Anti-Fascist Poem by Dave Rendle

I am not a silent poet

Dedicated to Heather Heyer R.I.P
..
There should be no platform
For bigoted people with fascist views,
It’s time to block and remove the space
That promotes superiority of white race,
Alt right equals Nazi, it’s as simple as this
Provoking Nazi salutes, spreading hate.
..
Yesterday Heather Heyer was murdered
In Charlottesville, USA, this occurred,
during an anti fascist demonstration
By stagnated forces of negation,
Enough is enough people cry
We do not forget, we do not forgive!

Fascism does not arrive as a friend
Already using the language of persecution,
Daily threatening minorities and the vulnerable
Spreading message of repugnance and hate,
Harassing, prejudiced and spreading fear.
They will never be given a welcome here.
..
40 years ago the fascists were beaten
At the battle of Lewisham,
Intolerance was not accepted
Today we must face them again,
Standing together, proud and strong
We will resist, they…

View original post 3 more words

There Is No Place In Virginia by Phibby Venable

I am not a silent poet

There is no place in Virginia to dance –
my hair is too dark, my eyes too brown,
and I am a loose woman spilling
independent thoughts on sacred ground
I am uneasily free and footloose,
but when I dance I feel the breath
of rage roaring through dangerous engines
I am nervous and tense in movement,
and dread saying I am afraid
How can I dance when the music beats
in such a way, and my feet dodge bullets
and blood, until I try to hide in mountains
of purple majesty from the crazed crosses
that have nothing to do with Christ,
and everything to do with man made placards
on who and what to hate

..

virginia

View original post

Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

Κάναμε αναπνοές
Βουτιά στο νερό
Κατακόρυφα
Έχει διάρκεια η άπνοια
Είναι ύπουλη
Νομίζεις πως μπορείς ν’ αντέξεις
Τα πάντα
Αναερόβια αγάπη
Σε δίσεκτο κυματισμό
Όλα βυθός από κάτω
Κι όταν βγεις στο χείλος
Του νερού
Θα ξεχάσεις
Και θα θες να κολυμπήσεις
Ανάσκελα
Να βλέπεις ήλιο
Να καίγεσαι
Και μ’ άλλο τρόπο
Και πάλι ν’ ακούς τον απόηχο
Μιας βραχύβιας αγάπης
Ένα αμφίβιο κάλεσμα
Μια στη στεριά ν’ ανοιγοκλείνεις
Το στόμα, να λες-
Μια στο βυθό
Ν’ ανοιγοκλείνεις τη μύτη
Να ξεβράζονται εικόνες
Όπως σαπίζουν οι μπουρμπουλήθρες
Και να χεις τεράστια μάτια
Σαν ψάρι
Τα κοάσματα να μακραίνουν
Σαν φύκια
Χωρίς αντίλαλο
Κανείς δεν ακούει
Την παύση
Βόστρυχοι λες οι δεσμοί
Λέξεων
Καθόλου δεν κατάλαβες πως
Είσαι
Ενυδρείο
Κι όχι σε θάλασσα;

***

ΣΩΘΗΚΑΜΕ;

Δεν τελείωσε ακόμη η χαρά για το τώρα που φτιάχνω
Ούτε η ζάχαρη από τον καφέ σώθηκε ακόμη
Ούτε μου τελείωσε η ποίηση που τόσο φοβόμουνα
Ούτε καν το βιβλίο που διαβάζει το κομοδίνο τα βράδια
Δεν τελείωσε και η δική σου εποχή που ναι πάντα
τόσο φθινόπωρο
Ούτε εσύ σώθηκες ακόμα,
Ούτε εγώ σώθηκα από σένα, αν και προσπάθησα
Άκουγα ένα παλιό τραγούδι που κόμπιασε
σε ένα σημείο κι έλεγε
«Δύσκολα τελειώνω με ότι αγαπώ»
Και δεν πειράζει που δεν με φωνάζουνε Λίνα

Βασίλης Καραβίτης (1934-2016), Πέντε ποιήματα

Η ΕΛΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΑΙΩΝΙΟ ΠΟΥ ΣΥΓΚΡΑΤΕΙ

Άσημο καταφύγιο της φθοράς
Ξέχασε όλα τα δόγματα της συμμετρίας
Κι αισθητικά αδιάφορη αποδέχτηκε
Να κρύβει συνέχεια το αληθινό της πρόσωπο
Μες σε κατάξερους κορμούς κι επίφοβες κουφάλες.
Έτσι θυσιάζοντας για πάντα την ομορφιά
Ξεγελάει ακόμα τον παντεπόπτη χρόνο
Κερδίζοντας μια λαθραία αιωνιότητα
Που η επαίσχυντη ζωή αρνείται να προσφέρει.
Τώρα μεσ’ από τόση διάρκεια σίγουρη
Μπορεί και γίνεται χωρίς να το ξέρει
Ταπεινά χρήσιμη,
Σαν τη σκεβρωμένη μάνα
Που οι ρίζες της απλώνουν και κρατάνε
Όσο περισσότερο παλιώνει.

