Αργύρης Χιόνης, ένα ποίημα 

Ποιήματα

ΚΔ’

Το επάγγελμά μου είναι να μεθάω τους άλλους
Όλη η ζωή μου εξαρτιέται από των πελατών τη μέθη
Κι αυτή δεν πρέπει να ‘ναι γρήγορη ούτε ξαφνική
Αλλά αργή μεθοδική γιατί έτσι μόνο
Γίνεται κατανάλωση κρασιού μεγάλη
Κι ύστερα οι πελάτες μου δεν πρέπει
Να νιώθουν μόνοι ή γελοίοι με τη σκέψη
Ότι αμέθυστος εγώ γελάω με τα καμώματά τους
Έτσι αναγκάζομαι κι εγώ να πίνω
Και να μεθάω μαζί τους και να τραγουδάω
Κι όλες τις τρέλες που αυτοί κάνουνε
Να κάνω όλη τη νύχτα ώς τα ξημερώματα
Ώσπου να μείνω μόνος
Και με κατεβασμένα τα ρολά
Να κάτσω να μετρήσω τις εισπράξεις

Alejandra Pizarnik, Ένα φως, μια λάμπα

Ένα φως, μια λάμπα
το απόμακρο της νύχτας.
Το απόμακρο του απόμακρου
γεννιέται από μένα, γεννιέται με την
μουσική.

Να ζεις ελεύθερος.

Στα πέρατα
στις αμμουδιές,
στη μοναξιά,
στη θεϊκή ακινησία του έρωτα.

Η ελευθερία του να είσαι μόνο στάχτη.

Πεθαίνω στη μουσική που παίζει ο έρωτας

*Μετάφραση: Στάθης Ιντζές.

Vittorio Sereni, Ποιητές στον οδό Μπρέρα: Δύο εποχές

Χρειάζεται ένας αιώνας περίπου
-φλεγόταν ο Ουνγκαρέτι στην είσοδο
της Γκαλερί Απολινέρ-
χρειάζεται όλος ο κόπος όλο το κακό
όλο το σάπιο αίμα
όλο το αγνό αίμα
ενός ολόκληρου αιώνα για να φτιαχτεί ένας…

(Στο μεταξύ
στο απέναντι πεζοδρόμιο
δυο-δυο πιασμένοι αγκαζέ
δυο-δυο μισώντας αλλήλους
μέσα από γουργουρητά αμοιβαίας αγάπης
έξι παρέλασαν. Έξι)

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Θράκα”, Νο 1, Φθινόπωρο 2013. Μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας.

Denise Jallais, Τέσσερα ποιήματα

Το σώμα μου μέσα στα μάτια σου
ανάβει πράσινα μικρά στιλέτα
Αγαπάς τα μαλλιά και τις γάμπες μου
την καρδιά και το στόμα μου
Όπως εγώ δε θέλω πια να μ’ αγαπάς

*

Σ’ αγαπώ για όλες τις συμφορές που μου πετάς
Για τις μέρες που είναι σκληρές και γκρίζες σα χωριάτικο ψωμί
Και πλέκω μαζί τους το σπίτι, την καρδιά και το κορμί μου

*

Σαν ένα μικρό γινωμένο ροδάκινο
θα πέσεις μέσα στη ζωή μου
Και θα σε μαζέψω με φροντίδα

*

Όταν την καρδιά μου πελεκάς
πονώ τόσο πολύ
που θα μπορούσα χωρίς να το καταλάβω
μέχρι τη θάλασσα να τρέξω
Κι εκεί με ησυχία να πεθάνω
όπως ένα κοχύλι

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Θράκα”, Νο 1, Φθινόπωρο 2013. Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης.

Δανάη Σιώζιου, Δύο ποιήματα

ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Ο δάσκαλος τιμωρεί τους συμμαθητές μου, τους δένει το αριστερό χέρι, τους σηκώνει στον πίνακα, βάζεις τις φίλες μου να νηστεύουν όρθιες στη γωνία,. Εμένα μου σκίζει το μπλοκ με τις ζωγραφιές.
Το καινούργιο σχολείο εάν Άι ωραίο, έχει πόρτες, παράθυρα, αυλή, πίνακες, αίθουσα. Κάνουμε μάθημα, πετροπόλεμο, βήμα για την παρέλαση, γράφουμε στο θρανίο ποιος αγαπάμε, τους άλλους δεν τους παίζουμε. Μια κυρία Σαύρα Διευθύντρια επιλέγει έναν κάθε πρωί και ξεκινάμε τη μέρα μας όλοι μαζί τιμωρημένοι στο προαύλιο, ώρα προσευχής.

ΠΙΕΡΟΤΟΙ

Που ήμασταν παχουλό μωρά
ποτέ δεν μας συγχώρεσαν
μας τσίμπαγαν τα μάγουλα
μας στρίμωχναν μες σε κάτι
διχτυωτά πάρκα
με κόπο σκαρφαλώναμε
κι όταν επιτέλους γλιτώσαμε
δεν ξαναβάλαμε
ποτέ πια συνολάκια.

*Από τη συλλογή “Χρήσιμα Παιδικά Παιχνίδια”, Εκδόσεις Αντίποδες 2018.

Ειρηναίος Μαράκης, Πυρηνικός πόλεμος(Μια μετα-ιστορική άσκηση φαντασίας)

Καρέ από την κόμικ ιστορία 32 Δεκέμβρη (32 Décembre, 2003) του Γιουγκοσλάβου δημιουργού Enki Bilal (Βελιγράδι, 1951). Περιλαμβάνεται στην Τετραλογία του Τέρατος. Το πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο Le sommeil du monstre (Ο ύπνος του Τέρατος) εκδόθηκε το 1998, και το τελευταίο, με τίτλο Quatre? (Τέσσερα; // Τελευταία Πράξη) ολοκληρώθηκε το 2007. Όλοι οι τόμοι έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά απο την ΜΑΜΟΥΘΚΟΜΙΞ.

«Μπορούμε άραγε να ξεχάσουμε εκείνη τη λάμψη;»


Tōge Sankichi, 6 Αυγούστου (απόδοση: Ειρηναίος Μ.)

