Χρήστος Νεδελκόπουλος, Ένα ποίημα για την Μαντλίν -που ταξίδεψε την 1η Ιουνίου 2025 από τη Σικελία για τη Γάζα- με μόλις 12 επιβαίνοντες

Μαντλίν είσαι όχλος και ψηφίδα
Αρχαιολογία στημένη σε θεμέλια προϊστορικού χρόνου
Κι άγουρη νεοτερικότητα· σχεδόν έφηβη γυναίκα 
Ξέρεις αριθμητική 
Είσαι 12
Ξέρεις από τερτίπια κι από ώρες μάχης
Κομάντος ανεβάζεις – κατεβάζεις –
που ξέρουν από συντεταγμένες
από σύνορα που δεν φαίνονται σε κανέναν χάρτη·
που σε εξαφανίζουν με όπλα αόρατα
με ψόφιο κρέας και με αέριο χημικού ψαλτηριού 
Ήσουν 12 
Και μιλούσες λίγο
Σαν μωρό που ψελίζει συλλαβές
Είσαι περισσότερα απ’ όσα είπες
Γράφουν πολλοί ποιήματα με τις συλλαβές σου τώρα 
Δεν ξέρανε την αριθμητική σου
Διδάσκεις όμως ακόμα και χωρίς τους αριθμούς και με χωρίς τις λέξεις 
Είσαι αρχαιολογικό προϊόν ακατονόμαστο κι ακατάσχετο 
Μαθαίνεις σιγά σιγά ανάγνωση με ιερογλυφικά συλλαβοτεμάχια
και με κρυπτοκώδικες αριθμητικής νομοθεσίας 
Δείχνεις με το δάχτυλο 
Και λες τα πράγματα με συλλαβές γλώσσας αμίλητης
Βάζεις το νι και το σίγμα, το άλφα και το ωμέγα
Δίνεις στα πράγματα ονόματα
Μαρτυράς ποιοι είναι οι τρομοκράτες
Ποιοι πίνουν κάτουρο εξολοθρευτών 
Κυβερνήσεις, ξωτικά και ελεύθερα ομιλούντες 
Δείχνεις εύκολα με το δάχτυλο συλλαβίζοντας

