Με έσερναν τα βήματα στο σπίτι, το φως των ματιών θολό, σκόνταψα…ήμουν σίγουρη
Τα χρυσάνθεμα πένθιμα, το λάστιχο ξεφούσκωτο, το φεγγάρι άφαντο και η σκιά από πίσω μου να ουρλιάζει.
Αραχνιασμένη ζωή, σπασμένα οστά και γαμω την ζωή μου γαμω.
Πωλείται…
Ανοίγω το πουκάμισο, η πληγή εκεί κατάστηθα…δεν πρόκειται να φύγει ποτέ
«Και τι με νοιάζει» μου πες
Ούτε μια ματιά δεν έριξες.
Άντε μου στο διάολο…
Φώναξα και θύμωσες
Ρε τι σου ζήτησα ρε…
μια αγκαλιά, έστω και μιας χρήσης.
*
Κάθε φορά που ζω θα μπήγω
το δάχτυλο στην σάρκα μου
και δεν θα πονώ.
Δεν είμαστε όλοι ίδιοι,
κάποιοι είστε λίγοι…
