Miltos Sachtouris, Maria

Maria in thought takes off her nylons.
Voices of other people
came out of her body:
of a soldier who spoke like a bird
of a sick man who had died in the pain of sheep
and the cry of Maria’s little niece
to be born these days.

Maria cried, cried
now Maria laughed
she spread her arms, evening time
she stayed with her legs open

Then Maria’s eyes darkened
dark, black, blurred

The radio was loud
Maria cried
Maria cried
the radio was loud

Then Maria
opened her arms slowly
started flying
around the room.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στον τόμο “Neo-Hellene Poets – An Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018”, Libros Libertad Publishing, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Μανώλη Αλυγιζάκη.

**Το πρωτότυπο στα ελληνικά έχει δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.me/2012/10/20/%CE%BC%CE%AF%CE%BB%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%83%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%B7-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1/

ένα έτσι, sad

Με τόσο κρύο ήλιο και με τόση ιστορία στην κωλότσεπη.
Με τόσα χιλιόμετρα μακριά από την ζωή μου.
Με τόσες λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτα.
Με τόσους αγαπημένους φίλους να το επιβεβαιώνουν.
Με τόσους νόμους στην αναπνοή μου.
Με τόσους μπάτσους στο μαξιλάρι μου.
Με τόσες στατιστικές να μακιγιάρουν τον θάνατο.
Με τόση υπερκομψότητα η αυτού εξοχότης.
Με τόσο γέλιο θλιβερό κι αγχωμένο.
Με τόσα εργαλεία να σκάβουμε το νερό.
Με τόσο νόημα να διαφεύγει των ποιητών μας.
Με τόσο νόημα να περνάμε τα βράδυα μονάχοι.
Με τόση θέληση να παραμένουμε τυφλοί.
Με τόσα βιβλία σε μια εξωγήινη γλώσσα.
Με τόσα αντίο σε ότι έχει επιζήσει του προσώπου.
Με τόσα δάκρυα στο τελευταίο ποτηράκι.
Με τόση αγάπη να σαπίζει στο ενδιάμεσο δύο κραυγών.
Με τόσες γυναίκες δολοφονημένες.
Με τόση θάλασσα για τόσες ψυχές.
Με τόση ησυχία η τελευταία λάμπα της νύχτας.
Με τόσες προβολές η αποκάλυψη της μοναξιάς μας.
Με τόσα νέα έτοιμα να κατακρεουργήσουν τα παλιά.
Με τόσα τραγούδια χωρίς κορμί.
Με τόσα παιδιά που δεν καταδέχονται ούτε να με φτύσουν.
Με τόση κέτσαπ στα μακαρόνια μας.
Με τόσο αέρα στις προσευχές μας.
Με τόσα δέντρα στο πορτοφόλι μας.
Με τόσο αίμα στα ρουχαλάκια του μωρού.
Με τόσα χαμένα γκολ να πανηγυρίζουμε.
Με τόσους μάρτυρες σταυρωμένους στην πλατεία.
Με τόσα και τόσα και τόσα και άλλα πολλά
είμαι στα αλήθεια, αληθινά τόσο μα τόσο μα τόσο λυπημένος.

*Το ποίημα και η φωτογραφια της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/01/23/sad/

Λεονάρδος Π. Χατζηανδρέου, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΑΥΓΟ

Αμυδρό μειδίαμα
στο μισόφωτο
χαράζει γλυκά
το κέλυφος της νύχτας
στο τέλειο σχήμα
του αυγού της ζωής

αχνά τα χρώματα
και η φωνή
νότα χαμηλή
της πρώτης αχτίδας·
αργόσυρτο
ξεμούδιασμα πρωινού.

Ας περιμένουν λίγο
η εγερτήρια σάλπιγγα
και τ’ άλογα
ανυπόμονα στον στάβλο
με τα καινούργια πέταλα
και τη χαίτη χτενισμένη.

Αποζητά τις στιγμές της
η γέννηση
πριν τον αγώνα.

ΤΟ ΑΚΗΡΥΧΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ

Στους μοντέρνους καιρούς
ακόμη και στον πόλεμο
τα πρότυπα αλλάζουν.

Πράξεις ηρωικές
μάταια επιζητούν δικαίωση
εντός πεδίου μάχης φονικού.

Κι αυτή η πολύβουη πόλη
σιωπά
μπροστά στο ακήρυχτο άγνωστο.

ΣΤΟΝ ΧΟΡΟ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΥ

Ένας κόσμος απέριττος
απόμακρος των αισθήσεων
το κύτταρο της ζωής.
Μορφές πρωτόπλαστες, σεμνές·
πειθαρχημένες χορογραφίες.

Στην κορυφή της δημιουργίας
πρόσωπα ματαιόδοξα
με κίνηση επιδεικτική
λικνίζονται
στον μικρόκοσμό τους.

*Από τη συλλογή “Το κοσμικό αυγό”, εκδόσεις “Στοχαστής”, 2021.

