Το τρένο φεύγει κι ακόμα φεύγει
ο σταθμάρχης -δε φόραγε ποτέ του ρολόι-
υπολόγιζε παρά ταύτα, την ώρα
βάσει καρτεσιανών συντεταγμένων
μα οι αλήστου μνήμης πολιτικάντηδες
ήδη έχουν ανάψει φωτιές στα σπιτοχελίδονα.
Ο ορυμαγδός τρόμαξε ένα σμάρι κραυγαετών
κι εκείνοι άρχισαν να θρηνούν
για την παρηγοριά και τη δικαιοσύνη
ο τόπος γέμισε αναδοσιά
που φτάνει ως τα σπλάχνα και την ανακατεύει.
Οι άνθρωποι,
τα μέρη τα γαντζωμένα,
όλα
τελειώνουν μ’ αυτή τη μυρωδιά.
Σίγησε η γη από μόνη της,
έγινε η σταχυολόγησε,
φυλλορρόησαν οι προσδοκίες,
τα εντέλλεσθε δίνουν και παίρνουν
“Ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο;”.
Ώσπου συντρίμμια ζωών παραπέμπονται
στις ελληνικές καλένδες.
Απομένει η μνήμη, όρθια
σαν προσκυνητάρι στη μέση επαρχιακής οδού.
“Υπέρ τους κοπιώντας και πεφορτισμέ νους
του αιώνος τούτου”
[Κατά το έγκλημα και η τιμωρία]
*
Ρημαγμένοι
συναντιούνται στις στράτες
ενώ η ζωή τοὺς διαπερνά
αταλάντευτοι
βγαίνουν το βράδυ στο ξάγναντο
να στηρίξουν τις καρδιές τους
ένας αμόνοιαστος
γλυκοχαϊδεύει το πουκάμισό του,
το μόνο διασωθέν που ξέθαψε·
μαραμένοι όλοι τους
δίνουν τη μάχη τους εκεί
και με προσμονή κοιτούν τη θάλασσα
σαν μια ακέραια ακολουθία
που μακελεύει τις σκέψεις τους.
*Από τη συλλογή “μανιφέστο στεναγμών”, Εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα 2026.