***

ΠΑΙΔΙ-ΜΗΤΕΡΑ Ή ΚΑΠΟΙΕΣ ΜΕΤΑΛΛΑΓΕΣ ΠΟΥ ΑΠΩΘΟΥΜΕ

Θεέ μου το βλέπω καθαρά,
Πάλι ξεπέφτει στην φρικτή ανάγκη μου,
Κι ας μη ξεχύνει όπως παλιά επάνω μου
Τ’ ατέλειωτο νερό της μητρικής στοργής
(Βαθύ μυστήριο κι αρχή ζωής
Που από κανάλι σάμπως μέσα της
Ξεκίναγε ν’ αναλωθεί για να διαρκέσει.)
Όμως το βλέπω κι είναι αβάσταχτο
Πάλι να πέφτει στην φτηνή ανάγκη μου
Την ώρα που σκληρά επιτέλους απελεύθερη
Απ’ την σκλαβιά την στείρα της μητρότητας
Μοιάζει ξανά αρχέτυπο παιδιού
Ενώ εγώ, γελοίο φάντασμα πατέρα,
Με αγριάδα την μαλώνω που ατακτεί
Σχεδόν παγώνω τις χαρές της με σιωπή
Κι όταν τραβήξει το παιχνίδι πιο πολύ
Φωνάζω πανικόβλητος:

Με ξέχασες, Μητέρα.

***

ΦΡΕΣΚΑ ΠΡΩΙΝΑ ΣΥΚΑ

Γενικά δεν συμφέρει να ζεις.
Elia Pennamen

Κάτω απ’ το μαλακό, πράσινο δέρμα τους
Ξαφνικά ανήσυχο και παθητικό
Το παλιό τραύμα της ζωής
Που δεν κλείνει ποτέ.
Ή ανεστραμμένη στον κρύο ουρανό
Η ανοιχτή, ευαίσθητη ψίχα της
Σα να αιμορραγεί χωρίς ελπίδα
Λίγο πριν την καταβροχθίσουν βιαστικά
Οι πρωινοί, δυσκοίλιοι επίγονοι.

***

ΤΟ ΚΕΝΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΟΙΚΕΙΟ

Το σπίτι, ο κήπος, η πόλη:
Πόσο στριμώχτηκα σ’ αυτούς
Τους διάσημους τόπους του κόσμου
Μέχρι να μάθω να χωράω ολόκληρος
Στο μετρημένο σύμπαν της καρέκλας μου.
Κάθομαι τώρα ακίνητος κι ακούω προσεχτικά
Μια σιωπή που έρχεται από μακριά
Ενώ η σκιά μου αόρατη
Νυστάζει και αδιαφορεί.
Κι όλο θυμάμαι σταθερά πως έζησα πολύ
Διακριτικά νεκρός και αεικίνητος
Στο φως μιας σύντομης ημέρας προ πολλού χαμένης
Σαν την ανταύγεια της ιδέας μιας ανάστασης
Που δεν με ζέστανε αρκετά για να τη νοσταλγήσω.

*Από το “Ζω με τιυς φίλους και τις λέξεις (1977-1981).

***

ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ

Βιαστικά κι αστόχαστα
στριμώξαμε τη ζωή
στο μικρό μας
παραμορφωτικό καθρέφτη.

Ισόβια κι ατάραχη
μας καθρεφτίζει τώρα,
σχεδόν μας δικαιώνει
η χαλασμένη της εικόνα.

*Από “Το αγαθό σκοτάδι” (1997).

**Από τον Αναγνώστη στο http://www.oanagnostis.gr

Τ. Κ. Παπατσώνης, Σοφία

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Σοφία

Εφθάσαμε έτσι λίγο λίγο στη γυμνότητα,
ένα ένα αποδοθήκαμε τα περίφημα προβλήματα,
τα πολύχρωμα, τα βύσσινα, τα πορφυρά των γοητειών,
και μόνον τώρα, μολονότι κάποιος φόβος κι από πριν,
κάποιο προμήνυμα, μας έλεγαν τι μας προσμένει,
όμως, μονάχα τώρα, οι γυμνωμένοι
είδαμεν, ότι χους εσμέν. Άθλιας επίγνωση
σοφίας. Ένδεια σημερινή. Βραδύνοια της χθες.
Δουλειά μας τώρα να την αναγάγομε σε θρίαμβο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Εκλογή Β’ (1962) του Τάκη Παπατσώνη

View original post

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος, Τρία ποιήματα

ΑΣΜΑ ΠΡΕΠΟΝ

Μιλάτε τώρα
για το αθώο αίμα, που ωστόσο,
όταν έπρεπε,
δεν του δώσατε μεγάλη σημασία
και το ξοδέψατε σαν γνήσιοι χουβαρντάδες.

