Νίκος Σφαμένος, Ο φοβερός Αττίλας

ήταν ανελέητος
εξόντωσε τον
αδελφό του και
όλα είχαν αρχίσει
η αγριότητα του
δεν θα έφευγε
ποτέ
τον έλεγαν
«η μάστιγα του Θεού»
οι ικεσίες τους
πάντα μάταιες
καθώς εκείνος
ισοπέδωνε πόλεις
διέλυε στρατούς
δημιουργούσε αυτοκρατορίες
για να πεθάνει
από μια αιμορραγία
στη μύτη

Advertisements

Πάνος Ιωαννίδης, Το Όπλο του Ποιητή

καθώς βάδιζα αμέριμνος
μέσα στη βροχή
έπεσα πάνω του

το βλέμμα μου αντίκρισε ξαφνικά
το μοναδικό του μάτι
ήταν σκοτεινό χωρίς κόρη
ενώ η ίριδα στραφτάλιζε στο βάθος
σαν ζωή έτοιμη να χαθεί ανά πάσα στιγμή
για κάτι που δεν πιστεύει αλλά το ζει

το όπλο με κοίταξε με τη σειρά του
έχω τόσα να σε ρωτήσω είπε
αλλά δεν προλαβαίνουμε
οφείλω να σε πάρω μέσα μου
είναι στη φύση μου μη με παρεξηγείς
εκτός και αν με κάνεις δικό σου

μελάνι έχω μπόλικο αποκρίθηκα
χύνεται στου ποταμού την όχθη
όμως για σφαίρες έχω λέξεις
θα σε γεμίσω και θα χτυπάς
στο ψαχνό των στιγμών

το όπλο εκπυρσοκρότησε
από την ταραχή του
και η σφαίρα έγραψε στο χέρι μου
τη μοίρα του ποιητή

*Από τα “Ποιήματα της στιγμής και άλλες ουτοπικές ιστορίες”.

Linda King, Αυτόχειρες

Ο Μπέρυμεν πήδησε από μια γέφυρα
Ο Χεμινγουέι το ’κανε με μια καραμπίνα
Η Τζάνις Τζόπλιν με μια σύριγγα
Η Μέριλυν Μονρόε κατάπιε χάπια
Κι ο Τζέιμς Ντην χρειάστηκε ένα σπορ αμάξι

Ο άντρας της Εύας κρεμάστηκε στο γκαράζ
τη μέρα των γενεθλίων της, αυτό ήταν το
δώρο του. Όταν εκείνη άνοιξε την
πόρτα του γκαράζ, κατάλαβε ότι
για πρώτη φορά στη ζωή της έπρεπε
να παρκάρει τ’ αμάξι στο δρόμο.

Ο Ντάρβιν Μάρτιν το έκανε
με μια σφαίρα των 22 χιλιοστών,
μάτωνε σαν χοίρος που τον σφάζανε,
είπε στη μάνα του να τον πάει στο σπίτι του αδελφού του
που είχε μια κυνηγετική καραμπίνα
να του ρίξει τη χαριστική βολή.

Η φιλενάδα μου το προσπάθησε με ασπιρίνες
γιατί ο γκόμενος δεν ήθελε να την παντρευτεί,
και την παντρεύτηκε,
τώρα εκείνη πάει και ξενογαμιέται.
Ο Ντόουν μ’ έχει πάρει τουλάχιστο πέντε φορές τηλέφωνο
για να με αποχαιρετίσει τελεσίδικα.
Δύο ερωτευμένα παιδιά στη γειτονιά
ενώσανε ένα λαστιχένιο σωλήνα στην εξάτμιση
κρεμάσανε την άλλη άκρη μέσα στ’ αμάξι, γιατί
δεν θέλανε οι γονείς να τους παντρέψουνε.

Ο Πήτερ Ντούελ κάτω από ένα χριστουγεννιάτκο
δέντρο έκανε ένα τσαφ και πάει
Η Σύλβια Πλαθ εχωσε το κεφάλι της στο φούρνο του γκαζιού,
το τελευταίο της βιβλίο βρίσκεται αυτή τη στιγμή
στα μπεστ σέλερ, ο Τζωρτζ Σάντερς στα 75 του
φρόντισε να τελειώσει, γιατί είχε βαρεθεί.
Ο Μπουκόβσκι λέει ότι θα ’χε σαλτάρει
πριν καιρό από κανένα βράχο στο Σαν Ντιέγκο
αν δεν είχε μπλέξει
με τόσο άσχημες παρέες εκεί κάτω.

Σίγουρα, συχνά έχει κανείς τις μαύρες του,
στενοχώρια, δυστυχία, πόνο, λόγους
πολλούς. Συχνά πυκνά κάποιος οικτίρει τον εαυτό του
ή να ξεφύγει από κάποιον, τη φίλη, την αδελφή,
την ερωμένη ή και την ίδια του τη μάανα.
Ή θελει να τον βάλουνε
πρωτοσέλιδο ή μπορεί κάποιους
να θέλει να σοκάρει.