Ο πυρηνικός πόλεμος
θα είναι η αρχή,
χρόνια μετά
ιστορίες θα λέμε
στα παιδιά
για εκείνη τη βόμβα
που έπεσε
στα κεφάλια μας
κάποιο ξημέρωμα
μιας μέρας
ανοιξιάτικης,
σχεδόν πασχαλινής.

Θα είναι 7 το πρωί
και θα κάνει κρύο,
στο πυρηνικό καταφύγιο
μαύρος θα είναι ο ουρανός
από τα κατάλοιπα του βομβαρδισμού
και οι αυτόματες μηχανές
θα αναζητούν
ζωντανούς
μέσα στα γκρεμισμένα.

Ο πυρηνικός πόλεμος
θα είναι η αρχή,
αιώνες μετά
στα ηλεκτρονικά βιβλία ιστορίας
η περίπτωση μας
θα είναι, απλά,
μια υποσημείωση
για την ανθρώπινη κοινότητα
καθώς θα έχουν αλλάξει
πια οι εποχές,
να το θυμάσαι.

Θα είναι 7 το πρωί
και θα κάνει κρύο,
στις αποικιακές εγκαταστάσεις μας
θα σημάνει ο συναγερμός
για την κυβερνοεπίθεση
κι εμείς, μεταλλαγμένοι και άβουλοι,
σαν από πάντα
καταφύγιο θα αναζητήσουμε
στο παρελθόν.

Αλλά παρελθόν πια
δεν θα υπάρχει.

4 Απρίλιου 2026

*Can we forget that flash? – Ο Tōge Sankichi (1917–1953) ήταν Ιάπωνας ποιητής, ακτιβιστής και επιζών της ατομικής βομβαρδιστικής επίθεσης στη Χιροσίμα. Η συλλογή του «Ποιήματα της Ατομικής Βόμβας» εκδόθηκε το 1951. Η Karen Thornber τιμήθηκε με το Βραβείο Sibley του Πανεπιστημίου του Σικάγο το 2011 για τη μετάφρασή της συγκεκριμένης συλλογής.

Εφ. Κα., Δύο μαντινάδες

Αντιιμπεριαλιστικό

Τη ζήση πήρες σοβαρά και μ’ έβαλες στον πάγο 
Ωσάν τον Τραμπ που κήρυξε στην Κούβα το εμπάργκο.

Ο Νετανιάχου έβαλε φούρνους στην Παλαιστίνη 
Έτσά κι εμένα ο σεβντάς με καίει και με ψήνει.

Και ο Ζελένσκι πρόδωσε την ίδια του τη χώρα 
Να χωριστούνε δύο ψυχές δεν έφτασε η ώρα.

*

7 μποφόρ

Απ’ του σεβντά σου το σκαρί επιάστηκα και μπήκα 
Και τώρα σαν τον ναυαγό στο πέλαγο εβγήκα.

Σαν θα αλαργέψει το σκαρί και το κορμί μαργώσει
Θα ‘ρθεί η μαύρη θάλασσα και τον σεβντά θα ζώσει.

Και θα πετάξει το σκαρί σ’ έρμη στεριά και ξένη 
Η αλισάχνη ας μας πει απ’ τον σεβντά ίντα μένει.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Στην κοινότητα των προσφυγικών

Στην κοινότητα των προσφυγικών,
φοράνε ακόμη το ίδιο δάκρυ
σαν εκείνο το παλιό του εικοσιδυό.
Πότισε άραγε στους τοίχους
το παλιό μοιρολόι,
για τις αγύριστες πατρίδες
και φύτρωσε αυτή η αλλιώτικη αποδοχή;
Κρατούν αγώνα να σταθούν.
Άνισο, μα αναγκαίο.
Ο Χρόνος μας κλωτσάει διαρκώς σε μια δίνη.
Κάθε στάση μετράει για πλευρά.
Η Ιστορία ήταν, είναι και θα είναι,
η δικιά μας πράξη ή απραξία
απέναντι στα γεγονότα.
Δεν γίνεται να σιωπώ ή να μην τα αναφέρω.
Όπως την άνοιξη γλαφυρά περιγράφω,
έτσι μαζί με τον αγώνα οι άνθρωποι
να βρουν μια στέγη τάσσομαι.
Να γλυτώσουμε μην σβήσει η φλόγα του κόσμου
όσο είναι ακόμη καιρός.
Ένας αγώνας άνισος, μα αναγκαίος.
Δεν γίνεται να σιωπώ,
όσο κάποιοι πεινούν μαρτυρικά για το δίκιο.
Δεν γίνεται να κοιτώ αλλού
παρά στον παλμό αυτής της φλόγας
για μια επιστροφή σε μια Γή
που ακόμη δεν έχουμε κατοικήσει.

Allen Ginsberg, Ουρλιαχτό

Βγάλτε τίς κλειδαριές από τίς πόρτες!
Βγάλτε τίς πόρτες απ’ τούς μεντεσέδες!

Γιά τον Κάρλ Σόλομον

Ι

Είδα τά καλύτερα μυαλά τής γενιάς μου χαλασμένα απ’ την
    τρέλα, λιμασμένα υστερικά γυμνά,
νά σέρνονται μέσ’ απ’ τούς νέγρικους δρόμους τήν αυγή γυ-
    ρεύοντας μιά φλογισμένη δόση,
χίπστερς αγγελοκέφαλοι πού καίγονταν γιά τόν αρχαίο επου-
    ράνιο δεσμό μέ τό αστρικό δυναμό στή μηχανή τής νύχτας,
φτωχοί καί κουρελήδες μέ βαθουλωμένα μάτια, πού φτιαγμέ-
    νοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας στό υπερφυσικό σκοτάδι πα-
    γωμένων διαμερισμάτων, αρμενίζοντας πάνω από τίς κορ-
    φές τών πόλεων αφοσιωμένοι στήν τζάζ,
πού άνοιγαν τό μυαλό τους στά Ουράνια κάτω απ’ τόν εναέριο
    σιδηρόδρομο καί βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους τρεκλί-
    ζοντας φωτισμένοι σέ ταράτσες λαϊκών πολυκατοικίων,
πού πέρασαν απ’ τά πανεπιστήμια μέ μάτια ανοιχτά κι αχτι-
    νοβόλα μέ παραισθήσεις τού Άρκανσω κι οράματα δραμα-
    τικά λουσμένα στό φώς τού Μπλέηκ ανάμεσα στούς μανδα-
    ρίνους τού πολέμου,
πού αποβλήθηκαν απ’ τίς ακαδημίες γιατ’ ήσαν λέει τρελοί κι
    εξέδιδαν άσεμνες ωδές στά παράθυρα τής νεκροκεφαλής,
πού τρέμανε σ’ αξύριστα δωμάτια μέ εσώρουχα, καίγοντας
    τά λεφτά τους σέ καλάθια αχρήστων καί στήνοντας τ’ αυτί
    στόν Τρόμο μεσ’ απ’ τόν τοίχο,
πού πιάστηκαν από τίς ηβικές γενειάδες τους γυρίζοντας
    φτιαγμένοι μέ μαριχουάνα από Λαρέντο γιά Νέα Υόρκη,
πού καταπίνανε φωτιά στούς τεκέδες ή πίναν νέφτι στό Πα-
    ράνταϊς Άλλεϋ, θάνατος, ή τυραννούσαν τά κορμιά τους
    κάθε νυχτα
μέ όνειρα, μέ ναρκωτικά, μ’ εφιάλτες στόν ξύπνο, βακχείες
    καί οχείες κι ατέλειωτα όργια,
ασύγκριτα αδιέξοδα φρικιαστικού σύννεφου κι αστραπής στό
    μυαλό πού πηδούσε σέ κολόνες τού Καναδά καί τού Πάτερ-
    σον, καταυγάζοντας τόν ασάλευτο κόσμο τού Χρόνου,

