Ανδρέας Εμπειρίκος, Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες

Μνημόσυνον σε μαύρο μείζον
με βαθυπράσινους κισσούς
για έναν άνθρωπο που εις την Πρέβεζαν εχάθη.

Όσοι καμιά φορά από την Πρέβεζα περνάτε και στην υγρή κουφόβρασι στα καφενεία κάθεσθε να πιήτε έναν καφέ, ή ένα γλυκό του κουταλιού να φάτε, βαπόρι περιμένοντας ή κάποιο λεωφορείο, ακούοντας βοήν φωνών και συζητήσεων, ήχους ζαριών και επικλήσεις αυτών που σκύβουν επάνω από τα τάβλια, την μοίρα μάταια προσπαθώντας με τέχνη να παραμερίσουν, τα πούλια ζωηρά χτυπώντας, φιλώντας στις χούφτες των τα ζάρια, κουνώντας τα με δύναμιν και τέλος φωνάζοντας, καθώς τα ρίχνουν με ζέσιν ελπιζόντων: «Ντόρτια!… Δυάρες!… Εξάρες!…» όσοι, λέγω, σε αυτά τα καφενεία κάθεσθε, στη ζέστη του καλοκαιριού, την ώρα που φέρνετε στα χείλη σας το δροσερό ποτήρι, ή, μέσα στο ψύχος του χειμώνα τον αχνιστόν καφέ, προσμένοντας κάποιαν υπουργικήν απόφασιν, μετάθεσιν, ή κάποιο κέλευσμα ανεξιχνίαστον της Μοίρας, όσοι στα καφενεία της Πρεβέζης κάθεσθε, προσμένοντας τις οίδε τι – μην τον ξεχνάτε. Σε όλους τους τέτοιους καφενέδες – Πρεβέζης, Αθήνας, Πατρών – πάντα η ψυχή του πλανάται, όπως και εις τα στυγνά γραφεία τόσων νομαρχιών και υπουργείων, όπου ο ποιητής σε όλον του τον βίον, τις μέρες του εν μέσω τρομεράς ανίας μετρούσε σαν κομπολόϊ βαρετό, αυτός που έσφυζε εν τούτοις – ω, ειρωνεία – από θεσπέσια οράματα, για πράγματα που ο κόσμος ο πολύς, ο κόσμος ο κοντόφθαλμος ή και ο χυδαίος, χίμαιρες ή ουτοπίες τα ονομάζει. Διότι, αναμφιβόλως, ο ποιητής αυτός επάλλετο από τοιαύτα οράματα και αν έλεγε ο ίδιος ότι ιδανικά δεν είχε – είχε, μα από σεμνότητα ή απαλότητα ψυχής ή φοβον, ντρεπόταν να τα περιγράψη, ντρεπόταν να τα πη ή να τα ονομάση, αφού ήσαν όλα εδεμικά και πίστευε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε, παρά μονάχα στα οράματά του τ’ απόκρυφα να τα εκφράση, να τα φθάση, ωσάν να ήτο κατηραμένος, κολασμένος ο νέος αυτός, ο τόσον (έξω απ’ την πράξιν την στερνήν και ίσως μέσα σε αυτήν) ο τόσον πολύ εν τη ουσία ευλογημένος.

Ω, ναι, πάντα σε τέτοια μέρη – Κρανίου τόπος, Γολγοθάς, ή χώρες της Στυγός – πάντα η ψυχή του θα πλανάται. Και θα πλανάται πάντα σαν του αδικοσκοτωμένου την ψυχή, που την δικαίωση ζητεί, σε όλα αυτά τα μέρη, καθώς και στα γραφεία εκείνα, όπου ο ποιητής αυτός, πίσω από σωρούς εγγράφων δημοσίου (βουνά υψηλά του χαρτοβασιλείου) και εμπρός στην ειδεχθή του κόσμου υποκρισίαν, νυχθημερόν ο ποιητής διαβιών, παρά την σκωπτικήν που κάποτε τον έπιανε μανίαν, με οίστρον σεραφεικόν και εξαίσιον τους ουρανούς της απολύτου αθωότητος ωραματίζετο. Και ίσως να έβλεπε εκ νέου ο ποιητής τα όνειρα των παιδικών του χρόνων, εις μίαν υπέρτατην προσδοκίαν νοσταλγών την άλλην εκείνην Εδέμ, την της ενδομητρίου ζωής, που εγνώρισε εις την κοιλίαν της μητρός του, πριν γεννηθή, πριν να κοπή ο ομφάλιος λώρος, επιθυμών, ίσως, να βρη εκ νέου τας ηδονάς των μη ορατών πλασμάτων, των αγεννήτων την ευδαιμονίαν επιζητών, την ύπαρξιν εν τη ανυπαρξία, που την ωνόμαζε ο ποιητής «μηδέν» (ίσως, εννοών την ένωσίν του με το Παν, ίσως ποθών μίαν αρραγή υπερατομικήν αθανασίαν) επιδιώκων την επιστροφήν του εις την καθολικήν, την αδιαφοροποίητον ύπαρξιν εκ της οποίας προήλθε, αναζητών τον όλβον των μακάρων στην χλωρασιά της μάνας γης, ένθα πάσα οδύνη απέδρα.

Μη πήτε λοιπόν ποτέ, ότι ο ποιητής αυτός δεν είχε ιδανικά, και την ύστατην πράξιν του δειλίαν μη την πήτε, μα πάντοτε να ενθυμήσθε, ιδίως όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες και βλέπετε κάποιον κατάκοπον εις την σκιάν των να κοιμάται, πάντα να ενθυμήσθε ότι αυτό που λέγεται Ειμαρμένη από δρόμους πολλούς μας έρχεται και προς σημεία απροσδόκητα συχνά πηγαίνει. Και να ενθυμήσθε πάντα τις πιστολιές εκείνες (τον Μαγιακόβσκη να ενθυμείσθε, τον Τρακλ, Εσσένιν και Κρεβέλ), τις πιστολιές εκείνες, που τις καρδιές τρυπούν και τις φωνές σωπαίνουν, πάντα να τις ενθυμήσθε, ό,τι και αν λεν, ό,τι και αν γράφουν οι εφημερίδες που τόσα και τόσα λεν – ως παραδείγματος χάριν: «Υπό συνθήκας αυτόχρημα δραματικάς, ο Κ.Κ. δημόσιος υπάλληλος εξ Αθηνών, μετατεθείς εις Πρέβεζαν εσχάτως, έθεσε τέρμα εις την ζωήν του… Στο Λύκειο των Ελληνίδων εδόθη χθες μέγας χορός∙ αι νεανίδες του Λυκείου, φέρουσαι εθνικάς ενδυμασίας, εξετέλεσαν Ελληνικούς χορούς∙ το φόρεμα της κυρίας Μ… από οργκαντί με ντεκολτέ πολύ μεγάλο ήτο απεριγράπτου ωραιότητος… Ο πρόεδρος της κυβερνήσεως εδέχθη χθες τον πρεσβευτήν της Ιαπωνίας… Οι φορτοεκφορτωταί της Ερμουπόλεως απήργησαν… Ευρέθη νέον φάρμακον κατά της σπειροχαίτης… Εις οίκον κακόφημον του Πειραιώς, ο εκδορεύς Ιωάννης Ν… κατέσφαξε την ιερόδουλον Αναστασίαν Χ… μητέρα τριών τέκνων».

