Στην υπέροχη λάμψη
πριν τη σύγκρουση
Στην ανεξήγητη ευθυμία
πριν τη συντέλεια
Λέω τα μισά από όσα γράφω
Γράφω τα μισά από όσα σκέφτομαι
Αντέχουμε τα διπλάσια
από όσα νομίζουμε
*Από τη συλλογή “Γυάλινη”, Εκδόσεις Έναστρον, Σεπτέμβριος 2025.
Για την ποιητική συλλογή της Έντιτ Σέντεργκραν (Edith Södergran) «Θρίαμβος να υπάρχεις» (μτφρ. Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, εκδ. Εντευκτήριο). Εικόνα: Wikimedia Commons.
Γράφει ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς
Ανήκοντας, ομολογουμένως, στην πλειονότητα του ελληνικού αναγνωστικού κοινού, αγνοούσα την ποιητική φωνή της Έντιτ Σέντεργκραν (1892-1923). Τη γνώρισα χάρη στην πολύ προσεγμένη, αν κρίνουμε από το αισθητικό αποτέλεσμα, μετάφραση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη, η οποία κυκλοφορήθηκε τον Οκτώβριο του 2025 από τις εκδόσεις Εντευκτηρίου της Θεσσαλονίκης. Η μεταφράστρια μάς παρουσιάζει ένα πλήρες ποιητικό πορτρέτο καθώς μεταφράζει πενήντα τέσσερα ποιήματα και δέκα αφορισμούς της Σέντεργκραν ακολουθώντας την ποιητική της πορεία από την αρχή με τα πρωτοποριακά Ποιήματα (1916) μέχρι και τη συλλογή Η χώρα που δεν είναι (1925), η οποία εκδόθηκε μεταθανάτια.
Στην Εισαγωγή της (σ. 9-13) η Καϊτατζή-Χουλιούμη, πλην των λίγων βιογραφικών στοιχείων, παρουσιάζει πυκνά και ευσύνοπτα την ποίηση της Σέντεργκραν, τα βασικά συστατικά υλικά της, και σταχυολογεί κρίσεις από ομοτέχνους αλλά και μελετητές και ερευνητές του έργου της. Αν και μάλλον πέρασε απαρατήρητη ή και χλευασμένη, όπως σημειώνει η μεταφράστρια, από την κριτική της εποχής, η αξία της ανακαλύφθηκε αργότερα και πλέον θεωρείται θεμελιακή η συμβολή της στη διαμόρφωση της μοντέρνας ποίησης στη Σκανδιναβία. Γι’ αυτό μελετάται μέχρι και σήμερα, έχει μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες και εξακολουθεί να μεταφράζεται παρά τις δυσκολίες, τις οποίες παραδέχεται η μεταφράστρια, που προκύπτουν από την προσωπική ιδιόλεκτο που χρησιμοποιεί η ποιήτρια.
Διαβάζοντας κανείς την παρούσα έκδοση με τα πενήντα τέσσερα ανθολογημένα ποιήματα αφενός αντιλαμβάνεται σχετικά γρήγορα την πρωτοποριακή, τολμηρή και καινοτόμο γραφή της ποιήτριας, αν αναλογιστεί, φυσικά, την εποχή στην οποία έζησε και τόσο πρόωρα έφυγε, και αφετέρου παρακολουθεί την εξέλιξη της γραφής της από συλλογή σε συλλογή. Ξεκινώντας, λοιπόν, με τα Ποιήματα (1916) βλέπουμε ότι η γραφή, αν και κατεξοχήν μοντερνιστική και υπαρξιακά στοχαστική, είναι περισσότερο καθαρή. Μέσα από αντιθέσεις προετοιμάζεται η δοκιμασία του ανθρώπου στην ήττα, στην απώλεια και το κενό, ενώ, παράλληλα, η γυναίκα τίθεται σε πρώτο πλάνο. Ιχνογραφούνται τα όρια της ελευθερίας της με διάθεση διάρρηξης των δεσμών που την κρατούν αιχμαλωτισμένη σε μια συναισθηματική πρωτίστως και έπειτα υπαρξιακή ακινησία.
Η ίδια η ποιήτρια δε φοβάται την αναζήτηση, ψάχνει, προχωρά κάθε φορά σε μια νέα ανακάλυψη
Η ποιητική φωνή προσκαλεί το αγαπημένο πρόσωπο, του λέει «έλα!», όμως το άρρεν διαγράφεται κυριαρχικό, ψυχρό, σχεδόν απειλητικό. Η ίδια η ποιήτρια δε φοβάται την αναζήτηση, ψάχνει, προχωρά κάθε φορά σε μια νέα ανακάλυψη, σε κάτι πιο μεγάλο, πιο καθολικό. Αντιθέτως, αυτή η πορεία, της αναζήτησης απογοητεύει το άρρεν.
Η γυναίκα αιχμάλωτη
Ο χρόνος διαβρώνει την αλήθεια, τη μνήμη, το συναίσθημα. Αυτή την εκ των ων ουκ άνευ διάβρωση εξισορροπεί ποιητικά η αισθαντικότητα και η έντονη εικονοποιία. Συχνά, ο χρόνος είναι το φθινόπωρο και το φόντο των ποιημάτων είναι φθινοπωρινό με εικόνες διαλεχτές και μεταφορές απλές και βαθιές. Σ’ αυτό το πλαίσιο η ποιητική φωνή αισθάνεται ξένη στη χώρα που ζει, μαθαίνει ότι γεννήθηκε αιχμάλωτη -έμμεση αναφορά στο φύλο της- σε μια χθόνια κατάσταση απ’ την οποία προσπαθεί να βγει, να ανέβει ψηλότερα, προς το φως, ένα βήμα πιο κοντά στον ήλιο και τον ουρανό. Αλλά και στο ίδιο πλαίσιο ανδρώθηκε και έγινε φορέας της ζωής και όχι του θανάτου.
Ο άντρας μοιάζει να μην έχει αληθινή υπόσταση, να είναι κίβδηλος, ένα ψέμα, ένα σάπιο φρούτο που τα περήφανα χείλη περιφρονούν
Νιώθει σαν να έρχεται σ’ αυτόν τον κόσμο από μακριά, από μια αρχέγονη εποχή. Ακόμα δεν έχει φτάσει το άρρεν και δε θα φτάσει ποτέ. Ενώ η ίδια και οι άλλες γυναίκες είναι ήδη εκεί, έτοιμες να παλέψουν, να νικήσουν και ίσως να χαθούν. Η απόσταση μεταξύ της συνθήκης που ωριμάζει το άρρεν και το θήλυ επανέρχεται στα ποιήματα της Σέντεργκραν. Ο άντρας μοιάζει να μην έχει αληθινή υπόσταση, να είναι κίβδηλος, ένα ψέμα, ένα σάπιο φρούτο που τα περήφανα χείλη περιφρονούν (σ. 25), ενώ η γυναίκα παρουσιάζεται ως μια συλλογικότητα, ως μια ομοούσια και αδιαίρετη οντότητα.
Ω, ωραίες αδερφές, ελάτε ψηλά στους πιο τραχείς βράχους,
είμαστε όλες γυναίκες της μάχης, ηρωίδες, αμαζόνες,
παρθενικά μάτια, ουράνια μέτωπα, ροδοπρονύμφες,
βαριά κύματα που σκάνε στον γιαλό και παρασυρμένα πουλιά,
είμαστε οι πιο απρόσμενες και οι βαθύτερα κόκκινες,
κηλίδες τίγρης, τεντωμένες χορδές, αστέρια χωρίς σκοτοδίνη.
Για το εμβληματικό ποίημα «Vierge moderne» (σ. 26) αρκεί να σημειώσουμε την ένταση της γραφής της ποιήτριας όταν μιλάει για το φύλο της. Μια ένταση που διανοίγει τον δρόμο, ερήμην, για τις μελλοντικές αλλεπάλληλες συζητήσεις που θα ακολουθήσουν για το φύλο και τις σπουδές γύρω από αυτό, για τη γυναικεία χειραφέτηση, για την καταβαράθρωση της πατριαρχίας και τον ετερονομικό προσδιορισμό της ταυτότητας του ατόμου. Το παραθέτω αυτούσιο:
Δεν είμαι γυναίκα. Είμαι ουδέτερο.
Είμαι παιδί, ακόλουθος, μια τολμηρή απόφαση,
είμαι μια γελαστή αχτίδα πορφυρού ήλιου…
Είμαι ένα δίχτυ για όλα τ’ αδηφάγα ψάρια,
είμαι μια κούπα για την τιμή όλων των γυναικών,
είμαι ένα βήμα προς το τυχαίο και την καταστροφή,
είμαι ένα άλμα προς τον εαυτό και την ελευθερία…
Είμαι ο ψίθυρος του αίματος στ’ αυτί του άνδρα,
είμαι ρίγος της ψυχής, λαχτάρα και άρνηση της σάρκας,
είμαι μια πινακίδα εισόδου σε παραδείσους νέους.
Είμαι μια φλόγα, ζωηρή και σ’ αναζήτηση,
είμαι νερό, βαθύ μα τολμηρό ώς τα γόνατα,
είμαι φωτιά και νερό σε τίμια συνάφεια με ελεύθερους όρους…
Η ζωή επιμένει
Η πλάνης ποιητική φωνή επιστρέφει σε τόπους της παιδικότητας και της νιότης, σε φαντασιακούς και ονειρικούς τόπους, όπου τα χωροχρονικά σύνορα δεν έχουν τόση σημασία, παρά μόνο η ηχώ της λαχτάρας και της επιθυμίας που ξεκινούν, όπως και το φύλο της, από μια σκοτεινή γη, για να ανηφορίσουν σταδιακά και σταθερά, να περάσουν απ’ τον χειμώνα και να φτάσουν στην άνοιξη, όπου θα καρποφορήσουν, όπου η ζωή θα επιμένει και θα αντέχει κάτω απ’ το φως του ήλιου και πλάι στη νήδυμη σιωπή. Η ψυχή της άγρυπνη μόνο να νιώθει μπορεί, ακόμα κι αν πρόκειται για τα χάδια που άλλοτε την κρατούσαν αιχμάλωτη και τώρα με τις λέξεις τα σπάζει.
