Στέλλα Δούμου-Γραφάκου, Τρία ποιήματα

John Olsen, Five bells (1963)

ΑΧΡΟΝΟΙ ΚΑΤΑΥΛΙΣΜΟΙ

Στη μέση της Καμάρας
εκεί ακριβώς που έσταζε ο ουρανός
χτυπώντας το χέρι στο γόνατο
αυτός είπε: ε, λοιπόν ναι Νταγκ, ποντάρω στο σπασμένο δόντι του θεού.
Και ξέρεις γιατί Νταγκ;
Γιατί σκάρτεψαν πολλά οχτώ για να γίνει
το πορτοκάλι οιωνός
και τα μικρά μου μάτια, μέλισσες.
Και δες τι βλέπω, πίσω απ΄τη γκρίζα ζώνη της φωτιάς:
Πέρα απ’ το παντελόνι μου που καίγεται
ιδού το πρόσωπό μου, ένας μπάσταρδος ψίθυρος
που δεν κάνει άλλο απ΄ το να ζητάει
χώμα κι ας είναι και ξερό.
Πάλεψα Νταγκ, με λύσσα, σου λέω,
γύρεψα με τα μάτια τη γύρη του Κόσμου
και σιγοκάηκα να μηρυκάζω το αλάτι
των χειμώνων. Με στήθος επιούσιο
κουράστηκα να αναπνέω ανάποδα Νταγκ
έρεψε η μηλιά μέσα στα βροχικά των κήπων μου
κι ο θάνατος έχει διασχίσει πλήκτρα νερών και άνθη κύκλων
για να ‘έρθει φέγγαρος ορθάνοιχτος να με πετύχει.
Μέχρι ν’ ανάψεις μια ακτίνα θα γειτονέψουμε Νταγκ
θα φοράμε μαζί τρύπιες κάλτσες και τις ταμπέλες εκείνες,
των σπασμένων ανθρώπων
στην πατρίδα
που δεν έχει όνομα.

*

ΘΕΩΡΕΙΟ

Στη λίμνη της λάμπας είναι χάραμα,
όσο κι αν ξηλώνονται τυφλά
αγάλματα σκιών απ’ τα νεφρά
του απέναντι κτιρίου
είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσει κανείς
με ολισθηρές λέξεις εναντίον τους
αφού η ανάπτυξή τους επί του δρόμου
γίνεται θωπευτικά.
στη λίμνη της λάμπας πεταλούδες
φορούν τ’ αδιάβροχα μάτια τους.
το θέαμα πλαντάζει
εγώ, στο θεωρείο
θυμάμαι ασκήσεις κεκλιμένων
εδαφών.
Και πέφτω.

Να μασάς τη νύχτα μέχρι το κόκαλο
να, αυτό είναι όλη η ιστορία.

*

ΝΗΚΤΙΚΟ

Πριν ταΐσει το μαξιλάρι ύπνου, γεμίζει το κεφάλι του
Μ’ ένα σωρό πούπουλα από χήνα που ξημερώθηκε
Σε λίμνη χορτασμένη.

Τα πρωινά ξυπνάει πεινασμένος
Κι ελάχιστα αδιάβροχος.
Πίνει τον καφέ του με έναν σφυγμό νηκτικού.

Leave a comment