Zana Χalil, Δύο ποιήματα

Σταθμός τρένου
 
Για πρώτη φορά
Σε μία από τις πλατφόρμες
Του σιδηροδρομικού σταθμού σε είδα
Φοβήθηκα μήπως γνωριστούμε
Όταν σε γνώρισά σε στις υπηρεσίες του σταθμού
Φοβήθηκα μήπως τολμήσω να σε φιλήσω σε έναν από τους κήπους
Όταν σε φίλησα στον κήπο
Φοβήθηκα μήπως σε αγαπήσω
Στο κρεβάτι για πάντα
Όταν σε αγάπησα στο κρεβάτι για πάντα
Φοβήθηκα μήπως χωρίσουμε
Όταν χωρίσαμε
Τώρα φοβάμαι
Μήπως σε ξαναδώ
Σε μία από τις πλατφόρμες
του σιδηροδρομικού σταθμού

*
Η πρόσφυγας των θρησκειών
 
Όταν γεννήθηκε
Οι γονείς της ήταν μουσουλμάνοι
Έτσι γεννήθηκε μουσουλμάνα
Στα δεκαοχτώ της
Ερωτεύτηκε έναν Εβραίο
Έγινε Εβραία
Στα τριάντα της
Για να πάρει άσυλο
Στη Δύση
Αποφάσισε να γίνει Χριστιανή
Μα όταν την πήγαν για βάπτιση, έκλαψε
Τη ρώτησαν: Γιατί κλαις;
Είπε: Φοβάμαι μη πεθάνω και
Κανείς δε μάθει
Πως δεν είχα καμία θρησκεία.
Ένας πρόσφυγας: Είμαι πια κουρασμένος.


*Ο Zana Χalil, ποιητής, μυθιστοριογράφος, ερευνητής και μεταφραστής, αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο παραγωγικούς Κούρδους συγγραφείς. Γεννημένοςτο 1976 στο Ερμπίλ, την πρωτεύουσα του Κουρδιστάν, ο Ζανά είναι απόφοιτος του Τμήματος Κουρδικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Σαλαχαντίν, με βαθιά γνώση της κουρδικής λώσσας και λογοτεχνίας.
Η δεκαετής παραμονή του στη Γερμανία (1996-2006) εμπλούτισε περαιτέρω την οπτική του, προσδίδοντας στο έργο του έναν μοναδικό συνδυασμό ανατολικών και δυτικών επιρροών. Ο Ζανά δεν περιορίζεται μόνο στη συγγραφή• έχει διαδραματίσει και συνεχίζει να διαδραματίζει ηγετικό ρόλο σε διάφορα λογοτεχνικά φεστιβάλ και διαγωνισμούς, αναδεικνύοντας νέα ταλέντα και συμβάλλοντας σημαντικά στην προώθηση της κουρδικής λογοτεχνίας.
Η συνεχής παρουσία και δραστηριότητά του σε πολιτιστικές εκδηλώσεις τον έχει καταστήσει πυλώνα του σύγχρονου κουρδικού πολιτισμού. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των αγγλικών, γαλλικών, αραβικών, περσικών, γερμανικών και πολλών άλλων.

**Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani.

Χρόνης Μίσσιος, Τι είναι ο έρωτας;

Τι είναι ο έρωτας;
Έρωτας είναι το ίπτασθαι οικειοθελώς,
το ωραιάσθαι αενάως,
το εγγίζεσθαι χαιδευτικώς,
το ποθείν καθ’ολοκληρίαν,
το καλλωπίζειν το χώρο,
το φαντάζεσθαι εγχρώμως,
το διαλέγεσθαι μωβ,
το αντι-εξουσιάζεσθαι ανυπερθέτως,
το συνουσιάζεσθαι επαναληπτικώς.

Γενικώς το ευ ζειν…
Το αποπλανάσθαι στην απουσία της μοναξιάς.

