Τόμας Μπέρνχαρντ, Τρία ποιήματα

ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΤΟΠΙΟ ΝΑ ΕΧΕΙΣ…

Μόνο ένα τοπίο να έχεις, σκέφτομαι, και ένα σπίτι,
Έναν ποταμό και τη θέα προς τα βουνά,
Και πάνω από τους ανέμους, μακριά πάνω από την κοιλάδα
Ένα βασίλειο μεγαλύτερο απ’ αυτήν τη γη.
Δεν θα αρρώσταινα, θα το άντεχα.
Θα μπορούσα τα πιο βαθιά βάθη να δω.
Θα φορούσα τον πόνο και την έσχατη ευτυχία.
Θα έβρισκα πάλι το σημείο εκκίνησης.
Έτσι σκέφτηκα χθες: έναν ποταμό, ένα σπίτι
Όπου η ζωή κυλάει και ξοδεύεται.
Έναν αγρό βαθιά μέσα στο τοπίο ομίχλης,
Ένα αλέτρι οδηγημένο απ’ το χέρι μου –
Μόνο ένα τοπίο, μόνο ένα σπίτι,
Όπου οι τάφοι ορθώνονται κόντρα στον άνεμο,
Μια χώρα πολύ βαθιά από αυτήν τη γη.
Και ζούσα με το σκοτεινό ρεύμα.

ΚΟΡΑΚΙΑ

Σύντομα θα ‘ρθει το φθινόπωρο και θα σώσει τα πουλιά,
σε σκοτεινά δωμάτια αδελφός κι αδελφή μαζεύουν
τα σπόρια για το χειμερινό γεύμα.
Στο μαύρο χωριό είναι αλυσοδεμένο το γουρούνι.
Στον αγρό ψοφάνε τα κοράκια του πόνου.
Πίνουμε την μπίρα της απελπισίας
και σταυρώνουμε τα χέρια εμπρός στην περιφρόνηση του πατέρα.
Η γη γεύεται απ’ τα κορδόνια του κρέατος.
Καπνός ανεβαίνει πάνω απ’ τις αυλές
κι αφήνει πίσω τον φόβο των μεθυσμένων γεωργών.
Η πλευρά του πηγαδιού κραυγάζει μπροστά απ’ το σάπιο παραθύρι…
Εγώ όμως δεν φοβάμαι.

ΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ

Όλοι τους ρωτούσαν για το όνομα του χειμώνα,
τίναζαν τα παπούτσια μπροστά απ’ την εξώπορτα και ορμούσαν
στα τραπέζια,
μεθούσαν
και πλάγιαζαν με μια δούλα,
ώστε τα πουλιά να φτερουγίζουν από τα ζεστά φιλιά τους.
Στα βαρέλια ανάβραζε η πρώτη τους χιλιετία, αυτός τους έκανε
σκεπτικούς σαν ηλίθιες χοντροκοιλιές,
ατένισαν μακριά προς τη χώρα και πέθαναν, άσπροι, γιατί ο θάνατος
τους κατακρήμνισε
όλους με το σφυρί του,
τους σακάτεψε και αδιαφορούσε για τους θρήνους τους,
που σε λίγο, μόνοι παρατημένοι έσβησαν.
Στο έμπα του φεγγαριού, ανακάλυψε ένας ανάμεσά τους τα ίχνη
του βασιλιά των κοράκων
και έτριβε τα χέρια του πάνω από τη φωτιά,
οι άλλοι ήταν εκείνη την ώρα στα κρεβάτια τους,
στην κρεμάλα των ονείρων τους.

*Τόμας Μπέρνχαρντ, “Άπαντα τα ποιήματα”. Εκδόσεις Βακχικόν. Μετάφραση: Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου, Ιωάννα Διαμαντοπούλου.

**Σχετικός σύνδεσμος: https://www.culturebook.gr/nees-kyklofories/thomas-bernhard-apanta-ta-poihmata.html?fbclid=IwAR3w_AvbRjPZvCkUzbOYZQA51U2aFR-EZcPTXoHD2F1IG5fYSKW2n9kHoRQ

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Φύλλα το Φθινόπωρο

Φτερά Χήνας

bty

Τί να κάνουν οι ψυχές κάθε φθινόπωρο;
Μπαίνουν σε λήθαργο άραγε
ή ξυπνάνε μεθυσμένες απ’ τα πρωτοβρόχια;
Μιχάλη Γ, Αννίκα Ν , Χαράλαμπε Η,
πού να είστε τώρα και γιατί
Να βυθίζεστε σ’ αιώνια σιωπή

Όταν βλέπω φύλλα ξερά τις Κυριακές στα πεζοδρόμια
Νοσταλγώ αυτά που δεν έζησα
Ερμηνεύω τ’ ανείπωτα
Επικαλούμαι τους νεκρούς μου
Ξορκίζω το πένθος

Οι διαθέσεις μεταμορφώνονται άλλωστε –
(Είναι και ζήτημα εποχής)
Με τα πρωτοβρόχια
Γίνομαι φύλλο κι εγώ
Κίτρινο
Ξερό.

