Στέφανος Ροζάνης, Τρία ποιήματα

Το δίκαιο των σωμάτων

Διισταμένων των ψυχών
Επανέρχεται ως σώμα στη μοναδικότητα
ενός νυχτερινού ρεμβασμού
Μεταξύ των αχράντων και της μέριμνας
της βιοτικής
Που καταδυναστεύει τα όνειρά μας

Ανήκουστος ψιθυρισμός
Καταβεβλημένος από τις φωνές που εγείρονται
καταμεσής των μαιάνδρων της πύλης
Και των λαχανιασμένων αποστροφών
που πλήττουν καίρια το φως της ημέρας

Αν οι λέξεις μεταξύ των ψυχών ίστανται
Τότε το δίκιο των σωμάτων απόλλυται
Σε μια μόνο στιγμή

*

Επίκυκλοι

Επίκυκλοι συναισθημάτων
Λησμονημένοι στην ουράνια σφαίρα
Ψευδείς ή αληθείς

Πώς να επικυρώσω την αρχή
που τους συνέχει
Όταν εξάλλου τους αρνούνται οι θεοί
και οι τόποι συνθλίβονται από το βάρος τους
και επιστρέφουν στο σκοτάδι
πατώντας τον θάνατο

*

Όπως…

Όπως τα πρώτα ποιήματα που ποτέ
δεν έπαψαν να με αναγγέλουν
Όπως ο θάνατος που ποτέ δεν έπαψε
να με προβλέπει
Όπως τα λόγια που ποτέ δεν έπαψαν
να με συλλέγουν

Αναρίθμητα τενάγη που μέσα τους
σκόρπισα την απουσία μου
Αντιπαλότητες και ενοχές το έξω
της ψυχής μου

Αν καταφεύγω σε σένα είναι γιατί
αλλιώς δεν μπορώ να κάνω

*Από τη συλλογή “Το δίκαιο των σωμάτων” (2011). Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο συλλογικό τόμο ‘Ποιήματα 1966-2012’, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2024.

Vittorio Sereni, Τρία ποιήματα 

Κυριακή μετά τον πόλεμο
 
Για δυο που ξανανταμώνουν μια
Κυριακή μετά τον πόλεμο
μπορεί άραγε
να ξανανθίσει η έρημος της θάλασσας;
 
…αγάπα με –λέει αυτός– σαν επωδό
αγάπα με μ’ όλη σου τη δύναμη
με τη δύναμη μιας ρεβάνς για όλ’ αυτά τα χρόνια…
Όμως
 
…τους πρώτους τού πολέμου καιρούς
όταν δεν υπήρχαν Κυριακές
παρά μόνο μία άνοστη απελπισία, ένα σάστισμα
σήμαντρων, κατάλοιπο
καπνού που άραξε αρόδο
του τελευταίου ποσταλιού από το Άμστερνταμ…
 
Να, τώρα καταβροχθίζονται με τα μάτια,
δοκιμάζει ο ένας τον άλλον κρυφαγγίζουν τα χέρια
πάνω στο υφαντό του τραπεζιού.
 
…θάλασσα για χρόνια μονήρης
χρόνια προσμετρούμενα με κύματα
ένας άτονος θαλασσινός βραχίονας
καιρού που πέτρωσε στο διάκενο
της αφωνίας…
Είναι άραγε δυνατόν να ξανανθίσει η έρημος της θάλασσας;
 
Να όμως που αλληλοσμίζονται προσεκτικοί
ευγενικοί και σχεδόν τρυφεροί
– Βρετανός αυτός αυτή Φλαμανδή –
κι έπειτα ρίχνονται στο νταλαβέρι της σχέσης
σήμερα κιόλας που δεν είναι καν Κυριακή.
 
(1982)

*

Και ιδού οι φωνές χαμηλώνουν

Και ιδού οι φωνές χαμηλώνουν και οι φίλοι
είναι τόσο ξέμακροι
η κραυγή που τους καλεί
είναι χαμηλότερη από ψίθυρο.
Όμως με τα χρόνια επιστρέφει
το νεκρικό και διαυγές σου μειδίαμα
μοιάζει με τη λίμνη
που βουτάει βάρκες κι ανθρώπους
αλλά δίνει χρώμα στα πρωινά μας.

