Παύλος Γερένης (Pavlos Jerenis), Τρία ποιήματα

14


Πώς να είναι οι ψυχές που χάσαμε
πώς να είναι αυτές
που βλέπομε να μορφοποιούνται
γιατί εμείς τίποτε άλλο δεν προσφέρομε παρά αυτά τα λα-
βωμένα σώματα που περιφέρονται σαν τις σκιές.

15

Η λεωφόρος των βελανιδιών
η λεωφόρος των υποκαστάνων
ο κήπος με τις μανόλιες ράχη πεθαμένου κύκνου ανα-
γυρτού στα χείλια του νερού της λίμνης.
Ο εννοσίγαιος καημός της υποχθόνιας ορμής σε ποιόν θα
δοθεί
ποιόν θα αποδώσει στην επιθυμία της θάλασσας και στο
βουητό το κυκλωτό των κοχυλιών
φεύγεις χαρά στη στροφή της φτερούγας κατά το νότο
φτερούγισε προς τα ζεστά νερά
μα το τόξο πού έγραψε πριν αφήσει τους τελευταίους χαι-
ρετισμούς
δάκρυα ή χαμόγελα που ο άνεμος τα έφερνε πολύτιμα λι-
θαρόπουλα βροχή και δίσκους χρυσούς
δείχνει στην άνοιξη των λεμονανθών και στον πορτοκα-
λεώνα της μνήμης
εκεί που σπέρνεις τα μάτια σου και οι καρποί των χεριών
σου φυτρώνουν
στον άσπορο κάμπο παπαρούνες
εδώ που οι χαίτες των καλαμιών σφυρίζουν το σκοπό που
άκουγες μικρή
στο χαγιάτι της θεωρίας σου
σεβαστές δέσποινες έχοντας κύκλο και γέρους μυθικούς
και αν σε έβλεπα τώρα σε βλέπω κάθε νύχτα και κάθε
μέρα με μαγείες και φίλτρα
και φοβάμαι στην κόχη της γωνίας τον ήχο μιας δικαιο-
σύνης να με πετάξει στην πυρά
θα μου έλεγες τα λόγια που μου λες
που μου λέει το είδωλο
το άγαλμα στον ουρανό σου:
ο βέλιουρας και το πελώριο φίδι με το κεφάλι σαν το κεφάλι
του μικρού παιδιού
το πηγάδι που άχνιζε στην ομολογία της Σελήνης
οι υπάρξεις που δεν μπόρεσαν να βγουν στο φως και στον
αέρα της παρουσίας
και κυλιούνται στο στροβίλισμα ενός παράξενου χορού
που τελειώνει με το βελούδινο άγγισμα της γεύσης στο στή-
θος του σκοτωμένου παγονιού
που τρέμει και κείται και σπαράζει και οι κραυγές του
τώρα μόνον τώρα παύουν να σχηματίζονται άναρθρες
στο αραβούργημα της απουσίας.

16

Ο βράχος του αγίου Μαρίνου
καθώς μέρες καθόμουν στο θεωρείο του κόπου
στριφογυρνούσε αδιάκοπα στο υποκίτρινο της ζελατίνης
χρώμα
έτσι δεν μπορώ να πω πως χρύσιζε στον Έσπερο ή στο
φως του ήλιου βασιλιά
μόνο που με παρηγορούσε η ιδέα της άνυδρης χώρας στην
κορυφή σκαρφαλωμένης
τις νύχτες στο απαλό κυμάτισμα του πέπλου της
όμως
καθώς την ήμερα στο πρώτο του ήλιου χαμογέλιο διασκέδα-
ζαν οι ακτίνες
στην δίχως έλεο πεδιάδα της άτροπης χώρας
και κάρφωναν τα μάτια μου στη γωνία του κοιμητηρίου
και το σώμα μου πονούσε από τα μπρούντζινα βέλη ή μέλη
του απίθανου σκηνικού
πού σαν αράχνη κεντούσε στο διάστημα της ζωής μου το
νήμα της σκιάς της
και ο πριν ασπιδοφόρος εγώ δίχως σκουτάρι έτρεχα σε θή-
κες βιβλίων να κρυφτώ
ή να χαθώ και μέσα στη σκόνη να προσπαθώ να βρω
κουράγιο
Vespasiano da Bisticci με μινιατούρες από τα χέρια των
Atalanti dei Atalanti
και υμνολόγιο στη γλώσσα μας σημειωμένο και «ελευθε-
ρία» και ή μνήμη του Ιωάννη της Κλίμακος
και μπόρεσα για λίγο να υπάρξω χωρίς κουράγιο στις
παρυφές
ώσπου έπεσα στο χώμα ουρλιάζοντας «έτσι να τίζουμαι
εγώ;»
και αρνιόμουν να σταθώ στα πόδια μου και αρνιόμουν σε
μένα να δω τα μάτια της καρδίας μου
και τιζόμουν με μένος και ρόγχο ετοιμοθάνατου και αναρω-
τιόμουν
αν αυτό που είχα δει αστροφορούσε και σε μένα:
«παίζει την αλήθεια».
Ώσπου ο Salvator Mundi του Αntonello da Messina με
το καθηλωμένο δάχτυλο
σαν το λαιμό του Ιησού Χριστού στη σταύρωση του Μa-
saccio
που έδειχνε πέρα ίσως στο στενό της Μεσσήνης
με τίναξε άνέλπιδα στον Υμηττό και στα αρώματα των
υακίνθων
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
και η πανσέληνος στο δρόμο των ροβινιών και των νεα-
ρών κυπαρισσιών με οδηγούσε
στην ησυχία των ρόδων που εκόσμησε τη νεκρική τριήρη
και το λαιμό του εννεάχρονου μέλανος ταύρου και την
καρδιά των κοχυλιών.
Ακούστηκαν της νύχτας τα τριζόνια μέσα στο θέρος των
σταχυών
και ράγισε ή μαραμένη πια των ρόδων ησυχία
και πέταξαν από τα σπλάχνα της και από την ειδωλόθυτη
καρδιά της σμάρι τα χελιδονόψαρα
γαλάζια με άσπρες ασημόφεγγες κοιλιές δείχνοντας τις πορ-
φυρές γραμμές του ορίζοντα
να κλείνουν πίσω από τα λευκά μάρμαρα και να υψώνεται
ο Αττικός μενεξεδένιος ουρανός.
Λυκαβηττός Πεντέλη Φιλοπάππου Υμηττός
στεφάνωσαν τον πόνο της καρδίας μου και στο δειλινό ανα-
στήθηκα πάνω στη χαμογελαστή πενθοφορούσα Άνοιξη
της πρώτης μου ελπίδας
και έζησα.

SILENCE WORK IN PROGRESS!

*Από την «Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής».

**Ο Παύλος Γερένης (Καλαμάτα, 1956) ζει στην Ιταλία και την Αυστρία. Έχει εκδόσει τη συλλογή «Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής», εκδ. «Γνώση», 1981, και στα ιταλικά ένα βιβλίο με διηγήματα («Le infedeltà del pensiero») και μια ποιητική συλλογή («Angeli a perdere») το 2006.

***Τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής έχουν ήδη δημοσιευτεί στο Κόσκινο.

Leave a comment