Nikola Madžirov, Τρία ποιήματα

Πετώντας

Η αχλή αιωρείται πάνω από την πόλη
σαν το σκυφτό κεφάλι της Παρθένου
σε μια νωπογραφία σε μέρος μακρινό.

Δορυφορικά πιάτα μιλούν σε
αγγέλους
προσπαθώντας να καθορίσουν τον αυριανό καιρό:
καθαρός, ασφαλής, σημαντικός
σαν ένα ημερολογιο με
κόκκινες ημερομηνίες

Όταν όμως η νύχτα συναντά
τις σκιές στον τοίχο,
θα συρθείς κρυφά προς τα κλαριά
σαν σπάνιο πτηνό
από την άλλη πλευρά ενός χαρτονομίσματος.

*

Ήταν άνοιξη

Ήταν άνοιξη όταν ο εισβολέας
έκαψε τους τίτλους της γης όπου κυνηγούσαμε πουλιά,
πολύχρωμα όνομα, πεταλούδες
που απαντώνται μόνο σε παλαιά εγχειρίδια βιολογίας.

Πολλά πράγματα άλλαξαν τον κόσμο
από τότε, ο κόσμος άλλαξε πολλά μέσα μας.

*

Είδα όνειρα

Είδα όνειρα που κανένας δεν θυμάται
και ανθρώπους που θρηνούσαν σε λάθος μνήματα.
Είδα αγκαλιές σε ένα αεροπλάνο που έπεφτε
και δρόμους με αρτηρίες ανοιχτές.
Είδα ηφαίστεια που κοιμήθηκαν περισσότερο
από τις ρίζες του οικογενειακού δέντρου
κι ένα παιδί που δεν φοβάται τη βροχή.
Μόνο εμένα δεν είδε κανείς,
μόνο εμένα δεν είδε κανείς.

*Από το βιβλίο “Απομεινάρια μιας άλλης εποχής”. Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα. Εκδόσεις θράκα, 2024.

Γρηγόρης Σακαλής, Σήμερα

Artwork: Felix Valloton

Γνώρισες τμήματα και κρατητήρια.
Παράνομη η αφισοκόλληση.

Στην Κομοτηνή μοίραζες κάποτε Ριζοσπάστη.
Τώρα στη Βέροια
σ΄ ακούω να μιλάς για την Αποκάλυψη.

Τους παλιούς συντρόφους τους έφτυσες.
Δεν ήθελες δόγματα και λιβανιστήρια.
Δεν θέλω φωνές από το παρελθόν, έλεγες.
Μα σ΄άκουσα να μιλάς για την Αποκάλυψη
κι έμεινα εκεί ν΄απορώ.

Τώρα καταλαβαίνω
γιατί οι νεκροί συλλαμβάνουν ζωντανούς.

Palestina libera / Free Palestine / Ελεύθερη Παλαιστίνη

Canto palestinese

Tornero e i ritorno e sicuro
Tornero con il nuovo sole
Tornero con il nuovo giorno
Tornero con i amore nel mio cuore
Tornero con l’ arma in mano
Perche nelmio cuore c’e pure la rivolta
Il mio grido deve coprire le piazze
Il mio diritto alla vita riempiro lr piazze della cita
Cosi nessuno potra dire che non ha sentito
Sono il figlio della resistenza
Sono il figlio del martire

Free Palestine

I shall return, and I shall return, that is certain
I shall return with the rising sun
I shall return with the new day
I shall return with love in my heart
I shall return with a weapon in my hand
For in my heart there is also rebellion
My cry must fill the city’s squares
My right to life will fill the city’s squares
So that no one can say they did not hear
I am the son of the resistance
I am the son of the martyr