Τα λες καθαρά χωρίς διπλωματικές πιρουέτες 
Εσύ με κρυπτοκώδικες μιλάς και σε σύστημα ακρυπτογράφητων συλλαβών 
Μα σε καταλαβαίνουν 
Κι αυτοί κι εκείνοι και οι μέσα κι οι έξω κι εμείς και οι άλλοι 
Ξαναορίζεις την ιστορία 
Τις επιστήμες, τον πολιτισμό
Μαθαίνεις σε ιστορικούς πώς μπαίνουνε οι λέξεις
Πώς ξεθάβονται τα τεκμήρια·
Γενοκτονία, εθνοκάθαρση, μισανθρωπισμός
Μαθαίνεις τις διαφορές με κρυπτοκώδικες που καταλαβαίνουν όλοι 
Κι οι ιστορικοί της πλάκας κι οι διπλωμάτες της ισχύος 
Η γλώσσα σου είναι απλή κι οι αριθμοί σου λίγοι 
Μ’ αυτά ξαναφτιάχνεις λέξεις που φτάνουν εδώ ως τεκμήρια 
Που δραπέτευσαν από καμένες βιβλιοθήκες της αρχαιότητας 
Από συντεταγμένες που ξέρουνε μόνο κομάντος
που σε ταΐζουν ψόφιο κρέας και χημικό ψαλτήρι 
Άκου Μαντλίν 
Έρχεσαι από μακρυά 
από τον Β παγκόσμιο πόλεμο
Από την εποχή του χαλκού 
Από βυζαντινές ανταρσίες 
Από ιερές εξετάσεις 
Δεν ξέρουμε πού πας
Μαθαίνεις όμως σε αδαείς επιστήμονες με πτυχίο 
Μαθαίνεις ξένες άγνωστες λέξεις
και κρυφούς κώδικες
και άγραφες υποσχέσεις 
Διδάσκεις δείχνοντας με το ένα δάχτυλο που έχεις 
Ένα ένα τα λέπια γύρω μας τα ξετρυπώνεις 
Ένα ένα τα φέρνεις μπρος στις συλλαβές σου 
Ένα ένα να πάρουν θέση 
Για μια αφήγηση 
Για ένα νόμιμο gps 
Για μια πλευρά· 
αυτή τη σωστή της ιστορίας 
Όλοι με την ειρήνη λες
Όλοι με τη Δημοκρατία 
Όλοι κάποτε κατά του Χίτλερ 
Όλοι τώρα με την μεγάλη Δυτική κυβέρνηση
Την παγκόσμια κυβέρνηση-εταιρία 
Όλοι κάποτε κατά του Ομήρου 
Και των σκληρών πολεμιστών του 
Όλοι τώρα με την ποίηση της διπλωματίας 
Όλοι με το δίκιο και το έννομο παντού πάντα και πάντοτε 
Με τα εισαγωγικά σου μας μαθαίνεις πάλι τα νοήματα―
μάθε μας κι άλλα Μαντλίν 
Όλοι με αυτούς που υπέφεραν
και δεν γίνονταν να γραφτεί ξανά ποίηση μετά το Άουσβιτς
Μαντλίν είσαι το Άουσβιτς 
Το Άουσβιτς από μέσα 
Μας δείχνεις με το δάχτυλο έναν έναν
Όλους τους ξετρυπώνεις με λέξεις – συλλαβές 
Με αριθμούς – σύμβολα 
Μας δείχνεις τον ιστορικό χρόνο 
Την ψυχολογία των μαζών 
Τον πανικό της λάθος πλευράς της ιστορίας 
Το λες και το δείχνεις γυρνώντας μας 100 χρόνια πίσω 
Μας φέρνεις στις μέρες πριν τον πόλεμο
Να τοι! λες… αυτοί θα ήταν με τον Χίτλερ 
Αλλά ζουν τώρα, μέσα σ’ αυτόν, μετά από αυτόν 
Τυχερούληδες! Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται… 
κι η πραγματικότητα πλέον φτιάχνεται με λέξεις 
Εσύ πας ανάποδα…
Αυτοί με την πάρτη τους 
Αυτοί με την μπίζνα
Αυτοί που είναι παντού πάντα και πάντοτε οι ίδιοι 
Εσύ πας να φτιάξεις με συλλαβές ξανά τη γλώσσα 
Μαντλίν! 
κι ας μην ξέρεις πού πας… 
Άσε τρόφιμα, φάρμακα κι ό,τι έχεις 
Κι αυτοκτόνα
Μην χρονοτριβείς
Χωρίς φόβο, χωρίς ενοχή 
Έτσι κι αλλιώς στην έχουνε στημένη 
Σε παγίδες συντεταγμένων 

