Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Άτιτλο

Στην πρώτη αχτίδα τραβάς την κουρτίνα
αποτρέποντας το φως
να σ’ αλλάξει

***

Σκόρπιες στιγμές

Σκόρπιες στιγμές
στ’ ουρανού το άπλωμα
Βαριά, πορεύεσαι ανάμεσα στο πλήθος
οι άνθρωποι που προσπερνούν
φουντώσανε το ψύχος

Καπνίζεις το τσιγάρο σου
κι ανάβουνε μολύβια
βαδίζεις με τους λογισμούς
τα πόδια σου μιλάνε
πέφτει μπροστά σου ο γνωστός
κι αυτά τον προσπερνάνε

Μαγιάπριλο του κόσμου
στα χείλη σου σ’ αγγίζει
ποτάμια σε γεμίζουνε, ξανά η νύχτα απλώνει
Γκρίζο φεγγάρι να κερνά
μαύρο κρασί να πιούμε

Οκτώβριος 1998

***

ένα ανεμοσκόρπισμα

Ν’ απορείς, να ζητάς
ν’ αποφασίζεις
ν’ ανεμοσκορπίζονται όλα αυτά
στο έμπα καταιγίδας

Κι ο κεραυνός σε χτύπησε
μάτωσε η ζωή σου
ψηλαφιστά πας στον καιρό
που κόπηκε ο χρόνος
μιαν άλλη μέρα έρχεται κι εσύ απουσιάζεις
Αναρωτιέσαι, μάταια γυρεύεις απαντήσεις
κι όλο αυτές δεν έρχονται
για να τις αντικρύσεις

Спускается солнце за степи (Колодники) / Ο ήλιος δύει πάνω από τη στέπα (κατάδικοι)

Του Αλεξέι Τολστόι

Κατεβαίνει ο ήλιος πίσω από τις στέπες,
στο βάθος χρυσίζει το γρασίδι,
των κατάδικων οι ηχηρές αλυσίδες
σηκώνουν τη σκόνη του δρόμου.

Ding – bong, Ding – Bong –
Άκουσα τον ήχο των αλυσίδων,
Ding – bong, Ding – bong,
Ένα μακρινός δρόμος στην Σιβηρία.
Ding – bong, Ding – bong,
Μπορείτε να ακούσετε εδώ και εκεί:
Οι σύντροφοί μας
Βρίσκονται στη φυλακή.

Περπατούν με ξυρισμένα τα κεφάλια,
προχωράνε μπροστά με βαριά βήματα
συνοφρυωμένοι,στην καρδιά τους
ο διαλογισμός έγειρε.

Πηγαίνουν μαζί τους οι μακριές σκιές,
δυο άλογα την άμαξα τραβάνε νωχελικά
λυγίζουν τα γόνατα,η συνοδεία αλόγων
μαζί τους προχωράει.

«Ελάτε, αδέλφια μου, ας μακρύνουμε το τραγούδι,
ας ξεχάσουμε αυτό το τρομερό κακοπάθημα!
Είναι φανερό τέτοια αντιξοότητα
είναι γραμμένη για μας!”

Και τους οδήγησαν, τους κρέμασαν και αυτοί τραγουδούσανε,
πέφτοντας στου Βόλγα τη μεγάλη έκταση,
για το δώρο των ημερών του παρελθόντος.

Τραγουδάνε για τις ελεύθερες στέπες,
για την ανήμερη ελευθερία.
Η μέρα θα απαλύνει τον πόνο,
και οι αλυσίδες όλο σκουπίζουνε τους δρόμους.

Hannah Arendt, Δύο ποιήματα

ΔΙΑΣΧΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ

Η γη γράφει το ποίημά της μέσα σε όλους τους αγρούς,
Παρεμβάλλει τα δέντρα στις γωνιές,
Μας αφήνει να ανοίξουμε οδούς υφαντές
Μέσα στον κόσμο γύρω από τους οργωμένους αγρούς.

Τα άνθη βγάζουν στον άνεμο χαρούμενες κραυγές,
Το χόρτο μεγαλώνει, για να τα κοιμίσει σε κρεβάτια μαλακά,
Ο ουρανός είναι γαλανός και χαιρετά κρατώντας κλάδο φλαμουριάς,
Ο ήλιος κλώθει αλυσίδες απαλές.

Οι άνθρωποι περπατούν, δεν λοξοδρομούν –
Γη, ουρανός, δάσος και φως –
Την άνοιξη θα αναγεννηθούν
Παίζοντας το παιχνίδι του βασιλέα του Παντός.

***

ΑΦΟΡΗΤΗ ΓΛΥΚΥΤΗΤΑ

Γλυκύτητα υπάρχει
Μέσα στο κοίλωμα των χεριών μας,
Όταν η παλάμη συναινεί
Προς την ξένη μορφή.

Γλυκύτητα υπάρχει
Όταν στον ουρανό με τον νυχτερινό του θόλο,
Το μακρινό
Συναρμόζεται με τη γη.

Γλυκύτητα υπάρχει
Όταν στο χέρι σου και στο δικό μου,
Η εγγύτητα ξαφνικά
Φυλακισμένους μας κρατά.

