Άλτα Πανέρα, Τρία ποιήματα

Ασυνείδητη Συμμαχία

Φαίνεσαι καλός
Σταθερός
Δεν μ’ αιφνιδιάζεις
Οι λέξεις μου πέφτουν ψίχουλα χάμω
Φοβάσαι μην τσαλακωθώ
Μην ακουμπήσεις μέσα μου
κάτι πιο σκληρό απ’ ό,τι αντέχεις
κάτι δικό σου

Σε αυτό το γραφείο που δεν αλλάζει εποχές
φοράμε ο ένας στον άλλον φωτοστέφανο

*

Λαμαρίνα στην άσφαλτο

Παιδί στην επαρχία
νύχτα σε αυτοκίνητο
Οδηγεί ο πατέρας
και εγώ
-ακούγοντας στο ραδιόφωνο ειδήσεις
που δεν καταλαβαίνω-
γέρνω και κοιμάμαι
ασφαλής στον μικρό μεταλλικό του κόσμο
όπου δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να με πειράξει

*

Μοιρασμένη σιωπή

Ας καθίσουμε εδώ ήσυχα
τα κόκαλα μας χαλαρά και ασύνδετα
ριγμένα άτακτα στην καρέκλα σ’ ένα σακί από δέρμα
Ας καθίσουμε χωρίς συνδέσμους και συνοχή
χωρίς ασφάλεια, περίγραμα και σώμα
Ας καθίσουμε έως ότου φανερωθεί
το επόμενο βήμα,
η επόμενη στιγμή
όπου θα ανασυνταχθούμε, θα ανασυνδεθούμε,
θα ολοκληρωθούμε
και ξανά – σαν να μη συνέβη τίποτα-
θα πάμε στις δουλειές μας

*Από τη συλλογή “Το κέντρο δεν αντέχει”, εκδ. ενύπνιο, 2026.

Philip Levine (1928—2015), Τρία ποιήματα

A Theory Of Prosody

When Nellie, my old pussy
cat, was still in her prime,
she would sit behind me
as I wrote, and when the line
got too long she’d reach
one sudden black foreleg down
and paw at the moving hand,
the offensive one. The first
time she drew blood I learned
it was poetic to end
a line anywhere to keep her
quiet. After all, many morn-
ings she’d gotten to the chair
long before I was even up.
Those nights I couldn’t sleep
she’d come and sit in my lap
to calm me. So I figured
I owed her the short cat line.
She’s dead now almost nine years,
and before that there was one
during which she faked attention
and I faked obedience.
Isn’t that what it’s about—
pretending there’s an alert cat
who leaves nothing to chance.

Μια Θεωρία της Προσωδίας

Όταν η Νέλι, η γριά γατούλα μου,
ήταν ακόμα στην ακμή της,
καθόταν πίσω μου
καθώς έγραφα, και όταν η γραμμή
μάκραινε πολύ, άπλωνε
ξαφνικά το ένα μαύρο μπροστινό πόδι της κάτω
και την πατούσα της στο κινούμενο χέρι,
το προσβλητικό. Την πρώτη
φορά που έβγαλε αίμα, έμαθα
ότι ήταν ποιητικό να τελειώνεις
μια γραμμή οπουδήποτε για να την κρατήσεις
ήσυχη. Άλλωστε, πολλά
πρωινά είχε φτάσει στην καρέκλα
πολύ πριν καν ξυπνήσω.
Εκείνες τις νύχτες που δεν μπορούσα να κοιμηθώ,
ερχόταν και καθόταν στην αγκαλιά μου
για να με ηρεμήσει. Έτσι σκέφτηκα
ότι της χρωστούσα την κοντή γραμμή με τις γάτες.
Είναι νεκρή τώρα σχεδόν εννέα χρόνια,
και πριν από αυτό υπήρχε μια φορά
κατά την οποία προσποιούνταν την προσοχή μου
και εγώ προσποιούμουν την υπακοή.
Δεν είναι αυτό το θέμα;
Να προσποιείσαι ότι υπάρχει μια ξύπνια γάτα
που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη;

*

A Sleepless Night

April, and the last of the plum blossoms
scatters on the black grass
before dawn. The sycamore, the lime,
the struck pine inhale
the first pale hints of sky.
An iron day,
I think, yet it will come
dazzling, the light
rise from the belly of leaves and pour
burning from the cups
of poppies.
The mockingbird squawks
from his perch, fidgets,
and settles back. The snail, awake
for good, trembles from his shell
and sets sail for China. My hand dances
in the memory of a million vanished stars.
A man has every place to lay his head.

