ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ, ΒΡΟΧΗ ή Η ΖΏΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΥΚΟΛΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ ΕΔΩ

Φωτογραφία από την ταινία Lady Bird (2017)

Που να ‘ναι άραγε η Χώρα των Βάσκων, σκεφτόμουν καθώς διέσχιζα το διάδρομο κατά μήκος του λίβινγκ ρουμ. Μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο ζούσα. Όι χτύποι του τηλεφώνου διασταυρώνονταν με τα βήματά μου, που χτυπούσαν ρυθμικά πάνω στα πλακάκια, ενώ η τηλεόραση άλλαζε αθόρυβα χρώματα. Κάποιοι σχημάτιζαν λέξεις στα χείλη τους χωρίς ήχο, η ώρα ήταν έξι το απόγευμα αλλά κιόλας νύχτα, οι εναλλαγές φωτός δημιουργούσαν σκιές στους τοίχους. Δεν θα κατάφερναν να έρθουν απόψε. Μια λίμνη εμφανίστηκε
έξω απ’ το σπίτι, στην άσφαλτο. Η τηλεόραση έπαιζε μια παλιά βασκική ταινία. Σήκωσα το ακουστικό, στριμώχτηκα σε ξένες λέξεις, ο πανικός στροβιλιζόταν σαν διάφανη λευκή σκόνη στο λίβινγκ ρουμ με τους φθαρμένους καναπέδες από δέρμα. Άκουσα τη φωνή μου να λυγίζει, να δραπετεύει μέσα απ’ τα καλώδια. Ταυτόχρονα κολυμπούσα προς το Βορρά, ανάμεσα σε κορμούς δέντρων και σκασμένα λάστιχα. Δεν είχα ιδέα πού βρισκόταν αυτή η χώρα.

RAIN or LIFE IS NOT EASY FOR THOSE LIVING HERE

Where would the Basque country be, I was wondering as I was crossing the corridor across the living room. In this room I was living. The telephone rings crisscrossed my steps, rhythmically tapping on the tills, as the TV was quietly changing colours. Some people were shaping words in their lips without a sound, it was six in the evening, but already dark, the switching lights were making shadows on the walls. They will not make it here tonight. A lake appeared outside the house, on the asphalt. The TV was showing an old Basque movie. I picked up the receiver, got squeezed in foreign words, the panic was whirling like white transparent dust in the living room, with the worn sofas covered with leather. I heard my voice bending, escaping through the cables. At the same time, I was swimming towards the North, amongst tree trunks and flat tires; I had no idea where this country was.

*Από το δίγλωσσο βιβλίο “ΞΎΠΝΗΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΧΏΡΑ – Ελληνική ποίηση σε ενεστώτα χρόνο” (I woke up in a country Greek poetry at the present time), Εκδ. ΙΔΡΥΜΑ ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΌΥΡΓΚ | ROSA LUXEMBURG STIFTUNG, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2019.

Eavan Boland, Χάντρες από αμέθυστο

Κι όταν τις βγάζω από
το κουτί από ξύλο κερασιάς αυτές οι χάντρες έχουν
το χρώμα της βιολέτας στη σκιά. Έπειτα
στο πηγάδι του λαιμού όπου
σχηματίζονται τα δάκρυα
σκουραίνουν. Τώρα φορώ στο λαιμό ένα παλιό σχηματισμό
από κρύσταλλο: μια εντύπωση γήινου νοικοκυριού.
Μια μυστηριώδη λάμψη
φτιαγμένη υπόγεια όπου δεν έχει ήλιο
μόνο ιστορίες ενός παιδιού ξεστρατισμένου και της μητέρας του να παζαρεύει
με έναν αγέλαστο βασιλιά. Να υπόσχεται και να μαλώνει:
τι μπορεί να κρατήσει, τι μπορεί να του παραχωρήσει. Οι σκιές
και η εποχή που βγαίνουν οι βιολέτες είναι μέρος
της συμφωνίας. Κλεμμένες από ένα τέτοιο μέρος
αυτές οι χάντρες δεν μπορούν παρά να
γνωρίζουν τις ιαματικές τέχνες του συμβιβασμού,
της επιβίωσης. Κι όταν τις φορώ
είναι σχεδόν λες και το δέρμα μου απορροφούσε
ένα φάρμακο από φως. Κάτι σαν τα παλιά βάλσαμα.
Δενδρολίβανο, ας πούμε ή τανατσέτο.
Ή χαμομήλι που το είχαν
για τον πυρετό. Που κάποτε δίνανε για να μερέψουν ένα παιδί
που στριφογύριζε από τη μια μεριά στην άλλη, χάντρες ιδρώτα να αιχμαλωτίζουν
και να κρατούν μια λάμψη από το καντηλέρι.
Ένα παιδί που φωνάζει μες στον ύπνο της
Περίμενέ με. Μη με αφήνεις εδώ.
Που ποτέ δε θα το θυμάται αυτό.
Που ποτέ δε θα το θυμάται αυτό.