(1940)

*


Οδός Σκαρλάττι
 

Όχι με άλλους παρά με σένα
τούτη η συνομιλία.
Μεταξύ δύο μυχών οχλοβοής, όχι μακρύς,
προχωράει, όλο σπίτια, ο δρόμος·
μα αίφνης τον ανοίγει ένα ρήγμα
απ’ όπου εισβάλλουν καχεκτικά χαμίνια
και ίσως ο ήλιος την άνοιξη.
Τώρα μέσα του μοιάζει πάντα νύχτα.
Παραπέραολοένα σκοτεινιάζει,
στάχτη και καπνόςείναι ο δρόμος.
Αλλά τα πρόσωπα, για τα πρόσωπα θα σε γελάσω:
σκιά μάλλον σκιά κούρασης και οργής.
Αυτόν τον πόνο τον κοροϊδεύει
ο χτύπος εφηβικών τακουνιών,
το αναπάντεχο ξελαρύγγιασμα ενός ντουέτου
όπερας σε μια σύναξηορμητική.
Κι εδώ σε περιμένω.
 
(1965)

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου. Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο https://www.poiein.gr

Ahmad Abu Omar, Μια καρδιά που αρνείται να λυγίσει

Υπήρξε κάποτε ένας καιρός
που η ζωή κυλούσε ήσυχα,
απλά και αληθινά.
Τα πρωινά ξημέρωναν με το χρυσό φως του ήλιου,
όχι με τον εκκωφαντικό ήχο των εκρήξεων.
Μετρούσαμε τα όνειρά μας,
όχι τις πιθανότητες να επιζήσουμε άλλη μία νύχτα.

Ζούσαμε τις μικρές, συνηθισμένες στιγμές,
εκείνες που κανείς δεν αντιλαμβάνεται πόσο πολύτιμες είναι,
παρά μόνο όταν χαθούν για πάντα.

Δουλεύαμε.
Αγαπούσαμε.
Χτίζαμε το μέλλον μας με τα ίδια μας τα χέρια.
Το αύριο ήταν μια βεβαιότητα,
όχι ένας φόβος που διστάζαμε να αντικρίσουμε.

Ύστερα ήρθε ο πόλεμος.
Δεν χτύπησε την πόρτα.
Δεν προειδοποίησε.
Δεν έδειξε έλεος.
Εισέβαλε στα σπίτια μας,
στους δρόμους μας,
στις αναμνήσεις μας.
Και άφησε πίσω του πληγές
που δεν φαίνονται στο βλέμμα,
μα χαράζονται βαθιά στην ψυχή.

Πήρε το γέλιο από τα πρωινά μας,
τη γαλήνη από τις νύχτες μας,
και κομμάτια από την καρδιά μας
που ίσως να μη βρούμε ποτέ ξανά.

Οι νύχτες έγιναν ατελείωτες.
Η σιωπή βάρυνε.
Ο φόβος έγινε ο αχώριστος σύντροφός μας.

Κι όμως, ο μεγαλύτερος πόνος
δεν είναι η πείνα.
Δεν είναι η κούραση.
Ούτε τα ερείπια που μας περικυκλώνουν.
Ο μεγαλύτερος πόνος
είναι να κοιτάζεις ένα παιδί στα μάτια
και να ακούς μια ερώτηση
που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε ποτέ να κάνει.
«Θα ζήσουμε;»

Όταν ο ουρανός μοιάζει να γκρεμίζεται,
η καρδιά μου τρέχει στα παιδιά μου
πριν ακόμη προλάβει να κινηθεί το σώμα μου.
Τα σφίγγω στην αγκαλιά μου,
σαν να μπορούν τα χέρια μου να γίνουν κάστρο,
σαν να μπορούσε η αγάπη μου, από μόνη της,
να τα προστατεύσει από τη φωτιά που πέφτει από τον ουρανό.
Κρύβω τα δάκρυά μου.
Καταπίνω τον φόβο μου.
Φοράω τη δύναμη στο πρόσωπό μου,
γιατί μικρές ψυχές διαβάζουν κάθε έκφρασή μου.