Μια νύχτα αυπνίας

Απρίλης, και τα τελευταία άνθη δαμασκηνιάς
σκορπίζονται στο μαύρο γρασίδι
πριν την αυγή. Το πλατάνι, η φλαμουριά,
το χτυπημένο πεύκο εισπνέουν
τις πρώτες χλωμές νότες του ουρανού.
Μια σιδερένια μέρα,
σκέφτομαι, κι όμως θα έρθει
εκθαμβωτική, το φως
θα ανατέλλει από την κοιλιά των φύλλων και θα χύνεται
φλεγόμενο από τα φλιτζάνια
με τις παπαρούνες.
Το μικρό κοτσύφι κελαηδά
από τη φωλιά του, νευριάζει
και ηρεμεί. Το σαλιγκάρι, ξύπνιο
για πάντα, τρέμει μέσα από το καβούκι του
και σαλπάρει για την Κίνα. Το χέρι μου χορεύει
στη μνήμη ενός εκατομμυρίου χαμένων αστεριών.
Ένας άνθρωπος έχει κάθε μέρος για να ακουμπήσει το κεφάλι του.

*

A Woman waking

She wakens early remembering
her father rising in the dark
lighting the stove with a match
scraped on the floor. Then measuring
water for coffee, and later the smell
coming through. She would hear
him drying spoons, dropping
them one by one in the drawer.
Then he was on the stairs
going for the milk. So soon
he would be at her door
to wake her gently, he thought,
with a hand at her nape, shaking
to and fro, smelling of gasoline
and whispering. Then he left.
Now she shakes her head, shakes
him away and will not rise.
There is fog at the window
and thickening the high branches
of the sycamores. She thinks
of her own kitchen, the dishwasher
yawning open, the dripping carton
left on the counter. Her boys
have gone off steaming like sheep.
Were they here last night?
Where do they live? she wonders,
with whom? Are they home?
In her yard the young plum tree,
barely taller than she, drops
its first yellow leaf. She listens
and hears nothing. If she rose
and walked barefoot on the wood floor
no one would come to lead her
back to bed or give her
a glass ofwater. If she
boiled an egg it would darken
before her eyes. The sky tires
and turns away without a word.
The pillow beside hers is cold,
the old odor of soap is there.
Her hands are cold. What time is it?

Μια γυναίκα που ξυπνάει

Ξυπνάει νωρίς και θυμάται
τον πατέρα της να σηκώνεται στο σκοτάδι
και να ανάβει τη σόμπα με ένα σπίρτο
ξυμένο στο πάτωμα. Μετά μετράει το
νερό για τον καφέ και αργότερα τη μυρωδιά
που βγαίνειι από μέσα του. Τον άκουγε
να στεγνώνει κουτάλια και να
τα ρίχνει ένα ένα στο συρτάρι.
Μετά ήταν στις σκάλες
και πήγαινε για το γάλα. Έτσι σύντομα
θα βρισκόταν στην πόρτα της
για να την ξυπνήσει απαλά, σκέφτηκε,
με το χέρι του στον αυχένα της, να τρέμει
πέρα δώθε, μυρίζοντας βενζίνη
και ψιθυρίζοντας. Μετά έφυγε.
Τώρα εκείνη κουνάει το κεφάλι της,
τον διώχνει και δεν σηκώνεται.
Ομίχλη στο παράθυρο
και να πήζει τα ψηλά κλαδιά
των πλατανιών. Σκέφτεται
την κουζίνα της, το πλυντήριο πιάτων
να ανοίγει, το χαρτόκουτο
που έσταζε στον πάγκο. Τα αγόρια της
έφυγαν αχνιστά σαν πρόβατα.
Ήταν εδώ χθες το βράδυ;
Πού μένουν; αναρωτιέται,
με ποιον; Είναι σπίτι;
Στην αυλή της, η νεαρή δαμασκηνιά,
ελάχιστα ψηλότερη απ’ αυτήν, ρίχνει
το πρώτο της κίτρινο φύλλο. Ακούει
και δεν ακούει τίποτα. Αν σηκωνόταν
και περπατούσε ξυπόλητη στο ξύλινο πάτωμα,
κανείς δεν θα ερχόταν να την οδηγήσει
πίσω στο κρεβάτι ή να της δώσει
ένα ποτήρι νερό. Αν
έβραζε ένα αυγό, θα σκοτείνιαζε
μπροστά στα μάτια της. Ο ουρανός κουράζεται
και γυρίζει την πλάτη του χωρίς να πει λέξη.
Το μαξιλάρι δίπλα της είναι κρύο,
η παλιά μυρωδιά του σαπουνιού είναι εκεί.
Τα χέρια της είναι κρύα. Τι ώρα είναι;

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.