Πεγιότ συμπάγειες τώμ θαλάμων, χαράματα περιβόλων πρά-
    σινων δέντρων κοιμητηρίων, κρασομεθύσια στίς στέγες, αύ-
    τοκινητάδες τής πλάκας καί τής μαστούρας καί απέραντες
    σειρές βιτρίνες καί βλεφαρισμοί τών φώτων τής τροχαίας,
    ηλιακές καί σεληνιακές καί δενδρικές δονήσεις στά βρυχώ-
    μενα χειμωνιάτικα δειλινά τού Μπρούκλιν, τενεκεδοπαρα-
    ληρήματα κι ευγενικό βασιλικό φώς τού νού,
πού στρωθήκαν στό μετρό γιά τήν ατέρμονη βόλτα απ’ τό
    Μπάττερυ στό άγιο Μπρόνξ μέ μπενζεντρίν ωσότου τών
    τροχών καί τών παιδιών ο θόρυβος τούς έριξε τρέμοντας
    σύγκορμοι μέ στραβό τό στόμα τσακισμένοι ξεστραγγισμέ-
    νοι από κάθε σκέψη στό θλιβερό φώς τού Ζωολογικού Κήπου,
πού βουλιάξαν όλη νύχτα στό υποβρύχιο φώς τού Μπίκφορντ
    καί ξενερίσανε καί βγάλαν τό απόγευμα μέ ξεθυμασμένη
    μπίρα στήν  ερημιά τού Φουγκάτσι, ακούγοντας τόν Ερχομό
    τής Κρίσης στό τζουκμπόξ τού υδρογόνου,
πού μιλούσαν ακατάπαυστα εβδομήντα ώρες απ’ τό πάρκο στό
    σπίτι στό μπάρ στό Μπέλβιου στό μουσείο στή Γέφυρα τού
    Μπρούκλιν,
ένα χαμένο τάγμα πλατωνικών συζητητών πού πηδούσαν απ’
    τίς βεράντες απ’ τίς εξόδους πυρκαγιάς απ’ τά παράθυρα απ’
    τό Εμπάιερ Στέητ απ’ τήν σελήνη,
μπουρδολογώντας ουρλιάζοντας ξερνοβολώντας ψιθυρίζοντας
    γεγονότα καί μνήμες κι ανέκδοτα καί πλάκες πού σπάσανε
    καί σόκ νοσοκομείων καί φυλακών καί πολέμων,
ολόκληρες διάνοιες πού ξεράστηκαν αναπολώντας μέ απόλυτη
    ακρίβεια εφτά μέρες καί νύχτες μέ μάτια πού άστραφταν,
    κρέας γιά τή Συναγωγή πεταμένο στό πεζοδρόμιο,
πού χάθηκαν στό πούπετα Ζέν Νιού Τζέρσυ αφήνοντας στό πέ-
    ρασμά τους διφορούμενα κάρτ-ποστάλ τού Ατλάντικ Σίτυ
    Χώλ,
υποφέροντας από ιδρώτες τής Ανατολής καί οστεόλυση τής
    Ταγγέρης καί κινεζικές ημικρανίες σέ περίοδο αποτοξινώ-
    σεως στό γυμνό καί θλιβερό δωμάτιο στο Νιούαρκ,
πού γυρόφερναν τά μεσάνυχτα στό μηχανοστάσιο τών τρένων
    κι αναρωτιόνταν πού νά πάνε, καί πήγαν, χωρίς ν΄αφήσουν
    κανένα μέ παράπονο,
πού ανάβανε τσιγάρα στά βαγόνια βαγόνια βαγόνια πού κρο-
    τάλιζαν τραβώντας μεσ’ απ’ τό χιόνι γιά τίς ερήμικες φάρ-
    μες στήν παππούδικη νύχτα,
πού μελετούσανε Πλωτίνο Πόου Άγιο Ιωάννη τού Σταυρού
    τηλεπάθεια καί μπόπ καμπάλλα γιατί ο κόσμος εδονείτο
    ενστικτωδώς κάτω απ’ τά πόδια τους στό Κάνσας,
πού τριγυρνούσαν μόνοι στούς δρόμους τού Αϊντάχο ψάχνον-
    τας γιά φανταστικούς ινδιάνους αγγέλους πού ήσαν φαντα-
    στικοί ινδιάνοι άγγελοι,
πού σκέφτηκαν πώς απλώς ήσαν τρελοί όταν η Βαλτιμόρη
    άστραψε σέ υπερφυσική έκσταση,
πού σάλταραν σέ λιμουζίνες μέ τόν Κινέζο τής Οκλαχόμα
    όταν τούς κέντρισε η χειμωνιάτικη τού φαναριού τού δρόμου
    μεσονύχτια επαρχιώτικη βροχή,
πού σουλατσάρανε πεινασμένοι κι έρημοι στό Χιούστον ψά-
    χνοντας γιά τζάζ ή σέξ ή πράγμα, καί πήραν στό κατόπι τόν
    αετονύχη τόν Σπανιόλο νά συζητήσουν γιά τήν Αμερική καί
    τήν Αιωνιότητα, ανέλπιδη προσπάθεια, κι έτσι μπαρκάραν
    γιά τήν Αφρική,
πού εξαφανίστηκαν στά ηφαίστεια τού Μεξικού αφήνοντας
    πίσω τους τίποτ’ άλλο πέρα από τή σκιά τών μπλουτζήνς
    καί τή λάβα καί τή στάχτη τής ποιήσης σκορπισμένη στό
    τζάκι Σικάγο,
πού ξαναφάνηκαν στη Δυτική Ακτή  ερευνώντας τό  F.B.I  μέ
    γενειάδες καί σόρτς μέ μεγάλα πασιφιστικά μάτια σέξυ
    καί λιοκαμένοι μοιράζοντας ακατανόητα φυλλάδια,
πού έκαναν τρύπες από τσιγάρο στά μπράτσα τους διαμαρτυ-