Και μόνο.

View original post

Arzu Toker, “Τα κορίτσια του μπαλκονιού ή έχω την τιμή κυρία!” (απόσπασμα)

Από 3.000 χιλιόμετρα μακριά είχαν έρθει γυναίκες.
Η τιμή δεν ήταν εμπόδιο,
δεν ήταν θέμα η θρησκεία ακόμη.
Οι γυναίκες δεν ξέραν Γερμανικά ούτε λέξη,
μα είχαν θάρρος,
είχαν κουράγιο,
να βγουν στον πηγαιμό για τον μεγάλο κόσμο,
για να ζήσουν τη φαμελιά τους.
Άγνωστο σ’ αυτές πως όφειλαν
να ‘ναι η τιμή των άντρων τους,
άγνωστο στους Γερμανούς
ούτε συνειδητό στις γυναίκες.
Η μετανάστευση κατήργησε τα δεσμά τους
και συνέρρεαν στις ταβέρνες, στις πλατείες.
Πασίγνωστες ήσαν
οι εστίες γυναικών της Ζίμενς
μακριές ουρές οι θαυμαστές τους
που περιμέναν στον δρόμο.

Namus, η τιμή, μια λέξη μικρή πιστοποιεί
πως ο άντρας αποφασίζει για της γυναίκας το σώμα,
για χάρη της δικής του τιμής,
αποφασίζει ο άντρας, ποιον αυτή να παντρευτεί,
για χάρη της δικής του τιμής.
αποφασίζει ο άντρας αν θα βγει η γυναίκα απ’ το σπίτι,
για χάρη της δικής του τιμής,
Αποφασίζει ο άντρας πότε πρέπει να επιστρέφει
η γυναίκα σπίτι,
για χάρη της δικής του τιμής,
αποφασίζει ο άντρας πώς η γυναίκα θα ντύνεται,
για χάρη της δικής του τιμής,
αποφασίζει ο άντρας αν εκείνη θα επισκεφθεί τους φίλους της,
για χάρη της δικής του τιμής
αποφασίζει ο άντρας αν θα βάλει το ένα πόδι της πάνω στ’ άλλο,
για χάρη της δικής του τιμής,
αποφασίζει ο άντρας αν η γυναίκα μπορεί ν’ αποφασίσει.
Τα μέτρα αξιολόγησης είναι διάφορα.
Ίδια παραμένει μόνον η αντρική λογική,
που ορίζει για ζωή και θάνατο.
Έτσι το θέλει ο λόγος εκεινού του θεού:
Και μόνον η εντύπωση του άντρα
πως εκείνη αντιδρά
αρκεί,
η υποψία του άντρα
πως εκείνη πάτησε τους κανόνες
αρκεί,
όχι μια απόδειξη
πως τους πάτησε πράγματι.

*“Τα κορίτσια του μπαλκονιού ή έχω την τιμή κυρία!”, Εκδόσεις Ένεκεν, Σεπτέμβρης 2016. (Ένθετο στο τεύχος 41 του ομώνυμου περιοδικού). Απόδοση: Νίκη Eideneier.

Άρης Αλεξάνδρου: τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος

Δέσποινα Παπαστάθη*

«Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών» δήλωνε ο Άρης Αλεξάνδρου σε συνέντευξή του το 1975 στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, αρνούμενος τόσο τις κομματικές, όσο και τις λογοτεχνικές ταυτότητες, απορρίπτοντας κάθε θεσμική αναγνώριση για τα γραπτά του, είτε αυτή προερχόταν από τις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, είτε από τις δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις του ελεύθερου κόσμου.[1] Ανυπότακτος και αντισυμβατικός στον ποιητικό και δοκιμιακό λόγο του, ο Αλεξάνδρου στην ερώτηση του Δημήτρη Ραυτόπουλου «Σε ποιο κόμμα ανήκεις;» απαντά αφοπλιστικά:

«Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων». [2]

Το ελεύθερο αυτό πνεύμα, αδέσμευτο από κάθε μορφής δογματισμό διαπνέει το βιβλίο του Αλεξάνδρου με τίτλο Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937-1975, που κυκλοφόρησε εκ νέου από τις εκδόσεις Πατάκη σε επιμέλεια Ελένης Κεχαγιόγλου.[3] Στον τόμο περιλαμβάνονται δεκατρία κείμενα του Αλεξάνδρου, τα οποία είναι κυρίως δοκίμια, με εξαίρεση ένα δράμα, ένα σενάριο και μία συνέντευξη. Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά από το 1937 έως το 1975 σε μείζονα περιοδικά λόγου και τέχνης, όπως Νεοελληνικά Γράμματα, Καινούρια Εποχή, Επιθεώρηση Τέχνης, Ηριδανός, κ.α. Στο προλογικό σημείωμα η επιμελήτρια της έκδοσης δίνει σαφείς και έγκυρες πληροφορίες για την εκδοτική των κειμένων –όπως τίτλος τόμου, διαφοροποιήσεις στους τίτλους των δοκιμίων ανάμεσα στην αρχική και τις μετέπειτα δημοσιεύσεις τους, ορθογραφία, κτλ– ενώ στο τέλος καθενός αναφέρονται τα στοιχεία της αρχικής έκδοσης.

Η ιστορική ορθογραφία, η σχέση τέχνης και ζωής, ο υπερρεαλισμός και η ανάγκη έκφρασης του ονείρου, ο σχολαστικισμός και ο δογματισμός της σοβιετικής σκέψης, η άρνηση κάθε μορφής αυθεντίας, τα λογοτεχνικά βραβεία και εν γένει ο ρόλος και η θέση του ποιητή μέσα στην κοινωνία είναι οι θεματικοί άξονες γύρω από τους οποίους κινούνται τα δοκίμια του τόμου, αναδεικνύοντας σταθερές του ποιητή και στοχαστή Άρη Αλεξάνδρου.

Η «κουταμάρα της ορθογραφίας», η εκμάθηση της οποίας ανήκει σε όσους είχαν καιρό για χάσιμο, πρέπει να καταργηθεί δηλώνει με ορμή και παρρησία ο Αλεξάνδρου στο νεανικό δοκίμιό του με τίτλο «Περί ορθογραφίας», συμφωνώντας με την πρόταση του Κ. Μαρίνη σε άρθρο του στην εφημ. Πρωία.[4] Η τέχνη εκφράζει μιαν εποχή, υποστηρίζει ο Αλεξάνδρου, καθώς είτε ζωντανεύει «την αντικειμενική πραγματικότητα […] όπως τη βλέπει ένας ευαίσθητος παρατηρητής», είτε «εξωτερικεύει […] τον εσωτερικό κόσμο ενός ευαίσθητου δέκτη των εξωτερικών γεγονότων», η επίδραση της ζωής πάνω στην τέχνη είναι απολύτως αναγκαία, μιας και «η ίδια η ζωή θα καθορίσει και το θέμα και την έκφραση που θα προτιμηθεί».[5] Ο προβληματισμός του Αλεξάνδρου για τη σχέση της κοινωνικής πραγματικότητας, της έξω ζωής με την έσω ζωή της τέχνης είναι διαρκής στα δοκίμια του τόμου, μιας και «ο κυριότερος παράγοντας της λογοτεχνικής ενασχόλησης είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να εκφραστεί».[6] Υπερασπίζεται μαχητικά το δικαίωμα στην ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση, τονίζοντας, για παράδειγμα, τα πλεονεκτήματα του υπερρεαλισμού, όταν οι Νέοι Πρωτοπόροι, το επίσημο περιοδικό της Αριστεράς, τον καταδίκαζε ως «παθολογική κατάσταση […] που δεν μπορεί να είναι τέχνη».[7] Στο στόχαστρο του Αλεξάνδρου μπαίνει και ο σχολαστικισμός της σοβιετικής σκέψης, ο οποίος «γεννιέται και προκόβει σε εποχές ανελευθερίας»[8] και ωθεί τις κριτικές να είναι σφαγιαστικές σε κάθε καλλιτεχνική έκφραση που αντιτίθεται στις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, εμποδίζοντας τόσο τους καλλιτέχνες, όσο και τους επιστήμονες να τολμούν να θέσουν καινούρια και άλυτα προβλήματα. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος στο βιβλίο του με τίτλο Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος[9] έχει καταγράψει υποδειγματικά την πάλη του ποιητή έναντι σε κάθε ιδεολογικό καταναγκασμό, σε κομματικές στενώσεις και ορθοδοξίες.