Ιωάννα Θεοχάρη, Πέντε ποιήματα

Αγγελικούλα

Ημέρα Τετάρτη
Φορέσαμε τις πανοπλίες μας
και σήμερα.
Εσύ την πατρική σου υπόσταση
κι εγώ την εμμονή μου ν’ αγαπηθώ.
Δώσαμε,
όπως ήμαστε μαθημένοι
και σώσαμε τη μέρα.
Χαμογελούν εκείνοι.
Κανένας δεν τολμάει από τους δύο
μας να ρωτήσει.
Εμάς;
Ποιος θα μας σώσει εμάς;

*

Ραδίκια

Άγρια και πικρά
σαν επαφή που στεγνώνει.
Μια στιγμιαία τόνωση ποθούν
κι έπειτα στην ανούσια ζωή τους
επιστρέφουν.

*

Αγιόκλημα

Το νιώθει:
εκείνος δεν τη θωρεί
όπως το αγιόκλημα τη νύχτα αντικρίζει.
Κι εκείνη,
που της λαχτάρας τη μυρωδιά
σαν νύχτα πεθυμά,
αρχοντικά στον εαυτό της κλείνεται.

*

Μη με λησμόνει

Αλάνθαστη πυξίδα των δεσμών,
το βλέμμα.
Κι αν τα μάτια μας δε συναντιούνται πια,
έχει ήδη ειπωθεί θαρρώ,
ό,τι με λέξεις σωπαίνει.

*

Χαμομήλι

Κι αν σου μέλλει ν’ αγαπήσεις
ας είναι κάθε σου βήμα ανάλαφρο
σαν να διασχίζεις λιβάδι απέραντο
από χαμομήλι.

*Από τη συλλογή “De planis et anemis”, εκδ. Ενύπνιο, 2026.

