Jesus Lizano, Παράξενη σύνθεση

Όλα τα βρίσκω παράξενα,
πολύ παράξενα,
παράλογα, πολύ παράλογα.
Δεν μπορώ να ξεπεράσω την κατάπληξη.
Και τι παράξενη κατάπληξη,
τόσο παράξενη και τόσο παράλογη.
Φυσικά:
όλοι με βρίσκουν παράξενο,
Και τι παράλογο
που όλοι με βρίσκουν παράξενο.
Και τι κατάπληξη
που δεν θεωρούν τους εαυτούς τους παράξενους
και παράλογους.
Είναι πολύ παράξενο
που ζουν δίχως κατάπληξη
που δεν βλέπουν πόσο παράξενο
και παράλογο
είναι να ζεις τόσο παράξενα.
Όλα είναι παράξενα, πολύ παράξενα.
Τι παράξενο σύμπαν
και τι κατάπληξη
και τι θάνατος τόσο παράλογος
και τόσο παράξενος.
Τι κατάπληξη τόσο παράλογη
και τι παράλογο τόσο παράξενο.
Φυσικά,
όλοι με βρίσκουν παράξενο.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πανοπτικόν”, τεύχος 31, Σεπτέμβρης 2025. Μετάφραση: Κώστας Δεσποινιάδης.

Μαρία Κασσιανή – Πανούτσου, Ο Μίτος Και η Αριάδνη

Αφιερωμένα

Μόνως φιλεῖν τὸ ἑαυτῷ συμβαῖνον
καὶ συγκλωθόμενον· τί γὰρ ἁρμοδιώτερον;
Μονάχα ν’ αγαπάς αυτό που σου συμβαίνει
και συνυφασμένο με τη μοίρα· τι πιο αρμονικό;

Μάρκος Αυρήλιος

Τρύγησε τον απαγορευμένο τον καρπό
και φίλεψε λεύκανση του πόθου σου γοργά,
και της ψυχής καθρέπτης γίνε στιβαρός.

Ράγισε της λογικής το έναυσμα,
και μάζεψε τις ρόγες του τσαμπιού
που ίδιοι σταλακτίτες στάζουν.

Ανάσυρε του πάθους σου τα λόγια,
και ζύγωσε σιμά τόσο,
όσο της έλξης του φιλιού βαστά.

Κι αν, ουρανοί, διστάζετε,
στοιβάξτε
σε χώρο τριφηλό, μα άγονο τραχύ,
και μάθετε πρώτα εσείς, ουράνιοι θεοί,
πως η αγάπη μου σθεναρά κρατεί.

Πως γυροφέρνει η βροχή το χώμα στην αρχή
απαλά,
και ύστερα πλημμύρα το μαγκώνει
και του μουλιάζει κάθε κόκκο;

Έτσι κι εσύ, μετά από όλα αυτά,
σύρε
με κίνηση αργή,
πιάσε τις εποχές απ’ την αρχή
και στρώσε το χαλί της ένωσης,
όπως ένα σπαθί
που χαρακώνει γη και υπομονή.

*

Απρόσκλητα

Τι σημασία έχει
τι θα ήθελα·
σημασία έχει ό,τι συμβαίνει
κάθε στιγμή
της μέρας
και της νύχτας,
απρόσκλητο.

Ψιθυριστά λόγια ταπεινά
συντροφεύουν τις νύχτες μου.
Δυο βήματα προς εσένα
αρκούν να ξεδιπλώσουν
θάλασσα και ουρανό μαζί.
Στα πόδια σου μπροστά
εγώ,
τόσο καλά κρυμμένη,
κι εσύ,
δώρο από δένδρο της γνώσης.

Τι σημασία έχει
τι θα ήθελα·
σημασία έχει ό,τι συμβαίνει
κάθε στιγμή
της μέρας
και της νύχτας,
απρόσκλητο.

*

Η Μπανιέρα

Ρίχνω το τελευταίο ρούχο
στο υγρό πάτωμα.
Ο καθρέπτης
μου θυμίζει εμένα.
Αχνίζει το σώμα μου.
Και όλα θολώνουν,
καθώς εισχωρώ
στο ζεστό νερό.
Οι παλάμες μου,
γεμάτες δικές σου μνήμες,
επιπλέουν.

