Ρωξάνη Νικολάου, Τρία ποιήματα

ΠΑΛΗ

Ρώτησε μάνα
τα ξερά φύλλα της μήτρας σου
(ακούς τις πατημασιές μου;)
ρώτησε το σπίτι, τα κλειδιά
τους γείτονες
αν γνωρίζουν
αν μ’ είδανε
καθώς θροΐζανε σιγαλά το σώμα τους
ποτίζοντας τις γλάστρες
καθαρίζοντας το αυτοκίνητο
κι αθόρυβα μαραίνονταν
κι ο ύπνος τους λιγόστευε
τ’ αγκάθια του
από ανεξήγητη έλξη
για το θάνατο

ρώτησε το δρόμο
(που κάλπαζε προς κάπου)
γιατί ξεπέζεψε
και σκότωσε τ΄ άλογό του

κι ετοίμασε την απάντηση
πριν οι πατημασιές
θεριέψουν

πριν ξεκινήσει η πάλη
κι η ερώτηση κι η απάντηση
δεθούν σφιχτά
με το γρανιτένιο λώρο της βαρύτητας

*

ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΕΠΟΧΕΣ

Εκείνες τις εποχές
ήταν τ’ ανεμολόγια χαλασμένα
κι αρρύθμιστα τα λόγια
κι από πέρα φτάναν
στην πόρτα μου
διάφορα αντικείμενα
κυλώντας
σαν ασπόνδυλες σκέψεις
κι άνθρωποι και θηρία

σε όλους άνοιγα και σ’ όλα

ύστερα απ’ τον έρωτα
διάβαζα στα σκοτεινά
τον ύπνο τους
χάλασα τα μάτια μου

όπου και να κοιτάξω
βλέπω εμένα που κοιτώ

*

ΤΑ ΠΕΤΕΙΝΑ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ

Πλησίασε
κοντά
πολύ κοντά στην είσοδο του αφτιού μου
κι άκουσε
άκουσε ο μον αμούρ

την ακοή που βρυχάται
στο κύμα μέσα της:

τίποτε δεν θα μείνει από σένα
τίποτε δεν θα μείνει από μένα

κάποιος απ’ έξω
ρωτάει στον άνεμο

-έχετε ένα ευρώ;

ρωτάει τα πετεινά τ’ ουρανού
που κατεβαίνουν στη γη
και τσιμπολογούν τα ψίχουλα

-να φάω κι εγώ μαζί σας;

*Από τη συλλογή “Σαλός μαγνήτης”, εκδ. Φαρφουλάς, 2022.

«Είμαστε λίγοι για τόσα ποιήματα δεν μας ακούει κανείς»

Μάνια Μεζίτη, «στόμα», εκδ. Κουκκίδα

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης //

Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Μάνιας Μεζίτη, φέρει τον τίτλο ‘στόμα’ και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Είχε προηγηθεί η ποιητική συλλογή ‘Η μαύρη ανάμεσα,΄ η οποία και κυκλοφόρησε το 2018.

Το ‘Στόμα’ διαρθρώνεται σε τρεις επιμέρους ενότητες, που εν προκειμένω τιτλοφορούνται ως εξής: ‘Νερό,’ ‘Γάλα’ και ‘Θειάφι.’ Οι τρεις ενότητες που από κοινού συνθέτουν το ποιητικό υπόστρωμα, λειτουργούν ως καμβάς πάνω στον οποίο η Μάνια Μεζίτη ξεδιπλώνει σκέψεις, καταθέτει ιδέες, υπονοεί και αφηγείται ελεύθερα.

Μορφολογικά, τα ποιήματα ως επί το πλείστον είναι μικρού μεγέθους,[1] δίχως όμως κάτι τέτοιο να σημαίνει πως στερούνται βάθους και ενός ευρύτερου προβληματισμού, με τον ποιητικό λόγο, εξ αρχής, να θέτει ζητήματα αναγνώρισης: «Η κόλαση είναι οι άλλοι αν οι άλλοι είσαι εσύ τότε η κόλαση είσαι εσύ»,[2] γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα ‘Για μια σκέψη του Σατρ.’