Μη πήτε, λοιπόν, ποτέ, ότι ο νέος αυτός δεν είχε ιδανικά, διότι έσκυψε πολύ στο χείλος των αβύσσων (όπως αυτοί που κυνηγούν στα αλπικά βουνά, στην άκρη-άκρη των κρημνών τα εντελβάϊς), ακούων με φρίκην από υψηλά τους στόνους και τας οιμωγάς της Οικουμένης, ενώ, μεσ’ στην ψυχή του αντηχούσαν ίσως νεροσυρμαί κρυστάλλινοι και ήχοι θεσπέσιοι των Παραδείσων. Λόγια μη πήτε που να ισοδυναμούν με ψόγον ή με καταδίκην, δια τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη, διότι η Πρέβεζα, όπου και αν βρίσκεσθε, πάντα κοντά σας θάναι. Και πάντα θα σας φοβερίζη, με καταχνιές, κουφόβρασι, με σπίτια που καταρρέουν, με τοίχους λεπρούς, με σκύλους ισχνούς και ψωραλέους, με ανθρώπους και κώνωπας ανωφελείς, με ελονοσίαν, με φυματίωσιν, με αιμοπτύσεις και φρικτήν αβάσταχτην ανίαν, με κάτι σαν πτώσιν λαιμητόμου σε νεκρικήν σιγήν, με κάτι σαν να εκσπερματίζης δίχως να έχης οργασμόν, με κάτι σαν περμαγκανάτ ή στύψι στον αέρα, με κάτι σαν άγονες γραμμές και αναμονές, με φράσεις ως οι ακόλουθες: «Ο κύριος Νομάρχης έρχεται… Δεν έρχεται… Ο κύριος Νομάρχης με το λαντώ του καταφθάνει!…» και με βαθειά, βαρειά μελαγχολία, καρδιοσπαράχτρα θλίψι, που φθάνει ως τους ουρανούς, πενθίμου καπνού τολύπη, πότε αργά, πότε γοργά, σαν σιγανού ή γρήγορου θανάτου λύπη, την ώρα που της καρδιάς, εν ακαρεί, ή με ανεπαισθήτως φθίνοντα βραδύ ρυθμό, σβήνουν για πάντα οι κτύποι.

Μη πήτε λοιπόν ποτέ λόγον κακόν δια τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη. Ήτο σπουδαίος ποιητής, που από τρίχα μόλις θα έψαλλε τους οργασμούς της γης και όλους τους έρωτας των άστρων, αν Μοίρα σκληρή δεν έστεφε το μέτωπόν του με βαθυπράσινον κισσόν που εκόπη από τάφους, μα που και έτσι είναι κισσός, φυτό σπαρμένο απ’ τους θεούς, όπως και η δάφνη. Μην τον ξεχνάτε λοιπόν τον νέον αυτόν, το κάθετον τούτο λάβαρον της θλίψεως και του θανάτου, τον νέον αυτόν που εις τας ακτάς τους Αμβρακικού απέπτη, τον άσπρον άγγελον με τα κατάμαυρα πτερά μην τον ξεχνάτε, και, ακόμη, να τον αγαπάτε. Ήτο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής. Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις – είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης.

Αθήνα, 9.12.1964

*Από το βιβλίο “Οκτάνα”, 1980]

**Σχετικός σύνδεσμος: https://ohthatbookblog.wordpress.com/2018/09/02/5-poihmata-andreas-empeirikos/

Ανέστης Ευαγγέλου, Τρία ποιήματα

ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΡΝΙΕΜΑΙ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ

I
Δεν την αρνιέμαι την οδύνη, δε φυγομαχώ
θα μπορούσα ν’ αντέξω τον μεγαλύτερο πόνο, όμως κάπως,
να βρεθεί κάπως ένας τρόπος να εξανθρωπίσω τον πόνο μου,
να μη με κυνηγούν φαντάσματα. Όλα θα μπορούσα
να τα υποστώ τ’ ανθρώπινα μαρτύρια, όλα για να μπορέσω
πλήρης, επιτέλους, να πορευτώ, να υπάρξω
θέλω να πω, να διανύσω συμπαγής
την περιοχή που μου δόθηκε.

*

ΚΑΘΩΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΠΡΟΧΩΡΕΙΣ

Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς και βλέπεις
μέρα τη μέρα να πληθαίνουνε τα ερείπια,
να πέφτουν ένα ένα τ’ αγκωνάρια
που απάνω τους είχες χτίσει τη ζωή σου,
καταλαβαίνεις ολοένα πιο πολύ, διδάσκεσαι,
πως μόνο εσύ τον ορίζεις το χώρο σου:
είναι δικά σου τούτα τα ερείπια κι είσ’ εσύ
που πρέπει να σηκωθείς, να πάρεις
νερό και λάσπη, με τα ίδια
υλικά να ξαναχτίσεις τους τοίχους σου.
Τώρα που βλέπεις καθαρά, που ξέρεις επιτέλους
πως από πουθενά βοήθεια δεν μπορείς να περιμένεις.

*
 
ΜΗΝ ΑΠΟΡΕΙΣ, ΜΗΤΕΡΑ

Μην απορείς, μητέρα, μην τρομάζεις
τούτα τα ποιήματα διαβάζοντας. Θα τα βρίσκεις, βέβαια,
λίγο στενάχωρα, σάμπως να θέλουν
από τις λέξεις μέσα να βγουν. Ίσως, ακόμα,
το γιο σου μέσα τους να μην αναγνωρίζεις. Κι όμως
δικά του είναι, μητέρα· αυτόν εικονίζουν.
Πάσχουν κι αυτά όπως κι αυτός από ασφυξία,
χάνονται μέσα τους, γυρίζουν, επιστρέφουν,
πάσχουν να βγουν από τις λέξεις όπως κι εκείνος
πάσχει να βγει από το πετσί του μέσα.
Μην απορείς, μητέρα, μην τρομάζεις· προ παντός
μη σε κυριέψει απελπισία· κάτι στηρίζει
το γιο σου, που εσύ δε βλέπεις:
μέσα του, από τα πόδια ως την κορφή, είναι μια κολόνα
που τον στυλώνει, τον κρατά μ’ όρθιο το κεφάλι,
που τον ψυχώνει, βήμα με βήμα, αγκώνα με αγκώνα,
μέσ’ απ’ ερείπια ν’ ανοίγει δρόμο και να προχωράει.

*Από τη συλλογή “Περιγραφή εξώσεως” (1960).

