ένα έτσι

Κάθε λέξη είναι η υπόσχεση πως δεν θα ξαναγράψω.
Κάθε χρώμα είναι η βεβαιότητα πως δεν έχω γεννηθεί.
Κάθε ήχος είναι η προτροπή να εγκαταλείψω τον κόσμο.
Κάθε γεύση είναι η αποστολή λουλουδιών σε μια άγνωστη διεύθυνση.
Κάθε σώμα είναι η επιστροφή σε μια οποιαδήποτε ιδέα.
Κάθε στιγμή είναι η επανάληψη των παραπάνω.
Κάθε στιγμή που πέρασε είναι η άρνηση όλων αυτών.
Κάθε στιγμή που έρχεται είναι η πιθανότητα όλα αυτά να συμβαίνουν σε κάποιον άλλο.

View original post

Βαγγέλης Κούταλης, ο χέγκελ σεντερ-φορ

Ι.

Είχα ξεμάθει να κάνω τολμηρούς σχεδιασμούς
Να έχω φιλόδοξους στόχους
Και να επιδιώκω,
Ανοίγοντας μ’ επιδεξιότητα μιαν ολόκληρη βεντάλια από στρατηγήματα,
Την έγκαιρη επίτευξή τους
Να ρίχνω το βέλος μου μακριά
Μακρύτερα κι απ’ το περίγραμμα του αντικατοπτρισμού μου
Είχα, πράγματι, ξεμάθει
Ν’ ακολουθώ, δίπλα στις πέτρες,
Τα ίχνη της εδώδιμής μου λείας

Τώρα πρέπει να βάλω τον πήχη μου στη θέση που του αρμόζει:
Λίγα εκατοστά πιο πάνω
Από το σχισμένο δέρμα

Η πανσέληνος που έρχεται – σε 5 μόλις μέρες
Θα είναι η αγριότερη

ΙΙ.

Ξαναγράφω την αρχή ενός σονέτου:
Quand iombre menaqa de la fatale loi
Tel vleux Reve, desir et mal de mes vertebres,
Afflige de perir sous les plafonds funebres
II a plογέ son aile indubitable en moi

Και μετά προσθέτω έναν ακριβή ορισμό:
Diese Einheit der Moglichkeit und Wirklichkeit ist die Zufalligkeit

Στο τέλος, ως είθισται, θα ρίξω αλάτι,
Φρεσκοτριμμένο πιπέρι,
Λίγα φυλλαράκια βασιλικού,
Κάμποση ρίγανη,
Και μια τζούρα από ξύδι βαλσάμικο
(… για να δέσει η γεύση της σάλτσας)

Κι ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι η συνταγή αποτυγχάνει

Έχει τάχα νόημα να με ανακόψεις
Ενώ ετοιμάζομαι να σουτάρω
Μ’ ένα αριστερό βολ πλανέ
Τη μπάλα στο δοκάρι της εστίας μου;
Έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται παρά για ένα σονέτο
Κι έναν ορισμό
Για τη σκιά
Το μοιραίο νόμο
Το όνειρο
Την επιθυμία
Την άρνηση
Την κατάθλιψη
Τη δυνατότητα
Την πραγματικότητα
Τη συμπτωματικότητα
Και την ενότητα των αντιθέτων

Αλλά, μ’ αυτά και μ’ αυτά,
Τώρα που έχω με επιτυχία περάσει
Τη χορδή στο τόξο μου
Θα καταφέρω ίσως να σου στείλω
Γλιστρώντας στο ημίφως αυτού του παραθύρου
Ένα ακόμα παιδικό νυχτερινό τραγούδι
Έναν ακόμα, δηλαδή, από τους χτύπους της καρδιάς μου
Φευγαλέο,
(δεν θα μπορέσεις να τον συγκρατήσεις πριν χαθεί)
Αξεδίψαστο,
(δεν θα εξαντληθεί ποτέ η πλησμονή του)
Και προπάντων ανυπόσχετο
(μονάχα αποτείνεται …)

Γιατί εσύ τελικά είσαι, να το ξέρεις
The love of my life

And the midnight of my love

*Από τη συλλογή “αχυρένιος σκύλος”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2010.

Peter Handke, Τραγούδι της παιδικής ηλικίας

Όταν το παιδί ήταν παιδί
περπατούσε κουνώντας τα χέρια του,
ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι, το ποτάμι
να είναι χείμαρρος,
και η λακκούβα με νερό να είναι η θάλασσα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν ήξερε ότι ήταν παιδί,
όλα ήταν ένα μέρος της ψυχής,
και όλες οι ψυχές ήταν μία.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν είχε άποψη για τίποτα,
δεν είχε συνήθειες,
καθόταν συχνά σταυροπόδι,
το έσκαγε τρέχοντας,
είχε «κορυφή» στα μαλλιά,
και δεν έκανε γκριμάτσες όταν
φωτογραφιζόταν.

