Αντώνης Αντωνάκος, Τρία ποιήματα

(I)

ΤΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ ΤΗΣ ΠΛΟΚΗΣ

Δεν με χωρά ο χώρος και η χώρα

Προτιμώ να κάνω σκέψεις μόνος μου

Ο άνεμος με βελόνα και κλωστή

Μπαλώνει την αγάπη

Και των κοριτσιών το τραύλισμα

Αν ήμουν λυρικός όλα θα ήταν αλλιώς

Η μαμά θα με αγαπούσε σαν κουταβάκι

Ο μπαμπάς θα με πρόσεχε απ’ τον τάφο του

Μα γράφω τώρα ένα ποίημα για τη δυσεντερία

Μυρίζω σβουνιές από μαντριά

Κοιτάζω την κουλουριασμένη στύση μου

Τον κουραδοκόφτη σου να νιώθει κανονικός βασιλιάς

Ω παπαρούνα κόκκινη σα βάλανος

Είμαι μεσσίας, προφήτης, θυμωμένος πατέρας

Ένας ξεπεσμένος γαμιάς

Που προσπαθεί να τον χώσει στο στόμα της

Είναι άρρωστη από καρκίνο η χώρα μου

Φυτεμένη μέσα σ’ ένα κονσερβοκούτι

Με χώμα και φακές

Σάπιοι μπουρζουάδες με τα σάπια δόντια τους

Σχεδιάζουν δοξασμένους λοιμούς

Πατατοφαγία εκσπερμάτωση

Ω παπαρούνα σου γράφω ωδές

Κάτω απ’ τα γαλάζια σύννεφα της Βαβυλώνας

Σε ξεριζώνω αφού διαθέτω εξουσία

Σε μυρίζω τώρα

Όλο θειάφι και μαγγάνιο πετρέλαιο και πληγές

Σειρά σου τώρα νε με μυρίσεις

Να μου διαβάσεις ποιητικές συλλογές

Για πούτσους και μουνιά

Σοσιαλισμό του αγρού

Να μου μάθεις πως ψαρεύουν πέστροφες

Με τρύπιο σακί στον Αχέροντα

Πασπαλισμένη με αλεύρι

Τηγανισμένη σε βούτυρο

Μια γλυκιά γεύση αφήνοντας

Όπως τα φιλιά της Εσμεράλδας

(II)

ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΝ ΚΕΡΔΙΣΑ

Θα σου εξηγήσω τι εστί κολποραφή και βάτεμα Ιοκάστης

Τον θάνατο τον κέρδισα

Τον ήλιο τώρα πολεμώ

Λάσπες κορδέλες κοριτσάκια περιβόητα

Κλαίνε ποτίζουν γλάστρες

Βάζουν δάχτυλο

Στην πιο γλυκιά τρυπούλα τους

Ας είναι λες που ξεκουρδίστηκε ο λυγμός

Ας είναι τα ζουμιά μας μυρωδάτα

Κι οι καταχνιές μες στα θολά Λονδίνα

Ας είναι του μαγκούφη πόνου η αγρύπνια

Όπως ο κώλος της μαϊμούς

Δράματα με ψωλές και αιδοία

Το άγριο λαθρεμπόριο του έρωτα

Οι λέξεις πάλι

Οι προικοθήρες οργασμοί

Οι αβάτευτες κλουβίσιες ονειρώξεις

Θα σου εξηγήσω την ανθηρή χυσιά της ευστοχίας

Μπούτια μαντεία του ζεστού εκτροχιασμού

Μπούτια της εταιρίας λογοτεχνών

Μπούτια μιάς αγνώστου ταυτότητος Μαρίας

(III)