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως διαφαίνεται, εντός ποιήματος, μία εμπρόθετη αντιστροφή της γνωστής ρήσης του Γάλλου φιλόσοφου Ζαν-Πολ Σατρ, και πιο συγκεκριμένα, μία συγκεκριμενοποίηση του ορισμού της κόλασης, στο εγκάρσιο σημείο όπου η έγκληση ‘εσύ,’ προσλαμβάνει, ακόμη και ανώνυμα, έναν άμεσο και απτό χαρακτήρα, ενσαρκώνοντας την Σατρική ‘κόλαση’.

‘Κόλαση’ ευδιάκριτη στη γλώσσα, σε διάφορες προσλήψεις του άλλου, στον κομφορμισμό, στις μανιχαϊκές προσεγγίσεις. Και το ενδιαφέρον έγκειται στο ό,τι η Μάνια Μεζίτη φθάνει έως του σημείου να προσφέρει έναν δικό της ορισμό της κόλασης, χωρίς να ‘συγκρουσθεί’ εννοιολογικά με την ρήση του Ζαν Πολ Σατρ και με ό,τι αυτή εμπεριέχει, προσιδιάζοντας παράλληλα προς την κατεύθυνση συγκρότησης μίας συνθήκης καθημερινότητας ή αλλιώς, καθημερινής λειτουργίας: ‘Πόση κόλαση εμπερικλείει η καθημερινότητα σου;’[3]

Δίχως πολεμική ή ορθότερα συγκρουσιακή διάθεση, για να δανεισθούμε έναν όρο από το πεδίο της συγκρουσιακής πολιτικής,[4] δίχως την εστίαση σε μία ιδιαίτερη «μικροπολιτική των προνομίων», σύμφωνα με τον Αλέξανδρο-Ανδρέα Κύρτση, ο ποιητικός λόγος τέμνει μικρές και καθημερινές στιγμές, κινείται στις παρυφές μίας λεπτής ευαισθησίας (που δεν καταπίπτει σε μελοδραματισμό), προσδιορίζοντας την δυνατότητα κατανόησης του τι μπορεί να επιτελείται σε «μια συγκεκριμένη στιγμή».

«Με τα μάτια στο χρώμα της στάχτης απευθείας απ’ τον κάτω κόσμο περνάμε ολόκληρα μερόνυχτα στα νεκρομαντεία πιάνουμε τον Τειρεσία απ’ το λαιμό αλλά δεν μας κάνει τη χάρη απαντάει με τη φωνή του Μπένγιαμιν: το ν’ αντιληφθείς τι ακριβώς συμβαίνει σε μια συγκεκριμένη στιγμή είναι πιο αποφασιστικό απ’ το να γνωρίζεις από πριν τα πλέον απόμακρα».[5]

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αλληλεπίδραση του ποιητικού λόγου με το Μπενγιαμινικό ‘σύστημα ιδεών,’ είναι που δύναται να παραγάγει ως αποτέλεσμα την δυνατότητα ή αλλιώς, την επιθυμία της κατανόησης της στιγμής και δη της ιστορικής στιγμής, κάτι που προτιμάται έναντι του ιστορικά απόμακρου, του ανείπωτου και του ακόμη ενδεχομενικού, με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (το ποίημα φέρει έναν υπόγειο διαλογικό άξονα), να μεταμορφώνεται σε ίδιο και σε άλλοι Τειρεσία, για να διακηρύξει την αξία που έχει, ιστορικώ τω τρόπω, το ‘τώρα.’

Για την ακρίβεια, το ‘εδώ και τώρα.’ Ιδιαίτερο ρόλο για την ‘οικονομία’ της ποιητική αφήγησης, διαδραματίζει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, στον οποίο η Μάνια Μεζίτη επιφυλάσσει ρόλο υποβολέα, ‘μάντη’ (βλέπε την αναφορά στον Τειρεσία), που προτού αναζητήσει ακροατήριο, προκρίνει, όχι την αυτο-εκπληρούμενη προφητεία ως Νόμο, αλλά την γνώση εκείνη[6] που ερείδεται στο ‘τώρα’ και σε μία αισθητή πραγματικότητα.

