Δημήτρης Γκιούλος, από τις «αναμνήσεις από το τέλος»

Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες
η λυρική ποίηση
η διδακτική λογοτεχνία
το δυστοπικό σινεμά
είναι σαν το σταθερό τηλέφωνο
ανήκουν
στο άλλοτε
Τώρα
εδώ
οι μεταφορές
εκτελέστηκαν
οι παρομοιώσεις
σαν να κούρασαν
ίσως
κι εμείς
που τα ιστορούμε
Σαφώς
κι πρόκειται
περί
μιας
αναγγελίας
τέλους

ίσως
και
αρχή

Έχει σημασία από πού θα αρχίσεις μια αφήγηση

Επιλέγω να ξεκινήσω από το τέλος

……………………

Κλωστή
που ξηλώνεται
καθώς
γυρνάμε
στο χθες

……………………

Κάναμε
τον θάνατο
τέχνη
έτσι
κανείς
δεν μπορεί
παρά
να μας αποκαλέσει
καλλιτέχνες
Κατακτήσαμε
τον θρήνο

για το χειροκρότημα
θα φανεί

*«αναμνήσεις από το τέλος», εκδ. Κείμενα, 2026.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Αποκάλυπτε το σώμα

Artwork: Francis Picabia

Με ηρεμία άρχισε να βγάζει
ένα ένα τα ρούχα της
πριν πέσουν στο κρεβάτι για έρωτα.
Χωρίς επιδεικτική έπαρση
στο ύφος και τις κινήσεις της,
αποκάλυπτε τις όμορφες καμπύλες της.
Τον διέγειρε το γυμνό σώμα της,
το χαμηλωμένο βλέμμα,
η σεμνότητά της εκείνη τη στιγμή.
Λίγο πριν αρχίσει η οργιαστική κλινοπάλη τους,
μέσα στη σεμνότητα
το κάλλος της φεγγοβολούσε.

Βύρων Λεοντάρης (1932 – 6/8/2014), Έτσι που τραύλισα…

Φωτογραφία: Noemia Prada

Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας
Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη
Ανάσα και χειρονομία καμμιά μέσ’ στα αδειανά φωνήεντα
κι ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα
και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού
και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους
Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μέσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε
Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο
– αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση… –
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο
Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
Αλλά το τρομερό καραδοκεί
Ό, τι δεν είναι τέχνη μέσ’ στην τέχνη
αυτό
το ανθρώπινο
αυτό
κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει

*Από τη συλλογή «Εν γη αλμυρά», εκδ. Έρασμος, 1996.

Νίκος Αλέξης-Ασλάνογλου (17 Σεπτεμβρίου 1931 – 6 Αυγούστου 1996), Τέσσερα ποιήματα

Φωτογραφία: Angiulet Dundulet

Το θαύμα

Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια.
Χτες γεννήθηκαν και πώς ξέρουν κιόλας
με τόση ακρίβεια
όλα τα κατσικίσια πράματα.
Θαρρείς και σπούδαζαν κατσικοσύνη μια ολόκληρη
αιωνιότητα.

*

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
είν’ ένας ήλιος πού ‘πεσε στη θάλασσα
είναι
ένας τιτάνιος δίσκος που
παλεύει να γλιτώσει απ’τα ο νερό τσιρίζει και αφρίζει
αφήνοντας φωτός ένα χυμό.
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
κυνηγημένο από πόνο κ’ ηδονή στριφογυρίζει
Ανεβοκατεβαίνει βράζει και σβήνει
βάφοντας το νερό πορτοκαλί.
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
Ησύχασε•
διαλύοντας
το σχήμα του που αντιστέκονταν ησύχασε
κ’ είναι συμφιλιωμένο πια με το νερό με τον πνιγμό
με όλα.
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
ταξιδεύει τώρα στις φλέβες μου
και χαίρονται
τα αγαθά των βιταμινών
όλοι
οι κάτοικοι
ως τ’ ακρότατα σύνορα του κορμιού μου.

