Με γλώσσα κάκτου απομακρύνονται οι πλάγιοι δρόμοι των σοφιστών.
Ξαπλωμένος στο δεξί πλευρό κι η χοντρούλα αναισθησιολόγος στάζει τρεις σταγόνες στο λαιμό μου. Χαμογελώ, αν είναι δυνατόν, όμως σε δύο δευτερόλεπτα είχα χαθεί.
Πρόσωπα που θ’ αναζητείς, όσο ζεις και δάκρυ-δάκρυ θα μουχλιάζει η ελπίδα.
Ανήκω στους μοναχικούς του χειμώνα. ασυνεπής στις επιθυμίες μου και χάνονται οι δρόμοι για την πολιτεία.
Στην παρανέστια πολίχνη τα ίχνη μου, σε αυτόν τον ουρανό ανήκω.
*
ΔΙΨΑΣΜΕΝΕΣ ΓΛΑΣΤΡΕΣ ΚΑΙ ΔΥΟ ΓΑΤΟΙ
Έκοψα τις μυτερές γωνίες της σιωπής. Ήλιος ο νους μου και ξαπλώνει στο σεντόνι της.
Αν και ξένος ουρανός, μου δείχνει αγάπη. Θα επιστρέψω στην πόλη μου με τα ποιήματά μου.
Με περιμένουν οι διχασμένες γλάστρες, Θ’ αφήσω όμως εδώ δυο γάτους αδερφάκια.
Πρωί Σαββάτου με καφέ ελληνικό θα είμαστε με την Χρυσούλα στο μπαλκόνι.
Όμως θα λείπουνε οι δύο γάτοι με τα παιχνίδια και τις αταξίες τους.
*Από τη συλλογή “Ποιητική καταδίκη”, έκδοση Το ΚΟΙΝΟΝ των ωραίων τεχνών, Αθήνα 2025.
I am a 3 digit number. I am less than 500, I am greater than 200. All my digits are odd. If you take, each of my 3 digits together you’ll end up with Nothing. 6 of my digits are 4. (I’m the greatest number possible with all these characteristics). I am 55 more than 5. (5 more than 25). I am twice what i was ½ an hour ago. I’m a 3rd of 9, added to 12. (If you add me to myself you’ll end up with 9). I am unique! ½ of me, is 99. You can say “6 + 12” but expect 88. If you ÷ me by 2, and take away 4, then add 5, multiply me by 3, and ÷ me by 2 you’ll end up with me again. I am not your usual number. I once ran 6 laps in 6 days. Once, i found 6 leaves. I’m an even number less than 10, but greater than 5. There are 61 streets all running east-west (down both sides of the street). At the 2nd last Bus Stop, 2 people got off, and 4 more got on. They say 42 is the “meaning of Life”, i’m sure that there is a deeper “meaning to Life” than that. I am 3 + 3 + 3 + 3 + 5. I can eat 2 pizzas, twice! Add 25 to 1 to get 36. Divide 26 by 2 to get 35. I am a multiple of 3. (I am also a multiple of 9, 15, and 6). Less than 50, but greater than 3. I am an irrational number, that is the square root of 2 other irrational numbers. (41 is a Pythagorean prime). Annette read a book that had about 131 pages in it. Figure out how many 6’s that is! Psalm 107 tells us the Lord is Great. (I’m not so sure) I’m No 213486 on the List against Sharia Law. 9 = 3, 6 = 4, 21 = 9. I’ve been transmitting numbers back and forth in black’n’white, for about 6 hours. I’m a vulgar fraction, with 4-two’s in the denominator. 53 Miles West of Venus is a song by the B52’s. The 1/2 life of a car is about 5 years, The Earth, is ))))) !!!! brown
Είμαι ένας τριψήφιος αριθμός. Είμαι μικρότερος από το 500, είμαι μεγαλύτερος από το 200. Όλα τα ψηφία μου είναι περιττά. Αν πάρεις και τα 3 ψηφία μου μαζί θα καταλήξεις στο τίποτα. 6 από τα ψηφία μου είναι 4. (Είμαι ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός με όλα αυτά τα χαρακτηριστικά). Είμαι 55 περισσότερο από το 5. (5 περισσότερο από το 25). Είμαι διπλάσιος απ’ ό,τι ήμουν πριν από μισή ώρα. Είμαι το 1/3 του 9, προστιθέμενο στο 12. (Αν με προσθέσεις με τον εαυτό μου θα καταλήξεις στο 9). Είμαι μοναδικός! Το μισό μου είναι 99. Μπορείς να πεις «6 + 12» αλλά να περιμένεις 88. Αν με διαιρέσεις με το 2 και αφαιρέσεις 4, έπειτα προσθέσεις 5, με πολλαπλασιάσεις με το 3 και με διαιρέσεις με το 2 θα καταλήξεις ξανά σε μένα. Δεν