Μανώλης Αναγνωστάκης, Τρία ποιήματα

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠOΥ ΜΑΣ ΔΙΑΒΑΣΕ ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ Ο ΛΟΧΙΑΣ OTTO V…

Ι

Σε δύο λεφτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Δεν πρέπει να σκεφτεί κανένας τίποτ’ άλλο
Εμπρός η σημαία μας κι εμείς εφ’ όπλου λόγχη από πίσω
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά τραγουδώντας ρυθμικά εμβατήρια
Θα τραβήξεις μπροστά που μαντεύονται χιλιάδες ανήσυχα μάτια
Εκεί που χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω από μι’ άλλη σημαία
Έτοιμα νά χτυπήσουνε και να χτυπηθούν.
Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα
Μια λεξούλα μικρή μες στη νύχτα, που σε λίγο εξαίσια θα λάμψει.
(Κι εγώ που ’χω μια ψυχή παιδική και δειλή
Που δε θέλει τίποτ’ άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
Κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θε μου, να μάθω γιατί
Και δε βλέπω μπροστά τόσα χρόνια παρά μόνο τον δίδυμο αδερφό μου}.

*Από τη συλλογή “Εποχές”, Θεσσαλονίκη 1945, ιδιωτική έκδοση.

*

III

Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μη λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στη νύχτα χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μια Αυγή που σου ’χαν τάξει
Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα
-Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
Με μια σβησμένη νοσηρή χρονολογία
Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
-Με σένα τόσα χρόνια μακριά μου-
Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Στο νυσταγμένο καφενείο όλη τη νύχτα
Στου Πειραιά, νύχτα, το βρόμικο λιμάνι

*Από τη συλλογή “Εποχές  2” (1948)

ΤΟΠΙΟ

Ερειπωμένοι τοίχοι,. Εγκατάλειψη.
Περασμένες μορφές κυκλοφορούνε αδιάφορα
Χρόνος παλιός χωρίς υπόσταση
Τίποτα πια δε θ’ αλλάξει δε μέσα.
Είναι μια ήρεμη σιωπή μην περιμένεις απάντηση
Κάποια νύχτα μαρτιάτικη χωρίς έπιστροφή
Χωρίς νιότη, χωρίς έρωτα, χωρίς έπαρση περιττή.
Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν ’Άνοιξη.
Το βιβλίο σημαδεμένο στη σελίδα 16
Τ’ πρόγραμμα της συναυλίας για την άλλη Κυριακή.

*Από τη συλλογή Παρενθέσεις (1955)*

Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, Αποσπάσματα

Η γάτα

Κάτι αναπτύσσεται σ’ αυτές τις κάμαρες, μέσ’ από γέλια και ψιθυρίσματα, που κάποια μέρα θα στραφεί εναντίον μου σα γάτα που αγριεύει. Η καμπύλη μιας ράχης τινάζεται κάποτε αχνή στον αέρα, με μιαν ένταση σπάνια για δοκιμή. Θα είναι, σκέφτομαι, η σπανιότερη γάτα του κόσμου. Βάζω φαγάκι και νερό σε μια γωνιά, καλοπιάνω τις γάτες που ξέρω. Και νιώθω ανίσχυρη, πάμφτωχη. Δε θα μερώνει, δε θ’ αγοράζεται, θα μου βγάλει εξάπαντος τα ωραία μου μάτια.

[Ο μέγας μυρμηγκοφάγος]
Από χρυσό και μαύρο

Νύχτα, εσύ που περνάς τ’ αστεράκια σου απ’ το πιο ψιλό κοσκινάκι, και κρατάς μόνο τα λεπτά, τα λαμπερά, τα φίνα, δίδαξε και μένα πώς να φτιάξω, από χρυσό και μαύρο, μια μικροσκοπική αστροφεγγιά.

Μάρα Λεντεμπούρ-Μποβιάτση, Σώμα

Άκου να δεις
και κοίτα να πιστέψεις.
Τ’ αυτιά μου δεν πιστεύουν κραυγή μου καμιά.
“Αν έχω μπλέξει, έμπλεξα με χτένα δική μου
που άγρια την έτρεξα σε πρωινά μαλλιά”.
Έτσι είπα κι έτρεξα
να πάω κάπου αλλού.
Τώρα μες στον υπόνομο
κινείται αυτό το πράγμα
που βγήκε απ’ το άγχος μου
και το μισούνε όλοι.
Να ξέρεις πως το σώμα μου
είναι γκρεμός και γλίτσα
παρότι εσύ κοιτούσες
χείλη
μάγουλα
βυζιά.

