Θάνος Πάσχος, «Φως οδυνηρό»

Ελένη Χωρεάνθη

Φως οδυνηρό επιγράφεται η καινούρια ποιητική συλλογή του Θάνου Πάσχου, το χαρακτηριστικό εξώφυλλο της οποίας κοσμεί «λεπτομέρεια από το γλυπτό του Αντόνιο Κανόβα: Μετανοούσα Μαγδαληνή».

Ο Θάνος Πάσχος είναι φιλόλογος και παράλληλα ένας συνειδητοποιημένος ποιητής. Επιβάλλεται με την αλήθεια και την ποιότητα του συγκροτημένου και τέλεια συναρθρωμένου, καθαρού, τίμιου, γνήσιου ποιητικού λόγου. Αν και έχει δώσει στη δημοσιότητα δύο μόνο ποιητικές συλλογές, δεν μπορείς να μη δεις την ωριμότητα που χαρακτηρίζει τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τη λέξη, τον ρυθμό, το ερέθισμα στη δομή του στίχου – και μάλιστα γράφοντας ερωτική ποίηση που δονείται, διακριτικά ωστόσο, εσωτερικά, από τον παλμό του πάθους που τον διακατέχει και ορίζει τα όρια και τις απαρχές της ποίησής του.

Όσον αφορά την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Έρως ονειρευμένος, περιλαμβάνει πενήντα δύο συναισθηματικά φορτισμένα, εύρυθμα ποιήματα, γραμμένα για την «Ελένη» του, είναι ένας σιγαληνός, αδιάπτωτος και αδιάλειπτος ύμνος στο σώμα της αγαπημένης του:

Σώμα που έγινες πουλί εξαπτέρυγο σαν άνεμος
μια αστραπή αμείλικτη
στη χώρα της ανατέλλουσας σιωπής…

Ένας διάχυτος λυρισμός κάνει το ποιητικό τοπίο εύγλωττα χαριτωμένο:

Το πιο ωραίο σημείο στον κόσμο
είναι το χαμόγελό σου
που ζει
και αιωρείται μέσα μου.

Είναι ο τρυφερός παλμός, η διακριτική αισθησιακή δόνηση που δημιουργεί το ερωτικό γεγονός και δίνει νόημα στον στίχο:

Στο βάθος του χρόνου
τα σώματα
δύο αγνύθες κρεμασμένες
απ’ τον ουρανό.
Οι ώρες το ριζικό του κόσμου υφαίνουν.

Φως οδυνηρό Θάνος Πάσχος Γαβριηλίδης

Υπάρχει παντού μια ερωτική χαρά, μια ευδαιμονία όταν «η σιωπή […] αστράψει από φιλιά και γεμίσει αρώματα από τους κάλυκες της αυγής» ακόμα κι εκεί που παραμονεύει «το αθεράπευτο πεπρωμένο»,

…η ζωή ξεφεύγει από το χωμάτινο κέλυφος…

Κι ο ποιητής καταθέτει ευλαβικά τον γλυκασμό και τον συγκλονισμό, το πιο ωραίο, το πιο τρυφερά δυναμικό του τρίστιχο στο αντικείμενο του πόθου του, στο σώμα της αγαπημένης του Ελένης, συζύγου, ερωμένης, συντρόφου, Γυναίκας του:

«Όμορφα μυρίζει ο βασιλικός σου…»,
«Γλυκέ μου ίμερε,
σάμπως να θρυμματίστηκε το αιώνιο
στης σάρκας σου το άπειρο».

Και καταλήγει ιαματικά ο παντελεήμων έρως:

«Είναι η ευτυχία μου
κλεισμένη στο βλέμμα σου».

Στη δεύτερη ποιητική συλλογή, Φως οδυνηρό, το ερωτικό μένος, το πάθος μεταλλάσσεται σε γλυκασμό, σε τρυφερότητα, χαμηλώνει ως τις ρίζες της ζωής, ο έρωτας εξαργυρώνεται με τα λύτρα της αγάπης, ο χρόνος λειαίνει τις αιχμές του πρωτογενούς πάθους, ο στίχος αποκτά πιο στέρεο έδαφος, περιεχόμενο, παίρνει άλλη μορφή, γίνεται βίωμα, ενσωματώνεται στο πρόσωπο, γίνεται τρόπος ζωής, αγάπη, η Γυναίκα δεν είναι πια αποκλειστικά αντικείμενο του πόθου, είναι η «αγία αγάπη, ο Νεομάρτυρας Πόνος», η απόλυτη αγάπη, είναι η ίδια η ποίηση:

Γυναίκα είσαι
ίδια η ποίηση.
Το ανεξήγητο όνειρο
η κοιλάδα των στεναγμών…

Η τρικυμία του πάθους γαλήνεψε, οι δυο μοναξιές ενώθηκαν, το τοπίο άλλαξε, η φράση αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο, οι λέξεις που χρησιμοποιεί έχουν ειδικό βάρος, είναι καίριες, έχουν αντίκρισμα στην πραγματικότητα, εκφράζουν πράγματα και γεγονότα, οι παραλληλισμοί παραπέμπουν σε σημαντικά γεγονότα, ο έρωτας εξαγνίστηκε, δεν είναι πια άγριο πάθος, είναι γλυκό συναίσθημα:

Έβρεξε.
Κάποια Μαγδαληνή αγαπάει πολύ,
ξέπλυνε στην άκρη του κόσμου
το μεγάλο πάθος από τις λάσπες.
…Ακούσαμε τον δυνατό θόρυβο της κραυγής να χάνεται
στον υπόνομο του δήμου.
Πονάει πολύ ο έρωτας ο αγαθός.

Το ενδιαφέρον του ποιητή στρέφεται αλλού, προσέχει τα μάτια της αγαπημένης. Του μοιάζουν «ουράνιες φωλιές των εποχών […] προθήκη του παραδείσου». Τον απασχολεί, ωστόσο, και ο περίγυρος, η διαχρονική περιπέτεια του ανθρώπου, η Ελένη της Τροίας, που για τον αρχαίο τραγικό ποιητή Ευριπίδη ήταν:

…Άγαλμα πλούτου,
Μαλθακόν ομμάτων βέλος,
Δηξίθυμον έρωτος άνθος,
Ελέναυς, έλανδρος, ελέ-
Τολις…

Ο Θάνος Πάσχος την Ελένη του μύθου τη βλέπει που παρακολουθούσε, ίσως και να χαμογελούσε χαιρέκακα που τόσος πόλεμος γινόταν για χάρη της, κρυμμένη:

…κάτω
από τις λευκές κουρτίνες
και τις φίλιες καταστροφές
της τύχης και της άγνοιας.
Πάνω από τα τείχη
των σωμάτων.

Η δική του Ελένη, η πιο αγαπημένη του ύπαρξη, είναι ντυμένη με φως, είναι όλη αγάπη, είναι η προσωποποίηση του γαλήνιου πάθους.

Ο χρόνος δεν έχει αρχή και τέλος. Ο αρχαίος κόσμος μάς ακολουθεί. Είμαστε περιζωσμένοι από τα ερείπιά του, κουβαλούμε το βάρος του αρχαίου κόσμου:

Περπατάμε σκυφτοί από το βάρος
του χρέους, της μνήμης, της τέφρας…
…Τα αρχαία ερείπια
εντός ημών…

Η ποίηση του Θάνου Πάσχου, τόσο στα ερωτικά φανερώματά της με τις υπέροχες αναφορές, εναρμονίσεις των αισθημάτων στο σώμα της αγαπημένης, όσο και στις φιλοσοφικές του ενατενίσεις και εστιάσεις, είναι ενδιαφέρουσα, ουσιαστική. Τεχνικά είναι άψογη. Ο ελεύθερος στίχος του είναι αριστοτεχνικά σμιλεμένος, έχει την ομορφιά και τη χάρη γλυπτού καλλιτεχνήματος, είναι διαυγής, τρυφερός, απλός, λιτός, ρέει αβίαστα, ρυθμικά, πλήρης νοήματος, πλήρης χάριτος, ευαισθησίας και τρυφερότητας. Λειτουργεί ευεργετικά στον μυημένο στα μυστήρια της Ποιήσεως, λυτρωτικά, ακόμα και όταν ο ποιητής κάνει τον απολογισμό της μέρας και η έγνοια του αναφέρεται στα απλά, καθημερινά δρώμενα για να φτάσει στο σταθερό σημείο του κόσμου του απαλλαγμένος από «συνένοχα λάθη και πάθη»,περιττά βάρη και σκοτούρες:

Κάθε βράδυ κάνω ταμείο.
Αφήνω το σώμα
στο ράφι του
και πηγαίνω στον κήπο
για να ποτίσω τα ξεχασμένα άστρα.
….Μαζεύω τα σκουπίδια της μέρας και τις αθλιότητες,
καθαρός να ξαπλώσω δίπλα σου.

Αυτό είναι το καθημερινό του μέλημα και το ζητούμενο:

Μοιραία δεμένος
μια ολόκληρη ζωή θα μεταναστεύω
βαθιά σου.

Ομολογεί με απόλυτη σιγουριά, απλότητα και φυσικότητα, δημιουργώντας και στον αναγνώστη μια ευφορία πνευματική, μια λυτρωτική έξοδο από τη βάσανο των καθημερινών παθών και των παθημάτων, αποτελεί τρόπον τινά μια κάθαρση με την έννοια της αρχαίας τραγωδίας.

