Μετά τον θάνατο του Αριστοτέλη
η ελληνιστική εποχή δεν είχε ακόμη δύσει
κι εγώ, αλαφροΐσκιωτος από ποίηση και ομορφιά
περιπλανιόμουν μεθυσμένος στους λαμπρούς δρόμους της Αθήνας.
Στεκόμουν μπροστά στις ανοιχτές πύλες των σχολών:
της Ακαδημίας, του Λυκείου, του Κυνισμού
του Επικουρισμού, της Στοάς και των Σκεπτικών
κι έγραφα ελεύθερα την αυτόματη ποίησή μου.
Η φλόγα της ομορφιάς ανάβλυζε
από τα λυγερά κορμιά και τα αέρινα ρούχα των κοριτσιών
πυρπολώντας καρδιές και ψυχές.
Η Σιλάν*, το λευκόκορμο κορίτσι
τραγουδούσε και χόρευε στο φεγγαρόφωτο.
Άνοιγε την αγκαλιά της, κι εγώ ανάσαινα το άρωμα των μαλλιών της
σαν να έπινα από πηγή κρυφή.
Τότε, που ούτε το δόγμα είχε επιβάλει τη σκιά του
ούτε ο Αυγουστίνος κι ο Ακινάτης
είχαν συγκεράσει τη φιλοσοφία με τη θεολογία
μέσα στην ίδια σκοτεινή πλεξούδα.
* Σιλάν (Shilan): Κουρδικό γυναικείο όνομα· αναφέρεται στο αγριοτριαντάφυλλο.