Η αυτοκτονία είναι κατά κάποιο τρόπο ξεδιαντροπιά
-μολονότι ο αυτόχειρας βγάζει το εαυτό του
εκτός κυκλοφορίας- δεν έχω κατανόηση γι’ αυτήν,
δεν νιώθω οίκτο, μα ούτε κι ενοχές…
σiγouρα το νεγονός με συνκλονίζει
αλλά πάνω απ’ όλα με εξοργίζει
-ναι, ακριβώς αυτό είναι που νιώθω, οργή.
Ακόμη και σήμερα νιώθω οργή για τον Τζίμυ Ντην,
αν κι έχουν περάσει είκοσι χρόνια.
Νιώθω οργή για τη Μέριλυν Μονρόε,
τη Τζάνις Τζόπλιν. Νιώθω οργή
για τον Χεμινγουέι. Θα ‘θελα να διαβάσω ένα του βιβλίο
για την τρέλα. Οργή νιώθω
για όλους τους. Δεν μπορώ να συνηθίσω
στην ιδέα του ψόφου.

*H Linda King γεννήθηκε στο Μπούλντερ της Γιούτα το 1940. Είναι ποιήτρια, ηθοποιός, θεατρική συγγραφέας, ζωγράφος και γλύpτρια. Έχοντας στο παρελθόν αναλωθεί από δουλειά σε δουλειά, τα τελευταία χρόνια ζει από την ποίησή της και πουλώντας τους πίνακες και τα γλυπτά της. Τη δεκαετία του 1970, η King εξέδιδε το περιοδικό «Purr».

**Από το βιβλίο του Γιώργου Μπουρλή “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβριος 2013.

Patti Smith / Tom Verlaine, Η Νύχτα

i

η ψυχή μές στή μορφή τού νέου άντρα
ντυμένου μ/ ένα παλτό γάλατος…
η καρδιά μές στή μορφή τού γκόμενου του —
ένα ευαίσθητο αγόρι μ/ μπλε δέρμα…
η νύχτα μές στή μορφή τής νέγρας
πού ρίχνεται απροσδόκητα στά κοιμισμένα παιδιά
καί τά κάνει σκλάβους της.

ii
Μαγνητική ακαταστασία!
Βασανιστική εκπνοή! Αναπνέω καί αναπνέω
σάν ένα καμπαναριό πού καταρρέει! Τό παλιό Στύλ
μέ σκεπάζει σάν μιά κουβέρτα από βελόνες.

iii
νυχτερινό χιόνι, σμάλτινοι λόφοι πασαλειμμένοι μ/ αίμα.
τό θύμα γδύθηκε, στολίστηκε μ/ ρούχα από
χιλιοτρυπημένες πετσέτες, σκέτοι λόφοι διάσπαρτοι μ/ μωρά
πουλιών, παιδιά μ/ άτσαλα χέρια σκύβουνε καί
τ’ αρπάζουνε αλλά τά εύθραυστα κρανία σπάνε
σάν κρυστάλλινο σκαλιστό παλάτι, τό θύμα εξετάζει
λεπτά διχτυωτά από παγωμένες μεμβράνες τότε μ/
βουβή φρίκη χειρονομεί πρός τά παιδιά.

παιδιά, τόσο καταχθόνια είναι απόλυτα
γνώστες τής δύναμης τους. παιδιά, τόσο
εύχερα. βγάζουν εύκολα βολβούς ματιών απ’ τις
τρύπες τών νωπών’ ρόζ προσώπων τους καί τά στέλνουν
νά πετάξουν στόν αέρα σάν σέ μιά βεντέττα από μικροσκοπικές
χιονόμπαλλες…

iv
Ωχ όχι όχι πάλι αυτό
Κανένα πρότυπο. Καμιά θερμοκρασία.
Είναι τό ανικανοποίητο απελπισία;
Βιολιά στή νύχτα.

v
το θυμα ψηλαφεί αθόρυβα μέσα στην καρδιά τής χιονοθύελλας
τώρα τυφλωμένο απ τά χιόνια είναι απίθανο νά ξαναποκτήσει
το δερμάτινο σακκούλι πούχει μέσα αυτί καί γλώσσα.

vi
Η απόγνωση προσελκύει ιό υπερφυσικό. Ο γέρος πηδάει έξω απ’ τό
παράθυρο για νά βρει τόν εαυτό του αβαρή και γελαστό. Τό παράθυρο
είναι τώρα ένα πελώριο ζευγάρι χείλια που σφυράνε <“Αντε κουνήσου,
κάνε κάτι”. Ο γέρος δεν μπορεί να βρει το κορμί του αλλά αναγνωρίζει
τη φωνη του. Ο γέρος βρίσκει τέτοιες προσταγές ανιαρές
“Είχες την ευκαιρία σου”
Ο γέρος γέρνει έξω από τό παράθυρο καί απορεί.

