Λευτέρης Πούλιος, Δυό ποιήματα

ΣΥΧΝΑ ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Συχνά όταν τό σκοτάδι μού έπιτίθεται
κι ό δύστροπος άνεμος τακτοποιεί τή σκέψη μου
παγιδευμένος σέ κύκλο λέξεων περπατώ
σέ σκυθρωπιασμένο παρόν κάτω άπό
άδιάφορους ουρανούς

Τ’ άστρα ρίχνουν σκιά στή σκιά
ή άγρια πολιτεία νά μέ παρατηρεί
καί μ’ άφορά σχεδόν τόσο λίγο.
Ή καρδιά μου μιλά τινάζοντας τόν στίχο
τόν άκριβή ματώνοντας τά λόγια της

Κατάδικος καί γώ σέ τούτη τή φυλακή
βλέπω ολοφάνερα τό πρόσωπο τού καιρού
άν καί κανένα φώς δέν τό φωτίζει.
Μορφές γυναικών καί σχήματα άντρών
μέσα ατό σκοτεινό δάσος τού πολιτισμού
παιδιά μέ άστέρινα μάτια

Τό σπασμωδικό λυσσασμένο νόημα πάνω
στούς δείχτες ένός ρολογιού κι ένα ριγηλό
φόρεμα έγκαταλειμένης νύφης στόν άέρα

Συχνά όταν τό σκοτάδι μού έπιτίθεται
νοιώθω καλλίτερα τόν συνάνθρωπο
πού είναι κι αύτός σάν κι έμένα
καρφωμένος στήν καθημερινότητα όπως
ό Χριστός στό σταυρό του. Ένας σταυρός.
Πού δέν είναι μπηγμένος πουθενά μά κυματίζει
στό βρώμικο άέρα

Καθώς
οι άνεμοι τής καρδιάς
ξεσπάνε ατούς τυφώνες τους
καί τό σκορπισμένο αίμα μιάς νιότης
γλιστράει έξαγνίζοντας
τό ρούχο τής νύχτας.

***

ΑΠΟ ΤΟ ΒΡΑΧΟ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ

Οι τελευταίοι ψίθυροι τής αθωότητας
κι οί τελευταίες κραυγές τής δειλίας
Δέν πρόκειται νά φέρω στόν κόσμο τή χλεύη μου
καί τήν αχαριστία μου, ας τού δίνουμε.
Τί ανώριμοι καιροί τής καρδιάς.

Δάση άπό γλόμπς λουλούδια μ’ άλυσίδες
αλλά τ’ είναι αύτό πού κάνει ένα λαό κουβάρι;
Τό κροτάλισμα τού πολυβόλου
κι οί μελωδίες άπ’ τις έρπύστριες
των τάνκς;

Τό χειρότερο άπ’ όλα είναι τό βρωμερό φιλί
τού καπιταλισμού στό μάγουλο
τών άγανακτισμένων μαζών.

“Εχω ένα λουλούδι
όμως δέν έχω μάτια μονάχα πληγές
πού τά βλέπουν όλα. Τί συμβαίνει λοιπόν;
Δέν ρωτώ γιά ένα χαρακτηρισμό
μυρίζομαι μιά άπέραντη τρελή συνωμοσία
Μέσα στό στρόβιλο τού άέρα όσοι πλανήθηκαν
χρόνια καί χρόνια δέν θά τσακίσουν
σάν τά άνθη. Ξυλοδαρμένοι στ’ άστυνομικά
τμήματα μέ νύχια βγαλμένα δέν θά λυγίσουν
τό πιστεύω τους θά γίνει άστρο στό χέρι τους
καί τά γκλόμπς θά πέσουν άλλη μιά φορά
στό κεφάλι τους.

* Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Τράμ”, Δεύτερη Διαδρομή, τεύχος 1, Θεσσαλονίκη 1976. (σελ. 14-15).

Νικόλας Λεβέντης, Δύο ποιήματα

ΣΥΡΜΟΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

Περνούσες ανάμεσά μας,
ικέτευες για λίγα λεπτά του ευρώ.
Δήλωσες πως είχες οικογένεια,
έμενες στο δρόμο, ανησυχούσες
για το μέλλον των θυγατέρων σου.

Οι επιβάτες του συρμού είχαν συνηθίσει
το θέαμα. Ψιθύριζαν
ότι εσύ φταις για την κατάντια σου.
Με αδιάφορα βλέμματα σε πλήρωναν.

