Κατερίνα Γκιουλέκα, Δύο ποιήματα

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΚΑΥΜΑΤΩΝ

Δεν το ‘κρύβε κι ούτε
γινόταν να συσκοτιστεί
πως γλίστρησε στην κουνελότρυπα
αργά, καιρό πολύ μετά την εφηβεία,
στην τελευταία μεταπήδηση καθώς
-σε μια στροφή-
το σώμα γύριζε διακόπτη, άρρητο πίσω
αφήνοντας τον γρίφο πριν λυθεί

Μήτε πως αποκλείεται,
ειρωνευόμενη αυτήν
η νύφη με την κόκκινη ομπρέλα
σούρουπο να ξεπρόβαλε καταμεσής
του δάσους μ’ αυταρέσκεια
ηλιοψημένη αν και γκρίζο καταχείμωνο
-βέβηλη τροχονόμος-
επιμένοντας εδώ και τώρα
ν’ απαθανατιστεί

Μια σπίθα να κρατήσει αναμμένη
επιχείρησε σαν το λειψό κεράκι
μνημοσύνου· γράφει στα καβουράκια
του γιαλού χαράματα, τ’ ακούει
τώρα να γελούν ξαλαφρωμένα
αναγνωρίζουν για τα ίδια την αξία
της απόδρασής της
-αγαλλίαση-
στου καπελά τα τρελά λόγια αφημένη

Η ανυπακοή άνοιξε δρόμους θολερούς μα και
επίγνωση σ’ αυτήν που αθώα αποβραδίς για ύπνο
γέρνει, το πόσο διαφορετική τ’ άλλο πρωί
την οργισμένη φύλακα θυμήθηκε, θορυβημένη
να απαιτεί να πάρουν το κεφάλι ενός που μόλις τάχα
δολοφόνησε ό,τι μονομερώς λογάριαζε για χρόνο·
δεν κράτησε για πάντα η συρρίκνωση
μεγάλωσε άτσαλα ξανά και δεν χωρούσε

*

ΜΗΝ ΚΡΑΤΗΘΕΙΣ

Βαδίζοντας στην όχθη
τα φύλλα έτριξαν·
σβήσου
έχει πει ο ποιητής
-με γενναιοδωρία-
ρυάκια δίπλα σου κυλούν
κλωνάρια σπάζουν
πέφτει η νύχτα απαλά
χωρίς αρχή
όλο αποκάμουν οι σκιές
σε ύπνο βυθίζονται οι πόνοι
ένα αεράκι μόνο ρυτιδώνει τα νερά
γκρίζα κι αυτά
κλειστά
ανοίγονται καινούργια μνήματα,
χαράξου κάπου
και μετά
ο στίχος μένει

*Από τη συλλογή “Πλάνης στην πλάνη της”, Εκδόσεις Θίνες, 2024.

Leave a comment