Στρατής Φάβρος, Γράφω για τον κανένα

Φώτο: Martin Lewis

Γράφω για τον κανένα, πες γράφω

για τον αναγνώστη εαυτό εις τον αιώνα

του κανενός το ρόδο είν’ το δικό μου ρόδο

ούτ’ επεδίωξα ποτέ δημοσιεύσεις

κύκλους σοβαρότητες συγκατανεύσεις

κι άλλες εδώδιμες της εγχώριας σκηνής

κολακείες κι ανερμάτιστες ορέξεις

κι αν γράφω στης ποίησης τη φόρμα

γράφω γιατί η αλήθεια μου έχει αυτό το χρώμα

καθώς της λήθης πλέον το μαγνάδι δεν με μέλει

της ηδονής μου βρήκα αφού το μέτρο και το μέλι

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του ποιητή στο: https://stratesfabbros.wordpress.com/2021/01/13/γράφω-για-τον-κανένα/

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μικρά ποιήματα

1

έχτισα τον παράδεισό μου

με τα υλικά της κόλασής μου

2

απόψε η νύχτα στόλισε το πάρκο

με τα πιο διαλεχτά καθάρματά της

3

κάθε βράδυ η καμπάνα των σκελιών τους

με φωνάζει στον εσπερινό του πάρκου

4

εσύ ‘σαι τριαντάφυλλο

κι εγώ θα σε μαδήσω

τριαντάφυλλο δεν είμαι

κι όμως με μαδάς

5

για σένα μια ακόμη δοκιμή

για μένα μια δοκιμασία ακόμα

                                     «Το κορμί και το σαράκι»

6

[δολοφονία Γουέλτς]

σεις που δεχθήκατε αυτό τον τρόπο ζωής

δεχτείτε τώρα κι αυτό τον τρόπο θανάτου

7

όλα τα δέντρα βρήκαν χώμα να ριζώσουν

βρήκες κι εσύ, μικρή συκιά, ένα ντουβάρι

8

ωραία ερμηνεύεις τα τραγούδια

ας δούμε πώς τα καταφέρνεις και στα παρατράγουδα

9

η αξία της γλάστρας

έγκειται στην τρύπα της

10

«ο κώλος που γλείφεις

θα σε χέσει πατόκορφα»

σοφή προειδοποίηση

μα όχι για τους χεσμένους

11

τί όμορφα τριαντάφυλλα που κάνει αυτή η τριανταφυλλιά

και πού να είχε σπουδάσει ανθοκομία

12

«αράπικο τρικαλινό καρπούζι

μόνο δέκα το κιλό»

Απομεσήμερο- κι ο Γύφτος

δεν ξέρεις τί διαφημίζει:

τα τέλεια ελληνικά του

ή τα καρπούζια του

13

ό ερωτύλος δικηγόρος που γράφει ποιήματα

στολίζοντας κάθε στίχο με κατακτήσεις κι επιτυχίες

τα δίνει για δακτυλογράφηση στη γραμματέα του

μια μαραμένη μεγαλοκοπέλα

κάθε φορά που μου τα φέρνει με το φάκελο

τη βρίσκω πιο μαραμένη

14

στην έκκλησή μου

οι νέοι ποιητές να μη φορούνε μπότες

κανένας δεν ανταποκρίθηκε

και μετά, έχω άδικο

πού τους βρίσκω όλους σκάρτους;

                                «Ιστορίες του γλυκού  νερού»

*Δημοσιευμένα στο περιοδικό «Το Τραμ»  – Απρίλιος 1987 – Τρίτη διαδρομή- Πρώτο τεύχος.

Αναπνέω πολύ κοντά στη γλώσσα | Βασίλης Αλεξάκης

Φτερά Χήνας

Το γράψιμο με κουράζει, με βασανίζει, μου παρέχει όμως ταυτόχρονα κάποια ευχαρίστηση. Νομίζω οφείλεται στην επαφή μου με τη γλώσσα. Αναπνέω πολύ κοντά στη γλώσσα, αυτό κάνω.

***

Όταν κυκλοφορώ στους δρόμους της Αθήνας θαρρώ ότι ακούω συνέχεια τη χαμηλόφωνη κουβέντα ενός εργολάβου οικοδομών μ’ έναν υπάλληλο του δημοσίου. Κάθε πολυκατοικία μαρτυρεί με τον τρόπο της ότι υποχώρησε τελικά ο υπάλληλος.