Hashim Saraj, Πριν η νύχτα αποκτήσει άλλο νόημα

​Μετά τον θάνατο του Αριστοτέλη
η ελληνιστική εποχή δεν είχε ακόμη δύσει
κι εγώ, αλαφροΐσκιωτος από ποίηση και ομορφιά
περιπλανιόμουν μεθυσμένος στους λαμπρούς δρόμους της Αθήνας.
​Στεκόμουν μπροστά στις ανοιχτές πύλες των σχολών:
της Ακαδημίας, του Λυκείου, του Κυνισμού
του Επικουρισμού, της Στοάς και των Σκεπτικών
κι έγραφα ελεύθερα την αυτόματη ποίησή μου.
​Η φλόγα της ομορφιάς ανάβλυζε
από τα λυγερά κορμιά και τα αέρινα ρούχα των κοριτσιών
πυρπολώντας καρδιές και ψυχές.
​Η Σιλάν*, το λευκόκορμο κορίτσι
τραγουδούσε και χόρευε στο φεγγαρόφωτο.
Άνοιγε την αγκαλιά της, κι εγώ ανάσαινα το άρωμα των μαλλιών της
σαν να έπινα από πηγή κρυφή.
​Τότε, που ούτε το δόγμα είχε επιβάλει τη σκιά του
ούτε ο Αυγουστίνος κι ο Ακινάτης
είχαν συγκεράσει τη φιλοσοφία με τη θεολογία
μέσα στην ίδια σκοτεινή πλεξούδα.

​* Σιλάν (Shilan): Κουρδικό γυναικείο όνομα· αναφέρεται στο αγριοτριαντάφυλλο.

Μιχάλης Γραμματάς, Γιατί μισώ τον χειμώνα

Γιατί με σκέπασες χωρίς να φύγεις
Γιατί έφυγες χωρίς να με σκεπάσεις
Γιατί με ξύπνησες χωρίς να φύγεις
Γιατί έφυγες χωρίς να με ξυπνήσεις
Κι αφού ξύπνησα δεν ξαναγύρισες
Όσες φορές και να ξύπνησα
δεν ήσουν δίπλα μου
Όποια γυναίκα και να ήταν δίπλα μου
πάντα ήξερα πως δεν ήσουν εσύ
Πάντα ήθελα να ήσουν εσύ

Κάθε χειμώνα περίμενα να γυρίσεις
Γυρνούσαν όμως πάντα
μόνο οι αντικατοπτρισμοί σου
μόνο οι σκιές σου
στη μορφή γυναικών 
που τις αγάπησα
αλλά δεν τις ήθελα
Γιατί πάντα ήθελα εκείνες
να ήσουν εσύ

Έναν χειμώνα έφυγες για πάντα
Και όποτε κρυώνω
δεν είσαι εκεί να με σκεπάσεις
Έναν χειμώνα έφυγες
Κι εγώ
θα μισώ τον χειμώνα για πάντα

Andre Breton, Τα γραπτά φεύγουν

Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
είναι τόσο ωραία
που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
κατάματα
όπως δεν κάνουν τ’ αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
του αέρος
ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
γραμμάτων
όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών
για να βρέχει πάντοτε

Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
σμίξουν
Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου νια τον έρωτα
του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
θάμνους γιομάτους πέπλους
και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
εκτάσεως
αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων

*Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)

Έφη Καλογεροπούλου, Αυτοί / Οι δίχως σημασία

Έπεσαν στο ποτάμι
στις σελίδες των σκοτεινών δρόμων
αν οι σελίδες σου διαβάζονται ανάποδα
θα χαρώ να τις διαβάσω, του είπε

