Jazra Khaleed, Ναυάγια (αποσπάσματα)

1.

στην εισαγγελία πρωτοδικών καλαμάτας προσήλθαν σήμερα οι δικηγόροι συγγενών αγνοουμένων

το βαθυσκάφος “τιτάν” βρισκόταν σε αποστολή εξερεύνησης του ναυαγίου του “τιτανικού”

υπέβαλαν εκ μέρους τους αίτημα ανέλκυσης του σκάφους και ανάσυρσης των σορών

στα σκοτεινά και απέραντα βάθη του ατλαντικού ωκεανού

το έγγραφο αίτημα πρωτοκολλήθηκε κατόπιν προφορικής ακρόασης

το ταξίδι ξεκίνησε από το σεντ Τζονς, στη νέα γη

αφήνοντας αιχμές για τη μυστικότητα της έρευνας που επέβαλε ο εισαγγελέας του αρείου πάγου

πλήρωσαν 250.000 έκαστος για και εμπειρία στο ναυάγιο

εξακολουθεί να είναι σε εξέλιξη ένα παράλληλο δράμα με ανθρώπους να καταφτάνουν αναζητώντας συγγενείς και δικούς τους ανθρώπους

είναι ένα απίστευτα αδυσώπητο περιβάλλον εκεί κάτω στον πυθμένα της θάλασσας

οι αρχές έστειλαν μια ομάδα που περιλάμβανε τέσσερις μασκοφόρους ένοπλους άντρες

τα θερμά μας συλλυπητήρια στα αγαπημένα πρόσωπα του πληρώματος

2.

η ελληνική κυβέρνηση αντιμετώπισε την κατάσταση σαν επιχείρηση επιβολής του νόμου και όχι διάσωσης

η ερειπωμένη ύπαιθρος να αποκτήσει εργάτες

δεν υπήρχε σημαία πάνω στο ελληνικό πλοίο και οι άντρες που φορούσαν μάσκες ήταν μαυροντυμένοι

δεν θα κάθεστε για να σας δίνουμε επιδόματα μέχρι να βρείτε τον τρόπο να φτάσετε στην ευρώπη με smugglers

το ναυάγιο προκλήθηκε όταν το ελληνικό πλοίο έδεσε με σκοινί το αλιευτικό και προσπάθησε να το τραβήξει

δημιουργεί χώρο για θεσμική παρέμβαση από το κράτος, προκειμένου να ενισχυθεί το οργανωμένο σκέλος εισαγωγής εργατικών χεριών από άλλες χώρες

με αποτέλεσμα το υπερφορτωμένο σκάφος να παλαντζάρει και να βυθιστεί

Αναδεικνύοντας τη μεγάλη πρόκληση της κινητικότητας των προσφυγικών πληθυσμών

οι επιζώντες μας λένε ότι άκουσαν από τους διακινητές ότι στο πλοίο αυτό βρίσκονταν 747 άτομα

θα μείνουν στη χώρα για να δουλεύουν καταναγκαστικά στα χωράφια και τις δουλειές που δεν θέλουν οι έλληνες

φαίνονται να έχουν τα χέρια σηκωμένα ψηλά

με την απειλή της απέλασης-επαναπροώθησης

*Από την ενότητα “Ναυάγια” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Προλεποίηση”, εκδ. Τεφλόν, Απρίλιος 2024.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Πώς έβγαλε η αλήθεια νοκ άουτ τον φασισμό:

