Αντώνης Τσόκος, Αφού είχε μάτια γιατί δεν με κοίταξε;

Η ράχη της ηλιοκαμένος βράχος
οι σπόνδυλοι
μαργαριταρένιο κολιέ.
Κάθε που φυσούσε
έφερνε ο αέρας τα μάτια της
στο πρόσωπό μου,
ακουμπούσαν το δέρμα, το έκαιγαν,
βουτούσα στη θάλασσα
να πνίξω τα ξένα μάτια·
όταν έβγαζα το κεφάλι απ’ το νερό
το σώμα της καθρεφτιζόταν
στην επιφάνεια της Γης.

Στους ώμους της
μια αίσθηση παντοτινής εγκατάλειψης.
Από το χθες κανείς δεν γλιτώνει
κι αυτός που φοβήθηκε να ζήσει
κι εκείνος που προκάλεσε τη ζωή
και το παιδί που ήθελε μόνο να παίξει
κι έγινε άθελά του ενήλικας
κι έγινε λίπασμα για ένα λουλούδι
που δεν μύρισε.

*Από τη συλλογή “Συνεταιρισμός θυρωρών”, Εκδόσεις Κίχλη.

Leave a comment