Μάρκος Μέσκος, Πέντε ποιήματα

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Σκέφτομαι πως μπορεί μέσα σε λίγην ώρα
να στολίζεις κι εσύ μια κόχη του Μουσείου,
ένα κάγκελο ή ένα πλακάκι με το κρανίο σου
με τα σπασμένα σου χέρια καθώς δυο σταυρωμένα σπαθιά
τα ίχνη σου από τα διαβολεμένα σύνεργα στις άκρες
των καλλίγραμμων ποδιών σου,
μπορεί, λέω, να στολίζεις
το Μουσείο ή την Πινακοθήκη του μεταγενέστερου ανθρώπου,
όταν απόλυτα λυτρωμένος και μ’ ενδιαφέρον διαβάζει
«Κόσμος του εικοστού αιώνα».

*Από το περιοδικό «Ο Λογοτέχνης», τ. 9, Μάιος 1957.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

Στα μάτια σου κοιμούνται οι μαργαρίτες, αδερφούλα,
ένα αστείο ρυάκι ήσαν τα λόγια σου
κι άγγελος μαζί όπου σε κάλεσε ο Θεός
να τραγουδείς τις πορφυρές αυγές Του…
Να πιστέψω δεν δύναμαι
πως το κατάμαυρο γεράκι εκεί ψηλά είναι θάνατος
αφού σηκώνει στις φτερούγες του τόσον ουρανό
ανθισμένο από τα λούλουδα που φύτεψες ‘κει πάνω…

*Όπως ο ίδιος αναφέρει σε υποσημείωσή του, στη μικρή του αδελφή, η οποία έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις δεκαπέντε μηνών.

**Από το περιοδικό «Νέα Εστία», τ. 723, Αύγουστος 1957.

ΓΡΑΜΜΑ Σ’ ΕΝΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Τα ποτάμια στέρεψαν – μη ζητήσεις άδεια,
μη σου φανεί παράξενο: τα δέντρα δεν άνθισαν φέτο–
η Βεατρίκη παντρεύτηκε –ο πατέρας σου δε χτυπάει
τη μάνα σου όταν γυρίζει μεσάνυχτα τύφλα στο μεθύσι.
Μη σου φανεί παράξενο: βρέχει στην πατρίδα, βρέχει
κι ο πελαργός περνώντας δεν κροτάλισε καλοκαίρια –
τι να την κάνεις την άδεια;

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Παράξενο! Χίλιες φορές παράξενο, να μην
ανθίσουν τα δέντρα, τα ποτάμια να στερέψουν,
καλοκαίρι τώρα στην πατρίδα να βρέχει, η Βεατρίκη μου να παντρευτεί
λες ο πατέρας μου να συνετίστηκε;

Τώρα που μεγάλωσε βουνό η νοσταλγία μου, θυμάμαι
πως γεννήθηκα κοντά σε ένα ποτάμι. Κι όταν ξεστρατευτώ από την πατρίδα
κουβαλώ ένα παγωμένο ποτάμι στη ράχη μου…
―Στείλε μου μωρέ το πυρωμένο μαχαίρι
να χαράξουν στην πλάτη μου τα πουλιά τα λιγοθυμισμένα
του καλοκαιριού!

ΕΝΑΣ ΓΑΜΟΣ

Αυτήν θαυμάζω περισσότερο. Μια γυναίκα μάλλον κοινή. Έφτασε δω
δούλα, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος έστελνε στην πατρίδα του
σωρούς τα χρυσά δώρα, καραβιές τους σκλάβους του Νείλου
μα έτυχε να δει τη λευτεριά της μόλις τώρα
παίρνοντας άντρα έναν τυφλό του τελευταίου πολέμου.
Και γνώριζε πως σ’ όλη τη ζωή, αυτή, η δούλα η λεύτερη πια
δε θα ‘βλεπε παρά έναν καμένο ουρανό μπροστά της
μέρα και νύχτα έναν φράχτη από ασβέστη!
(Ω, Θε μου, ρίξε τον κεραυνό σου και κάψε με
αφού λησμόνησα να ευχηθώ τ’ όνειρο της λεύτερης δούλας.
Να πέσει, λέει, αυτός ο κάτασπρος φράχτης και να φτάσουν στον καμένο
ουρανό γέλια και παιδικές φωνές!)

