Νίκος Κωσταγιόλας, Δύο ποιήματα

ΙΑΜΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΡΥΦΩΣ

Μεσημέρι της Γλαύκης δροσιάς
συνυφασμένο με το σιγανό ψιχάλισμα
του Ζέφυρου
στον σβέρκο γέρικης κληματαριάς
κι ο ουρανός πάντοτε ασπίλωτος
καθώς το βλέμμα σου ερευνά
αντίκρυ απ’ την ανοιχτωσιά του πελάγου
την Ήπειρο με τις μαλαματένιες τις κορφές
με τα στιλπνά,
τα φιλντισένια σπίτια που φεγγοβολούν
κάτω απ’ το λιόγερμα

Χουφτιάζεις την άμμο
την ταξιδεύεις στην παλάμη σου
κι οι κόκκοι γίνονται αφή καλοκαιριού
που θεραπεύει το κορμί
κι από τον πλέον πεισματάρη κάματο
καθώς τα έμπιστα κρόσσια του ήλιου
ούτε λίγο, ούτε πολλά
μα ό σ ο χ ρ ε ι ά ζ ε τ α ι
σου ψαύουν την καρδιά
κι αυτή ψηλώνει

*

ΟΠΟΥ Ο ΣΕΙΛΗΝΟΣ ΟΡΙΖΕΙ ΠΑΡΑΒΟΛΙΚΑ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ

Αφιονισμένος Σάτυρος
με χέρια από την έξαψη τρεμάμενα
ιθύφαλλος της Νύμφες καταδιώκει
να τους διδάξει του έρωτα τα θαύματα
του πυρωμένου σώματος τις διαστροφές
μα πάντα αυτές
ανέραστες και κακομαθημένες
τρέχουν μακριά του
ζητώντας να κρατήσουν αμαγάριστα
τα είδα τον

Κι εκείνος κυνηγάει κι όλο κυνηγάει
κι εκείνη τρέχουν και πηδάνε
ώσπου να γίνουνε κουβάρι ηδονής
αγρίμια αλαφιασμένα
σε σμίξιμο πρωτόγονο
γεμάτο με φωνές εκστατικές
γεμάτο με ιδρωμένα μέλη ανάκατα και συμπλεγμένα
κάποτε
όταν ο μοιροπλάστης χρόνος κρίνει πως χρειάζεται
στον κόσμο λίγη ομορφιά να ξεχυθεί
να τον ολοκληρώσει
να τόνε κάμει Κ ό σ μ π πάλι.

*Από τη συλλογή “Σαν άλλος Σαούλ (ένα σατυρικό δράμα)”, Εκδόσεις Εκάτη, 2023.

Ρωξάνη Νικολάου, Αποκόμματα

Οι χαλαστές μου μ’ αγάπησαν.
Στο φως νεαρής μηλιάς ήσυχα γέρνω.
Μαντάρω χρόνο εφεδρικό.

*

Αφήνω αιματοσυρμές
για το πανδοχείο
των αποσυνάγωγων εαυτών.

*

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής το διήνυσα
μιλώντας σε πλάσματα επινοημένα
πιστεύοντας ότι, τουλάχιστον, με ακούν.
Αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές
που δέχθηκα μιαν απάντηση.

Αγνώστου/ης, Isolate / Απομόνωση

slam these inactive doors
this infinite arcadian paradise
that you so casually make reference to
is merely a means
of suspending my absurdity
all the while I’m left wailing
while you’re abetting in the crime

χτύπα με δύναμη αυτές τις αδρανείς πόρτες
αυτόν τον ατελείωτο αρκαδικό παράδεισο
στον οποίο τόσο ανέμελα αναφέρεσαι
είναι μονάχα ένα μέσο
για να αναστείλει την παραδοξότητά μου
την ώρα που εγώ μένω να θρηνώ
ενώ εσύ γίνεσαι συνεργός στο έγκλημα

*Το ποίημα αυτό και το κολάζ της ανάρτησης βρέθηκαν στα γραπτά της συντρόφισσάς μου Γεωργίας, η οποία “έφυγε” στις 24 Σεπτεμβρίου 2025. Δεν ξέρω εάν το ποίημα ήταν δικό της ή κάποιου/ας άλλου/ης. Δεν θα μάθω ποτέ. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Λεωνίδας Καζάσης, Η διαφάνεια δεν είναι πάντα κρυστάλλινη ούτε η καθαρότητα πάντα λευκή

Φωτογραφία: Gio Nakeuri

Εμφανίζομαι ως αρνητής των ειωθότων, ως βέβηλος ηδονιστής,
μα είμαι ιερός τής βίας, τού δόλου διώκτης,
τών περάτων κατάσκοπος,
τής προσήνειας ιχνευτής.