***

Η αποστολή του σχολείου δεν ήταν να μας μυήσει στην ποίηση ή τη φιλοσοφία, αλλά να μας μάθει μια γλώσσα, που, χωρίς να είναι ολότελα ξένη από τη δική μας, δεν έπαυε να είναι δυσκολότατη. Αν μελετούσαμε τους αρχαίους σε μετάφραση, όπως οι Γάλλοι ή οι Γερμανοί μαθητές, είναι πιθανό να μας συνάρπαζαν και να ενδιαφερόμασταν εντέλει και για την γλώσσα τους. Αλλ’ αντί να ξεκινάμε από τα έργα για να φτάσουμε στη γλώσσα, εμείς ξεκινούσαμε από τη γλώσσα και δεν φτάναμε ποτέ στα έργα. Μας απασχολούσε το…

View original post 173 more words

Ο συμβολισμός στην ποίηση του Νίκου Καββαδία

Γιώργος Αναγνωστόπουλος*

Αλήθεια πως προκύπτει η ποιητική δημιουργία; Ο Σοφοκλής μιλώντας για την ποιητική δημιουργία του Αισχύλου θα  μας πει τα εξής: «Ως μεθύων ο Αισχύλος εποίει τα δέοντα, αλλ’ ουκ ειδώς γε». Δέχεται δηλαδή ο Σοφοκλής ότι η σπουδαία ποιητική έμπνευση συμβαίνει σε κατάσταση μέθης «ως μεθύων ο Αισχύλος εποίει τα δέοντα» χωρίς τη συνειδητή γνώση του πράγματος από την πλευρά του δημιουργού «αλλ’ ουκ ειδώς γε».

Κάτω από αυτή την οπτική ο Έλληνας δοκιμιογράφος και ποιητής Γιάννης Κυριακάκος στο έργο του «Ποίηση και Έρως Ποιήσεως» θα τονίσει πως ήδη ο Πλάτων, ο Δάντης, ο Γκαίτε, ο Σαίξπηρ και άλλοι μεγάλοι διανοητές είχαν διαπιστώσει την ονειρική κατάσταση και ατμόσφαιρα της ποιητικής έμπνευσης. Ο μεγάλος στοχαστής Καντ, είχε πει πως: «το όνειρο είναι μία ακούσια έμπνευση». Πάντα λοιπόν η ποίηση ήταν και είναι ο εξωτερικός εκφραστής της φαντασμαγορικής και εντυπωσιακής πραγματικότητας του ονείρου. Μάλιστα ο Σίγκμουντ Φρόυντ, ο μεγάλος βιεννέζος ψυχαναλυτής, σε κάποιο σημείο του έργου του παρατηρεί πως: «Τόσο το όνειρο, όσο και στην Τέχνη, η βασική επεξεργασία είναι η λύτρωση του ενστίκτου με το σύμβολο».

Κάτω από αυτή την οπτική θα εξετάσουμε την ονειρική και βαθιά συμβολική ποίηση του Νίκου Καββαδία μέσα από δύο ποιήματα από την πρώτη του ποιητική συλλογή το «Μαραμπού», που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1933 και διακατέχεται εξολοκλήρου από το υγρό συμβολικό στοιχείο της θάλασσας, αλλά και με το τελευταίο του ποίημα «Πικρία». Εξάλλου δεν υπάρχει έλληνας ποιητής που να τραγούδησε τη θάλασσα τόσο, όσο ο Νίκος Καββαδίας. Ο έλληνας συγγραφέας και στοχαστής Λεωνίδας Κοβάτσης πολύ εύστοχα θα σημειώσει στο έργο του «Ποιητικός λόγος και Αλήθεια» πως: «Η παραμονή στη στεριά είναι γι’ αυτόν μία Δαντική κόλαση, μία εναγώνια φυλακή και τιμωρία δίχως τέλος και εξιλέωση». Στο ποίημα του «Mal du Depart» εκφράζεται ανάγλυφα όλος αυτός ο βαθύς του πόθος, κυρίως στην τελευταία στροφή του ποιήματος, να ενωθεί με τη συμβολική του μητέρα που είναι η θάλασσα.

«Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ

σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες»

Μία επιθυμία ένωσης που όμως θα μείνει ανεκπλήρωτη:

«θα `χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ

και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.»

