Δημήτρης Βούλγαρης, Δύο ποιήματα

1.
Θα δανειστώ ένα ποδήλατο φερμένο
από τις μέρες της παιδικότητας.
Ένα κειμήλιο
της εποχής όπου τα όνειρα
δεν είχαν αλυσίδες και στηρίγματα.
Καθώς οι κινήσεις προβλήθηκαν αέρινες.
Χωρίς βοηθητικές ρόδες
κι αλλόκοτες χειραψίες συντροφικότητας.

Τις μέρες που η αγάπη
παρέμενε ανοιχτή θάλασσα
και κυλούσε ειλικρινώς
βαπτίζοντας το τοπίο.

Τα χέρια ήταν ξεσκέπαστα
και τα στοιχήματα
σαν αθώα παιχνίδια,
είχαν μοναδικό σκοπό
την ανέγερση της ευτυχίας.
Την ολοκλήρωση των προσώπων.
Ο πόλεμος κρατούσε δευτερόλεπτα
μόνο για να θυμίσει
πως τα αποσπάσματα των ματιών
κρύβουν ζωή.
Όταν το σώμα της πραγματικότητας
ξεφτίσει οριστικά
ο Κόσμος θα θυμηθεί.

Και θα επιστρέφει.

2.
Πνιγήκαμε
μέσα στα μάτια των άλλων.

Έμειναν μόνο οι σκιές
να φυλακίζουν στα χέρια τους
όλες τις καρφίτσες του Κόσμου.
Όλα τα σημάδια
μιας προβληματικής γέννας
που άλλαξε τη ροή της ιστορίας.

Ο καιρός θάφτηκε.
Εξαπατήθηκε.
Η καθαρότητα της άμμου ενηλικιώθηκε
με σκοπό να αποτύχει.
Να θολώσει τα δεδομένα.
Να αποτελειώσει τους εναπομείναντες τραυματίες.

Η επαφή συρρικνώνεται.
Αδρανοποιείται.
Εγκλωβίζεται στον προθάλαμο της ζωής.

Όλα καταλήγουν σε ένα συνεχόμενο αντίο.

*Από τη συλλογή “Ερασιτέχνες εμπρηστές”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2017.

Etheridge Knight, Η ιδέα της καταγωγής

Κολλημένες στο τοίχο του κελιού μου 47 φωτογραφίες: 47 μαύρα πρόσωπα: ο πατέρας μου, η μητέρα μου, η γιαγιά μου (η 1 νεκρή), οι παππούδες μου (κι οι δυο νεκροί), τα αδέρφια μου, οι αδερφές μου, οι θείοι μου, οι θείες μου, τα ξαδέρφια μου (Ια και 2α), οι
ανιψιές μου, οι ανιψιοί μου.
Ατενίζουν
το χώρο γύρω τους, κι εμένα ξαπλωμένο στην κουκέτα μου.
Ξέρω τα σκοτεινά μάτια τους, ξέρουν τα δικά μου. Ξέρω το στυλ τους, ξέρουν το δικό μου. Είμαι όλοι τους μαζί, κι αυτοί είναι όλοι τους εγώ. Είναι αγρότες, είμαι κλέφτης, είμαι εγώ,
είναι εσύ.
Κατά καιρούς ήμουν ερωτευμένος με τη μητέρα μου, τη ίη μου γιαγιά, τις 2 αδερφές μου, τις 2 θείες μου (η μια πήγε στο άσυλο), τις 5 ξα-δέρφες μου. Τώρα είμαι ερωτευμένος με μια 7χρονη ανιψιά μου (μου στέλνει γράμματα σε μεγάλες μαύρες λιθογραφίες, και η φωτογραφία της είναι η
μόνη που μου χαμογελά)
Έχω το ίδιο όνομα, με τον 1 παππού μου, τους 3 ξάδερφους μου, τους 3 ανιψιούς μου,
τον 1 μου θείο.
0 θείος μου εξαφανίστηκε στα 15, απλά έφυγε και πήρε ένα τρένο φορτηγό (έτσι λένε).
Τον συζητάνε κάθε χρόνο όταν βρίσκεται όλη η οικογένεια, προκαλεί ανησυχία στο σόι, είναι ένας κενός χώρος.
Η μητέρα του πατέρα μου. που είναι 93 και που κρατά την Βίβλο της Οικογένειας, με τις ημερομηνίες γέννησης όλων (και των θανάτων όλων) πάντα τον αναφέρει. Δεν υπάρχει θέση στη Βίβλο της για “Άγνωστη Τοποθεσία”

*Από το βιβλίο “Blues + Spoken Word Σημειώσεις για τη δύναμη των λέξεων στη μαύρη κουλτούρα”, έκδοση antifa Live, Αθήνα 2014. Μετάφραση: Α.Μ.

