Νανά Ησαΐα (1934-2003), Τρία ποιήματα

ΘΡΑΥΣΜΑ

Το δώρο μου θα είναι ένα θραύσμα.
Ήταν από κρύσταλλο ο δικός μας καιρός.
Κι εγώ μέσα του κι εσύ νεκροί.
Κάνεις άλλος στο διάχυτο εσωτερικό της μνήμης
Μόνο φως.
Η ύλη σαν αόρατη αφή.
Όπως ήμαστε ασύλληπτοι γιʼ αυτή τη γή.
Εμείς οι δύο
Ίδιοι φωτεινοί ίσκιοι.

*

ΑΦΗΓΗΣΗ ΙΔΕΩΝ

Πρόκειται για εικόνες εννοιών.
Στις θέσεις όπου επενέβαινε
Το ιδεατό σου πρόσωπο
Ο καιρός σχεδίαζε τον καιρό.
Με πάντα τα ίδια σύννεφα στις ίδιες εποχές.
Τα κύματα παραλλαγές
Ενός κενού ωκεανού
Κι εμένα να στέκομαι
Αναμένοντας ένα δάκρυ
Ένα νεύμα.
Ή ένα άνεμο.
Σε κάποιαν απʼ όλες τις παραλίες.
Δεν ήξερα ότι ανήκα σʼ έναν κόσμο ιδεών.
Η ίδια απόλυτη.
Πέρα από το πεδίο των αισθήσεών μου.
Ούτε ότι και το δικό σου πρόσωπο
Ήταν αυτό καθεαυτό
Όπως δεν ήταν.
Δεν υπήρξαμε ποτέ λοιπόν;
Εκτός μόνο στο παρελθόν
Κάποιον ιδανικών ίσκιων;

*

ΕΡΑΣΤΕΣ

Στο Νίκο Καρούζο


Ας βγούμε έξω λοιπόν.
Δεν έχομε χρήματα.
Έχομε όμως τον εαυτό μας.
Ίσως ακόμα να βρούμε
Και μια αγάπη
Στο σημείο ανάμεσά μας
Που εκκρεμεί κάποιο κενό.
Το είδος της αγάπης
Που υποπτεύομαι ότι δεν υπάρχει.
Υπέροχα μαζί
Αν και ο καθένας μας
Κάποιος άλλος.
Ποιος;
Θα το δούμε αυτό.
Πριν απʼ όλα πρέπει
Να υπερνικήσομε μια ολόκληρη πόλη.
Όχι ακριβώς προορισμένη για μας.
Αλλά για τους εραστές
Ενός υπαρκτού κόσμου.

Νίκος Αλέξης-Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

Man Ray. The delightful fields 1921-1922. X-ray

ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΣ

Τρεις μέρες πριν πεθάνει ο γείτονας,
ούρλιαζε το σκυλί του, βλέποντας
τις φάσεις του θανάτου στο μέλλον.
Τι θάμα, ένα σκυλί
σαν το θεό του Εκκλησιαστή
που βλέπει παρελθόντα όλα τα πράγματα
σ’ απόσταση τριών μερών ένα σκυλί
διέκρινε την πράξη ενός θανάτου
Εγώ ‘μως βρίσκω πως δεν είμαι
ούτε θεός ούτε σκυλί, μα έχω
κάτι από την πλήξη του θεού-
και κάτι απ’ του σκυλιού τη θλίψη.

*

ΦΩΤΙΣΜΟΣ

Το φως χωρίζει τα πράγματα.
Το σκοτάδι ενώνει τα πράγματα.
Αυτή η πρώτη παρουσία των πραγμάτων
αυτός
ο θάνατος. Όμως
στη δεύτερη παρουσία τους
τα πράγματα
είναι
το φως.

Ελένη Βακαλό, Η μπαλλάντα των πλοίων

Είναι τα πλοία μεγάλες γόνδολες
Ιδίως τα μαύρα
Σα φέρετρα
Που τα έριξες με λουλούδια
Σ’ απογευματινή ώρα
Που χαμηλώνουν τα πράγματα
Και πλέουν
Στο ύψος που αρχίζουν
Τα κυπαρίσσια

Τα πλοία που χάθηκαν και τα πλοία που ήρθαν

Γιατί τα πλοία στο λιμάνι σα φτάσουνε
Μας περιμένουν
Καθώς περιστερώνες
Με ανοικτές στη σειρά τις εισόδους
Και τα ξύλα
Κίτρινα σα φλωριά της αποβάθρας
Απ΄ την πολλή καθημερινή χρήση
Μοιάζει να περιμένουν
Να παν και ναρθούν περιστέρια

