Η πιο εκτεταμένη και πιο ολοκληρωμένη Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης στα Αγγλικά


Ένα έργο του Μανώλη Αλυγιζάκη σε μια κοινή έκδοση Libros Libertad και Ekstasis Editions

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ
ΜΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΣΤΟ https://libroslibertad.com

Ο Μανώλης Αλυγιζάκης είναι Ελληνοκαναδός ποιητής με σημαντικά επιτεύγματα στο ενεργητικό του. Εκτός από τη δημοσίευση των δικών του αρκετά δημοφιλών ποιητικών συλλογών, έχει, εδώ και χρόνια, αφιερωθεί στις υψηλής ποιότητας και λεπτεπίλεπτες μεταφράσεις έργων των σύγχρονων Ελλήνων ποιητών. Έτσι μας έχει προσφέρει σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ποιητές, τους οποίους αλλιώς δεν θα μπορούσε να γνωρίζει το καναδικό και γενικά αγγλόφωνο κοινό, για το οποίο είμαστε όλοι ευγνώμονες. Τώρα, όμως, έρχεται με ένα πραγματικά τιτάνιο έργο, το οποί ανοίγει την πόρτα στο αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό στο έργο πολλών αξιοσέβαστων Ελλήνων ποιητές οι οποίοι, είναι όντως λυπηρό, είναι ουσιαστικά άγνωστοι έξω από τα όρια της χώρας τους. Το έργο αυτό φέρει τον τίτλο «Νεοέλληνες ποιητές: Μια Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Ποίησης, 1750-2018» με βασικό σκελετό ποιήματα 60 σύγχρονων ποιητών από την Ελλάδα, τα γραπτά των οποίων, μπορούμε τώρα να καταλάβουμε ότι άξιζαν να ακουστούν σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Οι επιδέξιες αλλά και εξειδικευμένες μεταφράσεις που συνθέτουν την Ανθολογία, συνοδεύονται από σύντομες αλλά κατατοπιστικές βιογραφίες των ποιητών που ανθολογούνται δίνοντάς τους μια θέση στον ποιητικό χάρτη για το αγγλόφωνο αναγνωστικλο κοινό, με έναν τρόπο που δεν έχει γίνει ποτέ πριν.

Κάναμε κάποιες ερωτήσεις στον Μανώλη Αλυγιζάκη και να τι απάντησε:

Γιατί μια Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης στα Αγγλικά; Τι σημαίνει αυτή η Ανθολογία για τον χώρο της παγκόσμιας ποίησης;
Δεν έχει υπάρξει ποτέ Ανθολογία της Νεοελληνικής Ποίησης στον Καναδά και αυτή η έκδοση έρχεται να καλύψει αυτό το κενό. Από την ημέρα που μετέφρασα το πρώτο ποίημα από τη μητρική μου γλώσσα στα αγγλικά πριν από δώδεκα χρόνια, έχω ονειρευτεί να εισάγω στο καναδικό αναγνωστικό κοινό (και το αγγλόφωνο κοινό γενικότερα) τον πλούτο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης μέσω μιας ανθολογίας επιλεγμένων και αντιπροσωπευτικών ελληνικών ποιημάτων από την περίοδο της Επτανησιακής Σχολής μέχρι σήμερα.

Δεδομένου του πολύ μεγάλου μεγέθους αυτού του τόμου, μπορείτε να μας πείτε πόσο καιρό πήρε όλη η διαδικασία επιλογής και μετάφρασης των ποιημάτων;
Ήταν μια μακρά διαδικασία τριών χρόνων, η οποία οδήγησε στον ογκοδέστατο αυτό τόμο των 815 σελίδων μιας όμορφης τέτοιας ποίησης και σίγουρα είναι είναι η πιο όμορφη ανταμοιβή που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Μετά από τα συνεχή τρία αυτά χρόνια αφοσίωσης στην Ανθολογία, είμαι τελικά σε θέση να παρουσιάσω αυτό που θεωρώ ως την καλύτερη και πιο πολύτιμη μεταφραστική μου εργασία μέχρι τώρα, καθώς και την πιο πολύτιμη συμβολή μου στην Καναδική λογοτεχνία και την παγκλοσμια λογοτεχνία γενικότερα. Το βιβλίο έχει μετατραπεί σε e-book επίσης και έτσι είναι διαθέσιμο και στους νεότερους αναγνώστες της ποίησης που προτιμούν αυτόν τον τρόπο ανάγνωσης.

