Πόπη Γιόκαλα, Παράθυρο

Από ένα παράθυρο βλέπουμε τη νύχτα να αγκαλιάζει το σύμπαν-
Ανέκφραστα συναισθήματα τρέχουν να βρουν στοργή-
Η σιωπή παράφορη, έχει ένα κόκκινο φόρεμα σαν το αίμα-
Μια νότα προσπαθεί να βρει κήπους στο σκοτάδι-
Εδώ που όλα ησυχάζουν είναι το στέκι των ονείρων-
Μια αύρα διαχέει άρωμα στη μυστηριώδη γαλήνη-
Ένας έρωτας που κρέμεται στα φύλλα των δέντρων προσπαθεί να φτάσει στο φως του φεγγαριού.
Ο άνεμος της Αγάπης θα περάσει από το ανοιχτό παράθυρο.
Ανάβουν τα φώτα των αστεριών
Και η μουσική ξεκινά τη μελωδία της ευτυχίας.

Αντώνης Μπουντούρης, Ποίημα

α’

Ιππήλατες υδροφόρες άμαξες
Ξεδιψάνε νομάδες ξεκομμένους

Πιο κεί
θρηνωδοί με σηκωμένα χέρια
σε κυκλική πορεία

Για μια ταφή ακτέριστη

β ‘

Σε κάποια μετόπη του μέλλοντος
θα χαραχθεί και τούτη η εποχή

Των σκυμμένων και των παραδομένων

Στάθης Ιντζές, Η μάχη με το θέρος

χρυσές αυλές σφραγίζουμε

σε φέρετρα που κολυμπούν

και σαν αναδύεται το πορφυρό ακρωτήρι

σπέρνουμε τους κραδασμούς μας

στο περίβλημα του κόσμου
την ίδια ώρα,

ο αέρας που σφυρίζει στο νεκροταφείο

χάνει τη μάχη με το θέρος

Δημήτρης Τρωαδίτης, Με μια εμμονή στην κωλότσεπη

ηχούν οι μέρες μας
όμοιες με σκυρόδεμα που τρίζει
σ΄ ανθρώπων στάσεις
σε μηνύματα
σε φορτία θλίψεων
που τρέχουν πάνω-κάτω στο μυαλό
που χάνονται σε δωμάτια χοάνες

εκεί που βλαστημάς στον αγύριστο
καίγεσαι και τρώγεσαι
εκεί που καταξεσκίζεις τις σάρκες σου
κουρελιάζοντας σημαίες κάθε είδους
εκεί που ως άλλος Τειρεσίας
δίνεις αυτοκαταστροφικούς χρησμούς

είναι σαν κάποιες κωμικοτραγωδίες
που διαλύονται σε άσματα
ασματίδια άλγους
ιζήματα σχιζοφρένειας προελαύνοντα

οι τραγωδοί στήνουν χορό
κι ύστερα διαλύονται
εξαερώνονται
από σκιρτήματα καρδιών
και βροντερά συνθήματα ενάντια
στην αφόρητη δυσοσμία των θεσμών

είναι αδιαπέραστη η σημασία
της ζωής που χάνεται
είναι ταφόπλακα η ιδέα του θανάτου

το ζήτημα είναι
να χαράξεις δρόμους στα ξάγναντα
να ανασάνεις στις αχνοφεγγιές
να τσουλιστείς χειρονομώντας
βρίζοντας στις εμπόλεμες ζώνες
με μια εμμονή στην κωλότσεπη
και μια σιγουριά στην ψυχή
να ξεριζώσεις τις μολυσμένες καρδιές
των νεκροτομείων