Στη συνοικία ”Κλώνο του Μπρονξ”-Αποβάθρα μεταναστών-Πληθώρας υπογείων-Της μοναξιάς-Του εγκλήματος-Της προσφυγιάς της υδρογείου-Πώς έβγαλε η αλήθεια νοκ άουτ τον φασισμό-Διηγόταν το παιδί που θα πνιγεί-Μετά από καιρό-Στη σχάρα της τουαλέτας ενός μπαρ απ’ τη χημεία και δεν θα τον προλάβουν στα Επείγοντα-Σύμφωνα με την ιστορία–Στο φασιστάκι από πάππου προς πάππου-Που εκπαιδεύει για να δαγκώνουν πρόσφυγες-Ομοφυλόφιλους-Ρομά-Με ξύλο και μάντρωμα σ’ υπόγες-Σκυλιά που λέει «Σκοτώστρες»-Ο γεροδάσκαλος γείτονας-Αργά και με ησυχία-Του λέει ‘κείνη τη μέρα-Που συναντιούνται με ένα ταλαίπωρο σκυλί του στην πολυκατοικία: «Τα σκυλιά-Παρόλο που εκπαιδεύονταν για μήνες-Σε ειδικό χιμλερικό* πρόγραμμα-Ως αναπληρωτές φρουρών στα ναζιστικά στρατόπεδα-Όχι μόνο δεν συνεργάστηκαν-Αλλά ως σκυλιά κοιμούνταν όποτε γουστάριζαν-Κι όσο κι αν τα είχαν αγριέψει στη σάρκα των εβραίων και των άλλων κρατουμένων-Ως σκυλιά-Κι όχι ως άνθρωποι-θηρία-Δεν πείραζαν τα λείψανα εκείνων των ανθρώπων στου θανάτου τα εργοστάσια»-Το φασιστάκι αντάριασε σαν τη φουρτουνιασμένη θάλασσα-Αποπειράται να τον χτυπήσει άτσαλα-Μα ο δάσκαλος τον ξαπλώνει με μπουνιά στο πάτωμα-Αναγαλιάζοντας οι αυτόπτες-Που τον μισούσανε θανάσιμα-Κι αυτόν και τον παππού του-Που δούλευε στην Κατοχή για την Γκεστάπο και τους ναζί-Και του ‘βγάλαν μια νύχτα-Σε δρόμο σκοτεινό-Τ’ άντερα- Στη συνοικία ”Κλώνο του Μπρονξ”-Αποβάθρα μεταναστών-Πληθώρας υπογείων-Της μοναξιάς-Του εγκλήματος-Της προσφυγιάς της υδρογείου-Πώς έβγαλε η αλήθεια νοκ άουτ τον φασισμό-Διηγόταν το παιδί που θα πνιγεί-Μετά από καιρό-Στη σχάρα της τουαλέτας ενός μπαρ-Απ’ τη χημεία-Και δεν θα τον προλάβουν στα Επείγοντα

*Xιμλερικό: Από το όνομα του Χάινριχ Λούιτπολντ Χίμλερ (Heinrich Luitpold Himmler), Μόναχο 7 Οκτωβρίου 1900-Λύνεμπουργκ 23 Μαΐου 1945. Ο Χίμλερ ήταν από τους γνωστότερους Γερμανούς εθνικοσοσιαλιστές πολιτικούς και από τους πιο σημαντικούς διαμορφωτές της ναζιστικής πολιτικής. Θεωρείται ο ιθύνων νους του Ολοκαυτώματος. Ήταν ανώτατος αρχηγός των Ες-Ες. Όταν συνελήφθη από τους Βρετανούς έδωσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του. (Περισσότερα στη σημείωση στις σελίδες 33-34 της συλλογής της Αλήτις Τσαλαχούρη).

**Από τη συλλογή “Κάθαρμα”, εκδ. Οδός Πανός, 2020.

Νίκος Σφαμένος, Μέρα του Νοέμβρη

Φωτoγραφία: Clarence H. White, Drops of Rain, 1903

ο δάσκαλος της μουσικής
βάζει την πέμπτη συμφωνία
του Μάλερ
«η χαρά πάντα έρχεται
μετά από τον πόνο!»
λέει στους μαθητές
καθώς κλείνουν τα μάτια τους
η βροχή ξεκινά

ένας μόνο στο πίσω θρανίο
δεν σταματά να κοιτά έξω

τώρα η μουσική
δυναμώνει
διαπερνά τους τοίχους
ταξιδεύει στην πόλη
σκορπίζει ξεχασμένες μελωδίες

κι εκείνος πάντα να κοιτά
στο παράθυρο
τη βροχή που ποτίζει
τα δέντρα
τα κλειστά σπίτια
τις μέρες μας

Georges Bataille, Τέσσερα ποιήματα

Πέρα από το θάνατό μου
μια μέρα
η γη περιστρέφεται στον ουρανό

είμαι νεκρός
και το βαθύ σκότος
εναλλάσσεται ασταμάτητα με το φως

η πλάση με φυλάκισε
και βρίσκομαι στην αγκαλιά της τυφλός
συμφιλιωμένος με το Τίποτα.

*

Εγώ ο ίδιος είμαι το μηδέν
η πλάση είναι ο τάφος μου
ο ήλιος δεν είναι παρά ο χάρος

ο τυφλός κεραυνός είν’ η ματιά μου
ουρανός η καρδιά μου
εκεί που μαίνεται η καταιγίδα\

μέσα μου
βαθειά σε μιαν άβυσσο
ο απέραντος κόσμος είναι νεκρός.

*

Είμαι ο πυρετός
ο πόθος
είμαι η δίψα

Το κέφι π’ ανεμίζει το φουστάνι σε δύνη
και το κρασί που κάνει χωρατά
και τσίτσιδη σ’ αφήνει.

*

Αιμόπτυση
είναι η ρόδινη δροσιά
η μαχαιριά που απ’ αυτήν θα πεθάνω
από του πηγαδιού το φυλιατρό
στη διαφάνεια την δακρύων με αγωνία
τον αστερόφωτο ανερευνώ ουρανό.