Με διπλωματικούς αντιπροσώπους 
Με ειδήσεις σε στούντιο 
Στις ειδήσεις των 7 που τις μαθαίνεις με το ChatGPT μέσα απ’ τις καταπακτές σου
Αυτοκτόνα μέσα σε μουσουλμανικά τζαμιά 
Σε εκκλησίες – ερείπια 
Σε αρχαιολογικούς τάφους 
Μαζί με Αρμένιους, Πόντιους κι Εβραίους 
Αναστήσου
Σκότωσε 
Ζήσε λιγο
Και γ@μ#σε ατόφια 
Αληθινά 
Και μετά οριστικά φύγε
Σαν αρχαιολογία τους μέλλοντος 
ή σαν νεοτερικότητα του παρελθόντος 
Άσε το φαγητό στον άνεμο, στα σκυλιά και στις μολυσμένες θάλασσες και
ξανασύστησε τον άνθρωπο με τις καινούριες συλλαβές σου
Ξαναστύστησε το δίκαιο 
Ξανασύστησε τον εαυτό μας 
Άσε λίγο φαγητό και φύγε 
Θα επιστρέψουμε κάποτε  
Θα μας περιμένουν πάλι κάποιες γραμμικές Β’
Και δεν θα υπάρχουν πια ειδήσεις 
Αυτοκτόνα σαν σκοτάδι χωρίς σημειώματα κι ερμηνείες
Είναι ακόμα νύχτα έξω 
Αυτοκτόνα σαν λήθη μέσα στη μνήμη του παρόντος 
Είναι ακόμα μέρα Μαντλίν
Μην ξεχάσεις να δεις προσεκτικά τα βίντεο ρουφιάνων καταδοτών 
Θα σ’ εξαναγκάσουν 
Δείξε τότε κι εσύ το χημικό ψαλτήρι σου
Με τα οστά των ζωντανών νεκρών μας σήκωσε το δάχτυλο κι απάντησε
κι ας σε φυσήξουν σαν χάρτινο σπιτάκι 
Δείξε με το ένα σου δάχτυλο εσύ τους καταδότες
Αυτούς που φτιάχνουν από μέσα σου τις σργγ_ς για το μέλλον 
Είναι παλιά η αφήγηση

Πάντα οι γνωστοί ρουφιάνοι θα σου μαθαίνουν την ιστορία
παλιά με βιβλία κρατικών ιστορικών – τώρα με κρατικά βιντεάκια 
Αλλά εσύ βγήκες από την προϊστορία κατευθείαν στην νεοτερικότητα που λήγει 
Έχεις δικές σου λέξεις και δικά σου σήματα 
Μαντλίν δες το βίντεο και μοιράσου το μαζί μας
Είμαστε οι ιθαγενείς της κόλασης
που μοιάζει με γη της Επαγγελίας
Θα επιστρέψουμε
σαν αρχαιολογία του μέλλοντος 
Ίσως ανταμωθούμε σε κάποιο κενό ιστορικού χρόνου
Παίρνοντας πάλι τον Β’ και τον Γ’ παγκόσμιο στην πλάτη μας
Να ξανασώσουμε Εβραίους,
ιθαγενείς στην Καππαδοκία,
Ινδιάνους μετανάστες στη γη τους 
Μαντλίν αυτοκτόνα αν κουράστηκες 
Τα κουρέλια τραγουδάνε και πεθαμένα
Τα ζώα πνίγονται στην αταξία χημικών λιμών
Και τα δωδεκάχρονα νήπια  
τα βλέπουμε συλλαβιστά μπροστά μας 
είναι πάλι έτοιμα να βάλουν τους κανόνες
Και να αρχίσουν το παιχνίδι
Εκείνο που τους είπαμε πως τέλειωσε
μα δεν τέλειωσε ακόμα
Τα παιδιά ξέρουν
Δεν τέλειωσε
Ο ήλιος τέλειωσε Μαντλίν 
Φύγε!
Η ανθρωπότητα ξαγρυπνά
Περιμένοντας να ξημερώσει

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/2026/05/21/χρήστος-νεδελκόπουλος/

Χάρης Αλεξίου, Iskembe Corbasi – Χαϊκού για γερό στομάχι

Σαν μπεις στο βάθος
αχνίζει το καζάνι·
σε περίμενε.

*

Από τους ατμούς
δάκρυ κυλά στα τζάμια
μες στον χειμώνα.

*

Σαν το τάλαντο
ο μπαλτάς ακούγεται·
πείνας προσευχή.

*

Κόκκινο θέλεις;
Χρώμα δίνει και γεύση,
αν και λιπαρό.

*

Άλλοτε πρωί
τον τρώγαν πριν τη δουλειά·
τώρα μπουγάτσα.

*

Μπούκοβο βάλε
αλλά και σκορδοστούμπι
στον ντουζλαμά σου.

*

Η Εγνατία
ήταν παλιά γεμάτη
πατσατζίδικα.

