Με ανοίγεις και περπατάς μέσα μου
μέχρι τη θάλασσα
ιριδίζει με λάδι ευκαλύπτου
κι εμείς δεν έχουμε ακόμη φθαρεί.
Κινείται προς το μέρος σου
τη βλέπεις στον λαιμό μου ν’ ανασαίνει
σφίγγεται, χαλαρώνει, πάλλεται
δοκιμάζει πόσο σε θέλει.
Ας πούμε πως η θάλασσα βαθαίνει,
πως μια αστραπή τη φωτίζει
τη στιγμή που με σχίζεις
σαν εργαλείο τελετουργικό
τα όργανα πυρώνουν
ο αέρας λιγοστεύει
γίνεται λάρυγγας ο δρόμος
και στενεύει
γίνεται σπήλαιο –
στο βάθος του θερμή
η θάλασσα μουγκρίζει
τα σπλάχνα υγραίνονται
φουχτώνεις τον πλακούντα
και τον τραβάς.
Κάτι αποσπάται.
Κάτι γεννιέται.
Βραδιάζει απότομα
με το κρώξιμο
ενός αόρατου γλάρου
και αρχίζει να χιονίζει.
Στις αρτηρίες
κυκλοφορεί μονάχα
το χειμωνιάτικο ταξίδι των χυμών μας
βαρύ και αδιόρθωτα αργό.