Ξεθηκάρωσα την πένα μου
κι ακονίζω θεμέλια εκμεταλλευτικά!
Αν χτυπηθώ και πέσω,
δεν άγρεψα χρήματα,
υπερασπίστηκα προβάλλοντας ιδανικά!

Κατερίνα Φλωρά, Στα περασμένα

Στα περασμένα πού ‘φυγαν και εκείνα που προσμένουν
Τα χρόνια τα χαμένα μας κι αυτά που περιμένουν
Μιας αναζήτησης στιγμής θα αρπάξουμε ακόμα
Σε εκείνο το χαμόγελο που βλέπουμε στο στόμα

Στα περασμένα που πενθούν τα όσα χάθηκαν αλλού
Θα διαλύσω με ένα φύσημα της σκόνης
Να σκορπίσει ο άνεμος τα βέλη του παντού

Όσα περάσαν κι όσα θε να’ ρθουν καλοδεχούμενα
μη προσπαθείς πολύ να προλάβεις τα μελλούμενα
Θα σε πιάσει στον ύπνο ο χρόνος
Το ξέρω θα νιώσεις πιο μόνος

Σαν δεις το καράβι να φεύγει
Και το περίγραμμα να χάνεται πίσω από το ταραγμένο από το πέρασμα νερό
Μέχρι να χαθεί τελείως και το νερό να σταθεί ήρεμο στην ανυπαρξία

Μιχάλης Κατσιγιάννης, Τρία ποιήματα

19:50, πολύ αργότερα

Στο θάλαμο αναδύονται τα πτώματα
Όμορφα
Γλυκά πολύ
Και μοιρολατρικά
Αφρίζουν
Σαν λουλούδια σπαρταριστά.
Είναι μόνη η ώρα
Στις άλλες ημέρες
Α, η άναυδη ληθαργικότητα!
Η απουσία των εκλάμψεων της ανυπομονησίας
Αναδίπλωση και αποφυγή στιγμών κακοήθειας
Συμβόλων και σημάτων
Από ανία
Κάτι άδικο
Ίσως
Και ακέραια μπερδεμένο
Η μουσικότητα της πιο σφιχτής αραιότητας.
Είναι μόνο η ώρα
Στους βρυχηθμούς των διευρύνσεων.

*

Κάθε ολόκληρη μέρα

Τρέμει από τη μικρή φλόγα
Η άλλη πρόνοια
Σε αυτόν ακριβώς τον καιρό
Η πιο χαριτωμένη επιβολή
Προνόμια
Στιγματίζει αρνητικά
Την τόση σου ομορφιά
Τι ωραία ησυχία που είναι αυτή
Κι ας δοξάσουμε
Την κόλαση που σέρνει από τα μαλλιά
Πίσω της το αγαθό
Μπροστά της η αμαρτία
Και το ξέρω κι εγώ
Τη λατρεύεις.

*

Παλιά

Σχόλια που παρερμηνεύουν
Μάλλον δεν ξέρεις τι πάει να πει
Δισταγμός για κάποια ποίηση.
Σημειώσεις λύπης
Ζεστός καπνός
Και υδρορροές.
Καρέκλα
Ανεμιστήρες
Και άγνωστοι ποιητές.

*Από τη συλλογή Μετα-ελεγείες, ψηφιακή έκδοση, Εξιτήριον 2025.

Κατερίνα Γκιουλέκα, Δύο ποιήματα

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΚΑΥΜΑΤΩΝ

Δεν το ‘κρύβε κι ούτε
γινόταν να συσκοτιστεί
πως γλίστρησε στην κουνελότρυπα
αργά, καιρό πολύ μετά την εφηβεία,
στην τελευταία μεταπήδηση καθώς
-σε μια στροφή-
το σώμα γύριζε διακόπτη, άρρητο πίσω
αφήνοντας τον γρίφο πριν λυθεί

Μήτε πως αποκλείεται,
ειρωνευόμενη αυτήν
η νύφη με την κόκκινη ομπρέλα
σούρουπο να ξεπρόβαλε καταμεσής
του δάσους μ’ αυταρέσκεια
ηλιοψημένη αν και γκρίζο καταχείμωνο
-βέβηλη τροχονόμος-
επιμένοντας εδώ και τώρα
ν’ απαθανατιστεί