Μια κληρονομιά που προκαλεί και εμπνέει: αποχαιρετισμός στον Lionel Fogarty, ποιητή και ακτιβιστή

Το 2014, ο συγγραφέας και ακτιβιστής της φυλής Yugambeh, Lionel Fogarty (1957-2026), χαρακτηρίστηκε από τον ποιητή και μελετητή John Kinsella, ως «ο σημαντικότερος εν ζωή Αυστραλός ποιητής». Πιο πρόσφατα, η μυθιστοριογράφος της φυλής Waanyi, Alexis Wright, τον περιέγραψε ως τον «εθνικό ποιητή» της λογοτεχνίας των Αβορίγινων.

Με τον θάνατό του την περασμένη εβδομάδα, ένας από τους πιο αναγνωρισμένους ποιητές της γενιάς του αφήνει πίσω του μια κληρονομιά που θα εμπνεύσει τις μελλοντικές γενιές να αμφισβητήσουν την αδικία στους θεσμούς της εκπαίδευσης, της λογοτεχνίας, της διακυβέρνησης, της αστυνόμευσης και της υγείας.

Ο Fogarty δημοσίευσε 16 ποιητικές συλλογές, από το «Kargun» (1980) έως το «Harvest Lingo» (2022), και συμπεριλήφθηκε σε αμέτρητες ανθολογίες αβοριγινικής γραφής, αυστραλιανής λογοτεχνίας και ποίησης.

Οργάνωσε εργαστήρια δημιουργικής γραφής σε απομακρυσμένες αυστραλιανές κοινότητες, σε φυλακισμένους και σε διεθνή πανεπιστήμια. Παρουσίασε επίσης ατομικές εκθέσεις με ζωγραφισμένα ποιήματά του, συμπεριλαμβανομένης της περσινής (2025) έκθεσης Burraloupoo στη Γκαλερί Darren Knight του Σίδνεϊ.

Η ενεργητικότητά του παρέμεινε αστείρευτη μέχρι το τέλος. Προς το τέλος της ζωής του ζωγράφιζε ποιήματα και έγραφε ένα νέο έργο καθημερινά. Μόλις λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του, συνέθετε νέα ποιήματα μαζί με στενούς φίλους και επιμελούνταν το χειρόγραφο της επερχόμενης συλλογής του Warrior with a Fighting Stick.

Σε όλη του τη ζωή, ο Fogarty εργάστηκε ακούραστα σε πολιτικές εκστρατείες για τα δικαιώματα των Αβορίγινων, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούσε με συνέπεια προκλητική και σύνθετη ποίηση.

Σήμερα θεωρείται μία από τις πραγματικά μοναδικές φωνές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα πρώτα χρόνια της πορείας του, όταν η κριτική προσέγγιζε το έργο του κυρίως από μια εξωτερική οπτική, απλοποιώντας τις ποικίλες και πολύπλοκες χρήσεις της ποιητικής γλώσσας του.

Ο Fogarty μετασχημάτισε τη συμβατική αγγλική γραμματική, έκφραση και ορθογραφία σε μια προσπάθεια αποαποικιοποίησης αυτού που θεωρούσε ένα διαλυμένο αποικιακό σύστημα επικοινωνίας.

Τα ποιήματά του προσκαλούν σε δημιουργική ερμηνεία, ενώ θεμελιώνονται στην αντίληψη ότι η τέχνη αποτελεί μέσο επικοινωνίας και κατανόησης. Σε συνέντευξή του το 2011 στον Αυστραλό ποιητή Michael Brennan, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Η ποίηση είναι χρήσιμη μόνο αν αλλάζει τον καταραμένο νόμο!»

Συζητήσεις σαν ποτάμια

Πρόσφατα, ο Fogarty τιμήθηκε με το περίβλεπτο Βραβείο Red Ochre για τη συνολική προσφορά του στην καλλιτεχνική αριστεία.

Η τελευταία συλλογή του «Harvest Lingo» κέρδισε το Βραβείο Ποίησης Judith Wright Calanthe (Βραβεία Λογοτεχνίας Κουίνσλαντ) και ήταν υποψήφιο για τα περισσότερα σημαντικά ποιητικά βραβεία του 2023. Τα φυσικά βραβεία δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία για εκείνον· κατά τη διάρκεια μιας πρόσφατης επίσκεψης στο σπίτι του, αρκετά χρησιμοποιούνταν ως βάσεις για μπουκάλια μπογιάς. Ωστόσο, οι διακρίσεις αυτές ήταν σημαντικές για τη συνέχιση του ακτιβισμού του.

Το 1974, υπό τη διεφθαρμένη πολιτειακή κυβέρνηση Bjelke-Petersen (του Κουίνσλαντ), ο Fogarty (τότε 16 ετών), μαζί με τους Denis Walker και John Garcia, συνελήφθησαν και κατηγορήθηκαν για διάφορα αδικήματα, μεταξύ των οποίων εκφοβισμός και απόπειρα εκβίασης, αφού ζήτησαν χρηματοδότηση από το Πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ για την ίδρυση κοινοτικού σχολείου στο Palm Island. Μετά από εθνική εκστρατεία υποστήριξης, οι «Τρεις του Μπρίσμπαν» αθωώθηκαν πλήρως και όλες οι κατηγορίες αποσύρθηκαν.

Ο Fogarty αφηγήθηκε πρόσφατα ότι, μετά την αποφυλάκισή του, έμαθε να διαβάζει κριτικά ενώ κρυβόταν μαζί με πρωτοπόρους του αυστραλιανού κινήματος των Μαύρων Πανθήρων.

Ο ακτιβισμός που καθόρισε τη ζωή του βασιζόταν στις σχέσεις του με την κοινότητα. Ανάμεσα στις λογοτεχνικές του επιρροές συγκαταλέγονταν οι επιστολογράφοι και οι αφηγητές του Cherbourg Aboriginal Reserve, όπου γεννήθηκε το 1957.

Ακόμη και στη φετινή (2026) Ημέρα Πένθους (Day of Mourning protest) στο Μπρίσμπαν, μεταφέρθηκε με αναπηρικό αμαξίδιο από το νοσοκομείο για να μιλήσει στη συγκέντρωση. Διάβασε πολλά ποιήματα μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους, μεταξύ αυτών και το ανέκδοτο τότε «Promotional Palestinian Justices».

Ο Fogarty υποστήριξε εκστρατείες για τη δημιουργία πολλών κοινοτικών οργανώσεων, μεταξύ αυτών την Υπηρεσία Νομικής Υποστήριξης Αβορίγινων (Aboriginal Legal Service), την Υπηρεσία Στέγασης Αβορίγινων (Aboriginal Housing Service), το Μαύρο Κοινοτικό Σχολείο (Black Community School) και δύο Κέντρα Μαύρων Πόρων (Black Resources Centres), μαζί με την ακτιβίστρια και παιδαγωγό Cheryl Buchanan, μητέρα έξι από τα παιδιά του και εκδότρια πέντε ποιητικών συλλογών του.

Αν και το έργο του ήταν τεράστιο σε όγκο, ίσως η μεγαλύτερη τέχνη του να ήταν η συζήτηση. Μια συνομιλία μαζί του έμοιαζε με τα ποτάμια της αγαπημένης του χώρας των Yugambeh. Κανείς μπορούσε εύκολα να παρασυρθεί από τη ροή του λόγου του, συλλογιζόμενος ένα νόημα ή μια συγκεκριμένη φράση. Λέξεις, ονόματα, προτάσεις και ιστορίες κυλούσαν αβίαστα.