vii
πυροτεχνήματα, παιδί στό περίγραμμα τού παραθύρου, τά νεύρα στό
πρόσωπο του τεντώνονται μέ κάθε θρόισμα καί τρίξιμο, τά ρουθούνια
του— τρίγωνα ζαρωμένα, τά μάτια του διασταλμένη μπλε φλόγα,
ένα άγριο κουνέλι στό παράθυρο, μπλαστρωμένο κεφάλι ψαριού πού
λικνίζεται, δάχτυλα καί πρόσωπα σκάνε στις φλόγες, ξέρει ότι τού
βάλανε μικρές φωτοβολίδες στά παπούτσια, τις νιώθει νά σκίζουνε
τήν ψύχα τών ποδιών του αλλά δέν σαλεύει, κάθεται στό περίγραμμα
τού παραθύρου παρατηρώντας τά παιδιά νά κομματιάζονται στις φλόγες.

viii
Εσωτερικά συμβάντα βάζουνε στό μάτι τόν πόθο του.
Οί χορδές δέν είχανε αρχίσει τό
μοιραίο τους χαλάρωμα.
Μ’ ένα σήκωμα τών ώμων
σπάει τό ποτήρι στά χέρια του.

*Patti Smith / Tom Verlaine, Η Νύχτα, Εκδόσεις: mu…

**Τα ποιήματα αυτά εκδόθηκαν σε “μετάφραση / εξώφυλλο / και υπεύθυνος / απ’
την ανάποδη Αντρέσς Μάχος – αγνώστου διαμονής”.

Κατερίνα Ζησάκη, Δύο ποιήματα


ΑΝΘΗ

ανθεί η Ανθή
στο ανθισμένο δάπεδο
μέσα απ’ τα δάκρυά της κλαίει
για τη λυπητερή συμφορά που
– σύμφωνα με έμπορους και μαστόρους –
τη βρήκε βρεγμένη
κατάβρεχτη
δηλαδή το βρακί της
ενώ “βρε βρε έαςάγγελος” φώναζαν όλοι
ανήγγειλαν τον ερχομό της
στο συρφετό των αρσενικών
που άρδην παλινδρομούσαν για χάρη της
– Χάρη – στον ξέπλεκο δρομο
δρούσαν ανάλογα κι οι κορασίδες
δεν πήγαιναν πίσω

αφηνιασμένα τα άλογα
και πώς να σου τα ζέψω
μες στη λαχτάρα που λαίμαργα
σε – κάτω από το λαιμό
τον αφαλό – καταβροχθίζει
εννοώ της Ανθής το παχύρρευστο δάκρυ
που όταν στάζει
σαν για να παρηγορηθεί
καβαλάει το κρεβάτι
καβαλάει το σεντόνι
το μαξιλάρι
το δάχτυλο
ανθεί η Ανθή
γλείφει το ανθισμένο δάπεδο
αν δεν την είδατε
δεν είδατε ποτέ σας τίποτα
κορίτσια και αγόρια
τι πάλη
τι έξαρση
τι παρηγόρια

***

Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

ο πεθαμένος ποιητής βρίσκεται ακόμα
μες στο συρτάρι του γραφείου του
πάνω απ’ τις κόλλες
πίσω απ’ τη φούντα (της ουράς της γάτας του)
και δίπλα απ’ το περίστροφο
που είχε ξεσκονίσει κάποτε ν’ αυτοκτονήσει
μα τον πρόλαβε το γήρας

τι λέτε ρε
ο πεθαμένος ποιητής χορεύει μες στο στόμα σου
κάθε που ουρλιάζεις
κάθε που “σύντροφοι”
κάθε που “κι άλλο κι άλλο κι άλλο”
ξαπλώνει μέσα στο δέρμα που γδέρνουν
τα νύχια σου γιορτάζοντας ή πενθώντας
σέρνει τις σόλες των παπουτσιών σου
κάθε που τριγυρνάς χαμένος

ο ποιητής
ο πεθαμένος
μια απούσα παρουσία ζωντανή
φάντασμα μες στο σώμα
και πού και πού σκουντάει τον γραφιά
που μέσα στο συρτάρι του γραφείου του
βρίσκεται ακόμα

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 8, Καλοκαίρι 2017, του περιοδικού “Θράκα”.

Poem in Two Languages

Manolis

mother

MY MOTHER

My mother with the open arms
greeting me when I visited her

my mother with the tender words
when I phoned her that I couldn’t come

my mother with her face turned aside
as she still wanted to speak, but no longer could

my mother with the closed eyes
when I came too late to embrace her the last time.

Friederike Mayröcker, Austria (1924–)

Translation: Germain Droogenbroodt – Stanley H. Barkan

Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ

Η μητέρα μου μ’ ανοιχτή την αγκαλιά

με καλοδέχεται όταν την επισκέπτομαι

η μητέρα μου με τα γλυκά της λόγια

όταν της τηλεφώνησα πως δεν μπορώ να πάω

η μητέρα μου με το πρόσωπο στο πλάϊ

καθώς ήθελε ακόμα κάτι να πει, μα δεν μπορούσε πια

η μητέρα μου με κλειστά τα μάτια της

όταν ήρθα αργά τελευταία φορά για να την αγκαλιάσω

Translated by Manolis Aligizakis//Μετάφραση Mανώλη Αλυγιζάκη

View original post