Γιώργος Κοζίας, Της μοίρας το αμαξάκι

Την μοίρα μου την κάθισα στη σέλα

Σαν έφηβος θα τρέχω συνεχώς και τώρα και στο μέλλον

Όρθιος πάνω στους αναβολείς.

Αρσένι Ταρκόφσκι

Ανάποδα ιππεύουν τα άλογά τους οι γενναίοι

κι ακούγονται οπλές

σημαίνοντας σαν νόμισμα

που σκάει σε αρχαίο παζάρι

Πόσες φορές υπάρχουμε και

πόσες δεν υπάρχουμε

όταν περνάει

της μοίρας τ’ αμαξάκι

κι ο εκδορέας επίμονα ζητάει

για λίγα παλιοσκούδα την ζωή μας;

Κουτσό της μοίρας αμαξάκι

που μας πηγαίνεις

κυλώντας, πέφτοντας, τρίζοντας

φριχτά καρούλια στα χέρια των θεών

…VIVE LA FUITE!

Επωδός

Χαίρε πουλαράκι, χαίρε καλπασμέ

Χαίρε άγριο άτι πολεμικό

Χαίρε της νιότης κόκκινο ιππικό

Χαίρε η Ελευθερία στου μέλλοντος τις στέπες.

*Από τη συλλογή «Εξάγγελος», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021.

Γιώργος Δομιανός, Από την “Πάσα ανάσα” 

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ / αυτός


σου μιλώ αγάπη μου, αγάπη μου που όταν ξεγλιστράς από τα χέρια μου, που όταν καταργείς την τριβή των δερμάτων μας, όταν κάνεις πως σου είναι αδύνατη η κοινή μας σιωπή, καταργείς το σύνολο, με κάνεις να επιβάλλομαι στην αναπνοή μου για να συνεχίσω να θέλω να ξεκοιλιάσω όλα τα τραγούδια, όλων των καημών, άντε γαμήσου λαμπερή μου αγάπη, πού είναι η άνοιξη; πού είναι τα άνθη; με φοβάται η οργή μου, το μέλλον απαγχονίζεται από το ένα του λάμδα, θα τους βρω, θα τους σκοτωσω όλους όσους σε αγγίζουνε αγάπη μου, δε θα ξαναδουνε ήλιο, μήτε θα νοιώσουνε δροσιά τ’ απόγευμα, απλωμένους σε ένα σύρμα χοντρό θα τους έχω, στην αυλή του κόσμου μας και κλαίγοντας θα ακουμπώ καθε νεκρό σημείο τους που τρίφτηκε πάνω σε εσένα αγάπη μου, άντε γαμήσου, με φοβούνται τα έντομα, όπου κοιτάω πετάνε αντίθετα, πονάω, τα κόκαλά μου διστάζουν να προχωρήσουν μαζί μου, εκεί που πάω, στο χιόνι θα χωθώ, θα λιώσω, ρυάκι θα γίνω, χείμαρρος θα γίνω, ποτάμι, ο αμαζόνιος θα γίνω, ανήμπορος να πνίξω τις ώρες απουσίας που με τάισες τόσο ευλαβικά, με χόρτασες ουρανό και παραπέταγμα, γιατί αγάπη μου, εγώ σε έφτιαξα, κι εσύ εμένα, το όλον είμαστε, δε στέκουμε στο χώμα χωρίς εμάς, θα τινάξω το κεφάλι μου, θα βγεις από τα μάτια μου, καμία ανάσταση δε θα σε σώσει, δε θα έχεις ταυτιστεί με την ύλη ποτέ, θα σε ξεχάσουν οι πατεράδες σου και οι μανάδες σου, -θυμούνται οι ξεκοιλιασμένοι;- δε θα με κάνεις εσύ άνθρωπο, άντε γαμήσου
(σκηνική οδηγία) τη σκοτώνεις

