Η ποίηση της «πιο λαμπρής αναρχικής που γέννησε ποτέ η Αμερική»

Μετάφραση στα ελληνικά πέντε ποιημάτων της Voltairine de Cleyre

Δημήτρης Καφετζής*

H VOLTAIRINE DE CLEYRE υπήρξε ποιήτρια και συγγραφέας, πάνω απ’ όλα αναρχική χωρίς ταμπέλες και επίθετα, μείζων πρώιμη φεμινίστρια και αγωνίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών. Γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου του 1866 στην πόλη Leslie του Michigan. H de Cleyre μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια. Για τέσσερα χρόνια μέσα στην εφηβεία της βρέθηκε εσώκλειστη στο Καθολικό γυναικείο μοναστήρι στο Sarnia του Ontario μετά από πρωτοβουλία του πατέρα της, που πίστευε πως εκεί η Voltairine θα λάβει καλύτερη παιδεία. Τα ψυχικά τραύματα που απέκτησε αυτά τα τέσσερα χρόνια θα καθορίσουν την μετέπειτα πορεία της ζωής της. Χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η προσπάθειά της να δραπετεύσει κολυμπώντας μέσω του ποταμού St Clair και μετά από πεζοπορία 27 χιλιομέτρων την εντόπισαν φίλοι των γονιών της και την επέστρεψαν πίσω. Καθοριστικής επίσης σημασίας για τη διαμόρφωση των ιδεών της και της μετέπειτα δράσης της ήταν η σφαγή στο Haymarket του Chicago το 1887.

H de Cleyre υπέφερε από κάποια νόσο του νευρικού συστήματος. Ως αποτέλεσμα των χρόνιων προβλημάτων της εμφάνισε κατάθλιψη και επιχείρησε δύο φορές στη ζωή της να αυτοκτονήσει. Το 1902 ένας παράφρων άντρας θα προσπαθήσει να τη σκοτώσει. Η de Cleyre παρά τον σοβαρό τραυματισμό που της προκάλεσε και που της άφησε εφ’ όρου ζωής προβλήματα υγείας που την δυσκόλευαν στην ομιλία και τη συγκέντρωση, θα προσπαθήσει να τον σώσει από το να μπει φυλακή, λέγοντας ότι το να μπει φυλακή για μία πράξη σαν κι αυτή ένας ψυχικά ασθενής είναι πράξη ενάντια στον πολιτισμό. Η Emma Goldman θα την αναγνωρίσει ως την πιο προικισμένη και λαμπρή αναρχική που γέννησε ποτέ η Αμερική. Για ένα μεγάλο διάστημα της ζωής της έζησε στη Philadelphia, όπου δίδαξε σε Εβραίους μετανάστες αγγλικά, και βοήθησε να δημιουργηθεί το Ladies’ Liberty League, ένα φόρουμ ελευθεριακών ριζοσπαστικών και φεμινιστικών ιδεών. Χαρακτηριστική περίπτωση των αγώνων της για τα δικαιώματα των γυναικών είναι η διάλεξή της με τίτλο «Sex Slavery» το 1895 όπου βάλλει κατά των τότε νόμων περί του γάμου, οι οποίοι νομιμοποιούσαν τον βιασμό των γυναικών εντός γάμου χωρίς καμία επίπτωση για τον θύτη, κι όπου συγκεκριμένα αναφέρει: «Τι είναι κάθε παντρεμένη γυναίκα; μια δεμένη σκλάβα, που παίρνει το όνομα του κυρίου της, το ψωμί του κυρίου της, τις εντολές του κυρίου της και υπηρετεί τις ορέξεις του κυρίου της». Σε ένα από τα τελευταία της κείμενα του 1912, το οποίο αναφέρεται έκτοτε και σε διάφορες άλλες πηγές, υπεραμύνεται της Ευθείας Πράξης, τακτική που θα ακολουθήσουν αργότερα πολλοί κοινωνικοί αγωνιστές όπως ο Mahatma Gandhi και o Martin Luther King υπό τη μορφή της μη βίαιης ευθείας πράξης. Επίσης βοήθησε στη δημιουργία της Ριζοσπαστικής Βιβλιοθήκης. Η Voltairine de Cleyre θα φύγει από μηνιγγίτιδα, μόλις στα 45 της χρόνια. το 1912.