Φως οδυνηρό
Θάνος Πάσχος
Γαβριηλίδης
85 σελ.
ISBN 978-960-576-308-4
Τιμή € 8,52
001 patakis eshop

*Η Ελένη Χωρεάνθη είναι συγγραφέας, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια.
**Αναδημοσίευση από το Διάστιχο στο http://diastixo.gr/kritikes/poihsh/4774-fos-odiniro

Φωνή απ’ την Θάλασσα – Κ. Π. Καβάφης

Μονοπάτια

Φωνή απ_ την Θάλασσα - Κ. Π. Καβάφης

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.

Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα
θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός,
γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
και σε μεθά, και σε υψώνει…

View original post 218 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης,Υπόσχεση

δεν θ’ αφήσω τα ρυάκια των λογισμών μου
να ξεβραστούν σε παράταιρες όχθες
τα κύμματα των παιδικών μου παραλιών
να μην σπάνε πια σε βράχια
σκουριασμένα απ’ τον καιρό
οι στάλες των πρότερων βροχών μου
να μην ακινητοποιούνται θριαμβευτικά
σε πάρκα ξερολιθιών
ο παλιός φυσικός μου κόσμος
να μη γίνεται πηγάδι σε ριάλιτι σόου
κι οι θωπίες μου να μην ξεχνιούνται
σερνάμενες σε καταγώγια πολυόροφα.
Οι σανίδες σωτηρίας να μην
εξαϋλώνονται σαν νώθες πατρίδες
στα τρανταχτά φυσήματα του αέρα
να μην ξηλώνονται οι ευχές τους
οι σταγόνες βροχής
να μην μοιάζουν με φυλλοροές
υπερχειλίζοντας μέρες ζέστης
κι αιωρούμενες σκόνες
κουρνιάζοντας απέναντί μας
όμοιες με υδρατμούς αγωνίας

Lucifugo, a diavolo in corpo, γύρω από σένα μόνο

Σου είπα πως οι μέρες οι ηλιόφωτες
ξημεροβραδιάζονται όλες
-για μια στιγμή έστω-
να περάσουν μπροστά από τα μάτια σου;

Σου είπα πως όταν οι ψιχάλες της βροχής
πέφτουνε στο πρόσωπό σου
ο ουρανός μαζεύεται
πίσω απ’ τα σκούρα σύννεφα
για να σε πλύνει;

Για τους ποταμούς σού είπα
που διακλαδίζονται σε όλες τις ηπείρους
για να βρέξουν στο ζεστό καλοκαίρι
τους αστραγάλους σου;

Σου είπα για τα υπόγεια
των ωκεανών τα ρεύματα
που βγαίνουν ως την επιφάνεια της θαλάσσης
για να τα κλείσεις στην παλάμη σου
όταν χαρούμενη παίζεις
με την άμμο και τα κύματα
στο ακρογιάλι;

Σου είπα για τα παγόβουνα
στις άκρες της γης
πώς λιώνουν από τη στεναχώρια τους
όταν δάκρυα λύπης
κυλάνε από τα μάτια σου;

Για το αεράκι το δροσερό σού είπα
που φυσάει
μόνο και μόνο
για να μπλεχτεί μες τα μαλλιά σου;

Όλα αυτά στα είπα;

Έλεγα υπάρχει ακόμα χρόνος
οι μέρες μπροστά μας πολλές
και νά πώς πέφτει τώρα
-μαύρη σαν την πίσσα-
η μακρόσυρτη νύχτα

Από κακία καθαρή και φθόνο
ήρθε και σε πήρε
μακριά μου το σκοτάδι
να μην γυρίζει ο ήλιος
κι ολόκληρος ο κόσμος
γύρω από σένα μόνο

