Αντώνης Γιανακός, Οι γόβες του Manolo Blahnki

Τι τάχα να γυρεύω σε τούτη τη ζωή;
Τα πιο σπουδαία πράγματα άλλοι τα ’χουν κάνει
Η ιστορία δεν στάθηκε γενναιόδωρη σ’ εμάς
Μονάχοι πορευόμαστε στην αγωνία του αύριο
Χωρίς καμιά μεγάλη έκρηξη
Μια αλλαγή να μας ταράξει.

Κάποιος όμως θα έλεγε:
«Τι ευτυχείς που είστε!
Μεγαλωμένοι στην ευδαιμονία
Με την αγωνία σας να εξαντλείται
Να μοιάσετε τα μοντέλα των εξωφύλλων».

Κι όταν πια δεν τα καταφέρνεις
Αρχίζει η κατάθλιψη
Τα φάρμακα και η παραίτηση.

Τουλάχιστον οι προηγούμενοι
-όσοι γλύτωσαν-
Έπαθαν κατάθλιψη στα ερείπια του Τείχους
Στην απεραντοσύνη της Τασκένδης
Στα μολυβένια χρόνια του ’70
Κι όχι μπροστά στις γόβες του Manolo Blahnki
Που δεν μπορούν να αγοράσουν.

*Από τη συλλογή “Η μνήμη του σώματος”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φεβρουάριος 2010.

Παναγιώτης Κ., Μπανάλ

Η ζωή δεν είναι
οι ταινίες που είδες
και ήθελες να τους μοιάσεις
δεν είναι οι μόδες που ακολούθησες.
Η ζωή σε παραφυλάει
με το δίκανο του θανάτου
κι ένα χαμόγελο στα σοκάκια
που έπαιζες κρυφτό και κυνηγητό
όταν ήσουν παιδί.
Στάσου αντάξια απέναντί της.

*Από τη συλλογή, “άλγος”, Μυτιλήνη, 2020.

Olivier Simonneaux, Η λήψη αίματος

Δε χάνω τη μνήμη. Χάνω το νόημα
της πραγματικότητας. Όλα τα φώτα
στο διαμέρισμα είναι αναμμένα. Βηματίζω στο
δωμάτιο από τη μια άκρη στην άλλη. Παράθυρο,
λευκός τοίχος, λευκός τοίχος, παράθυρο.

Η μαύρη γάτα στα πόδια μου πιστεύει σε
ένα καινούργιο παιχνίδι, γρατσουνά τους αστραγάλους μου,
δε γλύφει το αίμα, και με αφήνει.

Βημάτιζα όλη νύχτα για να ξεχάσω τη νύχτα
Δίπλα στα ηρεμιστικά που δεν πήρα, ακουμπισμένο
στο πάτωμα το ποτήρι μου γεμάτο με αλκοόλ που δεν ήπια.

Ο παγωμένος τοίχος ακούει τη φωνή μου και τα
νευρικά γέλια μου, δέχεται στις αβύσσους του
τη ζαρωμένη και γυμνή πλάτη μου.

Πίσω από το τζάμι το θαμπωμένο από δάκρυα, ένα
ξανθό παιδί ανάμεσα σε σκυλιά.
Αλλού από την αγκαλιά μου, το τμηματικό
τοπίο αποσπώμενο από το κενό.
Τώρα στο χώρο που βρίσκομαι υπάρχει
ήλιος και σιωπή και μια λογική. Σκέφτομαι
την υγρότητα του στόματός σου.

Έξω η υπαρξιακή οδός με τα απορρίματά της,
τα τραύματά της, το κυνοτροφείο και το χάος της.
Χαμόγελα εμφανώς ψεύτικα σε χείλη ξεροσκασμένα.

Τρυπώνω στο βρώμικο και πυώδες μετρό
αφού πριν έδωσα το αίμα μου για να κάνω
τις εξετάσεις του AIDS.
Η νοσοκόμα πάλεψε ώρα για να
βρει τις φλέβες μου, κατόπιν άφησε τη βελόνα της
να γλιστρήσει κάτω από την επιδερμίδα του δέρματος.
Το μικρό αιμάτωμα μεγάλωσε και με πονά
εκεί που διπλώνει το μπράτσο. Πιέζω δυνατά
στο μικρό κομμάτι του μωβ βαμβακιού και στην
άκρη του αυτοκόλλητου επιδέσμου.

Μου είπαν να περιμένω τρεις μέρες.
Τρεις ημέρες…
Δεν περιμένω παρά εσένα.

Εσένα μέσα στο λευκό αεροσκάφος σου
στις πύλες της Αθήνας. Αθήνα, πόλη το ίδιο πυώδης
με το παρισινό μετρό.

Τρεις ημέρες…
Τρεις ημέρες να περιμένω τα αποτελέσματα
της αιματολογικής μου ανάλυσης.
Τρεις ημέρες που μισώ αυτή την πόλη.