    ρόμενοι γιά τή ναρκωτική καταχνιά τού ταμπάκου τού Κα-
    πιταλισμού,
πού μοιράσανε Υπερκομμουνιστικά φυλλάδια στή Γιούνιον
    Σκουαίαρ κλαίγοντας καί βγάζοντας τά ρούχα τους ενώ οι
    σειρήνες τού Λός Άλαμος τούς κυνηγούσαν στριγκλίζοντας,
    τήν Ουώλ Στρήτ κατεβαίνοντας στριγκλίζοντας , κι ενώ τό
    φέρρυ γιά τό Στάτεν στρίγκλιζε επίσης,
πού έσπασαν κλαίγοντας σέ λευκά γυμναστήρια γυμνοί καί
    τρέμοντας μπροστά στίς μηχανές άλλων σκελετών
πού δάγκωσαν ντέτεκτιβς στό σβέρκο καί τσίριζαν καταγοη-
    τευμένοι σέ αστυνομικά εκατό μιά καί κανένα έγκλημα δέν
    είχαν διαπράξει παρά μονάχα τή δική τους άγρια παιδερα-
    στία καί μέθη,
πού ούρλιαζαν πεσμένοι στά γόνατα στόν υπόγειο καί σύρθη-
    καν έξω από τήν οροφή ανεμίζοντας χειρόγραφα καί γεννη-
    τικά όργανα,
πού αφέθηκαν νά γαμηθούν από πίσω από άγιους μοτοσυκλε-
    τιστές κι αλάλαζαν από χαρά,
πού κάνανε τσιμπουκι μ’ αυτά τ’ ανθρώπινα σεραφείμ, τούς
    ναύτες, χάδια τού Ατλαντικού κι αγάπες τής Καραϊβικής,
πού ξεφάντωναν πρωί καί βράδυ στούς ροδόκηπους καί στό
    γρασίδι τών δημοσίων πάρκων καί κοιμητηρίων σκορπίζον-
    τας μ’ απλοχεριά τό σπέρμα τους σ’ όποιον κι άν ήθελε,
πού είχαν αδιάκοπο λόξιγκα θέλοντας νά χαχανίσουν καί τέ-
    λειωσαν μ’ ένα λυγμό πίσω από ένα χώρισμα σ’ ένα χαμάμ
    όταν ο ξανθός καί γυμνός άγγελος ήρθε νά τούς καρφώσει
    μ’ ένα ξίφος,
πού χάσανε τ’ αγόρια τους στίς τρείς γριές στίγκλες τής
    μοίρας τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα τού ετεροφυλόφιλου δο-
    λάριου τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα πού κλείνει τό μάτι έξω
    απ’ τή μήτρα καί τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα πού δέν κάνει
    τίποτ’ άλλο απ’ τό νά κάθεται στόν πισινό της καί νά ψαλι-
    δίζει τίς χρυσές κλωστές τής διανόησης στόν αργαλειό τού
    τεχνίτη,
πού ζευγαρώθηκαν εκστατικοί κι ακόρεστοι μ’ ένα μπουκάλι
    μπίρα μιά αγαπούλα ένα πακέτο τσιγάρα ένα κερί καί πέ-
    σαν κάτω απ’ τό κρεβάτι καί συνεχίσανε στό πάτωμα καί
    έξω στό διάδρομο καί τέλειωσαν λιγοθυμώντας μέ τό όραμα
    τού απόλυτου μουνιού καί σπέρμα πού ξέφυγε από τό τε-
    λευταίο παίξιμο τής συνείδησης,
πού γλύκαναν τό πράμα εκατομμυρίων κοριτσιών τρέμοντας
    στό δειλινό καί είχαν μάτια κόκκινα τό πρωί, πρόθυμοι
    όμως νά γλυκάνουν τό πράμα τής ανατολής, αστράφτοντας
    οπίσθια στούς σιτοβολώνες καί γυμνοί στή λίμνη,
πού σάρωσαν τό Κολοράντο πορνοκοπώντας μέ μυριάδες κλεμ-
    μένα  αυτοκίνητα τής νύχτας, Νήλ Κάσσαντυ, κρυφός ήρως
    αυτών τών ποιημάτων, ψωλαράς καί Άδωνις τού Ντένβερ –
    χαρά στ’ αμέτρητα γαμήσια του μέ κορίτσια σέ χορταρια-
    σμένα οικόπεδα κι αυλές, σέ ξεχαρβαλωμένες πολυθρόνες
    κινηματογράφων, σέ βουνοκορφές σέ σπήλαια, μέ χτικιάρες
    γκαρσόνες στ’ ανασηκωμένα μεσοφούστανα τών κρασπέδων
    τών εθνικών οδών, κυρίως δέ σέ μυστικούς σολιψισμούς ου-
    ρητηρίων βενζινάδικων, καί σέ σοκάκια επίσης,
πού σβήσαν σάν εικόνες σέ απέραντες βρομερές ταινίες, μετα-
    κινήθηκαν στό όνειρο, ξύπνησαν σ’ένα απροσδόκητο Μαν-
    χάτταν, σύρθηκαν έξω απ’ τά υπόγεια μέ πονοκέφαλο απ’τό
    άσπλαχνο Τοκαίυ καί τούς τρόμους τών σιδηρών ονείρων τής
    Τρίτης Λεωφόρου  καί τράβηξαν παραπατώντας γιά τό γρα-
    φείο ανεργίας,
πού περπατήσανε όλη νύχτα μέ τά παπούτσια τους γεμάτα
    αίμα στίς χιονισμένες αποβάθρες παραμονευόντας μιά πόρ-
    τα τού Ήστ Ρίβερ νά ανοίξει σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο όπιο
    καί αχνούς,
πού δημιούργησαν μεγάλα αυτοκτονικά δράματα στίς πολυκα-