Ελεύθερη Παλαιστίνη

Θα επιστρέψω, θα επιστρέψω, σίγουρα
Θα επιστρέψω με τον καινούργιο ήλιο
Θα επιστρέψω με τη νέα μέρα
Θα επιστρέψω με την αγάπη στην καρδιά μου
Θα επιστρέψω με το όπλο στο χέρι
Γιατί στην καρδιά μου υπάρχει και η εξέγερση
Η κραυγή μου πρέπει να γεμίσει τις πλατείες
Το δικαίωμά μου στη ζωή θα γεμίσει τις πλατείες της πόλης
Έτσι κανείς δεν θα μπορεί να πει ότι δεν το άκουσε
Είμαι ο γιος της αντίστασης
Είμαι ο γιος του μάρτυρα

Ολυμπία Θεοδοσίου, Τέσσερα άτιτλα ποιήματα 

Οι αόρατοι,
βαδίζουν σε τεντωμένη ζωή.
Κάθε πρωί, κουρδίζουν τον εαυτό τους
και φορούν τις ίδιες λέξεις.
Ύστερα, βγαίνουν στον δρόμο
και σκοτώνουν ό,τι δεν χωρά
στην εξορία τους.
Το βράδυ, επιστρέφουν σπίτι,
ξεκινούν να καθαρίζουν τα ρούχα τους,
και παρακολουθούν τηλεόραση.
Δίχως άλλοθι φιμώνουν τη ζωή.

*

Η πόλη κινείται
με την φορά
του ρολογιού.
Υποσυνείδητη
χειμερία νάρκη.
Γεωμετρικά σχήματα
οι συμβασιούχοι,
επαληθεύουν θεωρήματα.
Τα φανάρια,
περιγράφουν τη ζωή
σταματώ, προχωρώ.
Θύμα της ασφάλτου
η βούληση.
Οριοθετημένη τελειότητα
με χαλασμένα γρανάζια,
η κουρδιστή πόλη.
Θέμα χρόνου η παύση
του επόμενου λεπτού.

*

Η γυναίκα αποφάσισε,
πως έπρεπε να φύγει από εκείνο το σπίτι.
Ήταν φτιαγμένο από ασπρόμαυρες φωτογραφίες
και αιχμηρά ρολόγια.
Έκανε μερικά βήματα προς την πόρτα
αλλά δεν μπόρεσε να συνεχίσει.
Το δέρμα της άρχισε να ξεφλουδίζει.
Ο Luis Buñuel,
βγήκε μέσα από το φως
και ξεκίνησε να της μιλάει
για την διάβρωση του χρονικού κρατήρα.
Την ίδια στιγμή,
ένας σκύλος άρχισε να τρέχει μέσα στο σπίτι,
κυνηγούσε μια Πανσέληνο.
Στο τέλος, έγινε η τροφή του.
Η γυναίκα εγκατέλειψε το μολυβένιο καβούκι.

*

Παιδικά χαμόγελα
ασκητεύουν σε ενήλικα κελιά.

*Από τη συλλογή “Κάτοψη κουρδιστής πόλης”, εκδόσεις Κάμινος, 2026.

William Carlos Williams, Ποιήματα

Δέκα ποιήματα

XIV

Για το θάνατο
ο κουρέας
ο κουρέας
μού μίλησε

κόβοντας τη
ζωή μου με
ύπνο για να κοντύνει
τα μαλλιά μου-

Είναι μόνο
μια στιγμή
είπε, πεθαίνουμε
κάθε βράδυ-

Κι απ’
τους νεότερους
τρόπους να βγουν
μαλλιά στον

φαλακρό θάνατο-
τού μίλησα
για τη λάμπα
κουάρτζ

και για γέρους
με τρεις
σειρές δοντιών
στο νεύμα

ενός γέρου
που είπε
στην πόρτα-
Λιακάδα σήμερα!

εξαιτίας της οποίας
ο θάνατος τον ξυρίζει
δυό φορές
την εβδομάδα.

*Από τη συλλογή Spring and All, 1923.

