Κατερίνα Χανδρινού, Δύο πεζά ποιήματα

Υποθετική πρόταση.

Αν, αν παρ’ ελπίδα λέω βρεθείς μέρα μεσημέρι κι εν μέσω πολλών πραγμάτων άλλων, ας πούμε στο ταχυδρομείο, και πάρεις νούμερο μεγάλο κι αργεί να έρθει η σειρά σου, στέψου το ενδεχόμενο να μείνεις. Να μη φύγεις. Μες στο ταχυδρομείο να μείνεις κι εκεί προστατευμένος, ανάμεσα σε γραμματόσημα, φακέλους, κάρτες γιούνισεφ, να επωφεληθείς. Μη φύγεις. Δέξου το ξαφνικό δώρο, είναι δικός σου αυτός ο χρόνος ο νεκρός, παρένθεση που γράφτηκε απαλή. Μείνε μες στο ταχυδρομείο κρυμμένος, αν παρ’ ελπίδα λέω βρεθείς, και σκέψου την προσωπική ζωή σου. Σαν έναν κύκλο, σαν ένα μικροσκοπικό δάχτυλίδι, ομόκεντρο του δαχτυλιδιού τού κόσμου.

***

Γυναίκα με βίτσια.

Εισβάλλει σε κατάστημα εκκλησιαστικών ειδών. Θα παραγγείλει μια εικόνα. Μπαίνει με τόση φόρα που χτυπά το κόκκαλο της μύτης της στην τζαμαρία. Άντρας με βίτσια. Πίνει ουϊσκόνερο και δεν παραδέχεται Χριστό. Θα δει απόψε ειδήσεις στο αθόρυβο. Μόνος του μένει κι η πολυκατοικία μυρίζει ανάσα ποντικού. Άντρας με γυναίκα παντρεύονται, δεν συναντιούνται. Νυσταλέοι καριόληδες. Κι οι δυο ανθεκτικοί. Εφάμιλλοι, καθώς απομακρύνονται.

Κι είναι αυτή η χώρα μου.

*Από το βιβλίο “γιατί δεν οδηγούν οι ποιητές”, εκδόσεις sestina, Αθήνα, Νοέμβρης 2017.

Advertisements

Γιωσέφ Ελιγιά, Ποιήματα


Κιλκίς

Στη μακάρια σκιά του Ποιητή της «Πρέβεζας»

Αχ πόσο οδυνηρό κι απαίσιο
Σ’ ένα στενό, τραγικό πλαίσιο
Η ζωή σου να λιμνάζη οκνή
Η Ανία τον θρήνο ν’ αρχινάει.
Και, σβούρα, να στριφογυρνάει
Στον ίδιο άξονα η ψυχή…
Του ρεμβασμού τα γαλάζια ίχνη
Στην ένδοξη ψυχρή πολίχνη
Να σβύνουν σα μουντός καπνός
Πουρνό – βράδυ, στην πονεμένη
Ψυχή, βραχνάς να σου βαραίνη
Ο μολυβένιος ουρανός.
Το ίδιο στρατί για το σχολείο
Και του Φωκίτη το βιβλίο
Να κουβαλάς πάντα μαζύ
Κι ολημερίς ν’ αναρωτιέσαι
Στον κρύο το βούρκο που κυλιέσαι:
Να ζη κανείς ή να μη ζη;

