Κατερίνα Ζησάκη, Τέσσερα ποιήματα

ΑΝΘΗ

ανθεί η Ανθή στο ανθισμένο δάπεδο
μέσα απ’ τα δάκρυά της κλαίει
για τη λυπητερή συμφορά που
-σύμφωνα με έμπορους και μαστόρους-
τη βρήκε βρεγμένη
κατάβρεχτη
δηλαδή το βρακί της
ενώ “βρε βρε ένας άγγελος” φώναζαν όλοι
ανήγγειλαν τον ερχομό της
στο συρφετό των αρσενικών
που άρδην παλινδρομούσαν για χάρη της
-Χάρη- στον ξέπλεκο δρόμο
δρούσαν ανάλογα και οι κορασίδες
δεν πήγαιναν πίσω

αφηνιασμένα τα άλογα
και πώς να σου τα ζέψω
μες στη λαχτάρα που λαίμαργα
άσε – κάτω από το λαιμό
τον αφαλό – καταβροχθίζει
εννοώ της Ανθής το παχύρρευστο δάκρυ
που όταν στάζει
σαν για να παρηγορηθεί
καβαλάει το κρεβάτι
καβαλάει το σεντόνι
το μαξιλάρι
το δάχτυλο
ανθεί η Ανθή
γλείφει το ανθισμένο δάπεδο
αν δεν την είδατε
δεν είδατε ποτέ σας τίποτα
κορίτσια και αγόρια
τι πάλη
τι έξαρση
τι παρηγόρια

*

Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

ο πεθαμένος ποιητής βρίσκεται ακόμα
μες στο συρτάρι του γραφείου του
πάνω απ’ τις κόλλες
πίσω απ’ τη φούντα (της ουράς της γάτας του)
και δίπλα απ’ το περίστροφο
που είχε ξεσκονίσει κάποτε ν’ αυτοκτονήσει
μα τον πρόλαβε το γήρας

τι λέτε ρε
ο πεθαμένος ποιητής χορεύει μες στο στόμα σου
κάθε που ουρλιάζεις
κάθε που “σύντροφοι”
κάθε που “κι άλλο κι άλλο κι άλλο”
ξαπλώνει μέσα στο δέρμα που γδέρνουν
τα νύχια σου γιορτάζοντας ή πενθώντας
σέρνει τις σέλες των παπουτσιών σου
κάθε που τριγυρνάς χαμένος

ο ποιητής
ο πεθαμένος
μια απούσα παρουσία ζωντανή
φάντασμα μες στο σώμα
και πού και πού σκουντάει τον γραφιά
που μέσα στο συρτάρι του γραφείου του
βρίσκεται ακόμα

*

ΑΙΤΙΟ ΠΡΩΤΟ

διαβάζεις το ποίημά τουΣτην αποβάθρα
σωστότερα
φυλλομετράωΣτην αποβάθρα
να βρεις το
για σένα το
ποίημα
μ’ όλο από μίσος
-οδύνη ο μισός-
ρημαγμένο
σακατεμένο το ποίημα
σαν την κομμένη φλέβα
που έχασα απ’ το ταβάνι

“ο ποιητής Λοιπόν”
γεννήθηκε στην πόλη Κάπου
το Κάποτε
σπούδασε Κάτι
τώρα
γράφει ποιήματα
χαϊδεύει γάτες”
άλλοι
κόβουν τα χέρια τους
τρίζουν σαγόνια
τρελαίνονται
σπάνε μπουκάλια
όλο νύχτα
στη μέση του δρόμου

*

ΚΡΑΤΗΣΗ ΓΙΑ ΦΘΟΡΑ ΞΕΝΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

Η Νορβηγία έρχεται // είναι κοντά σας
Χωρίς Περιδέραιο

κάθομαι κάτω από το δέντρο
κοιτάζω τους καρπούς σου
είναι ώριμοι
σαν κορίτσια πενήντα χειμώνων

[είναι παράξενο να κλίνεις τους χειμώνες
σ’ απωθούν
όπως και η πολλή ενασχόληση μαζί σας
παγώ
πα
παγώνει
παγώνω
παγώνων]
χάνει κανείς τα λογικά του εδωπέρα

άμα θα μασήσουμε τους καρπούς
θα φτύσουμε τους σπόρους
μέσα στο ξέχειλο πηγάδι της νύχτας
-αφού γινήκαμε αγοραίοι-

ο άλλος λέει
να βουτήξουμε στο κενό!
να πιάσουμε τ’ αστέρια!

καλώς
πίνουμε κάτι κι ορμάμε

μη λησμονείτε κύριοι: είμαστε μόνοι
μη λησμονείτε πως τώρα αρχίσαμε
μη θορυβείτε
να ακουστεί δυνατά το μηδέν
καθώς μας κυκλώνει

Παύλος Γερένης (Pavlos Jerenis), Τρία ποιήματα

14


Πώς να είναι οι ψυχές που χάσαμε
πώς να είναι αυτές
που βλέπομε να μορφοποιούνται
γιατί εμείς τίποτε άλλο δεν προσφέρομε παρά αυτά τα λα-
βωμένα σώματα που περιφέρονται σαν τις σκιές.

15

Η λεωφόρος των βελανιδιών
η λεωφόρος των υποκαστάνων
ο κήπος με τις μανόλιες ράχη πεθαμένου κύκνου ανα-
γυρτού στα χείλια του νερού της λίμνης.
Ο εννοσίγαιος καημός της υποχθόνιας ορμής σε ποιόν θα
δοθεί
ποιόν θα αποδώσει στην επιθυμία της θάλασσας και στο
βουητό το κυκλωτό των κοχυλιών
φεύγεις χαρά στη στροφή της φτερούγας κατά το νότο
φτερούγισε προς τα ζεστά νερά
μα το τόξο πού έγραψε πριν αφήσει τους τελευταίους χαι-
ρετισμούς
δάκρυα ή χαμόγελα που ο άνεμος τα έφερνε πολύτιμα λι-
θαρόπουλα βροχή και δίσκους χρυσούς
δείχνει στην άνοιξη των λεμονανθών και στον πορτοκα-
λεώνα της μνήμης
εκεί που σπέρνεις τα μάτια σου και οι καρποί των χεριών
σου φυτρώνουν
στον άσπορο κάμπο παπαρούνες
εδώ που οι χαίτες των καλαμιών σφυρίζουν το σκοπό που
άκουγες μικρή
στο χαγιάτι της θεωρίας σου
σεβαστές δέσποινες έχοντας κύκλο και γέρους μυθικούς
και αν σε έβλεπα τώρα σε βλέπω κάθε νύχτα και κάθε
μέρα με μαγείες και φίλτρα
και φοβάμαι στην κόχη της γωνίας τον ήχο μιας δικαιο-
σύνης να με πετάξει στην πυρά
θα μου έλεγες τα λόγια που μου λες
που μου λέει το είδωλο
το άγαλμα στον ουρανό σου:
ο βέλιουρας και το πελώριο φίδι με το κεφάλι σαν το κεφάλι
του μικρού παιδιού
το πηγάδι που άχνιζε στην ομολογία της Σελήνης
οι υπάρξεις που δεν μπόρεσαν να βγουν στο φως και στον
αέρα της παρουσίας
και κυλιούνται στο στροβίλισμα ενός παράξενου χορού
που τελειώνει με το βελούδινο άγγισμα της γεύσης στο στή-
θος του σκοτωμένου παγονιού
που τρέμει και κείται και σπαράζει και οι κραυγές του
τώρα μόνον τώρα παύουν να σχηματίζονται άναρθρες
στο αραβούργημα της απουσίας.

