Robert Lowell, For the Union Dead / Για τους νεκρούς της Ένωσης

The old South Boston Aquarium stands
in a Sahara of snow now. Its broken windows are boarded.
The bronze weathervane cod has lost half its scales.
The airy tanks are dry.

Once my nose crawled like a snail on the glass;
my hand tingled
to burst the bubbles
drifting from the noses of the cowed, compliant fish.

My hand draws back. I often sigh still
for the dark downward and vegetating kingdom
of the fish and reptile. One morning last March,
I pressed against the new barbed and galvanized

fence on the Boston Common. Behind their cage,
yellow dinosaur steamshovels were grunting
as they cropped up tons of mush and grass
to gouge their underworld garage.

Parking spaces luxuriate like civic
sandpiles in the heart of Boston.
A girdle of orange, Puritan-pumpkin colored girders
braces the tingling Statehouse,

shaking over the excavations, as it faces Colonel Shaw
and his bell-cheeked Negro infantry
on St. Gaudens’ shaking Civil War relief,
propped by a plank splint against the garage’s earthquake.

Two months after marching through Boston,
half the regiment was dead;
at the dedication,
William James could almost hear the bronze Negroes breathe.
 
Their monument sticks like a fishbone
in the city’s throat.
Its Colonel is as lean
as a compass-needle.

He has an angry wrenlike vigilance,
a greyhound’s gentle tautness;
he seems to wince at pleasure,
and suffocate for privacy.

He is out of bounds now. He rejoices in man’s lovely,
peculiar power to choose life and die—
when he leads his black soldiers to death,
he cannot bend his back.

On a thousand small town New England greens,
the old white churches hold their air
of sparse, sincere rebellion; frayed flags
quilt the graveyards of the Grand Army of the Republic.

The stone statues of the abstract Union Soldier
grow slimmer and younger each year—
wasp-waisted, they doze over muskets
and muse through their sideburns . . .

Shaw’s father wanted no monument
except the ditch,
where his son’s body was thrown
and lost with his “niggers.”

The ditch is nearer.
There are no statues for the last war here;
on Boylston Street, a commercial photograph
shows Hiroshima boiling

over a Mosler Safe, the “Rock of Ages”
that survived the blast. Space is nearer.
When I crouch to my television set,
the drained faces of Negro school-children rise like balloons.

Colonel Shaw
is riding on his bubble,
he waits
for the blessèd break.

The Aquarium is gone. Everywhere,
giant finned cars nose forward like fish;
a savage servility
slides by on grease.

Το παλιό Ενυδρείο του Νότιου Μπόστον
στέκει τώρα μέσα σε μια Σαχάρα από χιόνι. Τα σπασμένα του παράθυρα είναι καρφωμένα
με σανίδες.
Ο χάλκινος μπακαλιάρος του ανεμοδείκτη έχει χάσει τα μισά του λέπια.
Οι ευάερες δεξαμενές είναι στεγνές.

Κάποτε η μύτη μου έσερνε το δρόμο της σαν σαλιγκάρι πάνω στο γυαλί·
το χέρι μου μυρμήγκιαζε
να σπάσει τις φυσαλίδες
που ανέβαιναν αργά από τις μύτες των φοβισμένων, υπάκουων ψαριών.

Το χέρι μου τραβιέται πίσω. Ακόμη συχνά αναστενάζω
για το σκοτεινό, καταβυθισμένο φυτικό βασίλειο
των ψαριών και των ερπετών. Ένα πρωινό του περασμένου Μαρτίου,
ακούμπησα πάνω στον καινούργιο φράχτη με τα αγκαθωτά, γαλβανισμένα σύρματα

στο πάρκο Boston Common. Πίσω από το κλουβί τους,
κίτρινοι ατμοκίνητοι εκσκαφείς, σαν δεινόσαυροι, γρύλιζαν
καθώς κατάπιναν τόνους από λάσπη και χορτάρι
για να σκάψουν το υπόγειο γκαράζ τους.