Lawrence Ferlinghetti, Ο δρόμος ο μακρύς

Ο δρόμος ο μακρύς
που είναι του κόσμου ο δρόμος
περνάει από τον κόσμο όλο
που ‘ναι γεμάτος μ’ όλου του κόσμου τους ανθρώπους
για να μην αναφέρουμε όλες τις φωνές
των ανθρώπων όλων
που υπήρξαν ποτέ
Εραστές και θρηνολογούντες
παρθένες και κοιμώμενοι
πωλητές σάντουιτς και μακαρονάδας
γαλατάδες και ρήτορες
άκαμπτοι τραπεζίτες
και εύθραυστες νοικοκυρές
ντυμένες με νάιλον έπαρση
έρημοι ανδρών διαφημιστών
κοπάδια φοραδίτσες του λυκείου
πλήθη κολεγιόπαιδων
που όλοι τους ακατάπαυστα μιλούν
και τριγυρίζουν πέρα-δώθε
ή κρέμονται από τα παράθυρα
για να κοιτάξουν τι γίνεται
έξω στον κ΄σούμο
όπου τα πάντα συμβαίνουν
αργά ή γρήγορα
αν πράγματι συμβαίνουν
και ο δρόμος ο μακρύς
που ‘ναι ο πιό μακρύς ο δρόμος
του κόσμου όλου
μα που και τόσο μακρύς δεν είναι
όσο κανείς νομίζει
περνάει
μέσα από τις πόλεις όλες κι όλες τις σκηνές
κατηφορίζει κάθε μια αλέα
ανηφορίζει κάθε μια λεωφόρο
διασχίζει κάθε σταυροδρόμι
περνάει κόκκινα και πράσινα φανάρια
πόλεις λουσμένες στη λιακάδα
ηπείρους μέσα στη βροχή
πεινασμένα Χονγκ Κονγκ
ακαλλιέργητες Τουσκαλούσας
Ώκλαντς της ψυχής
Δουβλίνα της φαντασίας
Και ο δρόμος ο μακρύς
γυρίζει γύρω-γύρω
σαν ένα τεράστιο τσαφ-τσουφ τρένο
που ξεφυσάει σ’ όλο τον κόσμο
με τους σαματατζήδες επιβάτες του
και με μωρά και με πανέρια για πικ-νικ
και γάτες και σκυλιά
και μ’ όλους τους να αναρωτιούνται
ποιος είναι εκεί ψηλά
μέσα στην άμαξα μπροστά
που οδηγεί το τρένο
αν κάποιος πράγματι
οδηγεί το τρένο που στον κόσμο όλο γυρίζει
σαν να γυρίζει ο κόσμος όλος
και όλοι τους αναρωτιούνται
τι είναι ψηλά
αν είναι κάτι
και μερικοί γέρνουν έξω
με βλέμμα ερευνητικό
και προσπαθούν να ρίξουν
μια ματιά στον οδηγό
μέσα σ’ αυτήν την /άμαξα με το ‘να μάτι
και προσπαθούν να τον ιδούν
το πρόσωπό του να διακρίνουν
το μάτι του να αντιληφθούν
την ώρα που μια στροφή σαν σφαίρα παίρνει
αλλά ποτέ δεν γίνεται
αν και σπάνια μερικές φορές
φαίνεται
πως θα τα καταφέρουν
Και ο δρόμος συνεχίζει να στροβιλίζεται
το τρένο προχωρεί ουρλιάζοντας
με τα παράθυρά του να φτάνουν ψηλά
τα παράθυρά του παράθυρα
όλων των κτιρίων
στου κόσμου τους δρόμους όλους
και να εκσφενδονίζεται
μέσα στο φως του κόσμου
με σηματοδότες στα σταυροδρόμια
χαμένα φώτα να αναβοσβήνουν
πλήθη στα καρναβάλια
τσίρκα σε παραπήγματα
πορνεία και κοινοβούλια
ξεχασμένα συντριβάνια
πόρτες υπογείων και πόρτες ανεξερεύνητες
ανθρώπινες μορφές στο φως μιας λάμπας
χλωμά είδωλα να χορεύουν
καθώς ο κόσμος στροβιλίζεται
Μα τώρα ερχόμαστε
στο μέρος το μοναχικό του κόσμου
το μέρος του δρόμου
που κύκλους κάνει
το μέρος το μοναχικό του κόσμου
Κι αυτό δεν είναι ο τόπος
που αλλάζεις τρένα
απ΄την πλατφόρμα του Μπράιτον Εξπρές
Αυτός δεν είναι ο τόπος
που κάνεις οτιδήποτε
Αυτό είναι το μέρος του κόσμου
όπου τίποτα δεν γίνεται
όπου κανείς δεν κάνει
κάτι
όπου κανένας δεν είναι πουθενά
κανείς πουθενά
παρά μονάχα ο εαυτός σου
ούτε καν ένας καθρέφτης
για να γίνετε δυό
ούτε μια ψυχή
παρά μονάχα η δική σου
ίσως
και ακόμη και αυτή
δεν είναι εκεί
ίσως
ή όχι η δική σου
ίσως
διότι είσαι αυτό που λέγεται
νεκρός
έφτασες στον προορισμό σου

Αποβιβάσου

*Μετάφραση: Χρυσούλα Πατρώνου-Παπατέρπου
**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Οροπέδιο”, Τόμος4-Τεύχος 15, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2015.

Μαρία Κασσιανή Πανούτσου, Veritas Amoris

Α.
Ποιος θα θελήσει την ιστορία μας να γράψει.
Διαθήκη σε ερωτευμένους,
άνδρες και γυναίκες.
Από κοντά και οι άλλες σου αγάπες.

Β.
Εσύ ο πάντα ξένος, ο πάντα δικός μου.
Εσύ και εγώ την γράφουμε,
σε κάθε κύτταρο του κορμιού
και ό,τι υπάρχει,
συνοδεύει την ζωή
και τον θάνατο,
δικό σου και δικό μου.

Γ.
Χθες σε είδα στο όνειρό μου.
Παίρνεις διάφορες μορφές.
Δεν φανερώνεσαι εύκολα.
Όμως πώς σε αναγνωρίζει το κορμί μου!
Καθώς σου έφτιαχνα, λέω, τον γιακά του πουκάμισου,
Σε ΑΝΑΓΝΏΡΙΣΑ και σε ΑΓΚAΛΙΑΣΑ.

