Σαμσών Ρακάς, Αμπερλουδαχαμίν – ένα εγχειρίδιο μοναξιάς

να ζω το θρίαμβο που όλο αναβάλλεται
από το διαφωτισμό στο φωταγωγό
να ζω την πτώση που όλο αναβάλλεται
κι όλα αυτά αγαπημένο υποκείμενο
από δικό σου λάθος

γιατί δεν ήρθες να με σπρώξεις
το βράδυ που μου υποσχέθηκες πως θα ‘ρθεις
μου το υποσχέθηκες

όταν γλίστρησες στο δωμάτιο ένα κατάνυχτο
και μου χάιδεψες στον ύπνο το κεφάλι
θα ‘μουν δε θα ‘μουν έντεκα χρονών

παιδί κανονικότατο

με τα παιχνίδια του
με τις σκανδαλιές του
με τα λιγοστά δώρα του
με το ξανθό του χνούδι

παιδί κανονικότατο ως τη στιγμή που
έτρεξα στους γονείς μου κλαίγοντας
έτρεμα κι ούρλιαζα

κάποιος μου άγγιξε το κεφάλι
κάποιος μου άγγιξε το κεφάλι

κι ανοίξανε όλα τα φώτα του σπιτιού
ο πατέρας μου πήρε την καραμπίνα
κι έψαχνε κάπως νωχελικά
χωρίς να ‘χει πειστεί αν ψάχνει άνθρωπο ή τ’ όνειρό μου

μέχρι που βρήκε το τζάμι του μπάνιου ορθάνοιχτο
τότε με πίστεψαν πραγματικά

στρογγύλεψαν τα μάτια του πατέρα μου
η μάνα μου φώναζε Χριστέ μου
μ’ αγκάλιαζε με ξαναγκάλιαζε
κι ύστερα δεν άντεξε
εκείνη πήγε στα χρυσαφικά της
κι εγώ στο φόβο τον οριστικό
τη σάκα μου

τι με πιασε και πήγα;
τι με μαγνήτισε;

πήγα κι αντίκρυσα μια σάκα του δημοτικού
απ’ τις μακρόστενες με το κοκάλινο χερούλι
την είδα γεμισμένη χώμα μέχρι πάνω

και όπως πάγωσαν τα πόδια μου
φωνή δε μου ‘βγαίνε
απλά γονάτισα μπροστά της
έπεσα είναι το σωστό αλλά το λέω γονάτισα
γιατί αν με ‘βλεπε κανείς θα έλεγε
κοίτα αυτός γονάτισε μπροστά στον παιδικό του τάφο

η αστυνομία το αποκάλεσε παράξενο
και σήκωσε τα χέρια ψηλά
(sic)

η γειτόνισσα το είπε μάγια
ψιθυριστά στο μέσα δωμάτιο
κι έκαμε το σταυρό της

εγώ θα το αποκαλέσω ποίηση
κι ας με ακούσουνε οι πάντες

*Από τη συλλογή “αμπερλουδαχαμίν”, Εκδόσεις Υποκείμενο, 2016.

Advertisements

Ειρήνη Παραδεισανού, Γράμμα στον Κώστα Καρυωτάκη

Ο Κώστας Καρυωτάκης νεκρός στο Βαθύ Πρέβεζας (1928)

Ποιητή με το διάφανο δέρμα,
το δέντρο που σε ίσκιωσε
ρίχνει τα κλαδιά του στον όρθιο ύπνο μας.
Μ’ αυτά παλεύουμε να σε κοιτάξουμε.
Κι αν σε πουλήσαμε κι εσένα,
κι αν βγάλαμε απ’ το αίμα σου θεωρίες φιλολογικές
που βαριεστημένοι φοιτητές σε αίθουσες πνιγμού αναμασούν
συγχώρα μας ποιητή,
μα δεν ξέραμε τρόπον άλλο να υπάρξουμε .
Εμείς οι φιλόλογοι
με τα γαριασμένα πετσιά
με την εμμονή στο ακέραιο καθήκον
με τα μάτια σταχτιά
εμείς που δε θα πεθάνουμε ποτέ από αηδία
σε χαιρετούμε
ποιητή
μέσα από το βυθισμένο στη σκόνη
κλουβί μας.

*Από την ανέκδοτη συλλογή “Στη φλέβα της πέτρας”.
**Αναδημοσίευση από εδώ: http://wwwpareisakth.blogspot.com.au/2018/03/blog-post_22.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/StyHR+(%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B7)

Paul Eluard, Τρία ποιήματα

Andre Masson, illustration 4

GEORGES BRAQUE

Ένα πτηνό απογειώνεται,
Απορρίπτει τους ουρανούς σαν άχρηστο πέπλο,
Ότι ποτέ το φως δεν φοβήθηκε,
Έγκλειστο μέσα στην πτήση του,
Ποτέ δεν είχε σκιά.