    τοικιούμενες απόκρημνες όχθες τού Χάντσον κάτω από τόν
    γαλάζιο αντιαεροπορικό προβολέα τής σελήνης, καί τά κε-
    φάλια τους στεφανωθούν μέ δάφνη εις αιωνίαν λήθην,
πού φάγανε τό αρνάκι ραγού τής φαντασίας ή χωνέψανε τόν κά-
    βουρα στόν λασπώδη πυθμένα τών ποταμών τού Μπάουερυ, 
πού κλάψανε γιά τό ρομάντσο τών δρόμων μέ τό κάρο τους
    γεμάτο κρεμμύδια καί κακή μουσική,
πού κάθισαν σέ παράγκες ανασαίνοντας στό σκοτάδι κάτω απ’
    τή γέφυρα καί σηκωθήκαν γιά νά στήσουν κλαβεσέν στίς
    σοφίτες τους,
πού βήχανε στόν έκτο όροφο τού Χάρλεμ στεφανωμένοι μέ
    φλόγα κάτω από τόν φυματικό ουρανό πλαισιωμένοι από κα-
    φάσια θεολογίας,
πού ορνιθοσκαλίζανε όλη νύχτα ροκεντρολάροντας ανυπέρβλη-
    τες επωδές πού στό κίτρινο πρωινό ήσαν στροφές ασυναρ-
    τησιών,
πού μαγειρέψαν σάπια ζώα πλεμόνια καρδιές πόδια ουρές
    μπόρστ καί τορτίγιες κάνοντας όνειρα γιά τό αγνό βασίλειο
    τών φυτών,
πού χωθήκανε κάτω από φορτηγά-ψυγεία κρεάτων ψάχνοντας
    γιά ένα αυγό,
πού πέταξαν τά ρολόγια τους απ’ τήν ταράτσα γιά νά ρίξουν τήν
    ψήφο τους υπέρ τής Αιωνιότητας έξω απ’ τό Χρόνο, καί ξυ-
    πνητήρια πέφταν κάθε μέρα στά κεφάλια τους καθ’ όλη τήν
    επόμενη δεκαετία,
πού κόψανε τίς φλέβες τους τρείς φορές συνέχεια ανεπιτυχώς,
    τό πήρανε απόφαση κι αναγκάστηκαν ν’ ανοίξουν μαγαζιά
    μέ αντίκες όπου νιώθαν πώς γερνούν, καί κλαίγανε,
πού κάηκαν ζωντανοί μέ τά αθώα φανελένια τους κουστούμια
    στή Λεωφόρο Μάντισον ανάμεσα σ’ εκρήξεις μολυβένιου
    στίχου καί φουλαρισμένοι σαματά τώμ σιδηρών συνταγμά-
    των τής μόδας καί νιτρογλυκερινικών κραυγών τών νεράι-
    δων τής διαφημίσης καί μουσταρδικού αερίου τών απαισίων
    διανοουμένων εκδοτών, ή πατηθήκανε από τά μεθυσμένα
    ταξί τής Απολύτου Πραγματικότητος,
πού πήδηξαν από τή γέφυρα τού Μπρούκλιν αυτό πράγματι
    συνέβη καί χαθήκανε άγνωστοι καί ξεχασμένοι στή φασμα-
    τική ζάλη τών παρόδων τής Τσάιναταουν, κι ούτε τούς κέ-
    ρασαν μιά μπίρα,
πού τραγουδούσαν απ’ τά ανοιχτά παράθυρα τους απελπισμέ-
    νοι, έπεσαν από τό παράθυρο τού μετρό στό βρόμικο Πασ-
    σάικ, ρίχτηκαν σέ νέγρους, κλαίγανε στούς δρόμους, χόρε-
    ψαν ξυπόλητοι πάνω σέ κρασοπότηρα σπασμένα πίτα στό
    μεθύσι δίσκους γραμμοφώνου νοσταλγικής γερμανικής τζάζ
    τού ’30, τέλειωσαν τό ουίσκυ καί ξέρασαν μέ ρόχθο στή
    ματωμένη τουαλέτα, μέ βογκητά στ’ αυτιά τους καί συριγ-
    μούς κολοσσιαίων σειρήνων,
πού κουτρουβάλησαν στίς λεωφόρους τού παρελθόντος ταξι-
    δευόντας ο ένας στού άλλου τόν Γολγοθά τής αγρύπνιας καί
    τής μοναξιάς ή στήν ενσάρκωση τής τζάζ τού Μπίρμινχαμ,
πού διασχίσανε τή χώρα απ’ τό ‘να άκρο στ’ άλλο σ’ εβδομην-
    ταδύο ώρες γιά νά δούν άν εγώ είχα ένα όραμα ή εσύ είχες
    ένα όραμα ή αυτός είχε ένα όραμα, γιά νά βρούν τήν Αιω-
    νιότητα,
πού ταξίδεψαν στό Ντένβερ, πού πέθαναν στό Ντένβερ, πού
    ξαναγύρισαν στό Ντένβερ καί περίμεναν ματαίως, πού α-
    γνάτευαν στό Ντένβερ καί στοχάζονταν καί μονάζανε στό
    Ντένβερ καί τελικά εφύγανε γιά ν’ ανακαλύψουν τό Χρόνο,
    καί τό Ντένβερ νοσταλγεί τώρα τούς ήρωες του,
πού πέσανε στά γόνατα σ’ απελπισμένες εκκλησιές καί προσ-
    ευχήθηκαν ο ένας γιά τού άλλου τή σωτηρία καί τή φώτιση
    καί τίς καρδιές, ώσπου η ψυχή φώτισε τά μαλλιά της μιά
    στιγμή,
πού σπάσαν τό κεφάλι τους στίς φυλακές καρτερώντας απίθα-
    νους εγκληματίες μέ χρυσά κεφάλια καί τή γοητεία τής
    πραγματικότητας στίς καρδιές πού τραγουδούσαν γλυκά
    μπλούζ στό Αλκατράζ,
πού αποσύρθηκαν στό Μεξικό γιά νά καλλιεργήσουν μιά συν-