*

Η αποδοχή

Εσύ να με φυτεύσεις,
σε λίγο χώμα θέλω.
Εσύ να μου μιλάς κατά καιρούς.
Σου χάρισα και σου χαρίζω,
όχι για χρήση λίγου χρόνου,
μα φυλακτό για σένα ταπεινό,
αυτό που λέμε, εαυτόν.

*

Το πεπρωμένο

«Κοιτάζω έξω· ουρανός βρέχει
απαλά, αλλά βρέχει, αγαπημένε μου».

Αυτό είναι έρωτας:
να λες σε έναν άλλον άνθρωπο
κάτι τόσο καθημερινό
και να είναι ερωτικός λόγος,
να είναι γεμάτος από σένα
και να του το επικοινωνείς,
και να νιώθεις πως του είπες
τα πάντα.

Μαρία Κασσιανή,
γράμμα στον αγαπημένο.

Λέμε συχνά το ριζικό,
κι αυτό είναι ο έρωτάς μου.
Είναι το ριζικό,
σαν μια υπόσχεση προγόνων.
Κι εμείς καλούμαστε
να το ριζώσουμε,
να γίνει —υγρό δικό μας.
Πώς αλλιώς να σου το πω.

*2026 Μικρή Συλλογή- Αφιερωμένα

Mina Loy, Time-Bomb / Ωρολογιακή βόμβα

Η παρούσα στιγμή
είναι μια έκρηξη,
μια διαίρεση
ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον
που αφήνει
εκείνους τους γενναίους αλήτες,
τα ερείπια—
φρουρούς
ενός άγνωστου ξημερώματος
σπαρμένου με προφητείες.
Μόνο η στιγμιαία
παράφορη ματιά του θανάτου
καθηλώνει την φευγαλέα
ώθηση.

*Πηγή: Mina Loy. Futurismo Dadá Surrealismo. Ana Muiña.
https://www.lalinternasorda.com/Mina.html
**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Βλαδιμίρ Μαγιακόφσκι, από το “Σύννεφο με παντελόνια” (Αποσπάσματα)

Σ’ εσένα Λιλή

Πρόλογος

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λυγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.
Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχειά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.
Εσείς οι αβροί!..
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς την άψογον υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κ’ εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα – ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες τού οδηγού μαγειρικής.
Θέλετε —
θάμαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
— κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός —
θέλετε —
θάμαι η άχραντη ευγένεια
— όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια.

Ι

Νομίζετε ίσως πως παραμιλάει ο πυρετός;
Έγινε.
Έγινε στην Οντέσσα.
«Θάρθω στίς τέσσερις», είπε η Μαρία.
Οχτώ
Εννέα
Δέκα
Να και το βράδι
έφυγε απ’ το παράθυρο
μες στ’ ανατρίχιασμα της νύχτας
κατσουφιασμένο
δεκεμβριανό.
Πίσω απ’ την ξεχαρβαλωμένη πλάτη
χλιμιντράν χαχανίζουν τα πολύφωτα.

*

Και να τεράστιος
καμπουριάζω στο παράθυρο
λυώνοντας με το κούτελο το τζάμι.

*

Ακόμα, ακόμα,
με το πρόσωπο ζουληγμένο
πάνω στο βλογιοκομμένο πρόσωπο της βροχής,
περιμένω
πιτσιλισμένος απ’ τον κεραυνό
των παφλασμών της πολιτείας.
Το μεσονύχτι
σειώντας το γυμνό μαχαίρι του,
έφτασε,
τον έσφαξε.
Πετάχτε τον.
Έπεσε κ’ η δωδέκατη ώρα
σάμπως κεφάλι εκτελεσμένου απ’ το ικρίωμα.

*

Άξαφνα
οι πόρτες τρίζουν
σα να χτυπάνε από το κρύο τα δόντια της εισόδου.
Μπήκες εσύ,
απότομα σαν ένα «πάρ’ το»
βασανίζοντας το σεβρό του γαντιού σου
κ’ είπες:
«Ξέρετε
— παντρεύομαι».
Τι να γίνει, παντρευτείτε.
Δεν πειράζει.
Θα κάνω κουράγιο.
Βλέπετε — τι ήρεμος που είμαι!
Σαν το σφυγμό
ενός νεκρού.

