Σαν μπεις στο βάθος
αχνίζει το καζάνι·
σε περίμενε.
*
Από τους ατμούς
δάκρυ κυλά στα τζάμια
μες στον χειμώνα.
*
Σαν το τάλαντο
ο μπαλτάς ακούγεται·
πείνας προσευχή.
*
Κόκκινο θέλεις;
Χρώμα δίνει και γεύση,
αν και λιπαρό.
*
Άλλοτε πρωί
τον τρώγαν πριν τη δουλειά·
τώρα μπουγάτσα.
*
Μπούκοβο βάλε
αλλά και σκορδοστούμπι
στον ντουζλαμά σου.
*
Η Εγνατία
ήταν παλιά γεμάτη
πατσατζίδικα.
*
Κλείσανε τώρα·
δεν έμειναν πια πολλά.
Δεν τρων’ οι νέοι.
*
Μια ρετσινούλα
πώς του πάει, σαν να ‘ναι
σάλτσα, του πατσά!
*
Σαν ήπιες, μετά
στομάχι για στομάχι.
Καλό γιατρικό!
*
Βήγκαν δεν είμαι.
Η λαχτάρα του πατσά
δεν με αφήνει.
*
Λίγο σαρδένι
σκούρο με λάχνες, πόση
μου δίνει χαρά!
*
Πέτυχα προχθές
τον Πρόεδρο της Σχολής
για ένα πιάτο.
*
Οσμή του πατσά·
ίχνη μοιχείας κρύβει
από τα ρούχα.
*
Ήρθε μας λένε
από την Ανατολή:
προσφυγιάς παιδί.
*
Ο μέλας ζωμός
που έτρωγαν στην Σπάρτη
θα ‘τανε πατσάς.
*
Δεν ξέρει, λέει,
τι είναι ο ντουζλαμάς.
Είν’ Αθηναίος.
*
Μαζί με ψωμί
σάντουιτς τον φτιάχνουνε
στην Ιταλία.
*
Σκεμπέδες πάνω
στον γάντζο κρεμασμένοι·
μοιάζουν με παλτό.
*
Σχέδια φασόν
στο τραπεζομάντηλο.
Είναι μιας χρήσης.
*
Τρώω και σπίτι,
μα του πατσατζίδικου
άλλη η χάρη.
*
Το καλοκαίρι
νοσταλγώ έναν πατσά·
μα οι φίλοι δεν.
*
Τόπι, μας λέει,
δεν βγάζει ο πατσατζής·
είναι σαβούρα.
*
Για τις κυρίες
έχει και κοτόσουπα
ή γιουβαρλάκια.
*
Δες τον πατσατζή!
Πήγε στον απέναντι
να φάει γύρο.
*
Πίσ’ απ΄ τον πάγκο
θάματα ετοιμάζει
ο τεζιαχτάρης.
*
Μέσα στο πιάτο
φίλοι καθρεφτίζονται
που ανταμώνουν.
*
Παλιοί μαστόροι
στους τοίχους κρεμασμένοι
μας επιβλέπουν.
*
Δεν έχει ώρα
ο πατσάς· κάθε ώρα
είναι για πατσά.
*
Μόνοι στη ζωή·
μόνο στον πατσά βρίσκουν
μια κάποια χαρά.
*
Για κάθε πόνο
ο πατσάς είναι λένε
μέγα γιατρικό.
*Έκδοση Λέσχη Φίλων Εικοστού Αιώνα – Σειρά “Ποίηθη” – 6, Οκτώβρης 2020.
