Μια κληρονομιά που προκαλεί και εμπνέει: αποχαιρετισμός στον Lionel Fogarty, ποιητή και ακτιβιστή

Το 2014, ο συγγραφέας και ακτιβιστής της φυλής Yugambeh, Lionel Fogarty (1957-2026), χαρακτηρίστηκε από τον ποιητή και μελετητή John Kinsella, ως «ο σημαντικότερος εν ζωή Αυστραλός ποιητής». Πιο πρόσφατα, η μυθιστοριογράφος της φυλής Waanyi, Alexis Wright, τον περιέγραψε ως τον «εθνικό ποιητή» της λογοτεχνίας των Αβορίγινων.

Με τον θάνατό του την περασμένη εβδομάδα, ένας από τους πιο αναγνωρισμένους ποιητές της γενιάς του αφήνει πίσω του μια κληρονομιά που θα εμπνεύσει τις μελλοντικές γενιές να αμφισβητήσουν την αδικία στους θεσμούς της εκπαίδευσης, της λογοτεχνίας, της διακυβέρνησης, της αστυνόμευσης και της υγείας.

Ο Fogarty δημοσίευσε 16 ποιητικές συλλογές, από το «Kargun» (1980) έως το «Harvest Lingo» (2022), και συμπεριλήφθηκε σε αμέτρητες ανθολογίες αβοριγινικής γραφής, αυστραλιανής λογοτεχνίας και ποίησης.

Οργάνωσε εργαστήρια δημιουργικής γραφής σε απομακρυσμένες αυστραλιανές κοινότητες, σε φυλακισμένους και σε διεθνή πανεπιστήμια. Παρουσίασε επίσης ατομικές εκθέσεις με ζωγραφισμένα ποιήματά του, συμπεριλαμβανομένης της περσινής (2025) έκθεσης Burraloupoo στη Γκαλερί Darren Knight του Σίδνεϊ.

Η ενεργητικότητά του παρέμεινε αστείρευτη μέχρι το τέλος. Προς το τέλος της ζωής του ζωγράφιζε ποιήματα και έγραφε ένα νέο έργο καθημερινά. Μόλις λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του, συνέθετε νέα ποιήματα μαζί με στενούς φίλους και επιμελούνταν το χειρόγραφο της επερχόμενης συλλογής του Warrior with a Fighting Stick.

Σε όλη του τη ζωή, ο Fogarty εργάστηκε ακούραστα σε πολιτικές εκστρατείες για τα δικαιώματα των Αβορίγινων, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούσε με συνέπεια προκλητική και σύνθετη ποίηση.

Σήμερα θεωρείται μία από τις πραγματικά μοναδικές φωνές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα πρώτα χρόνια της πορείας του, όταν η κριτική προσέγγιζε το έργο του κυρίως από μια εξωτερική οπτική, απλοποιώντας τις ποικίλες και πολύπλοκες χρήσεις της ποιητικής γλώσσας του.

Ο Fogarty μετασχημάτισε τη συμβατική αγγλική γραμματική, έκφραση και ορθογραφία σε μια προσπάθεια αποαποικιοποίησης αυτού που θεωρούσε ένα διαλυμένο αποικιακό σύστημα επικοινωνίας.

Τα ποιήματά του προσκαλούν σε δημιουργική ερμηνεία, ενώ θεμελιώνονται στην αντίληψη ότι η τέχνη αποτελεί μέσο επικοινωνίας και κατανόησης. Σε συνέντευξή του το 2011 στον Αυστραλό ποιητή Michael Brennan, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Η ποίηση είναι χρήσιμη μόνο αν αλλάζει τον καταραμένο νόμο!»

Συζητήσεις σαν ποτάμια

Πρόσφατα, ο Fogarty τιμήθηκε με το περίβλεπτο Βραβείο Red Ochre για τη συνολική προσφορά του στην καλλιτεχνική αριστεία.

Η τελευταία συλλογή του «Harvest Lingo» κέρδισε το Βραβείο Ποίησης Judith Wright Calanthe (Βραβεία Λογοτεχνίας Κουίνσλαντ) και ήταν υποψήφιο για τα περισσότερα σημαντικά ποιητικά βραβεία του 2023. Τα φυσικά βραβεία δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία για εκείνον· κατά τη διάρκεια μιας πρόσφατης επίσκεψης στο σπίτι του, αρκετά χρησιμοποιούνταν ως βάσεις για μπουκάλια μπογιάς. Ωστόσο, οι διακρίσεις αυτές ήταν σημαντικές για τη συνέχιση του ακτιβισμού του.

