Diane di Prima, Χρονολόγιο

Σε αγάπησα τον Οκτώβριο

όταν κρύφτηκες πίσω από τα μαλλιά σου

κι οδήγησες τη σκιά σου
στις γωνιές του σπιτιού

και τον Νοέμβριο εισέβαλες
γεμίζοντας τον αέρα
πάνω από το κρεβάτι μου με όνειρα
και κραυγές για κάποια βοήθεια

το εσωτερικό του αυτιού μου

το Δεκέμβρη κράτησα τα χέρια σου

ένα απόγευμα το φως σώθηκε
επανήλθε
μιαν αυγή στην ακτή της Σκωτίας
με σένα να μας τραγουδάς στην ξηρά

τώρα είναι Γενάρης, ξεθωριάζεις

μες στις διπλές πόρπες σου πάνω στην κάπα του, η σκιά σου στο χιόνι,

γλιστράς μακριά πάνω στον άνεμο, ο κρυστάλλινος αέρας

μεταφέρει τα καινούργια τραγούδια σου αποσπασματικά μέσα από τα παράθυρα

των λυπημένων, ψηλών, χαριτωμένων δωματίων μας.

*Μετάφραση: Άννα Νιαράκη.

Georg Trakl, Η νεαρή υπηρέτρια

Η φωτογραφία πάρθηκε από εδώ: https://dammerung.substack.com/p/dark-autumn-returns-by-georg-trakl

αφιερωμένο στον Λούντβιχ φον Φίκερ

1

Συχνά στο πηγάδι, όταν χαράζει,
την βλέπεις να στέκεται μαγεμένη
και να τραβάει νερό, όταν χαράζει.
Ανεβαίνει ο κουβάς· και κατεβαίνει.

Στις οξιές οι κάργιες πετούν
κι εκείνη μοιάζει με ίσκιο.
Ξανθά τα μαλλιά της πετούν
κι οι ποντικοί στριγκλίζουν στον κήπο.

Και ξαναμαγεμένη από την παρακμή
τα φλογισμένα βλέφαρα χαμηλώνει.
Χορτάρι ξερό η παρακμή
κάτω, στα πόδια της, κυρτώνει.

2

Ήσυχη δουλεύει στο δωμάτιο
κι ο κήπος, χρόνια, ερημικός.
Στην κουφοξυλιά μπρος στο δωμάτιο
κότσυφας κελαηδεί παραπονετικός.

Ασημένια η μορφή της στον καθρέφτη
ξένη στου λυκόφωτος την λάμψη την κοιτάζει
και σκοτεινιάζει ωχρή μες στον καθρέφτη
κι απ’ την αγνότητά της τρομάζει.

Σαν όνειρο υπηρέτης τραγουδάει στο σκοτάδι
κι εκείνη κοκαλώνει απ’ τον πόνο. Στάζει
κόκκινο μέσα στο σκοτάδι.
Νοτιάς απότομος την πύλη τραντάζει.

3

Ήσυχη δουλεύει στο δωμάτιο
κι ο κήπος, χρόνια, ερημικός.
Στην κουφοξυλιά μπρος στο δωμάτιο
κότσυφας κελαηδεί παραπονετικός.

Ασημένια η μορφή της στον καθρέφτη
ξένη στου λυκόφωτος την λάμψη την κοιτάζει
και σκοτεινιάζει ωχρή μες στον καθρέφτη
κι απ’ την αγνότητά της τρομάζει.

Σαν όνειρο υπηρέτης τραγουδάει στο σκοτάδι
κι εκείνη κοκαλώνει απ’ τον πόνο. Στάζει
κόκκινο μέσα στο σκοτάδι.
Νοτιάς απότομος την πύλη τραντάζει.

4

Κρότος μεταλλικός στο σιδεράδικο: σφυρί·
κι εκείνη περνάει την πύλη βιαστική.
Κατακόκκινο δουλεύει ο υπηρέτης το σφυρί
κι εκείνη, όπως νεκρή, κοιτάζει κατά κει.

