Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978), από το “Αλεξανδροστρόι”

………………………………………………………………………………

Δεν ξέρω τα καινούρια σου γραφτά
μα δεν πιστεύω να ασχολείσαι με συγκεντρώσεις σωματείων
εσύ που δεν αντέχεις στην ασφυξία των πολλών
εσύ που προτιμούσες τα χωράφια
να ξαπλωθείς ανάσκελα
να πέσει η νύχτα στο πλευρό σου
να καλπάζουν κάπου πέρα
απετάλωτα
τα άλογα στο χόρτο.
.
Ποτέ δε γύρεψα κ’ εγώ
πολλά πουκάμισα.
Και το ένα ακόμα
μεταξύ μας
θα το δεχόμουν λιγδιασμένο.
Έλεγα πως θα ‘ταν αρκετοί
να με χτυπήσουνε στον ώμο καλησπέρα
και πια πώς να τις χάσω
τέτοιες μουντζούρες επωμίδες.

……………………………………………………………………..
.

.

Γιώργος Λίλλης, Τρία ποιήματα

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΓΙΑ ΤΑ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΑ ΜΟΥ ΓΕΝΕΘΛΙΑ


Το φαγητό μου το τρώω μαμά
τα δόντια μου τα πλένω, μην ανησυχείς
Κι όταν κρυώνω φορώ το χοντρό παλτό.
Μαμά, σόρι, το πρόβλημα δεν είναι
ο καιρός ούτε η κακή διατροφή.
Με ακούς; Αλλού είναι το πρόβλημα.
Βρίσκομαι στη γη δεκαπέντε χιλιάδες μέρες
κι ακόμα να προσαρμοστώ.

*

ΣΥΝΗΘΕΙΑ


και προπαντός
να μη σιχαίνομαι
όσα μπορώ
και συνηθίζω

το κρεβάτι που τρίζει
την τηλεόραση ως μοναδικό
συνομιλητή
τα παγωμένα καλοριφέρ
τις κονσέρβες
τις τρύπιες κάλτσες
τα αντικαταθλιπτικά χάπια
το όνομά μου στις λίστες
ευρέσεως εργασίας
τους τέσσερις τοίχους
τις άδειες κορνίζες
τα πλαστικά μαχαίρια
τη νεκρή μου γάτα
τις πόρτες ασφαλείας
τη χαμένη μου αξιοπρέπεια
τις πόρτες ασφαλείας

*

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΥΑΛΑ


παπαγαλίες
και φτηνά στιχάκια
σε σχολεία, έδρανα
και παρακλήσεις

τα καλύτερα μυαλά τη γενιάς μου
δεν τα έφαγε η ξενιτιά
αλλά οι υποκλίσεις

βολεμένοι όλοι σε μια ζωή
από δεύτερο χέρι
στέκω αμήχανος
χωρίς πια να ξέρω
ναι, χωρίς πια να ξέρω

*Από τη συλλογή «Ο άνθρωπος τανκ», εκδ. θράκα, 2017.

Κωνσταντίνος Μελισσάς, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΟΡΤΗ ΚΥΡΙΕ ΣΑΡΛ

Το ρολόι χτυπά
ο κούκος πηδά απ’ την οθόνη.
Βαράκια στα πόδια και επιγονατίδες
ασανσέρ και έξω
το σούρουπο να κλέψεις.

Άδειες βιτρίνες ή
γεμάτες με εκπτώσεις.
Πηχιαίοι τίτλοι για διεθνείς εξελίξεις,
συμβάντα και αναμορφώσεις.

Το κινητό σου πάλι χτυπά
το μήνυμα λέει:
“Λάβε ένα χρηματικό βραβείο
για την κατάργηση των αριστείων”.

Η αυγή μας χαράζει,
το παρελθόν δεν ταράζει.
Το ξημέρωμα είναι γιορτή κύριε Σαρλ
μια γιορτή μόνο για σένα.

*

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

Τέσσερα μυθιστορήματα του Ασίμοφ,
τρία πουκάμισα της Χάγης,
δύο γιλέκα με κόκκινες ρίγες
ένα ζευγάρι παπούτσια Ζιλέρι
ένας άδειος φάκελος στο Ντρόπμποξ
κι ένα βαζάκι καλαμπόκι
με ημερομηνία λήξης στην ετικέτα
την 10-02-2010 από άλλο γαλαξία.
Α, και μια φωτογραφία από το καλοκαίρι του 1995
σ’ ένα δερμάτινο πορτοφόλι
που ξεπήδησε στην τρίτη μετακόμιση
(έτσι δεν γίνεται πάντα;).
Η ανεύρεση της απώλειας:
ένα ταξίδι στο διάστημα.

*Από τη συλλογή “Ματς Πόιντ”, εκδ. θράκα, 2018.