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ. 52 Ιούνιος 1959.

Κωνσταντίνος Μαρκογιάννης, Τρία ποιήματα

Προορισμός

Το ξέρω κουράστηκες…

Θέλεις απλώς να κοιμηθείς
έναν ύπνο δίχως όνειρα.

Δίχως εφιάλτες…

Αόρατος αν μπορούσες θα γινόσουν.
Απαλλαγμένος απ’ της ύλης τα δεσμά.

Ατάραχος και ανέμελος
θα περιπλανιόσουν…

Από σπίτι σε σπίτι.
Από άστρο σε άστρο.

Χωρίς σκοτούρες.
Χωρίς σκοπό.

Ενίοτε θα μεταμορφωνόσουν
σε δέντρο, πεταλούδα…

Άλλες φορές θα γινόσουν
σύννεφο, βροχή.

Ναι, αν μπορούσες
θα τα θυσίαζες όλα…

Έρωτες, φίλους, οικογένεια.
Μικρές και μεγάλες απολαύσεις.

Άλλωστε τι είναι η ζωή
μπρος στην αιωνιότητα;

Για σκέψου το λιγάκι…

Είναι το ταξίδι που αξίζει
ή ο τελικός προορισμός;

*

Στα Όνειρα

Μου λες όλα είναι μάταια
Εφήμερα…

Ίσως, σου λέω
Ίσως…

Όμως στα όνειρα
Η ψυχή μεταμορφώνεται
Παίρνει πολύπλοκη μορφή

Ο πατέρας γίνεται άνεμος
Η μητέρα είναι δέντρο
Με πέτρα μοιάζει η αδερφή

Οι σκέψεις θυμίζουν σύννεφα
Οι ήχοι πετούν σαν πεταλούδες
Τα αισθήματα στάζουνε βροχή

Μέσα στα όνειρα
Τα πάντα μεταπλάθονται
Ξαναγεννιούνται

Τίποτα δεν πεθαίνει
Τίποτα…

*

Ωδή στη Μοναξιά

Ω Μοναξιά
Μούσα της έμπνευσης
Πηγή δημιουργίας
Πιστή μου φίλη
Μάνα, ερωμένη, αδερφή

Ω Μοναξιά
Πάμε μαζί να φύγουμε
Μακριά απ’ τα πλήθη
Τα ψεύτικα χαμόγελα
Τους άσπονδους φίλους και εχθρούς

Κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό
Περίπατο εσπερινό θα πάμε
Η Πούλια θα μας οδηγεί
Το ολόγιομο φεγγάρι

Πιασμένοι χέρι χέρι
Σε αρχαίο τύμβο θα αναπαυτούμε
Θα αφουγκραστούμε σιωπηλά
Τα δέντρα και τους νεκρούς

Θα ψιθυρίσει ο άνεμος…
Θα μας δροσίσει η βροχή…

*Από τη συλλογή “Ίχνη φωτός”, εκδ. Βακχικόν, 2021
**Περισσότερα για τον Κωνσταντίνο Μαρκογιάννη εδώ: https://linktr.ee/konmark

Κατερίνα Χατζοπούλου, Δύο ποιήματα

TANT PIS

Ποιος είπε πως έφταιγε
εκείνος όχι

δεν είχε
χέρια για να δώσει
νόημα σάρκας στη σκανδάλη της στιγμής

σάπιος καρπός η νύχτα
είχε σαλπάρει

Το σώμα της όμως
αντιστεκόταν δεν θα γινόταν
βρεγμένο κουρέλι να δροσίζει τον νεκρό
για κάθε μέρα που δεν έζησε

“Αλήθεια

πίστεψες στα λεπτά μου χέρια;
έβαλες πλώρη -χρόνια και θάλασσες μετά-
για το ίδιο ψέμα

σκορβούτο τ’ άστρα
μη ρωτάς”