Θέσεις στάθμευσης απλώνονται χλιδάτες σαν δημοτικοί σωροί άμμου
στην καρδιά της Βοστώνης.
Μια ζώνη από πορτοκαλί δοκούς, στο χρώμα της πουριτανικής κολοκύθας,
στηρίζει το Κοινοβούλιο που τρέμει,

καθώς δεσπόζει πάνω από τις εκσκαφές, αντικρίζοντας τον συνταγματάρχη Shaw
και το τάγμα των μαύρων στρατιωτών του
στο τρεμάμενο ανάγλυφο του Εμφυλίου του St. Gaudens,
στηριγμένο με μια ξύλινη νάρθηκα ενάντια στον σεισμό του γκαράζ.

Δύο μήνες αφότου παρέλασαν μέσα από τη Βοστώνη,
οι μισοί άντρες του συντάγματος είχαν πεθάνει,
στα αποκαλυπτήρια του μνημείου,
ο William James σχεδόν άκουγε τους χάλκινους μαύρους στρατιώτες να αναπνέουν.

Το μνημείο τους στέκεται σαν κόκαλο ψαριού
σφηνωμένο στον λαιμό της πόλης.
Ο συνταγματάρχης τους είναι αδύνατος
σαν βελόνα πυξίδας.

Έχει την οργισμένη επαγρύπνηση ενός μικρού τρυποκάρυδου
την ευγενική, τεντωμένη χάρη ενός λαγωνικού.
Μοιάζει να μορφάζει μπροστά στην απόλαυση
και να ασφυκτιά από την έλλειψη ιδιωτικότητας.

Είναι πια πέρα από κάθε όριο. Χαίρεται για την όμορφη,
παράξενη δύναμη του ανθρώπου να επιλέγει τη ζωή και τον θάνατο·
όταν οδηγεί τους μαύρους στρατιώτες του στον θάνατο,
δεν λυγίζει τη ράχη του.

Σε χίλιες μικρές πλατείες της Νέας Αγγλίας,
οι παλιές λευκές εκκλησίες διατηρούν ακόμη
την ατμόσφαιρα μιας λιτής, ειλικρινούς εξέγερσης,
ξεφτισμένες σημαίες σκεπάζουν σαν πάπλωμα τα νεκροταφεία των βετεράνων
του Σπουδαίου Στρατού της Δημοκρατίας.

Τα πέτρινα αγάλματα του αφηρημένου Στρατιώτη της Ένωσης
γίνονται κάθε χρόνο πιο λεπτά και πιο νέα,
με μέση σαν σφήκα, τους παίρνει ο ύπνος πάνω στα μουσκέτα τους
και στοχάζονται μέσα από τις φαβορίτες τους.

Ο πατέρας του Shaw δεν ήθελε κανένα μνημείο
παρά μόνο το χαντάκι,
όπου το σώμα του γιου του πετάχτηκε
και χάθηκε μαζί με τους «αράπηδές» του.

Το χαντάκι είναι πιο κοντά.
Δεν υπάρχουν εδώ αγάλματα για τον τελευταίο πόλεμο.
Στην οδό Boylston, μια εμπορική φωτογραφία
δείχνει τη Χιροσίμα να βράζει

πάνω από ένα χρηματοκιβώτιο Mosler Safe*, τον «Rock of Ages»,
που επέζησε από την έκρηξη. Το διάστημα είναι πιο κοντά.
Όταν σκύβω μπροστά στην τηλεόρασή μου,
τα αποστραγγισμένα πρόσωπα μαύρων μαθητών ανεβαίνουν σαν μπαλόνια.

Ο συνταγματάρχης Shaw
καβαλάει τη δική του φυσαλίδα,
περιμένοντας
την ευλογημένη έκρηξη.