    ήθεια, ή στά Βραχώδη Όρη στόν τρυφερό Βούδα ή στήν
    Ταγγέρη στ’ αγόρια ή στό Νότιο Ειρηνικό στή μαύρη λοκο-
    μοτίβα ή στό Χάρβαρντ στόν Νάρκισσο στό Γούντλων στή
    γιρλάντα από μαργαρίτες ή στόν τάφο,
πού αξίωσαν δίκες πνευματικής υγείας κατηγορώντας τό ρα-
    διόφωνο γιά υπνωτισμό καί απόμειναν μέ τή δική τους τρέ-
    λα καί τά χέρια τους κι ένα δίβουλο δικαστήριο,
πού πέταξαν κλούβια αυγά στούς ομιλητές περί Ντανταϊσμού
    στό Κολέγιο τής Νέας Υόρκης καί μετά παρουσιάστηκαν
    στά γρανιτένια σκαλοπάτια τού τρελοκομείου μέ ξυρισμένα
    κεφάλια γλωσσοκοπανώντας αυτοκτονίες καί απαιτώντας
    άμεσο λοβοτομία,
 καί πού τούς δόθηκε αντί γι’ αυτό τό συμπαγές κενό της ιν-
    σουλίνης τού μετρασόλ τού ηλεκτροσόκ τής υδροθεραπείας
    ψυχοθεραπείας εργασιοθεραπείας πίνγκ πόνγκ καί αμνη-
    σίας,
πού αναποδογύρισαν ένα μονάχα συμβολικό τραπέζι τού πίνγκ
    πόνγκ, κακόγουστη διαμαρτυρία, καί ξεκουράστηκαν γιά
    λίγο στην κατατονία,
καί γύρισαν μετά από χρόνια στ’ αλήθεια φαλακροί αλλά μέ
    μιά ματωμένη περούκα, καί τά δάκρυα καί τά δάχτυλα, στήν
    ολοφάνερη καταδίκη τής τρέλας τών θαλάμων τών τρελο-
    πόλεων τών Ανατολικών Πολιτειών,
στά δυσώδη δωμάτια τού Πίλγκριμ καί τού Ρόκλαντ καί τού
    Γκρέυστοουν, λογομαχώντας μέ τούς αντίλαλους τής ψυχής,
    χορεύοντας ρόκ στίς μεσονύχτιες παντέρημες εκτάσεις τής
    αγάπης, ένα όνειρο ζωής ένας βραχνάς, σώματα πού γινήκαν
    πέτρα βαριά σάν τό φεγγάρι,
μέ τή μάνα τελικά……. καί τό τελευταίο φανταστικό βιβλίο
    πεταμένο έξω απ’ τό παράθυρο, καί τήν τελευταία πόρτα
    πού έκλεισε στίς 4 τό πρωί καί τό τελευταίο τηλέφωνο πού 
    βρόντηξε στόν τοίχο αντί απαντήσεως καί τό τελευταίο ε-
    πιπλωμένο δωμάτιο πού άδειασε μέχρι τό τελευταίο κομ-
    μάτι πνευματικής επίπλωσης, κι ένα κίτρινο χάρτινο τριαν-
    τάφυλλο καρφωμένο στήν κρεμάστρα στήν ντουλάπα, φαν-
    ταστικό κι αυτό ακόμη, τίποτα πέρα από ένα ελπιδοφόρο
    κομματάκι παραισθήσεως –
Ώ Κάρλ, όσο δέν είσαι ασφαλής δέν είμαι άσφαλής, καί τώρα
    είσαι στ’ αλήθεια μέσα στήν απόλυτη μπουγιαμπέσα τού
    χρόνου –
καί πού γι’ αυτό ετρέχανε στούς παγωμένους δρόμους δαιμο-
    νισμένοι από μιά ξαφνική αστραπή τής αλχημείας τής χρή-
    σης τής έλλειψης τού καταλόγου τού μεταβλητού μέτρου καί
    τού παλμικού επιπέδου,
πού ονειρεύονταν καί επιχειρούσαν ένσαρκα χάσματα στό Χώ-
    ρο καί τό Χρόνο μέσ’ άπό άντικριστές εικόνες, καί παγί-
    δευαν τον αρχάγγελο τής ψυχής ανάμεσα σέ 2 οπτικές ει-
    κόνες καί δένανε τά στοιχειώδη ρήματα καί βάζανε μαζί τό
    ούσιαστικό καί τήν παύλα τής συνείδησης πηδώντας μέ τήν 
    αίσθηση τού Pater Omnipotens Aetema Deus
 γιά ν’ άναγεννήσει τή σύνταξη καί τό μέτρο τού φτωχού άνθρώ-
    πινου πεζού λόγου καί νά σταθεί μπροστά σας αμίλητος καί
    νοήμων καί τρέμοντας από ντροπή, απορριμμένος κι όμως
    ανοίγοντας τήν ψυχή γιά νά ομονοήσει μέ τό ρυθμό τής
    σκέψης μές στό γυμνό κι απέραντο κεφάλι,
ό τρελός τό ρεμάλι κι άγγελος μπήτ στό Χρόνο, άγνωστος, κι
    όμως καταγράφοντας εδώ αυτά πού θ’ απομείνουν γιά νά
    ειπωθούν σέ καιρούς μετά τό θάνατο, γι’ αύτούς
πού υψώθηκαν μετενσαρκωμένοι στά φασματικά ρούχα τής
    τζαζ στή χρυσοκέρατη σκιά τής μπάντας καί τραγούδησαν
    το βάσανο γι’ αγάπη τού γυμνού αμερικάνικου μυαλού μέ
    μιά ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί σαξοφωνική κραυγή πού ανα-
    τρίχιασε τίς πόλεις μέχρι τό τελευταίο ραδιόφωνο
μέ τήν απόλυτη καρδιά τού ποιήματος τής ζωής σφαγμένη καί 
    πετάμενη έξω απ’τά κορμιά τους καλή γιά φάγωμα γιά 
    χίλια χρόνια.
 
