11 ποιήματα και πέντε φωτογραφίες για τον χειμώνα

Το BookSitting επέλεξε έντεκα ποιήματα και πέντε φωτογραφίες με θέμα τον χειμώνα.

blizzard-1245929_1920 (1).jpg

Καθώς βαδίζει ο χρόνος… | Γιώργος Σεφέρης

Καθώς βαδίζει ο χρόνος
και προχωρεί ο χειμώνας
κι η τραχηλιά του κοκκινολαίμη
στρέφει στο πιο σκούρο
σαν τα κυκλάμινα –

(Από το “Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄”,  εκδ. Ίκαρος, 1976)

Ο χειμώνας… | Μαρία Λαϊνά 

Ο χειμώνας είναι δροσερός
τα φαράγγια κατεβαίνουν από ψηλά
έως τον νότο και τη δύση.
Οι θίνες αλλάζουν
παρασύρονται
Δύο φορές τον χρόνο τις παίρνει ο άνεμος
τις πάει

κιόλας μακριά

γιατί περνάνε τα σύννεφα και ξέρεις
πηγαίνουν αλλού
δεν θα μείνουν εδώ

σαν κάποιος να κατοικεί αυτή την απέραντη χώρα
και να είναι τα πράγματα λίγα
ολοένα λιγότερα

Οι νομάδες γυρίζουν όταν πέφτει βροχή
τον χειμώνα·
τρώνε χουρμάδες
τα ζωντανά τους τρώνε κι αυτά·
με το ξύλο από τις φοινικιές φτιάχνουν κάτι
όχι πολύ
Σιγά σιγά το κλίμα απλώνεται

αφήνει τον ουρανό ελεύθερο

(Από τη συλλογή…

View original post 832 more words

Richard Anders, Δύο ποιήματα

4.0.1

Πετρώδες γαλάζιο πάνω από σκιά στιλέτου

Επειδή η σάρκα
κοιμάται με το κόκαλο
κυλάνε μάτια στο τραπέζι
με πόδια λιονταριού χορεύει
το τραπέζι πάνω απ’ τη θάλασσα
κι η θάλασσα ανοίγει παράθυρα
σε μια θάλασσα από πρόσωπα

***

Λόγια

Hommage a Andre Breton

To νιτρικό πουλί ξεμυτίζει από το πράσινο χιόνι
κι η γκαρνταρόμπα του
φέγγει όπως οι εφτά επιχρυσωμένοι σπόροι
στα κηροπήγιά τους τη νύχτα

Λόγια αρμένιζαν
στον τυφλό άνεμο
κορβέτα πάνω σε γαλάζια γλώσσα
που κρεμόταν αναίσθητη στους βράχους

*Αναδημοσίευση των ποιημάτων από το τεύχος 7 (Σεπτέμβριος 2-18) του περιοδικού της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας” (σελ. 64).

Νίκος Πριόβολος, Το μολύβι του ποιητή

Ο ερωτευμένος νέος συνάντησε την αγαπημένη του
στην άκρη της πόλης
της καρφίτσωσε στα μαλλιά ένα χάρτινο ποίημα
το μολύβι του ανήκει
– ποτέ όμως το ποίημα –

η άνοιξη χάιδεψε τρυφερά τις αισθήσεις του
έκλεισε τα χείλη της στα χείλη του ποιητή
– για δες, η ποιήτρια τον φιλά στο στόμα –
οι ίδιες μορφές
οι ανοίκειες εικόνες ενός τόπου
π’ αποπειράται να σταθεί όρθιος

Αν αγάπη μου ζούμε αυτόν τον έρωτα
τον οφείλουμε σ’ εκείνους που πεθάναν δίχως έρωτα
αν έχουμε λίγα δάκρυα
τα χρωστάμε στ’ αφυδατωμένα τους μάγουλα
αν κρατάμε λίγη υγρασία στα βλέφαρα
τη δίνουμε να τη γευτούν τα παιδιά που στέγνωσαν από δίψα

αν ζούμε το όποιο παρόν
το κερνάμε στο όσο μέλλον απέμεινε

Του έπιασε το χέρι
τρυπώντας με το μολύβι
στο μέρος της καρδιάς

αμέσως ο χάρτινος όγκος από λέξεις πήρε φωτιά

κι έκαψε ξανά
ακόμα και τις στάχτες

*Από τη συλλογή “Το παιδί π’ απέμεινε όρθιο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΟΚόΝ, 2019.

