Bob Dylan, Black Diamond Bay / H ακτή των μαύρων διαμαντιών 

Εκεί ψηλά στην άσπρη βεράντα
Την βλέπεις να φορά μια γραβάτα
και ένα καλοκαιριάτικο καπέλο στυλ Panama
Στο διαβατήριό της υπάρχει ένα πρόσωπο
Από μια περασμένη εποχή και τόπο
Δεν μοιάζει καθόλου μ’ αυτό που έχει τώρα
Κι όλα τα απομεινάρια του πρόσφατου παρελθόντος της
Έχουν διασκορπιστεί στον άγριο άνεμο
Περπατά πάνω στο λευκό μαρμάρινο δάπεδο
Όταν μια φωνή μέσα από την αίθουσα
όπου χαρτοπαίζουν την καλεί
Αυτή χαμογελά, και απομακρύνεται από την άλλη μεριά
Καθώς το τελευταίο πλοίο σαλπάρει και το φεγγάρι σβήνει
Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών

Ενώ το φως της νέας μέρας ανατέλλει,
ο Έλληνας κατεβαίνει
Και ζητά ένα σκοινί και μια πένα για να γράψει κάτι
”Παρντόν κύριε” του απαντά ο ρεσεψιονίστ
Βγάζοντας το φέσι του από το κεφάλι
”Σας άκουσα καλά;”
Και καθώς η κίτρινη ομίχλη σηκώνεται
Ο Έλληνας γρήγορα ανεβαίνει στο δεύτερο πάτωμα
Αυτή τον προσπερνά στη στριφογυριστή σκάλα
Νομίζοντας ότι είναι ο Πρεσβευτής της Σοβιετικής Ένωσης
Αρχίζει να του μιλά, αλλά αυτός απομακρύνεται
Καθώς τα σύννεφα της καταιγίδας φαίνονται στον ουρανό
και τα κλαδιά των φοινίκων λικνίζονται
Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών

Ένας στρατιώτης κάθεται πλάι στον ανεμιστήρα
Εμπορευόμενος με έναν μικρό άντρα
που του πουλάει ένα δαχτυλίδι
Η αστραπή πέφτει, τα φώτα σβήνουν
Ο ρεσεψιονίστ ξυπνάει και αρχίζει να φωνάζει
”Μπορείτε να δείτε τίποτα;”
Τότε ο Έλληνας εμφανίζεται από το δεύτερο όροφο
Με γυμνά πόδια και με ένα σχοινί γύρω από το λαιμό του
Ενώ ο χαμένος στα χαρτιά ανάβει ένα κερί
Και λέει ”Άνοιξε μια άλλη τράπουλα”
Αλλά ο κρουπιέρης του απαντά στα γαλλικά
 ”Σας παρακαλώ προσέξτε”
Καθώς η βροχή πέφτει καταρρακτωδώς
και οι γερανοί πετούν μακριά
Από την ακτή των μαύρων διαμαντιών

Ο ρεσεψιονίστ ακούει την γυναίκα να γελάει
Καθώς κοιτά τι έγινε ενώ ο στρατιώτης αγριεύει
Και προσπαθεί να αρπάξει το χέρι της γυναίκας
Της λέει ”Νάτο αυτό το δαχτυλίδι, μου κόστισε πολλά”
Αυτή όμως του απαντά, ”Δεν είναι αρκετά”
Και μετά τρέχει πάνω να ετοιμάσει τις βαλίτσες της
Ενώ μια άμαξα μ’ ένα άλογο την περιμένει στη στροφή
Περνά έξω από την πόρτα που ο Έλληνας έχει κλειδώσει
Όπου μια γραμμένη με το χέρι ταμπέλα έγραφε:
”Μην ενοχλείτε”
Αλλά αυτή χτύπησε την πόρτα έτσι κι αλλιώς
Καθώς ο ήλιος έδυε και η μουσική συνέχισε να παίζει
Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών

”Πρέπει να μιλήσω με κάποιον γρήγορα!”
Αλλά ο Έλληνας ακούστηκε να της λέει
”Φύγε” και κλώτσησε την καρέκλα στο πάτωμα
Κρεμάστηκε εκεί από τον πολυέλαιο
Αυτή ούρλιαξε. ”Βοήθεια, υπάρχει κίνδυνος εδώ
Σε παρακαλώ άνοιξέ μου την πόρτα!”
Και μετά το ηφαίστειο εξερράγη
Και η λάβα κύλισε κάτω από το ψιλό βουνό
Ο στρατιώτης και ο μικρός άντρας
κουλουριάστηκαν στη γωνία
Σκέφτονταν και οι δυο τους τον απαγορευμένο έρωτα
Αλλά ο ρεσεψιονίστ τους είπε ”Αυτό συμβαίνει κάθε μέρα”
Καθώς οι σκάλες σωριάζονταν και τα χωράφια καίγονταν
Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών

Καθώς το νησί βυθίζονταν αργά
Ο χαμένος στα χαρτιά τελικά κέρδισε την μπάνκα
Αλλά ο κρουπιέρης του είπε, ”Τώρα είναι πολύ αργά”
Μπορείς να πάρεις τα λεφτά σου, αλλά δεν ξέρω πως
Θα τα ξοδέψεις μες στον τάφο σου”
Ο μικρός άντρας δάγκωσε το αυτί του στρατιώτη
Καθώς το πάτωμα άνοιξε και ο καυστήρας έσκασε
Ενώ αυτή ήταν έξω στο μπαλκόνι,
όπου ένας άγνωστος της λέει στα γαλλικά
”Αγάπη μου, σε αγαπώ πολύ”
Αυτή δακρύζει και μετά αρχίζει να προσεύχεται
Καθώς η φωτιά αφού τα κάψει όλα μετά απομακρύνεται
Από την ακτή των μαύρων διαμαντιών

Καθόμουν στο σπίτι μοναχός μου
ένα βράδυ στο Λος Άντζελες
Παρακολουθώντας στην τηλεόραση
τον γέρο δημοσιογράφο Cronkite που έλεγε
τις ειδήσεις στις επτά το βράδυ
Υπήρξε ένας σεισμός που
Δεν άφησε τίποτα όρθιο εκτός
από ένα καλοκαιριάτικο καπέλο στυλ Panama
Και ένα ζευγάρι παπούτσια ενός Έλληνα
Δεν μου φάνηκε ότι έγινε και κάτι σπουδαίο
Γι’ αυτό έκλεισα την τηλεόραση
και πήγα για μια ακόμα μπύρα
Φαίνεται ότι κάθε φορά που κοιτάς γύρω σου
Θα πέσεις πάνω σε μια κακότυχη ιστορία που θ’ ακούσεις
Που κανείς δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό
Έτσι κι αλλιώς εγώ δεν σχεδίαζα ποτέ να πάω
Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών
Σημείωση: Ο γέρος τότε δημοσιογράφος των ειδήσεων στην αμερικανική τηλεόραση Walter Cronkite υπήρξε για δεκαετίες η εμβληματική μορφή του αρχισυντάκτη της παρουσίασης των ειδήσεων.

*Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης.

Λίνα Βαταντζή, Όσα γευόμαστε αληθινά

Τι μπορούμε να δημιουργήσουμε
από μια Κυριακή –

όταν ζω στην άνοιξη
είμαι πάλι η παιδούλα
που μάζευα αγκαλιές αγριολούλουδα.

Πόσα άγρια μας έφερε η ζωή –
και πόσες κυριακάτικες ανάσες
κατορθώσαμε να νιώθουμε.

Στην κορυφή του λόφου
υπάρχει μια μαργαρίτα –

ξεχνιόμαστε οι Σίσυφοι.

Πάμε από την αρχή.

UNUSUAL WORK No 33 

This is to inform you
that the latest issue of UNUSUAL WORK No33
has just been released. But due to the pandemic
and the continued uncertainty of LIVE launches
we have decided NOT to launch this issue
at a LIVE gig. In lieu of your (and Our) OBVIOUS
disappointment, we have decided to include
a BONUS free CD in each copy, by way of
compensating our audiences and readers.
The contributors featured in this issue are
retta hemensley, jas h duke, ian mcbryde, vicki perin,
arjun von caemmerer, kevin gillam, lauren williams,
jeltje, anitra nelson, patrick boyle, ender başkan,
t h a l i a, ashley higgs, peter murphy, sjaak de jong,
allan padgett, ACR, les wicks, eddie caruso,
sandy caldow, and TT.O. Special thanxxs Alan Musgrove
The CD includes: jas h duke, tim gaze, jeltje,
sjaak de jong, graham twist, rob george, robert calvert,
harry williamson, arjun von caemmerer, TT.O.
ashley higgs, peter murphy, sandy caldow,
lauren lee williams, ashley higgs, sean o’callaghan
and keiju nakajima. — Subscribers and
Contributors should have gotten their copies
in the mail by now (hope!) for those who would
like to subscribe oit is $30 for 3 issues
cash / cheque / or Money Order, to
COLLECTIVE EFFORT PRESS
P.O. Box 2430 GPO Melb Vic 3001
or else you can order a single copy
with the bonus CD for $10. Contributors welcome

