Diane Di Prima, Ποιήματα

Paracelsus:

Extract the juice which is itself a Light.
Pulp, manna, gentle
Theriasin, ergot
like mold on flame, these red leaves
bursting
from mesquite by the side
of dry creekbed. Extract
the tar, the sticky
substance
heart
of things
(each plant a star, extract
the juice of stars
by circular stillation
smear
the inner man w/the coction
till he burn
like worms of light in quicksilver
not the false
puffballs of marshfire, extract
the heart of the empty heart
it is full
of the star soul that paces fierce
in the deeps of earth
the Red Man,
healer
in furs
who carries a club
who carries
the pale homunculus
in his belly.
For you are angel, you call
the soul from plants
or pearls of ambergris
out of the grudging sea.
Extract arcanum. Separate
true Archeus from the false
the bitter
is not less potent—nor does clarity
bespeak truth.
Out of the heart of the ineffable
draw the black flecks of matter
& from these
the cold, blue fire.
Dry water. Immerse
yourself
though it be but a drop.
This Iliaster
flowers like the wind.
Out of the ash, the Eidolon of the world
Crystalline.
Perfect.

Παράκελσος:

Εξάγετε τον χυμό, ο οποίος από μόνος του είναι ένα Φως.
Πολτός, μάννα, απαλό
Θεριασίνη, εργοταμίνη
σαν μούχλα στη φλόγα, αυτά τα κόκκινα φύλλα
εκρήγνυται
από το μεσκίτ στο πλάι
της ξηρής κοίτης του ρυακιού. Εκχύλισμα
η πίσσα, το κολλώδες
ουσία
καρδιά
των πραγμάτων
(κάθε φυτό ένα αστέρι, εκχύλισμα
ο χυμός των αστεριών
με κυκλική στασιμότητα
κηλίδα
ο εσωτερικός άνθρωπος με τη σύγχυση
μέχρι να καεί
σαν σκουλήκια φωτός σε υδράργυρο
όχι το ψεύτικο
φουσκωτές μπάλες από βάλτο, εκχύλισμα
η καρδιά της άδειας καρδιάς
είναι γεμάτο
της αστρικής ψυχής που βηματίζει άγρια
στα βάθη της γης
ο Κόκκινος Άνθρωπος,
θεραπευτής
σε γούνες
ποιος κουβαλάει ρόπαλο
ποιος κουβαλάει
ο χλωμός ανθρωπόμορφος
στην κοιλιά του.
Γιατί είσαι άγγελος, καλείς
η ψυχή από τα φυτά
ή μαργαριτάρια αμπέρι
έξω από την αδηφάγα θάλασσα.
Απόσπασμα από το Αρκάνουμ. Ξεχωρίστε το.
ο αληθινός Αρχέας από τον ψεύτικο
το πικρό
δεν είναι λιγότερο ισχυρό—ούτε και η σαφήνεια
πες την αλήθεια.
Από την καρδιά του απερίγραπτου
ζωγράφισε τις μαύρες κηλίδες της ύλης
& από αυτά
τη κρύα, γαλάζια φωτιά.
Ξηρό νερό. Βυθίσου
σύ ο ίδιος
κι ας είναι μόνο μια σταγόνα.
Αυτός ο Ιλιάστερ
λουλούδια σαν τον άνεμο.
Από την στάχτη, το Είδωλο του κόσμου
Κρυστάλλινος.
Τέλειος.

*

Song for Baby-O, Unborn

Sweetheart
when you break thru
you’ll find
a poet here
not quite what one would choose.
I won’t promise
you’ll never go hungry
or that you won’t be sad
on this gutted
breaking
globe
but I can show you
baby
enough to love
to break your heart
forever

Τραγούδι για το Baby-O, Unborn

Αγαπημένο
όταν θα βγεις στον κόσμο
θα βρεις
ένα ποιητή εδώ
όχι ακριβώς αυτό που θα επέλεγε κανείς.
Δεν θα σου υποσχεθώ ότι
δεν θα πεινάσεις ποτέ
ή ότι δεν θα είσαι λυπημένο
σε αυτό τον άσπλαχνο
διαλυμένο
κόσμο
αλλά μπορώ να σου δείξω
μωρό μου
αρκετά για να αγαπήσεις για
να σου ραγίσω την καρδιά για
πάντα

*

The Window

you are my bread
and the hairline
noise
of my bones
you are almost
the sea
you are not stone
or molten sound
I think
you have no hands