Είναι δεσμώτης του εαυτού της, όπως διατείνεται, και ταυτόχρονα δημιουργικός συνομιλητής μαζί του.
Η ποιήτρια συζητά τι είναι ομορφιά, τι είναι αγάπη. Ετεροκαθορίζεται στην αρχή με γνώμονα την αρσενική απόκριση στο κάλεσμά της, αλλά στο τέλος ένδον συστρέφεται και βρίσκει στον εαυτό της τις απαντήσεις. Είναι δεσμώτης του εαυτού της, όπως διατείνεται, και ταυτόχρονα δημιουργικός συνομιλητής μαζί του. Κάπως έτσι προκύπτει αυθόρμητα ο εμβληματικός κατ’ εμέ στίχος: «έχω μόνο ένα όνομα για όλα, και είναι αγάπη» («Ψυχή σε αναμονή», σ. 36). Κι όταν αποφαίνεται, μέσα από συνεχή σχήματα άρσης-θέσης, ότι η ευτυχία είναι πόνος, το αντίδοτο βρίσκεται εκεί, ενσώματο: «ο πόνος μάς δίνει όλα όσα χρειαζόμαστε» («Ο πόνος», σ. 37).
Η Λύρα του Σεπτέμβρη
Περνώντας στη Λύρα του Σεπτέμβρη (1918) συναντούμε το ομότιτλο ποίημα, όπου το ζήτημα του χρόνου εξακολουθεί να απασχολεί την ποιητική φωνή, η οποία εντούτοις το αντιμετωπίζει θαρρετά, δίχως φόβο. Η ύπαρξη ξεφεύγει απ’ τη φθαρτότητα της ύλης και λαμβάνει μια πνευματική, άυλη διάσταση, η οποία θριαμβεύει επί των όρων της ζωής. Είναι θρίαμβος να νιώθεις την ανάσα του χρόνου στον σβέρκο σου, αφού αυτός ο ίδιος νομιμοποιεί την έστω και εφήμερη ύπαρξη.
Ο ερωτισμός είναι παρών και σε αυτά τα ποιήματα, με τον πόθο και τη λαχτάρα να γκρεμίζουν, ενίοτε, τα τείχη της πραγματικότητας και να μεταρσιώνουν την ποιητική φωνή σε ένα υπερβατό σύμπαν άμεσα συνδεδεμένο με τον υπαρξιακό στοχασμό που διατρέχει τη ραχοκοκαλιά των ποιητικών κειμένων.
Ο βωμός του ρόδου
Στον Βωμό του ρόδου (1919) ο άνθρωπος χορεύει στην καταιγίδα κατανοώντας στο αντικαθρέφτισμα του νερού την αδυναμία του απέναντι στον εαυτό του. Ο κόσμος δεν εξουσιάζει τον εαυτό του. Ο άνθρωπος μοναχικός πορεύεται στον δρόμο προς την απέραντη ευτυχία. («H καταιγίδα», σ. 53). Έτσι προοδευτικά συστηματοποιείται η σκέψη της ποιήτριας, λαμβάνοντας καθαρή και αυτόνομη υπόσταση, όπως θα δούμε και παρακάτω, όσο κι αν η ίδια, σε στιγμές αιτιολογημένης έξαρσης υπονομεύει το ίδιο της τον συστημικό στοχασμό με τον στίχο-κλειδί: «Οι παράφρονες κατορθώνουν τα πάντα» («Διόνυσος», σ. 56).
Ωστόσο, στο ποιητικό σύμπαν της Στέντεργκραν οικοδομείται ιδιαίτερα ορθολογιστικά ένα σύστημα σκέψης και αντίληψης του κόσμου
Η λογική και ο παραλογισμός διακρίνονται από μια λεπτή γραμμή, όπως η ιδιοφυΐα από την τρέλα. Ωστόσο, στο ποιητικό σύμπαν της Στέντεργκραν οικοδομείται ιδιαίτερα ορθολογιστικά ένα σύστημα σκέψης και αντίληψης του κόσμου, το οποίο δεν είναι προϊόν ιερής μανίας ή έκστασης αλλά μιας απόλυτα συνειδητής και προσεκτικής διάρθρωσης ενός συστήματος αξιών. Η Καϊτατζή-Χουλιούμη μεταφράζει δέκα αφορισμούς της ποιήτριας από τις Ποικιλόμορφες παρατηρήσεις του 1919, κάποιοι απ’ τους οποίους επικυρώνουν την παραπάνω διαπίστωση, όπως για παράδειγμα: «Η απαλλαγή από προκαταλήψεις αποτελεί ασφάλεια στη διαχείριση των πραγμάτων» (σ. 59).
Του μέλλοντος σκιά
Για την επόμενη συλλογή, Του μέλλοντος σκιά (1920), η μεταφράστρια παρατηρεί ότι η ποιήτρια «απομακρύνεται από τον πρώιμο αισθητισμό και στρέφεται προς μία υπερβατική, λυρική ποίηση, όπου η ύπαρξη ταλαντεύεται ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι» (σ. 10).
Δεν απουσιάζουν, εύλογα, τα σχόλια για την ίδια την ποίηση και τον έρωτα.
Σ’ αυτή τη συλλογή, πράγματι, το θάρρος και η δυναμική του ποιητικού λόγου τίθενται στο προσκήνιο. Η ποιητική φωνή, αυθύπαρκτη και αυτόνομη, με αυτογνωσία και πίστη στον εαυτό της, προβαίνει σε μικρές και μεγάλες κατακτήσεις, με τον λυρισμό να εξισορροπεί τον διάπυρο λόγο της. Δεν απουσιάζουν, εύλογα, τα σχόλια για την ίδια την ποίηση και τον έρωτα. Για τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η ποιητική φωνή τα προσλαμβάνει. Ποίηση καθημερινή και συνάμα αδύνατη να συμβαίνει και έρωτας δημιουργός της νέας ζωής, του νέου κόσμου, αχειροποίητος, μυστικιστικός και, ταυτόχρονα, τόσο σωματικός ή σωματοποιημένος, τόσο πρόδηλα υποταγμένος στις αισθήσεις. Κάθε ποίημα θα είναι το ξέσκισμα ενός ποιήματος,/ όχι ποίημα, αλλά σημάδια νυχιών («Απόφαση», σ. 70).
Η χώρα που δεν είναι
Στην επόμενη και τελευταία συλλογή, Η χώρα που δεν είναι (1925), η μοντερνιστική χροιά των ποιημάτων συναρμόζει με τον πόνο, το τραύμα, την απώλεια, το πένθος, και, παράλληλα, συναντούμε την προσμονή για κάτι που παραμένει ανοιχτό, για κάτι που δεν προσδιορίζεται με τις λέξεις, παρά αφήνεται στην τύχη του άναρχου συναισθήματος. «Μια προσμονή για το Άλλο, για το ανέφικτο», όπως σημειώνει η μεταφράστρια στην Εισαγωγή της (σ. 10).
Εντούτοις, η χώρα που δεν είναι, ουσιαστικά προσδιορίζεται από τον τόπο που βρίσκεται το αγαπημένο πρόσωπο, που δεν είναι άλλο από το παιδί που υπήρξε κάποτε η ποιητική φωνή, από τον εαυτό-παιδί που ζει σε μια χώρα ιδανική, άχρονη και άχωρη.
Ο έρωτας εδώ είναι σκληρός και τραυματίζει την ποιητική φωνή, την κάνει να υποφέρει όπως ένα πληγωμένο ζώο. Η καρδιά φυλλορροεί από τη νοσταλγία και τη λαχτάρα για ό,τι δεν συνέβη. Εντούτοις, η χώρα που δεν είναι, ουσιαστικά προσδιορίζεται από τον τόπο που βρίσκεται το αγαπημένο πρόσωπο, που δεν είναι άλλο από το παιδί που υπήρξε κάποτε η ποιητική φωνή, από τον εαυτό-παιδί που ζει σε μια χώρα ιδανική, άχρονη και άχωρη. Ο θάνατος, από την άλλη, είναι απευκταίος. Πρέπει να αγαπάμε της ζωής τις μακρόσυρτες ώρες ασθένειας/ και τα στενόχωρα χρόνια της λαχτάρας/ όπως τις σύντομες στιγμές που η έρημος ανθίζει. («Τίποτα», σ. 76).
Ωσεί παρών ο θάνατος πλησιάζεται με χέρια γυμνά, χωρίς να καίει. Δεν έχει ασχήμια αλλά ομορφιά και καθετί νεκρό είναι υπέροχο και ανείπωτο («Το φεγγάρι», σ. 82). Ο θάνατος, σαν την τροφό που δεν υπήρξε για την ποιητική φωνή, τραγουδά όμορφα, μια μελωδία μονότονη. Γίνεται ίσως ο οδηγός με προορισμό τη χώρα που δεν είναι, τη χώρα του πόθου και της λαχτάρας, τη χώρα της αλλοτινής παιδικότητας και της πολύτιμης αθωότητας. Τη χώρα της επιστροφής.
. Άλλωστε, ποιος θα την κρίνει αν έπραξε σωστά ή όχι; Ίσως τα δέντρα της παιδικής ηλικίας (σ. 80), τα οποία διακριτικά παρατηρούν την πορεία της
Ένα μέλλον από ισχυρή θέληση, ρομαντικά ιδανικά, ευαίσθητη ψυχή και απύθμενη μοναξιά ανοίγονται μπροστά στην ποιητική φωνή που το αγναντεύει. Η αποπροσανατολισμένη, πολλές φορές, θέληση είναι ικανή να υπερβεί τη μοίρα και ο αγώνας για την κατάκτηση της ακριβοθώρητης ευτυχίας είναι γλυκός, ακόμα κι αν εκείνη δεν καταδεχτεί να περάσει το κατώφλι του σπιτιού της ποιητικής φωνής. Άλλωστε, ποιος θα την κρίνει αν έπραξε σωστά ή όχι; Ίσως τα δέντρα της παιδικής ηλικίας (σ. 80), τα οποία διακριτικά παρατηρούν την πορεία της και άλλοτε την επιτιμούν, γιατί η πορεία αυτή δε στάθηκε ταιριαστή με τη εκπεφρασμένη στα παιδικά της χρόνια σοφία, και άλλοτε την επευφημούν γιατί έστω και η ύστατη επιστροφή στις ρίζες, στο σπίτι (σ. 81), γυρνώντας την πλάτη στο παρελθόν του ενήλικου βίου, προσφέρει παρηγοριά και της αποκαλύπτει τη σοφία, την αλήθεια, τη δύναμη που ξέχασε πίσω της στον ρου του χρόνου.