Ο ΖΕΦΥΡΟΣ ΜΑΚΡΙΑ ΣΤΙΣ ΒΡΥΩΔΕΙΣ ΟΧΘΕΣ ΚΑΤΟΥΡΑ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ

Έγραψες πολλά ποιήματα

για το θάνατο στο κινητό σου

Στο μετρό κάτω απ΄ τη μύτη συλλογισμένων αμνών

μετά τη δουλειά

Έγινες ο μακελάρης

που σκοτώνει τα αφροδίσια με περίστροφο

Ο σκύλος που σκοτώνει τη γάτα

κι η γάτα που τρώει τον ποντικό

Έγινες η ταφόπλακα

που γράφει όλες τις πομπώδεις βλακείες των ζωντανών

Ο ζέφυρος μακριά στις βρυώδεις όχθες

κατουρά την όμορφη πατρίδα μας

Εσύ γράφεις πάλι για το θάνατο

γι΄ αυτή την εμμονή που την έκαναν ποίηση

οι αγγλοσάξονες και οι μεθυσμένοι

Όμως ο θάνατος ο αριστοκράτης ο ηδονιστής

χαρίζει μπισκότα με σοκολάτα στα κοριτσάκια

Τραβά τις αιμορροΐδες απ΄ τον κώλο των αστών

σα να τραβά την περόνη

*Αναδημοσίευση από το Εξιτήριον: https://exitirion.wordpress.com/2020/10/23/antonis-antonakos-3-poems/?fbclid=IwAR30tr17jJUpAe6YRaQFIUNVXYdlp3o6J0RK4ixPEHUgHD_p3cofieHZCic#more-13306

Θα ’θελα ο καφές… | Γιάννης Σγουρούδης

Φτερά Χήνας

sarge

Θα ’θελα ο καφές να ’χει την δυνατότητα
μιας προσωρινής φιλοξενίας

Με το βλέμμα της έντονης επιθυμίας
να παρατηρείς τους ανθρώπους
ζητώντας τον καλό λόγο
ένα φιλί τρυφερό στο μάγουλο
για να σου δώσει την δύναμη που χρειάζεσαι

Όλοι περιμένουν να δουν κάτι από κάποιον
που οι ίδιοι δεν θα μπορούσαν

Βυθίζομαι στο ποτήρι
ο λικνιζόμενος καπνός που βγαίνει από το φλιτζάνι ερωτοτροπεί –

Κλείνω τα μάτια για να θυμηθώ το άγγιγμα σου

Παραγγέλνω δεύτερο καφέ ανάβω τσιγάρο

περιμένω πάλι να με φιλήσεις με τον δικό σου τρόπο

Κάνω κάτι που ίσως να μη προσφέρει κορύφωση στους άλλους
μα ίσως προσφέρω έτσι το ξεκαθάρισμα της ιστορίας μας

Στα καφέ ονειρεύομαι πως το πρόσωπο σου γυρίζει να με βρει

Η φιλοξενία του για μένα έχει τελειώσει.


*από την πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γιάννη Σγουρούδη,
Η Ολοκλήρωση της Έλλειψης, εκδ. Κουκούτσι

View original post

Joaquin Pasos (1914-1947), Αυτή δεν είναι εκείνη

Αυτή δεν είναι εκείνη, είναι ο άνεμος,

είναι ο αγέρας που την καλεί.

Είναι η θέση της, είναι ο άδειος

χώρος που την απαιτεί.

Είναι μονάχα ο αγέρας που προσμένει

Είναι η αύρα που την καρτερεί,

αλλά δεν είναι εκείνη, δεν είναι εκείνη,

δεν είναι εκείνη που μου μιλάει

είναι ένα φως μέσα σε καθρέπτες,

είναι ένας κατειλημμένος ίσκιος,

είναι το ταξίδι του σώματός της.

Είναι μόνο το αμάξι που περνάει!

Είναι μόνο το δέντρο, το φύλλο

που τη σκεπάζει και τη συντροφεύει,

είναι μόνο η χειρονομία της που βουλιάζει

δάχτυλα ονείρων στο τίποτα

Είναι ο βραχίονας που ανοίγει,

είναι το χέρι που με καλεί,

αλλά δεν είναι εκείνη, δεν είναι εκείνη

παρόλο που εκείνο είναι το πρόσωπό της.

