλούδα μου.

*

Μέσα μου βράζει ένα ποίημα που σερβίρεται κρύο.

*

Οι άγγελοι είναι αναλφάβητοι.

*

Πρέπει να ελπίζουμε να βλέπει το παιδί ένα πρόσωπο
στο τυχαίο σύννεφο.

*

Αλλά αν το χιούμορ μου με έσωσε, το έκανε
απομακρύνοντάς μου τη ζωή που κινδύνευε.
Ποιος σώθηκε λοιπόν;
Μια φιλόξενη πολυθρόνα.

*

Είχε το κρύο στόμα της αναμονής
καί μέσα ομίχλη –
τον σκότωσα / αυτά τα πράγματα
είναι απίστευτα.

*

Μέλλον:
Όταν τελειώσουν όλα
θα κάνω μια βόλτα στο Brick Lane
μια ηλιόλουστη μέρα. Η καρδιά μου
θα είναι μεγάλο ανοιχτό τριαντάφυλλο
απ’ αυτά τα ροζ, που μυρίζουν
τριαντάφυλλο υπερβολικά
και διαλύονται ήσυχα
ήσυχα.

*

Αγαπημένος: ο αναγκαίος εκτελεστής της ιστορίας σου.
Ελευθερία: ο αναγκαίος δεν είναι ο επιβεβλημένος.
Πουλί: το πρωινό σπουργίτι σε μια βιομηχανική αυλή.

*

Μερικά ποιήματα ανασαίνουν από μια πολύ προσωπική λεπτομέρεια
μιας πανανθρώπινης βιογραφίας.

*

Μια «ολέθρια» καρέκλα
αναβοσβήνει σα Λας Βέγκας
στην αυλή του πατρικόν σπιτιού
το 1981. Οι συγγενείς κάθονται ένας ένας
και φαίνεται ο χαρακτήρας τους.
Τους βλέπω τρώγοντας γκρίλο (κάνω έτσι).

*

Φοβάμαι εκείνον που όταν μου μιλάει
στ’ αυτιά μου δε φτάνουν πρώτα οι λέξεις
αλλά το φορτίο της ήττας τους.

*

Σε ανάγκασα να επινοήσεις τη φωτογραφία μας.

*

Μερικοί ναρκισσισμοί αναβλύζουν το αγίασμα της
δικαιοσύνης τους
και μ’ αυτό ξεπλένονται τα δήθεν δύστυχα θύματά τους.


*«Φρουρός», Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΣΑ ΕΚ ΤΩΝ ΣΟΚ

Είναι κάποιες πανσέληνοι ίδιες παιδικές χαρές
Σε φέρνουν βόλτα γύρω-γύρω όλοι
Μα ώσπου να γίνεις ο Φιλέας Φογκ
και πεις τις μέρες μοίρες
Έχουμε κιόλας γίνει μια τραμπάλα νύχι
Φιλεύσπλαχνες στο βάθος του χρησμού τους
Να έχεις πάντα κάτι να μασάς.

***

ΔΥΟ ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΥΠΟΜΟΝΗ

Με τη θάλασσα πάντα ενάντια
Λιώνεις τους πάγους στο Κουροσίβο
Μένουν ακέφαλοι οι τράγοι
Νούφαρα φυτρώνουν στο Μακ Μάρντο
Θολώνουν τις ισημερίες οι Χίμαιρες
Μια νέα λαχτάρα ζυγώνει
Σ’ ένα κατάρτι αντίκρυ του στόχου
Βγαίνει κι αγνώριστη με συναντά η κοριτσίστικη όψη
Φεύγουν αδιάβαστα φεγγάρια
Ύστερα παρελαύνουν βίσονες
ψελλίζουν κάτι
ένα μουρμουρητό συγγνώμης
για εκείνους και τους άλλους
Πριν από κάθε πόλεμο
Το πέλμα σ’ αγαπά σαν οτιδήποτε.

***

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Κάθε πρωί
Η ίδια απαράλλαχτη σκηνοθεσία
Στο μεγάλο σαλόνι
Εκτελώ
Με μόνο θεατή εσένα
Που δεν χειροκροτείς ποτέ
να μου ‘χεις άραγε παράπονο;

Σκέφτομαι,
Ίσως ασκείσαι στη γλώσσα των ψαριών.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα

Ρητορική ένδεια

Μοιάζουν οι λέξεις μου παιδιά ορφανά
Η μάνα τους σκοτώθηκε ευθύς μετά τη γέννα
Αυτόχειρας σε μια στιγμή γνήσιας ηδονής.

Δεν καταδέχτηκε
Από το χέρι να τα πάρει
Με προστυχιά τον κόσμο να γνωρίσουν.

Φευγάτε μόνα σας
Κραυγάζει
Ξυπόλητα λιγνά και τρομαγμένα
Γυρέψετε να σας ανοίξουν πόρτες.

***

Βαβέλ

Είπε πως ήταν μοναχός
Μιλούσε μία γλώσσα απόκρυφη πολύ
Που στην εσώτερη τους ένδεια
Έμοιαζε γρίφος

Και βύθισε τα χέρια του
Σ’ ένα λαγήνι άμμο καυτή
Και δε φώναξε
Μονάχα κοίταζε ολόγυρα
Με μάτια έμπλεα σιωπής

Κι ο ερχομός του κανέναν δεν τάραξε
Κι η εμμονή του κανέναν δεν κούνησε

Ήτανε όλοι γύρω του ένας θίασος πασχόντων
Ομιλούσαν με πάθος
Χειρονομούσαν με ένταση σπάνια

Διόλου παράδοξο λοιπόν
Που δεν τον είδε ούτε ένας

Διόλου παράδοξο λοιπόν

Ας είχε κι αυτός ρητορική δεινότητα
Την προσοχή τους να τραβήξει.

***

Παρείσακτη

Κάθε που γέρνω μέσα μου
νιώθω χελώνα γέρικη
που απόμεινε χωρίς καβούκι
στη μέση δρόμου πολυσύχναστου.
Διαβάτες ριγμένοι στον τρόμο
με καρφώνουν με λέξεις – τρόπαια
μιας νίκης εύθραυστης κι αμφίσημης.
Σαν τέχνασμα σιβυλλικό μοιάζει η σιωπή μου
και το σκιαγμένο βλέμμα τους
σαν προσπερνούν την άθλια όψη μου
καρφώνεται στη γύμνια μου επιτακτικά

«Δεν είσαι εδώ»
μοιάζει να λέει
«Ποτέ δεν ήσουν.
Πάντα παρείσακτη θα στέκεις.»

Κι εγώ μια χαραμάδα ψάχνω
από φως
για να στριμώξω την παράξενή μου όψη
και μια ρωγμή σε σύννεφο θαμπό
την εμμονή μου να φυλάξω.

*Από τη συλλογή “Ρητορική ένδεια”, Εκδόσεις Βακχικόν, Νοέμβριος 2013.