Φιλαρέτη Βυζαντίου, Τετριμμένες επαναστάσεις

Ο ορίζοντας πάντα χαμηλών προσδοκιών
Τα έλατα μαχαίρια
που δεν καρφώνονται ποτέ
στο στήθος του ουρανού
Τα χέρια μου φορούν ακόμη
τα κίτρινα φθινόπωρα των αναζητήσεων
‘Εχω και μια επανάσταση σε εξέλιξη
αλλά βαριέμαι να τη συνεχίσω

Η φωνή του κοτσυφιού
Η ψαλμουδιά του ορθρινού σήμαντρου
κι εκείνο το χελιδόνι το αναποφάσιστο ορίζουν τα βήματά μου

Στην παραλία η αμμουδιά τρώει τα πόδια μου
Πάντα αδηφάγο την ήξερα κι όμως της τα έδωσα
Ίσως βγάλω φτερά αν τελικά τα χάσω

Άλλωστε ο κόσμος τί θα ήταν
δίχως κάποιες ψυχές ανάπηρες
που τόλμησαν να πετάξουν με θράσος
θάβοντας τις προβλέψιμες τετριμμένες επαναστάσεις;

*Από τη συλλογή “Πυρ εσώτερον”, εκδόσεις Κύμα, 2018.

Μυρτώ Τάσιου, Χρυσόσκονη

Πατέρα
ήθελα να σου στείλω ένα γράμμα
μα δε σε πρόλαβα-
ήθελα να σου πω πως φύλαξα
όλα τ’ αποκόμματα που μου ‘γραφες.
Συμβουλές, μίσος, αγάπη, οργή.
Επειδή ήσουν ήρωας για μένα.
Κατάφερες τη ζωή σου να την κάνεις ταινίες
μου ’λεγες: Άμα πεθάνω εγώ, να δούμε τι θα κάνεις.
Ο μοναδικός ινδιάνος μέσα στους καουμπόι.
Εκείνος ο τελευταίος που κρατά γερά το τόξο του.
Υπήρχαν γύρω του ρουφιάνοι και γλείφτες, προδότες.
Επιλογή ζωής.
Ανησυχούσε για μένα, δεν ήθελε
να μένω στην Ελλάδα.
Η Ελλάδα για μένα αρρώστια, πληγή
αθεράπευτη. Α, πατέρα, το ξέρω πως δεν ήσουν
όπως οι άλλοι πατεράδες.
Ξυπνώ και κοιμάμαι κι ονειρεύομαι το κάτασπρο άλογό σου
το καβαλάς και πετάς μέσα στα σύννεφα.
Χρυσόσκονη ολόγυρά μου
με προστατεύεις με την αγάπη σου
διάφανη, κρυστάλλινη
η αγάπη είναι αγάπη, δεν έχει άλλο όνομα.

*Από τη συλλογή “Η Αλίκη δε μένει πια εδώ”, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014.

Κλείτος Κύρου, ένα ποίημα

15

Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου που καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα στα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν φημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτή τη γη

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δεν θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει\
Κάθε φορά στη θύμησή τους

*Από το συλλογικό «Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης». Εμείς πήραμε το ποίημα και την εικόνα της ανάρτησης από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2021/04/03/kleitos-kyrou/

Δημήτρης Δούκαρης, Με τις λέξεις της Πυθίας

Με τις λέξεις της Πυθίας ακολουθήσαμε
τη μια πράξη μετά την άλλη,
και μονάχα μία πράξη δε χωράει
λέξη διφορούμενη. Η τελευταία
που μας άφησε η Πυθία να τη μαντεύουμε
ολομόναχοι˙
τώρα που ζήσαμε ολομόναχοι,
αγαπήσαμε ολομόναχοι,
προδοθήκαμε
και μείναμε ολομόναχοι
ως αυτή την ακροθαλασσιά,
απέναντι
στο πέτρινο πρόσωπο
της σιωπής.

*Από τη συλλογή “Το πέτρινο πρόσωπο”, εκδ. Τομές 1979.

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Φώτο: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου

Η συνάντηση

Τη γλυκάδα όταν συνάντησε τη μυρωδιά της δεν αναγνώρισε
Μέσα στην τραχιά αγωνία, στους σκληροτράχηλους δρόμους των παγωμένων ψυχών

Τη γλυκάδα όταν συνάντησε,
απορία, έκπληξη, σύγχυση,
μην είναι μεταμφίεση, μασκαρεμένη χαρά, πλάνα ευτυχία

Φυσική σαν χάδι, απαλό αεράκι, άγγιγμα ζεστό.
Στη λήθη αιωρείται σαν πολύτιμο ορυκτό σε τόνους σκόνης,
σε βουνά απάθειας και υποκρισίας.

