Θεόδωρος Ντόρρος, Βραδινή μοναξιά

Lisette Model, Reflection With Hand, 1939

Είναι η ώρα που ολονώνε η ζωή βαραίνει την ψυχή μου.

Στο πλαϊνό γιαπί ένας εργάτης στήθηκε
ανάμεσα σε δυο φωτάκια ολοκόκκινα.
Μόλις που βλέπει.
Και ξαναρχίζει χτυπητό το πάφλασμα της λάσπης.
Και το σκάψιμο… Να πάρει μέσα κάποιονε…

Ώρα πολύ.

Κουράστηκα, μαζί του…
Φεύγει κι αυτός μέσ’ στη βροχή,
σα ν’ άφησε τον κόσμο ατέλειωτο.

Δε βλέπω πια παρά το γέρο αντίκρυ,
ακίνητο στη θέση του.
Και μ’ όλα του τα όνειρα,
εκεί που είναι ζει,
σαν τον όποιον άνθρωπο,
σαν όλους τους απόψε.
Καθένας τη δική του τη ζωή,
εκεί που είναι.

Κάπου. Κάπως.
Έτσι πεθαίνουν ολοένα.
Κι όλοι τους μαζί σα να μη το ’νιωσαν ποτές,
όχι μονάχα ένας,
όλοι τους μαζί…

Λες κι έφταιξα. Φουντώνω από ντροπή.

Ένα περπάτημα.
Το κάθε βήμα, εγερτήριο,
που θα τα ζωντανέψει όλα,
και μένανε θα σώσει.

Μα η συμπόνοια ξένη πάντα.
Δυνάμωσε και πέρασε αφήνοντας την πίκρα και το μίσος.

Αγριεμένα ψάχνουνε τα μάτια μου.

Ας πέρναγε τώρα ένα μοναχά ταξί.
Θα πρόφταινα να δώ θαμπά στο μουσκεμένο φως του…
Μ’ ακούω μακριά το βραχνασμό του,
σαν ο δικός μου ο λαιμός να σφίγγεται μέσα στο χέρι του σωφέρ.
Μαζί με τη θυσία μου και το χαμό μου.

Μέσ’ στο σκοτάδι
που ξανάσβησε το δρόμο τον απόμερο της πόλης,
κανένας άλλος ζωντανός.
Ολόγυρα στους τοίχους μαυρίζουν τα παράθυρα
σαν τάφοι σηκωμένοι όλοι μονομιάς.
Και μέσα τρυπωμένοι σκελετοί.
Κοντά τους είναι κι η ζωή, όπως κι αλλού,
ξαφνιάζει κάποιονε, και φεύγει,
τραβηγμένη από κάποια πονηράδα μεγαλύτερη.

Ξέχασαν όλοι πια πως τη ζητάνε.

Ολομόναχος, τρομάζω, νιώθοντας όλο μου τον όγκο,
και μπρος μου, αμίλητη την ύπαρξή μου, ολόρθη.
Αυτή που είναι το κενό.
Γεμάτο φόβο.

Σα να μην έχω ζήσει παρά τότε.

Οι θύμησές μου, αλλουνού.
Μα όχι. Ποτέ δεν έτυχε να είμαι γω σε κάποιο μέρος.
Είμαι παντού με όλους, και πιο πολύ παντού.

Θα φύγω αμέσως κι από δω.
Να μη σταθώ ποτέ.
Σε ξένους ήλιους και δροσιές,
στου καθενός το στολισμένο τίποτα, καμαρωμένο,
να ξεπεράσω τη δική μου την ψευτιά.

Ούτε κι εκεί.

Στο δρόμο,
έξω,
περπατάτε.
Κοντά στο χώμα και στον ουρανό.
Πάντα πηγαίνετε. Ποτέ μη σταματάτε.
Κι εγώ ίσα γραμμή στο πλοίο το μικρό,
μονάχος με τον κίνδυνο
που όλα αυτός τα βλέπει.
Στα κύματα, με τη μεγάλη τη ζωή. Ατέλειωτα.
Κάπου κει και πιο μακριά. Δεν ξέρω.
Μακρύτερα απ’ όλους σας.
Πάντα ορθός, αλύγιστος,
ριγίζοντας στον άνεμο το σκοτεινό
που θα παγώνει τα φλογισμένα μάτια μου,
τον τελευταίο πυρετό της σάρκας θα δροσίζει.
Όλο θα πηγαίνω, ίσαμε να πέσω – μια φορά.
Όχι πάντοτε, σαν όλους σας που ζείτε κάπου απόψε,
έτσι κάπως.

Λεφτερωμένος απ’ τη δική σας τη ζωή.

*Από το βιβλίο της Μαρίας Αθανασοπούλου “Θεόδωρος Ντόρρος, Στου γλυτωμού το χάζι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Μάρτης 2005.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Μαρμαρογλυφείο

ΧΧΙΙΙ
Στη Μ.Φ.