e. e. cummings – επτά σημεία «σύγκλισης», επτά ποιήματα

Του Βασίλη Αμανατίδη

Η μετάφραση (κυρίως, μάλιστα, της ποίησης) όταν δεν υπαγορεύεται από στείρα επαγγελματική επιταγή (και στην ποίηση σπάνια υπαγορεύεται), είναι συνήθως μια αργή και απολαυστική διαδικασία, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις θα ήταν καλό να γεννιέται από περιέργεια, υποψία ή βεβαιότητα εκλεκτικής συγγένειας με το προς μετάφραση κείμενο. Μέσα από μια χρονοβόρα, πολύπλοκη και σχεδόν ατέρμονη διαδρομή αντιμεταχωρήσεων κι εγκολπώσεων, η μεταφραστική διαδικασία οφείλει πάντως να διατηρεί ως υψηλό στόχο έναν τελικό μεγαλειώδη «κανιβαλισμό»: ο μεταφραστής, αφού πολέμησε με την ατίθαση φύση του δυσμετάφραστου, προβαίνει κάποια στιγμή σε μια αποφασιστική «κανιβαλική ενσωμάτωση», δηλαδή «τρώει» το πρωτότυπο και το μεταμορφώνει σε «πρωτότυπο». Εννοώ πως: κάθε μετάφραση είναι, αναγκαστικά, μια παρερμηνεία, που για να μπορέσει να λάμψει με τρόπο ανάλογο αλλά διάφορο του πρωτοτύπου, οφείλει να είναι πραγματοποίηση μιας παράλογης αντίφασης – μια «αγαπώσα και σεβαστική άπιστη» ή μια «διαρκώς αμφιβάλλουσα και διερωτώμενη πιστή». Κοινώς, τίποτε στη μετάφραση να μη θυμίζει μετάφραση. Το μεταφρασμένο κείμενο ν’ αποτελεί ένα καινούργιο κείμενο που, αν και αναμετράται αδυσώπητα με τον αρχικό συγγραφέα ή ποιητή, ανήκει πλέον κυρίως στον μεταφραστή. Υπό την έννοια αυτή -και ασχέτως του δικού μου μεταφραστικού αποτελέσματος-, μια προσεγμένη και δημιουργική μετάφραση (δηλαδή μια μετάφραση -ό,τι άλλο θα έπρεπε να αποκαλείται «μεταγλώττιση», και είναι δυστυχώς η μεγάλη πλειονότητα) θα έπρεπε κανονικά να υπογράφεται εξίσου από τον αρχικό συγγραφέα και από τον δευτερογενή συγγραφέα (μεταφραστή), και επομένως από το αναγκαστικό δίδυμο αυτής της υπέροχα παρά φύσιν συνέργειας.

Όσο κι αν η ιδιοτροπία της ποίησης του e.e.cummings βολεύει έναν τέτοιον ισχυρισμό, δεν υπάρχει εύκολα ποίημά του που να μην μπορεί να μεταφραστεί. Νομίζω, άλλωστε, πως όλα τα ποιήματα είναι μεταφράσιμα, αν διευρύνουμε ελάχιστα το εννοιολογικό πλαίσιο της λέξης «μετάφραση». Απλώς, ένα δυσμετάφραστο ποίημα δε ζητάει διστακτική μετάφραση αλλά επανεγγραφή, η επιτυχία της οποίας, όμως, προϋποθέτει την ύπαρξη αυτού του νεφελώδους, δυσπρόσιτου αλλά υπαρκτού συνδετικού ιστού που δένει τον μεταφραστή με τον ποιητή, και το οποίο λέγεται «εκλεκτική συγγένεια». Κατευθύνθηκα προς τον e.e.cummings το 2000. Υπηρετούσα τη θητεία μου στην Πολεμική Αεροπορία. Βαριόμουν φρικτά. Μέσα σ’ ένα περιβάλλον που επιδιώκει την επανάληψη, τη ρουτίνα και την εξομοίωση, χρειαζόμουν επειγόντως ενέσεις αμετανόητης εφευρετικότητας και υπερήφανα ιδιοσυγκρασιακής διαφοροποίησης. Ξεκίνησα να τον μεταφράζω σαν ηδονικό παιχνίδι. Την εποχή εκείνη είχα ήδη αρχίσει να γράφω το τρίτο μου ποιητικό βιβλίο Τριαντατρία (Γαβριηλίδης 2003), στο πλαίσιο του οποίου κατευθυνόμουν συνειδητά προς μια απενοχοποιημένη υβριδοποίηση των στιλ και των ειδών. Παντιέρα του Τριαντατρία ήταν το εξής τριμερές σχήμα: Αποδοχή του ναρκισσισμού – Διαίρεση αλλά και τήξη των ειδών – Τεμαχισμός του εγώ, του ύφους, του στίχου. Ο e.e.cummings, που ήρθε σε μένα στα μισά της διαδρομής εκείνου του βιβλίου, καθόρισε αρκετά, υποθέτω, τον κυματισμό αυτής της παντιέρας. Η ελευθερία του, ο παιδευμένος παιδισμός του, η σοφή του αφέλεια, ο παραδόξως πειστικός και
ιαματικός ρομαντισμός του, η «άτσαλη» φόρμα της γλώσσας του, ο αγέραστος μοντερνισμός του πειραματισμού του, η πρωτοπόρος δυναμική του προδρομικά λετριστικού κοσμοειδώλου του, σε συνδυασμό με την επανανακάλυψή του από τα καινούργια ιντερνετικά παιδιά, τους νέους ηλεκτρονικούς ποιητές και την αενάως παίζουσα αβάν γκαρντ της σύγχρονης μετα-ποπ σκηνής (Bjork) με ώθησαν κατά τρόπο αβίαστο να τον ανακαλύψω ως έναν παράλογα μοντέρνο, ως έναν εντελώς σημερινό, ως κάποιον το παράδειγμα του οποίου όφειλα ν’ ακολουθήσω.