Το θεϊκό στοιχείο
Άφησα για το τέλος ό,τι σχετίζεται με τη συζήτηση περί θεού και τον τρόπο με τον οποίο η Σέντεργκραν διαλέγεται με το θεϊκό στοιχείο στα ποιήματά της. Ο λόγος είναι ότι η παρουσία του θεού ανιχνεύεται σε όλες τις συλλογές και αποκρυσταλλώνεται προοδευτικά η σχέση της ποιήτριας μαζί του.
Στην πρώτη συλλογή, η ποιήτρια επιχειρεί να δώσει έναν μεταφορικό και καθαρά μοντερνιστικό ορισμό του τι εστί θεός στο ποίημα «Θεός» (σ. 24). Στη δεύτερη συλλογή και στο ποίημα «Ο κόσμος κολυμπά στο αίμα…» (σ. 44), ο θεός σκιαγραφείται όχι φιλεύσπλαχνος αλλά άτεγκτος και δεσποτικός στις ζωές των θνητών. Διαβάζουμε τους δύο πρώτους στίχους: «Ο κόσμος κολυμπά στο αίμα γιατί ο Θεός πρέπει να ζήσει./ Για να διατηρηθεί η δόξα Του, πρέπει ν’ αφανιστούν όλα τ’ άλλα».
Έτσι, ο θεός τώρα αλλάζει μορφή, γίνεται επιεικής φορέας της ομορφιάς στον κόσμο.
Η τομή επέρχεται στην τρίτη συλλογή, όπου καθώς ο θεός φαίνεται αντίθετος προς το συμφέρον και την καλή τύχη της ανθρωπότητας, η ποιητική φωνή αποκόπτεται απ’ το πλήθος και μεταρσιώνεται σε μεσσία που φέρει το χαρμόσυνο μήνυμα για την αληθινή βασιλεία του Θεού, τη βασισμένη στην ομορφιά, στην οξύνοια της πνευματικότητας και τα ευωδιαστά αρώματα της εύνοιας του μέλλοντος. «Ξεχωρίζω από εσάς,/ γιατί είμαι κάτι περισσότερο από ό,τι εσείς./ Είμαι στο σούρουπο/ Ιέρεια του ναού,/ μυημένη, φρουρός/ της φωτιάς του μέλλοντος./ Πλησιάζω προς εσάς με ένα χαρμόσυνο μήνυμα:/ Η βασιλεία του Θεού αρχίζει./ Όχι η φθίνουσα κυριαρχία του Χριστού/ όχι, υψηλότερες, πιο φωτεινές/ ανθρώπινες μορφές/ πλησιάζουν τον βωμό,/ προσφέροντας την ευγνωμοσύνη τους/ ευωδιάζοντας υπερκόσμια,/ συναρπαστικά». («Ο βωμός του ρόδου», σ. 51).
Είναι θρίαμβος να υπάρχεις. Και η Σέντεργκραν αξιοποίησε αυτό τον θρίαμβο χυτεύοντάς τον στις λέξεις της
Έτσι, ο θεός τώρα αλλάζει μορφή, γίνεται επιεικής φορέας της ομορφιάς στον κόσμο. Και στην τέταρτη συλλογή και το ποίημα «Έκσταση» (σ. 69), η ποιητική φωνή γίνεται ιέρεια και κήρυκας πλέον των μηνυμάτων αυτού του νέου θεού, εφιστώντας με προφητικό λόγο την προσοχή στους ανθρώπους του μέλλοντος σχετικά με τα όρια της επιθυμίας και την ευθραυστότητα της θνητής ευδαιμονίας.
Είναι θρίαμβος να υπάρχεις. Και η Σέντεργκραν αξιοποίησε αυτό τον θρίαμβο χυτεύοντάς τον στις λέξεις της, σε μια πολύτιμη παρακαταθήκη που συγκινεί μέχρι σήμερα και θα συγκινεί όσους έχουν την τύχη να τη γνωρίσουν.
Ζεστές λέξεις, όμορφες λέξεις, βαθιές λέξεις…
Είναι σαν άρωμα λουλουδιού τη νύχτα,
που κανείς δεν βλέπει.
Πίσω τους ενεδρεύει το άδειο σύμπαν…
Να είναι άραγε ο κυματιστούς καπνός
απ’ τη ζεστή εστία της αγάπης;
(«Λέξεις», σ. 28)
*Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (εκδόσεις Μετρονόμος, 2025).
Λίγα λόγια για την ποιήτρια
Η Έντιτ Σέντεργκραν γεννήθηκε το 1892 στην Αγία Πετρούπολη και μεγάλωσε στην κωμόπολη Ραϊβόλα, στα σύνορα μεταξύ Φινλανδίας και Ρωσίας. Μοναχοπαίδι σε πολύγλωσσο, κοσμοπολίτικο περιβάλλον, αρχικά έκανε μαθήματα κατ’ οίκον και έπειτα φοίτησε στο γερμανικό προτεσταντικό σχολείο θηλέων Petrischule.
Εκεί διδάχτηκε τους κλασικούς στα γερμανικά, ρωσικά, αγγλικά, γαλλικά και άρχισε να γράφει τα πρώτα της ποιήματα στα γερμανικά, γαλλικά, ρωσικά και σουηδικά, τελικά όμως επέλεξε τη μητρική της, τη σουηδική, ως γλώσσα της ποιητικής της γραφής, την οποία δεν είχε διδαχθεί ποτέ στο σχολείο. Σε ηλικία 15 ετών έχασε τον πατέρα της από φυματίωση και έναν χρόνο αργότερα προσβλήθηκε και η ίδια. Πέθανε πρόωρα, στα τριάντα ένα της χρόνια, στις 24 Ιουνίου 1923.
ΜΝΗΣΤΕΥΜΕΝΟ ΠΕΛΑΓΟΣ
Σώμα σκοτεινό, φτωχό μου σώμα.
Απ’ τη μετοικεσία του θρήνου και δώθε
παραδομένο στου οδυρμού την προσκύνηση.
Για σένα, η αρχόντισσα γενιά
Μνηστεύεται το πέλαγος. Έρωτας καιρός.
Κι ας κρύβεται εχίδνα στη ρίζα
δίκαιου δέντρου. Πονηροί καρποί
στο θυσιαστήριο του μίσους.
Έρχονται, έρχονται ποταμοί παρρησίας.
Από το δρόμο της θάλασσας πνέουν
Άνεμοι φίλοι, άνεμοι αδελφοί.
*
ΜΙΚΡΑ ΣΙΔΕΡΟΦΡΑΧΤΑ ΜΑΤΙΑ
Δεν ειρωνεύομαι.
Τη ξέρω τη μορφή σας.
Ρούχα άσπρα – μαλλιά κοντοκομένα.
Και τα μάτια σας
Τα μικρά τετράγωνα μάτια σας
Τα μικρά σιδερόφραχτα μάτια σας
Εκεί που βλεφαρίζουν πότε πότε
τα όνειρά μου.
Τα ξέρω τα ονόματά σας:
Γαλήνη
Ησυχία
Ειρήνη.
*Από τη συλλογή «Σε κιόνιο ψηλό», 1983
Η Ελένη Γκούση – Δεσύλλα, κερκυραϊκής καταγωγής, γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1938. Σκούδασε Αρχιτεκτονική στο Ε.Μ.Π. 1955-1960 με δάσκαλο στη Ζωγραφική τον Ν. Χατζηκυριάκο Γκίκα. Το 1964 παντρεύτηκε τον Αρχιτέκτονα Νίκο Δεσύλλα. Εργάστηκε ως ελεύθερος επαγγελματίας. Έργα της είναι κτίρια γραφείων, πολυκατοικίες, μονοκατοικίες και το συγκρότημα παραθεριστικών κατοικιών «Κρηναία» στις Σπέτσες. Άλλα έργα της καθώς και συμμετοχές και βραβεία σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς έγιναν σε συνεργασία με άλλα αρχιτεκτονικά γραφεία. Παράλληλα με την Αρχιτεκτονική ασχολήθηκε με τη Ζωγραφική και τη Λογοτεχνία. Ζωγραφικά της έργα έχουν παρουσιαστεί σε οκτώ ατομικές εκθέσεις και έχει πάρει μέρος και σε ομαδικές εκθέσεις. Έχουν εκδοθεί δύο ποιητικές συλλογές «Σε κιόνιο ψηλό» (1983) και «Πότνια Πυρός» (2001). Άλλα ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό περιοδικό «Δώμα».
*Πηγή : https://www.eia.auction/
Ι
Εδώ είναι που ζει ο όφις, στο ασώματο.
Το κεφάλι του αέρας. Κάτω απ’ την κορφή του τη νύχτα
Ανοίγουν μάτια και μας καρφώνουν σε κάθε ουρανό.
Ή μήπως είναι άλλο ένα λάκτισμα για να σκάσει από τ’ αυγό,
Άλλη μια εικόνα στο βάθος της σπηλιάς,
Ένα ακόμη ασώματο για το πουκάμισο του σώματος;
Εδώ είναι που ζει το φίδι. Αυτή είναι η φωλιά του,
Αυτά τα χωράφια, οι λόφοι, οι χρωματισμένες αποστάσεις,
Και τα πεύκα από πάνω και κατά μήκος και κολλητά στη θάλασσα.
