Eavan Boland, Χάντρες από αμέθυστο

Κι όταν τις βγάζω από
το κουτί από ξύλο κερασιάς αυτές οι χάντρες έχουν
το χρώμα της βιολέτας στη σκιά. Έπειτα
στο πηγάδι του λαιμού όπου
σχηματίζονται τα δάκρυα
σκουραίνουν. Τώρα φορώ στο λαιμό ένα παλιό σχηματισμό
από κρύσταλλο: μια εντύπωση γήινου νοικοκυριού.
Μια μυστηριώδη λάμψη
φτιαγμένη υπόγεια όπου δεν έχει ήλιο
μόνο ιστορίες ενός παιδιού ξεστρατισμένου και της μητέρας του να παζαρεύει
με έναν αγέλαστο βασιλιά. Να υπόσχεται και να μαλώνει:
τι μπορεί να κρατήσει, τι μπορεί να του παραχωρήσει. Οι σκιές
και η εποχή που βγαίνουν οι βιολέτες είναι μέρος
της συμφωνίας. Κλεμμένες από ένα τέτοιο μέρος
αυτές οι χάντρες δεν μπορούν παρά να
γνωρίζουν τις ιαματικές τέχνες του συμβιβασμού,
της επιβίωσης. Κι όταν τις φορώ
είναι σχεδόν λες και το δέρμα μου απορροφούσε
ένα φάρμακο από φως. Κάτι σαν τα παλιά βάλσαμα.
Δενδρολίβανο, ας πούμε ή τανατσέτο.
Ή χαμομήλι που το είχαν
για τον πυρετό. Που κάποτε δίνανε για να μερέψουν ένα παιδί
που στριφογύριζε από τη μια μεριά στην άλλη, χάντρες ιδρώτα να αιχμαλωτίζουν
και να κρατούν μια λάμψη από το καντηλέρι.
Ένα παιδί που φωνάζει μες στον ύπνο της
Περίμενέ με. Μη με αφήνεις εδώ.
Που ποτέ δε θα το θυμάται αυτό.
Που ποτέ δε θα το θυμάται αυτό.

Leave a comment