Το Ενυδρείο χάθηκε. Παντού,
γιγάντια αυτοκίνητα με πτερύγια προχωρούν με τη μούρη μπροστά σαν ψάρια,
μια άγρια δουλοπρέπεια
γλιστρά πάνω στο γράσο.

*Η αμερικανική Mosler Safe Company (1874–2001) ήταν γνωστή για την παραγωγή μερικών από τα πιο ανθεκτικά χρηματοκιβώτια και θησαυροφυλάκια στην ιστορία.

**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Joyce Mansour, Δύο ποιήματα

ΡΑΒΔΟΜΑΝΤΕΙΑ

Σας παραμελεί ο σύζυγος;
Καλέστε τη μάνα του να περάσει τη νύχτα στο δωμάτιό σας
Μετά ταραγμένη μες στο ερμάρι, στο κρεβάτι πλάι,
προβάλετε το ωμέγα σας με μια φούχτα σαλαμάντρες
μέσα στον καθρέφτη όπου η σκιά ορχείται
Σας το σκάει ο σύζυγος;
Ο ουράνιος δεσπότης έχει ανάγκη από ένα σύνταγμα
Κατουρήστε τη σούπα του
όταν τσιτώνεται στο πλάι σας ευτυχισμένος
Να ‘στε γλυκιά
με επιδέξια στο παραγέμισμα της παχιάς χήνας
με χταπόδια, με γητειές
και με του μαντραγόρα τρίχες
Ερεθίστε τα βίτσια του μ’ ένα πινέλο από μετάξι
ραντίσετε την πεταλούδα τον με καπνιά και μ’ αίμα
και πάνω απ΄όλα να χαμογελάτε
όταν σβήνει μες στην αγκαλιά σας·
εσάς είναι που θα σκέφτεται άθελά του

*

ΑΡΑΒΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Το μάτι τραμπαλίζεται μέσα στη νύχτα τη ώρα του θανάτου
‘Ω η άσπρη αστραπηβόλα τρέλα των φτερών
που κανένας δεν γνωρίζει
Φοδραρισμένα με σιωπή αγγίζουμε το μπράτσο στο μαξιλάρι
κι ανοίγουνε το στρογγυλό μάτι στη νύχτα του αψηλάφητου
Υφαντής βολβών το κρύο
ποδοκρατεί πάνω στην κόρη του ματιού μου
Βλέπω να γλιστρά η κινητή πλερέζα του ορίζοντα
που φεγγοβολά και σειέται
Όμοια με δέρμα τρεμουλιάρικο πάνω σε κορμί που κρύβεται
η τριχωτή τρικυμία της κοιλιάς μου πήζει
από φόβο αλλόκοτο
Φταρνίζομαι μα δεν κινούμαι
και το μάτι πού ‘κλεισε σε μοναστήρι τα όνειρά μου
που κολυμπά και μισοκλείνει
το μάτι κατακλύζει τις νύχτες μου
Η νύχτα η νύχτα η θύελλα
το μάτι θαμπωμένο στις αλλόκοτες ανθήσεις
το μάτι αρρωστημένο από εικόνες.

*Από το βιβλίο “Όρνια”, εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 1987. Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος.

António Ramos Rosa, Ate onde vos estais / Πόσο μακριά βρίσκεστε

Φωτογραφία: Πλακόστρωτο στη Belém, στη Λισαβώνα, Πορτογαλία. Φωτογραφία: Emília Cerqueira (2021)

António Ramos Rosa, Ate onde vos estais / Πόσο μακριά βρίσκεστε

Oh, presenças amigas, ó momento
em que alongo o braço e toco em cheio os rostos
A minha língua abriu-se para dizer a face
do vento que percorre as vossas vidas.
Estou perante a noite mais profunda,
a delicada noite das raízes: vejo rostos
vejo os sinais e os suores das vossas vidas.
Atravesso árvores submersas, ruas obscuras,
poços de água verde, e vou convosco ter,
minhas faces lívidas, mãe, amigos, amores.
A terra que penetro é este chão de terra
com as raízes feridas, com os ferozes pulsos,
A vertente que desço é uma subida às vossas vidas.

