Νίκος Ι. Χουρδάκης, Απρόοπτο επεισόδιο

Η μνήμη κατακαλόκαιρο
είναι χιονισμένη
και τίποτε δε γίνεται για
να περάσουν οι νεκροί.

Τα εκχιονιστικά μηχανήματα
είναι κλειδωμένα
κι οι φύλακες λέιπουν
για μπάνια
σε παραλίες άγνωστες.

*Από τη συλλογή “Η οσία με το κόκκινο παλτό”, Αθήνα 1989. Το ποίημα το πήραμε από το περιοδικό “Η λέξη”, τεύχος 93, Μαρτης-Απρίλης 1990.

Lale Alatli, Δύο ποιήματα

Τέσσερις πράξεις

Μου αρέσουν τα μαθηματικά
όχι οι αριθμοί
δεν κάθισα τεμπέλικα
να οι δικοί μου λογαριασμοί:

μηδέν + μυαλό = εξυπνάδα
εξυπνάδα + αγάπη = συνύπαρξη
συνύπαρξη X ενσυναίσθηση = κατανόηση
κατανόηση + τρυφερότητα = αγάπη
αγάπη / υποκρισία = αρρώστια
εξυπνάδα – συνείδηση = κακία
κακία – εξυπνάδα = βλακεία
συνείδηση + εξυπνάδα = επιτυχία
επιτυχία – συνείδηση = πονηριά
υποκρισία X οικογένεια = κοινωνία
κοινωνία X υγεία = ειρήνη
κοινωνία X βλακεία = πόλεμος
πόλεμος + υποκρισία = χρήματα
χρήματα / λαός = αδικία
αδικία / χρήματα = καπιταλισμός
καπιταλισμός – χρήματα = μηδέν

*

Στις δύο ανάμεσα

Χωρίς φασαρία πολλή, χωρίσαμε
εκείνη δεν είπε μείνε,
εγώ δεν είπα φεύγω.
Για να τη λησμονήσω
άρχισα να βλέπω μια άλλη
χωρίς να της το πω,
ήταν στην αναπνοή μου ακόμα, εκείνη στο βάθος
ήθελα τα φιλιά της
να μείνω άλλο όμως δεν μπορούσα
είχε γίνει δύσκολη, ιδιότροπη, καταπιεστική, επιθετική, νευρικιά, επικίνδυνη…

Εντελώς διαφορετική ήταν η καινούργια
μαλακιά,τρυφερή και απαλή
με αγάπη αγκάλιαζε
με ειλικρίνεια μιλούσε
πρώτη φορά ασφάλεια ένιωθα,
ήξερε πως έπρεπε να με έχει ελεύθερη
για να επιστρέφω πάντα σε αυτήν.

Με κυνηγάει ακόμα η πρώην τις νύχτες
εισβάλλει στα όνειρά μου,
λέει να μη δώσω σημασία η νυν
αφού εμείς ανταμώσαμε
τη ζωή μας φτιάξαμε,
έτσι αισθάνομαι κι εγώ
δεν μπορώ όμως να τη σβήσω από το μυαλό
ούτε κι από την καρδιά.
Η ζωή της είναι κατηφόρα
κάθεται πια σε άλλες αγκαλιές
έμπλεξε άσχημα
άγρια δάχτυλα τη χαδεύουν τώρα,
της συμπεριφέρονται χυδαία,
την ταλαιπωρούν
δεν της επιτρέπουν να πίνει και να γλεντάει
να χορεύει και να τραγουδάει
το τσιμεντένιο κορμί της
τον ουρανό, τον ήλιο δεν βλέπει πια,
εκατομμύρια μυρμήγκια περπατάνε πάνω της
εκεί που κάποτε περιπλανιόταν η Ιώ
το παρελθόν της κρύφτηκε στις αναμνήσεις,
ζει πλέον επειδή δεν πεθαίνει.

Στενοχωριέμαι για εκείνη
τα καλύτερά μου χρόνια μαζί της,
ένας έρωτας σαν του Δία.
Όχι να είμαι δίπλα της τώρα,
αλλά να ήξερα, αν κι από μακριά,
ότι είναι καλά περνάει όμορφα.
Της λείπω άραγε;

Τα μεσάνυχτα
απλώνω τα χέρια μου για να τη σώσω
δεν τη φτάνουν,
τα σηκώνω ψηλά σήμερα
και την αφήνω σε εκείνα που δεν είναι δικά μου.
Πνίγω τις λέξεις μου και φυσάω τις τελευταίες:
«Αντίο Κωνσταντινούπολη
είμαι με τη Θεσσαλονίκη!»