Μελαγχολία υπάρχει
Όταν στο βλέμμα σου και στο δικό μου,
Η βαρύτητα
Μας κρατά αρμονικά μαζί.

*Από το βιβλίο “Ευτυχισμένος όποιος δεν έχει πατρίδα”, μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάης 2019.

Παναγιώτης Χαχής, Βαστίλη

Αυγή βρυχηθμός
Νύχτα η ώρα
Ανάβουν τα φώτα
Στους δρόμους
Τίποτα δεν απαγγέλλεται
Ναυάγιο σώμα
Στην αναπνέουσα γραφή.

νΰξ μοι υπάρχει, οίστρος άκολασίας,
ζοφώδης τε καί ασέληνος, έρως της αμαρτίας

Νυχτερινά καφενεία
Πιο φωτεινά απ’ τα
Ζεστά μεσημέρια
Αισθήσεις
Επικίνδυνη
Ύλη.

συρματοπλέγματα
βαριά ζώνουν τη δόλια μου καρδιά

(ενώ ο κυρ Αλέξανδρος,
άναβε το κεράκι,
πήγαινε χύμα τσιγάρα στη Βαστίλη,
για τον Αλφόνς ντε Σαντ,
κατηφορίζοντας
να πιεί το κρασάκι του
στου Καχριμάνη…)

*Από τη συλλογή “Hotel Nada”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2018.

Νίκος Α. Κατσικάνης, Με ένα σπίρτο καίγεται ένα ποίημα

Τις νύχτες δε μιλώ πολύ.
Γδέρνομαι στη σιωπή
Με τιτάνια γόνατα.
Ήταν κι αυτή η προσευχή
Που δεν εισακούστηκε –
άλλη ελπίδα δεν είχα,
βυθίστηκα στη δακρύπλουτη
αγάπη φιλώντας τη
στα χείλη πριν τη θέωση.
Χθες κάπου με συνέστησαν
ως ποιητή –
ήθελα να γδυθώ το δέρμα μου
να τους δέιξω:
Εγώ, παιδιά, ερωτευμένος είμαι.

*Από τη συλλογή “Εγχειρίδιο μικρών θανάτων”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2017.

Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδία – για ένα Opel τού ’90

Αδέσποτα σα σκέψεις
Που λευτερώθηκαν από κάποια αυθεντία
Γαβγίζουν τόνα πίσω από τ’ άλλο
Σκυλιά -κοπάδι ολόκληρο-
Και δεν είναι
Η όσφρηση που τα ενορχηστρώνει όλα μαζί
Δεν είναι
Το χαριτωμένο πέρασμα μιας γάτας
Με βούλες στη μαύρη γούνα και στο πρόσωπο
Αλλά η γαμημένη προσπάθεια να πάρει μπροστά
Αυτό το αμάξι που ξεπέρασε
Το τέταρτο ενός σκυφτού αιώνα
Και ορκίζομαι πως θα έφταναν
Όταν πια τίποτα δε φαίνεται να φτάνει
Δυο μπίρες για να το πνίξω στο θολό ποτάμι
Αν δε μου θύμιζε
Τους δικούς μου ν’ αγκαλιάζονται και να γελούν
Και τόσα αστέρια να λάμπουν ψηλά εκεί πάνω
Μέσα στην ανθισμένη γύρη τ’ ουρανού
Το αεράκι ν’ ανεμίζει τις φυλλωσιές
Σα να χτενίζει ακόμη τα λυτά μαλλιά σου
Κι εσένα κλείνοντας τα μάτια να χαϊδεύεις
Στο πίσω κάθισμα το στήθος σου•αλλά
Δε σβήνουν έτσι οι αναμνήσεις
Τα άσχημα θα παραμείνουν μέσα μου άσχημος σωρός
Καθώς ό,τι καλό κι ελάχιστο απόμεινε στην άκρη
Σε μια ζαριά το κέρδισα
Στην τόλμη
Στα βουερά γυρνώντας μέρα νύχτα
Πορνεία τής τύχης.

Ράνια Καραχάλιου, νεκρή φύση με συκοφάγο Ι

Με αδηφάγες πινελιές, χρυσό το δέρμα τής ζωγράφισε. Ήταν πασιφανές, τη μεταμόρφωνε σε συκοφάγο, μεταναστευτικό πτηνό της οικογένειας των Οριολιδών. Κι εμείς δεν της είπαμε λέξη, μην και προδώσουμε το σκίτσο του, μην το αφήσουμε να γίνει πράξη. Ύστερα, της έβαλε ράμφος στο πρόσωπο, μαύρα φτερά στην πλάτη. Κι εμείς κρύψαμε τους καθρέφτες και χαμηλώσαμε το βλέμμα μην τρομάξει.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, ταχέως η αποδημία εξετελέσθη, κι εκείνη πέταξε μέσα στο κάδρο, νωρίτερα απ’ όσο ποτέ μας είχαμε πιστέψει.

*Από τη συλλογή “σκλήθρα”, εκδόσεις Εκάτη, 2018.