Το ποίημα «Mal du Depart» αναδεικνύει όλη την τραγικότητα αυτής της γνώσης από την πλευρά του ποιητή. Γι’ αυτό άλλωστε και ο γαλλικός τίτλος του ποιήματος «Mal du départ» μεταφράζεται σε «Πόνος της φυγής» και είναι αυτός ο πόνος φυγής που θα κάνει τον Έλληνα συγγραφέα Νίκο Δήμου να πει πως και αυτός έχει ξυπνήσει πολλές φορές με αυτό το έντονο αίσθημα φυγής μέσα του, όμως θα εξομολογηθεί λίγο αργότερα ο ίδιος αυτό που δηλώνει και ο Καββαδίας στο ποίημά του πως: «αυτή η λαχτάρα της φυγής είναι τόσο έντονη που με πονάει σωματικά». (Οι Δρόμοι μου, σελ. 652 «Φεύγοντας Ακίνητος»). Προχωρώντας παρακάτω μάλιστα και επιβεβαιώνοντας τον τίτλο του έργου του θα μας πει «Οι χειρότερες φυλακές δεν είναι αυτές που δεν μπορείς, αλλά που δεν θέλεις να φύγεις» είναι το τέλμα και η στασιμότητα. Μία στασιμότητα θα λέγαμε που εμποδίζει την εσωτερική εξέλιξη, που εμποδίζει το θάνατο του παλιού μας εαυτού και ο μεγαλύτερος φόβος του Καββαδία ήταν αυτός ακριβώς, αυτή η στασιμότητα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως φρένο στη μεγαλύτερη του ανάγκη που είναι η φυγή.

Το ποίημα είναι αφιερωμένο στην αδελφή του, τη Ζένια και αρχίζει με την πολύ γνωστή στροφή «Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής…». Αναφέρεται αλληγορικά σε κάποιον λογιστή που ενώ στα νιάτα του ήθελε να ταξιδεύσει, να μπαρκάρει στα καράβια, και μιλά πάντα για ταξίδια και μέρη μακρινά, λυπάται ότι θα πεθάνει χωρίς ποτέ να έχει ταξιδεύσει. Ουσιαστικά ο Καββαδίας αναφέρεται στο ίδιο του το εαυτό. Είναι ένας ανάξιος εραστής αυτής της μεγάλης ερωμένης, της θάλασσας και εκφράζει την προσωπική του αγωνία κατά τρόπο λυρικά τραγικό, ότι δεν θα τα καταφέρει να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα, να πεθάνει δηλαδή στην αγκαλιά της αγαπημένης του. Το τέλος του Νίκου Καββαδία θα είναι άδοξο, αφού δεν πέθανε στην αγκαλιά της θάλασσας, όπως ο ίδιος είχε ποθήσει, πέθανε σε μια κλινική της Αθήνας, τους «Αγίους Αποστόλους», από εγκεφαλικό επεισόδιο και δυστυχώς είχε μια κηδεία «σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες».

Διαβάστε ακόμη :   Οι Νόμοι και ο διάλογος του Ανθρώπου με τη Φύση

Η επιδερμική και εφήμερη γνώση της ηδονής στα πορνεία των λιμανιών, οι τύψεις, οι αναμνήσεις, ο απολογισμός και εν τέλει ο πόθος της λύτρωσης στην αγκαλιά αυτής της συμβολικής μητέρας, της θάλασσας θα εκφράσουν όλη την τραγικότητα της ύπαρξης του ποιητή. Ο ποιητής βρίσκει τη λύτρωσή στην αποδοχή του εαυτού. Στην αποδοχή αυτού που πραγματικά είναι ο καθένας μας. Ας δούμε όμως τι μας λέει στην δεύτερη και στην τελευταία στροφή του ποιήματος του «William George Allum».

 Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχε ιστορία

κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί

έλεγαν ότι κάποτες, απ’ το λαιμό ως τα νύχια,

είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Ο εγγλέζος θερμαστής του ποιήματος είναι ένα άτομο τραγικό και συνάμα θλιβερό, είναι ένας ξένος, με το κορμί του όλο φοβερά στιγματισμένο, για τον οποίο όλοι γνώριζαν μια θλιβερή ιστορία. Η ζωή η ίδια καθιστά τον ήρωα του ποιήματος ατελή, έρμαιο στα πάθη, γι’ αυτό και στο μέρος της καρδιάς του είχε ένα τατουάζ «μίαν άγρια καλλονή», μία γυναίκα που τον είχε στιγματίσει περισσότερο απ’ όλα «γιατί ήταν μία αναίσθητη γυναίκα και κοινή». Τι όμως κρυβόταν πραγματικά πίσω από το τατουάζ του στο μέρος της καρδιάς; Κρυβόταν η ίδια του η μοίρα, η τραγικότητα της προδοσίας από μία γυναίκα και η μόνη λύτρωση απέναντι σε αυτή την προδοσία ήταν η αυτοπαράδοσή του στην αγκαλιά μίας άλλης αρχετυπικής γυναίκας που είναι η θάλασσα.