16

Ο βράχος του αγίου Μαρίνου
καθώς μέρες καθόμουν στο θεωρείο του κόπου
στριφογυρνούσε αδιάκοπα στο υποκίτρινο της ζελατίνης
χρώμα
έτσι δεν μπορώ να πω πως χρύσιζε στον Έσπερο ή στο
φως του ήλιου βασιλιά
μόνο που με παρηγορούσε η ιδέα της άνυδρης χώρας στην
κορυφή σκαρφαλωμένης
τις νύχτες στο απαλό κυμάτισμα του πέπλου της
όμως
καθώς την ήμερα στο πρώτο του ήλιου χαμογέλιο διασκέδα-
ζαν οι ακτίνες
στην δίχως έλεο πεδιάδα της άτροπης χώρας
και κάρφωναν τα μάτια μου στη γωνία του κοιμητηρίου
και το σώμα μου πονούσε από τα μπρούντζινα βέλη ή μέλη
του απίθανου σκηνικού
πού σαν αράχνη κεντούσε στο διάστημα της ζωής μου το
νήμα της σκιάς της
και ο πριν ασπιδοφόρος εγώ δίχως σκουτάρι έτρεχα σε θή-
κες βιβλίων να κρυφτώ
ή να χαθώ και μέσα στη σκόνη να προσπαθώ να βρω
κουράγιο
Vespasiano da Bisticci με μινιατούρες από τα χέρια των
Atalanti dei Atalanti
και υμνολόγιο στη γλώσσα μας σημειωμένο και «ελευθε-
ρία» και ή μνήμη του Ιωάννη της Κλίμακος
και μπόρεσα για λίγο να υπάρξω χωρίς κουράγιο στις
παρυφές
ώσπου έπεσα στο χώμα ουρλιάζοντας «έτσι να τίζουμαι
εγώ;»
και αρνιόμουν να σταθώ στα πόδια μου και αρνιόμουν σε
μένα να δω τα μάτια της καρδίας μου
και τιζόμουν με μένος και ρόγχο ετοιμοθάνατου και αναρω-
τιόμουν
αν αυτό που είχα δει αστροφορούσε και σε μένα:
«παίζει την αλήθεια».
Ώσπου ο Salvator Mundi του Αntonello da Messina με
το καθηλωμένο δάχτυλο
σαν το λαιμό του Ιησού Χριστού στη σταύρωση του Μa-
saccio
που έδειχνε πέρα ίσως στο στενό της Μεσσήνης
με τίναξε άνέλπιδα στον Υμηττό και στα αρώματα των
υακίνθων
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
και η πανσέληνος στο δρόμο των ροβινιών και των νεα-
ρών κυπαρισσιών με οδηγούσε
στην ησυχία των ρόδων που εκόσμησε τη νεκρική τριήρη
και το λαιμό του εννεάχρονου μέλανος ταύρου και την
καρδιά των κοχυλιών.
Ακούστηκαν της νύχτας τα τριζόνια μέσα στο θέρος των
σταχυών
και ράγισε ή μαραμένη πια των ρόδων ησυχία
και πέταξαν από τα σπλάχνα της και από την ειδωλόθυτη
καρδιά της σμάρι τα χελιδονόψαρα
γαλάζια με άσπρες ασημόφεγγες κοιλιές δείχνοντας τις πορ-
φυρές γραμμές του ορίζοντα
να κλείνουν πίσω από τα λευκά μάρμαρα και να υψώνεται
ο Αττικός μενεξεδένιος ουρανός.
Λυκαβηττός Πεντέλη Φιλοπάππου Υμηττός
στεφάνωσαν τον πόνο της καρδίας μου και στο δειλινό ανα-
στήθηκα πάνω στη χαμογελαστή πενθοφορούσα Άνοιξη
της πρώτης μου ελπίδας
και έζησα.

SILENCE WORK IN PROGRESS!

*Από την «Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής».

**Ο Παύλος Γερένης (Καλαμάτα, 1956) ζει στην Ιταλία και την Αυστρία. Έχει εκδόσει τη συλλογή «Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής», εκδ. «Γνώση», 1981, και στα ιταλικά ένα βιβλίο με διηγήματα («Le infedeltà del pensiero») και μια ποιητική συλλογή («Angeli a perdere») το 2006.

***Τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής έχουν ήδη δημοσιευτεί στο Κόσκινο.

Λεωνίδας Χρηστάκης, Μυρίζει μήπως τίποτε άσχημα;

Γέμισε καπνό το γραφείο σας;
Ξεχάσατε το σημεριωματάριό σας;
Ο καιρός είναι κρύος;
Ανάβουν καλά τα σπίρτα;
Δουλεύει καλά ο αναπτήρας σας;
Λύθηκε πολλές φορές το κορδόνι των παπουτσιών σας;
Η τυρόπιτα είναι σημερινή;
Το σάντουιτς μήπως μυρίζει;
Το ρολόι πάει σωστά;
Ο Προϊστάμενός σας είναι στα καλά του;
Η εφημερίδα είναι σημερινή;
Βάλατε το παλτό σας στο συνηθισμένο μέρος;
Υπογράψατε την παρουσία σας;
Κτυπήσατε την καρτέλλα;
Περιμένετε στα σήματα;
Σας έδωσε πίσω ο ελεγκτής το εισιτήριο;
Το είχατε σε καλή κατάσταση;
Παρατηρήσατε δυσφορία στον εισπράκτορα;
Πήρατε ρέστα;
Τα μετρήσατε;
Σας έσπρωξαν;
Σπρώξατε;
Περιμένατε ουρά;
Είπατε καλημέρα στον θυρωρό;
Μήπως αφίσατε κανένα φως αναμμένο;
Καμμιά βρύση ανοικτή;
Κλείσατε τα παράθυρα;
Ίσως το μάτι της κουζίνας να καίη;
Τοποθετήσατε τα ρούχα σας στη ναφθαλίνη;
Οι βρύσες κλείνουν καλά;
Το μπάνιο σας στάζει;
Ο θερμοσίφωνας ζεσταίνει καλά το νερό;
Έχετε εφεδρεία ασφάλειες του ηλεκτρικού;
Γνωρίζετε τα τηλέφωνα της Πυροσβεστικής, του οικείου Αστυνομικού Τμήματος, της Ασφαλείας, της Αμέσου Δράσεως;
Πληρώσατε τον λογαριασμό του φωτός;
Του νερού;
Του Δήμου;
Την Τηλεφωνική;
Κλείσατε καλά το σπίτι σας;
Πήρατε μαζί σας τα κλειδιά;
Γνωρίζετε τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ως πολίτου σε μια ωργανωμένη κοινωνία;
Είσασταν Φαλαγγίτης ή Σκαπανεύς το 1936-40;
Υπηρετήσατε στην Αεράμυνα;
Που κατοικούσατε τον Δεκέμβριο του 1944;
Έχετε καταδικαστεί άλλοτε;
Είστε Φυγόδικος ή Φυγόποινος;
Έχετε κάνει εξορία;
Έχετε πάρει αναβολή λόγω υπηρετούντος αδελφού;
Είστε προστάτης;
Κάνατε αίτηση προς παροχή συντάξεως εκ του Δημοσίου;
Αποκηρύξατε μετά βδελυγμίας και αποτροπιασμού τας Βουλγαρικάς μεθόδους εισδύσεως εις Ελληνικόν Έδαφος;
Στα τεστ του Συμβουλίου Επιλογής Οπλιτών είσασταν καλός;
Απαντήσατε στις επτά από τις δέκα ερωτήσεις;
Η μία είταν: πού μένατε προ του 1947 και η άλλη: λάβατε μέρος στην Εθνική Αντίσταση κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής;
Γράμματα γνωρίζετε;
Υπογράψατε για την Κύπρο;
Μήπως είχατε πρώτα ροζ απολυτήριο Στρατού, το οποίο όμως, σας το άλλαξαν αργότερα;
Διοικητής σας ποιος ήταν στο Στρατό;
Είχατε Δ.Ε.Δ. ή Δ.Α.Δ.;
Υπηρετήσατε ως Αξιωματικός;
Έχετε διαβατήριο;
Βιβλιάριο ασθένειας;
Απολυτήριο Στρατού;
Πού μένετε;
Είστε Χριστιανός Ορθόδοξος;
Όνομα πατρός
Μητρός;
Ονομάζεστε;

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι”, Τεύχος 5, Νοέμβριος 1965, σελ. 87-88. Διατηρείται η ορθογραφία αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα.

Φοίβη Γιαννίση: Η ποίηση ξεκινά από την κούνια με το άκουσμα των τραγουδιών

Mοιράζεται σκέψεις της με αφορμή την έκδοση του «Goatsong»

Γιώργος Φλωράκης*

Φοίβη Γιαννίση: Η ποίηση μέσα από τη φωνή, το σώμα και τον χώρο. Η ποιήτρια μιλάει για τη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων της «Goatsong» από τις Fitzcarraldo Editions, έναν από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους αυτή τη στιγμή στη Βρετανία

H Φοίβη Γιαννίση είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ποιήτρια και αρχιτέκτονας. Στο έργο της διερευνά την ποιητική της φωνής, του σώματος και του χώρου συνδυάζοντας την αρχιτεκτονική (τόπος) με τη φωνή (βλ. προφορική καταγωγή της ποίησης, Ιλιάδα και Οδύσσεια) και το σώμα στην πρωταρχική του λειτουργία, τη λειτουργία της αναπνοής.

Σε μια εποχή που μας απασχολούν ανούσιες, ακατέργαστες και μεγαλόστομες δηλώσεις επί της ποίησης επειδή μόνο και μόνο εκφράζονται με προκλητικό τρόπο, η Φοίβη Γιαννίση μιλάει ελάχιστα. Μελετά όμως σε βάθος θεμελιώδη ζητήματα και γράφει με τέτοιον τρόπο ώστε η Αν Κάρσον να επιλέξει τα «Ομηρικά» ως το αγαπημένο της ποιητικό βιβλίο για το 2017.