Εκείνο είναι το πρόσωπο του ανέμου

εκείνο είναι το στόμα του αγέρα,

εκείνη η αγκαλιά φιλιών

πετάει σκόρπια και δίχως φτερά.

Τι  το  θέλω  αυτό  το  κενό

που της χρησίμευε για μαξιλάρι,

αφού για να το γεμίσω το στήθος μου προσφέρει

μονάχα ένα στεναγμό – φάντασμα.

Σε τι ωφελεί αυτή η ζωντανή απουσία

που μεγαλώνει μέσα στην ψυχή; 

Σε τι ωφελεί ο αγέρας, αυτός ο αγέρας

που μασκαρεύεται με πρόσωπο; 

Εκεί που υπήρχε ένα σώμα 

υπάρχει μονάχα μια θύμηση: 

κι εκεί που υπήρχαν φωνές,

πτώματα λέξεων…

Υπάρχει ένα καμπαναριό

που έχασε τις καμπάνες του,

υπάρχει μια πηγή στο βουνό

που στέρεψε

κοντά σ΄ ένα ροδανθώνα χωρίς ρόδα

γεννιέται μια μέρα δίχως πρωί

και σ΄ αυτό το κενό του ανέμου

όπου ήταν εκείνη

μόνο ένα γυμνό κενό

με τη μορφή μιας κοπέλας.

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Χρήστος Κολτσίδας, Τρία ποιήματα

ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Σύριζα κόβει ο άνεμος των κλαδιών την τόλμη

κι ο μικρός δρυοκολάπτης ακόμα πληγώνει

τον κορμό της καρυδιάς.

Σύριζα ανάβει κι ο ήλιος ό,τι το μάτι του πιάνει

Και μια που το αναθρέφει

μια που το καταποντίζει πάλι

στο χώμα.

Είναι σ΄ αυτό το χωραφάκι του κόσμου που κολατσίζουνε

-κουρασμένο απ΄ τη δουλειά αντρόγυνο-

ο Θάνατος ο θεριστής και η σπορίτισσα η Ζωή.

Κι ήτανε πίσω από τα βάτα τότε

που κάποιος έκανε το τρομερό το κλικ

– με όλα του τα δάχτυλα.

Κι από το φλας, για μια στιγμή

γυρίσαν όλοι να κοιτάξουν.

***

ΑΠΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Κι αν ήπιες κάποτε με τον Θάνατο καφέ

και δεν το ξέρεις;

Κι αν πέρασε από μπροστά σας η Ζωή

και μόνο Αυτός της χαμογέλασε;

***

ΑΠΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Μα ακόμα κι αυτή η Περσεφόνη θα συνήθισε

τη θέα των νεκρών.

Κι ίσως από μέσα της χαμογελούσε.

Σημάδι πως μεγάλωσε και ξέχασε

το ηλιοφώτιστο λιβάδι

Και τα λουλούδια της που μάζευε ντυμένη στα λευκά.

Για έναν θρόνο θα μου πεις τα ξέχασε

κι όχι για λίγα σπόρια ρόδι.

Τώρα όμως που έμαθε τα πράματα

-και από πρώτο χέρι-

σίγουρα μονολογεί κάθε που κατεβαίνει:

“Είναι απλώς ο Θάνατος.

Είναι απλός ο Θάνατος”.

*Από τη συλλογή “Βροχή περασμένη”, εκδόσεις Μελάνι, 2020.