Κουρασμένο
το χέρι απ’ την πλάνη της άμμου

και το βλέμμα δεμένο σε μια κοίτη
που ξεσέρνει
βουτάς

για να φτάσεις πού

δεν έχουν όχθες στην ύλη
οι λέξεις

βολέψου πια

Ό,τι κάποτε
αγνό ναυάγιο διασώθηκε

αρπάζεται απ’ το κύμα
τώρα

λάθος ο φάρος
χαιρετά την προσπάθεια

προς τι

μια λάμπα θυέλλης
δυό στάλες λάδι μέχρι την αυγή

μάχη να δίνουν
με τους μαύρους γλάρους

Χρόνος δεν θα ‘πρεπε να σημαίνει
αντοχές

κάποιες στιγμές
αναγκαίος ύπνος

άνωση στάσιμων υδάτων

*

To have heard the farfalla gasping

Ας αφήσουμε
τώρα να νιώσουν -αν τυχεροί-
τα ευγενικά ξερόκλαδα

δεν είναι απλό
το εύρος της αίσθησης
όταν η σάρκα πιο τρυφερή
είναι γκρεμός το ξετύλιγμα
κι ας τόσο ξέφωτο ή αγρός
ως εκεί που σκοντάφτει
επιβάλλοντας όρους
πραγματικότητας
το βλέμμα

όλο το βάρος και μια πέτρα

απ’ το θράσος της ορμής να κλέβουν
σ’ έναν άσπαρτα ουρανό
να τι θα πει
σχοινί

για όσους πίστεψαν πως λυτρώθηκαν

Από το ράμφος της απραξίας

*Από τη συλλογή “γόνατα μόνο”, εκδ. Περισπωμένη, 2026

Φωτεινή Καπελλάκη, Δύο ποιήματα

Ο ΕΝΟΙΚΟΣ

Θέλω να πω για εκείνον τον μοναχικό ένοικο
χωρίς συγγενείς και φίλους ή κατοικίδιο,
ότι ένα βράδυ τον είδα να παίζει τυφλόμυγα
κυνηγώντας έναν μηχανικό παπαγάλο,
ότι μια γυναίκα με βαριά κόκαλα, ξανθιά,
έρχεται πότε πότε σπίτι του και καθαρίζει
κι ύστερα αυτός της λούζει τα μαλλιά,
ότι τον λένε Ερρίκο και δεν έχει ονομαστική εορτή,
ότι κάθε Πρωτοχρονιά θυμάται
ότι φύτεψε στο μέτωπο της γυναίκας του μια σφαίρα
και κλαίει και θυμάται
και ασταμάτητα κλαίει
ενώ παγώνουν τα δάκρυά του
και γεμίζει το δωμάτιο χιόνι
χωρίς κανένας να έμαθε ποτέ για το φονικό,
ή ίσως μόνο εγώ,
όταν στα μάτια μου ιδρύθηκε ο μύθος.

*Από τη συλλογή «το ελάχιστο σώμα», εκδ. Ενύπνιο, 2021.

*

ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Την ανάσα μου θα δώσω στον αυτόχειρα
που διάλεξε να πεθάνει με τη μέθοδο του πνιγμού.
Όχι επειδή το κλάμα του
μέσ’ από λάθη λυγμικά
προδίδει μια γλώσσα ανίατη από ένοχες λέξεις
όπως αναγκαία υποταγή
αλλιώς ικρίωμα αλλιώς ομηρία
αλλιώς πρόκληση στο τραύμα ή κυνισμός

αλλά επειδή σαν δερβίσης
άλλοτε παραδομένος στους κύκλους των προσευχών
ασκήθηκε στην αθωότητα πάνω στη γη

γενόμενος ο ίδιος σφάλμα

εντός ενός κόσμου τέλειων αναλογιών
που ασφυκτικά τίποτα δεν σήμαινε.

*Από τη συλλογή «Πρόχειρα θαμμένο», εκδ. Ενύπνιο, 2025.

Γρηγόρης Σακαλής, Άτακτη υποχώρηση

Artwork: Clifford Harper

Χιλιάδες κόσμος
με πανό και σημαίες
νέοι και νέες
προχωρούν μπροστά
φλόγα τα νιάτα τους
και προβολέας
φωτίζουν γύρω παντού
τρέμουν οι δρόμοι
και τα κτίρια χορεύουν
κάθιδρα τρέχουν
τα σκυλιά του καθεστώτος
να συμμαζέψουν
ό,τι μπορούν
γαβγίζουν άγρια
μα τα γρυλίσματά τους
χάνονται μέσα στις φωνές
του πλήθους
η πλάστιγγα ήδη έγειρε
και τα ελικόπτερα
πήραν μπρος
σε κάποιες ταράτσες.