Έχει γράψει οκτώ ποιητικές συλλογές, με τα «Ομηρικά» (Κέδρος, 2009), να έχουν κυκλοφορήσει στα γερμανικά («Homerika,» Reinecke und Voss, 2016, σε μετάφραση του Dirk Uwe Hansen) και στα αγγλικά («Homerica,» World Poetry Books, 2017, σε μετάφραση του Brian Sneeden. Το πιο πρόσφατο βιβλίο της Γιαννίση είναι το «Θέτις και Αηδών» (Καστανιώτης, 2022). Όσο για τις Fitzcarraldo Editions, επέλεξαν να ξεκινήσουν την εκδοτική τους πορεία στην ποίηση με το «Goatsong».

Η αφορμή της συζήτησής μας είναι η έκδοση από έναν από τους πιο σημαντικούς εκδοτικούς οίκους, τις Fitzcarraldo Editions, του «Goatsong», ενός θα έλεγε κανείς συγκεντρωτικού τόμου της ποίησής σας. Τι περιλαμβάνει το βιβλίο;

Το βιβλίο περιλαμβάνει τις  3 μεταφρασμένες συλλογές μου που έχουν ήδη εκδοθεί στην Αμερική: τα «Ομηρικά» (Κέδρος: 2009), «Homerica» (2017), από τον τότε νεοσύστατο οίκο World Poetry Books, το  «Cicada» που είναι μία επιλογή από τα βιβλία μου «Τέττιξ» (Γαβριηλίδης: 2012) και «Ραψωδία» (Gutenberg: 2016) και τέλος τη «Chimera», επιλογή από τη «Χίμαιρα» (Καστανιώτης: 2019), όλες σε μετάφραση Brian Sneeden. Οι New Directions είναι από τις πιο σημαντικές, έγκριτες εκδόσεις σύγχρονης και πειραματικής λογοτεχνίας αξιώσεων στην Αμερική, και το  «Cicada» και η «Chimera» βρέθηκαν στη βραχεία λίστα των μεγαλύτερων βραβείων τη χρονιά της έκδοσης τους, δηλαδή των εθνικών βραβείων μεταφρασμένης ποίησης (National Translation Awards), όπως και εκείνων του PEN.

Τι ακριβώς συμβαίνει στα «Ομηρικά»; Με ποιον τρόπο σας εμπνέει ο Όμηρος;

Στα «Ομηρικά» μιλάει μία γυναίκα σύγχρονη που, ανάλογα με την περίσταση, εναλλάσσει προσωπεία και φωνή με την Πηνελόπη, την Κίρκη, την λατρεμένη θεά Θέτιδα, τη Ναυσικά, τη Λευκοθέα, την Αφροδίτη, αλλά και τον Οδυσσέα, τον Πάτροκλο, τον Αχιλλέα, τον Ερμή και τον Ορφέα. Νοσταλγεί, πονά, δυσκολεύεται, αγαπά, μεγαλώνει παιδιά ερωτεύεται και κατανοεί τον εαυτό της μέσα από τον μύθο. Ο τόπος του Πηλίου όπου ζούσα όταν το έγραφα, και ζω ακόμη, μου έδινε τα πρόσωπα, τις ιστορίες και την ατμόσφαιρα της εμπειρίας. Ο Όμηρος, που διαβάζω και ξαναδιαβάζω, είναι ένα λαϊκό ποίημα, πηγή λέξεων και ουσιαστικής σχέσης με τον κόσμο. Οι μύθοι, ο ρυθμός και η προφορικότητα του έπους, με μία έννοια το τραγούδι, (για την ακρίβεια η ρυθμική εκφορά) ήταν πολύ σημαντικά στη σύνθεση των Ομηρικών.

Τι σήμαινε για εσάς το ότι η Αν Κάρσον συμπεριέλαβε τα «Ομηρικά» σε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασε το 2017;

Ήταν τεράστια χαρά και έκπληξη το ότι η Αnne Carson δήλωσε πως τα «Ομηρικά» ήταν ένα από τα καλύτερα βιβλία ποίησης που διάβασε το 2017. Το άλλο ήταν ο «Ρόδινος Φόβος» της Μαρίας Λαινά, κι έτσι ένιωσα διπλά τιμημένη. Η Κάρσον είναι ένα τεράστιο παράδειγμα λόγω της ειδικής της σχέσης με την αρχαιότητα που τη νιώθω πολύ κοντινή με τη δική μου. Μπαινοβγαίνει στην αρχαιοελληνική ποίηση και φιλολογία με παραδειγματική ελευθερία και πειραματίζεται «χιμαιρικά» (με τη δική μου ορολογία) σε υβρίδια ειδών ανάμεσα στη θεωρία και την ποίηση .

Το ποίημα «Τέττιξ» περιλαμβάνεται επίσης στο «Goatsong». Πρόκειται για ένα οπτικοακουστικό ποίημα, όπως έχετε σημειώσει. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό;

Από ένα σημείο και πέρα τα ποιητικά μου πρότζεκτ περιέχουν μαζί με την γραφή και την έρευνα πάνω σε ζητήματα ποιητικής. Το «Τέττιξ» (2012) συνέχιζε πάνω στις θερινές εμπειρίες του υπαίθριου χώρου που είχα μεταφέρει στα «Ομηρικά». Ήδη στο βιβλίο των «Ομηρικών» (2009) είχα διευρύνει τα μέσα, συμπεριλαμβάνοντας σε cd κάποιες ηχογραφήσεις των ποιημάτων in situ σε διάφορες περιοχές του Πηλίου. Ήθελα να περιέχεται στο βιβλίο ο ρυθμός του λόγου μαζί με την πολυφωνικότητα του χώρου, τον ειδικό ήχο της στιγμής που μετέφερε τη μοναδική ατμόσφαιρα τόπου, εποχής και ποιήματος. Όταν η Άννα Καφέτση με προσκάλεσε κατόπιν αυτού να κάνω μία μικρή ποιητική ηχητική εγκατάσταση στο ΕΜΣΤ, αποφάσισα να μπω στη διαδικασία να δω γιατί η αρχαιοελληνική γραμματεία (ο Πλάτων στον «Φαίδρο») αντιλαμβανόταν το τζιτζίκι ως μουσικό και ποιητικό ον υψηλότερο από το άνθρωπο. Πάντα ένιωθα πως ο θερινός ήχος των τζιτζικιών είναι απόλυτα συνδεδεμένος με την εκστατική χαρά και τη μεταμορφωτική της δύναμη. Έτσι διερεύνησα το τζιτζίκι συλλέγοντας αρχαιοελληνικά και γιαπωνέζικα κείμενα όπου ο Τέττιξ, εμφανίζεται ως υπηρέτης των Μουσών και αθάνατος, πειραχτήρι ή μελωδικός σύντροφος, αλλά και άλλα που μιλούν για τον βιολογικό κύκλο ζωής του, την μεταμόρφωση του σε ενήλικο ον με φτερά που τραγουδά ερωτικά.

Κατάλαβα πως η καρδιά της σημασίας του εντόμου για την ποίηση έγκειται στην μεταμόρφωση του. Έγραψα, μάζεψα εξωσκέλετα τζιτζικών, ηχογράφησα, αλλά προσέθεσα στον ήχο και το βίντεο, εικονογραφώντας μύθους και στίχους. Η εικονογράφηση αυτή ήταν άκρως τελετουργική. Σε κάποια πλάνα έβαζα κι έβγαζα από το στόμα ένα ζωντανό τζιτζικάκι -δεν το έφαγα- που πετούσε λαλώντας, διαμαρτυρόταν το καημένο, αλλά τι τα θες, έπεα πτερόεντα – σε άλλα φορούσα στο κεφάλι ένα καλάθι σαν φυλακισμένος τέττιγας ή τριζόνι. Έφτιαξα μία φορεσιά «εξωσκέλετον», τη «Συσκευή Από Στήθους Εκφώνησης» και οργάνωσα μία χορική πολυφωνική περφόρμανς με συμμετοχή φίλων ποιητών και εικαστικών. Εντέλει με όλα αυτά στήθηκε μία εγκατάσταση, σε επιμέλεια του Σταμάτη Σχιζάκη, όπου ο ήχος των τζιτζικιών με τα μεγάλα πλάνα από το βίντεο κυριαρχούσε στην χειμερινή αίθουσα, ενώ οι στίχοι και τα κείμενα κείτονταν σε χειρόγραφα βιβλία ή ακούγονταν σε ηχητικά αρχεία αν έβαζες το κεφάλι σου μέσα σε μεγάλα καλάθια. Ήταν κυριολεκτικά οπτικοακουστική εμπειρία με θεότητα το τζιτζίκι.