“Το μερίδιο των Αγγέλων” της Άννας Νιαράκη

Γράφει η Ευσταθία Δήμου

Σε μια συλλεκτική έκδοση 300 αντιτύπων επανακυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2019 η ποιητική συλλογή της Άννας Νιαράκη, Το μερίδιο των αγγέλων από τις εκδόσεις Bibliotheque. Η συλλογή είχε πρωτοεκδοθεί το 2012 και η επανέκδοση της καταδεινύει όχι μόνο την υψηλή ποιότητα του ποιητικού λόγου, αλλά και την αντοχή του στο χρόνο, ιδιαίτερα μέσα σε μία εποχή που οι ποιητικές συλλογές διαδέχονται η μία την άλλη με εξαιρετικά μεγάλη ταχύτητα.

Το σύνολο των ποιημάτων χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες που φέρουν διαδοχικά τους τίτλους «Άνοιξη εντός», «Το στοίχημα», «Το μερίδιο των αγγέλων» και «Αντί σημειώματος». Στην πρώτη ενότητα περιλαμβάνονται δεκατέσσερα ελευθερόστιχα ποιήματα, τα περισσότερα πολύστιχα, η θεματική των οποίων περιστρέφεται γύρω από τα γνωστά θέματα του έρωτα, ιδωμένου την στιγμή του τέλους του, ενός τέλους που, σαν έκρηξη, διαλύει τα πάντα, του χρόνου που μεταφράζεται σε Στιγμές εγκιβωτισμένες σε πάγο, όπως λέει η ποιήτρια στο ποίημα «Αποκεφαλισμοί», της ποιητικής δημιουργίας και της ίδιας της ποίησης, η αναμέτρηση με την οποία αφήνει ανεξίτηλα τα σημάδια της πάνω στην ψυχή και το σώμα της δημιουργού. Το κλίμα και η διάθεση που επικρατεί στην ενότητα αυτή είναι σαφώς απαισιόδοξο. Νότες θλίψης και απογοήτευσης ακούγονται εδώ κι εκεί στους στίχους και η θλίψη αυτή, που σηματοδοτεί την πτώση, φαίνεται να είναι και η σωτηρία από τη ζάλη του ύψους. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το ποίημα «Κατά βάθος»

Η πτώση
Ω! ναι. Αυτή.
Αυτή μας σώζει από τα ύψη.
Από τα βάθη δεν έχει ακόμα
ανακαλυφθεί σωτήρας.

(«Κατά βάθος»)

Άλλα ποιήματα περιστρέφονται γύρω από το θέμα της μοναξιάς, ως αποτέλεσμα της απουσίας του αγαπημένου προσώπου, του θανάτου, της ανίας που γίνεται ιδιαίτερα έντονη και βασανιστική την αργία της Κυριακής, του φόβου μπροστά στο μέλλον, της μνήμης και της λήθης. Έκδηλη είναι η συγγένεια με την ποίηση του Α. Τραϊανού στον οποίο άλλωστε είναι αφιερωμένο και ένα από τα ποιήματα της ενότητας. Εικόνες θανάτου, εικόνες ζοφερές που προξενούν την φρίκη εναλλάσσονται εδώ με σκέψεις που δείχνουν έναν άνθρωπο στα όρια του εαυτού του. Από αυτή την άποψη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια παράλληλη ανάγνωση των δύο ποιητών, όχι όμως υπό το πρίσμα της σύγκρισης αλλά της σύγκλισης αφού είναι προφανές ότι η ποίηση της Νιαράκη είναι εμποτισμένη από μια γνήσια γυναικεία ευαισθησία και από έναν ερωτισμό που τη διαφοροποιεί σημαντικά από την ποίηση του Τραϊανού.

Στη δεύτερη ενότητα, «Το στοίχημα», το κλίμα είναι κάπως διαφορετικό. Εδώ υπάρχουν ποιήματα για την ποίηση, για την ουσία και τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας, όπως το «ab initio»

Στης χορτασμένης επιθυμίας
την κοιλιά, το ποίημα συλλαμβάνεται.
Γεννιέται μήνες πολλούς αργότερα
και γράφεται, καθώς καπνίζω νευρικά
ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον κήπο.
Αναπτήρας και ποίημα
γλιστράνε στο συρτάρι μου
στο πρώτο φως της μέρας.

