Δήμητρα Κουβάτα, Δύο ποιήματα

Valentine Hugo, Paw (Paw), 1937.

Comme il faut

Τη μασχάλη σου
δεν θα τη πω στιλπνή,
σαν την ανάστροφη πλευρά ενός κοχυλιού.
Αυτά είναι για τους πουριτανούς.

Θα την πω βαθιά,
σαν μια φρατζόλα ζεστό ψωμί
που παραμάσχαλα την πηγαίνω στη μάνα μου
και καθ’ οδόν την έχω σκάψει με τα χέρια μου
καταβροχθίζοντας όλη την ψίχα.

*

Αλυσόδεση

Τώρα που γκρεμίστηκες,

μακριά από τη σκιά
μακριά από τον έρωτα
σε γδέρνω και σε ποδοπατώ.

Εκεί,
κάτω απ’ το δέντρο
όπου με ήθελες
δεμένο σκυλί

έγινα ζώο άγριο και παμφάγο.

*Από τη συλλογή «Σκυλί δεμένο», Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2017.

Larry Eigner, Τρία ποιήματα

Το ρολόι

ξεσπά
την παλιά
ζωή των στιγμών

με βροχής
βιαστικές
Καμπάνες

*

Ξανά αυγή

ο ουρανός έριξε
την αόρατη λευκάδα του

την είδαμε απλώθηκε
στο πουθενά

κενά τα γαλανά

αστέρια

το καλοκαίρι μας
στο χώμα
όπως χθες βράδυ άλλος ένας
χρόνος

σε θραύσματα

*

Μια δεκάρα

στο δρόμο

λες και
όλη ετούτη η βροχή
πήγε χαμένη

ξανά ο ουρανός είναι
ασυννέφιαστος διευρύνεται
πέρα από τον ορίζοντα μια λακκούβα

την αποφεύγει ένα αυτοκίνητο

*Από το βιβλίο “Λάρυ Άιγκνερ, Σαράντα Δύο Ποιήματα”, εκδόσεις Bibliotheque, Απρίλιος 2019. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Πόπη Αρωνιάδα, Χάικου

Μυρωδιά σκουριάς
εγκλωβισμός με πόνο,
πήζει το σάλιο.

Πέφτει σιωπή
κι οι φόβοι κουρνιάζουν
μέσα στο στήθος

Τα ναυάγια
των μακρινών ταξιδιών
κραυγάζουν σκληρά

Όλα τα είδη
ζωής έχουν ποίηση
δίχως πρόσκομμα

Σαλεύει ο νους
και γεννά φαινόμενα
μέσα στο χάος

Απαλή νάρκη
ένας κούφιος κορεσμός
της φαντασίας

Βαθύς και βουβός
λυγμός από την ψυχή,
εκκωφαντικός

Αδιέξοδο,
χίλιοι λαβύρινθοι
ίδιο σημείο

*Από τη συλλογή «Στεναγμοί Ανατολής», εκδ. Ποιήματα των Φίλων, 2014.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα για την Κύπρο

Οι βάρβαροι έφθασαν στις δεκαπέντε Ιουλίου

Οι εθνάρχες, οι στρατηγοί (που πάνω σε αίματα, 

σε πτώματα, σε κόκκαλα τον θρόνο τους έστησαν),

o επί Τετάρτης Αυγούστου λογοκριτής,  εντολοδόχος της Ελισάβετ βραβευμένος ποιητής

την Κύπριδα παρέδωσαν

στα μανιασμένα αγάμητα,

στα στίφη τα οπλισμένα,

τους μελεόφρονας λαούς κατατρύχοντας!

Και η Ραστώνη στον Εκνεφία το βλέμμα της

στυλώνοντας, εκραύγασε:

«Αφρόδιτα! Αίσθηση ελευθέρα! Ουδέποτε! τους αναίσθητους

που σφάζονται για να αισθανθούν, θα συγχωρήσεις».

1-2016

*

Ανεξίτηλο

Όταν η Κερύνεια καταματωμένη,

την Αθήνα εκλιπαρούσε,

η Αθήνα με δάφνινα στεφάνια υποδεχόταν

τους εντολοδότες των τυράννων της προδοσίας,

και τους προσαγόρευε Μακάριους  Πατέρες της Δημοκρατίας.

Πέρασαν χρόνια, δίχως να γονατίζει με λυγμούς

η Αθήνα που την Κερύνεια κατέσφαξε!

                                                                         22-4-2017

καί τό μάλλον αιρείσθαι τεθνάναι καλώς ή αισχρώς σωθήναι 

                                                                            Αριστοτέλης

G.D. Sermint, Δύο ποιήματα

Richard Flanagan, First person

Ρημάδι ποίημα

Κομμάτια.
Όλο το βιος της μικρής μας περιπέτειας
σκορπισμένο στην πρώτη μας αμμουδιά.
Ήλιος κι αλάτι μόνο·
η παραλία μας πια μοιάζει με έρημο.

