Θωμάς Γκόρπας, Τα χέρια του εργάτη

Να συλλογιέσαι πάντοτε τα χέρια σου.
Είναι δικά σου και κρατάνε τη ζωή που διεκδικείς
όπως η μάνα το νεογέννητο δια μέσου των αιώνων
όπως ο σημαιοφόρος ξεδιπλώνει την καρδιά σου
στις μάχες για το ψωμί δια μέσου των αιώνων.
Είναι δικά σου και κρατάνε τη ζωή
όπως κρατάς εσύ ένα κομμάτι κερδισμένο ψωμί
όπως κρατάει ο άλλος έναν τραυματισμένο ή σκοτωμένο αδερφό
όπως κρατώ εγώ την πέννα μου σαν όπλο και σαν κραυγή
σε πόλεμο που δεν είναι πόλεμος αλλά προσπάθεια ύπαρξης.
Να συλλογιέσαι πάντοτε τα χέρια σου
είναι δικά σου γιατί κρατάνε τη ζωή που γέννησαν και λαχταράνε.
Είναι δικά σου σήμερα το λέω εγώ να το στεριώσω μέσα σου.
Είναι δικά σου αύριο θα το πεις εσύ να λάμψει ο κόσμος.

*Από τη συλλογή “Τα ανεξάρτητα”, Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1966.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Μοναξιά

Αν ενώσεις το βροχόνερο με το δάκρυ σου
το γέλιο σου με τον ήλιο
το σίφουνα, τον αγέρα με την ξεσηκωμένη αγανάκτησή σου.

Αν κλάψεις για τα παιδάκια με τις ρόδινες ανταύγειες
του δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν
με τα χεριά αδειανά, με τα πόδια γυμνά
θα βρεις τη μοναξιά σου.

Αν σκύψεις στους συνανθρώπους σου
μες στα αδιάφορα μάτια τους θα ‘ναι γραμμένη
απελπιστική, ολοκληρωτική η μοναξιά σου.

Κι αν πάλι τους δείξεις το δρόμο της δύναμης
και τους ξεφωνίσεις να πιστέψουν μόνο τον εαυτό τους
θα τους δώσεις μια πίκρα παραπάνω
γιατί δε θα το μπορούν, θα ‘ναι βαρύ γι’ αυτούς
και θα ‘ναι πάλι η μοναξιά σου.

Αν φωνάξεις την αγάπη σου
θα ‘ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή
γιατί δεν είχε το κουράγιο να περάσει όλες
τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα
όλους τους λασπωμένους δρόμους.
Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη
λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ
τα λόγια της μοναξιάς σου.

Θεέ μου, τι θα γίνουμε;
Πώς θα πορευτούμε;
Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε;
Μ’ αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων
των ψυχών από δίπλα μας;

Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος.
Μια θα ‘ναι η Νίκη:
αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε.
Μόνοι μας.

Φθινόπωρο 1956

Alfonsina Storni, Τρία ποιήματα

ΕΓΩ ΣΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΤΑ ΒΑΘΗ

Στο βυθό της θάλασσας
υπάρχει ένα κρυσταλλένιο σπίτι.

Σε μια λεωφόρο με κοράλλια βλέπει.

Ένα χρυσόψαρο μεγάλο,
στις πέντε,
έρχεται να χαιρετήσει.

Μου φέρνει
ένα άλικο κλαδί
με άνθη κοραλλιού.

Κοιμάμαι σ’ ένα κρεβάτι
λίγο πιο μπλε απ’ τη θάλασσα.

Μέσα απ’ τα κρύσταλλα.
ένα χταπόδι, μου κάνει νοήματα.

Στο πράσινο δάσος
που με ζώνει
-ντιν, ντον… ντιν, νταν-
λικνίζονται τραγουδώντας σειρήνες
από γαλαζοπράσινο μαργαριτάρι.

Και πάνω στο κεφάλι μου καίνε, το δειλινό,
όι αγκαθωτές λόγχες της θάλασσας.

***

ΣΤΗ ΘΛΙΨΗ TOΥ ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ

Ευθείς λυπημένοι δρόμοι, γκρίζοι και πανομοιότυποι
εκεί όπου προβάλλει, ενίοτε, ένα κομμάτι ουρανού,
οι σκοτεινιασμένες τους προσόψεις και η άσφαλτος
μου ’σβησαν τα χλιαρά, ανοιξιάτικα όνειρα.

Πόσο περιπλανήθηκα εκεί, αφηρημένη, νοτισμένη
στον αργό γκριζωπό αχνό που τους στολίζει,
απ’ τη μονοτονία τους η ψυχή μου πάσχει τώρα.
-Αλφονσίνα!- Μη με φωνάζεις. Δεν αποκρίνομαι σε τίποτα.

Εάν σ’ ένα απ’ τα σπίτια σου, Μπουένος Άιρες, πεθάνω
βλέποντας στις φθινοπωρινές μέρες το δεσμώτη ουρανό σου
δε θα μου προκαλούσε έκπληξη η βαριά επιτύμβια στήλη.

Ανάμεσα στις ευθείες οδούς σου, βρεγμένες απ’ το ποτάμι σου,
το σβησμένο, το ομιχλώδες, το καταθλιπτικό και σκαιό,
όταν περιπλανήθηκα σ’ αυτές και βρέθηκα θαμμένη.

***

ΝΕΚΡΗ ΨΥΧΗ

Πελώριες πέτρες, ρόδινος ήλιος και σκόνη
υψωμένη σε νέφη πάνω στην άνυδρη γη.
0 ήλιος φεύγοντας στο αυτί ψιθύρισε:
την ψυχή έχεις για πάντα νεκρή.