*

Νέα γυναίκα σε παράθυρο

Κάθεται με
δάκρυα

στο μάγουλο
το μάγουλο στο

χέρι της
το παιδί

στην αγκαλιά της
η μύτη του

πιεσμένη
στο γυαλί

*

Μια υποσημείωση

Περπατήστε στα λεπτεπίλεπτα μέρη
των απαραίτητων μηχανισμών
και γρήγορα δεν θα έχετε
ούτε φαγητό, ούτε ρούχα, ούτε
καν Κομμουνισμό,
Σύντροφοι. Διαβάστε καλή ποίηση!

*Από τη συλλογή Poems, 1934.

*

Mezzo Forte

Πάρ’ το πανάθεμά σε· κι αυτό!
Να κι ένα τριαντάφυλλο
Για επανόρθωση
Ο θεός ξέρει
Συγγνώμη, Γκρέις· αν και
Δε φταίω εγώ αν θα γίνεις γάτα.

*Από τη συλλογή The Tempers, 1913.

*

Σούζυ – ΙΙ

η ζωή είναι ένα άνθος όταν
ανοίξει θα
κοιτάξεις τρέμοντας μέσα του αβέβαιη

για ό,τι ο παλιός
καθρέφτης μπορεί ν’ αποκαλύψει
ανάμεσα στην ελπίδα και την απόγνωση ενώ

ένας άτολμος γέρος
όλο αμφιβολίες μισο-
στρέφει μακριά το ανόητο κεφάλι του

*

Μικρό ποίημα

Με χαστούκισες
μα τόσο ευγενικά
που χαμογέλασα
με τη φροντίδα

*

Φτέρνα και δάχτυλα ως το τέλος

Ο Γκαγκάριν λέει, σε έκσταση,
θα μπορούσε
να συνεχίσει για πάντα

έπλεε
έτρωγε και τραγουδούσε
κι όταν αναδύθηκε απ’ αυτά
τα εκατόν οκτώ λεπτά έξω
απ’ την επιφάνεια της
γης γελούσε

Έπειτα γύρισε
να πάρει τη θέση του
ανάμεσά μας
από όλη αυτή τη διαίρεση και
αφαίρεση μέτρο
δάχτυλα και φτέρνα

φτέρνα και δάχτυλα
λες και
χόρευε

*

Τοπίο με την πτώση του Ίκαρου

Σύμφωνα με τον Μπρύγκελ
όταν έπεσε ο Ίκαρος
ήταν άνοιξη

ένας γεωργός όργωνε
το χωράφι του
όλη η τελετουργία

του χρόνου είχε
ξυπνήσει μουδιασμένη
δίπλα

στην άκρη της θάλασσας
απορροφημένη
απ’ τον εαυτό της

ιδρώνοντας στον ήλιο
που έλιωσε
το κερί των φτερών

μόλις λίγο πιο έξω
απ’ την ακτή
ακούστηκε

ένας παφλασμός σχεδόν ανεπαίσθητος
ήταν
ο Ίκαρος να πνίγεται

*

Η γυναίκα του υπαρξιστή

Συνήθως ακολουθούσα
τις εποχές
σ’ αυτό το ημι-βόρειο

κλίμα
και τα μεταναστευτικά πουλιά
που έρχονται

τον Μάιο διέκριναν
τον κίτρινο τσιροβάκο
απ’ τη μυρτιά

όταν τον βρήκα
νεκρό στο
γρασίδι δεν υπάρχει

άλλη εποχή εκτός
απ’ αυτή
για μένα τώρα

*

Το κοκτέιλ πάρτυ

Μια νέα γυναίκα
που στην κοιλιά της ποτέ
δεν κοιμήθηκα ενώ άλλοι

κοιμήθηκαν
συναντηθήκαμε σήμερα
σ’ ένα κοκτέιλ πάρτυ

όχι από μέθη
αλλά από αγάπη
αγνοώντας τους άλλους

κοιτάξαμε ο ένας
στα μάτια τον άλλο
αυτιά ευαίσθητα

σ’ ό,τι λέγαμε
μάτια τυφλωμένα
χωρίς ανάσα απ’ αυτό και μόνο

*Από τη συλλογή Pictures from Bruegel, 1962.

Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα

Ζωή χαλασμένη

Άνθρωποι σφάγια σαρκοβόρων
κυματορροές φοβισμένων
στα σπίτια κλείστηκαν
τάχα σε ζώνη ουδέτερη
σε μιαν άδεια παντέρημη πόλη
σκοτεινή και ανίερη
που τις πομπές της κρύβει
τυφλοπόντικες
τους δρόμους της σκάβουν
χτυπιούνται οι μέρες της
σαν πορτοπαράθυρα
ζωής ανεπισκεύαστης

άνθρωποι που ησύχως πεθαμένοι
αναρωτιούνται με πόσα καρφιά
ο ήλιος στον ουρανό στεριώθηκε
τις ώρες που έμπαιναν όλο και πιο βαθιά
μες το πικρό του τάφου τους σκοτάδι

*

Μικράνθρωποι

Θανάσιμα ανέμελοι συρρέουν
σε δρόμους, πλατείες και θεάματα
ως ανδρείκελα σαθρά που υπνοβατούν
ως μαριονέτες σε σκηνή ξεδιάντροπη
σ’ ένα τσίρκο ή ένα καρναβάλι
σε μια πλαδαρή φτηνή υποκρισία

τυφλοί μουγγοί ζητιάνοι
γκρίζες σκιές αδιαπέραστες
αλκοόλη πίνουν
γελούν αιθέρα
αποσύνθεση βρωμούν
κι αθλιότητα

δεν υπάρχει βροχή
των μισανθρώπων τη ντροπή
να ξεπλύνει

*

Δελτίο καιρού

Μαύρος καιρός νεφελώδης
λόγω καταιγίδας όξινης διατάραξη επήλθε
κεραυνοί κι αστραπές τις πόρτες χτύπησαν
γέμισαν των σπιτιών τα δωμάτια πουλιά νεκρά
στα δέντρα κρέμονται κεφάλια κομμένα

μαύρος καιρός νεφελώδης
παρατεταμένη σιτοδεία τους δρόμους μαστίζει
άρθηκαν δια νόμου των ανθρώπων οι ανάσες
απ’ το λοιμό της απείθεια όσοι μολυνθούν
στα σφαγεία θανατώνονται αυτομάτως

καιρός μαύρος
κ α τ ά μ α υ ρ ο ς

*Από τη συλλογή “Μικρές ταριχεύσεις”, ΑΩ εκδόσεις, Αθήνα 2021.

Ηλίας Βαγενάς, Τρία ποιήματα

ΟΥΡΑΝΟΣ

Σβηστός ο ήλιος, περιχαρακωμένος.
Τα νέφη κλειδαμπαρωμένα στο κέλυφός τους
αρνούνται να υποκύψουν στον χρόνο.

Τα πουλιά κρεμάμενα σε σχοινιά, σκοτωμένα.
΄να βλέμμα σου σώζει τον ουρανό πριν καταπέσει κι εκείνος
ξεχαρβαλωμένος και ανίδεος για την τύχη του.

Έτυχαν τα μάτια σου να εποφθαλμιούν το γαλάζιο του
είναι εκείνα που θα σημάνουν την τελετή του θανάτου του.
Εν πλω θα ταφεί
τα ψάρια θα βουτάνε στα κοραλλένια ύψη του
κάτω από τα κορμιά μας θαμμένος θα είναι.

Έτσι, όλα γλυκά θα τελειώσουν , όπως ακριβώς άρχισαν.

*

ΒΑΡΥΤΗΤΑ

Μιλούν οι άνθρωποι
μιλούν τα πουλιά.
Στέκονται οι άνθρωποι κοιτώντας
πετούν τα πουλιά.