είμαι ο συνηθισμένος σου αριθμός. Κάποτε έτρεξα 6 γύρους σε 6 μέρες. Κάποτε βρήκα 6 φύλλα. Είμαι ένας ζυγός αριθμός μικρότερος από το 10 αλλά μεγαλύτερος από το 5. Υπάρχουν 61 δρόμοι που πηγαίνουν όλοι Ανατολή-Δύση (και στις δύο πλευρές του δρόμου). Στη δεύτερη από το τέλος στάση λεωφορείου, 2 άτομα κατέβηκαν και 4 ακόμη ανέβηκαν. Λένε ότι το 42 είναι το «νόημα της ζωής», είμαι σίγουρος ότι υπάρχει ένα βαθύτερο «νόημα της ζωής» από αυτό. Είμαι 3 + 3 + 3 + 3 + 5. Μπορώ να φάω 2 πίτσες, δύο φορές! Πρόσθεσε 25 στο 1 για να πάρεις 36. Διαίρεσε το 26 με το 2 για να πάρεις 35. Είμαι πολλαπλάσιο του 3. (Είμαι επίσης πολλαπλάσιο του 9, του 15 και του 6). Μικρότερος από το 50, αλλά μεγαλύτερος από το 3. Είμαι ένας άρρητος αριθμός, που είναι η τετραγωνική ρίζα 2 άλλων άρρητων αριθμών. (Το 41 είναι ένας Πυθαγόρειος πρώτος αριθμός). Η Annette διάβασε ένα βιβλίο που είχε περίπου 131 σελίδες. Βρες πόσα 6άρια είναι αυτό! Ο Ψαλμός 107 μας λέει ότι ο Κύριος είναι Μεγάλος. (Δεν είμαι και τόσο σίγουρος) Είμαι Νο 213486 στη λίστα κατά του νόμου της Σαρία. 9 = 3, 6 = 4, 21 = 9. Μεταδίδω αριθμούς μπρος-πίσω σε ασπρόμαυρο, εδώ και περίπου 6 ώρες. Είμαι ένα κοινό κλάσμα, με τέσσερα δυάρια στον παρονομαστή. 53 μίλια δυτικά της Αφροδίτης είναι ένα τραγούδι των B-52’s. Ο χρόνος ημιζωής ενός αυτοκινήτου είναι περίπου 5 χρόνια. Η Γη, είναι ))))) !!!! καφέ
The silver-tongues of freedom Lick the mountains and creatures The roamers weep onto their gods Soothing suns The last ashes of tyranny blown To the black seas of dust Crucified on the red soil of power And midgets grow And eels sing And the earth whispers; …
Γλώσσες της Ελευθερίας
Οι αργυρόγλωσσες φωνές της ελευθερίας Γλείφουν τα βουνά και τα πλάσματα Οι περιπλανώμενοι θρηνούν πάνω στους θεούς τους Καθησυχάζοντας ήλιους Οι τελευταίες στάχτες της τυραννίας σκορπίζονται Στις μαύρες θάλασσες της σκόνης Σταυρωμένες στο κόκκινο χώμα της εξουσίας Και οι νάνοι μεγαλώνουν Και τα χέλια τραγουδούν Και η γη ψιθυρίζει· …
straddled across laminar chairs dragged from kitchens into the warm streets these women would drink shandies and smoke cork-tips while the “Hit Parade” drifted from the verandah
we would sit along the bluestone gutter listening to our mothers singing Cilla Black they would do nails brush hair and touch each other in a late afternoon sun
απλωμένες πάνω σε πλαστικές καρέκλες βγαλμένες από τις κουζίνες έξω στους ζεστούς δρόμους αυτές οι γυναίκες έπιναν shandies (1) και κάπνιζαν τσιγάρα με φίλτρο ενώ το «Hit Parade» (2) ακουγόταν από τη βεράντα
εμείς καθόμασταν κατά μήκος του μπλε πεζοδρομίου ακούγοντας τις μητέρες μας να τραγουδούν Cilla Black (3) έφτιαχναν νύχια χτένιζαν μαλλιά και άγγιζαν η μία την άλλη μέσα σε έναν αργό απογευματινό ήλιο
*Ο Tony Birch είναι Αβορίγινας Αυστραλός συγγραφέας, ακαδημαϊκός και ακτιβιστής. **Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
1) Το shandy είναι ένα δροσιστικό ποτό με χαμηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ, το οποίο παρασκευάζεται αναμειγνύοντας μπύρα (συνήθως λάγκερ ή ειλ) με ανθρακούχο αναψυκτικό με γεύση λεμονιού, μπύρα τζίντζερ ή χυμό εσπεριδοειδών, συνήθως σε αναλογία 50/50 2) Hit Parade: Αναφέρεται στη λίστα με τα τραγούδια που πούλησαν περισσότερο ή ήταν πιο δημοφιλή εκείνη την εποχή (αντίστοιχη με τα σημερινά Top 40 ή τα charts). 3) Η Priscilla Maria Veronica Willis (1943-2015), γνωστή επαγγελματικά ως Cilla Black, ήταν Αγγλίδα τραγουδίστρια, ηθοποιός και τηλεοπτική παρουσιάστρια.