Η δια-κειμενικότητα εντός του ποιήματος λειτουργεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να σημασιοδοτηθεί η δυνατότητα της μετάβασης. Και από εκεί και έπειτα, στον αναγνώστη έγκειται το να προσδώσει περιεχόμενο σε αυτή την μετάβαση.

Εντός της ποιητικής συλλογής, ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνουν η μνήμη και δη η οικογενειακή μνήμη, με όρους μάλιστα μίας, κατά την ανάλυση του Eviatar Zerubavel «αναμνηστικής πυκνότητας»,[7] μέσω της οποίας η Μάνια Μεζίτη οργανώνει εκ νέου τις προτεραιότητες της και οριοθετεί γεγονότα των οποίων ο απόηχος, πρωτίστως για την ίδια, φθάνει έως το σήμερα (επρόκειτο για γεγονότα που κάτι ‘έχουν να πουν’), οι αναφορές σε σεξουαλικές προτιμήσεις και επιλογές, χωρίς αυτές μάλιστα να εμβαπτίζονται στα νάματα της ‘παραδοξότητας,’ μιας κάποιας ασυμβατότητας[8].

Επίσης, δεν εκ-λείπει και η ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο η γλωσσική επαναληπτικότητα, που λειτουργεί και ως μηχανισμός που συντελεί στη θεμελίωση μίας άποψης σε αυταπόδεικτη αλήθεια, παραγάγει αποτυπώματα, ενίοτε έντονα. «Είναι καλή η Λίνα, λέω είναι καλή η Λίνα, λέει είναι καλή η Λίνα, λένε είναι καλή η Λίνα, λέγεται είναι κακός ο Πέτρος, λέω είναι κακός ο Πέτρος, λέει είναι κακός ο Πέτρος, λένε είναι κακός ο Πέτρος λέγεται τι κουτορνίθια θε μου αφού έχουν ακούσει για τον Γκαίμπελς».[9]

Το ύφος είναι παιγνιώδες και ιδιαίτερα εκφραστικό (έως ‘γαργαλιστικό), εφόσον θέτει ως επίδικο την υπονόμευση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο μηχανισμός της γλωσσικής επαναληπτικότητας, εκεί όπου, στο τέλος του ποιήματος (οφείλουμε να δούμε εδώ και την πολιτική νύξη), ο Γκαίμπελς τίθεται στο προσκήνιο, με την παρουσία του υπενθυμίζει το ‘ποιος είναι’ και όχι το τι ‘έχει’: Και είναι ο γεννήτορας αυτού του μηχανισμού, πρόσωπο που αντιλήφθηκε την δύναμη του λόγου και την ικανότητα του στο να ανατρέπει τον κανόνα.

Άλλοτε χαμηλόφωνα και άλλοτε δυναμικά, με έναν λόγο περιεκτικό, επικαιρικό, μνημονικό και πυκνό σε συμβολισμούς, χωρίς όμως να χάνει από τον ορίζοντα της την πραγματικότητα, η Μάνια Μεζίτη αποδεικνύει πως η ‘θητεία’ της στην ποίηση και στον ποιητικό λόγο καθίστανται έργο εν εξελίξει, έργο ανοιχτό, με άδηλο προορισμό αλλά με σαφή απεύθυνση: ‘Εσύ.’ «Συνάντησα τον ποιητή ω του θαύματος ήταν καλός πατέρας άλλαζε ο κόσμος ερήμην μου».[10]


[1] Η απουσία σημείων στίξης, θεωρούμε πως απηχεί την πρόθεση της ποιήτριας να διαμορφώσει ένα άμεσο και οικείο ποιητικό περιβάλλον, εντός του οποίου ο αναγνώστης βοηθιέται ώστε να θέσει τις κατάλληλες ερωτήσεις.

[2] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘Για μια σκέψη του Σατρ,’ Ενότητα ‘Νερό,’ Ποιητική συλλογή ‘στόμα,’ Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, 2021, σελ. 15.

