Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος / Θαλερός Κ, παράφωνη αλήθεια

Όλα παιγμένα πάνω σ’ ένα ψέμα αληθινό
τόσο τρυφερά
μ’ έμπειρα δάχτυλα
στο πιάνο

όλα παιγμένα
πάνω σ’ ένα σκοπό χωρίς σκοπό

Δεν πάει άλλο το τραγούδι σου με τη φωνή μου
κάποιος πρέπει να πει την παράφωνη αλήθεια

έστω κι αν είναι να σιωπάσουμε για πάντα

Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα


ΕΙΚΟΝΑ

Η εικόνα συγκροτείται.
Από αυτό το άνοιγμα αντικρίζει κανείς
έναν ολόκληρο κόσμο, μια πλήρη σύνθεση.
Τα φύλλα των δένδρων λικνίζονται θεσπέσια,
ποίηση σε κίνηση.
Δυο σουσουράδες εναλλάσσονται
στην αιχμαλωσία της προσοχής μου.
Πότε η μία στην κορυφή του δένδρου,
πότε η άλλη καβάλα στην κεραία τηλεόρασης.
Δεξιότερα, μια μορφή κρυμμένη
πίσω από παλωμένα ρούχα.

***

FIRST THOUGHT BEST THOUGHT

Φωτεινός αέρας με καθαρή
εικόνα στο βάθος.
Επιστρέφω στην πηγή μου.
Επιστρέφω στα μάτια μου.
Μέσα από τις κεραίες
ο ουρανός.
Ήσυχο διάστημα.
Αναπαύονται οι φάκελοι
στα γραφεία.
Τα χαμόγελα υπάρχουν
το πρωί.
Τα πόδια πονούν.
Τα σύννεφα με χαιρετάνε
και Ποίηση είναι μονάχα
το Κενό.

*Από τη συλλογή “γραφτά”, Εκδόσεις Απόπειρα, 1998.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το έργο του Τζέιμς Τιερέ «Tabac Rouge» («Κόκκινος καπνός»).

Θεοδώρα Βαγιώτη, Χαρτογράφηση

Όταν κοιτώ
από το φεγγάρι
τους ανθρώπους
να πλέουν τις θάλασσες
με μαύρα πανιά
να κραδαίνουν τις σπάθες τους στα στήθη των άλλων
να καίνε ξάρτια και σημαίες πάνω στο κύμα

ας είναι
κάνε μόνο αυτό

κράτησέ μου τα μαλλιά
σκούπισέ μου τα δάκρυα
βάλε το χέρι σου στο δικό μου
αν σε λένε Θεό τους
εγώ σε λέω
παιδί μου,
που χαράμισες τη δύναμή σου
στο τίποτα,
άσε τα κλαψουρίσματα και
δώσε το μέλι στον φτωχό
το έμβρυο στη μάνα
δώσε στον ύπνο όνειρα και κάνε τα παραμύθια
και στον αυτόχειρα φτερά
λίγο πριν απ’ την πτώση του
στη γέφυρα του Ταλαχάσι*

*Ode to Billy Joe, Bobbie Gentry

Ιάσων Δεπούντης, Η μαθηματική διάσταση στην ποίηση

Το χάος (χώρος της ψηφιολέξης υπαρκτός) κοπάζει.
Όλα γίνονται τάξη ροής, όπως το γρήγορο νερό εκεί.
Ωστόσο κάποια είδη συστημάτων ανήκουν στην επικράτειά της.

Τότε ήταν στην επιστροφή που πρόσεξα τα χέρια της
χρυσοπράσινα κλωνάρια της τριανταφυλλιάς.

Τότε ήταν στο γύρισμα της νύχτας που άκουσα
θρόισμα φύλλων τις κουβέντες της.

Τότε στην επικράτεια του κυκλάμινου στον κήπο της
επήρα έδωσα συνέχεια στα ερωτήματά μου
«πώς έτσι εκεί μπορεί να βγαίνει
σύμβολο ζωής από το θάνατο
ένα ευαίσθητο κυκλάμινο;»

Το ονομάζω : Άνθισμα γραφής.

