Κατερίνα Ζησάκη, Τέσσερα ποιήματα

ΑΝΘΗ

ανθεί η Ανθή στο ανθισμένο δάπεδο
μέσα απ’ τα δάκρυά της κλαίει
για τη λυπητερή συμφορά που
-σύμφωνα με έμπορους και μαστόρους-
τη βρήκε βρεγμένη
κατάβρεχτη
δηλαδή το βρακί της
ενώ “βρε βρε ένας άγγελος” φώναζαν όλοι
ανήγγειλαν τον ερχομό της
στο συρφετό των αρσενικών
που άρδην παλινδρομούσαν για χάρη της
-Χάρη- στον ξέπλεκο δρόμο
δρούσαν ανάλογα και οι κορασίδες
δεν πήγαιναν πίσω

αφηνιασμένα τα άλογα
και πώς να σου τα ζέψω
μες στη λαχτάρα που λαίμαργα
άσε – κάτω από το λαιμό
τον αφαλό – καταβροχθίζει
εννοώ της Ανθής το παχύρρευστο δάκρυ
που όταν στάζει
σαν για να παρηγορηθεί
καβαλάει το κρεβάτι
καβαλάει το σεντόνι
το μαξιλάρι
το δάχτυλο
ανθεί η Ανθή
γλείφει το ανθισμένο δάπεδο
αν δεν την είδατε
δεν είδατε ποτέ σας τίποτα
κορίτσια και αγόρια
τι πάλη
τι έξαρση
τι παρηγόρια

*

Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

ο πεθαμένος ποιητής βρίσκεται ακόμα
μες στο συρτάρι του γραφείου του
πάνω απ’ τις κόλλες
πίσω απ’ τη φούντα (της ουράς της γάτας του)
και δίπλα απ’ το περίστροφο
που είχε ξεσκονίσει κάποτε ν’ αυτοκτονήσει
μα τον πρόλαβε το γήρας

τι λέτε ρε
ο πεθαμένος ποιητής χορεύει μες στο στόμα σου
κάθε που ουρλιάζεις
κάθε που “σύντροφοι”
κάθε που “κι άλλο κι άλλο κι άλλο”
ξαπλώνει μέσα στο δέρμα που γδέρνουν
τα νύχια σου γιορτάζοντας ή πενθώντας
σέρνει τις σέλες των παπουτσιών σου
κάθε που τριγυρνάς χαμένος

ο ποιητής
ο πεθαμένος
μια απούσα παρουσία ζωντανή
φάντασμα μες στο σώμα
και πού και πού σκουντάει τον γραφιά
που μέσα στο συρτάρι του γραφείου του
βρίσκεται ακόμα

*

ΑΙΤΙΟ ΠΡΩΤΟ

διαβάζεις το ποίημά τουΣτην αποβάθρα
σωστότερα
φυλλομετράωΣτην αποβάθρα
να βρεις το
για σένα το
ποίημα
μ’ όλο από μίσος
-οδύνη ο μισός-
ρημαγμένο
σακατεμένο το ποίημα
σαν την κομμένη φλέβα
που έχασα απ’ το ταβάνι

“ο ποιητής Λοιπόν”
γεννήθηκε στην πόλη Κάπου
το Κάποτε
σπούδασε Κάτι
τώρα
γράφει ποιήματα
χαϊδεύει γάτες”
άλλοι
κόβουν τα χέρια τους
τρίζουν σαγόνια
τρελαίνονται
σπάνε μπουκάλια
όλο νύχτα
στη μέση του δρόμου

*

ΚΡΑΤΗΣΗ ΓΙΑ ΦΘΟΡΑ ΞΕΝΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

Η Νορβηγία έρχεται // είναι κοντά σας
Χωρίς Περιδέραιο

κάθομαι κάτω από το δέντρο
κοιτάζω τους καρπούς σου
είναι ώριμοι
σαν κορίτσια πενήντα χειμώνων

[είναι παράξενο να κλίνεις τους χειμώνες
σ’ απωθούν
όπως και η πολλή ενασχόληση μαζί σας
παγώ
πα
παγώνει
παγώνω
παγώνων]
χάνει κανείς τα λογικά του εδωπέρα

άμα θα μασήσουμε τους καρπούς
θα φτύσουμε τους σπόρους
μέσα στο ξέχειλο πηγάδι της νύχτας
-αφού γινήκαμε αγοραίοι-

ο άλλος λέει
να βουτήξουμε στο κενό!
να πιάσουμε τ’ αστέρια!

καλώς
πίνουμε κάτι κι ορμάμε

μη λησμονείτε κύριοι: είμαστε μόνοι
μη λησμονείτε πως τώρα αρχίσαμε
μη θορυβείτε
να ακουστεί δυνατά το μηδέν
καθώς μας κυκλώνει

Leave a comment