Ο ποιητής είναι : «άνθρωπος προικισμένος με μια ιδιαίτερη ευαισθησία και άνθρωπος που έχει την ικανότητα να βρίσκει την κατάλληλη, την καίρια λέξη, για να εκφράσει την ευαισθησία του, άνθρωπος που μπορεί, εξομολογούμενος δημοσία και λέγοντας ολόκληρη την προσωπική του αλήθεια, αδιαφορώντας για τις όποιες σκοπιμότητες, να βοηθήσει τους άλλους να καταλάβουν πληρέστερα τον κόσμο και τον εαυτό τους».[10]

Για να πετύχει στην αποστολή του, ο ποιητής Αλεξάνδρου παροτρύνει τους ομότεχνούς του, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του:

Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.

Κοίτα που κ’ η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς

ουρανό και φύκια

πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.

(Άρης Αλεξάνδρου, «Γύμνασμα», Ευθύτης οδών, 1959)

Ο ποιητής ως άλλος γεωμέτρης του πνευματικού χώρου δεν προβλέπεται από κομματικά καταστατικά, δεν λογοκρίνεται, δεν σιωπά, γιατί «τι άλλο είναι η σιωπή για έναν συγγραφέα αν όχι αυτοκτονία»;[11] Ο ποιητής «είναι πάντοτε με το μέρος της Αντιγόνης και ποτέ με το μέρος του Κρέοντα»,[12] αρνούμενος να υποταχθεί στη σκοπιμότητα της πολιτικής, επιλέγοντας τον δρόμο της ποιητικής ανυποταξίας, όσο δύσκολος κι αν είναι αυτός, αρνούμενος διακρίσεις και λογοτεχνικά βραβεία.

Στον τόμο περιλαμβάνονται, επίσης, ένα δράμα και ένα κινηματογραφικό σενάριο. Ο Αλεξάνδρου γράφει την «Αντιγόνη» το 1951 στον Αϊ-Στράτη και την πρωτοδημοσιεύει στο περιοδικό Καινούρια Εποχή το καλοκαίρι του 1960. Την ίδια εποχή που ο Μπρεχτ επιχειρεί τη δική του Αντιγόνη, ο Αλεξάνδρου τοποθετεί την τραγική ηρωίδα κατά την Πρώτη Πράξη στα ελληνικά βουνά της Κατοχής και κατά τη Δεύτερη στα δίσεχτα χρόνια του Εμφυλίου, αντιστρέφοντας χαρακτήρες, συνειδήσεις και καταστάσεις, σαν να είναι ιδωμένες μέσα από ένα παραμορφωτικό κάτοπτρο. Ο συγγραφέας θέτει επί σκηνής το αιώνιο ζήτημα της αυτοθυσίας σε αντιηρωικούς και δυσοίωνους καιρούς, δραματοποιώντας με ευθύβολο και συγκινητικό τρόπο τον Άνθρωπο σε κρίση, υποταγμένο στις επιταγές της ζοφερής, πολεμικής και πολιτικής, εξωτερικής κατάστασης, αλλοτριωμένο από τους αγώνες που δίνονται στο όνομά του, αλλά ερήμην του. Κείμενο και παρακείμενο, χώρος και χρόνος, πρόσωπα, ονόματα, έργα και λόγια αναδεικνύουν μια άρτια δομημένη μίμηση αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Στην «Αντιγόνη» ο αναγνώστης αναγνωρίζει τα θέματα που θα αναπτύξει δεξιοτεχνικά λίγα χρόνια αργότερα ο Αλεξάνδρου στο Κιβώτιο, το οποίο έμελλε να τον καθορίσει ως συγγραφέα.

Η κριτική στάση του Αλεξάνδρου απέναντι στην ανθρώπινη παθολογία σε σκοτεινούς καιρούς, στην επιθυμία της εξουσίας να επιβληθεί βίαια στον ανθρωπισμό βρίσκει θαυμαστή έκφραση στο κείμενό του με τίτλο «Ο καθηγητής Βαρχάιτ», το οποίο είναι γραμμένο με τη μορφή σεναρίου. «Όλοι κυνηγάνε τους ανατροπείς» βεβαιώνει τον βραβευμένο και δημοφιλή επιστήμονα, καθηγητή κ. Βαρχάιτ, η Γριά οικονόμος του, [13] αφού το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα κατορθώνει πάντοτε να παραμείνει αδιασάλευτο, έστω κι αν αυτό σημαίνει τη θυσία της ευζωίας των μελών του.

