Στο φως του κεριού
κοιτάζει πάλι το αναλλοίωτο πρόσωπο
άδειο βλέμμα μακρινό
χρόνια την παίρνει και την παίρνει
όπως την πρώτη φορά στο μαγαζί
που έσφυζε τεστοστερόνη
Πίσω απ’ το ασάλευτο κοίταγμα
ρούχα και χείλη φωτιά
Την άνοιξε κάποτε και είδε
μέσα να λάμπει πορφύρα
βελούδα Περσίας μεταξωτά
εκεί μέσα κάμποσο ευτύχησε
Μα όταν έμαθε
όλες τις φωνές του έρωτά της
έφυγε για πάντα
μακριά.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Jacques Prévert, Η ανάμνηση του έρωτα
Η ανάμνηση του έρωτα δεν είναι μια καρδιά
στην άκρη μιας αλυσίδας, ούτε γραμμένο όνομα
πάνω σ΄ ένα γουρουνάκι από μελόψωμο στο πανηγύρι,
μήτ΄ ένα πυροτέχνημα που σκάει στων χεριών το κράτημα
τέλος, δεν είναι αυτό που είναι χαραγμένο
στη μνήμη μου, είναι αυτό που είναι αόρατα
χαραγμένο πάνω σ΄ ολάκερο το σώμα μου,
το σώμα μου το χορτασμένο από αγάπη, χάδι, θαυμασμό.
*Μετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος.
Ηρώ Νικοπούλου, Δεν φτάνει το σώμα
Στο φως του κεριού
κοιτάζει πάλι το αναλλοίωτο πρόσωπο
άδειο βλέμμα μακρινό
χρόνια την παίρνει και την παίρνει
όπως την πρώτη φορά στο μαγαζί
που έσφυζε τεστοστερόνη
Πίσω απ’ το ασάλευτο κοίταγμα
ρούχα και χείλη φωτιά
Την άνοιξε κάποτε και είδε
μέσα να λάμπει πορφύρα
βελούδα Περσίας μεταξωτά
εκεί μέσα κάμποσο ευτύχησε
Μα όταν έμαθε
όλες τις φωνές του έρωτά της
έφυγε για πάντα
μακριά.
Alejandra Pisarnik, Πέντε ποιήματα
Cenizas
La noche se astilló de estrellas mirándome alucinada
el aire arroja odio embellecido su rostro con música.
Pronto nos iremos Arcano sueño antepasado de mi sonrisa el mundo está demacrado
y hay candado pero no llaves y hay pavor pero no lágrimas.
¿Qué haré conmigo?
Porque a Ti te debo lo que soy Pero no tengo mañana
Porque a Ti te… La noche sufre.
Στάχτες
Η νύχτα κομματιάστηκε απ’ τα αστέρια κοιτάζοντάς με μαγεμένη
ο αγέρας κατεβάζει μίσος
εξωραϊσμένο είναι το πρόσωπό του με μουσική.
Σύντομα θα φύγουμε Μυστικό όνειρο
πρόγονε του χαμόγελού μου ο κόσμος είναι στενός
και υπάρχει λουκέτο αλλά όχι κλειδιά και υπάρχει τρόμος αλλά όχι δάκρυα. Τι θα κάνω με μένα;
Γιατί σε Σένα οφείλω αυτό που είμαι Αλλά δεν έχω αύριο
Γιατί σε Σένα σου… Η νύχτα υποφέρει.
*
El miedo
En el eco de mis muertes aún hay miedo.
¿Sabes tú del miedo?
Sé del miedo cuando digo mi nombre. Es el miedo,
el miedo con sombrero negro escondiendo ratas en mi sangre, o el miedo con labio muertos bebiendo mis deseos.
Sí. En el eco de mis muertes aún hay miedo.
Ο Φόβος
Στο άκουσμα των νεκρών μου υπάρχει ακόμα φόβος.
Ξέρεις εσύ από φόβο;
Ξέρω για το φόβο όταν προφέρω το όνομά μου. Είναι ο φόβος,
Ο φόβος με μαύρο καπέλο
κρύβοντας ποντίκια μες στο αίμα μου, η ο φόβος με χείλη νεκρών
ρουφώντας τις επιθυμίες μου.
Ναι. Στο άκουσμα των νεκρών μου υπάρχει ακόμα φόβος.