Λένα Παππά, Στιγμιότυπο

Κάθησε ἐκεῖ πρόσεχε μή χύσεις τό γάλα σου.

Μαμά γιατί τό γάλα εἶναι ἄσπρο
πότε θά μοῦ πάρεις ἕνα ποδήλατο
ποῦ πάει ὁ ἥλιος ὅταν δύσει
ποιός ἀνάβει τά ἄστρα
πεθαίνουν οἱ κοῦκλες;

Τί θά πεῖ φωτόνια
ὑπάρχει στ’ἀλήθεια ἡ φεγγαρόλουστη
τί εἶναι τά χάπια τῆς εὐτυχίας
ποῦ εἶναι τό τόπι μου
ποιός ἔμαθε τά πουλιά νά τραγουδοῦν
πότε παντρεύονται τά μερμήγκια
γιατί μετά τό καλοκαίρι ἔρχεται ὁ χειμώνας
τί θά πεῖ κρίσιμη ἡλικία
ποιός γέννησε τό Θεό
γιατί πεθαίνουμε
μιλᾶνε τά ψάρια;
Γιατί ἡ Κοκκινοσκουφίτσα πῆγε στό δάσος
ἀφοῦ ἤξερε πώς ἦταν ἐκεῖ ὁ λύκος
τί θά πεῖ βόμβα μεγατόννων
γερνᾶνε οἱ ἄγγελοι;
Γιατί νά μήν έχουμε καί μεῖς φτερά
πῶς γίνεται ἡ πλύση ἐγκεφάλου
τί χρειάζονται οἱ μῦγες
θά μέ ξεχάσεις ὅταν πεθάνεις;

Πότε θά πᾶμε ταξίδι στό φεγγάρι
σ’ ἀρέσουν τά ροδάκινα
ποῦ βρίσκεται τό ἀθάνατο νερό

Γιατί ἔκανες «ἄχ»
κάθε πότε γίνονται οἱ πόλεμοι
τίς φοβᾶσαι τίς κατσαρίδες
οἱ κουτοί πᾶνε στόν Παράδεισο
ποῦ εἶναι ὁ Παράδεισος
– γιατί δεν μοῦ ἀπαντᾶς;

Μαμά ὅταν μιλάει κανείς πολύ
τελειώνει κάποτε ἡ φωνή του;

*Από τη συλλογή “Σκοτεινός θάλαμος”, Άπαντα Α’ τομ.

“Η λογική οφείλει να ελέγχει το συναίσθημα, να λειτουργεί σα φίλτρο” – Συνέντευξη Ιωάννας Διαμαντοπούλου

Ρωτάει ο Δημήτρης Μπονόβας

Μπορεί μία μαθηματικός να γράψει ποίηση; Ένα αναλυτικό, υπολογιστικό μυαλό, να ασχοληθεί με την τέχνη; Ένα άτομο που έχει περάσει όλη του τη ζωή μέσα σε πράξεις και αριθμούς, να σκεφθεί ελεύθερα, αφαιρετικά και να ακουμπήσει το στυλό στο χαρτί για να ξεκινήσει ένα ταξίδι στους μακρινούς λαβυρίνθους που μπορεί να κρύβει το ανεξήγητο της ποίησης; Κι όμως, μπορεί. Και πολύ εύκολα μάλιστα. Και με μεγάλη επιτυχία.

Ένα τέτοιο άτομο φιλοξενώ σήμερα στη στήλη μου. Μία μαθηματικό η οποία παράτησε για λίγο τη λογική της επιστήμης της για να μας προσφέρει απλόχερα το συναίσθημα που φώλιαζε μέσα της. Και το έκανε με πολύ ωραίο τρόπο στην ποιητική της συλλογή “Στο τέλος μιας προσημειωμένης μέρας”.