Είχατε θεσει κάποια κριτήρια στην επιλογή των ποιητών και των γραπτών τους;

Προσπάθησα να καλύψω ένα διάστημα 250 χρόνων ποιητικής δημιουργίας με ποιητές που εκπροσωπούν κάθε εποχή της ελληνικής ποίησης. Υπήρξαν και μερικοί ποιητές τα έργα των οποίων θα ήθελα να περιλάβω στον τόμο αυτό, αλλά η απόσταση και η διαφορά ώρας μεταξύ της British Columbia και της Ελλάδας δημιούργησε δυσκολίες στην επικοινωνία και δεδομένου ότι μια ντουζίνα ποιήματα από καθέναν από 60 ποιητές ήταν ήδη ένα σημαντικό σώμα της εργασίας που έπρεπε να μεταφράσω, τράβηξα μια διαχωριστική γραμμή σε αυτό το υλικό που ήδη είχα.

Ποιο είναι το μήνυμα που δίνεται στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό μέσα από ένα τόσο τεράστιο έργο και αποτέλεσμα;
Το μήνυμα αυτού του βιβλίου είναι πολύ απλό. Κατ’ αρχάς, να τονίσει το γεγονός ότι η αφοσίωση και επιμονή ανταμείβει πάντα κάποιον με το ευχάριστο αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης και, δεύτερον, να υπενθυμίσει στους αναγνώστες της ποίησης σε όλο τον κόσμο ότι μια ποίηση όπως αυτή που ρέει στις σελίδες αυτές γεννήθηκε στην Ελλάδα και συνεχίζει να ευχαριστεί τον κόσμο με την ομορφιά της, ακόμη και σήμερα. Όλο αυτό κάνει τον μεταφραστή να υποκλίνεται μπροστά στην ανίκητη δημιουργικότητα του Ελληνικού Πνεύματος και εύχομαι ότι θα συνεχίσει να προσφέρει την ομορφιά της στο παγκόσμιο επ’ άπειρον.

*Ο Μανώλης Αλυγιζάκης είναι Καναδός ποιητής και συγγραφέας, που κατάγεται από την Κρήτη. Πρόσφατα διορίστηκε επίτιμος εκπαιδευτικός και συνεργάτης της Διεθνούς Ακαδημίας Τεχνών και του απονεμήθηκε μεταπτυχιακό δίπλωμα (Μάστερ) στη Λογοτεχνία. Μετανάστευσε στο Βανκούβερ το 1973, όπου εργάστηκε ως εργάτης σε σιδηρουργία, εργάτης σιδηροδρόμων, οδηγός ταξί και χρηματιστής. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Simon Fraser. Άρθρα, ποιήματα και διηγήματά του στα ελληνικά και αγγλικά έχουν εμφανιστεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες στον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Σουηδία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, τη Ρουμανία, την Αυστραλία, την Ιορδανία, τη Σερβία και την Ελλάδα. Η ποίησή του έχει μεταφραστεί στα ισπανικά, ρουμανικά, σουηδικά, γερμανικά, ουγγρικά, ουκρανικά, γαλλικά, πορτογαλικά, αραβικά, τουρκικά, σερβικά, ρωσικά, ιταλικά, κινέζικα, ιαπωνικά, και έχει δημοσιευθεί σε μορφή βιβλίου ή σε περιοδικά σε διάφορες χώρες. Σήμερα ζει στο White Rock, όπου περνά το χρόνο του γράφοντας, ταξιδεύοντας και διευθύνοντας τις Libros Libertad, μια ανορθόδοξη και ανεξάρτητη εκδοτική εταιρεία που ίδρυσε το 2006 για να εκδίδει λογοτεχνικά βιβλία. Η μετάφρασή του George Seferis: Collected Poems ήταν υποψήφια για το Ελληνικό Εθνικό Λογοτεχνικό Βραβεία, τη μεγαλύτερη λογοτεχνική αναγνώριση στην Ελλάδα. Τον Σεπτέμβριο του 2017 τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο Ποίησης του Διεθνιυς Φεστιβάλ Ποιησης Mihai Eminescu στην Κραϊόβα της Ρουμανίας.