*Από το βιβλίο “Georges Bataille, Ποίηση”, έκδοση “το μικρό Δέντρο” Νο 5. Δεν αναφέρεται χρόνος έκδοσης. Μεταγραφή: Νίκος Δ. Κοντομήτρος.

Grzegorz Kwiatkowski, Τρία ποιήματα

Μαργκαρέτε Χάουπτμαν

στο σαλόνι μέσα σ’ ένα σφραγισμένο φέρετρο
εδώ κι έναν μήνα κείτεται και ζέχνει το πτώμα του συζύγου μου
πόσο δυνατός ήταν κάποτε
πόσο δυνατό ήταν το κεφάλι του
με τη φωνή του τους έβαζε όλους στη θέση τους
τον φοβόντουσαν ακόμα και τα ζώα στο χωράφι κι οι αγελάδες
μα τώρα σαπίζει
το πρώτα δεν μπορεί να μεταφερθεί χωρίς άδεια
και είμαστε στα τέλη Ιουλίου

*

σφυρίζαμε

δεν ‘ξέραν πού να τρέξουν να γλυτώσουν στους αγρούς και ‘τρέχαν
γύρω γύρω
πώς γελάσαμε
πριν τους σκοτώσουμε
σφυρίζαμε εύθυμα

*

Βάλτερ Στιρ

ο πατέρας μου ευσυνείδητος σιδηροδρομικός υπάλληλος
δεν συμμετείχε ποτέ στις εκτελέσεις
έκανε απλά τη δουλειά του
οργάνωνε τις μεταφορές
ανατολικά δυτικά
βόρεια νότια
μπρος πίσω

*Από το βιβλίο “Θέρισμνα”, εκδ. Τεφλόν, 2022. Μετάφραση: Peter Constantine.

Mohammed Moussa, As If I Were the Dead Sea / Σαν να ήμουν η Νεκρά Θάλασσα

As if I were the Dead sea,
you forgot me
and left me reading
the palm of a dead city
Searching for my destiny .

I still breathe my longing
For you, and I still miss you.
How do you expect me
to teach a drowned city
how to swim with me
to you, or how to take
me instead of you.

If I learn the language
of this dead city
Begging for me,
or if I hold the key
to the last eternity;

if I ever live like a canary
in the forest
of your mystery,
Or if I shelter my heart
in the same body of water
that chokes me

will my liberty
become a final prayer
from you to me
or will this
sea crying before me
set me free
from you
for another eternity.

Σαν να ήμουν η Νεκρά Θάλασσα,
με ξέχασες
και με άφησες να διαβάζω
την παλάμη μιας νεκρής πόλης
ψάχνοντας το πεπρωμένο μου.

Ακόμα αναπνέω τη λαχτάρα μου
για σένα, και ακόμα μου λείπεις.
Πώς περιμένεις από μένα
να διδάξω σε μια πνιγμένη πόλη
πώς να κολυμπήσει μαζί μου
προς εσένα, ή πώς να πάρει
εμένα αντί για εσένα.

Αν μάθω τη γλώσσα
αυτής της νεκρής πόλης
που με ικετεύει,
ή αν κρατώ το κλειδί
για την τελευταία αιωνιότητα,

αν ζήσω ποτέ σαν καναρίνι
στο δάσος
του μυστηρίου σου,
ή αν προστατεύσω την καρδιά μου
στο ίδιο νερό
που με πνίγει

θα γίνει η ελευθερία μου
μια τελευταία προσευχή
από σένα προς εμένα
ή μήπως αυτή η
θάλασσα που κλαίει μπροστά μου
θα με ελευθερώσει
από σένα
για μια άλλη αιωνιότητα.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://gazapoetssociety.substack.com/p/todays-poem-as-if-i-were-the-dead?utm_source=post-email-title&publication_id=4606768&post_id=223173144&utm_campaign=email-post-title&isFreemail=true&r=2bljus&triedRedirect=true&utm_medium=email

**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

μκχ, Τέσσερα ποιήματα

[ή αλλιώς γηπεδικά]

όλες μου οι φίλες
γράφουνε βιβλία
τς μούσες τις σκοτώσαμε
δεν κάναμε κηδεία

*

ενώ αντιπαθώ τη βροχή
περιμένω με ανυπομονησία
εκείνες στα τέλη απρίλη με αρχές μάη
να ξεπλύνουν
τον χειμώνα
και βρεφικά αμόλυντη
να υποδεχτώ
τον ήλιο του καλοκαιριού