Σας παρουσιάζω λοιπόν, την Ιωάννα Διαμαντοπούλου!

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Τι είναι εκείνο που σε ωθεί να γράφεις;
Ι.Δ.: Μα η επιθυμία να ντύσω ένα συναίσθημα και να το απευθύνω, να το βγάλω στον κόσμο έξω. Είναι μια προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού αφ’ ενός, αυτοκαταγραφής και αφ’ ετέρου κίνησης από το εγώ προς το εσύ, απεγκλωβισμός δηλαδή συναισθημάτων, αναζήτησης κοινωνών σκέψεων.

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για εσένα να καταφέρεις να “εκφράσεις” τη σκέψη σου πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί;
Ι.Δ.: Δεν μπορώ να μιλήσω για ευκολία ή δυσκολία ποιητικής έκφρασης. Πιστεύω ότι η ποίηση δεν κατασκευάζεται, γυμνό αναβλύζον συναίσθημα είναι που βγαίνει προς άγραν λέξεων. Θέλω να πω ότι είναι προϊόν εσωτερικής ανάγκης, άρα βγαίνει αβίαστα. Δεν είμαι της άποψης ότι η ποίηση κατασκευάζεται υπό κανονικές συνθήκες και σε πειθαρχία γραφείου.

Ποιες οι επιρροές σου;
Ι.Δ.: Επιρροές είναι όλα όσα συναντήσαμε, διαβάσαμε, αγαπήσαμε, όσα μας πόνεσαν, όσα μας δίδαξαν, όσα δε θελήσαμε να μάθουμε ακόμα κι αν μας πόνεσαν, είναι επιρροές, διαμορφώνουν άποψη ζωής, ματιάς για τον κόσμο. Ποιητές αγαπημένοι πολλοί και διαφορετικού ύφους. Καβάφης, Σινόπουλος, Μαρκόπουλος, Τόμας Μπρας, Ρίλκε, Πέτερ Χάντκε, Έζρα Πάουντ, Γιόζεφ Ροτ. Ο τελευταίος, αν και μη ποιητής, είχε μια ποιητική ματιά ακόμα και στην αλληλογραφία του με τον Τσβάιχ. Και βεβαίως ΕΛΙΟΤ.

Ποια θεματολογία κρατεί τον κυρίαρχο ρόλο στα έργα σου; Συναίσθημα ή λογική και γιατί;
Ι.Δ.: Με έχει πολύ απασχολήσει ποιος μεταξύ αυτών των δύο συνεταίρων πρέπει να έχει την πρωτοκαθεδρία.
Πιστεύω στη σωστή ανάμειξη. Η λογική οφείλει να ελέγχει το συναίσθημα, να λειτουργεί σα φίλτρο. Ακατέργαστο συναίσθημα δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο, δεν είναι προσωποπαγές, για μένα σχεδόν άνευ αξίας.
Τα θέματά μου είναι τα αιώνια θέματα του ανθρώπου: ο πόνος, η απώλεια όχι μόνο μέσω θανάτου, ο φόβος… Όλα αυτά που είναι αρνητικά και ευχαρίστως θα θέλαμε να τα κλείσουμε έξω από την πόρτα μας.
Εγώ, και φυσικά όχι μόνο εγώ, αλλά τώρα μιλάω για μένα, εγώ τα βάζω μέσα, τους επιτρέπω τη δίοδο.
Όταν γνωρίσεις το φόβο, δεν τον φοβάσαι πια.