Μια σπίθα να κρατήσει αναμμένη
επιχείρησε σαν το λειψό κεράκι
μνημοσύνου· γράφει στα καβουράκια
του γιαλού χαράματα, τ’ ακούει
τώρα να γελούν ξαλαφρωμένα
αναγνωρίζουν για τα ίδια την αξία
της απόδρασής της
-αγαλλίαση-
στου καπελά τα τρελά λόγια αφημένη

Η ανυπακοή άνοιξε δρόμους θολερούς μα και
επίγνωση σ’ αυτήν που αθώα αποβραδίς για ύπνο
γέρνει, το πόσο διαφορετική τ’ άλλο πρωί
την οργισμένη φύλακα θυμήθηκε, θορυβημένη
να απαιτεί να πάρουν το κεφάλι ενός που μόλις τάχα
δολοφόνησε ό,τι μονομερώς λογάριαζε για χρόνο·
δεν κράτησε για πάντα η συρρίκνωση
μεγάλωσε άτσαλα ξανά και δεν χωρούσε

*

ΜΗΝ ΚΡΑΤΗΘΕΙΣ

Βαδίζοντας στην όχθη
τα φύλλα έτριξαν·
σβήσου
έχει πει ο ποιητής
-με γενναιοδωρία-
ρυάκια δίπλα σου κυλούν
κλωνάρια σπάζουν
πέφτει η νύχτα απαλά
χωρίς αρχή
όλο αποκάμουν οι σκιές
σε ύπνο βυθίζονται οι πόνοι
ένα αεράκι μόνο ρυτιδώνει τα νερά
γκρίζα κι αυτά
κλειστά
ανοίγονται καινούργια μνήματα,
χαράξου κάπου
και μετά
ο στίχος μένει

*Από τη συλλογή “Πλάνης στην πλάνη της”, Εκδόσεις Θίνες, 2024.

Cesare Pavese, Δύο ποιήματα

Το θλιμμένο κρασί

Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου δίχως να σε προσέξουν.
Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλίτσες
και σου ξανάρχεται η όρεξη να χάνεσαι στις σκέψεις σου.
Ορθώνεται ένα μακρινό κύμα με ξεχασμένους ψιθύρους,
τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα
να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι. Η δουλειά
(γιατί οι άντρες δεν μπορούν να μη σκέφτονται τη δουλειά)
ξαναγίνεται το ανέκαθεν μοιραίο: ότι
είναι ωραίο να υποφέρεις
για να μπορείς να χάνεσαι στον πόνο. Μετά, τα μάτια
ατενίζουν το κενό, σαν πονεμένα μάτια τυφλού.

Αν αυτός ο άντρας σηκωθεί, τραβώντας σπίτι για ύπνο
θα μοιάζει μ’ έναν στραβό που ‘χασε το δρόμο. Ο καθένας
μπορεί να ξεμπουκάρει απ’ τη γωνιά και να τον αρχίσει στις γροθιές.
Μπορεί να εμφανιστεί μια γυναίκα, όμορφη και νέα,
αγκαζέ μ’ έναν άντρα, ανθίζοντας.
Όπως κάποτε μια γυναίκα άνθιζε μαζί του.
Μα δεν βλέπει. Δεν μπορεί να δει. Τραβάει σπίτι για ύπνο
και η ζωή του δεν είναι παρά ένας ψίθυρος σιγής.

Σαν τον γδύσεις, θα βρεις σαραβαλιασμένα μέλη
και την επιδερμίδα, καταφαγωμένη. Ποιος να έλεγε
ότι τον διατρέχουν άθερμες φλέβες
εκεί που άλλοτε ζεμάταγε η ζωή; Κανείς δεν θα πίστευε
πως κάποτε μια γυναίκα γέμιζε χάδια και φιλιά εκείνο το κορμί,
που, λουσμένο στα δάκρυα, τρέμει,
τώρα που έφτασε σπίτι για να κοιμηθεί,
μα δεν τα καταφέρνει, και αντί να κοιμάται, ανθίζει.

*

Οι γάτες θα το ξέρουν 

Ακόμα θα πέφτει η βροχή
στα γλυκά σου λιθόστρωτα
μια σιγανή βροχή
σαν φύσημα ή σαν βήμα.
Ακόμα η αύρα και η αυγή
θ’ ανθίζουν απαλά
σαν κάτω από το βήμα σου,
όταν εσύ θα ξαναγυρίζεις.
Ανάμεσα στα λουλούδια και στα πρεβάζια
οι γάτες θα το ξέρουν.