Σε κάθε στροφή αυτού του ποταμού, ο Fogarty βεβαιωνόταν ότι το νόημα είχε μεταδοθεί και κατανοηθεί όπως το εννοούσε. Η εμπειρία αυτή ίσως έμοιαζε με τις παιδικές του αναμνήσεις από τις φωτιές του καταυλισμού στο Cherbourg, όπου άκουγε ιστορίες από ανθρώπους εκατοντάδων γλωσσικών ομάδων που ζούσαν εκεί «υπό τον νόμο» – μια φράση που αναφερόταν στις εξουσίες της τότε κυβέρνησης πάνω στις ζωές των Αβορίγινων στους καταυλισμούς (reserves).

Ο συγγραφέας και ακαδημαϊκός Philip Morrissey, έχει πει ότι ο καπνός που στροβιλιζόταν, με τις «αλυσίδες συνειρμών» του, ενέπνευσε το ποίημα του Fogarty Remember Something Like This:

Πριν από πολύ καιρό μια καφετιά ιστορία προσγειώθηκε
καθώς ένα αγόρι κοίταζε ψηλά στους τοίχους της αίθουσας
και το νερό κυλούσε στα μάτια του.

(Long ago a brown alighted story was told
as a boy looked up on the hall walls
water flowed to his eyes)

Ο ακτιβισμός και η τέχνη του Fogarty αντανακλούσαν μια παγκόσμια αντίληψη της αυτόχθονης αλληλεγγύης. Το 1976 μίλησε στο Διεθνές Συμβούλιο Συνθηκών Αυτόχθονων Λαών (International Indigenous Treaty Council), στα εδάφη των Yanktonai Dakota στις ΗΠΑ, για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των Αβορίγινων της Αυστραλίας. Εκεί γνώρισε τον ακτιβιστή των Oglala Lakota, Russell Means, τον πνευματικό ηγέτη Leonard Crow Dog και τον Αμερικανό καλλιτέχνη και ποιητή Jimmie Durham.

«Φωνάζοντας στους ανέμους»

Ένα από τα πιο καθοριστικά γεγονότα της ζωής του ήταν ο θάνατος του αδελφού του, Daniel Yock, υπό αστυνομική κράτηση στο Μπρίσμπαν το 1993. Ο Yock, ιδρυτής της χορευτικής ομάδας Wakka Wakka (Wakka Wakka Dance Company), στοχοποιήθηκε φυλετικά από την αστυνομία, χαρακτηρίστηκε ταραχοποιός και κατηγορήθηκε ότι απείλησε αστυνομικούς. Συνελήφθη βίαια, σύρθηκε αναίσθητος στο αστυνομικό όχημα και πέθανε λίγες ώρες αργότερα.

Η τραγωδία αυτή και οι συνέπειές της για τις αβοριγινικές κοινότητες του Κουίνσλαντ οδήγησαν σε μαζικές διαμαρτυρίες για την απονομή δικαιοσύνης. Ο Fogarty αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής του στο να μιλά ενάντια στους θανάτους Αβορίγινων υπό κράτηση.

Μετά το γεγονός αυτό έγραψε μερικά από τα σημαντικότερα ποιήματά του. Δύο βαθιά πολιτικά ποιήματα πένθους και οργής περιλαμβάνονται στη γνωστότερη συλλογή του, «New and Selected Poems: Munaldjali, Mutuerjaraera» (1995).

Ωστόσο, χρειάστηκαν αρκετά χρόνια μέχρι να εκδώσει νέο ποιητικό έργο, με τη συλλογή «Minyung Woolah Binnung» το 2004. Η συλλογή αυτή συνδύαζε ποίηση και εικονογράφηση, κάτι πρωτόγνωρο για τον Fogarty. Με την πρακτική αυτή πρωτοπαρουσιάστηκαν τα εντυπωσιακά ζωγραφισμένα ποιήματα που παρουσιάστηκαν αργότερα στην έκθεση Burraloupoo.

Μέσα από την ποίησή του, ο Fogarty έθεσε ζητήματα γύρω από τον δικό του θάνατο, συνδέοντάς τα συχνά με τον δυσανάλογα μεγάλο αριθμό θανάτων Αβορίγινων υπό κράτηση. Ήδη από την πρώτη του συλλογή είχε γράψει για τον δικό του θάνατο στο ποίημα «15th June 1978».

The pains comes and goes
Me eyes are blending
Me ear hear nothing
My mind can’t keep up
To me writings.
[…] I am dead singing death
Living in this moment
One thing I know doesn’t want to have a white death

Σε αυτό ζητούσε από τους ομοτέχνούς του ποιητές να τιμήσουν τα επιτεύγματά του ως εξής:

Όταν πεθάνω θέλω οι ποιητές να είναι δυνατοί
να φωνάζουν στους ανέμους
να συντρίβουν με ήχους καραμπίνας
ζώντας για τα παιδιά του μέλλοντος
ώστε να δουν την αλήθεια.

Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το «Kargun», έγραφε στο «Signing My Death in Lion and Hell»:

Οι πόνοι έρχονται και φεύγουν
Τα μάτια μου θολώνουν
Το αυτί μου δεν ακούει τίποτα
Το μυαλό μου δεν προλαβαίνει
τα γραψίματά μου.
[…]
Είμαι νεκρός τραγουδώντας τον θάνατο
Ζώντας αυτή τη στιγμή
Ένα πράγμα ξέρω: δεν θέλω να έχω έναν λευκό θάνατο.

Σπειροειδώς, γραμμή προς γραμμή προς το τέλος της σελίδας, ο Fogarty περιέγραφε ένα μέλλον όπου τα γραπτά του θα ξεπερνούσαν το φυσικό του σώμα.

Αφού διάβασε το παραπάνω ποίημα με την οικογένεια και τους φίλους του από το νοσοκομειακό του κρεβάτι τον περασμένο Ιανουάριο, για ένα επερχόμενο ντοκιμαντέρ, σχολίασε: «Οι λευκοί λατρεύουν τα ποιήματά μου για τον θάνατο», μια χαρακτηριστικά αιχμηρή παρατήρηση που προειδοποιούσε να μην εκληφθεί ο θάνατός του ως το τέλος της κληρονομιάς του.

Είθε η απώλειά του να μας κάνει όλους πιο δυνατούς στο πένθος μας, «φωνάζοντας στους ανέμους» και «ζώντας για τα παιδιά του μέλλοντος».

*Το κείμενο δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2026 εδώ: https://theconversation.com/a-legacy-to-challenge-and-inspire-farewell-lionel-fogarty-poet-and-activist-276047 Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ιάσων Δεπούντης (1919 – 2008), Πνεύμα άγρυπνο στην καταιγίδα

Πάλε που συλλογούμαστε
σε ποιόν μοιάζουν τούτα τ’ άσπρα κόκκαλα, έρχεσαι!
Ενώ το ξέρεις έγινε σκληρή, σκληρότερη η ζωή,
ενώ το βλέπεις ήταν της καλωσύνης σου τα μάτια ο ορανός,
πάνου απ’ τα γκρεμισμένα σπίτια του χειμώνα.

