Γρηγόρης Σακαλής, Πλανήτης

Στη Βολιβία, στα παζάρια της Λα Παζ
πουλούν κουβέρτες οι Ινδιάνοι
για να ζήσουν.

Στο Μεξικό βάζουν φωτιές
ψάχνουν ν΄ακουμπήσουν σ΄ένα νέο Τσε
κάποιον Μάρκος
βοήθα τον Παναγιά μου.
Σφίγγουν τη γροθιά 
να φάνε γλυκό ψωμί.

Στο Σιάτλ κάποιος έχει
μήνυμα στον υπολογιστή.
Είναι η φίλη του απ΄τη Βοστώνη
που νιώθει μοναξιά.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

Η ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Στην οικονομία του Θεού
υπάρχουν θάνατοι αδικαιολόγητοι
αυτοί ανεβάζουν τον πληθωρισμό
και βλάπτουν τη φήμη του

*
.
ΠΕΡΙ ΛΑΘΟΥΣ ΣΠΟΡΑΣ

Οι ενοχές που φυτεύονται
Στην παιδική ηλικία
Ανθίζουν τότε που δεν πρέπει

*
.
ΤΑ ΤΡΑΙΝΑ ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

Ο ποιητής κοιτά τα τραίνα
Και γράφει ρομαντικά ποιήματα
Για τα σύννεφα καπνού
Που αφήνουν πίσω τους
Για την ομαλή και ευθύγραμμη
Κίνησή τους, για την ταχύτητα
Που ξεπερνά τσιτάχ και γαζέλες
.
Ποτέ δεν φαντάστηκε ότι περιγράφει:
.
Μία πομπή από φέρετρα

*Από τη συλλογή “Το παιχνίδι της στάχτης”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2026.

Νίκος Εγγονόπουλος, Τρία ερωτικά ποιήματα

ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΤΟΥ ΛΕΙΠΕΙ Η ΧΑΡΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΔΩΡΗΤΡΙΑ ΠΟΘΟΥ ΚΑΙ ΓΑΛΗΝΗΣ

αφού το θέλεις
γυναίκα αρμονική κι’ ωραία
έτσι καθώς ένα βράδυ του Μαϊού ετοποθέτησες απλά κι’ ευγενικά
μιαν άσπρη ζωντανή γαρδένια
ανάμεσα στα νεκρά λουλούδια
μέσα στο παλιό — ιταλικό μου φαίνεται — βάζο με παραστάσεις
γαλάζιες τεράτων και χιμαιρών
έλα
πέσε στα χέρια μου
και χάρισέ μου
— αφού το θέλεις —
τη θλίψη του πρασίνου βλέμματός σου
την βαθειά πίκρα των κόκκινων χειλιών σου
τη νύχτα των μυστηρίων που είναι πλεγμένη μέσα στα μακρυά
μαλλιά σου
τη σποδό του υπέροχου σώματός σου

*

ΚΗΠΟΙ ΜΕΣ’ ΣΤΟ ΛΙΟΠΥΡΙ

το λευκό σώμα αυτής της γυναικός
φωτίζονταν
εκ των έσωθεν
μ’ ένα φως τόσο λαμπρό
ώστε
εδέησε
να πάρω τη λάμπα
και να την
ακουμπήσω
χάμω στο πάτωμα
που
να μπορέσουνε
οι σκιές
των δύο τόσο ευγενικών μας σωμάτων
να προβληθούν
στον
τοίχο
με μίαν ιερατικότητα βιβλική
η λάμπα έκαιε συνεχώς
— η πηγή του πετρελαίου είτανε ανεξάντλητη —
όλη τη νύχτα
την ακόλουθη μέρα
κι’ όλη την επόμενη νύχτα
χάμω στο πάτωμα
πάνω στα πλούσια
στοιβαγμένα
χαλιά
τα ωραιότερα φρούτα
τα λαμπρότερα λουλούδια
— όπου επικρατούσαν
οι πικροδάφνες
άσπρες και ρόδινες —
η ατμόσφαιρα — συμβολική — από ένα κίτρινο :
ένα κίτρινο χρυσό