Θα ταφεί δίπλα σε άλλους κοινωνικούς αγωνιστές και ανθρώπους που αμύνθηκαν στο Haymarket. O τάφος της είναι στο κοιμητήριο του Waldheim στο Chicago.

Σημείωμα-Μετάφραση: Δημήτρης Καφετζής

1
Ό,τι σπείρεις θα θερίσεις

Πόσες σταγόνες πρέπει στους ουρανούς ακόμα να συγκεντρωθούν
Πριν ξεσπάσει η καταιγίδα, μάλλον ποτέ δεν θα το μάθουμε
Πόσο πρέπει οι καυτές φλόγες κάτω στις κολάσεις να λάμψουνε
Πριν οι ζεματιστές πύρινες λάβες του ηφαιστείου πεταχτούν,
Κανένας δεν μπορεί να πει· αλλά σίγουρα θα έρθει η ώρα!
Όποιος όνειρο ‘χει εκδίκηση να ξέρει, έχει ανηφόρα!
Δεν μπορεί να λέει πόσα χτυπήματα πρέπει να παν χαμένα,
Πόσες ζωές ανθρώπων ακόμα επάνω στον τροχό να σπάσουν,
Πόσα ακόμα άκαμπτα πτώματα μες στα σάβανα χωμένα,
Πόσοι μάρτυρες τ’ άλικο αιμάτινο σφράγισμα θα χαράξουν·
Σίγουρα όμως αυτός είναι ο καιρός συγκομιδής του μίσους!
Και όταν το ισχνό παράπονο του αγανακτισμένου κόσμου
Ακουστεί ξανά απ’τον θρόνο, θα στραφεί προς την πλευρά του θρόνου.
Αυτός που είναι προσεκτικός, ακούει της μοίρας τους ψιθύρους!

Φιλαδέλφεια 1890
.
UT SEMENTEM FECERIS, ITA METES

How many drops must gather to the skies
Before the cloud-burst comes. we may Dot bow
How hot the fires in under hells must glow
Ere the volcano’s scalding lavas rise,
Can none say; but all wot the hour is sure!
Who dreams of vengeance has but to endure!
He may not say how many blows must fall,
How many lives be broken on the wheel,
How many corpses stiffen ‘neath the pall,
How many martyrs fix the blood-red seal
But certain is the harvest time of Hate!
And when weak moans. by an indignant world
Re-echoed, to a throne are backward hurled.
Who listens, hears the mutterings of Fate!
.
2
Εις μνήμην

Ω Μάνα γύρε το παιδί σου επάνω στο στήθος,
Το παιδί που έντυσες με ατσάλι πραγματικότητας
Και έστειλες μπροστά, δυνατό στην καρδιά της νεότητας
Να ξυπνήσει με τραγούδι το πλανημένο πλήθος
Από τυράννων και κολάκων υποσχέσεις και μειδιάματα
Που έψαξαν τα μάτια του, δεν βρήκαν απειλές ή τεχνάσματα
Μπορεί να ταράξει τα ατάραχτα αστέρια στον ουρανό τους
Όχι όμως μια λέξη φορτισμένη απ’τα χείλη να κερδίσει
Όχι για τον πλούτο τους, ούτε για τον έπαινό τους,
Αλλά τον ήλιο της Τιμής να κρύψει εν εκλείψει
Ω Μάνα Ελευθερία τα μάτια τα κατηφή,
Και τα γενναία χείλη εικόνες λευκές, ψυχρές και βουβές,
Τη δικαιοσύνη ο χρόνος θα οδηγήσει μέσα στις ψυχές,
Απ’την αναπνοή σου πνέει Αθάνατη Σπίθα λαμπρή.

Φιλαδέλφεια 1894
.