Τα πλοία που χάθηκαν και τα πλοία που ήρθαν

Σα σπίτια σε λόφους έρημα
Καμμιά φορά τα πλοία
Τα πλοία που χάθηκαν
Και τα πλοία που ήρθαν

Κατόπι είναι κι η σκιά τους

Βαρύτερη του σώματος
Πιο χαμηλή και πιο πυκνή
Απ’ τα κομψά τα σώματα
Των πλοίων

Έτσι κρατάει του φεγγαριού
Αντίστοιχη όψη
Όταν ωραίες φωνές μόνον ακούγονται
Διάφορων
Αρμονικών πάντοτε τόνων

Και η σκιά όταν πλέουν

Με φώτα πάνω στα νερά

Που τρέμουν
Καθώς μια γη
Μια μοναξιά
Με θορύβους και φώτα
Έτσι τη νύχτα πλέουν

Τα πλοία που χάθηκαν και τα πλοία που ήρθαν

Αυτά τα πλοία

*Από τη συλλογή “Τοιχογραφία”, Αθήνα 1956.

Γιώργος Μπουρλής, Τρία ποιήματα

Clown, Cirque de Soleil, Germany 1999.

ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΑΜΑΤΑ

είσαι εντελώς μόνος όταν
σκορπιέσαι στους
αρρωστιάρηδες δρόμους της πόλης, εκεί που άσχημα
χαλάνε τα γκράφιτι καμπουριαστοί εργάτες του δήμου
κι η δυσωδία των σφαγείων μπλέκεται σε
μαλλιά νεαρών κοριτσιών,
είσαι εντελώς μόνος σου
τριγυρνώντας στις βρώμικες ανάσες φιλήσυχων
ανθρώπων από καιρό πεθαμένων,
όταν κοιτιέσαι σε βιτρίνες πολυκαταστημάτων και
το πρόσωπό σου ξεθυμαίνει μέσα στα εμπορεύματα
είσαι εντελώς μόνος

δεν είσαι μόνος σου όταν γδέρνεις τα
γόνατά σου σε κείνο που θεριεύει στα σύννεφα,
όταν μοιράζεις τη μέθη σου δεν είσαι μόνος,
δεν είσαι μόνος όταν το ταξίδι
δεν έχει προορισμό,
ταξίδι χωρίς αποσκευές και κλειδιά,
θα σταματήσεις σ’ ένα αλλόκοτο
μισογκρεμισμένο σπίτι
θα είναι χαράματα
θα βγάλεις τα ρούχα σου και θα ριχτείς
σ’ ένα τίποτα τόσο διαφορετικό
απ’ όλα όσα ήξερες
δεν είσαι εντελώς μόνος σου όταν κάνεις έρωτα
ούτε όταν σηκώνεις σκουρόχρωμο το βλέμμα,
Όταν με τα ίδια σου τα χέρια ξεριζώνεις από μέσα σου
την ασχήμια
δεν είσαι εντελώς μόνος

*

ΗΜΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ

όταν θα ξαναγεννηθώ
θα ‘μαι ένα λιπόσαρκο ποίημα
που θα μιλά
για γερασμένες χορεύτριες που
κουνάνε ακόμα
τα πόδια τους καθισμένες σε καρέκλες
και δεν ξεχνώ
πως ήμουν κάποτε μια λευκή τριανταφυλλιά
έξω απ’ τις φυλακές
κι έβλεπα τους δεσμοφύλακες
να σβήνουν τ’ αστέρια
για να μην ονειρεύονται οι κρατούμενοι.

*

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

της θάλασσας την
τραχιά αρμύρα
και τα βουνίσια
των ανέμων ρίγη μειγνύω.
μέσα στου Έρωτα τη
λαιμαργία τα μπερδεύω
και φτιάχνω Άνθρωπο.
ούτε μια στιγμή δεν ένιωσα μοναξιά
διώχνοντας τον θεό από μέσα μου.

*Από τη συλλογή “φλέβα που σπάει”, εκδ. Εξάρχεια, 2013.