Το 1974, υπό τη διεφθαρμένη πολιτειακή κυβέρνηση Bjelke-Petersen (του Κουίνσλαντ), ο Fogarty (τότε 16 ετών), μαζί με τους Denis Walker και John Garcia, συνελήφθησαν και κατηγορήθηκαν για διάφορα αδικήματα, μεταξύ των οποίων εκφοβισμός και απόπειρα εκβίασης, αφού ζήτησαν χρηματοδότηση από το Πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ για την ίδρυση κοινοτικού σχολείου στο Palm Island. Μετά από εθνική εκστρατεία υποστήριξης, οι «Τρεις του Μπρίσμπαν» αθωώθηκαν πλήρως και όλες οι κατηγορίες αποσύρθηκαν.

Ο Fogarty αφηγήθηκε πρόσφατα ότι, μετά την αποφυλάκισή του, έμαθε να διαβάζει κριτικά ενώ κρυβόταν μαζί με πρωτοπόρους του αυστραλιανού κινήματος των Μαύρων Πανθήρων.

Ο ακτιβισμός που καθόρισε τη ζωή του βασιζόταν στις σχέσεις του με την κοινότητα. Ανάμεσα στις λογοτεχνικές του επιρροές συγκαταλέγονταν οι επιστολογράφοι και οι αφηγητές του Cherbourg Aboriginal Reserve, όπου γεννήθηκε το 1957.

Ακόμη και στη φετινή (2026) Ημέρα Πένθους (Day of Mourning protest) στο Μπρίσμπαν, μεταφέρθηκε με αναπηρικό αμαξίδιο από το νοσοκομείο για να μιλήσει στη συγκέντρωση. Διάβασε πολλά ποιήματα μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους, μεταξύ αυτών και το ανέκδοτο τότε «Promotional Palestinian Justices».

Ο Fogarty υποστήριξε εκστρατείες για τη δημιουργία πολλών κοινοτικών οργανώσεων, μεταξύ αυτών την Υπηρεσία Νομικής Υποστήριξης Αβορίγινων (Aboriginal Legal Service), την Υπηρεσία Στέγασης Αβορίγινων (Aboriginal Housing Service), το Μαύρο Κοινοτικό Σχολείο (Black Community School) και δύο Κέντρα Μαύρων Πόρων (Black Resources Centres), μαζί με την ακτιβίστρια και παιδαγωγό Cheryl Buchanan, μητέρα έξι από τα παιδιά του και εκδότρια πέντε ποιητικών συλλογών του.

Αν και το έργο του ήταν τεράστιο σε όγκο, ίσως η μεγαλύτερη τέχνη του να ήταν η συζήτηση. Μια συνομιλία μαζί του έμοιαζε με τα ποτάμια της αγαπημένης του χώρας των Yugambeh. Κανείς μπορούσε εύκολα να παρασυρθεί από τη ροή του λόγου του, συλλογιζόμενος ένα νόημα ή μια συγκεκριμένη φράση. Λέξεις, ονόματα, προτάσεις και ιστορίες κυλούσαν αβίαστα.

Σε κάθε στροφή αυτού του ποταμού, ο Fogarty βεβαιωνόταν ότι το νόημα είχε μεταδοθεί και κατανοηθεί όπως το εννοούσε. Η εμπειρία αυτή ίσως έμοιαζε με τις παιδικές του αναμνήσεις από τις φωτιές του καταυλισμού στο Cherbourg, όπου άκουγε ιστορίες από ανθρώπους εκατοντάδων γλωσσικών ομάδων που ζούσαν εκεί «υπό τον νόμο» – μια φράση που αναφερόταν στις εξουσίες της τότε κυβέρνησης πάνω στις ζωές των Αβορίγινων στους καταυλισμούς (reserves).

Ο συγγραφέας και ακαδημαϊκός Philip Morrissey, έχει πει ότι ο καπνός που στροβιλιζόταν, με τις «αλυσίδες συνειρμών» του, ενέπνευσε το ποίημα του Fogarty Remember Something Like This:

Πριν από πολύ καιρό μια καφετιά ιστορία προσγειώθηκε
καθώς ένα αγόρι κοίταζε ψηλά στους τοίχους της αίθουσας
και το νερό κυλούσε στα μάτια του.

(Long ago a brown alighted story was told
as a boy looked up on the hall walls
water flowed to his eyes)

Ο ακτιβισμός και η τέχνη του Fogarty αντανακλούσαν μια παγκόσμια αντίληψη της αυτόχθονης αλληλεγγύης. Το 1976 μίλησε στο Διεθνές Συμβούλιο Συνθηκών Αυτόχθονων Λαών (International Indigenous Treaty Council), στα εδάφη των Yanktonai Dakota στις ΗΠΑ, για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των Αβορίγινων της Αυστραλίας. Εκεί γνώρισε τον ακτιβιστή των Oglala Lakota, Russell Means, τον πνευματικό ηγέτη Leonard Crow Dog και τον Αμερικανό καλλιτέχνη και ποιητή Jimmie Durham.