[3] Σε μία σειρά ποιημάτων που παρεμβάλλεται μεταξύ των ποιητικών ενοτήτων, λειτουργώντας συμπληρωτικά, ή αλλιώς, ως γέφυρα μετάβασης από ενότητα σε ενότητα, η Μάνια Μεζίτη, όπως προσφέρει έναν ορισμό της κόλασης, της κόλασης που την θέλει να είναι ορατή, ατομική και συνάμα ‘μοναδική,’ έτσι όπως συγκροτείται και αναπαράγεται, έτσι παρέχει και έναν ορισμό της ποίησης. Και η ποίηση είναι «στόμα» (ας κρατήσουμε τον τίτλο της συλλογής), από το οποίο εκβάλλουν λέξεις, λέξεις που σχηματίζουν ιδέες, νοήματα, εκεί όπου, η ποίηση-«στόμα» συναρθρώνει την αυτο-αναφορικότητα με την ετερο-αναφορικότητα, που δεν είναι, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, παρά ο τρόπος με τον οποίο η ποιήτρια προσλαμβάνει το σύνθετο γίγνεσθαι, επενδύοντας στην ποίηση η οποία ομνύει, χαμηλόφωνα, στη χρησιμότητα της: «Ξέρω τι είναι ποίηση η ποίηση είναι στόμα μιλάει εναντίον ή σχετικά εκ μέρους των ανθρώπων ή του εαυτού της Στην ερώτηση ασχολείστε με την Τέχνη περνάει μια γροθιά ένα πράμα οριστικό αλλά δεν τα καταφέρνω απλώς ενημερώνω για το πένθος». Βλέπε σχετικά, Μεζίτη, Μάνια, ‘Ποιοι είστε εσείς όλοι ποιοι είστε…ό.π., σελ. 39. Είναι η ποίηση ως ‘στόμα’ που μπορεί να επιχρωματίσει δραστικά την πραγματικότητα συμβάλλοντας στη επανεπινόηση της φιγούρας του ποιητή ως υποκειμένου που κατα-γράφει και κατά-θέτει.

[4] Βλέπε και, Σεφεριάδης, Σεραφείμ, ‘Συγκρουσιακή πολιτική, συλλογική δράση, κοινωνικά κινήματα: Μια αποτύπωση,’ Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Τεύχος 27, Μάϊος 2006, σελ. 7-42.

[5] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘Πρόβλεψη…ό.π., σελ. 33. Σε αυτό το σημείο, η ποιήτρια του ‘στόματος’ δεν τείνει προς τον άξονα μίας δημιουργικής επανεπινόησης του μύθου, όπως πράττει ο Γιάννης Ρίτσος σε ποιήματα της ‘Τέταρτης Διάστασης,’ αλλά, αντιθέτως, μεταπλάθει σε ποιητικό λόγο πολλαπλών σημασιολογικών αποχρώσεων βασικές κατευθύνσεις του Μπενγιαμινικού λόγου (εδώ το απόσπασμα από τον ‘Μονόδρομο’).

[6] Ακόμη και με τις αντιφάσεις της. Το στοιχείο της δια-κειμενικότητας το εντοπίζουμε και σε άλλα ποιήματα της συλλογής, όπως αυτό στο οποίο η ποιήτρια ξεκινά την αφήγηση της με το ποίημα ‘Matière de Bretagne’ του Πάουλ Τσέλαν. «Εσύ μαθαίνεις μαθαίνεις στα χέρια σου να μαθαίνεις μαθαίνεις στα χέρια σου να κοιμηθούν». Βλέπε σχετικά, Μεζίτη, Μάνια, ‘Στόμα…ό.π., σελ. 24. Επίσης, το ποίημα ‘Μέσα στα πόδια μου έχω σπίτια,’ (ένδειξη ενός ιδιαίτερου ‘μαγικού ρεαλισμού; ), ανα-δημιουργεί, και όχι μηχανικά, μία οικεία ατμόσφαιρα (το σπίτι ωσάν ‘κόσμος’) που παραπέμπει στο μυθιστόρημα του Κολομβιανού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ‘Εκατό χρόνια μοναξιά.’ Μεζίτη Μάνια, ‘Μέσα στα πόδια μου έχω σπίτια…ό.π., σελ. 59.