Είναι μορφή που χλαπακιάζει το άμορφο,
Δέρμα που αστράφτει κάθε που θέλει να γίνει αόρατο
Και το σώμα του φιδιού απαστράπτον χωρίς το δέρμα.
Αυτό είναι το μεσουράνημα της τροχιάς και η βάση του
Αυτά τα φώτα μπορούν εντέλει να αγγίξουν έναν πόλο
Στην καρδιά του μεσονυχτίου και να βρουν το φίδι εκεί,
Σε άλλη φωλιά, τον μετρ του λαβυρίνθου
Με σώμα κι αέρα και μορφές και εικόνες,
Στο ανελέητο κυνηγητό της ευτυχίας.
Αυτό είναι το δηλητήριό του: ότι θα πρέπει να υποψιαζόμαστε
Ακόμα και αυτό. Οι στοχασμοί του μέσα στις φτέρες,
Τόσο ανεπαίσθητα όπως σάλευε για να εξασφαλίσει ήλιο,
Μας έπειθαν εξίσου. Είδαμε μέσα στο κεφάλι του,
με μαύρες χάντρες στολισμένο στο βράχο, το πιτσιλωτό ζώο,
Το έρπον γρασίδι, τον Ινδιάνο στο ξέφωτό του.
ΙΙ
Αποχαιρετισμός σε μια ιδέα… Μία καλύβα στέκει,
Εγκαταλειμμένη, σε μια ακτή. Είναι λευκή,
Όπως συνηθίζεται ή σύμφωνα με
Κάποιο μοτίβο προγονικό ή το αποτέλεσμα
μιας ατελείωτης πορείας. Τα λουλούδια πάνω στον τοίχο
Λευκά και λίγο ξεραμένα, σαν ένα σημάδι
Που υπενθυμίζει, προσπαθεί να υπενθυμίσει, ένα λευκό
Που ήταν διαφορετικό, κάτι άλλο, πέρυσι
Ή πιο παλιά, όχι το λευκό ενός γέρικου απογεύματος,
Ίσως πιο φρέσκο ή πιο μουντό, ίσως από σύννεφο χειμωνιάτικο
Ή χειμωνιάτικο ουρανό, από ορίζοντα σε ορίζοντα.
Ο άνεμος σηκώνει την άμμο απ΄το πάτωμα.
Εδώ, το να είσαι ορατός σημαίνει να είσαι λευκός,
Να κρατάς απ’ τη σκληράδα του λευκού, το επίτευγμα
ενός ακραίου χαρακτήρα σε μια άσκηση…
Η εποχή αλλάζει. Ένας άνεμος ψυχρός βιτσίζει την ακτή.
Οι μακριές γραμμές της μακραίνουν κι άλλο, αδειάζουν,
Μια σκοτεινιά πυκνώνει κι ωστόσο δεν πέφτει
Και η λευκότητα ολοένα και πιο άτονη στον τοίχο.
Ο άνθρωπος που περπατάει γυρίζει ανέκφραστος στην άμμο.
Παρατηρεί πώς ο βορράς μεγεθύνει διαρκώς την αλλαγή,
Με τις παγωμένες του λάμψεις, τις μπλε-κόκκινες σαρώσεις
Και τα μεγαλειώδη κατά ριπές ανάμματα, το πολικό του πράσινο,
Χρώμα από πάγο και φωτιά και μοναξιά.
III
Αποχαιρετισμός σε μια ιδέα… Το πρόσωπο της μητέρας,
Σκοπός του ποιήματος, γεμίζει το δωμάτιο.
Είναι μαζί, εδώ, κι είναι ζεστά,
Χωρίς ούτε μια πρόβλεψη των επερχόμενων ονείρων.
Είναι βράδυ. Το σπίτι είναι βράδυ, μισό διαλυμένο.
Μα μόνο το μισό που δεν θα ‘ρθει ποτέ στην κατοχή τους παραμένει,
Ακόμα με αστέρια. Είναι η μητέρα που κατέχουν,
Αυτή που κάνει αέρινη την τωρινή γαλήνη τους.
Την απαλύνει πιο πολύ απ΄οτιδήποτε απαλό.
Και όμως έχει κι αυτή διαλυθεί, έχει καταστραφεί κι αυτή.
Χαρίζει μια διαύγεια. Αλλά είναι γερασμένη.
Το κολιέ της είναι ανάγλυφο, όχι φιλί.
Τα απαλά της χέρια κίνηση όχι χάδι.
Το σπίτι θα καταρρεύσει και τα βιβλία θα καούν.
Βολεύονται σε κάποιο καταφύγιο του νου
Και το σπίτι ανήκει στο νου κι αυτοί και ο χρόνος,
Μαζί, όλοι μαζί. Βόρεια νύχτα
Θα μοιάζει με παγετό που τους πλησιάζει
Μαζί και τη μητέρα καθώς αποκοιμιέται
Και όπως λένε καληνύχτα, καληνύχτα. Στον πάνω όροφο
Τα παράθυρα θα είναι φωτισμένα, όχι τα δωμάτια.
Ένας άνεμος θα απλώσει τα ανεμοδαρμένα μεγαλεία του τριγύρω
Και θα χτυπήσει την πόρτα σαν το κοντάκι τουφεκιού.
Ο άνεμος θα τους προστάξει με ήχο αήττητο.
IV
Αποχαιρετισμός σε μια ιδέα… Οι ακυρώσεις,
Οι αρνήσεις ποτέ δεν είναι οριστικές. Ο πατέρας κάθεται
Στο αχανές, όπου κι αν κάθεται, με ζοφερή ματιά,
Σαν κάποιος ισχυρός μέσα στις βάτους των ματιών του.
Λέει όχι στο όχι και ναι στο ναι. Λέει ναι
Στο όχι· και λέγοντας ναι λέει αντίο.
Υπολογίζει τις ταχύτητες της αλλαγής.
Πηδάει από ουρανό σε ουρανό πιο γρήγορα
Απ’ τους κακούς αγγέλους που εκτινάσσονται από τον ουρανό στην κόλαση φλεγόμενοι.
Τώρα όμως κάθεται στης μέρας το γαλήνιο πράσινο.
Παίρνει τις φοβερές ταχύτητες του διαστήματος και τις κυματίζει
Από το νεφελώδες στο ανέφελο, και από το ανέφελο στο ακραιφνώς καθάριο
Στις πτήσεις ματιού και αυτιού στο υψηλότερο μάτι
Και το χαμηλότερο αυτί, βαθύ αυτί που ξεχωρίζει,
Μέσα στο βράδυ, συνοδείες πραγμάτων ώσπου να ακούσει
Τα δικά του υπερφυσικά προοίμια,
Τη στιγμή που το αγγελικό μάτι διακρίνει
Τους ηθοποιούς του να έρχονται, ένα τσούρμο, με μάσκες.
Κύριε ω, Κύριε, που κάθεσαι δίπλα στη φωτιά
Και μαζί στο αχανές, ακίνητος και μαζί
Σε κίνηση η ολονέν απαστράπτουσα αρχή,
Εμβριθής, και μαζί ο άναξ και μαζί το στέμμα,
Δες τούτον εδώ τον θρόνο. Ποια χορωδία,
Μασκοφορεμένη, μπορεί να τον εναρμονίσει με τον γυμνό άνεμο;
V
Η μητέρα καλεί την ανθρωπότητα στο σπίτι της
Και στο τραπέζι της. Ο πατέρας μαζεύει παραμυθάδες
Και μουσικούς που χαμηλώνουν τον ήχο και στοχάζονται τον μύθο.
Ο πατέρας φέρνει νέγρισσες που χορεύουν,
Ανάμεσα στα παιδιά, σαν ένα αλλόκοτα ώριμο
Μοτίβο που ρίχνεται στον χορό για να τον ωριμάσει.
Για χάρη τους οι μουσικοί πιάνουν υπόγειους τόνους,
Γρατζουνάνε τραγουδιστά τα όργανα.
Τα παιδιά γελούν, βαρούν ένα τενεκεδένιο τέμπο.
Ο πατέρας εμφανίζει πομπές από το πουθενά,
Θεατρικές σκηνές, τοπία και συστοιχίες κορμών
Και αυλαίες, σε αφελή προσποίηση του ύπνου.
Εκεί ανάμεσα οι μουσικοί ενστικτωδώς παίζουν το ποίημα.
Ο πατέρας μαζεύει τα ασυμμάζευτα κοπάδια του,
Με γλώσσα βάρβαρη, σαλιάρικα και με κομμένη
Την ανάσα, υπάκουα στο χάδι της τρομπέτας του.
Αυτό λοιπόν είναι το Σατιγιόν ή όπως αλλιώς θέλετε.
Βρισκόμαστε στον κυκεώνα ενός φεστιβάλ.
Ποιο φεστιβάλ; Αυτή η θορυβώδης, άτακτη περιπλάνηση;
Αυτοί είναι οι οικοδεσπότες; Αυτοί οι ημιάγριοι φιλοξενούμενοι;
Αυτοί οι μουσικοί που ντουμπλάρουν την τραγωδία,
Με νταμπ-α-ντουμπ, που το σκαρφίστηκαν γιατί
Κείμενο δεν υπάρχει; Έργο δεν υπάρχει.
Ή, οι άνθρωποι παίζουν απλούστατα επειδή παρευρίσκονται.
VI
Είναι θεατρικό μετέωρο στα σύννεφα,
Σύννεφο και το ίδιο, παρότι από βράχο ομιχλώδη
Και βουνά τρεχούμενα σαν το νερό, κύμα στο κύμα,
Μέσα από κύματα φωτός. Είναι από σύννεφο που ήτανε
Σύννεφο και που θα ξαναγίνει, τόσο ανεπαίσθητα όπως
Μια εποχή που αλλάζει χρώματα ασταμάτητα,
Μόνο και μόνο για να σπαταλιέται αλλάζοντας,
Καθώς το φως κάνει το κίτρινο χρυσό και λύνει το χρυσό
Στα οπάλινα στοιχεία του και στην λαχτάρα της φωτιάς,
Με πινελιές απ’ άκρη σ’ άκρη για χάρη της μεγαλοπρέπειας
Και των ιερών απολαύσεων του απέραντου διαστήματος
Το σύννεφο γλιστράει νωχελικά μέσα από ημιτελείς μορφές της φαντασίας.