Τέλος, στη συλλογή των Fitzcarraldo Editions υπάρχει και η «Χίμαιρα». Θα θέλατε να μας πείτε δυο λόγια και γι’ αυτή την ποιητική συλλογή;

Η μεταμορφωτική ηχητική εμπειρία του τόπου, και η σχέση της ποίησης με ένα μη ανθρώπινο ον-τραγουδίστρια με πήγε στη συνέχεια αναγκαστικά σχεδόν στη λέξη «τραγωδία» (ωδή του τράγου) και στον ήχο των κατσικιών στην γεωγραφία. Ήθελα όμως τώρα να μιλήσω για την Ωδή της Αίγας, παρούσας παντού στο Αιγαίο, του θηλυκού γιδιού, που είναι και μάνα, γιατί εκεί μου φαινόταν πως θα σκαλίσω καλύτερα τη ρίζα της τραγωδίας, δηλαδή αυτού του δραματικού τραγουδιού που μιλάει για πόνο και κάθαρση. Η μεταμόρφωση που κράτησα από το «Τέττιξ» φέρνει ένα ον σε κατάσταση διπλή ή τριπλή, και η λέξη «Χίμαιρα» στα αρχαία ελληνικά ήταν εμβληματική γιατί σήμαινε θηλυκή αίγα και μυθικό ον πολλαπλό, «τρίμορφον θηρίον». Πήγα σε ένα μαντρί Βλάχων κτηνοτρόφων στο Καλαμάκι Λαρίσης να δω από κοντά τη σχέση ανθρώπων και ζώων και τις πρακτικές τους, και ήταν μία από τις πιο συγκλονιστικές εμπειρίες της ζωής μου. Οι Βλάχοι κτηνοτρόφοι ασκούν τον εποχιακό νομαδισμό, μία αρχαία πρακτική μετακίνησης ανάμεσα στα χειμαδιά, στον κάμπο τον χειμώνα, και τα ψηλά, στα όρη το καλοκαίρι, που δυστυχώς τελειώνει σήμερα οριστικά με την ευλογιά και τις μαζικές θανατώσεις χιλιάδων ζώων, γεγονός απίστευτα τραγικό.

Τώρα που το θέμα μου ήταν η ίδια η Χίμαιρα, δεν μπορούσε παρά το ποιητικό υλικό να δουλευτεί με πρακτική χιμαιρική, ανάμεσα στα είδη και τα μέσα, διαβάζοντας, ηχογραφώντας, βιντεοσκοπώντας, γράφοντας, αλλά κυρίως ούσα εκεί, με το σώμα και την ψυχή μου. Η Χίμαιρα με μεταμόρφωσε κυριολεκτικά κι ακόμα είμαι υπό την επήρεια της. Το έργο πήρε και εξακολουθεί και παίρνει πολλαπλές μορφές, πάλι ένα αναγνωστικό αντικείμενο «φορέσιμο», ένα δέρμα γίδας-περγαμηνή, την Αιγίδα, που έγραψα για να φορώ και να διαβάζω από αυτό, μία έκθεση στο Μουσείο Αγγελικής Χατζημιχάλη, (το 2015, με την Ίριδα Λυκουριώτη), και άλλη μία στην Πρώτη, Παντοτική και Τελευταία Μπιεννάλε του Ψηλορείτη σε επιμέλεια Σταμάτη Σχιζάκη, ηχητικά έργα και βίντεο, δεκάδες περφόρμανς (με την σκηνοθετική επιμέλεια της Ισαβέλλας Μαρτζοπούλου, μία από αυτές στη Νέα Υόρκη, και ανάμεσα σε όλα αυτά και ένα τυπωμένο βιβλίο, τη «Χίμαιρα», όσο μπορούσα πιο πολυφωνικό. Εξ ορισμού χιμαιρικό στην μορφή και στο είδος, γιατί η Χίμαιρα είναι ένα υλικό επιτέλεσης, υλικό Χίμαιρας, που ποτέ δεν αποκρυσταλλώνεται σε ένα μοναδικό και τελειωτικό σχηματισμό.

Πώς έγινε η μετάφραση; Από πόσο κοντά παρακολουθήσατε τη διαδικασία και τι σας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση κατά τη διαδικασία αυτή;

Ο μεταφραστής μου Brian Sneeden, ποιητής κι εκείνος, αγάπησε την ποίηση μου και ανέλαβε τρόπον τινά να γίνει ο πρεσβευτής της. Του χρωστώ ευγνωμοσύνη. Πολλές φορές διαφωνήσαμε, γιατί ο Brian, πάντα με απόλυτο σεβασμό, μου πρότεινε αλλαγές στις δομές των βιβλίων μου, κι έτσι η τελική κάθε φορά μορφή του μεταφρασμένου βιβλίου ήταν διαφορετική από εκείνη του ελληνικού, αποτέλεσμα όμως εντέλει της από κοινού συζήτησης και επεξεργασίας. Παρότι είχα μεγάλη αρχική αντίσταση σε αυτό, τώρα νιώθω πως ο Brian είναι ένα είδος επιμελητή του έργου μου στην ξένη («αυτήν που φιλοξενεί») γλώσσα και πως η μετάφραση είναι μία άλλη εκδοχή επιτέλεσης του «υλικού» του βιβλίου, προσαρμοσμένη στην ειδική συνθήκη της γλώσσας, του κοινού της, και της εκάστοτε εκδοτικής πολιτικής. Όσο προχωράει ο καιρός, νιώθω πως το υλικό της δικής μου ποίησης δεν μπορεί παρά να ρέει ανάμεσα στα είδη, τις περφόρμανς, τα μέσα, μακάρι και τις γλώσσες, σε παραλλαγές προσαρμοσμένες κάθε φορά στην περίσταση.

Υπάρχουν ποιητές παγκοσμίως που θα επιθυμούσαν διακαώς να βρεθούν στον κατάλογο των Fitzcarraldo Editions. Εσείς πώς βρεθήκατε στον κατάλογο ενός τόσο σημαντικού εκδοτικού οίκου;

Ήμουν τυχερή. Όταν η ποιήτρια Rachael Allen, ανέλαβε την επιμέλεια της ποίησης στον οίκο Fitzcarraldo Editions, (γιατί τα βιβλία ποίησης είναι εντελώς πρόσφατή τους σειρά) διάβασε τα τρία μου μεταφρασμένα βιβλία, τα αγάπησε και πίστεψε σε αυτά, κι έτσι πρότεινε να τα βγάλει σε έναν τόμο υπό μορφή τριλογίας, το «Goatsong». Μεγάλη διάκριση, γιατί το «Goatsong» ήταν αυτό που εγκαινίασε την σειρά μεταφρασμένης ποίησης του εμβληματικού αυτού οίκου.

Στα ελληνικά, ποιες ποιητικές σας συλλογές μπορούμε να βρούμε στο εμπόριο;

Tις «Θηλιές» (Νεφέλη, 2005), τη «Ραψωδία» (Gutenberg, 2016), μέρος της οποίας αποτελεί το «Cicada», τη «Χίμαιρα» (Καστανιώτης 2019), το «Θέτις και Αηδών»(Καστανιώτης 2021). Τα «Ομηρικά» έχουν εξαντληθεί, και το «Τέττιξ» πήγε για λιώσιμο μαζί με όλα τα άλλα του Γαβριηλίδη.

Έχετε σκεφτεί να κυκλοφορήσετε μια συγκεντρωτική έκδοση, αντίστοιχη με αυτή που κυκλοφορεί στα αγγλικά;

Θα ήταν ωραίο και θα χαιρόμουν. Αλλά τα πρακτικά ζητήματα με δυσκολεύουν πολύ.