IN MEMORIAM

Back to thy breast, O Mother, turns thy child,
He whom thou garmentedst in steel of truth,
And sent forth, strong in the glad heart of youth,
To sing the wakening song in ears beguiled
By tyrants’ promises and flatterers’ smiles;
These searched his eyes, and knew nor threats nor wiles
Might shake the steady stars within their blue,
Nor win one truckling word from off those lips,-
No-not for gold nor praise, nor aught men do
To dash the Sun of Honor with eclipse,
O Mother Liberty, those eyes are dark,
And the brave lips are white and cold and dumb;
But fair in other souls, through time to come,
Fanned by thy breath glows the Immortal Spark.
.

3
Φως πάνω απ’ το Γουολντχάιμ

Φως πάνω απ’τo Γουολντχάιμ! Και η γη είναι σκοτεινή
Πικρός άνεμος βαρύς πάλι οδηγείται απ’τον Βορρά
Κάνει κρύο και ακούγονται παράξενοι ψιθυρισμοί
«Τι κάνουν εδώ μέσα στο Θάνατο; Βγείτε! Βγείτε μπροστά!»
Αυτό έχεις να πεις με τα επαχθή σου μάτια, Ω Μάνα
Στεφάνωμα της απώλειάς σου με φροντίδα απαλή
για τον ψευδομάρτυρα δεν θα ακουστεί κανένα κλάμα
Ντροπή του ονόματός μας γι’αυτό μας αγάπησες πολύ;
Μέχρι να μεγαλώσει η μέρα καμιά στιγμή στο κενό
Τίποτα δεν σαλεύει μες σ’ αυτή τη ζοφερή αυγή μου
Μόνο άνθρωποι για λύπηση που δεν κραυγάζουν στο Θεό
Πού είσαι χρήσιμος, Ω εσύ που στέκεις απέναντί μου;
«Βγείτε έξω βγείτε! Δώστε ένα τέλος στ’ αναφιλητά
Μέχρι ν’ απόδυναμωθείτε σαν το χιόνι απ’το λυγμό
και λιώσετε διαλυμένοι σε μια ειρήνη που ζει δειλά»
Φως πάνω απ’το Γουολντχάιμ! Αδελφέ μου, πάμε λοιπόν.

Λονδίνο 1897
.
LIGHT UPON WALDHEIM

Light upon Waldheim! And the earth is gray;
A bitter wind is driving from the north;
The stone is cold, and strange cold whispers say:
«What do ye here with Death? Go forth! Go forth!»

Is this thy word, Ο Mother, with stem eyes.
Crowning thy dead with stone-caressing touch?
May we not weep o’er him that martyred lies.
Slain in our name, for that he loved us much?
May we not linger till the day is broad?
Nay, none are stirring in this stinging dawn
None but poor wretches that make no moan to God:
What use are these, O thou with dagger drawn?

«Go forth, go forth! Stand not to weep for these,
Till, weakened with your weeping, like the snow
Ye melt, dissolving in a coward peace!»
Light upon Waldheim! Brother, let us go!

4
Οι οικοδόμοι των δρόμων

Τους είδα να μοχθούν κάτω από τον πελώριο ήλιο
Τα θαμπά, σκούρα πρόσωπά τους ακουμπούν πάνω στην πέτρα
Τα πλεγμένα τους δάχτυλα αρπάζουν τα βρώμικα εργαλεία,
Οι στρογγυλεμένοι τους ώμοι στενεύουν το στήθος τους
Οι σταγόνες τού ιδρώτα στάζουν σαν μεγάλες οδυνηρές χάντρες
Είδα την κατάρρευση, το μέτωπό του πάνω στον βράχο
Το αβοήθητο χέρι εξακολουθεί να κρατιέται στο φτυάρι
Το μουδιασμένο του στόμα μέσα στα χώματα

Και ήταν νεκρός
Οι σύντροφοί του έστρεψαν απαλά το πρόσωπό του, μέχρι που
Ο αδυσώπητος ήλιος έλαμψε σκληρά στα μάτια του,
Ορθάνοιχτα, κοιτάζουν τον άσπλαχνο ουρανό.
Το αίμα ακόμα έτρεχε πάνω στην κοφτερή πέτρα
Τετέλεσται. Ήταν ήσυχα, ήσυχα νεκρός:
Οδηγούμενος στο θάνατο κάτω από τον καυτό ήλιο,
Οδηγούμενος στο θάνατο πάνω στον δρόμο που έχτισε.