Τρεις ημέρες να διαβάζω ιατρικά βιβλία
για να πειστώ καλύτερα ότι έχω προσβληθεί
από τον ιό του AIDS.
Τρεις ημέρες που δεν έγραψα ούτε μία γραμμή.
Τρεις ημέρες εντατικής άσκησης μέχρις
έσχατης φυσικής και ψυχικής εξάντλησης του σώματός μου.
Τρεις ημέρες να μετανιώνω που έβαλα το αίμα μου
σε μικροβιολογικό σωληνίσκο.
Τρεις ημέρες δυσκοιλιότητας και διάρροιας.
Τρεις ημέρες ανικανότητας και εκσπερμάτωσης.
Τρεις ημέρες βαθύ ύπνου και αϋπνίας.
Τρεις ημέρες να ψηλαφίζω το λαιμό και τις μασχάλες
ψάχνοντας για γάγγλια.

Τρεις ημέρες να κοιτάζομαι γυμνός στον καθρέφτη
για να δω ένα ενδεχόμενο σπυρί ή ένα ενδεχόμενο στίγμα.
Τρεις ημέρες που έχω πηχτό σάλιο στο στόμα.
Τρεις ημέρες να αποφεύγω κάθε περιττό λόγο.
Τρεις ημέρες να κοιτώ τους σιδερένιους δίσκους
κάτω από τα γκρίζα T.G.V.
Τρεις ημέρες περιπλάνησης σε διαφορετικά μέρη,
σε ένα διάδρομο, σε ένα δωμάτιο, σε ένα πάρκο,
στηλωμένος σε ένα τοίχο, κάτω από ένα δέντρο,
κάτω από μια βροχή που συνθλίβει, κάτω από ένα μολυβένιο ήλιο.
Τρεις ημέρες απομονωμένος μέσα στα φώτα καμιάς σύμπραξης,
καμιάς καθαρότητας.
Τρεις ημέρες σφηνωμένος σε φήμες, μπροστά από
ανθρώπους που υποφέρουν, που είναι ευτυχείς,
που περπατούν, που στρέφουν πίσω τους.
Τρεις ημέρες οξείας ευθραυστότητας, αστάθειας νευρικής,
αβεβαιότητας, απουσίας.
Τρεις ημέρες αναμονής για να μάθω αν το σώμα μου
θα σαπίσει σύντομα ή όχι.

Τρεις ημέρες που δεν ξυρίζομαι πια.
*Από τη συλλογή “Caracteres” (“Χαρακτήρες”). Μετάφραση: Νότα Ανδριανοπουλου. Τυπώθηκε από το και ως μέρος του περιοδικού “Άν Κάποτε…” τον Αύγουστο του 1997.

Χίβα Παναχί, Έρωτας του Σιταριού

Στη Ζάλκα* ή μάνα μου
Πρασίνισε, κοκκίνισε
Πονεμένη γεννήθηκα
Οί γυναίκες έβαλαν τά ροΰχα τους άλλιώς
Χλόμιασαν οί λαμπάδες

Απ’ την κρύα φωτιά του βλέμματός μου
Κάθε καλοκαίρι
Σοΰ μιλούσα γιά τό σιτάρι που θερίζεται
Μαυρίζουν στον κάμπο
Μαυρίζουν άπό μέσα τά τραγούδια της εποχής

“Αχ Θεέ
Έσύ ό πρώτος ποιητής
“Οταν γεννήθηκα τί έκανες;
Στά όνειρα τού παρελθόντος
Έκείνο τό ώραίο φεγγαρόφωτο
Κάποτε φιλοξενήθηκε στή Ζάλκα
Έκεί άμφισβήτησαν τήν παρθενικότητά μου
Θρήνησα
‘Όπως τό κλάμα ενός μωρού
“Εκατσα θλιμμένη
Ξημέρωσε

Στή Ζάλκα μέ οργισμένα μάτια
“Αλλαξε χρώμα ή γυναίκα
“Αχ Θεέ
Πότε θά μέ ανακαλύψει;

«Ό πρίγκιπας καβαλάρης τής θύμησής μου»
Μη βιάζεσαι περίμενέ με
Κάτω άπ’ τό παράθυρο ένός ποιήματος
Χλόμιασα δέ σου δίνω φιλιά

Ό Σεπτέμβριος ξεχειλίζει άπό χαρά και στάρι
Ξεχείλισα άπ’ τή σιωπή
Τά σιτάρια τραγουδάνε
‘Έναν ξεχασμένο άμανέ
Δέν υπάρχω
Ή θλίψη της γέννας δέν μάς έγκαταλείπει
Αυτός είναι ό καημός των θεών
“Αν ξεπεράσω
Τον γκρεμό τής άμφιβολίας
Τής άμφισβήτησης
Στήν άπέναντι όχθη τής καρδιάς μου
Θά άνθίζουν τά παντοτινά σιτάρια τής Ζάλκας

1.9.1997, Κουρδιστάν Ιράν

* Ζάλκα: ένα κτήμα στήν έξοχή. Έκεΐ πήγαινα μικρή.
**Από τη συλλογή “Τα Μυστικά του Χιονιού”, Εκδόσεις Μαΐστρος, Νοέμβρης 2008.