Μα μέσα μου
μαίνεται μια καταιγίδα
που δίνω μάχη να κρατήσω σιωπηλή.
Εδώ, η δύναμη δεν είναι επιλογή.
Είναι καθήκον.
Είναι υπόσχεση.
Είναι ο σταυρός που σηκώνουμε
για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν
ότι υπάρχει ακόμη ένα αύριο.

Κι όμως…
Μένουμε όρθιοι.
Αντιστεκόμαστε, μένοντας.
Σηκωνόμαστε μέσα από τις στάχτες.
Ξαναχτίζουμε ό,τι χάθηκε
με χέρια κουρασμένα,
μα με ψυχές που δεν παραδόθηκαν.
Αντιστεκόμαστε κάθε φορά
που προστατεύουμε ένα χαμόγελο.

Κάθε φορά
που φυτεύουμε ένα όνειρο στην καρδιά ενός παιδιού.
Κάθε αυγή που ξυπνάμε
και ψιθυρίζουμε: «Είμαστε ακόμη εδώ.»
Μπορούν να γκρεμίσουν τα σπίτια μας.

Δεν μπορούν όμως να γκρεμίσουν τη μνήμη μας
Μπορούν να σκοτεινιάσουν τον ουρανό μας.
Δεν μπορούν όμως να σβήσουν το φως
που συνεχίζει να καίει μέσα μας.

Δεν ζητάμε θαύματα.
Ζητάμε αυτό που αξίζει κάθε άνθρωπος.
Μια νύχτα χωρίς φόβο.
Ένα σπίτι χωρίς πένθος.
Μια παιδική ηλικία
που δεν θα μετρά τις εκρήξεις,
αλλά τα αστέρια.

Μια μέρα
που τα παιδιά μας
θα μάθουν ξανά
τη γλώσσα των ονείρων
κι όχι τη γλώσσα της επιβίωσης.

Αυτή δεν είναι μόνο μια ιστορία πολέμου.
Είναι μια ιστορία αξιοπρέπειας.
Μια ιστορία αντοχής.
Μια ιστορία αγάπης
που επιμένει να ανθίζει
ακόμη και πάνω στα ερείπια.

Είναι η ιστορία μιας καρδιάς
που πληγώθηκε αμέτρητες φορές,
μα αρνείται να λυγίσει.

Μιας καρδιάς που,
παρ’ όλα όσα έχασε,
συνεχίζει να χτυπά.

Και όσο χτυπά,
η ελπίδα παραμένει ζωντανή.

*Επιμέλεια και μετάφραση στα ελληνικά: Lale Alatli

Δημήτρης Γκιούλος, από τις «αναμνήσεις από το τέλος»

Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες
η λυρική ποίηση
η διδακτική λογοτεχνία
το δυστοπικό σινεμά
είναι σαν το σταθερό τηλέφωνο
ανήκουν
στο άλλοτε
Τώρα
εδώ
οι μεταφορές
εκτελέστηκαν
οι παρομοιώσεις
σαν να κούρασαν
ίσως
κι εμείς
που τα ιστορούμε
Σαφώς
κι πρόκειται
περί
μιας
αναγγελίας
τέλους

ίσως
και
αρχή

Έχει σημασία από πού θα αρχίσεις μια αφήγηση

Επιλέγω να ξεκινήσω από το τέλος

……………………

Κλωστή
που ξηλώνεται
καθώς
γυρνάμε
στο χθες

……………………

Κάναμε
τον θάνατο
τέχνη
έτσι
κανείς
δεν μπορεί
παρά
να μας αποκαλέσει
καλλιτέχνες
Κατακτήσαμε
τον θρήνο

για το χειροκρότημα
θα φανεί

*«αναμνήσεις από το τέλος», εκδ. Κείμενα, 2026.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Αποκάλυπτε το σώμα

Artwork: Francis Picabia

Με ηρεμία άρχισε να βγάζει
ένα ένα τα ρούχα της
πριν πέσουν στο κρεβάτι για έρωτα.
Χωρίς επιδεικτική έπαρση
στο ύφος και τις κινήσεις της,
αποκάλυπτε τις όμορφες καμπύλες της.
Τον διέγειρε το γυμνό σώμα της,
το χαμηλωμένο βλέμμα,
η σεμνότητά της εκείνη τη στιγμή.
Λίγο πριν αρχίσει η οργιαστική κλινοπάλη τους,
μέσα στη σεμνότητα
το κάλλος της φεγγοβολούσε.