*
Amantes
una flor
no lejos de la noche mi cuerpo mudo
se abre
a la delicada urgencia del rocío
Εραστές
ένα λουλούδι
όχι μακριά απ’ τη νύχτα το κορμί μου
ανοίγεται
στη ντελικάτη απαίτηση της δροσοσταλίδας
*
Cold in hand blues
y qué es lo que vas a decir voy a decir solamente algo y qué es lo que vas a hacer
voy a ocultarme en el lenguaje y por qué
tengo miedo
Cold in hand blues
και τι είναι αυτό που θα πεις θα πω μόνο κάτι
και τι είναι αυτό που θα κάνεις θα κρυφτώ μέσα στη γλώσσα κι αυτό γιατί
φοβάμαι
*
Despedida
Mata su luz un fuego abandonado. Sube su canto un pájaro enamorado.
Tantas criaturas ávidas en mi silencio
y esta pequeña lluvia que me acompaña.
Αποχαιρετισμός
Σκοτώνει το φως της μια φωτιά εγκαταλελειμμένη. Υψώνει το τραγούδι του ένα πουλί ερωτευμένο.
Τόσα πλάσματα άπληστα μέσα στη σιωπή μου κι αυτό το ψιλόβροχο που με συνοδεύει.
*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.
Αντώνης Παπαδόπουλος, Τρία ποιήματα
Η μουτζούρα
Το τζάκι ανάβει εδώ και ώρα,
μα νιώθω παγωνιά να με τυλίγει.
Το παράθυρο δείχνει το χιόνι που πέφτει,
κάθε φορά που σέρνω την παλάμη μου
στο θαμπωμένο τζάμι.
Πρέπει να κόπασε ο άνεμος
μα κάτι ακούγεται να σφυρίζει
έτσι που σέρνεις τις βαριές κουβέντες σου.
Καθώς άνοιξα την πόρτα
η μια παγωνιά ήρθε κι έσμιξε με την άλλη.
Το χιόνι γύρεψε να με καταπιεί.
Χωρίς παγοπέδιλα τελικά προχώρησα.
Εσύ κοιτούσες ξαφνιασμένη
από το τζάμι του παράθυρου,
μια μαύρη μουτζούρα
να σου λερώνει το κάτασπρο φόντο.
*
Δύσπιστος
Ήταν γλυκό το κλίμα της χώρας μου.
Τώρα ο χιονιάς καίει τα λουλούδια πριν ανθίσουν.
Ο καύσωνας καίει τα κορμιά
κι η θάλασσά μας βράζει.
Τσουνάμια απειλούνε τα νησιά.
Τυφώνες σαρώνουν σπίτια κι αυτοκίνητα,
σωρεύοντας ερείπια πάνω στα άλλα ερείπια
Που άφησαν τα γκρεμισμένα όνειρά μας.
Σήμερα μπαίνοντας στο σπίτι
«γλύκανε» μου είπες «ο καιρός».
́Όμως εγώ δεν έχω πια εμπιστοσύνη στον καιρό.
Αλλάζει τόσο εύκολα,
θέλοντας φαίνεται κι αυτός
να μοιάσει στους ανθρώπους.
Αυτό το τελευταίο δε θέλησα να σου το πω.
Το κράτησα μέσα μου,
καθώς είδα στα χείλη σου να σκάει
ένα ακόμα πονηρό κι ανεξερεύνητο χαμόγελο.
*
Πόζα
Το καλοκαίρι επιμένει να ροκανίζει ακόμα
τις μέρες του φθινόπωρου.
Δε θα μπορούσε να μιλά για τη μελαγχολία της εποχής
μ’ ένα ουρανό να λάμπει πάνωθέ του.
Και πώς να γράψει στίχους θλιβερούς,
να εκφραστεί ακόμα μια φορά
με οιμωγές και θρήνους, που του αρέσουν.
Φταίει που το κλίμα είναι αντιποιητικό,
μια ακατάλληλη ατμόσφαιρα θαρρείς τον αποτρέπει.
Τι κρίμα τέτοιο ποίημα να χαθεί,
μια τέτοια έμπνευση να πνίγεται εντός του.
Δεν πρέπει, όμως, διόλου να ταράζεται γι’ αυτό.
