Sandro Sussuarana, Δύο ποιήματα

Η Ποίηση είναι Σφαίρα

Η σιωπή είναι προσευχή,
όμως η Ποίηση είναι σφαίρα,
στοχεύει με το στόμα
στον νου των ασυνείδητων.
Άκου την.
Ήρθε για να σου μιλήσει,
να σου δείξει την πραγματικότητα,
των γυναικών που είναι μάνες αληθινές
και ψάχνουν στων παρυφών την καθημερινότητα
να βρουν την ευτυχία.
Γυναίκες μάνες που δουλεύουν και διαβάζουν,
με κόπο και ιδρώτα τα παιδιά τους να σπουδάσουν.
Μην την περιφρονείς.
Νιώσε την.
Μια στιγμή μονάχα φτάσουν κι αναλογίσου.
Ήρθα για να καταγγείλω,
να μιλήσω για την απάτη και το ψέμα
που λένε ότι είναι οι δρόμοι μας γεμάτοι.
Βρώμικα στόματα.
Ήρθα να υμνήσω αυτούς που πορεύονται μαζί μου,
στα στην.α και τους διαύλους, στον λόφος τη φαβέλας,
το μυαλό τους και τον κόσμο τους ν’ αλλάξουν.
Ήρθα για να βρουν όλοι τον τρόπο,
τον τρόπο για να πουν τις λέξεις, τη μουσική να τραγουδήσουν
Τη σκληρή πραγματικότητα ν’ αλλάξουν, τις ψυχές τους να εξαγνίσουν.
Με με περιφρονείς.
Νιώσε με.
Είμαι η ζωή που ψάχνεις γιατρειά,
μια γιατρειά για κάθε μέρα.
Στάσου.
Αναλογίσου.

Είμαι η ΠΟΙΗΣΗ!

*

Εκδιδόμενη!

Η Ζουάν ήταν όμορφο κορίτσι
με καλή ανατροφή
Η ζωή ποτέ δεν της χαρίστηκε
έκανε πράγματα από μικρή
που εγώ ενήλικας κι ακόμη δεν τα κάνω
Η ζωή της χάθηκε πριν να την απολαύσει
κρυφτό ούτε που πρόλαβε να μάθει
Τη λέξη “μάνα” δεν γνώρισε κι ας έκανε παιδιά
Δεν είχε την πολυτέλεια
να μη ταΐσει τα “σκυλιά”
Ασκώντας το επάγγελμα, δούλευε σκληρά
αφού όποιος δεν δουλέψει ψωμί δεν τρώει τελικά
Δούλευε λοιπόν την ώρα που κοιμούνται οι άλλοι
Ήταν γυναίκα, είχε θέληση κι από άντρα πιο μεγάλη
Κι αν πάντα ήθελε ζωή ν’ αλλάξει
διέξοδο δεν έβρισκε όσο κι είχε ψάξει
Στο τέλος αποφάσισε έτσι να συνεχίσει
αφού ποτέ δεν μπόρεσε τη μοίρα να γυρίσει
Παρότι ήταν γυναίκα
η Ζουάν πέθανε για πάντα μένοντας κορίτσι

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Βόρεια βορειανατολικά” της Λέσβου. Επιλογή, επιμέλεια, μετάφραση: Δήμητρα Γλεντή.

Γρηγόρης Σακαλής, Μια μέρα

Σκηνή από την ταινία “Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας” του Νίκου Παναγιωτόπουλου (1978)

Μες στο μελίσσι
κάθονταν οι κηφήνες αραγμένοι
έτρωγαν κι έπιναν
πλήρωναν μέλισσες
για να χορεύουν
και να τους τραγουδούν
μίλαγαν κάποτε σ΄αυτές
άλλοι αυστηρά
άλλοι τρυφερά
βγάζαν ανακοινώσεις και ουκάζια
κοκορεύονταν συχνά
σαν μνηστήρες της βασίλισσας
ώσπου μια μέρα
τους έπνιξαν στο μέλι
οι μέλισσες όλες μαζί
κι αυτούς
μαζί με τους γελωτοποιούς
τους εκπροσώπους
και τους μανδαρίνους τους απαίσιους.