*

Κοντινή απόσταση

Στα όρια της λογικής, στις παρυφές της αντοχής
Κούραση, σύγχυση, απόσταση

Η ανάγκη εκεί, παρούσα μα ανήμπορη, δίχως έκφραση, δίχως λόγο, φιμωμένη μα

παρούσα, σου απλώνει το χέρι
Κούραση, σύγχυση, απόσταση

Ο άλλος πλάι σου, φωνή αχνή, παρουσία θολή,
στέκεται σαν πιστό σου είδωλο, αναμένει.
Το μαζί, το ξανά, το σύνολο.

Μαριάννα Πλιάκου, Πρωινή βροχή

Ας πούμε ότι βρέχει.
Ότι είναι Κυριακή, πρωί.
Ότι είμαστε δεκαεννιά,
κι αυτό θα πει
δεν έχουμε ιδέα πως είναι να στενεύει ο δρόμος,
μέχρι να μη χωράς.

Γεμάτη αυτοπεποίθηση εσύ,
θα περπατάς
πάνω από την πόλη,
απ’ την ομίχλη που άλειψε το δρόμο,
από το δέρμα μου που μαλακώνει όταν σε βλέπω
που έρχεσαι.

Ακόμα δε θα ξέρουμε
πως όλο αυτό που μοιάζει με αρχή,
θα το σκεπάσει η φθινοπωρινή υγρασία.
Στο ποίημα εδώ, αυτό δεν έχει σημασία.
Ούτε πως κάτι τόσο αλλιώτικο θα γίνουμε
απ’ ό,τι φανταστήκαμε.

Τώρα,
εδώ,
είμαστε μόνο
εσύ κι εγώ.
Και η υπόσχεση της πρωινής βροχής.

*Από τη συλλογή «2017», Εκδόσεις Κύφαντα, 2019. Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://beater.gr/proini-broxi-poem/?fbclid=IwAR2ld5spi69pOncsctFnyqEFDjMdXkJ3FmzwFEd0aBm9OT1XmDILtCGOhP8

Τσαρλς Μπουκόβσκι, Φιλική συμβουλή σε πολλούς νέους και σε πολλούς γέρους, επίσης

Πηγαίντε στο Θιβέτ.
Ανεβείτε σε καμήλα.
Διαβάστε τη βίβλο.
Βάψτε μπλε τα παπούτσια σας.
Αφήστε γενειάδα.
Γυρίστε τον κόσμο μ’ ένα χάρτινο κανό.
Γραφτείτε συνδρομητές στη “Saturday Evening Post”.
Να μασάτε μόνο από την αριστερή πλευρά τού στόματός σας.
Παντρευτείτε μια γυναίκα μ’ ένα πόδι και να ξυρίζεστε με ακονισμένη λεπίδα.
Χαράξτε τ’ όνομά σας στον πισινό της.

Να βουρτσίζετε τα δόντια σας με βενζίνη.
Να κοιμάστε όλη μέρα και να σκαρφαλώνετε σε δέντρα τη νύχτα.
Να γίνετε μοναχοί και να πίνετε buckshot και μπίρα.
Κρατείστε το κεφάλι σας κάτω από το νερό
και να παίζετε βιολί.
Χορέψτε το χορό της κοιλιάς μπροστά σε ροζ κεριά.
Σκοτώστε το σκυλί σας.
Κατεβείτε στις εκλογές για Δήμαρχοι.
Ζήστε σ’ ένα βαρέλι.
Κόψτε το χέρι σας με την κεφαλή ενός τσεκουριού.
Φυτέψτε τουλίπες μέσα στη βροχή.

Αλλά μη γράψετε άλλη ποίηση.

*Μετάφραση: Ρογήρος Δέξτερ.

Charles Bukowski, Friendly Advice To A Lot Of Young Men And A Lot Of Old Men, too

Go to Tibet.
Ride a camel.
Read the bible.
Paint your shoes blue.
Grow a beard.
Circle the world in a paper canoe.
Subscribe to the “Saturday Evening Post”.
Chew on the left side of your mouth only.
Marry a woman with one leg and shave with a strop razor.
And carve your name in her anus.