Το θέατρο είναι γεμάτο πουλιά που πετούν,
Άγριοι τριγωνικοί σχηματισμοί, σαν ηφαιστειακός καπνός, με μάτια φυλαχτά
Κι εξαφανίζονται, ένας ιστός σε έναν διάδρομο
Ή μια πελώρια στοά. Ένα καπιτώλιο,
Μπορεί, να αναδύεται ή να
Κατέρρευσε μόλις. Η κάθαρση αναβάλλεται…
Αυτό δεν είναι τίποτα μέχρι που χώνεται σε έναν και μόνο άνθρωπο,
Τίποτα μέχρι που αυτό το όνομα και πράγμα γίνεται ανώνυμο
Και σβήνει. Ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του
Στις φλόγες. Ο σπουδαστής του ενός κεριού βλέπει
Ένα φέγγος αρκτικό να λαμπαδιάζει το περίγραμμα
Όλων όσων ο ίδιος είναι. Και φοβάται.
VII
Υπάρχει άραγε μια φαντασία ενθρονισμένη
Στυγνή εξίσου και καλοσυνάτη, δίκαιη
Κι άδικη μαζί, που κοντοστέκεται καταμεσής του θέρους
Να ζωντανέψει τον χειμώνα; Όταν τα φύλλα θα ‘χουνε πεθάνει,
Βρίσκει άραγε μια θέση στον βορρά, στον εαυτό της μέσα τυλιγμένη,
Αίγα αλμάτων, από κρύσταλλα και φως, καθισμένη
Στην ύψιστη νύχτα; Κι άραγε οι ίδιοι οι ουρανοί τη διακοσμούν
Και το διακηρύσσουν, την λευκή δημιουργό του μαύρου, που εκτοξεύεται
Εξαφανίζοντας, ακόμη ακόμη και πλανήτες,
Ακόμη και τη γη, ακόμη και την όραση, μέσα στο χιόνι,
Αλλά εξαιρεί τα πρέποντα για την ανάδειξη του μεγαλείου της,
Στον ουρανό ως στέμμα και αδαμάντινη καββάλα;
Χιμάει από μέσα μας, μέσα απ’ τους ουρανούς μας άπαντες χιμάει,
Σβήνοντας έναν έναν τους πλανήτες μας,
Μόνον αφήνοντας, εκεί που ήμασταν και που κοιτούσαμε, κει που
Γνωρίζαμε ένας τον άλλον και που σκεφτόμασταν τον άλλον,
Ίχνος τρεμουλιαστό και κρύο και λησμονημένο,
Χάριν αυτού του στέμματος και της απόκρυφης καββάλα.
Όμως δεν θα τολμούσε αστόχαστα στο ίδιο της σκοτάδι να χιμήξει
Προτού κάνει τη μοίρα να φανεί ασήμαντο καπρίτσιο.
Τότε της τραγωδίας η τροχιά, η στήλη
Το σχήμα και η πένθιμη φτιαξιά της, κινούν να βρουν
Κάτι να την διασκεδάσει επειγόντως, ό,τι επιτέλους είναι ικανό,
Ας πούμε, μια ανάλαφρη κουβέντα στο φεγγαρόφωτο.
VIII
Ίσως και να υπάρχει πάντοτε μια εποχή αθωότητας.
Όμως τόπος ποτέ. Κι αν ίσως ούτε εποχή υπάρχει,
Δεν είναι ούτε του χρόνου πράγμα, ούτε του τόπου,
Παρούσα στην ιδέα της καθεαυτή, μονάχα,
Στο νόημα που αντιπαλεύει την καταστροφή, ούτε και τότε είναι
Λιγότερο πραγματική. Για τον πιο γέρο και πιο παγερό φιλόσοφο,
Είναι ή υπάρχει ενδεχομένως η εποχή της αθωότητας
Ως καθαρή αρχή. Η φύση της είναι και ο σκοπός της,
Αυτό που θα ‘πρεπε να είναι, κι ας μην είναι, κάτι
Που ξυπνάει τη συμπόνια σε όποιον είναι συμπονετικός,
Όπως το απόβραδο κάποιο βιβλίο όμορφο αλλά αναληθές,
Βιβλίο για την άνοδο του όμορφου και του αληθινού.
Είναι σαν πράγμα αιθέριο που υπάρχει
Σχεδόν ως κατηγόρημα. Όμως υπάρχει,
Υπάρχει, είναι ορατό, υπάρχει, είναι.
Κι αυτές οι φωταψίες δεν είναι τότε του φωτός τα μάγια,
Ούτε κι από νεφέλες λόγια, αλλά αθωότητα είναι.
Της γης η αθωότητα σημάδι διόλου παραπλανητικό
Ή σύμβολο μοχθηρίας. Μετέχουμε σε αυτό,
Ξαπλώνουμε σαν τα παιδιά σ’ αυτή την αγιότητα,
Σαν όντας ξύπνιοι, ν’ αφηνόμαστε στου ύπνου τη γαλήνη,
Σαν να τραγούδαγε η αθώα μητέρα στο σκοτάδι
Της κάμαρης και σ΄ ένα ακορντεόν, που αμυδρά ακουόταν,
Να ‘φτιαχνε αυτή τον χρόνο και τον τόπο όπου ανασαίναμε…
IX
Και ο ένας τον άλλον σκεφτόμασταν—στη γλώσσα
Του μόχθου, στο ιδίωμα μιας γης αθώας,
Όχι στο αίνιγμα του ένοχου ονείρου.
Σαν Δανοί στη Δανία ζούσαμε ολημερίς
Και γνωριζόμασταν καλά, της γης δουλευτάδες με καρδιά λεβεντιά,
Που ήταν γι’ αυτούς το ξένο άλλη μια μέρα
Της βδομάδας, παραδοξότερη από την Κυριακή. Όμοια σκεφτόμασταν
Και αυτό μας έκανε αδέρφια σε ένα σπίτι
Που μας ανέθρεφε σαν αδέρφια, μας έθρεφε
Και μας πάχαινε όπως σε μια κηρήθρα καθωσπρέπει.
Το δράμα που ζούμε— Καταγής κολλημένοι με τον ύπνο.
Η αίσθηση της δράσης της μοίρας—
Το προκαθορισμένο ραντεβού, τότε που ήρθε μόνη,
Από τον ερχομό της προήλθε μια ελευθερία για δυο,
Μια απομόνωση που μόνο δυο τους μπορούσαν να μοιραστούν.
Θα μας βρουν κρεμασμένους στα δέντρα την ερχόμενη άνοιξη;
Ποια συμφορά ετοιμάζεται να πέσει πάνω μας:
Κλαράκια γυμνά, δέντρα γυμνά και άνεμος αψύς σαν αλάτι;
Τα αστέρια φορούν τις λαμπερές τους ζώνες.
Ρίχνουν στους ώμους τους μανδύες που στραφτοκοπούν
Όπως το ύστατο στολίδι μιας πελώριας σκιάς.
Μπορεί να έρθει αύριο με την απλούστερη λέξη,
Σχεδόν σαν κομματάκι αθωότητας, σχεδόν,
Σχεδόν το τρυφερότερο και πιο αληθινό κομμάτι.
Χ
Δυστυχισμένοι άνθρωποι σ’ έναν ευτυχισμένο κόσμο—
Διάβασε, ραββίνε, τις φάσεις αυτής της αντίθεσης.
Δυστυχισμένοι άνθρωποι σ’ έναν δυστυχισμένο κόσμο—
Πάρα πολλοί καθρέφτες για την αθλιότητα.
Ευτυχισμένοι άνθρωποι σε έναν δυστυχισμένο κόσμο—
Αδιανόητο. Τίποτα εκεί δεν κυλάει αβίαστα
Στη γλώσσα που εκφράζει, στον κυνόδοντα που γυρεύει.
Ευτυχισμένοι άνθρωποι σε έναν ευτυχισμένο κόσμο—
Μπουφόνικο αστείο! Ένας χορός, μια όπερα, ένα μπαρ.
Γύρνα εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε:
Δυστυχισμένοι άνθρωποι σε έναν ευτυχισμένο κόσμο.
Τέλεσε τώρα αυτές τις απόκρυφες συλλαβές.
Διάβασε στο εκκλησίασμα, για σήμερα
Και αύριο, ετούτη την ακρότητα,
Αυτή την επινόηση του φάσματος των σφαιρών,
Που βρίσκοντας την ισορροπία πλάθει το όλον,
Την ζωτική, την αλάθητη διάνοια,
Που εκπληρώνει όσα στοχάζεται, μεγάλα και μικρά.
Μέσα σ’ αυτούς τους δυστυχείς διαλογίζεται το όλον,
Το πλήρωμα της τύχης και το πλήρωμα της μοίρας,
Σαν να έζησε όλες τις ζωές, που θα μπορούσε να γνωρίσει,
Σε σάλα στρίγγλας κι όχι σε σιωπηλό παράδεισο,
Σ’ ένα παζάρι αγέρα και καιρού, δίπλα σ’ αυτά τα φώτα
Άχυρα θέρους που έπιασαν φωτιά πάνω στη δόξα του χειμώνα.
*Μετάφραση: Ευγενία Βάγια
**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Χάρτης” Νο 85, Ιανουάριος 2026
They decorated the General,
They decorated the Admiral Sir,
to brigadier, to my neighbor
the sergeant of Police,
and they will ever decorate the poet
by using words like fire,
Like sun, like hope,
among so much human misery,
so much pain
without going any further.
Στόλισαν με παράσημα τον Στρατηγό,
Στόλισαν με παράσημα τον Ναύαρχο Κύριε,
τον Ταξίαρχο, τον γείτονά μου
τον λοχία της Αστυνομίας,
και θα παρασημοφορούν για πάντα τον ποιητή
χρησιμοποιώντας λέξεις όπως φωτιά,
όπως ήλιος, όπως ελπίδα,
ανάμεσα σε τόση ανθρώπινη δυστυχία,
τόσο πόνο
χωρίς να προχωρήσουν παραπέρα.