[7] Βλέπε σχετικά, Zerubavel, Eviatar, ‘Social Mindscapes: An invitation to cognitive psychology, Cambridge, 1997. Οι συχνές αναφορές στην μητέρα και στον πατέρα, σε περιστατικά κοινής συμβίωσης, συνδράμουν δραστικά στο να λάβει χώρα ό,τι θα προσδιορίσουμε ως ‘εργασία της μνήμης.’

[8] Το ποίημα ‘Το αυτονόητο’ είναι ενδεικτικό αυτής της προσέγγισης, καθώς και ενός ύφους (και ήθους) που ονομάζει ρητά και μη υστερόβουλα: «Η ουρά κάθε πρωτεύοντος θηλαστικού κουνιέται ο θείος Κώστας ήταν γκέι». Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘Το αυτονόητο…ό.π., σελ. 22. Το ποίημα ‘Το queer φίλοι,’ δεν είναι δηλωτικό ταυτότητας, αλλά καταγραφής της βαθιάς ανθρώπινης επιθυμίας για την έκφραση των συναισθημάτων, για την υπέρβαση ουσιοκρατικών προσλήψεων. Και αυτή η υπέρβαση μπορεί να συντελεσθεί εν-σώματα και διαδραστικά.

[9] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘στόμα…ό.π., σελ. 44. Στο ποίημα ‘Της Ηχώς και της Κρίστεβα,’ η ποιήτρια αφήνει να διαρρεύσει μία σχεδόν Ηρακλείτεια αίσθηση κίνησης του νερού, δυσκολίας κατανόησης του («δεν ερμηνεύεται το νερό»), που αντανακλά την δυσκολία μίας έστω και κατά προσέγγιση ερμηνείας της ανθρώπινης φύσης.

[10] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘στόμα….ό.π., σελ. 37.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.fractalart.gr/stoma-mania-meziti/

Cesar Vallejo, Σκέφτομαι το φύλο σου

Σκέφτομαι το φύλο σου.
Με καρδιά απλοϊκή το φύλο σου σκέφτομαι,
πριν από τον ώριμο γλουτό της μέρας.
Αγγίζω τον κανθό της ευτυχίας:
να σκάσει το μπουμπούκι στην ώρα του.
Και πεθαίνει ένα συναίσθημα παλιό
και εκφυλισμένο μες στον νου
στην κοινή λογική του μέσα.

Σκέφτομαι το φύλο σου, μια αυλακιά γονιμότερη
και πιο αρμονική από της σκιάς τη μήτρα,
μολονότι συλλαμβάνει και γεννάει ο θάνατος
κατά του ίδιου του Θεού το θέλημα.
Ω Συνείδηση,
σκέπτομαι, ναι, το ελεύθερο κτήνος
που ηδονές απολαμβάνει όπου θέλει, όπου
μπορεί.

Ω σκάνδαλο του μελιού με το σούρουπο.
Ω βουβέ βρυχηθμέ.

Οδουμόκμαυρθστε!

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα μάτια σου δύο πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Άρης Ταστάνης, Δύο ποιήματα (αποσπάσματα)

*Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παραλύτων στις 3 Δεκεμβρίου. Ο Άρης Ταστάνης (1953- 2013) ήταν ποιητής που έπασχε από μυική δυστροφία και ήταν παράλυτος από 20 ετών.

Η ΛΑΧΤΑΡΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΛΥΤΩΝ

…Λαχταρούμε,
τα χνάρια μας στην παραλία
με ηλιοβασίλεμα
άνεμος θαλασσινός να τα σβήσει.
Λαχταρούμε
από το γείσο των πέτρινων γεφυριών
να εμπιστευτούμε στους γερανούς
την ονειροπόλησή μας.
Λαχταρούμε,
όταν τ’ όνομά μας περιπαιχτικά λαλούν,
στου πελάγου τις απαγορευμένες αρτηρίες να φτερουγίσουμε. Λαχταρούμε,
η ανάσα μας σαν αμυγδαλιάς ανθός
στις κουπαστές των δουλεμπορικών χάδι στοργικό να είναι…
Αχ λαχτάρα!
Πάντα μακρινή κι ανεξήγητη…
Σαν τους σπασμούς στα μαραγκιασμένα κορμιά μας και σαν του άγνωστου ωκεανού τη νοσταλγία…

