A.D. Winans, San Fransisco Blues / Το μπλουζ του Σαν Φρανσίσκο

Φωτογραφία: Patrick Stevens

Iran, Iraq, Libya

Africa, ethnic cleansing

Bill Gates, Donald Trump
And the Pope
All selling their own brand of dope

A mayor who is a joke
A bus system that doesn’t work

Head cases walking the street
Punk Rockers with rainbow hair
Women with pierced genitals
Ginseng for tired blood

My illusions are fighting a duel
With my delusions

The last time I picked up
A white courtesy telephone
The voice on the other end was mine

The dates on my calendar are blank

The pinball machine has no flippers
There’s no prize in my crackerjack box

My radio plays nothing but commercials
My hand holds my cock in contempt
My love life is an unread resume
With one too many references

I had a dream
I was a gunrunner

Trading hardware for software

I want my photo on a cereal box
Not a milk carton

The IRS is a legal shake down
The Pentagon a slaughterhouse

Jack the Ripper sliced and diced
His way through London Town
And he wasn’t even a chef

Freud was impotent
But put on a good show

Monks know the truth
But won’t share it

You know you’re in trouble

When your shrink deals in fantasies
And leaves you with his reality

My life has become a distraction
No addition and subtractions

When it becomes an abstraction
I’ll know I’ve found success

Ιράν, Ιράκ, Λιβύη

Αφρική, εθνοκάθαρση

Μπιλ Γκέιτς, Ντόναλντ Τραμπ
Και ο Πάπας
Όλοι πουλάνε τη δική τους μάρκα ναρκωτικού

Ένας δήμαρχος που είναι ανέκδοτο
Ένα σύστημα λεωφορείων που δε λειτουργεί

Διαταραγμένοι τύποι περπατούν στους δρόμους
Πανκ ρόκερς με μαλλιά στα χρώματα του ουράνιου τόξου
Γυναίκες με τρυπημένα γεννητικά όργανα
Τζίνσενγκ για κουρασμένο αίμα

Οι ψευδαισθήσεις μου μονομαχούν
Με τις παραληρητικές ιδέες μου

Την τελευταία φορά που σήκωσα
Ένα λευκό τηλέφωνο εξυπηρέτησης
Η φωνή στην άλλη άκρη ήταν η δική μου

Οι ημερομηνίες στο ημερολόγιό μου είναι κενές

Το φλιπεράκι δεν έχει μοχλούς
Δεν υπάρχει δώρο στο κουτί με τα κράκερ

Το ραδιόφωνό μου παίζει μόνο διαφημίσεις
Το χέρι μου κρατά το πέος μου με περιφρόνηση
Η ερωτική μου ζωή είναι ένα βιογραφικό που κανείς δεν διάβασε
Με μία σύσταση παραπάνω απ’ όσες χρειάζοντα

Είδα ένα όνειρο
Ότι ήμουν λαθρέμπορος όπλων

Αντάλλασσα υλικό
Για λογισμικό

Θέλω τη φωτογραφία μου πάνω σε κουτί δημητριακών
Όχι σε κουτί για αγνοούμενα παιδιά

Η Εφορία είναι ένας νόμιμος εκβιασμός
Το Πεντάγωνο ένα σφαγείο

Ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης τεμάχιζε
Τον δρόμο του μέσα στο Λονδίνο
Και δεν ήταν καν σεφ

Ο Φρόιντ ήταν ανίκανος
Αλλά έδινε καλή παράσταση

Οι μοναχοί ξέρουν την αλήθεια
Αλλά δεν τη μοιράζονται

Ξέρεις πως έχεις μπλέξει

Όταν ο ψυχίατρός σου εμπορεύεται φαντασιώσεις
Και σε αφήνει με τη δική του πραγματικότητα

Η ζωή μου έχει γίνει ένας αντιπερισπασμός
Χωρίς προσθέσεις και αφαιρέσεις

Όταν γίνει μια αφαίρεση της πραγματικότητας
Θα ξέρω ότι βρήκα την επιτυχία


*Το ποίημα δημοσιεύεται εδώ: https://poeticoutlaws.substack.com/p/san-francisco-blues?utm_source=post-email-title&publication_id=811133&post_id=197870468&utm_campaign=email-post-title&isFreemail=true&r=5f6ik6&triedRedirect=true&utm_medium=email Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Bruce Andrews, Ελάχιστο σκορ (περικοπή)

*Από το βιβλίο “Μεταμοντέρνα αμερικανική ποίηση”, σε εισαγωγή, ανθολόγηση και μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, Εκδόσεις Κουκούτσι, 2017 (σελ. 96-97).

Ece Ayhan (1931-2002), Αριστουργήματα

Ι
Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί, εκείνη τη χρονιά
‘που τα βιβλία καίγονταν

Την είσοδο είδαμε την επιβλητική ανάμεσα από σαράντα πύλες
ενός αλόγου ακέφαλου και ο ιππέας του με’ φάλαρα εξίτηλα

Μας ‘λέγαν οι ντερβίσηδες πως θάνατος διάχυτος επέστρεψε
απ’ την ανατολή

Ιδού γιατί από ένα ρεύμα υφάλμυρο
‘ς στα τρία μια πάλι διαιρείται

ΙΙ
Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί, αγόρια ‘που
νεκροί οι μάστορές τους
το ένα χτένιζε του άλλου τα μαλλιά ‘σαν ‘βγήκαν
απ’ τη θάλασσα

Ω, Ινσταμπούλ το άγριο παλληκάρι μου
η πιο εκλεκτή μερίδα καρπουζιού
ενοχλημένα κρύβεις την καρδιά σου και αναδίνεις μυρωδιά
καθώς λουλούδια σαπισμένα·

Επάνω από την πόλι-συλλογή-γι’-ανάγνωσι πετούν μαυροπερίστερα

ΙΙΙ
Το άπορο πουλί ποτέ δεν λησμονεί το νόμο το χρυσό
της διαλεκτικής

Γι’ αυτό στην ιστορία τόσοι πρίγκιπες κατέκτησαν
χωρίς ‘να το γνωρίζουν τ άλογά τους

Επάνω, δες, στις σαρκοφάγους τους έδρες εγχάρακτες ‘που είναι
αριστουργήματα.

*Μετάφραση: Βασίλης Ραϊκόφτσαλης. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οδός Πανός”.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ατελή και ατελεύτητα 

Man Ray. The delightful fields 1921-1922

Η ευτυχία κυλιέται στο χρόνο
και σε μια στιγμή εξαλείφεται
τα κοσμητικά επίθετα είναι αιχμάλωτα
οι καλοσύνες πεθαίνουν ανολοκλήρωτες
και η αιωνιότητα παθαίνει διαλείψεις

τα δρομολόγια του χάους ξεκινούν
από εκεί που εμείς τερματίσαμε
και καμιά προσευχή
δεν μας είναι προσιτή

οι ντροπές περισσεύουν
σερνόμαστε σε λάσπες και προστυχιές
εξισώσεις όλο και πιο δυσεπίλυτες
το αληθές είναι ψευδές
μέσα στα φιαλίδια των αναγκών
τοξικοί επίδεσμοι ενθύμια
από μάχες που δεν δόθηκαν
τα πάντα είναι ατελή και ατελεύτητα…

…οι Μήδοι δεν πρόκειται να διαβούν
εάν δεν τους χαρίσουμε εμείς τα κλειδιά

Denise Levertov, Δύο ποιήματα

Ακολουθώντας τα ίχνη

Ανάμεσα στις αγγαρείες –
καθαρίζοντας φράουλες,
απαντώντας σε γράμματα –
ή ανάμεσα σε ποιήματα,

επιστρέφω στον καθρέφτη
να ‘δω αν είμαι ‘κει.

*

Η παραχώρηση

Θέλω να σου δώσω
κάτι δικό μου

λίγες λέξις σ’ ΄να χαρτί – σαν
να σου ‘λεγα. “Να λίγες μπλε χάντρες”

ή “ορίστε ένα λαμπρό κόκκινο φύλλο
που βρήκα στο πεζοδρόμιο” (γιατί

να βρω σημαίνει να επιλέξω, και η
επιλογή έγινε) μα είναι δύσκολο:

ως τώρα βρήκα μονάχα
μια ευχή να σου δώσω. Ή

λέξεις όμοιες με παλιότερες; Φτηνές
και άψυχες; Ή πάλι τιποτένιες:
Πάρε

τούτη καλύτερα, μια πιθανή
υπόσχεση: αν

ποτέ γράψω
ένα ποίημα με μια ορισμένη διάθεση

(επίμονη, τρυφερή, ακαθόριστη,
θλιμμένη, ξεπεσμένη)

Θα σου το δώσω.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Kemal Ozer (1935-2009), Ελεγείο

μια γυναίκα, αυτή είναι η μητέρα μου
μια γυναίκα ‘που άλλαξε διανυχτέρευσι
αφ’ ότου ο θάνατος τον εαυτό του αποκάλυψε
μες απ’ την κόμη έξω του πατέρα μου
μια γυναίκα ‘που ημερήσιες μόνο οι επισκέψεις της
από το Σκούταρ ‘ς την Ιστανμπούλ

αυτός ήταν ο πατέρας μου
και η γενειάδα του πατέρα μου αυτή
‘που κάποιο βράδυ σε μια λίμνη βύθισε
ποτέ ‘να μην την ανασύρη πια
τα δάχτυλά του όλα ‘που το μέτρημά τους λησμονήθηκε
της γενειάδας του είχαν τη γεύσι

έν’ άλογο το βράδυ
σε όλες είναι τις στεριές
ψυχρόαιμο ότι μελαμψό
‘που ιππεύουν τα παιδιά στο ‘πίσω κάθισμα
προσκολημμένα

Μετάφραση: Βασίλης Ραϊκόφτσαλης

Oodgeroo Noonuccal (1920-1993), A lake within a lake / Μια λίμνη μέσα σε λίμνη

At West Lake there is a Lake
Within a lake.
We reach the island,
Where lotus plants cover the calm waters.
Where water lilies
Settle daintily on their water stems.
Carps break the water
With open mouths
In anticipation of falling crumbs.

The bridge across the island
Zig-zags its way
To confuse demons,
Who need straight paths
To satisfy their evil intent.

Moon pagodas
Stand in the outer lake,
Awaiting the arrival of the full moon,
To record its reflection,
In the water.

Then,
The boat carries us away,
From the peace,
The harmony,
And tranquillity,
That is West Lake.

Μια λίμνη μέσα σε λίμνη

Στις Δυτικές Λίμνες υπάρχει μια λίμνη
Μέσα σε μια λίμνη.
Φτάνουμε στο νησί.
Όπου τα φυτά του λωτού καλύπτουν τα ήρεμα νερά.
Όπου τα νούφαρα
Κάθονται κομψά στους υδάτινους μίσχους τους.
Κυπρίνοι διασχίζουν το νερό
Με ανοιχτά στόματα
Σε αναζήτηση των πεσμένων ψίχουλων.

Η γέφυρα κατά μήκος του νησιού
Πάει πέρα δώθε στο δρόμο της
Για να μπερδεύει τους δαίμονες,
Που χρειάζονται ίσια μονοπάτια
Για να ικανοποιήσουν τους πονηρούς τους σκοπούς.

Φεγγαρένιες παγίδες
Στέκονται στ’ ανοιχτά της λίμνης,
Περιμένοντας την άφιξη της πανσελήνου,
Για να καταγράψουν την αντανάκλασή της,
Πάνω στο νερό.

Τότε,
Η βάρκα μα μεταφέρει μακριά,
Απ΄την ησυχία.
Την αρμονία,
Και τη γαλήνη
Αυτές είναι οι Δυτικές Λίμνες

Χανγκζού (Κίνα), 25 Σεπτεμβρίου 1984

*Η Oodgeroo Noonuccal ήταν πολιτική αγωνίστρια και έδωσε μάχες για τα δικαιώματα των ιθαγενών. Ήταν η πρώτη ιθαγενης ποιήτρια που τύπωσε ποιητικη συλλογή στην Αυστραλία.
**Το μεταφρασμένο στα ελληνικά ποίημα δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό “Κουκούτσι”, αλλά δεν διαθέτουμε ολόκληρο το περιοδικό για να παραθέσουμε μεταφραστή, αριθμό τεύχους και ημερομηνία έκδοσης.

Oodgeroo Noonuccal (1920-1993),

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Ποιήματα

επίσκεψη ενός θανάτου

η μήδεια σκεύος
παίζει ρακέτες
οι αναμνήσεις
άυλο κρατούν καθρέφτη

χλοΐζουν τον μύθο

μαγιάτικο απόγευμα
με ουράνιο τόξο
δες που υγραίνει άλλοθι
το επέκεινα των ματιών σου

*

εσπερινό μεγάλης εβδομάδας

του υδατοφιλοδίτη

ο ήλιος θώπευε
τη νόηση του κόσμου
Αλίμου όταν στη βραγιά
με ‘μύγδαλα και βότσαλα
με τριαντάφυλλα μολύβια

το άρωμα της μνήμης σου νοστάλγησε
η αγριοπεριστέρα σου – η Κίρκη, όχι –
Οδυσσέα

*

αγωγή ποιήματος

του Αντρέα Γ.

του τίποτε με αθροίσματα
εάν καιρός
στεγνώσει την ψυχή
χωρίς το στέμμα της
χρυσάλμυρο γίνεται
ημέρα να απαστράπτει θάλποος

*

αθέατο Καππαδοκίας

εγκρούει λάβα
ο κρίνος Αύγουστος

της άμμου

εσένα μνήμη
ο ανατοπισμός λογίζεται
και ο κόσμος όλος πάμφτωχος
-όσα τα λάθη του-
στην οκαρίνα μες του φεγγαριού

*

Sirin

αστροκοιμάται
το ύφασμα εκείνο

Και όνειρο
άυλο νούφαρο
‘ς τα βλέφαρα, Κερέμ

οι στάχτες ανασαίνουν

*

να σ’ έλεγαν τάχα Ευτυχία;

στο λεωφορείο του Φαλήρου
κορίτσι του μεσημεριού
τα βλέφαρα χυτά
υπάργυρες κλωστές και χαίτη πορφυρή
από τη στάση
να σου μιλήσει θέλησε
από τον βήχα ότι και τον πυρετό
“η θέασή σου με θεράπευσε” …
μα ως δεν του αρέσουν οι ακροατές
γραφίδα ευλογημένη άγγιξε

μπροστά σου –

*

στήλη ανταπρόκρισης

ποίησι
φίλοι
που γύμνωσαν γεράματα
στίξι
διευθυντές συμβούλους
κορίτσια που σας σκίρτησε
θαλερή ταπεινότητα
η προπατορική βροχή
αγόρια σε ανάμνησι τροχιάς
με βιογραφικά και αιτήσεις αγοράς
θα νέμεται εάν μέλλει να σωθεί
ποίησι
παλμός δεκατριάρι
βραβείο κρατικό

-πάγος γηπέδου καθώς σπάει
λησμονημένη πολιτεία-

ποίησι
ήχος γαρδένιας
και φύσημα γαλάζιο
λέξεις σκαμμένες
αλμυρωμένες
μια θέσι ανάμεσά τους μου κρατάς
για εκείνα τα παλαίτατα, όπως τα λεν

αισθήματα

ή μήπως κυρ Ποτέ
ανθρώπων μαχαιριές ‘ς την ερημιά;

*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οδός Πανός”, τεύχος 126, Απρίλιος-Ιούνιος 2007.

Δημήτρης Κωνσταντινίδης, Το κλάμα των παιδιών 

Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών τους παιδιών
Καν’ τα να σωπάσουν
Καν’ τα να σκάσουν
Δεν μου αρέσει η θρησκεία τους
Καν’ τα να ματώσουν
Δεν θέλω να μεγαλώσουν, θα γίνουν σαν τους άλλους
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών,
των δικών τους παιδιών
Πόσο μ’ αρέσει η αίσθηση του κρύου σίδερου
που πετάγεται από τον ουρανό και γίνεται θάνατος
Ρίξτε απ’ αυτά, έχουμε πολλά απ’ αυτά,
κοιτά πόσο όμορφα πετάνε στον ουρανό
Ρίξτε κι άλλα
Έχει τόσο ωραία γεύση το αίμα τους,
αυτή την αλκαλική γεύση του σίδερου
Θέλω να κάνουμε ποτάμια από αίμα,
από το δικό τους αίμα και να κολυμπάμε
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών τους παιδιών
Είναι άλλο από το κλάμα των δικών μας παιδιών
Ας χαθούν όλα σε μια νύχτα
Ας σκάσουν για πάντα
Θέλω να βλέπω πτώματα και αίμα παντού
Ένα χέρι εδώ ένα πόδι εκεί
Πορτοκαλί σωσίβια με ψόφια κουφάρια
που τα τρώνε τα ψάρια
Κοίτα πόσο καλή δουλειά κάνει τούτο το κρύο σίδερο.

Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
των δικών μου παιδιών.
Σπαράζει η καρδιά μου όταν κλαίνε
Θέλω να τα δω να μεγαλώνουν
Θέλω να πεθάνω πρώτος
Να φοράνε ζεστά ρούχα το χειμώνα
Θέλω να φοράνε καλά παπούτσια για τα πόδια τους

Θέλω να μπορώ να τα ταΐσω
Να τους ξεκοκαλίζω το ψάρι
μην τα τρυπήσει κανένα κόκαλο και πονέσουν
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών μου παιδιών
Θέλω να τρέχουν ανέμελα στις παραλίες,
Να φοράνε πάντα αντιηλιακό και να κάθονται στη σκιά
να παίζουν στην άμμο και να χτίζουν πύργους
Θέλω να τα δω ευτυχισμένα, δίχως έγνοιες να χαμογελάνε.
Δεν αντέχω το κλάμα των παιδιών
Των δικών μου παιδιών.

*Από τη συλλογή “Απώλειες για έναν χαμένο παράδεισο”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2025. Το ποίημα προηγουμένως δημοσιεύτηκε εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2026/05/01/το-κλάμα-των-παιδιών-δημήτρης-κωνσταν/

Μαρία Κασσιανή -Πανούτσου, Ο λύκος που δεν ήταν λύκος και η κοκκινοσκουφίτσα που δεν ήταν Κοκκινοσκουφίτσα

Στο δάσος, στο δάσος.
Τον δικό της λύκο αναζητά,
με πρόσχημα,
την τρυφερή γιαγιά
η Κοκκινοσκουφίτσα.
Πιο πέρα,
στην ακροθαλασσιά,
ένα ζευγάρι —
το τελευταίο του αιώνα —
βρέχει το πρόσωπό του.
Η φύση,
μάρτυρας αθέλητος
τους ευλογεί-
και εξιστορεί στιγμές
Μυσταγωγικές.
Κρυμμένη
στα ψηλά βουνά,
στο δάσος,
η Κοκκινοσκουφίτσα
τόσο μικρή, μα τόσο,
αδειάζει το πανέρι της
απ’ τα καλούδια.
Με πέτρες το γεμίζει
μητ΄ άνεμος,
μήτε πουλιά, την κλέψουν.
Και σαν αργοφαίνεται
το σπίτι της γιαγιάς,
η Κοκκινοσκουφίτσα,
χαμογελά παράξενα.
Κι’ ο κυκλικός χορός αρχίζει
των νυμφών.
Μαζί κι΄ ο στίχος,
«Δέξου με ως σύψυχη ανάταση…»
που ευήκοος φτάνει-
πέρα από τα πυκνά φυλλώματα.