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης
Δεν υπάρχουν θεοί, μπορείτε λοιπόν να το γιορτάσετε
να παίξετε τένις, να βγείτε με το αυτοκίνητο, να πάτε για ψώνια,
να καθίσετε και να μιλάτε με τις ώρες, να λέτε, να λέτε,
με ένα τσιγάρο να κιτρινίζει τα δάχτυλά σας.
Δεν υπάρχουν θεοί, άρα μπορείτε να το γιορτάσετε –
εμπρός λοιπόν γιορτάστε το –
Αφήστε με εμένα ήσυχο, αφήστε με μόνο με τον εαυτό μου!
αλλά τί λέω, στο δωμάτιό μου, από την παρουσία τίνος
έγινε ο αέρας τόσο ήσυχος τόσο ευχάριστος για μένα;
Ποιος είναι αυτός που με αγγίζει απαλά στο στέρνο
που μ’ ακουμπάει στο μέρος της καρδιάς
και ηρεμεί τους χτύπους της φέρνοντάς μου τη γαλήνη;
Ποιος είναι αυτός που ισιώνει τα σεντόνια και τα κρατά
σαν τον ακύμαντο ωκεανό όπου τα ψάρια αναπαύονται
στου νερού την επιφάνεια σαν σε δικό τους όνειρο;
Ποιος τρίβει τα γυμνά μου πόδια, μέχρι να ξεμουδιάσουν,
να απλωθούν καλά και σαν λουλούδια του λωτού να γίνουν!
Ούτε γυναίκα ούτε άντρας είναι, σας βεβαιώ, γιατί είμαι μόνος.
Άρα με τους θεούς κοιμάμαι, με τους θεούς
που δεν υπάρχουν ή που υπάρχουν
όπως η ψυχή αποφασίσει,
μια λίμνη ας πούμε, όπου βουτάμε ή δεν βουτάμε.
Μετάφραση: Βαγγέλης Κάσσος
Ο ΖΗΣΗΣ ΣΑΡΙΚΑΣ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ παραγωγικούς, ἀφανεῖς καὶ ἀθόρυβους ἐργάτες τῶν σύγχρονων ἑλληνικῶν γραμμάτων. Γεννήθηκε τὸ 1953 στὴ Θεσσαλονίκη καὶ σπούδασε Νεοελληνικὴ Φιλολογία καὶ Φιλοσοφία στὸ ΑΠΘ. Στοὺς περισσότερους εἶναι γνωστὸς ὡς μεταφραστής – καὶ δικαίως, διότι τὸ μεταφραστικό του ἔργο εἶναι τεράστιο, καὶ ἐλάχιστοι τὸ γνωρίζουν στὸ σύνολό του. Περιλαμβάνει μεταφράσεις 60 καὶ πλέον βιβλίων, ἀπὸ τέσσερις γλῶσσες (γερμανικά, ἀγγλικά, γαλλικὰ καὶ ἱσπανικά), τόσο λογοτεχνικῶν/θεατρικῶν ὅσο καὶ θεωρητικῶν/φιλοσοφικῶν, μὲ τὸ ὄνομά του καὶ μὲ ψευδώνυμο (Δημήτρης Ρῆσος). Ἔχει ἐπίσης ὑπάρξει ἐπιμελητὴς/διευθυντὴς σειρῶν σὲ διάφορα ἐκδοτικά, σὲ φορεῖς τoπικὴς αὐτοδιοίκησης καὶ στὸ ΑΠΘ. Ἀποκορύφωμα τῆς μεταφραστικῆς του προσφορᾶς εἶναι ἡ παρουσίαση τῶν Ἁπάντων τοῦ Νίτσε (ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Πανοπτικόν) σὲ 16 τόμους.
Ἐκτὸς ἀπὸ μεταφραστὴς εἶναι ὅμως καὶ δημιουργικὸς συγγραφέας, ὑπὸ διπλῆ μάλιστα ἰδιότητα, λογοτεχνικὴ ὅσο καὶ δοκιμιογραφική. Ἐκτὸς ἀπό τὶς πολυπληθεῖς εἰσαγωγὲς σὲ δικές του μεταφράσεις καὶ ἄρθρα σὲ διάφορα ἔντυπα, ἔχει παρουσιάσει δύο σημαντικὲς θεωρητικὲς μελέτες (Μύθοι τῆς τεχνολογίας. Δοκίμια, 1987· Τὸ ὅραμα τοῦ ὑπεράνθρωπου. Μιὰ ἐρμηνεία τοῦ ἔργου τοῦ Φρήντριχ Νίτσε, «Ἔτσι μίλησε ὁ Ζαρατούστρα», 2014) καὶ τέσσερα πεζογραφικὰ βιβλία (Ψίχουλα, 1998· Μακριὰ ἀπὸ τὸν κοσμό, 2008· Ἀνθρώπινες σκιές, 2013 καὶ Κυριακὴ ρεπό, 2014) στὴ φόρμα τοῦ λογοτεχνικοῦ ἀφορισμοῦ, τοῦ μικροῦ διηγήματος καὶ τῆς νουβέλας.
Ξεχωριστὸ ἐνδιαφέρον ἔχει γιὰ τὸ Ἱστολόγιό μας ἡ πεζογραφικὴ δουλειὰ τοῦ συγγραφέα στὸ εἶδος τοῦ μικροῦ διηγήματος, ὅπως αὐτὴ καταγράφεται στὰ βιβλία του Ψίχουλα (1998) καὶ Μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο (2008) ποὺ τὸν κατατάσσει ἀνάμεσα στοὺς καλύτερους μικροδιηγηματογράφους στὴν γλώσα μας. Μὲ λόγο πυκνό, καθαρὸ καὶ εὐθύβολο, μέσα σὲ ἐλάχιστες παραγράφους, σ’ ἕνα σύνολο λέξεων ποὺ κυμαίνεται ἀπὸ τὶς ἑκατὸ (καὶ κάποτε πολὺ λιγότερες) ἕως τὶς περίπου τριακόσιες, ὁ Σαρίκας ἀποφενακίζει τὴν νεοελληνικὴ πραγματικότητα —ἑστιάζοντας ἰδιαίτερα στὸν δημόσιο χῶρο— ὅπως αὐτὴ ἐκτυλίχτηκε στὴν Μεταπολίτευση ἕως τὴν πρώτη δεκαετία τοῦ νέου αἰώνα.
Ἐκκινώντας ἀπὸ τὸ συγκεκριμμένο βιωμένο περιστατικό, ὁ συγγραφέας ἀναδεικνύει τὴν κουφότητα, τὴν ἀσυναρτησία, τὴν κενότητα καὶ ἐπιφανειακότητα ποὺ χαρακτηρίζει τὸν κόσμο τῆς Μεταπολίτευσης σὲ πολλὲς καὶ ποικίλες πτυχὲς τῆς ἀνθρωπογεωγραφίας της. Πίσω ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ Ζήση Σαρίκα ζοῦμε συχνὰ τὴν σιωπηλὴ παρουσία τοῦ αὐτόπτη καὶ αὐτήκοου τρίτου τῆς καθημερινῆς συναναστροφῆς μας στὰ ἀπειράριθμα σκηνικά της στὴν περίοδο αὐτή. Οἱ χαρακτῆρες του εἶναι σπαρταριστὰ ζωντανοί: εἶναι οἱ διπλανοί μας ἄνθρωποι, οἱ δικοί μας, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. Ἡ ἐξαιρετικὴ ψυχογραφία ποὺ τοὺς συνοδεύει ὑπογραμμίζει τὴν ματιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχει ζήσει ἐξίσου τὸν λαϊκὸ ἄνθρωπο τοῦ χωριοῦ, τὸν μικροαστικὸ κόσμο τῆς πόλης ἀλλὰ καὶ τὸν διανοούμενο τοῦ σαλονιοῦ. Αἰσθανόμαστε πρωτίστως ἕναν παρατηρητὴ ἰδιαίτερα εὐαισθητοποιημένο καὶ εἰρωνικὰ ἐπικριτικὸ σὲ ἐκεῖνα τὰ κοινωνικὰ στρώματα ποὺ ὑπὸ τὸ ἔνδυμα μιᾶς ἀνεύρετης τελικὰ κοινωνικῆς ἀλλαγῆς μεταλλαχθήκανε στὶς παρασιτικὲς ἐλὶτ ποὺ τὶς τελευταῖες δεκαετίες ὁδήγησαν τὴν χώρα στὸν γκρεμὸ τῆς πτώχευσης καὶ τῆς ἀντιλαϊκῆς ἐξάρτησης ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ ἐκμεταλλευτικὰ χρηματοπιστωτικὰ κέντρα.
Σὲ μιὰ τέτοια ἀντι-μυθευτικὴ ματιὰ ἀντιστοιχεῖ καὶ ἕναν ἀληθινὸς ἀντι-χαρακτήρας, μιὰ συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ ἀνεξάρτητη μὲ τὴν κοινωνικότερη ἀντιατομικιστικὴ σημασία, ἀντιεξουσιαστικὴ καὶ ἐλευθεριακὴ καὶ ταυτόχρονα ὑποψιασμένη ἀπέναντι στὸν μυθευτικὸ φενακισμὸ ποὺ καὶ οἱ ἴδιες αὐτὲς οἱ χειραφετητικὲς ἀξίες μπορεῖ νὰ ὑποστοῦν στὴν πράξη! Ἀπέναντι στὴν ἐπιθετικὴ χυδαιότητα μιᾶς ἄρριζης μαζικοποιημένης ἀντικοινωνίας συναντᾶμε, ταυτόχρονα, στὸ ἔργο τοῦ Σαρίκα κείμενα ποὺ προϋποθέτουν τὸ ἀγαπητικὸ πλησίασμα πρὸς τὸν κόσμο τῶν ἀνυπεράσπιστων περιθωριοποιημένων τῆς καθημερινῆς ζωῆς, κείμενα ποὺ διαθέτουν τὸ σθένος τῆς εὐγένειας νὰ ἀντιμετωπίζουν ὡς ἰσότιμα στὴν ἀξιοπρέπεια ὄντα τόσο τοὺς καθημερινούς μας συνοίκους, τὰ ζῶα τῆς πόλης, τὰ οἰκόσιτα, αἰχμάλωτα, ἀδέσποτα καὶ κρυπτόμενα, ὅσο καὶ αὐτὸν τὸν περιαστικὸ χῶρο, τὴν ἴδια τὴν φύση, τὴν ποδοπατημένη ἀπὸ τὴν παμφάγα ἀναπτυξιακὴ ἀπληστία!