*

μπαλαρίνα δεν έγινα
να φοράω πουέντ
να με χειροκροτάει
ο εξώστης

μονάχα τυλίγω
τα κορδόνια της ποδιάς
γύρω από τη μέση
σε φιόγκο
πριν κάνω λάντζα

μα κάθε που
από το παράθυρο
με χαμόγελο μου παραγγέλνεις
τον καφέ σου
νιώθω πως
-δεν μπορεί-
μια ανθοδέσμη
μου αξίζει και μένα
στο τέλος της βάρδιας

*

στην άκρη του δρόμου

το γυμνό μου πόδι
τρυπήθηκε
από αγκάθια -πατημένου- σκαντζόχοιρου
(για λίγο κοιταχτήκαμε
το νεκρό ζώο
και εγώ)
όμως δεν ξέραμε ποιος έπρεπε
να ζητήσει συγγνώμη

*Από τη συλλογή “Βουκαμβίλια Ποπ”, εκδ. Τεφλόν, Μάιος 2022.

Ada Limón, How to Triumph Like a Girl / Πώς να θριαμβεύσεις σαν κορίτσι

I like the lady horses best,
how they make it all look easy,
like running 40 miles per hour
is as fun as taking a nap, or grass.
I like their lady horse swagger,
after winning. Ears up, girls, ears up!
But mainly, let’s be honest, I like
that they’re ladies. As if this big
dangerous animal is also a part of me,
that somewhere inside the delicate
skin of my body, there pumps
an 8-pound female horse heart,
giant with power, heavy with blood.
Don’t you want to believe it?
Don’t you want to tug my shirt and see
the huge beating genius machine
that thinks, no, it knows,
it’s going to come in first.

Μου αρέσουν περισσότερο οι φοράδες,
το πώς κάνουν τα πάντα να φαίνονται εύκολα,
σαν το να τρέχεις με 40 μίλια την ώρα
να είναι τόσο διασκεδαστικό όσο ένας υπνάκος ή το να τρως χορτάρι.
Μου αρέσει η αλαζονεία τους,
αφού κερδίσουν. Ψηλά τα αυτιά, κορίτσια, ψηλά τα αυτιά!
Αλλά κυρίως, ας είμαστε ειλικρινείς, μου αρέσει
το γεγονός ότι είναι φοράδες. Σαν αυτό το μεγάλο
επικίνδυνο ζώο να είναι και μέρος μου,
ότι κάπου μέσα στο λεπτό
δέρμα του σώματός μου, χτυπά
μια καρδιά θηλυκού αλόγου 8 λιβρών,
γιγάντια με δύναμη, βαριά από αίμα.
Δεν θέλεις να το πιστέψεις;
Δεν θέλεις να τραβήξεις το πουκάμισό μου και να δεις
την τεράστια, παλλόμενη, ιδιοφυή μηχανή
που σκέφτεται, όχι, που ξέρει,
ότι θα τερματίσει πρώτη.

*Από τη συλλογή “Bright Dead Things”, Milkweed Editions, 2015. Απόδοση: Σ.Α.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, από το “Κειμενουργείο”

ξέρω όλους όσοι συναντιούνται μπροστά
στο Κειμενουργείο. Στο πεζοδρόμιο όρ– θιοι για
λίγες κουβέντες, στο πεζούλι της εξώπορτας για
ένα ή πολλά τσιγάρα και μπύρες, ακουμπισμένοι
στον τοίχο με την πλάτη, στηριγμένοι στο ένα
πόδι, όπως οι καουμπόηδες, οι πελαργοί και οι
τρόφιμοι Φραγκισκανών ορφανοτροφείων.
Σήμερα συναντήθηκε ένα από τα εμείς.
Αντάλλαξε καλημέρες πολύ διαφορετικές κι έφυγε
προς άλλες κατευθύνσεις. Η πρώτη καλημέρα που
ακούστηκε κουβαλούσε πολλά:

Ελπίζω η νύχτα σου να ήταν καλή, να
κοιμήθηκες χωρίς διακοπές, το πρωί να ση–
κώθηκες χωρίς βήχα, να απόλαυσες τον καφέ και
τα απανωτά, ψηλοτάβανα τσιγάρα σου, τις
μουσικάρες που βάζεις στο κινητό, το μπανάκι
σου, ντύσου ελαφριά σήμερα, α… πολύ ωραίο
αυτό, ναι, να μη σε βαραίνουν τα ρούχα, αυτήν την
κολόνια την είχαμε πάρει μαζί, θυμάσαι; Που
γελάγαμε με τις εντατικές προσπάθειες της
πωλήτριας να μας πείσει για την αξία του
αρώματος, παρόλο που είχαμε ήδη αποφασίσει να
το αγοράσουμε, που έλεγες πως κάνει λες κι είναι
δικός της ο οίκος μόδας και τον στόμφο, όταν
έλεγε «Την έχουμε σε πενήντα κι εκατό ml, θα
φέρουμε σε λίγους μήνες και τη συσκευασία
ταξιδιού, που έχει δώρο τη συγκεκριμένη σε
μέγεθος σπιρτόκουτου». Τι ωραία που γελούσες
εκείνη τη μέρα και μου ‘πες μετά την ιστορία με
τη γειτόνισσα απέναντι που είχε ακόμα τη σημαία
στο μπαλκόνι. Φθαρμένη μεν, με την αντίθεση
μεταξύ των δύο χρωμάτων, λόγω του αέρα, του
ήλιου, του καυσαερίου και της καπήλευσης, να
έχει γίνει δυσδιάκριτη, αλλά σημαία δε –
περήφανη. «Κάποια στιγμή θα ξυπνήσει ο κόσμος
και θα σας πάρει ο διάολος, την κατάρα μου να
‘χετε» φώναζε από το ίδιο μπαλκόνι. Δεν έβγαινε
συχνά, σπάνια μάλλον, αν εξαιρέσεις τη λαϊκή και
το σούπερ μάρκετ, για τις τιμές των οποίων
πληροφορούμασταν κι εμείς και σύσσωμη η
γειτονιά: «Παλιοτόμαρα, λεχρίτες, άκου
δεκαπέντε ευρώ η φέτα, το γάλα στο θεό,
βρωμιάρηδες, σκοτώνετε τα ελληνόπουλα, άπαπα,
Παναγιά φυλάξοι! Και τα δίνετε στους ξένους.
Πώς θα πληρώσουμε τον ένφια με τρεις κι
εξήντα…». Μιας και δεν έβγαινε, νομοτελειακά,
έβλεπε πολλή τηλεόραση με τον άντρα της, τον
τεμπελχανά, το βόδι, τον αργόσχολο, έτσι τον
αποκαλούσε – το όνομά του ποτέ δεν το μάθαμε.
Δε μιλούσε κι ο ίδιος, κανείς δεν τον είχε ακούσει
ποτέ. Είχε παραχωρήσει το ακριβό προνόμιο του
λόγου στη γειτόνισσα. Μόνο κοιτούσε ασάλευτος.
Ακόμα κι όταν του είπε πως αν ξαναδεί τη
γουρουνόφατσά του, θα πεθάνει από αηδία και
μην τολμήσει να εμφανιστεί στην κηδεία, αλλά
όοοχι, δε θα πεθάνει, γιατί ούτε σ’αυτό δεν τον
εμπιστεύεται και μετά μου ‘πες για την αρχαία
σοφιστεία στο πόκερ, ότι αν σε δέκα λεπτά δεν
έχεις βρει το κορόιδο του τραπεζιού, τότε το
κορόιδο είσαι εσύ. Εκτός κι αν θέλεις να φανείς
σαν το κορόιδο, για να κοροϊδέψεις το δεύτερο
επιλαχόν κορόιδο, που νομίζει πως τη γλύτωσε.
Βέβαια, σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί κι αυτός
ο τελευταίος να θέλει να φανεί σαν τον τύπο που
νομίζει πως βρήκε το κορόιδο του τραπεζιού, ώστε
να σε πιάσει στα πράσα. Τρέχα γύρευε. Γι’ αυτό
καλύτερα που έχω πάψει να ψάχνω για κορόιδα
ανάμεσα στους παίκτες και κεντράρω ανάμεσα
στους ντίλερς. Κι ο ντίλερ στο τραπέζι είναι. Όσο
κι αν θέλει να μας πείσει πως απλώς κάνει τη
δουλειά του, αφού η γκανιότα είναι στάνταρ και
δεν έχει λόγο να εμπλέκεται περαιτέρω. «Πού ‘ν’
η σκάφη κι ο κουβάς, πλάι του κι ο μαστραπάς»
που ‘γραψε ο Ασίκης. Τη θέση μου στα τραπέζια
την έχω παραχωρήσει. Όπως θα έπρεπε να κάνω
και στο λεωφορείο σ’ εκείνον τον γεράκο, που με
το βλέμμα του με εκβίαζε να σηκωθώ. Με
κοιτούσε λες και μου ‘λεγε «Δεν ντρέπεσαι νεαρέ,
εσύ να κάθεσαι κι εγώ που δούλευα μια ζωή κι έχω
ορθοστατική πίεση κι αρθρίτιδα να στέκομαι
όρθιος και να ταλαιπωρούμαι, να, θα σε κοιτάω
έτσι, θα πληρώσεις για τη βολή σου αυτή. Εγώ
έζησα φτώχεια και πόλεμο, έχουν σπάσει τα χέρια
μου απ’ τη δουλειά… όταν φτάσεις στην ηλικία
μου θα δεις τη γλύκα». Ίσως δεν κοίταζε εμένα
(και γιατί να κοίταζε εμένα, τόσοι υπήρχαν στο
λεωφορείο και πολύ μικρότεροί μου…;), μπορεί
να κοιτούσε αφηρημένα και τα βλέμματά μας να
συνέπεσαν. Όπως και να ‘χει θα έπρεπε να είχα
σηκωθεί. Μετά μου ‘χες ζητήσει τις μέρες που ‘ναι
βράδυ απότομο να τις μοιραζόμαστε – όχι πολλά
δε ζητάω – τις μέρες που ‘ναι βράδυ ξαφνικό να
μοιραζόμαστε, εκείνη τη στιγμή που δεν έχει
αρχή, δεν έχει τέλος, δεν έχει κέντρο ούτε
περίγραμμα, δεν έχει γαλήνη το συνεχές του
χρόνου, τις μέρες που ξώφαλτσα ασθμαίνουμε.
Θέλω όσα λέμε να είναι η εμπροσθοφυλακή που
συγκρατεί το κακό. Άκουσες τους Tindersticks
στο κινητό; Τι ωραία που είχαμε περάσει πρόπερσι
το καλοκαίρι στη συναυλία, θυμάσαι; Που θέλαμε
να πάρουμε και τον Λοξονικόλα μαζί, αλλά πού να
‘ρθει αυτός, τον ξέρεις. Δεν αφήνει το
Κειμενουργείο ούτε με σφαίρες. Μόλις του το
είπα, μουρμούρισε: «Κι όλο η ζωή παραξενεύει
όσο μεγαλώνω, δεν την κάνεις ζάφτι με την καμία.
Το μόνο που μένει σταθερό είναι το θράσος του
χάρτη να μη φτάνει στον τόπο μου!» Είχε συμβεί
το εξής: όταν τελείωσε με τις καθημερινές
υποχρεώσεις του κι έπλυνε τα χέρια του, (τα
χειροκροτήματά μου, που λέει), κλείδωσε την
πόρτα του Kειμενουργείου και κοιτάζοντας την
Λύκαινα του J. Pollock, που έχει στον τοίχο, για
να καταργεί το παράθυρο, αποκοιμήθηκε. Οι
υπόλοιποι τοίχοι είναι καλυμμένοι με τη σκιά από
την παμπάλαια λάμπα του γραφείου, που πώς το
λέει; Ξεδιπλώνεται και με φως και με θάνατο. Ον
σπονδυλωτό η έρπουσα σκιά, όπως ένας κωδικός
προγραμματισμού επιβιώνει κάτω κι από τις πιο
ακραίες συν– θήκες. Τα φώτα, όπως πάντα, τ’
άφησε α– νοιχτά, μέχρι να τρεμοπαίξουν τρεις
φορές, η λεγόμενη τριπλή τρεμόπαιξη. Eίναι ο
τρό– πος του Κειμενουργείου να του πει «Είμαι
εδώ μαζί σου». Όσο κοιμόταν, η φωνή της
Λύκαινας, αφού κατέβηκε απ’ τον πίνακα, έβγαλε
την τριχιά της και τον σκέπασε μ’ αυτή, πέρασε
κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας κι
εξαφανίστηκε. Το πρωί που ξύπνησε κάτι έλειπε,
αλλά δεν ήξερε τι. Βρήκε μόνο κάτι χειρόγραφα
σκόρπια από δω κι από κει…