Πάλε να κρύψεις προσπαθείς τη γκρεμισμένη πόλη μας
κάτου απ’ την πληγωμένη σου φτερούγα!
Να κρύψεις τα χαλάσματα του ορίζοντα
Με το πυρπολημένο πέταμά σου!
Να κρύψεις τις κραυγές του ανέμου
στο θαύμα της αποδημίας σου!

Ακούραστο φτερό
βυθίζεται στα μεσάνυχτα, σαν την παληά βροχή, τη βροχή,
τη θλιμμένη βροχή στου χινοπώρου μας τη μνήμη!

Βρέχει, βρέχει γλυκά η νέα βροχή, χαρούμενη!
Ακούραστο φτερό της βροχής βρέξε, βρέξε γλυκά
πάνου απ’ τα γκρεμισμένα σπίτια του χειμώνα!

Ευγενικό, χαρούμενο, ήρεμο,
κανείς δεν ξέρει τι είσαι!

Κι αυτός ο ουρανός που υψώνει τους τέσσερις ανέμους
τέσσερις τοίχους φορτωμένους φονικά μαχαίρια του,
κι αυτός ο ουρανός που σε γέννησε, δεν ξέρει τι είσαι!

Κανείς δεν ξέρει τι είσαι!
Ευγενικό, χαρούμενο, ήρεμο,
Στην άγρια στιγμή της καταιγίδας!

Μείνε μαζί μας. Μείνε μαζί μας,
Πώς βρέθηκες μονάχο; Μείνε μαζί μας!

Όλα σού γίναν στέρηση! Κι όλα θα γίνουν τιμωρία!
Όλα θα ξεπεράσουν την αντοχή σου!
Θα πολεμάς αφήνοντας γυμνά τα τραύματά σου.
Θα τραγουδάς κοιτάζοντας τον ίσκιο σου πώς μοιάζει
[στον ποταμό της νύχτας.
Θα γίνεις όλο μια λαβωματιά, θα πλημμυρίσεις!
Φλόγες κι ονόματα θα χύνονται, σαν τα ποτάμια μες
[από το αίμα σου!
Ό,τι είχα εγώ να διηγηθώ θα υπάρχει στη σιωπή σου.
Και θα βρεθείς αιχμάλωτο σ’ όλα τα μάτια
-μάτια τρυπημένα από τα δάκρυα του πολέμου!

Ευγενικό, χαρούμενο, ήρεμο,
Θα μας φροντίζεις μες στην καταιγίδα!

Κανείς, κανείς δεν ξέρει τι είσαι, Ποιητή!

*Δημοσιευμένο στο περιοδικό «Ο αιώνας μας», τεύχος 3, Μάρτιος 1950.

Στέλλα Δούμου-Γραφάκου, Τρία ποιήματα

John Olsen, Five bells (1963)

ΑΧΡΟΝΟΙ ΚΑΤΑΥΛΙΣΜΟΙ

Στη μέση της Καμάρας
εκεί ακριβώς που έσταζε ο ουρανός
χτυπώντας το χέρι στο γόνατο
αυτός είπε: ε, λοιπόν ναι Νταγκ, ποντάρω στο σπασμένο δόντι του θεού.
Και ξέρεις γιατί Νταγκ;
Γιατί σκάρτεψαν πολλά οχτώ για να γίνει
το πορτοκάλι οιωνός
και τα μικρά μου μάτια, μέλισσες.
Και δες τι βλέπω, πίσω απ΄τη γκρίζα ζώνη της φωτιάς:
Πέρα απ’ το παντελόνι μου που καίγεται
ιδού το πρόσωπό μου, ένας μπάσταρδος ψίθυρος
που δεν κάνει άλλο απ΄ το να ζητάει
χώμα κι ας είναι και ξερό.
Πάλεψα Νταγκ, με λύσσα, σου λέω,
γύρεψα με τα μάτια τη γύρη του Κόσμου
και σιγοκάηκα να μηρυκάζω το αλάτι
των χειμώνων. Με στήθος επιούσιο
κουράστηκα να αναπνέω ανάποδα Νταγκ
έρεψε η μηλιά μέσα στα βροχικά των κήπων μου
κι ο θάνατος έχει διασχίσει πλήκτρα νερών και άνθη κύκλων
για να ‘έρθει φέγγαρος ορθάνοιχτος να με πετύχει.
Μέχρι ν’ ανάψεις μια ακτίνα θα γειτονέψουμε Νταγκ
θα φοράμε μαζί τρύπιες κάλτσες και τις ταμπέλες εκείνες,
των σπασμένων ανθρώπων
στην πατρίδα
που δεν έχει όνομα.

*

ΘΕΩΡΕΙΟ

Στη λίμνη της λάμπας είναι χάραμα,
όσο κι αν ξηλώνονται τυφλά
αγάλματα σκιών απ’ τα νεφρά
του απέναντι κτιρίου
είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσει κανείς
με ολισθηρές λέξεις εναντίον τους
αφού η ανάπτυξή τους επί του δρόμου
γίνεται θωπευτικά.
στη λίμνη της λάμπας πεταλούδες
φορούν τ’ αδιάβροχα μάτια τους.
το θέαμα πλαντάζει
εγώ, στο θεωρείο
θυμάμαι ασκήσεις κεκλιμένων
εδαφών.
Και πέφτω.

Να μασάς τη νύχτα μέχρι το κόκαλο
να, αυτό είναι όλη η ιστορία.

*

ΝΗΚΤΙΚΟ

Πριν ταΐσει το μαξιλάρι ύπνου, γεμίζει το κεφάλι του
Μ’ ένα σωρό πούπουλα από χήνα που ξημερώθηκε
Σε λίμνη χορτασμένη.

Τα πρωινά ξυπνάει πεινασμένος
Κι ελάχιστα αδιάβροχος.
Πίνει τον καφέ του με έναν σφυγμό νηκτικού.

Έλενα Πολυγένη, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Gio Nakeuri

ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΩΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Δύσκολα γράφω πια ποιήματα.
Δεν υπάρχει τίποτα που ναι το ‘χω
ξαναπεί.
Τα χέρια μου βρίσκουν ευχαρίστηση μόνο
στην αφή,
μ’ αυτόν τον τρόπο λησμονούν
ό,τι τα βασανίζει.

Το μυαλό μου έρχεται άξια
εκμηδενίζοντας τη σκέψη.
Με μια νέα, ιδεώδη τεχνική
αποφεύγει τις διασταυρώσεις.

Σε οδούς μου μιλάνε
για χρέος, για καθήκον
και άλλα τέτοια περισπούδαστα,
προσφέρω μια γκοφρέτα.

Είναι κι αυτός ένας τρόπος
να τους χαρίσω την απόλαυση
-και με πιο σίγουρο αποτέλεσμα.

Αγαπητοί μου φίλοι,
δεν κρέμεται ο κόσμος απ’ το στόμα μας.