ΣΤΙΓΜΑ

Κάποτε, μπορεί κι αύριο.
Μικρόψυχα θα σε πικράνουν πάλι
και θα δείξουν αίτιο για όλα
το παράλυτο σώμα σου…
Πολλοί, είναι βέβαιο,
θ’ αλλάξουν το βηματισμό τους,
να μη περάσουν κάτω
απ’ το παράθυρό σου
κι άλλοι αφού θα έχουν αποστειρώσει
τα χέρια τους,
φτύσει στον κόρφο τους,
θα σου μιλήσουν
για υπομονή
κι εγκαρτέρηση…

*Πηγή: Γιάννα Βλάχου (Gianna Vlachou)

**Η εικόνα της φωτογραφίας είναι έργο του Bill Bruckner.

Roberto Garcia de Mesa, Πεζά ποιήματα

Η νιότη είναι εμπόδιο στο δρόμο για το γήρας

Την ελευθερία δεν πρέπει να την κερδίζεις, πρέπει να την κλέβεις.

Πιο τυφλός είναι αυτός που βλέπει απ’ αυτόν που επιθυμεί να δει.

Ένας άνθρωπος αρχίζει να ζει όταν δεν μπορεί να τον αναγνωρίσει κανείς ανάμεσα στις μάσκες του.

Όλοι μας έχουμε πεθάνει κάποια στιγμή στη ζωή μας ή όλοι έχουμε πεθάνει περισσότερες φορές απ΄ όσες νομίζουμε.

Δεν υπάρχει λύση. Κάποια μέρα δεν θα βρεθούν άλλοι μάρτυρες να αποδείξουν ότι ήσουν καλός.

Η τέλεια καταιγίδα βρίσκεται μέσα μας.

*Από το βιβλίο “Τα απόμακρα σώματα”, εκδ. Bibliotheque, 2019. Μετάφραση: Ιφιγένεια Ντούμη.

Γρηγόρης Σακαλής, Νυχτερινό Πανόραμα

Δύσκολη νύχτα.
Χαράματα
η ώρα τρεις
οι εργαζόμενοι
στις φάμπρικες
τρώνε το κολατσιό τους
οι ταξιτζήδες
περιμένουν πελάτες
στην πιάτσα τους
κι ακούνε σιγανά
στο ραδιόφωνο τραγούδια
σε κάποια μπαρ
πουλάνε σάρκα
έτσι ακριβώς
όπως ακούγεται
κι οι χρήστες ουσιών
σε τρύπες – παλιόσπιτα
βγάζουν όπως – όπως
τη νύχτα
ωραία κοινωνία
έχουμε φτιάξει
και να είμαστε καλά
να έχουμε την υγεία μας
να τη χαιρόμαστε.

Μανώλης Αλυγιζάκης, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΠΤΩΣΗ

Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε
ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς
τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια
κι ανάλαφροι ενιώσαμε, τίποτα πιο πολύ δεν μας
γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,
θα `λεγα, βαθιά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.
Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο
έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε
το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε,
ευπρέπεια του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε,
κι η μαγνόλια που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω
στο νυφικό κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού
γεμίσαμε κουράγιο το δισκοπότηρο μας και το τοξεύσαμε
στα τέσσερα της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ
συστήματος θύματα να μην πέσουμε.

Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.
Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη
κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.

IMPACT

And since the new reality was upon us we truly
accepted it: our God was dead. Buried him yesterday
afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations
and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as
the mood of the somber day while fear, I’d say, was
hidden deep in our hearts. Sorrow reigned in the black
funeral home while beggars, outside, stretched their
hands asking for what we couldn’t spare: decency
of the new serpent who appeared without fangs,
feverish magnolia bloomed its purple flowers over
our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice
with courage and shipped it to the four corners of
the universe and promised never to be trapped again
in the idiocy of a system.