Αν ο Beckett είναι για μένα ο ένας πόλος που μπορεί να καθορίσει και τον αιώνα που διανύουμε, ο e.e.cummings -παρά το «μικρότερο» και πιο περιθωριακό δέμας του- έγινε αυτόματα ο άλλος. Γύρω από αυτούς τους τόσο διαφορετικούς πόλους, ανακάλυψα ένα άνυσμα που με τις άπειρες ταλαντώσεις του ορίζει, αλλά και διευκολύνει, την υπαρξιακή και καλλιτεχνική μου αναπνοή. Στην ποίησή του -μια ποίηση ιδιότροπα ατελή, τεμαχισμένα ολόκληρη- ανακάλυψα έναν σπάνιο αναπνευστήρα. Είμαι όμως σίγουρος πως το στόμιο αυτού του αναπνευστήρα ταίριαζε ήδη στο σχήμα του στόματός μου. Στο εξής, έπιανα τον e.e.cummings, δοκίμαζα, μετέφραζα. Πυρετικά ή οργανωμένα. Με διαλείψεις, παύσεις, επανακάμψεις, διαρκείς αναθεωρήσεις. Ξανά και ξανά. ‘Εχοντας πρoηγουμένως βρει ένα μεταφραστικό στίγμα, άρχισα να μαζεύω και τις λίγες μεταφράσεις του e.e.cummings στα ελληνικά που δεν είχα υπόψη μου. ‘Αρχισα έτσι να υποπτεύομαι τις ξεχωριστές προϋποθέσεις, τους συμβιβασμούς, τις επιτυχίες και τις διαφοροποιήσεις κάθε μεταφραστή, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου. ‘Εχοντας πια μεταφράσει πάνω από τριάντα ποιήματά του, προχωρώντας και σε άλλα, και ετοιμάζοντας σιγά σιγά ένα βιβλίο, διακρίνω πια αρκετά καθαρά πού κάνω τον e.e.cummings «κυκλικό» και πού τον «τετραγωνίζω». Πού αφήνομαι (ελάχιστα είναι η αλήθεια) να τον προδίδω και πού παρουσιάζομαι εμφανέστερα σαν ιδιωτικό «μας» παιχνίδι ανάμεσα στους στίχους, πού επιθυμώ να τον μπολιάσω (παράλογα, αλλά και ταιριαστά με ένα π.χ. «ελυτικό» ή ακόμη και «τσελανικό» στοιχείο) και πού να εφαρμόσω αναλογίες και να πάρω ελευθερίες. ‘Ετσι, μεταφράζοντας τον ποιητή που έχει αναγάγει το απόσπασμα και την τμήση σε αισθητική αξία, πώς θα μπορούσα π.χ. να μην προβώ μια-δυο φορές σε εσωτερικές τομές λέξεων, όταν η ελληνική γλώσσα το ευνοεί, ακόμη κι αν ο ίδιος στον στίχο εκείνο δεν το πράττει. (Το «spine», φερ’ ειπείν, έγινε με τομή στίχου «σπονδ/υλική στήλη», υποθέτοντας ότι η ευρηματικότητά του θα συναινούσε, αν ο ίδιος μπορούσε να γνωρίζει τις δυνατότητες επήρειας της ελληνικής επί του λόγου του). Το σίγουρο, πάντως, είναι το εξής: από τις μεταφράσεις αυτές δεν επιθύμησα ποτέ να εξαφανιστώ ως ποιητής. Αντιθέτως, επιδίωξα παθιασμένα να συμπλεύσω μαζί του εμφανώς, και -για να το πω έτσι- κατά έναν τρόπο ισότιμο: ως δύο ποιητές που συμπαθιούνται και αγαπιούνται, ακόμη κι αν ο e.e.cummings αυτό το αγνοεί. Δηλαδή, ενσωμάτωσα μερικά ποιήματα του e.e.cummings διά της βίας (αναγκαστικά, χωρίς τη συναίνεσή του), με την ελπίδα να βγουν από μέσα μου με καισαρική τομή προς το ενδιάμεσο πεδίο μιας άλλης γλώσσας, με φαινομενικά ανώδυνη ύπνωση, χωρίς εμφανείς τους πόνους του τοκετού, αλλά με τη μοιραία ρήξη της γέννας, και μάλιστα με το στίγμα του «μη φυσιολογικού» τοκετού. ‘Οπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε μετάφραση που επιχειρεί -με έκβαση επιτυχή ή μη- να σεβαστεί τον εαυτό και την πηγή της.