Θά ‘ρθουν άλλες μέρες
θά ‘ρθουν άλλες φωνές.
Θα χαμογελάς μονάχη σου.
Οι γάτες θα το ξέρουν.
Θ’ ακούς λέξεις παλιές
λέξεις κουρασμένες και άδειες
όπως τα παρατημένα ρούχα
της χθεσινής γιορτής.
Θα κάνεις χειρονομίες
θ’ απαντάς με λέξεις’
πρόσωπο της άνοιξης
θα κάνεις και συ χειρονομίες.

Οι γάτες θα το ξέρουν,
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων
που κομματιάζουν την καρδιά
εκείνου που δεν ελπίζει πλέον σε σένα,
είναι το λυπημένο χαμόγελο
που χαμογελάς μονάχη σου.
Θά ‘ρθουν άλλες μέρες,
άλλες φωνές και ξυπνήματα.
Την αυγή θα υποφέρουμε,
πρόσωπο της άνοιξης.

*Σχετικός σύνδεσμος: http://kokkinoprwi.blogspot.com/2013/06/6.html

Chris Mansell, The unquiet city / Η ανήσυχη πόλη

we are succulents
our cool jade arms open
over clean tables our fine bone
china minds pull the strings
of our tongues together we plait
our thoughts with the television
back through the aerials and
transmission towers prodding
through the literal fog
the mechanics of which distance
does not startle us or the ears
pretend to hear the telephone
the page also wearies
us we have taken the meaning
out of things by laying them face to
face in our dictionary of emotions
we are so entirely alone that we
are unaware of it
and we enjoy the religion of solitude
because religions are at base
meaningless and we can turn
from them to a new hobby
to clean ashtrays or emptier
whiskey glasses we the women
of our building Margaret Gladys
Cecily Ida Eileen and I have
the cleanest washing on our block
we are proud and air our sheets
although it’s a long time since
any serious stain or passionate figment
seeped through that censorious cloth
we have plants one of us has a budgie
and I have three fish the details
are unimportant God does not come here often
we would be suspicious if he
did without an identity card
we collect each others’ mail
remind each other of garbage
days and are frightened
of the louts from the skating rink
but in the night I leave
my curtains open and air
my pendant tremulous breasts

Η ανήσυχη πόλη

είμαστε παχύφυτα
τα δροσερά χέρια μας από νεφρίτη ανοιχτά
πάνω από καθαρά τραπέζια τα λεπτά κόκαλα
τα κινέζικα μυαλά μας τραβούν τα νήματα
των γλωσσών μας μαζί πλέκουμε
τις σκέψεις μας με την τηλεόραση
πίσω από τις κεραίες και
τους πύργους μετάδοσης που τρυπώνουν
μέσα από την κυριολεκτική ομίχλη
η μηχανική της απόστασης
δεν μας τρομάζει ούτε τα αυτιά
προσποιούνται ότι ακούνε το τηλέφωνο
η σελίδα επίσης μας κουράζει
έχουμε αφαιρέσει το νόημα
από τα πράγματα τοποθετώντας τα πρόσωπο με πρόσωπο
στο λεξικό των συναισθημάτων μας
είμαστε τόσο εντελώς μόνοι που
δεν το συνειδητοποιούμε
και απολαμβάνουμε τη θρησκεία της μοναξιάς
επειδή οι θρησκείες είναι στην ουσία
άχρηστες και μπορούμε να στραφούμε
από αυτές σε ένα νέο χόμπι
να καθαρίζουμε τασάκια ή πιο άδεια
ποτήρια ουίσκι εμείς οι γυναίκες
του κτιρίου μας η Μάργκαρετ η Γκλάντις
η Σέσιλι η Άιντα η Αϊλίν και εγώ έχουμε
τα πιο καθαρά ρούχα στη γειτονιά μας
είμαστε περήφανες και αερίζουμε τα σεντόνια μας
αν και έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που
κάποιο σοβαρό λεκέ ή παθιασμένο ψέμα
διέρρευσε από αυτό το αυστηρό ύφασμα
έχουμε φυτά μία από εμάς έχει ένα παπαγαλάκι
και εγώ έχω τρία ψάρια οι λεπτομέρειες
δεν έχουν σημασία ο Θεός δεν έρχεται συχνά εδώ
θα ήμασταν καχύποπτοι αν
το έκανε χωρίς ταυτότητα
μαζεύουμε η μία την αλληλογραφία της άλλης
θυμίζουμε η μία στην άλλη τις μέρες
αποκομιδής σκουπιδιών και φοβόμαστε
τους αγροίκους από το παγοδρόμιο
αλλά τη νύχτα αφήνω
τις κουρτίνες μου ανοιχτές και αερίζω
τα κρεμαστά μου στήθη

*Από τη συλλογή “Redshift/Blueshift”, Five Islands Press. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Sue Dyment, You are not to / Δεν πρέπει να