Ὅσο καὶ νὰ μᾶς ἐνοχλεῖ ἡ λέξη διδακτισμός, στὶς ὁλοζώντανες μινιατοῦρες τοῦ Σαρίκα, ὁ ὅρος ἀποκτᾶ τὴν βαθύτερη καὶ πιὸ ἀναγκαία σημασία του, ἐν ὄψει ἰδίως μιᾶς ἐκ τῶν ἄνω καθοδηγούμενης ἀπορρύθμισης τῶν πιὸ ζωτικῶν ἀνθρώπινων κοινωνικῶν δεσμῶν τὴν ὁποία προωθεῖ καὶ ἐπιβάλλει ἡ νέα μετάλλαξη τοῦ παγκόσμιου καπιταλιστικοῦ συστήματος τῶν ἡμερῶν μας. Ἡ ἀντίσταση ποὺ προβάλλει σ’ αὐτὸν καὶ τὶς συνέπειες του τὸ ἦθος μιᾶς τέτοιας συνείδησης καί διδάσκει καί, μὲ τὴν ὕπαρξή της, παρηγορεῖ καί στηρίζει σὲ στάση κοινωνικὴ καὶ πολιτική, ἀναλόγως ἀντιστασιακή!
Ἕνα ζωντανὸ παράδειγμα τῆς παρακμῆς αὐτοῦ τοῦ τόπου καὶ τῶν θεσμῶν του, τὴν παρακμὴ ἀκριβῶς ποὺ στηλιτεύουν τὰ κείμενα τοῦ Ζήση Σαρίκα, ὑπῆρξε καὶ ἡ τύχη ποὺ ἐπιφυλάχθηκε πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια στὸ ἴδιο τὸ ἔργο τοῦ συγγραφέα κατὰ τὴν εἰσήγηση τῆς ὑποψηφιότητας του ὡς μέλους στὴν Ἑταιρεία Συγγραφέων, τὴν ὑπογεγραμμένη ἀπὸ ὀκτὼ ἄλλα ἐνεργὰ μέλη της: ἡ ὑποψηφιότητα ἀπορρίφθηκε πανηγυρικῶς ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Γενικῆς Συνέλευσης! Δυστυχῶς ὄχι ἀπὸ γνώση καὶ ἄποψη πάνω στὸ ἔργο της, ἔτσι ὅπως θὰ εἶχε ἴσως κάποιο νόημα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν σχεδὸν πλήρη καὶ παχυλὴ ἄγνοιά του. Ἕνα εὐφυὲς ΔΣ ἔσωσε τὴν ἑπόμενη χρονιὰ τὰ προσχήματα τοῦ ἱστορικοῦ σωματείου, ἀναγνωρίζοντας ἐμμέσως τὴν ἀστοχη ‘κρίση’ του, μὲ τὴν ἀπονομὴ τοῦ μεγάλου του βραβείου «Διδώ Σωτηρίου» στὸν συγγραφέα τὸν ἀπορριφθέντα ἀπὸ τὴν Γενικὴ του Συνέλευση!
Σ’ ἕνα λογοτεχνικὸ εἶδος, ὅπως τὸ μικρὸ διήγημα καὶ τὸ μικροδιήγημα, ὅπου, εἴτε ὡς ἑλληνικὴ εἴτε ὡς παγκόσμια σταθερά, πλεονάζει ἡ ψυχογραφία τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου μὲ τὶς πολυποίκιλες τροπικότητές της, ἄλλες θεματολογίες ποὺ άποσκοποῦν νὰ ἐκθέσουν παθογένειες τῆς κοινωνικῆς ζωῆς μὲ τὰ πολιτικὰ αἰτήματα τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ πολίτη ἢ τῆς ἀντίστασης στὸν ἐπιχειρούμενο ἐξανδραποδισμό του ἀπὸ ἀδιαφανῆ καὶ ἀνεξέλεγκτα κέντρα ἐκμμετάλευσης καὶ χειραγώγησής του, ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς, μειοψηφοῦν.
Γι’ αὐτὸ τὸ Ἱστολόγιο, στῆν δεκαπενταετία τῆς ὕπαρξής του, βρῆκε πολύτιμο καταφύγιο σὲ κείμενα ἢ μικρὰ ἀφιερώματα σὲ δημιουργοὺς πού, ἐλαυνόμενοι ἀπὸ τὸ μίσος τοῦ καναπέ, ἔδωσαν στὰ λογοτεχνικὰ μικροκείμενά τους προτεραιότητα στὸν ὀξὺ κοινωνικοπολιτικὸ προβληματισμό, κερδίζοντας τὴν ἀγάπη ὅσων ἀνησυχοῦν γιὰ τὴν τύχη τόσο τῶν λαϊκῶν ὅσο καὶ τῶν προσωπικῶν ἐλευθεριῶν, ἀναζητώντας τὴν ἀκηδεμόνευτη σκέψη καὶ ἔκφραση ποὺ συνήθως τὶς συνοδεύουν. Ἔτσι ἀναζήτησε καὶ πρόβαλε ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ παράδειγμα φωνὲς έλευθεριακῶν συνειδήσεων ὅπως τοῦ Περικλῆ Κοροβέση, τοῦ Τζίμη Πανούση, τοῦ Τέο Ρόμβου, ἐνῶ, μὲ τὴν βοήθεια ἐξαιρετικῶν μεταφραστῶν καὶ ἐπιμελητῶν, συγκρότησε, ἀπὸ τὴν διεθνῆ παραγωγή, ἀφιερώματα μὲ θέμα τὴν Ἀναρχικὴ Λογοτεχνία καὶ τὸ κοινωνικὸ Κουβανικὸ Διήγημα.
Ἀπὸ τὶς φωνὲς αὐτὲς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείπει καὶ ἐκείνη τοῦ Ζήση Σαρίκα. Ὁλοκληρώντας τὸν κύριο διαδικτυακὸ ἱστολογικό τους κύκλο, οἱ Ἱστορίες Μπονζάϊ νιώθουν ἰδιαίτερη χαρὰ καὶ τιμὴ νὰ τὴν παρουσιάσουν στοὺς φίλους ἀναγνῶστες τους μὲ μιὰ ἐκτενῆ ἀνθολογία ἀπὸ τὸ ἔργο του!
Νέα Σμύρνη, 22.12.2025
*Σχετικός σύνδεσμος: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2026/01/01/giannis-patilis-gia-ton-zisi-sarika/
ΜΕ ΜΑΝΙΑ ΟΠΩΣ γλύφαμε το φύλο ο ένας του άλλου
το σβήναμε με μάτια σάλιο και μικρές συμφάσεις
έπειτα: δυο ξεχαρβαλωμένες γαλότσες μέσα στη βροχή
από βλέμματα σκορπιών κι ένα φάντη μπαστούνι–
τρέξαμε σχεδόν έμβρυα άμορφα να παίζουμε κρυφτό
κι όλα τα παιχνίδια που θα μας έκρυβαν από τον άλλον
σε δρόμους που δεν έγραψε κανείς την αρχή τους
και το τέλος θα ανατραφεί από το παρελθόν
*
ΕΙΣΑΙ Η ΑΛΛΗ ΓΥΝΑΙΚΑ, Ελοΐζ η φορεμένη στον καθρέφτη
ένα σπασμένο βότσαλο στην άκρη του βλεφάρου
Φοράς τη σκοτεινή ύλη των μητέρων και
στα δάχτυλα έχεις φωνές πνιγμένων γατιών
Σκοτεινή γυναίκα μητέρα φορεμένη στο γυαλί
Σ’ αγαπώ.
Θα σε κάνω ύλη από αλμύρα και νερό
Σάρκα από ηλίανθο και φλέμα.
Κι έπειτα
οι γιοι θα κληθούν των ανθρώπων να πιουν κόκκινο
από τα μάτια σου.
Σαρκοβόρα μάτια. Μάτια αλόγου και χταποδιού.
Μάτια μέδουσας στις σκοτεινές του ωκεανού σπηλιές.
Μήδεια.
Κανείς δε θα καταλάβει τίποτα.
Κα νείς δε θα κα τα λά βει τί πο τα.
Η Μήδεια αγαπούσε τα παιδιά της.
Η Μήδεια είναι εγώ. Η χοντρή γυναίκα.
Η έχθρισσα της σελήνης.
Φορώ τα παιδιά μου σε νερένιες πτυχές του χιτώνα μου.
Τους νεκρούς μου άντρες σέρνω
ψάρια έξω από τον πάγο.
Η βασιλεύουσα του πρωινού γυναίκα.
Ένα βυθισμένο “κάποτε”
στο λαιμό νεαρού πουλαριού με δέρμα Φοινίκη
κι οξύ από φίδι στο σάλιο.
Δάχτυλα από φύκια και νύχια από θάλασσα κι έβενο.
Στέρξη από απουσία και δέκα σκοτεινές
σπηλιές από θάνατο στην καρδιά.
Τραγούδι και σκιά του Ευρώτα.
*Από τη συλλογή “Solidago”, έκδοση καλλιτεχνικό σωματείο έβδομο βήμα, Αθήνα 2018.
soaring over the city
Στον Λεωνίδα Καζάση
Ο δρόμος που άνοιξες
Ανήμπορος λένε και με αποκαλούν σε σχηματισμούς.
Δεν βλέπω την ώρα να ξιφουλκώ το πλήθος.