Το Παράθυρο
είσαι το ψωμί μου
και η γραμμή των μαλλιών μου
το τρίξιμο
των οστών μου
είσαι σχεδόν
η θάλασσα
δεν είσαι πέτρα
ή λιωμένος ήχος
Νομίζω πως
δεν έχεις χέρια

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης

Ρώμος Φιλύρας, Αγνή βέρα

Απ’ όλα δε θα μείνη – συλλογίσου –
παρ’ ό,τι θα θυμίζω την ψυχή,
μέσα στο χάος της βουβής αβύσου
μόνον η Αγάπη λόγια ν’ αντηχή
θάχη, για ν’ ανυμνή το μάγο ταίρι,
που πανόμοια στοιχεία το κυβερνούσαν
που ένας στον άλλον έδινε το χέρι
κι οι Άγγελοι ψηλά τους εκαλούσαν.

*Από τη συλλογή «Θυσία», 1923

Μανώλης Αναγνωστάκης, Τρία ποιήματα

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠOΥ ΜΑΣ ΔΙΑΒΑΣΕ ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ Ο ΛΟΧΙΑΣ OTTO V…

Ι

Σε δύο λεφτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Δεν πρέπει να σκεφτεί κανένας τίποτ’ άλλο
Εμπρός η σημαία μας κι εμείς εφ’ όπλου λόγχη από πίσω
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά τραγουδώντας ρυθμικά εμβατήρια
Θα τραβήξεις μπροστά που μαντεύονται χιλιάδες ανήσυχα μάτια
Εκεί που χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω από μι’ άλλη σημαία
Έτοιμα νά χτυπήσουνε και να χτυπηθούν.
Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα
Μια λεξούλα μικρή μες στη νύχτα, που σε λίγο εξαίσια θα λάμψει.
(Κι εγώ που ’χω μια ψυχή παιδική και δειλή
Που δε θέλει τίποτ’ άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
Κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θε μου, να μάθω γιατί
Και δε βλέπω μπροστά τόσα χρόνια παρά μόνο τον δίδυμο αδερφό μου}.

*Από τη συλλογή “Εποχές”, Θεσσαλονίκη 1945, ιδιωτική έκδοση.

*

III

Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μη λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στη νύχτα χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μια Αυγή που σου ’χαν τάξει
Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα
-Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
Με μια σβησμένη νοσηρή χρονολογία
Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
-Με σένα τόσα χρόνια μακριά μου-
Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Στο νυσταγμένο καφενείο όλη τη νύχτα
Στου Πειραιά, νύχτα, το βρόμικο λιμάνι

*Από τη συλλογή “Εποχές  2” (1948)

ΤΟΠΙΟ

Ερειπωμένοι τοίχοι,. Εγκατάλειψη.
Περασμένες μορφές κυκλοφορούνε αδιάφορα
Χρόνος παλιός χωρίς υπόσταση
Τίποτα πια δε θ’ αλλάξει δε μέσα.
Είναι μια ήρεμη σιωπή μην περιμένεις απάντηση
Κάποια νύχτα μαρτιάτικη χωρίς έπιστροφή
Χωρίς νιότη, χωρίς έρωτα, χωρίς έπαρση περιττή.
Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν ’Άνοιξη.
Το βιβλίο σημαδεμένο στη σελίδα 16
Τ’ πρόγραμμα της συναυλίας για την άλλη Κυριακή.

*Από τη συλλογή Παρενθέσεις (1955)*

Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, Αποσπάσματα

Η γάτα

Κάτι αναπτύσσεται σ’ αυτές τις κάμαρες, μέσ’ από γέλια και ψιθυρίσματα, που κάποια μέρα θα στραφεί εναντίον μου σα γάτα που αγριεύει. Η καμπύλη μιας ράχης τινάζεται κάποτε αχνή στον αέρα, με μιαν ένταση σπάνια για δοκιμή. Θα είναι, σκέφτομαι, η σπανιότερη γάτα του κόσμου. Βάζω φαγάκι και νερό σε μια γωνιά, καλοπιάνω τις γάτες που ξέρω. Και νιώθω ανίσχυρη, πάμφτωχη. Δε θα μερώνει, δε θ’ αγοράζεται, θα μου βγάλει εξάπαντος τα ωραία μου μάτια.

[Ο μέγας μυρμηγκοφάγος]
Από χρυσό και μαύρο

Νύχτα, εσύ που περνάς τ’ αστεράκια σου απ’ το πιο ψιλό κοσκινάκι, και κρατάς μόνο τα λεπτά, τα λαμπερά, τα φίνα, δίδαξε και μένα πώς να φτιάξω, από χρυσό και μαύρο, μια μικροσκοπική αστροφεγγιά.

