Ειρήνη Παραδεισανού, Γενναίοι θ΄αφεθούμε

Κι ο θάνατος δε θα’ χει εξουσία
Ντύλαν Τόμας

Κάποτε θα’ ρθουν της ψυχής οι φύλακες
θ’ ακουμπήσουν τα κλειδιά τους στα χέρια μας
και θα’ ναι η ομορφιά
μια άσπρη αχτίδα
με το φως ψιχάλες να αιωρείται
και τα μάτια μας να πονάνε απ’ τη λάμψη.

Θα’ μαστε παιδιά ορφανεμένα από μήτρα
με το νερό γαλήνια ν’ αναδεύεται μέσα μας
να μας τραγουδά μαυλιστικά
τον υπόγειο σκοπό που ναρκώνει τα μέλη.

Κι εμείς γενναίοι θ’ αφεθούμε
στο τρομώδες υγρό που ταράσσει τα σπλάχνα μας.

* Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: http://wwwpareisakth.blogspot.com/2020/03/blog-post_25.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FStyHR+%28παρείσακτη%29

Κατερίνα Λιάτζουρα, Απειλή



Κάποτε* ένας ουρανός πίσω από κάγκελα

μυαλού απειλητικής σκιάς σε σκέψεις

καθρεφτισμένων εαυτών

σε γλιστερές επιφάνειες λαμπερών κεκτημένων

αντανακλάσεις ενός επέκεινα σε παρελθοντικό χρόνο

θυμάται μια φαντασίωση έξω

από το περίκλειστο εγώ

σε άγνωστη γλώσσα να προφέρει

το χρώμα μιας εκδιδόμενης

ονόματι Ελπίδα.

*κάποτε= Μάρτιος 2020 μ.Χ.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://strophess.blogspot.com/2020/03/blog-post_27.html?fbclid=IwAR0u-iSGhyKGP7OvWv2DbTInLnrOfqbLvpNFtNI9qWJflrci4i8OYeid66k

Θεόδωρος Ντόρρος, Ψαλίδι και ρολόι

Αυτός είναι ο Θεόδωρος Τραμπαδώρος, δηλαδή ο σπουδαίος ποιητής Θόδωρος Ντόρρος, που, με την έκδοση της ποιητικής του συλλογής “Στου γλυτωμού το χάζι”, στο Παρίσι το 1930, σηματοδοτεί την είσοδο του μοντερνισμού στην Ελλάδα…

Το αφησμένο πέσιμο του ψαλιδιού
απάνω στο τραπέζι
που ’ν’ η γιαλάδα του σαν όψη φωτισμένη από θυσίες,
κει μέσα κρατημένες,
μακριά από το ξέσκασμα των αλλονώνε
που ’ναι πιο τυχεροί πλασμένοι.

Ο κρότος του μιλάει τη δουλειά τη βραδινή,
στο κλείσιμο μέσα από τζάμια χειμωνιάτικα,
στο νεκροζώντανο το χώσιμο
σε τρύπες ολάνοιχτες καλοκαιριού,
κι ανοίγει πλημμυρίσματα,
σε καταδίκες που θα κρατήσουνε καιρό.
Τις συντροφεύει.

Και δίνει στις ελπίδες,
—κουρασμένες—
πιο πολλή ζωή απ’ το ρολόι που,
-λες ποτέ δεν κάνει τίποτ’ άλλο-
μετράει τη δουλειά του ψαλιδιού.

*Από τη συλλογή “Στου γλυτωμού το χάζι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005. Πρώτη έκδοση Παρίσι 1930, μετά 1931 και έπειτα Αθήνα 1981.

Δημήτρης Φιλελές, Ένοχοι

Γεννηθήκαμε ένοχοι
φορτωμένοι υπερκόσμιες αμαρτίες
χωρίς δικαίωμα απολογίας

είμαστε ένοχοι επειδή υπάρχουμε
επειδή έχουμε άποψη
επειδή ζητάμε δικαιοσύνη
είμαστε ένοχοι επειδή αρνούμαστε την ενοχή
χωρίς συνήγορο υπεράσπισης
χωρίς δικαίωμα έφεσης της απόφασης