*Δημοσιεύεται στο “Τεφλόν”, τεύχος 34, Χειμώνας-Άνοιξη 2026.

Ηλίας Μέλιος-Λιανός, ο Λαόνικος…

ο Λαόνικος ένας άστεγος στην Αθήνα δίνει την εντύπωση
πως φέρνει του ναυάρχου Άστιγγος της Παλιγγενεσίας
κι ο μεγαλόνους θάνατος δεν δείχνει αφάνατος
καν μια δουλεία –ναι, δουλεία– προς βιοπορισμόν
δεν αποτελεί αγία εργασία πλην της τιμίας αεργίας
κι αν είσαι ο νταλικιέρης θα φτάσεις στον Νταλί
κι αν θες να φαίνεσαι καλαμπουρτζής
όπως σαν βγαίνεις από τη βάρκα
και συνήθως κλείνεις την πόρτα πίσω
πιάσε μολύβι σκεπάρνι πριόνι και βιολί
πάντα η οικοδομή ήντονε γιορτή
κι όσο τραγουδάς καρπούζι
βγάζεις και πεπόνι

*Από το βιβλίο “Φωνές γράφουν ‘ιστορίες”, έκδοση Anakestan Gallery, Δεκέμβριοςε 2023.

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Μοναχός μου νυχτώνω

Βλέπω την θάλασσα ν’ ανοίγεται για σένα
τρυφερέ περιηγητή του ουρανού
μες στις ακρογιαλιές μου που κουρνιάζεις
 
Βλέπω στον ουρανό μια κατασκήνωση για σένα
οργανοπαίχτης μιας σβησμένης εποχής
που ζωντανεύεις πάνω στην οθόνη
τη μνήμη μου ανάμεσα στα παιδικά σου χρόνια
 
Μονάχος μου νυχτώνω εδωπέρα
τα ποιήματά μου έγιναν ατροφικά
μικρά στολίδια του βυθού που σε προσμένουν

Andrey Kostinsky, Αποσιωπητικά

Τρία παράθυρα μαύρα:
το δεξί, του γιου,
το μεσαίο, της κόρης,
το αριστερό, της κουζίνας και της γάτας

δεν επέζησε μονάδα η Νάουσα
η γάλα μας και μόνη για όλους
τον θάνατο βρήκε εκείνη τη νύχτα:
πίσσα μαύρη κάπνα
εξωτερικά των τοίχων απλώνεται
θαρρείς μπροστά στα μάτια σου
λες και της γάτας η ψυχή
που τέτοιο θάνατο ακόμα
δεν μπορεί να πιστέψει πως θα ‘χει
από κείνη την κόλαση
Παλεύει να βγει

βόμβα διασποράς
άφησε στην αυλή κρατήρα
σε εκείνο το σημείο
Όπου πήγαινα τα μικρά
στην παιδική χαρά
ενώ απ’ τα ξεβαμμένα παγκάκια
ακουγόταν η γκρίνια:
“να τα ντύνετε πιο καλά τα παιδάκια,
ρεύμα κάνει, θα πουντιάσουν”.

τώρα το ρεύμα νωρίς την άνοιξη
νανούρισμα λέει
στη νεκρή (μη) οικία
όπου κάηκαν φωτογραφικά άλμπουμ
απ’ όλες τις γενικές

Όταν τα εγγόνια των παιδιών μου
θα τους ζητήσουν να δείξουν
την φωτογραφία του παππού μου
που νίκησε το φασισμό το ’45,
θα ακούσουν:
“δεν υπάρχουν φωτογραφίες του προπάππου,
τις έκαψαν φασιστές

……..
/στη φωτογραφία φαίνονται τρία μαύρα παράθυρα του καμμένου μου σπιτιού που βρίσκεται στην καρδιά μιας πυκνοκατοικημένης λαϊκής γειτονιάς του Χάρκοβου.
Ουκρανία, αρχή τρίτης χιλιετίας /