Δεν ήταν «ήρωας», ήταν ένας φτωχός μαύρος άνδρας
Ακολουθώντας «τη θέληση του Θεού» μη ρωτώντας τίποτα
Μνημονεύστε τον, την επόμενη φορά που τα πόδια του αλόγου σας
Βγάλουν σπινθήρες πάνω στον λαμπερό δρόμο
Σκεφτείτε ότι γι’ αυτό, αυτό το κοινό αγαθό, τον Δρόμο,
Ένας άνθρωπος έδωσε τη ζωή του, αυτό είναι το ματωμένο δώρο του
Σε έναν κόσμο που τον υπερβαίνει και δεν του είπε ένα «ευχαριστώ»
Ένας αγράμματος, μέσος και άψυχος ήταν; Ωραία, –
Ακόμα άνθρωπος, και εσύ βαδίζεις πάνω στο πτώμα του.

Φιλαδέλφεια 1894
.
THE ROAD BUILDERS

I saw them toiling in the blistering sun,
Their dull, dark faces leaning toward the stone,
Their knotted fingers grasping the rude tools,
Their rounded shoulders narrowing in their chest,
The sweat drops dripping in great painful beads.
I saw one fall, his forehead on the rock,
The helpless hand still clutching at the spade.
The alack mouth full of earth,

And he was dead.
His comrades gently turned his face, until
The fierce sun glittered hard upon his eyes.
Wide open, staring at the cruel sky.
The blood yet ran upon the jagged stone;
But it was ended. He was quite, quite dead:
Driven to death beneath the burning sun,
Driven to death upon the road he built.

He was no «hero,» he; a poor, black man,
Taking «the will of God» and asking naught;
Think of him thus, when next your horse’s feet
Strike out the flint spark from the gleaming road;
Think that for this, this common thing, The Road,
A human creature died; ’tis a blood gift,
To an o’erreaching world that does not thank.
Ignorant, mean and soulless was he? Well,-
Still human; and you drive upon his corpse.
.
5
Γραμμένα με κόκκινο

Γραμμένες εις το κόκκινο οι στάσεις τους για τη διαμαρτυρία
Για τον Θεό του Κόσμου να δει
Στον δογματικό τοίχο του εαυτού τους εν ασωμάτω χειρία
Oικόσημο έβαλαν το «Διαίρει», και φλεγόμενοι πυρσοί
Φωτίζουν το μήνυμα: «Αρπάξτε τη γη!
Ανοίξτε τις φυλακές και αφήστε τους ανθρώπους εν πλήρη ελευθερία»
Πυρπόλησαν τις ζωντανές λέξεις των νεκρών
Γραμμένες με κόκκινο
Θεοί του Κόσμου! Το στόμα σας είναι κλειδωμένο!
Τα όπλα σας μίλησαν και πλέον είναι σκόνη.
Αλλά η Ζωή μες στα σάβανα, που η καρδιά της ον παραλυμένο,
του τυμπάνου της αφύπνισης τον κτύπο ξανανιώνει
Μέσα τους -η φωνή των Νεκρών- ακούγεται και υψώνει
Καθώς λέει: «Διώξτε μακρυά ό,τι παλιό και σκουριασμένο!»
Το είχαν δει «Επανορθώσου», η λέξη των Νεκρών,
Γραμμένη με κόκκινο
Φέρτε τη ψηλά, Ω φλόγα πυρωμένη!
Προς τον ουρανό ψηλά, ο καθένας να μπορεί να σε δει.
Ο λόγος μας είναι ο ίδιος, όλοι του Κόσμου οι σκλαβωμένοι!
Μία είναι η αλησμόνητη ντροπή
Με Ένα όνομα, μία είναι η πάλη, μία η πληγή-
Manhood – παλέψαμε για να είναι οι άνθρωποι λευτερωμένοι.
To «Απελευθερώστε τη Γη απ’ την κατάρα!» καίει τις λέξεις των Νεκρών,
Γραμμένο με κόκκινο.