Μάρτης 1931

***

Dies Irae

Ίσκιοι του Ονείρου, απόκληροι του Κόσμου ξεπεσμένοι
Ξαρμάτωτοι διαβαίνουμε μπροστά στην ιερή κονίστρα
Γύρω απ’ το κυρτωμένο μας τυλίγοντας κουφάρι
Την ξεφτισμένη μας παλιά ολοπόρφυρη χλαμύδα.
Με σκέψεις μαύρες και με συλλογές πικρές, περνούμε
Κάτω από της άχαρης νυχτιάς το μολυβένιο θόλο,
Κι ένα αστεράκι, αργά και που ξεκόβοντας, μας στέλλει
Το φωτεινό περίγελο, ψηλά από τη φωλιά του.
Για μια στιγμή λες πιάσαμε τ’ αθώο πουλί στα χέρια
Το χρυσοπούλι που άλλοτε μεσ’ την καρδιά εκελάδει,
Κι ενώ θαρρούμε πως σκιρτά το πουπουλένιο χάδι
Περίλυπη η ματιά την άδεια φούχταν αντικρύζει.
Έτσι η μια μέρα πένθιμα ακολουθεί την άλλη μέρα
Άπραγη, κακορίζικη, δίχως φωτός αχτίδα·
Μακρυά στο σύθαμπο κάποιος λυγμός γροικιέται
Ενώ λες απ’ το θρήνο τον οκνό του πεθαμένου Ονείρου.
Δίχως παλμό, το νεκρικόν ψαλμό οι καρδιές ψελλίζουν
Μπρος στων χαμένων ημερών τα λείψανα τα κρύα.
Κι αγκομαχά η φτωχή μεσ’ απ’ τα κούφια σπλάχνα
Που της αδράνειας το πιοτό βαθειά έχει φαρμακώσει.
Ω Νιότη! Νιότη ανέμυαλη, που δεν έχεις αφήσει
Μήτε όσιο, μουδέ ιερό, μεσ’ στ’ άγια των αγίων·
Ω Νιότη, που ξεσκάλισες και σκόρπισες τη στάκτη
Την άγια στάκτη, αστόχαστη, μεσ’ στην οργή του ανέμου.
Να ‘ξαιρες ποιαν ερήμωσι το βέβηλο σου χέρι
Μελλόταν να σκορπίση αλί, στην άραχλη Οικουμένη
Σε πέλαγα και σε καρδιές, σε σπλάχνα και σε ξέρες
Να ‘ξαιρες… μα δεν τοξαιρες κι ο νους δεν το στοχάσθη…
Και τώρα πιες αγόγγυχτα και άναντρα το ποτήρι
Του ξεπεσμού· και τώρα ιδές τη μαύρη οργή του Χάρου
Μες τη μακάβρια καταχνιά που ολόγυρα σε ζώνει,
Να σβύνη εντός σου τ’ άγρυπνο της Αρετής λυχνάρι.
Και τώρα Νιότη ανέμυαλη του ξεπεσμού θρεφτάρι,
Στην πέτρα που κυρτή, να ξαποστάσης έχεις γύρει
Σκύψε βαθειά με τα δικά σου νύχια, κι έλα θάψε
Τα ιδανικά που κάποτε τα Νιάτα εφωτίσαν.
Μ’ αν μέσαθε σου απόμεινε, κάπου βαθειά κρυμμένη
Απ’ το παλιό αγιαστήρι, κάποια σπίθα, ω Άγια Νιότη,
Συδαύλισε την κι άφησε, στην ξαναμμένη φλόγα,
Πυρσός τα σπλάχνα σου να καούν στα χείλη, εδώ, του Τάφου.

Αθήνα, Μάης 1928

***

Désespoir

Της Έγνοιας το σαράκι μ’ εφαρμάκωσε
Της Έγνοιας το φαρμάκι μ’ έχει πνίξει!…
– Τόσο σκοτάδι, ωιμέ! Από πούθε πλάκωσε;
Ποιον Άδη θα μ’ ανοίξη, η τόση πλήξη;

Σέρνω δειλά, τ’ ανήμπορο κορμί μου
Μακρυά από των θνητών τ’ άχαρο αχνάρι
Κι ανεμοδέρνονται φριχτά οι συλλογισμοί μου,
Και σβύνει αργά της Ζήσης το λυχνάρι.

Μα πριν διαβώ, στου τάφου εδώ την άκρηα
– Μεσ’ της καρδιάς τα ερειπωμένα βάθια
Στερνή φορά! – ας ποτίσω με δυο δάκρυα
Των πόνων μου τα χέρσα και τ’ αγκάθια.

Γιάννενα, 16 Ιουλίου 1922

***

Στον εαυτό μου

Σαύρα, πανάθλιο σερπετό, που στα χαλίκια σέρνεις
Του ξεπεσμένου εγώ σου την ορφάνια
Σα νυχτοπούλι στου γκρεμού τα βάθη σιγογέρνεις

Και κλαις για τη χαμένη περηφάνεια…

Λυγίζοντας, χορεύοντας, ψηλ’ από το κοντάρι
Για το σιχαμερό του όχλου το χατήρι
Παράτησαν τα χέρια σου της Πίστης το δισκάρι
Και της αλήθειας τ’ άγιο το ποτήρι.

Κι απ’ της θυσίας το Ναό Διωγμένε ω ξεπεσμένε
Ως πότε το χορό σου θα χορεύεις;
Το νοθεμένο σου πιοτί να πίνεις διψασμένε,
Και στη φρικτή σου κόλαση να ρέβης;

Παράτησε και σκόρπισε του ψεύτικου βωμού σου
Τη στάχτη, μεσ’ το φύσημα του ανέμου
Και στης παλιάς σου πίστης τον Ιορδάνη ξαναλούσου
Ω εσύ φτωχέ, πεντάφτωχε εαυτέ μου.