Άλλωστε εγώ -καθώς και όλοι-
δεν κάνω τίποτ’ άλλο
παρά να επαναλαμβάνω αδιάκοπα
το ίδιο άεργο
μονότονο
Τραγούδι.

*

ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Ιστορίες για τη θεϊκή υπόσταση των πραγμάτων.
Ιδιότητες, λες, που παραγνωρίζουν οι λογικοί.
Φωτεινές ενδείξεις ότι στην επαφή
χαρίζουν μιαν ανθεκτική ουσία,
λίγο από το δικό τοὺς συστατικό θαύμα
να επιβιώνουν από καταστροφές.

Το άγγιγμα τα καθιστά πιο ισχυρά
στην ανταπόδοση.
Και πρέπει να είναι φτιαγμένα απαραιτήτως
από ξύλο,
ή κάποιο άλλο σταθερό υλικό.

Περίεργο πνεύμα αυτό – περίεργο
που χρειάζεται το σώμα
για να υπάρχει.

Κατερίνα Ζησάκη, Τέσσερα ποιήματα

ΑΝΘΗ

ανθεί η Ανθή στο ανθισμένο δάπεδο
μέσα απ’ τα δάκρυά της κλαίει
για τη λυπητερή συμφορά που
-σύμφωνα με έμπορους και μαστόρους-
τη βρήκε βρεγμένη
κατάβρεχτη
δηλαδή το βρακί της
ενώ “βρε βρε ένας άγγελος” φώναζαν όλοι
ανήγγειλαν τον ερχομό της
στο συρφετό των αρσενικών
που άρδην παλινδρομούσαν για χάρη της
-Χάρη- στον ξέπλεκο δρόμο
δρούσαν ανάλογα και οι κορασίδες
δεν πήγαιναν πίσω

αφηνιασμένα τα άλογα
και πώς να σου τα ζέψω
μες στη λαχτάρα που λαίμαργα
άσε – κάτω από το λαιμό
τον αφαλό – καταβροχθίζει
εννοώ της Ανθής το παχύρρευστο δάκρυ
που όταν στάζει
σαν για να παρηγορηθεί
καβαλάει το κρεβάτι
καβαλάει το σεντόνι
το μαξιλάρι
το δάχτυλο
ανθεί η Ανθή
γλείφει το ανθισμένο δάπεδο
αν δεν την είδατε
δεν είδατε ποτέ σας τίποτα
κορίτσια και αγόρια
τι πάλη
τι έξαρση
τι παρηγόρια

*

Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

ο πεθαμένος ποιητής βρίσκεται ακόμα
μες στο συρτάρι του γραφείου του
πάνω απ’ τις κόλλες
πίσω απ’ τη φούντα (της ουράς της γάτας του)
και δίπλα απ’ το περίστροφο
που είχε ξεσκονίσει κάποτε ν’ αυτοκτονήσει
μα τον πρόλαβε το γήρας

τι λέτε ρε
ο πεθαμένος ποιητής χορεύει μες στο στόμα σου
κάθε που ουρλιάζεις
κάθε που “σύντροφοι”
κάθε που “κι άλλο κι άλλο κι άλλο”
ξαπλώνει μέσα στο δέρμα που γδέρνουν
τα νύχια σου γιορτάζοντας ή πενθώντας
σέρνει τις σέλες των παπουτσιών σου
κάθε που τριγυρνάς χαμένος

ο ποιητής
ο πεθαμένος
μια απούσα παρουσία ζωντανή
φάντασμα μες στο σώμα
και πού και πού σκουντάει τον γραφιά
που μέσα στο συρτάρι του γραφείου του
βρίσκεται ακόμα

*

ΑΙΤΙΟ ΠΡΩΤΟ

διαβάζεις το ποίημά τουΣτην αποβάθρα
σωστότερα
φυλλομετράωΣτην αποβάθρα
να βρεις το
για σένα το
ποίημα
μ’ όλο από μίσος
-οδύνη ο μισός-
ρημαγμένο
σακατεμένο το ποίημα
σαν την κομμένη φλέβα
που έχασα απ’ το ταβάνι

“ο ποιητής Λοιπόν”
γεννήθηκε στην πόλη Κάπου
το Κάποτε
σπούδασε Κάτι
τώρα
γράφει ποιήματα
χαϊδεύει γάτες”
άλλοι
κόβουν τα χέρια τους
τρίζουν σαγόνια
τρελαίνονται
σπάνε μπουκάλια
όλο νύχτα
στη μέση του δρόμου

*

ΚΡΑΤΗΣΗ ΓΙΑ ΦΘΟΡΑ ΞΕΝΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

Η Νορβηγία έρχεται // είναι κοντά σας
Χωρίς Περιδέραιο

κάθομαι κάτω από το δέντρο
κοιτάζω τους καρπούς σου
είναι ώριμοι
σαν κορίτσια πενήντα χειμώνων

[είναι παράξενο να κλίνεις τους χειμώνες
σ’ απωθούν
όπως και η πολλή ενασχόληση μαζί σας
παγώ
πα
παγώνει
παγώνω
παγώνων]
χάνει κανείς τα λογικά του εδωπέρα

άμα θα μασήσουμε τους καρπούς
θα φτύσουμε τους σπόρους
μέσα στο ξέχειλο πηγάδι της νύχτας
-αφού γινήκαμε αγοραίοι-

ο άλλος λέει
να βουτήξουμε στο κενό!
να πιάσουμε τ’ αστέρια!

καλώς
πίνουμε κάτι κι ορμάμε

μη λησμονείτε κύριοι: είμαστε μόνοι
μη λησμονείτε πως τώρα αρχίσαμε
μη θορυβείτε
να ακουστεί δυνατά το μηδέν
καθώς μας κυκλώνει

Παύλος Γερένης (Pavlos Jerenis), Τρία ποιήματα

14


Πώς να είναι οι ψυχές που χάσαμε
πώς να είναι αυτές
που βλέπομε να μορφοποιούνται
γιατί εμείς τίποτε άλλο δεν προσφέρομε παρά αυτά τα λα-
βωμένα σώματα που περιφέρονται σαν τις σκιές.

