Alfonsina Storni, Τρία ποιήματα

ΠΑΡΑΣΙΤΑ

Ποτέ δεν πίστεψα πως ο Θεός έχει ένα σχήμα
Απόλυτη η ζωή του, και ο νόμος του απόλυτος.
Μάτια ποτέ δεν είχε: κοιτάει με τ’ αστέρια
Χέρια ποτέ δεν είχε: χτυπάει με τις θάλασσες
Γλώσσα ποτέ δεν είχε: με αστραπές μιλά
Στο λέω, μην εκπλήσσεσαι:
ξέρω, έχει παράσιτα: τα πράγματα, τους ανθρώπους

*

ΦΟΒΟΣΟΥΝ ΤΗ ΘΝΗΤΗ ΜΟΥ ΣΑΡΚΑ

Φοβόσουν τη θνητή μου σάρκα και μέσα της έψαχνες
την αθάνατη ψυχή. Για να τη βρεις, μου άνοιγες
πληγές μεγάλες με λέξεις σκληρές.
Τότε έγερνες πάνω τους εισπνέοντας,
φριχτέ, την οσμή του αίματος μου.

*

ΓΑΛΗΝΗ

Πάμε προς τα δέντρα… Η ουράνια χάρη
θα ανοίξει μέσα μας το όνειρο.
Πάμε προς τα δέντρα, η νύχτα μας
θα είναι τρυφερή, η θλίψη ανεπαίσθητη.
Πάμε προς τα δέντρα, της εξοχής τα μύρα
κοιμίζουν τη ψυχή. Μα, δείξε καλοσύνη,
σώπα και μη μιλάς. Να μη ξυπνήσουν τα πουλιά
που αφέθηκαν στον ύπνο.

*Από το βιβλίο “Alfonsina Storni, Ποιήματα”, εκδ. Θράκα, 2014. Μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας.

ΑlexMil (Αλέξανδρος Μηλιορίδης), Τρία ποιήματα

τοίχοι tattoo

αυτοί που λείπουν,
τους τοίχους
με τα tattoo του πεπρωμένου
έχουν διαβεί,
πίσω από τα μάτια μου
τους βλέπω
κι έμεινε μόνο η σιωπή
της παρουσίας τους
και η νύχτα για να ξαναγράφει
τις στιγμές τους·

*

ψευδαισθήσεις postmodern

πέρασε
από μπροστά μου,
γυμνή,
αιωρούμενη,
με συσκευή ιπτάμενη:
αναμονή και ψευδαισθήσεις
postmodern
που με παίδευαν,
τις άφηνα, μ’ έτρωγαν
και με κορόιδευαν·
αντέδρασα,
μαυροπούλια έστειλα
και τις φόβισα
και χάθηκαν:
έμεινα μόνος επιτέλους,
ολομόναχος·

*

ξεθωριασμένο hotel

πρόσφερες έξυπνες
σκέψεις,
είχες διαισθανθεί
τον άνεμο που με παρέσυρε,
ενθουσιάστηκα,
διέθετες και λευκό μητρώο
και σε χαστούκισα,
ήξερα πως σου άρεζε,
με κοίταξες προκλητικά
και το επανέλαβα
κι έπειτα βιαστήκαμε,
καίγαμε:
ξεθωριασμένο hotel
και poster στραβοκρεμασμένα·

*Από τη συλλογή “Ποιητικές τρύπες στο σκοτάδι”, Επιμέλεια έκδοσης: studio Mil3d, 2013.