Misha the Maniac, from “Ύβρις”

THE HOLY CITY

Starving, emaciated and completely insane.
I am dragged out of the house in the early hours of morning. The sun bright and flaming. Clutching an icon of Jesus Christ and praying for salvation.
All night long phoning emergency services, pleading with them for an urgent liver biopsy. My liver was turning to rot and I had little time left.
I had neither taken communion nor confessed in the past week, which meant I was destined for the pits of hell.
I remember the Jewish boy on the ward and the corned-beef dinners. And how long it took me to gain strength to walk.
On a hospital bed. A feeding tube pumping sustenance into my body. Sedate and lithe. Hums and beeps.
The Jamaican nurse sang me a gospel hymn after I showed her my religious bracelet.
I pieced through my meal to the verses of “Holy, Holy, Holy…”

*

GENESIS

Shouting and arguing. Bewildered and on edge. I race across the floorboards. Into the bathroom, the pill bottles lined up below the mirror. Shaking, the faucet bursts open and I take in mouthfuls of water.
Looking into the browny pits of my eyes. The gaze holds then collapses from view. Push forward into blackness.
<>
13 year old boy. Transferred following an intentional overdose of Flunitrazepam. Ingested 29 tablets. Went upstairs to the bathroom and came downstairs, appeared groggy and unsteady on his feet. Ambulance called. Empty bottle found in bathroom. Reports from toxicology incoming. Patient currently sleeping.
<>
Patient still sleeping. Should wake up from the effects of the drug in the morning. Should not need Flumazenil now.
End report.


“Ύβρις”, Apothecary Archive, January 2021

http://www.apothecaryarchive.com

Μιχάλης Κατσαρός, Ποιήματα

Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί
– καθώς διαβάστηκε –
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί
όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.

Η διαθήκη μου για σένα και για σε
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.

Αλλάξανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο
εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
τη νέα βουή στα δάση
τον άνεμο τον σκότωσαν –
τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα
ποιος είναι αυτός που πνίγει.

Και συ λοιπόν
στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι
στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:

Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.

*Ποιήματα από την συλλογή Κατά Σαδδουκαίων του 1953

Νατάσα Χατζηδάκη, Δείπνο

Συνέφαγαν η Σκύλλα και η Χάρυβδη
Για μια φορά ενωμένες.

Και δεν τις εξεχώριζες
Ποιοι είχαν στήσει ενέδρα και σε ποιον

Ποιος ήταν Χάρυβδη
Ποιος ήταν Σκύλλα.

Κι ο Κέρβερος επικροτεί.
Γιατί εις το Βασίλειο αυτό
ο Πλούτωνας επικρατούσε.

Τους έφεραν και μια Παρακόρη
Λυγερή _θηλαστικό από το ιερό Πηγών αποσπασμένη.
Αναρτημένη σε ανάκλιντρο Νεκρών.
Με τα δύο σκέλη ανοιχτά
Σαν παραπλανημένη
Σε αδήριτο ανάγκη πεπεισμένη.

Και εδείπνησαν πανευτυχής
Με θέαμα τον Παρθενώνα

Τον εν εξελίξει και ad hoc
Το παρεμπίπτον ζήτημα της χώρας
Με τα ταριχευμένα δάχτυλα κλειστά

  • σε ανοιχτό κυκλώνα.

Για μια Ανάγκη ευρεσιγενή.

Συσσωρευμένη πίεση να υπαγορεύει.

Μέχρι ρανίδας τελευταίας να απελευθερωθεί
Ο απαγορευμένος αναλημματίας,

δόγμα αμυντικό, ημίεργο αρπαγής

Ο αμετάστροφος επιβλαβής
Σε μαύρο χρήμα να ξεπλένει
Λύσεις προσήκουσες

Λόγους μ’ επίστρωση αργύρου.

Λόγους θαμμένους ζωντανούς

Για τα ακτέριστα φύλλα των Ελλήνων.

26.07.’10

George Le Nonce, Δύο ποιήματα

ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΙΑ

Ας πούμε πως αποσοβήθηκε και αυτή η καταστροφή,
ο εξευτελισμός μας πως μας εξασφάλισε
ακόμα δυο τρεις μέρες επιφανειακής αμεριμνησίας.

Βάλε μου ένα ποτό,
παίξε λίγη μουσική,
φίλησέ με στο στόμα.

Ούτως ή άλλως πάντα φοβόμουν τους γιατρούς,
ούτε ακτινογραφίες υπάρχουν, ούτε αξονικές.
Μπορούμε κάλλιστα να προσποιηθούμε
πως κι αν έχει συντελεσθεί
δεν είναι ανεπανόρθωτη
η φθορά
κάτω από το δέρμα

*

ΠΟΜΠΗΙΑ

Η συνήθεια του παραθερισμού
η αφόρητη ραστώνη
η θάλασσα
– ας χαθούν!