*”Κειμενουργείο”, Εκδοτικό εγχείρημα Αθάνωρ e-, 2026.

Ζήτω το Βόρτεξ!

Ζήτω η μεγάλη τέχνη του Vortex που ξεφύτρωσε ξαφνικά στο κέντρο αυτής της πόλης!1

Εκπροσωπούμε την Πραγματικότητα του Παρόντος—όχι το συναισθηματικό Μέλλον, ή το πομπώδες Παρελθόν.

Θέλουμε ν’ αφήσουμε την Φύση και τους Ανθρώπους ήσυχους.

∆εν θέλουμε να επιβάλλουμε στους ανθρώπους να φορούν Φουτουριστικά Μπαλώματα, ή να καταφέρουμε τους άντρες να βάλουν ροζ και γαλάζια παντελόνια.2

∆εν είμαστε ούτε οι γυναίκες ούτε οι ράφτες τους.

Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να βοηθήσει η Ανθρωπότητα τους καλλιτέχνες είναι να παραμείνει ανεξάρτητη και να λειτουργεί ασυναίσθητα.

ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΑΣΥΝΑΙΣΘΗΣΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ—την κουταμάρα, τη ζωικότητα και τα όνειρά τους.

∆εν πιστεύουμε σε καμιά δυνατότητα ηθικής τελειοποίησης εκτός από τη δική μας.

