Πεφτούλης Μαρθόγλου, Απ’ την αρχή

Φωτογραφία: Leonard Freed

Έχουμε να φτιάξουμε έναν κόσμο
απ’ την αρχή.
Τα θεμέλιά του,
είναι ήδη μπολιασμένα στην καρδιά μας.
Έχουμε να φτιάξουμε μια μέρα,
που θα ανήκει ειρηνικά σε όλους.
Μια νύχτα, που δεν θα κρυώνει κανείς.
Ένα καρβέλι, που θα χορτάσει ο άνθρωπος,
να γαληνέψει μέσα του το θεριό της αγωνίας.
Είμαστε λίγοι.
Διασκορπισμένοι σε έναν τυφώνα φόβου και υποταγής.
Αιώνες τώρα έχει στηθεί
αυτό το πανηγύρι της ανθρωποφαγίας
και εμείς με στόματα ραμμένα
επιμένουμε να το αρνούμαστε αυτό.
Πόσο εύκολα θεωρούν οι άνθρωποι πώς διαφέρουν μεταξύ τους;
Πόσο εύκολα θερίζει το κέρδος;
Και ακόμη δεν έχω δει κάποιον κερδισμένο.
Όμως εμείς αντέχουμε και βαστάμε ακόμη,
προχωράμε στην κόλαση χαμογελώντας.
Όλη μας η δύναμη κρυμμένη στην σφιγμένη χούφτα μας.
Έχουμε εξάλλου, να φτιάξουμε έναν κόσμο απ’ την αρχή.
Έναν κόσμο να χωράει το δίκιο στο πραγματικό
υψηλό μπόι του ανθρώπου.

Tim Pigott, Prison Poem / Ποίημα της φυλακής

the cell is small and square
light falls like loneliness
here, memory is more real than life

even the memory of the wings of birds, bating
even the laughter of children
even the fabulously strange & insignificant
dreams of homesick migrant workers
even the blood-stained midsummer moon
even the drunken roaring ocean
even the spider who spins his web\
as perfect as silence
cannot know how small
a man is
alone

Ποίημα της φυλακής

το κελί είναι μικρό και τετράγωνο
το φως πέφτει σαν μοναξιά
εδώ, η μνήμη είναι πιο αληθινή από τη ζωή

ακόμα και η ανάμνηση των φτερών των πουλιών, που πάλλονται
ακόμα και το γέλιο των παιδιών
ακόμα και τα παράξενα και ασήμαντα
όνειρα των νοσταλγών μεταναστών εργατών
ακόμα και το ματωμένο φεγγάρι του κατακαλόκαιρου
ακόμα και ο μεθυσμένος, βρυχώμενος ωκεανός
ακόμα και η αράχνη που υφαίνει τον ιστό της
τόσο τέλεια όσο η σιωπή
δεν μπορούν να γνωρίζουν πόσο μικρός
είναι ένας άνθρωπος
μόνος

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Κατερίνα Φλωρά, Σαν περάσει ο καιρός

Κι αν δε βρεθήκαμε γύρω σε αδιάφορα τοπία
με ρηχά πλάνα και κενές κουβέντες
Κι αν δεν προσπαθήσαμε να δώσουμε λίγο χρώμα
στη μουντή φθαρμένη από τον καιρό και την αναλγησία εικόνα
Κι αν δεν ξοδέψαμε την πιο πολύτιμη ουσία μας
σε ό,τι πιστέψαμε ότι αξίζει τον κόπο και το χρόνο μας
Περνώντας όμως τα μισά, ας πορευτούμε πλέον με τους λίγους
που περπατάνε δίπλα μας προσέχοντας και σεβόμενοι
τον ιδιαίτερο βηματισμό μας προς τα μπρος

Sophia Tomaso, Το μυστικό των ανθέων 

Και αν σε ρωτήσουνε,
ποια ήμουνα πες τους
ότι ήμουνα τριαντάφυλλο,
με πικρά, αιχμηρά αγκάθια
που κοίταζε τον ήλιο, και όταν μάτωνε έβγαινε το φεγγάρι λαβωμένο.
Πες τους ότι ήμουνα μαργαρίτα που άνθιζε στη μέση ενός χωραφιού ολομόναχη, όταν ήθελε και όποτε ήθελε με την απλότητα και την αγνότητα του λευκού…
Πες τους ότι ήμουνα ιβίσκος με το χρώμα της φωτιάς, που ζωγράφιζε τον κήπο με φλόγα και πάθος.
Πες τους ότι ήμουνα παπαρούνα που χόρευε στον άνεμο με την ευθραυστότητα της στιγμής,
έτοιμη να γίνει ανάμνηση.
Πες τους ότι ήμουνα νάρκισσος,
που καθρεφτίζονταν στη λίμνη, ξεχνώντας την ανθρώπινη φύση του
μέσα στην ανατριχίλα του κόσμου.