*Από το βιβλίο “Τα κεραμίδια στάζουν”. Δημοασιεύτηκε στο https://poiimata.com/2025/11/28/erotas-missios/

Μαρία Πανούτσου, Ο δρόμος που άνοιξες

Στον Λεωνίδα Καζάση

Ανήμπορος λένε και με αποκαλούν σε σχηματισμούς.
Δεν βλέπω την ώρα να ξιφουλκώ το πλήθος.

Αναρωτιέμαι σε κάθε βηματισμό και κλυδωνίζομαι.
Αντάρα με και χωρίς τον ουρανό να ρίχνει αστραπές.

Οι μέρες ένα τρεχαντήρι που γλιστρά στην ξέρα,
Όμως τον μύθο θα κρατήσω όρθιο όπως του πρέπει.

Κι εγώ εσένα ξεχωρίζω, πρώτο ναυαγό, να ατενίζω το βλέμμα του.

Και περπατώ στα λόγια σου επάνω και ανακαλώ τα πρώτα και τα ύστερα.
Μια, μονάχη εγώ, μέχρι τη μέρα που θα δύσει για μένα ο ήλιος.

Και λέω πως ανοίγεις δρόμο — ποιον δρόμο;
Μα ένας είναι ο δρόμος.


28/11/25
Αθήνα

Frank O’Hara, Poem / Ποίημα

Lana Turner has collapsed!
I was trotting along and suddenly
it started raining and snowing
and you said it was hailing
but hailing hits you on the head
hard so it was really snowing and
raining and I was in such a hurry
to meet you but the traffic
was acting exactly like the sky
and suddenly I see a headline
LANA TURNER HAS COLLAPSED!
there is no snow in Hollywood
there is no rain in California
I have been to lots of parties
and acted perfectly disgraceful
but I never actually collapsed
oh Lana Turner we love you get up

Η Λάνα Τέρνερ κατέρρευσε!
Περπατούσα γοργά κι ξαφνικά
άρχισε να βρέχει και να χιονίζει
κι εσύ είπες πως έριχνε χαλάζι
αλλά το χαλάζι σε χτυπάει στο κεφάλι
δυνατά, οπότε στην πραγματικότητα χιόνιζε και
έβρεχε και βιαζόμουν τόσο πολύ
να σε συναντήσω, αλλά η κίνηση
συμπεριφερόταν ακριβώς όπως ο ουρανός
κι ξαφνικά βλέπω έναν τίτλο
Η ΛΑΝΑ ΤΕΡΝΕΡ ΚΑΤΕΡΡΕΥΣΕ!
δεν υπάρχει χιόνι στο Χόλιγουντ
δεν υπάρχει βροχή στην Καλιφόρνια
έχω πάει σε πολλά πάρτι
και φέρθηκα απολύτως απαράδεκτα
μα ποτέ δεν κατέρρευσα στην πραγματικότητα


*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Μύαρης, Ταξίδι στον Ερημότοπο

Στη Μαρία Μ.

Σου δάνεισα τα ταξίδια του Δον Κιχώτη
Σχολίασες πως σαν αναχωρείς
Αγέρας σε διαπερνά καθίστασαι μη ον καταναγκαστικά παρόν
Άστομο πλάσμα Άφωνο κι αλίμονο
Ανίσχυρο μπροστά σε όσους προωθούν βελτιώσεις
Πυργώνουν απώσεις Δρακεύουν εξώσεις

Βρέθηκα “Μαρονίτα” και σε κάλεσα
Γαλαρία των αλατωρυχείων ξυπόλητο δεκαετία του ’70
Σ’ ακούω σαν νερό που κελαρύζει Στις Μαρίτσες
Σε ψάχνω στα πλατύφυλλα αμπέλια