Κάθονται στα σύρματα
τα σύρματα δεν πετούν
μόνο νιώθουν των πουλιών τα νύχια
γραπωμένα πάνω τους
σαν σφιχταγκαλιάζονται τις νύχτες

Η βαρύτητα είναι των ανθρώπων
της γης
των σωμάτων
των κτιρίων
των δρόμων
του έρωτα νάρκη είναι

Η βαρύτητα δεν είναι των πουλιών
παρά μόνο αν τα φτερά τους βραχούν
παρά μόνο αν σφαίρες τα πετσοκόψουν

Παρόλα αυτά
οι άνθρωποι περπατούν
τα πουλιά πετούν
οι σφαίρες πετούν
Το ένα πέταγμα σφαγιάζει το άλλο

Η βαρύτητα των όπλων είναι
των ερώτων θάνατος
των ματιών χαρακιές

Η βαρύτητα πουλιά σκοτωμένα είναι
κι ο Ίκαρος πέφτει στο κενό κάθε μέρα

*

ΕΥΤΥΧΕΙΣ

Ευτυχείς
ως σταθερά και υπόκωφα κτίρια
Αντισεισμικά.

Ευτυχείς
ως σίγουροι
ως προσδοκούντες
ως επίμονοι επαγγελματίες
ως σταδιοδρόμοι εταιρικών προδιαγραφών.

Σταθεροί
ως ευτυχείς οικογενειάρχες
εκκλησιαζόμενοι και μη αμαρτάνοντες.

Δυστυχείς
με κρεμασμένα σώματα
χυλωμένους νόες
εύθραυστα μάτια
γύψινες γλώσσες.

Ερωτευμένοι
με χείλια κόκκινα
μέλή στητά
χέρια παγωμένα
γάντια υγρά
μανιασμένες υποσχέσεις.

Σίγουροι
ως εθνικά ανήκοντες
ως ταξικά αγωνιζόμενοι
ως αλλότριων παιδιών γονείς
ως υπερέχοντες πατριώτες.

Ευτυχείς
ως ανθρωπίζοντες.

*Από τη συλλογή “Ευτυχείς ως ανθρωπίζοντες”, εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, Αθήνα 2025.

Ρογήρος Δέξτερ, Δύο ποιήματα

Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ

Δε θα ‘μουν είκοσι
Όταν πέρασα το κατώφλι
Σ’ εκείνο το ερείπιο στη Λήμνου
Στην προσμονή να μάθω
Τα καμώματα του μέλλοντος
Τι με περίμενε
Και ποια αγάπη τάχα με καρτερούσε
Σ’ εκείνο το χαμηλό ρημάδι όπου έμενε
Σαν την κυρα-Γραφτώ η γριά μαγίστρα·
Και τα στοιχειά
Χτυπούσαν τα παράθυρα τις νύχτες
Και τα μικρά παιδιά πετροβολούσαν
Τα κεραμίδια της τα μεσημέρια
Και στην αυλή της πότιζε γλάστρες
Με αλλόκοτα φυτά·
Από το υστέρημά μου ν’ ασημώνω
Και ν΄ ακούσω
Ν’ ακούσω ο τυφλός
Αλήθειες σαν ψέματα
Γλυκά παραμύθια στο κατακάθι του καφέ·
Και έζησα χρόνια πολλά στην περιπλάνηση
Ποτά τσιγάρα και ατέλειωτα ξενύχτια
Μέσα στις ηδονές της σάρκας
Σε στέκια ακοτεινά και ανήλιαγα βουλιάζοντας
Όπου βρήκα γυναίκες που μ’ αγκάλιασαν
Αλλά καμιά ν’ αγαπήσει το σαρκίο μου
Φίλους που με πρόδωσαν
Με πούλησαν
Με μαχαίρωσαν
Για τα λίγα κέρματα του κέρδους
Για μια φτηνή ιδέα
Νεράιδες που μου πήραν τη φωνή
Ή με γέλασαν με το μαντίλι τους
Σκιές που άφηναν τους τοίχους
Για να με στοιχειώσουν
Να με τρομάξουν
Σαν τύψεις κοφτερές σαν Ερινύες
(Που ακόμη με κυνηγούν χαχανίζοντας
Ενώ εκεί ψηλά ξεκαρδίζονται οι θεοί σε θρόνους
Πίνοντας στην υγειά τους
Το νέκταρ της δικής μου χαράς·)
Όλα αυτά τα θυμάμαι τώρα
Και άλλα τόσα
Που διστάζω να γράψω
Σε πόση λάσπη μπορεί να κυλήσει το σώμα
Μόνο για να κερδίσει μια νύχτα
Την όμορφη γύμνια μιας γυναίκας·
Τώρα λοιπόν πριν σαραντίσει
Και αρχίσει να γερνά αυτό το σαρκίο
Γιατί η ψυχή γέρασε πια
Μέσα σε ξένους καθρέφτες
Θα γυρίσω ανάποδα την κλεψύδρα
Θα ζήσω απ΄ την αρχή
Να με ξεχάσουν για πάντα όσοι με γνώρισαν
Και ο άλλος μου εαυτός να φανερώσει
Το φως που κρύβει χρόνια στην καρδιά του·