*

ΕΛΕΟΝΩΡΑ ΙΙ

η νύχτα λύσσαξε στο παραθύρι
αυτά είναι — που λεν — του Διοκλητιανού τα παλάτια;
Ακολουθώ τα  ίχνη του βλέμματός σου πάνω στη θάλασσα
οι μυστικές χαρές του σώματός σου είναι ξαπλωμένες
πάνω στα βράχια στο περιγιάλι
ο ήλιος έζωσε μέσα στα μάτια τα πιο ψηλά του κυπαρίσσια
ας προσχωρήσουμε στις μουσικές των τροπικών
τ’ άυλα λόγια πόθου και πίστεως γρηγορούν
Αμαληκίται γρηγορούν
τ’ άλογα που καλπάζουν
τ’ αμάξι άφησε τώρα το δρόμο και προχωρεί στην καρδιά του δάσους
ταχύτης και αδράνεια
κόρη της Αλασίας ωραιοτική
υπερφίαλοι κι’ αλαζόνες και βέβηλοι ερασταί
— όμως ερασταί —
εδώ εγκατεστάθηκαν υδραυλικά πριόνια ανάμεσα στο χώμα
το κόκκινο και το πράσινο των πεύκων
εκεί το τέμενος της Σοφίας
πιο πέρα το γεφύρι το κάστρο η σπηλιά
που ζούμε
τα σώματά μας θα χαθούν θα σβύσουν
από μας θα μείνει μέχρι της συντελείας των αιώνων
αυτό το «σε αγαπώ» που σου ψιθύρισα  στις ώρες μας  τις πιο κρυφές

Χρήστος Διαμαντής, ένα ποίημα

4
είναι αυτό ποίημα (ερωτηματικό)

φίλοι καλοί/μου λένε
ότι τα ποιήματά μου είναι

κομπλεξικά, βεβιασμένα
συνομιλούν μόνο με άλλους
ποιητές

και άλλοι πάλι (ότι)

δεν γράφω
για τα προβλήματα

Μεταμοντέρνος/εστέτ κλπ

αλλά επειδή πιο πολύ
(και από τον θεό)

πιστεύουμε
στον ετεροπροσδιορισμό

ορίστε πώς θα πήγανε το ποιηματάκι

δουλεύεις δεκάωρο για τετρακόσια ευρώ
και στα κρυφά σκρολάρεις (και αγχώνεσαι)

αν πάτησες στον Βλαβιανός καρδούλα ή έλεος

*Από τη συλλογή “Απλότητα”,. Εκδόσεις θράκα, 2021.

Γιώργος Κοζίας, Η συνάντηση

Συναντώ μια άγια γυναίκα
φωτεινή ήσυχη σαν θερισμένη.

Ποιος είναι ο στασιαστής
με ρωτάει. Τι στασιάζεις;

Εγώ λέω δεν στασιάζω. Μονάχα
θλίβομαι τους θερισμένους.

*Από τη συλλογή “Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε”, Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα, 1995.

Mohammed Moussa, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Eduard van der Elsken

The window
of this heart
can no longer
let the sorrow
through.

*

I will not walk
to my death
again.

This time
I will let my death
walk on me,
as a ghost
I can never see

Το παράθυρο
αυτής της καρδιάς
δεν μπορεί πλέον
να αφήσει τη θλίψη
να περάσει.

*

Δεν θα περπατήσω
προς τον θάνατό μου
ξανά.

Αυτή τη φορά
θα αφήσω τον θάνατό μου
να με καταπατήσει,
σαν φάντασμα
που ποτέ δεν μπορώ να δω.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Κώστας Ρεούσης, Ένα μεσημέρι στη Λευκωσία του 2013

Ένα μεσημέρι της Λευκωσίας του 2013
σε τέσσερις στροφές, ένα έμβλημα, μια επωδό και
είκοσι στίχους
μες στα “Νύχια του Κόκκορα” του Γιώργου Καλοζώη

Όσοι δεν άντεξαν έναν
Ιούλιο
Έγραψαν ποιήματα πορτοφολάτα στης
Κλάψας το παγκάρι

Όσοι δεν άντεξαν έναν
Ιούλιο
Μπογιάτισαν τελάρα χρησιμοθηρικά στης
Έκθεσης το αγελαίο

Όσοι δεν άντεξαν έναν
Ιούλιο
Απαθανάτισε δαγεροτυπίες υπερπραγματικά στης
Φρίκης το μυστήριο

Όσοι δεν άντεξαν έναν
Ιούλιο
Εκφώνησαν λογύδρια κεφαλιά στης
Καταισχύνης το χρηματιστήριο

!*!

Όσοι άντεξαν έναν
Ιούλιο
Νεκρώθηκαν ψυχές Ειλημμένη στης
Πατρίδας το έγκλημα

Λεωνίδας Καζάσης, Ανδρισμού συνέπειαι

Έργο του Γιάννη Γαΐτη

«Από έφηβο την σκέψη μου απασχολείς», και έναν στίχο του Καβάφη, απήγγειλε στην κατά πολύ μεγαλύτερη του, ευσταλή,
με κοντή αγορίστικη κόμη φιλόλογο, ο τριανταεξάχρονος
σύνοικός της.



