2 ποιήματα, Hans Magnus Enzensberger | μτφρ. Γιώργος Πρεβεδουράκης

Φτερά Χήνας

S11_I1Παρακαλείσθε μόλις εισέρχεσθε να κλείνετε τις θύρες

Έχω μια καρδιά από τέφρα
κάθε που βρέχει γίνεται όλο και πιο βαριά,
έχω ένα αρμόνιο κολλημένο στο αυτί
κάθε που η Κυριακή πλησιάζει.

Κυριακή σκέπασε τον γύψινο κρόταφό σου,
ανάμνηση πέταξε
τον οβολό σου μακριά
μέσα στο καπέλο του ζητιάνου.

Ετούτη η πλατφόρμα επιβίβασης
είναι μια ξεθωριασμένη αστραπή
κηλιδωμένη απ’ τη βροχή
από δάκρυα κι από λάδια.

View original post 300 more words

Advertisements

Κήπος.

οξύμωρο σχήμα

Σήμερα στο δρόμο θα ακούν τα αυτιά μου

Την εκκωφαντική σιωπή

Οι μελωδίες δεν θα έρθουν.

Το χαμόγελο, δε θα φανεί.

Η θλίψη μέσα στην καρδιά

Δηλητήριο ζωής

Τα λουλούδια μαράζωσαν.

Η καρδιά μου άδειασε.

Ο κάθε άνθρωπος σκότωσε

Οτι καλό είχα να δώσω στους ανθρώπους.

Κι έτσι συλλογίζομαι πως,

Αυτοί που θα έρθουν, δε θα πάρουν

Οσα τους αξίζουν.

Η καρδιά μου γεμίζει για όλους εκείνους

Τους ανθρώπους

Που δεν ήρθαν, που δε θα έρθουν, που δεν υπήρξαν

Γιατί είναι οι μόνοι

Που αξίζουν “λιγάκι” τον κόπο

Του να νιώθει κάποιος.

Κι εγώ

Αφού σκότωσα συναισθήματα

Και αφού πέθανα στη μάχη

Που δεν είχα όπλα ,

Γεμίζω την καρδιά μου με τριαντάφυλλα.

Κάθε αγκάθι και κάθε άνθρωπος που πέρασε,

Κάθε πέταλο και κάθε άνθρωπος που δε θα’ρθει.

Ποτέ δεν μπήκα στον κήπο της ψυχής μου,

Φοβούμενη ότι θα χαθώ σε μία άλλη ετεροτοπία.

(Ο γλυκός ψυχαναγκασμός της σκέψης.)

View original post

Ματίνα Τσιμοπούλου, Τέσσερα ποιήματα

Ο μεγάλος αριθμός των νεκρών

Σ’ ακούω τόση ώρα
να μιλάς ακατάπαυστα για την απώλεια.
Θυμίζεις δελτίο των οκτώ.
Και τον μεγάλο αριθμό των νεκρών
που επιβάλλεται να θρηνήσουμε και σήμερα.
Μέσα σ’ αυτό το σπίτι
είναι μικρός ο αριθμός των ζωντανών,
κι ούτε ένας πρόθυμος πια
να θυροκολλήσει
τούτη την πένθιμη είδηση.

***

Με την πάροδο του χρόνου

Έθαψα το ρολόι μου στην άμμο.
Διανύω τις ώρες
χωρίς καμία προκατάληψη
ότι κάποτε θα τελειώσουν
κι έτσι θα πρέπει
να αρχίσεις να συνηθίζεις
την ασυνέπεια
και το κακό το timing.

***

Ιδεολογικές συγκρούσεις

Τελευταία,
κάθε που καθόμαστε στο τραπέζι
αποφασίζουμε να μην πούμε
τα πράγματα με τ’ όνομά τους.
Μ’ έχει κουράσει
η κουβέντα για το κυρίαρχο και το υποτελές
και σου ζητώ να βάλουμε ταινία.
Εσύ προτιμάς να δεις ειδήσεις
και πιστεύεις στην αδέσμευτη ενημέρωση.
Την ώρα του ύπνου
εγώ ξαπλώνω στα αριστερά
και σε ακούω να προσεύχεσαι
για τη διασφάλιση της ατομικής ιδιοκτησίας.

***

Θα μπορούσαμε ίσως

Θα μπορούσαμε ίσως να πάμε κι εμείς στο φεγγάρι.
Εγώ να φτάσω σε ύψος μια καμηλοπάρδαλη.
κι εσένα να σε εγκαταλείψει η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή σου.
Θα μπορούσαμε ίσως να ξεδιψάσουμε στην έρημο
ή και να διαβάζουμε τη σκέψη των άλλων.
Αλλά δεν θα μπορούσαμε με τίποτα
να απαρνηθούμε
τις πιο βαθιές μας αυταπάτες
και την αδήριτη ανάγκη για λίγο ουρανό.