Ω, φιλικές παρουσίες, ω στιγμή
που απλώνω το χέρι και αγγίζω ολοζώντανα τα πρόσωπά σας.
Η γλώσσα μου άνοιξε για να μιλήσει το πρόσωπο
του ανέμου που διατρέχει τις ζωές σας.
Στέκομαι μπροστά στην πιο βαθιά νύχτα,
τη λεπταίσθητη νύχτα των ριζών.
Βλέπω πρόσωπα,
βλέπω τα σημάδια και τους ιδρώτες των ζωών σας.
Διασχίζω βυθισμένα δέντρα, σκοτεινούς δρόμους,
πηγάδια με πράσινο νερό, και έρχομαι να σας συναντήσω,
ω χλωμά μου πρόσωπα, μητέρα, φίλοι, έρωτες.
Η γη που διαπερνώ είναι αυτό το χώμα της γης,
με τις πληγωμένες ρίζες, με τους άγριους παλμούς,
Η πλαγιά που κατεβαίνω είναι μια ανάβαση προς τις ζωές σας.

*Από τη συλλογή “O Centro na Distância” (1981).

Yiorgos Anagnostou, Honey, that’s my birthmark

Couple crosses borders
devours vowels of difference
forks each other’s accents.
The dew of her southern drawl
tongue prolonging duration 
collecting, oh honey!
The moan of his epsilon short
tongue rounding slightly upward
rolling, έkstasis!

Kiss in the dark
––honey, that’s my birthmark
Arc of kιssιnγκ
keys in ignition
Me and Maggie
speed on I-10
––holding her hand to mine                                       
long for slowing
 
time
at the interstices
of each syllable to linger
address difference
undress it
crescent moon limning
marvels drip
skin dipping
in limni Pω/ntchε-rtrε^iν!


Notes
 

  1. honey, that’s my birthmark, line in Kissing in the Dark (https://www.youtube.com/watch?v=FH8_WH5aRqo)
    1. holding her hand to mine, stanza in Me and Bobby McGee https://www.youtube.com/watch?v=sfjon-ZTqzU
      1. limni / λίμνη = lake in Greek 
  2. Lake Pontchartrain, https://www.istockphoto.com/photo/lake-pontchartrain-causeway-aerial-gm1048677266-280481447

*Yiorgos Anagnostou is a US-based scholar and poet who experiments with bilingualism and translanguaging. He has published two books of poetry (in Greek) and several poems in Greek American journals.

Αντώνης Τσόκος, Μυστικό

Στην εξοχή το πρώτο γεύμα
το τρώγαμε λίγο μετά τα μεσάνυχτα.
Μια φέτα ψωμί
κάτω από το φως του φεγγαριού.
Στην ουσία
αλείψαμε το φεγγάρι στο ψωμί μας.
Δεν το λέγαμε παραέξω.
Η ομορφιά
-όπου ακόμα υπάρχει-
κάνει τον άνθρωπο επιφυλακτικό.
Τα σκυλιά γάβγιζαν το μυστικό μας.
Στη φυλή τους η ομορφιά αποκτά αξία
όταν μοιράζεται.
Στη δική μας φυλή
δεν μοιραζόμαστε τίποτα.

