Dana Gioia (1950 – ), Μπιξ Μπαίντερμπεκ (1903 – 1931)

Ιαvoυάριος 1926

China Boy. Lazy Daddy. Cryin’ All Day.
Ονειρεύτηκε πωε έπαιζε τις νότες τόσο αργά που
αιωρούνταν πάνω από το πλήθος
και τρεμόφεγγαν σαν επιγραφή από νέον. Αλλά όχι,
το κλαμπ παρέμενε σκοτεινό, δίσκοι κροτάλιζαν στην κουζίνα,
οι θαμώνες έπιναν και συνέχιζαν να μιλάνε. Παρακολουθούσε
τον καπνό να ανέρχεται από μιας γυναίκας το τσιγάρο
και αργά να διαγράφει κύκλους ψηλά στο δωμάτιο
μέχρι που οι ανεμιστήρες στο ταβάνι τον σκόρπιζαν.
Ένα πρόσωπο, ενός νεαρού κοριτσιού το πρόσωπο, σήκωσε το βλέμμα προςαυτόν, το βλακώδες πρόσωπο της επαρχιακήες αθωότητας.
Της χαμογέλασε και αναρωτήθηκε ποια να ‘ταν.
Ξανακοίταξε κι αντίκρισε το πρόσωπό του.

Ξύπνησε τότε. Το κεφάλι του πονούσε απ’ το ποτό,
ο Τζίμμυ οδηγούσε. Ο Τραμ ακόμα κοιμόταν.
Πού βρίσκονταν τέλος πάντων; Κοντά στο Ντάβενπορτ;
Δεν υπήρχε απόσταση σ’ ετούτα τα αναπεπταμένα πεδία—
μόνο χρόνος, χρόνος οριοθετημένοε από μία αγροικία
ή έναν αχυρώνα, ένα σιλό με κορυφή από κασσίτερο ή ένα δέντρο,
κάποια φευγαλέα μορφή απέναντι
στις απέραντες, άδειες εκτάσεις που κάλυπτε το χιόνι.
Άναψε τσιγάρο και έκλεισε τα μάτια.
Τα καλύτερα χρόνια της ζωής του! Η Βαρετή Δεκαετία του Είκοσι.
Παρακολουθούσε το πρωινό να χαράζει πάνω από το χιόνι,
θα ήταν ο παράδεισος τόσο λευκός όπως η Αϊόβα;

*Από το βιβλίο “Ποιήματα για την τζαζ / Jazz Poems” (δίγλωσση έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Επιλογή-μετάφραση Χρήστος Αγγελακόπουλος.

Τζων Πορτέλλι, Δύο ποιήματα

Όταν το φεγγάρι θρηνεί

Να με καλέσεις
Όταν το φεγγάρι θρηνεί
Να μπορέσω να κοιμηθώ στη σκιά του
και να ονειρευτώ εκείνα πού ποτέ δεν ονειρεύτηκα:
σκηνές του χθες
να ξεπροβάλλουν σαν μανιτάρια
αυθαίρετα κι αυτοφυή,
αψηφώντας τον χρόνο.

***

Διάδρομος

Κατά μήκος τού διαδρόμου του σουπερ-μάρκετ
τακτοποιεί στα ράφια τις κονσέρβες
με στυλ.
Με τό πάθος εραστή,
διατάσσει
και άναδιατάσσει
κάθε σειρά.
Μέχρι την επόμενη μέρα,
Με τις ίδιες τις κονσέρβες
και τα πάθη της.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Οροπέδιο», Τεύχος 22 – Χειμώνας 2019. Μετάφραση, Ματίνα Τσιμοπούλου.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

ΕΠΟΧΕΣ

Αντιποιητική εποχή
στην οθόνη της τηλεόρασης λαϊκοί προφήτες
περιφέρουν την άγνοια τους
στις αγορές ξεπεσμένοι άγγελοι ρητορεύουν
μεγιστάνες της αφροσύνης γέμισαν τα αστικά σαλόνια.

Πεζή εποχή
άρρωστα παιδιά χαράζουν τα όνειρά τους
πάνω στη ματαίωση της αυγής
προσποιητά χαμόγελα, ατελέσφοροι έρωτες
οικόπεδα στην άκρη του γκρεμού.

Παράξενες εποχές
οι μέρες ακροβατούν πάνω στην επανάληψη
οι νύχτες μια γραμμή ισοπεδωμένων ψυχών.

Κι εμείς, μ’ ένα δισάκι φθαρμένο
κοιτάμε τη ζωή να χάνεται μες στη βροχή.

***

ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Φεύγουμε πια απ’ το προσκήνιο
έντρομοι μη μας αναγνωρίσει κανείς
αρκούμαστε σε δεύτερους ρόλους
σ’ ένα άδειο θέατρο
προβολείς μαστιγώνουν τα σύννεφα
και μετά η βροχή ξεπλένει τύψεις.
Η ελευθερία αποδήμησε πια
τώρα στυγνοί γραφειοκράτες
καταδυναστεύουν τις ζωές μας
καθώς πρέπει υπάλληλοι της εξουσίας
μας περνάνε από εξονυχιστικό έλεγχο
συμβόλαια υπογράφουμε τα μεσάνυχτα
με ρήτρα θανάτου.