1926

***

Το ποίημα της Αγάπης

Με φλογισμένη τη ψυχή σα χρυσοσκάει η Αυγούλα
Με φουντωμένα ολόμαυρα μαλλιά θα ξεκινήσω
Κι απ’ την ερμιά θα κατεβώ στη χώρα, μια στιγμούλα
Της ζωής το θούριο θριαμβικά, γλυκά, να τραγουδήσω.

Θα πω τραγούδι χαρωπό στα κάλλη τα δροσάτα
Στης Επιστήμης τ’ άγιο φως, παρηγοριά του αιώνα
Θα τραγουδήσω τ’ άφοβα και μυαλωμένα νιάτα
Κι απέ του ημίθεου Δουλευτή τον ατσαλένιο αγώνα.

Κι όταν ο σκλάβος αντρειωθή και θα φουντώση η Ελπίδα
Και στης Ασκήμιας το γκρεμνό, θα γκρεμιστεί ο Σατράπης
Τότες θα πω πως έβαλα του τέλειου τη σφραγίδα
Στο πλέον ωραίο μου ποίημα, στο ποίημα της αγάπης.

* Ο Γιωσέφ Ελιγιά ήταν Εβραίος, κομμουνιστής ποιητής. Γεννήθηκε το 1901 στα Γιάννενα. Γόνος φτωχής οικογένειας, μελέτησε το ταλμούδ και την μεταταλμουδική φιλοσοφία πλάι στους ραβίνους της εβραϊκής Συναγωγής στα Γιάννενα και παρακολουθούσε μαθήματα στην Alliance Israelite απ’ όπου αποφοίτησε το 1918. Το 1930 κατάφερε μετά από πολλούς κόπους να διοριστεί καθηγητής γαλλικών στο Κιλκίς, ελπίζοντας σε μια γρήγορη μετάθεση στη Θεσσαλονίκη. Στο Κιλκίς θα προσβληθεί από τύφο. Θα πεθάνει στις 29 Ιουλίου 1931. Τα βιογραφικά στοιχεία και τα ανθολογούμενα ποιήματα αντλήθηκαν από το βιβλίο Γιωσέφ Ελιγιά, Άσμα Ασμάτων – Ψαλμοί – Ποίηση, επιμέλεια Γιώργου Ζωγραφάκη, εκδ. Δωδώνη, Γιάννενα, 1967.

** Από εδώ: https://theshadesmag.wordpress.com/2018/02/20/poihsh-elija/

Γιώργος Κεντρωτής, Τα όνειρα

Τα όνειρα δεν είναι, όχι, φαντασίες
ούτε υπάρχουν απόκοσμες Αφρικές ή Ασίες
να πέφτουν τα μυαλά των αναγνωστών εν αφασία
ή όσων τους άφησε τη δόξα αμανάτι η αθανασία.
Τα όνειρα δεν είναι παίξε-γέλασε για πλάκα
ούτε για να εξυπηρετούν των πονηρών τη φάκα.
Τα όνειρα είναι ούτως ειπείν παμπόνηρα, παγίδες
στην καθεστυκυία τάξη, που την κάνουν βίδες
και την εξαρθρώνουν λίγο-λίγο, ερωτικώς και μέσω
των απειροστικών συνδυασμών που το νιτερέσο
των όποιωνε μικροαστών και κεφαλαιοκρατών νικάνε
και των χθονίων παραδείσων τα κλειδιά κρατάνε.

*Ποίημα και φωτογραφία με την αφορμή του ποιητικού μαζέματος στο Σαλέρο, στα Εξάρχεια, στις 27 Γενάρη 2018.

Γιώργος Ιωάννου, Γύρω μου νύχτα μέρα

Όσο να δέσει κάποιος μέσα μου,
έχει πεθάνει.

Αλλάζω τις φιλίες σαν πουκάμισα,
αλλάζω τις δουλειές, αλλάζω γνώμες.
Πάντα το μάτι μου αλλού∙
μόλις ακούσω ναι έτοιμος να σαλπάρω.

Κι η μοναξιά μου πάντα μοναξιά.
Κι ο πανικός ρεύμα που με τινάζει.