Juan Gelman, Προς τον Νότο

σ’ αγαπώ/κυρία/σαν τον νότο/
κάποιο πρωί ανεβαίνει από τα στήθη σου/
τα στήθη σου αγγίζω και αγγίζω κάποιο πρωί του νότου/
κάποιο πρωί σαν δύο αρώματα/

απ’ το άρωμα του ενός γεννιέται το άλλο/
ή μάλλον τα στήθη σου σαν δύο χαρές/
απ’ τη μια χαρά γυρίζουν οι νεκροί σύντροφοι στον νότο/
τη σκληρή τους επιβάλλουν διαύγεια/

από την άλλη γυρίζουν στον νότο/ζωντανοί με/
τη χαρά που ανεβαίνει από σένα/
το πρωί που δίνεις σαν γλυκιές ψυχούλες πετώντας/
εμψυχώνοντας τον αέρα μ’ εσένα/

σ’ αγαπώ γιατί είσαι το σπίτι μου κι οι σύντροφοι μπορούν να ρθούνε/
κρατούν στον ώμο τους τον ουρανό του νότου/
ανοίγουν τα χέρια τους να ελευθερώσουν τον νότο/
από τη μια μεριά τούς πέφτει η οργή/απ’ την άλλη/

σκαρφαλώνουν τα παιδιά τους/ανοίγουν το παράθυρο/
να μπούνε μέσα τ’ άλογα του κόσμου/
το φλογισμένο άλογο του νότου/
το άλογο της τέρψης σου και της απόλαυσής σου/

η ζέση σου/γυναίκα που υπάρχεις/
για να υπάρχει κάπου ο έρωτας/
λάμπουν οι σύντροφοι στα παράθυρα του νότου/
νότος που λάμπει σαν και την καρδιά σου/

γυρνάει σαν τους πλανήτες/σαν τους συντρόφους/
εσύ ανεβαίνεις όλο ανεβαίνεις/υψώνεσαι/
όταν υψώνεις τα χέρια σου στον ουρανό/
του δίνεις υγεία ή φως σαν την κοιλιά σου/

η κοιλιά σου γράφει γράμματα στον ήλιο/
στους τοίχους του ίσκιου γράφει/
γράφει φια κάποιον βγαλμένον απ’ τα κόκκαλα/
γράφει τη λέξη ελευθερία/

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

**Από εδώ: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/2018/09/blog-post_63.html

Fernando Pessoa, Από τον “Φύλακα των κοπαδιών”

XIIV

Ξυπνάω απότομα τη νύχτα,
και το ρολόι μου καταλαμβάνει τη νύχτα ολόκληρη.
Δεν αισθάνομαι τη Φύση εκεί έξω.
Η κάμαρή μου είναι ένα πράγμα σκοτεινό με τοίχους ακαθόριστα λευκούς
εκεί έξω υπάρχει ησυχία σαν να μην υπήρχε τίποτα.
Μόνο το ρολόι συνεχίζει το θόρυβό του.
Κι αυτό το πραγματάκι με γρανάζια που βρίσκεται πάνω στο τραπέζι μου
σκεπάζει την ύπαρξη της γης και τ’ ουρανού…
Χάνομαι σχεδόν σαν σκέφτομαι τι σημαίνει,
αλλά σταματάω και νιώθω να χαμογελώ στη νύχτα με τη γωνία των χειλιών
γιατί το μόνο πράγμα που το ρολόι μου συμβολίζει ή σημαίνει
γεμίζοντας με το μικρό του ανάστημα την πελώρια νύχτα
είναι η περίεργη αίσθηση ότι γεμίζει την πελώρια νύχτα
κι αυτή η αίσθηση είναι περίεργη γιατί το ρολόι μου δεν γεμίζει τη νύχτα
με το μικρό ανάστημά του.

XLV

Μια σειρά δέντρα πέρα μακριά, στην πλαγιά του λόφου.
Αλλά τι είναι μια σειρά δέντρα; Μόνο τα δέντρα υπάρχουν.
Η σειρά και ο πληθυντικός δέντρα δεν είναι πράγματα, είναι ονόματα.

Καημένες ανθρώπινες ψυχές, που βάζετε τα πάντα σε τάξη,
που χαράζετε γραμμές από το ένα πράγμα στο άλλο,
που βάζετε πινακίδες με ονόματα στα δέντρα τα απολύτως αληθινά
και σχεδιάζετε παράλληλους και μεσημβρινούς
πάνω στην ίδια την αθώα γη την τόσο καταπράσινη και ανθισμένη!

*Από την ενότητα “Ο φύλακας των κοπαδιών” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο”, εκδόσεις Gutenberg, 2014.

**Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα.

Ανδρέας Ελ Σαέρ, Τρία ποιήματα

Στιγμή

Σε χρόνο που δεν ορίζει κανένα ρολόι
οι καταγραφές του μαρτυρίου ξεδιπλώνονται
στις άπειρες σελίδες της προσμονής:
γράφουν την μοίρα μας σκάρτη όπως εκείνη του Λούκιου
και τον σκοπό των ελάτων στος κορυφές του Κόρακα
σκαλιστές ιδιοτροπίες περίτεχνες με θύτες και θύματα.
Σαν τύραννοι θαυμάζουν τους παλιάτσους
που διασκεδάζουν τον Μαγικό Αυλό
μα μένουν αλώβητοι μέχρι να αυτοκτονήσουν.

***

Αχινός

Περιφέρεσαι σε δανεικά όνειρα, προσπαθείς
να συντονίσεις τις διαδρομές που σε κρατάνε ζωντανό:
αυτή που σε σπρώχνει μπρος και την άλλη,
που κρέμονται με μίσος οι αναμνήσεις πάνω σου,
μια που στάθηκες στην άκρη της
και δέκα χιλιάδες που τράβηξες προς τη δουλειά σου,
μια που συνάντησες τυχαία
και άπειρες που ξεχνάς το όνομά σου.
Κινήσεις σε χρόνο αδιάκριτο
και ένα βλέμμα που φυλακίζει,
σημεία φυγής και προβολές καθημερινότητας.
Όλα τα “πρέπει” σε ένα κάρο γεμάτο μπαρούτι, στην ερημιά.
κάθε μορφή που στριγγλίζει σα σφαγμένο γουρούνι
σε πετάει από δω κι από κει
όπως οι αέρηδες τα άνθη του γιασεμιού,
σε ρημάζει.
Δυο πιόνια σκάκι και μια χαμένη αγάπη,
αντικείμενα στο τραπέζι ωχ! να βρουν τη θέση τους,
το φυλαχτό που μου χάρισες εκείνο το ξημέρωμα –
δώσ’ του ρε, ζόρισέ τον, θα στα πει,
ρίξ’ του ανάμεσα στα μπούτια ρε μαλάκα με τη βέργα
που σου έκανα δώρο πέρυσι.
Ρίξ’ του!

***

Η κηδεία του Πολυνείκη

Τα μακροσκελή λογοτεχνικά ευαγγέλια με τα αδιέξοδά τους.
Οι προδομένες μας ζωές και τα λόγια που έχασαν το χρώμα τους.
Οι τυχοδιώκτες με τις μαρμάρινες επιγραφές και τα Decadence ακούσματα.
Οι καφέδες στην Rue de Seine και οι αστοί μέσα μας.
Οι καλοί τρόποι κατά τρόπο απείθαρχο συνηγορούν.
Οι στοίβες βιβλίων γεμάτες από μουχλιασμένα νοήματα εντός πεδίου.
Οι μαριονέτες με το βλέμμα στο κενό κουνούν το δάχτυλο
και οι νεκροί πολιτεύονται.

*Από τη συλλογή “Επιγραφές στην άσφαλτο”, έκδοση Παλινωδίαι, 2018.