Έχετε συναντήσει τον Επαμεινώνδα Γονατά και τον Μίλτο Σαχτούρη. Πόσο σας έχει επηρεάσει η θεωρητική προσέγγιση αλλά και η γραφή τους;

Γνώρισα πρώτα τον Νώντα, πολύ νέα, μαζί με τον Αριστείδη Αντονά, πατέρα των παιδιών μου, όταν φοιτητές ακόμη βγάζαμε με μία ομάδα φίλων το περιοδικό «Μαύρο Μουσείο», στο τέλος της δεκαετίας του 1980. Γίναμε φίλοι παρά την τεράστια διαφορά ηλικίας και συχνά τον βλέπαμε στην Κηφισιά στο διπλό του σπίτι ή σε λαϊκά ταβερνάκια της περιοχής. Η ταινία «Επισκέψεις στο σπίτι του Ε.Χ. Γονατά» (1996) που γύρισε η αγαπημένη μου φίλη και τρομερή κινηματογραφίστρια Εύα Στεφανή δείχνει ακριβώς το ύφος και την αξία των επισκέψεων. Ο Ε.Χ. Γονατάς, αξιοθαύμαστος γνώστης της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τρομερός αναγνώστης, λάτρης της ομορφιάς του βιβλίου, πάντα μας έδειχνε τα μικρά «διαμαντάκια» από τους αγαπημένους του «μινόρες» συγγραφείς, και μιλούσε με πάθος για αυτά ανοίγοντας κόσμους κατανόησης της τέχνης, διδάσκοντας την προσήλωση στο μη φανταχτερό, το παράξενο, το μικρό, το ελάχιστο, το μη δημοφιλές και γνωστό. Αλλά περισσότερο τον αγάπησα και διδάχτηκα από την προσωπικότητα του, την ανθρώπινη του υπόσταση, την σχέση του με τον κήπο και τα γατιά του, την εντελώς sui generis ζωή του, την τρυφερότητα του και την απόσταση του από τα μεγάλα φώτα της δημοσιότητας. Και… ήταν αστείος ο Νώντας.

Τον Μίλτο Σαχτούρη γνώρισα αργότερα την δεκαετία του 1990, όταν έβγαλα τα πρώτα μου βιβλία ποίησης, τους «Αχινούς» και το «Ραμαζάνι», σε αυτοεκδόσεις του Μαύρου Μουσείου, το 1993 και το 1996, με εξώφυλλα του Ζάφου Ξαγοράρη, και του τα έστειλα κατόπιν υποδείξεως του Νώντα. Η ποίηση του ήταν αποκάλυψη για μένα, με την συνειρμική της απλότητα, την μελαγχολία και τις ονειρικές της σκηνές. Ο Μίλτος ήταν τότε πολύ μεγάλος πλέον, δεν έβλεπε σχεδόν κανέναν, είχε αφιερώσει τη ζωή του στην ποίηση και την είχε χάσει στον τζόγο και στα άλογα. Οι δικές μου επισκέψεις στο σπίτι του της οδού Μηθύμνης με έθλιβαν για την τεράστια μοναξιά και τη φτώχεια του. Το αντίβαρο ήταν πως ο Μίλτος έμεινε για πάντα ένα μεγάλο παιδί, ένας απόλυτα αθώος άνθρωπος, και αυτό είναι το βάθος της ποίησης του, η τόσο ριζική αποκαλυπτική ανενδοίαστη παιδικότητα της.

Ποιες θα ορίζατε ως αφετηρίες της ποίησής σας;

Η ποίηση ξεκινά από την κούνια με το άκουσμα των τραγουδιών. Των τραγουδιών και της τραγουδιστής γλώσσας. Η μαμά μου στιχάκια μας έδινε σε απάντηση κάθε λέξης. Την Μεγάλη Παρασκευή στο σπίτι μας ξυπνάγαμε με τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου και τη φωνή του Μπιθικώτση, Μεγάλωσα με την εξαίσια μελοποιημένη ποίηση, είχαμε όλους τους δίσκους του Μίκη κι αργότερα του Χατζιδάκι και του Σαββόπουλου, ακούω πάντα τα ρεμπέτικα τραγούδια και τα λαϊκά του 1960 και του 1970 με τον διαμαντένιο στίχο και τον καθαρό ήχο του μπουζουκιού, και μου φουσκώνουν το στήθος. Αλλά έγραψα ποίηση με τις πρώτες αναγνώσεις των «Προσανατολισμών» του Ελύτη αλλά και των μεταφράσεων στα ελληνικά του Λόρκα που πήγαιναν μαζί με τις χαίνουσες συγκινήσεις της εφηβείας, και συνέχισα ρουφώντας την ελληνική γλώσσα σε όλες τις εποχές, τις διαλέκτους, τις γλώσσες, τις υβριδικότητες και μείξεις της, ακούγοντας τα ζωντανά λόγια όπου και να είμαι αλλά και διατρέχοντας τα λεξικά με τις λέξεις και τις ετυμολογίες, διαβάζοντας τα ποιήματα της Σαπφούς και την αρχαία λυρική ποίηση, τον Όμηρο, τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη και όλη την ελληνική πεζογραφία, τον Πλάτωνα, τα δημοτικά τραγούδια, τον Εγγονόπουλο, τον Εμπειρίκο, τη Μάτση, τον Σαχτούρη, τον Καβάφη, τον Ρίτσο, την κορυφαία όλων τελικά Μέλπω Αξιώτη που λατρεύω. Διάβασα ό,τι μπόρεσα από την δυτική μοντερνικότητα, με ιδιαίτερη αγάπη στην Μαρίνα Τσβετάγεβα και τον Ρίλκε, διάβασα και διαβάζω ποίηση από την Ιαπωνία και την Κορέα, με περιέργεια και ενθουσιασμό για την εξερεύνηση άλλων τρόπων και άλλων ζωών. Όμως μόνο η ποίηση στην δική μου γλώσσα με συγκινεί βαθιά και πραγματικά, τα υπόλοιπα τα αντιλαμβάνομαι διά του νοήματος αλλά όχι του πραγματικού αισθήματος της γλώσσας.

Και αφετηρίες συνολικά της πνευματικής σας υπόστασης;

Εκτός από τα παραπάνω, αφετηρίες της υπόστασης μου είναι ό,τι μέσα του βαφτίζομαι για να μπορώ να ζήσω, ο έρωτας και η αγάπη για πρόσωπα πολύτιμα και μοναδικά, τα παιδιά μου, η κολύμβηση στο θαλασσινό νερό, η θάλασσα, ο αέρας κι οι μυρωδιές του, τα ζώα, το περπάτημα, οι αρχαίοι τόποι με τη δύναμή τους, το ταξίδι, οι φίλες και οι φίλοι, οι κουβέντες, η μουσική, η ομορφιά. Και το χιούμορ. Είναι πολύ βαριά η ζωή χωρίς το χιούμορ.

Έχετε πολλές φορές αναφερθεί στο ζήτημα της σχέσης της Ποίησης με τον Χώρο και το Σώμα. Πώς ακριβώς εννοείτε τη σχέση αυτή;

Θεωρώ την ποίηση ένα είδος διαλόγου που έχει ξεκινήσει από ένα έξω, μία πνοή από τον χώρο, την συνολική ομορφιά του τόπου ή την λαλιά και την ύπαρξη ενός Άλλου που μεταμορφώνει, ενός Έξω από το εγώ που εισέρχεται ορμητικά και απαντιέται ξαναβγαίνοντας μηρυκασμένο. Είναι μνήμη; Είναι φαντασία πλασμένη από μνήμη; Είναι αίσθημα και αίσθηση; Πάντως είναι απόκριση. Το τραγούδι, δηλαδή το ποίημα είναι μία αναπνοή, άνεμος που μπαινοβγαίνει, ρυθμός, αυτό είναι η ποίηση, και για αυτό δεν μπορεί παρά να είναι σωματική.

Από την ιδέα αυτή προκύπτει και η σχέση σας με την performance;

Ίσως, αφού ξεκίνησα να μιλάω για μηρυκασμό να συνεχίσω έτσι: Μηρυκάζω τα λόγια και για αυτό πρέπει να τα φτύσω έξω και να τα ξαναφάω. Αυτό όμως το έξω τα εμπλουτίζει, είναι η επαφή μου με τα άλλα όντα γύρω μου, χωρίς αυτά τι να την κάνεις την ποίηση, είναι ζωντανό ον η ποίηση και χρειάζεται τις άλλες παρουσίες γύρω της.
Σχετικό Άρθρο

Σκέφτομαι ότι το να γράφει κανείς ποίηση είναι μια μοναχική διαδικασία ενώ η performance απαιτεί την ύπαρξη του Άλλου για να λειτουργήσει. Πρόκειται για τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος ή πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα;

Οπωσδήποτε δύο πλευρές του ιδίου νομίσματος. Ο δάσκαλός μου ακαδημαϊκός και ποιητής Jesper Svenbro απαντά το ερώτημα με τον μύθο του βοσκού Κεράμβου που επειδή αρνήθηκε να κατέβει μία χρονιά με το κοπάδι του από τα θερινά ύψη στα χειμαδιά τιμωρήθηκε και έχασε τους δρόμους, τα πρόβατα του αφανίστηκαν, και οι θεοί τον μεταμόρφωσαν σε έντομο με μορφή λύρας. Τιμωρήθηκε ο Κέραμβος γιατί αρνήθηκε να πάει στην κοινότητα τους καρπούς του μοναχικού του έργου – τα ζωντανά του. Υπάρχει καιρός του σπείρειν και καιρός του θερίζειν, και το θερίζειν είναι η ένταξη του ζωντανού λόγου σε μία κοινότητα που τον προσλαμβάνει, διαλέγεται και είναι παρούσα. Για μένα, εκτός από τις ακροάτριες και αναγνώστριες στις κατά καιρούς περφόρμανς και αναγνώσεις, τέτοια καθημερινή κοινότητα είναι οι φοιτήτριες και φοιτητές μου: η τριβή μαζί τους, οι συνομιλίες και οι ανταλλαγές, μου δίνουν μεγάλη χαρά και με ανανεώνουν.