Μάρα Λεντεμπούρ-Μποβιάτση, Σώμα

Άκου να δεις
και κοίτα να πιστέψεις.
Τ’ αυτιά μου δεν πιστεύουν κραυγή μου καμιά.
“Αν έχω μπλέξει, έμπλεξα με χτένα δική μου
που άγρια την έτρεξα σε πρωινά μαλλιά”.
Έτσι είπα κι έτρεξα
να πάω κάπου αλλού.
Τώρα μες στον υπόνομο
κινείται αυτό το πράγμα
που βγήκε απ’ το άγχος μου
και το μισούνε όλοι.
Να ξέρεις πως το σώμα μου
είναι γκρεμός και γλίτσα
παρότι εσύ κοιτούσες
χείλη
μάγουλα
βυζιά.

*Δημοσιεύεται στο “Τεφλόν”, τεύχος 34, Χειμώνας-Άνοιξη 2026.

Ηλίας Μέλιος-Λιανός, ο Λαόνικος…

ο Λαόνικος ένας άστεγος στην Αθήνα δίνει την εντύπωση
πως φέρνει του ναυάρχου Άστιγγος της Παλιγγενεσίας
κι ο μεγαλόνους θάνατος δεν δείχνει αφάνατος
καν μια δουλεία –ναι, δουλεία– προς βιοπορισμόν
δεν αποτελεί αγία εργασία πλην της τιμίας αεργίας
κι αν είσαι ο νταλικιέρης θα φτάσεις στον Νταλί
κι αν θες να φαίνεσαι καλαμπουρτζής
όπως σαν βγαίνεις από τη βάρκα
και συνήθως κλείνεις την πόρτα πίσω
πιάσε μολύβι σκεπάρνι πριόνι και βιολί
πάντα η οικοδομή ήντονε γιορτή
κι όσο τραγουδάς καρπούζι
βγάζεις και πεπόνι

*Από το βιβλίο “Φωνές γράφουν ‘ιστορίες”, έκδοση Anakestan Gallery, Δεκέμβριοςε 2023.

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Μοναχός μου νυχτώνω

Βλέπω την θάλασσα ν’ ανοίγεται για σένα
τρυφερέ περιηγητή του ουρανού
μες στις ακρογιαλιές μου που κουρνιάζεις
 
Βλέπω στον ουρανό μια κατασκήνωση για σένα
οργανοπαίχτης μιας σβησμένης εποχής
που ζωντανεύεις πάνω στην οθόνη
τη μνήμη μου ανάμεσα στα παιδικά σου χρόνια
 
Μονάχος μου νυχτώνω εδωπέρα
τα ποιήματά μου έγιναν ατροφικά
μικρά στολίδια του βυθού που σε προσμένουν

Andrey Kostinsky, Αποσιωπητικά

Τρία παράθυρα μαύρα:
το δεξί, του γιου,
το μεσαίο, της κόρης,
το αριστερό, της κουζίνας και της γάτας

δεν επέζησε μονάδα η Νάουσα
η γάλα μας και μόνη για όλους
τον θάνατο βρήκε εκείνη τη νύχτα:
πίσσα μαύρη κάπνα
εξωτερικά των τοίχων απλώνεται
θαρρείς μπροστά στα μάτια σου
λες και της γάτας η ψυχή
που τέτοιο θάνατο ακόμα
δεν μπορεί να πιστέψει πως θα ‘χει
από κείνη την κόλαση
Παλεύει να βγει

βόμβα διασποράς
άφησε στην αυλή κρατήρα
σε εκείνο το σημείο
Όπου πήγαινα τα μικρά
στην παιδική χαρά
ενώ απ’ τα ξεβαμμένα παγκάκια
ακουγόταν η γκρίνια:
“να τα ντύνετε πιο καλά τα παιδάκια,
ρεύμα κάνει, θα πουντιάσουν”.