Η ποίηση του e.e.cummings, ειδικά η οψιμότερη, βασίζεται πολύ (θα έφτανα στο σημείο να πω ότι βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά) σε μια πολύ ιδιαίτερη χρήση του μέτρου, του ρυθμού και της ρίμας. Σε μεγάλο μέρος της ποίησής του γράφει σατιρικά ποιήματα ή δοξαστικά ερωτικά «τραγούδια», τα οποία μοιάζουν (περιέργως; τυχαία;) με μια ιδιόμορφη «λευκή» εκδοχή των γκόσπελ, ή ακόμη, όσο παρακινδυνευμένος κι αν ακούγεται ένας τέτοιος ισχυρισμός, του σημερινού ραπ. Πρόκειται για μια παιγνιωδώς λόγια εκδοχή «λαϊκής» και «αχειροποίητης» ποίησης, που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη φωνηματική και φωνητική λειτουργία του λόγου και των παρηχήσεων, στο παιχνίδισμα των ήχων και των σημασιών τους – στοιχεία, πάντως, που εγνωσμένα προορίζονται να ξετυλιχθούν πάνω στην οπτική παγίωση του λευκού «καμβά» της τυπογραφικής σελίδας.

Με αυτόν τον υψηλά δημιουργικό περιορισμό κατά νου, στα περισσότερα ποιήματά του, παίζει διαρκώς με την ομοιοκαταληξία στο εσωτερικό των στίχων, και κυρίως μ’ ένα πολύ προσωπικό είδος «οπτικής ρίμας», που στην ηχητική της εκδοχή ακούγεται λοξή, ατελής, «στραμπουληγμένη» και παραφθαρμένη ή μπορεί και να προσπερνιέται ως αθέατη – και εννοώ ανήκουστη (π.χ. know-grow-how / proclaim-dream-seem / amaze-paradise-yes κ.ο.κ.). Αυτή, λοιπόν, η καίρια -για να μην πω πρωταρχική- ηχητική-οπτική διάσταση της ρίμας και του ρυθμού, η ακολουθία και η τήρηση της ιδιόρρυθμης ρυθμολογίας και μουσικότητας του e.e.cummings (που λόγω της εκτεταμένης αγγλικής χρήσης των μονοσύλλαβων λέξεων αποτελεί στην ελληνική μετάφραση ένα μάλλον δύσκολο εγχείρημα), στη συγκεκριμένη μεταφραστική προσέγγιση καταβλήθηκε προσπάθεια όχι απλώς να μην παραμεριστεί αλλά και να τηρηθεί απαρέγκλιτα, ακριβώς επειδή είναι κατεξοχήν ένας ποιητής «σωματικός» (δεν έχω άλλη λέξη), τα ποιήματα του οποίου είναι «πράγματα» που ηχούν και φαίνονται και όχι ιδέες που απηχούν και παραπέμπουν.

‘Αλλα βασικά μεταφραστικά ζητούμενα ήταν η αναλογική ισορροπία του ποιήματος ως μορφολογικής ολότητας και όχι απλώς η κατά λέξη ακρίβεια. Η ανάγλυφη αποτύπωση, και σε καμία περίπτωση η εξομάλυνση, των εσωτερικών ρήξεων, των ασυνεχειών, των επιτηδευμένων υπερβολών και των γραμματικών «λαθών», ακόμη και των αντιφάσεων της γλώσσας του. Ενώ ταυτόχρονα, και παρά την αντίξοη επιβάρυνση των προηγούμενων όρων και ζητούμενων, εδώ καταβλήθηκε προσπάθεια να τηρηθεί, κατά το δυνατόν απαράβατα, και η πιστότητα του νοήματος, φροντίζοντας να περιορίσω στο ελάχιστο ακόμη και τη χρήση των αναλογιών. Σε κάποιες περιπτώσεις έκρινα απαραίτητο να πάρω ορισμένες «χτυπητές» ελευθερίες, κυρίως όμως ως ένα εκ των υστέρων κλείσιμο του ματιού προς έναν πραγματικά ελεύθερο, ανένταχτο και ακατάτακτο ποιητή-εφευρέτη, που αποτέλεσε διά βίου μια ανακουφιστικά «αυθαίρετη» δημιουργική εξαίρεση. Θα θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, εάν μόνο λίγα από αυτήν την προσπάθεια φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού στην τελική μετάφραση, και τελικά εάν αυτή δεν μοιάζει και τόσο με μετάφραση. Επομένως, εάν η «κανιβαλική ενσωμάτωση» του πρωτοτύπου έχει επιτευχθεί με ισορροπία απόλυτης βίας-ρήξης και απόλυτης τρυφερότητας-επανόρθωσης.