Τα λίγα χρήματα που συγκέντρωσες
τα κρατούσες σφιχτά στο χέρι,
να αγοράσεις λίγο ψωμί, λίγο νερό,
λίγο δρόμο ακόμη.

Όλοι τους ανησυχούσαν
μην τυχόν οδηγηθούν στη ζωή αυτή,
μην τυχόν κάποιο χαρτόκουτο-στέγη
στερήσει τη σημαντικότητά τους.

***

ΙΚΕΣΙΑ

Υπάρχουν μέρες που δεν θέλω συμβουλές
αλλά απλά να ακουστώ

να νιώσω ένα βλέμμα πάνω μου συμπονετικό
να αισθανθώ ένα άγγιγμα παρηγορητικό
να δω κάποιον να ξεφυσά μαζί μου

κι ύστερα σαν να έχει σωπάσει ο κόσμος
να κλείσουμε τα μάτια να ακούσουμε
την καρδιά να κλαίει

να αφουγκραστούμε τον νου να νεκρώνει
χωρίς να αναζητά ψέματα
να θρέψουν τον εγωισμό της επιτυχίας.

Οι μέρες αυτές κρατούν λίγο,
μα, εντός μου πάντα μένουν
για να μην ξεχάσω την αίσθησή τους.

Φοβάμαι το σκοτάδι που περικλείουν
και τον συλλογισμό που επισύρουν·
πως ίσως η μοναξιά να είναι γραφτή.

Θέλω για μια στιγμή μονάχα
να νοηθώ ένα τίποτα
και κανείς να μην με κρίνει.

που επέλεξα να ταπεινωθώ,
που φορώ προσωπείο την υπομονή,

που έχω για πατρικό μου τον πόνο.

Θέλω για μια στιγμή μονάχα
Να ακούσει κάποιος τους λυγμούς της σιωπής μου.

*Από τη συλλογή “Κυνισμός”, Εκδόσεις Στοχαστής, Φθινόπωρο 2019.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Χωρίς ανάσα

Δεν μπορώ να αναπνεύσω.
Μια μπότα μου πατάει το λαιμό.
Η μύτη μου αιμορραγεί.
Ο τύπος με το χέρι στην τσέπη
μου προκαλεί ασφυξία.
Δεν μπορώ να αναπνεύσω.
Μια μπότα ποδοπατάει τα δικαιώματά μου.
Είμαι ένας από τους πολλούς,
που ποδοπατήθηκαν
γιατί διαφέρουν στο χρώμα.
Το όνομά μου δεν έχει σημασία.
Ίσως με ‘λεγαν Γκάρνερ,*
ίσως με ‘λεγαν Φλόιντ.
Είμαι ένας από τους χιλιάδες,
που κάποτε θα τρυπήσουν την μπότα,
που τώρα τους πατάει
Και σαν την γάγγραινα
θα απλωθούν και θα νικήσουν
όλο το σάπιο σώμα,
που τους δολοφονεί.
Δεν μπορώ να αναπνεύσω.
Ο αέρας τελείωσε, πεθαίνω.
Ποιο είναι, αλήθεια, τ’ όνομά μου;
Κάποτε με έλεγαν Γκάρνερ,
τώρα με λένε Φλόιντ.

*Ο Έρικ Γκάρνερ, ο μαύρος που έχασε τη ζωή του από ασφυξία το 2014 στη Νέα Υόρκη, επίσης κατά τη διάρκεια σύλληψης από λευκούς αστυνομικούς, είχε πει ακριβώς την φράση: I can’ t breathe (Δεν μπορώ να αναπνεύσω) πριν ξεψυχήσει.