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ / αυτή


με σκοτώνεις καλέ μου;
η σκέψη μου λιβάδι που τρέχεις μέσα του άντρα μου
και από κάτω λάσπη
λέρωσες τα παπούτσια σου; θα σου τα καθαρίσω
μη λησμονάς τη λεπτομέρεια: η λάσπη δεν είναι νεκρή γη νεκρή γη είναι εκεί που δεν πατάς καλέ μου
θα σκάψουμε μαζί να ανασύρουμε μια θάλασσα από κάτω
κλαίω, με έχεις δει να κλαίω; μπορώ, στ’ αλήθεια
στη λάσπη αναπαύονται
τα ξεχασμένα πλάσματα
από τους περασμένους αιώνες
εκεί σε τήξη ανάστροφη κι ένα παιδί δικό
ο ιππόκαμπος από το αύριο
άντρα μου δεν αντέχω καλέ μου
δε μου μιλάς; πάρε μερικά γράμματα
πλέξε τα μια λέξη
και ύστερα πέταξέ τη μου
κρατάω τη σφαγμένη κοιλιά μου κύματα στο στήθος μου
που δένουν τα μεγαλύτερα καράβια μέσα στο λαιμό μου
γύρνα, τσακίζω τα γόνατά μου και στο ζητώ καλέ μου
τίποτα δεν είναι οι πόλεμοι σε εμάς αντίκρυ
μήτε οι λίμνες με το αίμα που κοχλάζει μήτε οι νεκροί κι οι τραυματίες μήτε ο πόνος
ούτε ένα βραδάκι μας στη σταδίου δεν είναι
ένα δάσος μπροστά μου κάθε δέντρο και μία ψαλμωδία και όλα μαζί ενα βογγητό
κλαίω, με έχεις δει να κλαίω; μπορώ, αλήθεια
δες με
μη με δεις, καλέ μου

*”Πάσα ανάσα”, Εκδόσεις Υποκείμενο, 2016.

William Carlos Williams, Δύο ποιήματα

To τραγούδι του τρελού
(The Fool’s Song, 1913)

Πήγα να βάλω ένα πουλί σ’ ένα κλουβί.
Τρελός που είμαι, ω!
Ήταν η Αλήθεια το πουλί.
Τραγούδα χαρωπά, Αλήθεια: Προσπάθησα να βάλω
την Αλήθεια σε κλουβί!

Και το πουλί σαν είχα στο κλουβί,
τρελός που είμαι, ω!,
μου το’σπάσε το ωραίο κλουβί.
Τραγούδα χαρωπα, Αλήθεια: Προσπάθησα να βάλω
την Αλήθεια σε κλουβί!

Σαν πέταξε πια το πουλί απ’ το κλουβί,
τρελός που είμαι, ω!,
δεν είχα ούτε πουλί ούτε κλουβί.
Τραγούδα χαρωπά, Αλήθεια: Προσπάθησα να βάλω
την Αλήθεια σε κλουβί!
Έι, ωπ! Την Αλήθεια σε κλουβί!

Η δοκιμασία
(The Ordeal, 1913)

Σαλαμάνδρα κρεμεζιά,
για της αγάπης το καπρίτσιο,
μαγική!
Κολύμπα μέσα
στη φλόγα τη φιδογυριστή
που ’χει σκοπό τον ανδρισμό να του αφανίσει
και φέρ’ τονε σπίτι το φίλο μας ξανά.

Κολύμπα αγκαλιά με του νερού το δόντι,
ροκάνισε μια μια και πνίξε
τις ρίζες της φωτιάς που τον κυκλώνουν
ώσπου να μαραθεί της Κόλασης το άνθος
και ξαναρθεί αυτός στο σπίτι.

Ναι, φέρ’ τον σπίτι,
σαλαμάνδρα κρεμεζιά,
πρώτα να σιγουρέψω πως έμεινε απ’ το κάψιμο
άθικτος –
κι ύστερα κάνε μαζί του ό,τι σου κάνει κέφι,
σαλαμάνδρα κρεμεζιά.

*Από το βιβλίο “William Carlos Williams, Η κόρη στην κόλαση και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Printa, Φεβρουάριος 2021. Μετάφραση: Γιάννης Ζέρβας.

Στέλιος Δώδης, Πτώχευση

Κηρύττω πτώχευση στην αγάπη
και δίχως χρονοτριβή
σε εκποίηση συναισθημάτων
οι δανειστές μου προτρέχουν
Γιατί τελικά δανειστές αποδείχτηκαν

Κηρύττω πτώχευση στον έρωτα
γιατί όσο μεγαλώνω τούτος
όλο και πιο πολύ παραμύθι παιδικό
φαντάζει

Κηρύττω πτώχευση όπως διακρίνατε
Μια εκκαθάριση αν θέλετε
Ίσως πείτε, πράξη περίφοβη
πράξη επιζήμια
Μα κι’ απολύτως τελεσφόρα
αν μου επιτρέπετε

Γιάννης Σγουρούδης, Τρία ποιήματα

ΕΧΕΙ ΚΟΠΟ ΝΑ ΜΑΖΕΨΕΙΣ ΤΟΣΑ ΔΑΚΡΥΑ
ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΑΞΙΑ ΤΟΣΑ ΔΑΚΡΥΑ ΝΑ ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΙ
ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΣΕΝΑ

Το βράδυ στον κήπο
Βρέθηκα περιπλανώμενος
Μέσα σε κυρτά λουλούδια

Τύλιγαν τα βήματά μου
σαν κισσός
Τα παιδικά χρόνια

Έπνιγαν τη φωνή μου

Φωτογραφίες ξεθωριασμένες
Πρόβαλαν μέσα από τη λογική

Και μέσα σ’ αυτές
Στις χορδές ενός λυράρη
Είδα το μυαλό μου τσακισμένο

*

Υπάρχει
Η σκιά μας σκοτώνει το σώμα μας
Για να επιβληθεί
Τα βράδια
Που το μισοσκότεινο δωμάτιο
Βουλιάζει στην ησυχία
Εκεί που τα χνώτα μας
Διψάνε για συντροφιά
Εκεί
Ακριβώς
Μένουμε μόνοι

*

Στον φωτιζόμενο κήπο
Τα μάτια μου συνάντησαν την μορφή σου
Αόρατη σε κάθε τι το ορατό
Οι ήχοι του μορφέα σε συνοδεύουν
Σε ένα ατέλειωτο μονοπάτι

*Από τη συλλογή “η σκάλα δίπλα στη θάλασσα”, εκδόσεις Θράκα, 2015.

D. H. Lawrence, Από το “Πλοίο του Θανάτου”

VII

Πεθαίνουμε, πεθαίνουμε, τώρα τό μόνο πού μας μένει
είναι τό θάνατο ν’ άποζητοΰμε, καί τό πλοίο τοΰ θανάτου
νά ετοιμάσουμε, νά συνοδεύσει τήν ψυχή στό πιό μακρύ ταξίδι.
Ένα μικρό καράβι, μέ τά κουπιά του καί τά τρόφιμα
μέ λίγα πιάτα κι δλα τά εφόδια
έτοιμο καί ταιριαστό γιά τήν ψυχή πού φεύγει.

Ρίξτε στή θάλασσα τό μικρό καράβι,
τώρα πού τό κορμί πεθαίνει κι ή ψυχή άναχωρεί
ρίξτε τήν τρυφερή ψυχή στό εΰθραστο πλοιάριο τοΰ θάρρους,
τήν κιβωτό τής πίστης μέ τά σκεύη καί τίς προμήθειες τροφίμων
καί τήν άλλαξιά των ρούχων,
ρίξτε την πάνω στην πλημμύρα τής μαύρης έρημιάς
πάνω στά ΰδατα τής συντέλειας
πάνω στό πέλαγος τοΰ θανάτου, δπου άρμενίζουμε
στά σκοτεινά ακόμα, αδυνατώντας νά κυβερνήσουμε
τό πλοίο, καί μή βρίσκοντας λιμάνι.

Λιμάνι δέν υπάρχει, προορισμό δέν έχει
μονάχα τό κατάμαυρο σκοτάδι πού βαθαίνει
πιό μαϋρο πάνω στή σιωπή, γαλήνια πλημμύρα σκότους
σ’ αρμονία μ’ άλλο σκότος, πάνω – κάτω

καί πλαγίως εντελώς σκοτάδι, έτσι ρότα πιά δέν υπάρχει
καί τό καραβάκι ειν’ έκεΐ· μά έκείνη έχει φύγει.
Δέν τή βλέπεις, δέν ύπάρχει κάτι απ’ αύτήν νά δεις.
Έφυγε έκείνη ! έχει φύγει ! κι δμως
κάπου έκεΐ υπάρχει.
Πουθενά!

*Από τη δίγλωσση έκδοση “Το Πλοίο του Θανάτου”, Εκδόσεις Θράκα, 2015. Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος.