Μόνο μην τους πεις ποτέ
ποια πραγματικά ήμουνα…

Μόνο για σένα…
Ήμουνα εκείνη που η ζωή όρισε την ζωή μου!

Αλήτις Τσαλαχούρη, Ψίχουλα

Ο δρόμος και μία κουβέρτα σπίτι του-Λείπει απ’ τη θέση του-Να ζητιανέψει μες στη θλίψη του-Στη διπλανή γωνία-Που καφετέριες και μαγαζιά-Το πλήθος προσπερνά με αδιαφορία-Μα ένα κορίτσι σταματά-Τυρόπιτες αφήνει στην κουβέρτα-Πλακώνουν περιστέρια–Τις τρώνε φρενιασμένα-Κι αυτός-Που ο δρόμος και μια κουβέρτα σπίτι του-Μ’ όλη τη θλίψη του-Επιστρέφει απ’ τη διπλανή γωνία-Βρίσκει τα φαγωμένα περιστέρια-Και με τα μάτια ευτυχισμένα-Τρώει τα ψίχουλα-Το πλήθος προσπερνά με αδιαφορία-

*Από τη συλλογή “Σάκος του μποξ”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2025.

ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ, ΒΡΟΧΗ ή Η ΖΏΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΥΚΟΛΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ ΕΔΩ

Φωτογραφία από την ταινία Lady Bird (2017)

Που να ‘ναι άραγε η Χώρα των Βάσκων, σκεφτόμουν καθώς διέσχιζα το διάδρομο κατά μήκος του λίβινγκ ρουμ. Μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο ζούσα. Όι χτύποι του τηλεφώνου διασταυρώνονταν με τα βήματά μου, που χτυπούσαν ρυθμικά πάνω στα πλακάκια, ενώ η τηλεόραση άλλαζε αθόρυβα χρώματα. Κάποιοι σχημάτιζαν λέξεις στα χείλη τους χωρίς ήχο, η ώρα ήταν έξι το απόγευμα αλλά κιόλας νύχτα, οι εναλλαγές φωτός δημιουργούσαν σκιές στους τοίχους. Δεν θα κατάφερναν να έρθουν απόψε. Μια λίμνη εμφανίστηκε
έξω απ’ το σπίτι, στην άσφαλτο. Η τηλεόραση έπαιζε μια παλιά βασκική ταινία. Σήκωσα το ακουστικό, στριμώχτηκα σε ξένες λέξεις, ο πανικός στροβιλιζόταν σαν διάφανη λευκή σκόνη στο λίβινγκ ρουμ με τους φθαρμένους καναπέδες από δέρμα. Άκουσα τη φωνή μου να λυγίζει, να δραπετεύει μέσα απ’ τα καλώδια. Ταυτόχρονα κολυμπούσα προς το Βορρά, ανάμεσα σε κορμούς δέντρων και σκασμένα λάστιχα. Δεν είχα ιδέα πού βρισκόταν αυτή η χώρα.

RAIN or LIFE IS NOT EASY FOR THOSE LIVING HERE

Where would the Basque country be, I was wondering as I was crossing the corridor across the living room. In this room I was living. The telephone rings crisscrossed my steps, rhythmically tapping on the tills, as the TV was quietly changing colours. Some people were shaping words in their lips without a sound, it was six in the evening, but already dark, the switching lights were making shadows on the walls. They will not make it here tonight. A lake appeared outside the house, on the asphalt. The TV was showing an old Basque movie. I picked up the receiver, got squeezed in foreign words, the panic was whirling like white transparent dust in the living room, with the worn sofas covered with leather. I heard my voice bending, escaping through the cables. At the same time, I was swimming towards the North, amongst tree trunks and flat tires; I had no idea where this country was.

*Από το δίγλωσσο βιβλίο “ΞΎΠΝΗΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΧΏΡΑ – Ελληνική ποίηση σε ενεστώτα χρόνο” (I woke up in a country Greek poetry at the present time), Εκδ. ΙΔΡΥΜΑ ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΌΥΡΓΚ | ROSA LUXEMBURG STIFTUNG, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2019.