Πες μας λίγα λόγια για την ποιητική σου συλλογή, “Στο τέλος μιας προσημειωμένης μέρας”. Πώς γεννήθηκε η ιδέα, ο τίτλος, τα ποιήματα;
Ι.Δ.: Ό,τι έχω να πω είναι αποτέλεσμα του τρόπου λειτουργίας που περιέγραψα ανωτέρω, πολλές φορές σηκώθηκα μέσα στη νύχτα να καταγράψω δυο λέξεις, κάποιες παρατηρήσεις, ένα κομμάτι από όνειρο. Το βιβλίο ξεκινάει με ένα ποίημα , ειρωνεία βασικά, θέλοντας ακριβώς να προϊδεάσει για το αντίθετο. Τα ανθρώπινα πάθη παραμένουν τα ίδια και οι λέξεις, πάντα με τα ίδια στιλέτα, τα παραμονεύουν. Τα ποιήματα δεν έχουν να κάνουν με προσωπικά βιώματα και μόνον. Θα ήταν πληκτικό και εγωκεντρικό.
Αποτέλεσμα παρατηρήσεων στο δρόμο, κλεφτές ματιές στη ζωή των άλλων αλλά και η αίσθηση της φύσης που πλησιάζει τον άνθρωπο όσο κι αυτός να απομακρύνεται απ’ αυτήν, με συγκινούν αφάνταστα. Είναι εικόνες ζωής, τρυφερές, πονεμένες, αξιόλογες και σου προσφέρονται. Αν τις θέλεις.
Όσον αφορά τον τίτλο “ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΜΕΝΗΣ ΜΕΡΑΣ”, η μέρα αποφασίζει τι θα δω, τι θα ακούσω, σε τι θα συμμεθέξω. Είναι σαν στημένο παιχνίδι. Δεν παίζεις όμως με τον χρόνο για να κερδίσεις. Για το παιχνίδι γίνεται όλη η δουλειά. Και αν το καταλάβεις αυτό, φεύγεις με αυτό σαν κέρδος από ένα στημένο παιχνίδι.

Οι προηγούμενές σου δουλειές;
Ι.Δ.: Οι προηγούμενές μου δουλειές ήταν τέσσερις συλλογές αρχικά με μεγάλες αποστάσεις. Αυτό οφειλόταν γιατί ήμουν όμηρος του διλήμματος “να σιωπήσω ή να μιλήσω” για πολλά χρόνια, αποφασίζοντας τελικά τη σιωπή. Οι συλλογές είναι: ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΣΤΕΡΝΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΓΙΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΕΣ ΩΡΕΣ, ΑΣΤΕΓΗ ΜΕΡΑ – Μελάνι 2014 – ΣΤΡΑΤΟΣ ΞΥΠΟΛΗΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ – Βακχικόν 2018 – και ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΜΕΝΗΣ ΜΕΡΑΣ – Βακχικόν 2019.
Τον Απρίλιο θα κυκλοφορήσει επίσης ένα μονόπρακτό μου από το Βακχικόν.

Ποιητής/τρια γεννιέσαι ή γίνεσαι;
Ι.Δ.: Συγγραφέας γίνεσαι ίσως, ποιητής δεν γίνεσαι. Είμαι κάθετη σε αυτό.

Αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι -στον τομέα της λογοτεχνίας- τι θα ήταν αυτό;
Ι.Δ.: Δεν μπορώ να αλλάξω κάτι στον τομέα της λογοτεχνίας και σε κανέναν τομέα γενικώς, γι’ αυτό και δεν απασχολούμαι με παρόμοιες σκέψεις.
Προϋπόθεση για να αλλάξεις κάποιον ή κάτι είναι το να υπάρχουν όντα ευήκοα. Ζούμε σε μία εποχή που με την υποστήριξη των μίντια ο άνθρωπος μιλάει τόσο πολύ εις βάρος της σοβαρότητας και ακούει τόσο λίγο. Ακούγοντας, μαθαίνεις όμως. Όταν τριγυρνάς όλη την ημέρα γύρω από την ουρά σου και φωτογραφίζεις ακόμα και τον καφέ που πίνεις για την ενημέρωση των διαδικτυακών σου φίλων, τότε σου διέφυγε και η πραγματικότητα και το όνειρο.
Όλοι λοιπόν θεωρούν ότι έχουν κάτι να πουν. Οπότε εγώ τους αφήνω. Λέω από μέσα μου το Καβαφικό “τη εξαιρέσει εμού” και μιλάω μόνον όταν μου ζητηθεί. Όπως τώρα.

