Θεώνη Κοτίνη, Εγώ

Ήταν κάποτε μια κυρα-Βασιλική
κι ήταν η μάνα μου.
Τι να την έκανε
έτσι απαλή και μαλακή
μες στο βελούδο;
Ίσως εκείνα τα γεράνια στην αυλή
με την πραότητα της δεξιάς παλάμης
που τα χάιδευε.
Τι να την έκανε
έτσι πικρή κι απαρηγόρητη;
Ίσως εκείνη η ψύχρα το πρωί
μακριά που αγνάντευε
αγιάτρευτη νεότητα του κόσμου
μες στον κάμπο.
Ήτανε κάποτε μια κυρα-Βασιλική
και τώρα εγώ. 

Sophia Tomaso, Τρία ποιήματα

Με έσερναν τα βήματα στο σπίτι, το φως των ματιών θολό, σκόνταψα…ήμουν σίγουρη
Τα χρυσάνθεμα πένθιμα, το λάστιχο ξεφούσκωτο, το φεγγάρι άφαντο και η σκιά από πίσω μου να ουρλιάζει.
Αραχνιασμένη ζωή, σπασμένα οστά και γαμω την ζωή μου γαμω.
Πωλείται…

Ανοίγω το πουκάμισο, η πληγή εκεί κατάστηθα…δεν πρόκειται να φύγει ποτέ
«Και τι με νοιάζει» μου πες
Ούτε μια ματιά δεν έριξες.
Άντε μου στο διάολο…
Φώναξα και θύμωσες
Ρε τι σου ζήτησα ρε…
μια αγκαλιά, έστω και μιας χρήσης.

*

Κάθε φορά που ζω θα μπήγω
το δάχτυλο στην σάρκα μου
και δεν θα πονώ.
Δεν είμαστε όλοι ίδιοι,
κάποιοι είστε λίγοι…

Γιώργος Μπλάνας (1959-2024), Στοίχημα

Στοιχηματίζω πως η γη
θα πάψει να κινείται, όταν πεθάνω.
Όχι για μια στιγμή μονάχα· όχι, δεν έχω
την απαίτηση να σπεύσει να θρηνήσει
τον θάνατό μου η φύση.
Θα πάψει να κινείται -εννοώ-
εν γένει, ολοσχερώς,
Λοιπόν, στοιχηματίζω!~
Αν χάσετε, δεν θέλω
τίποτα. Αν χάσω, σας χαρίζω
τη σιωπή μου. Εμπρός,
τι πάθατε; Φοβάστε
τη σιωπή του ποιητή;

*Από τη συλλογή “Ο κότσυφας του σύμπαντος και άλλα λυρικά πτηνά”,. Εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Γλυκερία Μπασδέκη, Η μαμά είναι ποιήτρια

«Exhausted» by Laurie Justus Pace

ω, ναι –η μαμά είναι
σπουδαία ποιήτρια

όλη τη μέρα μαγειρεύει κόμματα,
σκουπίζει χρόνους, σιδερώνει
πτώσεις

αντί να δει Δευτέρα βλέπει Τρίτη

λέει το πλυντήριο ωκεανό,
τη χύτρα υπερωκεάνειο

*Από τη συλλογή «Σύρε καλέ την άλυσον», εκδ. Ενδυμίων 2012/ Bibliotheque 2014.

**Πηγή: https://www.andro.gr/empneusi/mother-poems/2/

ένα έτσι, ποιήματα

Φωτογραφία: ένα έτσι

στον Νίκο Σφαμένο

το να αφιερώνεις ποιήματα
σε ανθρώπους
που δεν έχεις πότε συναντήσει
είναι παρόμοιο
με το να κλείνεις τα μάτια
πάνω από τα σύννεφα

ξέρεις πως ότι κι αν συμβεί
έχουμε ήδη καταφέρει πάρα πολλά

*

έχουνε όλοι επιστρέψει

η Φρόσω, ο Γιάννης, ο Αλέξανδρος
οι άνθρωποι που δεν με αγάπησαν
και δεν με γνώρισαν ποτέ
σε τούτη εδώ την ηλιόφωτη πόλη