«Φωνάζοντας στους ανέμους»

Ένα από τα πιο καθοριστικά γεγονότα της ζωής του ήταν ο θάνατος του αδελφού του, Daniel Yock, υπό αστυνομική κράτηση στο Μπρίσμπαν το 1993. Ο Yock, ιδρυτής της χορευτικής ομάδας Wakka Wakka (Wakka Wakka Dance Company), στοχοποιήθηκε φυλετικά από την αστυνομία, χαρακτηρίστηκε ταραχοποιός και κατηγορήθηκε ότι απείλησε αστυνομικούς. Συνελήφθη βίαια, σύρθηκε αναίσθητος στο αστυνομικό όχημα και πέθανε λίγες ώρες αργότερα.

Η τραγωδία αυτή και οι συνέπειές της για τις αβοριγινικές κοινότητες του Κουίνσλαντ οδήγησαν σε μαζικές διαμαρτυρίες για την απονομή δικαιοσύνης. Ο Fogarty αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής του στο να μιλά ενάντια στους θανάτους Αβορίγινων υπό κράτηση.

Μετά το γεγονός αυτό έγραψε μερικά από τα σημαντικότερα ποιήματά του. Δύο βαθιά πολιτικά ποιήματα πένθους και οργής περιλαμβάνονται στη γνωστότερη συλλογή του, «New and Selected Poems: Munaldjali, Mutuerjaraera» (1995).

Ωστόσο, χρειάστηκαν αρκετά χρόνια μέχρι να εκδώσει νέο ποιητικό έργο, με τη συλλογή «Minyung Woolah Binnung» το 2004. Η συλλογή αυτή συνδύαζε ποίηση και εικονογράφηση, κάτι πρωτόγνωρο για τον Fogarty. Με την πρακτική αυτή πρωτοπαρουσιάστηκαν τα εντυπωσιακά ζωγραφισμένα ποιήματα που παρουσιάστηκαν αργότερα στην έκθεση Burraloupoo.

Μέσα από την ποίησή του, ο Fogarty έθεσε ζητήματα γύρω από τον δικό του θάνατο, συνδέοντάς τα συχνά με τον δυσανάλογα μεγάλο αριθμό θανάτων Αβορίγινων υπό κράτηση. Ήδη από την πρώτη του συλλογή είχε γράψει για τον δικό του θάνατο στο ποίημα «15th June 1978».

The pains comes and goes
Me eyes are blending
Me ear hear nothing
My mind can’t keep up
To me writings.
[…] I am dead singing death
Living in this moment
One thing I know doesn’t want to have a white death

Σε αυτό ζητούσε από τους ομοτέχνούς του ποιητές να τιμήσουν τα επιτεύγματά του ως εξής:

Όταν πεθάνω θέλω οι ποιητές να είναι δυνατοί
να φωνάζουν στους ανέμους
να συντρίβουν με ήχους καραμπίνας
ζώντας για τα παιδιά του μέλλοντος
ώστε να δουν την αλήθεια.

Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το «Kargun», έγραφε στο «Signing My Death in Lion and Hell»:

Οι πόνοι έρχονται και φεύγουν
Τα μάτια μου θολώνουν
Το αυτί μου δεν ακούει τίποτα
Το μυαλό μου δεν προλαβαίνει
τα γραψίματά μου.
[…]
Είμαι νεκρός τραγουδώντας τον θάνατο
Ζώντας αυτή τη στιγμή
Ένα πράγμα ξέρω: δεν θέλω να έχω έναν λευκό θάνατο.

Σπειροειδώς, γραμμή προς γραμμή προς το τέλος της σελίδας, ο Fogarty περιέγραφε ένα μέλλον όπου τα γραπτά του θα ξεπερνούσαν το φυσικό του σώμα.

Αφού διάβασε το παραπάνω ποίημα με την οικογένεια και τους φίλους του από το νοσοκομειακό του κρεβάτι τον περασμένο Ιανουάριο, για ένα επερχόμενο ντοκιμαντέρ, σχολίασε: «Οι λευκοί λατρεύουν τα ποιήματά μου για τον θάνατο», μια χαρακτηριστικά αιχμηρή παρατήρηση που προειδοποιούσε να μην εκληφθεί ο θάνατός του ως το τέλος της κληρονομιάς του.

Είθε η απώλειά του να μας κάνει όλους πιο δυνατούς στο πένθος μας, «φωνάζοντας στους ανέμους» και «ζώντας για τα παιδιά του μέλλοντος».

*Το κείμενο δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2026 εδώ: https://theconversation.com/a-legacy-to-challenge-and-inspire-farewell-lionel-fogarty-poet-and-activist-276047 Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Leave a comment