Σαμσών Ρακάς, Από το «Ούτις»

«[…]

κι ένιωσα να μπαίνω πού;
στο Τεκτονείον μέσα
και να κοιτώ από μια γωνιά
τους εβδομήντα δύο μάστορες
να κουβεντιάζουν όρθιοι
σε τράπεζα μακρόστενη
που πάνω της είχαν απλώσει τι;
τη μακέτα της γης

–διαφωνούσαν για το χρώμα του χώματος που θα επέλεγαν–

και τότε κάποιος ξεκλείδωσε το συρταράκι από κάτω
τρίζοντας βγήκε προς τα έξω
κι είδα μέσα με τα μάτια μου τη Σολομωνική
να ξαπλώνει με σαγήνη πάνω στην Παλαιά Διαθήκη

είχανε συμπεθεριάσει για τα καλά
ή μήπως ζευγαρώσει;
πάντως τρόμαξα
ένα επιφώνημα το ‘σκασε απ’ τα σπλάχνα μου
όλοι οι μάστορες γύρισαν προς εμένα
κι είδα τα μάτια τους πέτρινα μέσα
λίθινα τα βλέφαρά τους

ρίξαν ένα σάβανο να κρύψουν τη μακέτα
άρον άρον με διώξανε από κει

[…]»

σελ. 79

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ

«θα σε πάρω τηλέφωνο αύριο», είπες
και απομακρύνθηκες αργά
λες και τραβούσε από απέναντι ο Κιούμπρικ

σε πίστεψα
ανέβαλα τη μέρα μου να κάνω πρόβα
σαν ξεπεσμένος ήρωας του Τζάρμους
αυτό το «σε περίμενα»
όταν θα σήκωνα το ακουστικό

ποτέ μου δεν το σήκωσα
περίμενα για ώρες αμοντάριστος
βάφτισα το οσονούπω ρήμα
μέχρι που απελπίστηκα
κάπου προς το χάραμα εκεί
πάνω στην αλλαγή του ταρκοφσκικού πλάνου
αισθάνθηκα μια προδοσία μικρή
ήταν που σ’ είχα πιστέψει
δε φταις εσύ
δικό μου εντελώς το φταίξιμο
πώς να στο εξηγήσω;
μια προδοσία μικρή
σα να μαθαίνεις ξαφνικά
πως μια αγαπημένη σου ταινία
πηγαίνει
για
όσκαρ

σελ. 100

*https://www.mixcloud.com/%CF%83%CE%B1%CE%BC%CF%83%CF%8E%CE%BD-%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%82/%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B9%CF%83-the-performance/?utm_campaign=notification_new_upload&utm_medium=email&utm_source=notification&utm_content=html

**Περισσότερα στην ιστοσελίδα των Εκδόσεων Υποκείμενο: http://ypokeimeno.com/parastasi/

Advertisements

Ιωάννης Ζουμπιάδης, Πρόσωπο της έλλειψης

Θα τυλίγομαι

σαν αλυσίδα χοντρή

γύρω θα δένομαι σφιχτά

από ανθρώπους

διότι της έλλειψης είμαι πρόσωπο.

Θα στέκομαι στην κρύα άκρη

για μία ματιά να εκλιπαρώ

σαν παιδί μικρό να αναμένω την αγκαλιά

η αποδοχή επάνω μου ευχάριστα να βρέχει.

Το αντίο θα δυσκολεύομαι

να εκφέρω
ο νους θα το απωθεί

μα πώς να προφέρω το αντίο

πώς στα χείλη τη λήξη να σταλάξω

πώς το τέλος να πιω;

Μα θα το πίνω άθελα ή μη

σαν το κώνειο θα εισέρχεται

θα νεκρώνουν τα αισθητήρια όργανα

οι μυϊκές δυνάμεις θα υπολείπονται

σπασμοί θα με κατακλύζουν, μετά ο ύπνος
και ως κατακλείδα ο θάνατος.

Σαν πρόσωπο

το οποίο δεν κατάφερε ουδέποτε

την έλλειψη να τιθασεύσει

και να εξουσιάσει την επάρκεια.

Σαν πρόσωπο που χωλαίνει

που δεν αποδίδει καλά τη ζωή

και με μόνιμη ψυχής αναπηρία πορεύεται.

