Αλέξανδρος Χριστόπουλος, Επτά ήχοι

ΗΧΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Μοναχός γεννιέμαι
και μες στην πικρή μου αγκάλη
χτίζονται σιγά σιγά
όλες οι αμαρτίες του κόσμου

ΗΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Περπατώ μέσα σε πλάνες
και καθώς οι πρώτες βροχές
πέφτουν στο μέτωπό μου,
σιγοψιθυρίζω τα πώς και τα γιατί
που θα μειώνουν για πάντα

ΗΧΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
Ανθοστολισμένα κορίτσια θαμπώνουν το βλέμμα μου.
Τίκτομαι συνεχώς σ’ ολόγιομα στόματα
και στο θαλερό στροβιλισμό,
που τελειωμό δεν έχει,
γυμνάζω το σώμα μου
κι αφήνω το πνεύμα στο ύστερα.

ΗΧΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
Ίδιο με χτες το μενεξεδί
μα που το βλέπω πια καλύτερα.
Τώρα μιλώ και μοσχοφόρες λέξεις
καλπάζουν για το λαμπρό τίποτα
χωρίς να το ξέρω

ΗΧΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ
Μαΐων πολλών οι πλάνες μου συντρίβονται
στις πρώτες μεταμεσονύχτιες βουτιές στο άγνωστο
δίχως την αχνοφαίνουσα Σελήνη
να με παραπλανά.
Κι εκείνο το κορίτσι που με περίμενε
ώρες, μέρες, χρόνια· θαρρώ
κι αυτό, στις βεβαιότητες μου εχάθη.

ΗΧΟΣ ΕΚΤΟΣ
Σε αλλοπρόσαλλα αναφιλητά
κρύβω τις τελευταίες ανάσες μου.
Αυτές που γνώριζα
πως θ’ αλλάξουν τις μουσικές όλου του κόσμου
και σαν πηγάδι σε ξερόνησο,
που αδυνατεί να δώσει δρόσο σ’ άνθρωπο,
κι αυτές στερεύουν.

ΗΧΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ
Σφίγγουν το χέρι στο στέρνο και προχωράνε
με το στανικό, αργά, δίχως τραγούδι,
σε μονοπάτι που τελειωμό δεν έχει
κι όλα σημαίνουν θάνατο.
“Αυτό το δρομολόγιο ποτέ δε βγάζει πουθενά”
μονολογεί ο υπολοχαγός
και οι άλλοι χασκογελούν
πατώντας λάσπες ίσαμε τ’ όνειρο
και λιθάρια ίσαμε τον τρόμο τους.

*Από τη συλλογή “Βενζόλιο”, Εκδόσεις Ιωλκός, Νοέμβριος 2022.

Leave a comment