Θανάσης Γεωργιάδης, Τρία ποιήματα

ΔΑΝΙΑ Η ΕΝ ΑΜΕΡΙΚΗ

Σταμάτησε ένα λεπτό στην Ντένια
με τις αβικενίες να του κεντούν τα μάτια

Πώς ωχριούσε πλάι στον άσπρο βυθό αντικρύ του, πώς ωχριούσε κατά τον ουραν
και τρέμιζε
Κι ο θόρυβος του ωκεανού παλινδρομούσε
συνεχώς

Ύστερα μπαίνει στον καφενέ ορμητικά
το ύφος του δεν παραλλάσσει
στέκεται πίνει καφέ καπνίζει
το είδωλό του βλοσυρό τον επιβλέπει

Κι η μέρα παλινδρομούσε διαρκώς μαζί μου

Ντένια, Φλώριδα, Νοέμβριος 1967

*

ΧΩΡΙΟ ΤΩΝ ΗΠΑ

Τρέμιζε χλόη βαθυκύανη προς τη φορά του ανέμου
άσπρος ο δρόμος απ’ τα δάση ως τα σπίτια
κι εκείνοι οι μοναχικοί δρυμοί κι οι μετρημένες
κατοικίες

Κάποτε, είχες πει, «ζούσα σ’ ένα χωριό»
αυτό σου δείχνω

Βόρεια Φλώριδα, Ιούνιος του 1968

*

ΣΥΜΠΑΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

Αυτοί που τον κοιτάζαν ήξεραν σε τι κόσμο ζούμε
δεν έβλεπαν ωστόσο ότι εκείνος τον άλλο κόσμο
κουβαλούσε τον δικό του
στους λιγνούς του ώμους;


Ειδομένη, Μάιος του 1973 (επιστρέφοντας)

*Από τη συλλογή “Το ημερολόγιο ενός ουρανοδρόμου”, εκδ. Δήγμα 2014.

Γιώργος Γέργος, Δύο ποιήματα

.εκείνο το τέρας


ζητούσα της ράτσας μου την αριθμητική
κι εκείνο
που σήμαινε το αντικρινό μου επεθυμούσ

αντί αυτών
συνεχώς με αντάμωνα

ζωύφιος κατά την εισπνοή
εκπνέοντας κατέληγα
κι από όλες τις μεριές της ημέρας τότε ανέτειλε
πανδόχος η αλήθεια
σαν σύμπτωση.

*

.ίσως νανούρισμα

για ν’ ανεβώ στη γλώσσα μαρτύρησα τη μετριότητα
για να σωθώ ασκήθηκα στη μαντική της διατάραξης

τώρα,
αιφνιδιάζομαι πεινώντας για ένα μέλλον
όπου θα διακινδυνεύουμε εαυτούς στη βαρύτητα

μία νάρκη ουσίας
μια φοβερή χειρονομία, κύριοι
προς τα εκεί όπου σφάλει το θηρίο στην κλίνη του
προς τα εκεί ομοιοκαταλήγοντας
όπου οικοδομούνται από καιρό
οι καταδίκες μας

έχουμε το ίδιο αίμα λοιπόν
κι ίσως τα σώματά μας να κοιμούνται στο ίδιο σχήμα
όλα επιστρέφουν εδώ κι άλλο δεν απομένει να πούμε

αύριο όμως αγάπη μου θα αξιωθώ ένα καινούριο ύψος
αύριο αγάπη μου
ξανά θα λειτουργηθούμε το έγκλημα
–μη φοβηθείς ποτέ,
μη φοβηθώ ποτέ-
για να θυμάμαι να πεθάνω
με επινόησα

*Από τη συλλογή “ο εαυτός ήχος”, εκδ. Εξάρχεια, Νοέμβρης 2013.