II

Ποιά σφίγγα τσιμέντου καί αλουμίνιου έσπασε τά κρανία τους 
    καί καταβρόχθισε τά μυαλά καί τή φαντασία τους;
Μολώχ ! Μοναξιά ! Βρομιά ! ’Ασχήμια ! Σκουπιδοτενεκέδες 
    κι απρόσιτα δολάρια ! Παιδιά πού τσιρίζουν κάτω άπ’ τίς 
    σκάλες ! ’Αγόρια πού κλαΐνε μ’ αναφιλητά στούς στρατούς ! 
    Γέροι πού κλαψουρίζουν στα πάρκα !
Μολώχ ! Μολώχ ! Εφιάλτης τού Μολώχ ! Μολώχ ό χωρίς 
    αγάπη καμιά ! Μολώχ τού μυαλού ! Μολώχ ό στυγνός κρι-
    τής τών άνθρώπων !
Μολώχ η ακατανόητη φυλακή ! Μολώχ τό νεκροκέφαλο άψυχο 
    κάτεργο καί  Κογκρέσο τών θλίψεων ! Μολώχ τών κτιρίων 
    τής κρίσεως ! Μολώχ ό θεόρατος λίθος τού πολέμου ! Μο-
    λώχ οί αποσβολωμένες κυβερνήσεις !
Μολώχ μέ τ’ ατόφιο μυαλό μηχανής ! Μολώχ πού στίς φλέβες 
    σου τρέχει ρευστό ! Μολώχ μέ τά δάχτυλα δέκα στρατιών. 
    Μολώχ μέ άνθρωποφάγο στήθος δυναμό ! Μολώχ μέ τ’ αύτι 
    πού καπνίζει σαν τάφος !
Μολώχ μέ τά μάτια χιλιάδων παραθύρων τυφλών! Μολώχ τών 
    ουρανοξυστών στή σειρά καθισμένων στούς απέραντους δρό-
    μους σάν ’Ιεχωβάδες ! Μολώχ έργοστασίων πού κρώζουν 
    στό πούσι κι ονειρεύονται ! Μολώχ καμινάδων κι άντένων 
    πού στέφουν τις πόλεις !
Μολώχ μέ αγάπη απέραντη πετρελαίου καί πέτρας ! Μολώχ 
    μέ ψυχη τραπεζών κι ηλεκτρικής ένεργείας ! Μολώχ πού ή 
    φτώχεια σου είναι τό φάσμα τής μεγαλοφυίας ! Μολώχ πού 
    ή μοίρα σου είναι ένα σύννεφο αφύλου υδρογόνου ! Μολώχ 
    πού τ’ όνομά σου είναι Νούς !
Μολώχ πού μέσα σου νιώθω μονάχος ! Μολώχ πού μέσα σου 
    ονειρεύομαι αγγέλους ! Τρελός στόν Μολώχ ! Πούστης στόν 
    Μολώχ ! Χωρίς αγάπη, χωρίς φίλο στόν Μολώχ !
Μολώχ πού μπήκες στήν ψυχή μου νωρίς ! Μολώχ πού μέσα 
    σου είμαι χωρίς σώμα συνείδηση ! Μολώχ πού μέ τρόμα-
    ξες πάνω στή φυσική μου έκσταση ! Μολώχ πού σ’ εγκα-
    ταλείπω ! Ξυπνώ στον Μολώχ ! Φώς κατεβαίνει άπο τον 
    ουρανό !
Μολώχ ! Μολώχ ! Ρομπότ διαμερίσματα ! αόρατα προάστια ! 
    σκελετώδη θησαυροφυλάκια ! τυφλές πρωτεύουσες ! δαιμο-
    νικές βιομηχανίες ! φασματικά έθνη ! αήττητα τρελοκομεία ! 
    γρανιτώδες ψωλές ! τερατώδεις μπόμπες !
Σπάσαν τις ράχες τους σηκώνοντας τόν Μολώχ στόν Ούρανό ! 
    Πεζοδρόμια, δέντρα, ραδιόφωνα, τόνοι ! την πόλη σηκώνον-
    τας στόν Ούρανο πού υπάρχει παντού τριγύρω μας !
Οράματα ! οιωνοί ! παραισθήσεις ! θαύματα ! εκστάσεις ! τά 
    πήρε τ’ αμερικάνικο ποτάμι !
Ονειρα ! λατρείες ! φωτοχυσίες ! θρησκείες ! ολόκληρη η μαού-
    να φορτωμένη εύαίσθητο σκατό !
Ρήξεις ! πάνω άπ’ τό ποτάμι ! υστερίες καί σταυρώσεις ! κάτω 
    μέ τό ρέμα ! Εύφορίες ! Θεοφάνειες ! ’Απελπισίες ! Δέκα 
    χρόνια ζωώδεις κραυγές κι αυτοκτονίες ! Μυαλά ! Αγάπες 
    νέες ! Παλαβή γενιά ! κάτω στά βράχια του Χρόνου!
Αληθινό άγιο γέλιο στό ποτάμι ! Τά είδαν όλα ! τ’ άγρια μά-
    τια ! τ’ άγια άλυχτήματα ! Είπαν αντίο ! Πήδηξαν άπ’ τή 
    στέγη ! στή μοναξιά! κουνώντας τα χέρια ! κρατώντας λου-
    λούδια ! Κάτω στό ποτάμι! κάτω στό δρόμο!
 