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Bay of Bisky,

μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.

Ο πλοίαρχος είπε: “θέλησε το στίγμα του να σβήσει”

και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.

Στο ποίημά «Πικρία» φαίνεται καθαρά πως η πίστη του Καββαδία σε αυτή τη συμβολική γυναίκα αγαπημένη – τη θάλασσα – δεν έχει χαθεί. Ο συγγραφέας Λεωνίδας Κοβάτσης θα γράψει: «Ο ποιητής μένει πιστός στη θάλασσα. Ποτέ και για καμία γυναίκα δεν την απαρνιέται. Τις εγκαταλείπει όλες για χάρη της. Μέσα από τις εφήμερες σχέσεις που κάνει μέσα στα πορνεία και στα χαμαιτυπεία των λιμανιών, ο ποιητής ναυτικός, θα γλυκάνει έστω για λίγο, την σκληροτράχηλη και δαρμένη από τα πελάη ψυχή του».

Ο ποιητής δε διστάζει να αφεθεί ολόψυχα στις ηδονές. Εξάλλου τα πορνεία είναι μία επαφή με τη γη, αλλά και οι περιπέτειες του με τους ντόπιους, ακόμη και οι πιο αρνητικές, έχουν μείνει ανεξίτηλες στη μνήμη του «Τη μαχαιριά που μου `δωσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα» είναι ό,τι τον κρατάει συνδεδεμένο με τη στεριά. Παρόλα αυτά μπαρκάρει ξανά και ξανά και γίνεται κάθε φορά ο ίδιος παρατηρητής του εαυτού του και των περιπετειών που έζησε. Είναι ένας οδοιπόρος χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Ένας «πλάνητας» χωρίς αιτία, όπως έλεγε ο Εμπεδοκλής για τον εαυτό του «φυγάς θεόθεν και αλήτης», που όμως στα ποιήματά του, που μοιάζουν σαν μικρά διηγήματα, η ανθρωπιά έχει τον κύριο λόγο.

Ξέχασα κείνο το μικρό κορίτσι από το Αμόι

και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα,

τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμώι,

και τη γριά που εμέτραγε με πόντους την ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου,

και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα

με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα,

για το κορμί σου που έδιωχνε το φόβο του θανάτου…

Η “Πικρία”, που συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή «Τραβέρσο» και  εκδόθηκε για πρώτη φορά από τις εκδόσεις Κέδρος το 1975, αποτελεί το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Καββαδίας. Το ολοκλήρωσε μάλιστα μόλις λίγες μέρες πριν πεθάνει (το ποίημα φέρει ημερομηνία 7 Φεβρουαρίου 1975· ο Καββαδίας πεθαίνει στις 10 Φεβρουαρίου).

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.gnomionline.gr/%ce%bf-%cf%83%cf%85%ce%bc%ce%b2%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b1/?fbclid=IwAR16JTwdJqYBw8y0oO0hob5LLfLLdHMhrWxdlHqEme0vupJCBmrdRNb-jFI

Ρογήρος Δέξτερ, Άλλο ένα για τη Sylvia ή “Pseudo-Blues” [prose song “written on a toilet roll”]

Πίστευε (τί όμορφη αυταπάτη

Που μας κρατά ζωντανούς

Η πίστη σ’ έναν κόσμο

Νεκρών και άπιστων) ότι

Γράφοντας πάνω στα ωραία της γόνατα

Στιχάκια ερωτικά ή άλλα

Θα μπορούσε να βγει κάποτε από το τριπάκι

Από το στενό χωνί στο οποίο τρύπωσε μόνη της

Σνιφάροντας σκόνη ή καπνίζοντας διάφορα

Που τής έδινε στο χέρι ο τάδε

Στη ζούλα τής μεγάλης νύχτας

Αφρικανός με σκουλαρίκια νεκροκεφαλές

(Ας πούμε -εφόσον δεν πρωταγωνιστεί

Στην ιστορία μας- ότι τον λένε Καρίμ)

