Ανέστης Ευαγγέλου, Τρία ποιήματα

ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΡΝΙΕΜΑΙ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ

I
Δεν την αρνιέμαι την οδύνη, δε φυγομαχώ
θα μπορούσα ν’ αντέξω τον μεγαλύτερο πόνο, όμως κάπως,
να βρεθεί κάπως ένας τρόπος να εξανθρωπίσω τον πόνο μου,
να μη με κυνηγούν φαντάσματα. Όλα θα μπορούσα
να τα υποστώ τ’ ανθρώπινα μαρτύρια, όλα για να μπορέσω
πλήρης, επιτέλους, να πορευτώ, να υπάρξω
θέλω να πω, να διανύσω συμπαγής
την περιοχή που μου δόθηκε.

*

ΚΑΘΩΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΠΡΟΧΩΡΕΙΣ

Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς και βλέπεις
μέρα τη μέρα να πληθαίνουνε τα ερείπια,
να πέφτουν ένα ένα τ’ αγκωνάρια
που απάνω τους είχες χτίσει τη ζωή σου,
καταλαβαίνεις ολοένα πιο πολύ, διδάσκεσαι,
πως μόνο εσύ τον ορίζεις το χώρο σου:
είναι δικά σου τούτα τα ερείπια κι είσ’ εσύ
που πρέπει να σηκωθείς, να πάρεις
νερό και λάσπη, με τα ίδια
υλικά να ξαναχτίσεις τους τοίχους σου.
Τώρα που βλέπεις καθαρά, που ξέρεις επιτέλους
πως από πουθενά βοήθεια δεν μπορείς να περιμένεις.

*
 
ΜΗΝ ΑΠΟΡΕΙΣ, ΜΗΤΕΡΑ

Μην απορείς, μητέρα, μην τρομάζεις
τούτα τα ποιήματα διαβάζοντας. Θα τα βρίσκεις, βέβαια,
λίγο στενάχωρα, σάμπως να θέλουν
από τις λέξεις μέσα να βγουν. Ίσως, ακόμα,
το γιο σου μέσα τους να μην αναγνωρίζεις. Κι όμως
δικά του είναι, μητέρα· αυτόν εικονίζουν.
Πάσχουν κι αυτά όπως κι αυτός από ασφυξία,
χάνονται μέσα τους, γυρίζουν, επιστρέφουν,
πάσχουν να βγουν από τις λέξεις όπως κι εκείνος
πάσχει να βγει από το πετσί του μέσα.
Μην απορείς, μητέρα, μην τρομάζεις· προ παντός
μη σε κυριέψει απελπισία· κάτι στηρίζει
το γιο σου, που εσύ δε βλέπεις:
μέσα του, από τα πόδια ως την κορφή, είναι μια κολόνα
που τον στυλώνει, τον κρατά μ’ όρθιο το κεφάλι,
που τον ψυχώνει, βήμα με βήμα, αγκώνα με αγκώνα,
μέσ’ απ’ ερείπια ν’ ανοίγει δρόμο και να προχωράει.

*Από τη συλλογή “Περιγραφή εξώσεως” (1960).

Leave a comment