*

Πάλι ερωτευμένος θα ριχτώ στο γλεντοκόπι,
πυρπολώντας το τόξο των φρυδιών μου.
Τι να γίνει;
Και σ’ ένα σπίτι καμένο
ζούνε καμιά φορά άστεγοι αλήτες.

*

Αλό, αλό!
Ποιος εκεί;
A εσύ μητέρα,
Μητέρα,
ο γιός σας είναι εξαίσια άρρωστος.
Μητέρα!
Πάσχει από πυρκαϊά καρδιάς.
Πέστε στις αδελφές, τη Λιούντα και την Όλια,
δεν έχει πια πού ν’ απαγγιάσει.
Κάθε λέξη,
ακόμα κ’ ένα αστείο
που φτύνει απ’ το καψαλιασμένο στόμα του,
πετάγεται όξω σαν πόρνη γδυτή
απόνα μπορντέλο πούπιασε φωτιά.

*

Στο πρόσωπο που ακόμα καίγεται,
απ’ τη σκισμάδα των χειλιών,
ένα μικρό – μικρό φιλί απανθρακωμένο
προβαίνει να ριχτεί στο δρόμο.
Μητέρα.
Δε μπορώ να τραγουδήσω.
Στο παρεκκλήσι της καρδιάς μου
τα ψαλτήρια καίγονται.
………..
Στερνή κραυγή —
κάνε τουλάχιστον εσύ,
μες απ’ τη φλόγα που σε καίει,
ν’ αντιλαλήσει ο στεναγμός σου
στους αιώνες!

*Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος (μετά την κατά λέξη μετάφραση, και τον έλεγχο του Άρη Αλεξάνδρου, όπως σημειώνει ο ίδιος ο Ρίτσος, στο βιβλίο “Μαγιακόφσκι: Ποιήματα”, Εκδόσεις Κέδρος, 1974).

Σοφία Πολίτου, Νέα Γεωμετρία

Φωτογραφία: S.Equinoux

Η βροχή παρασέρνει ό,τι σφηνώνει
στις πτυχώσεις της καρδιάς
και η θάλασσα -ψηλαφίζοντας
τον εαυτό και το σύμπαν-
μεταφέρεται εκεί που δεν υπάρχει.
Αν τα καταφέρω και τούτη τη φορά,
να μεταγγίσω λίγη από την ύλη
που βρίσκεται κάτω από το δέρμα,
θα μεταμορφώσω την ατμόσφαιρα.

Κρύβω την αστερόσκονη κάτω από το μανίκι,
είναι δύσκολο να καταλάβεις,
πρέπει να προσέχω –«δεν είναι κοινωνία
αυτή που ζούμε» το ακούω εδώ και εφτά γενιές-,
μα θέλει οξυγόνο η φάση, και οι τολμηρές πράξεις
θέλουν φωτοσύνθεση, αλλιώς
επιστρέφουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε.

Και δεν έχεις μπει στον κόπο να αναρωτηθείς,
αλλά πόσοι γνωρίζουν κολύμπι;
Πόσοι θυμούνται πώς είναι να βυθίζεσαι
για να υπάρχεις –υπάρχεις, και όσο υπάρχω
θα υπάρχεις- αναγνωρίζοντας
τη διείσδυση του σώματος στον χώρο,
και της ζωής στην ατμόσφαιρα.

Σαν εξτρέμ -ναι, ξεγελώ με τον τίτλο
και ισορροπώ μεταξύ ακραίου και νομιμότητας-
διασπώ την άμυνα του κόσμου από το πλάι,
-δεν είμαστε μια συλλογή αντικειμένων-
και ξαναθεμελιώνω με μια νέα γεωμετρία
τον χώρο για τις ρίζες, τα φύλλα
και τη κοσμική ισχύ του ανθού.