*Από τη συλλογή “Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Allen Ginsberg, Ποιήματα

Σε έναν παλιό ποιητή του Περού

Γιατί γνωριστήκαμε το σούρουπο
κάτω απ’ τη σκιά του σιδηροδρομικού σταθμού

κάτω απ’ το ρολόι του
Ενώ η σκιά μου βρισκόταν σε επίσκεψη στη Λίμα
Και το φάντασμα σου πέθαινε στη Λίμα
κεφάλι γέρικο που χρειάζονταν ένα ξύρισμα
Και το νεανικό μου μούσι που ξεπετιόνταν
θαυμαστό σα νεκρό μαλλί
στις αμμουδιές της Σαγκάης
Γιατί λαθεμένα σκέφτηκα ότι ήσουν μελαγχολικός
Χαιρετίζοντας τα πόδια σου των 60 χρόνων
που μύριζαν θάνατο
από αποσυνθεμένες αράχνες
και σεις χαιρετήσατε τα μάτια μου
με τη γλυκερή σας φωνή
Σκεφτόμενος λαθεμένα ότι εγώ ήμουν πολύ ευφυής
όντας μόνο ένας νέος
(το ροκ εντ ρολ μου είναι η κίνηση ενός αγγέλου
που υπερίπταται πάνω από μια μοντέρνα πόλη)
(το σκοτεινό σου σύρσυμο είναι η κίνηση
ενός σεραφείμ που έχασε
τα φτερά του)
Σε φιλώ στο χοντρό κωλωμέρι σου (γι’ άλλη μια φορά αύριο)
κάτω απ’ το υπέροχο ρολόι του Ντεσαγουαρδέρος)
Πριν να πεθάνω σε ένα αεροπορικό δυστύχημα
στη Βόρεια Αμερική (κάποια χρόνια πίσω)
κι εσείς από μια καρδιακή προσβολή σε ένα
ασήμαντο δρόμο του Αμερικάνικου Νότου
(Και οι δυο περικυκλωμένοι από κραυγάζοντες κουμουνιστές που έχουν λουλούδια
στον κώλο τους)
–εσείς πολύ πριν από μένα–
η μια νύχτα σε ένα δωμάτιο
σε ένα παλιό ξενοδοχείο του κόσμου
κοιτάζοντας μια μαύρη πόρτα
…κυκλωμένος από κομμάτια από χαρτιά

ΠΕΘΑΝΑ ΔΟΞΑΣΜΕΝΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΣΟΥ

Γέροντας, προφητεύω Ανταμοιβή
Más vasta από τις άμμους του Πατσακαμάκ
Πιο λαμπρή από μια μάσκα από χρυσάφι σφυρηλατημένο
πιο γλυκιά από τη χαρά του στρατού όταν κουτσαίνει γυμνός μες στο πεδίο της μάχης
Πιο γρήγορη από ένα χρόνο που κύλησε ανάμεσα
στη παλιά νύχτα της Nasca3 και τη νέα Λίμα του απόβραδου
Πιο παράξενη από τη δική μας συνάντηση κοντά στο Προεδρικό Παλάτι σε ένα παλιό καφέ φαντάσματα μιας παλιάς ψευδαίσθησης, φαντάσματα ενός αδιάφορου έρωτα–

Η ΕΚΤΥΦΛΩΤΙΚΗ ΔΙΑΝΟΙΑ

Μετανάστευση του θανάτου
Για να κάνει ένα σινιάλο ζωής ξανά για σας
Άγρια και όμορφη σαν ένα τρακάρισμα αυτοκινήτων στη Πλατεία των Αρμάτων Ορκίζομαι ότι είδα εκείνο το Φως
Δε θα πάψω να φιλώ το απαίσιο κωλωμέρι σου όταν το φέρετρο σου θα ναι σφαλιστό Κι οι άνθρωποι πονεμένοι θα επιστρέψουν
στο παλιό και καταπτοημένο τους Όνειρο.
Κι εσύ θα ξυπνήσεις μέσα στο Μάτι του Δικτάτορα το Σύμπαντος.
Ένα ακόμα ηλίθιο θαύμα! Θα ξαναλαθέψω !
Η αδιαφορία σου! Ο ενθουσιασμός μου! Επιμένω ! Εσύ βήξε!
Χαμένος μέσα στο κύμα από Χρυσάφι που ρέει μέσα απ’ τον Κόσμο.
Κουράστηκα πια να επιμένω! Γεια σου,
Πάω στη Κουπούλπα όπου θα έχω Οράματα.
Τα σονέτα σου καθαρά! Θέλω να διαβάσω ένα βιβλίο σου πιο βρώμικο
με μυστικά ορνιθοσκαλίσματα,
η Ελπίδα σου,
μέσα στην πιο αισχρή της μεγαλοπρέπεια. Θεέ μου!