I asked the sky: Why am I here?” It swallowed my words and waited for more. I didn’t know what more to say. I asked the earth: Why am I here?” Its mountains shrugged their shoulders. I asked the fire: Why am I here?” It was crackling so much it didn’t hear a thing. I leant over the well and asked the water. ”Why am I here?” ”Come down, I’ll tell you,” it replied. “Ah, no,” I said. ”Only asking.”
Ρώτησα τον ουρανό: «Γιατί είμαι εδώ;» Κατάπιε τα λόγια μου και περίμενε κι άλλα. Δεν ήξερα τι άλλο να πω. Ρώτησα τη γη: «Γιατί είμαι εδώ;» Τα βουνά της ανασήκωσαν τους ώμους. Ρώτησα τη φωτιά: «Γιατί είμαι εδώ;» Έτριζε τόσο δυνατά που δεν άκουσε τίποτα. Έσκυψα πάνω από το πηγάδι και ρώτησα το νερό: «Γιατί είμαι εδώ;» «Κατέβα κάτω, να σου πω», απάντησε. «Α, όχι», είπα. «Απλώς ρωτάω».
Έχουμε να φτιάξουμε έναν κόσμο απ’ την αρχή. Τα θεμέλιά του, είναι ήδη μπολιασμένα στην καρδιά μας. Έχουμε να φτιάξουμε μια μέρα, που θα ανήκει ειρηνικά σε όλους. Μια νύχτα, που δεν θα κρυώνει κανείς. Ένα καρβέλι, που θα χορτάσει ο άνθρωπος, να γαληνέψει μέσα του το θεριό της αγωνίας. Είμαστε λίγοι. Διασκορπισμένοι σε έναν τυφώνα φόβου και υποταγής. Αιώνες τώρα έχει στηθεί αυτό το πανηγύρι της ανθρωποφαγίας και εμείς με στόματα ραμμένα επιμένουμε να το αρνούμαστε αυτό. Πόσο εύκολα θεωρούν οι άνθρωποι πώς διαφέρουν μεταξύ τους; Πόσο εύκολα θερίζει το κέρδος; Και ακόμη δεν έχω δει κάποιον κερδισμένο. Όμως εμείς αντέχουμε και βαστάμε ακόμη, προχωράμε στην κόλαση χαμογελώντας. Όλη μας η δύναμη κρυμμένη στην σφιγμένη χούφτα μας. Έχουμε εξάλλου, να φτιάξουμε έναν κόσμο απ’ την αρχή. Έναν κόσμο να χωράει το δίκιο στο πραγματικό υψηλό μπόι του ανθρώπου.