Σαν σε όνειρο συναντάει ένα γέλιο·
ταράζεται στο σιδεράδικο·
έντρομη χαμηλώνει μπρος σ’ εκείνου το γέλιο,
όπως σφυρί σκληρό και άγριο.

Ακτινοβολούν στον χώρο σπινθήρες·
και καθώς με άτσαλες κινήσεις
κυνηγάει τους άγριους σπινθήρες,
ζαλισμένη, πέφτει κάτω η μορφή της.

5

Αδύνατη τεντώνεται στο κρεβάτι,
ξυπνάει μ’ έναν φόβο γλυκό
και κοιτάζει το λερωμένο κρεβάτι
καλυμμένο ολόκληρο από φως χρυσό·

οι ρεζεντά[1] στο παράθυρο
κι ο φωτεινός γαλάζιος ουρανός.
Καμιά φορά άνεμος φτάνει στο παράθυρο
κι ήχος καμπάνας διστακτικός.

Ίσκιοι γλιστρούν πάνω απ’ το μαξιλάρι·
αργά η καμπάνα δώδεκα ηχεί
κι εκείνη ανασαίνει βαριά στο μαξιλάρι
και μοιάζει το στόμα της πληγή.

6

Το βράδυ αιωρούνται ματωμένα λινά·
σύννεφα πάνω από σιωπηλά δάση
τυλιγμένα σε μαύρα λινά.
Σπουργίτια θορυβούν στο χωράφι.

Κι εκείνη: κάτασπρη στο σκοτάδι.
Γουργούρισμα κάτω απ’ τη στέγη ανασαίνει.
Όπως ψοφίμι σε θάμνο και σκοτάδι·
σμήνος πετά γύρω απ’ το στόμα της και δίνες υφαίνει.

Σαν όνειρο ηχεί στο σκούρο χωριό
γλέντι: χοροί και βιολιά·
αιωρείται η όψη της στο χωριό,
φυσούν τα μαλλιά της σε γυμνά κλαδιά.

*Από τα “Ποιήματα” [Gedichte, 1913]. Επιλεγόμενα. Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Το ποίημα στα ελληνικά δημοσιεύτηκε εδώ: http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html

1. Ποώδες φυτό με υπόλευκα ή υποκίτρινα άνθη.

Omed Qarani, Θεός Μεταχειρισμένος

Κάνεις βήματα / ο άνεμος είναι ένας οργισμένος ανακριτής / σε σπρώχνει / σε μια γωνιά της αγοράς / διαλέγεις έναν θεό από δεύτερο χέρι / για να τον ανάψεις σαν τσιγάρο μέσα στη νύχτα / μέσα στα κύματα των γρήγορων ειδήσεων / μυρίζεις το μπαρούτι εκείνου του πολέμου / που άφησε πίσω στην πατρίδα / η πλάτη σου λύγισε λίγο / η τσάντα σου είναι το βάρος εκείνων των σπασμένων ηττών / που δεν χώρεσαν στην πατρίδα / ​Το κρύο / είναι το μαστίγιο ενός ρατσιστή δήμιου / στο μάγουλό σου γίνεται το σημάδι ενός καταζητούμενου / η ζωή σου ένα εργοστάσιο από ψυχρό ατσάλι / που σέρνεται μέσα σε άδεια τούνελ / σαν ελεύθερος σκοπευτής μέσα στους διαδρόμους / ο θάνατος φυτεύει τα σημάδια του /

Peter-Paul Zahl, Ωρολογιακή βόμβα

Βάλε το ξυπνητήρι γυναίκα
για να ξυπνήσουμε αύριο ακριβώς
την ώρα που πρέπει
για τον καθημερινό μας μινιφόνο
της ψυχής

και το βράδυ
όταν πλαταγίζει το μαβί φως γυναίκα
ας ευτυχήσουμε
σκεφτόμενοι τι θα αγοράσουμε
με το αντίτιμο
της καθημερινής δολοφονίας της ψυχής

βάλε το ξυπνητήρι γυναίκα
για να ξυπνήσουμε αύριο ακριβώς
την ώρα που πρέπει
για την καθημερινή μινικηδεία
της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