(«ab initio»)

Παράλληλα, ο έρωτας προβάλλει εδώ ως το καταλυτικό εκείνο συναίσθημα που καταργεί τη μοναξιά αλλά και τη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Άλλοτε πάλι το θέμα αυτό παίρνει την απόχρωση μιας αναζήτησης που εκτείνεται πέρα από το χρόνο και το χώρο. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το ποίημα «Σε ψάχνω»

Σε ψάχνω
ντυμένη στα λευκά
σε μια πόλη γεμάτη από
ν
ύ
χ
τ
ε
ς…

(«Σε ψάχνω»)

Ο έρωτας που γίνεται ανάμνηση, ο έρωτας που αποκτά τη διάρκεια του μέσα από τη μετουσίωσή του σε αγάπη, ο έρωτας που αποτυπώνεται μέσα στην ποιητική δημιουργία, η ερωτική απουσία που δίνει την αφορμή για μια φαντασιακή εμπειρία συνεύρεσης και η αίσθηση της εκκρεμότητας που αποπνέει κάθε σχέση πριν την ολοκλήρωσή της είναι μερικές από τις κατευθύνσεις στις οποίες στρέφεται το θέμα αυτό.

Η τρίτη ενότητα που τιτλοφορείται «Το μερίδιο των αγγέλων» αποπνέει έντονη την αίσθηση ενός κενού, μιας απουσίας καίριας και καταλυτικής που ταλανίζει την ποιήτρια και την κάνει να αιωρείται ανάμεσα στο τότε, το τώρα και το μετά. Η αίσθηση του θανάτου είναι και εδώ υπαρκτή ως μια απειλή για κάτι αναπόφευκτο και τελεσίδικο. Στο ποίημα «Κατάδυση» για παράδειγμα αποδίδεται αυτή ακριβώς η αίσθηση

Ό,τι σπείραμε, το ξερίζωσε ο άνεμος.
Ποιος ξέρει τα σπόρια μας ως που ταξίδεψαν
προτού να αγγίξουν ξένα χώματα.
Ποιος ξέρει αν φύτρωσαν ξανά
κουβαλώντας κάτι από το χάδι μας
ή αν βαθιά μέσα στη γη κοιμούνται ακόμη,

ξεγελώντας αθώα έναν βέβαιο θάνατο.
(«Κατάδυση»)

Η συλλογή κλείνει με δύο ποιήματα που λειτουργούν αντιθετικά και συμπληρωματικά ταυτόχρονα. Από τη μία η βαθιά συνείδηση του τέλους, η βεβαιότητα του θανάτου και από την άλλη η ελπίδα, μια ελπίδα που καταλύει το φόβο και εν τέλει τον ίδιο το θάνατο.

Στη ζωή μου δεν θα ’θελα
να χάσω ούτε μια Άνοιξη.
Δεν θα μπορούσα ποτέ
να προδώσω τον Μάη.

Αυτό το φως
είναι ο δικός μου θεός.

Ελευθερία.
(«Ρυ Τουρνεφόρ»)

Το μερίδιο των αγγέλων προσφέρει μια μοναδική αναγνωστική εμπειρία σε όποιον θελήσει να σταθεί πάνω στους στίχους του. Στίχοι θραυσματικοί, ανολοκλήρωτοι πολλές φορές, αλλά τόσο δυνατοί όσο και το συναίσθημα ή το βίωμα το οποίο τους ενέπνευσε. Η Άννα Νιαράκη έχει αναμετρηθεί με τους προκατόχους της Τραϊανό, Καρυωτάκη, Πολυδούρη, Κακναβάτο, έχει χωνέψει καλά τα ποιητικά τους διδάγματα και έχει κατορθώσει να αποκτήσει τη δική της ποιητική φυσιογνωμία μέσα στο νεοελληνικό ποιητικό τοπίο.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.vakxikon.gr/niarakh-review/

Γρηγόρης Σακαλής, Καθήλωση

Δεμένος χειροπόδαρα
περιμένεις την επιφοίτηση
της λογικής των άλλων
των πολλών
δεν κάνανε τον κόπο
να μπουν μέσα στην ψυχή σου
να σε γνωρίσουν
ποιός είσαι
ο Πέτρος
ο Γιάννης
η Μαγδαληνή
η Ελένη
παρά αποφάσισαν
με συνοπτικές διαδικασίες
να σε λογικέψουν
με τη βία
καθήλωση και απομόνωση
έτσι γιατρεύουν οι άνθρωποι
τους συνανθρώπους τους.