Τόσο αέρινη

Και τόσο μπλεγμένη στα καμώματα τού θανατά

Μέχρι το λαιμό χωμένη στις παραισθήσεις

Να την κουμπώνει το κάθε μαστούρι

Κι εκείνη να χάνεται στην παραζάλη

Με τις κινήσεις μιας χορεύτριας

Φωνάζοντας σε στιγμές παροξυσμού

“Σ’ αγαπώ!” ανάμικτα με “ξέσκισέ με λίγο”

Και “πάρε με τώρα – εδώ μπροστά στον κόσμο!” • η Sylvia

Που χάθηκε ξαφνικά λες και δεν υπήρξε ποτέ

Πάνω στα λεπτά της πόδια

Σαν πεταλούδα μέσα στο φως και στα σγουρά της μαλλιά

Και που κάμποσοι γύρευαν

Να τη στριμώξουν στη γωνιά για ένα γρήγορο•

Μαζί και ο πλεονασμός στις άγουρες σκέψεις

Η απληστία να ζήσει όλους τους πόθους σε μιαν Αστραπή• σε ποιο χορό άραγε

Να την κάλεσαν οι άγγελοι

Με τί φτερά θα πέταξε μακριά

Φτύνοντας όλες τις σκοτούρες στο πρόσωπο• αυτά

Σκέφτομαι και άλλα πολλά

Όταν – κοινό μυστικό μόλις πέφτει το σκοτάδι –

Παλεύουν με το στανιό να μου δώσουν τσιγάρο

Άγνωστοι στα γνωστά στέκια τής οχλόπολης

Που εδώ και χρόνια αξίζει μόνο

Ένα καλό φτύσιμο στο στόμα•

Λευτέρης Πούλιος / “ο λόγος τής γραφής ΙΙ” (βίντεο)

Σκηνοθεσία & φωτογραφία: Μιχάλης Αναστασίου (www.michalisanastasiou.com)                                                                            Μουσική: Δημήτρης Φωτόπουλος 

Μοντάζ: Κωστής Νικολόπουλος 

Το γύρισμα έγινε στις 20.1.2018

Η πρώτη προβολή έγινε στις 7.4.2018, στο Κανάλι τής Βουλής.

Ανθή Τσεκρέκου, Στρόβιλος

Κρατώ μια λίστα με τα πράγματα που θέλω. 

Μη φανταστείτε ότι πρόκειται 

για κάποιο ραντεβού στο κομμωτήριο 

στο κέντρο αισθητικής 

μια αγορά ή ανακαίνιση σπιτιού. 

Οι ανάγκες έχουνε από νωρίς 

τα δύσκολα χρώματα της αυτονόμησης 

και τα πινέλα μου φτηνιάρικα, 

ξετριχιασμένα. 

Μ’ αυτά τα σύνεργα η τεχνική 

έχει κοντά ποδάρια και διόλου τυφλή 

δεν είναι συνεργάτης. 

Λέω, μην είσαι τόσο αυστηρή 

κάνε εκπτώσεις. 

Έτσι συχνά αλλάζω τη σειρά 

Αναβάλλω ατυχώς τα πρώτα για μετά 

Μια λερναία ύδρα χώνει τα κεφάλια της παντού 

και η σειρά γίνεται στρόβιλος 

που όλα τα παρασύρει 

και σφίγγει κύκλους γύρω απ’ το χαμό μου.

31/08/2020

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Φώτο: Παπαθεοδωρόπουλος, Νύχτα

Πρωινού πάλεμα, αίσθησης ανταρσία

Πρωινού πάλεμα, αίσθησης ανταρσία,

φλόγας αλύχτημα, φίλημα τελευταίο,

τις γροθιές μου σφίγγω να μην προφέρω,

να μην γράψω το κοινότοπο ρήμα˙

τα σκιρτήματα σκιαγραφώ, διαφεύγει το παραλήρημά τους.

Να σε γδύσω, πιότερο να σε ζήσω,

στα ανοιχτά χέρια σου να τρέξω.

Στο γούρμασμά σου ομορφιάς ιερότητα!

Τον χρόνο που απέμεινε υποθηκεύω.

***

Αναγνώριση – αποχώρηση άφευκτη

Είχε μπλαβίσει ο ήλιος,

όταν στην πλατεία ανταμώναμε.