*

Επαφή

Κρατημένος απ’ τον
αλουμινένιο
στύλο του αστικού
σ’ άγγιζα με τον πήχη μου στην πλάτη.
Από κει έβλεπα
από κει άκουγα
από κει οσφραινόμουν.
Ήταν παράθυρο εκείνο το άγγιγμα
ήταν πληγή ηδονής κι ήμουν ποτάμι
ηλεκτρισμένου καταρράχτη απ’ όπου χυνόμουν
στο κορμί σου.

*

Σόμπα

Με ποιόνε απόψε να μιλήσω Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
Μπήγεις τη ζαρωμένη σου γροθιά στον τοίχο, Σόμπα
Κι αν είναι ντενεκένια η καρδιά σου και στις φλέβες σου
τρέχει πετρέλαιο ξέρω πως
Είσαι ενσάρκωση του ʼγνι και απόγονος
Της σπιτικής θεάς Εστίας και ξέρω πως
Είν’ η ψυχή σου από φωτιά· α πόσο χαίρομαι
Σόμπα ν’ ακούω εκείνο το
Λαμπαδολαμπάδιασμα της ψυχής σου και
Να νιώθω την
Με τα γαλάζια της ποδάρια ριζωμένη στο πετρέλαιο να χορεύει
Τη φλόγινη γύμνια της
Απλώνοντας τη ζέστα στη σάρκα μου
Στα ρούχα μου, στα βιβλία μου, σ’ όλη
Την κάμαρά μου, ακόμα και… α Σόμπα
Πόσο με συντροφεύει η ψυχή σου εδώ μες στο κελί μου
Πόσο μου δίνει δύναμη να υφαίνω
Το κάλυμμα ετούτο του κενού· και βέβαια συ
Θαρρώ με νιώθεις σ’ όλα ετούτα Σόμπα
Τι κι αν δεν έχεις μάτια, μύτη ή αυτιά
Έχεις και συ δα τόσες τρύπες, κάτι ξέρεις
Κι όχι μονάχα από τούτα, μα κι απ’ τ’ άλλα
Τα μακρινά κι έξω απ’ το σπίτι όταν
Απάνω στην ταράτσα μού καμώνεσαι
Πως βγάζεις μέσ’ απ’ το καπέλο σου καπνό και τέτοια κόλπα
Το νιώθω, ακούς, μυρίζεις, βλέπεις, ξέρεις για
Τα τρυφερά ποδάρια της βροχής, για τους αγγέλους
Που χορεύουν και στροβιλίζοντ’ α–
λαφροπατώντας με
Νιφάδες χιονιού, για το αίνιγμα
Της ομίχλης
Στην πόλη που γίνετ’ η
Στοιχειωμένη χώρα του δράκοντα. Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και…
Σόμπα Άσε με τώρα να γυρίσω την καρδιά σου στο μηδέν
Άσε ν’ ακούω ξαπλωμένος στο σκοτάδι
Της συστολής σου εκείνο το
Σκουριασμένο μερμήγκιασμα, π’ όλο χάνεται,
Ενώ ο νους μου βασιλεύει και ολόκληρος
Βουλιάζω μες στον ύπνο κι εξαγνίζομαι.

Tim Pigott, Prison Poem / Ποίημα της φυλακής

the cell is small and square
light falls like loneliness
here, memory is more real than life

even the memory of the wings of birds, bating
even the laughter of children
even the fabulously strange and insignificant
dreams of homesick migrant workers
even the blood-stained midsummer moon
even the drunken roaring ocean
even the spider who spins his web
as perfect as silence
cannot know how small
a man is
alone

το κελί είναι μικρό και τετράγωνο
το φως πέφτει σαν μοναξιά
εδώ, η μνήμη είναι πιο αληθινή από τη ζωή

ακόμη και η ανάμνηση των φτερών των πουλιών που πλαταγίζουν
ακόμη και το γέλιο των παιδιών
ακόμη και τα παραμυθένια, παράξενα και ασήμαντα
όνειρα των μεταναστών εργατών που νοσταλγούν την πατρίδα τους
ακόμη και το αιματοβαμμένο καλοκαιρινό φεγγάρι
ακόμη και ο μεθυσμένος ωκεανός που βρυχάται
ακόμη και η αράχνη που υφαίνει τον ιστό της
τέλεια όσο η σιωπή
δεν μπορούν να γνωρίζουν πόσο μικρός
είναι ένας άνθρωπος
μόνος

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Henry David Thoreau, We must learn to reawaken / Πρέπει να μάθουμε να ξαναξυπνάμε

We must learn to reawaken
and keep ourselves awake,
not by mechanical aids,
but by an infinite expectation
of the dawn, which does not
forsake us even in our
soundest sleep.