Κι αν έφτασαν στο Γεφύρι των Ληστών
ποιος δίνει σημασία
αφρισμένα ποτάμια τους έσυραν οι λέξεις

Λέξεις
Λέξεις πολλές-πυρωμένα κάρβουνα
κι άλλες παγωμένες γαντζώθηκαν
στα χειρόγραφα
σαν μνήμη
Ώσπου σύρθηκαν στα πρώτα σπίτια
βυθισμένα κι αυτά μέχρι τη μέση
στο νερό
πειρατές δίχως πειρατικό σαλπάρισαν
για λίγα ψίχουλα ευζωίας
Μα βούλιαξαν άδοξα Απρίλη μήνα
κι είχε ζέστη

*Από τη συλλογή “Στο μονοπάτι των σκύλων”, Εκδόσεις Περισπωμένη.

Δημήτρης Αρμάος (1959 – 2015), Ερωτευμένος άνθρωπος εν μέση αγορά

Βάδιζε ως έγγιστα
Ένα-τριάντα ένα-πενήντα πάνω απ’ το έδαφος
Έπαιζε φως και σκόνη μες στα μάτια του

Η οθόνη πύκνωνε και αραίωνε

Σε αξύπνητο ύπνο εν πτήσει

Σαν το πουλί που τρέμει να κάτσει σε κλαδί

Μην κρεμαστεί
Με το κεφάλι κάτω.

*Πηγή: Δημήτρης Αρμάος, Βίαιες εντυπώσεις των ετών 1975-2007, ύψιλον/βιβλία, 2009.

Ξανθή Μηλίγγου Γκλεζάκου, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Leonard Freed

Το σπίτι ρούχο στενό
Δωμάτιο, κουζίνα, μπάνιο

Τα άλλα δωμάτια μυστικές τρύπες· χορεύουν τα φαντάσματα

Το σώμα εδώ φυραίνει
Εκείνη έχει φύγει εδώ και χρόνια

Κλείνει το φως
Σφάλιζει τα μάτια

Κομμένη αναπνοή
Μυρίζει άνοιξη

*

Ένας ένας αναχωρούσαν
Το σπίτι άδειαζε

Τα πράγματα έμεναν όπως τα άφησαν

Η φυγή  βιάζεται

Η μυρωδιά των ανθρώπων  λιγόστευε

Το σπίτι διαστελλόταν
Τα βήματα επιβραδύνονταν

Οι μορφές έμεναν στους καθρέφτες

Ένας σωρός κρύσταλλα στο πάτωμα

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Ζώνη ασφαλείας

Αυτός γύμναζε την ψυχή του –
σήκωνε όποιον έπεφτε

Έλα να καθίσουμε εδώ
όλοι εμείς οι δυο μας
στην αμετάφραστη γωνιά του κόσμου

Να γίνουμε μια συνομιλία
να πετάξουμε
τις πανοπλίες

μη μου μιλάς για χθες

μίλα μου για ξυπόλητα παραμύθια που αψηφούν
το κόκκινο του δασκάλου

και φυτεύουν στη γη πελώρια χαμόγελα

*Από τη συλλογή “Συντηρητής ουράνιων τόξων”, Εκδόσεις στίξις, 2021.

Αντώνης Τσόκος, Αφού είχε μάτια γιατί δεν με κοίταξε;

Η ράχη της ηλιοκαμένος βράχος
οι σπόνδυλοι
μαργαριταρένιο κολιέ.
Κάθε που φυσούσε
έφερνε ο αέρας τα μάτια της
στο πρόσωπό μου,
ακουμπούσαν το δέρμα, το έκαιγαν,
βουτούσα στη θάλασσα
να πνίξω τα ξένα μάτια·
όταν έβγαζα το κεφάλι απ’ το νερό
το σώμα της καθρεφτιζόταν
στην επιφάνεια της Γης.

Στους ώμους της
μια αίσθηση παντοτινής εγκατάλειψης.
Από το χθες κανείς δεν γλιτώνει
κι αυτός που φοβήθηκε να ζήσει
κι εκείνος που προκάλεσε τη ζωή
και το παιδί που ήθελε μόνο να παίξει
κι έγινε άθελά του ενήλικας
κι έγινε λίπασμα για ένα λουλούδι
που δεν μύρισε.

*Από τη συλλογή “Συνεταιρισμός θυρωρών”, Εκδόσεις Κίχλη.