και το μεσημέρι
σαν σηκώνεται η ομίχλη πάνω
στο κοινωνικό παχνί του εργάτη
έλα να χαρούμε για το παιδί με δόσεις
που μας δώσανε από το παιδοφορβείο

βάλε το ξυπνητήρι γυναίκα
για να ξυπνήσουμε αύριο ακριβώς
στην πρεπούμενη ώρα
για το εθνικό βουτυροεισόδημα
για τη διατήρηση της ελευθερίας
του ιδρώτα μας
και βάλε
το ξυπνητήρι δυνατά·
πολύ δυνατά.

Έκτωρ Κακναβάτος, Οροπέδιο μεγαλοσύνης

Ξέρω τη σκιά μου να μετρώ σε μάκρη ατέρμονα
χιλιετηρίδων
από της νέφωσης τον πρώτο σπόνδυλο να κόβω
τη μερίδα μου
από της ρίζας το ταξίδι ν’ αφαιρώ
το ορόσημο της πέτρας
ξέρω τη ρεματιά από τον κρόταφο ίσαμε το νεφρό
της αρχαίας θύελλας
που σήπεται ακριβώς στην άρθρωσή μου
με το φως
μα πες μου εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι με αθροίζεις με ψηφιδωτό από το κάθε τι
κι από την καλοσύνη της χόβολη
κι από την κόψη του ίσκιου
κι από το έμβρυο του αγέρα ή
τις κατωφέρειες του ουρανού
σπέρμα ελάχιστο
και αφαίρεση μεγίστη
πες μου
δεν είσαι συ η πληγή μου στον κρόταφο
δίδυμη με του νερού την καμπυλότητα;
Εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι αθροίζεις τα έλυτρα της πρώτης θύελλας
καθώς φρικιούν στις φλέβες μου
πιασμένα με φύκια πρωινά με σπόγγους νέγρους
με την οσφύ της νέφωσης
αιώνες τώρα βυθισμένης στο υγρό σου μέτωπο
πες μου δεν είσαι μια εκκλησιά εντός μου;

δεν είσαι
όπως τα σπίτια κρέμονται απ’ τα δοκάρια του γενάρη
ανάμεσα σε ρίγανες φασκομηλιές και φρούτα
κίτρινα πλήθος;
δεν είσαι όπως ηχούν τα οστά;
Όταν βυθομετρώ τη νύχτα παχιά σα βοιωτία
όταν σε βρίσκω σε ύφαλες ρωγμές
να χωρείς να φύεσαι
όπως η ρουμπινένια σάρκα του ροδιού
όπως πολιτεία κατλάφωτη
δεν είσαι μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου
όπως αρχέγονο εργαλείο πλειστόκαινο;

πιο ύστερα μια χούφτα χαλίκια
λουλακιά πράσινα μαύρα
που τα σφενδόνισε η πολυώροφη θάλασσα
με τις πολύστροφες έλικες του νότου
που καθώς πέφτουν πάλι κροταλούν
στο τσίγκινο αίμα μου
ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου
ένα παράξενο οροπέδιο μεγαλοσύνης
όπως τραπέζι άδειο
με τ’ άσπρο τραπεζομάντιλο.

*Από τη συλλογή “Διασπορά”, α’ έκδοση “Πρώτη Ύλη”, 1961, β΄ έκδοση Καστανιώτης 1977 (με πολλές αλλαγές. Περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτικό “Ποιήματα 1943-1987”, εκδ. Άγρα, 2010.

Γιώργος Λίκος, Αβεσσαλώμ

Στον Ανδρέα Εμπειρίκο

Πυρακτωμένα σίδερα χαϊδεύουν την πληγή μου
Λιοντάρια βροντοφωνούν Αβεσσαλώμ
Χτυπώντας με την ουρά τους κορφοβούνια
Κρατώντας μες στα μάτια τους πουλιά κρεουργημένα
Πυρακτωμένα σίδερα χαϊδεύουν την πληγή μου.