Αυτή γενναιόδωρα τον αντέμειψε, ενημερώνοντας υιό και
σύζυγο, με τις γνωστές δια τον θαυμαστήν συνέπειες των ύβρεων
και των απειλών.



Αυτά εδιηγείτο ο τριανταεξάχρονος σε γνωστούς ομοφύλους του,
όταν επηρεασμένος από το θέμα, εις εξ αυτών επαραπονέθη,
πως η γυναίκα του ήταν ψυχρή, και συνευρίσκονταν με παρακάλια,
υποσχέσεις κι ανταλλάγματα, δυό φορές τον μήνα. Θα είχε δε
νυμφευθή την Ανθή, εάν δεν του έκανε, από την αρχή που την εγνώρισε,
στοματικό έρωτα εις τον ανελκυστήρα, πράγμα απρεπές, που τον
απέτρεψε, αλλά με νοσταλγία θυμόταν.



Στην παρέα ήταν και ένας φοιτητής εικοσάχρονος που εξέφρασε
την άποψη , πως γυναίκα που συνευρίσκεται με άνδρα από το
πρώτο βράδυ, ακόμη και χωρίς ιδιοτέλεια χρηματική , παρά
μόνο το κίνητρο της έλξης, πουτάνα ονομάζεται.



Υπήρξε και άλλη κατάθεση ανδρός για μία Σεβαστιανή, ανώτερη
του κράτους υπάλληλο εκ Κερκύρας, η οποία ούτε χρήματα ούτε
παιδιά εζητούσε, περίπτωσις αρίστη και σπανία! Όμως την
συνεύρεσιν απέκλειε ανενδότως, και μάλιστα διερωτάτο εάν η
φύση την όρισε.



Επιστρέφοντας σπίτι ο τριανταεξάχρονος, μετά από όσα είπε
και άκουσε, πήρε την πένα και έγραψε:
Το γάλα που πίνουν από βρέφη, ανεραστία λέγεται! Nα πιούν,
να θεριέψουν, να σπουδάσουν της γνώσης έμποροι, καταναλωτές,
τρανοί πλιατσικολόγοι, τοκογλύφοι, συλητές.

Cesare Pavese, Πέντε ποιήματα

Κόκκινη γη 

Κόκκινη γη μαύρη γη,
εσύ έρχεσαι απ’ τη θάλασσα,
απ’ τη φρυγμένη βλάστηση,
όπου λέξεις αρχαίες
κι αιμάτινος μόχθος
και γεράνια στα βράχια-
δε γνωρίζεις τι φέρνεις
από θάλασσα λέξεις και μόχθο,
εσύ, πλούσια σαν μνήμη,
σαν τ’ άνυδρα χώματα,
συ σκληρή και γλυκύτατη
λέξη, αρχαία από αίμα
συσσωρευμένο στα μάτια˙
νεαρή, σαν καρπός
που εποχή είναι και μνήμη-
αναπαύεται η ανάσα σου
κάτω απ’ τον αυγουστιάτικο τον ουρανό,
το βλέμμα σου ελιές
που γλυκαίνουν τη θάλασσα,
και συ ζει ξαναζείς
δίχως έκπληξη, σίγουρη
σαν τη γη σκοτεινή
σαν τη γη, πατητήρι
των ονείρων και των εποχών
που αναδύεται μες στο φεγγάρι
πανάρχαιο, όπως
τα χέρια της μάνας σου
η χύτρα της τζάκι.

*

Είσαι σαν κάποια γη

Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη
που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζανε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις
μέσα στο καλοκαίρι.

*

Το πρωί γυρίζεις πάντα 

Η πρώτη αχτίδα της αυγής 
ανασαίνει με το στόμα σου
στο βάθος των έρημων δρόμων. 
Γκρίζο φως τα μάτια σου 
γλυκές σταγόνες της αυγής 
πάνω στους σκοτεινούς λόφους. 
Το βήμα σου κι η αναπνοή σου 
πλημμυρίζουν τα σπίτια 
σαν τον άνεμο της αυγής.
Η πόλη ριγεί, 
ευωδιάζουν οι πέτρες- 
είσαι η ζωή, το ξύπνημα.

Άστρο χαμένο 
στο φως της αυγής 
ψίθυρος αύρας,
θαλπωρή, ανάσα-
τελείωσε η νύχτα.

Είσαι το φως και το πρωί . 

*

Τη νύχτα που κοιμήθηκες 

Ακόμα κι η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που κλαίει 
βουβά , βαθιά στην καρδιά, 
και τ΄ άστρα περνούν κουρασμένα. 
Κάποιο μάγουλο αγγίζει άλλο μάγουλο-
είναι ένα παγωμένο ρίγος, κάποιος 
παλεύει, σ’ ικετεύει, μόνος,
χαμένος μέσα σου, μέσα στον πυρετό σου.