Δ.
Δεν σε ξεγέλασα.
Με ένοιωσες αμέσως.
Και λόγια που ίσως είχες ξαναπεί,
έγιναν ευθύς ολάνθιστα λουλούδια,
τρυπώντας την καρδιά μου.
Και ρίζωσαν.
Και πια, δεν είχαμε τα λόγια.
Έχουμε όμως ο ένας τον άλλον.

3/8/2026

Ηλίας Μέλιος-Λιανός, Τέσσερα ποιήματα

ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ ΑΝΕΜΟΣ

χρόνια κανονίζεις παρέες
εκπέμπεις λαθραία μηνύματα κρυπτογραφημένα
ΜΗΤΕΡΑ
ανατολή

ζεσταίνεις τις ανάσες
χτίζεις μέτωπα χαμηλά υγρά
βρέχοντας σταγόνα-σταγόνα τις σκιές μας με ρακί

μας αγκαλιάζεις – τα χέρια ματωμένα

*

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ -κατά τους προσωκρατικούς παππούδες μας- ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΙΡΗΝΗ

Το πρόβλημα με τον πόλεμο είναι η ειρήνη. Διότι η ειρήνη αποτελεί την εξαίρεση. Τον γνωρίζουν καλά τον πόλεμο οι μαχητές μισθοφόροι. Η ειρήνη -λένε- φέρνει ανεργία. Στον καιρό της οι μισθοφόροι αλλάζουν δουλειά. Ανοίγουν περίπτερο!

*

ΧΩΡΙΣ ΑΙΣΘΗΣΗ ΦΩΤΟΣ
(Στρατιώτες)

όπως οι έλληνες
εισβολείς στη δροσιά της τύχης
κοιτάζαμε τον ήλιο να γέρνει πίσω
στα μεγάλα βουνά της Θράκης

οι Θεοί δεν εξουσιάζουν πλέον
δεν φωτίζουν παρά τη στερημένη μορφή
ενός κόσμου σταματημένου στη δύση

η ανατολή υπήρξε για μας
ένα περασμένο λάθος

σκεπάζει ο νους το σίδερο ψυχή θωρεί πως είναι

*Από τη συλλογή “Φωνές γράφουν ιστορίες”, εκδ. Anakestan Gallery, Δεκέμβριος 2023.

Σωκράτης Καμπουρόπουλος, Τρία ποιήματα

έρχεσαι με τον ήλιο
το πρωί
σαν αντανάκλαση στο
τζάμι
που ανοίγουμε
να μπει η θάλασσα
ή μάλλον αυτό που βλέπουμε
να αιωρείται
πάνω απ’ τη θάλασσα
το τζάμι ανύπαρκτο

εσύ φωλιάζεις
στον ύπνο μου

*

τόσα πολλά ήθελα να σου πω
το μεσημέρι σβήνει αργά

τίποτα ιδιαίτερο
κι ύστερα είπες να συναντηθούμε
με τον Πέτρο, τον Τάκη, τον Κρίτωνα
μα δεν είχαμε τίποτα ιδιαίτερο να πούμε
όλα ξαναρχίζουν την αυγή
με ηρεμία
λίγο κρύο
λίγο Τρακ
τη γεύση της στέρησης του καφέ
τη φευγαλέα ματιά

από εδώ ξεκίνησα
-τίποτα δεν διακρίνω καθαρά

γέρνει με σύνεση το ηλιοβασίλεμα

*

ΜΕΤΕΙΚΑΣΜΑ

χρώμα αγάπης
αμβλύ

παράδεισος
έστεφε

φλοίσβος
αν αιρούμενος

πανωδία

ομόηχο

τραγούδι

ολοκάθισμα

λυσίκομος
κόρη

λύσσαξε ο σταχτολαίμης
στα λευκά

νύφη της νύχτας
ανύμφευτε

παλίμψηστο
φεγγάρι

ασπαλάθων
λειτουργία

ανεμώνης
σκύβαλα

τι αξία έχει

το μεταίσθιημα;

*Από τη συλλογή “Μετείκασμα”, εκδ. θράκα, 2024.

Νικόλας Κάλας (1907-1988), Φυλακισμένοι

Βαρέθηκα τα γύρω μου βιβλία και τα πολλά μου τα τετράδια
τους τοίχους που τριγυρίζουνε την κάμαρά μου
θέλω να ακινητήσω με λόγια από μπετόν.