The Andean condor we declared heir of the flesh
the wind and the rain we proclaimed our catharsis

evoe, oh, free elements, evoe

multiply and conquer the earth someone said and
it was good

*

ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ

Ξαφνικά διαισθανθήκαμε πως η σάρκα, που τον πόνο
και τα όνειρά μας κουβαλούσε, ιδιοκτησία μας δεν ήταν
αφού είχε κιόλας πεθάνει ο Θεός μας κι απαράδεκτο
ήταν να μη λάβουμε υπ’ όψη τα δάκρυα του νεκροθάφτη.
Εμείς δεν κλάψαμε διόλου, ξέραμε ήταν γέρος πια, και
τελικά το καταλάβαμε πως είχε πεθάνει και ο άγγελος που
μας συμβούλεψε να δείξουμε συμπόνια, εκείνος που μας δίδαξε
την ηθική κι επιτέλους έπρεπε να βασιστούμε στα πουλιά
που μέλλονταν να αναζωγονήσουν την αγάπη κι εμείς
να δείξουμε στο γείτονα συμπόνια που άρχισε τη μέρα μ’ ένα
πιστόλι στην παλάμη και καρφωμένη τη ματιά του πάνω μας
σαν να `λεγε ‘μην και τολμήσετε…’ πρόταση που ήταν
σε αντίθεση με το Κυριακάτικο τραπέζι μας και μάταια
επιμέναμε ν’ ανάβουμε το λύχνο.

FUTILITY

We suddenly felt the flesh that carried our pain and
our dreams was foreign to us since our God had died
and inappropriate it was not to take into account
the undertaker’s tears. We had none, God was too old
we thought and finally we understood the angel
who advised us to show compassion, who advocated
morality, had also died and we had to rely on the birds
to recommence our sentimental love and understand
our neighbor who started his day brandishing a pistol
in his hand, his eyes fixated on us as though saying
you better not… a sentence that contradicted meaning
of our Sunday dinner and in vain we insisted to light
our oil lamps.

Κατερίνα Φλωρά, Παρελθοντικό

Κάλεσμα αγνώστου
στην άκρη του δρόμου
στη μέση της μέρας
που γκρίζα περνούσε.

Παρελθόντος φωνή
εικόνες ξύπνησε
ήχους παιδιών
στην ολοζώντανη αυλή.

Μα πάλι η μνήμη δεν κατάφερε
φιγούρες να σχηματίσει
δονήσεις να ανασύρει
ιστορίες να αφηγηθεί·
θολή παρέμεινε η εικόνα.

Μια γνώριμη φωνή μ’ ένα οικείο βλέμμα
τη μνήμη ξεσκονίζουν
σαν κάτι να γίνεται τώρα
ενώ η εικόνα ξεθωριάζει.

In Memory of Antigone Kefala (1935-2022), Four poems

The Place

I

The place was small, full of hills,
palm trees, almond trees, oleanders,
glass flowers falling from the sky
on the ascetic hills, the bare houses.
The ancients had been there looking for copper.

Around the courtyards in the dusk
grey men in army coats
followed the leader round the ramparts.
At night after the toll, the three
would come dressed up to count the souls.

We waited there two summers.
Tall birds with upturned beaks
picked us like grain.
We moved in herds
waited with patience to be fed
drank at the water places
between the walls our necks grew longer
stretching for the night.

II

The ships, we heard, had sunk
weighed with the charity of the new world
that kept on feeding us with toys,
letters in foreign tongues
that we could not decipher.

We gave them to our silent children, onyx-eyed,
brought up on wakes for spirits that had gone
and knew each drop that added the ingredients
to the day in the appointed measure.

For them, we looked at the cross roads
to find only the sound of running water
and the dusk settling in plum coloured
over the hills
the coolness of the evening full of promise.

III

They came in spring with the great winds
the buyers
walked through the gates in groups
their marrow discoloured
their eyes ashes
gestures full of charity.
Bidders, in markets for flesh
untouched by the taste of the coffee
and the scent of the water
on the hot stones.

IV

We travelled in old ships
with small decaying hearts
rode on the giant beast
uncertain
remembered other voyages
and the black depths
each day we feasted on the past
friends watching over
the furniture of generations
dolphins no longer followed us
we were in alien waters.

