Ρογήρος Δέξτερ, Από τις “Σχεδίες”

Α, εκείνη η γριά μαγίστρα
Στη Λήμνου, πάνε δύο δεκαχρονίες
Όταν μου έλεγε με στόμφο
Κλεφτές ματιές ρίχνοντας
Στο κατακάθι τού καφέ
“Θα σ’ αγαπήσει η νύχτα, μαρεγιέ μου,
Οι πεταλούδες και οι πιωμένοι” •
Πέρασαν χρόνια και δε βρήκα την αλήθεια
Και έμαθα αργά
Αλλά τουλάχιστον έμαθα
Μέχρι που έφεγγε η κάθε μέρα
Για μένα τον ανήλιαγο σε μέρη σκοτεινά
Ν’ ακούω τον ξένο πόνο
Που ξεχειλίζει στα ποτήρια
Αγάπες που χάθηκαν
Χωρισμοί και προδομένοι έρωτες
Να πιάνω το σφυγμό των ανθρώπων
Ακόμη και τις δύσκολες στιγμές που νιώθω
Ότι έχει σταματήσει να χτυπά η καρδιά μου.

Έξω από το “Naked Turtle” Ή Όνειρο με την Ελβίρα

Άναψα αμέτρητα τσιγάρα
Μα δε φάνηκες. Και όμως
Είναι τόσα τ’ αστέρια
Που με ευχές κατρακυλούν στην άβυσσο.
Κόντευε η ώρα έντεκα.Λίγο ακόμη ήθελα
Και θα μετρούσα το δυτικό χρόνο σε στάδια
Σαν την απόσταση που μας χωρίζει
Σε ανθρώπους που θα είχαν κερδίσει την ευτυχία
Αν δε μιλούσαν τις γλώσσες τής Βαβέλ
Αν σφράγιζαν – όταν έπρεπε –
Τα χείλη τους με βουλοκέρι
Πριν ξεπεζέψουν απ’ τά σύννεφα.
Ύστερα έπεσε πάνω μου από ψηλά
Κι εκείνο το ψιλόβροχο
Που καταράστηκα
Υγρός μανδύας να με τυλίξει
Μαζί με άλλα ασήμαντα
Ώστε δεν ένιωθα πια μόνος.
Πέρασα το κατώφλι
Σα να διασκέλιζα τις πτώσεις μου με παροιμίες
Ή λάκκους μετά τη γέφυρα τού Αχέροντα•
Ας ρωτηθούν λοιπόν τα μαντεία
Ας μιλήσουν οι χρησμωδοί
Και όσοι γνωρίζουν
Να ξεδιαλύνουν οιωνούς με την εγκοίμηση•
Περίμενα να ‘ρθείς, το ξέρεις
Να φτάσει εκεί η φωτεινή σκιά σου
Σ’ ένα στενόχωρο παράδρομο
Στον Κήπο τού Κόσμου με τα άπλωτα πελάγη
Όπου όλες οι θάλασσες κατασταλάζουν
Και οι άνθρωποι δεν έχουν ύπνο
Μήτε το χρόνο να ονειρευτούν•
(ανάμεσά τους κι εγώ
παλιός ακουστής των τζιτζικιών τυρβάζω
δήθεν ευρέτης τραγουδιών σα φτερουγίσματα
που όμως είναι
πιο αληθινά
κι από τα μικροπράγματα τής κάθε μέρας)•
Έτσι με την ελπίδα ότι θα ερχόσουν
Μήπως και λυτρωθώ να με γλυτώσεις
Από το αίσθημα
Πώς με πιέζει μια βαριά σκιά
Στο θώρακα ή στο λαιμό τις νύχτες
Για ν’ αναπνέω πιο πνιχτά τα όνειρα•
Το ξέρω πως θα ‘ρθείς
Κι αυτές οι θλίψεις αύριο
Θα βρουν τη γαλήνη τους
Καθώς δεν έχουν ράχη ούτε τερματισμό
Δεν έχουν τα ανέφικτα που κυνηγώ
Και δραπετεύουν
Καθώς δε σταματώ να αφουγκράζομαι
Μέσα μου ν’ αντηχεί ακόμη η φωνή σου.

***

Μία Σχεδία τού γυρισμού Ή Λίγα άνθη για τη Σιμόν
[που είχε έναν κοντόφθαλμο γάτο και τον έλεγε Φέλιξ]

Έμενε σ’ ένα σπίτι από κόκκινα τούβλα
Γεμάτο σκαλωσιές και περιστέρια
Που έδειχναν να οδηγούν στον ουρανό
Στ’ αστέρια που δεν μπορούσε να μετρήσει
Στους αγγέλους που δεν μπορούσε να δει
Δυο βήματα από τις όχθες
Και τα νερά τού μεγάλου ποταμού
Όπου ποτέ της δεν κολύμπησε
Ποτέ δεν ήπιε και δεν πέρασε
Τις αμέτρητες διακυμάνσεις του
Τέσσερα βήματα από τις φυλλωσιές
Τού άλσους που δεν την αγκάλιασε
Τριάντα χρόνια και σαράντα μέρες
“Ζώντας και ψευτοζώντας”
Πάνω ακριβώς από τις άγριες φωνές
τού πλήθους
Που μέρα νύχτα τρέχει αλαφιασμένο
Μέσα στην κοιλιά τού θηρίου
Που όλους μαζί μάς κατάπιε μια νυχτιά
Για να μη μας ξεράσει ποτέ
Στη στεριά όπου κανείς δε γνωρίζει
Ποιοι είναι οι ναυαγοί και ποιοι οι πνιγμένοι•
Δεν ξέρω τί απέγινε η Σιμόν
Αλλά η μνήμη θυμάται ακόμη το χαμόγελό της
Θυμάται μια τόση δα φράση
Σα μυτερό θραύσμα στο μάτι
“Όταν πεθάνω – ίσως με ρίξουν στο ποτάμι που μισώ”.
Όταν τελειώσω κι εγώ τις μάταιες μέρες μου
Ελπίζω ν’ ανταμώσουν οι σκιές μας
Περνώντας το άλλο ποτάμι
Ψιθυρίζοντας δύο λόγια συγνώμης
[για εκείνο το τζάμι που τής έσπασα
πιωμένος ένα βράδυ χωρίς να το μάθει].

Χριστόφορος Τριάντης, Δείτε

Δείτε περιπατητές,
τους εμπόρους πώς ξαμολιούνται
στις συναθροίσεις.
Δείτε τους,
είναι ντυμένοι σαν αλλόφυλοι.
Τις παρενδυσίες δεν τις αποφεύγουν,
τις αφήνουν για τις νύχτες,
ξέρουνε καλά πως το σκοτάδι
δεν είναι ο κριτής.
Δείτε τούς υπηρέτες των πατρικίων
πώς καταγραφούν τα τραπεζοκαθίσματα
και τα χαμόγελα
στα γυαλιά των αφεντικών τους
τα κρεμούν,
να βλέπουν τις συμφωνίες
και τους χαριεντισμούς τους.
Δείτε τούς ακόλουθους της τύχης
πώς ζευγαρώνουν στα ξενοδοχεία
και στα καφενεία (νέας κοπής).
Κι ύστερα τους γέροντες βγάζουν στο σεργιάνι,
να εξασφαλίσουν απ’ τα πρυτανεία
πλαστικές σακούλες
και πακέτα διακοπών,
εν μέσω δυσκολιών
που ‘φερε η κρίση.
Δείτε πώς οι παρακεντέδες
(της τάξης)
θάβουν τους παρίες
στους αγρούς,
για να μην μολύνουν τη συνήθεια.
Δείτε πώς οι δυνατοί
χτίζουν τα εξοχικά τους
σε τόπους κρανίων
και τις κοιλιές τους προσέχουν,
μήπως οι σκόροι αρχίσουν
τις σαπροκαταλήξεις
και αποτελειώσουν – νωρίς νωρίς –
το εγώ τους.
Δείτε και τους απογόνους τους,
θαυμάζουνε τους εκδοροσφαγείς.
μα γραφιάδες καταλήγουνε
να καταγράφουνε δολοφονίες
(στα ασβεστοκάμινα).
Πρόσχαρα ν’ ανεβαίνουν
τις κλίμακες
που τον θάνατο λατρεύουν.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

Αιμορραγώντας οι λέξεις

Περνούν τα χρόνια
κι όλο τις λέξεις σκέφτομαι
που όλο λυγίζουν

αδύναμες πια
ν’ αντέξουν το βάρος των λυγμών
τ’ ανεπίδοτα πλαντάγματά τους.

Κι όλο τις βλέπω να αιμορραγούν
σ’ ορύγματα και σκάμματα
ν’ αφουγκραστούν παλεύοντας πόθους παλιούς
κι ακοίμητους

μαζί τους τραβώντας
με δάχτυλα σπασμένα
τους πιο απελπισμένους.

***

Οι μοναξιές

Νύχτα με τα μαβιά νερά
και βγαίνουν σεργιάνι οι μοναξιές

μετρούν δεκάρες για να βγάλουν τη βδομάδα
καταναλώνουν λίτρα κονιάκ
αρειμανίως καπνίζουν
βολεύουν την πείνα τους με φαστ φουντ
κοιμούνται στους δρόμους
οδύρονται

πνίγονται στις φωναχτές σιωπές της ησυχίας.

Ιούλιος Βερν και υιός: Δυστοπία και Ουτοπία στο έργο τους

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Ιούλιος Βερν υπήρξε μία από τις επιδραστικότερες φιγούρες της Γαλλικής κουλτούρας του 19ου αι.. Θεωρείται πατέρας της επιστημονικής φαντασίας. Σήμερα ο μύθος του είναι πιο δυνατός από ποτέ . Όπως όλοι οι μύθοι, έχει και αυτός τα αμφιλεγόμενα σημεία του. Επίσης όπως γίνεται με όλους τους μύθους, άτομα με διαφορετικά (και ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους πολλές φορές) ιδεολογικά κίνητρα αγωνίζονται να εντάξουν το Βερνιανό μύθο στο δικό τους ιδεολογικό-αξιακό σύστημα.

Γεγονός είναι ότι στο έργο του Ιουλίου Βερν διακρίνονται η αγάπη του για τα ταξίδια, τη γεωγραφία, καθώς και για την τεχνολογία, την ανακάλυψη και την επιστήμη . Το 1863 με το “Πέντε εβδομάδες με αερόστατο”, ο Βερν ξεκινά την ενασχόληση με την τεχνολογία και το αύριο (ενασχόληση που θα συνεχιστεί με το “Ταξίδι στο κέντρο της Γης”, το “Από τη Γη στη Σελήνη”, το “20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα” κλπ).

Ο Βερν όμως για πολλά χρόνια θεωρούνταν παιδικός συγγραφέας. Υπάρχουν πολλοί που «βλέπουν» μια αφέλεια παιδική στο έργο του. Αν και αυτό δεν είναι εντελώς λανθασμένο, τα τελευταία χρόνια το έργο του επανεκτιμήθηκε. Βοήθησε σε αυτό και ο μεταμοντερνισμός που από τη μία αμφισβήτησε όλες τις κυρίαρχες ιδεολογίες και από την άλλη έψαξε να βρει κρυφά μηνύματα και ιδεολογίες σε όλους τους απολίτικους (ή τέλος πάντων μη έντονα πολιτικοποιημένος) κλασσικούς συγγραφείς, στην προσπάθειά του να αποδομήσει το μοντέρνο κόσμο και να επαναπροσδιορίσει τα πάντα.

Θύμα του μεταμοντερνισμού υπήρξε και ο Λάβκραφτ που άλλοι τον παρουσιάζουν σαν φασίστα και άλλοι σαν αναρχικό… Το θέμα είναι ότι οι πολιτικές ιδεολογίες δεν έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο έργο του Βερν, Λάβκραφτ, Χάουαρντ κλπ. Ήταν συνειδητή επιλογή των ιδίων να επικεντρωθούν σε άλλα θέματα. Η παγίδα όμως που η μεταμοντέρνα σκέψη έχει στήσει είναι μεγάλη. Κάποιοι φτάσανε στο σημείο να παρουσιάζουν το Μαρκήσιο ντε Σαντ σαν υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων…

Έτσι τα τελευταία χρόνια ο Βερν παρουσιάστηκε σαν κρυφοαριστερός, προφήτης του σύγχρονου κόσμου και δυστοπικός συγραφέας. Κυρίαρχο επιχείρημα υπέρ της πιθανολογούμενης (κρυπτογραφημένης) πολιτικής του σκέψης υπήρξε ότι ο Βερν φοβόταν τον εκδότη του και έτσι περνούσε τα όποια μηνύματά του υπόγεια. Είναι αυτή η αλήθεια όμως; Σίγουρα στο έργο του υπάρχουν και δυστοπικά αλλά και πολιτικοποιημένα στοιχεία, όχι όμως τόσα ώστε να μετατραπεί ο Βερν σε γκουρού της πολιτικής σκέψης.

Ας τα πάρουμε ένα ένα : Αρχικά δεν ισχύει ότι ο Βερν υπήρξε προφήτης του τεχνολογικού κόσμου, καθώς πολλές από τις εφευρέσεις που παρουσιάζει στα βιβλία του υπήρχαν ήδη εκείνη την εποχή (πχ. το υποβρύχιο). Επίσης προφήτεψε και πολλά που δε γίνανε, όπως το ταξίδι στο κέντρο της γης. Άλλωστε και η πίστη του στα τεχνικά επιτεύγματα με το πέρασμα του χρόνου εξασθένησε.

Από πολιτικής άποψης ο Βερν με τα χρόνια έγινε πιο συντηρητικός (αν υπήρξε και ποτέ αριστερός) κάτι που μαρτυράται άλλωστε από τις πολιτικές του δηλώσεις και επιλογές.

Τέλος η φήμη του Βερν σαν συγγραφέα ουτοπίας- δυστοπίας οφείλεται και σε μερικά του έργα που κυκλοφόρησαν όσο ζούσε, αλλά κυρίως σε έργα που εκδόθηκαν μετά θάνατον (πχ. “Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν” που τελικά δεν ήταν δικά του) κυρίως από το γιο του. Πράγματι το 1863, ο Ιούλιος Βερν έγραψε ένα μυθιστόρημα με τίτλο “Το Παρίσι στον 20ό αιώνα” όπου ένας νεαρός άνδρας ζει σ’ έναν κόσμο με γυάλινους ουρανοξύστες, τρένα υψηλής ταχύτητας, αυτοκίνητα που κινούνται με φυσικό αέριο κλπ. Δημοσιεύθηκε μετά θάνατον το 1994.

Επίσης στο “Τα 500 εκατομμύρια του Μπεγκούμ” (1879) έχει συνδυαστεί με πρωτότυπο τρόπο η ουτοπία και η δυστοπία.

Έτσι στο έργο παρουσιάζονται δύο πόλεις. Η μία, δυστοπική και προάγγελος των ολοκληρωτισμών του αύριο, είναι μια στρατικοποιημένη πόλη, η Στάλσταντ. Η άλλη είναι η Φρανσβίλ, το αντίθετο της στρατικοποίησης, μία πόλη φτιαγμένη στα πρότυπα των Ουτοπικών σοσιαλιστών. Όμως το έργο αυτό δεν ανήκει στο Βερν . Αντίθετα ανήκει στον

κομμουνάρο Πασκάλ Γκρουσέ που εκτοπίστηκε μετά την ήττα της Κουμούνας και έζησε σαν πρόσφυγας για κάποια χρόνια.

Πληρώθηκε γι’ αυτό το έργο και δέχθηκε να το διασκευάσει ο Βερν χωρίς να φαίνεται πουθενά το όνομα του!

Στο θρυλικό “Μαύρες Ινδίες” μία ολόκληρη κοινότητα επιλέγει να ζήσει σε μία υπόγεια σπηλιά όπου εργάζεται και βγάζει τα προς το ζην από την εξόρυξη γαιάνθρακα. Ζει λοιπόν αυτή η κοινότητα πιο ικανοποιητικά από όταν ζούσε στην επιφάνεια. Τέλος ο Βερν δημιούργησε δύο θρυλικές προσωπικότητες: τον Κάπτεν Νέμο και το Ροβήρο. Ο ένας ζει ελεύθερος στη θάλασσα και εκδικείται τον πολιτισμό, ενώ ο άλλος ζει στον ουρανό με σκοπό να τον κατακτήσει. Ο Νέμο σίγουρα ήταν μια πολιτική δημιουργία του Βερν επηρεασμένος από τον αναρχοατομικιστή επαναστάτη της εποχής του, αλλά και από τους αντιαποικιακούς αγώνες.

Σε γενικές γραμμές, στο έργο του Βερν πολλοί ήρωές του καταφεύγουν από ανάγκη ή από επιλογή να ζήσουν σε ερημικά νησιά, σε ηφαίστεια, κάτω από τη γη ή μέσα στη θάλασσα. Ο Βερν προτείνει τη φυγή και το ταξίδι αλλά χωρίς το κομμουνιστικό ή αναρχικό πρόταγμα που έχουν άλλοι συγγραφείς της εποχής του.

Έτσι, ενώ στο έργο του υπάρχουν περιπτώσεις επαναστατικής φυγής μικρών ομάδων από την κοινωνία, δεν παρουσιάζονται αυτές οι περιπτώσεις εντός της κομουνιστικής ή ουτοπικοσοσιαλιστής παράδοσης. Αντίθετα η ιδιοκτησία ποτέ δεν καταργείται, ενώ δεν υπάρχει αληθινή ισότητα (ο Κάπτεν Νέμο πχ. είναι το αφεντικό των φυγάδων του Ναυτίλου).

Στο έργο του Βερν κυριαρχεί η φυγή, το ταξίδι και ο μύθος. Όποια επαναστατικά και δυστοπικά-ουτοπικά μηνύματα υπάρχουν είναι σχετικά περιορισμένα σε έναν αχανή κόσμο από χαρακτήρες και τοποθεσίες που αποτελούν το σύνολο του Βερνιανού κόσμου. Ο Βερν ήθελε να αρέσει σε όλους (αν και κυρίως στα παιδιά). Με αυτήν την έννοια δεν υπήρξε ποτέ επαναστάτης. Εξίσου άδικος είναι βέβαια και ο χαρακτηρισμός του σαν παιδικός συγγραφέας. Απλά ο Ιούλιος Βερν είναι ο Ιούλιος Βερν.

ΕΡΓΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΕΛ ΒΕΡΝ

Μετά το θάνατό του, ο γιος του Ιουλίου Βερν αναλαμβάνει να κυκλοφορήσει κάποια ακυκλοφόρητα έργα του πατέρα του. Θεωρητικά ο Μισέλ Βερν έχει την υποχρέωση να διορθώσει τυχόν λάθη στα αρχικά χειρόγραφα του πατέρα του, τα οποία ο θάνατός του, εμπόδισε στο να τα επιμεληθεί ο ίδιος. Ο Μισέλ όμως σε κάποια έργα άλλαξε κυριολεκτικά τα φώτα. Και εννοείται ότι βάζει την υπογραφή του πατέρα του… Έτσι κάποια τον θεωρούν πλαστογράφο γιατί αλλοίωσε τα αρχικά κείμενα του Ιούλιου Βερν. Ο ίδιος, μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα δεν κυκλοφόρησε ποτέ κάτι με το επώνυμό του . Έτσι καταδικάστηκε από τους κριτικούς να ζει στη σκιά του πατέρα του σαν μία αντιφατική και ιδιάζουσα περίπτωση. Είναι όμως έτσι;

Πρώτα και κύρια ο Μισέλ κατάργησε όσο μπορούσε το happy ending του πατέρα του. Πολλές φορές άλλαξε έτσι ολόκληρο το μήνυμα. Η αλήθεια είναι ότι αν κάποιος από τους δύο είναι πρόδρομος της δυστοπίας αυτός είναι ο γιος και όχι ο πατέρας. Στους “Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν” ο Μισέλ ανατρέπει το χαρωπό κοινωνικό μήνυμα του πατέρα του και παρουσιάζει μια φιλοσοφική μελέτη -κριτική όλων των πολιτικών συστημάτων. Σε αυτό το έργο ο Μισέλ Βέρν δείχνει μια συμπάθεια προς τον “αναρχοατομικισμό”.

Επίσης στο “Εκπληκτική περιπέτεια της αποστολής Μπαρσάκ” (1919) ο Μισέλ Βερν τα καταφέρνει καλά. Περιγράφει τον τεχνολογικό φασισμό του μέλλοντος μέσα από την πόλη Μπλάκλαντ (όπου κυριαρχούν οι ιπτάμενες μηχανές και τα αυτόματα εργαλεία). Ενώ όμως η τεχνολογία θριαμβεύει, η κοινωνία νοσεί. Η πόλη είναι διαχωρισμένη μεταξύ τομέων με τοίχους, ενώ και οι κάτοικοι είναι χωρισμένοι μεταξύ τους σε λευκούς και μαύρους. Όμως ο Μισέλ είναι πανέξυπνος. Οι λευκοί δεν εξουσιάζουν μόνο τους μαύρους αλλά και πολλούς λευκούς σκλάβους. Μάλιστα η προσωπική φρουρά του δικτάτορα είναι μαύροι. Με τον τρόπο αυτό ο Μισέλ κατάφερε να συλλάβει τη δύναμη του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού, που μέσω της περιπλοκότητας και παραχωρώντας προνόμια σε κάποιο κομμάτι της μειονότητας (διαίρει και βασίλευε) μπορεί να επιβιώνει.

Άλλο ενδιαφέρον και πρωτότυπο στοιχείο στη σκέψη του Μισέλ είναι ότι στην πόλη αυτή κανείς δεν είναι εξαθλιωμένος. Αντίθετα η τεχνολογία βρίσκεται στην υπηρεσία όλων, ακόμα και των δούλων. Στο έργο αυτό προαναγγέλλεται κατά κάποιον τρόπο το Βrave new world του Χάξλευ, αλλά γιατί όχι και ο σύγχρονος υπερκαταναλωτικός κόσμος (τουλάχιστον πριν την παγκόσμια κρίση του 2007).

Τέλος στο “Ο Αιώνιος Αδάμ” (1910), έργο που μάλλον ανήκει εξολοκλήρου στο γιο, εκείνος παρουσιάζει το τέλος της ανθρωπότητας, μένοντας πιστός στο δυστοπικό

πνεύμα του 20ου αι., τόσο ξένο στον πατέρα του και στο χαρούμενο τεχνολογικό πολιτισμό του 19ου αιώνα. Μια μικρή ομάδα έχει επιβιώσει από την ξηρασία που κατέστρεψε τον πλανήτη. Υπάρχει το στοίχημα του αν ο πολιτισμός θα επιβιώσει και ο κόσμος, όπως τον ξέραμε, θα ξαναδημιουργηθεί. Η ομάδα όμως δεν τα καταφέρνει και οι επιζώντες επιστρέφουν στο πρωτόγονο επίπεδο. Ο πολιτισμός πέθανε και ο Μισέλ υπήρξε με αυτό του το έργο πρωτεργάτης της καταστροφολογικής λογοτεχνίας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Αν και με την υπογραφή του Ιουλίου, τα πιο πολιτικοποιημένα και μηδενιστικά έργα των Βερν πρέπει να αποδοθούν στο γιο. Ακόμα και έτσι ο Ιούλιος Βερν δεν υπήρξε ένας παιδικός συγγραφέας, αν και η προσπάθεια καπελώματός του από κάθε πολιτική ιδεολογία θα μείνει μάλλον ανεπιτυχής. Είναι αυτό που είναι και γι’ αυτό το λόγο αγαπήθηκε τόσο.

*Πηγή: https://zerogeographic.wordpress.com/ Δημοσιεύτηκε και εδώ: https://athens.indymedia.org/post/1590639/

Πόπη Γιόκαλα,Τρία ποιήματα

Φως

Έχει η μέρα σήμερα άπλετο φως….
Λούζει τις αισθήσεις πανηγυρικά- Προσθέτει
Ήχους
Χρώματα
Η Ζωή συνεχίζει το ταξίδι της καθημερινότητας με διάφορα
τεχνάσματα…
Απογοήτευση
Αισιοδοξία
Χαρά
Όνειρα
Ελπίδες….
Όλα μαζί στον κύκλο της
ημέρας περιστρέφονται.

***

Χωρισμός

Θραύσματα μετέωρα
Το παρελθόν στα μάτια
καθρεφτίζεται-
Αδέξιες οι χειρονομίες
Σε ημερολόγιο το όνειρο πεθαίνει-
Χαμένες αξίες κρεμασμένες στον ουρανό-
Σε άδειους ωκεανούς πνίγονται
τ’ανείπωτα λόγια-
Περιπλάνηση στο άπειρο
σε μελωδία μελαγχολική-
Μουδιασμένη η ψυχή χάνεται σε ορίζοντες-
Όνειρα ναυαγισμένα.

***

Βουλιάζουμε

Πάψαμε να αναζητούμε νοήματα.
Η ουσία καταναλώνεται από τα ανούσια.
Γίνεται η καθημερινότητα δεδομένη.
Χάθηκαν οι συλλογισμοί εδώ κι εκεί.
Αποκοιμήθηκαν τα όνειρα.
Τα αληθινά συναισθήματα ξεψύχησαν.
Βουλιάζουμε στους συμβιβασμούς
Πιστεύοντας πως έτσι είναι η ζωή.
Ναυάγια θα είναι η κατάληξη.
Ίσως…
Μέσα από το χάος γεννηθεί ξανά το φως.

Έρμα Βασιλείου, Τρία ποιήματα

Η Λεμεσός του φόβου

Και τι να πεις
Τα φύλλα σφίγγονται στα κλαδιά
Να μην ακούσουν απ’ τη γη
πατημασιές θηρίων

ξένοι, σπείρες,
ημέρες μη λείες
τ’ αγέρι βλέπει λέξεις
να πετάγονται από πρησμένα χείλη
δυο ίσως ακόμα και τριών κακούργων στους εκατό
στην πόλη
που δεν ήταν εύκολο να κυκλώσουν οι αρχές
πιάσαν και κάψαν στα δέρματά τους ονόματα
παιδιών
πως είναι πατεράδες
φαμελιές, σου λένε
-πάρε καλέ κυρία-
κι εσύ τους πιστεύεις
αν θέλεις έλα σ’ ένα λεπτό
θ’ αγοράσω τις γλάστρες σου
με τ’ αγιόκλημα που μου μοσχοπουλάς…
κι εσύ τους φιιλεύεις χαμόγελο όταν αυτοί
έχουν εκείνη τη στιγμή
αποφασίσει να σου παρουν τα ακριβά κάδρα
του τοίχου σου
όταν γυρεύεις το πορτοφόλι σου
στα στέκια που το βάζεις
και πιο πολύ ακόμα στα χαμόγελα της μακάριας
καλοσύνης σου
σημαδεμένα με το μάτι
τώρα πια, άσε
σου τ’ άδειασαν τα τείχη των τοίχων σου
και των τυχών σου την αφέλεια
σου αφήσαν να έχεις
μα εσύ δεν ακούς, χαμόγελο εσύ…
πάντα αυτό μένει
χαμογέλα λοιπόν παλλιάτσε

riri pagliacci

***

Έλα Κούρη

Σαν γιος της μάνας γης
Στον ασβεστολιθικό μου ύπνο
Στην ξενιτιά οι γιοί μου ανθρώπεψαν
Κι εσύ μικρός ακόμα…
Στέρεψες δάκρυ
Στο καρτέρι
Στην Παμφυλία οι φίλοι σου
Όλοι γέμισαν
Νερό που άποτο
Μένει απότολμο
Και οι βηματιστές
Στο φράγμα της αποθήκης σου κούρσεψαν τις μέρες
Κούρη ποτιστή των ημερών
Κούρη αδέσποτα όμορφε, Κούρη
Κεραστή του Οίνου του απόδειπνου
Στρόφιγγα της αυγής και θεριστή ονείρων
Κούρη μου παλλικάρη
Που περιμένεις
Να γηροκομίσεις τα νιάτα της σκέψης
Τα ρείτρα εξαγοράς τα έριξες στο βυθό των αιώνων
Με το φράκο σου πάντα ατσαλάκωτο
Χωρίς τσακίσματα χωρίς μακκώματα
Ολόισια η πλάτη σου στη γη
Αφεντεύει το κάθε που σ’ αγγίζει
Που σ’ άγγιξε

***

Τρέχει ο χρόνος

Προφταίνω;
Πού πας;
Εκείνος θα πει ακολούθα
Τα θέλγητρα που απλώνονται
Στην άσφαλτο, στο θόρυβο
Ξαναρωτώ, μου λέει ακολούθα
Μα μια μέρα δεν άντεξα,
τον πέρασα τον ξεπέρασα
τoυ είπα ακολούθα
Και μ’ ακολούθησε
Πιστά και ταπεινά
Μα με ακολούθησε…

Σιωπή ιχθύος
Τη νύχτα από τη γυάλα
Με τα δυο χρυσόψαρα
Ακούστηκε η σιωπή ιχθύος
Ήταν εκκωφαντική, αλλοτινή, τρωκτική
Όταν όλα τα πίστευα
με βαρελίσια ηχώ που ανέβαινε στην επιφάνεια
μέσα από φυσαλλίδες
που άφηναν τα ερωτικά φιλιά τους
στο νερό
Η ερωτική μου μετανάστευση δεν θα
Ολοκληρωνόταν ποτέ
Αν δεν αντίκρυζα το σπάσιμο της σιωπής
Να επαναστατεί με κυνηγητό σε γυάλα απύθμενη
Στο ασημί το χρώμα του δρόμου
Που έριχνε τσαμπιά τους λαμπτήρες
όταν όλοι κοιμόνταν στην αγρύπνια μου μέσα

*Από τη συλλογή “Που καρκιάς” (Από την καρδιά) – Ποιήματα για τη γη μου”.