Θέλατε ήρωες να έχετε στην καβάντζα
τροφή για τη συνέχεια του μίσους,
δεν καταλάβατε πως
για όλους μας ανοίγεται
ο ίδιος τάφος.

Τα λέω αυτά
και με πλακώνει μια λύπη
γιατί σεις δεν αφήνετε το μαχαίρι
σε ησυχία.

“Δεν με νογάτε όπου σας ομιλώ”
και το γνωρίζω. Κανέναν δεν νογάτε εξόν
από εκείνον που χαϊδεύει
τ’ αυτιά σας με λόγια, που θέλετε ν’ ακούσετε.

Εγώ δεν ήμουνα γι’ αυτά
“πήγα μακρύτερα από την παντοχή μου”,
είπα άλλους λόγους,
όπου έφεραν τρομάρα
και με κόψατε
από τότε,
μαρτύρησα της μάνας μου το γάλα
κράτησα όμως με επιμονή
αυτό το μετερίζι.

***

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΑΣ ΑΚΟΥΩ ΠΙΑ

Και τι να την κάνω τώρα την “αγάπη” σας
που μ’ έπνιξε και δεν με άφησε
μιαν ανάσα να πάρω στη ζωή;
τα μεγάλα λόγια, οπού ομολογείτε
καθώς με της ζωής σας τα καθέκαστα
θέλετε να μπολιάσετε τις γενιές
που έρχονται.

Όχι! Δεν θέλω να σας ακούω πια.
Δεν σας πιστεύω!
Γιατί εγώ
ποτές δεν ήθελα,
να ενοχλώ την ησυχία σας.
Πάσχιζα να ΄βρω μιαν αγκαλιά συντροφική,
ένα λιμάνι. Μαζί σας, για τον ίδιο τον Σκοπό
τις νύχτες να βγαίνω στο καρτέρι.

Σεις είπατε στα σιγανά πως
“αγγελιαφόρος της Αρχής” θα γίνω.
Ύστερα όμως,
δεν με δώσατε τις λέξεις
και σαν τυφλός επήγαινα
όταν εσείς ζητούσατε δηλώσεις
για την Υπόθεση.

Έτσι,
αφού δεν με εμπιστευθήκατε τις λέξεις
τι αγγελιαφόρος θάλατε να γίνω;

***

ΜΑΥΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΝΙ

Δεν δέχεται το γέλιο αυτός ο ουρανός
και απαντά με μαύρο χιόνι.

Οι φλαμουριές, στην αλέα παγωμένες
και οι λέξεις τρέμοντας μέσα στη νοτισμένη ανάσα σου
προσπαθούν να κρατηθούν ζωντανές,
να κρατηθούν μέσα στης αγάπης την ζεστή αγκαλιά.

Μιλώ πολύ.
Μιλώ πολύ και γρήγορα
και μόνο κάτω απ’ τον ίσκιο των λέξεων
βρίσκει το γέλιο μου απάγκιο
ένα μεσημέρι
στην οδό Ασημένιου Μαχαιριού καθώς
γυρίζω χωρίς εσένα,
με την πίκρα αγκαλιά στο σπίτι και
οι μικροί αλήτες
με τραβούν από το μανίκι
γυρεύοντας επιτακτικά μια δεκάρα,
μια τσίχλα ή ένα τσιγάρο
κι έτσι, δεν βλέπω τη χαρά
που περνά μονάχη,
από τον άλλο δρόμο.

*Από τη συλλογή “Το Φράγμα της Μνήμης”, εκδόσεις ΄”Οροπέδιο”, Ιούνιος 2017.

Γιώργος Θέμελης, Σε ποια θάλασσα

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ναζίμ Χικμέτ & Μάνος Λοΐζος, Η πιο όμορφη θάλασσα
(απόδοση στα Ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος, τραγούδι: Μάνος Λοΐζος / δίσκος: Γράμματα στην αγαπημένη (1983))

[Ενότητα Στα ίχνη των πουλιών]

Σε ποια θάλασσα

Σε ποια θάλασσα
Ποιος ουρανός
Σ’ έχει φιλήσει

Τα μαλλιά σου τρυπούν
Την καρδιά του ανέμου
Σαν τα δέντρα και σαν τα ταξίδια

Το χέρι σου χαμόγελο
Φωνή σαν του νερού
Σαν κοριτσιού κάτασπρη ντάλια

Όπου κι αν κοιτάξεις
Προβάλλει το πρόσωπό σου
Κατεβαίνει το βλέμμα σου
Από χίλια
Λουλούδια

Κοίταξε κάλλιο τον ίσκιο που πέφτει
Τον καβαλάρη της βροχής
Το χαμογέλιο του καλού
Θεού

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

View original post