Βασίλης Νικολόπουλος, Τρία ποιήματα

Εμείς

Απατημένοι από μιαν εποχή
και από τα φώτα των δρόμων
αφανίζοντας ύπουλα τη νύχτα
να περιπαίζουν τον ίσκιο μας
για μια χαμένη συγκίνηση
πως ταξιδέψαμε
και πως ακόμη γυρνάμε,
μα δεν αλητεύουμε μακριά
και μέχρι τα μάτια να κάψουν ρωτάμε.

Εμείς
Κανόνας κι εξαίρεση.
Ποιος να ‘ναι πιο τρομερός;

Κάθε μια ώρα μπροστά
οι μηχανές θα εφευρίσκουν ένα καινούργιο τέλος.
Οι μέρες θα μοιράζονται σε καλές και κακές.
Οι νύχτες θα ξεριζώνονται καρφώνοντας κάποιο χέρι.
Οι έρωτες θα ζυγίζονται μυστικά με ακρίβεια.
Η ασφάλεια πάντα θα πέφτει.
Οι πτέρυγες όλων των υπέροχων κτιρίων
θα συνεχίσουν να είναι γεμάτες.
Το φως θα παίρνει σχήμα.
Κάθε μια ώρα μπροστά
οι μηχανές θα εφευρίσκουν μια καινούρια αρχή.

***

Κάδρο

Η κούφια απεικόνιση
μιας αυστηρής επιθυμίας για ζωή
διακοσμεί τον ένα και μοναδικό τοίχο
Πίνουμε στο αύριο και αποδεχόμαστε την ήττα
Η πληροφορία κατέλυσε τα πάθη
Μα το νέο θεριό δεν υπερβάλει όταν λέει πως σε θέλει εκεί
Ύπνωση και προσταγή
Σημάδια σε πρόσωπο και σώμα, χωρίς αρχή
Ίσως να φταίει που κάποτε δεν υπήρξαμε
και τώρα όλα συνδέονται
Οι πόλεις μεγαλώνουν
Ο κόσμος μικραίνει
Ο ήλιος δύει
Το δωμάτιο περιστρέφεται

***

Θέλω απόψε να φύγω και πάλι

Θέλω απόψε να φύγω και πάλι
Να φτύσω τις μπίρες και τις τεκίλες
στα μούτρα της απεραντοσύνης που με αιχμαλώτισε,
και να φύγω
Βαρέθηκα να θυμάμαι
Βαρέθηκα να μου λείπεις
Βαρέθηκα αυτή την εποχή,
της υπομονής, της αφθονίας και της εξαθλίωσης
Πόσο ακόμη θα γρυλίζουμε προσμένοντας μέλλον;
Πόσο θα σκάβουμε την πέτρα
που δεν κρύβει παρά μόνο το σκοινί;
Πόσα ανούσια ποιήματα θα γρατζουνίσουν ακόμη
το ξελιγωμένο μας έντερο;
Τα σωθικά μου γεμίζω με φόβο
και ξεπουλάω σε πάγκους
από γρανίτη και ξύλο
Φτιαγμένους
από σκοτάδι και φως
Δεν μπόρεσα
Μένω
Με ένα βρόχινο φεγγάρι αργομπαίνω στο αύριο
Ήθελα και πάλι να φύγω χθες

*Από τη συλλογή “Αφανιζοντας ύπουλα τη νύχτα”, Έκδόσεις “αγαύη”, Αγρίνιο 2020.

Ευτυχία Παναγιώτου, όταν το ποίημα ανοίγεται σε προσωπικά δεδομένα

στη ζωή δεν έγινες τίποτα, εδώ γίνεσαι κάτι.
μπορεί να μην τ’ ονειρεύτηκες,
τέτοιος θάνατος δεν σε ικανοποιεί,
κι όμως θυμάμαι’ λάτρευες λέξεις.
για κείνες τις άφυχες θα πέθαινες

σε βλέπω στο ποίημα να υπογραμμίζεις’
με λευκό την αλήθεια, με κόκκινο το ψέμα.
για μια έκρηξη της φαντασίας
θα ‘ταν απρεπές να τη μαλώσεις

ποντάρω στ’ ότι θα χαμογελάσεις,
με κάποιον τρόπο πρέπει να σ’ ευχαριστήσω.
για τούτο δω το μελιστάλαχτο θηρίο,
γι’ αυτή μου τη γύμνια