Η κίνησή σου ζωηρή, η ομιλία σου.

Από της παρουσίας σου τα χνάρια,

της αύρας σου την μυρωδιά,

η σμίλη του χρόνου την τεχνουργία της πάνω σου διαλαλούσε.

Κι όλο στην κίνηση έγνεφες, τους εξώστες θωρούσες,

αερικό τρελών στην καταχνιά εκφυγόντων.

Είχε μπλαβίσει ο ήλιος, εποπτεία γαλάζια διαφέντευε!

Με βλέμμα έφηβης που βουβά εκλιπαρεί,

και πύρα μεστωμένης που στενάζει,

τον ουρανό κοίταξες!

Αποχώρησα, της ήττας την υπεροχή κατάματα ατενίζοντας.

Jazra khaleed, Περιστρεφόμενες πόρτες

1.

ω αμάραντο πέλαγο τι ψιθυρίζεις πες μου 

στα τρία δελφίνια που χοροπηδούν 

σκίζοντας τ’ανθισμένα κύματα 

στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας 

μια νυχτερίδα πιάνεται μες στα μαλλιά της δύσης 

το κύμα της στεριάς είναι κι αυτό μεγάλο 

το άγγιγμα του κορμιού είναι κι αυτό βαθύ 

κορίτσια μη

τα μαλλιά τους ξετυλίγονται βαθιά στο μέλλον

μισοβουλιαγμένες βάρκες

στις παραλίες οι σκελετοί

κανάτια υπομονετικά στου αιγαίου τα παραθύρια

τα βράχια-γλυπτά που σμιλεύει αιώνες τώρα ο άνεμος κι η θάλασσα

αυτή η ανάγλυφη φυσική ομορφιά δεν φαίνεται να έχει το ταίρι της

ξεμυαλίζει τους φυσιολάτρες και τους οπαδούς της θάλασσας και των γεύσεων

2.

ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές

από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα

σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας

έντιμο αίμα που ζητάει εκδίκηση

στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας

μισοβουλιαγμένες βάρκες

τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος

μια καλά διατηρημένη νεκρόπολη

τα βράχια-γλυπτά που σμιλεύει αιώνες τώρα ο άνεμος κι η θάλασσα 

εκτός από εσάς, μόνο οι γοργόνες έχουν περάσει από εδώ 

κορίτσια μη

το ιστιοφόρο σκίζει τα νερά

θάλασσα στην οποία πατάμε για να μη βουλιάζουμε 

εφαλτήριο για την όξυνση του νου αλλά και των αισθήσεων 

συγκεντρώνει πιο low profile ταξιδιώτες και λάτρεις του αυθεντικού

3.

δεν μου είναι βολετό να σωπάσω

τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα

μια νυχτερίδα πιάνεται μες στα μαλλιά της δύσης

ακούτε από τις παραλίες την ανατολή να βουίζει

μια καλά διατηρημένη νεκρόπολη

τα σεληνιακά τοπία στην ενδοχώρα

απαιτούν να τους αφιερώσετε αρκετές ημέρες για να τα απολαύσετε χωρίς να κουραστείτε

θα νιώσετε στ’ αλήθεια πως βρίσκεστε στον παράδεισο

μια αίσθηση ηρεμίας, καθώς και μια αέναη «συνομιλία» ανάμεσα σε στεριά και θάλασσα

όλες οι αποχρώσεις του μπλε είναι εδώ 

ο τόπος όλος ευωδιάζει άγριο θυμάρι και ρίγανη 

η πολυνησία του αιγαίου είναι ένας κόσμος μαγικός

στη νόρμα του οποίου ακόμα και η παράσταση του θείου πήρε ανθρώπινη μορφή

value for money διακοπές με αυθεντικό χρώμα

γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ ηπείρων, κοιτίδα πολιτισμών και πηγή έμπνευσης και δημιουργίας

(Συνεχίζεται) 

*Από το βιβλίο “μα είν’ αυτό ποίηση;”, έκδοση Τεφλόν, Νοέμβρης 2020, Αθήνα.