Βύρων Λεοντάρης (1932 – 6/8/2014), Έτσι που τραύλισα…

Φωτογραφία: Noemia Prada

Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας
Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη
Ανάσα και χειρονομία καμμιά μέσ’ στα αδειανά φωνήεντα
κι ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα
και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού
και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους
Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μέσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε
Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο
– αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση… –
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο
Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
Αλλά το τρομερό καραδοκεί
Ό, τι δεν είναι τέχνη μέσ’ στην τέχνη
αυτό
το ανθρώπινο
αυτό
κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει

*Από τη συλλογή «Εν γη αλμυρά», εκδ. Έρασμος, 1996.

Νίκος Αλέξης-Ασλάνογλου (17 Σεπτεμβρίου 1931 – 6 Αυγούστου 1996), Τέσσερα ποιήματα

Φωτογραφία: Angiulet Dundulet

Το θαύμα

Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια.
Χτες γεννήθηκαν και πώς ξέρουν κιόλας
με τόση ακρίβεια
όλα τα κατσικίσια πράματα.
Θαρρείς και σπούδαζαν κατσικοσύνη μια ολόκληρη
αιωνιότητα.

*

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
είν’ ένας ήλιος πού ‘πεσε στη θάλασσα
είναι
ένας τιτάνιος δίσκος που
παλεύει να γλιτώσει απ’τα ο νερό τσιρίζει και αφρίζει
αφήνοντας φωτός ένα χυμό.
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
κυνηγημένο από πόνο κ’ ηδονή στριφογυρίζει
Ανεβοκατεβαίνει βράζει και σβήνει
βάφοντας το νερό πορτοκαλί.
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
Ησύχασε•
διαλύοντας
το σχήμα του που αντιστέκονταν ησύχασε
κ’ είναι συμφιλιωμένο πια με το νερό με τον πνιγμό
με όλα.
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
ταξιδεύει τώρα στις φλέβες μου
και χαίρονται
τα αγαθά των βιταμινών
όλοι
οι κάτοικοι
ως τ’ ακρότατα σύνορα του κορμιού μου.

*

Επαφή

Κρατημένος απ’ τον
αλουμινένιο
στύλο του αστικού
σ’ άγγιζα με τον πήχη μου στην πλάτη.
Από κει έβλεπα
από κει άκουγα
από κει οσφραινόμουν.
Ήταν παράθυρο εκείνο το άγγιγμα
ήταν πληγή ηδονής κι ήμουν ποτάμι
ηλεκτρισμένου καταρράχτη απ’ όπου χυνόμουν
στο κορμί σου.