Το φταίξιμο ήταν του καιρού, δεν ήτανε δικό του.
Frank O’Hara, Why I am not a painter / Γιατί δεν έγινα ζωγράφος
I am not a painter, I am a poet.
Why? I think I would rather be
a painter, but I am not. Well,
for instance, Mike Goldberg
is starting a painting. I drop in.
“Sit down and have a drink” he
says. I drink; we drink. I look
up. “You have SARDINES in it.”
“Yes, it needed something there.”
“Oh.” I go and the days go by
and I drop in again. The painting
is going on, and I go, and the days
go by. I drop in. The painting is
finished. “Where’s SARDINES?”
All that’s left is just
letters, “It was too much,” Mike says.
But me? One day I am thinking of
a color: orange. I write a line
about orange. Pretty soon it is a
whole page of words, not lines.
Then another page. There should be
so much more, not of orange, of
words, of how terrible orange is
and life. Days go by. It is even in
prose, I am a real poet. My poem
is finished and I haven’t mentioned
orange yet. It’s twelve poems, I call
it ORANGES. And one day in a gallery
I see Mike’s painting, called SARDINES.
Δεν είμαι ζωγράφος, είμαι ποιητής.
Γιατί; Νομίζω ότι θα ήθελα να ήμουν
ζωγράφος, αλλά δεν είμαι. Που λέτε,
ιδού ο Μάικ Γκόλντμπεργκ, λόχου χάριν, που
αρχίζει έναν πίνακα. Περνώ να τον δω.
«Κάτσε πιες κάτι», λέει.
Πίνω· πίνουμε. Κοιτάζω ψηλά
«Έχεις γράψει ΣΑΡΔΕΛΕΣ στον πίνακα.»
«Ναι, κάτι του χρειαζόταν ’κει.»
«Χμ.» Φεύγω και οι μέρες περνούν
και ξαναπάω να τον δω. Ο πίνακας συνεχίζεται
κι εγώ φεύγω, και οι μέρες περνούν.
Πάω να τον δω. Ο πίνακας έχει τελειώσει.
«Πού ’ναι οι ΣΑΡΔΕΛΕΣ;»
Το μόνο που ’χει μείνει είναι κάποια γράμματα,
«Πήγαινε πολύ», λέει ο Μάικ.
Μα εγώ; Σκέφτομαι μια μέρα ένα χρώμα:
πορτοκαλί. Γράφω ένα στίχο για το πορτοκαλί.
Σύντομα έχει γίνει ολόκληρη σελίδα λέξεις,
όχι στίχοι. Και μετά άλλη μια.
Θα ’πρεπε να ’χει κι άλλο – όχι πορτοκαλί,
αλλά λέξεις, λέξεις για το πόσο τρομακτικό είναι το πορτοκαλί
και η ζωή. Περνούν οι μέρες.
Είναι και σε πρόζα, φαντάσου,
είμαι πραγματικός ποιητής.
Το ποίημά μου τέλειωσε και δεν έχω αναφέρει
ακόμα το πορτοκαλί. Είναι δώδεκα ποιήματα,
τα λέω ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ. Και μια μέρα, σε μια γκαλερί,
βλέπω τον πίνακα του Μάικ, που λέγεται ΣΑΡΔΕΛΕΣ.
*Μετάφραση: Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη.
*Γραμμένο το 1956, δημοσιευμένο στο βιβλίο Τhe New American Poetry: 1945-1960, Ed. Donald Allen, Grove Press: New York, 1960.