Ελληνοαυστραλοί καλλιτέχνες για τις φωτιές – Έρμα Βασιλείου, Ζώνη διακεκαυμένη – Με έναν ξαναδουλεμένο πίνακα του Νίκου Σουλάκη

Ζωγραφική: Νίκος Σουλάκης

Ζώνη διακεκαυμένη
 
Αν είν’ καλύτερη η χρονιά
μην ρωτάς …
ανοικτά περιμένουν τη βροχή
τ’ αναμμένα κοχύλια
η λάβρα βάφει αλύπητα φέτος
ούτε η θάλασσα
δεν σβήνει τον πυρετό του αέρα
ένα θηρίο φυσάει τα σωθικά του
σαν να θέλει να πεθάνει
σαν να θέλει να ζήσει
μια μικρή με βάδισμα μάγισσας
και κόκκινη φούστα φέρνει μήνυμα
από τα χείλη του αστεριού
οι μαργαρίτες έχουν
πάψει να μαδιούνται γι’ αγάπη
θα βρέξει δεν θα βρέξει
ρωτούν
οι αγάπες έχουν πάψει
να μαδιούνται γι’ αγάπη
θα μείνει δεν θα μείνει
ρωτούν
η μανία του υδράργυρου
πιο μεγάλη από του έρωτα
ζώνη διακεκαυμένη
καμένη που δροσίζει
η υπομονή δεμένη
κι αψίζει, στεγνώνει
πασκίζει

Rachel Hadas, Δικαιωμένη ευχή

Είπες’ θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Καβάφης, «Η Πόλις»

Πόλις μακρινή, με αγορά παλαίστρα και ναό,
που μόνο από τέτοια απόσταση φαίνεσαι όλη καθαρά,
ποιά μορφή διαπερνά τον αστραφτερό σου λαβύρινθο
σμικρυμένη στο δυνατό ηλιόφως;

Παριστάνοντας την υπάλληλο γραφείου
έπαιρνα κάθε βράδυ ένα λεωφορείο για να γυρίσω στην ακτή.
Σκοτάδι ανέβαινε απ’ τους βασιλικούς Κήπους
που φώτιζαν ανταύγειες απ’ τις φωτιές των φυστικάδων’
ζευγάρια ζαχαρώναν στο σούρουπο’
οι κηπουροί μοιάζαν μαϊμούδες κάτω από φοινικόδεντρα.

Τώρα η μάσκα πέφτει.
Σκιές από σύννεφα σημαδεύουν τούτους τους λόφους.
Πράσινο, πράσινο’
πίσω στην δενδρήεσσα στεριά πάλι τη θάλασσα αποζητώ.
Σ’ όλους τους τόπους ίδια θα γυρνάς,
στης ζωής το μέγεθος, γυναίκα ξενόφερτη στη γη αυτή.
Βαρέθηκες, λες, τους γαλάζιους ουρανούς;
Ας είναι.

*

Wish granted

You said, I will go to another land, I will go to another sea.
CAVAFY, «The City»
Far city, agora and games and temple
seen clear and whole only from this distance,
what figure threads your gleaming maze
foreshortened in strong sunlight?

In the guise of an office worker
I took a bus to the coast each evening.
Darkness rose from the royal Gardens
lit in flares by peanut vendors’ fires;
couples spooned in the gloom;
gardeners resembled monkeys under palm trees.

Now the mask falls.
Cloud shadows mark these hills.
Green, green;
back in the tree land I want sea again.

In any landscape you will be the same,
life-size, a woman using this place up.
You say you’re tired of azure skies?
So be it.

*Από το βιβλίο “Με τον τρόπο του Καβάφη – 20 ξένα ποιήματα”, έκδοση κεγ, Θεσσαλονίκη 1999.

Ρωξάνη Νικολάου, Ο Αντιθέτης κι ο Ραψωδός

Σώμα που αναβαστά τη γη

/Ο Αντιθέτης/
Ο Αντιθέτης στον ώμο
με σκουντά να ξυπνήσω
ανοίγω τα μάτια
αρπάζει την ημερομηνία σαν τυρί.

/Ο ήλιος/
έρχεται κοντά μου
πυρωμένος
ως τη σκόνη των βελόνων του
τρελαμένα πουλιά ορμούν
στα τοιχώματα των σπλάχνων.

/Σώμα που αναβαστά τη γη/
Ο Αντιθέτης
με τα χοντρά του χείλη
σβήνει όλα μαζί τα πουλιά
και στρέφει τους βολβούς
των ματιών μου
στο πάτωμα.

/Η φωνή των παιδιών μου πως αλλάζει, άκουσε/

Βγαίνω στο προαύλιο
της πηκτής ερημιάς

‘Ισκιοι φαγωμένοι
από τη νύχτα
γυρεύουν μαζί μου
στα θρύμματα
των δευτερολέπτων
το αυγό της μέρας.

/Το συναπάντημα με τον Ραψωδό/

Ο Ραψωδός χαϊδεύει το κυρτό μου σώμα
τραγουδά με φωνή απερίγραπτη
τα πάθη ενός κόσμου
που δεν
υπάρχει.

*Από τη συλλογή ‘Ψαλιδιστής”, εκδόσεις τεχνοδρόμιον, Λεμεσός 2018.