Ειρηναίος Μαράκης Δύο ποιήματα

PRIDE

έψαχνε τον εαυτό του

σε άφτερ, στάσεις φορτηγών και ουρητήρια

αδρά πληρώνοντας μια νύχτα επαφής

μα κάποτε σταμάτησε αυτή την αναζήτηση

δεν άντεχε πλέον τον τόσο ανδρισμό

συζητήσεις για μπάλα και για πόλεμο

κι αιτήσεις για σιωπή

από τυχαίους εραστές

με γυναίκα, παιδιά

σπίτι στο χωριό και σκύλο,

τώρα πια παρηγοριά ζητούσε

σε αγκαλιές Πακιστανών και αγοριών στην εφηβεία

δίνοντας κάτι λιγότερο από τον βασικό μισθό

ύστερα κρύφτηκε

ακόμα περισσότερο στο σπίτι του

μετά από μια απόπειρα ληστείας

κι έναν εκβιασμό

απογοητευμένος σκέφτηκε την αυτοκτονία

με κόκκινο κρασί και χάπια της κατάθλιψης

σώθηκε δύσκολα κι ύστερα από μεγάλη νοσηλεία

έφυγε απ’ την πόλη μετά από λίγα χρόνια

σε Ευρώπη κι Αμερική ταξίδεψε

ψάχνοντας την αγάπη

ανθρώπους γνωρίζοντας ίδιους όπως αυτός

που αν μία φορά λύγισαν

χίλιες φορές σηκώθηκαν

(βασισμένο σε πραγματική ιστορία)

Χανιά-Αθήνα, Ιούλιος του 2016

***

18%

είμαι ένας άνθρωπος μοντέρνος

ή μάλλον σύγχρονος θα πω

ίσως της εποχής μου, ακούγεται καλύτερα

και το μοντέρνο πια λέξη είναι

ξεπερασμένη,

ναι, είμαι ένας άνθρωπος της εποχής μου

τώρα πια τα πρωινά δεν βάζω τη μαμά

καφέ να μου φτιάχνει ελληνικό

ούτε πίνω φραπέ

απλά με το ντελίβερι σπίτι μου φέρνουν

φρέντο καπουτσίνο με καστανή ζάχαρη

εννοείται ακατέργαστη

κι ύστερα αφού στο ίνσταγκραμ μοιράσω καρδουλίτσες

όπως κάποιοι άλλοι θα μοίραζαν φιλιά

ειδήσεις βλέπω στο τάμπλετ μου

που ακόμα και για καιρό

σε δόσεις ευκαιρίας θα πληρώνω,

ναι, ειδήσεις βλέπω και θυμώνω

φτώχεια, πείνα και κακό

και σχέδια μυστικά ενάντια στην πατρίδα μου

στο ήθος, στην ψυχή της

με φοβίζουν, με αγχώνουν και με θάρρος οδηγούν

να ζητήσω πραξικόπημα για να σωθεί ο τόπος

αναστενάζω: «μας λείπεις Παπαδόπουλε»

κι ύστερα στο νετφλιξ θα γυρίσω

για μια σειρά μου είπαν με κέφι, αίμα και σασπένς

με οχτώ στα δέκα αστέρια, πολύ καλή, αμερικάνικη

(σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Έθνος» ένα 18% των Ελλήνων πολιτών δεν θα έλεγε όχι σε ένα… πραξικόπημα…)

9/7/2018

Advertisements

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ars Poetica

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται
μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.

Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια
τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες.

Θωμάς Γκόρπας, Ποιοι μας αγαπάνε;

Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει;
Ποιοι μας αγαπάνε;
Κλειστό μαγαζί
κλειστό μαγαζί της αγάπης.
Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια
σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές
θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά μπύρες ουίσκια
άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων
αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα.
Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα
πως θέλετε να το δείτε ανοίξτε με να το δείτε
έχω όμως κουράγιο
αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου
αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα
αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη
εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή
όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο…
Σου λέω:
Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω…
να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό
να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος
να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα.
Σου λέω:
Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω
ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω!…

ένα έτσι

Κανείς δεν μπορεί ακόμη
Να αντιληφθεί
Πως οι λέξεις αυτές
Κι αυτές οι εικόνες
Κι αυτή η γεύση κι η μυρωδιά
Αποτελούν αυτό που κάποτε ίσως
Ονομαστεί ζωή.
Τουλάχιστον έτσι παραμένουμε
Σχετικά ευτυχισμένοι.

View original post

5 ποιήματα, Nikola Madzirov | μτφρ. Αμίλιγια Μαϊστότοβα – Στογιάνοβσκα

Φτερά Χήνας

ph

Επιμέλεια: Κατερίνα Ηλιοπούλου

Οι σκιές μας προσπερνούν

Μία μέρα θα συναντηθούμε
σαν ένα χάρτινο καραβάκι μ’ ένα
καρπούζι που κρυώνει στο ποτάμι.
Το σκίρτημα του κόσμου θα
γίνει δικό μας. Με τις παλάμες μας
θα σκοτεινιάσουμε τον ήλιο και θα πλησιάσουμε
ο ένας τον άλλο κρατώντας φανάρια.

Μια μέρα ο άνεμος δεν
θ’ αλλάξει την πορεία του.
Η σημύδα θα σκορπίσει φύλλα
στο κατώφλι πάνω στα παπούτσια μας.
Οι λύκοι θα κυνηγήσουν
την αθωότητά μας.
Οι πεταλούδες θ’ αφήσουν
στα μάγουλά μας την άχνη τους.

Κάθε πρωί μια γριά
θα μιλάει για μας στην αίθουσα αναμονής.
Ακόμα κι αυτό που λέω έχει
ξαναειπωθεί: περιμένουμε τον άνεμο
σαν δύο σημαίες σε συνοριακή διάβαση.

Μια μέρα όλες οι σκιές
θα μας προσπεράσουν.

View original post 1,070 more words

Αλήτις Τσαλαχούρη, Χορός στα ερείπια

Στη συνοικία Κλώνο του Μπρονξ––Αποβάθρα μεταναστών –– Πληθώρας υπογείων του εγκλήματος–– Της προσφυγιάς της υδρογείου– – Σ’ ακάλυπτο–Με μονοκατοικία– Του μπουντρουμιού μου σε πολυκατοικία– Τα πίσω βλέπανε μπαλκόνια –– Αληθινός παράδεισος μ’ αυλή και οπωροφόρα \––Ευεργετούνταν πολλές πολυκατοικίες με ορίζοντα για χρόνια–– Μέχρι το βράδυ μεγάλης φασαρίας–– Ο γιος μουρντάρει τους γέρους στη γωνία–– Να την γκρεμίσουνε τη μονοκατοικία –– Να ζήσουν κι αυτοί σε πολυκατοικία -–– Και όλα καλά μέχρις εκεί–– Αλλά ένα χάραμα–- Oριστικά πριν σωριαστεί–– Ο γιος καταφθάνει με αμάξι που δονείται απ’ τα ηχεία –– Στα ερείπια αρχίζει με φίλους να χορεύει με μανία––Του ακάλυπτου οι περίοικοι του φέρνουν μπατσαρία ––Μία φωνή του λέει από πατζούρι δυνατά- Σε ρετιρέ εσύ να κατοικείς––Στο ερείπιο θα μένεις μια ζωή- Στη συνοικία Κλώνο του Μπρονξ –– Αποβάθρα Φυλών της Γης –– Πληθώρας υπογείων του εγκλήματος–– Της προσφυγιάς της υδρογείου–– 

*Από τη συλλογή “Το ΚΑΡΟΥΣΕΛ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2016.