I know of no more encouraging fact
than the unquestionable ability
of man to elevate his life
by a conscious
endeavour.

It is something to be able to paint
a particular picture, or to carve a statue,
and so to make a few objects beautiful;
but it is far more glorious to carve
and paint the very atmosphere
and medium through which we look,
which morally we can do.

To affect the quality of the day,
that is the highest of arts.

Πρέπει να μάθουμε να ξαναξυπνάμε
και να παραμένουμε ξύπνιοι,
όχι με μηχανικά βοηθήματα,
αλλά με μια άπειρη προσδοκία
για την αυγή, η οποία δεν
μας εγκαταλείπει ούτε καν στον
πιο βαθύ ύπνο μας.

Δεν γνωρίζω πιο ενθαρρυντικό γεγονός
από την αδιαμφισβήτητη ικανότητα
του ανθρώπου να ανυψώσει τη ζωή του
με μια συνειδητή
προσπάθεια.

Είναι κάτι το να μπορείς να ζωγραφίσεις
έναν συγκεκριμένο πίνακα ή να σμιλεύσεις ένα άγαλμα,
και έτσι να κάνεις μερικά αντικείμενα όμορφα,
αλλά είναι πολύ πιο ένδοξο να σμιλεύεις
και να ζωγραφίζεις την ίδια την ατμόσφαιρα
και το μέσο μέσω του οποίου βλέπουμε,
κάτι που ηθικά μπορούμε να κάνουμε.

Να επηρεάζεις την ποιότητα της ημέρας,
αυτή είναι η υψηλότερη από τις τέχνες.

*Από εδώ: https://poeticoutlaws.substack.com/p/we-must-learn-to-reawaken?utm_source=post-email-title&publication_id=811133&post_id=198407656&utm_campaign=email-post-title&isFreemail=true&r=5f6ik6&triedRedirect=true&utm_medium=email Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Helen Ivory, Τρία ποιήματα

Θα ήθελες να ζεις πλουσιοπάροχα;
-BLACK PHILLIP: The Witch, 2015

Σε έχω δει
στην είσοδο του δάσους
να εισπνέεις την οσμή των δέντρων σαν φάρμακο.

Και έχω στείλει τους πιο βελουδένιους λαγούς
ως δώρο της καρδιάς μου
για να σε γλιτώσουν από το άχθος του κόσμου.

Ήσουν η ευσεβής κόρη –
έπλενες στο ρυάκι τα κουρέλια του πατέρα σου.
Δεν χόρτασε ακόμα τη Θεία χάρη;

Οι γονείς σου σε πρόσταξαν να προσευχηθεί για φως
ενώ σε κυκλώνουν από παντού οι σκιές –
άκου, τώρα σε σημαδεύουν σαν μάγισσα, χωρίς ούτε ένα ψήγμα απόδειξης.

Έλα, ακολούθησε με, έχω τέτοια αφθονία για σένα.
Πάντα υπάρχει λίγη αιματοχυσία
όταν γεννιέται μια γυναίκα.

*Μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου.

*

Μόνο οι Κακιές Μάγισσες Είναι Άσχημες
-ΓΚΛΙΝΤΑ Η ΚΑΛΗ ΜΑΓΙΣΣΑ, Ο μάγος του Οζ, 1939

Βγαίνεις λαμπερή από μια φυσαλίδα που σκάει στον ουρανό
το φόρεμά σου στολισμένο με αστέρια,
ή μήπως τινάζεσαι μέσα από τη γη που ξερνάει κόκκινο καπνό;

Είσαι περισσότερο ροδάκινο με κρέμα ή βατράχι στο βάλτο;
Μαστουρωμένη με όπιο σε λίκνο από παπαρούνες
ή σε πλήρη εγρήγορση από το ταρακούνημα μιας χιονοθύελλας;

Είσαι καλύτερη από καλή σε ένα καλάθι καλού
λύνοντας τα μάγια του κακού με το λευκό μαγικό σου ραβδί,
ή μήπως είναι η δύναμή σου το σκανδαλώδες σου κορμί;

Είσαι καλή μάγισσα ή κακιά μάγισσα;

*Μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου.