Ζωή Καραπατάκη, Εκτροχιασμοί

I can’ t breathe

ΤΟ ΤΡΑΜ! Αχ, το πρόλαβε. Βρήκε και θέση. Τοποθέτησε την υφασμάτινη τσάντα  πάνω στα πόδια της και άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

Γιατί; Διότι πρόλαβε το τραμ. Το έπαιρνε κάθε φορά που πήγαινε για κάποια ψώνια στη Γλυφάδα αρκετά μακρύτερα από τη γειτονιά της στο Μοσχάτο θέλοντας αλλαγή, να δει τη θάλασσα, να κάνει με την ευκαιρία αυτή και μια βόλτα,να χασομερήσει λίγο ακόμα έξω απ΄το σπίτι που ήταν πια κλεισμένη και να χαζέψει τους άλλους. Είχε απολυθεί από την τεχνική – κατασκευαστική  εταιρία στην οποία εργαζόταν ως γραμματέας λόγω της κρίσης και έτσι ζούσε τώρα όπως μια απλή νοικοκυρά. 

Σιγουρεύτηκε λοιπόν ότι θα επιστρέψει στην ώρα της για να μαγειρέψει και ανάσανε για δεύτερη φορά ανακουφισμένη. Βέβαια, πέρασε από το μυαλό της πάλι ενώ το τραμ διέσχιζε τη λεωφόρο και όταν τέλειωνε τις δουλειές και πήγαινε να ξαπλώσει μόλις ακούμπαγε το κεφάλι της στο μαξιλάρι πάλι  αναστέναζε ίσως λίγο διαφορετικά όμως σ’ αυτή την περίσταση, παραδέχτηκε. 

Το θέμα αναπάντεχα άρχισε να την απασχολεί και να της δημιουργούνται ερωτήματα σε σχέση με την ανάγκη αυτή να βγάζει από τα πνευμόνια της ή και από πιο βαθιά ακόμη με δύναμη και συχνά μεγαλύτερη ποσότητα αέρα σα να είχε παρακρατηθεί μέσα της από κάποια κακή ρύθμιση όχι απλώς της αναπνοής, αλλά όλης της οικονομίας και διαχείρησης του εσωτερικού της κόσμου. Σαν να μην διέθετε την αυτονομία του και τους δικούς του νόμους λειτουργίας αυτός ο χώρος αλλά να ήταν ένα τυχαίο συμπλήρωμα κάποιου ευρύτερου χώρου ίσως του σπιτιού, της κοινωνίας  του νεοφιλελεύθερου οικονομικού συστήματος των οποίων η αναπνοή και ο τρόπος λειτουργίας ήταν σαφώς ισχυρότερα από τον δικό της.

Αν ”ανέπνεε ‘ και ήταν παραγωγικό το σύστημα πιθανόν να άφηνε στη διάθεσή της κάποια κυβικά αέρα ακόμη για τις δικές της ανάγκες παρατήρησε έκπληκτη και η ίδια με τις σκέψεις της. 

Της ήρθαν στο νου και τα λόγια του πρώην αφεντικού της. ”Προέχει η οικονομία όλοι εμείς για να την στηρίξουμε θα δεχτούμε θυσίες, όσες χρειαστεί, το καταλαβαίνετε; Κι έτσι βρέθηκε με τους απολυμένους. Τους ”θυσιασμένους” σκέφτηκε με πίκρα.

Το τραμ περνούσε τώρα μπροστά από κάτι φοίνικες αλλά αυτή τη φορά δεν τους καμάρωσε όπως έκανε άλλες φορές.

Η αναπνοή της άρχισε να επιταχύνεται χωρίς να κατανοεί την αιτία. Σε λίγα λεπτά θα βρισκόταν στο σπίτι της. Σα να τρόμαξε σ΄αυτή τη σκέψη κάπως και χωρίς να το καταλάβει πετάχτηκε από τη θέση της, πήρε τα πράγματα που είχε αγοράσει και πάτησε το κουμπί της στάσης.

Κατέβηκε πριν φτάσει στο σπίτι. Ήταν στην παραλιακή λεωφόρο ακόμη. Η θάλασσα μπροστά της περίμενε την καταιγίδα μ’ αυτή την ανήσυχη ηρεμία που τη διακρίνει πριν την έλευσή της.