*

Η κυρα-Γραφτώ

Αν μπορούσα στ’ αλήθεια να δω
Σαράντα χρόνια μπροστά μου
Θα γύριζα πίσω και θα τ’ άλλαζα όλα
Να ξαναδώ τα κατακάθια στον πικρό καφέ
Τις τεθλασμένες γραμμές στο χέρι μου
Και τη μισότυφλη γριά να ψιθυρίζει
Με χαμηλή φωνή τις προφητείες της
(¨Όλες οι πόρτες θα κλείσουν και να, εδώ κοίτα,
Μια σπουδαία θα διαβείς και φωτισμένη·
Τώρα πια φαντάζομαι πως θα εννοούσε
Την πύλη που περνούν οι ζωντανοί
Μόλις πεθάνουν)· απ΄ όταν τη βρήκε το γραφτό
Πρέπει να πέρασε καιρός
Αλλά και τότε ζούσε
Σα να στοίχειωνε το ρημαδιό της·
Έμενε Λήμνου και -δε θυμάμαι ποια γωνιά-
Όπου σπάνια την έβλεπες τη μέρα
Να ξεφυτρώνει ή να μιλάει με τις γειτόνισσες
Που σκιάζονταν τη φήμη
Ότι μαζεύει αερικά τις νύχτες και διαβόλια·
Εκείνος όμως ο γέρος με την τριμμένη του τραγιάσκα
Πάντα στο ίδιο παγκάκι καθισμένος
Έλεγε άλλη ιστορία
Ίσως αληθινή ίσως φτιαγμένη
Ότι η κυρα-Γραφτώ είχε έρθει απ’ τη Σμύρνη κλαίγοντας
Μετά τη μεγάλη σφαγή
Όπου έχασε όλες τις ψυχές της
Και μόνο τη δική της γλύτωσε απ’ το λεπίδι·
Τη θυμήθηκα πάλι
Σ’ αυτό το μπερδεμένο μεσοστράτι
Καθώς νομίζω (θέλω να βρω μια άλλη πίστη)
Ότι ξεγέλασα για κάμποσο καιρό το θάνατο·

*Από τη συλλογή “Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες], εκδόσεις στίξις, Αθήνα 2022.

Χαράλαμπος Βάιος, Τρία ποιήματα

4.

Πλησίασε στο βορινό παράθυρο
και φώναξε:
τ’ όνομα που σπαράζει ακόμα
την καρδιά σου…

Κάτι θα φτάσει μέσα απ’ το δάσος
μέσ’ από τη νύχτα
σαν ανασαιμιά
σαν θρόσιμα πουλιού
που απονυχτώθηκε και σπεύδει.

Μπορεί ν’ ακούσεις βήματα
κάποια παραλλαγή
εκείνης της φωνής της μακρινής
σαν που κατηφορίζει μια νεροσυρμή
ανάμεσ’ από χόρτα.

Πλησίασε στο βορινό παράθυρο
και φώναξε:

Κάρφωσε και τα δυό σου μάτια
εκεί στο βάθος
τέντωσε τ’ αυτιά
με βεβαιότητα κι ελπίδα
μην απελπίζεσαι
στάσου και πες:
“Ναι, μου αποκρίνεται!”
πολλές φορές
ώσπου
να σβήσει ο αντίλαλος
της ίδιας της φωνής σου…

5.