Πώς τούτη η εντροπία
ξεσηκώνει – για μια θέση σε ένα μετα-κείμενο –
σχέδια, σχήματα, μορφές· τρέχοντας ήχους, δείχνοντας
θεαματικά την ευκλείδεια επανάδραση· ό,τι στη φύση.
Όπως την κληρονόμησαν, έτσι την έχουν τ’άνθη μέσα τους·
όπως την έκλεισαν οι λέξεις οι αριθμοί οι στίχοι μου:

Πώς από την τάξη και τη συμμετρία στο κομμάτιασμα;
Γιατί με τη χαοτική και φράκταλ γεωμετρία της;
Σε παραλλακτικούς συρμούς, σε εικόνες χάους;

Τότε ήταν που φάνηκαν τ’αέρινα ίχνη του πουλιού στην άμμο.
Τότε που γίναν τα πατήματά του όρθια τρίγωνα· σχεδόν γραφής.
Τότε βαθύτερα στο χώμα χάραξαν τα νύχια τους μορφές γραμμάτων.
Οδήγησαν τη σκέψη μου : τύποι & σύμβολα· τα μαθηματικά της φύσης.
«Ακούς;» μου λες «εσέ καλούν: ¨λευτέρωσέ μας¨».
«Να τα πάρεις» μου είπες «είναι οι στίχοι σου.»
Όλα τα άλλα πουλιά πετούσαν στο στερέωμα·
προσομοιώματα άστρων.

Χάος πάλι εσύ;

*Από το ¨Ύστερο Σύμπαν (κείμενα αχρονικής συνέχειας)”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2000.

Έκτωρ Κακναβάτος, Γένεσις

Έργο του Fransis Picabia

Πώς αλλιώς
αν όχι ξάφνου
ακύητο χρονόπλασμα
ουδαμόθεν πεμφθείς
πρωτοστάτης

Πώς αλλιώς
αν όχι από στεγόπλακες
πρωτεϊκού αλιγάτορα
ο χώρος

Πώς αλλιώς
αν όχι ωάριο με ενδόσπερμα
αέναος των άστρων
το χρονοπρωτόνιο

*Από το βιβλίο “Στα πρόσω ιαχής”, Εκδόσεις Άγρα, 2005.

Κώστας Δεσποινιάδης, Ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου

Στον Ζήση Σαρίκα

Θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου τον σημαντικότερο έλληνα πεζογράφο μεταπολεμικά, κι ας έγραψε ένα και μοναδικό (και με τις δύο σημασίες της λέξης) μυθιστόρημα: «Το κιβώτιο». Θεωρώ, επίσης, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους πολύ σημαντικούς μεταπολεμικούς μας ποιητές κι ας έγραψε μοναχά τρεις ποιητικές συλλογές. Θεωρώ, τέλος, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους καλύτερους μεταφραστές που πέρασαν από αυτή τη χώρα, χάρη στον οποίο όλοι εμείς που δεν γνωρίζουμε ρωσικά είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε τον Ντοστογιέφσκι και όχι μόνο.

Στο δικό μου σύστημα αξιών, θα αρκούσε ένα μόνο από τα τρία παραπάνω για να θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου «δικό» μου· μέρος του κόσμου μου· πανταχού παρόντα συνομιλητή· έναν από τους φωτεινούς οδοδείκτες, δίχως την ύπαρξη των οποίων η ζωή μας δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.
Όμως και τίποτα από όλα αυτά να μην είχε κάνει, πάλι θα ίσχυαν στο ακέραιο τα όσα έγραψα προηγουμένως για πολλούς άλλους λόγους. Θα ίσχυαν, επειδή στα μάτια μου αντιπροσωπεύει την απόλυτη προσωπική αξιοπρέπεια («Και προ παντός μη στέρξεις να περικοπεί έστω και μια καμπύλη απ’ τα δακτυλικά σου αποτυπώματα»)· επειδή αντιπροσωπεύει την απόλυτη πνευματική ανεξαρτησία («Δεσμώτης τίδε ίσταμαι τις ένδον ρήμασι πειθόμενος»)· επειδή δεν υποτάχτηκε ποτέ στον δολοφονικό παραλογισμό καμιάς ιδεολογίας, κανενός Κόμματος, κανενός κοπαδιού «πιστών» και αυτή του την άρνηση την πλήρωσε με απομόνωση και συκοφαντίες («Για την ομάδα ήμουν ύποπτος πάντα σαν την αλήθεια»)· επειδή είχε πάρει την ατσάλινη απόφαση να μην λάβει μέρος στον ανθρωποκτόνο παραλογισμό, όποιες κι αν ήταν οι συνέπειες («Ό,τι και να γίνει δεν θα ρίξω»)· επειδή υπήρξε απολύτως μόνος («Είμαι προδότης για τη Σπάρτη και για τους είλωτες σπαρτιάτης»)· επειδή ήτανε τα 3Α («Άπατρις, Άθεος και Αναρχικός»)· επειδή δεν υπήρξε ποτέ αχθοφόρος βεβαιοτήτων («Ωχ αδερφέ! Για υποψίες θα χωλοσκάμε τώρα;»)· επειδή μέσα στην κόλαση της εποχής και της ζωής του παρέμεινε ανθρώπινος και τρυφερός («Όλο μιλάω για γραμμές, επίπεδα και πέτρες/για να μην τύχει και προσέξεις πόσο διστάζω να σε αγγίξω»)· επειδή… επειδή… επειδή…