Κι αν στέκεσαι έξω από την πέτρα
με μάτια κόκκινα
και σταυρωμένα χέρια
μια ιστορία σε συμπαρασύρει
σαν Απόκοπος κι εσύ
από τη λύπη
να σπάσεις το δεσμά του χρόνου
και να περπατήσεις στον Άδη
μέχρι εκείνος να σε βρει και
να ρωτήσει μ’ αγωνία
«είναι λιβάδια δροσερά,
φυσά γλυκύς αέρας;»
*
Τότε ν’ απαντήσεις
«Έλα μαζί μου γιόκα μου
να σε γλυκοφιλήσω
να σ’ αγκαλιάσω στην καρδιά
τον χτύπο μου ν’ αφήσω
γιατί είν’ λιβάδια δροσερά
φυσά γλυκύς αέρας
μα δε μου κάνει αποθυμιά
να βγω να περπατήσω
ούτε στα μάτια μου σφιχτά
τη γλύκα να σφαλίσω
Γιατί είναι η μάνα άδικο
να χαίρεται τη φύση
και το παιδί της να χαθεί
αιώνια στη δύση
Έλα μαζί μου γιόκα μου
να κλέψω από τον χάρο
την ομορφιά τη χάρη σου
μαζί μου να σε πάρω»

*Από τον Απόκοπο του Μπεργαδή, στ. 91.

Σπύρος Μεϊμάρης, Προτροπή

Άγγελέ μου, κοιμήσου απόψε γλυκά
κι ονειρέψου απέραντες, ήσυχες πεδιάδες
μόνη με τον εαυτό σου.
Λουσμένη στο φως της ψυχής σου,
γέμισε ενέργεια,
αγκάλιασε τα σεντόνια και
φίλησε το μαξιλάρι σου.
Εκεί κάτω κοντά στις παντόφλες σου
θα βρεις εμένα, πάντα κοντά σου.
Η πνοή η δίκιά μου είσαι συ
κι ο ήχος της φωνής σου το πιο δροσερό
κελάηδισμα πουλιού της αυγής,
λίγο πριν σαλπάρει το πλοίο.

Στην άκρη της νύχτας θα με βρεις.
Έλα να με πάρεις.
Σε περιμένω.

*Από τη συλλογή «γραφτά», Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 1998.

Χάσαμε τὴν ψυχή μας στοὺς συνωστισμούς…

Μάνος Τασάκος

GREEK POET MAKRIS
Γιώργος Μακρής

Χρόνια πρίν, ὅταν παιδὶ ἀκόμη ἔβλεπα τὰ ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς Ἀθήνας νὰ ἐξαφανίζονται, (μοιάζουν νὰ ἔχουν περάσει αἰῶνες…), ὑπῆρχε ἕνας μεσήλικας στὴ γειτονιὰ ποὺ συνήθιζε νὰ περπατᾷ μὲ τὶς ὧρες τὰ σοκάκια καὶ νὰ μονολογεῖ – φαινόμενο τότε σπάνιο καὶ δεῖγμα διαταραχῆς. Χάθηκε, τὴ μέρα ποὺ κατεδαφίστηκε καὶ ἡ τελευταία μαρμαρόκτιστη κατοικία ἀπὸ τὴν περιοχὴ καὶ μαζὶ ὁ κῆπος της ὅπου συνήθιζε νὰ ξαποσταίνει ἀπαγγέλοντας ρίμες. Ἀπὸ σύμπτωση, καιρὸ μετά, ἔμαθα πὼς εἶχε τρία πτυχία, μιλοῦσε τέσσερις γλῶσσες καὶ γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα ἔδειξε ποιητικὴ παρουσία ἔντονη. Ποιὰ θρυαλλίδα τὸν ὁδήγησε νὰ γίνει ἀποσυνάγωγος καὶ ποιὰ νοητικὴ θύελλα τὸν ἔστειλε στὸ περιθώριο, εἶναι ἐρωτήματα ποὺ θὰ μείνουν ἀναπάντητα.