Ακούς αφηγήσεις Ροκιές και ανέχεια
Δεκαεξάχρονων στη Βαλτετσίου κούφιες ζωές
Τα κάρβουνα του Κάβουρα Στο Βοξ οι αστροφεγγιές
Αραχώβης και Μπενάκη γωνία Αγωνία Όροφος δεύτερος
Πότε ανάχωμα και πότε φυλακή
Πόσα απογεύματα μου πρόσφερες
Το ερτζιανό ύδωρ των πειρατών
Περιοχής Εξαρχείων κι Ομονοίας
Τσιγάρα κέρασα πριν φύγω στα φροντιστήρια της Κωλέττη
Καπνοί συνόδευσαν τη βιοτή μας ταξίδεψα μακριά
Εσύ ερωτευμένη με τα Δεκαεξάχρονα ταξίδια
Ελέγχεις διαρκώς τα εισιτήρια
Και ‘κει στα Τέμπη καιομένη

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Δεν έχουμε οξυγόνο”, Εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα 2025.

-[Ερημότοπος: η πρώτη (μεσοπολεμική) απόδοση στην Ελληνική της σύνθεσης “Έρημη Χώρα” του Τ.Σ.Έλιοτ.
-Μαρίτσες: αγροτική περιοχή Νότιας Κέρκυρας.
-Μαρονίτα: γνωστή καφετέρια πλατείας Εξαρχείων].

Πάνος Κουτούλιας, Δύο ποιήματα

Απογραφή

Κάθε ξημέρωμα και μια νύχτα τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά,
μια πρωτότυπη παραλογή πάνω σε μανιασμένα μουσικά σχόλια.
Ας γίνει το ας είναι μάρτυρας
να ξεδιαλύνουμε λιγάκι τους σπασμούς των πραγμάτων
προβάροντας αδιάκοπα τα λόγια μας, με σκοπό
να τα ξεχάσουμε γνήσια.
Το φως παρέρχεται με τα χίλια ζόρια,
με μια παρατεταμένη τακτική του αναπνευστικού συστήματος
ενώ ο θάνατος – οριστικό εμπάργκο,
τρίλιζα χωροχρονική
κανονικότατη.
Κάθε ξημέρωμα, ένας απείρως εκτεινόμενος
καταυλισμός τεφροδόχων.


*


Ακριβές (το)


Αυτό το διάφραγμα δεν είναι να στηρίζεσαι·
θολή γκραβούρα
μιας πάλαι ποτέ υπακοής,
μιας υπό αμφισβήτηση υπηκοότητας.
Ασκεί τον τουρισμό του
στα τεθωρακισμένα μου·
το κρεμασμένο ξίφος των παππούδων
στο σαλόνι,
κιτρινισμένος χάρτης παλιακός,
που παραγνωρίζει τα σύνορα
και την όψη της χώρας.
Δεν είναι καν ανταγωνιστικό·
απλά υφίσταται εκεί
και στέκει
ως ανιστόρητη ωραιότητα.


*Από τη συλλογή “Προϊστορία για έναν”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Ιούνιος 2017.

Γιώργος Μπλάνας (1959-2024), Νύχτα

“Να ‘ξερες μόνο τι σου λέω! Μια στιγμή πριν μ’ αφανίσει
Κείνο το πολυπόθητο σκοτάδι που δερόταν
Στην αγκαλιά της, πέρασε μπροστά μου
Το φάσμα του προσώπου σου, να εκλιπαρεί το θάνατό μου.
Κι ώ, θαύμα! Αντί να ταραχτούν
τα μέλη μου, γυρεύοντας τον τρόμο να ξεφύγουν,
κάτι μέσα μου πήδησε ψηλά, ώστε να δω
το σώμα μου να χάνεται σ’ ένα βυθό αβάσταχτα δικό σου”.
Έτσι σκεπτόμουνα, ώρα πολλή κρατώντας
τα χέρια της ακίνητα μες στα δικά μου,
μη καμιά κίνηση παρα-
μικρή των πολυστέναχτων δακτύλων της με πλήξει
σαν να ‘ταν η ψυχή μου κάτι ολότελα προσωπικό,
κι η επίμονη σιωπή μου: λόγια,
που μαρτυρούσαν ένα πάθος
πάντα ειπωμένο, απλά, και πάντα
γλυκύτατα βουβό.