Ανέστης Ευαγγέλου, Τρία ποιήματα

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥΣ

Όπως ξενιτεμένος ή ταξιδιώτης
που την πατρίδα άφησε πίσω και γυρίζει
από τόπο σε τόπο, μακριά
από το πάτριο χώμα, και δίχως
να το καταλαβαίνει η νοσταλγία
του τρώει τα σωθικά, τον φθείρει,
και κάποτε, σαν από ύπνο βαθύ ξυπνώντας
να γυρίσω, φωνάζει, πότε θα γυρίσω —
έτσι κι εσύ πώς μοιάζεις, ψυχή μου,
που από θάνατο σε θάνατο γυρνώντας
σε χώρες σιωπής περιδιαβάζοντας
από τον ένα τον χαμό στον άλλο τον χειρότερο
ξάφνου θυμάσαι αυτή τη γη, αυτόν
τον δίχως τέλος ουρανό, τον ήλιο
τη γήινη γεύση των καρπών στον ουρανίσκο
κι όταν
καμιά φορά επιστρέφοντας όπως ταιριάζει
σ’ αυτούς που πολύ προχώρησαν στο θάνατο και τη ζωή
με μάτια νέα αντικρίζεις, ακριβώς όπως
ο ταξιδιώτης, ο ξενιτεμένος την πατρίδα —
πώς το φως, τη γη, τον ουρανό, με πόση
λαχτάρα τα δέχεται όλα αυτά, σαν βρέφος
που από τη σκοτεινή βαθιά σπηλιά της μάνας βγαίνοντας
πρώτη φορά τον κόσμο βλέπει.

*

ΔΕ ΜΙΛΗΣΑ ΑΚΟΜΑ

Δε μίλησα ακόμα όσο έπρεπε
έχω πολύ απόθεμα που με βαραίνει
πολλές ακόμα λέξεις, πολλά λόγια
άπειρο πλήθος από φράσεις κι από λόγια
όμως μη με κατηγορείτε φίλοι μου που αργώ
που δυσκολεύομαι τόσο να μιλήσω —
πρέπει να βρω τα σύμβολα που πρέπουν
τις σκοτεινές μου αλληγορίες.
Πώς να μιλήσεις, πώς να εκφραστείς
πώς να δεχτείς έτσι γυμνό το θάνατο.

*

ARS POETICA

Το ποίημα δεν είναι τραγούδι,
ανάερη θλίψη για κάτι μακρινό, χαμένο,
έστω με την πιο τέλεια μουσική∙ δεν είναι
αναμονή του άγνωστου, γοητευτική,
μες στην αβεβαιότητά της, προσδοκία.
Το ποίημα είναι μια ανοιχτή πληγή που τρέχει –
όσο πιο ανοιχτή τόσο καλύτερα∙ κάνω ποίηση
θα πει τρυπώ το θώρακα μ’ ένα νυστέρι
ψάχνω με χέρι σταθερό όπως οι χειρούργοι
γυρεύω την καρδιά και την τρυπώ, χύνω το αίμα
άφθονο μες στις λέξεις – κόκκινο,
ζεστό, το αίμα, όλοι το ξέρουν,
το πιο θαυμαστό, το πιο όμορφο πως είναι πράγμα.

Γιώργος Λ. Οικονόμου (1960 – 2024), Έξι ποιήματα

ΥΠΟΜΟΝΗ

Κάνε υπομονή χαρά μου
θα σηκωθούμε
μας περιμένει
η Τοσκάνη, η Βαρκελώνη,
η Αίγινα
κι ένα κελί
μπροστά στη θάλασσα.

*

ΞΕΝΕ

Ξένε
αν σε φέρει ο δρόμος σου
στη γειτονιά της Σταυρούπολης
άναψε ένα τσιγάρο
κι άστο μόνο του να καεί
όπως μόνες τους κάηκαν
τόσες ψυχές
στον τόπο αυτό

*

ΤΟ ΤΡΑΝΖΊΣΤΟΡΑΚΙ

Κι ήρθαν
τόσο δύσκολες μέρες
που το τρανζιστοράκι πρώτη φορά
με λυπήθηκε.
Βουβό παρέμενε στην άκρη του
και μοναχά κάτι αργόσυρτα παράσιτα
έβγαζε απ’ τα σπλάχνα του.

*

ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ

Στα τραπεζάκια του Defacto
μας πλησίασε απλώνοντας το χέρι
τί θέλεις, λεφτά; τον ρώτησα
«ε! τι, συμπάθεια;»
με αποστόμωσε.