Φίδια συρθήκαν δίπλα μου
κι ως το στόμα μου το κεφάλι σήκωσαν.
0 γκρι ουρανός, η πέτρα, ξανάλεγαν:
την ψυχή έχεις για πάντα νεκρή.

Ράμφη γύπα ένιωσαν ύστερα
με τα πέλματά μου μαζί, τη γη να σείεται,
το απόγευμα επανέλαβε τις φωνές πεδιάδας:
την ψυχή έχεις για πάντα νεκρή.

Ω, γόνιμε ήλιε, γη εκστασιασμένη,
έναστρε θόλε, απέραντη θάλασσα, ζούγκλα,
μπείτε στην ψυχή μου, συνταράξτε την.
Κοιμάται η δύσμοιρη έτσι που μοιάζει νεκρή.

Αχ, ψυχή, ας ξυπνήσουν τα μάτια σου,
κι ας βρουν τον κόσμο σαν ολοκαίνουριο σώμα.
Αχ, ψυχή, ας ξυπνήσουν τα μάτια σου,
ψυχή που κοιμάσαι και σαν πεθαμένη μυρίζεις.

*Από το βιβλίο “Alfonsina Storni, Ποιήματα”, δίγλωσση έκδοση, επιλογή-μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας, εκδόσεις Θράκα, β΄έκδοση 2017.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, οι γάτες των ποιητών είναι άτυχες

Έχω δει με τα μάτια μου
ποιητές να παίρνουν αγκαλιά
τα σχιζοφρενικά συμπράγκαλά τους
και να βουτάνε
από γέφυρες
από ταράτσες
από πεζοδρόμια, κυρίως από πεζοδρόμια,
στο εσωτερικό κενό της ύπαρξής τους
Συνήθως πηδούν την ώρα
που η σημαία υποστέλλεται
Η σημαία της πατρίδας
Η σημαία του αφέτη
Η σημαία τους

Πίσω στο σπίτι
οι γάτες τους τούς περιμένουν
τρεις μέρες συνήθως
Μετά αντιλαμβάνονται το μάταιο του πράγματος
ψελλίζουν ένα “γαμώ την τύχη μου”
και βροντούν την εξώπορτα πίσω τους

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://cignialo.gr/vangelis-aleksopoulos-oi-gates-ton-poiiton-einai-atyches/

Nelly Sachs, Όταν η αναπνοή

Όταν η αναπνοή
φτάσει στην καλύβα της νύχτας
και βγει έξω
να ψάξει την αέρινή της ουράνια κατοικία

και το σώμα
ματωμένος αμπελώνας
γεμίσει τʼ αγγεία της σιωπής,
τα μάτια περάσουν
μες στο φως που βλέπει

όταν καθένας μες στο μυστικό του
χαθεί
και καθετί γίνει διπλή φορά-
κι η Γέννηση, τραγουδώντας, ανέβει
όλες τις κλίμακες του Ιακώβ στʼ όργανο του Θανάτου

τότε
μια όμορφη αστραπή ανάβει
το Χρόνο-

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://eisvathos.blogspot.com/2019/08/blog-post_2.html

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Δύο ποιήματα

IV

υπαρκτή Κεφαλλονιά

Τό κέρδος λυσσάει τόν Αύγουστο
τρώει τίς θάλασσες τά όρη
τρέφει φουσκώνει τά παιδιά
σπέρνει καρκίνους πολυκατοικίες

τό κέρδος φουντώνει τόν Αύγουστο
μαραίνει άφανίζει λέξεις καί πουλιά
τό κέρδος αλωνίζει καί θερίζει
μιλάει κεφαλλονίτικα γελάει αμερικάνικα
— βούτυρο καί τσιμέντο
πέτρινε
πέτρινε Μαρίνο
πού τρέχει τώρα ό λογισμός σου;
βούτυρο καί τσιμέντο οί κομμούνες σου

καράβι στά χάη
φεγγάρι γραμμένο
φεγγάρι σβησμένο
φιλί στό ποτέ

μαδημένη πατρίδα
τριαντάφυλλο
στά χοντροδάχτυλα τού κέρδους

έτσι πάει τό έθνος.

V

γιά μιά πεθαμένη τραγουδίστρια της δεκαετίας τού ’60

Ξυπνείστε πιά άπό τούτη τη ζωή
καί ξαναμπείτε στά όνειρά σας!

—έλα φωνή απ’ τή νύχτα μας
μέσα στήν άγρια μέρα
έλα καί πές τά χρόνια μας
μέ ρούμπα καί μέ σάμπα!

Φύγαν τά χρόνια

φύγανε

μέ τά πουλιά
μέ τά πανιά
μέ αγέρα καί μέ κύματα

Φύγαν τά χρόνια
κι έρχονται
οί σκέψεις
Έρπετά

Μάς μένουνε τά κόκκαλα
γιά νά στηρίζουν τώρα
αύτή τή μουσική
στήν ερημιά των πόλεων

Έλα φωνή
άπό παλιές θαμπές βροχές
κι άπό λιακάδες
έλα φωνή άπό θάλασσες πού σβήσαν
στά ύγρά καί μεθυσμένα πεζοδρόμια
έλα φωνή στά υπόγεια ούράνια του έρωτα
πρίν μάθει ακόμα ξένες γλώσσες
πρίν άνατιναχτεϊ στό φως
αγώνων πού δέν γνώρισαν σημαίες

Έλα φωνή άνάκουστη
θαμμένη μέ όλα της τ’ αηδόνια
καί όλα της τά νερά
έλα υπόγεια ρεματιά
έλα μικρό μικρό Χαλάντρι

έλα φωνή
έλα φωνή
μέ ρούμπα καί μέ σάμπα!

*Από τη συλλογή “Τα ποιήματα του μανδαρίνου”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2002.