ΣΕΡΕΝΑΤΑ

για την φωτογραφία, την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα

IMG_9922

(Αφιέρωμα στον Λόπε δε Βέγα)

Στου ποταμιού τις όχθες

βρέχεται η νύχτα

και στα στήθια της Λολίτας

πεθαίνουν τα κλαριά από αγάπη.

Πεθαίνουν τα κλαριά από αγάπη.

Η νύχτα τραγουδάει γυμνή

πάνω απ’ τις γέφυρες του Μάρτη.

Πλένει η Λολίτα το κορμί της

μ’ αρμυρό νερό και νάρδους.

Πεθαίνουν τα κλαριά από αγάπη.

Η νύχτα η καμωμένη από γλυκάνισο κι ασήμι

λάμπει πάνω στις σκεπές.

Ασήμι από ρυάκια και καθρέφτες.

Γλυκάνισο των άσπρων μηρών σου.

Πεθαίνουν τα κλαριά από αγάπη.

FEDERICO GARCIA LORCA

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Mετάφραση: Ανδρέας Αγγελάκης

View original post

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

Χωρόχρονος

Τρεις μέρες πριν πεθάνει ο γείτονας,

ούρλιαζε το σκυλί του, βλέποντας

τις φάσεις του θανάτου στο μέλλον.

Τι θάμα, ένα σκυλί

σαν το θεό του Εκκλησιαστή

που βλέπει παρελθόντα όλα τα πράγματα

σ’ απόσταση τριών μερών ένα σκυλί

διέκρινε την πράξη ενός θανάτου

Εγώ ‘μως βρίσκω πως δεν είμαι
ούτε θεός
ούτε σκυλί, μα έχω
κάτι από την πλήξη του θεού-

και κάτι απ’ του σκυλιού τη θλίψη.
 
***

Φωτισμός

Το φως χωρίζει τα πράγματα.

Το σκοτάδι ενώνει τα πράγματα.

Αυτή η πρώτη παρουσία των πραγμάτων

αυτός

ο θάνατος. Όμως

στη δεύτερη παρουσία τους

τα πράγματα

είναι

το φως.

Γιάννης Ρίτσος, Ειρήνη

Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα
είναι η ειρήνη

Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
και οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκους που ‘ καψε η πυρακαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κι οι νεκροί μπορούν να γείρουν στον πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρουδίά του φαγητού το βράδυ,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός,
γιορτάζοντας τά μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κι ένα βιβλίο μπροστά στο
παιδί που ξυπνάει.
τότε που τα στάχυα γέρνουν το ‘να στ’ άλλο λέγοντας: το φως, το φως
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως,
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα,
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο
εργάτης το Σαββατόβραδο,
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε, δεν είναι μια μέρα που χάθηκε,
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδυ
κι είναι μια κερδισμένη μέρα κι ένας δίκαιο ύπνος,
που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορφίνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφές μου, – όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε.
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε,
είναι η ειρήνη.

Τότε που ο θάνατς πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά
κι οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρίφαλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος,
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακές σ’ όλη της γης,
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη.
Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα,
είναι η ειρήνη

Αδέρφια,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόμσος με όλα τα όνειρά μας
Δώστε τα χέρια αδέρφια μου,
αυτό ‘ ναι η ειρήνη.”

Αντρέ Μπρετόν, Πόλεμος

Κοιτάζω το Τέρας που γλείφεται

Για να μπερδευτεί όσο μπορεί με ό,τι είναι γύρω του

Τα μάτια του χρώμα φουρτούνας

Ξάφνου είναι βαλτονέρια που σκεπάζονται με βρώμικα

ρούχα με σκουπίδια.

Βαλτονέρια που πάντα σταματάνε τον άνθρωπο

Βαλτονέρια με μια μικρή πλατεία Όπερας μες την κοιλιά

τους

Ο φωσφορισμός είναι το κλειδί για τα μάτια του Κτήνους

Που γλείφεται

Κι η γλώσσα του

Τοξεμένη ποιος ξέρει από πριν πού

Είναι ένα σταυροδρόμι από καμίνια

Από κάτω ατενίζω τον ουρανίσκο του

Σαν από λάμπες μέσα σε σάκους

Και κάτω απ’ το θόλο σε γαλάζιο βασιλικό χρώμα

Τόξα χρυσαφιά ξεφτισμένα προοπτικά το ‘να μέσα στ’ άλλο

Ενώ τρέχει η πνοή της γενίκευσης στο άπειρο εκείνου του πανάθλιου
γυμνόστηθου παλιάτσου σαν κι αυτούς που βγαίνουν

στις πλατείες καταπίνοντας δαυλιά αναμμένα με πετρέλαιο

κάτω από μια ψιλή βροχή πεντάρες.