*

ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Κάθε μεσημέρι, στο ίδιο φανάρι, απλώνει το χέρι.
Στο ίδιο φανάρι, κάθε μεσημέρι, κλείνω τα μάτια.
Τον βλέπω στον τόπο του, μικρό παιδί, πρόσχαρα να απαντά
σε όσους τον ρωτούν τι θα γίνει όταν μεγαλώσει.
“Δικαστής!”. Και τα κατάφερε!
Κάθε μεσημέρι, στο ίδιο φανάρι,
δικάζει την τακτοποιημένη μου ζωή
κι έχει στα μάτια τη συγχώρεση Θεέ μου…

*

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Ένα ντιβάνι
παλιά κουβέρτα στρατιωτική
κι εσύ κρυμμένος μέσα
με τη ντροπή σου
για τα χρόνια της ανεργίας
Ύστερα ήρθε η σειρά της μάνας
να πέσει στο κρεβάτι
με χίλιους δυο κρυφούς καημούς
Τελευταίος εγώ
με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι
να ψάχνω το λάθος μας.

*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.

Γιώργος Κοκκινίδης, Άτιτλο

Κάποτε έλπιζα
να δω φωτιά
σε αυτό το ερημονήσι
που μπρος από την πόρτα μου
τις νύχτες
σκοτεινό, καμπουριασμένο, απάτητο
εφαίνονταν.
Σημεία επαφής
δεν είχα
μέχρι που μια βραδιά
κόκκινο φως εφάνη
στο βορεινό ακρότατο σημείο.
Και κάποιος ήχος
ακούγονταν
σαν σφύριγμα
προσώπου αγαπημένου.
Και στο σκοτάδι ακόμα
ξεδιακρίνονταν
μορφές, παλιό χορό να δείχνουν
………
Και ήταν τότε
που εστέρεψε η θάλασσα
και δρόμος βατός προς το νησί
δημιουργήθηκε.
Χωρίς το φόβο τη σκέψη την παράλογη
προχώρησα …
Μα … φτάνοντας προς το νησί
και μόλις πατώντας πάνω
θάλασσα πάλι πλημμύρισε
και έκοψε για μένα
το δρόμο της επιστροφής.
Κόκκινο φως, ήχοι, χοροί
μορφές, πρόσωπα αγαπημένα
χάθηκαν…
Και γω ριζώθηκα εκεί
μύδια και βρόχινο νερό
έτρωγα και έπινα
και η ματιά μου
ξεδιάκρινε αγάπες
παλιές και άμνημες,
στη χώρα απέναντι
να γελούν, να μιλούν
για το χαμό μου.
Μια η καρδιά μου χτύπαγε
μια ο αγέρας λύσσαγε.
Μα εγώ,
ναυαγός ψεύτικος
θάρρος δεν είχα
πέντε τα μέτρα γης
που απόλυτα πια
δικά μου ήταν, του νησιού
να αγαπήσω.
Χρόνια μετά
ο δεύτερος που στο νησί θα φτάσει
τα άσπρα κόκκαλά μου,
ας θάψει.
Κόκκινο φως, ήχους, χορό
σίγουρα κι αυτός
από απέναντι θα είδε.

*Ο Γιώργος Κοκκινίδης (1955-2012) γεννήθηκε στο Ηράκλειο. Το 1978 διαγνώστηκε ως «ψυχικά ασθενής» κι έτσι πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του έγκλειστος στο Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Χανίων. Έκτοτε ξεκίνησε να γράφει για τη ζωή του στα ψυχιατρεία. Το βιβλίο με άπαντα τα ποιήματά του που εκδόθηκε και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των Άλλων.

Αλέξανδρος Μπάρας (1906-1990), Δύο ποιήματα

ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Ανάψανε στο ηλιοπύρι οι δρόμοι
αφήνουν οι μαστόροι τη δουλειά τους,
σήμανε η ώρα του φαγιού.
Και τ’ άψυχα, και καιν α τρώνε ακόμη
τους ίσκιους ολοτρόγυρά τους
την ώρα του μεσημεριού.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

Μικρό τρενάκι που περνάς
μέσ’ απ’ τα πεύκα, απ’ τις ελιές,
το δρόμο σου ανακόβοντας
μπροστά σε πέντε αρνάκια,
ενώ γελάν τριάντα δυο
κάτασπρα δόντια ενός βοσκού
και στην Μπασιά του εξωκλησιού
τρεμίζουν δυο κεράκια.

*Από τη συλλογή “Συνθέσεις”, έκδοση του περ. “Φιλολογική Πρωτοχρονιά”, 1933.

Mohammad Mousa, The Syntax of Scars / Η σύνταξη των ουλών

Why do you talk about your wound in my language?
Maybe your language
first spoke to my wound.
Maybe so that you understand
that this wound is beyond borders,
beyond languages.
Maybe so you know that
you do not need to be here
to converse a wound,
that you do not need
to be there to close it.
Maybe so you know words
can map out wounds.
Maybe words can cobble
wounds together.