the cell is small and square light falls like loneliness here, memory is more real than life
even the memory of the wings of birds, bating even the laughter of children even the fabulously strange & insignificant dreams of homesick migrant workers even the blood-stained midsummer moon even the drunken roaring ocean even the spider who spins his web\ as perfect as silence cannot know how small a man is alone
Ποίημα της φυλακής
το κελί είναι μικρό και τετράγωνο το φως πέφτει σαν μοναξιά εδώ, η μνήμη είναι πιο αληθινή από τη ζωή
ακόμα και η ανάμνηση των φτερών των πουλιών, που πάλλονται ακόμα και το γέλιο των παιδιών ακόμα και τα παράξενα και ασήμαντα όνειρα των νοσταλγών μεταναστών εργατών ακόμα και το ματωμένο φεγγάρι του κατακαλόκαιρου ακόμα και ο μεθυσμένος, βρυχώμενος ωκεανός ακόμα και η αράχνη που υφαίνει τον ιστό της τόσο τέλεια όσο η σιωπή δεν μπορούν να γνωρίζουν πόσο μικρός είναι ένας άνθρωπος μόνος
Κι αν δε βρεθήκαμε γύρω σε αδιάφορα τοπία με ρηχά πλάνα και κενές κουβέντες Κι αν δεν προσπαθήσαμε να δώσουμε λίγο χρώμα στη μουντή φθαρμένη από τον καιρό και την αναλγησία εικόνα Κι αν δεν ξοδέψαμε την πιο πολύτιμη ουσία μας σε ό,τι πιστέψαμε ότι αξίζει τον κόπο και το χρόνο μας Περνώντας όμως τα μισά, ας πορευτούμε πλέον με τους λίγους που περπατάνε δίπλα μας προσέχοντας και σεβόμενοι τον ιδιαίτερο βηματισμό μας προς τα μπρος
Και αν σε ρωτήσουνε, ποια ήμουνα πες τους ότι ήμουνα τριαντάφυλλο, με πικρά, αιχμηρά αγκάθια που κοίταζε τον ήλιο, και όταν μάτωνε έβγαινε το φεγγάρι λαβωμένο. Πες τους ότι ήμουνα μαργαρίτα που άνθιζε στη μέση ενός χωραφιού ολομόναχη, όταν ήθελε και όποτε ήθελε με την απλότητα και την αγνότητα του λευκού… Πες τους ότι ήμουνα ιβίσκος με το χρώμα της φωτιάς, που ζωγράφιζε τον κήπο με φλόγα και πάθος. Πες τους ότι ήμουνα παπαρούνα που χόρευε στον άνεμο με την ευθραυστότητα της στιγμής, έτοιμη να γίνει ανάμνηση. Πες τους ότι ήμουνα νάρκισσος, που καθρεφτίζονταν στη λίμνη, ξεχνώντας την ανθρώπινη φύση του μέσα στην ανατριχίλα του κόσμου.
Μόνο μην τους πεις ποτέ ποια πραγματικά ήμουνα…
Μόνο για σένα… Ήμουνα εκείνη που η ζωή όρισε την ζωή μου!
[Εξ αφορμής, της πρόσφατα εκδεδομένης δίγλωσσης ανθολογίας: Veroniki Dalakoura, Bird Shadows (selected poems and poetic prose 1967-2020), translated and introduced by John Taylor (Dialogos 2024)]
Ακόμα και σε κάποιον ελεύθερο από πάθη η θλίψη αυτή θα ήταν φανερή : δείλι φθινοπωρινό σε βάλτο που βλέπεις το κεφάλι μιας μπεκάτσας. ”Shinkokinshu”(1205) (μτφρ. Ανδρέας Αγγελάκης)
Αν υποτεθεί ότι κάποιος περιελάμβανε την ποιήτρια Βερονίκη Δαλακούρα, στην αποκαλούμενη ”γενιά τού ’70”, υιοθετώντας την σχηματοποιημένη (και φιλολογικά διευκολυντική) πρακτική τών ημεδαπών γραμματολογικών ”ληξιαρχείων”, η ένταξη αυτή, θα είχε όντως νόημα -αποκλειστικά και μόνον- όσον αφορά στην παρθενική της συλλογή ”Ποίηση ’67-’72” (1972), που εξέδωσε εικοσάχρονη (ιδίοις αναλώμασι), μεσούσης τής απριλιανής δικτατορίας.