*

Τα Συστατικά

Υπήρχανε πνεύματα στη φωτιά
σκιές που στέκονταν γύρω,
ζωντανά που πήραν την κάτω βόλτα, πυρετός
κι αυτός ο παρατεταμένος χειμώνας
που σχεδόν μας ισοπέδωσε όλους.

Σε εκείνα τα χώματα
στολίσαμε μια μαριονέτα από σάρκα και οστά
βάζοντας γύρω τριγύρω ξύλο χλωρό –
κατόπιν η καύση ήταν αργή
κι όλοι ζεστάναμε τα χέρια μας.

Οι θρήνοι δεν είχαν σημασία
γιατί δεν ήταν άνθρωπος
ήταν μόλις και μετά βίας μια γυναίκα·
ένα άκαρπο τίποτα, ένα στοιχειό
που κάηκε μαζί με την κακία του.

*Μετάφραση: Νικόλας Κουτσοδόντης.

*Από το βιβλικό “η κατασκευή της μάγισσας”, εκδ., θράκα, 2025.

Άλτα Πανέρα, Τρία ποιήματα

Ασυνείδητη Συμμαχία

Φαίνεσαι καλός
Σταθερός
Δεν μ’ αιφνιδιάζεις
Οι λέξεις μου πέφτουν ψίχουλα χάμω
Φοβάσαι μην τσαλακωθώ
Μην ακουμπήσεις μέσα μου
κάτι πιο σκληρό απ’ ό,τι αντέχεις
κάτι δικό σου

Σε αυτό το γραφείο που δεν αλλάζει εποχές
φοράμε ο ένας στον άλλον φωτοστέφανο

*

Λαμαρίνα στην άσφαλτο

Παιδί στην επαρχία
νύχτα σε αυτοκίνητο
Οδηγεί ο πατέρας
και εγώ
-ακούγοντας στο ραδιόφωνο ειδήσεις
που δεν καταλαβαίνω-
γέρνω και κοιμάμαι
ασφαλής στον μικρό μεταλλικό του κόσμο
όπου δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να με πειράξει

*

Μοιρασμένη σιωπή

Ας καθίσουμε εδώ ήσυχα
τα κόκαλα μας χαλαρά και ασύνδετα
ριγμένα άτακτα στην καρέκλα σ’ ένα σακί από δέρμα
Ας καθίσουμε χωρίς συνδέσμους και συνοχή
χωρίς ασφάλεια, περίγραμα και σώμα
Ας καθίσουμε έως ότου φανερωθεί
το επόμενο βήμα,
η επόμενη στιγμή
όπου θα ανασυνταχθούμε, θα ανασυνδεθούμε,
θα ολοκληρωθούμε
και ξανά – σαν να μη συνέβη τίποτα-
θα πάμε στις δουλειές μας

*Από τη συλλογή “Το κέντρο δεν αντέχει”, εκδ. ενύπνιο, 2026.

Philip Levine (1928—2015), Τρία ποιήματα

A Theory Of Prosody

When Nellie, my old pussy
cat, was still in her prime,
she would sit behind me
as I wrote, and when the line
got too long she’d reach
one sudden black foreleg down
and paw at the moving hand,
the offensive one. The first
time she drew blood I learned
it was poetic to end
a line anywhere to keep her
quiet. After all, many morn-
ings she’d gotten to the chair
long before I was even up.
Those nights I couldn’t sleep
she’d come and sit in my lap
to calm me. So I figured
I owed her the short cat line.
She’s dead now almost nine years,
and before that there was one
during which she faked attention
and I faked obedience.
Isn’t that what it’s about—
pretending there’s an alert cat
who leaves nothing to chance.