Χρήστος Μαρτίνης, «Το ξένο φως», εκδ. Υποκείμενο, 2017

Κώστας Τσιαχρής*

Ανάμεσα στις αρχετυπικές διαθέσεις όσον αφορά στη σύλληψη και έκφραση του ποιητικού βιώματος κατά τη μεταπολεμική περίοδο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνει εκείνη του πάσχοντος ποιητικού υποκειμένου. Αφετηρία και κατάληξη της συγγραφικής πράξης γίνεται συχνά ο μικρόκοσμος , το εσωτερικό μαρτύριο, η παραίτηση και η παράδοση στις ακυβέρνητες πολιτείες των ενστίκτων, η καύση βαθιά εγχαραγμένων εικόνων, για να παραχθεί ο αρμονικά ασύμμετρος και παρεκκλίνων λόγος. Αυτό σε κάποιες περιπτώσεις καταλήγει σε ένα είδος αυτοπαγίδευσης. Ο ποιητής κοιτάζοντας προς τα έσω χάνει τον προσανατολισμό του, μπλέκεται στα δίχτυα που ο ίδιος στρώνει, για να μπορέσει να θηρεύσει την εκλεκτή συγκίνηση , κι ενώ γυρεύει πέρδικες και φασιανούς, απομένει τελικά στο χέρι με τις σκιές από μερικά μόνο φτερά. Σαν αδέξιος κυνηγός. Σε άλλες περιπτώσεις καταφέρνει να μετριάσει την εγωκεντρική τοποθέτηση της γραφής του, καθώς αφήνει το περιθώριο στον αναγνώστη να αισθανθεί ότι το βίωμα τον αφορά κι ότι απʼ τις λέξεις του ανασύρεται μια διάθεση με καθολικό χαρακτήρα. Κι εκεί ακριβώς σπάζει ο κύκλος της αδιέξοδης ερμητικότητας κι απελευθερώνεται ενέργεια προς όλα τα μήκη και τα πλάτη του ποιητικού σύμπαντος, πράγμα που ασφαλώς είναι και το ζητούμενο στη συγγραφική πράξη. Μόνο σε τέτοιες στιγμές εκρήξεων και ταλαντώσεων γεννιέται ανθεκτικός στη φθορά των αναγνώσεων λόγος.
Η εσωτερικότητα, η πάσχουσα συνείδηση που ανακουφίζεται μέσω της εξωτερίκευσης των παθών στο μελάνι, η εστίαση της ιδέας στην προσωπική οδύνη, η πρωτοπρόσωπη απόδοση της ευαισθησίας, ο βιωματικός χρωματισμός του λόγου, η συρραφή στιγμιοτύπων από το βαθύτερο «είναι» , η συνύπαρξη υπερβατικών και ρεαλιστικών στοιχείων είναι παρόντα και στο παρθενικό έργο του Χρήστου Μαρτίνη «Το ξένο φως».

`Από τις πρώτες λέξεις δίνεται το σύνθημα : ακολουθεί πνιγμός και όσοι έχουν το σθένος να επιπλεύσουν ευπρόσδεκτοι ( καλό μου ναυάγιο πάλι βαπτίσου στο χάλκινο φως). Έπειτα σε άλλα δεκαοκτώ αριθμημένα, πλην άτιτλα, ποιήματα και σε άλλα δύο τιτλοφορημένα, ξεδιπλώνεται το γεωλογικό ανάγλυφο μιας ευάλωτης ψυχοσύνθεσης που με έντεχνες δονήσεις προσπαθεί να κάνει το δικό της υπέδαφος μήτρα καθολικών εμπειριών. Μέσα σε αυτό το υπέδαφος ο προσωπικός πόνος στερεοποιείται, γίνεται ορυκτό που εξορύσσεται όχι μόνο με την καρδιά αλλά και με το μυαλό, και κόβεται στο τέλος σε μικρά πετράδια με το σχήμα ποιημάτων.
Στο ίδιο υπέδαφος ανιχνεύονται καταβολές από προγενέστερα εκφραστικά σχήματα και τάσεις του νεοελληνικού και όχι μόνο, ποιητικού λόγου: οι παραλογές (στο τελευταίο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Του καταραμένου»), τα τραγούδια των κοντραμπατζήδων (όσο κι αν το προσπάθησα ρούκουνα να σου μοιάσω/ φλώρος εγώ μάγκας εσύ κι έτσι πηγαίνω πάσο), η στιχουργία των ιθαγενών της Αμερικής (κάθομαι δίπλα στον σωριασμένο ήλιο/ και προσπαθώ να θυμηθώ/ ένα τραγούδι /κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου/ είμαι άρρωστος), η αρχαία ελληνική επιγραμματοποιία (αν σας ρωτήσουν/ να πείτε κάτι τραγικό /πως τράκαρε καβάλα σε μια μηχανή/ στην άγρια κόντρα με το χρόνο/ ή πως τον έσφαξαν σʼ ένα κωλόμπαρο της εθνικής οδού/κάποια θλιμμένη πέμπτη/ να βρείτε κάτι πειστικό/ μην πείτε απλώς πως πέθανα/ μην πείτε την αλήθεια: Ας προσεχτεί εδώ ότι οι στίχοι μοιάζουν με μία επιτύμβια παράκληση την οποία απευθύνει ο νεκρός προς τους διαβάτες που επισκέπτονται τον τάφο του), η καρυωτακική ειρωνεία (αιτήθηκα πρωτόκολλο κοινό για το κορμί μου οι υπεύθυνοι αρνήθηκαν λόγω νομολογίας μου τόνισαν κύριε το σύστημα δεν το υποστηρίζει τις εγκυκλίους μου έδειξαν αποφάσεις χίλια εκατό του έβδομου κάθετος δύο χιλιάδες εικοσιπέντε είκοσι του ενενήντα πέντε), η θεατρική υφή της τραγικής ποίησης (το ποίημα «Ελένη» θα συνιστούσε κάλλιστα έναν χειμαρρώδη μονόλογο σε μια υποτιθέμενη τραγωδία) απαντούν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στα σπλάχνα της ποίησης του Μαρτίνη.
`
Ο ποιητής βεβαίως φέρνει στα μέτρα της δικής του ποιητικής όλες αυτές τις καταβολές, αφήνοντάς τες να λειτουργούν δυναμικά και να επιδρούν στο βαθμό που δε νοθεύεται η καλλιτεχνική αυτονομία του. Άλλοτε πάλι τις εμβολιάζει με μοντέρνους τρόπους έκφρασης, ώστε η τελική εντύπωση να τις εκτοπίζει στο παρασκήνιο. Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, για παράδειγμα, «Του καταραμένου» η θεματική και στιχουργική πλοκή που παραπέμπουν στο είδος των παραλογών, κρύβονται επιδέξια κάτω από το σχήμα μιας μοντέρνας ποιητικής αφήγησης και μόνο με μία αναπροσαρμογή του τρόπου ανάγνωσης των στίχων ακούγεται καθαρά ο δεκαπεντασύλλαβος ρυθμός.