Γράφει σχεδόν· ποιήματα.
Καθαρόαιμοι κι ημίαιμοι δεν την αποδέχονται.
Μα εκείνη έμεινε στο κέντρο άμεσης βοήθειας του οικείου Χάρκοβου:
“Η πόλη μου τραυματίστηκε. Πώς μπορώ να την αφήσω;”
Τα λόγια της σωπαίνουν, μόνο τα μάτια γράφουν.
Φύτρωσε στην πόλη, έγινε μέρος του κυκλοφοριακού της.
Καθαρόαιμοι κι ημίαιμοι, ειδικά οι περαστικοί
(Ευτυχισμένο το 20 22! Τι υπέροχη πόλη!
Τόσες δυνατότητες. Η δεύτερη
πατρίδα
[μου]”
Όμως, τη μέρα από δύο άριστα* πήραν κακούς βαθμούς στο νεκρο-
φονικό μας βιβλίο: τώρα κάθε νομάς ευγνωμονεί
τον προσωπικό του θεό που είναι μακριά
και μπορεί για κάποιο λόγο να διαβάζει στους άλλους ποίηση,
να απολαμβάνει τον καφέ του, τη ζέστη και το φως, κι το φτηνό αλκοόλ,
και να μοιράζεται με τους ντόπιους την καθημερινότητα καταφυγίων.
Ενώ κάποιος άλλος είναι επίσης μακριά μα ο ομφάλιος χώρος του πόνου δεν τον αφήνει:
σε κάθε γουλιά του καφέ του, αντί για ζάχαρη
θραύσματα γυαλιού θρυμματισμένου από το ωστικό κύμα,
κάθε ματ του λαμπτήρα του
μέσα από βρεγμένο βαμβάκι καρπό ηλεκτρίζει,
κάθε θερμίδα ζέστης
τον κάνει να θέλει να βγάλει το δέρμα του να το δώσει έστω στον θεό,
σε έναν από όσους εισακούν προσευχές:
“Ράψε μια πορφύρα να σκεπάσει τον ουρανό απ΄τις βόμβες
έτσι ώστε η κοπέλα που γράφει σχεδόν-ποιήματα
στον ελεύθερο χρόνο μετά από ήρεμη βάρδια στο κέντρο άμεσης βοήθειας
σε καφέ που οι θαμώνες ακούνε μόνο τους ίδιους
να διαβάσει τον πιο όμορφο στίχο που τα πάντα υπερκαλύπτει:
την πολυαναμενόμενη
ΣΙΩΠΗ..”
… …….
31+24

*Ο Andrey Kostinsky (Αντρέι Κοστίνσκι) γεννήθηκε το 1960 στο Χάρκοβο, όπου και ζει. Είναι ποιητής, επιμελητής του λογοτεχνικού περιοδικού ΛΑΒΑ και διευθυντής των εκδόσεων “Σλόβο” (Λόγος) με έδρα το Χάρκοβο. Έχει κυκλοφορήσει δεκαοκτώ ποιητικές συλλογές και προσανατολίζεται στην ποιητική της πρωτοπορίας. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και συμπεριληφθεί σε ανθολογίες.

**Από την ανθολογία “Ο θάνατος ερχόταν προς το μέρος μου πετώντας”, Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2022. Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.

Edvard Munch, Melancholy (1911)

Θάλεια Τ., Ναι, τι για το μέλλον;

μετράω τα κόκαλα στην πλάτη μου
προσπαθώντας να φανταστώ
τι μου λέει αυτή η κηλίδα για το μέλλον
βουρκώνω
μα δεν κλαίω

δεν ξέρω τι παραπάνω να μου πει για το μέλλον
ασπρόμαυρη διαφάνεια με σκιές
πέρα από
ζήσε

δεν ξέρω τι παραπάνω να μου πει για το μέλλον
χέρι στο μέτωπο μικρής
όπως τακτοποιεί από αμηχανία τις τούφες της
περιμένοντας

οι αρνήσεις που πλέουν προς την ακτή της καταστροφής
αυτές ίσως γνωρίζουν
αυτές
και η ακτή που αντιστέκεται

*Δημοσιεύεται στο ‘Τεφλόν”, τεύχος 34, Χειμώνας-Άνοιξη 2026.

Ξένια Καλαϊτζίδου, Τέσσερα ποιήματα

Βιογραφικό

Να περιαυτολογήσω σιωπώντας:
αν σταματήσουν οι αλλαγές ονομάτων στις προκηρύξεις
να θολώνουν τα νερά
θα προσέξετε το βυθό της ιστορίας-

εκεί η ταξική μου συνείδηση κείται
κάτω από μαύρο νάιλον στα βαριά σύνθετα
ακούσια αποδεκτή κληρονομιά
που επέμενε στωικά δεκαετίες
αναβάλλοντας τη ζωή και την αγάπη
για το αίσιο μέλλον στον υπόγειο παράδεισο
αστράφτοντας με τσέχικα κρύσταλλα
καταπίνοντας τα θραύσματά τους –

έτσι και το κουκλόσπιτο σοβιετίας
στη νέα μου πατρίδα
παρηγοριά για εξόριστους
και για άρρυθμους κόκκινο κελί
με στοίβες χειρόγραφα και πρακτικά
δεμένα στην καρδιά με ομφάλιο λώρο
βάρυνε τις μετακομίσεις
επικυρώνοντας το αφγανικό σύνδρομο

*Από τη συλλογή “Δαιμονισμές ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΛΟ TRIGGERS”, Εκδόσεις Αυβέρνητες Πολιτείες, Οκτώβριος 2023.