Θυμήθηκα αὐτὴν τὴν underground φιγούρα, ὅταν πῆρα μήνυμα ἀπὸ φίλο παλιὸ στὴν Ἑλλάδα γιὰ κάποια μικρὴ ἐκδήλωση ποὺ ἑτοιμάζουν στὴν Ἀθῆνα γιὰ τὸν Γιῶργο Μακρή, ἕναν ἀκατάτακτο (λογοτεχνικὰ καὶ πολιτικὰ) διανοούμενο, ποὺ γεννήθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ προηγούμενου αἰῶνα, τὸ 1923 καὶ ἔπεσε στὸ κενό ἀπὸ τὴν ταράτσα τῆς πολυκατοικίας του τὸν Γενάρη τοῦ 1968. Κι ἐπειδὴ τὰ βιβλία ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ ἀπέθαντες δᾴδες ὅπου καταφεύγει ἡ μνήμη κάθε ποὺ θέλει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἀσχήμια, ἄνοιξα πάλι τὸ βιβλίο “Γραπτὰ Γιώργου Β. Μακρή” , ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τῆς Ἑστίας μὲ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ Γονατᾶ καὶ μὲ ἕνα δικό του, ὄμορφο καὶ πολὺ κατατοπιστικὸ εἰσαγωγικὸ σημείωμα.

Ἃς ἐλαφρύνω τὸ κλίμα. Πάντα πίστευα πὼς τὸ humor ἀπαιτεῖ ἐκλεπτυσμένη αἰσθητικὴ καὶ καλλιέργεια, ἰδιαίτερα στὴν ὑπαινικτικὴ καὶ δηλητηριώδη μορφή του καὶ πὼς ἔχει ἕνα μεγαλεῖο ὅταν μπορεῖ νὰ διασκεδάσει ἀκόμη καὶ τὴν τραγῳδία ἑνὸς θανάτου. Λέγεται, (μὰ ἀκόμη καὶ ἐὰν εἶναι φήμη, τίποτε δὲν χάνει σὲ ἀξία…), πώς τὴν ὥρα ποὺ ὁ Μακρὴς ἀνέβαινε στὴν ταράτσα γιὰ τὴν τελευταία διαδρομή, τὸν ρώτησε ὁ θυρωρὸς τῆς πολυκατοικίας, ἐκεῖ στὴν γωνία Μιχαλακοπούλου καὶ Σεμιτέλου: ” Θὰ ἀργήσετε κύριε Γιῶργο;” γιὰ νὰ πάρει τὴν ἀπάντηση: ” Μὴν ἀνησυχεῖς, θὰ κατέβω γρήγορα…”. Κατέβηκε πολὺ πιὸ γρήγορα ἀπὸ ὅσο μποροῦσε νὰ φανταστεῖ ὁ άνυποψίαστος θυρωρός. Ἦταν 31 Ἰανουαρίου τοῦ 1968.

Μὰ τὸν βλέπετε καὶ στὴν φωτογραφία, ροῦχα ποὺ τὸν φοροῦν καὶ δὲν τὰ φοράει, μόνιμα χωλὸς ἀπὸ ἕνα παιδικὸ ἀτύχημα, φιγούρα αἱρετικὴ γιὰ τὰ τῆς ἐποχῆς – κι ὅμως σὲ κάποιες ἄλλες φωτογραφίες ἔχει μιὰ ὀμορφιὰ περίεργη καὶ βλέμμα διαπεραστικό, ποτὲ ὅμως χολικό, ποτὲ ἀγενές, ποτὲ προσβλητικὸ ἀκόμη καὶ ὅταν ἀλαζονικὰ φοιτητάρια προσπαθοῦν νὰ διᾳκωμωδήσουν τὰ γραπτά του στὸ Brazilian καὶ σὲ ἄλλα στέκια τοῦ Κολωνακίου. Στὰ ὕστερα τῆς ζωῆς του τὸ μποὲμ τῆς φιγούρας χάνεται, τὸ πρόσωπο γερνάει ἄσκημα, ἀρχίζουν καὶ οἱ ἀπόπειρες αὐτοκτονίας. Ὁ Σαχτούρης καὶ πολλοὶ καλοὶ φίλοι καὶ θαυμαστὲς θὰ τοῦ σταθοῦν, μὰ εἶναι ἀργά….

Ὁ Μακρής, (ἀπὸ μεγαλοαστικὴ οἰκογένεια, μὰ μὲ Ἰαβέρειο πατρικὴ φιγούρα…), ἔγραφε ἀσταμάτητα σὲ ὅτι ἔβρισκε, μὰ τὰ γραπτά του δὲν εἶχαν τὴν τύχη τοῦ, ἐπίσης πολυγραφότατου, Βουτυρᾶ καὶ τὰ περισσότερα χάθηκαν ἢ καταστράφηκαν. Ἀκόμη καὶ στὸ βιβλίο ποὺ ἀναφέρω παραπάνω, τὰ διηγήματα κόβονται στὴ μέση, στὰ ποιήματα ὑπάρχουν ἄσχετες λέξεις καὶ φράσεις καὶ κομμάτια ὁλόκληρα εἶναι ἀνερμάτιστα, ἀκατανόητα, παραληρηματικά. Ἔτσι ἀκριβῶς ἦταν καὶ ἡ ζωή του, λένε μάρτυρες καὶ φίλοι του ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐποχή. Μποροῦσε νὰ κάθεται γιὰ 24ωρα σὲ ἕναν καφενὲ ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ φαγητὸ καὶ νὰ διαλέγεται μὲ ἀκροατήρια ἑτερόκλητα – ἄλλοτε ἀγαπημένων φίλων, ἄλλοτε φοιτητῶν ποὺ βρίσκουν τὴν αἱρετική του ματιὰ ἑλκυστικὴ κι ἀναζητοῦν ἀπαντήσεις…

Μὰ νὰ πὼς περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Γονατᾶς τούτη τὴν πυρετικὴ συγγραφικὴ δραστηριότητα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ποτὲ δὲν θεώρησε τὸν ἑαυτὸ τοῦ συγγραφέα.

