Spring in the West
Soon amid the inviolable places
Will green, rustling steeples chime again
With the sweet, glassy bell-notes of the wren.
Soon the plain shall lie beneath blue spaces–
Bold and broad and ruddy in the sun,
Long and lean to the moon when day is done.
Soon will come the strange, heart-lifting season
When through the dark, still dawns, where nothing
was,
Steals the mysterious whisper of growing grass;
And a joy like pain possesses the soul, without
reason,
Between the budding of day and the lapse of night,
With the clear, cold scent of wet starlight.
Άνοιξη στη Δύση
Ανάμεσα σε τόπους ιερούς, σύντομα
θα πρασινίσει, καθώς, ξανά θροΐζουν
καμπαναριών αρμονικές
με του τρυποφράχτη τις νότες – τις μονότονες,
γλυκές.
κάτω από γαλάζιους θόλους, η πεδιάδα θα ’ναι
σύντομα
μέσα στον ήλιο φωτεινή, απέραντη, στο ρόδινο
βαμμένη,
μακριά και λιτή, κι όταν τελειώσει η μέρα,
στο φεγγάρι ακουμπισμένη.
Γρήγορα, παράξενη θα’ρθεί, η ψυχοσηκώστρα
εποχή,
όταν, εκεί που τίποτα δεν υπήρχε, μέσα απ’ το
σκοτάδι χαράζει ακόμη,
κλεφτά θα μπαίνει ο μυστικός ψίθυρος του
χορταριού που μεγαλώνει·
και μια χαρά θα πλημμυρίζει την ψυχή, σαν
πόνος δίχως αφορμή,
εκεί που ανοίγεται η μέρα και βυθίζεται η
νυχτιά,
με την διάφανη, παγωμένη,
του μουσκεμένου
αστρόφωτου ευωδιά.
*
Foxgloves
The foxglove bells, with lolling tongue,
Will not reveal what peals were rung
In Faery, in Faery,
A thousand ages gone.
All the golden clappers hang
As if but now the changes rang;
Only from the mottled throat
Never any echoes float.
Quite forgotten, in the wood,
Pale, crowded steeples rise;
All the time that they have stood
None has heard their melodies.
Deep, deep in wizardry
All the foxglove belfries stand.
Should they startle over the land,
None would know what bells they be.
Never any wind can ring them,
Nor the great black bees that swing them–
Every crimson bell, down-slanted,
Is so utterly enchanted.
Δαχτυλίδες
Της δαχτυλίδας οι καμπάνες, με γλώσσα
κρεμασμένη,
ποτέ δεν θα φανερώσουν
ποιους χτύπους σήμαναν
στη Νεραιδοχώρα, στη Νεραιδοχώρα
χίλιες εποχές χαμένες.
Όλα τα χρυσά γλωσσίδια κρέμονται
λες και μόλις τώρα αντήχησε
η αλλαγή της κωδωνοκρουσίας·
μόνο από τον στικτό λαιμό
καμιά ηχώ δεν πλέει πια.
Σχεδόν ξεχασμένα, μες στο δάσος,
χλωμά, πυκνά καμπαναριά υψώνονται·
σε όλο τον χρόνο που εκεί στέκουν
κανείς δεν άκουσε τις μελωδίες τους.
Βαθιά, βαθιά στη μαγεία
όλα τα κωδωνοστάσια της δαχτυλίδας στέκουν.
Αν αντηχήσουν ξαφνικά πάνω από τη γη,
δεν θα ’ξερε κανείς τι λογής καμπάνες είναι.
Κανένας άνεμος ποτέ δεν τις κρούει,
Μήτε οι μεγάλες μαύρες μέλισσες που τις
λικνίζουν–
κάθε πορφυρή καμπάνα, γερμένη προς τα κάτω,
είναι βαθειά μαγεμένη.
*Από το βιβλίο “Μαίρη Γουέμπ, Ποιήματα”, ιδιωτική έκδοση σε δωρεάν διάθεση στο διαδίκτυο, Ιούνιος 2026. Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου.
