ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ
Σκέφτομαι πως μπορεί μέσα σε λίγην ώρα
να στολίζεις κι εσύ μια κόχη του Μουσείου,
ένα κάγκελο ή ένα πλακάκι με το κρανίο σου
με τα σπασμένα σου χέρια καθώς δυο σταυρωμένα σπαθιά
τα ίχνη σου από τα διαβολεμένα σύνεργα στις άκρες
των καλλίγραμμων ποδιών σου,
μπορεί, λέω, να στολίζεις
το Μουσείο ή την Πινακοθήκη του μεταγενέστερου ανθρώπου,
όταν απόλυτα λυτρωμένος και μ’ ενδιαφέρον διαβάζει
«Κόσμος του εικοστού αιώνα».
*Από το περιοδικό «Ο Λογοτέχνης», τ. 9, Μάιος 1957.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ
Στα μάτια σου κοιμούνται οι μαργαρίτες, αδερφούλα,
ένα αστείο ρυάκι ήσαν τα λόγια σου
κι άγγελος μαζί όπου σε κάλεσε ο Θεός
να τραγουδείς τις πορφυρές αυγές Του…
Να πιστέψω δεν δύναμαι
πως το κατάμαυρο γεράκι εκεί ψηλά είναι θάνατος
αφού σηκώνει στις φτερούγες του τόσον ουρανό
ανθισμένο από τα λούλουδα που φύτεψες ‘κει πάνω…
*Όπως ο ίδιος αναφέρει σε υποσημείωσή του, στη μικρή του αδελφή, η οποία έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις δεκαπέντε μηνών.
**Από το περιοδικό «Νέα Εστία», τ. 723, Αύγουστος 1957.
ΓΡΑΜΜΑ Σ’ ΕΝΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ
Τα ποτάμια στέρεψαν – μη ζητήσεις άδεια,
μη σου φανεί παράξενο: τα δέντρα δεν άνθισαν φέτο–
η Βεατρίκη παντρεύτηκε –ο πατέρας σου δε χτυπάει
τη μάνα σου όταν γυρίζει μεσάνυχτα τύφλα στο μεθύσι.
Μη σου φανεί παράξενο: βρέχει στην πατρίδα, βρέχει
κι ο πελαργός περνώντας δεν κροτάλισε καλοκαίρια –
τι να την κάνεις την άδεια;
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ
Παράξενο! Χίλιες φορές παράξενο, να μην
ανθίσουν τα δέντρα, τα ποτάμια να στερέψουν,
καλοκαίρι τώρα στην πατρίδα να βρέχει, η Βεατρίκη μου να παντρευτεί
λες ο πατέρας μου να συνετίστηκε;
Τώρα που μεγάλωσε βουνό η νοσταλγία μου, θυμάμαι
πως γεννήθηκα κοντά σε ένα ποτάμι. Κι όταν ξεστρατευτώ από την πατρίδα
κουβαλώ ένα παγωμένο ποτάμι στη ράχη μου…
―Στείλε μου μωρέ το πυρωμένο μαχαίρι
να χαράξουν στην πλάτη μου τα πουλιά τα λιγοθυμισμένα
του καλοκαιριού!
ΕΝΑΣ ΓΑΜΟΣ
Αυτήν θαυμάζω περισσότερο. Μια γυναίκα μάλλον κοινή. Έφτασε δω
δούλα, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος έστελνε στην πατρίδα του
σωρούς τα χρυσά δώρα, καραβιές τους σκλάβους του Νείλου
μα έτυχε να δει τη λευτεριά της μόλις τώρα
παίρνοντας άντρα έναν τυφλό του τελευταίου πολέμου.
Και γνώριζε πως σ’ όλη τη ζωή, αυτή, η δούλα η λεύτερη πια
δε θα ‘βλεπε παρά έναν καμένο ουρανό μπροστά της
μέρα και νύχτα έναν φράχτη από ασβέστη!
(Ω, Θε μου, ρίξε τον κεραυνό σου και κάψε με
αφού λησμόνησα να ευχηθώ τ’ όνειρο της λεύτερης δούλας.
Να πέσει, λέει, αυτός ο κάτασπρος φράχτης και να φτάσουν στον καμένο
ουρανό γέλια και παιδικές φωνές!)
*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ. 52 Ιούνιος 1959.