Αναρωτιέμαι σε κάθε βηματισμό και κλυδωνίζομαι.
Αντάρα με και χωρίς τον ουρανό να ρίχνει αστραπές.
Οι μέρες ένα τρεχαντήρι που γλιστρά στην ξέρα,
Όμως τον μύθο θα κρατήσω όρθιο όπως του πρέπει.
Κι εγώ εσένα ξεχωρίζω, πρώτο ναυαγό, να ατενίζω το βλέμμα του.
Και περπατώ στα λόγια σου επάνω και ανακαλώ τα πρώτα και τα ύστερα.
Μια, μονάχη εγώ, μέχρι τη μέρα που θα δύσει για μένα ο ήλιος.
Και λέω πως ανοίγεις δρόμο — ποιον δρόμο;
Μα ένας είναι ο δρόμος.
28/11/25, Αθήνα
*
Σιωπηλή Σφραγίδα
Νομίζω πως πεθαίνω
Πεθαίνω σιγά, χαμογελαστά.
Οι ώρες μακριά σου βαραίνουν.
Νιώθω την ανημπόρια να εξαπλώνεται,
πρώτα στην ψυχή
κι ύστερα
να αφανίζει ένα-ένα τα μέλη μου.
Φόρεσα μια στολή πολεμιστή
κι από κάτω
έκρυψα τη γυμνή κοιλιά μου.
Βγήκα στον δρόμο να κλάψω,
να μη μ’ ακούσουν.
Τραγούδησα, κιόλας, ένα τραγούδι
μόνο για σένα.
Σιγά σιγά κυλάς σαν ένα ποτάμι,
σαν πάγος που λιώνει
και γίνεται νερό,
κι εγώ στο προσφέρω.
Με διάλεξες
για να αποχαιρετήσω τον κόσμο
με τον άνδρα
που λάτρεψα στα όνειρά μου.
Τώρα είναι μπροστά μου.
Πρώτα θα γονατίσω
στο στήθος του επάνω
κι ύστερα
θα λατρέψω τα σπλάχνα του.
Είμαι αδύναμη
σαν ένα σπουργίτι το καταχείμωνο,
κι όμως η δύναμη ξεχειλίζει
από τα χείλη μου,
από τις ρόγες του στήθους μου,
από τη μήτρα
που με καλεί
όχι σαν μήτρα
μα σαν θάλασσα
που κράζει τα ζωντανά της.
Έτσι με σπρώχνει να πάω.
«Πού;» τη ρωτώ.
Η μέρα κάνει τον κύκλο της.
Πέφτει ο ήλιος.
Κι εγώ
φορώ τη στολή του πολεμιστή.
10/1/26
*
Το Μελανοδοχείο
Θυμάμαι τις συμβουλές του Βίκτωρα Ουγκώ
σε ένα νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι,
καθώς τους κοίταζε να αφομοιώνονται
όπως το φίδι την τροφή του,
ο ένας μέσα στον άλλον.
Σε ένα σκοτεινό δωμάτιο,
με τις οσμές των κορμιών τους.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ, με τα άσπρα μαλλιά,
ήξερε — αλλά τι να τους πει;
Να βγουν στον ήλιο.
Να κλαδέψουν τα δέντρα.
Να φάνε τα φρούτα της εποχής
με τα χέρια πασαλειμμένα από αγάπη.
Δεν τους είπε τίποτα.
Μόνο απομακρύνθηκε,
θλιμμένος, ευχόμενος
να επιζήσουν.
Ο έρωτας που εκείνος γνώρισε
είχε τα ίδια σημάδια της αυτοκαταστροφής.
«Ας είναι ευλογημένα τα παιδιά»,
είπε μέσα του,
και πήγε να γράψει ξανά,
ακουμπώντας το μελανοδοχείο
και την πένα
με ευλάβεια.
Κι όμως, τους ζήλεψε.
Ποτέ πια δεν θα νιώσει αυτή τη φλόγα.
Ύστερα άφησε την πένα
και πήρε ένα άσπρο, άγραφο χαρτί.
Και εκεί,
σαν μια τελετή,
άδειασε το μελανοδοχείο.
Τα χέρια του μελανώθηκαν λίγο.
Θυμήθηκε πως κάποτε
είχαν μουτζουρωθεί
από το αίμα της αγαπημένης του,
καθώς του έδειχνε
το αίμα από τον κόλπο της
και χαμογελούσαν και οι δύο.
12/1/26
*
Έχω αφιερώσει ποιήματά μου σε ποιητές που έχουν υπάρξει αλλά και σε σύγχρονους ποιητές. Αναφέρω μόνο μερικά ονόματα.
Μιχάλης Κατσαρός, Λευτέρης Πούλιος, Δημήτρης Λεοντζάκος, Σταμάτης Πολενάκης, Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα, Γιάννης Αντιόχου, Αλέξανδρος Αραμπατζής, Θεόδωρος Μπασιάκος, Βασίλης Λαλιώτης, Γιώργος Χρονάς, Άκης Παρώδης, Λεωνίδας Καζάσης. Έτσι γεννήθηκε η σκέψη να γράψω ένα δοκίμιο για την ποίηση που αφιερώνεται. Τι είδος είναι και τι ιδιότητες κατά την γνώμη μου έχει. Το δοκίμιο γράφεται.
Απόσπασμα δοκιμίου: Μαρία Κασσιανή Πανούτσου για την αφιερωμένη ποίηση
Τα αφιερωμένα γραπτά φέρουν αυξημένη ευθύνη και ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ευθύνη αφορά πρωτίστως τον ίδιο τον λόγο: τη στιγμή που ένα κείμενο αφιερώνεται, παύει να είναι αυστηρά αυτοαναφορικό. Το «εγώ» του γράφοντος δεν δικαιούται πια να κυριαρχεί, αλλά καλείται να μετακινηθεί, ώστε ο λόγος να παραμείνει χώρος φιλοξενίας και όχι ιδιοποίησης του άλλου.
Παράλληλα, η αφιέρωση εισάγει μια απαιτητική σχέση με τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης δεν προσκαλείται να παρακολουθήσει μια ιδιωτική χειρονομία, αλλά να αναγνωρίσει την παρουσία ενός τρίτου προσώπου μέσα στο κείμενο. Όχι ως όνομα ή αναφορά, αλλά ως ίχνος ύφους, στάσης και ηθικού βάρους. Όταν αυτό το πρόσωπο δεν καθίσταται αναγνωρίσιμο, η αφιέρωση καταρρέει και ο λόγος επιστρέφει αυτάρεσκα στον γράφοντα.
Έτσι, η αφιέρωση λειτουργεί ως δοκιμασία ωριμότητας: περιορίζει το «εγώ», απαιτεί ακρίβεια από τον λόγο και ζητά δικαιοσύνη απέναντι σε εκείνον που απουσιάζει αλλά υπονοείται. Η αφιέρωση δηλαδή αυξάνει το βάρος του λόγου, επειδή περιορίζει την αυθαιρεσία του γράφοντος και από το σημείο αυτό και μετά ξεκινά το ενδιαφέρον και η ιδιαιτερότητα της αφιερωμένης ποίησης.
13/1/26
Le Mont Grammos
Le mont Grammos est un peu rude
Mais les hommes l’adoucissent
Les barbes nous les tuons
Nous abrégeons notre nuit
Plus bêtes que poudre à canon
Nos ennemis nous ignorent
Ils ne savent rien de l’homme
Ni de son pouvoir insigne
Όρος Γράμμος
Το όρος Γράμμος είναι λίγο τραχύ
Αλλά οι άντρες το απαλύνουν
Τα γένια τα σκοτώνουμε
Συντομεύουμε τη νύχτα μας
Πιο ανόητοι κι από την πυρίτιδα
Οι εχθροί μας αγνοούν
Δεν ξέρουν τίποτα για τον άνθρωπο
Ούτε για τη εμβληματική δύναμή του
*
Dans la montagne vierge
Les herbes et les fleurs, ne m’abandonne pas,
Leur odeur suit le vent
Les chevreaux jouent de leur jeunesse,
Un aigle fait le point dans le ciel sans secrets.
Le soleil est vivant, ses pieds sont sur la terre,
Ses couleurs font les joues rougissantes d’amour,
Et la lumière humaine se dilate d’aise.
L’homme en grandeur au cœur d’un monde impérissable
Inscrit son ombre au ciel et son feu sur la terre.
Στο παρθένο βουνό
Τα βότανα και τα λουλούδια,δεν με εγκαταλείπουν,
Η μυρωδιά τους ακολουθεί τον άνεμο
Τα παιδιά παίζουν με τα νιάτα τους,
Ένας αετός κάνει απολογισμό στον ουρανό χωρίς μυστικά.
Ο ήλιος είναι ζωντανός, τα πόδια του είναι στη γη,
Τα χρώματά του κοκκινίζουν τα μάγουλα σαν ντροπαλά από αγάπη,
Και το ανθρώπινο φως διαστέλλεται με ευκολία.
Ο άνθρωπος με μεγαλείο στην καρδιά ενός άφθαρτου κόσμου
Εγγράφει τη σκιά του στον ουρανό και τη φωτιά του στη γη
*
Des yeux qui ont vraiment trop souffert de voir
Plus beau visage ne peut pas se plaindre
Plus violemment des horreurs de la guerre
Plus beaux yeux noirs ne peuvent se couvrir
Plus doucement d’un voile mortuaire
Et tout vivants le chagrin les enterre.
*
Μάτια που έχουν πραγματικά υποφέρει πάρα πολύ για να δουν
Το πιο όμορφο πρόσωπο δεν μπορεί να παραπονεθεί
Πιο βίαια από τη φρίκη του πολέμου
Τα πιο όμορφα μαύρα μάτια δεν μπορούν να καλυφθούν
Πιο απαλά από ένα νεκρικό πέπλο
Κι ολοζώντανους, η λύπη τους θάβει.
*Σχετικός σύνδεσμος: https://materialisme-dialectique.com/paul-eluard-en-grece-libre/ Μετάφραση: Α.Β.