Φεύγουμε πια απ’ την πατρίδα
πικραμένοι και φτωχοί
με όνειρα τρύπια
κι αλκοολικά στιχάκια για παρακαταθήκη.

*Από τη συλλογή “Χρεοκοπία Ιδεών”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2014.

Στάθης Ιντζές, Το τέλος και η αρχή

Το σύμπαν διαστέλλεται με ταχύτερους ρυθμούς
απ’ ότι είχαμε αρχικώς προβλέψει

κι ό,τι υπήρξε θα υπάρχει εκεί που δεν υπήρξε
κι ό,τι δεν ^υπάρχει θα προϋπάρχει μέσα του
κι ό,τι υπάρχει έξω απ’ αυτό θα περιέχεται

και τίποτα δε θα δημιουργείται
και τίποτα δε θα καταστρέφεται

και το τίποτα που προύπήρξε θα υπάρχει εκ νέου
θα ορίζεται, θα απαντάται, θα μεταβάλλεται
θα περιέχει και θα περιέχεται στον εαυτό του

και τίποτα δε θα δημιουργείται
και τίποτα δε θα καταστρέφεται

κι εκεί όπου υπήρξαμε δε θα υπάρχουμε και θα υπάρχουμε την ίδια στιγμή
κι εκεί όπου θα υπάρξουμε υπάρχει, ορίζει και ορίζεται
διέπει και διέπεται και περιέχει τον εαυτό του

και τίποτα δε θα δημιουργείται
και τίποτα δε θα καταστρέφεται

κι ο στιγμιαίος παρατηρητής στο πέτρινο γεφύρι
που κινείται αντίρροπα προς τη φορά του ποταμιού
θα ’ναι το όριο που υπάρχει και δεν υπάρχει
που οριοθετεί και δεν οριοθετείται
που σημαίνει και δεν σημαίνει
ούτε το τέλος ούτε η αρχή
το τέλος και η αρχή

*Από τη συλλογή “Σεληνάκατος”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2013.

Αλέξης Τραϊανός, Γράφοντας τις σελίδες της στάχτης

Αρχίζω να συνηθίζω αυτήν τη φωτογραφία που με κοιτά
Αρχίζω να συνηθίζω το μοναχό το μαύρο το πράγμα
Το νυχτωμένο που στράβωσε μέσα μου
Μια μέρα βούτηξα τον εαυτό μου μέσα στο αίμα του
Άνοιξ’ η μέρα μαύρη ομπρέλα
Κατέβαινε ως την κόλαση
Ο ανεμιστήρας έπαιζε τα μαλλιά μου
Το πικ απ το κομμένο κεφάλι μου
Έπειτα η φωνή μου ένα σκουριασμένο σύρμα
Τότε πέσανε από πάνω μου κάτι παιδικές πανάρχαιες μέρες
Ο λασπωμένος δρόμος δίχως το τέρμα
Το φάντασμα λεωφορείο
Το μουσείο ακορντεόν
Τότε είδα πως πάντοτε ήτανε νύχτα
Όπως όταν κάποτε ήτανε μέρα
Μ’ ένα κορδόνι
Κλείσαν κι οι φωτογραφίες των πάγων
Λίγο λίγο το αίμα μου μουσκεύοντας τον εγκέφαλο του τρελού
Γράφοντας τις σελίδες της στάχτης

Θανάσης Παπαδημητρίου, Κοιμωμένη Ηπειρώτισσα

Προοίμιο.
Ένα παντζούρι παίζει με τον άνεμο
Μακρόσυρτος συριγμός, επαναλαμβανόμενος
καμπάνες αγγέλλουσες Ανάσταση
Ακαθόριστα βήματα επί της Προποντίδος.
Μετρώ εικοσιπέντε χρόνια ρέμβης
Ξοδεμένα στο κυνήγι ιριδιζόντων οφθαλμών
Ή έστω κόγχης αδειανής,
Να την προλάβω με δυο επιρρήματα.

Χρόνος, διάσταση της αφαίρεσης
Χρόνια που τ’ άθροιζες σε προπολεμικό τετράδιο
Κοιτώντας τη φωτογραφία του προπάππου,
Θύματα υγρασίας κι αυτή κι εσύ.

Τώρα ένα ρολόι στον τοίχο απόμεινε
Για να ξηλώνει σταθερά τα δώματα της μνήμης.
Να εξιστορεί το πάγωμα και ίδρωμα των τοίχων
Την απουσία μουσικής και τη σβηστή εστία.