” …ὑπάρχουν κείμενά του ποὺ ἔχουν γραφτεῖ σὲ κουτιὰ ἀπὸ τσιγάρα, σὲ καταλόγους ἐκθέσεων ζωγραφικῆς, σ’ ἐπιστολόχαρτα ξενοδοχείων καὶ καφενείων τοῦ Saint Germain des pres, σὲ φακέλους ἐπισκεπτηρίων, σὲ ἀκυρωμένα δελτία τροφίμων τῆς Κατοχῆς… ἕνα κείμενό του εἶναι γραμμένο πίσω ἀπὸ μιὰ κιτρινισμένη παιδική του φωτογραφία. Οἱ διαχωρισμοὶ τῶν στίχων, σὲ πολλὰ ποιήματά του, καθορίζονται ἀπὸ τὸ φάρδος τοῦ χαρτιοῦ ποὺ γράφει…. οἱ ἄθλιες συνθῆκες συντήρησης τῶν χειρογράφων του καθιστοῦν προβληματικὴ τὴν ἀνάγνωσή τους, ποὺ τὴν μεταβάλλουν συχνὰ σὲ ἀποκρυπτογράφηση…”.

Πρὶν δώσω κάνα δυὸ ποιητικὰ δείγματα (ποιήματα σκληρά, ἀδιάφορα γιὰ τὴν φόρμα, τὴν ἁρμονία, τὴν αἰσθητική του δίστιχου…), δυὸ λόγια γιὰ τὰ πεζά του ποὺ καλύπτουν καὶ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ (γνωστοῦ) ἔργου του.

Ἡ ἀνάγνωση τῶν κειμένων τοῦ Μακρὴ θέλει νεῦρα γερὰ καὶ μυαλὸ ἀνοικτό, μὰ καὶ πάλι ὁ ἀναγνώστης δὲν θ’ ἀργήσει νὰ νοιώσει πὼς πνίγεται σὲ φράσεις φαινομενικὰ ἀσύνδετες, ἄλλοτε ὑψηλοῦ λυρισμοῦ, ἄλλοτε ἀσχέτων παρενθέσεων. Νιώθεις πὼς ἀκολουθεῖς τὸν λαβύρινθο ἑνὸς μυαλοῦ ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν δική σου παρουσία, ἀνοίγει χιλιάδες πόρτες καὶ πορτάκια ἄγνωστα, μισοσκότεινα καὶ μόλις νοιώσει τὸ φῶς μιᾶς πυγολαμπίδας τὸ παραλήρημα σταματᾷ, τὸ κείμενο τελειώνει καὶ σ ἀφήνει χωρὶς ἱκανοποίηση, χωρὶς τέλος – τουλάχιστον ἐκεῖνο ποὺ ἔχουμε μάθει νὰ περιμένουμε ἀπὸ ἕνα διήγημα, μιὰ ἐπιστολή, μιὰ νουβέλα. Δεῖτε τώρα τὴν ἀρχὴ σὲ κείμενό του μὲ τὸν τίτλο “Ἀπολογία”..

“Τὸ νὰ μπεῖς νυχτιάτικα στὸ χτῆμα τοῦ Γεροντόκολα μὲ τὸ σκοπὸ νὰ θάψεις ἕνα ἀδειανὸ κουτὶ ἀπὸ τσίγκο, εἶναι μιὰ ὑπόθεση…”.

Ἀχά!, σκέφτεται ὁ ἀναγνώστης, νὰ μιὰ στακάτη καὶ ἐνδιαφέρουσα εἰσαγωγή. Μάλιστα. Μόνο ποὺ ἀκολουθεῖ μιὰ ἀναφορὰ στὴ φύση (ἃς τὴν ποῦμε σχετική…), ἕνα ἐπεισόδιο μὲ τὸν Rousseau, ἕνα ποίημα στὴ μέση τοῦ πουθενά. Καὶ ἰδοὺ πῶς ξεκινᾷ ἡ δεύτερη παράγραφος, πάνω ἐκεῖ ποὺ περιμένεις νὰ δεῖς τί ἔγινε μὲ τὸν ἔρμο τὸν Γεροντόκολα:

” Κάθε σκέψη ποὺ κάνουμε, σκέψη εἶναι, δηλαδὴ τρέχα γύρευε. Φεύγει ὕστερα, καὶ τὴν ἑπομένη ἔρχεται ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητας καὶ σοῦ λέει δέκα τὰ ἑκατὸ φόρο, φορώντας μιὰ πεταλοῦδα κι ἕνα παχὺ μουστάκι. Ἐσὺ πάλι πρέπει νὰ τὸ συζητήσεις τὸ πρᾶγμα…”.