* Ο ποιητής διατηρεί την ακόλουθη ιστοσελίδα: http://johnjohn22.wixsite.com/zoumpiadis-ioannis

Δημήτρης Τρωαδίτης, Τωρινές υπομνήσεις

τα μηνύματα που εξακοντίζει
ο αγέρας της άνοιξης
είναι κάλπικα
δεν φτάνουν στις ακρογιαλιές σου
το σώμα σου βολοδέρνει
αιωρείται σε πελάγη
αισθήσεων με αιθαλομίχλη
βάφεται κόκκινη η καρδιά σου
ελάχιστοι ανακυκλωμένοι ορίζοντες
πελαγοδρομούν σαν αντίκες
σε μπλάβες ανταύγειες
και υπολείμματα μνήμης

οι ανάσες σου μορφές ακαθόριστες
νησιά ανεξερεύνητα
με ονόματα που δεν ξέρεις
δεν μπορείς καν να τα προφέρεις
δεν υπάρχει ούτε ένα ανανήψαν νεκροταφείο
οι παλιοί μεγαλοπρεπείς σταυροί εξαφανίστηκαν
μεταμορφώθηκαν σε ψαράκια του γλυκού νερού
που εμφανίζονται κάθε τόσα χρόνια
γεμίζοντας φωσφόρο τα βλέφαρά σου
και σκόνη τα πνευμόνια σου

Αλέξης Γεωργαντάς, Γράφοντας στης Πολυδούρη τα Χαμένα

πρώτη γραφή/
Ευρέθη στα χαμένα/οι μοίρες δεν ενοχλούν πια/μακρεμένο χελιδόνι/ξέρεις,δεν ξέρεις/αν ήρθε,αν φεύγει/ευρέθη στα χαμένα/ένα Φθινόπωρο που άλλαξε/και αντι για το Φθι συνέχισε το καλο το καίρι

η ελπίδα ανταμώνει/ζυγώνει /θα σε ανταμώνει στου χρόνου την σωτηρία/στο ηλιοβασίλεμα της ίασης/στο φως-μεδούλι που ξεπλένει τα πρόσωπα το πρωί/ταξιδεύω στην αχρονη στάση του καιρού /εκεί που ΄ναι αποθηκευμένα όλα τα ξεχασμένα/ζωντανα τα βρήκα και μου ΄πανε πολλά/ένα γράμμα στην Μ.ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ πρωινό Σαββάτου/θα ψάχνω στην σωτηρία να βρω αν άφησες/ίχνη σου κάποια

δεύτερη γραφή/
μακρεμένο χελιδόνι//ξέρεις,δεν ξέρεις/αν ήρθε,αν φεύγει/με ποιές μοίρες ανταμώνει /δεν σ΄ενοχλεί πια/το Φθινόπωρο που σε αλλάζει/αντάμα/στου χρόνου /στην σωτηρία/στο φως-μεδούλι που ξεπλένει πρόσωπα το πρωί/άχρονη στάση του καιρού/αποθήκη ξεχασμένων/στην σωτηρία ψάχνω να βρω αν άφησες/ίχνη σου κάποια/γράμμα στην Μ.ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ πρωινό Σαββάτου

νεύμα στην Μ.ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ μεσημέρι Σαββάτου/
μακρεμένο χελιδόνι/στα άχρονα τοπία/στις αποθήκες ξεχασμένων/ σε ποιά σωτηρία υπάρχεις να βρω/ποιός ο αριθμός του δωματίου/ή άδειος από καιρό/κατσουφιάζει το περπάτημα μέχρι να βρει αυτό που θέλει/να βάφεις το δωμάτιο είδα σε ανοιχτό τόνο αφημάτων

βιβλίο Μ.ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ/ποιήματα εκδόσεις Γ.ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, σελίδα 33
Χαμένα

Προσμένω,ειν΄ή ψυχή μου ελπίδα,/στην νύχτα την τρισκοτεινή/τον ήλιο τέτοιον που προτοείδα/εκεί αντικρύ μου να φανή///////Προσμένω που σημαίνουν τώρα/στριγγές φωνές το χαλασμό,/προσμένω την γαλήνιαν ώρα,/το βραδυνό χαιρετισμό.////////Στην ξερασιά τώρα το χιόνι/ πώχει σα σάβανο απλωθή,/το μακρεμένο χελιδόνι/προσμένω πως θα ξανάρθη.///////Ολα προσμένω τα χαμένα/κ΄ η ελπίδα μάγισσα μια γριά/μου λέει πως έρχονται ολοένα/οι σκιές που χάνονται μακριά.