Το έργο του Άρη Αλεξάνδρου, ποιητικό και πεζό, παραμένει ακλόνητο σημείο αναφοράς για την αγωνία του δημιουργού απέναντι στον ολοκληρωτισμό, απ’ όπου κι αν αυτός προέρχεται, καθιστώντας το αδιάλειπτα επίκαιρο. Η επανέκδοση των δοκιμίων του φέρνει στο προσκήνιο έναν από τους πιο σημαντικούς ποιητές και στοχαστές της μεταπολεμικής λογοτεχνίας μας, του οποίου το δόγμα της ζωής και του έργου θα μπορούσε να συνοψιστεί στα εξής δικά του λόγια:

«Κι αν κατόρθωνα να ρίξω και τον ελάχιστο κόκκο τσιμέντου για να στρωθεί ο δρόμος απ’ τον homo sapiens στον homo humanus, θα έλεγα πως η ζωή μου δεν πήγε του κάκου».[14]

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.oanagnostis.gr/aris-alexandroy-tois-endon-rimasi-peithomenos-tis-despoinas-papastathi/

Δήμητρα Κουβάτα, Τρία ποιήματα

ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΡΕΣ ΜΟΥ

σαν αγριόχορτο λέω
θρασύ
και απότιστο
δεν θα αντέξεις.

όμως
στις εκδορές που γλείφω
θα φυτρώνεις,
εκεί που δεν σε σπέρνουν.

εκεί,

όταν όλοι κοιμούνται.

ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ

Χειμωνιάτικο φρούτο
στη φλούδα σου
να ‘μαι.

Με το νύχι
αν πιέσεις τη σάρκα.

Παντού
να πετούν πουλιά πορτοκαλιά.

SMS

στου ήλιου το φως
λέξη
δεν παίρνω πίσω

από την πρωινή νοτιά
σε προστατεύει ο ιδρώτας
και το σάλιο μου

κοιμήσου

*Από τη συλλογή “Καθαρό οινόπνευμα”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2020.

Χαρά Παπαδοπούλου, Γιατί αγαπάω τους ποιητές

Photo: Brendan Bonsack

σκασιαρχείο
ερωτικό
σχεδόν
επιστολή άνευ
οι παραλήπτες μου
αγαπάω τους ποιητές
γυρίζουν πίσω
πολύ πίσω
πίσω στην πρώτη μέρα
αυγή να πω καλύτερα
μέρα καλύτερα
καλύτερα απ’ τη νύχτα τουλάχιστον
γλώσσα λανθάνουσα
τ΄αληθή λέγει
οι ποιητές μου λανθάνουν από άποψη
κι εγώ δεν μπορώ παρά να τους αγαπάω

*Από το βιβλίο “Ένα γυμνό κρεμμύδι”, εκδόσεις των άλλων, Απρίλιος 2016.

Λαμπριάνα Οικονόμου, από τον “Καγκελάρη”

[σύρεται ανάσα λύκοι — γυαλίζει κλεφτοφάναρο’
όψη θολή όταν κηρύξει φόβος:]

Ήλιος εδώ δεν άγρυπνά’ φωτίζουμε από τ’ άστρα
ρίχνεται η νύχτα θάνατος επάνω στα κοπάδια

τρέμει το φύλλο βέλασμα βαθιά στα μαντρωμένα
ζώνουν πληγές των χωρικών την ύπουλη γαλήνη

και μπλέκονται οι νεκροί φωνή στο ουρλιαχτό τους
έτσι π’ αγρίμι και άνθρωπος μοιράζονται ίδια χνώτα

[κουρνιάζει αυγή στη φυλλωσιά, βρύα σφουγγίζουν
πλάκες — παίρνει το πράσινο η αυλή, παύει
δροσιά τους ίσκιους:]

Πόλη σωθικό
πουλί και μαύρο ασήμι,
λυμαίνεται πορφύρα ο ουρανός
— να κόβει το μυαλό: δώδεκα
στέγες Krupp με τις χρυσές σαΐτες
[ύπνος από ταραχή, ψυχή στο μαξιλάρι-
μετρούσα, λέει, συγχωριανούς
με τα ονόματά τους: τους ζωντανούς
περίπου εκατό- ύστερα,
με φθόνο αυτούς
που πιάσανε καταφυγή στο χώμα:]
Krupp εργοστάσιο, Krupp
με τις χρυσές σαΐτες, σαπίζουν
στη σειρά φίλεργα χέρια
και ακούγονται ρίζες
εφιαλτικά: Grieche, Turke, Fremder.