George Mouratidis, Corner of main and high again

On lonely poet corners of low lying leaves and moistprophet eyes.
— Bob Kaufman, “On”

when the delicate accidents of this town rise from the ground like steam
with each breath
in, and fall back down
with each breath out, as each footstep kisses the concrete
my life
sheds its ugliness — it flares and unfolds like a sun as I walk into it, and it swims around me
as an ocean swims around a fish
almost half my life had to pass for me to see
I am no more or less than a note in this song I know I will never hear sung the same way twice,
listen to with eyes upcast
to a streaming dusk sky,
and keep the beat with my footsteps and the click of
a child’s fingers weaving the clouds and smokestack billows
into a cloak
of invisibility,
but he sees me, and did so long ago…
come on, you are nowhere near
the misfit or the monster
that you used to think
you were here,
just another lump of carbon that radiates impatiendy
as though it’s already a diamond and pulsates brighdy
under the cloudy waters’ weight like an anemone
which is
the star that you see
in the heart of every apple
whenever you cut it
the other way

*From the collection “Angel Frankestein”, Soul Bay Press, 2018.

Kay Kaja Johnson, Το Τραγούδι τής Κόρης – Μιας Γυναίκας που αυτοκτόνησε

Kay (Kaja) Johnson, Portrait of a Red-Head, 1958

Είμαι κοντά
στα χρόνια που μετρούσε η μητέρα μου
όταν έβαλε τέλος στη ζωή της.
Το κορδόνι των περσίδων κρέμεται
περιμένοντας στο παράθυρο
σα θηλειά, για μένα.
Είμαι κοντά στην ηλικία της
σ’ εκείνη τη φωτογραφία
όπου φορούσε ένα καφέ φόρεμα
και την κοιλιά της
αυλάκωναν τρεις ζάρες
καθισμένη χάμω.
Η μητέρα μου είχε σύζυγο.
Ήταν ώριμη.
Και η μητέρα τής μητέρας μου
είχε γίνει γιαγιά
όταν βρήκαν το σώμα της
σ’ ένα ποτάμι.
Γλίστρησε κι έπεσε;
Ή μήπως πήδηξε μόνη της;
Συνήθιζα να τής τρίβω δυνατά τα πόδια
για να περάσει
και να φύγει μακριά ο πόνος.
Πλησιάζω στην ηλικία τής μητέρας μου
τότε που αυτοκτόνησε.
Δεν έχω σύζυγο.
Δε θα φορέσω καφέ φόρεμα.
Δεν είμαι ώριμη!

1964

*Απόδοση: Ρ.Δ.

Μαρία Κατσοπούλου, Τρία ποιήματα

George Grosz, The Pillars of Society 1926

JEANNE D’ ARC

Διαιθυλαμίνη του λυσεργικού οξέος
Το Φως κινείται
Προς το μέρος μου
Φαινκυκλιδίνη
Πολύχρωμα λυσσασμένα άλογα
κατασπαράζουν με μανία τα πτώματα των σταυροφόρων
Lophophora Williamsii
Ο Θεός μου ανέθεσε ιερή αποστολή
«Είμαι έτοιμη» φωνάζω
Psilocybe cyanescens
Μικρά κομμάτια ουρανού σκορπίζονται στον αέρα
Μεταμορφώνονται σε κάμπιες καθώς ενώνονται ξανά στο έδαφος
Οι φωνές
ηχούν δυνατά
χωρίς το Aloperidine τους.
Ζεσταίνομαι.

ΥΠΑΤΙΑ

απροσδιόριστες εξισώσεις
β’ βαθμού
στον αλεξανδρινό ουρανό
η φιλοσοφία των αριθμών
δ ι α μ ε λ ί ζ ε τ α ι
σε 238 ηλιακά σώματα
μια astronomy domine
με τελικό σημείο βρασμού
τα 45 έτη φωτός

ΙΩ

Ο Γίγαντας με τους εκατό οφθαλμούς
Ο σαδιστής Οίστρος
Μια βόλτα καταδίωξης
Στην Σκυθία πέρα και στον Καύκασο
Από της Μαύρης Θάλασσας το χάδι
Και του Βοσπόρου το φιλί
Στη γη των Αιγυπτίων να περάσω
Ήρα, θεά μου,
Να με καταδιώκεις πάψε
Τα τέσσερα πόδια μου άλλο δε με βαστούν.

*Από τη Στήλη «Τραγικές Φιγούρες», Περιοδικό Λόγου και Τέχνης Βαχκικόν, τεύχ. 22.

