Πάλε που συλλογούμαστε
σε ποιόν μοιάζουν τούτα τ’ άσπρα κόκκαλα, έρχεσαι!
Ενώ το ξέρεις έγινε σκληρή, σκληρότερη η ζωή,
ενώ το βλέπεις ήταν της καλωσύνης σου τα μάτια ο ορανός,
πάνου απ’ τα γκρεμισμένα σπίτια του χειμώνα.
Πάλε να κρύψεις προσπαθείς τη γκρεμισμένη πόλη μας
κάτου απ’ την πληγωμένη σου φτερούγα!
Να κρύψεις τα χαλάσματα του ορίζοντα
Με το πυρπολημένο πέταμά σου!
Να κρύψεις τις κραυγές του ανέμου
στο θαύμα της αποδημίας σου!
Ακούραστο φτερό
βυθίζεται στα μεσάνυχτα, σαν την παληά βροχή, τη βροχή,
τη θλιμμένη βροχή στου χινοπώρου μας τη μνήμη!
Βρέχει, βρέχει γλυκά η νέα βροχή, χαρούμενη!
Ακούραστο φτερό της βροχής βρέξε, βρέξε γλυκά
πάνου απ’ τα γκρεμισμένα σπίτια του χειμώνα!
Ευγενικό, χαρούμενο, ήρεμο,
κανείς δεν ξέρει τι είσαι!
Κι αυτός ο ουρανός που υψώνει τους τέσσερις ανέμους
τέσσερις τοίχους φορτωμένους φονικά μαχαίρια του,
κι αυτός ο ουρανός που σε γέννησε, δεν ξέρει τι είσαι!
Κανείς δεν ξέρει τι είσαι!
Ευγενικό, χαρούμενο, ήρεμο,
Στην άγρια στιγμή της καταιγίδας!
Μείνε μαζί μας. Μείνε μαζί μας,
Πώς βρέθηκες μονάχο; Μείνε μαζί μας!
Όλα σού γίναν στέρηση! Κι όλα θα γίνουν τιμωρία!
Όλα θα ξεπεράσουν την αντοχή σου!
Θα πολεμάς αφήνοντας γυμνά τα τραύματά σου.
Θα τραγουδάς κοιτάζοντας τον ίσκιο σου πώς μοιάζει
[στον ποταμό της νύχτας.
Θα γίνεις όλο μια λαβωματιά, θα πλημμυρίσεις!
Φλόγες κι ονόματα θα χύνονται, σαν τα ποτάμια μες
[από το αίμα σου!
Ό,τι είχα εγώ να διηγηθώ θα υπάρχει στη σιωπή σου.
Και θα βρεθείς αιχμάλωτο σ’ όλα τα μάτια
-μάτια τρυπημένα από τα δάκρυα του πολέμου!
Ευγενικό, χαρούμενο, ήρεμο,
Θα μας φροντίζεις μες στην καταιγίδα!
Κανείς, κανείς δεν ξέρει τι είσαι, Ποιητή!
*Δημοσιευμένο στο περιοδικό «Ο αιώνας μας», τεύχος 3, Μάρτιος 1950.
