The old South Boston Aquarium stands
in a Sahara of snow now. Its broken windows are boarded.
The bronze weathervane cod has lost half its scales.
The airy tanks are dry.
Once my nose crawled like a snail on the glass;
my hand tingled
to burst the bubbles
drifting from the noses of the cowed, compliant fish.
My hand draws back. I often sigh still
for the dark downward and vegetating kingdom
of the fish and reptile. One morning last March,
I pressed against the new barbed and galvanized
fence on the Boston Common. Behind their cage,
yellow dinosaur steamshovels were grunting
as they cropped up tons of mush and grass
to gouge their underworld garage.
Parking spaces luxuriate like civic
sandpiles in the heart of Boston.
A girdle of orange, Puritan-pumpkin colored girders
braces the tingling Statehouse,
shaking over the excavations, as it faces Colonel Shaw
and his bell-cheeked Negro infantry
on St. Gaudens’ shaking Civil War relief,
propped by a plank splint against the garage’s earthquake.
Two months after marching through Boston,
half the regiment was dead;
at the dedication,
William James could almost hear the bronze Negroes breathe.
Their monument sticks like a fishbone
in the city’s throat.
Its Colonel is as lean
as a compass-needle.
He has an angry wrenlike vigilance,
a greyhound’s gentle tautness;
he seems to wince at pleasure,
and suffocate for privacy.
He is out of bounds now. He rejoices in man’s lovely,
peculiar power to choose life and die—
when he leads his black soldiers to death,
he cannot bend his back.
On a thousand small town New England greens,
the old white churches hold their air
of sparse, sincere rebellion; frayed flags
quilt the graveyards of the Grand Army of the Republic.
The stone statues of the abstract Union Soldier
grow slimmer and younger each year—
wasp-waisted, they doze over muskets
and muse through their sideburns . . .
Shaw’s father wanted no monument
except the ditch,
where his son’s body was thrown
and lost with his “niggers.”
The ditch is nearer.
There are no statues for the last war here;
on Boylston Street, a commercial photograph
shows Hiroshima boiling
over a Mosler Safe, the “Rock of Ages”
that survived the blast. Space is nearer.
When I crouch to my television set,
the drained faces of Negro school-children rise like balloons.
Colonel Shaw
is riding on his bubble,
he waits
for the blessèd break.
The Aquarium is gone. Everywhere,
giant finned cars nose forward like fish;
a savage servility
slides by on grease.
Το παλιό Ενυδρείο του Νότιου Μπόστον
στέκει τώρα μέσα σε μια Σαχάρα από χιόνι. Τα σπασμένα του παράθυρα είναι καρφωμένα
με σανίδες.
Ο χάλκινος μπακαλιάρος του ανεμοδείκτη έχει χάσει τα μισά του λέπια.
Οι ευάερες δεξαμενές είναι στεγνές.
Κάποτε η μύτη μου έσερνε το δρόμο της σαν σαλιγκάρι πάνω στο γυαλί·
το χέρι μου μυρμήγκιαζε
να σπάσει τις φυσαλίδες
που ανέβαιναν αργά από τις μύτες των φοβισμένων, υπάκουων ψαριών.
Το χέρι μου τραβιέται πίσω. Ακόμη συχνά αναστενάζω
για το σκοτεινό, καταβυθισμένο φυτικό βασίλειο
των ψαριών και των ερπετών. Ένα πρωινό του περασμένου Μαρτίου,
ακούμπησα πάνω στον καινούργιο φράχτη με τα αγκαθωτά, γαλβανισμένα σύρματα
στο πάρκο Boston Common. Πίσω από το κλουβί τους,
κίτρινοι ατμοκίνητοι εκσκαφείς, σαν δεινόσαυροι, γρύλιζαν
καθώς κατάπιναν τόνους από λάσπη και χορτάρι
για να σκάψουν το υπόγειο γκαράζ τους.
Θέσεις στάθμευσης απλώνονται χλιδάτες σαν δημοτικοί σωροί άμμου
στην καρδιά της Βοστώνης.