που για μένα ήσουν μουσική.
θέλω να πω Μαέστρος, όποιος εναρμονίζει τη φυγή

μα στάσου λίγο. κανείς ειδήμων δεν θα καταλάβει.
σκοτώνω ένα ποίημα για να φυχώσω εσένα
φιλοπερίεργοι δεξιά κι αριστερά
ζητούν να μάθουν τι είχαμε να μοιράσουμε.
η ουτοπία δυο σωμάτων να γίνονται ένα

εκείνος αθέτησε την αρμονία, το βασίλειο, τα φθογγόσημα
καθώς το σώμα καιγόταν και, μόνο ακόμη,
έκανε να τραγουδήσει.
στο μεταξύ πληθαίναν οι εγγράμματοι κανίβαλοι.
έμπαινε στη μέση το ολόφρεσκο κρέας.
κάθε κοριτσιού η σάρκα ωραίο κρεσέντο ατονάλ

είμαι ένα φωνήεν ακαριαία σφαγμένο.
όταν «οί χοίροι υΐζουσιν, τα χοιρίδια κόίζουσιν,
οί όφεις ίΰζουσιν»*
πολλά εγκλήματα διαφεύγουν απ’ το λάρυγγα.
εγώ σκοτώνω ένα ποίημα, εμφυχώνω εσένα

κείνη που γράφει έχει ήδη υποκλιθεί.
κανονικός μαέστρος.

* Τίτλος βιβλίου του δημοτικιστή Δημήτρη Γληνού, στο πλαίσιο της διαμάχης για το γλωσσικό ζήτμα. Δημήτρης Γληνός, Οι χοίροι υΐζουσιν, Τα χοιρίδια κοΐζουσιν, Οι όφεις υΐζουσιν (Αλβαητάριον Παπαμάρκου), εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1995.

**Από τη συλλογή «Μαύρη Μωραλίνα», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2015.

Φράντς Κάφκα: Ἕνας μικρὸς μύθος

Πλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Φρὰν­τς Κάφ­κα (Franz Kafka)

Ἕ­νας Μι­κρὸς Μύ­θος

(Kleine Fabel)

ΛΛΟΙΜΟΝΟ», εἶ­πε ὁ πον­τι­κός, «ὁ κό­σμος φυ­ραί­νει μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα. Στὴν ἀρ­χὴ ἦ­ταν τό­σο με­γά­λος ποὺ τρό­μα­ζα κι ὅ­λο τό ’­βα­ζα στὰ  πό­δια, ὥ­σπου ἐ­πι­τέ­λους ἀ­να­κου­φί­στη­κα ἀν­τι­κρί­ζον­τας τεί­χη δε­ξιὰ κι’ ἀ­ρι­στε­ρά, ποὺ ἂν καὶ βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριά μου σύν­το­μα συ­νέ­κλι­ναν, κι ἤ­δη ἔ­χω βρε­θεῖ στὸ τε­λευ­ταῖ­ο δω­μά­τιο, ἐ­νῷ κά­που ἐ­κεῖ στὴ γω­νί­α στέ­κει ἡ φά­κα, στὴν ὁ­ποί­α καὶ τρέ­χω».

        «Πρέ­πει μο­νά­χα ν’ ἀλ­λά­ξῃς τὴν κα­τεύ­θυν­ση», εἶ­πε ἡ γά­τα – καὶ τὸν ἔ­φα­γε.

Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Babelmatrix                                                  

(https://www.babelmatrix.org/works/de/Kafka%2C_Franz-1883/Kleine_Fabel/en/34801-A_Little_Fable)

Φρὰν­τς Κάφ­κα (FranzKafka) γεν­νή­θη­κε στὰ 1883 στὴν Πρά­γα τῆς Τσε­χί­ας. Ἦ­ταν ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Με­γά­λω­σε κα­τὰ τὶς ἀρ­χὲς τῆς ἑ­βρα­ϊ­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας, μὲ ἕ­ναν πα­τέ­ρα ποὺ ἔ­παι­ξε κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴ δι­α­μόρ­φω­σή του, ἐ­πη­ρε­ά­ζον­τάς τον σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ μὲ τὴν αὐ­στη­ρό­τη­τά του. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά. Δη­μο­σί­ευ­σε λί­γα ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ὅ­σο βρι­σκό­ταν ἐν ζω­ῇ, ἐ­νῷ…

View original post 132 more words

Αντώνης Στασινόπουλος, Δύο ποιήματα

Ο Θερισμός

ΣΑΝ ΤΑ ΧΡΥΣΑΦΕΝΙΑ ΣΤΑΧΥΑ
κύματα στους αγρούς
του απομεσήμερου πνοή.
Ο θερισμός αργεί να έρθει.
Καινούριοι θεριστές θα μαζέψουν τον καρπό
και θα φτάνει το ψωμί
για όλο και περισσότερους ανθρώπους.
Εμείς σπείραμε και θα φύγουμε
αλλά ο σπόρος μένει.