Κώστας Ρεούσης, Ξεριζώστε

ΞΕΡΙΖΩΣΤΕ
Τον
Μανδραγόρα
Αφήνοντας
Το
Μανιτάρι
Στα
Κέρατα
ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΟΥ
Στις πλέον
Εφιαλτικές
Παραισθήσεις
ΚΕΝΤΗΣΤΕ
Σταυροβελονιά
Πάλι
Τον
Θάνατό
ΤΗΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
*Η λέξη, «καυλοπυρέσσουσα», είναι του Ανδρέα Εμπειρίκου.
**Ο τίτλος του ποιήματος (μισός στην τουρκική και μισός στην αγγλική γλώσσα) μεταφράζεται κατά λέξη ως: «Χώρα των Κυπρίων & Κομπανία Περιορισμένης Ευθύνης».
***Το «Bossa ‘Καυλοπυρέσσουσα’ Nova» κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Bossa Cantina Nova», στις 27 Ιουλίου 2006 -12σέλιδο, χωρίς καρφίτσα, μέγεθος Α5- με τυπογραφική επιμέλεια και σχέδιο εξωφύλλου του Γιώργου Τσαγγάρη και χορηγό της αυτοσχέδιας έκδοσης τη «Στοά Αισχύλου» του Πανίκου Τεμπριώτη, σε περιορισμένο αριθμό φωτοτυπιών, και δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης Ποιείν, 1η Οκτωβρίου 2010.
****Από την ανέκδοτη συλλογή, «ΑΔέΣΠΟΤΑ», [στιχοπλοκίες 1999-2015], και την ενότητα ποιημάτων «Bossa ‘Καυλοπυρέσσουσα’ Nova»:
KIBRISTAN & COMPANY LTD.

Γιάννης Στίγκας, Αποσπάσματα από ποίημα μεγάλο σαν αγανάκτηση

ΙΙ.
Ίσως

εάν ερχόταν σήμερα ένας άνθρωπος

μονάχα με το τυπικό προσόν της εποχής

αυτή τη γεύση πρόχειρου γκρεμού

-ξέρετε-

ένας απ’ τους χιλιάδες παραγιούς του πανικού
όπως τους έραβε ο Θεός

ξέχασε μια βελόνη μες τα στήθια τους
εάν ερχότανε
και κοίταζε
από το μάτι της βελόνας που σας έλεγα
θα του στοιχειώναν όλα τα φωνήεντα

θα του πατούσε το μυαλό ένα τραύλισμα
τ-τ-τ-τ-τ…τ-τ-τ-τώρα π-π-π-π-π…π-π-π-που
ζ-ζ-ζ-ζ-ζ-ζ….ζ-ζ-ζ-ζ-ζορίσανε τ-τ-τ-τ-τα-τα-τα-τα
π-π-π-ππ-πρα-πρα….π-π-πράγματα ν-ν-ν-νο-νο…
νο-νο-νομίζεις π-π-π-π….π-π-π-πως το-το-το-το…
το-το-το-το…το φ-φ-φ-φ-φ….φ-φ-φ-φ-φω-φω-φως
κ-κ-κ-κ-κ-κ…κ-κ-κ-κα….κ-κ-κ-κκ-κκ-κ-κ………..
κ-κ-κ-κα-κα-καταλαβαίνει;

VΙΙΙ.

Είναι που να τρελαίνεται κανείς
όπως ξηλώνουν έτσι τα μερόνυχτα
το αίμα σου κλωστή –κλωστή

οι τρεις σου μοίρες να πανιάζουνε
τι περιμένεις ν’ αρχινίσει βρε κουτέ
δεν είναι παραμύθι αυτό
Είναι
μονάχα το κουφάρι του

Λευτέρης Πούλιος, Πικρία

Αχ!, τόσα ακόμα μπόραγα να πω.
Τις νύχτες μου που γύρναγα αλητεία
τις πύλες έσπαγα Αλέξανδρος να μπω
σα μου τις βρόνταγε στα μούτρα η πολιτεία.

Είχα να πω, στην άκρη αυτή του ωραίου κόσμου
που βρέθηκα για μια φορά για πάντα:
Σφυροκοπάει ο κεραυνός εντός μου
κι ουρλιάζουνε οι κέρβεροι στην μπάντα.

Πια τώρα τίποτα δεν λένε οι ανθρώποι
κι οι αγαπημένοι δρόμοι βουτηγμένοι στο σκοτάδι.
Σάμπως να με ξεπροβοδάν μοιάζουν οι τόποι
για το στερνό ταξίδι μου στον Άδη.

Ωραία λοιπόν κι όλα καλά, μονάχα,
οι στίχοι μου περήφανοι αλαργεύουν
γλάροι στα ποντοπόρα φορτηγά, σαν τάχα
μες στη βροχή και στα νερά να με ξοδεύουν.

*Aπό τη συλλογή “Μωσαϊκό”, εκδ. Κέδρος 2001.

Γιώργος Βέης, Η επόμενη μέρα

Επειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει
πρέπει τώρα ν’ αρχίσουμε να γράφουμε
όλο και περισσότερα ποιήματα
για να καθαρίσουμε το τοπίο
από τον τρόμο, την απειλή και τον θάνατο
πρέπει τώρα να ‘ξορκίσουμε τους δαίμονες
που κρύβονται ακόμη μέσα στην ελευθερία
έτοιμοι να μας πιουν όλο το αίμα
κι επειδή όποιος σήμερα ξεχαστεί μέσα στον εαυτό του
θα είναι αύριο λησμονιά και στάχτη
πρέπει τώρα να μάθει τι θα πει εχθρός και αδικία
διότι η πραγματικότητα δεν γίνεται κατανοητή
χωρίς την κατανόηση της αθλιότητας και της απελπισίας
κι επειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει
πρέπει από τώρα να πάμε στο σχολείο της φαντασίας
για να σώσουμε ξανά τα όνειρα.