η ζωή προσδοκά
την μεγάλη μέρα
να σκορπιστεί μια χούφτα λευτεριά

Alejandra Pizarnik, Σιωπές

σιωπή εγώ ενώνομαι στη σιωπή
εγώ έχω ενωθεί στη σιωπή
και αφήνω να με κάνουν
αφήνω να με πίνουν
αφήνω να με λένε
μαχαιρωμένη απ’ αυτό που λείπει
από την άτιμη αναμονή
θα ξαναγεννηθώ στα τρομερά παιχνίδια
και θα τα θυμάμαι όλα
οι ναυαγοί πίσω από τη σκιά
αγκάλιασαν αυτή που αυτοκτόνησε
με τη σιωπή του αίματός της
η νύχτα ήπιε κρασί
και χόρεψε γυμνή ανάμεσα στα κόκαλα της ομίχλης
ζώο ριγμένο στο πιο μακρινό χνάρι του
η κοπέλα γυμνή καθισμένη μέσα στη λησμονιά
ενώ το ανοιγμένο κεφάλι της πλανιέται κλαίγοντας
ψάχνοντας να βρει ένα πιο αγνό σώμα
ύστερα όταν πεθάνουν
εγώ θα χορέψω
χαμένη στο φως του κρασιού
κι ο εραστής του μεσονυκτίου
που είναι
πίσω από τα μάτια μου
κι από τα μάτια σου
τώρα που είναι νύχτα
στο αίμα
και δεν μπορούμε να δούμε
τον κρύο κόσμο μεγάλο
δεν έχει σημασία αν όταν φωνάξει η αγάπη
εγώ είμαι νεκρή
θα έρθω
πάντα θα έρχομαι
αν κάποτε
μου φωνάξει η αγάπη
ταξιδεύτρα της καρδιάς μαύρου πουλιού
είναι δική σου η μοναξιά τα μεσάνυχτα
δικά σου τα γνωστικά ζώα που πληθαίνουν τον ύπνο σου
περιμένοντας τον πανάρχαιο λόγο
δική σου είν’ η αγάπη κι ο ήχος του ραγισμένου ανέμου

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος, και από τη σελίδα της Έλενας Λυμπεροπολυλου στο facebook.

Ειρήνη Παραδεισανού, αδέσποτο

Ολόρθα τα σκυλιά και αλυχτάνε
Το γήπεδο της γης ζώνουν σφυριά
Κρατούν την εμμονή στη χούφτα πάνε
Κι ολόγυρα στενάζουνε σκυφτά
Πως έρχεται η αρμύρα από τα δάση
Πως τους μιλά με ανθρώπινη λαλιά
Πως άχνη από τις θάλασσες βυθάνε
Τα ολόγκρεμνα στεφάνια του βορρά
Κι ένα μικρό κορίτσι ξενυχτάνε
Να ‘ρθει στα δυο του χείλη ο αμανές
Να’ ρθει στις κόρες των ματιών η αντάρα
Το βύθισμα της σκοτεινής ματιάς
Και το λευκό ν’ ανάψει τη φωτιά του
Μέσα στα στήθια του χαμού της εμορφιάς του.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της Ειρήνης Παραδεισανού στον σύνδεσμο http://wwwpareisakth.blogspot.com/2019/11/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FStyHR+%28%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B7%29

Παύλος Δ. Πέζαρος, Πατρός σπαράγματα

Ώρες της θλίψης γρήγορα θα σβήσουν,
μα κείνο που θα αναρωτιέσαι πάντα
είναι αυτές οι σφριγηλές φλέβες που πετάγονταν,
νεύρα ατσάλινα να διαχέουν σιγουριά,
σ’ όλο το μάκρος των χεριών, στις κνήμες,
πού πήγαν κι αφανίστηκαν και δεν αφήκαν ίχνος
για μία τόση δα βελόνας τρύπα, για μια ανάπαυλα
μικρή πριν το σαλπάρισμα, μια ανακούφιση
από τους πόνους τους φρικτούς.

Πρόσκαιρη θλίψη μα κόντρα σε ανέμους,
σπαράγματα λέξεων απ’ τα βάθη αναβλύζουν.

Σημαδούρα, παπαφίγκος, φλόκος,
βίντσια, πριτσίνια, ξάρτια, κουπαστές,
μαγκιόρικα κατάρτια και καρίνες,
μπρίκια, λατίνια, σακολέβες και γαΐτες
σε ταρσανάδες ή καρνάγια,
το ματσακόνι και το νου σας,
μαδέρια στιλβωμένα στην κουβέρτα,
μπαρκάρισμα και λάντζα στα καΐκια,
μπονάτσα ή μαΐστρος ή πουνέντες
μη τύχουνε μπουρίνια στο μπουγάζι,
σαλπάρισμα και σκάντζα στο δοιάκι,
σάλτα να δολώσουμε το παραγάδι στα όρτσα,
με ρέγουλα κι η κακαβιά, χωρίς αγαρμποσύνες,
φούντο και κουμαντάρισμα γι’ απάγκιασμα στη ράδα,
πόντζι κι αγάντα κι άντε να νετάρουμε,
κοφτές κουβέντες στο αντιμάμαλο
πριν απ’ το πλεύρισμα της βάρκας
για τυχόν φυρονεριά, ενίοτε φουσκονεριά.

Πειραιάς, 13.1.2010

*Από τη συλλογή “Ο αχός και ο βυθός”, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2016.