TANT PIS
Ποιος είπε πως έφταιγε
εκείνος όχι
δεν είχε
χέρια για να δώσει
νόημα σάρκας στη σκανδάλη της στιγμής
σάπιος καρπός η νύχτα
είχε σαλπάρει
Το σώμα της όμως
αντιστεκόταν δεν θα γινόταν
βρεγμένο κουρέλι να δροσίζει τον νεκρό
για κάθε μέρα που δεν έζησε
“Αλήθεια
πίστεψες στα λεπτά μου χέρια;
έβαλες πλώρη -χρόνια και θάλασσες μετά-
για το ίδιο ψέμα
σκορβούτο τ’ άστρα
μη ρωτάς”
Κουρασμένο
το χέρι απ’ την πλάνη της άμμου
και το βλέμμα δεμένο σε μια κοίτη
που ξεσέρνει
βουτάς
για να φτάσεις πού
δεν έχουν όχθες στην ύλη
οι λέξεις
βολέψου πια
Ό,τι κάποτε
αγνό ναυάγιο διασώθηκε
αρπάζεται απ’ το κύμα
τώρα
λάθος ο φάρος
χαιρετά την προσπάθεια
προς τι
μια λάμπα θυέλλης
δυό στάλες λάδι μέχρι την αυγή
μάχη να δίνουν
με τους μαύρους γλάρους
Χρόνος δεν θα ‘πρεπε να σημαίνει
αντοχές
κάποιες στιγμές
αναγκαίος ύπνος
άνωση στάσιμων υδάτων
*
To have heard the farfalla gasping
Ας αφήσουμε
τώρα να νιώσουν -αν τυχεροί-
τα ευγενικά ξερόκλαδα
δεν είναι απλό
το εύρος της αίσθησης
όταν η σάρκα πιο τρυφερή
είναι γκρεμός το ξετύλιγμα
κι ας τόσο ξέφωτο ή αγρός
ως εκεί που σκοντάφτει
επιβάλλοντας όρους
πραγματικότητας
το βλέμμα
όλο το βάρος και μια πέτρα
απ’ το θράσος της ορμής να κλέβουν
σ’ έναν άσπαρτα ουρανό
να τι θα πει
σχοινί
για όσους πίστεψαν πως λυτρώθηκαν
Από το ράμφος της απραξίας
*Από τη συλλογή “γόνατα μόνο”, εκδ. Περισπωμένη, 2026