Brush your teeth with gasoline.
Sleep all day and climb trees at night.
Be a monk and drink buckshot and beer.
Hold your head under water and play a violin.
Do a belly dance before pink candles.
Kill your dog.
Run for Mayor.
Live in a barrel.
Break your hand with a hatchet head.
Plant tulips in the rain.

But don’t write any more poetry.

Jovan Hristic, Οι βάρβαροι

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους;
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

Κ.Π. Καβάφης

Επιτέλους, έφθασαν οι κήρυκες και είπαν: οι βάρβαροι έρχονται.
Στην πόλη ετοιμάζονται να τους υποδεχθούν:
Ενθουσιασμένοι οι νέοι ήδη φωνάζουν τα ονόματά τους και σπεύδουν να δοξολογήσουν νέους θεούς.
Δεν λένε οι ποιητές ότι οι βάρβαροι είναι μια κάποια λύση;

Τώρα γράφουν ποιήματα εγκωμιαστικά γι’ αυτούς και περιμένουν τη μέρα που θα τα διαβάζουν μεγαλόφωνα ενώ κατάπληκτοι οι βάρβαροι (κι ένοπλοι) θα χειροκροτούν και θα τ’ αποστηθίζουν.
Βλέπουν κιόλας τα ποιήματά τους με μεγάλα γράμματα γραμμένα
κι αναρτημένα στις προσόψεις των ναών,
απ’ όπου θα διώξουν τις εξασθενημένες θεότητες,
βλέπουν τις βιβλιοθήκες ολόγεμες με τα βιβλία τους,
απ’ τα οποία θ’αφαιρέσουν τις ιστορίες που σε κανένα πια τίποτε
δεν λένε.


Αλλά δεν γνωρίζουν οι ποιητές ότι πρώτοι αυτοί θα κρεμαστούν
στην αγορά,
μαζί με τους νέους που έτρεξαν για ν’ ανοίξουν τις πύλες και να μπάσουν στην πόλη εκείνους που με τόση επιθυμία τους
περίμεναν.
Γιατί οι βάρβαροι είναι βάρβαροι και δεν είναι καμία λύση.

*Μετάφραση: Νίκος Τσιτσιμελής.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Τρία ποιήματα

Ο χρόνος

Ένα σμήνος 

αδελφών  άστρων

βλέπει τη γέννησή μας

Ένα άλλο

κιόλας

μας πενθεί

*

Τελευταία

Ο θεός χαράζει

με το παιδικό του χεράκι

έναν κύκλο στον ουρανό

αθέλητη έλλειψη

σε τροχιά η σκέψη μου⸱

στη γη ένας φίλος

ματώνει την καρδιά μου

γεμίζω τη θάλασσα με 

κόκκινη αλκή

κι εκείνος μεγαλώνει απότομα

*

Το παράθυρο

Η σιωπή του αδειούχου

που ξεκουράζεται

δίπλα στο παράθυρο

Τα χέρια του καρτερικά πλεγμένα

ελευθερώνονται μόνο

για να ψηλαφίσουν 

το υγρό τζάμι

Ας μην έκανε καλές μέρες

Τα ταξίδια από το παράθυρο

χωρίς επιστροφή

Αναστάσιος Γκόγκος, Τέσσερα ποιήματα

Άτιτλο

Ήσουν μια βουκαμβίλια
έξω από ένα στριπ-κλαμπ της Ατλάντα

ένα κέντρο που επείγει
σ’ έναν ολόκληρο δικό τους κόσμο

Κι ας μην διδάχτηκα ποτέ
αυτή την απρόσωπη γεωγραφία των σωμάτων

μαζί είμαστε μια λαϊκή δημοκρατία
με την υπεροπλία του αληθινού

*

cacao de madre

κρεμασμένοι από τις βρύσες
το πρωί προσευχόμαστε
κάτω από τη σκιά των cacao de madre

το ποίημα
μιλάει για το παρόν
αλλά παραμένει προφυλαγμένο

*

Διαμέρισμα

Εδώ στο διαμέρισμα
δεν χωράνε φοίνικες
κι έτσι τους λυγίζαμε
για να μπαίνουν από τα παράθυρα

υπήρξαν μια σταθερή έξοδος κινδύνου.

*

Άτιτλο

Υπάρχει κάτι απέραντο
μικροί άνθρωποι
κληρονομιές και δάνεια

εσύ να ψάχνεις μόνο τις μεταφράσεις

οχτώ ώρες διαφορά
και ζεις στο μέλλον

*Από τη συλλογή “Η άκρη της ημέρας”, 2016.