WRITTEN-IN-RED

Written in red their protest stands,
For the Gods of the World to see;
On the dooming wall their bodiless hands
Have blazoned «Upharsin,» and flaring brands
Illumine the message: «Seize the lands!
Open the prisons and make men free!»
Flame out the living words of the dead
Written-in-red.

Gods of the World! Their mouths are dumb!
Your guns have spoken and they are dust.
But the shrouded Living, whose hearts were numb,
Have felt the beat of a wakening drum
Within them sounding-the Dead Men’s tongue
Calling: «Smite off the ancient rust!»
Have beheld «Resurrexit,» the word of the Dead,
Written-in-red.

Bear it aloft, O roaring flame!
Skyward aloft, where all may see.
Slaves of the World! Our cause is the same;
One is the immemorial shame;
One is the struggle, and in One name –
Manhood – we battle to set men free.
«Uncurse us the Land!” burn the words of the Dead,
Written-in-red.

*Ο Δημήτρης Καφετζής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1990 και μεγάλωσε στη Νέα Ιωνία Αττικής. Είναι ηλεκτρολόγος-ηλεκτρονικός μηχανικός του Πανεπιστημίου του Leeds και υποψήφιος διδάκτορας μηχανικής, έχει εργαστεί στη βιομηχανία και σε ερευνητικά κέντρα Ελλάδας και Ηνωμένου Βασιλείου. Γράφει από το 2005. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές του συλλογές «Ροές» από τις εκδόσεις Ιωλκός το 2015 και «Χαραμάδες» από τις εκδόσεις Ηριδανός το 2018. Ποιήματά του έχουν φιλοξενηθεί σε διάφορες ιστοσελίδες.

**Από εδώ: http://1-2.gr/2019/01/15/h-poihsh-ths-pio-lamprhs-anarhikhs-poy-gennhse-pote-h-amerikh/?fbclid=IwAR3rTNQOwt-_6lC8R_k-Sa4KhRkwOUk1Ur65IuQqeidOtMcIfQC7Po1T9Uw

Γρηγόρης Σακαλής, Ένωση

Στους χαμένους Μπιτ

Σε μια καρέκλα
σ΄ένα τραπεζάκι
κάτω στην παραλία
βγάζω το μπλοκάκι μου
και γράφω
έχω μέρες στο νησί
μα τώρα με επισκέφθηκε
η θεία έμπνευση
λίγο πιο πέρα
κάθεται σ΄ένα βράχο
δίπλα στη θάλασσα
ο Νίκος Σφαμένος
κι αντικρύζει βαθιά
το πέλαγος σκεφτικός
δίπλα μου
στην άλλη καρέκλα
κάθεται και γρατσουνάει
μια ξεκούρντιστη κιθάρα
ο Θοδωρής Μπασιάκος
είμαστε μαζί
αλλά και χώρια
ώσπου στο τέλος
μας ενώνει
ένα μπουκάλι τσίπουρο
και λίγο χταποδάκι.

Ιάσωνας Σταυράκης, Το μουρμουρητό του αιχμάλωτου

Αρνούμαι τον πόλεμο…
Θέλω να βλέπω
γυμνά τα πόδια σου
με μυστικές γραμμές
να σχηματίζουν
το σήμα της ειρήνης…

Έτσι θα παραμείνω αιχμάλωτος
στο γέλιο σου
και θα σου δίνω
λευκή την σημαία
της ψυχής μου…

*Από τη συλλογή “Μηδέν γραμμάρια…”

Νάντια Γαβαλά, Η Επανάσταση

Βάζει στις χούφτες τα μυαλά της
και γυρίζει την πλάτη στο επάγγελμα
Γράφει την ερώτηση στον τοίχο
και μετράει γουρούνια για να κοιμηθεί
Εντάξει
πού και πού κλαίει όνειρα
τις αργές ώρες κάνει ρεσάλτο στο υγρό χρυσάφι των Κελτών
πότε – πότε λέει ψέματα στα καθωσπρέπει παιδιά του σχολείου
Αλλά
όταν βουτάει στο δρόμο
ξέστηθη χορεύει πάνω στα οδοφράγματα
και δεν ξεχνά ότι
αρχίζει από το ίδιο γράμμα με τον Έρωτα