επέστρεψαν για να πάρουν πίσω
την αγάπη τους

όλα τα πικρά βήματα
από τα Ιλίσια μέχρι το Γκάζι
αναζητώντας τους

τα ολονύχτια σχέδια απόδρασης
προς το νησί
στη μέση του δωματίου

τα τραγούδια που σκάρωνα
για να τους αποκοιμίζω γλυκά
βαθιά μέσα στον αχανή ακάλυπτο

ήρθε ο καιρός να πάρουν πίσω
την αγάπη
που ποτέ δεν μοιραστήκαμε

ήρθε ο καιρός να πιστέψω
την μοναξιά μου
ως το πραγματικό δώρο αυτής της ζωής

και να το επιστρέψω με τιμή
προς όλους εσάς
που μου δώσατε την ευκαιρία
να το κάνω δικό μου

ευχαριστούμε, Αθήνα
ευχαριστούμε, Ελλάδα

*

πράσινοι παπαγάλοι κάθονται
στο περβάζι του παράθυρου

οι ασθενείς περιμένουν
την σειρά τους για θεραπεία

κουνάνε το κεφάλι τους πέρα δώθε
ανοίγουν φτερά και πετάνε

κοιτάνε ευθεία πέρα από την πόλη
κλείνουν τα μάτια κι εξαφανίζονται

*Σχετικός σύνδεσμος: https://enaetsi.wordpress.com

Φωτογραφία: ένα έτσι

Peny Delta, Τρία ποιήματα

ΕΝΤΑΦΙΟ

Τάφοι λευκοί θα γίνουμε κάποτε.
Μάρμαρο Πεντέλης, λαμπυρίζον,
θα ενδύει τα κορμιά μας.
Ο ήλιος θα γλύφει επίμονα
το σκληρό μας πέτρωμα.
Επιμελώς η βροχή θα ξεπλένει τα πάθη μας.
Αδιάφορα θα παραστέκουν τα κτερίσματα.
Ολίγα άνθη πλαστικά, κάποια αγγεία,
μια επιτύμβια στήλη.
Θα είμαστε αυτό που πάντα θέλαμε.
Αθώοι.

*

03:36 ΑΫΠΝΙΑ

03:36 σε μια πόλη νεκρή,
η θάλασσα ξεβράζει
γυαλιστερά κορμιά μεδουσών,
έρμαια των κυμάτων.
Άδεια παραλία, άγραφη άμμος.

Η μνήμη σου απλώνεται
στη σκέψη σαν λαδιά.
Άπραγοι επί σειρά ετών,
της μελαγχολίας γόνοι,
παραδινόμαστε.
– Σάρα, μας άξιζε τόση σιωπή;

Κάποτε περπατούσαμε
σε ράχες δελφινιών,
μας αρκούσε
των κορμιών μας το φως
κι ένας στίχος.
«Αγάπη μου, αγάπη μου
γιατί με εγκατέλειψες;»

03:36 στο βαθύ σκοτάδι
λάμνει το χρυσόμαλλο δέρας
της ύπαρξης.
Πνιγόμαστε από επιθυμία
ξυπνάμε πριν τη λύτρωση.

Σιωπηλοί ακούμε
την πόρτα να χτυπά.
–Άνοιξε, λες και κρύβεσαι.
–Σάρα, μας άξιζε τόση σιωπή;

*

Η SYLVIA PLATH ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΑΦΙ

Στον ποιητή Γιώργο Κοζία
Η φωτογραφία ήρθε από το Εδιμβούργο,
ενθύμιο, μαζί με καρτ ποστάλ.
Η Σύλβια Πλαθ χαμογελαστή,
να ταΐζει blueberries ένα ελάφι,
το σωτήριον έτος 1959.