Eavan Boland, Χάντρες από αμέθυστο

Κι όταν τις βγάζω από
το κουτί από ξύλο κερασιάς αυτές οι χάντρες έχουν
το χρώμα της βιολέτας στη σκιά. Έπειτα
στο πηγάδι του λαιμού όπου
σχηματίζονται τα δάκρυα
σκουραίνουν. Τώρα φορώ στο λαιμό ένα παλιό σχηματισμό
από κρύσταλλο: μια εντύπωση γήινου νοικοκυριού.
Μια μυστηριώδη λάμψη
φτιαγμένη υπόγεια όπου δεν έχει ήλιο
μόνο ιστορίες ενός παιδιού ξεστρατισμένου και της μητέρας του να παζαρεύει
με έναν αγέλαστο βασιλιά. Να υπόσχεται και να μαλώνει:
τι μπορεί να κρατήσει, τι μπορεί να του παραχωρήσει. Οι σκιές
και η εποχή που βγαίνουν οι βιολέτες είναι μέρος
της συμφωνίας. Κλεμμένες από ένα τέτοιο μέρος
αυτές οι χάντρες δεν μπορούν παρά να
γνωρίζουν τις ιαματικές τέχνες του συμβιβασμού,
της επιβίωσης. Κι όταν τις φορώ
είναι σχεδόν λες και το δέρμα μου απορροφούσε
ένα φάρμακο από φως. Κάτι σαν τα παλιά βάλσαμα.
Δενδρολίβανο, ας πούμε ή τανατσέτο.
Ή χαμομήλι που το είχαν
για τον πυρετό. Που κάποτε δίνανε για να μερέψουν ένα παιδί
που στριφογύριζε από τη μια μεριά στην άλλη, χάντρες ιδρώτα να αιχμαλωτίζουν
και να κρατούν μια λάμψη από το καντηλέρι.
Ένα παιδί που φωνάζει μες στον ύπνο της
Περίμενέ με. Μη με αφήνεις εδώ.
Που ποτέ δε θα το θυμάται αυτό.
Που ποτέ δε θα το θυμάται αυτό.

Hashim Saraj, Πριν η νύχτα αποκτήσει άλλο νόημα

​Μετά τον θάνατο του Αριστοτέλη
η ελληνιστική εποχή δεν είχε ακόμη δύσει
κι εγώ, αλαφροΐσκιωτος από ποίηση και ομορφιά
περιπλανιόμουν μεθυσμένος στους λαμπρούς δρόμους της Αθήνας.
​Στεκόμουν μπροστά στις ανοιχτές πύλες των σχολών:
της Ακαδημίας, του Λυκείου, του Κυνισμού
του Επικουρισμού, της Στοάς και των Σκεπτικών
κι έγραφα ελεύθερα την αυτόματη ποίησή μου.
​Η φλόγα της ομορφιάς ανάβλυζε
από τα λυγερά κορμιά και τα αέρινα ρούχα των κοριτσιών
πυρπολώντας καρδιές και ψυχές.
​Η Σιλάν*, το λευκόκορμο κορίτσι
τραγουδούσε και χόρευε στο φεγγαρόφωτο.
Άνοιγε την αγκαλιά της, κι εγώ ανάσαινα το άρωμα των μαλλιών της
σαν να έπινα από πηγή κρυφή.
​Τότε, που ούτε το δόγμα είχε επιβάλει τη σκιά του
ούτε ο Αυγουστίνος κι ο Ακινάτης
είχαν συγκεράσει τη φιλοσοφία με τη θεολογία
μέσα στην ίδια σκοτεινή πλεξούδα.

​* Σιλάν (Shilan): Κουρδικό γυναικείο όνομα· αναφέρεται στο αγριοτριαντάφυλλο.

Μιχάλης Γραμματάς, Γιατί μισώ τον χειμώνα

Γιατί με σκέπασες χωρίς να φύγεις
Γιατί έφυγες χωρίς να με σκεπάσεις
Γιατί με ξύπνησες χωρίς να φύγεις
Γιατί έφυγες χωρίς να με ξυπνήσεις
Κι αφού ξύπνησα δεν ξαναγύρισες
Όσες φορές και να ξύπνησα
δεν ήσουν δίπλα μου
Όποια γυναίκα και να ήταν δίπλα μου
πάντα ήξερα πως δεν ήσουν εσύ
Πάντα ήθελα να ήσουν εσύ

Κάθε χειμώνα περίμενα να γυρίσεις
Γυρνούσαν όμως πάντα
μόνο οι αντικατοπτρισμοί σου
μόνο οι σκιές σου
στη μορφή γυναικών 
που τις αγάπησα
αλλά δεν τις ήθελα
Γιατί πάντα ήθελα εκείνες
να ήσουν εσύ

Έναν χειμώνα έφυγες για πάντα
Και όποτε κρυώνω
δεν είσαι εκεί να με σκεπάσεις
Έναν χειμώνα έφυγες
Κι εγώ
θα μισώ τον χειμώνα για πάντα

Andre Breton, Τα γραπτά φεύγουν

Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
είναι τόσο ωραία
που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
κατάματα
όπως δεν κάνουν τ’ αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
του αέρος
ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
γραμμάτων
όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών
για να βρέχει πάντοτε

Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
σμίξουν
Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου νια τον έρωτα
του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
θάμνους γιομάτους πέπλους
και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
εκτάσεως
αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων

*Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)