Πες μου τώρα ψυχούλα μου
γιατί κλαις;

Εγώ ποτέ μου δεν σε λεηλάτησα
κι όμως γέμισα λάφυρα
μιας ανάλγητης μάχης·
ο φτωχότερος των πλουσίων
ο πιο ηττημένος ανάμεσα στους νικητές.

Πες μου ψυχούλα μου
γιατί λάμπεις;

Εγώ πάντα στο σκοτάδι σε αναγνώριζα
στη σιωπηλή σκιά σε προσκυνούσα.
Πώς μου άλλαξες έτσι;
Πώς να αλλάξω για να σε αγαπήσω;

*

Βραχώδεις ακτές

Μιλάμε για τις εποχές που πέρασαν
θλιμμένοι και νοσχαλγικοί.

Τις ονομάζουμε θάλασσα
κι αφηνόμαστε στην αναπόληση
της γαλήνιας επιφάνειάς της.

Και είναι να απορεί κανείς
με την ευκολία μας
να προσπερνάμε αφελώς
τα υπόγεια ρεύματα
που μας έφεραν
ως εδώ.

*Από τη συλλογή “σεπτέμβρης ΝΕΑ ΕΠΑΦΗ”, εκδ. πρότζεκτ ερσίλια, Αθήνα 2018.

Νίκος Μιτζάλης, Τρία ποιήματα

Περίστροφο με σιγαστήρα

Όλο και κάτι θα χάσεις
γεμίζοντας το κλείστρο
απ’ το μελανοδοχείο
Ο επαναληπτικός ήχος
ο απόμακρος στίχος
απ’ το λεπτό σκίσιμο του χαρτιού
Ανοίγοντας κλείνοντας
Αδειάζοντας γεμίζοντας
Όλο και κάτι θα χάσεις μέσα στις ρωγμές
Προς τα μέσα άλλωστε οι σφαίρες είναι πιο φωτεινές
Χάνονται ήσυχα
Όπως οι ξεσυρμένες μέρες
Όπως τα στραγγισμένα όνειρα
Όπως οι σκέτες πεπτικές συσκευές

*

φάτσες άγνωστες

Έχουμε φάτσες που κάθε πρωί δεν αναγνωρίζουμε στον καθρέπτη
τις αναζητάμε όλη την μέρα και
τις θυμόμαστε μονάχα το σούρουπο
όταν κοιτάζουμε απ’ το παράθυρο στην απολησμονιά
και στην θλιμμένη βροχή
λεμονανθοί
απελπισία ξανά, επιληπτικά
για τα ρημαγμένα χρόνια
και τα σκονισμένα όνειρα
προδομένα από εμάς τους ίδιους
Τότε βγαίνουμε στους άνισους δρόμους της νυχτιάς
να βρούμε παρόμοιες φάτσες
και να κάνουμε τράκα τσιγάρο
και ιστορίες νικητών
απαντάμε όμως μονάχα ιστορίες ηττημένων
και νεκρολούλουδα
όχι άλλα δάκρυα
Κερατσίνι Πέραμα Δραπετσώνα
καζατζήδες σκυφτοί
καρνάγια σιωπηλά
καιρός για αναχώρηση.

*

Απαντήσεις

Κάποιο πρωινό δυο πυρόξανθες πλεξούδες
κολυμπώντας ολόγυμνες
ρώτησαν τις απαντήσεις μου
Εγώ έδειξα τα πατημένα φύλλα και την έρημη προκυμαία
την συνήχηση αύρας και παφλασμού
το ατελείωτο τέλος και την αέναη αρχή
και τότε γίνανε θηλιά
ξέπνοα χάδια και λησμονιά
ένα συμβεβηκός
βουβός αποχαιρετισμός

*Δημοσιεύτηκαν στον “Μανδραγόρα”, Τεύχος 63, Νοέμβρης 2020.

Antonia Pozzi, Δύο ποιήματα

Πάνας

Χόρευε μια χλιαρή κηλίδα
ήλιου στο μέτωπό μου,
υπήρχε ακόμη ένα θρόισμα ανέμου ανάμεσα στις πιο μακρινές φυλλωσιές.
Έπειτα ήρθε
μόνος: ο αφρός αυτών των κυμάτων αίματος
και ένα σφυροκόπημα από καμπάνες στο σκοτάδι, βαθιά στο σκοτάδι μέσα από ορμητικές δίνες, μέσα από κόκκινες ριπές σιωπής –
στο σκάσιμο των κυμάτων.
Ύστερα
τα μυρμήγκια έπλεκαν
μαύρες σειρές ζωής ανάμεσα στο χορτάρι κοντά στα μαλλιά
και πάνω στο δικό μου –
και στο δικό σου ιδρωμένο πρόσωπο μια πεταλούδα χτυπούσε τα φτερά.

27 Φεβρουαρίου 1938

##Μετάφραση: Άννα Γρίβα

*

Κραυγή

Να μην έχεις έναν Θεό
να μην έχεις ένα μνήμα
να μην έχεις τίποτα σταθερό
παρά μονάχα ζώντα πράγματα που ξεγλιστρούν να υπάρχεις δίχως χθες
να υπάρχεις δίχως αύριο
και να αποτυφλώνεσαι μέσα στο τίποτα –βοήθεια–
για τη δυστυχία
που δεν έχει τέλος.