Τσαρλς Μπουκόφσκι, Ένα αποχαιρετιστήριο πράγμα 

Ένα αποχαιρετιστήριο πράγμα καθώς ανάσαινε,
κατέβαινε στο χωλ με εσώρουχα
με μπογιατισμένο πρόσωπο σαν παλιάτσος,
μια βόμβα από τον Κολωνία
στη δεξιά του τσέπη
‘μια εποχή στην Κόλαση’ στην αριστερή,
λουρίδες ηλιοβασιλέματος σαν ίνες φλαμουριάς
εξαντλούσαν τα μπράτσα του.

Και τον βρήκανε το πρωϊ κρεμασμένο
στης εξόδου κινδύνου το παράθυρο
πρόσωπο παγωμένο και σβησμένο
σαν ηλεκτρική λάμπα

Και τα σπουργίτια ήταν κάτω στα θάμνα
και γνώριμα τα σπουργίτια
δεν τραγουδούν, βγάζουν ήχο και βγάζουν ήχο
και… οι άνθρωποι
όχι τα σπουργίτια
τον κατέβασαν από τη σκάλα
σαν άχρηστη κουκουβάγια.

*Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός (Μπουκόφσκι. Επιλογή από το έργο του. Εκδόσεις “Η μικρή Εγνατία”, 1980.
Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος. Από τον δίσκο “Άκυρο” (1982).

Θεοδώρα Βαγιώτη, Οιωνός Ή Πώς έγραψα όλα τα ποιήματα για σένα

Λύπη ξελογιάστρα
χαριεντίζεσαι με τη γλώσσα μου
μέρα μεσημέρι
επειδή τούτο το περιστέρι των βράχων
έπεσε ακέφαλο στο δρόμο μου∙
αμφιβραχέως ηλιοφώτιστα
στιχάκια
βάδην ή τροχάδην
πέφτουν ηττημένα
χωρίς ποίημα
κι όμως οι φιλοφρονήσεις/
οι φιλοφρονήσεις των γερακιών γεμίζουν
ανέλπιστα το κενό που αφήνεις
όταν φεύγεις

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Το σκέλεθρο

Τι πολύπλοκο σύστημα διαδρόμων
σκάβουν ο υπολογισμός και η συναλλαγή,
κάτω από το θεμέλιο του αυστηρού κριτή.
Τι έχιδνες κουλουριασμένες γύρω
από την εσωτερική φωνή.
Σκέλεθρο αυταρέσκειας
πόσο γοργά βουλιάζεις,
μέσα στις τόσες σάπιες κολακείες.

Τάσου Λειβαδίτη, Enchiridion Euthanasiæ (Εγχειρίδιο Ευθανασίας)

Αυτή είναι η πρώτη ολοκληρωμένη αγγλική μετάφραση της συλλογής πεζών-ποιημάτων του Τάσου Λειβαδίτη, Enchiridion Euthanasiæ (Εγχειρίδιο Ευθανασίας), που κυκλοφόρησε αρχικά στα ελληνικά το 1979 και τού απονεμήθηκε εκείνη τη χρονιά με την υψηλότερη διάκριση της Ελλάδας στην ποίηση, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης.


Ο Λειβαδίτης, γεννημένος στην Αθήνα το 1922, είχε βιώσει μέχρι την έκδοση του βιβλίου την καταστροφή της γερμανικής κατοχής κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίο ακολούθησε γρήγορα ένας ακόμη πιο αιματηρός εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος με τη σειρά του οδήγησε σε δεκαετίες αυταρχικής δεξιάς κυριαρχίας με αποκορύφωμα την στρατιωτική δικτατορία του 1967-74. Αυτές οι εμπειρίες απάλλαξαν τον Λειβαδίτη από τον νεανικό του ιδεαλισμό, αλλά και τον βύθισαν στο σκοτάδι και την απόγνωση, από την οποία προέκυψαν μερικά από τα ωραιότερα ποιήματά του, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος «εγχειριδίου», ενός είδους εγχειριδίου λειτουργίας, που μας δίνει τα εργαλεία για να ζήσουμε και να πεθάνουμε καλά.