*Το ποίημα δημοσιεύρυηκε αρχικά εδώ: https://apoikia.gr/frank-o-hara-poiimata-gia-tin-poiisi/?__cf_chl_f_tk=bPUTAIyRWUAbsdNTJbjpo3QIViHXBRs5SoVYERy7M9E-1782995995-1.0.1.1-qXOwXAJGOXiihG_wHPriJsIP.AHu7h3mfOW66.GpA38
Αλήτις Ταλαχούρη, Δύο ποιήματα
Σπίτια στη Σελήνη – Ο πιο μοναχικός άνθρωπος στη Γη- Σύμφωνα με τους λίγους συγγενείς-Πριν επιστρέψει στο Σύμπαν από αρρώστια-Συμβολαιογράφο καλεί-Και παρ’ όλες τις αντιρρήσεις και τα εμπόδια-Για την αξιοπιστία τέ- τοιας διαθήκης-Αφήνει στα τρία αδέλφια της και τέσσερα ανίψια-Τα φανταστικά της Σπίτια στη Σελήνη-Που από μι- κρή έχει χτίσει-Για να κατοικεί μόνο εκείνη-Μακριά απ’ της ανθρωπότητας την ταραχή και τη φρίκη-Στις δύο αδερφές της αφήνει τα Σπίτια στη Θάλασσα των Βροχών-Στη Θάλασ- σα των Κρίσεων-Και στη Λίμνη της Λησμοσύνης-Στα τέσ- σερα ανίψια-Τα Σπίτια στων Καταιγίδων τον Ωκεανό-Στη Θάλασσα των Κυμάτων-Και στη Λίμνη της Ελπίδας-Και στο μεγαλύτερο αδερφό-Τα σπίτια στη Θάλασσα της Ηρεμίας και στη Λίμνη της Καλοσύνης-Όταν ο συμβολαιογράφος ολοκληρώσει την ανάγνωση της παράξενης διαθήκης-Οι κληρονόμοι ούτε θα ξαφνιαστούν ούτε θα αισθανθούν αμηχανία-Αλλά θα το αποδεχτούν σαν του πιο μοναχικού ανθρώπου τη διαθήκη-Και θα αποχωρήσουν σιωπηλοί-Για να επιστρέψουν στο επίγειό τους σπίτι-Και στην καθημε- ρινή ρουτίνα-Που δεν περιλαμβάνει-Δυστυχώς-Καμία της Σελήνης τοποθεσία-
Η Κλέφτρα του Χρόνου – Από παιδί κλέβει το Χρόνο με μα- νία-Μια κουρτίνα ανάμεσα στον κόσμο και σε εκείνη-Δεν παίζει καν-Στην παιδική της ηλικία-Το Χρόνο κλέβει-Στις κρυψώνες της τον κρύβει-Ίσως γιατί-Η μάνα της σαν την κυοφορούσε–Ρολόγια συνέχεια κοιτούσε-Για να γνωρίζει πότε θα γύριζε “Η βία”-Τρόπους να βρει-Να μη βιώνει τα μαρτύρια-Ξύλο-Βρισίδια-Για το φαΐ-Ή τα λεφτά που δεν υπήρχαν-Από παιδί κλέβει το Χρόνο με μανία-Θα ξεκινήσει απ’ τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα-Μες στου μυαλού τη λυ- πημένη φαντασία-Ύστερα κλέβει ρολόγια του χεριού-Ρο- λόγια τοίχου-Ημερολόγια-Τα ενταφιάζει μες σε χώμα- Ή σε σκουπίδια-Και πριν αρχίσει να γυρνά ψυχιατρεία-Σπάει με πέτρες-Ωρολογοποιείου τη βιτρίνα-“Ήθελα το Χρόνο μονάχα να καταστρέψω”-Λέει άνευ φόβου-Ως κρατούμε- νη στο Τμήμα-Στα ψυχιατρεία-Κάτω απ’ τα ρολόγια των διαδρόμων–Γράφει τετράδιο-Με γραφικό χαρακτήρα-Που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει-Εκτός από την ίδια-Συνα- σθενής της λέει μια ιστορία-Για έναν διάσημο Αμερικανό ηθοποιό*-Που στρατοπέδου το ρολόι-Ξηλώνει και θάβει σε μια δεντροστοιχία-Εκείνη νιώθει-Πως δεν είναι η μόνη που κλέβει το Χρόνο μες στο Σύμπαν-Και με το τετράδιο- Τη νύχτα-Κοιμάται πρώτη της φορά-Με ησυχία-
*Από τη συλλογή ‘Σάκος του μποξ”, εκδ. Οδός Πανός, 2025.
Richard Braudigan, Sonnet / Σονέτο
Richard Braudigan, Sonnet / Σονέτο
The sea is like
an old nature
who died of a heart attack
in a public latrine.
his ghost still
haunts the urinals.
At night
he can be heard walking
around barefooted
in the dark.
somebody stole his shoes.
Η θάλασσα είναι σαν
ένα παλιό ποιητή της φύσης
που πέθανε από
καρδιακή προσβολή μέσα σε ένα
δημόσιο αποχωρητήριο.