μια θέση

ένα έτσι

στο Περνώντας με πορτοκαλί

Σταματήσαμε στο κόκκινο φανάρι.
Εξαρχής γνωρίζαμε πως θα καθυστερήσει να αλλάξει χρώμα.
Τα πρώτα λεπτά ακινητοποιηθήκαμε στην πορφυρή σιγή του σηματοδότη.
Στις ώρες που έφτασαν διασχίσαμε την τρέλα σε όλες της τις αποστάσεις.
Γελάσαμε σαν μελλοθάνατοι , βρίσαμε πρωτόπλαστους Θεούς
ικετεύσαμε οτιδήποτε πληροί ικεσίας
ώσπου ο χρόνος αφανίστηκε
στην πιο λιτή απουσία
ασπάζοντας μας στο άπειρο μιας θέσης στο πουθενά.
Τα χρόνια που ακολούθησαν φέραν πολλές γενιές
στο ίδιο πάντα σημείο
να ατενίζουν, άλλοτε με λατρεία κι άλλοτε με απέχθεια
το αέναο κόκκινο φως
μα σε κάθε περίπτωση ελπίζοντας
σε έστω και ένα στιγμιαίο αναβόσβημα του λαμπτήρα.

View original post

Πέντε ποιήματα του Τούρκου ποιητή Τζαχίτ Σιτκί Ταραντζί

Ο Ταχυδρόμος

Του κάκου χτυπάς
Ταχυδρόμε
Του κάκου χτυπάς την πόρτα μου
Δεν είναι πια δικά μου
Τα γράμματα
που πάνω τους τ’ όνομα κι η διεύθυνσή μου είναι γραμμένα
Φύγε, άλλους να κάνεις να χαρούν
Φύγε, άλλους να κάνεις να λυπούνται
Σ’ εμένα πια η δύναμή σου δεν περνά
Κι αν έχω αγάπη σήμερα
Είναι για τα λουλούδια του μπαχτσέ
Όχι για τους ανθρώπους
Του κάκου χτυπάς την πόρτα μου
Ταχυδρόμε
Του κάκου χτυπάς.

***

Παράξενο Άτομο

Ένα βράδυ έκλαψα για πρώτη φορά
Στο παραθύρι του μονού μου δωματίου
Πού είναι το σπιτικό; Πού είναι οι απόγονοι;
Τι κέρδισα στα κρασοπουλειά και στα μπουρδέλα
Αυτού του κόσμου;
Το γιατάκι μου είναι κρύο κάθε βράδυ
Πού είναι η ευτυχία σ’ αυτή τη ζωή;

***

Χαμένο Δείπνο

Πέθανε˙
Ούτε αέρηδες μπήκανε
Ούτε πουλί πέταξε από το παραθύρι.
Πέθανε˙ Κανείς δεν είδε αγγέλους
Μην ρωτάς πώς ξεγλίστρησε δίχως να το πάρουμε είδηση
Κίνησε για μακρύ ταξίδι, λένε
Υπάρχει κάποιος που να είδε το καράβι; Η θάλασσα πού είναι;
Έφυγες εσύ και χάλασε το βραδινό τραπέζι μας
Η αρτιγέννητη μέρα μάς ξενίζει.

***

Τριάντα Πέντε Ετών

Ετών τριάντα πέντε! Μας κάνει τη μισή διαδρομή
Όπως ο Δάντης, έτσι κι εμείς, στα μέσα της ζωής βρισκόμαστε
Της νιότης το σθένος
-μάταιο είναι σήμερα να παρακαλάς και να εκλιπαρείς-
Φεύγει δίχως για τα δάκρυα των ματιών σου να νοιαστεί.