Αν μου ζητούσε κάποιος να συνοψίσω με δυο λόγια όλα αυτά που σημαίνει για μένα ο Άρης Αλεξάνδρου, χωρίς να τον κουράσω με παραπομπές σε βιβλία και στίχους, θα διάλεγα το εξής περιστατικό (παρμένο απ’ το εξαιρετικό βιβλίο του Δ. Ραυτόπουλου «Άρης Αλεξάνδρου ο εξόριστος», εκδ. Σοκόλη): Όταν βρισκόταν ο Αλεξάνδρου στο Παρίσι, ανάμεσα στις πολλές δουλειές του ποδαριού που έκανε για να επιβιώσει, δούλευε για κάποιο διάστημα και ως χαμάλης σε ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα.

Όταν ο διευθυντής του καταστήματος έμαθε ποιος είναι ο Αλεξάνδρου, του πρότεινε να πάει σε άλλη, ευκολότερη, θέση, με καλύτερο μισθό. Του πρότεινε να γίνει κάτι σαν επιστάτης, γιατί δεν ήταν σωστό ένας πνευματικός άνθρωπος να δουλεύει ως χαμάλης.

Ο Αλεξάνδρου αρνήθηκε ευγενικά, γιατί η προτεινόμενη θέση απαιτούσε από αυτόν να φορά στολή…
Ετούτη η άρνηση να φορέσει κανείς στολή -οποιαδήποτε στολή- είναι ένα απ’ τα λίγα πράγματα που στα δικά μου μάτια αξίζει να διεκδικήσει κανείς για τον εαυτό του, και αναμφίβολα το πιο σημαντικό.

Καλό είναι, λοιπόν, που και που, μέσα στις υπνωτικές αναθυμιάσεις της τηλεοπτικής μας ζούγκλας, να θυμόμαστε ότι εκτός από τους «κοπανατζήδες», τους «λουφαδόρους», τους «μπούληδες», τα «βουτυρόπαιδα του μπαμπά», τα «κακομαθημένα πλουσιόπαιδα» και τους κάθε είδους «προνομιούχους» (όλοι οι χαρακτηρισμοί απ’ το θαυμαστό λεξιλόγιο των ΜΜΕ) υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι που αρνούνται να φορέσουν στολή για λόγους παραπλήσιους με αυτούς του Άρη Αλεξάνδρου.
Και συχνά το πληρώνουν ακριβά.

*Πρώτη δημοσίευση, 19-1-2007
———
Πανοπτικόν

Lily Unden, Fraternité / Αδελφότητα

J’ai oublié ton nom, ton visage, tes yeux,
Je sais pourtant que nous étions à deux
Pour tirer le rouleau qui écrasait les cendres
Et que tu me parlais avec des mots très tendres
De ton pays lointain, d’avenir, de beauté !

J’ai oublié ta voix, ta langue et ton accent,
Compagne inconnue ; mais à travers le temps
Je sens me réchauffant ta main toujours présente
Quand il faisait si froid, quand, glissant sur la pente,
Nous poussions à deux un si lourd wagonnet.

J’ai oublié le jour, la semaine et l’année
Quant, à côté de moi, tu fus soudain nommée
Et que tu m’as quittée, allant vers ton destin !
Mais j’entendrai toujours en d’autres clairs matins,
Les coups de feu claquer et se répercuter.

J’ai oublié ta voix, ta prière et ton nom
Mais je sais que ta vie, ta vie dont tu fis don
À ta chère patrie et à l’humanité,
N’a pas été perdue et n’est pas effacée,
Qu’elle vit et revit dans la fraternité.