Θα έδινα όρκο πως πρόκειται
για το ίδιο εκείνο ελάφι
που διασώθηκε στη Χασιά,
έπειτα από επίθεση σκύλων.
Το ξαναβλέπω, ζωντανό, μπροστά μου.
–Με δεμένα τα πληγωμένα πόδια του,
με τον θάνατο στα μάτια
να ξεσηκώνει γλέντι
κι ένα πελώριο, σχεδόν ανθρώπινο,
γιατί–

Ταράχτηκα…
Κέρατα παγιδευμένων ελαφιών,
αργά το βράδυ,
ξέσκιζαν τους ιστούς ερώτων μέσα μου.
Ξύπνησα ιδρωμένη.
Στο κομοδίνο δίπλα μια χούφτα blueberries.
Έτρεξα στη βιβλιοθήκη,
άγγιξα με ευλάβεια τη συλλογή της Πλαθ.
Άνοιξα τυχαία μια σελίδα:

«Κυλά ο Θεός από ψηλά, η Κόλαση αργοσβήνει·
Και εφορμούν τα σεραφείμ και του διαβόλου οι φίλοι·
Κλείνω τα μάτια, και η πλάση όλη κλείνει».

*Από τη συλλογή “Εκ της σαρκός”, Εκδόσεις Βακχικόν, Απρίλιος 2026.

A.D. Winans, Poem for the working man and the yuppie / Ποίημα για τον εργάτη και τον γιάπη

Φωτογραφία: Homer Sykes, Glasgow (1979)

Some people guard their lives
Like a eunuch guards the
Harem door
Like a stock broker with
A hot tip
Like a banker who knows
That the dollar will only
Be worth half of what it is today
In less time than it takes to die
Better to linger over
A cup of coffee
Like a skilled lover with
No need for bragging rights
Remember that every newsman
On every corner in America
That every meat packer and fisherman
Knows more about life than
Your average poet
The blind man rattling
An empty tin cup
Makes more noise than
A yuppie gunning his
BMW
On his way to the
Graveyard

Μερικοί άνθρωποι φυλάνε τη ζωή τους
Όπως ένας ευνούχος φυλάει
Την πόρτα του χαρεμιού
Σαν χρηματιστής με
Μια “καυτή” πληροφορία
Σαν τραπεζίτης που ξέρει
Πως το δολάριο σύντομα
Θα αξίζει μόνο τα μισά
Απ’ όσα αξίζει σήμερα
Σε λιγότερο χρόνο απ’ όσο χρειάζεται κανείς για να πεθάνει
Καλύτερα να μένεις λίγο παραπάνω
Πάνω από ένα φλιτζάνι καφέ
Σαν επιδέξιος εραστής
Που δεν έχει ανάγκη
Να καυχιέται
Να θυμάσαι πως κάθε δημοσιογράφος
Σε κάθε γωνιά της Αμερικής
Πως κάθε εργάτης σε σφαγείο και κάθε ψαράς
Ξέρει περισσότερα για τη ζωή
Από τον μέσο ποιητή
Ο τυφλός που κουδουνίζει
Ένα άδειο τσίγκινο κύπελλο
Κάνει περισσότερο θόρυβο
Από έναν γιάπη που πατάει γκάζι
Στη BMW του
Καθ’ οδόν προς το
Νεκροταφείο

*Το ποίημα δημοισιεύτηκε εδώ: https://poeticoutlaws.substack.com/p/poem-for-the-working-man-and-the?utm_source=post-email-title&publication_id=811133&post_id=197218156&utm_campaign=email-post-title&isFreemail=true&r=5f6ik6&triedRedirect=true&utm_medium=email Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Ο Allan Davis Winans (γεν. 12 Ιανουαρίου 1936), γνωστός ως A. D. Winans, είναι Αμερικανός ποιητής, δοκιμιογράφος, συγγραφέας διηγημάτων και εκδότης. Ζει στο Σαν Φραντσίσκο.