Η μόνη ουσιαστική ομορφιά βρίσκεται στον Ερμηνευτή και στον Παρατηρητή, όχι στο αντικείμενο ή στο περιεχόμενο.

∆εν θέλουμε να αλλάξουμε την εικόνα του κόσμου, γιατί δεν είμαστε Νατουραλιστές, Ιμπρεσιονιστές ή Φουτουριστές (η πλέον πρόσφατη μορφή του Ιμπρεσιονισμού),3 γιατί η τέχνη μας δεν εξαρτάται από την εικόνα του κόσμου.

ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ, και για να αισθανθούμε την ακατέργαστη ενέργειά του να κυλάει παντού μέσα μας.

Λένε πως στην Αγγλία οι μεγάλοι καλλιτέχνες είναι πάντοτε επαναστάτες, όπως ακριβώς στην Γαλλία κάθε πραγματικά μεγάλος καλλιτέχνης έχει μια δυνατή παραδοσιακή φλέβα.

Το Blast επιδιώκει να αποτελέσει την οδό για όλες εκείνες τις ζωντανές και βίαιες ιδέες που δεν θα μπορούσαν να φτάσουν στο Κοινό με κανέναν άλλον τρόπο.

Το Blast θα είναι ουσιαστικά λαϊκό. ∆εν θα απευθύνεται συγκεκριμένα σε καμιά κοινωνική τάξη, αλλά στα θεμελιώδη και λαϊκά ένστικτα κάθε κοινωνικής τάξης και τύπου ανθρώπου, ΣΤΟ ΑΤΟΜΟ. Τη στιγμή που κάποιος αισθάνεται ή συνειδητοποιεί τον εαυτό του ως καλλιτέχνη, παύει να ανήκει σε οποιοδήποτε κοινωνικό ή χρονικό περιβάλλον. Το Blast δημιουργήθηκε γι’ αυτόν τον άχρονο, θεμελιώδη Καλλιτέχνη που υπάρχει στον καθένα.

Ο Μέσος Άνθρωπος και ο Ευγενής αγνοούνται εξίσου.

Λαϊκή τέχνη δεν σημαίνει τέχνη των φτωχών, όπως συνήθως θεωρείται. Σημαίνει τέχνη των ατόμων.

Η εκπαίδευση (καλλιτεχνική και γενική εκπαίδευση) έχει την τάση να καταστρέφει το δημιουργικό ένστικτο. Γι’ αυτό, είναι σε καιρούς ανυπαρξίας της εκπαίδευσης, που η τέχνη κυρίως ήκμασε.

Ωστόσο δεν έχει να κάνει με «τον Λαό».

Πρόκειται για σύμπτωση και μόνο ότι αυτή η εποχή είναι η πιο ευνοϊκή για να
εμφανιστεί το άτομο.

Να αναγκάσουμε τους πλούσιους της κοινωνίας να απεκδυθούν το δέρμα της εκπαίδευσής τους, να καταστρέψουμε την ευγένεια, την τυποποίηση, και το ακαδημαϊκό, δηλαδή το πολιτισμένο, όραμα· αυτό είναι το έργο που αναθέσαμε στους εαυτούς μας.

∆εν θέλουμε να δημιουργήσουμε μια λαϊκή τέχνη στην Αγγλία, ούτε να αναβιώσουμε κάποια λησμονημένη παραδοσιακή τέχνη, ή να καλλιεργήσουμε ρομαντικά τέτοιες παθητικές συνθήκες, αλλά να δημιουργήσουμε άτομα, όπου και αν βρίσκονται.

Αν είναι δυνατόν, θα προσηλυτίσουμε τον Βασιλιά.4

ΕΝΑΣ ΒΟΡΤΙΣΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ! ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ;

ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΠΩΣ Ο ΛΟΙΝΤ ΤΖΟΡΤΖ 5 ΕΧΕΙ ΤΟ ΒΟΡΤΕΞ ΜΕΣΑ ΤΟΥ;

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΣΤΗΡΙΞΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΛΠΙ∆ΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΕΧΝΗ ΣΤΗΝ ΛΑΙ∆Η ΜΟΝΤ; 6

Είμαστε ενάντιοι στον εκθειασμό «του Λαού», όπως και στον σνομπισμό. ∆εν είναι απαραίτητο να είσαι ένας περιθωριακός μποέμ, να είσαι απεριποίητος ή φτωχός περισσότερο απ’ ό,τι να είσαι πλούσιος ή εμφανίσιμος, για να είσαι καλλιτέχνης. Η τέχνη δεν έχει καμία σχέση με το παλτό που φοράς. Ένα ψηλό καπέλο ενδεχομένως μπορεί να κρατήσει τη Σιξτίνα. Μια φτηνή τραγιάσκα θα μπορούσε να κρύψει την εικόνα του Κεφρέν.7

Ο ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΜΟΣ (ο Μαρινεττισμός)8 μάς πλήττει. ∆εν θέλουμε να επιδοθούμε σε ζητωκραυγές για αυτοκίνητα περισσότερο απ’ ό,τι για μαχαίρια και πιρούνια, για ελέφαντες ή αγωγούς φωταερίου.