Οι τοίχοι ζουν στριφογυρίζουν γύρω γύρω στην κάμαρά μου
οι τοίχοι ζουν στριφογυρίζουν ως βαθιά μέσα στο μυαλό μου
οι τοίχοι ζουν δεν αφήνουν τα λόγια μου ν’ απλώνουνε κλαριά
τα κλαδεύουν και μένουν πίσω τα φτώματα των ρημάτων μου
μαραμένες υπάρξεις ξαπλωμένες σε αχαράκωτο χαρτί
τη μυρουδιά τους δεν την ακούει ούτε το φως της λάμπας
σκιάζει όσα λέω κάτω από πέτρες
τα τείχη ζουν ενώ εγώ ζω μεσ’ σε τοίχους
μ’ ανατριχιάζει το άγγιγμά τους
ο αιώνιος καλπασμός τους μου στεφανώνει τον ίλιγγο
μπορεί να ήσαν πιο όμορφα ακίνητα στάσιμα
αλλ’ είναι αληθινά άμα τρέχουνε με ταχύτητα φωτός
από την Εδέμ και πέρα ως τα τώρα και πιο πέρα δυστυχώς.

Πιο γοργά από τα λόγια ασκώνονται τα τείχη
φράζουν το μελάνι και κάνουν λίμνη τη μαύρη επιφάνεια των λέξεων
ενώ έπρεπε να κυλάει με την ορμή του καταρράχτη
πλημμυρώντας με νότες βυρωνικές τους κρυμμένους μεσ’ σε όγκους δεσποτικούς
συθέμελα γκρεμίζοντάς τους
τώρα πια δεν μπορεί ο ποιητής να οραματίζεται από Βαστίλλιες που πέφτουν
δάση ολόκληρα από πύργους στολίζουν ακόμα τους βυθούς
μεγάλων ατάραχων νερών με τις άγκυρες της απελπισιάς
αρίθμητες φυλακές υψώνονται από την Αμερική στου Σιγκ-Σιγκ τα βράχια
ως την γαλάζια θάλασσα της Ελλάδας στου Ιτζεδδίν τη βάση
κι από τον Τάμεση κι από τον Δούναβη και το Βιστούλα
κι από τις λαγούνες στα βενετικά κανάλια
ζεστός ακόμα φτάνει ο αχνός των στεναγμών
καλλιεργημένων στα θερμοκήπια της ελευθεριάς.

Μέσα σε φημισμένους τοίχους πολλά σαπίζουν κάτυγρα κορμιά
που είσαι Χριστέ μου σ’ αυτό το άφτονο νερό
που δαχτυλιδώνει τόσες φυλακές
να δώσεις το σκούρο χρώμα των χτυπημένων κορμιών;
μόνο σε νυφικά φαγοπότια δεν αξίζει το μεθύσι των θαυμάτων
δε θέλουμε κρασί αλλά μαύρο μελάνι και λόγια κόκκινα
απ’ αυτά βαμμένα το χαρτί ασ’ το να πιεί τους πόθους εκείνων
που η κάθε συλλαβή ριμάρει με πέτρα
άσε να γκρεμιστεί η ομοιοκαταληξία με τρελή αλλά βαθιά ανθρώπινη ματιά
κι ο ψαλμός αυτός λεύτερα πια ανύποπτα ας φυτρώσει
σε αγκώνες δρόμων όπου ο αγέρας αψηφώντας τους τοίχους
τη μυρουδιά των λουλουδιών θα φέρει μακριά
μακριά ως τους άσπαρτους κήπους.