Alejandra Pizarnik, Left hand workout

Left hand workout
Going through the darkness
towards a cloud of silence
to a new compact silence
who will burn when I silence
differently
it will be like a tattoo
like her blue eyes
suddenly ensued in the palms
with my hands
indicating the time of silence
The most beautiful
No one has ever imposed silence
So, then
I won’t be afraid anymore
for being me and talking about me
because I will be diluted in silence
what I say is promise

(Extract from Journal 1964; translation of Anne Picard, José Corti 2010)

Εξάσκηση αριστερού χεριού
Περνώντας μέσα από το σκοτάδι
προς ένα σύννεφο σιωπής
σε μια νέα συμπαγή σιωπή
που θα καίει όταν σιωπώ
διαφορετικά
θα είναι σαν τατουάζ
σαν τα γαλάζια της μάτια
που ξαφνικά εμφανίστηκαν στις παλάμες
με τα χέρια μου
δείχνοντας την ώρα της σιωπής
Το πιο όμορφο
Κανείς ποτέ δεν επέβαλε σιωπή
Έτσι, λοιπόν
δεν θα φοβάμαι πια
να είμαι εγώ και να μιλάω για μένα
γιατί θα διαλυθώ στη σιωπή
ό,τι λέω είναι υπόσχεση

*Απόσπασμα από το Ημερολόγιο 1964. Μετάφραση στα αγγλικά: Anne Picard, José Corti 2010. Απόδοση στα ελληνικά: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ανέστης Ευαγγέλου, Δύο ποιήματα

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Υπάρχουν άνθρωποι που και μόνον επί τη θέα τους τρομάζεις:
δε χρειάζεται καν να σου αποκαλύψουν την ψυχή τους,
πρόσωπα με σταματημένη την κίνηση, απολιθωμένα,
φαγωμένα, βαθουλωμένα σαν τις θαλάσσιες πέτρες,
–πνοή ζωής δεν περνάει ποτέ απ’ αυτά τα μάτια–
άλλοτε πάλι παραμορφωμένα οικτρά, αγνώριστα,
δίχως μύτες, στόμα, παρειές, και στα μάτια
δυο άδειες τρύπες.
Καμιά φορά τους συναντάς στο δρόμο
κι έντρομος το πρόσωπο αλλού στρέφεις ή αρχίζεις
να τρέχεις όσο πιο γρήγορα μπορείς για ν’ αποδιώξεις
έτσι το απαίσιο θέαμα.
(Τίποτα, τίποτα δε φτάνει
την οξύτητα της οδύνης στα πρόσωπά μας.)

*

ΠΡΟΛΑΒΕ, ΠΟΙΗΣΗ

Τούτη την τελευταία ώρα που νιώθω κιόλας
να τρίζουν τα θεμέλιά μου, που ακούω
οι μυστικοί μου αρμοί να παίζουν, απειλώντας με
κάθε στιγμή να πέσω και να σωριαστώ–
τούτη την ύστατη ώρα
πρόλαβε, ποίηση
λέξεις
αίμα από το αίμα μου
από τη σάρκα μου σάρκα
πρόλαβε, ποίηση
πριν έρθει η νύχτα
να διασώσω κάτι από το πρόσωπό μου.

*Από τη συλλογή “Περιγραφή εξώσεως” (1960)

Diane di Prima, Revolutionary Letter #90

Ancient History

The women are lying down
in front of the bulldozers
sent to destroy
the last of the olive groves.

*

Επαναστατική Επιστολή #90

Αρχαία Ιστορία

Οι γυναίκες ξαπλώνουν
μπροστά στις μπουλντόζες
που στάλθηκαν για να καταστρέψουν
τα τελευταία ελαιόδεντρα.

*Από το βιβλίο “Revolutionary Letters”, 50ή Επετειακή Έκδοση, Αρ. 27, Σειρά City Lights Pocket Poets.

Πέντε μικρά ρωσικά ποιήματα

Γιάν Σατουνόβσκυ (1913-1982)

Είμαι μικρός άνθρωπος.
Μικρά ποιήματα γράφω.

Θέλω να γράψω ένα πράγμα
και γράφεται κάτι άλλο.

Το ποίημα έχει αυτοσυνείδηση.
Το ποίημα σπρώχνει τον εαυτό του.