*Από τη συλλογή “Ετεροτοπίες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2017.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Τρία ποιήματα

Ξένος ήλιος

Τετραγωνισμένος κύκλος
Στην άσφαλτο
Άστεγων ονείρων

Ξένος ήλιος
Στο παραθύρι
Θαμπών ελπίδων
Που θέλησες να κεντήσεις
Με δύσεις και ανατολές

Χρώματα της παλίρροιας
Ξεβάφουν στην άμπωτη
Που γιόρτασες το τίποτα

Απρόσκλητοι εραστές
Θάβουν βαρκάδες
Στο φεγγάρι
Και η κόλαση
Καίει το δέρμα σου

Χωρίς ανάσταση
Αναίτια ακόμη φυσά
Μάταια πάλι γυρνά
Η απουσία σου
Τη νύχτα
Ξανά προστάζει

***

Άλλη γοητεία

Πουλάω
Ό,τι μου χάρισες
Ένα βλέμμα
Κι ένα χαμόγελο
Σε οδοντοστοιχία
Απολύτως λευκή
Μα τόσο τηλεοπτική

Γιατί να θυσιάσω
Κι άλλες νύχτες
Θερινού οινεμά
Με πασατέμπο
Για παζάρια
Ημιθανών προσκλήσεων
Σε γεύμα υποκρισίας;

Μου αρκεί
Η ξέφρενη προσμονή
Μιας άλλης γοητείας
Που δεν ενοικιάζεται
Ούτε πουλιέται

***

Πέμπτη εποχή

Η θάλασσα ψαρεύει σύννεφα
Κι η στεριά σπέρνει χιόνια
Σε μέρες περισπωμένης
(Εντός ή εκτός του χειμώνα;)
Όπου πια δεν χαμογελάμε

Σε νύχτες παραλήγουσας
(Πριν ή μετά το καλοκαίρι;)
Όπου πια δεν αγαπάμε

Μια ζωή αιτιατική
— Αναπόφευκτη συνήθεια
Των ημερών που έρχονται —
Σε μια πέμπτη εποχή

*Από τη συλλογή “Γραβάτα δημόσιας αιδούς”, Εκδόσεις Κέδρος, 2018.

Ειρηναίος Βρούσγος, Δύο ποιήματα

«το μαρτύριο του να ζης και να μην εισαι θεός»
Henna Muller

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Κοιτάξαμε την Ποίηση
ή (ακούσαμε) τον Κόσμο
με τα μάτια της σοφίας
και βιώσαμε την ομορφιά.
Ύστερα,
κοιτάξαμε με τα ματια μας καθένας,
και νιώσαμε το παράΛογο
την παραποίηση.

Κάποιοι
το αντιλήφθηκαν.

Η συμπυκνωμένη,
συνολική τραγωδία
του ανθρώπου,
έγκειται,
στο ότι
(ο άνθρωπος)
δεν είναι θεός.

***

«Έσωθεν δε μεστοί εστέ υποκρίσεως»

ΕΣΩΘΕΝ

Σκέφτομαι αυτό το «τάφοις κεκονιαμένοις».
Πόσο όμορφοι θα πρέπει να είναι.
Πόσο όμορφη θα πρέπει να είναι.

Βέβαια θ’ άξιζε για ένα τέτοιο τάφο να πεθάνει κανείς;
Ε; Να πεθαίνεις για έναν υπέροχο τάφο…

Μια στιγμή αν καθόσουν, να τον φανταστείς
τον ωραίο
θα ήθελες κι εσύ να πεθάνεις.
Στον περιποιημένο τάφο να εισέλθεις
και να χαθείς.
Τη φθορά και το θάνατο σου
σαν σεντόνι, απαλά να καλύπτει.
Κι άφησέ τους να λένε,
πως στην κρύπτη
«έσωθεν δέ γέμουσιν όστέων νεκρών
καί πάσης ακαθαρσίας»
Δε μας νοιάζει,
δε θα φαίνονται.
Θα είναι «έσωθεν» αυτά.
Καθόλου δε μας νοιάζει.

*Από τη «συλλογή στα ενδιάμεσα παραμυθία», Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2013.

John Portelli, Δύο ποιήματα

Ελπίδα

Νερό σταλάζει
απ’ τον πάγο στη βεράντα:
κάτω απ’ το εκτυφλωτικό φως
ο μονότονος ρυθμός
λιώνει την καρδιά μου
εγκαίρως για την ανοιξιάτικη ώρα.

***

Όταν το φεγγάρι θρηνεί

Να με καλέσεις
Όταν το φεγγάρι θρηνεί
Για να μπορώ να κοιμηθώ στη σκιά του
Και να ονειρευτώ όλα εκείνα που ποτέ δεν ονειρεύτηκα:
μανιτάρια του χθες
να ξεφυτρώνουν ακανόνιστα
προκαλώντας τον χρόνο.

Δεν νομίζεις;
Είμαστε μήπως κιθάρα δίχως χορδές
απ’ την οποία δεν αναβλύζει ποτέ πραγματικός ήχος
αλλά η μελωδία της πλανιέται
παντού, αδιαλείπτως;
ή μήπως είμαστε ίσως ένα ιδανικό
που μπορεί ουδέποτε πλήρως να κατακτήσουμε;
Είμαστε τρεχούμενο νερό
δεν συνειδητοποιούμε ποτέ
ποιοι είμαστε και πού έχουμε φτάσει;

* Από τη δίγλωσση συλλογή Luggage/Bagage, Word and Deed Publishing, 2016 Ελληνική μετάφραση: Ματίνα Τσιμοπούλου (την οποία ευχαριστώ θερμά για την αποστολή των ποιημάτων για το Κόσκινο).