Καὶ τὸ ἀποκορύφωμα, στὸ τέλος, γιὰ ὅποιον ἀντέξει νὰ φτάσει ὡς ἐκεῖ..

“Ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ ζοῦμε χωρὶς νὰ μᾶς διώχνουν ἀπὸ τὸν παράδεισο, εἶναι νὰ μὴν τρῶμε τὸ μῆλο. Καὶ ὁ μόνος τρόπος νὰ μὴν τρῶμε τὸ μῆλο εἶναι νὰ μὴν τὸ βάζουμε στὸ στόμα. Στὸ χέρι μποροῦμε νὰ τὸ κρατᾶμε ὅσο θέλουμε“.

Φυσικὰ γίνομαι λίγο provocateur, διάλεξα πολὺ χαριτωμένα ἐδάφια, ἡ περιδιάβαση στὰ ἐνδιάμεσα εἶναι κατὰ πολὺ δυσκολοτερη, ὡς καὶ ἐπίπονη. Μὰ γιατί, θὰ ἀναρωτηθοῦν πολλοὶ, νὰ σκύψουμε πάνω ἀπὸ ἕνα βιβλίο ποὺ ἀπαιτεῖ μόχθο γιὰ τὴν κατανόησή του καὶ ποὺ πιθανῶς δὲν θὰ μᾶς δώσει καμία αἰσθητικὴ ἀπόλαυση; Εἶναι μιὰ δικαιολογημένη ἐρώτηση ποὺ δέχομαι συχνὰ σὲ παρουσιάσεις παρόμοιες, μά, ἃς τὸ πῶ χωρὶς καθυστέρηση, βρίσκω πάντα πὼς ἔχει μιὰ ἀξία νὰ χτυπιέμαι μὲ σχολές, ρεύματα καὶ γραφὲς πολὺ μακρινὲς ἀπὸ τὶς δικές μου ἀντιλήψεις καὶ κυρίως μὲ τρόπους σκέψης καὶ συγγραφῆς ποὺ ἀποδομοῦν τὸν κανόνα, τὸ κυρίαρχο κοινωνικά, τὸ ἀναμενόμενο. Κι ἃς διαφωνῶ. Κι ἃς δυσανασχετῶ στὴν ἀνάγνωση. Μὰ πάντα ἔχει μεγάλο ἐνδιαφέρον νὰ διαβάσεις ἐκείνη τὴ σκέψη ποὺ ἐσὺ δὲν θάκαμες ποτέ, νὰ ἀπαγγείλεις ἕνα ποίημα ποὺ ποτὲ δὲν θάγραφες. Στὸν καθρέφτη εἶναι κουραστικὸ νὰ βλέπεις τὸ εἴδωλό σου, καλύτερα μιὰ μορφὴ ἔκπληξη, ἕνα κείμενο ἄγνωστο, μιὰ γραφὴ ποὺ ζητᾷ ἀποκρυπτογράφηση…

Ἃς κλείσω μὲ ποίηση. Ὁ Μακρὴς μοίραζε χαρτάκια δεξιὰ κι ἀριστερὰ μὲ στίχους κι ἀποφθέγματα, νὰ ἕνα ποὺ γράφτηκε σὲ κουτὶ ἀπὸ τσιγάρα τὸ 1965. Ἦταν στὰ γαλλικά, μὰ ἃς κερδίσουμε χρόνο μὲ μιὰ πρόχειρη μετάφραση..

τί μαλακίες χρειάζεται νὰ πεῖς
γιὰ ν ἀτενίσεις ἀπ’ τὰ βάθη ἑνὸς κρεβατιοῦ
ἕνα σουτιὲν σὲ μιὰ καρέκλα
ἕνα ζευγάρι κάλτσες στὸ χαλὶ

Καὶ τὸ πιὸ γνωστό του (θάλεγα καὶ τὸ πιὸ συμβατικό του), ἕνα (οἰονεί) ποιητικὸ μανιφέστο, μὲ τίτλο “Ἐμεῖς οἱ λίγοι”. Ἀπὸ τὸ 1950…

Εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀνειροπαρμένοι τρελλοὶ τῆς γῆς
μὲ τὴ φλογισμένη καρδιὰ καὶ τὰ ἔξαλλα μάτια.
Εἴμαστε οἱ ἀλύτρωτοι στοχαστὲς καὶ οἱ τραγικοὶ ἐρωτευμένοι.
Χίλιοι ἥλιοι κυλοῦνε μὲς στὸ αἷμα μας
κι ὁλοῦθε μᾶς κυνηγᾷ τὸ ὅραμα τοῦ ἀπείρου.
Ἡ φόρμα δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς δαμάσει.
Ἐμεῖς ἐρωτευθήκαμε τὴν οὐσία τοῦ εἶναι μας
καὶ σ’ ὅλους μας τοὺς ἔρωτες αὐτὴν ἀγαποῦμε.
Εἴμαστε οἱ μεγάλοι ἐνθουσιασμένοι κι οἱ μεγάλοι ἀρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τὸν κόσμο ὅλο καὶ δὲν εἴμαστε τίποτα ἀπ’
αὐτὸν τὸν κόσμο
Οἱ μέρες μας εἶναι μιὰ πυρκαγιὰ κι οἱ νύχτες μας ἕνα πέλαγο
Γύρω μας ἀντηχεῖ τὸ γέλιο τῶν ἀνθρώπων.
Εἴμαστε οἱ προάγγελοι τοῦ χάους.

Δεῖτε κι αὐτό, ξεχασμένο κι ἀπαρατήρητο, μὰ θαρρῶ ἀπὸ τὰ ποιὸ αἰχμηρά του..

Ὂλ’ αὐτὰ τὰ βλέπει ὁ πικραμένος
κάθεται σ ἕναν φτωχικὸ ἀπόπατο μιλάει μὲ τὸν Θεὸ
δείχνει μὲ τὰ μάτια τὰ εἰρηνικὰ ἔντομα
τ ἀπόκοσμα χαρτιὰ γεμάτα ἀπὸ ἴσκιο
ὁ πικραμένος αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε κάμποσα χρόνια
ὕστερα ἀπὸ κεῖνον ποὺ βρῆκε κι ἀπὸ κεῖνον ποὺ ἔχασε
στέρεψε πιὰ ἀφοῦ βασανίστηκε νὰ βρεῖ μίαν ἔξοδο.
Τέλος ἡ μόνη ἔξοδος δὲν ἦταν παρὰ
ἡ ἀκινησία του.

Ἀκόμη αὐτό, ἀπὸ ὅπου καὶ ὁ τίτλος τῆς ἀνάρτησης, ἀπόσπασμα…

Ἐλάχιστος κόσμος, ἐπικρατεῖ νέκρα ποὺ μάταια
προσπαθεῖ νὰ καλύψει ἡ ἄγονη τούτη μουσικὴ
κι αὐτὸ τὸ λικὲρ κακῆς ποιότητας
γεμίζοντας τὸ δωμάτιο μὲ ψεύτικα γέλια.
Τὰ ἑτοιμοθάνατα τοῦτα γκαρσόνια
φέρνουν στὶς φλέβες τους μιὰ δηλητηριασμένη ἄνοιξη
καὶ στὶς τσέπες τους μικρὰ κατάστιχα
καὶ πένθιμα ρινόμακτρα.
Ἄχ! Ποὺ ναι ἡ μικρὴ ἀνθισμένη λεπτομέρεια
ποὺ θὰ φέρει τὸν ἀέρα μέσα σ’ αὐτὴ τὴν πρώτη ἐντὺπωση
τῆς ποθητῆς ἐπιστροφῆς.
Χάσαμε τὴν ψυχή μας στοὺς συνωστισμούς.

Σημαντικὲς λογοτεχνικὲς μορφὲς τοῦ μεταπολέμου θεωροῦν τὸν Μακρὴ ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ σημαντικοὺς διανοούμενους τῆς ἐποχῆς – μὰ τὰ ἀκατανόητα γιὰ τοὺς πολλοὺς μονοπάτια τῆς σκέψης του καὶ κυρίως ἡ ἄρνηση νὰ παίξει μὲ τοὺς κανόνες τοῦ σιναφιοῦ τὸν ἔσπρωξαν ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ στὸ περιθώριο. Χτυπήθηκε καὶ περιφρονήθηκε ἀπὸ πολλοὺς – ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς στὴν κατοχή, ἀπὸ τὴν χούντα, ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἀριστερά, ἀπὸ τὴν ἐπίσημη διανόηση. Μὰ ἀγαπήθηκε καὶ μὲ πολλὴ τρυφεράδα ἀπὸ ἀνοικτὰ μυαλά. Ἀπὸ τὰ πιὸ ἐνδιαφέροντα τμήματα τοῦ βιβλίου εἶναι ἐκεῖνο ποὺ γράφουν γὶ αὐτὸν ὁμότεχνοί του καὶ φίλοι – ὁ Ταχτσής, ὁ Φραγκόπουλος, ὁ Βαλαωρίτης. Ἀπ’ αὐτὸν τὸν τελευταῖο μιὰ συμπύκνωση γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν διανοούμενο…