*

Κλείσανε τώρα·
δεν έμειναν πια πολλά.
Δεν τρων’ οι νέοι.

*

Μια ρετσινούλα
πώς του πάει, σαν να ‘ναι
σάλτσα, του πατσά!

*

Σαν ήπιες, μετά
στομάχι για στομάχι.
Καλό γιατρικό!

*

Βήγκαν δεν είμαι.
Η λαχτάρα του πατσά
δεν με αφήνει.

*

Λίγο σαρδένι
σκούρο με λάχνες, πόση
μου δίνει χαρά!

*

Πέτυχα προχθές
τον Πρόεδρο της Σχολής
για ένα πιάτο.

*

Οσμή του πατσά·
ίχνη μοιχείας κρύβει
από τα ρούχα.

*

Ήρθε μας λένε
από την Ανατολή:
προσφυγιάς παιδί.

*

Ο μέλας ζωμός
που έτρωγαν στην Σπάρτη
θα ‘τανε πατσάς.

*

Δεν ξέρει, λέει,
τι είναι ο ντουζλαμάς.
Είν’ Αθηναίος.

*

Μαζί με ψωμί
σάντουιτς τον φτιάχνουνε
στην Ιταλία.

*

Σκεμπέδες πάνω
στον γάντζο κρεμασμένοι·
μοιάζουν με παλτό.

*

Σχέδια φασόν
στο τραπεζομάντηλο.
Είναι μιας χρήσης.

*

Τρώω και σπίτι,
μα του πατσατζίδικου
άλλη η χάρη.

*

Το καλοκαίρι
νοσταλγώ έναν πατσά·
μα οι φίλοι δεν.

*

Τόπι, μας λέει,
δεν βγάζει ο πατσατζής·
είναι σαβούρα.

*

Για τις κυρίες
έχει και κοτόσουπα
ή γιουβαρλάκια.

*

Δες τον πατσατζή!
Πήγε στον απέναντι
να φάει γύρο.

*

Πίσ’ απ΄ τον πάγκο
θάματα ετοιμάζει
ο τεζιαχτάρης.

*

Μέσα στο πιάτο
φίλοι καθρεφτίζονται
που ανταμώνουν.

*

Παλιοί μαστόροι
στους τοίχους κρεμασμένοι
μας επιβλέπουν.

*

Δεν έχει ώρα
ο πατσάς· κάθε ώρα
είναι για πατσά.

*

Μόνοι στη ζωή·
μόνο στον πατσά βρίσκουν
μια κάποια χαρά.

*

Για κάθε πόνο
ο πατσάς είναι λένε
μέγα γιατρικό.

*Έκδοση Λέσχη Φίλων Εικοστού Αιώνα – Σειρά “Ποίηθη” – 6, Οκτώβρης 2020.

Αικατερίνη Τεμπέλη, Larkhall

Εδώ, ψηλά στο λόφο του Larkhall,
κάτω από ένα βαρύ ουρανό
γεμάτο επικείμενες καταιγίδες,
ακούγοντας κοράκια να κρώζουν
και βλέποντας κοκκινομάλλικα αγόρια να παίζουν
— ένα τους μου εξηγεί, καβαλώντας εύκολα
το ξύλινο σανιδένιο φράχτη,
ότι είναι ο Spiderman κι εγώ του δείχνω σοβαρά πως το πιστεύω —
σκέφτομαι τα μίλια που μας χωρίζουν απ’ την εκπλήρωση
των καλά θρεμμένων προσδοκιών του μέλλοντος.

