Υπάρχουν βράδια που δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Αναπολώ στιγμές του παρελθόντος.
Ένα βράδυ στα είκοσί μου χρόνια, στην Άνδρο,
που ξαπλωμένος κάπνιζα και μ’ έπνιγε ο καπνός
δίπλα σε μια γυναίκα πάλλευκη.
Τα απογεύματα των πρώτων μου εφηβικών χρόνων
που με δύο φίλους κλέβαμε σοκολάτες από μια
αποθήκη τροφίμων.
Ύστερα τρέχαμε γεμάτοι ενοχές,
με μια πρωτόγνωρη λαχτάρα να δρέψουμε
τους καρπούς της παρανομίας μας.
Τους έχω χάσει πια.
Η αϋπνία μου θολώνει το βλέμμα.
Πίνω νερό και καπνίζω το τελευταίο μου τσιγάρο.
Τότε έρχονται να με επισκεφτούν τα φαντάσματα.
Ένας φίλος, με μπλαβιασμένο πρόσωπο,
το χείλος του να κρέμεται σαν σταγόνα στα δεξιά
ακριβώς όπως την μέρα που τον θάψαμε.
Εισβάλλει στο σαλόνι μου σαν άλλος Μωυσής,
κρατώντας δυο βιβλία, ένα σε κάθε χέρι.
Γελάει με το γέλιο εκείνο που τράνταζε το πελώριο κορμί του
και μου μιλάει για το παρόν του,
που για μένα είναι ήδη παρελθόν.
Καταφτάνει η γιαγιά μου κρατώντας ένα ξύλινο αυγό στα χέρια,
βαμμένο κόκκινο για να τους σπάσω όλους στο πασχαλινό τραπέζι.
Την θυμίζω ότι είναι φάντασμα και ότι το αυγό της είναι πια αέρας.
Της ορκίζομαι ότι αυτή τη φορά θα το δεχόμουν.
Γελά και χάνεται.
Έρχεται ο παππούς μου με το μαλλί του κολλημένο προς τα πίσω,
βγάζει ένα κουτάκι σπίρτα από την τσέπη της ζακέτας του
και ένα πακέτο τσιγάρα 22.
Κάθεται δίπλα μου στον καναπέ.
Χαϊδεύει το περιποιημένο του μουστάκι,
ανάβει τσιγάρο και κοιτάζει τα κίτρινά του δάχτυλα.
Με ρωτά αν θέλω να παίξουμε τάβλι.
Του εξηγώ πως είναι αδύνατο.
Χαμογελά και σβήνει από το βλέμμα μου.
Χαρούμενα φαντάσματα οι νεκροί μου.
Πίνω ένα ποτήρι γάλα.
Ελπίζω στις υπνωτικές του ιδιότητες.
Φευ.
Ανάβω ένα ακόμα τσιγάρο.
Ούτως ή άλλως σε δύο ώρες πρέπει να σηκωθώ για τη δουλειά.
Ευτυχώς ο παππούς ξέχασε το πακέτο του.
*Από τη συλλογή “Η Χαρτοπετσέτα”, Εκδόσεις Κίχλη 2020.