Η γη κινείται ηδονικά με τον σεισμό
Στην αγκαλιά. Μου κρατώ ένα πληγωμένο σύννεφο
Με το κεφάλι του γερτό τα χέρια του ανοιχτά
Τα δάκρυα τρων το ηρωικό του σώμα
Η γη κινείται ηδονικά με τον σεισμό.

Μαύρη και κόκκινη φωλιά που αγαπώ
Αχ να με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της
Όπως ένα μικρό βλαστάρι της η γη
Όπως ένα νεκρό πάνω στα στήθια της η νύχτα
Μαύρη και κόκκινη φωλιά που αγαπώ.

Ο ουρανός ξεσκίζεται πνίγεται μες στο αίμα
Πόνοι κι αντάρτισσες φωνές μαχαιρωμένες
Μορφές χαμένες στην αγκαλιά των ινδαλμάτων
Σβήνουν πικρά τον λύχνο της καρδιάς μου
Ο ουρανός ξεσκίζεται πνίγεται μες στο αίμα.

*Από τη συλλογή «Τέσσερις προσωπίδες του ανέμου», εκδ. Ίκαρος, 1949. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Πολύτροπος Ανήρ – Ανθολογία Ελλήνων Ποιητών του 20ού Αιώνα”, σε πρόλογο, ανθολόγηση και επιμέλεια Σωτήρη Παστάκα και Σταύρου Γκιργκένη, εκδ. Ζήτρος, 2023.

Pierre Jean Jouve (1887-1976), Χώρα της Ελένης

Σ’ αυτούς τους τόπους έζησε η ασύγκριτη Ελένη.

Σ’ αυτούς τους τόπους τους αρχαίους της χλόης και τ’ ασημιού
Τα πετρωμένα δάκρυα
Ένας καημός βαθύς γαλάζιος όμως ρήγματα ρεμβαστικά
Ξέσπασμα καταμέλανο βράχων μέσα στο ασήμι.

Έξω απ’ τ’ ανθρώπινα και απίθανη εντελώς ντυμένη ένα μακρόσυρτο
Φόρεμα τι ωραία που ήτανε σφιγμένη μες στην πέτρα
Και στων χόρτων τα λουλούδια. Μες στα βράδια τ’ απέραντα
Μεγάλων κάτασπρων σπιτιών τριγυρισμένων κάγκελα

Πόσο ήτανε θλιμμένη! Και τι έρωτας στα χέρια της
Τι δύναμη στη μέση της όλο λαμπρότη ρόδινη
Για ν’ αγαπά και για να ζει. Και τι στήθος για να
Δίνει τροφή! Και της σκιάς της τα γλυκά
Ονειροπολήματα! Και τι ωραία που πέθανε
Σ’ ένα φιλί πλημμυρισμένο βάγια και κοιλάδες

Τα δάκρυά της σώζονται τα βλέπεις ίδια πάντα εδώ
Στο χλοερό το μάκρος του νεκροταφείου
Μια καρυδιά πελώρια που αποκοιμήθηκε απ΄ το φως
Φυλάει στη ρίζα της τα μνήματα σκόρπια μαργαριτάρια

Κιθ όταν η καρυδιά, των παγετώνων της αντίπερα όχθης,
Τους γερτούς λαμποκοπώντας πάγους πάει ν΄αγγίζει
Όπου πέντε ασημωτές αιχμές δόντια κακοφυτεμένα
Μιας μεγάλης δυστυχίας λάμπουνε
Στο βάραθρο αρμονία αρμονίας θέρμης

Λιβάδι της ημέρας! Με του λίγου πράσινου
Τα κλάση και τα κύματα και τους ουράνιους βράχους.

Η ύλη σου η καθάρια κοφτερή κραυγή πονάει
Καθώς εδώ στα μέρη αυτά μια πεθαμένη βάδιζε!