19 του Μάη του 1960

*Μετάφραση :Στέλιος Καραγιάννης. Σχετικός σύνδεσμος: https://hecatepoesia.wordpress.com/wp-content/uploads/2021/02/allen-ginsberg.pdf

*Διαβάστε το ¨Ουρλιαχτό” εδώ: https://tokoskino.me/2026/04/06/allen-ginsberg-ουρλιαχτό/

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Δύο ποιήματα

ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Μια στιγμή είναι το πυρ και ο πυρήνας.
Ακόμη κι ανώφελη στιγμή
δεν εκμηδενίζεται,
αφού τον εαυτό της εμπιστεύεται,
όταν πηδά και χάνεται σαν σπίθα.

Σε μια στιγμή χάνονται σπίτια κι αποθήκες.
Σαν πρόβατο ανυπάκουο σου ξεφεύγει η ουσία.
Στιγμές σαν συλλαβές
που σχηματίζουνε τις λέξεις της ζωής.

Στιγμή ασύντριφτη και άφθαρτη.
Στιγμή τόσο μικρή που ακόμη και το δευτερόλεπτο
με την άριστη όρασή του,
αδυνατεί να δει.

*

ΘΟΛΟ ΜΟΥΡΜΟΥΡΗΤΟ

Ένα θολό μουρμουρητό στις φλέβες
Που δεν ξεχείλισε, δεν άνθισε ποτέ.
Λαγήνι η καρδιά, στο θέρος
και ξεδιψώ με λίγη φαντασία,
με λίγο βλέμμα παπαρούνας.
Όρθρος βαθύς ο πόθος μου.
Αυγερινό φιλί το ποίημά μου.
Θύρες αόρατες ο νους ανοίγει
και χάνεται αμύριστη η επιθυμία.

Ντίνος Σιώτης (Dinos Siotis), Τρία ποιήματα

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Βαθιά μέσα στα μάτια των παιδιών του
Ισραήλ και της Παλαιστίνης φωλιάζει
η αθωότητα, ακόμη πιο βαθιά φωλιάζει
η απορία για τα ερείπια που βλέπουν, το
μίσος των ενήλικων, το αίμα να τρέχει
στους δρόμους κατακόκκινο κι αχνιστό.

*

ΘΑ ΕΡΘΟΥΝ ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ

Θα έρθουν ξαφνικά ένα βράδυ στα κιμπούτς και
στη Λωρίδα της Γάζας, θα φέρουν εργάτες στους
βάλτους να τους αποξηράνουν, θα έρθουν άρματα
στα κατεχόμενα να κατακτήσουν νέα εδάφη, αλλά θα
έρθουν και στα νησιά του Αιγαίου να επεκτείνουν τη
γαλάζια τους πατρίδα, θα έρθουν ξαφνικά ένα βράδυ
να σας κόψουν το ρεύμα να μη μπορείτε να έχετε
Ίντερνετ, θα έρθουν την ώρα που θα ετοιμάζεστε
για ύπνο να ονειρευτείτε καινούριους εφιάλτες.

*

ΜΕΤΑ

Μετά τον πόλεμο οι Παλαιστίνιοι στη
Γάζα να μεταφερθούν σε άλλες χώρες,
οι Αμερικανοί σε άλλη ήπειρο, της Γης
ο πληθυσμός σε άλλον γαλαξία, να πάει
πιο ψηλά το διάστημα, να τα αναλάβει
όλα η Τεχνητή Νοημοσύνη, τίποτα να
να μη σημαίνουν τα συναισθήματα, να μην
υπάρχει άλλο κοπανιστός αέρας και η
στρατόσφαιρα να στρατιωτικοποιηθεί.