Erich Mühsam, Freedom in chains / Ελευθερία με αλυσίδες

I saw the people terrified;
I hear the slave Fronekeuch.
Then I yelled out loud: Break the law!
Blow up the state! Take courage to yourselves!
What does the law apply?! What’s the state doing?!
Man be free! Free be the Law!
A free man follows his own advice:
Blast the law! Breaking the state!
Eyes looked bold and clear,
and many oppressed ran to:
Freedom lives! You are right!
Free us from state and coercion!

Not me! You need to free yourself.
Break the belt that binds you!
No one else can be your guide.
Break the law! The state is blown up!
No you smart and we stupid.
Lead us to freedom you look!
They already turned their backs crooked:
Oh look, the state is already throwing its fist! …
Raw grabbed my fist in the neck
of the state: be violated the law!
Man stieß mich fort. Da fiel mein Blick
on Frongekeuch and the law of fear.
My flock moved in the slave rut
And cried after me, “Do your chatter.”
you fraudster, be true to yourself!
Now the state is teaching you the law!
You goals! Beat my arm and leg
in chains, and in grave loss
Still the best freedom of mine:
the freedom I promised you.
You lace up the body; you torture the blood.
The mind is not enforced by law or state.
Free to break her, my courage remains
and free courage leads to the deed!

Είδα τους ανθρώπους τρομαγμένους·
Άκουσα τον στεναγμό του σκλάβου.
Και τότε φώναξα δυνατά: Παραβιάστε τον νόμο!
Ανατινάξτε το κράτος! Πάρτε θάρρος!
Τι αξία έχει ο νόμος;! Τι κάνει το κράτος;!
Άνθρωπε, γίνε ελεύθερος! Η Ελευθερία ας είναι ο Νόμος!
Ο ελεύθερος άνθρωπος ακολουθεί τη δική του βούληση:
Συντρίψτε τον νόμο! Γκρεμίστε το κράτος!
Μάτια κοίταξαν τολμηρά και καθαρά,
κι οι καταπιεσμένοι έτρεξαν πολλοί:
Η ελευθερία ζει! Έχεις δίκιο!
Λύτρωσέ μας από το κράτος και τον εξαναγκασμό!

Όχι εγώ! Πρέπει να λυτρώσετε τον εαυτό σας.
Σπάστε τη ζώνη που σας δένει!
Κανείς άλλος δεν μπορεί να είναι ο οδηγός σας.
Παραβιάστε τον νόμο! Το κράτος γκρεμίζεται!
Όχι εσύ σοφός κι εμείς ανόητοι—
Οδήγησέ μας στην ελευθερία που βλέπεις!
Κι όμως, ήδη γύρισαν τις πλάτες τους στραβωμένες:
Κοιτάξτε! Το κράτος υψώνει ήδη τη γροθιά του! …
Άγρια άρπαξα τον λαιμό του κράτους:
παραβιάζεται ο νόμος!
Με έσπρωξαν μακριά. Και τότε έπεσε το βλέμμα μου
στον στεναγμό της δουλείας και στον νόμο του φόβου.
Το πλήθος μου βάδιζε στο αυλάκι του σκλάβου
και φώναζε πίσω μου: «Συνέχισε τα λόγια σου».
Απατεώνα, να είσαι πιστός στον εαυτό σου!
Τώρα το κράτος σου διδάσκει τον νόμο!
Οι στόχοι σου! Δέσε τα χέρια και τα πόδια μου
με αλυσίδες, και μέσα στη βαριά απώλεια
παραμένει η καλύτερή μου ελευθερία:
η ελευθερία που σας υποσχέθηκα.
Δένετε το σώμα· βασανίζετε το αίμα.
Το πνεύμα δεν υποτάσσεται σε νόμο ή κράτος.
Ελεύθερο να σπάσει τα δεσμά, το θάρρος μου μένει,
και το ελεύθερο θάρρος οδηγεί στην πράξη!

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ted Joans, The truth / Η αλήθεια

If you should see
a man
walking doen a crowded street
talking aloud
to himself
don’t run
in the opposite direction
but run toward him
for he is a POET!
You have NOTHING to fear
from the poet
but the TRUTH

Αν τύχει και δεις
έναν άνθρωπο
να κατεβαίνει ένα δρόμο κατάμεστο
μιλώντας δυνατά
στον εαυτό του μην τρέξεις
μακρυά του
τρέξε κοντά του
γιατ’ είναι ΠΟΙΗΤΗΣ.
Δεν έχεις ΤΙΠΟΤΑ να φοβηθείς
από τον ποιητή
παρά μόνο
την ΑΛΗΘΕΙΑ

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ελένη Ντούξη, Δελτίο αποστολής

Το ρολόι ξεκούρδισε τους χτύπους του
παραμελώντας το ξημέρωμα.