Κελύφη θερισμών ραγισμένων από τον ήλιο.
Όλα τα φύλλα στο δάσος που φωνάζουνε ναι,
Που δεν ξέρουνε παρά να φωνάζουνε ναι,
Κάθε ερώτηση, κάδε απάντηση
Κι η δροσιά να σταλάζει στα βάθη ετούτου του ναι.

Ένας άντρας με ανάλαφρα μάτια απεικονίζει του έρωτα ουρανό.
Που συλλέγοντας σημεία και τέρατα
Καθώς που τα φύλλα στο δάσος,
Καθώς που τα πουλιά στα φτερά τους
Κι οι άνθρωποι στα βάθη του ύπνου τους.

***

JOAN MIRO

Ήλιος της λείας που δέσμιος του νου μου,
Απάγει τους λόφους, απάγει τα δάση.
Ο ουρανός πιο όμορφος από ποτέ.
Οι λιβελούλες των αμπελιών
Του δίνουνε κάποτε σχήματα ακριβή
Που διασκορπίζω με μια μου μόνο χειρονομία.

Σύννεφα μέρας της πρώτης
Ανεπαίσθητα σύννεφα και που τίποτε δεν εγκρίνουν,
Οι σπόροι τους καίνε
Στις φλόγες των βλεμμάτων μου από άχυρο.

Εντέλει, για να ντυθεί μιαν αυγή
Θα πρέπει ο ουρανός εξίσου αγνός με τη νύχτα.

***

Από τη συλλογή Η υπεράσπιση της γνώσης (1928)

1

[i]

Η παρουσία μου δεν είναι εδώ
Τον εαυτό μου ενδεδυμένος
Που να μην υπάρχει πλανήτης που να κρατά
Την διαύγεια που εντός μου υπάρχει.

Από το χέρι μου γεννημένη στα μάτια μου
Κι αποσπώντας με απ’ τις οδούς μου
Η σκιά να βαδίσω με εμποδίζει
Πάνω στο στέμμα μου σύμπαν
Μες το μεγάλο καθρέφτη κατοικημένο
Καθρέφτης σπασμένος που κινώντας αντίστροφος
Που η έκπληξη κι η συνήθεια
Κατ’ εναλλαγή γεννάνε την πλήξη.

*Από το βιβλίο “ΜιΚΡά αΝΘοΛοΓία ΓαΛΛιΚήΣ ΥπερΠΡΑγμΑτικής ΠοιήΣεως”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Ζήση Αϊναλή.

Χρήστος Κοτρώτσιος, στιγμές

Έργο Fernand Khnopff

Το ραδιόφωνο έπαιζε παλιά αμερικάνικα μπλουζ
όταν ξύπνησα απ’ το άρρωστημένο ύπνο
σε ιδρωμένα σεντόνια κυλισμένος
Μια μπουκάλα ουίσκι πεταμένη στη μέση του δωματίου
και ένα γεμάτο τασάκι κάτω από το κρεβάτι
προδίδουν την χτεσινή μοναχική ατμόσφαιρα

Άνοιξα τα παντζούρια και οι ακτίνες του ήλιου
φωτίσανε την ασχήμια του βρώμικου δωματίου μου
Στο μισοσπασμένο καθρέφτη που έστεκε επίμονα στο ντουβάρι
κοίταξα το αξύριστο πρόσωπό μου
κουρασμένα, μάτια παραιτημένα
Φόρεσα το βρώμικο παλτό μου
και κατέβηκα τις σκάλες του κτιρίου
να βολτάρω μέχρι το οπουδήποτε
Άναψα μια γόπα που μάζεψα απ’ το τασάκι
και πήρα μια βαριά τζούρα απατημένης νικοτίνης

Το γλυκό γαλάζιο του ουρανού μαλάκωσε κάπως τη διάθεσή μου
θυμίζοντάς μου πως ο κόσμος δεν είναι μόνο άνθρωποι
Πόσα χαμένα χρόνια, να ψάχνω την ομορφιά μόνο σε
ανθρώπους Περπάτησα γρήγορα τη λεωφόρο
και βρέθηκα στον υπόγειο
ένας περιπλανώμενος ακορντεόνίστας έπαιζε κάποια γαλλικά τραγούδια
και ένας γενειοφόρος ψηλός αλήτης χόρευε δίπλα του
φορώντας ριγέ πιτζάμες
ένωσαν τις στενοχώριες τους κάποιο απ’ τα κρύα βράδια
που νοίκιαζαν το ίδιο μέρος
κάτω από τα άστρα

Άφησα πενταροδεκάρες στο καπέλο του μουσικού και μπήκα στο βαγόνι
Έκατσα δίπλα σε μια κοκκινομάλλα που έστρεψε το πρόσωπο της στο παράθυρο
προστατεύοντάς το από το βλέμμα μου

Κατέβηκα στην μεθεπόμενη στάση και βγήκα έξω στην τρέλα της μεγαλούπολης
κόρνες υστερικές ουρλιάζουν μες στα αυτιά τους
καθώς οι άνθρωποι περπατούν όλο και πιο γρήγορα
μπας και προλάβουν τον θάνατό τους
Στα καφέ τα νιάτα φλερτάρουν με την ομορφιά
γυρεύουν στοργή σε ένα κρυφό φιλί στην τουαλέτα
σε ένα γρήγορο πήδημα στο πάρκο όταν νυχτώσει

*Από το βιβλίο “Ι συλλογή”, Τρίκαλα 2013.