*Από εδώ: https://republicasentimiento.blogspot.com/2018/09/33.html

Neringa Abrutyte, Τρελά σοβαρή

ρωτάω αν ο πιωμένος
λέει μόνο αλήθεια
αλλά ο ξεμέθυστος σπάνια λέει αλήθεια
όταν ξυπνάει μετά την αλήθεια
ρώτησα ευθέως
ήτανλήθεια
απάντηση: πολύ αυθόρμητα το ειπες
ευθείς παντήσεις απαιτούν αλήθεια
και η αλήθεια είναι ετσι
δεν σημαίνει τιποτα να πεις ότι αγαπάς
γιατί η αγάπη είναι κάθε ειδου αλήθεια
άμεση και έμμεση
αγάπη για το να αγαπάς
λόγια και θέληση
να αγαπάς
προσπάθεια αν νιώθεις
και νιώθει
γιατί χρησιμοποιείς κάθε ευκαιρία
σκέψου λογικά
για την αλήθεια (αρέσεις: δε σου φτάνει αυτή η αλήθεια;)
όταν αρέσεις
ήμαρτο: τι αλήθεια!

*Από τη συλλογή “Το Φθινόπωρο του Παραδείσου”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούνης 2015.

Γιάννης Τσούτσιας, Σελήνης θρόισμα

Απόφαση ονείρου ανύποπτης ώρας,
τοπίου στιγμών έκρηξη δίνης,
συνόδου παλμών απάντηση αφής.

Σκόνη βροχής άυλου κήπου,
μισάνοιχτο φάσμα γύρης χρωμάτων,
δένδρου αλήθειας σταγόνες φιλιών.

Μετάλλαξης βήμα ήχων Σαββάτου,
ανάγλυφη σπίθα ρομφαίας συνόρων,
ορίζοντα νεύμα διαλόγων ακτής.

Την δύση αγγίζοντας,
μέρας σκιρτήματα κομματιών νύχτας,
τελευταίος καθρέφτης… τα μάτια σου.

*Από τη συλλογή “Λέξεις ομόκεντρες”, Εκδόσεις “Ποιήματα των Φίλων”, 2015.

Σίσσυ Δουτσίου, Τα παλιά τα σπίτια έχουν φαντάσματα



Αφιερωμένο στη S. Carapetian και στον D. Graeber που περάσαμε μαζί εκείνο το καλοκαίρι

Ζήσαν πολλοί
ανθρακωρύχοι, αφέντες και αφεντάδες
δούλες και υπηρέτριες
αγρότες
στις 4 τα ξημερώματα
ο θερισμός και οι δεσμίδες καπνού
όμορφες φτωχές εικοσάχρονες
σφιχτά κόκκαλα
σπόροι κάνναβης
οι άντρες κάπνιζαν και οι γυναίκες πιπίλιζαν τα φύλλα.

Tα δυνατά κορίτσια
αποκεφάλιζαν τις πάπιες,
η σούπα έτοιμη για όλη την οικογένεια,
κρασί με ζάχαρη και μοσχοκάρυδο
ψωμί με λάβδανο και
η στοργή της σκιάς των δέντρων
χαρίζει τη σκέψη της εξέγερσης στους νεότερους.

Ο χρόνος του κόσμου πέρασε.
Το μέλλον των ανθρώπων υπήρξε.
Ο νόμος σαν γλώσσα που
δεν κοιτάζει ποτέ τ’ αστέρια
«μην εκπλήσσεστε, η ζωή και ο αιώνας
σαν οικογενειακοί φίλοι
(που) εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον».

Θυμάμαι την αυλή της γιαγιάς μου και
το φάντασμα του παππού μου
να μουρμουρίζει:
«το Κομμουνιστικό Κόμμα μας πρόδωσε».

Οι φτωχοί και οι κομμουνιστές τρώγανε
το καρπούζι για φαγητό,
για να χορτάσουν.

Ο ένας, ο εαυτός
ο ψυχισμός της θάλασσας και
η υποκρισία
παράσιτα: τα χέρια.