Μια ζώνη από πορτοκαλί δοκούς, στο χρώμα της πουριτανικής κολοκύθας,
στηρίζει το Κοινοβούλιο που τρέμει,
καθώς δεσπόζει πάνω από τις εκσκαφές, αντικρίζοντας τον συνταγματάρχη Shaw
και το τάγμα των μαύρων στρατιωτών του
στο τρεμάμενο ανάγλυφο του Εμφυλίου του St. Gaudens,
στηριγμένο με μια ξύλινη νάρθηκα ενάντια στον σεισμό του γκαράζ.
Δύο μήνες αφότου παρέλασαν μέσα από τη Βοστώνη,
οι μισοί άντρες του συντάγματος είχαν πεθάνει,
στα αποκαλυπτήρια του μνημείου,
ο William James σχεδόν άκουγε τους χάλκινους μαύρους στρατιώτες να αναπνέουν.
Το μνημείο τους στέκεται σαν κόκαλο ψαριού
σφηνωμένο στον λαιμό της πόλης.
Ο συνταγματάρχης τους είναι αδύνατος
σαν βελόνα πυξίδας.
Έχει την οργισμένη επαγρύπνηση ενός μικρού τρυποκάρυδου
την ευγενική, τεντωμένη χάρη ενός λαγωνικού.
Μοιάζει να μορφάζει μπροστά στην απόλαυση
και να ασφυκτιά από την έλλειψη ιδιωτικότητας.
Είναι πια πέρα από κάθε όριο. Χαίρεται για την όμορφη,
παράξενη δύναμη του ανθρώπου να επιλέγει τη ζωή και τον θάνατο·
όταν οδηγεί τους μαύρους στρατιώτες του στον θάνατο,
δεν λυγίζει τη ράχη του.
Σε χίλιες μικρές πλατείες της Νέας Αγγλίας,
οι παλιές λευκές εκκλησίες διατηρούν ακόμη
την ατμόσφαιρα μιας λιτής, ειλικρινούς εξέγερσης,
ξεφτισμένες σημαίες σκεπάζουν σαν πάπλωμα τα νεκροταφεία των βετεράνων
του Σπουδαίου Στρατού της Δημοκρατίας.
Τα πέτρινα αγάλματα του αφηρημένου Στρατιώτη της Ένωσης
γίνονται κάθε χρόνο πιο λεπτά και πιο νέα,
με μέση σαν σφήκα, τους παίρνει ο ύπνος πάνω στα μουσκέτα τους
και στοχάζονται μέσα από τις φαβορίτες τους.
Ο πατέρας του Shaw δεν ήθελε κανένα μνημείο
παρά μόνο το χαντάκι,
όπου το σώμα του γιου του πετάχτηκε
και χάθηκε μαζί με τους «αράπηδές» του.
Το χαντάκι είναι πιο κοντά.
Δεν υπάρχουν εδώ αγάλματα για τον τελευταίο πόλεμο.
Στην οδό Boylston, μια εμπορική φωτογραφία
δείχνει τη Χιροσίμα να βράζει
πάνω από ένα χρηματοκιβώτιο Mosler Safe*, τον «Rock of Ages»,
που επέζησε από την έκρηξη. Το διάστημα είναι πιο κοντά.
Όταν σκύβω μπροστά στην τηλεόρασή μου,
τα αποστραγγισμένα πρόσωπα μαύρων μαθητών ανεβαίνουν σαν μπαλόνια.
Ο συνταγματάρχης Shaw
καβαλάει τη δική του φυσαλίδα,
περιμένοντας
την ευλογημένη έκρηξη.
Το Ενυδρείο χάθηκε. Παντού,
γιγάντια αυτοκίνητα με πτερύγια προχωρούν με τη μούρη μπροστά σαν ψάρια,
μια άγρια δουλοπρέπεια
γλιστρά πάνω στο γράσο.
*Η αμερικανική Mosler Safe Company (1874–2001) ήταν γνωστή για την παραγωγή μερικών από τα πιο ανθεκτικά χρηματοκιβώτια και θησαυροφυλάκια στην ιστορία.
**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.