Μεταφράστηκε με εισαγωγή του Ν. Ν. Τρακάκη και εκδόθηκε στον περιορισμένο αριθμό των 75 χειρόδετων αντιτύπων.

Ο Νικόλαος Ν. Τρακάκης διδάσκει Φιλοσοφία στο Australian Catholic University (Αυστραλιανό Καθολικό Πανεπιστήμιο) και έχει μεταφράσει στο παρελθόν τον The Blind Man with the Lamp (Denise Harvey, 2014) Τυφλό με τη Λάμπα του Λειβαδίτη (Denise Harvey, 2014), Violets for a Season (Red Dragonfly Press, 2017) και Autumn Manuscripts (Smokestack Books, 2020)

2901 Indiana Street, #336, Dallas, Texas | humansidepress.com | info@humansidepress.com

Λεωνίδας Καζάσης, Ιδιοτύπως

Ο Λέανδρος και ο Λέων, δύο φίλοι που καιρό είχαν να ανταμώσουν, βρέθηκαν στο σπίτι του Λέοντος, ένα σπίτι με έπιπλα παλαιά, χρώματος καφετί, με τοίχους βαμμένους, έτσι, ώστε να συνάδουν με την παλαιότητα των επίπλων, και όλα μαζί να εκπέμπουν μία τελετουργική μυστηριακή αύρα. Οι δύο φίλοι είχαν πολλά να πουν, και πολλά να ιδούν ο ένας στον άλλον. Ο Λέανδρος, αν και γυναίκα, ήταν αγόρι, έφηβος, άχνουδος με μάτια ξανθού μελιού, κοντά, καστανά ανοικτά μαλλιά, με μία σχολαστική ευγένεια αισιόδοξη. Τα μάτια του έδειχναν χαρούμενα, αλλά, πίσω από την αυλαία, περίμεναν η αγωνία, ο φόβος ότι θα μπορούσε να τον παρασύρει το πάθος μιας τρελής φυγής, που έζωνε τα στήθη του.

Ήξερε, πως μπορούσε να χαθεί μέσα στο δελεαστικό ξέφωτο του ιδιωματισμού του, γι’ αυτό ήθελε να τον ελέγχει, ο Λέανδρος, που ήταν ευεπίφορος στο καινό.

Αυτά είχε διακρίνει στον Λέανδρο, ο άλλος δια την κοινωνίαν παράταιρος, ο Λέων, γι’ αυτό τον πλησίασε την πρώτη φορά που τον είδε αλλά, και ο Λέανδρος κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο, και ανταπεκρίθη εις το κάλεσμα του Λέοντος. Ο Λέων, εφάνταζε αγριωπός, με γένι, μάτια γαλάζια, που δραπέτευαν κάθε λεπτό, την εκζήτηση αναζητώντας, μακριά από κόπους μάταιους, καθημερινότητες οδυνηρές, λάτρης του ήδεος αμετάπειστος. Ο Λέανδρος, αναγνωρίζοντας, τον Λέοντα, φοβήθηκε πως ο Λέων θα επέτεινε την επιρρέπειά του, και απεμακρύνθη από αυτόν, χωρίς να τον ξεχάσει.

Και να τώρα που μετά από προκλήσεις – προσκλήσεις του Λέοντος, βρίσκονται απέναντι ο ένας από τον άλλον, συζητώντας, πίνοντας μαυροδάφνη και βλέποντας τον Θερμαϊκό από ένα δώμα του σπιτιού του Λέοντος. Είναι Μαϊου μεσάνυχτα περασμένα, και οι δύο φίλοι, αφοσιωμένοι ο ένας στον λόγο του άλλου, αδημονούν να χορτάσουν την μακρόχρονη απουσία μορφής, βλεμμάτων, ήχων, κινήσεων. Και ενώ εγγίζει τα όρια της μέθης, η χαρά της παρουσίας και της μέθεξης των δύο στο αντάμωμά τους, και αφού λόγω ευδίας Μαγιάτικης και οίνου ζέσης, είχαν βγάλει τα υποκάμισα, ο Λέανδρος ένα λευκό, και ένα βυσσινί ο Λέων, ημίγυμνοι, φορώντας σκούρα παντελόνια, συνομιλούσαν ζωηρά εως ότου, μία βοερή σιγή κοιταγμάτων, που αντάλλαζαν ο ένας με τον άλλον, κάνει την εμφάνισή της με εντυπώσεις ανείπωτες.