Ψάχνω την ομορφιά σ’ αυτά τα σχεδόν
ίδια σπίτια, της εργατικής τάξης
τα βαμμένα σ’ όλους τους αδιάφορους
— πνιγηρούς για μένα—
τόνους της ώχρας, του καφέ, του γκρίζου,
αναγνωρίζοντας τις προσπάθειες των ανθρώπων που τα κατοικούν
να τα στολίσουν,
βάζοντας λίγες ασημένιες πινελιές στις κουρτίνες
με τα ρομβοειδή παράθυρα,
μερικές πλαστικές καρέκλες στους στοιχειώδεις κήπους τους,
ψεύτικες γλάστρες να κρέμονται στις εισόδους,
θάμνους με χρωματιστά λουλούδια που παλεύουν φιλότιμα
ν’ αλλάξουν τις εντυπώσεις,
όπως και τα ποδήλατα τους που κείτονται ατίθασα σχεδόν,
στο καθώς πρέπει, λασπωμένο χώμα…

Κι όλο και κάτι ξέρω κι εγώ απ’ την απελπισία
του να ζεις σ’ ένα τόπο με κλεισμένα εργοστάσια εξόρυξης,
ύφανσης, κλωστοϋφαντουργίας,
με παροπλισμένα ακόμη — και τα κάποτε ξακουστά—
σιδεράδικα του Lanarkshire.

Όλο και κάτι έχω να θυμάμαι
απ’ την Ελλάδα της ανεργίας
των άπειρων απορριφθέντων βιογραφικών σημειωμάτων
των γλίσχρων, καθυστερημένων μισθών
και την ταπείνωση των επιδομάτων,
που τόσο σερνόμαστε κατά καιρούς να εξασφαλίσουμε,
των εξουθενωτικών σεζόν στα ξεπουλημένα μας νησιά
των πάμπολλων εργατικών ατυχημάτων
των νεκρών της κάθε βάρδιας.

Αλλά τι δικαιούμαι να πω για την επιμήκυνση
των λεπτών, των ωρών, των ημερών,
που περνούν βασανιστικά,
κι αφήνουν κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους
αλκοολικά κουφάρια,
ρημαγμένα απ’ την κατάθλιψη,
να βλαστημούν το καταραμένο τους παρόν
και ν’ αναπολούν τα περασμένα;

Εθελοτυφλώ συνειδητά, λοιπόν,
και χαμογελώ συγκρατημένα
στις θρησκευόμενες οικογένειες
πού με κοιτάζουν ύποπτα
αφού είμαι η Ξένη,
καθώς πηγαίνουν στην εκκλησία
της προτεσταντικής αυτής,
επίπλαστα, ήσυχης πόλης
— στην οποία κάποτε πάντως, απέφευγαν το πράσινο χρώμα
κι έκαιγαν το γρασίδι που τους θύμιζε την καθολική Σέλτικ,
αλλά τώρα μοιάζει να εξομαλυνθήκαν (;) οι διαφορές.

Κάνω πως ασχολούμαι με τα τριγύρω αξιοθέατα
κι ας μη μου πάει ο τουρισμός, της ταξιδιώτισσας,
που ασφαλώς περιλαμβάνουν μυστηριώδη κάστρα
μια ερειπωμένη οδογέφυρα,
ένα περίτεχνο συντριβάνι,
το φάντασμα μιας Μαύρης Κυρίας
που κάποτε έφτασε απ’ την Ινδία εδώ,
ως υπηρέτρια ή ερωμένη ενός καπετάνιου
κι εξαφανίστηκε μυστηριωδώς,
— όπως εξαφανίζονται ώρες-ώρες οι ελπίδες μας.

Δεν πάω με του ποταμού το ρεύμα
σ’ αυτό το αλλιώτικο, σκωτσέζικο, καλοκαίρι
που μου θυμίζει Νοέμβριο
όχι, δεν αφήνομαι
— τουλάχιστον ακόμα —
σε βαρκάδες και ρεμβασμούς, μύθους και θρύλους,
αλλά υπάρχουν ξέρεις, καθημερινά πράγματα
που μπορούν ολοκληρωτικά να με στοιχειώσουν.
Όπως κι εσένα,
όπως κι εσένα…

(Το ποίημα γράφτηκε στο Larkhall, στις 25/6/2025, και συμπεριλαμβάνεται στην ανέκδοτη ποιητική συλλογή: Επικείμενες καταιγίδες. Ημερολόγια Σκωτίας)