`
Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι ότι η όποια αίσθηση συντριβής αποπνέουν οι στίχοι επενδύεται με κύριο υλικό τον ήλιο, η συχνή παρουσία του οποίου λειτουργεί ως αντίβαρο που δεν επιτρέπει σε όλη αυτή τη σκοτεινή διάθεση να γίνει ένας κουραστικός πεσιμισμός. Υπάρχει πάντα ένα χαλινάρι που συγκρατεί την υπερβολή και φέρνει το συναίσθημα αντιμέτωπο με το μυαλό. Στο κέντρο δε της συλλογής ενεργοποιείται σοφά το μοτίβο της θεραπευτικής επενέργειας της ποίησης με ένα ποίημα που αποτίνει φόρο τιμής στα «ιαματικά» τραγούδια (medicine songs) των Ινδιάνων. Ο πάσχων ποιητής, κατά το πρότυπο του καβαφικού Ιάσονος Κλεάνδρου αλλά με μία διαφορετική υφολογική προσέγγιση, εναποθέτει την ελπίδα της σωτηρίας του στα χέρια της ποίησης, παρόλο που, όπως γράφει και ο Καρούζος, τα ποιήματά του καταλήγουν να είναι «ενθύμια φρίκης». Έτσι, το ρημαγμένο σώμα και το ναυάγιο ταυτίζονται(τρίζει το σώμα σαν σάπια καρίνα), ο ήλιος γίνεται κάτι σα συσίφειο βάρος (ένα βράχο-τον ήλιο- κουβαλώ στις πλάτες μου), η αγωνία να αποτυπωθεί στη γραφή η εμπειρία προτού εκφυλιστεί υπονομεύεται από την τελική συνειδητοποίηση της αδυναμίας  (να γράψουμε/πριν μας τελειώσει η εποχή….όμως/ πώς να κρατήσεις βράχο με τα χέρια σου/πώς να δεθεί ο χείμαρρος με το σκοινί) και αλλού στήνεται ένα αινιγματικό σκηνικό αναμονής που θυμίζει φιλμ νουάρ (τις επόμενες μέρες θα λάβεις από μένα μια σακούλα/θα την αδειάσεις στο τραπέζι της κουζίνας/θα χυθούν οι σπασμένες ακτίνες του ήλιου). Πιο κάτω, ο ποιητής διαμαρτύρεται για τον τυπολατρικό ξεπεσμό της ανθρώπινης ποιότητας(σφράγισαν τις ανάσες μου με στρογγυλή σφραγίδα και με αρχειοθέτησαν ως πράξη τελική), δημιουργεί μια καρικατούρα φυλακής όπου τα δεσμά και ο δεσμοφύλακας απομυθοποιούνται (βγήκα να αγοράσω συρματόπλεγμα/ μα δεν περίσσευε καθόλου/ για φυλακές δίναν βελόνες και κλωστές/ κι ένα παιδί κρατούσε τα κλειδιά) ,αντιμετωπίζει τους στίχους ως επικάλυψη νοσηρών στιγμών (και αν τους στίχους αφαιρέσεις με νυστέρι /θα μείνει-επιτέλους- να βρωμίζει τον αέρα/ το κουφάρι από το άγιο καλοκαίρι), αγωνιά για την τύχη μιας αναπάντητης ικεσίας (ίσως δεν πρόσεξαν την κλήση την κραυγή/ ίσως να μη μετέφεραν σωστά την ικεσία) και αναγραμματίζει την κατάληξη του μύθου της Ελένης, βάζοντας στο στόμα ενός σύγχρονου Μενελάου έναν περιπαθή αναθεματισμό (ανάθεμα την ώρα σου που γύρισες/ φύγε ξανά και μάζεψε ό,τι μπορείς πριν το φευγιό σου). «Ενθύμια φρίκης» λοιπόν αυτά τα ποιήματα του Χρήστου Μαρτίνη. Πλην όμως τα τιθασεύει ο λόγος και τα αναβαπτίζει σε μαρτυρικές καταθέσεις ενός υποσυνείδητου σε αναμονή για αποκαλύψεις.