Στέλλα Δούμου, Τρία ποιήματα

Η Λεωφόρος Λιμπερτά από την ταράτσα εξηκονταετούς κτηρίου

Κόκκινα ποδήλατα παρήλασαν
Στην Λεωφόρο Λιμπερτά
Την Μεγάλη Εβδομάδα του μήνα Σιλόκ.
Ο κατασκευαστής τους τα είχε ερωτευθεί
Από την πρώτη εκείνη στιγμή που έφτιαξε
Τα γυαλιστερά φτερά και τις ακτίνες
Τα κουδούνια και τ’ αεικίνητα πεντάλ.
Μόλις έφτιαξε και το τελευταίο τής ράτσας
Ολόχαρος τίναξε τα μυαλά του
Μπροστά από αυτήν την επανάσταση.
Αχ, όλα αρχίζουν από την ανάποδη των προφάσεων
Κι αυτό είναι το μεγάλο ατού όλων των παραδείσων
-ο εν λόγω, βρισκόταν σε μια ταράτσα
που κουδούνιζε σαν πυρακτωμένη δύση-

Μην και ξέρετε πώς αλλάζουν
Οι εποχές των χαρούμενων ποδηλάτων;
Ζητείται μία που να μην χαλά κατά την πτώση.

*

Ante portas

Πρόσεξε παρακαλώ
Το στήθος μου είναι μαύρος άνεμος
Διαπλέει άλογα
Με πνεύματα Αγίων στις οπλές.
Τα κάνει ν’ αγαπούν την αμαρτία.
Να πίνουν νερό από μετόχια
Που κατοικούνε δαίμονες περιστρεφόμενοι.
Σε συνθήκες ραφής πρωινό χειλιών.
Φοβούμαι τα εάλω.
Γι’ αυτό, μην αφήσεις ίχνη.

*

Εντροπία

Μίσχοι αμυγδαλωτών σφυγμών
Και βύσσινο αίμα
Σε ανορθόδοξα τέμπλα Σεπτέμβρη ουρανού
Σαλεύει ο χρόνος υπό μάλης
Στον γύψινο ορθό μια ρωγμή:
η παρθενία της σιωπής
Η πιθανότητα να αναστηθείς
Είναι όση του αγριόχορτου η λεπτομέρεια
Στο καλογυαλισμένο σύμπαν.

Η πιο μαβιά εξίσωση εσύ
λάμνεις στην εντροπία.

*Από τη συλλογή “Βαθιά στον κύκλο ν’ ασημίζει”, εκδ. Κουκκίδα, 2024.

Μάνια Μεζίτη, από το “Τον ελέφαντα είδαν πρώτα”

Η Άννα διέθετε μια παιδιάστικη πλευρά. Περιπλανιόταν ανέμελη στους δρόμους με μια νοσοκομειακή ετικέτα στον καρπό. Αν ζήλευες; Ναι, λιγάκι. Η αντοχή της σου ασκούσε γοητεία. Έμπαινε στον θάλαμο φορώντας δανεικά μαλλιά και μεταχειρισμένο πόδι. Πρώτη position ένα βήμα εμπρός. Ύστερα δύο πίσω, plié. Η πρώτη συντριβή της Άννα ήταν από κεραυνό.

*

Η Αφροδίτη δεν ήτανε θεά. Καθάριζε κάτι γραφεία στην διόλου. Τις Κυριακές προσέφερε σπονδές και τα πλαστικά της σκεύη. Έκοβε τα μαλλιά της αγορίστικα να μη χρειάζονται φροντίδα. Ο μόχθος της είχε τη γεύση φαγητού. Έτρωγε ακατάπαυστα για να ισοφαρίσει.

*

Όταν υψώνει τη φωνή, γίνεσαι polly pocket. Διατηρείς βεβαίως το δικαίωμα να ψηφίζεις κλείνοντας στ’ αριστερά σου την αγκύλη, αλλά δεν κάνεις για αρένες – σημαντικό να ξέρεις γιοα πόσα πράματα μετράς. Τεράστια εθυχασρίστηση τα πλαστικά σου φουστανάκια παρότι σκίζονται καμιά φορά καθώς προσπαθείς να χωρέσουν.