*

Ceremony

She came up the stairs
in the thin white dress
with flowers in her hair,
unseeing
splashing through
the milky afternoon.
This exquisite fear
that advanced on all sides
a sea
to which she could not
give herself.

*

Blood


In the metallic light
the pavements
were rivers of blood
flooding the gutters
this hot, transparent liquid
made of silk
live, breathing on the stone
trying to defend itself
from the invisible killers
that were watching
watching this magnificence
this red flowering
shrinking, freezing
vanishing into the ground.

*

They Are Still Coming


I

They are still coming
coming at night to take me away
and I run out of the lighted house
down empty streets, dogs barking,
whistles, leather voices of men.
I run pushed by a panic so strong
that I see my shadow fleeing
before me, white and transparent
in the moonlight.

Yet I am running with another
a companion, shuffling in his rag-
covered feet, his long black coat
his shadow gigantic in the search
lights, and I whisper to him
hoarsely in the dark
run . . . run . . . they are coming.

II

At dawn we are still moving
paralysed in a white light
over marshes, between thick
fleshy stalks, the menace
everywhere, suffocating
rising from the ground
pressing from above
tighter and tighter.
No wind.
Just the companion, silent,
faceless, crunching through
the weeds, weighed with
this speechless suffering
the burden of these deaths.

Παναγιώτης Γαλανόπουλος, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Το ποίημα όλο πηγαίνει.
Πού πηγαίνει;
Πηγαίνει από δω κι από κει.
Θα σταματήσει άραγε κάπου;
Θα σταματήσει σ’ αυτή τη σελίδα;
Ή μήπως το ποίημα της επόμενης σελίδας
Δεν είναι παρά η δική του επόμενη σελίδα;
Μήπως και κάθε άλλο ποίημα
Είναι μια ακόμα δική του σελίδα;
Θα σταματήσει άραγε κάπου
Ή μήπως πηγαίνει για εκεί
Όπου δεν υπάρχει πού;

*

ΑΙ ΣΥΚΕΑΙ

(όταν καπνίζει ο λουλάς εσύ δεν πρέπει να μιλάς)

Ενώ οι φυλλωσιές εθρόιζαν υπόπτως
εις τας παρυφάς της κατασκηνώσεως
ενώ τα ύδατα έπιπταν μετ’ εντάσεως
επί των απορρώγων βράχων
ενώ ο ήλιος εβυθίζετο καθέτως
εις Δύσιν ή Ανατολήν
ενώ οι γάιδαροι εγγάριζαν ασυστόλως
εν μέσω ακάνθων και ξερολιθιών
κατ΄ εντελώς παράδοξον τρόπον
μόνον αι συκέαι έμεναν ακλόνητοι
μονοκλώνοι
υπερήφανοι
καρποφόροι
ακόμη και εις περιόδους λειψυδρίας
ακόμη και εις περιόδους λειψανδρίας
μόνο αι συκέαι έμεναν σιωπηλαί

*

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΓΡΑΦΤΕΙ ΑΚΟΜΑ

1 Τρωγλοδυτικό στίγμα (αρχετύπου όξους)
2 Σιαμαία τσουλήθρα
3 Αρρυθμία γνωμοδοτήσεως
4 Ανάμειξη με τον εγκέφαλο του τραγουδιστή
Ντόνοβαν
5 Γιατί οι ήρωες που κατόρθωσαν να σκοτώσουν ένα
φοβερό δράκο πέθαναν σχεδόν αμέσως μετά τη
γενναία τους πράξη;
6 Βιολιού στουπιά
7 Ψαλμωδίες ώχρας
8 Οικτρά σκατά
9 Λιμήν κίτρινος
10 Μεγάλων μουσικών σιγή
11 Χρώματος χώμα
12 Φρενήρες ρείθρο
13 Εκκωφαντικό όριο
14 Επιτυχή κρέμα
15 Αμάλγαμα τρυφερού προφίλ
16 Αδενοκτοπία
17 Αφιονισμός θεσπισμένου ίχνους

*Από τη συλλογή “Τραίνα στο σκοτάδι”, εκδ. Απόπειρα, 2012.