Εδώ, ψηλά στο λόφο του Larkhall,
κάτω από ένα βαρύ ουρανό
γεμάτο επικείμενες καταιγίδες,
ακούγοντας κοράκια να κρώζουν
και βλέποντας κοκκινομάλλικα αγόρια να παίζουν
— ένα τους μου εξηγεί, καβαλώντας εύκολα
το ξύλινο σανιδένιο φράχτη,
ότι είναι ο Spiderman κι εγώ του δείχνω σοβαρά πως το πιστεύω —
σκέφτομαι τα μίλια που μας χωρίζουν απ’ την εκπλήρωση
των καλά θρεμμένων προσδοκιών του μέλλοντος.
Ψάχνω την ομορφιά σ’ αυτά τα σχεδόν
ίδια σπίτια, της εργατικής τάξης
τα βαμμένα σ’ όλους τους αδιάφορους
— πνιγηρούς για μένα—
τόνους της ώχρας, του καφέ, του γκρίζου,
αναγνωρίζοντας τις προσπάθειες των ανθρώπων που τα κατοικούν
να τα στολίσουν,
βάζοντας λίγες ασημένιες πινελιές στις κουρτίνες
με τα ρομβοειδή παράθυρα,
μερικές πλαστικές καρέκλες στους στοιχειώδεις κήπους τους,
ψεύτικες γλάστρες να κρέμονται στις εισόδους,
θάμνους με χρωματιστά λουλούδια που παλεύουν φιλότιμα
ν’ αλλάξουν τις εντυπώσεις,
όπως και τα ποδήλατα τους που κείτονται ατίθασα σχεδόν,
στο καθώς πρέπει, λασπωμένο χώμα…
Κι όλο και κάτι ξέρω κι εγώ απ’ την απελπισία
του να ζεις σ’ ένα τόπο με κλεισμένα εργοστάσια εξόρυξης,
ύφανσης, κλωστοϋφαντουργίας,
με παροπλισμένα ακόμη — και τα κάποτε ξακουστά—
σιδεράδικα του Lanarkshire.
Όλο και κάτι έχω να θυμάμαι
απ’ την Ελλάδα της ανεργίας
των άπειρων απορριφθέντων βιογραφικών σημειωμάτων
των γλίσχρων, καθυστερημένων μισθών
και την ταπείνωση των επιδομάτων,
που τόσο σερνόμαστε κατά καιρούς να εξασφαλίσουμε,
των εξουθενωτικών σεζόν στα ξεπουλημένα μας νησιά
των πάμπολλων εργατικών ατυχημάτων
των νεκρών της κάθε βάρδιας.
Αλλά τι δικαιούμαι να πω για την επιμήκυνση
των λεπτών, των ωρών, των ημερών,
που περνούν βασανιστικά,
κι αφήνουν κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους
αλκοολικά κουφάρια,
ρημαγμένα απ’ την κατάθλιψη,
να βλαστημούν το καταραμένο τους παρόν
και ν’ αναπολούν τα περασμένα;
Εθελοτυφλώ συνειδητά, λοιπόν,
και χαμογελώ συγκρατημένα
στις θρησκευόμενες οικογένειες
πού με κοιτάζουν ύποπτα
αφού είμαι η Ξένη,
καθώς πηγαίνουν στην εκκλησία
της προτεσταντικής αυτής,
επίπλαστα, ήσυχης πόλης
— στην οποία κάποτε πάντως, απέφευγαν το πράσινο χρώμα
κι έκαιγαν το γρασίδι που τους θύμιζε την καθολική Σέλτικ,
αλλά τώρα μοιάζει να εξομαλυνθήκαν (;) οι διαφορές.
Κάνω πως ασχολούμαι με τα τριγύρω αξιοθέατα
κι ας μη μου πάει ο τουρισμός, της ταξιδιώτισσας,
που ασφαλώς περιλαμβάνουν μυστηριώδη κάστρα
μια ερειπωμένη οδογέφυρα,
ένα περίτεχνο συντριβάνι,
το φάντασμα μιας Μαύρης Κυρίας
που κάποτε έφτασε απ’ την Ινδία εδώ,
ως υπηρέτρια ή ερωμένη ενός καπετάνιου
κι εξαφανίστηκε μυστηριωδώς,
— όπως εξαφανίζονται ώρες-ώρες οι ελπίδες μας.
Δεν πάω με του ποταμού το ρεύμα
σ’ αυτό το αλλιώτικο, σκωτσέζικο, καλοκαίρι
που μου θυμίζει Νοέμβριο
όχι, δεν αφήνομαι
— τουλάχιστον ακόμα —
σε βαρκάδες και ρεμβασμούς, μύθους και θρύλους,
αλλά υπάρχουν ξέρεις, καθημερινά πράγματα
που μπορούν ολοκληρωτικά να με στοιχειώσουν.
Όπως κι εσένα,
όπως κι εσένα…
(Το ποίημα γράφτηκε στο Larkhall, στις 25/6/2025, και συμπεριλαμβάνεται στην ανέκδοτη ποιητική συλλογή: Επικείμενες καταιγίδες. Ημερολόγια Σκωτίας)