Θεώνη Κοτίνη, Εγώ

Ήταν κάποτε μια κυρα-Βασιλική
κι ήταν η μάνα μου.
Τι να την έκανε
έτσι απαλή και μαλακή
μες στο βελούδο;
Ίσως εκείνα τα γεράνια στην αυλή
με την πραότητα της δεξιάς παλάμης
που τα χάιδευε.
Τι να την έκανε
έτσι πικρή κι απαρηγόρητη;
Ίσως εκείνη η ψύχρα το πρωί
μακριά που αγνάντευε
αγιάτρευτη νεότητα του κόσμου
μες στον κάμπο.
Ήτανε κάποτε μια κυρα-Βασιλική
και τώρα εγώ. 

Sophia Tomaso, Τρία ποιήματα

Με έσερναν τα βήματα στο σπίτι, το φως των ματιών θολό, σκόνταψα…ήμουν σίγουρη
Τα χρυσάνθεμα πένθιμα, το λάστιχο ξεφούσκωτο, το φεγγάρι άφαντο και η σκιά από πίσω μου να ουρλιάζει.
Αραχνιασμένη ζωή, σπασμένα οστά και γαμω την ζωή μου γαμω.
Πωλείται…

Ανοίγω το πουκάμισο, η πληγή εκεί κατάστηθα…δεν πρόκειται να φύγει ποτέ
«Και τι με νοιάζει» μου πες
Ούτε μια ματιά δεν έριξες.
Άντε μου στο διάολο…
Φώναξα και θύμωσες
Ρε τι σου ζήτησα ρε…
μια αγκαλιά, έστω και μιας χρήσης.

*

Κάθε φορά που ζω θα μπήγω
το δάχτυλο στην σάρκα μου
και δεν θα πονώ.
Δεν είμαστε όλοι ίδιοι,
κάποιοι είστε λίγοι…

Γιώργος Μπλάνας (1959-2024), Στοίχημα

Στοιχηματίζω πως η γη
θα πάψει να κινείται, όταν πεθάνω.
Όχι για μια στιγμή μονάχα· όχι, δεν έχω
την απαίτηση να σπεύσει να θρηνήσει
τον θάνατό μου η φύση.
Θα πάψει να κινείται -εννοώ-
εν γένει, ολοσχερώς,
Λοιπόν, στοιχηματίζω!~
Αν χάσετε, δεν θέλω
τίποτα. Αν χάσω, σας χαρίζω
τη σιωπή μου. Εμπρός,
τι πάθατε; Φοβάστε
τη σιωπή του ποιητή;

*Από τη συλλογή “Ο κότσυφας του σύμπαντος και άλλα λυρικά πτηνά”,. Εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Γλυκερία Μπασδέκη, Η μαμά είναι ποιήτρια

«Exhausted» by Laurie Justus Pace

ω, ναι –η μαμά είναι
σπουδαία ποιήτρια

όλη τη μέρα μαγειρεύει κόμματα,
σκουπίζει χρόνους, σιδερώνει
πτώσεις

αντί να δει Δευτέρα βλέπει Τρίτη

λέει το πλυντήριο ωκεανό,
τη χύτρα υπερωκεάνειο

*Από τη συλλογή «Σύρε καλέ την άλυσον», εκδ. Ενδυμίων 2012/ Bibliotheque 2014.