Λαμπριάνα Οικονόμου, Από τον “Καγκελάρη”

[χειμώνας άγρια βραγιά και η πέτρα γλύφει πέτρα-

όπου σκαλίζει χέρι: γκρίζο φως- και μπουρμπουνάρι 

κρύβεται σαλεύοντας με χώμα — τσιάφι ασήμι στερεύουν 

ήλιο τα βουνά, γκρεμίζει ο θόλος ξένε-μα. και αυτός:]

Βουίζει πυρετός από τη Λάκκα ώς το Βεστφάλεν 

και πορφυρά καμίνια χωλαίνουν το φεγγάρι-

αγρύπνια τανυσμένο μέταλλο και η γυναίκα 

του Εμίν ζυμώνει με το σχόλασμα — μητέρα, 

στον ύπνο σε φωνάζω Γιάσμιν 

και είμαι διχαλωτό κλαδί σε σπίτι 

αράχνη — τι με γκρεμίζεις 

η σκιά μου; Χάσκουν λευκά παράθυρα 

—βολβοί ξεχειλωμένοι— και η καγκελόπορτα: 

EINTRITT VERBOTEN [δεν δίνω σώμα στον Βορρά],

Τσούκκα τραχιά στις ράχες της αγρίμι δεν σηκώνει

μόνο γεράκια απλώθηκαν ακίνητα φτερούγες

και τα κοιτώ αντικρυστά’ θυμίζουν τους δικούς μου: 

αγέρωχοι, απρόσιτοι να τρώνε τ’ άγρια νιάτα

μαύρο πουκάμισο φορούν ιδρώτα ματωμένο 

— βαραίνει η περπατησιά τ’ ανθρώπου που είναι 

ξένος

[ντύνεται και ο παγετός τον άγριο θάνατό του: 

σπαρτό καρδιά και χτύπος της μαζί κοκαλωμένα-

βρίσκει την ώρα και χυμό αρπακτικά το κρύο και 

ό,τι σε φως ανδρώθηκε πάει και το σκυλεύει — η 

κόσια ξέρασε σκουριά πάγος στη μαύρη πείνα:]

Ντίσελντορφ δύναμη άδυτο 

στον δούλο ουρανό: 

σύννεφα και αφράτο χιόνι λύσσα.

Το μεσημέρι είναι εγώ σκυλί 

και μηχανή αντίλαλος- κρατώ φωνή 

κάτω από σφεντάμι και ό,τι σκουριάζει σε ανθό: 

στήμονες φως, πύρινα βάθη — έκθετος ξαφνικά 

σε μέλλοντα οβίδα: εδώ που στέκομαι- κι εδώ που 

πέφτει.

*“Καγκελάρης”, εκδόσεις Κοβάλτιο, Μάιος 2020.

Αλέξανδρος Μηλιάς, Εις μάτην

Νέφους διαβάτη, ανάσα μου, μέ μαχαιρώνουν.

Μιά μελωδία μέ συντηρούσε κι είναι θλιμμένη.

Δεν τούς προφταίνω.

Θάβουν τό πρόσωπό μου

σέ άλλα μέρη μέ φυσούν όπου σιωπή

τριγύρω κανείς δέν μέ γνωρίζει.

Περιπατώ πλάι σου καί είσαι αλλιώτικος. 

Συγγενεύεις μέ μορφές ονειρικών γυναικών πρόσωπα τυραννισμένα σέ θυμίζουν.

Πλησιάζω καί ώχριάς

σφιχτά τά βλέφαρα, τά χείλη σου δροσίζουν 

τον τρισχειρότερο εμένα πού μέ ξέρεις 

άπ’ την αρχή μου καί θυμάσαι.

’Έπιανα τό χρυσοπότηρο μέ τό άριστερό 

κι έτρωγα μέλι άπ’ τις χούφτες σου μεθώντας. 

Τώρα, σέ άντικρίζω άλλα εις μάτην 

άναζητώ τά μάτια σου.

Μέ βλέπεις, τό πιστεύω 

άκλαυτο ρίγος στερνής αγκαλιάς 

εσύ ή ανάποδη τού «έσο έτοιμος».