Καρυδιές και παγετώνες άπραγες να τ΄αγαπούσε αυτά;
Η Ελένη με το χέρι της τ’ ολόγυμνο να χάιδευε
Απαλά τα όροι αυτά; Ν’ ασπαζόταν με την άκρη
Του φορέματός της τα λιβάδια;
Μες στου νέου της εραστή τα μάτια να έλπιζε
Και το χρυσό το φως;

Στα βάθη πέρα μακριά τα βράχια της Ελένης
Από τον νεκρικό τον ήλιο καθαρά γραμμένα
Λάμπανε μέσα στα σκληρά μελανά δόντια
Κι ο ήλιος σπάραζε σωστή θρησκεία.

*Μετάφραση: Οδυσσέας Ελάτης.

**Από το βιβλίο “Εγκόλπιο ερωτικού λόγου – Ανθολόγιο ερωτικής ποίησης του 20ού αιώνα”. Επιλογή-Επιμέλεια: Γιώργος Κ. Καραβασίλης, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2000.

George Oppen, από το “Περί πληθείναι”

We are pressed, pressed on each other;
We will be told at once
Of anything that happens

And there discovery of fact bursts
In a paroxysm of emotion
Now as always. Crusoe

We say was
“Rescued”.
So we have chosen.

Είμαστε κολλημένοι, κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο,
θα πούμε
με το παραμικρό

το γεγονός ξεσπάζει με όλη του την πραγματικότητα
μέσα σ’ έναν παροξυσμό συναισθημάτων
όπως πάντα. Ο Κρούσος

“Σώθηκε”
λέμε.
Κάναμε την επιλογή μας.

*

Obsessed, bewildered

By the shipwreck
Of the singular

We have chosen the meaning
Of being numerous.

Κυριευμένοι από έμμονες ιδέες, σαστισμένοι

απ’ το ναυάγιο
της μοναδικότητας

επιλέξαμε τη βαρύτητα
του Πληθείναι.

*“Περί πληθείναι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2019. Μετάφραση: Ιωνάθαν Μπεργκ.

Maja Vidmar, Δύο ποιήματα

ΘΥΡΑ

Στη θύρα στέκεται
η γυναίκα του Λωτ.
Είναι και πάλι απολιθωμένη
χαμένη στην αιωνιότητα, ανάμεσα
στο Ωθώ και το Έλκω.
Έχει
λησμονήσει
για πάντα τ’ όνομά της.
Φέροντας ένα ξένο
όνομα
θα αποτελεί μαρτυρία
στο πέρασμα των χιλιετηρίδων
για τον αγώνα της
στη θύρα.

*

ΠΟΛΕΜΙΚΟΝ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΝ

Με φέρνουν σε δύσκολη θέση
τα πράγματα
που μάζεψα για να φέρω
στο καταφύγιο.
Ένας παχύς ευτυχισμένος
βούδας
που διαρκώς γελούσε
με ό,τι έκανα,
βρήκα όμως
ένα ράφι για εκείνον
και την αδηφάγα σκόνη των ενθυμίων.

Ήταν πιο δύσκολο
με τους βόλους
που σαν γατάκια σκόρπισαν
κάτω απ’ τον καναπέ.
Το πιο δύσκολο είναι με τα παιδιά,
πρέπει να καταψυχθούν
στον πάγο,
αγάπη
σε στερεά μορφή.

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στον τόμο “οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου – Βαλκάνιοι ποιητές”. Εισαγωγή-μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη, 2020.

Μάρκος Μέσκος, Πέντε ποιήματα

Ο ΑΠΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Δε χρειάζεται πολύ· ένα ζευγάρι παπούτσια β΄ κατηγορίας
είναι αρκετό για να πιστέψει το κορίτσι αυτό με τα δεκατέσσερα χρόνια
πως ο ουρανός δεν έχει άλλο απ’ ήλιο και φεγγάρια,
η νύχτα της γης δεν κρύβει φωνές και κόκαλα κι αίμα
δεν κρύβει έρωτα και νερό σ’ ανδρειωμένα σώματα
παρά ανασταίνει αυτή την ανθισμένη κερασιά και παίρνει τ’ άνθη της
και στολίζεται και περπατάει, νυφούλα, δίπλα στο ποτάμι.
Δε χρειάζεται πολύ· το ‘δα το κορίτσι αυτό κοντά στη Μπέλλιτσα[5]
φορώντας τα παπούτσια του κακού εμπόρου
κι αναθάρρησα με το χαμόγελό του…

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ.55, Σεπτέμβριος 1959.