Σαν ήταν το παιδί παιδί,
Ήταν η ώρα των ερωτήσεων:
Γιατί είμαι εγώ και όχι εσύ;
Γιατί είμαι εγώ εδώ και όχι εκεί;

O χρόνος πότε άρχισε κι ο χώρος πού
τελειώνει;
Μήπως είναι όνειρο η ζωή κάτω απ’ τον ήλιο;
Μήπως αυτά που βλέπω, ακούω κι μυρίζω
δεν είναι παρά το είδωλο ενός κόσμου πριν
τον κόσμο;

Στ’ αλήθεια υπάρχει το κακό,
και άνθρωποι που είναι πραγματικά κακοί;
Πώς γίνεται εγώ, αυτό που είμαι εγώ,
να μην υπάρχω πριν να υπάρξω,
και κάποτε εγώ, αυτό που είμαι εγώ,
αυτό που ήμουν να μην είμαι πια;

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν του άρεσε το σπανάκι, τα μπιζέλια, το
ρυζόγαλο,
ούτε το κουνουπίδι στον ατμό,
αλλά τα τρώει όλα αυτά τώρα, και όχι μόνο
επειδή «πρέπει».

Όταν ήταν το παιδί παιδί,
ξύπνησε μιά φορά σ’ ένα ξένο κρεβάτι
και τώρα όλο έτσι γίνεται.
Πολλοί του φαίνονταν τότε όμορφοι
μα τώρα μόνο λίγοι, κατά τύχη.

Έβλεπε καθαρά έναν παράδεισο
και τώρα το πολύ να τον φαντάζεται.
Το Tίποτα τίποτα δεν του έλεγε
μα τώρα αναρριγάει μπροστά του.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έπαιζε με ενθουσιασμό,
και, τώρα, έχει τον ίδιο ενθουσιασμό όπως
και τότε,
μόνο όταν πρόκειται για δουλειά.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
Ήταν αρκετό να φάει ένα μήλο, ψωμί,
Και έτσι είναι ακόμα και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
τα χέρια του ήταν γεμάτα μούρα,
όπως μόνο τα μούρα τα γέμιζαν
κι ακόμη και τώρα, έτσι κάνουν.
Φρέσκα καρύδια του «έγδερναν» τη γλώσσα
και ακόμη έτσι είναι.

Για κάθε βουνοκορφή,
είχε λαχτάρα για ένα ακόμη ψηλότερο βουνό,
και για κάθε πόλη,
είχε λαχτάρα για μια ακόμα μεγαλύτερη
πόλη, και εξακολουθεί να είναι έτσι.

Έφθανε για κεράσια στα ψηλότερα κλαδιά
των δέντρων
με ένα ενθουσιασμό που έχει ακόμη και
σήμερα,
ντρεπότανε τον κάθε ξένο κι ακόμα έτσι
νοιώθει,
περίμενε το πρώτο χιόνι, κι ακόμα έτσι περιμένει.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έριξε ένα ραβδί σαν βέλος πάνω σ’ ένα
δέντρο σαν ακόντιο,
και πάλλεται εκεί ακόμη μέχρι σήμερα.

Ελένη Παπάζογλου, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Κυνηγημένοι μετανάστες ζητούνε καταφύγιο,
μια ανάσα για να ξαποστάσουν,
ένα κεραμίδι να ακουμπήσουν το κεφάλι τους
—τσόφλι αβγού στην αβγοθήκη φοβάται μήπως και
ραγίσει—
για να σωθούν από κλούβιους κουφιοκέφαλους.
Αυτούς με τη λεπίδα στο χέρι
και τη φιδοφωλιά στη θέση της καρδιάς,
αυτούς που η εξουσία εθελοτυφλεί και υποθάλπει.
Είδες; Πάλι οδεύουμε προς μια χαράδρα του σεισμού.
Πάλι τα δόντια θέλει να σφίξουμε με μολύβδινες
, τανάλιες,
πάλι μικρά μας μυστικά χρυσαφικά θα καταπιούμε
να φυλάξουμε.
Να δέσουμε με τα μαλλιά μας και να στρέψουμε τον
μπούσουλα
για να ξεφύγουμε από τον καταρράχτη.

29/3/2009

***

ΣΙΩΠΗ

Ήταν φορές που άφηνε την κάφτρα του τσιγάρου
να φτάσει ως τα χείλια
κι άλλες το σπίρτο να του κάψει τα ακροδάχτυλα.
Τότε που μέσα του πλατάγιζε μια πέστροφα
και σολομός που ανέβαινε κόντρα στα νερά η σκέψη.
Ήταν καημοί που μήτε η Γη δεν γνώριζε,
αυτή οπού το χώμα της ανέδυε κραυγές, μήτε αυτή.
Και σαν τα νυχτολούλουδα που ρόδισαν
μ’ ένα άρωμα που κραύγαζε γιορτή,
ήρθε και σταύρωσε τα δυο του νύχια,
που έσκαβαν βαθιά μες στην ψυχή και είχανε πάρει
χρώμα.
Αυτό το κόκκινο που ζάλιζε που ερέθιζε κι αγρίευε,
αυτό που τα άλογα τρόμαζαν σαν το έβλεπαν
κείνη τη νύχτα που δεν φάνηκε η Σιωπή.