15

Η λεωφόρος των βελανιδιών
η λεωφόρος των υποκαστάνων
ο κήπος με τις μανόλιες ράχη πεθαμένου κύκνου ανα-
γυρτού στα χείλια του νερού της λίμνης.
Ο εννοσίγαιος καημός της υποχθόνιας ορμής σε ποιόν θα
δοθεί
ποιόν θα αποδώσει στην επιθυμία της θάλασσας και στο
βουητό το κυκλωτό των κοχυλιών
φεύγεις χαρά στη στροφή της φτερούγας κατά το νότο
φτερούγισε προς τα ζεστά νερά
μα το τόξο πού έγραψε πριν αφήσει τους τελευταίους χαι-
ρετισμούς
δάκρυα ή χαμόγελα που ο άνεμος τα έφερνε πολύτιμα λι-
θαρόπουλα βροχή και δίσκους χρυσούς
δείχνει στην άνοιξη των λεμονανθών και στον πορτοκα-
λεώνα της μνήμης
εκεί που σπέρνεις τα μάτια σου και οι καρποί των χεριών
σου φυτρώνουν
στον άσπορο κάμπο παπαρούνες
εδώ που οι χαίτες των καλαμιών σφυρίζουν το σκοπό που
άκουγες μικρή
στο χαγιάτι της θεωρίας σου
σεβαστές δέσποινες έχοντας κύκλο και γέρους μυθικούς
και αν σε έβλεπα τώρα σε βλέπω κάθε νύχτα και κάθε
μέρα με μαγείες και φίλτρα
και φοβάμαι στην κόχη της γωνίας τον ήχο μιας δικαιο-
σύνης να με πετάξει στην πυρά
θα μου έλεγες τα λόγια που μου λες
που μου λέει το είδωλο
το άγαλμα στον ουρανό σου:
ο βέλιουρας και το πελώριο φίδι με το κεφάλι σαν το κεφάλι
του μικρού παιδιού
το πηγάδι που άχνιζε στην ομολογία της Σελήνης
οι υπάρξεις που δεν μπόρεσαν να βγουν στο φως και στον
αέρα της παρουσίας
και κυλιούνται στο στροβίλισμα ενός παράξενου χορού
που τελειώνει με το βελούδινο άγγισμα της γεύσης στο στή-
θος του σκοτωμένου παγονιού
που τρέμει και κείται και σπαράζει και οι κραυγές του
τώρα μόνον τώρα παύουν να σχηματίζονται άναρθρες
στο αραβούργημα της απουσίας.

16

Ο βράχος του αγίου Μαρίνου
καθώς μέρες καθόμουν στο θεωρείο του κόπου
στριφογυρνούσε αδιάκοπα στο υποκίτρινο της ζελατίνης
χρώμα
έτσι δεν μπορώ να πω πως χρύσιζε στον Έσπερο ή στο
φως του ήλιου βασιλιά
μόνο που με παρηγορούσε η ιδέα της άνυδρης χώρας στην
κορυφή σκαρφαλωμένης
τις νύχτες στο απαλό κυμάτισμα του πέπλου της
όμως
καθώς την ήμερα στο πρώτο του ήλιου χαμογέλιο διασκέδα-
ζαν οι ακτίνες
στην δίχως έλεο πεδιάδα της άτροπης χώρας
και κάρφωναν τα μάτια μου στη γωνία του κοιμητηρίου
και το σώμα μου πονούσε από τα μπρούντζινα βέλη ή μέλη
του απίθανου σκηνικού
πού σαν αράχνη κεντούσε στο διάστημα της ζωής μου το
νήμα της σκιάς της
και ο πριν ασπιδοφόρος εγώ δίχως σκουτάρι έτρεχα σε θή-
κες βιβλίων να κρυφτώ
ή να χαθώ και μέσα στη σκόνη να προσπαθώ να βρω
κουράγιο
Vespasiano da Bisticci με μινιατούρες από τα χέρια των
Atalanti dei Atalanti
και υμνολόγιο στη γλώσσα μας σημειωμένο και «ελευθε-
ρία» και ή μνήμη του Ιωάννη της Κλίμακος
και μπόρεσα για λίγο να υπάρξω χωρίς κουράγιο στις
παρυφές
ώσπου έπεσα στο χώμα ουρλιάζοντας «έτσι να τίζουμαι
εγώ;»
και αρνιόμουν να σταθώ στα πόδια μου και αρνιόμουν σε
μένα να δω τα μάτια της καρδίας μου
και τιζόμουν με μένος και ρόγχο ετοιμοθάνατου και αναρω-
τιόμουν
αν αυτό που είχα δει αστροφορούσε και σε μένα:
«παίζει την αλήθεια».
Ώσπου ο Salvator Mundi του Αntonello da Messina με
το καθηλωμένο δάχτυλο
σαν το λαιμό του Ιησού Χριστού στη σταύρωση του Μa-
saccio
που έδειχνε πέρα ίσως στο στενό της Μεσσήνης
με τίναξε άνέλπιδα στον Υμηττό και στα αρώματα των
υακίνθων
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
και η πανσέληνος στο δρόμο των ροβινιών και των νεα-
ρών κυπαρισσιών με οδηγούσε
στην ησυχία των ρόδων που εκόσμησε τη νεκρική τριήρη
και το λαιμό του εννεάχρονου μέλανος ταύρου και την
καρδιά των κοχυλιών.
Ακούστηκαν της νύχτας τα τριζόνια μέσα στο θέρος των
σταχυών
και ράγισε ή μαραμένη πια των ρόδων ησυχία
και πέταξαν από τα σπλάχνα της και από την ειδωλόθυτη
καρδιά της σμάρι τα χελιδονόψαρα
γαλάζια με άσπρες ασημόφεγγες κοιλιές δείχνοντας τις πορ-
φυρές γραμμές του ορίζοντα
να κλείνουν πίσω από τα λευκά μάρμαρα και να υψώνεται
ο Αττικός μενεξεδένιος ουρανός.
Λυκαβηττός Πεντέλη Φιλοπάππου Υμηττός
στεφάνωσαν τον πόνο της καρδίας μου και στο δειλινό ανα-
στήθηκα πάνω στη χαμογελαστή πενθοφορούσα Άνοιξη
της πρώτης μου ελπίδας
και έζησα.

SILENCE WORK IN PROGRESS!

*Από την «Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής».

**Ο Παύλος Γερένης (Καλαμάτα, 1956) ζει στην Ιταλία και την Αυστρία. Έχει εκδόσει τη συλλογή «Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής», εκδ. «Γνώση», 1981, και στα ιταλικά ένα βιβλίο με διηγήματα («Le infedeltà del pensiero») και μια ποιητική συλλογή («Angeli a perdere») το 2006.

***Τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής έχουν ήδη δημοσιευτεί στο Κόσκινο.

Λεωνίδας Χρηστάκης, Μυρίζει μήπως τίποτε άσχημα;