Η ΓΥΜΝΗ ΚΟΥΚΛΑ

Με χιόνι την έπλασα με βροχή
και με τυφλά φεγγάρια, όμως
είχε κορμί είχε ψυχή είχε καρδιά και ζούσε…
Φιλούσα την κούκλα γυμνή
την έβρεχε τη χιόνιζε ο καιρός
πάντα γυμνή! Στην παγωνιά
η λάμα πίσω από το φως (στα δόντια ανάμεσα)
ο ύπνος πίσω από το θάνατο…
Με χιόνι την έπλασα με βροχή
και με τυφλά φεγγάρια.

ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΑΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Πολύν καιρό μπορούσα να φυλάω σκοπός
τις καλαμποκιές κάτω στην κοιλάδα
το ζευγολάτη με το σφύριγμα του μουλαριού,
πολύν καιρό, λέω, αν δεν υπήρχε
το ποτάμι αυτό με το νερό
και τα ζευγάρια οι βρώμικες κάλτσες στο σακίδιο
να πλύνω.

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ. 66-67, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1960.

ΚΑΤΑΓΩΓΙΚΑ

Ι

Το ‘ξερα. Τα πουλιά μου τα ‘στελνε ο Θεός ενώ
πείνα και θάνατος μου θέριζαν τα σπλάχνα.
Ατέλειωτος ο κόσμος μπροστά, όσο ηχεί στ’ αυτιά του στρατιώτη η σάλπιγγα
αντάρα μου ‘φερνε στα μάτια, μακελειό και λησμονιά…
Το μεσημέρι περνούσε ο ήλιος και δεν εύρισκε πρόβατο
πρόβατο ή παιδί να το κοιμίσει. Ας ήταν καλά όμως η νύχτα
που σάρωνε τον ύπνο μου και κι έδινε στον άνεμο γλυκάδα ονείρου
έστω, πότε-πότε να αλαφιάζομαι, πότε να πλαγιάζω πάνω σ’ αίματα…
Το ‘ξερα. Τα πουλιά μου τα ‘στελνε ο Θεός να ξεχαστώ
μα χλεύαζαν τα σύννεφα και τα πουλιά απορούσανε
πώς άλλαξεν αισθήματα ο ουρανός απέναντί τους.

ΙΙ

Βρέχει πολύ στην πολιτεία που μένω
βρέχει, βρέχει ο ουρανός χαμηλός.
Ράγισαν τα ονείρατά μου κι είμαι ποτισμένος βροχή
βροχή και κατάρα ως το κόκκαλο.

ΙΙΙ

Σήμερα ανακάλυψα
πως ο κόσμος δίχως εμένα γελάει
ο κόσμος δίχως εμένα
ξέγνοιαστος…

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ. 68-69-70, Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1960.

Ο ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Έσπρωξε την πόρτα· την κλώτσησε σχεδόν και μπήκε μέσα.
Παρέες εδώ, παρέες εκεί, διάχυτη μουσική – καπνίλα.
Τα γκαρσόνια κοκάλωσαν σε λίγο. Απέναντι
η γυναίκα που αγαπούσε τόσα φεγγάρια πριν
Κόπηκεν η βουή, κόπηκαν οι ομιλίες ― σιωπή.
Αυτός δεν ήταν ληστής (ένα μέτρο μπόι, μαντήλι ιδρωμένο
στο λαιμό, άταχτα μαλλιά) τους κοίταξε όλους έναν-έναν στα μάτια
τόση ήσυχη σκλαβιά, σκέφτηκε, τόση φουρτουνιασμένη θάλασσα―
γύρισε πίσω του και με δυσφορία είπε:
―Δεν έχει αέρα ‘δώ, πάμε.
Πήρε τα παλικάρια του και έφυγε.

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ. 85, Μάρτιος 1962.