Η προίκα,
τα ασυνήθιστα σεντόνια από τα παζάρια των τσιγγάνων,
ένα φτωχό σπίτι
επαρχιώτες αντάρτες,
τότε.

Ο πόλεμος συμβουλεύει τα αγριογούρουνα,
ο κρίσιμος ήχος της ακίνητης θάλασσας,
στην άκρη της Ευρώπης η βοήθεια βαφτίστηκε ελεημοσύνη.

Δεν υπάρχει εκείνη η κατάλληλη στιγμή
όπου
τα βάσανα θα λυτρωθούν.
Η σάρκα έτοιμη
το αίμα καταδικασμένο να υπομένει τον θάνατο.

Κύριε, η ποίηση διαφθείρει την πίστη μου.

Οι δυνάμεις των ισχυρών νικήσαν.
Θα σταματήσουμε να βλέπουμε νυχτερίδες μέσα στην πόλη.
Θα σταματήσει η άναρχη φύση να μας χαϊδεύει τα πόδια.
Το μόνο που έμεινε είναι ένας ουρανός
δίχως σώματα,
ο γαλαξίας δεν αγκαλιάζει πια τη γη
ο φημισμένος Ωρίωνας δεν ανέτειλε
τα τελευταία 10 χρόνια.
Το μόνο που έχει πια η πόλη
είναι μια παλιά αμμουδιά
και ουρανοξύστες δίπλα στις τελευταίες
βάρκες της Μεσοποταμίας.
Καληνύχτα, όμορφε άντρα
εδώ τα περιστέρια τρώνε τις καμινάδες
της βιομηχανικής ζώνης
Καληνύχτα Αγάπη, εδώ οι ψυχές λησμονούν
το ναρκωμένο αιθέρα.
Τα εργοστάσια έμειναν άδεια,
σταδιακά κατακτήθηκαν από την πέτρα.

Το εφήμερο και οι αιώνες.
Ο ήλιος πλέκει τις πλεξούδες
μιας ξεχασμένης παρθένας
στην κοιλάδα.

Νίκησαν άλλοι

Αυτά τα παράθυρα στέκουν ακόμα
εκεί
κάτω από τα κεραμίδια.
Υπάρχουν ακόμα οι σαύρες,
σε κάποιες επαρχιακές πόλεις
κάνουν θόρυβο κάτω από τις σακούλες σκουπιδιών
και στα θεμέλια από σκοτεινές εκκλησίες.

Δεν μου άρεσαν ποτέ τα καινούργια σπίτια
μου αρέσουν οι σοφίτες, το βουβό φως
της διανόησης του κόσμου,
η περιουσία ενός αυτοσχέδιου κήπου
ένας βάλτος
μια παρέα από αγοροκόριτσα
και δυο μεγάλα φίδια
να προστατεύουν το δεντρόσπιτο

Είχαμε πάντα μια καραμπίνα στο σπίτι μας

Τα πιτσιρίκια θάβουν ένα σπουργίτι
Οι ήσυχες κηδείες και
τα λεπτά δάχτυλα της τριανταφυλλιάς
αυτά μου αρέσουν

Η πόλη χρειάζεται φροντίδα
εμείς και ο σκοπός μας
θα θεραπεύσουμε
το τέλος.
Μερικές φορές αυτή η υγρασία μου αρέσει
οι αλάνες με τη λεβάντα και το λεμονόχορτο
αυτά μου αρέσουν

Ο πειρασμός της μαγείας
απέναντι στο θρήνο του κόσμου

Αυτό το απόγευμα πρέπει να συγκινηθούν
τα ελάφια και οι λύκοι
οι τρυποκάρυδοι και οι τίγρεις
να κατακτήσουν τις πλατείες
να χτίσουν ένα οχυρό
να μιλήσουν για τους τάφους γυναικών –
αυτές οι γυναίκες που πλένουν
τις σκεπές των σπιτιών τους
με μια διάπλατη σιωπή
αυτές και το κενό διάστημα –
οι γυναίκες που αγγίζουν τις στάχτες
των αποτεφρωμένων μαξιλαριών τους
υπνωτισμένες,
χαμογελάνε μόνο στο ξημέρωμα του Αυγούστου
παίζουν τα Ελευσίνια Μυστήρια στο
λευκό τραπέζι της κουζίνας τους,
τυλίγονται με σιδερωμένα υφάσματα
μέσα στις φθαρμένες ντουλάπες και κλαίνε αθόρυβα
δίχως να ακουστεί ούτε ένα δάκρυ