Είστε Αρχιτέκτων και διδάσκετε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στον Βόλο. Ποια είναι για εσάς η σχέση ανάμεσα στην Ποίηση και την Αρχιτεκτονική;

Πολύ θεμελιώδης εντέλει. Όπως βλέπετε ο χώρος είναι για μένα κυρίαρχος στην ποίηση, είναι το πολλαπλό της υποκείμενο, γιατί ο τόπος είναι εξ ορισμού πολυφωνικός και η πολυφωνικότητα είναι ένα προσωπικό ποιητικό στοίχημα. Ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι τον χώρο έχει να κάνει με την αρχιτεκτονική μου παιδεία, αλλά και με την διδασκαλία μου στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, και βοηθάει στο να στηθούν αναλογίες με την πράξη της ποίησης. Η είσοδος και η κίνηση στον χώρο, καθοριστική στην αρχιτεκτονική, είναι η κίνηση εντός του ποιήματος, ο ρυθμός είναι μουσική επανάληψη χωρική και χρονική. Κι ύστερα η αρχιτεκτονική συνθέτει δημιουργώντας δομές, και οι δομές με βοηθούν να σκεφτώ τις τελικές μορφές των βιβλίων μου, των ποιημάτων και των αναγνωστικών αντικειμένων που κατασκευάζω. Άλλοτε, όπως πιο πρόσφατα στο «Θέτις και Αηδών», ή παλιότερα στο «Τέττιξ», κατασκευάζω ολόκληρο το βιβλίο οπτικά σε σαλόνια, ανοιχτά δισέλιδα. Η διαμεσικότητα, καταστατική σε ό,τι φτιάχνω, είναι κομμάτι της αρχιτεκτονικής: η αρχιτεκτονική φιλοξενεί το ζωντανό σώμα, κι έτσι είναι δομή, χώρος, χρόνος, εικόνα, διάρκεια, μορφή, μουσική. Τέλος η αρχιτεκτονική μου παιδεία με βοήθησε να κατανοήσω πώς η υλικότητα και η μορφή καθορίζονται από την ανάγκη. Έτσι και η ποίηση βρίσκεται κάθε φορά αλλιώς καθώς γεννιέται, διαφορετικά είναι νεκρή φόρμα. Ορίστε, κατέληξα να γράφω ύμνο στην αρχιτεκτονική, ενώ νόμισα πως την άφησα για την ποίηση.

Σε τι σκέψεις σας έχει οδηγήσει η έκδοση του «Goatsong» από τις Fitzcarraldo Editions και τι σχεδιάζετε για το επόμενο διάστημα;

Με βοήθησε να αποδεχθώ κάπως τον τρόπο μου, που συνεχώς μου ξεφεύγει. Είμαι ανυπόμονη γιατί έχω ήδη ολοκληρώσει και περιμένω να βγει ένα επόμενο βιβλίο, το «Πέλαγος. Έλεγοι και Επιγράμματα». Είναι φτιαγμένο από αποσπάσματα που διαδέχονται το ένα το άλλο, σαν κύματα. Και αποτελεί μέρος από το υλικό ενός μεγαλύτερου πρότζεκτ που ακόμα δεν έχω βρει την υπόλοιπη μορφή του. Περιμένω με χαρά ακόμα να βγει και το «Αιγαίου 7. Προς μία αρχιτεκτονική της επιτέλεσης», ένα ιδιαίτερο βιβλίο ανάμεσα στην θεωρία και την ποίηση, που έχω γράψει μαζί με τον Ζήση Κοτιώνη για το σπίτι μας και την αγαπημένη γειτονιά μας, τον παραθαλάσσιο προσφυγικό Συνοικισμό της Αγριάς, στα περίχωρα του Βόλου. Έχω ήδη στα σκαριά καναδυό ποιητικά έργα ακόμα, και θέλω να μπω να ξαναφτιάξω χειροποίητα βιβλία, να βρω την ποίηση στην υλικότητα, όπως έκανα στο «Τέττιξ», στην «Αιγίδα», και το «Θέτις και Αηδών». Αλλά τώρα, πριν μερικές μέρες επισκέφτηκα το μαντρί μετά από χρόνια, και τρελαίνομαι να ξαναπάω, δεν ξέρω ακόμα ακριβώς γιατί. Θα επιθυμούσα τέλος να μπορούσε το έργο μου να γίνει μουσική – αλλά αυτό δεν εξαρτάται από μένα. Ίσως ζωντανή παράσταση. Και άλλα πολλά. Αν δεν με παρασύρει η ζωή, ή η θάλασσα και τα μπάνια, όπως συνήθως γίνεται, και τα ξεχάσω όλα.

-Να κολυμπήσω ή να γράψω;
-Να κολυμπήσω.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.athensvoice.gr/politismos/vivlio/954314/foivi-giannisi-i-poiisi-xekina-apo-tin-kounia-me-to-akousma-ton-tragoudion/?fbclid=IwY2xjawRBRYBleHRuA2FlbQIxMABicmlkETFlbHpEUXAybnVNNUtEYVNFc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHl258Mm9wUvZGCVy4uB5-TfDXNGu7NurtmUbi-CgObWinEYyCBzGXw7nsyHi_aem_Da-S364xcHlDi94VQxy-WQ

Μαρία Κασσιανή Σ. Πανούτσου, Τρία ποιήματα

η γυναίκα του Λωτ μαρμάρωσε το παρελθόν

Δεν γυρνώ πίσω το κεφάλι.
Ξέρω πως, αν γυρίσω,
θα μαρμαρώσω το παρελθόν.

Ή θα ξεχάσω όλους του γένους
Τους δασκάλους, που σχεδόν
χωρίς αποτέλεσμα
δίδαξαν τον άνθρωπο.

Φτου, και πάλι φτου,
σε ό,τι και να κάνω,

Αφού ποτέ δεν θα χαρώ την κορμοστασιά του
Οδυσσέα· όχι του θαλασσόπνιχτου,
μα εκείνου του μπαρουτοφορτωμένου.

Αχ, φτου και πάλι φτου\
σε όλους τους δασκάλους του γένους.
Δεν μπόρεσαν να θυσιάσουν
ούτε έναν λεπτό από τη σύντομη ζωή τους
για να κάψουν όλα τα βιβλία του κόσμου.

Επιτέλους είθε όλα
να ξεκινούν από το σημείο μηδέν.
Αχ, αχ…
φτου και πάλι φτου σας.

*

Το τσίρκο

Α
Ω, Οδυσσέα,
εσύ, ο πιο ανθρώπινος από όλους τους ήρωες,
κυματίζεις στο μυαλό μου,
πιότερο για το τέλος του ταξιδιού σου.
Ο Καβάφης σε ερμήνευσε καλά:
Το ταξίδι είναι η ζωή,
η κάθε ζωή,
και μόνο η ζωή.
Όλα τ’ άλλα είναι μια τσουλήθρα στον χρόνο.

Β
Ελάτε να δείτε τον Οδυσσέα,
ελάτε να δείτε, κόσμε, τον ήρωα Οδυσσέα.
Μην στριμώχνεστε,
όλοι θα μπείτε.
Βγάλτε το εισιτήριό σας
και ελάτε να ταξιδεύσουμε μαζί
στις περιπέτειες του Οδυσσέα.

Γ
Άκουγα τον ντελάλη και ξύπνησα.
Κοιμόμουν ανήσυχη,
ωσάν να
είχα διαπράξει ένα έγκλημα
σε προηγούμενη ζωή.
Έξω ήταν ακόμη νύχτα.
Χουχούλιασα και έκλεισα τα μάτια.
Σκεφτόμουν τον Οδυσσέα, νέο…
αιχμάλωτο…μόνο…
και ο Οδυσσέας μπορούσε να πεθάνει.
Ο Οδυσσέας πέθανε.

*

Δηλαδή εσύ είσαι εκτός,
έξω από την ζωή μου;

Αφιερωμένο

Δηλαδή εσύ είσαι εκτός,
έξω από τη ζωή μου;
-Κάποτε μου ψιθύρισες.

Όχι δεν είμαι.
-Σου τραγούδησα.