*“Καγκελάρης”, Εκδόσεις “Κοβάλτιο”, Μάιος 2020.

Δημήτρης Ζουγκός, Ακούων όρα 

Ακούων όρα
Το παράγγελμά μου δελφικό
άκου μετά δες
Άκου τα κλαδιά τα κούτσουρα
τα φρύγανα τις πέτρες που μαυρίζουν
άκου τα ζώα, τα έντομα
και ανάμεσα τους τα πιο μικρά
τιτάνες, άκου κραυγές που βγάζουν
Άκου και μετά δες
πως οι φλόγες υψώνονται ψηλότερα από σένα
και μέσα κοίτα, κοίτα καλά
ποιος από τις φλόγες κάηκε
ποιος να καεί θα έπρεπε
και ποιος από της φλόγας τον χαμό μένει μακριά
και όρθιος στέκει και περήφανος
πιστεύοντας κάθε φορά πιο έξυπνος πως είναι από σένα
Άκου μετά δες

Gary Snyder, Θυμός, αγελάδες και Αχιλλεύς

Δυο από τους καλύτερους φίλους μου σταμάτησαν να μιλούν μεταξύ τους
ο ένας τους είπε ότι η οργή του ήταν σαν εκείνη του Αχιλλέα.
Οι τρεις μας είχαμε ταξιδέψει στην έρημο,
ξυπνημένοι από το κελάηδισμα των πουλιών και το φως του ήλιου κάτω από σιδερόδενδρα
σ’ ένα ξεροπόταμο νότια απ’ τα σύνορα.
Και οι δυο τους ήταν βοσκοί. Ο ένας με αγελάδες και ποιήματα,
ο άλλος με επιχειρήσεις και βιβλία.
Ο ένας ίσα που γλύτωσε απ’ το θάνατο σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα αλλά ανέρρωσε σιγά-σιγά
ο άλλος παράτησε όλους τους φίλους του,
κατέφυγε σε μια πόλη
και μελέτησε τις ανεπαίσθητες αποχρώσεις της ισχύος.
Έχω χρόνια να δω τον ένα τους,
όμως πρόσφατα συνάντησα τον άλλο στην αντίπερα άκρη ενός μπαρ,
κάποιοι μουσικοί έπαιζαν κοντά στο παράθυρο και
τρυφερά μου λέει «άκουσε προσεκτικά αυτή τη μουσική.
Ο εαυτός στον οποίο γαντζωνόμαστε τόσο απεγνωσμένα σύντομα θα απέλθει.»

*Δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.poeticanet.gr/thymos-agelades-axilleys-a-2235.html
Μετάφραση: Βασίλης Σταυρόπουλος

Πέτρος Σκυθιώτης, Τρία ποιήματα

20.

Ακόμα κι αν οι κόκκοι άμμου
μετατραπούν
σε ανθρώπους
η έρημος παραμένει έρημος

21.

Μάθαμε να πίνουμε και να καπνίζουμε
σαν απλοί άνθρωποι
φτάνει να κουρδίσουμε τον εαυτό μας
έτσι όταν είναι να παίξει χαρά
ν’ ακούγεται
σαν χαρά
κι όταν είναι να παίξει λύπη
ν’ ακούγεται
σαν λύπη
όταν υπάρχει κοινό γίνεται γρήγορα
απαιτητικό

σαν απλοί άνθρωποι

22.

Κι η Ευρώπη προσκύνησε
απ’ τα δεκαοχτώ αντικαταθλιπτικά
σύγχρονες ασθένειες
σου λέει
τι μας λείπει τι μας λείπει τι μας λείπει
εμένα τίποτα απάντησε
εγώ είμαι ελεύθερος απ’ όλες τις εξαρτήσεις
έκοψα το κάπνισμα το αλκοόλ τον τζόγο
και πήγε ο ηλίθιος
κι έγραψε άλλο ένα ερωτικό γράμμα

*Από τη συλλογή “Συνθήκη ισορροπίας”, εκδόσεις θράκα, Φεβρουάριος 2014.