« Ὁ Γιῶργος Μακρὴς ὑπῆρξε στὴν ζωὴ του ἕνας δανδής. Περιφρονοῦσε τὰ πεπατημένα. Προκαλοῦσε τὴν καταστροφή. Εἶχε μιὰ μεγαλοπρέπεια ποὺ λίγοι ἄνθρωποι τὴν ἔχουν. Ἔπαιρνε τὴ ζωή του στὰ σοβαρά, ἐνῷ ἄλλοι τὴν ὑποτιμᾶνε ἐπίτηδες γιὰ νὰ ἐπιζήσουν. Μὲ κάποιον τρόπο ὁ καθένας μας, παρόλο ποὺ χανόμαστε σὰν ἄτομα, συνεχιζόμαστε μὲς στοὺς ἄλλους. Ἔτσι καὶ σὲ μᾶς συνεχίζεται μιὰ πλευρὰ τοῦ Γιώργου Μακρή, διαφορετικὴ γιὰ τὸν καθένα. Γιὰ τὸν ἕναν ἦταν ὁ ξενύχτης ποὺ τριγύριζε σὲ ἀπίθανα μέρη, ὁ νομαδικὸς περιπλανώμενος, γιὰ ἄλλον ἦταν ὁ τσίφτης, ὁ διανοούμενος φιλόσοφος, ὁ περιπατητικός, γιὰ ἕναν τρίτον ἦταν ὁ σύντροφος ὁ πολυδιαβασμένος, γὶ ἄλλους ἡ γοητεία, τὸ πνεῦμα του. Ἡ ἀγάπη μου γὶ αὐτὸν παραμένει ἀμείωτη μὲ τὰ χρόνια…»

Τέλος, νὰ καὶ τὸ ἑξάστιχο στὴν μνήμη τοῦ Μακρῆ ἀπὸ τὸν Μίλτο Σαχτούρη..

Ἔζησα κοντὰ στοὺς ζωντανοὺς ανθρώπους
κι ἀγάπησα τοὺς ζωντανοὺς ἀνθρώπους
Ὅμως ἡ καρδιά μου ἦταν πιὸ κοντὰ
στοὺς ἄγριους ἄρρωστους μὲ τὰ φτερὰ
στοὺς μεγάλους ἀπεριόριστους τρελλοὺς
κι ἀκόμα στοὺς θαυμάσια πεθαμένους

Ὡς συνήθως, παρέλειψα τυπικὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα, τὴν περιβόητη πρόταση τοῦ Μακρὴ νὰ γκρεμιστοῦν ὅλα τα ἀρχαῖα μνημεῖα ποὺ ἔκαμε τόσο ντόρο, (ἀκραία κραυγὴ κατὰ τῆς ἀρχαιολατρίας ποὺ σκέπαζε τότε τὰ πάντα), τὴ συμμετοχή του σὲ περιοδικὰ καὶ πολλὰ ἄλλα ποὺ εὔκολα μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ στὸ διαδίκτυο. Ὁ ἴδιος φίλος ποὺ ὀργάνωσε τὴν ἐκδήλωση στὴ μνήμη του μὲ ἐνημερώνει πὼς τὸ βιβλίο ἀπὸ τὴν Ἑστία κυκλοφορεῖ στὰ βιβλιοπωλεῖα μὲ ἐλάχιστη (ἐκπτωτικὴ) τιμή..

Τόγραψα καὶ παραπάνω, ἡ γραφή του δὲν ἔχει τὴν κοινὴ αἰσθητική, μὰ θάλεγα νὰ μὴν τὸ περιφρονήσετε ἐὰν βρεθεῖ μπροστά σας. Δὲν εἶναι ἀδιάφορο σὲ κάθε βιβλιοθήκη νὰ ὑπάρχει καὶ τὸ παράδοξο, τὸ ἐναλλακτικό, γραφὴ τόσο διάφορη καὶ μοναδικὴ – ἕνα μονοπάτι δύστροπο ποὺ ἴσως κάποια στιγμή, χορτασμένοι ἀπὸ ὁμοιόμορφες λεωφόρους, σκεφτοῦμε νὰ δοκιμάσουμε τὴ διαδρομή του…

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.tasakos.gr/%CF%87%CE%AC%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B5-%CF%84%E1%BD%B4%CE%BD-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%AE-%CE%BC%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%E1%BD%BA%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF/?fbclid=IwAR16pM8OWV8yE6_Ot3teP3TWECtMzr9JN1b6mPc6RQSfKs-axjG9HNR6nB4

Μιχάλης Κατσαρός, Γ

Diego Rivera, Death-of-the-capitalist (1928)

Γένη μέ φασκιές καί φαλλικά
μέ άχραντες πάνες καί μαμές
μέ άγριες φωνές καί στά νερά
πνιγμένα ώς καί τά βρέφη.