Νεύματα, νάρκη, ό πυρετός μου 

ή τής αυριανής γδαρμένη πρώτη νότα 

βλέμματα κουρνιασμένα καί τραυλισμοί μεσημβρινοί 

θ’ άπομακρύνεσαι.

Γρύλοι καί νυχτοπούλια μάς κουβεντιάζουν τώρα.

Κι έτοιμος δέν υπήρξα.

* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Οροπέδιο”, Τόμος 1 – Τεύχος 4 – Χειμώνας 2007-2008, σελ. 499.

Έκτωρ Κακναβάτος, Τροχιά

Τώρα μέσ’ άπ’ το στήθος μου περνάς

μέ άνοίγματα ερημιάς

άφήνοντας χρυσά νομίσματα

σαν ήλιος μέσ’ άπό κοφίνια

πού τα ξεπάτωσε ή σιωπή,

άμνημόνευτη άλλιώς σ’ αΰτοΰς τούς τόπους.

Για κείνο τό άσπρο άνάμεσα του τρία 

καί του τέσσερα χρεώθηκα βροχές 

τό αίμα δυο άσβών πίσω άπό σκοινά 

καί μια γονυκλισία μέρες του ’Ακαθίστου, 

να μήν είναι θάνατος οΰτε ενωμοτία 

του Σεπτέμβρη

οΰτε ή μπόλια του μεσημεριού 

απλωμένη άνάμεσα του ΰπνου των άλογων.

’Έτσι θά περιμένεις Μάη ’Ιούλιο 

ίσως καί Αύγουστο

κάνε δυο δεκαετίες μέ κολεόπτερα και βάλε 

μπορεί καί αιώνα

μήγαρις βγω άπό νερά άλλοιωμένος 

καί γίνει φως καί γίνει σκότος 

ήμέρα πρώτη τής δημιουργίας.

(1972)

*Από τη συλλογή “Διήγηση” (1974).

Artwork: Christopher E. Manning

Ελεάννα Τανάγρα, Φυλακή

Οι στιγμές ήρθαν και χάθηκαν, κι εγώ παραμένω ακίνητη περιμένοντας το τίποτα

Αναζητώ την πηγή που θα μου δώσει λύτρωση από όλη αυτή την ενοχή που κουβαλώ

Επιδιώκω την λήθη, τον πόνο να απαλύνω, από τις σκιές να ξεφύγω. 

Όλη η ζωή μου ένα ποτήρι ξεχασμένο αψέντι, μία παραίσθηση μοναχική, 

Με οδηγεί στο θέατρο του παραλόγου σε μία έσω αναζήτηση του ασυνείδητου 

Εκείνο το χαμένο παιδί ψάχνω, το πόνου του πάνω στον πόνο μου να απαλύνω. 

Μια αιώνια φυλακή που με κρατά δέσμια στις αλυσίδες της ντροπής

Οι αναμνήσεις σκόρπιες και διάχυτες, σαν ένας χάρτης χαμένος, διακεκομμένος 

Προσπαθούν με πυξίδα σπασμένη τον δρόμο να μου δείξουν. 

Κάπου στην πορεία βρήκα το κλειδί μα η φυλακή άφαντη

Οι κραυγές και τα δάκρυα του παιδιού με καθοδηγούν προς την ελευθερία

Μα σε κάθε γωνιά και μια σκιά και ένας δαίμονας προσπαθούν να μαγαρίσουν ότι απέμεινε. 

Σαν πιστή μητέρα του νεκρού παιδιού συνεχίζω να αναζητώ την φυλακή

Που σαν την πόρτα της ανοίξω, σαν της Πανδώρας το κουτί, το δαίμονα να απελευθερώσω

Κι ίσως, το παιδί μέσα μου βρει γαλήνη, και αφεθεί στην χαρά, στην παρηγοριά του απείρου.