τώρα το ρεύμα νωρίς την άνοιξη
νανούρισμα λέει
στη νεκρή (μη) οικία
όπου κάηκαν φωτογραφικά άλμπουμ
απ’ όλες τις γενικές

Όταν τα εγγόνια των παιδιών μου
θα τους ζητήσουν να δείξουν
την φωτογραφία του παππού μου
που νίκησε το φασισμό το ’45,
θα ακούσουν:
“δεν υπάρχουν φωτογραφίες του προπάππου,
τις έκαψαν φασιστές

……..
/στη φωτογραφία φαίνονται τρία μαύρα παράθυρα του καμμένου μου σπιτιού που βρίσκεται στην καρδιά μιας πυκνοκατοικημένης λαϊκής γειτονιάς του Χάρκοβου.
Ουκρανία, αρχή τρίτης χιλιετίας /


Γράφει σχεδόν· ποιήματα.
Καθαρόαιμοι κι ημίαιμοι δεν την αποδέχονται.
Μα εκείνη έμεινε στο κέντρο άμεσης βοήθειας του οικείου Χάρκοβου:
“Η πόλη μου τραυματίστηκε. Πώς μπορώ να την αφήσω;”
Τα λόγια της σωπαίνουν, μόνο τα μάτια γράφουν.
Φύτρωσε στην πόλη, έγινε μέρος του κυκλοφοριακού της.
Καθαρόαιμοι κι ημίαιμοι, ειδικά οι περαστικοί
(Ευτυχισμένο το 20 22! Τι υπέροχη πόλη!
Τόσες δυνατότητες. Η δεύτερη
πατρίδα
[μου]”
Όμως, τη μέρα από δύο άριστα* πήραν κακούς βαθμούς στο νεκρο-
φονικό μας βιβλίο: τώρα κάθε νομάς ευγνωμονεί
τον προσωπικό του θεό που είναι μακριά
και μπορεί για κάποιο λόγο να διαβάζει στους άλλους ποίηση,
να απολαμβάνει τον καφέ του, τη ζέστη και το φως, κι το φτηνό αλκοόλ,
και να μοιράζεται με τους ντόπιους την καθημερινότητα καταφυγίων.
Ενώ κάποιος άλλος είναι επίσης μακριά μα ο ομφάλιος χώρος του πόνου δεν τον αφήνει:
σε κάθε γουλιά του καφέ του, αντί για ζάχαρη
θραύσματα γυαλιού θρυμματισμένου από το ωστικό κύμα,
κάθε ματ του λαμπτήρα του
μέσα από βρεγμένο βαμβάκι καρπό ηλεκτρίζει,
κάθε θερμίδα ζέστης
τον κάνει να θέλει να βγάλει το δέρμα του να το δώσει έστω στον θεό,
σε έναν από όσους εισακούν προσευχές:
“Ράψε μια πορφύρα να σκεπάσει τον ουρανό απ΄τις βόμβες
έτσι ώστε η κοπέλα που γράφει σχεδόν-ποιήματα
στον ελεύθερο χρόνο μετά από ήρεμη βάρδια στο κέντρο άμεσης βοήθειας
σε καφέ που οι θαμώνες ακούνε μόνο τους ίδιους
να διαβάσει τον πιο όμορφο στίχο που τα πάντα υπερκαλύπτει:
την πολυαναμενόμενη
ΣΙΩΠΗ..”
… …….
31+24

*Ο Andrey Kostinsky (Αντρέι Κοστίνσκι) γεννήθηκε το 1960 στο Χάρκοβο, όπου και ζει. Είναι ποιητής, επιμελητής του λογοτεχνικού περιοδικού ΛΑΒΑ και διευθυντής των εκδόσεων “Σλόβο” (Λόγος) με έδρα το Χάρκοβο. Έχει κυκλοφορήσει δεκαοκτώ ποιητικές συλλογές και προσανατολίζεται στην ποιητική της πρωτοπορίας. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και συμπεριληφθεί σε ανθολογίες.

**Από την ανθολογία “Ο θάνατος ερχόταν προς το μέρος μου πετώντας”, Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2022. Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.

Edvard Munch, Melancholy (1911)

Θάλεια Τ., Ναι, τι για το μέλλον;

μετράω τα κόκαλα στην πλάτη μου
προσπαθώντας να φανταστώ
τι μου λέει αυτή η κηλίδα για το μέλλον
βουρκώνω
μα δεν κλαίω

δεν ξέρω τι παραπάνω να μου πει για το μέλλον
ασπρόμαυρη διαφάνεια με σκιές
πέρα από
ζήσε

δεν ξέρω τι παραπάνω να μου πει για το μέλλον
χέρι στο μέτωπο μικρής
όπως τακτοποιεί από αμηχανία τις τούφες της
περιμένοντας

οι αρνήσεις που πλέουν προς την ακτή της καταστροφής
αυτές ίσως γνωρίζουν
αυτές
και η ακτή που αντιστέκεται

*Δημοσιεύεται στο ‘Τεφλόν”, τεύχος 34, Χειμώνας-Άνοιξη 2026.