Όταν δεν θα υπάρχω πια,
θα λένε: «υπήρχε κάποτε…»
Για σκέψου, θα λένε για μένα
πως υπήρχα κάποτε.

Τι με κρατάει όρθια
ακόμη
είναι που σε αγάπησα,
που σε συνάντησα
Που σ’ αγαπώ
και για τον χρόνο αυτόν,
τον άδηλον,
ήμουν και είμαι
συνοδοιπόρος στ’ όνειρο.
Και πώς μπορώ ακόμη
να πονάω για σένα,
και να είμαι εντός της ζωής σου,
σε κάθε σου βλέμμα,
σε κάθε σου ήχο,
σε κάθε σου φόβο.
Σε κάθε σου ανάσα.

Όμως για να γίνει αυτό
όλα τα μωβ χρώματα
θα τα ξεριζώσω.
Πρέπει να μάθω μόνη μου
από την αρχή την αγάπη.
Για σένα μόνο.

Και νόμιζα πως με τον μύθο
την είχα στην τσέπη μου.
Μα όχι ξεγλίστρησε βουβά
και με παράτησε άκαιρη.

Μα τώρα ξέρω
και είναι σωστό
να κάνω μια ευχή,
μια προσευχή,
και μια νέα αρχή.

Viroqua Daniels, The Universal Strike / Η Οικουμενική Απεργία

Strike, workers, strike! Embrace all trades, all lands!
Your lowly place, Old System’s rotten bands.
Invite you change for one wherein you find
No stunting force for body or for mind.

Strike, workers, strike! Aye, aye! for FREEDOM first!
You MUST succeed if slav’ry’s chains, accurst,
You batter off and fling them rattling down.
Care not a straw for Power’s appeal or frown!

Strike, workers, strike Authority’s death blow!
His shams, and strength, and weakness boldly show;
His double face, his gross hypocrisy;
The blackness of “Blue Aristocracy!”

Strike, workers, strike! Aged Might’s histr’onic mask
Presume to rend! Though graceless be the task,
His tinsel strip, and hiss him from the stage,
And bravely dare his bluffing, bawling rage!

Strike, workers, strike against “the powers that be”!
With “ropes of sand” they bind you merrily.
‘Tis you, I say, can make them fall apart;
With FREEDOM’s balm, cure ev’ry chafing’s smart.

Strike, workers, strike! Not with a beastly lunge!
Prepare all crafts to make the fateful plunge!
Your backs to ghosts; they from the past are staiking!
Like freed men act! Away with sullen balking!

Strike, workers, strike! With purposeful intent!
Consult YOURSELVES! Let not your WILLS be bent
By dominance of bosses or of leaders!
They’re proven, all, a host of shameless bleeders.

Strike workers, strike for more than meagre wage,
Which may, the while, your stagnant lifeblood gauge;
A pittance, Might, reluctantly gives o’er,
Still driving you to multiply his store.

Strike, workers, strike for more than lessened hours
Of toil! Your rights? Full use of all your powers!
Your pay? THE EARTH! Ignore your one time masters!
Accept from them no promises, no plasters!

Strike, workers, strike! Then Poverty no more
On your advance shall slam and bar the door.
But name the hour, and, presto! ev’ry man,
Outcast, before, tears off the hated ban.

Strike, workers, strike! The Order of today
Is stale with age and foul with swift decay.
Will you still bow to worship ancestry,
When choice you have ‘twixt Freedom, Tyranny?

Strike, workers, strike! If “might makes right,”—
why, see!–
There is no power that can more mighty be
Than chainless men self-consciously advancing.
Oh! blissful truth! Is fiction more entrancing?

Strike, workers, strike! The world, if you but say it,
Is all your own. Use Custom but to flay it!
What can resist your free cooperation?
The Past is dead;–then welcome Innovation!

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Αγκαλιάστε όλα τα επαγγέλματα, όλες τις χώρες!
Την ταπεινή σας θέση, τα σάπια δεσμά του Παλαιού Συστήματος.
Σας καλούμε να την ανταλλάξετε με μια άλλη, όπου δεν θα βρείτε
καμία δύναμη που να περιορίζει το σώμα ή το πνεύμα.

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Μάλιστα, μάλιστα! Πρώτα η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!
ΠΡΕΠΕΙ να πετύχετε, αν τις αλυσοδεμένες, καταραμένες αλυσίδες της σκλαβιάς,
τις σπάσετε και τις πετάξετε κάτω με θόρυβο.
Μην δίνετε δεκάρα για τις εκκλήσεις ή τα κατσούφια της Εξουσίας!

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Δώστε το θανάσιμο πλήγμα στην εξουσία!
Αποκαλύψτε με θάρρος τα ψεύτικα προσχήματα, τη δύναμη και την αδυναμία της·
τη διπροσωπία της, την κατάφωρη υποκρισία της·
τη μαυρίλα της «Γαλάζιας Αριστοκρατίας»!

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Τολμήστε να ρίξετε τη θεατρική μάσκα του Γερασμένου Ηγεμόνα!
Αν και άχαρη είναι η εργασία,
Σκίστε τα ψεύτικα στολίδια του και αποδιώξτε τον από τη σκηνή,
Και αντιμετωπίστε με θάρρος την μπλόφα και την οργισμένη φωνή του!

Απεργήστε, εργάτες, ενάντια στις «κατεστημένες δυνάμεις»!
Με «σχοινιά από άμμο» σας δένουν αμέριμνα.
Εσείς, λέω, μπορείτε να τα διαλύσετε·
Με το βάλσαμο της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, γιατρέψτε κάθε πόνο από το τρίψιμο.

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Όχι με βίαιη ορμή!
Ετοιμάστε όλα τα σκάφη για τη μοιραία βουτιά!
Γυρίστε την πλάτη στα φαντάσματα· αυτά από το παρελθόν σας καταδιώκουν!
Φερθείτε σαν ελεύθεροι άνθρωποι! Φύγετε μακριά από τη σκυθρωπή απροθυμία!

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Με αποφασιστικότητα!
Συμβουλευτείτε τον εαυτό σας! Μην αφήσετε τη θέλησή σας να υποκύψει
στην κυριαρχία των αφεντικών ή των ηγετών!
Όλοι τους έχουν αποδειχθεί μια ομάδα ξεδιάντροπων εκμεταλλευτών.

Απεργήστε, εργάτες, για κάτι περισσότερο από έναν πενιχρό μισθό,
Που, εν τω μεταξύ, μπορεί να μετράει τη στάσιμη ζωή σας·
Ένα ψίχουλο που ο Δυνατός, απρόθυμα, σας παραχωρεί,
Συνεχίζοντας να σας ωθεί να πολλαπλασιάζετε τα αποθέματά του.

Απεργήστε, εργάτες, για κάτι περισσότερο από λιγότερες ώρες
εργασίας! Τα δικαιώματά σας; Η πλήρης αξιοποίηση όλων των δυνάμεών σας!
Ο μισθός σας; Η ΓΗ! Αγνοήστε τους πρώην αφέντες σας!
Μην δέχεστε απ’ αυτούς ούτε υποσχέσεις ούτε μπαλώματα!

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Τότε η φτώχεια
θα κλείσει με δύναμη την πόρτα μπροστά σας.
Αλλά πείτε την ώρα, και, αμέσως! κάθε άνθρωπος,
που πριν ήταν απόβλητος, θα πετάξει το μισητό στίγμα.

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Η τάξη των πραγμάτων σήμερα
Είναι παρωχημένη και σαπίζει γρήγορα.
Θα συνεχίσετε να υποκλίνεστε και να λατρεύετε τους προγόνους,
Όταν έχετε να διαλέξετε ανάμεσα στην Ελευθερία και την Τυραννία;

Απεργήστε, εργάτες! Αν «η δύναμη γεννά το δίκαιο», — τότε κοιτάξτε! —
Δεν υπάρχει πιο ισχυρή δύναμη
από τους ελεύθερους ανθρώπους που προχωρούν με αυτοπεποίθηση.
Ω! ευτυχισμένη αλήθεια! Μήπως η μυθοπλασία είναι πιο γοητευτική;

Απεργήστε, εργάτες, απεργήστε! Ο κόσμος, αν το πείτε,
είναι δικός σας. Χρησιμοποιήστε την παράδοση μόνο για να την ξεσκίσετε!
Τι μπορεί να αντισταθεί στην ελεύθερη συνεργασία σας;
Το παρελθόν είναι νεκρό· – τότε καλωσορίστε την καινοτομία!