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ένεκεν”, τεύχος 47, Ια=νουάριος-Μάρτιος 2018.

Μαρία Πανούτσου, Τα κρυφά του μυαλού

Artwork: Aleksandra Waliszewska

το κορίτσι με τα μαύρα
κοιτάζει από το ξέφωτο
σκύβει /σκύβει/ σκύβει /
ξεκάθαρα να δει μια μικρή πασχαλίτσα/
που ξεπροβάλει τολμηρά/
και περπατά αμέριμνα /στο δρόμο/
το κορίτσι με το μαύρο φουστάνι/
που ανεμίζει καθώς / το βάρος της
γέρνει προς τα εμπρός/
κρατιέται όμως γερά κι’ ισορροπεί
τέλος βλέπει την πασχαλίτσα να πετά ψηλά /
και μια φωνούλα δική της /δίνει κουράγιο/
τότε /το μαύρο φουστάνι πετά και αυτό/
συνεπαρμένο από το τόλμημα της πασχαλίτσας
2019

Artwork: Aleksandra Waliszewska

Fernando Arrabal, Ήμασταν γυμνοί και σφιχταγκαλιασμένοι

Ήμασταν γυμνοί και σφιχταγκαλιασμένοι στην εξοχή και ξεκολλάγαμε και απομακρυνόμασταν από τη γη και πετάγαμε σιγανά-σιγανά και ολόγλυκα. Το κεφάλι μας το στεφάνωναν στέμματα σιδερένια.

Η αύρα μάς πήγαινε πότ’ εδώ πότ’ εκεί, ενώ καμιά φορά εκάναμε στροφές γύρω από τον εαυτό μας, πάντοτε ενωμένοι και όντας σαν μέσα σε ίλιγγο. Τα στέμματά μας όμως δεν πέφτανε κάτω.

Έτσι μέσα σε λίγες μόνο στιγμές διασχίσαμε περιοχές και περιοχές, κάθε λογής γη, οι μηροί μου μέσα στους δικούς της, το μάγουλό μου πάνω στο δικό της και τα μάτια μας στεφανωμένα ν’ αγγίζονται.

Ύστερα από τους τελευταίους σπασμούς ξαναπατήσαμε στο χώμα. Διακρίναμε τότε ότι τα στέμματά μας μάς είχαν τραυματίσει τα μέτωπα και ότι το αίμα μας έτρεχε σαν να μας γλιστρούσε.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Λουκάς Αξελός, Δύο ποιήματα

«Οι λησμονημένοι»

Στους παλιούς συντρόφους

Η σκέψη μας σαυτούς γυρίζει,
Που νοσταλγοί
χάθηκαν κάποια μέρα από το πρόσωπο της πόλης.
Που ρουφήχτηκαν βαθειά
μες τάγρια στενά σοκάκια,
Σιωπηλοί,
Αγέρωχοι,
χωρίς καμιά ρυτίδα νά θυμίζει τη ζωή
Που δε γνωρίζαν πια.

Αθήνα, 26 Σεπτέμβρη 70

***

Λίγο πριν ξεσπάσει

Ο τόπος μας έχει μικρύνει.
Λιγόστεψε θανάσιμα το φως.
Το δάσος γέμισε κίτρινα φύλλα.

«Ξερός αγέρας μ’ έλουσε,
ξερός και παγωμένος»

Στο βάθος, ένα σύννεφο
απλώνει απειλητικά τό χέρι του.

Αθήνα, 27 Αυγούστου ’72

*Από τη συλλογή ‘Περιπέτεια ή επιστροφή Αρ.2”, Εκδ. Στοχαστής, 1981.

Δημήτρης Γαλάνης, Το “υποβρύχιο”

Καταργήσαμε τώρα
τις ονομαστικές γιορτές
τις φιλικές συγκεντρώσεις
με το γλυκό του κουταλιού
με τη βανίλια στο ποτήρι.

Όμως
εκείνο το “υποβρύχιο”
είχε στον πύργο ένα τηλεσκόπιο
ένα μάτι που έβλεπε κόσμο.

*Από τη συλλογή “Ο σκορπιός”, 1990. Το ποίημα το πήραμε από το περιοδικό “Η Λέξη”, τεύχος 93. Μάρτης-Απρίλης 1990.