*

Σόμπα

Με ποιόνε απόψε να μιλήσω Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
Μπήγεις τη ζαρωμένη σου γροθιά στον τοίχο, Σόμπα
Κι αν είναι ντενεκένια η καρδιά σου και στις φλέβες σου
τρέχει πετρέλαιο ξέρω πως
Είσαι ενσάρκωση του ʼγνι και απόγονος
Της σπιτικής θεάς Εστίας και ξέρω πως
Είν’ η ψυχή σου από φωτιά· α πόσο χαίρομαι
Σόμπα ν’ ακούω εκείνο το
Λαμπαδολαμπάδιασμα της ψυχής σου και
Να νιώθω την
Με τα γαλάζια της ποδάρια ριζωμένη στο πετρέλαιο να χορεύει
Τη φλόγινη γύμνια της
Απλώνοντας τη ζέστα στη σάρκα μου
Στα ρούχα μου, στα βιβλία μου, σ’ όλη
Την κάμαρά μου, ακόμα και… α Σόμπα
Πόσο με συντροφεύει η ψυχή σου εδώ μες στο κελί μου
Πόσο μου δίνει δύναμη να υφαίνω
Το κάλυμμα ετούτο του κενού· και βέβαια συ
Θαρρώ με νιώθεις σ’ όλα ετούτα Σόμπα
Τι κι αν δεν έχεις μάτια, μύτη ή αυτιά
Έχεις και συ δα τόσες τρύπες, κάτι ξέρεις
Κι όχι μονάχα από τούτα, μα κι απ’ τ’ άλλα
Τα μακρινά κι έξω απ’ το σπίτι όταν
Απάνω στην ταράτσα μού καμώνεσαι
Πως βγάζεις μέσ’ απ’ το καπέλο σου καπνό και τέτοια κόλπα
Το νιώθω, ακούς, μυρίζεις, βλέπεις, ξέρεις για
Τα τρυφερά ποδάρια της βροχής, για τους αγγέλους
Που χορεύουν και στροβιλίζοντ’ α–
λαφροπατώντας με
Νιφάδες χιονιού, για το αίνιγμα
Της ομίχλης
Στην πόλη που γίνετ’ η
Στοιχειωμένη χώρα του δράκοντα. Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και…
Σόμπα Άσε με τώρα να γυρίσω την καρδιά σου στο μηδέν
Άσε ν’ ακούω ξαπλωμένος στο σκοτάδι
Της συστολής σου εκείνο το
Σκουριασμένο μερμήγκιασμα, π’ όλο χάνεται,
Ενώ ο νους μου βασιλεύει και ολόκληρος
Βουλιάζω μες στον ύπνο κι εξαγνίζομαι.

Tim Pigott, Prison Poem / Ποίημα της φυλακής

the cell is small and square
light falls like loneliness
here, memory is more real than life

even the memory of the wings of birds, bating
even the laughter of children
even the fabulously strange and insignificant
dreams of homesick migrant workers
even the blood-stained midsummer moon
even the drunken roaring ocean
even the spider who spins his web
as perfect as silence
cannot know how small
a man is
alone

το κελί είναι μικρό και τετράγωνο
το φως πέφτει σαν μοναξιά
εδώ, η μνήμη είναι πιο αληθινή από τη ζωή

ακόμη και η ανάμνηση των φτερών των πουλιών που πλαταγίζουν
ακόμη και το γέλιο των παιδιών
ακόμη και τα παραμυθένια, παράξενα και ασήμαντα
όνειρα των μεταναστών εργατών που νοσταλγούν την πατρίδα τους
ακόμη και το αιματοβαμμένο καλοκαιρινό φεγγάρι
ακόμη και ο μεθυσμένος ωκεανός που βρυχάται
ακόμη και η αράχνη που υφαίνει τον ιστό της
τέλεια όσο η σιωπή
δεν μπορούν να γνωρίζουν πόσο μικρός
είναι ένας άνθρωπος
μόνος

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Henry David Thoreau, We must learn to reawaken / Πρέπει να μάθουμε να ξαναξυπνάμε

We must learn to reawaken
and keep ourselves awake,
not by mechanical aids,
but by an infinite expectation
of the dawn, which does not
forsake us even in our
soundest sleep.

I know of no more encouraging fact
than the unquestionable ability
of man to elevate his life
by a conscious
endeavour.

It is something to be able to paint
a particular picture, or to carve a statue,
and so to make a few objects beautiful;
but it is far more glorious to carve
and paint the very atmosphere
and medium through which we look,
which morally we can do.

To affect the quality of the day,
that is the highest of arts.

Πρέπει να μάθουμε να ξαναξυπνάμε
και να παραμένουμε ξύπνιοι,
όχι με μηχανικά βοηθήματα,
αλλά με μια άπειρη προσδοκία
για την αυγή, η οποία δεν
μας εγκαταλείπει ούτε καν στον
πιο βαθύ ύπνο μας.

Δεν γνωρίζω πιο ενθαρρυντικό γεγονός
από την αδιαμφισβήτητη ικανότητα
του ανθρώπου να ανυψώσει τη ζωή του
με μια συνειδητή
προσπάθεια.