Ποιόν τελειώνετε που καί ποιόν
μέ τίς γωνίες έπαναστατικές
τόν Τσέ Γκεβάρα δόλια σκοτωμένο.
Ποΰ μέ γούπατα καί φωλιές
από γοφούς καί άγριες κοιλιές
άλλογενεΐς μέ πολυβολισμούς σωμάτων.
Ποιόν τελειώνετε ποΰ καί ποιόν.

Έφύσηξε ό άνεμος ό εικονικός
ό λίβας έσπασε κομμάτια
ό Σύλλας έπεσε στοΰ γούμενου τή μάχη.
Πολυβολεΐτε δ,τι δσιο όποιας Σιών
καί κόρη είχατε πει αυτήν τή νέα.
Πολυβολεΐτε δσιο άλλοτριόν
στό στήθος νέας γυναίκας.

Τί κάνετε χωρίς θεό
καί μέ τί τρόπο θεϊκό
τό έλάχιστο μεγαλώνει
κι από ανύπαρκτο φτάνει
νά είναι βρέφος.

Που θέλετε νά βγει σε ποιά έξοδο
άφοΰ ένα άνοιχτό άνεμόστομο
τό περιμένει.

Λόχοι μέ πολυβόλα στρατιωτών
κτυπάν τόν Τσίνα Μό
αϋτή τή λέξη θέλω –
κτυπάνε αϋτόν πού περπατά
στό άβε Μαρία γυναικών
αϋτόν
γιά νά τόν διώξουνε στόν κόσμο
τών αιρετικών –
νά τόν πετάξουν άπ’ τό σώμα
αϋτόν πού φέρνει φώς ενωτικό
στό’ βάθος τής Σιών καί όπου.

Γένη προγένη πρόγονοι
καί όλα τά φαλλικά
μέ γυναικών αιμορραγίες
μέ άσταμάτητες καταστροφές
γιά ένα λάθος φοβερό
στό ότι
θά γεννηθεί κάτι γιά νά ξεχάσει
άπό μωρό ποιός είναι ή τό πώς
έκεϊ πού τρώει τι γίνεται
τό άλλο του άληθινό
δέν είναι
νά γίνει άνθρωπος πιά
καί ούτε ζώο μικρό οίκιακό
τό άλλο του δέν είναι
άλσος οϋτε άλως
οϋτε φεγγάρι οϋτε άλίμονο
ζωηρό
είναι νεκρό
είναι νεκρό
τρώει καί θέλει
τίς νά κυλίσει τό σώμα
τίς νά χαϊδέψει τήν κοιλιά
νά σκιρτήσει τό βρέφος.

Δέν άρκεσε τό γένος τό παρθενικό
γιά τήν τροφή των θεριώνε.

Δέν άρκεσε τό γένος ’Αρκτικό
γιά τήν τροφή τών θεριώνε.

Δέν άρκεσε τό γένος τό θνητό
γιά τήν τροφή τών θεριώνε.

Έδώ πάνω στήν κοιλιά τής έγκύου
γράφω
ένα νεκρικό κεφάλι
καί δύο σπαθιά.
Έδώ στό στήθος τής έγκύου
γράφω
ένα νέο κοντογούνι χρυσό
άπό έπανάσταση
άπό σπίτι άγγλικό
ένα στήθος κεντητό
πού χάνει γάλα.

Έδώ στά πόδια σου
κρεμάω αλυσίδες
ώσάν κατάδικος του Ίφ
ώσάν κατάδικος Μαντά
ώσάν δολοφονία Τρότσκυ.

Τό γένος τών Ελλήνων άδελφέ
πάλι στό γένος πάλι.

*Από το βιβλίο “Μιχάλης Κατσαρός, Ποιήματα”, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1979.

Όψη περαστική | Αντώνης Κίτσιος

Φτερά Χήνας

All-focus

Μάζεψα τους καρπούς σου στα κρυφά εκείνο το βράδυ
Όταν άνοιξες τα χέρια μου δεν βρήκες τίποτα
Κι όμως προδόθηκα φιλώντας σε
μα άργησες να το πιστέψεις
Ύστερα νιώθοντας ένοχος
έκανες πως δεν κατάλαβες στα ξαφνικά
Καθώς κοιτούσαν οι άλλοι
πάσχιζες να μ’ αφαιρέσεις
Και ’γω σαν καρκίνος σε διάβρωνα
αναιρώντας κάθε υποψία
Τι να υποθέσω βλέποντας σε να ανθίζεις

View original post