**Πηγή: https://www.andro.gr/empneusi/mother-poems/2/

ένα έτσι, ποιήματα

Φωτογραφία: ένα έτσι

στον Νίκο Σφαμένο

το να αφιερώνεις ποιήματα
σε ανθρώπους
που δεν έχεις πότε συναντήσει
είναι παρόμοιο
με το να κλείνεις τα μάτια
πάνω από τα σύννεφα

ξέρεις πως ότι κι αν συμβεί
έχουμε ήδη καταφέρει πάρα πολλά

*

έχουνε όλοι επιστρέψει

η Φρόσω, ο Γιάννης, ο Αλέξανδρος
οι άνθρωποι που δεν με αγάπησαν
και δεν με γνώρισαν ποτέ
σε τούτη εδώ την ηλιόφωτη πόλη

επέστρεψαν για να πάρουν πίσω
την αγάπη τους

όλα τα πικρά βήματα
από τα Ιλίσια μέχρι το Γκάζι
αναζητώντας τους

τα ολονύχτια σχέδια απόδρασης
προς το νησί
στη μέση του δωματίου

τα τραγούδια που σκάρωνα
για να τους αποκοιμίζω γλυκά
βαθιά μέσα στον αχανή ακάλυπτο

ήρθε ο καιρός να πάρουν πίσω
την αγάπη
που ποτέ δεν μοιραστήκαμε

ήρθε ο καιρός να πιστέψω
την μοναξιά μου
ως το πραγματικό δώρο αυτής της ζωής

και να το επιστρέψω με τιμή
προς όλους εσάς
που μου δώσατε την ευκαιρία
να το κάνω δικό μου

ευχαριστούμε, Αθήνα
ευχαριστούμε, Ελλάδα

*

πράσινοι παπαγάλοι κάθονται
στο περβάζι του παράθυρου

οι ασθενείς περιμένουν
την σειρά τους για θεραπεία

κουνάνε το κεφάλι τους πέρα δώθε
ανοίγουν φτερά και πετάνε

κοιτάνε ευθεία πέρα από την πόλη
κλείνουν τα μάτια κι εξαφανίζονται

*Σχετικός σύνδεσμος: https://enaetsi.wordpress.com

Φωτογραφία: ένα έτσι

Peny Delta, Τρία ποιήματα

ΕΝΤΑΦΙΟ

Τάφοι λευκοί θα γίνουμε κάποτε.
Μάρμαρο Πεντέλης, λαμπυρίζον,
θα ενδύει τα κορμιά μας.
Ο ήλιος θα γλύφει επίμονα
το σκληρό μας πέτρωμα.
Επιμελώς η βροχή θα ξεπλένει τα πάθη μας.
Αδιάφορα θα παραστέκουν τα κτερίσματα.
Ολίγα άνθη πλαστικά, κάποια αγγεία,
μια επιτύμβια στήλη.
Θα είμαστε αυτό που πάντα θέλαμε.
Αθώοι.

*

03:36 ΑΫΠΝΙΑ

03:36 σε μια πόλη νεκρή,
η θάλασσα ξεβράζει
γυαλιστερά κορμιά μεδουσών,
έρμαια των κυμάτων.
Άδεια παραλία, άγραφη άμμος.

Η μνήμη σου απλώνεται
στη σκέψη σαν λαδιά.
Άπραγοι επί σειρά ετών,
της μελαγχολίας γόνοι,
παραδινόμαστε.
– Σάρα, μας άξιζε τόση σιωπή;

Κάποτε περπατούσαμε
σε ράχες δελφινιών,
μας αρκούσε
των κορμιών μας το φως
κι ένας στίχος.
«Αγάπη μου, αγάπη μου
γιατί με εγκατέλειψες;»

03:36 στο βαθύ σκοτάδι
λάμνει το χρυσόμαλλο δέρας
της ύπαρξης.
Πνιγόμαστε από επιθυμία
ξυπνάμε πριν τη λύτρωση.

Σιωπηλοί ακούμε
την πόρτα να χτυπά.
–Άνοιξε, λες και κρύβεσαι.
–Σάρα, μας άξιζε τόση σιωπή;

*

Η SYLVIA PLATH ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΑΦΙ

Στον ποιητή Γιώργο Κοζία
Η φωτογραφία ήρθε από το Εδιμβούργο,
ενθύμιο, μαζί με καρτ ποστάλ.
Η Σύλβια Πλαθ χαμογελαστή,
να ταΐζει blueberries ένα ελάφι,
το σωτήριον έτος 1959.