Μια Θεωρία της Προσωδίας

Όταν η Νέλι, η γριά γατούλα μου,
ήταν ακόμα στην ακμή της,
καθόταν πίσω μου
καθώς έγραφα, και όταν η γραμμή
μάκραινε πολύ, άπλωνε
ξαφνικά το ένα μαύρο μπροστινό πόδι της κάτω
και την πατούσα της στο κινούμενο χέρι,
το προσβλητικό. Την πρώτη
φορά που έβγαλε αίμα, έμαθα
ότι ήταν ποιητικό να τελειώνεις
μια γραμμή οπουδήποτε για να την κρατήσεις
ήσυχη. Άλλωστε, πολλά
πρωινά είχε φτάσει στην καρέκλα
πολύ πριν καν ξυπνήσω.
Εκείνες τις νύχτες που δεν μπορούσα να κοιμηθώ,
ερχόταν και καθόταν στην αγκαλιά μου
για να με ηρεμήσει. Έτσι σκέφτηκα
ότι της χρωστούσα την κοντή γραμμή με τις γάτες.
Είναι νεκρή τώρα σχεδόν εννέα χρόνια,
και πριν από αυτό υπήρχε μια φορά
κατά την οποία προσποιούνταν την προσοχή μου
και εγώ προσποιούμουν την υπακοή.
Δεν είναι αυτό το θέμα;
Να προσποιείσαι ότι υπάρχει μια ξύπνια γάτα
που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη;

*

A Sleepless Night

April, and the last of the plum blossoms
scatters on the black grass
before dawn. The sycamore, the lime,
the struck pine inhale
the first pale hints of sky.
An iron day,
I think, yet it will come
dazzling, the light
rise from the belly of leaves and pour
burning from the cups
of poppies.
The mockingbird squawks
from his perch, fidgets,
and settles back. The snail, awake
for good, trembles from his shell
and sets sail for China. My hand dances
in the memory of a million vanished stars.
A man has every place to lay his head.

Μια νύχτα αυπνίας

Απρίλης, και τα τελευταία άνθη δαμασκηνιάς
σκορπίζονται στο μαύρο γρασίδι
πριν την αυγή. Το πλατάνι, η φλαμουριά,
το χτυπημένο πεύκο εισπνέουν
τις πρώτες χλωμές νότες του ουρανού.
Μια σιδερένια μέρα,
σκέφτομαι, κι όμως θα έρθει
εκθαμβωτική, το φως
θα ανατέλλει από την κοιλιά των φύλλων και θα χύνεται
φλεγόμενο από τα φλιτζάνια
με τις παπαρούνες.
Το μικρό κοτσύφι κελαηδά
από τη φωλιά του, νευριάζει
και ηρεμεί. Το σαλιγκάρι, ξύπνιο
για πάντα, τρέμει μέσα από το καβούκι του
και σαλπάρει για την Κίνα. Το χέρι μου χορεύει
στη μνήμη ενός εκατομμυρίου χαμένων αστεριών.
Ένας άνθρωπος έχει κάθε μέρος για να ακουμπήσει το κεφάλι του.

*

A Woman waking

She wakens early remembering
her father rising in the dark
lighting the stove with a match
scraped on the floor. Then measuring
water for coffee, and later the smell
coming through. She would hear
him drying spoons, dropping
them one by one in the drawer.
Then he was on the stairs
going for the milk. So soon
he would be at her door
to wake her gently, he thought,
with a hand at her nape, shaking
to and fro, smelling of gasoline
and whispering. Then he left.
Now she shakes her head, shakes
him away and will not rise.
There is fog at the window
and thickening the high branches
of the sycamores. She thinks
of her own kitchen, the dishwasher
yawning open, the dripping carton
left on the counter. Her boys
have gone off steaming like sheep.
Were they here last night?
Where do they live? she wonders,
with whom? Are they home?
In her yard the young plum tree,
barely taller than she, drops
its first yellow leaf. She listens
and hears nothing. If she rose
and walked barefoot on the wood floor
no one would come to lead her
back to bed or give her
a glass ofwater. If she
boiled an egg it would darken
before her eyes. The sky tires
and turns away without a word.
The pillow beside hers is cold,
the old odor of soap is there.
Her hands are cold. What time is it?