Ο υπόρρητος σαρκασμός σε συνδυασμό με την πνιγμονή που ”εξυφαίνεται” στην ”Ποίηση ’67-’72” – είναι σε απόλυτη, θα λέγαμε, συναρμογή με το, αμφισβητησιακών, ειρωνικών και υπαινικτικών αποχρώσεων, ”τοπίο” ορισμένων πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών και ποιητριών, μεταξύ των οποίων και η ”ομόλογη” περίπτωση τής Δαλακούρα. (Θάνατος την ημέρα των Χριστουγέννων)
Εμένα μ’αρέσει να προσκυνώ. Δε τα βάζω με κανένα. Αγαπώ τούς τυράννους και θέλω να γεννώ παιδιά στις χαρές των γιορτάδων. Όμως η μουσική – μέ τραυμάτισε σαν την ομίχλη.Δεν αντέχω άλλες συγνώμες κατά τού ειδώλου- κατά τής συγνώμης. Στήθηκα για την απάθεια παθαίνοντας. Χωρίς σκόνη. Πέρασα μέσα απ’ το βουνό με αισθήσεις (συγχωρέστε) (Ποίηση ’67-’72, 1972)
Ας θυμηθούμε, τα υπονομευτικώς αλληγορικά ”Εικοσιτέσσερα νυχτερινά τραγούδια” (1968) τού Θανάση Θ. Νιάρχου (1945-), ή τον καυστικά ”αποδομητικό” Βασίλη Στεριάδη (1947-2003) με τη συλλογή ”Ο κ. Ίβο” (1970) και συναφώς την ”αντιθετική” κοσμοθέαση τής Νατάσας Χατζιδάκι (1946-2017), που βαδίζει (αμετάπειστη) ”Στις εξόδους των πόλεων”(1971).
Επιστρέφοντας, στην ποιητική περιοχή που οριοθετεί η Δαλακούρα, θα παρατηρούσαμε πως, ήδη από την ένσαρκη και έμφυλη ”κατάφαση” τής (μεταπολιτευτικής) ”Παρακμής τού έρωτα” (1976), η ποιήτρια αφίσταται από τα κοινωνικοπολιτικά ”συμφραζόμενα” τής χουντικής επταετίας, καθώς και από την ”συνεκφορά” ενός αναγνωρίσιμου ποιητικού ιδιώματος, συνεκτικού μιας δυνητικά ομαδοποιήσιμης (προ Μεταπολίτευσης) ”γενιάς τού ’70”. (Τραγούδι)
Χρόνια πριν, σε μια ηλικία που δεν ήταν παιδική αλλ’ ούτε και ώριμη, βρήκα την ρομαντική μουσική να σφάζει τα δέντρα. Έπιασα τότε τον έρωτα στα δάκτυλά μου και τον συνέτριψα. Μετά προσπάθησα να εξαφανίσω όλων των ειδών τις ευαισθησίες. Δεν βρήκα καμιά αγάπη – ευτυχώς. Η ζωγραφική μου τάραξε το αίμα, κι αυτό για λίγο, προτού διαβάσω τα αριστουργήματα της χλόης. Χάρηκα χάρηκα τη μεγαλοφυία και το θάνατο. Κι όταν κουράστηκα να πονώ δεν ήρθε η σιωπή ή κανένα εξωτικό πλάσμα ν’ αποχαιρετήσει τον ελληνικό χειμώνα. Ο Τετιμημένος και ο Ύπνος είχαν ξεκινήσει για καλύτερες εποχές. (Η Παρακμή του έρωτα, 1976)
Η μεταϋπερρεαλιστικά εξηρμένη ”Παρακμή τού έρωτα”(1976) δίνει την θέση της, στον φαινομενικά μειλίχιο, πλην δύσθυμα ”απολογιστικό” ”Ύπνο” (1982), που αποτελεί ένα μεταβατικό στάδιο – τομή, στην έκτοτε κατατιθέμενη ποιητική δημιουργία τής Δαλακούρα, εφόσον ο βιωματικά πληθωρικός (”ενήδονα επώδυνος”) ερωτισμός τού παρελθόντος, έχει υποκατασταθεί πλέον από την πικρή ανάμνηση τού έρωτα, καθώς και από μιαν, ”αγνωστικιστικής” υφής, απαρέσκεια. (Ο άλλος)
Αχ ιστορία τού έρωτα και απόλαυση τής αγάπης που δεν γνώρισες τίποτα για τον έρωτα! Γιατί η δική μου ηδονή μετρά τον χρόνο και απορρίπτει, γιατί ένα σώμα πάντα προδίδει το σώμα μου. (Ο Ύπνος, 1982)
Ο ευθύβολα απογυμνωτικός ”λόγος” στις ”Μέρες ηδονής” (1990), γίνεται πιο οξύαιχμος και ενίοτε ”ενοχλητικά” διαυγής, ιδίως όσον αφορά στην ”στάθμιση” τού ναρκοθετημένου ”παρόντος”, λόγω παρέλευσης τής νεανικής ”σωματικότητας” και ιδιοσυγκρασίας.