Στέλιος Ροΐδης, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΙΔΙΟ

Είναι το ίδιο που όλοι φοβούνται να αγγίξουν
Η ψυχή σου του ανήκει
Το ίδιο πράμα και το μυαλό
Είναι ο ήχος που ενώ δεν είναι δικός σου
Είναι ο μοναδικός σου
Η μούχλα, τα άδεια μάτια
Το άστο καλύτερα.
Είναι το ίδιο που όλοι φοβούνται να αγγίξουν
Είναι η πληγή που έχει πλέον κλείσει
Και δεν μιλάμε άλλο για αυτήν
Είναι αδύνατον να την κοιτάξουμε απέξω
Γιατί ποτέ δεν είμαστε απέξω
Λεπτομέρεια
Όταν την κλείναμε την κλείναμε από μέσα,
Μετά κανείς δεν ήταν σε θέση
Να τα βάλει
Με την ίδια του την υπόσταση.
Από αυτό το τρομακτικό μέρος
Από εκεί μου μιλάς και περιμένεις να ακούσω
Δεν είναι πόνος
Είναι κλειστοφοβία. Τέλος.
Είναι το ίδιο που όλοι φοβούνται να αγγίξουν
Είναι η άθραυστη πληγή
Και καμιά οδύνη δεν την ανοίγει.
Τα μάτια μόνο νομίζουν ότι κάτι είδαν κάποτε
Κάτι πιο φοβερό από την πίστη
Σταθήκανε
Πλανιότανε λυσσασμένος ο άνθρωπος.
Η καρδιά σου χτυπάει
Αλλά δεν είναι καρδιά αυτό
Είναι ο σφυγμός ενός από κάτω κόσμου
Σε επεξεργάζεται ακόμα
Σαν να μην έχεις πάρει την τελική σου μορφή.10
Μέσω της αστειότητας σου
Από την αστειότητα σου δραπετεύεις
Και δεν είναι για πλάκα.
Όχι πια.
Όλα ανήκουνε στο φόντο
Την ιστορία θα την πουν οι ποιητές.11

*

ΕΜΠΡΗΣΜΟΣ

Δεν θέλω να ακούσω αυτή την ιστορία
Νομίζω καμιά φορά ότι καταπίνω κάτι πολύ
Βαρύ για εμένα
Μα είμαι εντάξει, γιατί έτσι κρίνει ο ορίζοντας
Αυτές οι ιδέες καθήσαν στο κεφάλι μου και
Έζησα γελοίες ιστορίες εξαιτίας τους
Όπως η ηλικία ανατομεί σφαγές όταν δεν έχει
Τι να κάνει
Οι τύποι χάνονται όταν μιλάς με τον εαυτό σου.
Ο σκοτωμένος γνωρίζει πολλά για το φόνο
Καμιά φορά περισσότερα και από το φονιά
Είναι αυτή η γαμημένη μεταβίβαση
Γνώσης
Ξέρεις από αυτά.
Χλιαρά, ασυνείδητα οι μέρες περνάνε
Χρειάζομαι κάτι κακό, κακό να κάνω
Σκέφτομαι πολύ το πρωί
Το επόμενος τέλος δεν θα έχει τίποτα κοινό
Με το προηγούμενο
Είμαι ενδιαφέρον τύπος τελικά
Αφού κατάφερα να αντιπαρέλθω τη μοναξιά
Τις τύψεις από την τόση ησυχία
Ποτέ δεν θα μάθω όσα συνέβησαν εξαιτίας μου
Ειρωνεία
Να σε ξέρω τόσο καλά όταν δεν σε χρειάζομαι πια
Η ίδια η ζωή το κάνει
Τους έχασα όλους στην παλιά αποβάθρα
Κανείς δεν τόλμησε να φύγει δίχως να πληγωθεί
Έπρεπε κάτι να αγαπήσουν
Έτσι έπεσε η νύχτα
Ένα δαχτυλίδι έγδαρε την πλάτη μου
Η κυρία λυπημένη έκανε έρωτα
Πάμε πάλι την ιστορία12
Γιατί κάτι δεν μου είπες καλά
Ότι κάνει η νύχτα στα μεγάλα μυαλά
Μάθε να φταις
Φέτος δεν θα πέσουν βροχές
Δεν θα γραφτούν ποιήματα, καλά ελπίζω
Θεέ μου πόσα δημιουργήματά σου σιχαίνομαι
Γιατί τους άφησες να το κάνουν αυτό;
Για κάποιο λόγο, οι λόγοι όλοι χαθήκανε
Χωρίς τίποτα να μπει στην θέση του
Μόνο γίναμε λίγο πιο σοφοί
Πάντα να έχεις κάτι διαθέσιμο να καταστρέψεις
Αγάπη μου
Νέα γη
Όλοι οι θάνατοι του κόσμου δεν απόδειξαν τίποτα
Εώς τώρα.