***

Μια Αγκαλιά

ΜΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ
για το μπλε της θάλασσας,
για τα γαλάζιο του ουρανού
με τα αστέρια να φεγγοβολούν τις μακριές νύχτες.
Μια αγκαλιά για το δάσος με τα πλάσματά του,
που καταπράσινο στέκει αιώνες στα ψηλά βουνά.
Μια αγκαλιά καταφύγιο για τους φίλους μου,
για πουλιά κυνηγημένα.
Μια αγκαλιά για τους ξεριζωμένους οδοιπόρους.
Μια αγκαλιά για σένα,
αγαπημένη νεράιδα,
σήμερα και αύριο.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι Ολόγιομο”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα 2010.

Σοφία Κουφού, Αναζητώντας λαχανόκηπους

Ο αέρας απόψε είναι ατµός.
Πώς να βάλεις το νέο σου φούτερ µπλουζάκι
όταν ακόµα δεν έχουν βγει τα λάχανα;
Μη στέλνεις άλλα γράµµατα,
δεν θ’ απαντήσω.
Η επανάσταση έχει αρχίσει.
Να την απολαύσεις.
Μπες πιο βαθιά
‒χρειάζεται αρκετό βάθος‒
και µη βγεις πριν να τελειώσει.
Θέλει πειθαρχία.
Όµως ξέρω καλά
πως θα βγεις νικητής
ακόµα κι αν έχεις ηττηθεί.
Ανταπόδοση εκ των έσω.

*Από τη συλλογή “Περί θέσεως και ευρύτητας”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2020.

Κομπάγιασι Ίσσα, Χάικου

Ασάκουσα –
Πίσω απ΄ το σπίτι
ο κούκος, το Φούτζι.

Τραγούδα σου λέω!
Σιωπηλό
ορφανό σπουργίτι

Παλιό συνήθειο
τα κρύα πόδια μου
τις νύχτες στο Κίσο.

Η δροσερή αύρα
ανάξια λόγου σαν βγει
στην πύλη το φεγγάρι.

Ο παπάς τραγουδά
όταν μαζεύουν το τσάι
στο Σιγκαράκι.

Η δροσιά πάνω
στα φύλλα αρκετή
για να βράσω τσάι.

Επιστρέφει στους
οικογενειακούς
τάφους υπηρέτης.

Κούκε, πότε
πρέπει να βιαστώ
εσύ το ξέρεις.

Η πεταλούδα
καθαρίζει τα μάτια της
πάνω στο χέρι μου.

*Από το βιβλίο ¨Διακόσια εξήντα επτά χάικου”, Εκδόσεις Κουκούτσι, Αθήνα 2017. Μετάφραση: Γιάνης Λειβαδάς.

Κώστας Ρεούσης, Τέσσερα ποιήματα

05.07.2000

Η λάμα έπεφτε
Κρότος κανένας
Ο νους ακίνητος
Πύρωνε
Το στομάχι.

***

VAILAR

Την άγρια πιο samba
Διαλέγει τον αέρα να
Σηκώσει ένα ρυθμό
Μοναδικό το
Σώμα ερμηνεύει

***

ΤΟ ΚΥΜΑ ΣΤΟ ΜΑΓΟΥΛΟ

Η Παναγία συνουσιαζόταν
Τον Αύγουστο καθώς πιστοί
Έτρεχαν αρμυροί να γλείψουν εικόνες
Κάθε φέτος και σφαγμένοι
Κοιτάζω το κομμένο καρπούζι
Κι επανέρχομαι

***

ΟΙ ΖΩΓΡΑΦΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΜΥΣΤΙΚΟ

Το άξεστο πρωτόλειο μιας
Αδιάφορης άνοιξης λέξεις
Που διαβάζονται κυρίως
Με λεξικά γράματα που
Χοροπηδούν δολοφονικά
Φιέστα αφηρημένης ανθρωπότητας.