Γιατί μιλάς για την πληγή σου στη γλώσσα μου;
Ίσως η γλώσσα σου
να μίλησε πρώτη στην πληγή μου.
Ίσως για να καταλάβεις
ότι αυτή η πληγή ξεπερνά τα σύνορα,
ξεπερνά τις γλώσσες.
Ίσως για να ξέρεις ότι
δεν χρειάζεται να είσαι εδώ
για να μιλήσεις για μια πληγή,
ότι δεν χρειάζεται
να είσαι εκεί για να την κλείσεις.
Ίσως για να ξέρεις ότι οι λέξεις
μπορούν να χαρτογραφήσουν τις πληγές.
Ίσως οι λέξεις μπορούν να
συρράψουν τις πληγές.

*Ο Mohammad Mousa (Μοχάμεντ Μούσα) είναι Παλαιστίνιος ποιητής και δημοσιογράφος, ο οποίος ήταν ένας από τους τρεις συγγραφείς που προκρίθηκαν στην τελική λίστα για τα Διεθνή Βραβεία Ελευθερίας της Έκφρασης 2022 που απονέμει ο οργανισμός Index on Censorship. Γεννήθηκε στη Γάζα, μεγάλωσε στο προσφυγικό στρατόπεδο της Τζαμπάλια, σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία και ξεκίνησε την καριέρα του ως μεταφραστής για διεθνείς δημοσιογράφους το 2014. Το 2018, ίδρυσε την Εταιρεία Ποιητών της Γάζας ως φόρουμ για νέους Παλαιστινίους, ώστε να μοιράζονται την ποίησή τους στα αγγλικά και στα αραβικά. Το 2019 του απονεμήθηκε η υποτροφία «Times Richard Beeston Bursary».

Mutalib Abdulla, Το χέρι μου στο ηλιοτρόπιο

Η καρδιά μου ήταν σκοτεινή
Με καρδιά σαν νύχτα
άνοιξα στον ήλιο το παράθυρό μου
Το φως έπεσε στα μάτια μου
κι απόγειωσα
δεν ξέρω προς τα πού
Δεν είμαι καλά όλοι μού λένε
ο Θεός να σε γιάνει
Η γλώσσα μου δεν γύριζε
έλεγα μέσα μου
πώς παραδίδεται
τόσο πολύ σκοτάδι
Η καρδιά μου ήταν σκοτεινή
μπρος στα μάτια όλων
Με καρδιά τυφλή
έτρεχα μακριά απ το θάνατο
δεν ξέρω προς τα πού
Θυμάμαι μόνο τούτο
σαν να ταν η νύχτα
κλουβί σκοταδιού
Άφησα το χέρι μου απ το σκοτάδι
παραδόθηκα στο φως
Η καρδιά μου φωτίστηκε
το χέρι μου στο ηλιοτρόπιο
Πες μου εσύ
ο άνθρωπος δε σταματά
παρά στο νεκροταφείο
Δεν θα σας το εξηγήσω αυτό
σαν ο θάνατος να ήταν θάνατος
Νιώθω τον ίδιο παλμό του σκοταδιού
κάποιος είπε αυτό είναι το σκοτάδι που πέφτει ή η καρδιά
Η ζωή και στα δύο μου μάτια όλο κι έσπαγε
Το κεφάλι του πλανημένου πουλιού
Το σώμα μου πήγε το ηλιοτρόπιο στον κήπο της θέας
μέσα στην καρδιά μου έλεγα θα γυρίσω
Με τα μάτια έσωζα τις αχτίδες μου απ το νεκροταφείο
η γλώσσα μου δεν γύριζε σαν το σκοτάδι να ήταν θάνατος
Παρέδωσα όλο εκείνο το σκοτάδι
λέω σε όλους να με εδώ είμαι
Η πατρίδα είναι σκοτεινή
μόνο αυτό θυμάμαι
Άφησα το χέρι μου απ το σκοτάδι

*Ο Mutalib Abdulla, γνωστός Κούρδος συγγραφέας και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1962 στο Ερμπίλ, πρωτεύουσα του Κουρδιστάν, όπου ζει και δημιουργεί μέχρι σήμερα. Με έργο 33 βιβλίων, έχει συμβάλει σημαντικά στην κουρδική λογοτεχνία και έχει τιμηθεί επανειλημμένα για τη συνεισφορά του.