*Το ποίημα δημοσιεύεται εδώ: https://tomgoyens.substack.com/p/voices-from-the-past-three-poems?utm_source=post-email-title&publication_id=1269692&post_id=156250967&utm_campaign=email-post-title&isFreemail=true&r=2bljus&triedRedirect=true&utm_medium=email

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Νανά Ησαΐα (1934-2003), Τρία ποιήματα

ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ

Τόση σαφήνεια από σκοτάδι και φως
Στο πρόσωπό σου αντικατοπτρίζεται αυτής της ημέρας η νύχτα
Τα σκαιά από κρύσταλλο μάτια σου
Δεν αποκρυπτογραφούν την αλήθεια.
Ειλικρινά δεν μου αρέσει ο τρόπος που βλέπεις την ζωή
Εγώ είμαι απλή.
Δεν έχω καμιά σχέση με τη διπλή ζωή σου.
Για μένα η νύχτα δεν είναι μέρα ποτέ
Ούτε η μέρα νύχτα.
Στην ζωή επιστρέφω φως.
Για το θάνατο υπάρχω μόνο τη νύχτα.

*

ΚΛΑΙΓΟΝΤΑΣ

Γιατί κλαίω;
Ένας απλός στίχος.
Νύχτα 15 Δεκεμβρίου 1979.
Από το πεδίο της όρασής μου
Περνάει ο καιρός.
Από τη σελήνη ο ουρανός
Από τη λεωφόρο
Περνούν τα αυτοκίνητα
Ρευστά φώτα
Πραγματικά κλαίω;
Το πεδίο της διαίσθησής μου είναι νεκρό.
Δεν με διεκδικεί ούτε το πρόσωπό μου
Κι ακόμα λιγότερο εσύ προσωπείο
Κάθε μου εραστή
Απέκτησα το ίδιο κενό
Πίσω από τον εαυτό μου.

*

ΥΠΟΤΕΛΕΙΑ

Ζω σ΄ ένα κρυστάλλινο ίλιγγο.
Νεκρό είναι το τρένο.
Ενώ φεύγει ο σταθμός.
Ο χρόνος είναι στατικός.
Κι ενώ κι εγώ φεύγω και εγώ.
Προς την απομάκρυνση.
Στο φως ενός πολύεδρου ήλιου.
Όπως σε όλες τις όψεις του αλλάζουν όλες οι λάμψεις.
Στην άπειρα αυτή αποσιωπητική στιγμή.
Μιας ιστορίας κρυστάλλινης.
Μιας οριστικής υποτέλειας.

Ada Limón, Instructions on Not Giving Up / Οδηγίες για να μην τα παρατάς

More than the fuchsia funnels breaking out
of the crabapple tree, more than the neighbor’s
almost obscene display of cherry limbs shoving
their cotton candy-colored blossoms to the slate
sky of Spring rains, it’s the greening of the trees
that really gets to me. When all the shock of white
and taffy, the world’s baubles and trinkets, leave
the pavement strewn with the confetti of aftermath,
the leaves come. Patient, plodding, a green skin
growing over whatever winter did to us, a return
to the strange idea of continuous living despite
the mess of us, the hurt, the empty. Fine then,
I’ll take it, the tree seems to say, a new slick leaf
unfurling like a fist to an open palm, I’ll take it all.

Περισσότερο κι από τις φούξια καμπάνες που ξεπροβάλλουν
απ’ την αγριομηλιά, περισσότερο κι από το σχεδόν
σκανδαλώδες θέαμα της κερασιάς του γείτονα, με τα κλαδιά της
να σπρώχνουν τα άνθη τους, σαν ροζ σύννεφα ζαχαρωμένου βαμβακιού,
προς τον μολυβένιο ουρανό των ανοιξιάτικων βροχών,
είναι το πρασίνισμα των δέντρων που με συγκλονίζει. Όταν η εκθαμβωτική έκρηξη
του λευκού και του ροζ, τα στολίδια και τα μπιχλιμπίδια του κόσμου,
έχουν πια σκορπίσει πάνω στα πεζοδρόμια σαν κομφετί μετά τη γιορτή,
τότε έρχονται τα φύλλα. Υπομονετικά, αθόρυβα, επίμονα,
ένα πράσινο δέρμα απλώνεται πάνω σε ό,τι μας έκανε ο χειμώνας,
μια επιστροφή στην παράξενη ιδέα πως η ζωή συνεχίζεται αδιάκοπα,
παρά την ακαταστασία μας, παρά τον πόνο, παρά το κενό. Εντάξει λοιπόν,
θα το πάρω κι αυτό, μοιάζει να λέει το δέντρο, καθώς ένα καινούργιο,
στιλπνό φύλλο ξεδιπλώνεται, σαν γροθιά που ανοίγει αργά σε παλάμη.
Θα τα δεχτώ όλα.

*Από τη συλλογή “The Carrying”, Milkweed Editions, 2018). Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Β. Μακρής, Δύο ποιήματα

ΑΛΛΟΤΕ

κι ας ήταν τ’ όνειρο πικρό
σαν το σπασμένο γέλιο στον κήπο
και σαν το κυνηγητό των άγριων παιδιών
και σαν την πρόσοψη που χάνεται
γλιστράει και δεν έχεις πού να κρατηθείς.
Θα ήθελα να ζήσω τη ζωή για τη ζωή
άλλοτε
στην ίδια νύχτα με το φεγγάρι και με τη λεμονάδα
κι ας ήταν τα φώτα πικρά
σαν τα κόκκινα σκουλαρίκια σου όταν φεύγεις
ή όταν φεύγω.
Θα ήθελα να πεθάνω το θάνατο για το θάνατο
άλλοτε
φωνάζοντας τα μαύρα κύματα και χτυπώντας τη σημαία
κι ας ήταν το σκοτάδι πικρό σαν τσάι
και σαν σπασμένη λόγxη
σαν μάσκα αδειανή και σαν πνιγμένο πουλί.
Τώρα
τη νύxτα αυτή δεν μπορώ να μιλήσω
για επιθυμίες.
Όταν κοιμάμαι ιδρώνω και βλέπω να περνάει
μια σεβαστή κυρία κρατώντας ένα πηρούνι
έναν εσταυρωμένο, ένα μανιτάρι και λέει:
«Εγώ ειμί», και γελάει για να φοβηθώ.
Τη νύxτα αυτή περπατάω με το στόμα ανοιχτό.
Ο θάνατος στην κάθε ώρα της ζωής
και συ στην κάθε ώρα του θανάτου.
Αχ! κάποια μέρα θά ‘ρθει που τα κόκκινα σκουλαρίκια
ποτισμένα στα άνοστα φώτα που ρουφάν το άνοστο σκοτάδι
θά ‘ναι για μένα άνοστα άνοστα άνοστα
σαν το τίποτα…

*

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ III

Ελάχιστος κόσμος, επικρατεί νέκρα που μάταια
προσπαθεί να καλύψει η άγονη τούτη μουσικὴ
κι αυτὸ το λικὲρ κακής ποιότητας
γεμίζοντας το δωμάτιο με ψεύτικα γέλια.
Τα ετοιμοθάνατα τούτα γκαρσόνια
φέρνουν στις φλέβες τους μια δηλητηριασμένη άνοιξη
και στις τσέπες τους μικρὰ κατάστιχα
και πένθιμα ρινόμακτρα.
Αχ! Που ναι η μικρὴ ανθισμένη λεπτομέρεια
που θα φέρει τον αέρα μέσα σ’ αυτὴ την πρώτη εντὺπωση
της ποθητής επιστροφής.
Χάσαμε την ψυχή μας στους συνωστισμούς.

*Από το βιβλίο “Γιώργος Β. Μακρής, Γραπτά”, εκδόσεις της Εστίας (1986). Εισαγωγικό σημείωμα – Σημειώσεις – Επιμέλεια: Ε. Χ. Γονατάς.

Ιωάννα Ξυλόσομπα, Δύο ποιήματα

ο Σίσυφος του Ιουλίου

Ήταν ένα καλοκαίρι ξύλινο.

Οι πέτρες ονειρευόντουσαν
πως είναι ψάρια

Τα σύννεφα χασκογελούσανε
πίσω από τα γυαλιά τους

και το νερό,
όσο στέγνωνες τα μαλλιά σου
έλαμπε

κι εγώ όσο το έπινα
τόσο διψούσα.

*

ξεφλουδίζοντας περιστέρια

Ξεφλουδίζοντας περιστέρια
πέρασε η μέρα μου
όμορφα όμορφα
σα παιδούλα δεκαεφτά χρονών
φτιάχνοντας γλυπτά–δολοφόνους
ανάμεσα στα πόδια μου.

Όταν σε έδενα
ήμασταν κι οι δυο αειθαλείς.
Όταν με έδενες
σκυλιά μου χάριζαν κι άλλο
πριόνι

*Από τη συλλογή “Τριανταεπτά Γεωπονικά Μυστικά για την Καλλιέργεια της Βερυκοκιάς”, Εκδόσεις Κακός Βηξ, Μάης 2025.