Η ώρα εφτά και δέκα το πρωί. Βλέπω τις εφτά ψυχές μου καρφωμένες
Στους ωροδείκτες. Μου μένουν μόνο 10 λεπτά για έναν γρήγορο απολογισμό
Ήρθα με μια διαμαρτυρία στα χείλη, εκκωφαντική.
Τα βήματά μου αυστηρά μετρημένα – τα λουριά ήταν μόνο σαράντα εκατοστών.
Έπαιξα το λευκό μου νυχτικό στα χαρτιά σε κάτι καταγώγια
-ο πατέρας μου με κυνηγούσε με ένα μαύρο σεντόνι.
Κάρφωσα την απέχθεια του κόσμου με ένα μαχαίρι στο μάτι μου.
Από τότε βλέπω μονόφθαλμα στο σκοτάδι.
Ό,τι καλό υπήρχε, τώρα αιωρείται δίπλα του διαμπερές.
Σας κλείνω αναγκαστικά το μάτι μένοντας μετέωρη.
Η αλήθεια είναι, ότι αυτή η καταμέτρηση μου πήρε μόνο ένα λεπτό.
Ξέχασα να αναφέρω, πως το μηδενικό που ακολουθεί, είναι απλώς
Ένας τέλειος κύκλο στο νερό.

Υ.Γ. Καρφώνω δυο μάτια για γραμματόσημα πάνω σε αυτό το πακέτο που λέγεται ζωή (μοναδικά αντίπτυαν για τη συλλογή σας). Ο παραλήπτης πληρώνει τα έξοδα αποστολής με δύο κέρματα, σαν από πάντα χρυσά.

Marwan Ali, Αραβεύοντας

​Την πρώτη μέρα που πήγα στο σχολείο, γύρισα να κοιτάξω τον αδερφό μου, τον Ρακάν, που καθόταν πίσω μου και του είπα στα Κουρδικά: Πεινάω, πότε θα γυρίσουμε σπίτι;

​Μετά απ’ αυτό, δεν πρόλαβα να δω τίποτα άλλο. Ένα χαστούκι μεγάλο σαν βουνό, βίαιο σαν έκρηξη ατομική.

​Μίλα στο αγόρι αραβικά.

​Έκλαψε ο αδερφός μου. Έκλαψε το θρανίο. Έκλαψε η μητέρα μου. Έκλαψαν οι μακρινές πέτρες.
​Μόνο ο πατέρας μου με αγκάλιασε, αφού του διηγήθηκα τι είχε συμβεί. Άναψε ένα στριφτό τσιγάρο και είπε:

Θα ‘ρθει μια μέρα που τα παιδιά μας θα διαβάζουν στα σχολεία στη γλώσσα τους, θα τραγουδούν τα τραγούδια του Μοχάμεντ Σέιχο* στο μάθημα μουσικής, και αντί για τα ποιήματα του Σουλεϊμάν Ίσα, θα απαγγέλλουν τους στίχους του Τζιγκερχουίν.

​Μοχάμεντ Σέιχο: Κούρδος τραγουδιστής.
Σουλεϊμάν Ίσα: Σύρος ποιητής.
Τζιγκερχουίν: Κούρδος ποιητής.

Marwan Ali

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Γενετικό διαβατήριο

κάποτε
έρχεται και η Δύση

ανηφορίζεις

την κοιλάδα
μεγάλου
ρήγματος

στο πρώτο οροπέδιο
έχεις καταλάβει

-λύκος της Αιθιοπίας
-ευάλωτος κι αποκομμένος-
μετρά τ’ άστρα
πριν
δείξει

το γενετικό διαβατήριο

και

περάσει

στην

προϊστορία

*Από τη συλλογή “Με ύφος Ινδιάνου”.