Οι ελέφαντες είναι ΟΓΚΩ∆ΕΙΣ. Τα αυτοκίνητα τρέχουν γρήγορα.

Ο Ουάιλντ μιλούσε με ενθουσιασμό, είκοσι χρόνια πριν, για την ομορφιά των μηχανών. Ο Γκίσινγκ, 9 μες τον ρομαντικό του οίστρο για τις μοντέρνες πανσιόν, υπήρξε φουτουριστής μ’ αυτήν την έννοια.

Ο φουτουριστής είναι ένα συγκινητικό και συμπαθητικό κράμα του εστέτ του 1890 και του ρεαλιστή του 1870.

Οι «Φτωχοί» είναι απεχθή ζώα! Είναι απλώς γραφικοί και διασκεδαστικοί για τον αισθηματία και τον ρομαντικό! Οι «Πλούσιοι» είναι βαρετοί, ανεξαιρέτως, en tant que riches!10

Θέλουμε εκείνοι οι απλοί και σπουδαίοι άνθρωποι να βρίσκονται παντού. Το Blast παρουσιάζει μία τέχνη Ατόμων.

  1. Το Λονδίνο
  2. Οι φουτουριστές αποθέωσαν την τεχνολογία, την εξουσία και τον δυναμισμό της μοντέρνας εποχής και προσπάθησαν να κόψουν κάθε δεσμό με παρελθοντικές και παραδοσιακές φόρμες.
  3. Ο νατουραλισμός, σχολή του ρεαλισμού, που αναπτύχθηκε
    κυρίως στα τέλη του 19ου αιώνα, υποστήριξε πως κάθε έκφανση της ανθρώπινης ζωής κατευθύνεται από φυσικούς νόμους. Ο ιμπρεσιονισμός έδωσε έμφαση στην υποκειμενικότητα της προοπτικής πάνω σε κάθε έμφυτη ιδιότητα του αναπαριστώμενου αντικειμένου.
  4. Ο Γεώργιος ο Ε’ κατέλαβε τον θρόνο της Μεγάλης Βρετανίας το 1910 και διατήρησε το αξίωμα του βασιλιά ως το 1936.
5. O Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ [David Lloyd George, 1863-1945] υπήρξε καριερίστας πολιτικός· πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας κατά την χρονική περίοδο 1916-1922.
  5. Σύζυγος του εύπορου βιομήχανου Σερ Ρόμπερτ Μοντ [Sir Robert Mond] και εξέχον μέλος της κοσμικής κοινωνίας του Λονδίνου.
7. Αρχαίος Αιγύπτιος Φαραώ θαμμένος σε μία από τις μεγαλοπρεπείς πυραμίδες της Γκίζα. Καπέλλα Σιξτίνα: παρεκκλήσι στα ανάκτορα του Βατικανού.
  6. Φιλίππο Τομάζο Μαρινέττι [Filippo Tommaso Marinetti, 1876-1944], Ιταλός συγγραφέας και ιδρυτής του Φουτουρισμού.
    Εκθείασε τον πόλεμο και την τεχνολογία, και επινόησε ένα «δράμα αντικειμένων», μέσα στο οποίο οι άνθρωποι-ηθοποιοί δεν παίζουν κανένα ρόλο.
9. Τζώρτζ Γκίσινγκ [George Gissing, 1857-1903], Άγγλος νατουραλιστής μυθιστοριογράφος. Όσκαρ Ουάιλντ [Oscar Wilde, 1854-1900), Ιρλανδός συγγραφέας και κριτικός· το 1891, στο δοκίμιό του Η Ψυχή στον Σοσιαλισμό [The soul of man under socialism], γράφει: «κάθε μη-πνευματική εργασία, κάθε μονότονη, πληκτική εργασία, κάθε εργασία που έχει να κάνει με φοβερά πράγματα και ενέχει δυσάρεστες συνθήκες πρέπει να εκτελείται από μηχανές… Προς το παρόν η μηχανή ανταγωνίζεται τον άνθρωπο. Υπό τις κατάλληλες συνθήκες η μηχανή θα υπηρετήσει τον άνθρωπο.»
  7. Στον βαθμό που είναι πλούσιοι (γαλλικά)

*Απόσπασμα από το Βορτιστικό Μανιφέστο, που μεταφράστηκε από τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο και αναρτήθηκε τον Οκτώβριο του 2007 για το ηλεκτρονικό περιοδικό Poema.