Serena Mayer, New Histories

….open the world and what

weakens and sickens

……money at the expense of
…
to say that is the ability

rough the devious

…ordinary life
.
…….flat where he was attacked
.
..narrators who were decent

…..of threshold space

rough gold and bone

…..the city is as magical
..of a ritual killing

..building design or corporate

….operate, beyond

places built out of difference

………to describe this.

….break that pattern,

include temporary spaces

……slightly the ordinary spatial

..shaping how

………outside the circle

…….indicting anyone

familiar about the street

…part of the story of being

*Serena Mayer studied anthropology and social geography. She is interested in hidden texts and forgotten or discarded language. Her writing has previously appeared in Nutshell, Electric Zone and X-Peri.

Νέες ιστορίες

… ανοίξτε τον κόσμο και ό,τι
αδυνατεί και αρρωσταίνει
…χρήματα σε βάρος των
…δηλαδή αυτή είναι η ικανότητα

σκλήρυνε τη δόλια
…συνηθισμένη ζωή
…απερίφραστος εκεί όπου δέχτηκε επίθεση
…αφηγητές που ήταν αξιοπρεπείς

…στο μέρος του θησαυρού
σκληρός χρυσός και οστά
…η πόλη είναι τόσο μαγική
…σαν τελετουργική δολοφονία

…οικονομοτεχνικός ή εταιρικός σχεδιασμός.
…λειτουργεί, πέρα από
τόποι χτίζονται χωρίς διαφορά
… για να το περιγράψω.

…σπάσε αυτό το μοτίβο
συμπεριέλαβε προσωρινούς χώρους
…ελαφρώς το συνηθισμένο χώρο
…μορφοποιώντας το πώς

…έξω από τον κύκλο
…εγκαλώντας όλους
γνωρίζω τον δρόμο
…μέρος της ιστορίας της ύπαρξης

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Advertisements

Μαργιάννα Χύμου και Έλενα Νικολακοπούλου

Λευκός καμβάς
πινέλα σκονισμένα
χέρια κομμένα από τη ρίζα
καρφώνουν τη σχεδία της εικόνας σου.
Παράδοςο να είσαι εσύ.

Κάθε πρωί
σκαλίζεις στα γρήγορα στο πρόσωπό σου
μάτια γινωμένα που κρέμονται
έτοιμα να πέσουν
χείλη μισάνοιχτα
τι ήταν αυτό που ήθελες να πεις
πριν σου σωθούν οι σφαίρες;
Τι ήταν αυτό που το σώμα σου έλιωσε αντί για υπογραφή;
Μια χαμένη ανάσα η κραυγή για χρόνο.
Σωπαίνει στο θέαμα, δεν ακούγεται.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “τσακμάκι”, τεύχος 07, άνοιξηκαλοκαίριφθινόπωρο 2017.

οι νικολακόπουλοι

είμαι εγώ αυτό το άλλο
με επίθετο κενό;
… σαν την κενή σελίδα
που έχω μπροστά μου;
μπορεί, αλλά νομίζω πως οχι.

Το όνομα φίλε μου,
μόνο κενό δεν είναι.
Βαφτίζει σελίδες
και στην αγιοσύνη του σε παραπλανά.

έχω κολλήσει λίγο…

Φοβάσαι πως στο βάλτο που μας φύτεψαν
δεν υπάρχουν πατημασιές.

αυτός ο βάλτος είναι
η προσωπική μου ήττα,
στενά δεμένη στην κανονικότητα,
με ρουφά μέσα του
και εγώ κάνω πως
κοιτώ αλλού.

Μα οι σκιές των ονομάτων
κρύβονται στο χρώμα του λόγου.
Όσα μάτια κι αν άλλαξα,
ποτέ δε βρήκα τη σύνταξη
και τη γραμματική της εξουσίας.

Επιμένεις σε ένα όνομα,
μήπως επίθετο να πω;
που δεν έχει καμιά αξία.
Ίσως γι’ αυτό και να σημαίνει
τόσα πολλά μέσα μου.

Δεν ξέρω τι σημαίνει, τι.
Η πιο σημαντική επί-θεση
είναι η αναγνώριση που έπεται της γέννησης.
Το αποδεικτικό ότι ανήκεις κάπου.
Μονάχα η ανάσα μου,
το κλάμα μου,
επανέρχονται
για να μαρτυρήσουν την ανώνυμη θυσία.

Δεν έχω “μέσα” να ανατρέξω
ούτε άλλες λέξεις
για να περιγράψω το παράδοξο.
Δε βρίσκω σώμα στη σκιά της ύβρεως
κι απ’ το φόβο απλώς βαβίζω
μπαμπαμπα
προστάτεψέ με
pater familia αγκάλιασέ με
κι εγώ ως αντάλλαγμα
θα τιμώ το όνομά σου.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “τσακμάκι”, τεύχος 07, άνοιξηκαλοκαίριφθινόπωρο 2017.