26/3/2009

*Από τη συλλογή “Ονειράκατος”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2009.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, 1974

Είμαι στα δεκαπέντε τώρα
απλωμένος στο δωμάτιο
στα φυλλώματα του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
αιωρούμενος
ακροβατώντας
σκιρτώντας

τίγκα οι τοίχοι με αφίσσες που τις έχω και μπλουζάκια
πλάι μου η κιθάρα
ένα περιστέρι πάνω στην κιθάρα
γύρω απ’ το περιστέρι οι λέξεις Woodstok/Victory Peace & Music
τέσσερις λέξεις που σημαίνουν μακριά μαλλιά σαν του Σαντάνα
που σημαίνουν αμπέχονο
τζιν
και μεθυσμένη Χάρλεϋ
κι Άντζελα Νταίηβις
με το μαλλί αφάνα
και την αγέρωχη στάση της
με το ένα πόδι απλωμένο
και το άλλο κεκαμένο στο γόνατο
κι ας μην ξέρω ποια
και τι ακριβώς είναι η Άντζελα Νταίηβις
κι ας είναι να περάσουν τρία ολόκληρα χρόνια
και να γίνω δεκαοκτώ
για να μάθω ποια και τι ακριβώς είναι.

Κι είμαι στα δεκαπέντε τώρα
και πετώ
και χάνομαι
χωρίς αντιφάσεις
χωρίς υποψίες

αργεί πολύ η ταραχή
η τρικυμία
η σύγκρουση

είναι ήπιο το κόλπο ακόμα

είναι αφίσσες στο δωμάτιο
γραφειάκι με βιβλία σχολικά
το Λάθος του Σαμαράκη
κι ο Μπάλος του Σαββόπουλου
είναι τρανζίστορ
και ποδήλατο
το Βιετνάμ της Φαλάτσι σε Βίπερ περιπτέρου
Δράση και Φαντάζιο
ένα ταξίδι τρελό
τρελαμένο
με μουσικές και Χίπηδες
πάνω σε Ντεσεβώ και Σκαραβαίους.

Κι είμαι στα χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
μικρός ακόμα
στα δεκαπέντε

λαχταρώντας να διαλέγω τα ρούχα μου
τις ώρες έγερσης και κατάκλισης
τη χρήση των πτώσεων της γενικής σε «-ης»
και της γενικής σε «-εως»
λαχταρώντας να πιω κονιάκ
να καπνίσω σε σκοτεινά κατώφλια
να ξεχυθώ
να ερωτευθώ
ν’ ακούσω τον άνεμο των γεγονότων

μην κάνοντας τίποτα
τον παραμικρό κόπο να σκεφτώ
να μου περάσει η ιδέα
αμυδρά έστω
πως κάποτε
ναι κάποτε
θα είμαι σαράντα τέσσερα
πενήντα τέσσερα
εξήντα τέσσερα.

Δημήτρης Φιλελές, Ταξί

Ένα ταξί είν’ η ζωή πειρατικό
που κάνει πιάτσα τα μεσάνυχτα λαθραία
το μάτι κλείνει σ’ όποιον βρει περαστικό
στου λιμανιού τη σκοτεινή την προκυμαία

Οι επιβάτες δεν κρατούν αποσκευές
με αδειανές τις τσέπες έρχονται και πάνε
Μεγάλες μοιάζουν όλες οι Παρασκευές
και το ταξίμετρο τους γράφει τι χρωστάνε

Είναι γνωστή η διαδρομή απ’ την αρχή
πάντα αντίστροφα μετράει η κλεψύδρα
πέρα απ’ τα όρια λυγίζει η αντοχή
εννιά κεφάλια έχει η Λερναία Ύδρα

Όποιο κι αν κόψουν, ξεφυτρώνουν άλλα δυο
η μάχη άνιση και άδοξη η πτώση
είναι αθάνατο το άγριο θεριό
από τα δόντια του κανείς δε θα γλιτώσει

Ρούχο επίσημο το πέτρινο παλτό
φτερό ανοίγει η ψυχή, βουβό το στόμα
ανεμοσκόρπισμα το σώμα το φθαρτό
ο κύκλος κλείνει με μια χούφτα αφράτο χώμα.

Γρηγόρης Σακαλής, Παράδειγμα

Στον Μιχάλη Κατσαρό

Χτυπούν οι καμπάνες
λυπητερά
κάθε φορά
που ένας αγωνιστής
πεθαίνει
είναι ο ήχος τους διαφορετικός
σχεδόν μελωδικός
έτσι πρέπει στους γενναίους
αυτούς που αψήφησαν
τις συμβάσεις
που αγωνίστηκαν για το καινούργιο
για το δίκιο
που δεν λύγισαν
στις δυσκολίες
λίγοι είναι αυτοί
γι΄αυτό περισσότερη τιμή
τους πρέπει
είναι από άλλη πάστα
όλη τους η ζωή
είναι παράδειγμα προς μίμηση
για εμάς τους υπόλοιπους.