I hear him, see him – interpenetrate
those shadows warping the garden pathways,
as the dark steps I climb are lit yup
by his Eye magnetic to the moon,
his eye magnetic to the moon.
I have not seen him when Windows are mute
to whisper his name; on that moment
Erroneous bats slip out through the sky.
His lair conceives my heart,
all hearts make the triangle he uses for a nose,
sniffing bloodways to the brain:
bloodways are lit up by his Eye.
On a sudden appearance he tortures leaves,
flays branches and divides segments
the sun has drawn. I do not falter,
-in the dark he fortifies..
His color is green green,
to distend him over the earth.
He does not fly.
You meet him while walking.
He is not easily enticed to manifestation,
But stony silence, petrified moments
-a transfiguration- will bring him out,
focused on the screen where all transfigured bodies are.
You must be humble to his fangs
that paw the moonhall dissolving in the space
from the corner of your eye:
he will trick you otherwise
-into daylight, where you meet his double while running.
By night the deltas of the moonspilled planet
are stoned under his wriggling light.
By day, he chokes the sun.
Η κουκουβάγια
Τον ακούω, τον βλέπω- να διαπερνά
τις σκιές που παραμορφώνουν τα μονοπάτια του κήπου,
καθώς τα σκοτεινά σκαλιά που ανεβαίνω φωτίζονται
από το Μάτι του, μαγνητισμένο προς τη σελήνη,
το μάτι του, μαγνητισμένο προς τη σελήνη.
Δεν τον έχω δει όταν τα Παράθυρα σωπαίνουν
και δεν ψιθυρίζουν τ’ όνομά του· τότε,
νυχτερίδες πλανεμένες ξεγλιστρούν στον ουρανό.
Η φωλιά του συλλαμβάνει την καρδιά μου,
όλες οι καρδιές σχηματίζουν το τρίγωνο
που χρησιμοποιεί για μύτη,
οσφραινόμενος τις αιμάτινες οδούς προς τον εγκέφαλο:
οι οδοί του αίματος φωτίζονται από το Μάτι του.
Με μια ξαφνική εμφάνιση βασανίζει τα φύλλα,
γδέρνει τα κλαδιά και διαιρεί τα σχήματα
που χάραξε ο ήλιος. Δεν δειλιάζω,
-μέσα στο σκοτάδι με οχυρώνει.
Το χρώμα του είναι πράσινο, πράσινο,
για να απλώνεται πάνω από τη γη.
Δεν πετά.
Τον συναντάς καθώς περπατάς.
Δεν παρασύρεται εύκολα να φανερωθεί,
μα μια πετρώδης σιωπή, απολιθωμένες στιγμές
-μια μεταμόρφωση-
θα τον βγάλουν στο φως,
καρφωμένο στην οθόνη
όπου βρίσκονται όλα τα μεταμορφωμένα σώματα.
Πρέπει να είσαι ταπεινός απέναντι στους κυνόδοντές του
που ψηλαφούν την αίθουσα της σελήνης,
καθώς διαλύεται στον χώρο
από τη γωνία του ματιού σου·
αλλιώς θα σε ξεγελάσει
-προς το φως της μέρας,
όπου θα συναντήσεις το είδωλό του τρέχοντας.
Τη νύχτα, τα δέλτα του πλανήτη που έχει χυθεί από το φεγγάρι
απολιθώνονται κάτω από το συστρεφόμενο φως του.
Την ημέρα, πνίγει τον ήλιο.
*Από την ενότητα Tau, που περιέχεται στο βιβλίο Tau by Philip Lamantia and Journey to the End by John Hoffman. City Lights Books, 2008. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