Σφαλίζω τα μάτια και στο βουνό διακτινίζομαι
Μυρίζει πεύκο κι αγριοχόρταρα
Εκεί, στην κορυφή της Τραπεζίτσας
Θα ήτανε του Αγιώργη ή μάλλον Ψυχοσάββατο
Στη γειτονιά ετοίμαζαν
πίτες και πρόσφορα οι γυναίκες.
Κι ο ιερέας λιβάνιζε, στα κενοτάφια μονολογώντας

Μορφή από άλκιμο ρόμπολο, Πινδαία μαχήτρια θυμίζεις
Έργο των επιδέξιων μαστόρων του Φθινοπώρου

Αυτοί σε ασπρόχωμα λαξεύσαν την οργή αρχαίας λύκαινας
Που δολερά κάποτε δέσανε στο ρέμα οι Πεκλαρίτες
Να φτιάξουνε απάνω της το πρώτο τους γεφύρι.
Και την ουρά της την παχιά, έβαλαν για καμάρα
Και για κλειδί αλύχτημα το αίμα να παγώνει.

Πλην, στιλβωμένο στη ματιά απείθαρχο, εωθινό ανεμοχάλαζο
Αιφνίδια σφυροκοπά τους αμετροεπείς κυνηγούς της Άνοιξης.

Πάντως εγώ που δεν σε γνώρισα παρά για μιαν αναπνοή
Θυμάμαι τα τριαντάφυλλα που ανθίζουν μόνο Μάη
Σ’ εκείνο τον περίβολο έξω από το μαντζάτο
Και τι ροδόνερο έδιναν και μύριζε το σπίτι.

Τότε κρεμάγαν, τα παιδιά, βατράχια απ’ τα ποδάρια
Ποθώντας να ξορκίσουνε με τη βροχή την ξέρα
Και συ που παραμόνευες τις Τούρκισσες, να μάθεις
με τι βοτάνια μυστικά πλενόντουσαν τη νύχτα
κι αστράφτανε τα πρόσωπα και ρόδιζε το δέρμα,
ξανά δεν σάλεψες ν’ αφηγηθείς τους θησαυρούς του Μάρτη.
Μηδ’ ανεπαίσθητα χαϊδεύοντας τον ασημοσταυρό της βάπτισης,
ζήτησες απ’ τον άνεμο χρησμό βραχνού προφήτη.

Μονάχα πια το αποτύπωμά σου μένει
Παγωμένο ίχνος, ανεπαίσθητο
Μνήμα αμνημόνευτο, μονήρες

Στης Κόνιτσας την φιλύποπτη μοναξιά.
Πλάι στις ρούγες εμφύλια λουφάζουν πάθη
Και στο λυκόφως κατεβαίνουν οι σκιές
Όσων τσακίστηκαν στ’ άρρητα βάραθρα της Τύμφης.

Στήνουν χορό στην ποταμιά και γάμους στην πλατεία
Ραίνουν με μαύρο τσίπουρο το χώμα να καθίσει
Και τριγυρνάν ανίσκιωτοι κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
Για ντέφια έχουν κεραυνό, βιολιά καρδιά ελάτου
Δοξάρια από του τραγιού την κάτασπρη γενειάδα.

(Η θύμησή σου εχέμυθος δεκαπεντασύλλαβος)

Όταν περάσει καιρός
Και τα μαλλιά μου λιγοστέψουν
Όταν η αναπνοή κομμένη σ’ εφτά όγδοα
Τραγουδιστή δύσπνοια, υφάνει το νεκροκρέβατό μου
Τότε θα σηκωθώ σου υπόσχομαι
Να σε ματαπαντήσω

Το ρόμπολο το ξέρω. Στέκει μονάχο οδόσημο
Κει που κυρτώνει το μονοπάτι.
Ράθυμων ορειβατών, καρτερικών τσοπαναραίων,
φαεινέ αμάραντε.

Και το απαρηγόρητο σαρκίο μου
Που σκίστηκε απ’ τα χρόνια
Και βάρυνε⸱ και μου ‘γινε δύστροπος οδοιπόρος
Ίσως ταιριάξει στο δικό σου
Που ετάφη από τις βροχές κι απ’ τις πευκοβελόνες

Παίρνω, υποκλέπτω προσκέφαλο
Κέδρο και κουκουνάρια
Σάβανο ράβω από τζουχιά
κι απ’ άγρια τσουκνίδα

Ρόγχος επιθανάτιος
Το βουητό
του Αώου.

Unusual Work No 28 Launch

You are invited
to the magazine launch of
UNUSUAL WORK
!!!!!!!!!!! No.28 !!!!!! !!!!!

on Thursday the 27 of FEBRUARY
7:30pm onwards at
the TERMINUS HOTEL
492 Queens Parade North Fitzroy

[inside, towards the toilets, and upstairs] commonly known
as the Clifton Hill interchange just before the Northcote Bridge
near Clifton Hill Station, plenty of buses + trams go thru there also

ENTRY: $10 + FREE COPY of magazine
(SUBSCRIBERS FREE ENTRY)

PERFORMANCES / READSINGS BY
Fiona McHugh, Ashley J Higgs, Elaine Fell,
Gabrielle Everall, Gershon Maller, Phu-Linh Tran,
Linda Judge, Angela Costi, Katie Hansord,
Sean O’Callaghan, Lesh Karan, TT.O.
———————————–
the best gig in town
—————————————————

small magazines
— the life blood of a great literature
MAKE AN EFFORT