Ως πότε θα συνεχιστεί αυτή η νύχτα Δεν είναι μόνο το σκοτάδι Αλλά κι η άρνηση Το άχρηστο σώμα Που ομολογεί και φτύνει Η απαίσια ηδονή (Μέρες ηδονής, 1990)
Στην ”Άγρια αγγελική φωτιά” (1997), η Δαλακούρα συμβολοποιεί τον κατακερματισμό και την εξαϋλωτική επενέργεια, ενός -εν πολλοίς- ”φενακιστικού” ερωτικού φαινομένου (παραπέμποντάς μας, στον ”οικείο” γνόφο τής σαρτρικής ”Ναυτίας”)
Απαίσιο, το καθετί παρέμεινε και μετά το τέλος το ίδιο απαίσιο, Ψίθυροι όπως «Προσευχήσου για μένα» έπαιρναν τη θέση της εξομολόγησης, το μερίδιο της μάχης στο χαράκωμα της λεωφόρου. Ανέβαινε ασθμαίνοντας τα σκαλιά. Κάπου κρυβόταν ο τρελός σύζυγος ίσως στο τέρμα του δρόμου που κάποτε αγάπησε μιαν άλλη. Χειμώνας, για να υπάρξει έπρεπε τη μόλυνση να ακολουθήσει η διαφθορά. Όμως ακόμη κι αν ομολογούσε ότι με τη δική της θέληση ασελγούσαν στην ψυχή της, έπρεπε γι’ αυτό για πάντα το σώμα της να χάσει; (Άγρια αγγελική φωτιά, 1997)
Στα ”26 Ποιήματα”(2004), επτά χρόνια μετά, η ώριμη ”ποιητική” τής Δαλακούρα, αποίκιλτα λιτή, με κατακτημένη (αυτ)επίγνωση και σωρευτικά απομυθοποιητικές διαψεύσεις, ”υπάγεται” εντέλει στην επικράτεια τής ματαιότητας και τού ανώφελου.
(Φαντάσματα)
Τώρα που ονειρεύτηκα τον αγαπημένο Να κοιτά το άπειρο ξασπρισμένο Σαν τα δικά του κόκαλα Επιβεβαιώθηκε η νοθεία τού αισθήματος
Σπαθί του είναι τα μυτερά δόντια Κι όταν το χέρι απλώνω στο συγχυσμένο Κεφάλι Αιχμαλωτίζει η μέγκενη των αστραφτερών Κυνοδόντων.
Πατέρα απάλλαξε απ’ αυτόν το πόνο Συγγενικό με το δικό σου χαμό. Όμορφη μέρα της νύχτας Η καρδιά νομοθετεί Εισδύει με το στόμα μισάνοιχτο Έτοιμη να δαγκώσει Ερημική συνέχεια.
(26 Ποιήματα)
Το 2011, η Δαλακούρα επανεμφανίζεται με τον ”Καρναβαλιστή” συλλογή ”προορατική” τής ολοκληρωτικής (απο)νέκρωσης, μιας κατ’ ουσίαν ψευδεπίγραφης και αβίωτης ”ζωής”.
Όλα τελειώσαν, άνθρωποι, μέσα σε χύτρες αποφόρια και λιμάνια με τη βρωμιά ενός λαδιού από στουπί που βύζαινα πριν δώσω στην σκιά ό,τι οφείλω. (Καρναβαλιστής, 2011)
Θα ολοκληρώσουμε την περιήγηση στην -άνω των πενήντα ετών- ποιητική πορεία τής Βερ. Δαλακούρα, με τους ”Καππαδόκες” (2020), όπου συνεμφανίζονται και συσσωματώνονται η αινιγματική απόφανση, το οντολογικό κενό, η υπαρκτική κόπωση και καταληκτικά, η ”εναπόθεση” στην αμφιθυμική περίπτυξη ενός ομιχλωδώς απροσδιόριστου απείρου ”τέλους”, δεδομένης – ωστόσο – τής προηγηθείσας ”ζωϊκής” πλησμονής. (Πάλι καλά) Κάτω από αμμόλοφους όπως βουβά υποσχέθηκα μάσησα σκότος.
Με τα μαλλιά σε μολυβένια ακτή τα σώματά μας έδεσα και τραβώντας την αιχμή κορμί ξεχώρισα από δόρυ.
Πάλι καλά που πρόλαβα κι έκαψα ολόκληρο κερί. Ένα με φλόγα από μαργαριτάρι κι ας έβρεχε κι ας μ’ είχε πλημμυρίσει η βροχή… (Καππαδόκες, 2020)