Έριξε χιόνι στους κροτάφους μου; Αλλιώς αυτό τι είναι;
Δικό μου είναι, Θεέ μου, αυτό το ρυτιδωμένο πρόσωπο
Ή μήπως αυτοί οι μωβ χαλκάδες κάτω απ’ τα μάτια;
Γιατί λοιπόν εχθροί φαντάζετε
Καθρέφτες, εσείς, που χρόνια σας λογάριαζα για φίλους;

Πώς αλλάζει ο άνθρωπος με τον καιρό!
Σ’ όποια φωτογραφία μου και να κοιτάξω δεν είμαι εγώ.
Πού είναι αυτές οι μέρες, αυτή η έξαψη, αυτός ο ενθουσιασμός;
Δεν είμαι εγώ αυτός ο άνδρας με το γελαστό πρόσωπο
Ψέμα είναι η ανεμελιά μου, ψέμα

Αμυδρός πια ο πρώτος μας έρωτας
Ξένη φαντάζει ακόμα κι η θύμησή του
Ένας- ένας οι δρόμοι μας χωρίσανε
Με τους φίλους που ξεκινήσαμε μαζί για τη ζωή˙
Όσο πάει και πληθαίνει η μοναξιά μας.

Ο ουρανός έχει κι άλλο χρώμα!
Άργησα να καταλάβω πως η πέτρα είναι σκληρή
Το νερό πνίγει τον άνθρωπο, η φωτιά τον κατακαίει!
Κάθε μέρα που ξημερώνει είναι ένας καημός
Κι ο άνθρωπος μονάχα όταν φτάσει σ’ αυτή την ηλικία το καταλαβαίνει.

Κυδώνι κίτρινο, ρόδι κόκκινο, φθινόπωρο!
Κάθε χρόνο όλο και περισσότερο αφομοιώνομαι
Γιατί τα πουλιά περιδιαβαίνουν στον ουρανό;
Από πού ξεφύτρωσε αυτή η κηδεία; Ποιος ο πεθαμένος;
Αυτός ο κήπος ανάμεσα σε πόσους άλλους
παρατημένους κήπους συγκαταλέγεται;

Όποιος και να’ σαι, ο θάνατος καραδοκεί πάνω απ’ το κεφάλι όλων
Θα κοιμηθείς και δεν θα μπορέσεις να ξυπνήσεις
Ποιος ξέρει πού, πώς, σε ποια ηλικία;
Αυτός ο τάφος από πέτρα που μοιάζει με θρονί
Θα’ ναι (εις το εξής) το σουλτανάτο σου για προσευχή.

***

Ροβινσώνας Κρούσος

Ροβινσώνα, μυαλωμένε μου Ροβινσώνα
Πόσο σε θαυμάζω να’ ξερες!
Το δρόμο για το νησί σου μακάρι να μου’ δειχνες
Τον εαυτό μου θέλω να ’βρω.

Γίνομαι εγώ καράβι, γίνε εσύ ο καπετάνιος
Πανί ανοίγουμε ένα πρωινό
Στον ήλιο η θάλασσα γίνεται η σκιά μας
«Ταξίδι!» όσο να πούμε κι είμαστε στο νησί μας.

Θα’ θελα να ήσουν ο διερμηνέας μου
Να με συστήσεις με τα ψάρια
Με τ’ άγρια πουλιά και με τα άνθη
«Ένας από’ μας» να λες σ’ αυτούς για μένα.

Στο δέντρο να σκαρφαλώνω ξέρω
Γνωρίζω τον γινωμένο τον καρπό
Ακόμα και να θρυμματίζω πέτρα περνάει από το χέρι μου
Φωτιά ν’ ανάβω και να μαγειρεύω

Ροβινσώνα με την πολλή σου κατανόηση
Στο νησί σου αν ακόμα δεν έχει βυθιστεί
Να με πάρεις εκεί
Προτού της θάλασσας ο δρόμος κλείσει.

Cahit Sıtkı Tarancı (Τζαχίτ Σιτκί Ταραντζί, 1910-1956): Γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1910 στο Ντιγιαρμπακίρ (Άμιδα). Άρχισε να γράφει ποίηση από τα μαθητικά του χρόνια στο λύκειο Γαλατασαράι, όπου ανέπτυξε φιλία με τον εξίσου γνωστό στην Τουρκία λογοτέχνη Ziya Osman Saba. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Κωνσταντινούπολη και το Παρίσι. Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκόσμιου πολέμου υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τις σπουδές του στη Γαλλία και να γυρίσει στην πατρίδα του για να στρατευτεί. Μετά το τέλος του πολέμου εργάστηκε ως μεταφραστής. Πέθανε σε ηλικία μόλις 46 ετών, αφού προηγουμένως έμεινε παράλυτος και χρειάστηκε να μεταφερθεί για θεραπεία στη Βιέννη.