Ρογήρος Δέξτερ, De memoria Et reminiscentia

• κλοπ• κλοπ• κλοπ• κλοπ• πέταλα αλόγου• στη δημοσιά• που χλιμιντρίζει μες στην ομίχλη• και πουλιά• ίσως γλάροι• που κρώζουν κάτω απ’ τά σύννεφα• μάλλον στα ψηλά βράχια• που μοιάζουν με σύννεφα• πάνω από το γιαλό• και ύστερα το κουδούνισμα από ένα κοπάδι• μακρινό στη μνήμη• που όμως έρχεται πάλι μπροστά μου• να κατεβαίνει τις ράχες• μεθυσμένο από χρώματα• και τη δροσιά τής χλόης• θα ήταν παράδεισος• αν ήσουν εδώ• να τραγουδάς με τ’ αηδόνια στο ρέμα• νεράιδα που χάθηκες• την ώρα που γέρνεις• με τη στάμνα για νερό• ή χορεύεις στα ξέφωτα• ενώ το κοπάδι βελάζει• φωνές βοσκών στο στάλισμα• όπως και οι ζωές των ανθρώπων• που μαζεύονται ο ένας• δίπλα στον άλλον• μόνο λίγο πριν πέσει κεραυνός• σαν τιμωρία• [ θα πουν ]• και γίνουν στάχτη όσα υπήρξαν• άραγε να χάνονται όλα• και τίποτα να μην απομένει• που να θυμίζει ότι ζήσαμε• μια πνοή έστω παλιού τραγουδιού• αλησμονώ και χαίρομαι• θυμούμαι και λυπούμαι• που μονομιάς στη λήθη θα βουλιάξουμε• δεν ακούτε• βλέπω• ενώ άλλοι• έρμαια στις μεγάλες πολιτείες• χτυπούν τα ξένα κουδούνια• γυρεύοντας τα χαράματα• τη φθορά που κουβαλούν στο μυαλό τους• χρόνια πολλά• λοιπόν• και χρόνια αμέτρητα• σου στέλνω μήλο σέπεται• κυδώνι μαραγκιάζει• ωστόσο• λένε• πώς [ η άνω τελεία ] είναι η ψευδαίσθηση μιας συνέχειας• ότι τίποτα δε σταματάει τελικά• η αυταπάτη ότι• έστω και ως σκιές• θα υπάρχουμε• σαν αεράκι στη σάρκα• τη δική σου• που ήθελα με το στόμα να γυμνώσω• και δε θέλω να ξέρω ότι γερνάει• ή να φαντάζομαι πάνω της άλλα χέρια• τούτη τη νύχτα που κάθισα• κι έγραψα λίγα• σα θυμητάρια• ενώ έχω καλή γνώση• ότι αύριο θα ξεχαστούν σ’ ένα συρτάρι• που θα κάνω• χρόνους και καιρούς να το ανοίξω•

Γιώτα Τεμπρίδου, Από τα “ιογενή”

μισή σου (εγκλεισμός #2)


και της Μάνικας και της Μαριλένας


Μας πήρανε το έξω, είμαι μέσα μου, μας πήραν το μαζί, είμαι μισή σου. Βλέπω απ το παράθυρο την απέναντι, σκέτος ο δρόμος μάς χωρίζει, δεν περνάει κανείς, πώς σε λένε;, ωραία μαλλιά. Αλλάζει κάθε μέρα τις καρέκλες μεταξύ τους, βάζει τη δεξιά αριστερά, την αριστερά δεξιά, δεν ξέρω πια ποια είναι ποια. Στέκεται ανάμεσά τους και βγάζει τα ρούχα της, αφήνει μισά στη μια καρέκλα, μισά στην άλλη. Κατάγυμνη και ωραία η απέναντι, ωραία μαλλιά, πώς σε λένε;, ανάμεσα σε καρέκλες με ρούχα. Μια μέρα θα είναι σαν σήμερα και θα γδυθώ και εγώ. Θα σταθώ στο ίδιο σημείο, θα κοιτάξω απέναντι, δεν θα είναι κανείς, το διαμέρισμα παρατημένο χρόνια. Θα λείπει το έξω, το μαζί και το απέναντι, σαν σήμερα, και εγώ θα τρέμω. Θα φοράει πολλά, δεν θα έχει μαλλιά, σαν σήμερα, ο-φόβος.

Πάνω δεξιά (εγκλεισμός #4)


της Τιτίκας (ε, και της μανούλας)


Η μαμά μου πιστεύει πως δεν έχουμε κρούσματα στο βόρειο Έβρο, γιατί δεν είπε κάτι η τιβί. Καρφί δεν της καίγεται της τιβί για το βόρειο Έβρο, της λέω. Γελάει. Είναι ανακουφιστικό το γέλιο της, αλλά κρατάει πολύ. Προλαβαίνω να σκεφτώ νεκρές που τις σκότωσαν σφαίρες, όχι ιοί. Νεκρούς που δεν μετρούσαν ούτε ως ζωντανοί. Κάποτε κουράζομαι. Πέφτω για ύπνο και βλέπω τη μάνα μου αρματωμένη στα σύνορα, από δω μεριά, να ετοιμάζεται να κυνηγήσει τους ανθρώπους, τους από κει μεριά, που όμως δεν είναι άνθρωποι πια αλλά προϊστορικά ζώα. Ξυπνάω φωνάζοντας μην τους πιστεύεις μαμά. Δύο-πέντε-πέ-ντε-δύο-μηδέν, την παίρνω στο τηλέφωνο. Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας, την πετυχαίνω στην τηλεόραση.