*“Τον ελέφαντα είδαν πρώτα”, εκδ. Κουκκίδα, 2025

Ζωή Καραπατάκη, Μονόδρομος

Θάλασσα είσαι όλη σκεπασμένη
απ’ τον ουρανό
Τον ουρανό που για καιρό πίστευα
ότι γνωρίζει κάθε επιθυμία σου
Επισύναπτα λοιπόν
όποτε ερχόμουν σ’ εσένα
και τις δικές μου επιθυμίες
είτε ψευδείς ήτανε είτε αληθινές,
σαν υστερόγραφο στο τέλος
μιας μακράς επιστολής
Μα σιγά σιγά έμαθα
ότι αυτός ο απέραντος ουρανός είναι
μια μεγάλη ψευδαίσθηση
όπως και ο Παράδεισος
Έτσι στράφηκα από τότε στον εαυτό μου
τον αναγνώρισα
ως ένα από τα απτά δείγματα του χρόνου,
μια σημαδούρα του Άγνωστου,
κι άρχισα να χάνομαι μέσα του.

Ξένια Καλαϊτζίδου, Δύο ποιήματα

Όταν κοιμάμαι
οι φίλοι γίνονται εραστές,
οι δρόμοι των παιδικών χρόνων
γεννούν πολυώροφους κήπους,
από άγνωστους ωκεανούς βρέχομαι
απρόσμενης παροχής
όσο επιτρέπει ο μετρονόμος της βρύσης.
Ώσπου να ξυπνήσω
οι εχθροί εξημερώνονται
και τυλίγονται στη λήθη εκ νέου.
Έξω ο κόσμος
ανακυκλώνεται και μισεί
με ταχύτητες θορύβων.
Καραδοκεί το μαύρο γάλα,
χαράζει κάθε νέο φως.
Μα πόσο γαλήνιες
οι τελευταίες ξυραφιές
του ήλιου.

*

Ακόμη κι αν τα λόγια είναι μάταια
κι αναβαθμίστηκαν σε εμπορικά πελώρια
τα σκλαβοπάζαρα της γης –
απολήξεις καλοκαιριών περασμένων
σε άγνοια πλέοντας ή σε ιερή κενότητα
δείχνουν στο απέραντο φως.
Γι’ αυτό καμιά φορά ακόμη
τρέχουμε στους δρόμους
θαρρείς σε άυλες γκαλερί,
χωρίς να μας κυνηγούν.
Τότε η πόλη σκάει ένα από τα σπάνια
κι εφήμερα χαμόγελά της
πριν να γυμνώσει τις αμυγδαλιές
μια βίαιη ριπή ανέμου.
Μπορούμε χωρίς αποσκευές ακόμη
στο χορτάρι της να κυλιόμαστε
φωνάζοντας:
ένας από μας.

*Από το TEFTeRI, No 3, Γενάρης 2026.

Λιάνα Σακελλίου, Σώμα σαν χάρτης

Φωτογραφία: Noemia Prada

Με ανοίγεις και περπατάς μέσα μου
μέχρι τη θάλασσα
ιριδίζει με λάδι ευκαλύπτου
κι εμείς δεν έχουμε ακόμη φθαρεί.
Κινείται προς το μέρος σου
τη βλέπεις στον λαιμό μου ν’ ανασαίνει
σφίγγεται, χαλαρώνει, πάλλεται
δοκιμάζει πόσο σε θέλει.
Ας πούμε πως η θάλασσα βαθαίνει,
πως μια αστραπή τη φωτίζει
τη στιγμή που με σχίζεις
σαν εργαλείο τελετουργικό
τα όργανα πυρώνουν
ο αέρας λιγοστεύει
γίνεται λάρυγγας ο δρόμος
και στενεύει
γίνεται σπήλαιο –
στο βάθος του θερμή
η θάλασσα μουγκρίζει
τα σπλάχνα υγραίνονται
φουχτώνεις τον πλακούντα
και τον τραβάς.
Κάτι αποσπάται.
Κάτι γεννιέται.
Βραδιάζει απότομα
με το κρώξιμο
ενός αόρατου γλάρου
και αρχίζει να χιονίζει.
Στις αρτηρίες
κυκλοφορεί μονάχα
το χειμωνιάτικο ταξίδι των χυμών μας
βαρύ και αδιόρθωτα αργό.