Τα άστρα μου δείχνουν πως δεν είμαι μοναχή, πως κάπου εκεί ψηλά κάποιος με αναζητεί

Μπορεί να είναι οι βουβές προσευχές του παιδιού που με καλεί, και παρά τα αδιέξοδα

Συνεχίζω να μάχομαι με τα κύματα-τέρατα που με πνίγουν σε πελάγη τύψεων και ντροπής.  

Ο αγώνας δεν σταματά εδώ παρά μόνο την στιγμή του επίγειου θανάτου 

Τότε θα φανερωθεί αν έχω βρει την φυλακή, το παιδί να απελευθερώσω

Την πόρτα να ανοίξω, να τρέξει έξω, τα δάκρυα του να σκουπίσω, και μαζί, να αφεθούμε στο άπειρο του τίποτα!

Λουίς Μπουνιουέλ, Άνθρωποι που ήθελαν απαντήσεις

Όλη μου τη ζωή κακοποιήθηκα

από ανθρώπους που ήθελαν απαντήσεις.

«Γιατί είναι αυτό έτσι και όχι αλλιώς;»

«Ποια είναι η ερμηνεία σου γι’ αυτό;»

Αυτή η οργή του να καταλάβεις, να γεμίσεις τα κενά,

το μόνο που κάνει είναι τη ζωή αφόρητα μπανάλ.

Αν μπορούσαμε

να αφήσουμε τη ζωή μας στα χέρια της μοίρας,

να δεχτούμε

το θεμελιώδες μυστήριο της ύπαρξής μας,

τότε μπορεί να βρισκόμασταν πιο κοντά,

σε αυτό το είδος της ευτυχίας

που έρχεται με την αθωότητα.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://poiimata.com/2020/10/17/anthropoi-poy-ithelan-apantiseis-loyis-mpoynioyel/

Πουπερμίνα, Ο χορδιστής (flaneur-ώτων)

Μάθαινε να μη μένει εκτός νυμφώνος
Χορδίζοντας μεθοδικά εαυτόν εντός τυφώνος
Μέσα σε σπείρα λογισμών ωραίων
Δεν έμοιαζε να νοσταλγεί το αεράκι των ορέων
Στα σούρουπα τώρα της πόλης πάλι αργοσχολούσε
Τα λιγδερά της πεζοδρόμια αψηφούσε
Δυνάμεις τον μαγνήτιζαν απ’ τη σελήνη
(της πλάνης της ο πλάνης ξέρει τη μαγεία να πίνει)
Περιδιαβαίνοντας, παρατηρώντας
Μετά γραπτά διηγούμενος, αναπολώντας
Σε χάδι ήχων το ους συντόνιζε ανεπαισθήτως φίνων
Στις διασταυρώσεις έπεφτε σε σκιές τινών, μα τίνων;
Ό,τι ήδη ήξερε αναγνώριζε μονάχα
Αλλά δεν έκανε το λάθος να νομίζει τάχα
Πως ό,τι, δεν γνωρίζει δεν υπάρχει
Και έτσι έψαχνε ενδελεχώς, έδινε μάχη
Επέστρεφε ξεκούρδιστος για λίγο
Κι έλεγε πάλι για περπάτημα θα φύγω
Μ’ αυτό επισυμβαίνουν της επίγνωσης στοιχίσεις
Μέσα στο νου διευρύνονται οι περιτειχίσεις
It doesn’t take -all of a sudden-two to tango
Παύω να μένω αναπληρωματικός στον πάγκο

*
Αυτά μέχρι να ‘ρθει ξανά το καλοκαίρι
Μήπως κι ιδρώσουνε ξανά μαζί στα ίδια μέρη
Στις τραχιές πέτρες τάχα μη βρεθούν σώμα με σώμα
Κι αν πράγματι άδειες από βέλη οι φαρέτρες, πάλι λιώμα

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://whenpoetryspeaks.blog

**Η φωτογραφία της ανάρτησης: Atkinson Grimshaw, Three shadows on then park Wall Roundhay Park Leeds