Η άριστη γνώση της γαλλικής γλώσσας τον βοήθησε να μυηθεί στην ποίηση σπουδαίων Γάλλων δημιουργών, όπως ο Baudelaire, o Rimbaud κι ο Mallarme και να επηρεαστεί από αυτούς. Ανήκει στο κίνημα των «Πρώτων Νεωτεριστών» (Birinci Yeni στην Τουρκική γλώσσα), που άλλαξε ριζικά την ποίηση στην Τουρκία, αφού εισήγαγε τον ελεύθερο στίχο, υιοθετώντας ύφος απλό, χωρίς ιδιαίτερα καλολογικά στοιχεία και προσανατολισμένο κυρίως σε ζητήματα της καθημερινότητας που αφορούσαν τον απλό λαό. Ωστόσο, αν και θιασώτης των Πρώτων Νεωτεριστών, ο Τζαχίτ Σιτκί Ταραντζί διαφοροποιήθηκε από τους υπόλοιπους ομότεχνους αυτής της ποιητικής τάσης, αφού κατάφερε να επιτύχει την ποθητή λιτότητα στην ποίησή του μέσω της ομοιοκαταληξίας και του μέτρου που διέτρεχε σχεδόν όλα του τα ποιήματα.

Με λόγο εξομολογητικό, βατό και τις πλείστες φορές ενδοσκοπικό εκφράζει συναισθήματα, προβληματισμούς και σκέψεις που αφορούν στη ζωή και το θάνατο, τη μοναξιά και το χρόνο που γοργοδιαβαίνει αμείλικτα και ανεπιστρεπτί. Θα έλεγε κανείς πως η ποίηση είναι για τον Τζαχίτ Σιτκί Ταραντζί μια υπόθεση αμιγώς προσωπική, παρά την καθολικότητα των νοημάτων και των συμβολισμών που αναδίδει. Ως φαίνεται, είναι για εκείνον ένα είδος ψυχανάλυσης που του εξασφαλίζει δίαυλο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο και παράλληλα του δίνει τη δυνατότητα να εκτονωθεί με το να αλιεύει από τα ενδόμυχά του όλα τα διαβρωμένα παλιοσίδερα που επιβάρυναν κατά καιρούς τον ψυχισμό του.

Μετάφραση από τα τουρκικά και βιογραφικό σημείωμα:Πηνελόπη Γιώσα

Σημ.: Οι μεταφράσεις και το βιογραφικό σημείωμα πρωτοδημοσιεύθηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 166 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2018) και αναδημοσιεύονται εδώ με την άδεια της μεταφράστριας.

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/02/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Ορόσημο

Ο χωροχρόνος είναι ιερός!
Είναι ο χρόνος που σε συναντώ
σαν διαβάζεις την ποίηση της καρδιάς μου
Είναι ο χώρος που σε συναντώ
σαν βλέπεις τα ποιήματά της αγάπης μου
Τι μακάρια ευτυχία είναι ο χωροχρόνος!
Γιατί είναι το κρυφό κομμάτι της ζωής μου… Ιδανικό!
Ανύπαρκτα τα χρονικά και τοπικά ορόσημα!
Μόνο συναισθήματα και μνήμη της καρδιάς.
Μόνο επιθυμία και θαυμασμός!
Μόνο αγάπη!
Ένας θησαυρός ζωής!
Ο ιερός χωροχρόνος του έρωτα.

***

Γιορτή

Απόψε γιορτάζω τη θλίψη μου
Ο πόνος της απουσίας
Κάλυψε τη λογική μου
Η καρδιά μου άρρωστα χτυπά.
Ένα βάρος ασήκωτο στο στήθος μου.
Φεύγεις, απομακρύνεσαι
Λείπεις.
Φυλλοροεί η χαρά μου.
Τα χείλη μου πικραίνουν.
Τα μάτια άδεια από παρουσία.
Μοναξιά με συνθλίβει.
Απόψε η θλίψη μεσουρανεί.
Η απουσία σου με στοιχειώνει.