δεκ7 – Ερωτικό

Περπατάμε
στο μεγάλο κήπο μας.
Ο ένας τον άλλο ακουμπάμε
με ερεθίζουν τα φιλιά μας
ντρέπομαι όμως να του πω `’αγάπη μου `’

Και για πρώτη φορά στις ζωές μας δε μας νοιάζει που πάμε
δεν βιαζόμαστε να χαμογελάμε
ληγμένα θεολογικά ερωτήματα αναδύονται στο φιλί
με εμάς θεούς μα και απόλυτα υπόδουλους. σε τι;

στα ένστικτα μας σαν τα ζώα
σε βαθμό που θα έπρεπε να αναρωτιόμαστε γιατί χτίζαμε συνείδηση
γινόμαστε το ποίημα δεν υπάρχει άλλη ποίηση,
εκτός από τον Χριστιανόπουλο βέβαια

Τέλεια.
Ζωγραφίζουμε το ωραίο μας συννεφάκι και μπαίνουμε μέσα
Γινόμαστε καλύτεροι ο ένας για τον άλλο
κυνηγάμε να προφτάσουμε ο ένας τον άλλο
Για πρώτη μας φορά πονάμε και χαιρόμαστε πραγματικά για κάποιον άλλο
Δεν είμαστε άτομα

Και φοβόμαστε, τρέμουμε μα δε το λέμε
τι θα γίνει όταν γνωριστούμε και ο μύθος διαλυθεί
όταν φανερωθεί και αποδειχθεί η μικρότητα και η ασχήμια μας
κρυβόμαστε ο ένας απ’ τον άλλο ενώ ξεντυνόμαστε
Χαλιόμαστε αρκετά ώστε να έρθει η στιγμή που μαθαίνουμε κάτι για μας

Πως είμαστε ικανοί να αγαπήσουμε άνθρωπο και όχι ιδέα ή εικόνα
να χτίσουμε μαζί να δεχτούμε λάθη να κάνουμε λάθη
μα ξανά από την αρχή να προσπαθούμε
Να γκρεμίζουμε τοίχους να μιλάμε και να ακούμε
να βλέπουμε πως μπορούμε
Δε πα’ να λένε
Ξέρουμε τι θέ’ με
Και μπορούμε
Είμαστε ικανοί
Ο καπιταλισμός στο μεταξύ μας έχει πλέον καταρριφθεί

Τι θα φάμε το βράδυ;
Κάτι ελαφρύ με λίγο λάδι
Ντρέπομαι όμως να του πω `’αγάπη μου `’

Μαγείρεψα φακές, είναι πάνω στο μάτι
τέλειες βγήκαν, έφαγες έξω; εντάξει
όχι δε βγήκα, άμα θες έχει στο ψυγείο κρασί
βάλε ένα να κάτσουμε παρέα

Κατέβασα καινούργιο επεισόδιο
εδώ ή πάμε στο κρεβάτι;
Ήθελα κάτι να σου πω αλλά γάμα το
Το ξέρεις ότι σ’ αγαπώ. Ε;

Απλά καμιά φορά νομίζω το ξεχνάμε και
απλά ήθελα να το πω.

*Άλμπουμ “Άναπνοές”, Τραγουδά η Σαβίνα Γιαννάτου.

https://www.facebook.com/dektipota

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Γενοκτονία ν’ αοιλλή εμάς

η γιάγιαμ έλεεν* ιστορίες για τ’ ασκέρ’*
τον πάσακαμ ούλς τ’ ασλάντς έφαγανατσε* θρηνούσε
μουρμούριζε ακατάληπτα για το ξερίζωμα α σην πατρίδαν *
στη Μερσίνα σακιά μας φόρτωσαν στα καράβια κόμπιαζε
μπόγους λερούς μας πέταξαν στου Πειραιά τις αποβάθρες
κι αφού μας ξέβγαλαν στ’ απολυμαντήρια της Καλαμαριάς
μας έχρισαν Ακρίτες στ’ άγονα βουνά της παραμεθορίου
ν’ αοιλλή εμάς πε χάσαμε τ’ αγούρτσεμουν, το σπίτεμουν*
μοιρολογούσε γοερά και καταριόταν και βλαστήμαγε
κι αναθεμάτιζε τους πολεμοχαρούς για τη γενοκτονία

η γιάγιαμ έλεεν*=η γιαγιά μου έλεγε
ασκέρ’*= τουρκική asker «σώμα στρατού»
τον πάσακαμ ούλς τ’ ασλάντς έφαγανατσε*=τον αδελφό μου, όλα τα “λιοντάρια” τα έφαγαν α σην πατρίδαν *=απ’ την πατρίδα
ν’ αοιλλή εμάς πε χάσαμε τ’ αγούρτσεμουν, το σπίτεμουν*^ αλίμονο σ’ εμάς που χάσαμε τους άνδρες μας, τα σπίτια μας

Βασίλης Τσιρώνης, Αιώνια, το Βερολίνο – Μόλις κυκλοφόρησε!

ΙΙΙ.

Γεννήτορα
Αδερφέ μου
Herr, εσύ
Κοίτα το στήθος μου γυμνό
Το φως που διαρρέει από τα οστά και δεν σωπαίνει
Τόσο φως φυλάσσω ακόμα
Φονικό και θείο
Κι είναι όλο για σένα

Στέλλα Πετρίδου, Αντίο δε θα πω

Το αντίο δεν το θέλησα ποτέ μου
κι εσύ μ’ ανάγκασες πολύ
να ξεριζώσω την καρδιά μου,
να πεθάνω
μπήγοντας με τα νύχια μου βαθιά στα σωθικά μου,
κουρέλι να μ’ αφήσω,
άψυχο κορμί να κουβαλώ
κάθε βουβό μου πόνο.

Αίμα στις φλέβες μου να ξέρεις δεν κυλά.
Νεκρώθηκε κι αυτό,
νέκρωσε κι η ψυχή μου.

Το αντίο δεν το θέλησα ποτέ μου
κι εσύ μ’ ανάγκασες πολύ
να τυλιχτώ στο τίποτα,
να διαλυθώ
σκορπίζοντας στο δρόμο τα όνειρά μου,
μονάχη να μ’ αφήσω,
έρμαιο μιας τύχης ξοφλημένης
προσμένοντας το τέλος για καλό.

*Από την ποιητική συλλογή «Ο καιρός», Εκδόσεις «άλφα πι».