Νίκος Κωσταγιόλας, Δύο ποιήματα

ΙΑΜΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΡΥΦΩΣ

Μεσημέρι της Γλαύκης δροσιάς
συνυφασμένο με το σιγανό ψιχάλισμα
του Ζέφυρου
στον σβέρκο γέρικης κληματαριάς
κι ο ουρανός πάντοτε ασπίλωτος
καθώς το βλέμμα σου ερευνά
αντίκρυ απ’ την ανοιχτωσιά του πελάγου
την Ήπειρο με τις μαλαματένιες τις κορφές
με τα στιλπνά,
τα φιλντισένια σπίτια που φεγγοβολούν
κάτω απ’ το λιόγερμα

Χουφτιάζεις την άμμο
την ταξιδεύεις στην παλάμη σου
κι οι κόκκοι γίνονται αφή καλοκαιριού
που θεραπεύει το κορμί
κι από τον πλέον πεισματάρη κάματο
καθώς τα έμπιστα κρόσσια του ήλιου
ούτε λίγο, ούτε πολλά
μα ό σ ο χ ρ ε ι ά ζ ε τ α ι
σου ψαύουν την καρδιά
κι αυτή ψηλώνει

*

ΟΠΟΥ Ο ΣΕΙΛΗΝΟΣ ΟΡΙΖΕΙ ΠΑΡΑΒΟΛΙΚΑ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ

Αφιονισμένος Σάτυρος
με χέρια από την έξαψη τρεμάμενα
ιθύφαλλος της Νύμφες καταδιώκει
να τους διδάξει του έρωτα τα θαύματα
του πυρωμένου σώματος τις διαστροφές
μα πάντα αυτές
ανέραστες και κακομαθημένες
τρέχουν μακριά του
ζητώντας να κρατήσουν αμαγάριστα
τα είδα τον

Κι εκείνος κυνηγάει κι όλο κυνηγάει
κι εκείνη τρέχουν και πηδάνε
ώσπου να γίνουνε κουβάρι ηδονής
αγρίμια αλαφιασμένα
σε σμίξιμο πρωτόγονο
γεμάτο με φωνές εκστατικές
γεμάτο με ιδρωμένα μέλη ανάκατα και συμπλεγμένα
κάποτε
όταν ο μοιροπλάστης χρόνος κρίνει πως χρειάζεται
στον κόσμο λίγη ομορφιά να ξεχυθεί
να τον ολοκληρώσει
να τόνε κάμει Κ ό σ μ π πάλι.

*Από τη συλλογή “Σαν άλλος Σαούλ (ένα σατυρικό δράμα)”, Εκδόσεις Εκάτη, 2023.

Ρωξάνη Νικολάου, Αποκόμματα

Οι χαλαστές μου μ’ αγάπησαν.
Στο φως νεαρής μηλιάς ήσυχα γέρνω.
Μαντάρω χρόνο εφεδρικό.

*

Αφήνω αιματοσυρμές
για το πανδοχείο
των αποσυνάγωγων εαυτών.

*

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής το διήνυσα
μιλώντας σε πλάσματα επινοημένα
πιστεύοντας ότι, τουλάχιστον, με ακούν.
Αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές
που δέχθηκα μιαν απάντηση.

Αγνώστου/ης, Isolate / Απομόνωση

slam these inactive doors
this infinite arcadian paradise
that you so casually make reference to
is merely a means
of suspending my absurdity
all the while I’m left wailing
while you’re abetting in the crime

χτύπα με δύναμη αυτές τις αδρανείς πόρτες
αυτόν τον ατελείωτο αρκαδικό παράδεισο
στον οποίο τόσο ανέμελα αναφέρεσαι
είναι μονάχα ένα μέσο
για να αναστείλει την παραδοξότητά μου
την ώρα που εγώ μένω να θρηνώ
ενώ εσύ γίνεσαι συνεργός στο έγκλημα

*Το ποίημα αυτό και το κολάζ της ανάρτησης βρέθηκαν στα γραπτά της συντρόφισσάς μου Γεωργίας, η οποία “έφυγε” στις 24 Σεπτεμβρίου 2025. Δεν ξέρω εάν το ποίημα ήταν δικό της ή κάποιου/ας άλλου/ης. Δεν θα μάθω ποτέ. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.