*Από τη συλλογή ”Με τα μάτια στη Γάζα. Ανταποκρίσεις από έναν τόπο μαρτυρίου”, Εκδόσεις Πόλις.

Χρίστος Λάσκαρης, Στην κλινική

Την ετοίμασαν και με φώναξαν να ασπαστώ.
Ήταν ένα δωματιάκι στο υπόγειο της κλινικής
καμωμένο για την περίσταση.
Ξαπλωμένη σ’ ένα μαρμάρινο πάγκο
μου φάνηκε πως κοιμόταν.
Τόσο είχε γαληνέψει.
Καθώς την κοίταζα μες στο καλό της φόρεμα
τη θυμήθηκα στο χωριό Κυριακή
που πηγαίναμε για την εκκλησία.
Τι γυρεύαμε σ’ αυτό το υπόγειο!
«Μάνα» τραύλισα, κι αναλύθηκα σε λυγμούς.

*Από τη συλλογή «Σύντομο βιογραφικό», εκδ. Διαγώνιος 1991.

**Πηγή: https://www.andro.gr/empneusi/top-5-mother-poets/2

Μαρία Κασσιανή Σ. Πανούτσου, Ο έρωτας που δεν χορτάσαμε…

Να με θυμάσαι
όταν βλέπεις τα δέντρα,
όταν τα πόδια σου αγγίζουν
την άκρη της θάλασσας,
όταν εισχωρείς
στο σώμα μιας γυναίκας.

Θέλω να είσαι υγρός
όταν θυμάσαι τα μάτια μου,
τη μέση μου, τα χρόνια να γράφουν
πάνω στο σώμα μου.

Να με χορτάσεις με το άγγιγμα 
τότε
του αέρα να σε χαϊδεύει απαλά.
Όταν
το σκουπιδάκι πάει να εισχωρήσει
πονηρά
στο πιο τρυφερό από τα δυό σου μάτια.

Ο έρωτας που δεν χορτάσαμε,
να το θυμάσαι πως είναι μέσα μου
ολάνθιστος,
όπως ένα μπουμπούκι που μοιάζει
με το κορμί σου όταν με κοιτά ερωτικά.

Ποτέ δεν θα χορτάσουμε τον έρωτά μας,
γι’ αυτό να με θυμάσαι.
Κάθε φορά που βλέπεις σύννεφα στον ουρανό,
κάθε φορά που θα περνάς
κάτω από μια ελιά ή φλαμουριά.

Και όταν τα μάτια σου στέκουν με πόθο
στο κορμί μιας αλλης γυναίκας,
μοιράσου τη λαχτάρα σου με μένα.
Γιατί εγώ και εσύ είμαστε ένα.

Τις νύχτες έρχονται οι πρόγονοι
και προσπαθούν να με τραβήξουν κοντά τους,
όμως εγώ έχω εσένα για να με κρατάς στη γη.
Εσένα και το ό τι κουβαλάς μέσα στην καρδιά σου ατελεύτητο.

Σημείωση της ποιήτριας: INTERIOR REALITY
Η ποίηση δεν είναι αυτοβιογραφία. Είναι η αφορμή μέσα από την οποία η γλώσσα εκφράζει μια βαθιά υπαρξιακή εμπειρία. Δεν αναπαριστά απλώς την πραγματικότητα· δημιουργεί μια άλλη, που υπερβαίνει τα όρια του ανθρώπινου και αγγίζει το ανείπωτο. Το ποίημα δίνει προτεραιότητα στην εσωτερική πραγματικότητα αντί στα εξωτερικά γεγονότα. Την υποκειμενική πραγματικότητα – όταν αντιδιαστέλλεται με την αντικειμενική πραγματικότητα.