Αχούσανε φωνές εδώ
που τώρα είναι χειμώνας.

Άκουσε
μάς φωνάζουν μέσ’ από τα ελιόδεντρα…

Βουνά κι ομίχλες
παραπέρα ομίχλες πάλι και βουνά
στροφές
κι άλλες στροφές
κι απόμακρα κάποιος να τραγουδά.

Πόσες φωνές απίθανες
μέσ’ από τα ελιόδεντρα
πόσες στροφές
ομίχλες και βουνά
το πίτα το έρμο
εκεί
με τ’ ανοιχτά παράθυρα
τα μάτια τ’ ανοιχτά
χρόνια και χρόνια
να μετρούν τις εποχές
κι απόμακρα
μονάχα το τραγούδι

6.

Ήτανε κάτι φώτα στο βουνό
και κάποια λαμπυρίσματα
(φλόγες κριών
Καρδιές)
κι αθέατος ο δρόμος
που δε φέρνει πίσω.

Ήτανε στην αρχή το πράσινο
μετά οι βράχοι οι γυμνοί
οι νύχτες
μόνιμα
παντοτινά
η μοναξιά κι η σιωπή
κι αθέατος ο δρόμος
ο δρόμος που δε φέρνει πίσω.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα 1944-1964”, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1988.

Βλαδιμίρ Μαγιακόφσκι, από το “Σύννεφο με παντελόνια” 

(Αποσπάσματα)

ΙΙ
Δοξάστε με.
Δεν είμαι ταίρι εγώ των ισχυρών.
Εγώ επάνω σ’ όλα που έχουν γίνει
βάζω «μηδέν».

*

Ετούτοι
τσαγκρουνώντας ρίμες στο βιολί τους,
βράζουν έρωτες κι αηδόνια
για να βγάλουν δυό δάχτυλα ζουμί.
Ενώ ο δρόμος
δίχως γλώσσα κουλουριάζεται.
Δεν έχει με τι να φωνάξει.
Δεν έχει με τι να μιλήσει.

*

Ο δρόμος
στριμώχνει σιωπηλά τα βάσανά του.
Η φωνή του
σαν κόκκαλο ψαριού στο λαρύγγι του.
Η πολιτεία αμπάρωσε το δρόμο με σκοτάδι.
Και στο στόμα
σαπίζουν τα μικρά πτώματα
των πεθαμένων λέξεων,
και δυο μονάχα ζουν
χοντραίνοντας,
«τσογλάνι»,
και μια άλλη ακόμα,
θαρρώ:
«ψωμί».
Οι ποιητές
που μούλιασαν στα κλάματα και στ’ αναφυλλητά
λακήσαν απ’ το δρόμο
τινάζοντας ακατάδεχτα τα τσουλούφια τους.
«Πώς με δυο τέτοιες λέξεις
να τραγουδήσεις
την δεσποινίδα
και τον έρωτα
και το τριανταφυλλάκι με τις δροσοσταλίδες;»
Και πίσω από τους ποιητές
τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:
Φοιτητές,
πόρνες,
εργολάβοι.

*

Ακούστε!
Κάνει το κήρυγμά του
με βογγητά κι ουρλιάγματα
ο σύγχρονος φωνακλάς Ζαρατούστρας.
Εμείς
με πρόσωπο σαν αγουροξυπνημένο σεντόνι,
με χείλια κρεμασμένα σαν πολύφωτα,
Εμείς
οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών,
όπου η βρώμα κι ο χρυσός γαγγραίνιασαν τη λέπρα,
Εμείς,
είμαστε πιο καθάριοι κι απ’ το κρούσταλλο της Βενετιάς
που το ξεπλύνανε μαζί κ’ οι θάλασσες κι ο ήλιος.
Στα παλιά μας παπούτσια κι αν δε βρίσκονται
στους Όμηρους και στους Οβίδιους
άνθρωποι σαν και μάς,
βλογιοκομμένοι απ’ την καπνιά.
Εμείς,
καθένας από μάς,
κρατάμε μέσα στη γροθιά μας
τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.