Μαρία Πανούτσου, Αυτό το ταξίδι κράτησε πολύ

Μην φωνάζετε
δεν είμαι κουφή
ακούω τα πάντα

Από το εκεί στο εδώ
με μάτια ανοιχτά και δεν τυφλώθηκα
τρύπωνε το φως πότε – πότε

Κοίταξα πρώτα τον γιατρό που με κοίταζε
κοίταξα και την μάνα μου – ακόμη πονούσε
-χαμογελαστή πονούσε-ανοιχτό το σώμα

Μετά έκλεισα τα μάτια να ξεκουραστώ
το ταξίδι μεγάλο
και οι πόνοι με χίλιους ήλιους σε νέο πλανήτη

Για μένα το νερό μοναστήρι πρώτο
πιο σημαντικό κι’ απ’ το φως
και ο αέρας ένα ποτάμι και αυτό

Ήθελα να γεννηθώ ανάποδα
αλλά στο τέλος άλλαξα γνώμη
και βγήκα με το κεφάλι ΄
φελούκα στον ουρανό

Μέσα στο σώμα της, σκοτάδι
υγρασία και ένα κύμα ταλάντευσης
κούνια και ύπνος βαθύς

Δεν ήθελα να ξεγελαστώ
κάτι μου έλεγε ότι θα έχανα την επαφή
μόλις αντίκριζα το φως
από τί δεν ήξερα -σκεπτόμουν όμως
λαγοκοιμόμουν
αφουγκραζόμουν

Κράταγα
τα
σχοινιά
του
καραβιού

Κράτησε πολύ αυτό το ταξίδι
αναρριχιόμουν συνεχώς
καθώς γευόμουν την μυρωδιά της μάνας
αλλά και την φωνή της που με πότιζε
με ερωτήματα

Όλο αυτό
είχε
μια
γλύκα
ενοχλητική

Το φως αντίκρισα κουρασμένη
και φωνή δεν είχα να κλάψω
όμως έκλαψα στο τέλος
για να ησυχάσουν οι άλλοι

Αυτό το χωρίς επιστροφή
ταξίδι του ερχομού
που φανερώθηκε
κράτησε χρόνο πολύ

Στις χούφτες μου μηνύματα κρατούσα σφιχτά
δώρα για βασιλείς και αρχόντους
και στις κόρες των ματιών μου
όλη η ζωή της ανθρωπότητας

Είμαι αδύναμη και ο ψυχισμός βουβός
τις νύχτες με παρατάει
και τρέχει σε μέρη άγνωστα κι’ αφιλόξενα
γεμίζει τις φλέβες μου με δηλητήριο
το αισθάνομαι καθώς όλο το σώμα
σαν το υγρό που ξεχειλίζει κάποια στέρνα

Βρίσκομαι ακόμη σ’ εκείνο το ταξίδι
η μήτρα γεννά και η μήτρα θάνατο σπέρνει
άντε αδέλφια και εσύ θεέ
ανοίχτε τις θάλασσες
δεν έχουμε χρόνο πολύ ακόμη

Κέα 2019

Μαρσέλ Προυστ, Στη Celeste 1

Celeste Albaret

Ψηλη, λυγερή, όμορφη, λίγο αδύνατη,
Πότε κατάκοπη, ώρες-ώρες ζωηρή,
Γοητεύοντας τους πρίγκιπες και τον υπόκοσμο,
Εκτοξεύοντας στον Μαρσέλ μια κουβέντα ξινή,
Αντιγυρίζοντας στο μέλι ξύδι,
Πνευματώδης, ευκίνητη, ακέραιη
Είναι η σχεδον ανιψιά του Negre. 2

1.Celeste Albaret. Καμαριέρα του Προυστ.
2.Negre. Αρχιεπίσκοπος της Τουρ. Ο αδελφός της Celeste είχε παντρτυετεί την ανηψιά του.

*Από το βιβλίο “Μαρσέλ Προυστ Ποιήματα”. Μετάφραση Ελένη Κόλλια. Εκδόσεις Ηριδανός, Φεβρουάριος 2008.