1.
άνοιξη!μάης –
το παντού είν’ εδώ
(με ένα χάμω πάνω χάμω και το πουλί στο κλαδί) πώς όμως; γιατί;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό
(φίλα με άρα)σεμνή μου γλυκιά με λαχτάρα και πιο
λατρευτή μου στον κόσμο αυτό (πέθανε!ζήσε!)
το νέο είν’ τ’ αληθινό
και το να χάνεις το να έχεις
μα δεν μας είν’ εμάς γνωστό-γενναίος!γενναία (αντέχω ́ αντέχεις; απόψε η γη κι ο ουρανός γίναν ένα)ω χαρούμενή μου τόσο,εσύ που για μένα
η νεαρή μου αγάπη είσαι
γιατί όμως;πώς;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό (μ’ ένα πάνω χάμω πάνω μες στην άνοιξη στον μάη) πέθανε!ζήσε
(χαμένο τίποτα δεν πάει:το για πάντα είν’ εδώ)
και δέντρο μου στα ξαφνικά που ανθοβολείς,χόρευε εσύ -εγώ θα τραγουδώ
2.
αυτά τα παιδιά που τραγουδούν σε πέτρα μια
σιωπή της πέτρας αυτά
τα μικρά παιδιά που τυλιγμένα με πέτρας
ανθούς ανοίγουν για
πάντα αυτά τα σιωπηλά μικρά γεμά-
ταφος παιδιά είναι πέταλα
το άσμα τους είναι ένα λουλούδι του
πάντοτε τα άνθη τους
από πέτρα είναι
οι σιωπηλοί τραγουδιστές
ενός τραγουδιού σιωπηλότερου
από σιωπή αυτά τα πάντοτε
παιδιά για πάντα
που τραγουδούν στεφανωμένα με ασμα-
νθούς τα παιδιά της
πέτρας με άνθη
στα μάτια
αυτά ξέρουν καλά αν ένα
μικρό δέντρο
ακούει
για πάντα τα πάντοτε παιδιά που τραγουδούν για πάντα ένα άσμα πλασμένο
από σιωπηλή σαν πέτρα σιωπή
τραγουδιού
3.
τον καιρό του ασφόδελου (που γνωρίζει πως στόχος του ζην είναι ν’ ανθίζεις)
το γιατί ξεχνώντας, θυμήσου το πώς
τον καιρό της πασχαλιάς που διακηρύσσει πως το
να ονειρεύεσαι είναι του ξυπνήματος μόνος σκοπός (ξεχνώντας το φαίνεται)θυμήσου το τόσο
τον καιρό των ρόδων (που εκπλήσσουν σαν άβυσσος το εδώ και το τώρα μας με παράδεισο)
ξεχνώντας το αν, θυμήσου το ναι
τον καιρό των γλυκών παραπέρα πραγμάτων
ό,τι και αν κατανοεί ο νους εκ των θαυμάτων θυμήσου το ψάχνω (ξεχνώντας το βρίσκω)
και σ’ ένα μυστήριο που θα έλθει να σώσει
(όταν απ’ τον χρόνο ο χρόνος μάς ελευθερώσει) ξεχνώντας με, θυμήσου με
4. μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα σου. Τόσο που είναι φρέσκο αυτό το πράγμα. Μύες καλύτεροι, νευρώνες περισσότεροι.
μου αρέσει το σώμα σου. μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του. μου αρέσει απ’ το σώμα σου να νιώθω τη σπονδυλική στήλη και κόκαλα, και την τρεμουλιαστή κρουστο-απαλό τητά του και που εγώ θα το
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω, μου αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο σου,
μου αρέσει, αργά να χαϊδεύω το, χνούδι φουντωτό το
γουνάκι ηλεκτρισμένο σου, και τι-ν’-αυτό που βγαίνει
από τη χωρισμένη σάρκα … Και μάτια μεγάλα ερωτο-ψίχουλα,
και ίσως μου αρέσει το ρίγος
του από κάτω μου εσύ τόσο, που, αλήθεια, φρέσκο πόσο
5.
η αγάπη είναι πιο πυκνότερη του λησμονώ πιο λεπτότερη του θυμούμαι
πιο σπάνια απ’ ό,τι είναι το κύμα υγρό
πιο συχνή του θ’ αποτύχουμε
είναι φεγγαρόπληκτη και πιο σαλή
και πιο δεν θα ξε-είναι
απ’ ό,τι όλη η θάλασσα η αλμυρή
που μόνο από τη θάλασσα βαθύτερή ‘ναι
η αγάπη είναι λιγότερο πάντα του κερδίζω πιο λίγο ποτέ του ζωντανός
λιγότερο μεγαλύτερη απ’ το ελάχιστα αρχίζω πιο λίγο μικρότερη του συγχωρώ
είναι πιο ηλιόλουστη και λογική
και πιο ποτέ της δεν πεθαίνει
απ’ ό,τι ο ουρανός όλος που στη γη
από τον ουρανό μόνο ψηλότερος μένει
6.
σε πείσμα του οτιδήποτε
αναπνέει και κινείται, μια κι ο Θάνατος (με χέρια λευκά μακρύτατα
που στρώνουν κάθε ζάρα)
ολοσχερώς θα λειάνει τον νου μας
πριν βγω απ’ την κάμαρά μου
γυρνώ, και(γέρνοντας
μες στο πρωινό)φιλάω,
το μαξιλάρι αυτό, αγάπη μου,
όπου τα κεφάλια μας ζούσαν και ήταν.
7. αν «πάνω» είναι η λέξη ́και πρασινίζει μια γη κάθε λεπτό δευτερόλεπτο, και κάθε περισσότερο πιο-αν είν’ ο θάνατος ο χαμένος και νικητής η ζωή (κι είν’ ο ζητιάνος πλούσιος μα ο τσιγκούνης φτωχός)
πάμε να πιάσουμε ουρανό: με ένα πέρα δώθε πού
(και ένα εδώ εκεί όπου)και κινάμε γι’ αλλού και στο πιο τεμπέλικο πλάσμα ανάμεσά μας υπάρχει μια σοφία ορθή:να τη θανατώσει δεν μπορεί γνώση καμιά-τώρα η αμβλεία όραση είν’ οξεία, βλέπει όλο και πιο πέρα (αφού πριν λίγο άρχισε η χρονιά, πριν λίγο άρχισε η χρονιά)
πάμε να πιάσουμε ουρανό:
με μια μεγάλη(κι εύθυμη κι απότομη)βαθιά ορμή μέσα από την εκπληκτική ημέρα μόνο μυαλά χωρίς καρδιές έβαλαν τον αμαρτωλό κόντρα στον άγιο ́ πάνω απ’ την ευφροσύνη το κέρδος και κάτω από την έγνοια τη χαρά-ας κάνουμε όπως μία γη που φύσει αδύνατον ποτέ να κάνει λάθος (κάθε λεπτό δευτερόλεπτο, και κάθε περισσότερο πιο)
πάμε να πιάσουμε ουρανό με άλμα εις βάθος: με μια περίεργη(και αληθινή) πτώση – ψηλοκρεμαστή-, προς το μακρινά κοντινό γαλανό αν είν’ ο ζητιάνος πλούσιος(και στον κοκκινολαίμη του τραγουδήσει ο κοκκινολαίμης τραγούδι)μα ο τσιγκούνης φτωχός-ας αγαπηθούμε ωσότου δε μείνει κανείς(πριν λίγο έχει αρχίσει, καλή μου,η χρονιά)που θα είναι όσο εγώ κι όσο εσύ ζωντανός -πάμε να πιάσουμε ουρανό: μ’ ένα εσύ κι ένα εγώ κι ένα καθ(όλα,που είν’ όποιος,που είναι κάποιος,που είν’)ένα,που είναι: εμείς