* Από τη συλλογή ”Ένα τσεκούρι κάθεται στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Νοέμβριος 2015.

Ασημίνα Λαμπράκου, Εγκώμιον

Ορίστε λοιπόν!
Με δυό λαίμαργους σπασμούς ονείρωξης
εκποιείται ο έρωτας
τα υπερήλικα βράδια της ζωής σου
Εκποιείται;
Παραδίνεται θα ήθελες να πεις
όχι μ’ αυτή την έννοια της υποταγής
στην ηδονή ή τη λαγνεία
μα την άλλη
του στρατιώτη που τη μάχη τελειώνει
χάνοντας

Να ευτελίζεται όμως μοιάζει η πράξη
Κι αυτό αταίριαστο σου είναι
που τιμητής υπήρξες και του μικρού
του ταπεινού
με πείσμα απέναντι στο ευμέγεθες
του μεγαλοπρεπούς μεγάλου

Μεταποιείται
Ίσως αυτό
τι λές;
Και πλέον, ας αποφασίσεις
τις λέξεις αράδιασες για να διαλέξεις
ψάχνοντας το συμβάν να αποδώσεις
και δες τι προκάλεσες
Στριμώχτηκε η σκέψη των ανθρώπων στη περιέργεια

Κι εσείς
Σημασία τόση μη δίνετε
Για ώρες πολλές διορθώνω
και διάλειμμα γύρεψα να κάνω
γράφοντας

Μα πάλι
αν παράθυρο ένα
στα εντός σας ανοίγει με τούτα
μη κλίνετε
σε αναγνώσεις μάταιων νοημάτων
παρά στη μεγαλωσύνη
πράξεων απλών
όπως αυτής
του σπασμού μιας ονείρωξης
κάποιο ζεστό βράδυ
μιας θλιμμένης Άνοιξης

*Από τη συλλογή “Οι απέναντι”, Αθήνα 2002.

Γρηγόρης Σακαλής, Ψέμα

Είδα αρκετούς
που αγωνίζονταν, τάχα μου
για το κοινό καλό
μα γι΄αυτό που αγωνίζονταν
ήταν το δικό τους καλό
πέρασαν έντεχνα
κι έκαναν καριέρα
στα αστικά κόμματα
πήραν θέσεις εξουσίας
έγιναν επιχειρηματίες
κι οργάνωναν
την εργασία των άλλων
απαιτούσαν εντατικοποίηση
της δουλειάς
όποιος δεν μπορούσε
έφευγε
μεγάλη γαρ η ανεργία
άφθονο το εργατικό δυναμικό
έκαναν έτσι
τεράστιες περιουσίες
αυτοί οι ¨αγωνιστές¨
που στα νιάτα τους
μιλούσαν σε συγκεντρώσεις
και τους άκουγαν οι εργάτες
σαν να τους μιλούσε
ο Πάπας της Ρώμης.

Λαμπριάνα Οικονόμου, Τρία ποιήματα

Clare Leighton, Bread Line, New York, 1932

ΣΥΝΕΣΤΙΑΣΗ

Η μαύρη γάτα έχει τουρνέ.
Οι κύριοι ακουμπούν
στη ράχη της ποτήρια.

Οι κυρίες της Αβινιόν ποζάρουν δύστροπα
κάτω απ’ το τασάκι.

Η μητέρα του Γουίσλερ μάς σημαδεύει
με όπλο.

Θα ήθελα στην τέχνη να συνδράμω
αλλά το αφηρημένο μου μελάνι
κυλάει στο σιφόνι.

***

ΩΣ ΤΟΝ ΠΥΘΜΕΝΑ

Στον Α.

Θα κατεβώ
την ιχθυόσκαλα
ως κάτω
που όλα είναι
ήσυχα.

Από τις κόγχες των ματιών
θα φέγγουν προβολείς.
Υμένες στα ακροδάχτυλα

ψάρι-υποβρύχιο
θα είμαι στην ποδιά σου.

***

ΣΧΗΜΑ ΛΟΓΟΥ

Μεσόκοπη αλλοδαπή
με καρφίτσα στο πέτο
– προσωπογραφία εθνικού ήοωα
Στον καναπέ σημεία και τέρατα
παίζουν μπαρμπούτι.

*Από τη συλλογή “Αντίποινα”, Εκδόσεις Θράκα, 2016. Η εικόνα της ανάρτησης κοσμεί το εξώφυλλο της συλλογής.