10 Φεβρουαρίου 1932

##Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου

*Από το βιβλίο “Antonia Pozzi, Ο θάνατος των αστεριών” (δίγλωσση έκδοση), Εκδόισεις Ενύπνιο. Εισαγωγή-μετάφραση: Άννα Γρίβα, Ευαγγελία Πολύμου.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Αντίστροφη Αφιέρωση (απόσπασμα)

εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς
εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η θάλασσα
σ’ ερωτεύω
σε ζηλεύω
σε γιασεμί
σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο
με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ
με κεντρίζεις μεταξένια άσπρο μου κουκούλι
με κοιτάζεις πολύ προσεκτικά
tu m’ abysses
tu m’ oasis
je te gougouch
je me tombeau bientôt
εσένα σ’ έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti
σ’ έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις
σ’ έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα
εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς
σε μίσχος
σε φόρμιγξ
με φλοισβίζεις
σε ζαργάνα α μ’ αρέσει
δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω
απ’ τον άλλο όταν σταματήσουν η περίπτυξή τους είναι το μονόγραμμά σου
tu m’ es Mallarmé Rimbaud Apollinaire
je te Wellingtonia
je t’ocarina
εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο
εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος
σ’ έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε
εγώ σ’ έχω άρωμα έρωτα
σ’ έχω μαύρο λιοντάρι
σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό
εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω
εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello
εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριο-
λούλουδου
εσύ κένταυρου ζέση
εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία
je te ouf quelle chaleur
tu m’ accèdes partout presque
je te glycine
εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει
εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν έτσι που το’ χουμε αλαζονήσει
και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ
εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο έτσι δεν είναι πες
εσύ σελίδα μου
εσύ μολύβι μου ερμηνευτή μου
σε ανοίγω συρτάρια
πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές
σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα
δίχως τέλος λυπάμαι
σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου
σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε
σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια
σε ακούω από δω από κει
σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα
σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε
όλα δεν τα’ χω πει
ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://cignialo.gr/antistrofi-afierosi-matsi-chatzilazarou/?fbclid=IwAR171qyeRvhJ3hODe9CMfVNAJ4duTkWob26Fw6s2PV_5N_6JxdwDWPGZFBU

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Της άγνωστης θάλασσας

Καθόσουν στην ίδια θέση
στη βραχώδη ακτή, μες στη βροχή
στην άγνωστη θάλασσα
με βλέμμα θαμπό κι ο ήλιος χαμήλωνε

Μέχρι που ήλθε ένα βράδυ με χλωμό φεγγάρι
στεκόσουν στο έναστρο φως
τι θα ρίσκαρες και τι θ’ άφηνες;
Χόρεψες να ξεκαθαρίσει η σκέψη

Γενάρης 2021

*

Το άλογο στ’ αληθοτοπία

Το άλογο δεν προχωρεί, τρέχει μπροστά
χωρίς τα σύρε κι έλα,
στων ισχυρών την οργανωμένη τρέλα

Στους αιώνες της αδράνειας, αιώνες σαρώθηκαν
πήρε μπροστά η σαρωτική μηχανή του ανελέητου,
στο κόκαλο του στέρνου
ψηφίο προς ψηφίο τεχνητής νοημοσύνης

Να βρίσκεσαι καθηλωμένος
στην ίδια καρέκλα, στο ίδιο τραπέζι
μες στους καπνούς και στα γέλια
τις φωνές και τα χωρατά
γλιστράει η αλήθεια σου
κι εξαφανίζεται στ’αληθοτοπία

Ιούνιος 2021

Νίκος Φωκάς (1927-2021), Το δικαίωμα ενός κήπου

Τώρα η θάλασσα, τα λίγα σπίτια, οι λίγες φωνές
Μας κάνουν το αρχικό καλό. Δεν υπάρχει κι άλλο.
Κάποτε το δικαίωμα της αγάπης που έχουν όλα,
Δίχως εξαίρεση τα πουλιά,
Μας ξυπνά μέσα στη νύχτα μ’ έναν ιδρώτα.
Κάποτε το δικαίωμα ενός κήπου, το δικαίωμα να πετάξουμε.
Κάποτε ξεκινούμε πάλι μες στον ύπνο
Απ’ τη μήτρα της μητέρας μας για μια νίκη…
Τώρα ένα πεύκο στραβό ριζωμένο στον ήλιο,
Προλαβαίνει την κούραση και,
Πιο πράσινο, συγκρατεί την οργή
Του ανθρώπου που δεν μπόρεσε να υπάρξει.
Κρώξιμο πουλιού, βέβαιος θάνατος.
Στον ήσκιο του από κάτω επιθύμησα, παιδί, τον εαυτό μου,
Πρώτη φορά, κι ακούμπησα στον ώριμο κορμό
Ήσυχος από προφητεία