Η νύχτα υποφέρει, λαχταρά την αυγή,
φτωχή καρδιά που τρέμεις. 
Ω , κλειστό πρόσωπο, σκοτεινή αγωνία,
πυρετέ που πικραίνεις τ’ αστέρια,
υπάρχει κάποιος που σαν κι εσένα 
λαχταρά την αυγή
γυρεύοντας το πρόσωπο σου στη σιωπή. 
Απλώθηκες κάτω απ’ τη νύχτα 
σαν ένας κλειστός, πεθαμένος ορίζοντας 
Φτωχή καρδιά που τρέμεις,
κάποτε ήσουν η αυγή.

*

Εσύ δεν ξέρεις 

Εσύ δεν ξέρεις τους λόφους
εκεί που χύθηκε το αίμα.
Όλοι μας φεύγαμε
όλοι μας ρίξαμε
το όπλο και τ’ όνομά μας. Μια γυναίκα
μας κοιτούσε που φεύγαμε.
Ένας μονάχα από μας
στάθηκε εκεί με σφιγμένη γροθιά,
είδε τον άδεια ουρανό,
έσκυψε το κεφάλι και πέθανε
μπροστά στον τοίχο, σωπαίνοντας.
Τώρα, ένα αιμάτινο κουρέλι
και τ’ όνομά του. Μια γυναίκα
μας περιμένει στους λόφους.

Jack Kerouac, Χορικά από το «Mexico City Blues»

110ο Χορικό

Ξέρω τον τρόπο ν’ αντέχω το δηλητήριο
Και την αρρώστια που γνωρίζει ο άνθρωπος,
Μέσα σ’ αυτό το κενό. Δεν είμαι μαθητούδι
Όταν φτάνει η στιγμή να θυμηθώ
Την αιωνιότητα των βασάνων
Που έχω σιωπηλά διατρέξει,
Δίχως παράπονο, νιώθοντας μέσα μου
Τον πόνο το ύψιστο, εεε, μυστήριο.
Τ’ απογεύματα όταν ήμουν παιδί άκουγα
Τα ραδιοφωνικά προγράμματα για να παρακολουθώ
Τη σαβούρα ανάμεσα στις ανακοινώσεις,
Γνωρίζοντας πως ο τσακισμένος είναι ευτυχής
Μόνο και μόνο γιατί είναι αρκετά
Τρελός ώστε να εκτιμά κάθε τι
Ασήμαντο που προβάλλεται εκεί μέσα
Στην καταιγιστική πληθώρα του ματιού του
Υπερβατικός εσωτερικός Νους
όπου υπέροχα ακτινοβόλα Φορεία
μεταφέρουν οι ελέφαντες
μες στους δεντρόκηπους που κυλά γάλα
πέρα από παράδεισους καταρρακτών
στην κοιλάδα με τα αστραφτερά πετράδια
βαθυπόρφυρο καθιστώντας έναν αρχαίο ωκεάνιο
βυθό μη-ανακαλυφθέντος μεγαλείου
στην καρδιά της δυστυχίας

*


225ο Χορικό

Το κενό που είναι τόσο ελκυστικό
                στη διάρκεια του ύπνου
Δεν έχει θέση και ούτε μοτίβο˙
Κι όμως συνεχίζω ακατάπαυστα την πνευματική αναζήτηση
Και την γεωγραφική περιπλάνηση
Για να βρω το Ιερό Γάλα Εντός
Που η Νταμέμα χάρισε σε όλους.

Η Νταμέμα, η Μητέρα κάθε Βούδδα.
                Του Γάλακτος Μητέρα

Μες στο σκοτάδι χολωμένος διαμαρτύρομαι
Με τον πιο ηλίθιο εαυτό μου
Γιατί υποκρίνομαι πως πιστεύω
Στην πραγματικότητα των πάντων
Ειδικά στην επονομαζόμενη πραγματικότητα
Της μεταβίβασης της Πειθαρχίας
Ολάκερη τη δοκιμή στην καλύβα της ερήμου
Και την υπεράνθρωπη μοναξιά
Και την αδιάκοπη φωτισμένη έκσταση
Στην ύπαιθρο δίχως έγνοιες
Και τοίχους να σε περικλείνουν
Τον Φωτεινό Εσωτερικό Παράδεισο
Της Έναστρης Νύχτας
Του απομεσήμερου του Μορφασμού του Σύννεφου-
                Ω, Αχ, Χρυσός, Μέλι,

                Έχασα τον δρόμο μου.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς