Μιχάλης Κατσαρός, Δ

Δάδες υψηλές λαμπερές
αντάμωσα τον άντα-ντέ
Και πάντα
είναι
αργός πληθωρισμός
Στου άνεμου το στήθος.

Δάδες υψηλές λαμπερές
καίω τις ντάπιες όλες
όλα νταμάρια άσπρα και
χρωματιστά
παπύρους και τας δέλτους
ό,τι παλαιό χαραγμένο.

Πάνω στο πετσί του νεκρού
ζώου
βοδιού
γράφω με κοπίδι
στίχους και λόγια.

Πάνω στο μάρμαρο επιγραφές
Σε στημένα λιθάρια
στίχους με μαύρα άσπρα
κίτρινα γράμμματα χρυσά
χαράματα ήλιου στα όρη.

Δάδες παρελάσεων νυκτερινών
και λαμπαδηφορία νέα
μαζί με την ‘Ελένη 
στα δικαστήρια ασπιδοφόρα
φέγγουν
κι η αυγή σκάει γιά κείνη.

Ρούλοι πετιούνται όπου σώμα
όπου αετοί
μεέ γράμματα ψηφία
όπου άνομοι ρυθμοί
καί λούμπι
όπου χειμώνες και οι σταυραετοί.

Δάκρυ -ζεστό ώς και για σένα.

Μιλένα Σπανού, Ο κυνισμός της καλοσύνης

milenaphotopoetry

Στο αναγνωστικό του καλοκαιριού
στη ράχη
την κοτσωμένη
με το εξ απαλών ονύχων
δέρμα
υπάρχω
ραμμένος σελιδοδείχτης
κεντημένος με το μοτίφ
ενός σαλίγκαρου
έρπω
την αθωότητά μου
στις σελίδες των εξοχών
με τις κεραίες μου 
ετοιμόρροπες αχτίνες
αυτόματης ομπρέλας
στο χειμαδιό μου
κατεβαίνω πρόσφυγας
πριν την κακοκαιριά 
της καλοσύνης μου
που με χτυπά
με τον πρέποντα πάντα σεβασμό 
του εξώστη προς τον άμβωνα
προς έναν ασκεπή σαλίγκαρο 
ένας ραμμένος εγκληματίας είμαι 
κοινός 
ένας σελιδοδείχτης
που αποδικιώνεται
προτού ξεχειμωνιάσει

View original post

Θεοδώρα Βαγιώτη, Τύχη

Παιδιά βουτούν τα πόδια τους
στο νερό που μαυρίζει
κάτω από την ιτιά
τα κλαριά κλαίνε
πάνω στους ώμους και στα κεφάλια
αφήνουν τον πόνο
μιας γριάς μάγισσας
που κανείς δε χαιρετάει
μα είναι η πίστη μοχθηρή πειθώ
κι ο κακός λόγος πιάνεται
στον ίσκιο της
/είναι ο ίσκιος της
και το νερό προμαντεύει·
ντύσου Πυθία και πες μετά από εμένα
εσύ
και εσύ
και εσύ
δε θα γεράσετε ποτέ
και τούτη τη στιγμή ο ήλιος περνά
ελάχιστος φωτίζει μάτια
που περνούν
το νέο για προκοπή
Γυρίζω το βλέμμα μου
στην πλατεία με τα τριαντάφυλλα
γερνώ με την κοιλιά μου φουσκωμένη
από καρδιοχτύπι
και δάχτυλα
/δέκα και δέκα, όλα εντάξει
και με τα μαύρα μου
ένα φόρεμα που ήταν για πρωτοχρονιές
και ακολουθώ
νηοπομπή με σπασμένα κατάρτια
και μπρος μου τα κουτιά τους
όλο θησαυρούς
παλιά καρδιοχτύπια
και δάχτυλα
/δέκα και δέκα, όλα εντάξει

*Από το “Μαρμαρογλυφείο”, 2019-2020.

Antonio Porta, Τρία ποιήματα σε μετάφραση Ευαγγελίας Πολύμου

ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

«Για τη ζωή μου, μιας κάποιας μέρας,
δεν ήξερα τίποτ’ άλλο, παρά μόνο όσα
αποκάλυψε ο κουρέας ρωτώντας
για τα παιδιά μου και συνειδητοποίησα ότι
ποτέ δεν ήξερα, κοιτώντας με καλά στα μάτια
πάνω απ’ τον αφρό και του ξυραφιού τις αντανακλάσεις.
Βγήκα έξω και σκόνισα τα παπούτσια ανάμεσα στις
πέτρες, κι εξακολούθησα,
τα κορδόνια λυτά, τον δρόμο για το σπίτι,
το στάξιμο του ιδρώτα: μπαίνοντας κάτι συνέβη,
δεν θυμάμαι τι· πίσω από την εξώπορτα,
ασάλευτη ανάμεσα στα κρύσταλλα, η έχθρα τής
γυναίκας μου κι αναρωτήθηκα ποια ήταν.
Για να βγάλω τη σκόνη, σκυμμένος,
τα κορδόνια κόβονταν, αιμορραγούσε το μέτωπο, ανάμεσα στα
σπασμένα κρύσταλλα, τα κορδόνια ανάμεσα στα μαλλιά,
και πίεζα, ψηλαφώντας στα θραύσματα, γράφοντας
στη σκόνη, η γλώσσα τεμαχίζοντας,
γλείφοντας, το αίμα κυλούσε απ’ τα μάτια, πάνω στους κροτάφους,
οι γιοί μας δεν έχουν ιδέα… »

***

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Βλέπει κανείς μόνο αυτό που θέλει να δει
μια φωτογραφία ξασπρίζει λίγο λίγο
κι ένα πρόσωπο, έπειτα παν το εικονιζόμενο εξαφανίζονται.
Εκεί που υπήρχαν ίχνη ευτυχίας, στιγμές
τώρα ξεθωριάζει ένα γκρίζο κι αν κάτι
αντιστέκεται, ένα χαμόγελο πολύ βεβιασμένο,
σαστίζει εκείνον που το παρατηρεί
και η μνήμη αρνείται να προσπεράσει το εμπόδιο.
Αλλά για να καταλάβεις σε βάθος
τι σημαίνει διαγραφή πρέπει
να νιώσεις διαγραμμένος, όταν μια σκιά
δεν είναι παρά μια σκιά, μια ανάσα, μια πνοή,
μέσα στον θρίαμβο των αποσιωπητικών…
(από τη συλλογή “Yellow”)

***

ΤΥΧΑΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΟΙΜΑΣΑΙ

τυχαία καθώς κοιμάσαι
από των δαχτύλων μια ακούσια κίνηση
σε γαργαλάω κι εσύ γελάς
γελάς δίχως να ξυπνάς
κι έτσι ικανοποιημένη με το κορμί σου γελάς
τη ζωή επικροτείς ακόμα και στον ύπνο σου
όπως τη μέρα εκείνη που μου είπες:
άσε με να κοιμηθώ, πρέπει να τελειώσω ένα όνειρο.

Δάφνη Χρονοπούλου, Δύο ποιήματα

Φώτο: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Παράτησε ένα γιό στά δεκαπέντε
-μαγκιά της, λέει, ό καινούργιος του μπαμπάς.
’Άφησε τό γραφείο στά τριανταπέντε
κι ήρθε στη Δήλο κι εγινε σκαφτιάς.

Αύτά πού αφήνουμε άραγε μένουν σωσμένα
σάν τούς καρπούς σέ χειμωνιάτικη ροδιά,
στά βάθη τής ψυχής καί του καιρού χαμμένα
ή θάβονται σά πτώματα κρυμμένα
μέ τύψη, θλίψη καί περίεργη μυρωδιά;

Τό μέλλον άκουμπάει στό παρελθόν μας,
όπως τά νέα χόρτα βγαίνουν μέσα στά ξερά,
μά είναι φορές πού οί πόρτες κλείνουν των δικών μας,
κόβονται οί γέφυρες καί μένει τό παρόν μας
νά πλέει άσήμαντο στου Αιγαίου τά νερά.

***

ΜΑΛΛΟΝ

Οταν ρωτούσε αν θά γύριζε νωρίς
τής απαντούσε πώς θ’ άργουσε μάλλον.
«Μάλλον ποτέ μαζί μου δέ θά βγεις στή Χώρα,
μάλλον ποτέ δε θα μου φέρεις δώρα.»
Στα ραντεβού τους πάντα άργουσε
και στο τηλέφωνο συχνά δέν άπαντοϋσε.
Ποτέ του δέν της έφερε λουλούδια’
δέν είχανε άγαπημένα τους τραγούδια.
Όταν την έβλεπε κλαμένη νά τόν περιμένει
την ενοιωθε μαζι του πιά δεμένη
σά μέ αλυσίδα, σά στά πρόθυρα θανάτου’
το ύφος της είχε -ω τί φρίκη- κάτι άπ τή μαμά του
ή τη δική της -άλλη φρίκη- μάλλον.
Σε ό,τι του ζητούσε, εΐλικρινά τής άπαντοϋσε
«μάλλον». «Μάλλον θα πάμε διακοπές στήν Αμοργό.»
«Μάλλον θά πάμε νά χορέψουμε στό Αργώ.»
Μάλλον θα φύγω ώς τό καλοκαίρι,
μάλλον με άλλη θέλω νά μαι, σ’ άλλα μέρη.»
Αλλά ήρθε η νύχτα πού κι εκείνη βγήκε
και όταν γύρισε στό σπίτι δέν τή βρήκε.
Καί όταν τήν είδε νά του φεύγει μ’ άλλον
ένοιωσε πώς τήν άγαπάει μάλλον.
Και πως κάνεις δεν είναι άναντικατάστατος
ιδίως άν ό καινούργιος είναι ωραίος κι ευκατάστατος.

*Από τη συλλογή “Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΛΗΝΩΣ”, Kastellakia Records, Μύκονος.

Γιώργος Γκανέλης, Η γοητεία του τέλους

Όταν διαβάζεις την ιστορία σου
αναίσθητος στο πάτωμα
τρώγοντας σοβάδες απ’ το ταβάνι
είναι γιατί πληθαίνουν τα σύννεφα
και χτίζονται παντού λαβύρινθοι

Ή με διαφορετικά λόγια
φτάσαμε αισίως στο παρά πέντε
τόσα ποιήματα που γράφτηκαν
και κανένα δεν κατάφερε
ν’ αποτυπώσει αυτήν την ώρα

Ο καθένας βιώνει το τέλος του
με τον δικό του προσωπικό τρόπο

*Από τη συλλογή “Ωδίνες της Ποίησης”, Εκδόσεις στίξις, Δεκέμβρης 2018.

Nefelor, Φθινόπωρο

Υπάρχει ένας δήμιος για κάθε απόγευμα.
Τα ίδια κάθε φορά τέτοιες μέρες.
Αποχαιρετισμός στην αφήγηση .
Βαρύς ο βράχος ελαφρύς.

Πάλι ήρθε.
Την ξέρω καλά την πλεχτή εποχή.
Ξέρει να πεθαίνει
πεθαίνοντας σε κάτι πράο και έντιμο.

Το χαμόγελο των χλωμών αγίων
άνω από πυκνά δάση
τράβα την κουβέρτα γη
να σκεπαστούμε όλοι σε ένα
να σκεπαστείς εσύ μέσα σε μένα.

Σημειώνω βραδέως.
Τη συνέπεια της λύπης στο βάδην των φύλων.
Την προέκταση του βλέμματος.

Ακολουθώ τις σταλαγματιές του αίματος
σε πορεία πάνω στο πεζοδρόμιο
που αφήνει ο ήλιος ψυχορραγώντας.
Με βγάζει στο άδειο καφέ να μετράω αντίστροφα
ανεβασμένες τέντες.

Οι άνθρωποι μιλούν ψιθυριστά σιωπώντας
για την κομψότητα αυτής της ατμόσφαιρας.
Συνεννοούνται αφαιρώντας,όσοι ξέρουν να αφαιρούν.

Τα χρώματα στριμώχνονται για συγνώμη
που θα μας αφήσουν σε κρύους συγγενείς,
το ραδιόφωνο παίζει φθινόπωρο
κι εγώ αποθέτω στις ανοιχτές παλάμες σου βιβλίο
το τελευταίο νέκταρ.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://nefelorpoetry.wordpress.com/2020/09/05/φθινόπωρο/

Federico Garcia Lorca, Πόλη χωρίς ύπνο

για την φωτογραφία, την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα

(Νυχτερινό στη Γέφυρα του Μπρούκλιν)

Κανείς δεν κοιμάται στον ουρανό!

Κανείς.

Τα πλάσματα της σελήνης μυρίζουν

το ένα το άλλο γύρω από τις καλύβες τους.

Θα έρθουν οι μεγάλοι ζωντανοί δεινόσαυροι

και θα δαγκώσουν τους ανθρώπους που δεν

έχουν όνειρα

και ο άνθρωπος που φεύγει με τσακισμένη τη

καρδιά του θενα συναντήσει

στις γωνιές των δρόμων

ένα κροκόδειλο απίστευτο, ησυχασμένο

κάτω από την προστασία των άστρων.

Κανείς δεν κοιμάται στον κόσμο.

Κανείς!

Ένας νεκρός υπάρχει σε κοιμητήριο

που είναι μακριά

παράπονο έχει, τρία χρόνια

ένα τοπίο, επειδή έχει,

μια εικόνα στο γόνατό του επάνω.

Τόσο πολύ έκλαιγε ο μικρός νεκρός σήμερα…

Ήρθαν τα σκυλιά για να ησυχάσει.

Δεν είναι όνειρο η ζωή!

Μην κοιμόσαστε!

Αγρυπνάτε!

Πέφτουμε από τα σκαλοπάτια και θα φάμε

χώμα βρεγμένο,

ανεβαίνουμε στις κορυφές των χιονιών

…νεκρές οι ντάλιες.

Δεν υπάρχουν όνειρα!

Ούτε λησμονιά.

Ζωντανή σάρκα

Σμίγουν σε φιλιά τα στόματα

μέσα σε πλεξούδες από φλέβες

και…

View original post 234 more words

Juan Garrido Salgado, Three poems / Τρία ποιήματα

Here lies my soul

To Roque Dalton

Here lies my soul
you will find oblivion inside
this land huddled to those dreams that no longer wake
the eternal night became a feast
of what one day we were.

Here lies my soul
you will find wings of eyes
in the pupils of a Dalton verse
I read in the prison of the tyrant in Rancagua.

The wounds I defended clash inside
that day I fell.

***

Tuesday, 5th of September

I am today a magpie of the world
drinking its agony
in a forgotten verse left crying on a table.
I am a magpie today of the world,
walking head down in case I find a smile on the pavement
to drink on the evening of my own death.

***

Reading a poem by Robert Adamson I heard the voice of Federico Garcia Lorca

I have come to believe the black winged stilts/
carry knowledge of their particular death – Robert Adamson

Can you see birds gathering the wounded verses of love
in the eternal war against Lorca?
Today they launched the flight over blood
with the only trace left in the final reading of water
or wind on the Guadalquivir river
down there in the gutters of shame.

What is the time of these mass graves
where thousands of Federicos lie unknown?
Common graves of injustice or shots fired that peck at oblivion.
I’m sure the brothers of the poet are birds
dreaming of the survivors of Lorca.

Birds have flown, eating poems like grains
of desert lost in death.
They peck blood along the old road
crying dried seeds on these plains of brutality.

I’m sure that if these birds could read some verses of Lorca
they would fly to the peak of Colorado Rock and drink the murdered smile
in those ancient wells of Alfacar.

I have come to believe this is a profound dialogue
between Federico Garcia Lorca and the birds.
However, only if we listen to his voice telling us:
only the mystery makes us live. Only the mystery.

##############

Εδώ βρίσκεται η ψυχή μου

Για τον Roque Dalton

Εδώ βρίσκεται η ψυχή μου
θα βρεις τη λήθη μέσα
αυτή η γη συσσωρεύτηκε σ’ αυτά τα όνειρα που δεν ξυπνούν πλέον
η αιώνια νύχτα έγινε συμπόσιο
αυτού που ήμασταν κάποτε.

Εδώ βρίσκεται η ψυχή μου
θα βρείτε φτερά ματιών
στους μαθητές ενός στίχου του Dalton
διάβασα στη φυλακή του τυράννου στη Ρανκαγκούα.

Οι πληγές που υπερασπίστηκα συγκρούστηκαν μέσα μου
αυτή την ημέρα έπεσα.

***

Τρίτη, 5 Σεπτέμβρη

Είμαι σήμερα ένας φλύαρος του κόσμου
πίνοντας την αγωνία του
σε έναν ξεχασμένο στίχο που αφέθηκε να κλαίει σε ένα τραπέζι
Είμαι ένας φλύαρος σήμερα του κόσμου,
περπατώντας με το κεφάλι κάτω σε περίπτωση που βρω ένα χαμόγελο στο πεζοδρόμιο
να πιω το απόγευμα του θανάτου μου.

***

Διαβάζοντας ένα ποίημα του Robert Adamson, άκουσα τη φωνή του Federico Garcia Lorca

Έχω καταλάβει τα μαύρα φτερωτά ξυλοπόδαρα /
μεταφέρουν τη γνώση του συγκεκριμένου θανάτου τους

Robert Adamson

Μπορείς να δεις τα πουλιά να μαζεύουν τους τραυματισμένους στίχους της αγάπης
στον αιώνιο πόλεμο ενάντια στον Λόρκα;
Σήμερα ξεκίνησαν την πτήση πάνω απ’ το αίμα
με το μόνο ίχνος που απομένει στην τελική ανάγνωση του νερού
ή του ανέμου στον ποταμό Γκουανταλκιβίρ
εκεί κάτω στις υδρορροές της ντροπής.

Ποιος είναι ο χρόνος αυτών των μαζικών τάφων
όπου χιλιάδες Federicos κείτονται άγνωστοι;
Κοινοί τάφοι αδικίας ή πυροβολισμοί που βλήθηκαν στο ράμφισμα στη λήθη.
Είμαι βέβαιος ότι οι αδελφοί του ποιητή είναι πουλιά
που ονειρεύονται τους επιζώντες του Λόρκα.

Τα πουλιά έχουν πετάξει, τρώγωντας ποιήματα σαν κόκκους
μιας ερήμου που χάθηκε στο θάνατο.
Ραμφίζουν αίμα στον παλιό δρόμο
κλαίγοντας τους αποξηραμένους σπόρων σε αυτές τις πεδιάδες της βαρβαρότητας.

Είμαι σίγουρος ότι αν αυτά τα πουλιά μπορούσαν να διαβάσουν μερικούς στίχους του Λόρκα
θα πετούσαν στην κορυφή του Colorado Rock και θα έπιναν το δολοφονημένο χαμόγελο
σε εκείνα τα αρχαία πηγάδια του Alfacar.

Έχω καταλάβει ότι αυτός είναι ένας βαθύς διάλογος
μεταξύ του Federico Garcia Lorca και των πουλιών.
Ωστόσο, μόνο αν ακούσουμε τη φωνή του να μας λέει:
μόνο το μυστήριο μας κάνει να ζούμε. Μόνο το μυστήριο.

*From the collection “When I Was Clandestine”, Rockford Press 2019 / Από τη συλλογή “Όταν ήμουν παράνομος”, Rockford Press 2019. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Από τα “μικρά ονόματα”

μονάκριβοι όλοι τους

μες στα φυλλώματα της αμνησίας μας
όλο και κάτι σκιερό
να θυμίζουν

*

(το καλοκαίρι της αποφοίτησης
και τα αμέσως επόμενα
καλοκαίρια)

*

βλέπουν τα άστρα με μικροσκόπιο

συστήνονται στα έντομα
διά χειραψίας

*

κάτω από την υφάλμυρη αύρα τους
οι Watson & Crick
Παραιτούνται

*

μέσα στους μελάνες δρυμούς
της λησμονιάς τους βαδίζουμε

γιατί έτσι ξεχνάει το είδος μας:

περπατώντας

*

απόψε μας λείπουν αλλιώτικα

απόψε η απουσία τους μια σιωπηλή
μεσίστια εφεδρεία

ίσως να φταίει που έχει νοτιά

κι όπως γνωρίζουμε
νοτιάς
σημαίνει εκεχειρία

*

όλα τα «έκτοτε»
και τα «εφεξής»

όλα τα ξεδοντιάρικα

«από
εδώ
και πέρα»

*

μαζί κι όσα θα ζήσουμε χωριστά
ανεξαρτήτως δόγματος

μέσα στον ίδιο ασταθή
Αντιδραστήρα

*Από τη συλλογή “μικρά ονόματα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φεβρουάριος 2020.