*Από τη συλλογή “Κομμάτια δικά μου”, εκδ. Βακχικόν, 2012.

Ελένη Κοφτερού, Τρία ποιήματα

Μάθημα Βοτανικής

Τα ξέρεις τα κυκλάμινα;
φυτά δικοτυλήδονα
της οικογένειας των Πριμουλιδών.
άγρια κληρονομιά
υποταγμένη
σε γλάστρες και παρτέρια.
Μια σπάνια ποικιλία
φυτρώνει
στα πνευμόνια μου
όταν μου λες
πως μ’ αγαπάς
γενετικά ασύμβατη=
με τα λουλούδια
του εμπορίου…

*

Η Άνοιξη στην Οθόνη

Πυγολαμπίδες βάλθηκαν
να υφαίνουν
Άρκτους μεγάλες
και μικρές
σε οθόνης
γυάλινο ουρανό.
Έξω από φράχτες
τοίχους και γραφεία
έξω από ιδρύματα
σχολεία
μια άνοιξη αναπότρεπτη
με πληγώνει ξανά…

*

Παγετός Εαρινός

Αχ! πόσο σκέφτομαι
τις μικρές βερικοκιές
στον κάμπο τον Αργολικό
που σήμερα ξυπνήσαν
παγωμένες
και δεν προλάβανε
χορευτικές φιγούρες
με ανέμους παρδαλούς
όψιμης άνοιξης
παρά θρηνούνε
πρώιμα
για την απώλεια
μελλοντικών ερώτων
με τις μέλισσες…

*Από τη συλλογή “Περί Άνοιξης και άλλων Εμμονών”, εκδ. 24 γράμματα, Αθήνα 2013.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Δύο ποιήματα

Θα είναι απλές οι λέξεις και θα αρκούν.
Δεν θα κουβαλούν το άγχος των λεωφόρων.
Γάργαρα θα αναβλύζουν σαν φαράγγι στην Τζένα
Καθώς το νόημά τους, θα ζωγραφίζεται
απαλά στα μέτωπά μας.
Τότε πια θα πάψει να θροΐζει
άγνωστος ο άνεμος ανάμεσά μας,
μόνο θα ψιθυρίζει στο εντός των ψυχών,
ένα διαφορετικό πομπό, ανάλογο του κάθε δέκτη.
Κι ίσως το αστράφτισμα αυτό.
Αυτό το ελάχιστο τίποτα,
στην αγχωτική θολούρα της επιβίωσης,
να λέγεται ποίηση.

*

Έσκισα όσα έγραψα το μεσημέρι.
Οι στίχοι, παραπατούσαν ζαλισμένοι απ’ τον ήλιο.
Φαντάστηκαν τόσα μέχρι που ετοιμάζονταν
να γοητεύσουν τα ωχρά φεγγάρια.
Αναρωτιέμαι στο μεταξύ αν μετριέται για πνιγμός
η απουσία της αγκαλιάς
και η μουσική του δέρματός της.
Πέταξα όσα έγραψα το απόγευμα.
Οι στίχοι, συνομιλούσαν ενθουσιασμένοι με τα αποδημητικά.
Ονειρεύτηκαν τόσα μέχρι που ετοιμάζονταν
να ξεφύγουν στον ακόρεστο ουρανό.
Σκόνταψα ευτυχώς στην μετέωρη κόψη της χαρμολύπης
για το τέλος της ημέρας.
Κράτησα όσα έγραψα την νύχτα.
Οι στίχοι, δεν ζητούσαν τίποτα για αντάλλαγμα.
Ξαπλώναν θαρρείς λέξη προς λέξη
σε αυτό το σκοτεινό μα άνετο πέπλο.
Εμπρός με λένε πες το.
Θαρρείς κάθε φορά δεν γράφεις
για εκείνη;

*Περιλαμβάνονται στο “TEFTeRI” No6, Οκτώβρης 2026.