(Ravensbrück)

Έχω ξεχάσει το όνομά σου, το πρόσωπό σου, τα μάτια σου,
Ξέρω ότι ήμασταν δύο
Που τραβούσαμε τον κίλυνδρο που συνθλίβει την τέφρα
Και που μου μιλούσες με πολύ τρυφερά λόγια
Για την μακρινή σου πατρίδα, το μέλλον,την ομορφιά!

Έχω ξεχάσει τη φωνή σου, τη γλώσσα σου και την προφορά σου,
Άγνωστη σύντροφε. αλλά με το πέρασμα του χρόνου
Αισθάνομαι να με θερμαίνει το χέρι σου πάντα δίπλα
Όταν έκανε τόσο κρύο, όταν, γλιστρώντας στην πλαγιά,
Σπρώχναμε οι δυο μας το τόσο βαρύ βαγονέτο.

Έχω ξεχάσει τη μέρα, τη βδομάδα και το χρόνο
Όπως,όταν, ήρθες ξαφνικά δίπλα μου
Και μ’ άφησες, πηγαίνοντας προς το πεπρωμένο σου!
Αλλά θα ακούω πάντα σε άλλα φωτεινά πρωινά,
Τους πυροβολισμούς να χτυπούν και να αντηχούν.

Έχω ξεχάσει τη φωνή σου, την προσευχή σου και το όνομά σου
Όμως ξέρω ότι η ζωή σου, η ζωή που δώρισες
Στην αγαπημένη σου πατρίδα και στην ανθρωπότητα,
Δεν έχει χαθεί και δεν έχει διαγραφεί,
Και ότι ζει και θα ζει και να ζήσει ξανά στην αδελφότητα.

*Ευχαριστίες για τη μετάφραση στην Αλ. Β.

Luce Fabbri, Το μικρό κορίτσι

Η μέρα είναι πολύ μακριά
όταν το χαμόγελό σου θα λείψει
Από αυτήν την ανοιχτή πανούκλα αίμα αναβλύζει
και λιμνάζει μέσα μου
σαν αλάτι, μια τυφλή ώθηση, μέχρι το λαιμό.
Αλλά όταν δαγκώνω το χρόνο προς το τίποτα,
το κοριτσάκι που έχεις ξεχάσει
έρχεται και με παρακολουθεί:
Η ντροπή μου έχει πιαστεί στο βλέμμα του
και σε αυτό το απαλό φως της ποίησης.
Σαν ένας ελαφρύς κλειδαράς

*Από τη συλλογή “I Canti dell’Attesa”, Μοντεβιδέο 1932.

James Broughton (1913-1999), Δύο ποιήματα

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ (1)

Αποτίναξε τις τύψεις σου.
Ζωντάνεψε τα όνειρά σου.
Βάθυνε τις ρίζες σου.
Άπλωσε τα κλαδιά σου.
Πίστεψε στα βαθιά νερά και
τράβα για το άνοιγμα,
ακόμα κι αν το όραμά σου
σε ναυαγήσει.
Πάψε τη συνήθεια
να σαρκάζεις και να γκρινιαζεις.
Βρες μια προοπτική. _
Χόρεψε πάνω στο χείλος.
Τρέχα με την άγρια φωτιά σου.
Είσαι πιο κοντά στη δόξα
πηδώντας μιαν άβυσσο
παρά ταπετσάροντας μια ρουτίνα.
Μη χασομεράς. Μην αμφιβάλεις.
Άφοβα βάδισε
όλο το δρόμο προς τη διαύγεια.
Σε κάθε σταυροδρόμι να είσαι έτοιμος να σκοντάψεις στο θαύμα.
Μόνο η αγάπη υπερισχύει.
Η πορεία προς την καταστροφή εμμένει στους ύμνους.
Σήκωσε τ’ ανείπωτά σου έξω από τα κοινότοπα.
Τίποτα δεν χάνεται · τίποτα δεν επιζεί
όλα μετασχηματίζονται!
Μήνας του μέλιτος με την Τρανή Χαρά!