Θα έδινα όρκο πως πρόκειται
για το ίδιο εκείνο ελάφι
που διασώθηκε στη Χασιά,
έπειτα από επίθεση σκύλων.
Το ξαναβλέπω, ζωντανό, μπροστά μου.
–Με δεμένα τα πληγωμένα πόδια του,
με τον θάνατο στα μάτια
να ξεσηκώνει γλέντι
κι ένα πελώριο, σχεδόν ανθρώπινο,
γιατί–

Ταράχτηκα…
Κέρατα παγιδευμένων ελαφιών,
αργά το βράδυ,
ξέσκιζαν τους ιστούς ερώτων μέσα μου.
Ξύπνησα ιδρωμένη.
Στο κομοδίνο δίπλα μια χούφτα blueberries.
Έτρεξα στη βιβλιοθήκη,
άγγιξα με ευλάβεια τη συλλογή της Πλαθ.
Άνοιξα τυχαία μια σελίδα:

«Κυλά ο Θεός από ψηλά, η Κόλαση αργοσβήνει·
Και εφορμούν τα σεραφείμ και του διαβόλου οι φίλοι·
Κλείνω τα μάτια, και η πλάση όλη κλείνει».

*Από τη συλλογή “Εκ της σαρκός”, Εκδόσεις Βακχικόν, Απρίλιος 2026.

A.D. Winans, Poem for the working man and the yuppie / Ποίημα για τον εργάτη και τον γιάπη

Φωτογραφία: Homer Sykes, Glasgow (1979)

Some people guard their lives
Like a eunuch guards the
Harem door
Like a stock broker with
A hot tip
Like a banker who knows
That the dollar will only
Be worth half of what it is today
In less time than it takes to die
Better to linger over
A cup of coffee
Like a skilled lover with
No need for bragging rights
Remember that every newsman
On every corner in America
That every meat packer and fisherman
Knows more about life than
Your average poet
The blind man rattling
An empty tin cup
Makes more noise than
A yuppie gunning his
BMW
On his way to the
Graveyard

Μερικοί άνθρωποι φυλάνε τη ζωή τους
Όπως ένας ευνούχος φυλάει
Την πόρτα του χαρεμιού
Σαν χρηματιστής με
Μια “καυτή” πληροφορία
Σαν τραπεζίτης που ξέρει
Πως το δολάριο σύντομα
Θα αξίζει μόνο τα μισά
Απ’ όσα αξίζει σήμερα
Σε λιγότερο χρόνο απ’ όσο χρειάζεται κανείς για να πεθάνει
Καλύτερα να μένεις λίγο παραπάνω
Πάνω από ένα φλιτζάνι καφέ
Σαν επιδέξιος εραστής
Που δεν έχει ανάγκη
Να καυχιέται
Να θυμάσαι πως κάθε δημοσιογράφος
Σε κάθε γωνιά της Αμερικής
Πως κάθε εργάτης σε σφαγείο και κάθε ψαράς
Ξέρει περισσότερα για τη ζωή
Από τον μέσο ποιητή
Ο τυφλός που κουδουνίζει
Ένα άδειο τσίγκινο κύπελλο
Κάνει περισσότερο θόρυβο
Από έναν γιάπη που πατάει γκάζι
Στη BMW του
Καθ’ οδόν προς το
Νεκροταφείο

*Το ποίημα δημοισιεύτηκε εδώ: https://poeticoutlaws.substack.com/p/poem-for-the-working-man-and-the?utm_source=post-email-title&publication_id=811133&post_id=197218156&utm_campaign=email-post-title&isFreemail=true&r=5f6ik6&triedRedirect=true&utm_medium=email Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Ο Allan Davis Winans (γεν. 12 Ιανουαρίου 1936), γνωστός ως A. D. Winans, είναι Αμερικανός ποιητής, δοκιμιογράφος, συγγραφέας διηγημάτων και εκδότης. Ζει στο Σαν Φραντσίσκο.