*”τα ιογενή”, Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2020.

Ηλίας Λάγιος (5 Ιουλίου 1958 – 5 Οκτωβρίου 2005) 

Έλα, υψηλή και υπερήφανη γλώσσα
ν’ αφηγηθείς.
Να πεις το τέλος της ιστορίας.
Πόσο πολύ αγάπησεν ο ένας τον άλλο.
Γιατί; Άρχοντες κι αρχόντισσες
κι εσείς αρχοντοπούλες αναρωτιέστε γιατί;
Ακούστε με. Είναι ο Χρόνος.
Ο Χρόνος ο Επικυρίαρχος, ο Χρόνος ο Αυθέντης,
ο Χρόνος ο Δυνάστης.
Οι άμοιροι, είμαστε δεσμώτες του Χρόνου.
Έλα, γλώσσα μου, να ιστορήσεις
τη μοίρα μας. Ο άνθρωπος είναι υπήκοος του Χρόνου.
Μικρός, θνητός και λίγος. Πώς
ν’ αντέξει τη φθορά;
Όταν αγαπάς, πώς ν’ αντέξεις το πρόσωπό του
που καταποντίζεται στην ηλικία;
Όταν αγαπάς, πώς ν’ αντέξεις
τις πρώτες ρυτίδες της;

*Από τη συλλογή “Η Ιστορία της Λαίδης Οθέλλος” εκδόσεις Ίκαρος.

Κώστας Κωνσταντινίδης, «Καιροί μεταμοντέρνοι», δεύτερη αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη έκδοση

Η μέθοδος στην ποίηση δεν αντιπροσωπεύει ποτέ την σκέψη στον πυρήνα της. Η παρούσα συλλογή είναι α-μεθόδευτη και ανόθευτη ταυτόχρονα. Δεν πιάνει την νεωτερικότητα ή τον μεταμοντέρνο κόσμο από τα μαλλιά αλλά αγγίζει την πραγματικότητα ως σώμα, ως corpus. Κάθε νόημά της έχει ένα παρόν, ένα παρελθόν και ένα μέλλον. Ο Κώστας Κωνσταντινίδης δεν αυτοσυστήνεται με στοχασμούς αλλά στοχάζεται με ενεστώτα και μέλλοντα χρόνο. «Ξέρει» τι είναι αυτό το ρίζωμα που θέλει να υποδείξει ο μεταμοντέρνος καπιταλισμός στο υποκείμενο– ατομικό και συλλογικό.

Στους στίχους παρελαύνει η πολιτική οικονομία και η ψυχανάλυση. Ο πληθυντικός και το αθέατο εμείς δίνουν κοινωνιολογικό πρόσημο, ενώ οι γραμμές/στίχοι για τα κινήματα δίνουν τόνο ριζοσπαστικής ποιητικής πλοκής. Βιώματα του καθενός μέσα από το δυστοπικό/καταθλιπτικό φαρμακευτικό παρόν κάνουν τα ποιήματα του Κωνσταντινίδη μια βαθιά ψυχοθεραπευτική περιπέτεια ανάγνωσης.

Οι «Καιροί μεταμοντέρνοι» τελικά είναι κλασικοί, διαχρονικοί. Είναι ανατομία ενός παρόντος που ψάχνεται για το μέλλον. «Εντροπία», «Μετα-δημοκρατία», «Scroll» συνθέτουν ένα μωσαϊκό επεξεργασίας σύγχρονων νοημάτων με ανθρωπολογικό πάντα σημαινόμενο πίσω από σημαίνοντα («να επιδοθούν σε οφθαλμόλουτρο βέβαια δεν παραλείπουν»).

Ο Κωνσταντινίδης μιλάει για «ψηφιακές επιβραβεύσεις» και για «κατάδικο» καφκικής αοριστίας (σημ.: έξοχη συνθετική πλοκή για το σημερινό υπερσυνδεδεμένο υποκείμενο). «Μαγνητικοί πόλοι» και «Σε ανοιξιάτικο μοτίβο»δείχνουν ότι το μεταμοντέρνο έχει γίνει κτήμα του δημιουργού αλλά και τραύμα του. Και η αλήθεια είναι ότι αυτή η συλλογή «τραυματίζει» θετικά…

*Το κείμενο είναι από το οπισθόφυλλο και υπογράφεται από τον διανοητή και οικονομολόγο Ηλία Καραβόλια.