*

Όταν κοιμάμαι
οι φίλοι γίνονται εραστές,
οι δρόμοι των παιδικών χρόνων
γεννούν πολυώροφους κήπους,
από άγνωστους ωκεανούς βρέχομαι
απρόσμενης παροχής
όσο επιτρέπει ο μετρονόμος της βρύσης.
Ώσπου να ξυπνήσω
οι εχθροί εξημερώνονται
και τυλίγονται στη λήθη εκ νέου.
Έξω ο κόσμος
ανακυκλώνεται και μισεί
με ταχύτητες θορύβων.
Καραδοκεί το μαύρο γάλα,
χαράζει κάθε νέο φως.
Μα πόσο γαλήνιες
οι τελευταίες ξυραφιές
του ήλιου.

*

Ακόμη κι αν τα λόγια είναι μάταια
κι αναβαθμίστηκαν σε εμπορικά πελώρια
τα σκλαβοπάζαρα της γης –
απολήξεις καλοκαιριών περασμένων
σε άγνοια πλέοντας ή σε ιερή κενότητα
δείχνουν στο απέραντο φως.
Γι’ αυτό καμιά φορά ακόμη
τρέχουμε στους δρόμους
θαρρείς σε άυλες γκαλερί,
χωρίς να μας κυνηγούν.
Τότε η πόλη σκάει ένα από τα σπάνια
κι εφήμερα χαμόγελά της
πριν να γυμνώσει τις αμυγδαλιές
μια βίαιη ριπή ανέμου.
Μπορούμε χωρίς αποσκευές ακόμη
στο χορτάρι της να κυλιόμαστε φωνάζοντας:
ένας από μας.

*

Οι πάγοι

Mε διαολόστειλε το χώμα
απ’ όπου βγήκα.
Όμως στάσου στιγμή,
μη φεύγεις σιωπηλά.
Ρωτάει
η πάχνη του ουρανού
αν έχω έναν άνθρωπο
και λέει
η καρδιά του νου,
πως έχω έναν κόσμο.
Μα όσο μαίνεται
ο ήλιος στα μπετά
είμαστε όλοι εκεί μονάχοι.
Ό,τι κι αν γίνει
ένα πρωί κάτω απ’ τις παρελάσεις,
θα λιώσουμε κι εμείς.
Όπως τα νεφελώδη κάστρα
και θα πέσουν.

*Από το “Τεφτέρι” Νο 3. Γενάρης 2026.

Κώστας Θ. Ριζάκης, Τρία ποιήματα

συρμός αυτόχειρ

τρίζει το τζάκι χώνεται ο συρμός
στριμώξου πριν ο εισπράκτωρ πλησιάσει
κι αν το αντίτιμο δεν φθάνει – τι θα δεις;
στη σήραγγα τη σκοτεινή πώς να μιλήσεις

τέτοια ταξίδια δεν τολμούν πολλοί
μα ενύπνιον πανικούς πια κατεβάζεις
χώματα στρώματα σαρώματα ρυπίδια

μία προς μία οι κάσες φεγγερές
κουτρουβαλούν στο βράδυ τον χρυσό
κι η τελευταία εξάσφαιρο οπλισμένο

στις πρώτες πέντε λάμψεις ν’ αστοχείς

η έκτη φέρει εκ γενετής τα αρχικά σου!

*

σαν ελεγείο της φωνής

λάσπη αλλά, λάσπη πολλή στους μέσα ορυζώνες

κολλήγες σκάλιζαν την γης και τωρ’ αποσταμένοι
αποφλοιώνουν τον καρπό χιόνια λευκά του γάμου
κίτρινα της υπομονής βουβό σκούντημα πιάτων

-φτύσε στη φτώχεια το φαΐ κι απ’ την φωνή όσες λέξεις

χωράφι τάφος θα φανούν στον φεγγερό σου θρήνο!

*

αϊτός

ξανά στον ύπνο μου πετάξαν πέτρες
(κι ήμουν στόχος ξεκάθαρος του ποιήματος)
γυμνός με κακοφορμισμένες της πληγές μου
αδράχνοντας τη φρίκη του πετροπολέμου
στα γαμψά μου δάχτυλα
μες σε νεφέλη διάγοντας σε γνόφο
πάλευα κι έγραφα όλο έγραφα αϊτός
στο ψήλωμα του πιο κακού μου ονείρου!

[τα τελευταία ονόματα, 2010]

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “χώμα με χώμα η μάχη”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019.