Το φάντασμά του ακόμα
κυκλοφορεί στα ουρητήρια.
Τη νύχτα μπορεί
να τον ακούσει κανείς να βηματίζει
ξυπόλητος
μες στο σκοτάδι.
Κάποιος του έκλεψε
τα παπούτσια.
*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.
Μαρία Κασσιανή Πανούτσου, H Δυάς
«Δεν είμαι επαγγελματίας. Είμαι ερασιτέχνης.
Εγώ έτσι βιώνω τα πράγματα.
Και τη ζωή μου και την τέχνη μου
και την κάθε μου μέρα.
Δεν θέλω να χορτάσω τίποτα,
ούτε εκείνο που αγαπάω περισσότερο
απ’ όλα.
Είμαι αβόλευτος ρε παιδί μου,
και στον παράδεισο να με βάλεις,
θέλω να φύγω, να πάω να βρωμίσω,
να καώ και να ξαναγυρίσω»
Νίκος Καλογερόπουλος
Στην μνήμη του Νίκου Καλογερόπουλου
Το παν μέτρο άριστον με στεφάνωσε.
Ρώτησα τι είναι ο κόπος και ο δρόμος;
Ένας
διάλογος, με το εγώ και το εσύ,
μου είπε.
Σέρνουμε το πλήθος μέσα μας.
Μα ο ένας, μας μιλά
κι ανατριχιάζουμε.
Έτσι, για να μάθουμε καλά,
τον αριθμό δύο.
Αυτό είναι όλο.
Όλα τα άλλα,
μόνο κατακάθια του αέρα,
στολίδια που χάνονται.
Και μένει πάλι το δένδρο τροφαντό,
με ρίζες, κορμό, κλαδιά
να στέκει αλώβητο.
Αθήνα Αύγουστος 20026
*Δυάς (δυάδος): το σύνολο δύο μονάδων, η δυάδα ή το ζευγάρι.
Αλέξης Τραϊανός, Δύο ποιήματα
Κάποιος έφυγε
Κάποιος έφυγε από μέσα μας
Ξεκλείδωσε κάποτε τους αρμούς μας
Φόρεσε τα πιο ωραία μας ρούχα
Και κάνοντας μια ραγισματιά αιφνίδια
Πετάχτηκε
Όπως απ’ το νεκρό πετιέται η στερνή πνοή
Πετάχτηκε με τους πολλούς καθρέφτες
Τους αμέτρητους ήλιους
Έφυγε
Δεν ήθελε να ζει μαζί μας
Σφίγγοντας νεκρά πουλιά
Κλείνοντας τον παγωμένο αέρα στα γόνατα
Έριξε το κορμί του στη νύχτα
Στην άλλη υπόσταση των πραγμάτων
Έφυγε αφήνοντάς μας μια ραγισματιά αιφνίδια
Τις μικρές λυπημένες φωνές των πραγμάτων
Κάτι σωπασμένους αδύνατους ήχους
Ανέκφραστα πενιχρά πράγματα
Που τον βαστάζουν και τον θυμούνται
Όπως η άνοιξη κάθε φορά που έρχεται τον θυμάται
Κι η γυρισμένη ζωή
Και τ’ ανοιγμένο μας στήθος
Εμείς τον κλαίμε ακόμη
*Από τη συλλογή “Μικρές μέρες” (1973)
*
Το πέτρινο πουλί
Σαν κομμένες απ’ άλλον καιρό
Αυτές οι πλατείες οι δρόμοι
Άλλαξαν όλα τόσο
Το θυμάσαι
Δεν μπορείς παρά να θυμάσαι
Υπάρχουν πάντα τα λείψανα
Ανθρώπινες μνείες
Αποχρόνια χαμόγελα
Σε ηλικίες σπασμένες
Κι αυτό το πανί της ομίχλης
Κι η λάσπη
Μόνο τα παιδιά δεν άλλαξαν
Τα παιδιά με πλαστικά παλτά
Σαν υγραμένη ζάχαρη
Εξασκούν τη νέα φωνή τους στην καθομιλουμένη
Ενώ η παλιά υπάρχει για σένα
Και για το πέτρινο πουλί
Να τη σφυρίζει
*Από την ενότητα “Θανάτοψις”.
*Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 51 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2000.