Πρέπει να σώσουμε την πόλη,
τον έρωτα των ζευγαριών,
πρέπει να σώσουμε την πολυγαμία

Εδώ, κάποτε δούλευε ο πατέρας μου

Μου αρέσει να πηγαίνω βόλτα στις γειτονιές
που υπερασπιζόμουν κάποτε τη μικρή μου αδερφή,
στους δρόμους που έκανα ποδήλατο και
στις αυλές που διαβάζαμε τους Μυστικούς Εφτά.
Να ανοίγω τα μάτια μου
να κοιτάζω με λεπτομέρεια όλες εκείνες τις στιγμές,
το παιχνίδι, τριγύρω πολλές γάτες
και οι σημαίες της Ειρήνης
καρφωμένες σε τουρκουάζ φυλλώματα.
Τα βαμμένα φρούτα και οι ανήλικες μαινάδες
Το διαμέρισμα που έμενα
δίπλα σε μια εκκλησία
άθεη – τότε –
δέκα χρονών και άθεη
Γι’ αυτό λένε:
τα παλιά τα σπίτια έχουν φαντάσματα
οι μνήμες κατοικούν μέσα στα κουφάρια,
μπετόν και λάσπη
παρελθόν, παρόν και μέλλον.

Βλέπω το παλιό δημαρχείο
φθαρμένο σαν από στάχτη
και θυμάμαι
την ταλαιπώρια της μάνας μου
και εκείνα τα πρωινά
που ερχόταν με τη θεία μου
για να της βγάλει το επίδομα αναπηρίας
και δεν της το δώσανε ποτέ.

Α, ρε μάνα έχεις δουλέψει πολύ
πολλές ώρες, πολλά παιδιά
οι εκλογές και το βιβλιοπωλείο
και στο χωράφι δίπλα
ηλιοκαμένα πρόσωπα,
σκληρά χέρια, ένα στόμα που προσεύχεται τη νύχτα
κρυφά.
Ο θυμός και η μιζέρια καταγής,
τα βουνά και τα παιδιά χορεύουν
– μακριά από το οίκτο –
κάτω από το ζευγάρωμα των αστερισμών.
Καταλαβαίνω το πρωινό ξύπνημα, τον παιδίατρο,
τις αργίες και το δώρο των Χριστουγέννων,
την ασφάλεια υγείας και τα εργατικά ατυχήματα,
αυτοί που δεν μπορούν να πιστέψουν πως
η ζωή είναι ένα μυστήριο και
το κλάμα της ερωτευμένης Αλεξάνδρας

Δεν χρειάζεται να κλέβουμε με αγωνία το δέρμα των ζώων
για να θρέψουμε τις μέρες μας
καλύτερα
να σπείρουμε το χωράφι
κριθάρι και ρύζι
αλλά
μόνο,
όταν αυτό θα είναι
μια κοινή απόφαση- μέχρι τότε
η πίσσα ακόμα θα βρωμάει μέσα στα σπλάχνα μας.

Είναι και η καριέρα και
το απελπισμένο βλέμμα στον καθρέφτη
και η δημοσιότητα και η επιτυχία
Η ποίηση είναι σαν δώρο
για όλους τους άλλους που δεν γράφουν

Η ηρεμία του κάμπου
ξύπνησε τους γονείς μου
και τους προγόνους μου
Ελπίζουν πως θα αποκτήσουν
το ευρετήριο της ελπίδας

Αλήθεια
Βρέθηκα
Γονατισμένη
Δίνοντας
Ελιές και Ζωή
στον Ήλιο
Θεός και Θάλασσα
Ιδρωμένα
Κορίτσια
Λένε το Μέλλον
η Νεότητα
Ξάφνου η Ομορφιά της
Πεταλούδας και ο Ποταμός
στη Ραχοκοκαλιά σου
Στοργικά με Τρυφερότητα
Ύψιλον στον Ύψιστο
Φέρνω Χελιδόνια στην αγκαλιά μου
Ψωμί και Ωμέγα.

Αυτό που ήθελα να γράψω ήταν για:
την εγκαταλελειμμένη πατρίδα των παιδικών μου χρόνων