Elder woman
dressed like the sun going down
going down for the last time
what makes her setting so vivid
is it the dirty haze
from the coal fired power plant
the jet streams
binding careless across the sky
strands that so often, turn a fuchsia pink
the distant mesas
violet at the trim of her skirt
each sheep throwing shadows
turquoise across the snow
turquoise at her neck
turquoise and silver on her hand
she watches us from across the hogan
carding wool in the kerosene light
so these are the pink children
they are clumsy they are clowns really
not at all like demons
she wets her drawstring lips
she clicks her teeth at the red-earth cat
peering down through the stove pipe hole
recedes across the landscapes
of her mind this is the way it has always been
but it won’t always be this way
the cat is looking out
past the lowing shuffling corrals
half empty
because the government took away
almost all the sheep
dead corn stalks
because the government
has forbidden new planting
pickup trucks crackle across the
pottery
smashed in anonymous rituals
scattered across the hillsides
warning the cart, the stovepipe
sends up a slow smoke S
S for see and let it strike you
as a cat’s eye sees
a tree struck by lightning
and for reasons unseen
this tree is sacred
and for reasons unseen
you are not to burn the wood of this tree
YOY ARE NOT TO

Δεν πρέπει να

Ηλικιωμένη γυναίκα
ντυμένη σαν τον ήλιο που δύει
που δύει για τελευταία φορά
τι κάνει τη δύση της τόσο ζωντανή
είναι άραγε η βρώμικη ομίχλη
από το εργοστάσιο καύσης άνθρακα
οι ουρές των αεροπλάνων
που απλώνονται απρόσεκτα στον ουρανό
λωρίδες που τόσο συχνά γίνονται φούξια ροζ
Στους μακρινούς μακρινούς λόφους
βιολετί στο τελείωμα της φούστας της
κάθε πρόβατο ρίχνοντας σκιές
τιρκουάζ πάνω στο χιόνι
τιρκουάζ στον λαιμό της
τιρκουάζ και ασήμι στο χέρι της
μας παρακολουθεί από απέναντι, από το hogan (1)
γνέθοντας μαλλί στο φως της κηροζίνης
έτσι λοιπόν αυτά είναι τα ροζ παιδιά
είναι αδέξια, είναι γελωτοποιοί στ’ αλήθεια
καθόλου σαν δαίμονες
βρέχει τα χείλη της με το κορδόνι
κροταλίζει τα δόντια της στο κόκκινο-χωμάτινο γατί
που κοιτάζει κάτω μέσα από την τρύπα του σωλήνα της σόμπας
υποχωρεί μέσα στα τοπία
του νου της — έτσι ήταν πάντα
μα δεν θα είναι πάντα έτσι
η γάτα κοιτάζει έξω
πέρα από τα χαμηλά, μουγκρίζοντα μαντριά
μισοάδεια
γιατί η κυβέρνηση πήρε
σχεδόν όλα τα πρόβατα
ξερά κοτσάνια καλαμποκιού
γιατί η κυβέρνηση
απαγόρευσε νέες καλλιέργειες
αγροτικά φορτηγά τρίζουν πάνω στα
αγγεία
σπασμένα σε ανώνυμες τελετουργίες
σκορπισμένα στις πλαγιές
προειδοποιώντας το κάρο, ο σωλήνας της σόμπας
στέλνει έναν αργό καπνό σε σχήμα S
S για «see» — και άφησέ το να σε αγγίξει
όπως βλέπει το μάτι της γάτας
ένα δέντρο χτυπημένο από κεραυνό
και για λόγους αόρατους
αυτό το δέντρο είναι ιερό
και για λόγους αόρατους
δεν πρέπει να κάψεις το ξύλο αυτού του δέντρου
ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ

*The poem published in the anarchist feminist magazine “Kick It Over”, No 17, Winter 1986-1987. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

(1) Το hogan (/ˈhoʊɡɑːn/ ή /ˈhoʊɡən/· από το ναβάχο hooghan [hoːɣan]) είναι η κύρια, παραδοσιακή κατοικία του λαού των Ναβάχο. Ένα hogan έχει τοίχους και στέγη από ξύλο, με ή χωρίς εσωτερικούς στύλους στήριξης, και είναι καλυμμένο με συμπιεσμένη λάσπη και πέτρες σε ποικίλες ποσότητες. Τα hogan μπορεί να είναι στρογγυλά, κωνικά, πολυγωνικά ή τετράγωνα. Η πόρτα παραδοσιακά βλέπει προς την ανατολή για να καλωσορίζει τον ανατέλλοντα ήλιο.