Νίκος Μιτζάλης, Ο ψιθυριστής

Μου έλεγε ότι είχε έρθει από τα μπανλιέ.
Τα βορειοανατολικά.
Είχε ζήσει στο Σαν Ντενί, στο Μπομπινί, και τώρα στο Παντίν.
Ο πατέρας του ήταν από το Μαγκρέμπ
Εκεί που οι μοσχοβολιές  από τα μπαχάρια του ταζίν και της ταμπούνα
έφταναν πέρα από την Μεσόγειο.
Φόραγε ένα μαύρο μαντίλι και μια μάσκα για σκι
Μου έλεγε για το πώς ήταν εγκλωβισμένος σε μια ξένη πόλη
καθώς έσπαγε μια βιτρίνα με ένα λοστάρι.
«έτσι θα γυρίσεις πίσω;» τον ερώτησα.
«έτσι θα δημιουργήσω μια άλλη» μου απάντησε.
Και όλα αυτά μου τα ‘λεγε ψιθυριστά
ήρεμα
όπως συνήθως γίνονται οι πολιτικές εξαγγελίες
από το Οτέλ Ματινιόν
για στέγαση, παιδεία και εργασία.

ένα έτσι, κανένας ιδιαίτερος λόγος

Φωτογραφία: Leonard Freed

ποτέ δεν θυσίασα την έμπνευση
για να πετύχω κάτι άλλο
από την χαρά του να αιωρείσαι

έστω και πρόσκαιρα πάνω από το κενό

δοκίμασε μια ακόμη φορά
να πεις αυτό που πραγματικά εννοείς
με έναν τρόπο που να σημαίνει κάτι

όχι άλλους επιτηδευμένους αντιπερισπασμούς
χάριν μιας αλλοτινής οικειότητας
όχι φλύαρους συναγερμούς
καταμεσής της οριζοντιότητας

η σιωπή είναι ένα κάλπικο νόμισμα
και το ποτάμι αφρίζει γελώντας
τα κόκαλά μου
μια λήθη πανοραμική
πέφτω στα γόνατα για να σε σώσω

πέφτω στη γη
για να υπάρξουμε
ότι επιστρέφει έρχεται
πάνω σε ράγες που τρίζουν

ακολουθώ μες στο πλήθος
που φωνάζει κάτω από το μπαλκόνι μου
χωράμε τόσο εύκολα
στο τίποτα που σπαράζει

δεν μπορώ να κοιτάξω πίσω
από τον ώμο μου
χάσκει
ένα αιμάτινο χάος
άνθρωποι που δεν ήταν
ποτέ ξανά

*Σχετικός σύνδεσμος: https://enaetsi.wordpress.com/2026/10/15/κανένας-ιδιαίτερος-λόγος/#like-9645

Γιάννης Ευαγγέλου, Τρία ποιήματα

Mαχνοβτσίνα

Τραγουδάμε για εκείνους τους αναρίθμητους ξεχα-
σμένους της μοίρας
που δεν βασανίστηκαν στις φυλακές,
που δεν σκοτώθηκαν στα μπλόκα,
που δεν πολέμησαν για κανέναν,
που πάντα λιποθυμούσαν στη θέα του αίματος.

*

Οι καλογυαλισμένοι

«Δεν έχετε δουλέψει ακόμα, είστε καλογυαλισμένοι. Δεν
γίνεται έτσι επανάσταση, με τις κουβέντες, με τα λεφτά
του μπαμπά και με τα πανεπιστήμια. Πρέπει να βγάλουν
ρόζους τα χέρια σας.»

*

Κάτω από το εικόνισμα

Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης το είχε ονομάσει το καφενείο.
Συρρέαμε όλοι εκεί κάθε πρωί, κάθε απόγευμα, κάθε βράδυ.
Και τον βλέπαμε πάντα καθισμένο σε μια άκρη του μπαρ,
κάτω από το εικόνισμα του Μπακούνιν,
να δίνει εντολές στους σερβιτόρους
και να μας μιλάει για την επανάσταση.

*Από το βιβλίο “Μαχνοβτσίνα – Τριάντα σημειώσεις”, εκδόσεις διάπυροΝ, Νοέμβριος 2013
.