Γέμισε καπνό το γραφείο σας;
Ξεχάσατε το σημεριωματάριό σας;
Ο καιρός είναι κρύος;
Ανάβουν καλά τα σπίρτα;
Δουλεύει καλά ο αναπτήρας σας;
Λύθηκε πολλές φορές το κορδόνι των παπουτσιών σας;
Η τυρόπιτα είναι σημερινή;
Το σάντουιτς μήπως μυρίζει;
Το ρολόι πάει σωστά;
Ο Προϊστάμενός σας είναι στα καλά του;
Η εφημερίδα είναι σημερινή;
Βάλατε το παλτό σας στο συνηθισμένο μέρος;
Υπογράψατε την παρουσία σας;
Κτυπήσατε την καρτέλλα;
Περιμένετε στα σήματα;
Σας έδωσε πίσω ο ελεγκτής το εισιτήριο;
Το είχατε σε καλή κατάσταση;
Παρατηρήσατε δυσφορία στον εισπράκτορα;
Πήρατε ρέστα;
Τα μετρήσατε;
Σας έσπρωξαν;
Σπρώξατε;
Περιμένατε ουρά;
Είπατε καλημέρα στον θυρωρό;
Μήπως αφίσατε κανένα φως αναμμένο;
Καμμιά βρύση ανοικτή;
Κλείσατε τα παράθυρα;
Ίσως το μάτι της κουζίνας να καίη;
Τοποθετήσατε τα ρούχα σας στη ναφθαλίνη;
Οι βρύσες κλείνουν καλά;
Το μπάνιο σας στάζει;
Ο θερμοσίφωνας ζεσταίνει καλά το νερό;
Έχετε εφεδρεία ασφάλειες του ηλεκτρικού;
Γνωρίζετε τα τηλέφωνα της Πυροσβεστικής, του οικείου Αστυνομικού Τμήματος, της Ασφαλείας, της Αμέσου Δράσεως;
Πληρώσατε τον λογαριασμό του φωτός;
Του νερού;
Του Δήμου;
Την Τηλεφωνική;
Κλείσατε καλά το σπίτι σας;
Πήρατε μαζί σας τα κλειδιά;
Γνωρίζετε τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ως πολίτου σε μια ωργανωμένη κοινωνία;
Είσασταν Φαλαγγίτης ή Σκαπανεύς το 1936-40;
Υπηρετήσατε στην Αεράμυνα;
Που κατοικούσατε τον Δεκέμβριο του 1944;
Έχετε καταδικαστεί άλλοτε;
Είστε Φυγόδικος ή Φυγόποινος;
Έχετε κάνει εξορία;
Έχετε πάρει αναβολή λόγω υπηρετούντος αδελφού;
Είστε προστάτης;
Κάνατε αίτηση προς παροχή συντάξεως εκ του Δημοσίου;
Αποκηρύξατε μετά βδελυγμίας και αποτροπιασμού τας Βουλγαρικάς μεθόδους εισδύσεως εις Ελληνικόν Έδαφος;
Στα τεστ του Συμβουλίου Επιλογής Οπλιτών είσασταν καλός;
Απαντήσατε στις επτά από τις δέκα ερωτήσεις;
Η μία είταν: πού μένατε προ του 1947 και η άλλη: λάβατε μέρος στην Εθνική Αντίσταση κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής;
Γράμματα γνωρίζετε;
Υπογράψατε για την Κύπρο;
Μήπως είχατε πρώτα ροζ απολυτήριο Στρατού, το οποίο όμως, σας το άλλαξαν αργότερα;
Διοικητής σας ποιος ήταν στο Στρατό;
Είχατε Δ.Ε.Δ. ή Δ.Α.Δ.;
Υπηρετήσατε ως Αξιωματικός;
Έχετε διαβατήριο;
Βιβλιάριο ασθένειας;
Απολυτήριο Στρατού;
Πού μένετε;
Είστε Χριστιανός Ορθόδοξος;
Όνομα πατρός
Μητρός;
Ονομάζεστε;

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι”, Τεύχος 5, Νοέμβριος 1965, σελ. 87-88. Διατηρείται η ορθογραφία αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα.

Μαρία Κασσιανή Σ. Πανούτσου, Τρία ποιήματα

η γυναίκα του Λωτ μαρμάρωσε το παρελθόν

Δεν γυρνώ πίσω το κεφάλι.
Ξέρω πως, αν γυρίσω,
θα μαρμαρώσω το παρελθόν.

Ή θα ξεχάσω όλους του γένους
Τους δασκάλους, που σχεδόν
χωρίς αποτέλεσμα
δίδαξαν τον άνθρωπο.

Φτου, και πάλι φτου,
σε ό,τι και να κάνω,

Αφού ποτέ δεν θα χαρώ την κορμοστασιά του
Οδυσσέα· όχι του θαλασσόπνιχτου,
μα εκείνου του μπαρουτοφορτωμένου.

Αχ, φτου και πάλι φτου\
σε όλους τους δασκάλους του γένους.
Δεν μπόρεσαν να θυσιάσουν
ούτε έναν λεπτό από τη σύντομη ζωή τους
για να κάψουν όλα τα βιβλία του κόσμου.

Επιτέλους είθε όλα
να ξεκινούν από το σημείο μηδέν.
Αχ, αχ…
φτου και πάλι φτου σας.

*

Το τσίρκο

Α
Ω, Οδυσσέα,
εσύ, ο πιο ανθρώπινος από όλους τους ήρωες,
κυματίζεις στο μυαλό μου,
πιότερο για το τέλος του ταξιδιού σου.
Ο Καβάφης σε ερμήνευσε καλά:
Το ταξίδι είναι η ζωή,
η κάθε ζωή,
και μόνο η ζωή.
Όλα τ’ άλλα είναι μια τσουλήθρα στον χρόνο.

Β
Ελάτε να δείτε τον Οδυσσέα,
ελάτε να δείτε, κόσμε, τον ήρωα Οδυσσέα.
Μην στριμώχνεστε,
όλοι θα μπείτε.
Βγάλτε το εισιτήριό σας
και ελάτε να ταξιδεύσουμε μαζί
στις περιπέτειες του Οδυσσέα.

Γ
Άκουγα τον ντελάλη και ξύπνησα.
Κοιμόμουν ανήσυχη,
ωσάν να
είχα διαπράξει ένα έγκλημα
σε προηγούμενη ζωή.
Έξω ήταν ακόμη νύχτα.
Χουχούλιασα και έκλεισα τα μάτια.
Σκεφτόμουν τον Οδυσσέα, νέο…
αιχμάλωτο…μόνο…
και ο Οδυσσέας μπορούσε να πεθάνει.
Ο Οδυσσέας πέθανε.

*

Δηλαδή εσύ είσαι εκτός,
έξω από την ζωή μου;

Αφιερωμένο

Δηλαδή εσύ είσαι εκτός,
έξω από τη ζωή μου;
-Κάποτε μου ψιθύρισες.

Όχι δεν είμαι.
-Σου τραγούδησα.

Όταν δεν θα υπάρχω πια,
θα λένε: «υπήρχε κάποτε…»
Για σκέψου, θα λένε για μένα
πως υπήρχα κάποτε.

Τι με κρατάει όρθια
ακόμη
είναι που σε αγάπησα,
που σε συνάντησα
Που σ’ αγαπώ
και για τον χρόνο αυτόν,
τον άδηλον,
ήμουν και είμαι
συνοδοιπόρος στ’ όνειρο.
Και πώς μπορώ ακόμη
να πονάω για σένα,
και να είμαι εντός της ζωής σου,
σε κάθε σου βλέμμα,
σε κάθε σου ήχο,
σε κάθε σου φόβο.
Σε κάθε σου ανάσα.

Όμως για να γίνει αυτό
όλα τα μωβ χρώματα
θα τα ξεριζώσω.
Πρέπει να μάθω μόνη μου
από την αρχή την αγάπη.
Για σένα μόνο.

Και νόμιζα πως με τον μύθο
την είχα στην τσέπη μου.
Μα όχι ξεγλίστρησε βουβά
και με παράτησε άκαιρη.

Μα τώρα ξέρω
και είναι σωστό
να κάνω μια ευχή,
μια προσευχή,
και μια νέα αρχή.