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://www.poets.org/poet.php/prmPID/156

Λίγο πριν κοιμηθώ ονειρεύομαι

ένα έτσι


Στο ίδιο λευκό χαρτί υπήρξαν κι υπάρχουν όλοι οι ποιητές του κόσμου αυτού.
Σίγουρα μερικοί υπήρξαν κι υπάρχουν και σε μέρη άλλα από αυτό.
Ο στίχος αυτός δεν σκοπεύει να τους μνημονεύσει.
Ούτε καν να πλαγιάσει δίπλα τους.
Ο στίχος αυτός είναι απλά η υπενθύμιση πως
αρκεί ένας στίχος για να υπάρξεις και να υπάρχεις.
Σε ένα λευκό χαρτί ή ακόμη και σε μέρη άλλα από αυτό.


View original post

Yannis Ritsos-translated by Manolis Aligizakis

Manolis

Ritsos_front large

Ο ΠΙΚΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Γέροι και γέροι, με τη μεγάλη αργόπρεπη πανσέληνο,

με τους ψηλούς φανοστάτες πλάι στη θάλασσα. Να φύγουν

δε θα `ταν τόσο δύσκολο άν κάποιος τους ρωτούσε,

άν κάποιος τους κρατούσε να φορέσουν το παλτό τους, άν

ένα παιδί στεκόταν λίγο πλάι τους να κοιτάξει μαζί τους

το πλοίο που απομακρύνεται με τα ήσυχα φώτα του. Οι νέοι

αλλού συχνάζουν, θορυβούν σε κόκκινα ημίφωτα, δεν ξέρουν

το χάρισμα της ίδιας τους της νεότητας, όταν η ωραία γυναίκα

πέφτει απ’ τον έβδομο όροφο στον κήπο, ντυμένη μονάχα

την άσπρη νυχτικιά της ολοκέντητη με μώβ πανσέδες.

BITTER TIME

Old men and old men, with the big waning full-moon,

with the tall lampposts next to the sea. It wouldn’t

have been hard for them to leave if one asked them,

if one helped them put on their heavy coat, if

a child stood next to them for a while to look

View original post 65 more words