III

Κάρλ Σόλομον ! Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ 
    όπου πιο τρελός είσαι από μένα 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου πρέπει νά νιώθεις πολύ παράξενα 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου μιμείσαι τή σκιά της μάνας μου 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου σκότωσες τίς δώδεκα γραμματείς σου 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου γελάς μέ τοΰτο τ’ άόρατο χιούμορ 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου είμαστε μεγάλοι συγγραφείς στήν ίδια φοβερή γραφο-
    μηχανή
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου ή κατάστασή σου είναι σοβαρή καί τή λέν στό ραδιό-
    φωνο
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου οι κρανιακές λειτουργίες δ΄ρν δέχονται πιά τά σκουλή-
    κια τών αισθήσεων 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου πίνεις τό τσάι απ’τά στήθια των γεροντοκόρων τής 
    Γιούτικα 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου λογοπαικτείς πάνω στά σώματα τών νοσοκόμων σου 
    τίς στρίγκλες τού Μπρόνξ 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου ούρλιάζεις μές στό ζουρλομανδύα πώς χάνεις τό παι-
    χνίδι στό πραγματικό πίνγκ πόνγκ τής αβύσσου 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου βροντάς στο κατατονικό πιάνο πώς ή ψυχή είναι αθώα 
    καί άθάνατη ποτέ δέν πρέπει νά πεθαίνει βάναυσα σ’ ένα 
    στρατοκρατούμενο τρελάδικο 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου πενήντα άκόμη σόκ κι ή ψυχή σου δέν θά ξαναγυρίσει 
    στό σώμα της απ’τό προσκύνημά της σ’ένα σταυρό στό 
    κενό
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου κατηγορείς τούς γιατρούς σου για φρενοβλάβεια καί 
    καταστρώνεις τήν εβραϊκή σοσιαλιστική επανάσταση ενάν-
    τια στόν φασιστικό εθνικό γολγοθά 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου θά σχίσεις στά δυό τόν ουρανό τής Λόνγκ Άιλαντ καί
    θ’αναστήσεις τόν ζωντανό σου ανθρώπινο Ιησοϋ απ’τόν 
    υπερανθρώπινο τάφο 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ 
    όπου υπάρχουν είκοσιπέντε χιλιάδες τρελοί σύντροφοι όλοι 
    μαζί τραγουδώντας τίς τελευταίες στροφές τής Διεθνούς 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου σφιχταγκαλιάζουμε καί φιλούμε κάτω απ’ τά σεντόνια 
    τίς Ηνωμένες Πολιτείες τίς Ηνωμένες Πολιτείες πού βή-
    χουν όλη νύχτα καί δέν θά μάς αφήσουνε να κοιμηθούμε 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου ξυπνάμε από τό κώμα ηλεκτρισμένοι απ’ τά αεροπλά-
    να τών ψυχών μας πού σουρίζουν πάνω άπ’ τή στέγη ήρθαν 
    νά ρίξουν τίς αγγελικές τους μπόμπες τό νοσοκομείο κα-
    ταυγάζεται στό φώς φανταστικοί τοίχοι γκρεμίζονται Ώ
    κοκαλιάρες λεγεώνες ορμάτε έξω  Ώ αστερόεσσα καταπλη-
    ξία τού ελέους ό αιώνιος πόλεμος είναι εδώ  Ώ νίκη ξέχασε 
    τά εσώρουχά σου είμαστε ελεύθεροι 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    στά ονειρά μου περπατάς στάζοντας από θαλάσσιο ταξίδι 
    πέρα για πέρα στήν εθνική οδό πού ζώνει τήν ’Αμερική μέ 
    δάκρυα ώς τήν πόρτα τού σπιτιού μου στή Δυτική νύχτα

                                                           Σάν Φρανσίσκο, 1955-56

*Μετάφραση: Άρης Μπερλής.

Andre Breton, Δύο ποιήματα

ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

Πάντα για πρώτη φορά
Μετά βίας σε γνωρίζω εξ όψεως
Επιστρέφεις εκείνη την ώρα της νύχτας σε ένα σπίτι
πλάγια απ’ το παράθυρό μου
Σπίτι ολάκερα φανταστικό
Είναι εκεί που από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο
Μέσα στο απαράβατο σκοτάδι
Περιμένω να συμβεί μία φορά ακόμα το συναρπαστικό ρήγμα
Το ρήγμα το μοναδικό
Στην πρόσοψη και στην καρδιά μου
Όσο πιο κοντά σου έρχομαι
Στην πραγματικότητα
Όσο περισσότερο το κλειδί τραγουδά στην πόρτα του άγνωστου δωματίου
Όπου μου φανερώνεσαι μονάχη
Στην αρχή ενώνεσαι ακέραιη με τη φωτεινή
Τη φευγαλέα γωνία μιας κουρτίνας
Είναι χωράφι γιασεμιών που ατένισα χαράματα
σε ένα δρόμο στα περίχωρα της Grasse
Με το διαγώνιο ράπισμα των κοριτσιών ενώ συλλέγουν
Πίσω τους τα σκοτεινά να πέφτουνε φτερά των γυμνωμένων φυτών
Μπροστά τους η πλατεία εκτυφλωτικού φωτός
Η αυλαία αόρατα ανεβασμένη
Σ’ έναν παροξυσμό τα άνθη συρρέουν όλα μέσα
Είσαι εσύ σε πάλη ενάντια στην ώρα εκείνη την τόσο μακριά ποτέ
αρκετά θολή μέχρι τον ύπνο
Εσύ σαν να μπορούσες να ‘σαι
Η ίδια παρά τ’ ότι εγώ δε θα σε συναντήσω ίσως
ποτέ
Κάνεις να φαίνεται σα να μην ξέρεις πως σε παρακολουθώ
Με τρόπο θαυμαστό δεν είμαι πλέον σίγουρος ότι το ξέρεις
Η απραξία σου μου φέρνει δάκρυα στα μάτια
Ένα σμήνος ερμηνείες περιβάλλει την κάθε σου χειρονομία
Είναι ετούτο ένα κυνήγι του μελιού
Είναι καρέκλες κουνιστές του καταστρώματος είναι κλαδιά
που κινδυνεύεις να σε γδάρουν μες στο δάσος
Είναι σε μια βιτρίνα της οδού Notre-Dame-de-Lorette
Δυο σταυρωμένες γάμπες όμορφες πιασμένες με ψηλές κάλτσες
Που ξεχειλώνουν στην καρδιά ενός μεγάλου άσπρου τριφυλλιού
Είναι μια μεταξένια σκάλα που ξεδιπλώνεται πάνω από τον κισσό
Είναι
Τι άλλο από την κλίση μου πάνω από τον γκρεμό και από την δική σου απουσία
Βρήκα το μυστικό κλειδί
Του να σε αγαπώ
Πάντα για πρώτη φορά

*


ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΦΕΥΓΟΥΝ

 
Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
είναι τόσο ωραία
που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
κατάματα
όπως δεν κάνουν τ’ αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
του αέρος
ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
γραμμάτων
όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών
για να βρέχει πάντοτε

Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
σμίξουν
Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου νια τον έρωτα
του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
θάμνους γιομάτους πέπλους
και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
εκτάσεως
αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων

*Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975).