Δύο ποιήματα του Harold Pinter*

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος**

Δημοκρατία

Δεν υπάρχει διαφυγή.
Τα μεγάλα καυλιά έχουν βγει έξω.
Θα γαμήσουν τα πάντα στο πέρασμά τους.
Φυλάτε τα νώτα σας.

***

Ο Θεός ας ευλογεί την Αμερική

Να’ τοι πάλι
Οι Γιάνκηδες παρελαύνουν τεθωρακισμένοι
Τραγουδώντας τα τραγούδια της χαράς
Καθώς καλπάζουν απ΄ τη μια πλευρά, του μεγάλου κόσμου, στην άλλη
Δοξάζοντας τον Θεό της Αμερικής.

Τα αυλάκια έχουν φράξει απ’ τους νεκρούς
Από κείνους που δεν μπορούν ν’ ακολουθήσουν
Από τους άλλους που αρνούνται να τραγουδήσουν
Από κείνους που χάσαν την φωνή τους
Από κείνους που’ χουν λησμονήσει το ρυθμό.

Οι αναβάτες έχουν μαστίγια που κόβουν.
Το κεφάλι σου κυλάει επάνω στην άμμο
Το κεφάλι σου είναι μια λιμνούλα στο χώμα
Το κεφάλι σου είναι ένας λεκές στη σκόνη
Τα μάτια σου έχουν βγει έξω κι η μύτη σου
Μυρίζει μονάχα την μπόχα των νεκρών
Κι όλος ο νεκρός αέρας είναι γεμάτος
Με την μυρουδιά του Θεού της Αμερικής.

* Ο Χάρολντ Πίντερ (1930- 2008) ήταν Άγγλος συγγραφέας θεατρικών έργων και θεατρικός σκηνοθέτης. Έγραψε έργα για θέατρο, ραδιόφωνο, τηλεόραση και ταινίες. Το πρώιμο έργο του συνδέεται με το θέατρο του παραλόγου. Το 2005 κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας καθώς και το Βραβείο Φραντς Κάφκα.
Ήταν γνωστός επίσης για τον πολιτικό του ακτιβισμό και την αντίθεσή του στην Αμερικανική εισβολή στο Αφγανιστάν και τον Πόλεμο στο Ιράκ. Πέθανε από καρκίνο του ήπατος.
** Ο Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος γεννήθηκε στο Καρπενήσι το 1989. Ασχολείται με τη δημοσιογραφία, την κριτική λογοτεχνίας και την ποίηση. Η Βαβέλ (εκδόσεις Anima, 2017) είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή.

Τάσος Δενέγρης, Δεν ξέρω τι να πω

Θέλω να πω για τα δεσμά
Της Ανοίξεως
Το χείμαρρο των αναιρέσεων
Τα φαντάσματα στο στόμιο του ύπνου
Εμάς στο στόμα του λύκου
Τον ποταμό των γυναικών
Τον ποταμό των γενναίων

Τσακίζει κόκαλα η Άνοιξις ετούτη
Τσακίζει
Και οδηγεί στα πρόθυρα της τρέλας
Αυτούς που αποβλέπουν
Στη θάλασσα
Σαν έννοια, σα νερό
Σα φαντασίωση και δόξα

Θέλω να πω για τα δεσμά
Θα γίνουν πιο αισθητά
Δυσβάσταχτα θα γίνουν
Με τον ερχομό της Αττικής ανοίξεως.

22 Νοεμβρίου 1971

*Από τη συλλογή «Το αίμα του λύκου», Εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1978, με πέντε σχέδια του Αλέξη Ακριθάκη (σ. 35).

Χριστόφορος Τριάντης, Τα πράγματα

Τα πράγματα παίρνουν
τη θέση ζώντων και τεθνεώτων
(προπατορική νομογραφία).
Κατοχυρώνουν
τον θάνατο προς πάσα κατεύθυνση.
Τετραγωνίζουν τις ηθικολογίες
(εκτός των άλλων).
Πλείστα τόσα ποιήματα
(και θεάματα) στεγάζονται μαζί τους.
Η στειρότητα καλυβώνει τους λόγους
περί ύπαρξης και ανυπαρξίας.
Οι αναζητήσεις και οι συζητήσεις
αρκούνται στα χιλιοειπωμένα
και στα παραλειπόμενα
(λογοτεχνικά και αγιογραφικά).