26 Ιανουαρίου 1969

*

Γκεόργκι Ιβάνοβ (1894-1958)

Καλά που δεν υπάρχει Τσάρος.
Καλά ‘ναι που δεν έχουμε Ρωσία.
Καλά που δεν υπάρχει Θεός.

Μόνον η κίτρινη αυγή,
μόνο τ’ άστρα από πάγο,
μόνον οι αιώνες των αιώνων.

Καλά που δεν υπάρχει κανένας,
καλά που δεν υπάρχει τίποτα
τόσο μαύρο κι άψυχο –

Που δεν μπορεί κανένας να ΄ναι πιο νεκρός
και τίποτα πιο μαύρο-
Που δεν υπάρχει κανένας να μας βοηθήσει
και δεν χρειάζεται να γίνει τίποτα.

1930

*

Σεμιόν Κιρσάνοβ (1906-1972), Όνειρο μέσα σε όνειρο

1
Ούρλιαζα όλη νύχτα.
Κανείς δεν άκουσε,
κανείς δεν ήρθε.
Και πέθανα.

2
Πέθανα.
Κανείς δεν ήρθε,
κανείς δεν άκουσε.
Ούρλιαζα όλη νύχτα.

3
Πέθανα.
κι ούρλιαζα όλη νύχτα.
Κανείς δεν άκουσε,
κανείς δεν ήρθε.

*

Βασίλι Καμένσκυ (1884-1961), Η προσευχή μου

Καλέ Θεέ:
Σπλαχνίσου με,
δώσ’ άφεση.
Πέταξα ένα αεροπλάνο
και τώρα είμαι στο χαντάκι.
Θέλω να μεγαλώσω
σαν κισσός δηλητηριώδης.
Αμήν.

1916

*

Ανατόλι Μαριένγκοφ (1897-1962)

Το πορφυρό δάχτυλο της εξέγερσης μπήγεται
στον χάρτη
και των δύο ημισφαιρίων:
“Εδώ! Εδώ! Εδώ!”
Ο θάνατος -σαν σκούπα- πασπατεύει
όλες τις τρύπες.
“Ε, σεις εκεί! Στον τοίχο, όλοι -κρατούμενοι”.
Κι η γη, σαν του χασάπη την ποδιά, ματοβαμμένη
με άνθρωπο -σάμπως να ‘σφάζε βόδι…
“Χριστός Ανέστη!”

1919

*Απόδοση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Θράκα”.

Αλέξανδρος Χριστόπουλος, Επτά ήχοι

ΗΧΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Μοναχός γεννιέμαι
και μες στην πικρή μου αγκάλη
χτίζονται σιγά σιγά
όλες οι αμαρτίες του κόσμου

ΗΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Περπατώ μέσα σε πλάνες
και καθώς οι πρώτες βροχές
πέφτουν στο μέτωπό μου,
σιγοψιθυρίζω τα πώς και τα γιατί
που θα μειώνουν για πάντα

ΗΧΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
Ανθοστολισμένα κορίτσια θαμπώνουν το βλέμμα μου.
Τίκτομαι συνεχώς σ’ ολόγιομα στόματα
και στο θαλερό στροβιλισμό,
που τελειωμό δεν έχει,
γυμνάζω το σώμα μου
κι αφήνω το πνεύμα στο ύστερα.

ΗΧΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
Ίδιο με χτες το μενεξεδί
μα που το βλέπω πια καλύτερα.
Τώρα μιλώ και μοσχοφόρες λέξεις
καλπάζουν για το λαμπρό τίποτα
χωρίς να το ξέρω

ΗΧΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ
Μαΐων πολλών οι πλάνες μου συντρίβονται
στις πρώτες μεταμεσονύχτιες βουτιές στο άγνωστο
δίχως την αχνοφαίνουσα Σελήνη
να με παραπλανά.
Κι εκείνο το κορίτσι που με περίμενε
ώρες, μέρες, χρόνια· θαρρώ
κι αυτό, στις βεβαιότητες μου εχάθη.

ΗΧΟΣ ΕΚΤΟΣ
Σε αλλοπρόσαλλα αναφιλητά
κρύβω τις τελευταίες ανάσες μου.
Αυτές που γνώριζα
πως θ’ αλλάξουν τις μουσικές όλου του κόσμου
και σαν πηγάδι σε ξερόνησο,
που αδυνατεί να δώσει δρόσο σ’ άνθρωπο,
κι αυτές στερεύουν.

ΗΧΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ
Σφίγγουν το χέρι στο στέρνο και προχωράνε
με το στανικό, αργά, δίχως τραγούδι,
σε μονοπάτι που τελειωμό δεν έχει
κι όλα σημαίνουν θάνατο.
“Αυτό το δρομολόγιο ποτέ δε βγάζει πουθενά”
μονολογεί ο υπολοχαγός
και οι άλλοι χασκογελούν
πατώντας λάσπες ίσαμε τ’ όνειρο
και λιθάρια ίσαμε τον τρόμο τους.

*Από τη συλλογή “Βενζόλιο”, Εκδόσεις Ιωλκός, Νοέμβριος 2022.

Irina Frolova, The Way of Winter / Зимний Путь / Ο Δρόμος του Χειμώνα

Deep into the path I stop
at the sight of it
– a bed of snow.

Underneath, the pond is still.
My heart knows
this waiting:

the hard cold, the crystallised
longing, the fragile
ice of it.

Time a silver cloud
between us,
all-holding.

And the softness sweeps,
falls over me
all at once.

*

На тропинке я остановлюсь,
загляжусь на эту
снежную постель.

Тихо под покровом пруд лежит.
И знакомо сердцу,
как он ждет

сквозь метель и затвердевшую
тоску и сквозь хрупкий
этот лед.

Между нами время расстилается
всеобъятным
серебристым облаком.

И вокруг да около
нежность сыпется,
разметается.

*

Βαθιά μέσα στο μονοπάτι σταματώ
μπροστά στο θέαμά του
–ένα στρώμα χιονιού.

Από κάτω, η λίμνη είναι ακίνητη.
Η καρδιά μου γνωρίζει
αυτή την αναμονή:

το σκληρό κρύο, η κρυσταλλωμένη
λαχτάρα, ο εύθραυστος
πάγος της.

Ο χρόνος ένα ασημένιο σύννεφο
ανάμεσά μας,
που τα κρατά όλα.

Και η απαλότητα σαρώνει,
πέφτει πάνω μου
όλη μαζί.

*Η Irina Frolova είναι Αυστραλή συγγραφέας ρωσικής καταγωγής, φιλόλογος, φοιτήτρια ψυχολογίας και συγγραφέας του ποιητικού μικρού τόμου “Far and Wild” (Flying Island Books, 2021). Μπορείτε να βρείτε την Irina στο Facebook στο @irinafrolovapoet.

George Le Nonce, Μοίρες

fetch the shoebox, fetch the shovel

Philip Larkin, “Take one home for the kiddies”

Χαίρω πολύ,
είπα μόλις μου τη σύστησε.
Τόσα χρόνια
είχε όλη τη ζωή μπροστά του,
Έτσι δεν έστερξε να τον επισκεφθεί,
καραδοκούσε σε μιαν άλλη χώρα
του μιλούσε μόνο, μάθαινε, που και πού
στο τηλέφωνο.

Να σου συστήσω τη μάνα μου, μου είπε
κι έπεσα από τα σύννεφα, φαινόταν
τόσο νέα και τόσο δυνατή,
σαν να μην είχε μάθει τι επέκειτο.

Πώς είσαι, τον ρώτησα
μ’ ένα χάδι στο εύθραυστο πια κορμί του.
Τι ρωτάτε, με διέκοψε αυτή,
όπως αντιλαμβάνεσθε τα πράγματα είναι δύσκολα.

Οσφράνθηκε το θάνατο
και εμφανίστηκε.
σαν μοίρα
απαραιτήτως παρούσα
όταν ξεκινάς
και όταν φτάνεις.

Βλάσης Ψωμάς, Ενέχυρα

Τη μονάκριβή μου λύπη
έθαψα ένα βράδυ.
Είπα να γίνω η γελοιότητα του πεζοδρομίου
και να αρχίσω να απαγγέλω ποίηση·
έτσι για να νιώσω τις πόρτες πιο οικείες.
Τις αδίκησα.
Να πουλάς την ψυχή σου είναι πιο δύσκολο από μια
τσαλαπατημένη σάρκα.