μα φαίνεται να είναι για όλους βολικό
να εκτίουμε ποινή για αδικήματα
που ουδέποτε διαπράξαμε
με την ελπίδα της απονομής χάριτος
παρά να τιμωρηθούμε παραδειγματικά
για αδικήματα
που κατά συρροή υποπίπτουμε

είμαστε ένοχοι
για όσες φορές δεν πολεμήσαμε για το δίκιο μας
για όσες φορές δεν υπερασπιστήκαμε το δίκιο των άλλων
για όσες φορές συμβιβαστήκαμε
με την μέση οδό του νόμου
για όσες φορές συναινέσαμε στην καταφυγή του εφικτού
για όσες φορές αρκεστήκαμε στο λίγο
για όσες φορές προσευχηθήκαμε για το μη χειρότερο
για όσες φορές δεν πιστέψαμε στη δύναμή μας
για όσες φορές συμμετείχαμε στο άβουλο πλήθος
και είναι τόσες πολλές αυτές οι φορές
τόσες πολλές αυτές οι φορές…

και ποιος να μας δικάσει δικαστής
αφού δικαιοσύνη δεν υπάρχει

κι έτσι μόνοι μας καταδικάσαμε
τη ζωή μας στο σκοτάδι.

* Από τη συλλογή “Αντι…σώματα”, Εκδόσεις “Απόπειρα”, 2020.

Alejandra Pizarnik, Δύο ποιήματα

ΑΟΡΑΤΕΣ ΤΕΧΝΕΣ

Εσύ που τραγουδάς όλους μου τους θανάτους.
Εσύ που τραγουδάς αυτό που δεν εμπιστεύεσαι
στο όνειρο του χρόνου,
περιέγραψέ μου την πηγή της αδειοσύνης,
μίλα μου λέξεις ντυμένες φέρετρα
που κατοικούν στην αθωότητά μου.

Μ’ όλους μου τους θανάτους
δίνομαι στο θάνατό μου,
με παιδικές χουφτίτσες,
με μέθυσους πόθους
που δεν περπάτησαν κάτω από τον ήλιο,
και δεν υπάρχει μια πρωινή λέξη
που να δίνει δίκιο στο θάνατο
και δεν υπάρχει ένας θεός, ανέκφραστος να πεθάνεις.

***

Η ΝΥΧΤΑ
(απόσπασμα)

Ίσως η νύχτα να ‘ναι ζωή και θάνατος ο ήλιος.
Ίσως η νύχτα τίποτα να μην είναι
και οι εικασίες για εκείνη να μην είναι τίποτα
και τα όντα που την ζούνε τίποτα.
Ίσως οι λέξεις να είναι το μόνο που υπάρχει
στο γιγαντώδες των αιώνων χάσμα
που μας σέρνει η αυγή με τις αναμνήσεις της.

*Από το βιβλίο “Αλεσάνδρα Πισάρνικ Ποιήματα”, εκδόσεις Θράκα, Φεβρουάριος 2014. Μετάφραση: Στάθης Ιντζές.

Πάντοτε ήμασταν γυμνοί | Βαγγέλης Κοκκάρης

Φτερά Χήνας

vakod

Ο δούρειος ίππος

Το παρελθόν ζητάει ολοένα και πιο πιεστικά το μερίδιο του
στους δρόμους του χρόνου που μας μένει.
«Κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ» η αλήθεια είναι
και
ίσως ο μόνος που μπορεί να μετρήσει
τον σφυγμό του ουρανού
είναι τα σύννεφα που φτιάχναμε παιδιά.

Στο μεταξύ
το αλογάκι του λούνα παρκ
που βρίσκεται έξω από την πόρτα μας
κρύβει μέσα του
το γυμνασμένο στράτευμα του Γάλβα

***

Η διορία των λουλουδιών

Ίσως η μόνη απάντηση
να είναι
οι παιδικές ερωτήσεις.
Παίρνουμε το πάζλ της καθημερινότητας
και το πετάμε στον αέρα,
σκεπτόμενοι
πως ίσως
η απάντηση να κρύβεται
στο κέντρο της θάλασσας.

Ας μην το κρύβουμε άλλο: Πάντοτε ήμασταν γυμνοί.
Ας μην το κρύβουμε άλλο: Η μόνη μας πατρίδα είναι τα παιδικά Καλοκαίρια.

View original post