Νίκος Σφαμένος, VI

το γράψιμο ερχόταν πάντα από
μόνο του
περπατώντας σ’ ένα βρώμικο στενό
κοιτώντας τ’ αστέρια μια βουβή νύχτα
στα κορίτσια που μας χαμογελούσαν
αυτό που έμενε ήταν να γεμίσει λέξεις ένα χαρτί
δεν είχαμε τίποτα κι αυτά που ζητούσαν οι άλλοι
μας φαινόταν περιττά
μόνο ένα ποίημα περίμενε
ένα άγιο ιερό ποίημα γραμμένο πάνω
στους λερούς τοίχους
γεννιόταν

η σύγχρονη ποίηση μας φαινόταν ανούσια, βαρετή
χωρίς σπίθα
κι εμείς περιμέναμε
περιμέναμε κάτι μαγικό
που θα ερχόταν ξαφνικά ένα κρύο βράδυ
το ποτό μας συνόδευε πάντα
είμασταν ευτυχισμένοι καθώς παραπατούσαμε
άλλο ένα ποίημα
άλλη μια υπέροχη νεκρή νύχτα:
τι υπέροχο να τραγουδάς μόνος
στους έρημους νυχτερινούς δρόμους

*Φωτογραφία: Αση Φρουφρου.

Langston Hughes, O Nέγρος

Είμαι νέγρος:
Μαύρος όπως κι η νύχτα,
Μαύρος σαν τα βάθη της Αφρικής μου.
Ήμουν σκλάβος:
Ο Καίσαρας μου είπε να κρατάω καθαρά τα σκαλιά του σπιτιού του
Γυάλισα τις μπότες του Ουάσιγκτον.
Ήμουν εργάτης:
Οι πυραμίδες χτίστηκαν απ’ τα χέρια μου.
Έκανα ασβέστη για το κτίριο Γούλγουερθ.
Ήμουν τραγουδιστής:
Από την Αφρική έως τη Γεωργία
Κουβάλησα τα θλιβερά τραγούδια μου.
Έπαιξα Ράγκταϊμ
Ήμουν θύμα:
Οι Βέλγοι έκοψαν τα χέρια μου στο Κονγκό.
Με λιντσάρισαν ακόμα στο Μισισιπή.
Είμαι νέγρος:
Μαύρος όπως κι η νύχτα,
Μαύρος σαν τα βάθη της Αφρικής μου.

Μαριάννα Πλιάκου, Δύο ποιήματα

Υπόσχεση

Με φτυάρια και λισγάρια
τον ουρανό τσαπίσαμε
και με βροχή απ’ τα μάτια μας
ποτίσαμε το χώμα του.
Μα ήλιος δεν ξεφύτρωσε.

Με δόντια και με νύχια
τα σύννεφα ξηλώσαμε
και με γυμνές παλάμες
το έρεβος ραπίσαμε.
Μα μέρα δεν ξημέρωσε.

Μόνο τα φίδια τραγουδούν
και φτιάχνουνε ανάκτορα
στους τάφους των χελιδονιών.
Μόνο αρουραίοι κελαηδούν
και κυνηγούν ελάφια.

Εδώ τ’ αμπέλια γέρασαν στον κάμπο
την Άνοιξη να προσδοκούν,
και λύγισε η ελιά απ’ της σκιάς το βάρος.

Εδώ, κι ο ρόγχος της υπόσχεσης τελειώνει.

***

Και πάλι…

Ο χείμαρρος της μέρας,
χωρίς μνηστήρες και σκοπό,
στις γειτονιές γυρνά,
άνθους αμυγδαλιάς σκορπώντας
και του Ηφαίστου το αμόνι αψηφώντας.

Μα το σφυρί,
βαρύ,
λυγίζει το νερό –
λεπίδα που στα παραθύρια καίει.

Και σα χορτάσει η νυχτερίδα,
κόκκινα ρόδια χύνονται,
τη σάρκα τους ανοίγοντας σ’ ευχές.

Και το νερό,
μαζί με τους ανθούς και το ξυράφι,
το Χάος, τον Αιθέρα και τη Μέρα,
τρέχει σε νέες γειτονιές.

*Από τη συλλογή “Σιωπή”, Εκδόσεις “Πολύτροπον”, 2015.

Κωστής Τριανταφύλλου, κ α τ ά λ η ψ η

γλωσσική κατάληψη για να ξεχάσουμε τη γλώσσα μας
κατάληψη της φαντασίας μας
κατάληψη της ζωής μας
κατάληψη
της γης
της φύσης
του νερού
του αέρα

καταλαμβάνεις αγοράζοντας
για να ελέγξεις
να εξορύξεις
να θάψεις
να αυξήσεις τα κέρδη σου εξαγοράζοντας
κατάληψη με φριχτή κατάληξη

υπάρχει και κατάληψη
που δίνει ζωή στην εγκατάλειψη
κατάληψη αποκάλυψη

Αθήνα, 2 Μαρτίου του ’20.