Μια γυναίκα που ξυπνάει

Ξυπνάει νωρίς και θυμάται
τον πατέρα της να σηκώνεται στο σκοτάδι
και να ανάβει τη σόμπα με ένα σπίρτο
ξυμένο στο πάτωμα. Μετά μετράει το
νερό για τον καφέ και αργότερα τη μυρωδιά
που βγαίνειι από μέσα του. Τον άκουγε
να στεγνώνει κουτάλια και να
τα ρίχνει ένα ένα στο συρτάρι.
Μετά ήταν στις σκάλες
και πήγαινε για το γάλα. Έτσι σύντομα
θα βρισκόταν στην πόρτα της
για να την ξυπνήσει απαλά, σκέφτηκε,
με το χέρι του στον αυχένα της, να τρέμει
πέρα δώθε, μυρίζοντας βενζίνη
και ψιθυρίζοντας. Μετά έφυγε.
Τώρα εκείνη κουνάει το κεφάλι της,
τον διώχνει και δεν σηκώνεται.
Ομίχλη στο παράθυρο
και να πήζει τα ψηλά κλαδιά
των πλατανιών. Σκέφτεται
την κουζίνα της, το πλυντήριο πιάτων
να ανοίγει, το χαρτόκουτο
που έσταζε στον πάγκο. Τα αγόρια της
έφυγαν αχνιστά σαν πρόβατα.
Ήταν εδώ χθες το βράδυ;
Πού μένουν; αναρωτιέται,
με ποιον; Είναι σπίτι;
Στην αυλή της, η νεαρή δαμασκηνιά,
ελάχιστα ψηλότερη απ’ αυτήν, ρίχνει
το πρώτο της κίτρινο φύλλο. Ακούει
και δεν ακούει τίποτα. Αν σηκωνόταν
και περπατούσε ξυπόλητη στο ξύλινο πάτωμα,
κανείς δεν θα ερχόταν να την οδηγήσει
πίσω στο κρεβάτι ή να της δώσει
ένα ποτήρι νερό. Αν
έβραζε ένα αυγό, θα σκοτείνιαζε
μπροστά στα μάτια της. Ο ουρανός κουράζεται
και γυρίζει την πλάτη του χωρίς να πει λέξη.
Το μαξιλάρι δίπλα της είναι κρύο,
η παλιά μυρωδιά του σαπουνιού είναι εκεί.
Τα χέρια της είναι κρύα. Τι ώρα είναι;

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.

Ιωάννα Θεοχάρη, Πέντε ποιήματα

Αγγελικούλα

Ημέρα Τετάρτη
Φορέσαμε τις πανοπλίες μας
και σήμερα.
Εσύ την πατρική σου υπόσταση
κι εγώ την εμμονή μου ν’ αγαπηθώ.
Δώσαμε,
όπως ήμαστε μαθημένοι
και σώσαμε τη μέρα.
Χαμογελούν εκείνοι.
Κανένας δεν τολμάει από τους δύο
μας να ρωτήσει.
Εμάς;
Ποιος θα μας σώσει εμάς;

*

Ραδίκια

Άγρια και πικρά
σαν επαφή που στεγνώνει.
Μια στιγμιαία τόνωση ποθούν
κι έπειτα στην ανούσια ζωή τους
επιστρέφουν.

*

Αγιόκλημα

Το νιώθει:
εκείνος δεν τη θωρεί
όπως το αγιόκλημα τη νύχτα αντικρίζει.
Κι εκείνη,
που της λαχτάρας τη μυρωδιά
σαν νύχτα πεθυμά,
αρχοντικά στον εαυτό της κλείνεται.

*

Μη με λησμόνει

Αλάνθαστη πυξίδα των δεσμών,
το βλέμμα.
Κι αν τα μάτια μας δε συναντιούνται πια,
έχει ήδη ειπωθεί θαρρώ,
ό,τι με λέξεις σωπαίνει.

*

Χαμομήλι

Κι αν σου μέλλει ν’ αγαπήσεις
ας είναι κάθε σου βήμα ανάλαφρο
σαν να διασχίζεις λιβάδι απέραντο
από χαμομήλι.

*Από τη συλλογή “De planis et anemis”, εκδ. Ενύπνιο, 2026.