Ας μείνουμε εδώ, σε παρακαλώ.
Στη σιωπή του διαμερίσματος
με τα παράθυρα κλειστά,
με τον ακριβό μας κλιματισμό.
Μην ανησυχείς:
δεν θα μας βλάψει
ο εθελούσιος εγκλεισμός.

Αντιθέτως, θα κρυώσουμε κάποια στιγμή,
θα αγκαλιαστούμε και θα ερωτευθούμε
σαν να μην υπήρχε εκεί έξω η εξαντλητική ζέστη
σαν να μην υπήρχε τίποτα εκεί έξω
σαν να μην επέκειτο
η απανθράκωση.

Gregory Corso, Χθες νύχτα οδηγούσα αμάξι

Χθες νύχτα οδηγούσα αμάξι
χωρίς να ξέρω οδήγηση
χωρίς να μου ανήκει
οδηγούσα και χτυούσα
ανθρώπους που αγάπησα
… διέσχιζα με 12 μια πόλη.

Σταμάτησα στο Χέτζβιλ
και κοιμήθηκα στο πίσω κάθισμα
— ενθουσιασμένος για τη νέα μου ζωή.

*Μετάφραση: Λαμπριάνα Οικονόμου.
**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ποιητικά”, τεύχος 24.

Juan Gelman, Τρία ποιήματα

ΓΕΡΑΜΑΤΑ

Από το παλιό ποίημα βγαίνει
μια μυρωδιά που ποτέ δεν ήταν.
Πονάει αυτό και είναι
το μόνο ζωντανό του ποιήματος
που ήταν. Η χαρά της
ψιχάλας δεν το βρέχει, ούτε
δέχεται ήλιο όταν έχει ήλιο.
Η πληγή αυτή διαβάζεται από μόνη της
στη σκιά μιας ανάμνησης μικρής.
Ο ουρανός περνά βουβός
πάνω σε στίχους που ήδη.

*

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Όποιος φαντάζεται, βγαίνει από τον εαυτό του, κόβει
τη γλώσσα κάποιας συμφοράς, πάντα
γυρίζει σε τίποτε άλλο.
Παραδίδει τη φωτογραφία του πατέρα
σε ένα αντίο στο χέρι και
οι φλέβες σιωπούν.
Άφησα την αιωνιότητά μου να πέσει.
Χθες δεν ήμουν ο σημερινός,
αλλά η ανάμνηση του σήμερα.
Δεν γνώριζες πως τα φθινόπωρα ενος βιολιού
αντηχούν στο κεφάλι μας;
Και η χώρα είναι κουφή;
Δεν έχει λάδι η δαγκωμένη λέξη.
Σκάβει και σκάβει
Και ποτέ δεν βρίσκει.

*

ΕΥΓΕΝΕΙΕΣ

Το ποίημα είναι χλομό και ευγενές,
Δεν αλλάζει τίποτα, δεν λυγίζει λόφους, δεν
δίνει ούτε ένα κόκκινο φρούτο, ούτε
κάνει το θόρυβο αυτού που αρπάζει
ένα κομμάτι ψωμί για να δώσει
ένα κομμάτι ψωμί.
Κάθεται ανακούρκουδα σε μια γωνιά και
δεν παραπονιέται.
Ζει από το καθετί που υψώνεται
στον αέρα κι από τη γέννηση.
Ούτε ζητάει να το επισκεφτούν.
Του φτάνει ό,τι δεν συνέβη.

*Από τη συλλογή “Pais que fue sera”, Μεξικό 2001-2002. Buenos Aires, Seis Barras, 2004.

Ελίνα Αφεντάκη, Δυτικό Λονδίνο

Όταν ο Λούσιαν Φρόυντ ζήτησε από κείνη τη γυναίκα να ποζάρει,
δεν είχε ιδέα ότι ο σκύλος του -ένα μυώδες, ταχύτατο γουίπετ-
θα την ερωτευόταν παράφορα.
Σε σύντομο διάστημα ο ζωγράφος την έριξε στο κρεββάτι του
και το δυστυχές κυνάριον έπεσε σε μελαγχολία.
Από το κυνήγι επέστρεφαν άπρακτοι κι από τις κούρσες ταπεινωμένοι.
Τις νύχτες ορμούσε στο πόδι του και το ροκάνιζε ως το κόκκαλο.
Το ευγενές τετράποδο είχε πλέον την όψη λαϊκού Ηρακλή ηττημένου από ένα τενεκεδάκι…
Ένα βράδυ ο ζωγράφος καθώς του ‘βαζε πούλβερη στο τραύμα τσάκισε.
“Δε σου αξίζει αγόρι μου”, είπε:
Άνοιξε την πόρτα της κάμαρας.
Ο μικρός πλησίασε πιο αθόρυβα κι απ’ τη νύχτα.
Με τη μουσούδα υγρή σφηνώθηκε στη διπλωμένη της κνήμη κι αποκοιμήθηκε.

Φωτογραφία: Lucian Freud, Girl on the quay