Ο Λέων, κοιτούσε τον ημίγυμνο Λέανδρο, στο σφιχτό, λείο, άτριχο κορμί του. Τον κοιτούσε αμίλητα, επίμονα! τα μάτια του χίλιες λέξεις, άγγιζαν το κορμί του φίλου του, που προσπαθούσε με τα μάτια, να εμπεδώσει, να εγκολπωθεί, να αφομοιώσει με την δική του παρουσία την αδρή, το τριχωτό του στέρνο το ατίθασο. Ο Λέανδρος, εισέπραττε το νόημα των κοιταγμάτων του Λέοντος· μια φωταψία των ματιών του, που ακόμη, και το ολόγιομο φεγγάρι θα εζήλευε, ήταν η απόκριση στα βουβά κελεύσματα του φίλου του.

Η συνεύρεση βλεμμάτων διαρκούσε κι όταν από το ραδιόφωνο, σιγανά, ακούσθηκαν με την φωνή του εκ Κρήτης βάρδου, οι στίχοι του Καρυωτάκη: «Δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι λες, κι αν φούντωσαν τα στήθη, κι αν δακρύζεις, που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα, δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι ας κλαις». Τότε, τα κοιτάγματα κορυφώθηκαν, μετουσιώθηκαν σε δάκρυ στα μάτια του Λέοντος, και σε άγγιγμα του αντίχειρος του Λέανδρου, στο δάκρυ του αγριωπού φυγάδος. Αυτό το άκουσμα θύμιζε στον Λέοντα όλο το φευγιό της ζωής του, της ζητούμενης μοναξιάς. Το πρωινό τους βρήκε καθισμένους στο ανάκλιντρο, γερμένους τον έναν στον ώμο του άλλου. Ο Λέων άνοιξε τα μάτια του, και ψαύοντας του Λέανδρου τα χείλη, που μισοκοιμισμένος εμειδία, ψιθύρισε: «και για τους πλάνητες υπάρχει απάγκιο, σκέψου το».

Άννα Ιωαννίδου, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ

Θέλει άλλα μαθηματικά
για να βρεθείς στη δεξιά πλευρά της εξίσωσης
δίχως να περάσεις από την αριστερή.

Και λεξικό πολύ αναλφάβητο
για να φτιάξεις υποσημείωση
αντάξια ενός περιεχομένου.

Δεν κοστίζει τίποτα περισσότερο
απ’ το να αντέξεις να πληρώσεις ακριβότερα, εκείνο το
ακριβά
που σου αξίζει

*

ΠΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΑΙ ΑΣΤΕΓΟΥΣ*

Αν πριν ντρεπόμουν
για την κατάντια τους είδους μας,
αυτές τις νύχτες ντρέπομαι διπλά.

Πώς γίνεται το φως απ΄ τις κουβέρτες σας
να μην έχει τυφλώσει ακόμη τη συνείδησή μας;

Ποιο κράτος και ποιο “μένουμε σπίτι”
θα μου το απαντήσει αυτό;

*24 Μαρτίου 2020

*

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΩΡΑ

Μόνο να περνούσα
κάθε βράδυ
ν’ ακούω
πόσο ρυθμικά ξεκουράζονται οι ανάσες σας
πάνω σ’ αυτά τα ελάχιστα μαξιλάρια.

Πώς αλλιώς
κοιμάται κανείς ήσυχος;

*Από τη συλλογή “αποτυπώματα”, Εκδόσεις Αρμίδα, 2022.

Ρω Νικολάου, ’Ολα θα τ’ αγαπήσει ο καιρός

Photo is by David Peat. An Eye on the Street (Comforting Arm), Glasgow 1968

Στο βάθρο ανέβηκε
κι επωάζει τις φράσεις του

αίμα δεν τρέχει
μόνο γυάλινες, χρωματιστές χάντρες

κλείνει τ’ αφτιά του ο αέρας
κλείνει τ΄αφτιά της η νεραντζιά
κλείνει τ’ αφτιά της η βροχούλα

απλώνουν το χέρι οι ιθαγενείς
με τ’ άλλο προσφέρουν
τα χρυσά τους νομίσματα
κλεμμένα απ’ την καλή τους ώρα

ένα τραυλό παιδί κλωτσάει
την πέτρα της γλώσσας του:
“η έρημος που μας ενώνει
η έρημος που μας χωριζει
η έρημος που μας καταπίνει”