*Από τη συλλογή “Τα Χίλια Δέντρα” (1963). Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ: https://poiimata.com/2018/02/19/gyro-mou-nyhta-mera-giorgos-ioannou/

Alda Merini, Συ ει Πέτρος

[Κάποτε σου είπα]

Κάποτε σου είπα:
μη μου θυμώνεις, αγάπη μου,
που είμ’ εγώ αλλιώτικη.
Ίσως είμαι μια στήλη καπνού,
όμως το ξύλο που καίει από κάτω μου
είναι το χρυσαφένιο ξύλο των δασών,
κι εσύ δεν θέλησες να μ’ ακούσεις.
Κοιτούσες το πάλλευκο δέρμα μου
με τη δυσπιστία ενός ιερέα,
και ήθελες να μπήξεις το μαχαίρι
κι έτσι το θύμα σου είναι νεκρό
κάτω από το βάρος της μωρίας σου,
ω άκριτη αγάπη.
Κορόιδευα τη μέθη της μορφής
αφού ήξερα ότι ήμουν της παρηγόριας,
ωστόσο το πένθος μέσα μου πονούσε
με τη γλυκύτητα του γερακιού.
Πόσες φορές με βρήκαν και με φάγανε,
πόσες φορές έγινα βορά των ασεβών·
ακόμα κι εσύ γίνεσαι τώρα ασεβής,
ω κύημα εσύ του έρωτά μου.
Πού είναι η θρησκεία σου
για τον φτωχό σταυρό μου;

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου

*Από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/38412/index.html

Χριστόφορος Τριάντης, Δεσμώτες

Απ’ το πεπρωμένο
δεθήκαμε στα πετρωμένα δάκρυα
(καταμεσήμερο)
και τιμωρηθήκαμε
γιατί θελήσαμε λίγο φως
κι έναν άλλον κόσμο.
Οι θρήνοι μας δεν έφτασαν
ως τη νύχτα,
σκεπάστηκαν απ’ την άρνηση
(κοντά στο δειλινό).
Χάθηκαν μες στις λειψές επιθυμίες.
Ω, λέξεις άηχες γίνανε,
αγεωμέτρητα μερίδια μελαγχολίας.
Μια προσφορά
(ασταμάτητη)
στον λήθαργο
και τη θλίψη.

Δύο ποιήματα για το Ολοκαύτωμα

Ιστορική φωτογραφία από τα Ιωάννινα. Εβραίοι μαζεύουν τα πράγματά τους, για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Πηγή: XYZ Contagion

Νανά Κόντου, Το έγκλημα του 20ού αιώνα

Γεμίζει το είναι μου μ’ αναμνήσεις
του χθες…
ενώ ο άνεμος λυωνίζει τα φυλλώματα
μέσα στη καλοκαιρινή λάβα…
Ταξιδεύω στην φριχτή αυτή χοάνη,
βουλιάζω συνεχώς στο σκοτεινό
μονοπάτι του τρομερού
παραλογισμού…
Κομματιάζει την ψυχή μου ο βαθύς
πόνος, το ζωντανό μαρτύριο,
η αγωνία, ο τρόμος, οι φωνές…
ενώ μεγαλώνει ο δρόμος της μνήμης…
Ξαναζώ στον τραγικό κύκλο
της εικόνας της φρίκης με
την μακάβρια συμφωνία
της εξαφάνισης μυριάδων ψυχών…
Μαύρη καπνιά πνίγει τα γύρω
απαίσια μυρωδιά… οι καμινάδες
τα κρεματόρια, το αιμάτινο ποτάμι
κυλά… θρέφοντας την πληγωμένη γη.
Μέσα στα σύμπαν του κενού συγκεντρώνονται
τα κομμάτια του χρόνου που
κομμάτιασαν από τ’ αμάρτημα
του εγκλήματος…
Το αληθινό παρελθόν, με το πονεμένο
παρών σκεπάζει τα γύρω ενώ προχωρώ
στα στρατόπεδα του Άουσβιτς, του Νταχάου
με την αυθεντική εικόνα της φρίκης…
Κάθε χόρτο στη γη λες και είναι ψυχή
που δακρυσμένη ζητά απάντηση
ενώ ψηλά στον τόπο του μαρτυρίου
ένα ΦΩΣ μένει άσβεστο…
Είναι τα εκατομμύρια ψυχών που θα
λάμπουν αιώνια… αυτές που
δεν κομματιάστηκαν από το απαίσιο Έγκλημα..
Είναι οι ψυχές που θα φέρουν στην
μνήμη όλης της ανθρωπότητας την
άφαντη τραγωδία, την τρομερή γενοκτονία,
το μεγάλο έγκλημα των Ναζί…

***

Μανώλης Αναγνωστάκης, Αντί να φωνασκώ…

Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
– Μάντεις κακών και οραματιστές –
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δεν μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μοναχός σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πως
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων – έτσι που πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα –
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τους οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων.
Εξαίσια νύχτα, τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οι λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας.
Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.

*Τα ποιήματα είναι από το συλλογικό «Ελληνική ποιητική ανθολογία για το Ολοκαύτωμα». Εμείς τα πήραμε από εδώ: https://theshadesmag.wordpress.com/2018/02/18/2-poihmata-olokautoma/