*

Εγώ που η σύγχρονη γενιά μού γέλασε κατάμουτρα,
διακρίνω αυτόν που φτάνει μες απ’ τις οροσειρές του χρόνου,
διακρίνω αυτόν που κανένας δε βλέπει.
Εκεί που τ’ ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο,
βλέπω να καταφθάνει
των πεινασμένων στρατηλάτης,
φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης
το 1916.
Κι ανάμεσό σας είμαι εγώ
ο Πρόδρομός του,
κ’ είμαι όπου βρίσκεται κι ο πόνος, πάντοτε παντού.
Πάνω σε κάθε μια σταλαματιά τού νέφους των δακρύων
έχω σταυρωθεί.
Τίποτα πιά δεν είναι για συγγνώμη.
Κι όταν
τον ερχομό του διαλαλώντας
ανταριασμένοι
θα βγείτε να δεχτείτε τον Σωτήρα,
εγώ για σας
θα ξερριζώσω την καρδιά μου
θα την ποδοπατήσω
κ’ έτσι μεγαλωμένη
και καταματωμένη
θα σάς τη δώσω για σημαία.

ΙΙΙ

Σήμερα πρέπει
με τη βαρειά
ν’ αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιάν έγνοιαν έχετε:
«είναι τάχα ο χορός μου κομψός;»
κοιτάχτε πώς διασκεδάζω
εγώ —
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος της πλατείας.
Από σάς
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ’ ορθάνοιχτό μου μάτι.
Μ’ απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίσω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ’ αλυσσίδα
θα κρατάω σα σκυλί τον Ναπολέοντα.

*

Έι, σεις που σουλατσέρνετε,
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν είν’ κανείς σας δίχως χέρια
ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές.

*

Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη,
σφαδάζει ψοφώντας η δύση.
Όλα πια είναι μια τρέλα.

*

Μαρία, Μαρία, Μαρία.
Άσε με νάμπω Μαρία,
Δε μπορώ έξω στους δρόμους.
Μαρία το βλέπεις —
που ανάμεσα στα δόντια μου κρατάω
— πάλι —
το μπαγιάτικο ψωμάκι
απ’ το χτεσινό σου χάδι.
Μαρία. Άνοιξε. Πονάω.
Βλέπεις —
μες στα μάτια μου μπήχτηκαν
οι καρφίτσες των γυναικείων καπέλων.
Μαρία,
Φοβάμαι μην ξεχάσω τ’ όνομά σου,
όπως φοβάται μην ξεχάσει ο ποιητής
μια λέξη που γεννήθηκε
στις ωδίνες της νύχτας
μια λέξη μεγάλη σαν το Θεό.
Δε θέλεις Μαρία; Δε θέλεις;
Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι του πού τούκοψε το τραίνο.
Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος
σε χορό τη γης,
όπως η Ηρωδιάδα
την κεφαλή τού Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου
τα χορέψει ως το τέλος,
μ’ εκατομμύρια στάλες αίμα
θάχουν στρωθεί τα χνάρια μου στο δρόμο
ως το κατώφλι του Πατέρα.
Παραμερίστε.
Δε θα μού φράξετε το δρόμο.
Κοιτάχτε —
αποκεφάλισαν ξανά τ’ αστέρια —
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Έι, εσύ! Ουρανέ!
Βγάλ’ το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.
Ησυχία!
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ’ τα τσιμπούρια των άστρων.

(1915-1916)

*Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος (μετά την κατά λέξη μετάφραση και τον έλεγχο του Άρη Αλεξάνδρου, όπως σημειώνει ο ίδιος ο Ρίτσος, στο βιβλίο “Μαγιακόφσκι: Ποιήματα”, Εκδόσεις Κέδρος, 1974).