***

Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΜΑΖΙ

Ήρθες σε μένα μέσα από την αρχαιότητα
Έχουμε αγαπηθεί εδώ και γενιές
Έχουμε αγαπηθεί για αιώνες

Μου έμαθες να εμπιστεύομαι τη φωνή των φωνών μου
Μου έμαθες να πιστεύω τα δικά μου πιστεύω
Άγγιξες το προφανές των πιθανοτήτων μου

Μαζί αντανακλούσαμε αυτό που οι καθρέπτες μάς απέκρυπταν
Μαζί εμείς εξυψώσαμε τον ήλιο στο αποκορύφωμά μας
Είμαστε ανοικτοί νύχτα και μέρα στην υπερβατικότητα

Ανολοκλήρωτα μεταμφιέστηκες σε θνητό
Είσαι εσύ ο αιώνια ξένος που από πάντα γνώριζα
Είδα τα φτερά σου αυτό το πρωί
Είδα τα φτερά σου αυτό το πρωί

1. Easter Exultet. Λυρική προσευχή κατά την πασχαλινή ολονυκτία.

*Από την Ανθολογία “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβρης 2013. Μετάφραση-Επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

Τεό Τέντες, Ποιήματα

Ο ΝΙΑΓΑΡΑΣ

Έγκαταταλείπω
τήν κρεβατοκάμαρα
τής βαρώνης Von-Staf
καί διατρέχω μέ τήν κατακίτρινη
Maserati μου
τις συνοικίες πού γέμισε μέ τά μαυσωλεία
τών ξανθών έραστών της
τά ES-ES δικαιώνονται
ή ψυχή μου άναριγά μαζί μέ τή σημαία
τών πεσόντων πεζοναυτών
στούς άμμους τής Ίβοζίμα
οί έσχατοι ESSO-νται πρώτοι
ή άγαπημένη μου παπαγαλίζει
τά μπλέ χρώματα τής ψυχής μου
σ’ ένα έγκλωβισμένο ουρανό
άπό τεράστια σύννεφα

κλείνομαι στή γκαρσονιέρα μου
στή δεκάτη έννάτη
πάροδο
μιάς πολυσύχναστης λεωφόρου
—Off Broadway—
καί αύτοκτονώ στόν νιαγάρα
τού μπιντέ μου
κάτω άπό έγχρωμες φυσαλίδες

(Φεβρουάριος 1973)

***

TECNICOLOR

Ήταν σκληρός καί, τόν λέγανε Trinita
τ’ άλογα πού ξεχύνονταν πίσω του
ήτανε έγχρωμα πάντοτε
cinemascop
έσερνε μαζί του μιά μαύρη umbrella
για τόν ήλιο
καί τόν συνόδευε ή μουσική ύπόκρουση
«γιά ένα τρύπιο δολλάριο»
στις φιλμαρισμένες περιπλανήσεις του
άνά τόν κόσμο
ΣΥΝΕΚΙΝΗΣΕ τήν Miss Pavlatos
τήν διευθύντρια ένός μαυσωλείου
ήλεκτρονικών ύπολογιατών
πού ενέδρευε στήν πιό κατάμονη πλατεία
στήν Piazza Repubblica
τού Μιλάνου
άπέναντι άπ’ τήν έταιρία ύδάτων
ήταν έλληνας άλλά έπαιζε μόνο σέ western ιταλικά
γνωριστήκανε προσπαθώντας νά έξισώσουνε
τά διάτρητα μηνύματα ένός tele-χ-γραφήματος
Pavlatos
τό κορίτσι τής ζούγκλας καί τού μαυροπίνακα
ή γεροντοκόρη έταίρα πού τις όφέγγαρες νύχτες
τριγυρίζει μέ άθόρυβα Mercedes
καί πίσω της ραμολιμέντο έραστές
άνοίγουν μαύρες όμπρέλλες καί στήνουν ούρές
τήν άναζητάω πάντοτε τις ώρες τής αιχμής
τήν πιό έρημη πλατεία
μέ τά περίπτερα, τά ξένα περιοδικά
τά βουβά τρόλλεϋ
τά κινούμενα διαφημιστικά
είμαι ό Trinita κι έρχομαι άπ’ τήν Τρινιντάν
μέσα μου ύψώνω κρυστάλλινες οθόνες σέ cinemascop
καί οί έγχρωμες καμπύλες
τής Marilyn
ξεχύνονται άδιάκοπα
τά μνημεία μου ορθώνονται
άπό άνάλαφρο άλουμίνιο
καί τριγύρω χιλιάδες ES-ES άεροποιοϋνται
στό γκρίζο τοπίο
τό άναψυκτικό τής μόδας καί τών στρατηγών ή γκαζόζα.
τό κορίτσι μου καί ή ζούγκλα πολύ μακριά.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Τραμ – Ένα Όχημα”, Δεύτερη Διαδρομή/Τεύχος3, Θεσσαλονίκη, Νοέμβρης 1976, σελ. 199-200.