*Από εδώ: http://www.poiein.gr/2018/08/26/nthooio-ianossico-oi-iyii-ouo-aeauoaeo-odhieassiaii-anuoae-i-ethooao-ooeantho/

Σοφία Κουφού, Δύο ποιήματα

Η ψυχή και το δοχείο

Όταν αυτό δεν αντέχει πια
εκείνη το αφήνει
σε μια στιγμή μέσα.
Όταν αυτή κάνει να φύγει
αυτό διαλύεται.
Ανισότιμη σχέση θα ‘λεγες.
Στην πραγματικότητα
πρόκειται για έξωση λόγω κατακρύμνισης.

***

Αφιέρωση

Πόσους ρόλους
να υποδυθείς
με μόνο θεατή
ένα κάτοπτρο;
Κι εκείνος
με απαιτήσεις παράφρονες.
Για μια εκδραμάτιση
τεχνικά άρτια
μα ολότελα μονότονη.
Αρνήσου το ρόλο.
Έτσι θα αγγίξεις την αρτιότητα.
Κι αν είναι και μονότονη
δεν πειράζει.

*Από τη συλλογή “Έβδομη μεγάλη”, 2018.

Χρήστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Εγκαρδιότητα

όποιος σου πήρε την εγκαρδιότητα
στάθηκε στο δρόμο σου αφώτιστος

στηρίχτηκε στο πλάι σου ευχαριστημένος
κι έφυγε μια καλοκαιρινή βραδιά
αποχαιρετώντας σε βαριεστημένα

αυτός, να ξέρεις, δεν θα ξανάλθει
ούτε με τις θύελλες ούτε και τώρα που σου γράφω

δεν χρειάζεται να τον θυμάσαι επιμόνως
τον άνθρωπο που ήταν στον κήπο σου αγέρωχο ρόδο,
και ξέχασε να πάρει μαζί του τ’ αγκάθια

δεν θα ξανάλθει αυτός που έχει μείνει

Ο άνθρωπος που σ’ έβαλε ν’ ανεμίσεις
ήταν για σένα ζωή και θάνατος

Τα όνειρα που ζωντάνεψαν άφησαν πίσω τους
μεγάλη νύχτα
Στο πλάι σου τα ερπετά και κάτω η ψυχή σου

Στο ‘πα, δεν στο ξαναλέω,
μην γυρεύεις να σωθείς

Μάρτιος 1996

***

Αυτό

Αυτό που λαμποκόπησε και ύστερα χλευάστηκε
που ‘γινε της μνήμης κουρνιαχτός, του άστρου μου σημάδι

Αυτό, που ειπώνεται σιγά μα δίχως σημασία
π’ εστέρεψε μια νυχτιά που ήλθαν οι βοριάδες
σκεπάστηκε μ’ έναν λυγμό κι εσείστηκε στο τέλος

Αυτό, που είχε όνομα, προσφώνηση δεν είχε
καλημερίζει στα στενά, δακρύζει στα σκοτάδια
πιάνει τη γάτα να κοιτά, τον σκύλο εφιλάει
και στα ψηλά πατώματα τον ουρανό ξεχνάει

Δεν έφθασ’ ακόμη ο καιρός
να τιναχτούμε ολόρθοι

Μάρτιος 1996