Είναι κάτι το να μπορείς να ζωγραφίσεις
έναν συγκεκριμένο πίνακα ή να σμιλεύσεις ένα άγαλμα,
και έτσι να κάνεις μερικά αντικείμενα όμορφα,
αλλά είναι πολύ πιο ένδοξο να σμιλεύεις
και να ζωγραφίζεις την ίδια την ατμόσφαιρα
και το μέσο μέσω του οποίου βλέπουμε,
κάτι που ηθικά μπορούμε να κάνουμε.

Να επηρεάζεις την ποιότητα της ημέρας,
αυτή είναι η υψηλότερη από τις τέχνες.

*Από εδώ: https://poeticoutlaws.substack.com/p/we-must-learn-to-reawaken?utm_source=post-email-title&publication_id=811133&post_id=198407656&utm_campaign=email-post-title&isFreemail=true&r=5f6ik6&triedRedirect=true&utm_medium=email Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Helen Ivory, Τρία ποιήματα

Θα ήθελες να ζεις πλουσιοπάροχα;
-BLACK PHILLIP: The Witch, 2015

Σε έχω δει
στην είσοδο του δάσους
να εισπνέεις την οσμή των δέντρων σαν φάρμακο.

Και έχω στείλει τους πιο βελουδένιους λαγούς
ως δώρο της καρδιάς μου
για να σε γλιτώσουν από το άχθος του κόσμου.

Ήσουν η ευσεβής κόρη –
έπλενες στο ρυάκι τα κουρέλια του πατέρα σου.
Δεν χόρτασε ακόμα τη Θεία χάρη;

Οι γονείς σου σε πρόσταξαν να προσευχηθεί για φως
ενώ σε κυκλώνουν από παντού οι σκιές –
άκου, τώρα σε σημαδεύουν σαν μάγισσα, χωρίς ούτε ένα ψήγμα απόδειξης.

Έλα, ακολούθησε με, έχω τέτοια αφθονία για σένα.
Πάντα υπάρχει λίγη αιματοχυσία
όταν γεννιέται μια γυναίκα.

*Μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου.

*

Μόνο οι Κακιές Μάγισσες Είναι Άσχημες
-ΓΚΛΙΝΤΑ Η ΚΑΛΗ ΜΑΓΙΣΣΑ, Ο μάγος του Οζ, 1939

Βγαίνεις λαμπερή από μια φυσαλίδα που σκάει στον ουρανό
το φόρεμά σου στολισμένο με αστέρια,
ή μήπως τινάζεσαι μέσα από τη γη που ξερνάει κόκκινο καπνό;

Είσαι περισσότερο ροδάκινο με κρέμα ή βατράχι στο βάλτο;
Μαστουρωμένη με όπιο σε λίκνο από παπαρούνες
ή σε πλήρη εγρήγορση από το ταρακούνημα μιας χιονοθύελλας;

Είσαι καλύτερη από καλή σε ένα καλάθι καλού
λύνοντας τα μάγια του κακού με το λευκό μαγικό σου ραβδί,
ή μήπως είναι η δύναμή σου το σκανδαλώδες σου κορμί;

Είσαι καλή μάγισσα ή κακιά μάγισσα;

*Μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου.

*

Τα Συστατικά

Υπήρχανε πνεύματα στη φωτιά
σκιές που στέκονταν γύρω,
ζωντανά που πήραν την κάτω βόλτα, πυρετός
κι αυτός ο παρατεταμένος χειμώνας
που σχεδόν μας ισοπέδωσε όλους.

Σε εκείνα τα χώματα
στολίσαμε μια μαριονέτα από σάρκα και οστά
βάζοντας γύρω τριγύρω ξύλο χλωρό –
κατόπιν η καύση ήταν αργή
κι όλοι ζεστάναμε τα χέρια μας.

Οι θρήνοι δεν είχαν σημασία
γιατί δεν ήταν άνθρωπος
ήταν μόλις και μετά βίας μια γυναίκα·
ένα άκαρπο τίποτα, ένα στοιχειό
που κάηκε μαζί με την κακία του.

*Μετάφραση: Νικόλας Κουτσοδόντης.

*Από το βιβλικό “η κατασκευή της μάγισσας”, εκδ., θράκα, 2025.