*Από τη «Νύχτα», Εκδόσεις Νεφέλη, 1991

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Να μη διστάσετε…

Eduard Hopper, Early Sunday morning

Κύριε Hopper*,
Εδώ ας σταθούμε κι ας αντικρίσουμε το σημείο.
Έχετε τις φωτογραφίες, τα έγγραφα, τις καταθέσεις.
Τα χρώματα πιστεύουμε είναι καλά και τα πινέλα το ίδιο.
Έχετε όλο το φόντο με το μέρος σας.
Δεν σας ζητάμε να βγάλετε κάποια απόφαση
ούτε να κάνετε αναπαράσταση.
Σας παρακαλούμε μόνο να μην ξεχάσετε τους 57 νεκρούς.
Μην το εκλάβετε σαν υπόδειξη αυτό.
Απλώς οι ψυχές μας είναι ραγισμένες.
Μας “εμπαίξανε”, λες και όλο αυτό ήταν
μια ζαβολιά, ένα κακός μπελάς.
Γι’ αυτό σας παρακαλούμε, με το οξυγόνο
να μη διστάσετε…
Ό,τι χρειαστείτε, εάλω θα είμαστε
-εδώ είμαστε όλοι.
Αυτή τη φορά τη μοναξιά
δεν θα φοβηθούμε.

*Eduard Hopper, Αμερικανός ζωγράφος, (1882-1967).

**Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Δεν έχουμε οξυγόνο”, Εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα 2025.

Αργύρης Χιόνης, Δύο ποιήματα

Εσωτικά τοπία

ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΚΑΤΙ ΤΟΠΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ, τυφλών τοπία, που μόνο ψαύοντας τ’ ανακαλύπτεις. Με μάτια ανοιχτά, τρόπος για να τα δεις κανένας δεν υπάρχει, γιατί ‘ναι μυστικά τοπία και το φως κρατούν μακριά απ’ την περιοχή τους. Μονάχα ψαύοντας μπορείς να τα χαρείς ή μάλλον, ένα μέρος τους μονάχα να χαρείς μπορείς, γιατί ‘ναι απέραντα τοπία, μυστικά, εσωτικά τυφλών τοπία.

*

Ο ακίνητος δρομέας

“ΠΟΥ ΠΑΤΕ, ΜΕΡΕΣ ΜΟΥ”, ρωτά, “μικρά πουλιά γιατί πετάτε, για πού τραβάτε βιαστικά;”.
“Εμείς δεν πάμε πουθενά, εμείς δεν είμαστε πουλιά, στεφάνι επτάφυλλο είμαστε πέτρινο κιονόκρανο στου χρόνου την αμετακίνητη κολόνα. Εσύ πετάς αδιάκοπα, εσύ αποδημείς
προς μια εποχή πιο παγερή, προς ένα ατέλειωτο χειμώνα”.

Άννα Αχμάτοβα, Έξι ποιήματα

Έμαθα να ζω απλά και με σοφία,
Τον ουρανό να βλέπω και να δοξάζω το Θεό,
Να γυρίζω ώρα πολλή στου δειλινού την ησυχία,
Την αχρείαστή μου αγωνία να ξεχνώ.

Όταν θροΐζουν οι κολλιτσίδες στην κοιλάδα
Και μαραίνονται τα μούρα στις μουριές,
Στίχους γράφω εύθυμους αράδα
Για της φθαρτής ζωής τις ομορφιές.

Επιστρέφω σπίτι. Μου γλείφει την παλάμη
Ο πουπουλένιος γάτος και με νάζι νιαουρίζει.
Λαμπρό ένα φωτάκι στην κορυφή ανάβει
Του πύργου, πίσω από τη λίμνη και φωτίζει.

