Στέλλα Δούμου, Τρία ποιήματα

Η Λεωφόρος Λιμπερτά από την ταράτσα εξηκονταετούς κτηρίου

Κόκκινα ποδήλατα παρήλασαν
Στην Λεωφόρο Λιμπερτά
Την Μεγάλη Εβδομάδα του μήνα Σιλόκ.
Ο κατασκευαστής τους τα είχε ερωτευθεί
Από την πρώτη εκείνη στιγμή που έφτιαξε
Τα γυαλιστερά φτερά και τις ακτίνες
Τα κουδούνια και τ’ αεικίνητα πεντάλ.
Μόλις έφτιαξε και το τελευταίο τής ράτσας
Ολόχαρος τίναξε τα μυαλά του
Μπροστά από αυτήν την επανάσταση.
Αχ, όλα αρχίζουν από την ανάποδη των προφάσεων
Κι αυτό είναι το μεγάλο ατού όλων των παραδείσων
-ο εν λόγω, βρισκόταν σε μια ταράτσα
που κουδούνιζε σαν πυρακτωμένη δύση-

Μην και ξέρετε πώς αλλάζουν
Οι εποχές των χαρούμενων ποδηλάτων;
Ζητείται μία που να μην χαλά κατά την πτώση.

*

Ante portas

Πρόσεξε παρακαλώ
Το στήθος μου είναι μαύρος άνεμος
Διαπλέει άλογα
Με πνεύματα Αγίων στις οπλές.
Τα κάνει ν’ αγαπούν την αμαρτία.
Να πίνουν νερό από μετόχια
Που κατοικούνε δαίμονες περιστρεφόμενοι.
Σε συνθήκες ραφής πρωινό χειλιών.
Φοβούμαι τα εάλω.
Γι’ αυτό, μην αφήσεις ίχνη.

*

Εντροπία

Μίσχοι αμυγδαλωτών σφυγμών
Και βύσσινο αίμα
Σε ανορθόδοξα τέμπλα Σεπτέμβρη ουρανού
Σαλεύει ο χρόνος υπό μάλης
Στον γύψινο ορθό μια ρωγμή:
η παρθενία της σιωπής
Η πιθανότητα να αναστηθείς
Είναι όση του αγριόχορτου η λεπτομέρεια
Στο καλογυαλισμένο σύμπαν.

Η πιο μαβιά εξίσωση εσύ
λάμνεις στην εντροπία.

*Από τη συλλογή “Βαθιά στον κύκλο ν’ ασημίζει”, εκδ. Κουκκίδα, 2024.

Leave a comment