Τα σπυριά του Κτήνους λάμπουν εκατόμβες παλικαριών για να

χορτάσει ο Αριθμός

Με τα πλευρά να τα φυλάνε αστραφτερά λέπια στρατοί

Φουσκωτοί κι ο καθένας τους περιστρέφεται μια χαρά πάνω στη

στρόφιγγά του

Μ’ όλη τους την αλληλεξάρτηση σαν τα κοκόρια που βρίζονται
την αυγή από κοπρώνα σε κοπρώνα

Αγγίζουμε τη ρωγμή της συνείδησης κι όμως μερικοί συνεχίζουν

να λένε πως η μέρα θ’ ανατείλει

Η πόρτα ήθελα να πω το Τέρας γλείφεται κάτω απ’ τη

φτερούγα

Και βλέπεις τάχα από γέλιο να χτυπιούνται από σπασμούς
κλέ
φτες βαθιά σε μια ταβέρνα

Ο αντικατοπτρισμός που μ’ αυτόν είχαν φτιάξει την καλοσύνη

διαλογίζεται

Είναι ένα κοίτασμα υδραργύρου

Θα μπορούσες να το γλύψεις μονομιάς
Νόμισα πως το Κτήνος στρεφόταν σε μένα είδα ξανά τη βρωμιά

της αστραπής

Πόσο είναι άσπρο στις μεμβράνες του μες στην σβελτάδα των δα
σών
από σημύδες όπου στήνεται η ενέδρα

Μες στα ξάρτια των καραβιών του που στην πλώρα τους βουτά μια

γυναίκα με την κούραση του έρωτα να τη στολίζει πράσινη

μάσκα

Μάταιος συναγερμός το Κτήνος κρατά τα νύχια του διεγερτική

στεφάνη γύρω από τα στήθη

Προσπαθώ να μην παραπατώ φανερά όταν κουνά την ουρά του

Που είναι σημαδεμένη άμαξα και καμτσικιά

Μες στην πνιγερή οσμή της κικινδέλης

Απ’ το φορείο το βρωμισμένο με μαύρο αίμα και με χρυσάφι προς

το φεγγάρι

Ακονίζει ένα του κέρατο στο ενθουσιασμένο δέντρο των αιτιάσεων

κουλουριάζεται με φοβερή νωχέλια κολακευμένο

Το Κτήνος γλύφει το όργανό του δεν είπα τίποτα

*Πηγή: Γιώργος Σπανός (επιμ.), André Breton, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1983, σ. 142-143.

Arthur Rimbaud, Ο υπναράς της ρεματιάς

Είναι μια τρύπα χλωρασιάς όπου ένα ρυάκι ψάλλει
Στα χόρτα μπλέκοντας τρελά κουρέλια ασημωμένα
Και λάμπει απ’ το το περήφανο βουνό του πέρα ο ήλιος.
Είναι μια ρεματιά μικρή που αφρίζει απ’ τις αχτίδες.

Ένας στρατιώτης μ’ ανοιχτό στόμα, γυμνό κεφάλι
Και με το σβέρκο στο νωπό τον κάρδαμο χωμένο
Κοιμάται΄κι είναι ξαπλωτός στη χλόη κάτω απ’ τα νέφη,
Ωχρός , σε κλίνη πράσινη όπου χρυσόφως βρέχει.

Με τα ποδάρια στα πλατιά σπαθόχορτα κοιμάται
Κάνει έναν ύπνο ως άρρωστο παιδί χαμογελώντας,
Φύση, νανούριζέ τονε θερμά πολύ. Κρυώνει.

Δε φέρνουν στα ρουθούνια του τρεμούλιασμα τα μύρα.
Κοιμάται με το χέρι στο στήθος μες στον ήλιο,
Ατάραχος. Και στο δεξί πλευρό του έχει δύο τρύπες.

*ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ (1909-1956)
**Από τον τόμο Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης,Εκδ. Καστανιώτης
***Αναδημοσίευση από το http://gerontakos.blogspot.com.au/2014/01/blog-post_6794.html

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ (1932-2014)

ΔΥΟ ΑΙΩΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΣΕΙΡΑ ΤΡΙΤΗ

* Ποιητὲς Ἀνθολογοῦν Ποιητές *

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ (1932-2014)

Στὸν Βύρωνα Λεοντάρη εἶναι ἀφιερωμένη ἡ 14η ἐκδήλωση τοῦ Δέκατου Πέμπτου Κύκλου «Ποίηση: Λόγος καὶ Τέχνη 2016-2017» ποὺ διοργανώνει τὸ Ἴδρυμα Τάκης Σινόπουλος – Σπουδαστήριο Νεοελληνικῆς Ποίησης

Ὁ ποιητὴς Θωμᾶς Ἰωάννου θὰ παρουσιάσει τὸν ποιητὴ Βύρωνα Λεοντάρη καὶ θὰ ἀνθολογήσει τὸ ἔργο του.

Τετάρτη 26 Ἀπριλίου 2017

στὶς 8 μ.μ. στὸ σπίτι τοῦ Τάκη Σινόπουλου

στὴν ὁδό Τάκη Σινόπουλου ἀρ. 22 στὸν Περισσό.

*http://elpenor.gr/index.php/home-gr/28-2014-01-08-13-39-43/101-2014-01-28-11-48-19