Μόνο πού και πού στην ησυχία τη βαθιά
Του πελαργού προσμένω τη φωνή ν’ ακούσω.
Κι αν έρθεις και την πόρτα μου χτυπάς
Μου φαίνεται πως ούτε θα σε ακούσω.

1912

*

Όχι, μαζί σου δε θα πιω κρασί,
Γιατί είσαι αγόρι αδιόρθωτο.
Ξέρω, συνήθεια έχετε κακή
Μ΄ όποια λάχει να φιλιέστε στο φεγγαρόφωτο.

Αλλά εμείς, ούτε στεναγμός ούτε φωνή,
Ησυχία θεϊκή.

Αλλά σ’ εμάς, νόμος δεν υπάρχει
Να σηκώνουμε τα μάτια σ’ όποιον λάχει.

Δεκέμβριος 1913

*

Ώρες βραδινές μπροστά από το τραπέζι.
Αδιόρθωτα λευκή η σελίδα με κοιτά.
Η μιμόζα Νίκαια και ζεστασιά μυρίζει,
Στο φεγγαρόφωτο πουλί μεγάλο φτερουγά.

Και τις κοτσίδες μου πλέκοντας σταθερά,
Σάμπως να μη γίνεται αύριο δίχως αυτές,
Κοιτάζω απ’ το παράθυρο με δίχως θλίψη πια
Τη θάλασσα, τις αμμουδερές πλαγιές.

Τι εξουσία έχει ο άνθρωπος, ωστόσο,
Που ούτε τρυφερότητα δε θέλει!
Δεν μπορώ τα βλέφαρά μου να σηκώσω
Τ΄ όνομά μου όταν προφέρει.

Καλοκαίρι 1913

*

Στο σμίξιμο υπάρχει των ανθρώπων μια κρυφή γραμμή,
Που δεν την ξεπερνά ο έρωτας μήτε τα πάθη,
Ακόμη κι όταν στην σκληρή κολλούν τα χείλη σιωπή
Και πάει να σπάσει η καρδιά από αγάπη.

Ανήμπορη σε τούτο και η φιλία μένει
Και τα χρόνια της χαράς της δυνατής,
Όταν η ψυχή είναι ελεύθερη και ξένη
Απ’ την αργόσυρτη χαύνωση της ηδονής.

Είναι τρελοί όσοι την κυνηγούν, κι αληθινά,
Όποιος την έχει φτάσει από πλήξη υποφέρει.
Τώρα ξέρεις γιατί και η δική μου η καρδιά
Δε χτυπά τρελά κάτω απ’ το δικό σου χέρι.

1915

*

Από την ποιητική σύνθεση «Μυστικά της μαστοριάς»

Οι νικητήριες ωδές δε μου χρειάζονται.
Ούτε και ελεγειακοί γλυκοί ρυθμοί.
Όλα στους στίχους πρέπει να αντιτάσσονται
Στα πράγματα που φέρνει η καθημερινή ζωή.

Ω! Αν ξέρατε από ποια σκουπίδια
Γεννιούνται τα ποιήματα δίχως ντροπή.
Πλάι στο φράχτη σαν κίτρινα πικραλίδια.
Βρομόχορτα και κολλιτσίδες στην αυλή.

Κραυγή οργισμένη, της πίσσας μύρισμα στυφό,
Μυστηριώδης μούχλα μες στην κάμαρή μου…
Και το ποίημα ακούγεται ευχάριστο και τρυφερό
Για τη δική σας τη χαρά και τη δική μου.

1936 – 1960

*

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Θα μπορούσε η Βεατρίκη σαν το Δάντη να δημιουργήσει,
Είτε η Λάουρα το πάθος της αγάπης να υμνήσει;
Τις γυναίκες εγώ δίδαξα πώς να μιλούν,
Αλλά, Θεέ μου, πώς να τις μάθω να σιωπούν;

1960

*Μετάφραση: Γιώργος Μολέσκης.