Απέναντι ήταν τα cafe. Προχώρησε ολόισια σ ‘ένα από αυτά και μπήκε μέσα θέλοντας ν’ αποφύγει την υγρασία του Νοέμβρη. Κάθησε σε μια κομψή πολυθρονίτσα. Στο τραπεζάκι υπήρχε ένα λεπτούτσικο ανθοδοχείο με ένα κίτρινο χρυσάνθεμο. Όταν έφτασε η παραγγελία με το τσάι της και τα γνωστά φακελάκια της ζάχαρης ένοιωσε μια ενόχληση. Πάντα νοσταλγούσε μια όμορφη πορσελάνινη λευκή κατά προτίμηση ζαχαριέρα να λάμπει στο χώρο. Σήμερα με όλη αυτή τη συννεφιά γύρω της σίγουρα θα έδινε έναν επιθυμητό τόνο φωτός. Άς ήταν και σομόν. Της άρεσε.

Ας είναι, όλα αλλάζουν χωρίς κανένας να μας ρωτάει.

Το βλέμμα της έψαχνε ολόγυρα για διαφυγές. Το φλυτζάνι με το τσάι ζεστό  της πρόσφερε μια ευχάριστη υγρασία αν και όχι τόσο ισχυρή όσο τη χρειαζότανε.

Πού έμεινε; Α, στις αναπνοές. Ναι. Της ήρθε η εικόνα του άντρα της. Του Στέφανου. Είχε άραγε εκείνος τέτοιο πρόβλημα; Δεν είχε προσέξει κάτι ανάλογο. Πάντα ευθυτενής σαν στρατιωτικός που ήτανε όταν τη φώναζε με τ’ όνομά της ή και όταν μιλούσε η αναπνοή του ήταν κανονική, η φωνή του σταθερή  ίσως οφειλότανε στην εκπαίδευση που είχε, συμπέρανε.

Δεν ήταν σαν τη δική της που λες και είχε μια βαλβίδα όπως οι χύτρες ταχύτητας και συσσώρευε την πίεση. Δεν τον είχε ακούσει ν’ αναστενάζει ποτέ  ούτε από ανακούφιση ούτε από παράπονο.

Είχε αντιληφθεί άραγε τι συνέβαινε με τη δική της αναπνοή; Πόσο συχνά κατέφευγε σε αναστεναγμούς κάθε είδους;

Άνοιξε άλλο ένα φακελάκι ζάχαρη και αποτέλειωσε το τσάι της αργά αργά . Άρχισε να χαλαρώνει.

Η γλυκιά γεύση του της έφερε μια σχετική ηρεμία.

Επέστρεψε στο σπίτι με τα πόδια. Με το που μπήκε, άφησε απρόσεκτα τη τσάντα στο πάτωμα και σωριάστηκε στον καναπέ. Το κεφάλι της ήταν άδειο και μηδενισμένη η θέλησή της.Τα ψώνια σκορπίστηκαν: μια βαφή μαλλιών, καινούργιο σφουγγαράκι για το μπάνιο, ένα μολύβι για τα μάτια και ένα μπουκαλάκι κολώνια. Καλυντικά για μικρομεσαίες δηλαδή. Πιο πέρα όμως άρχισαν να κυλάνε και τα αυγά που αγόρασε την τελευταία στιγμή παραλίγο να τα ξεχάσει  κιόλας για το αυγολέμονο στη σούπα.

Λευκά και λεία άρχισαν να κυλάνε στο καλογυαλισμένο παρκέ το καθένα σε διαφορετική τροχιά. 

Είχαν ξεφύγει από την χάρτινη συσκευασία τους. Της φάνηκαν σαν μικροί πλανήτες που κινούνται ωθούμενοι από κάποιον άγνωστο νόμο. Ένοιωσε μια παράξενη ηρεμία μπροστά σ‘ αυτή την εικόνα. Αναρωτήθηκε για λίγο ποια ήταν η δική της τροχιά και μ’ αυτή την απορία σαν ν’ αποκοιμήθηκε. Έτσι όπως ήταν με τα χέρια ανοιχτά και ακουμπισμένα στα πλαϊνά στηρίγματα του καναπέ και τα πόδια κρεμασμένα να ακουμπούν στο πάτωμα χωρίς κανένα σκοπό.

 Όταν άνοιξε η πόρτα αργότερα και μπήκε ο Στέφανος έκπληκτος με το θέαμα της φώναξε ανήσυχος:’ ‘ – Λίνα, τι συμβαίνει;’’

 Έτσι την αποκαλούσε και όχι Ευαγγελία σε εξαιρετικές στιγμές.

 Ένοιωσε τότε σα να μπήκε ένας φρέσκος αέρας στο δωμάτιο, ένας αέρας που κουβαλούσε μια υπόσχεση και ανάσανε με ανακούφιση.