Όλο και νέοι επίδοξοι καλλιτέχνες εμφανίζονται στον ορίζοντα. Αν έπρεπε να τους δώσεις μια συμβουλή, ποια θα ήταν;
Ι.Δ.: Συμβουλές προς νεώτερους και όχι μόνον. Κανονικά μόνο μία. Σεμνότητα. Κανένας δεν κατοικεί μόνος του στον πλανήτη. Κανένας δεν είναι ανεπανάληπτος. Να ασκούμεθα στο να βλέπουμε τις πραγματικές μας διαστάσεις και να μη μας ξεγελούν μαγικοί καθρέφτες.

Τι να περιμένουμε από εσένα στο μέλλον;
Ι.Δ.: Αρχικά το μονόπρακτο, επίσης μια σειρά μεταφράσεων Γερμανών ποιητών για το Βακχικόν, επίσης ποιήματά μου γεννιούνται, ζουν, πεθαίνουν, ετοιμάζονται, περιμένουν καρτερικά στα εξωμαθηματικά μου συρτάρια.

Ιωάννα, σε ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο που μας διέθεσες και σου ευχόμαστε ολόψυχα κάθε επιτυχία στο έργο σου!!!
Ι.Δ.: Ευχαριστώ πολύ, Δημήτρη Μπονόβα!
Ελπίζω να μη μακρηγόρησα.

Επεξεργασία εικόνας: Παναγιώτα Γκουτζουρέλα

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.thematofylakes.gr/synentefksi-iwanna-diamantopoulou/?fbclid=IwAR0JJtne_k_W04QJ75fJSl4UxTVkbxdXoMbPs81TF0nyQyiroqWFYf1fYgU

Ένα κομμάτι ύφασμα μόνο | Σταυρούλα Α. Γάτσου

Φτερά Χήνας

All-focus

Σχεδίασμα επάνω σε ένα φιλί

(ήταν ωραίο εκείνο το φιλί)

Ήταν ωραίο εκείνο το φιλί
Βραχώδεις αποστάσεις περιπετειώδεις, γυμνές
Φιλί. Βαθύ.
Θαρρείς η γλώσσα άγγιξε τον ομφαλό της γής.
Ωραίο φιλί.

Χωρίς υπόσχεση, αγωνία
Χωρίς προσμονή
Κι ας ήθελε να διαρκέσει πιο πολύ.

Να ’τανε κι άλλα
Να ’τανε χρόνος
Να ’τανε νύχτα
θάλασσα, ερημιά…

Ήταν ωραίο εκείνο το φιλί.
Που αδιάκοπα ρωτάει:
«Να σε φιλήσω πάλι;»

View original post 104 more words

Χρίστος Κασσιανής, Για τον Αφούση της Κάσου

Μες στου Αφούση την σπηλιά
που ήλιο δεν αφήνει
γυρίζει μια λαβωματιά που ροδοκοκκινίζει
και του Αφούση την καρδιά
όλο την τραυματίζει

Λαλεί ο πετροκόρακας
κατάμαυρος σαν πίσσα
κι απάνω του ξεπλένεται
γλοιώδικα μια λύσσα

Κι εσύ,Αφούση μας καλέ,
τα νιώθεις κι όλο λιώνεις
φορείς ένα χαμόγελο
που την αυγή ανθίζει
μέχρι το απομεσήμερο
που ξαφνικά λυγίζει

Συ,παλαρέ κι ασπρόμαυρε
απ’την σπηλιά σαν βγαίνεις
στήνεις χορό πολύστροφο
χορό αλλοπαρμένο

Μα καπετάνος είσαι συ
στο ξάρμενο καράβι
με το κουπί στην κουπαστή
γυρεύεις ένα ναύτη
ψάχνεις μια δω, ψάχνεις μια κει
δεν βρίσκεις μήτε πελελό
μήτε και απελάτη

Ιούλιος 2019

*Πελελός=τρελός//απελάτης=γενναίος,παλαρός=τρελός//κοινωνικά=βλαμμένος

Nanos Valaoritis (1921-2019), Vincent Magoc

In these days of liner fat
Do you eat smog DO YOU
Exterminate the grip
Of fire festivals
Watered by auditions
Sculptured noise
Fizzes white thighs
Interior views
Salt the earth
Astonish
A piece of ham;
Mondays belong to Tuesdays
And the other world belongs
To this one
At five o’clock in the afternoon
Only

*From “Flash Bloom”, Wire Press, San Fransisco, 1980.