Δεν ήρθεν όμως η μεγάλη ημέρα
και με μηχανή τα κάτεργα ξακολουθούν και ζώνουν φιδίσια τείχη τη γη
καρπό φαρμακωμένο με δεσμωτήρια
από φυλακή σε φυλακή σέρνουν τα τραίνα τους καταδίκους
και σταματούν σε στάσεις του κόσμου
που πελασγικά εχτές και σιδερένια τώρα τρίζουν τους πόθους μας.
Από τις πυραμίδες τάφοι για τις ελπίδες των δούλων
από τους κρεμαστούς κήπους όπου άνθη αγκαθωτά μοσχοβολούν
για τους σκλάβους τα αγκάθια
απ’ τα παλάτια της Ρώμης φυλακές γι’ αυτούς που μένουν όξω
απ’ τα Μακρά Τείχη από της Κίνας τα μουράγια
ανεβαίνει σα βοή τεράστια το παράπονο των κολασμένων-
και σήμερις στον πόλεμο κάτου απ’ τη γη
και στη θάλασσα πελώριοι τοίχοι προσφέρουνε νέα δάκρυα
με κλάματα αδιάκοπα σκεπάζουν τον ουρανό οι τοίχοι
οι τοίχοι της Βαβέλ που συμπληρώνουν τα κυπαρίσσια του Νέου Κόσμου
φύλακες κοιμητηριού όπου η φτωχολογιά ζει θρονιασμένη σε ηλεχτρική καρέκλα
κι από τις άπιστες εκείνες κορφές αναβλύζει τώρα η φωνή του Ζέφυρου
τραγουδεί με μάρμαρα προπυλαίων σε πλήχτρα σύγχρονης οικοδομής
απίθανες ιστορίες-τα έργα των ανθρώπων δούλοι της πέτρας
μας λέει πως τη σηκώσανε ψηλά με πόνο
για να ν’ ανασάνει λεύτερα στους αιθέρες του χρόνου
ενώ οι σκλάβοι ποιητές της φυσούνε το χτικιό στο βραδί τους δρόμο.

Για δέτε πως τρέχουν τρέχουν οι τοίχοι
σπούνε τον ορίζοντα πλημμυρούν τη γη
φάμπρικες παλάτια θέατρα μουσεία αποθήκες κλινικές
Λόντρα Ρώμη Πεκίνο Τόκιο μού ’ναι αδιάφορο
τρέχουν τρέχουν οι τοίχοι
με ρόδες από δολλάρια και βενζίνη της Μοσσούλης
και κάνουν λαδιές-στάδια εργατικής πορείας
σπάνιο το θέαμα διεθνική η συνάντηση
άραγες θα προφτάσει το τραγούδι μου ν’ ανάψει τις καρδιές
προτού στους τοίχους του γραφείου μου φυτρώσει η μούχλα
η μούχλα της φυλακής
της φυλακής που κλείνει τα κορμιά
ή της άλλης της πιο φριχτής με τους τοίχους της απελπισιάς;
γράφω τόσο πολύ σιγά κι οι διαβαστές προφέρουν τόσο άσκημα τις ιδέες
που φοβούμαι μην κουραστώ να δω τους άλλους ακόμα να σταθμεύουν.
Όχι της φυλακής οι τοίχοι
τα λόγια μου δεν θα κρατήσουν
ο αγέρας θα πάρει τα χαρτιά μου
θα τα πετάξει στους δρόμους
θα τα σκορπίσει
και μακριά αν ζήσουν απ’ την ψυχή μου
κι εγώ γυμνός αν μείνω
θα’χω μια φωνή τη γροθιά μου.

*Από τη συλλογή “Οδός Νικήτα Ράντου”, εκδ. Ίκαρος 1977.

Για τα «Ποιήματα», του Γκρέγκορυ Κόρσο

Γκρέγκορυ Κόρσο | Εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ |

γράφει ο Μιχάλης Κατσιγιάννης

Η ποίηση, πριν και πάνω απ’ όλα, είναι ένας διαρκής – πολυμεθοδικός – αγώνας ενάντια στις δομές, στις όποιες δομές, στις εκάστοτε δομές. Ο ποιητής προσπαθεί να λειτουργήσει σαν υπονομευτής σε αυτές και να δημιουργήσει ρωγμές στα κλειστά συστήματα, στα ενοποιημένα και εξουσιαστικά – παντός τύπου – σχήματα και να διευρύνει αυτή τη δράση, καθώς και τα αποτελέσματά της. Μια «γραμμή φυγής», για να το θέσω με τους όρους του Ντελέζ (βλ. Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022̇ Ντελέζ, 2025: 105).

Αυτή την περιγραφή της ποίησης και του ποιητή την εντοπίζει κανείς πολύ εύκολα στη γραφή του σημαντικού beat ποιητή Γκρέγκορυ Κόρσο. Διαβάζω στο ποίημα «Η αμφιβολία του πραγματικού» (σελ. 34): «Όντας Ποιητής/Εστία ησυχασμού δεν βρίσκεις».

Ο ποιητικός λόγος του Κόρσο, ένα ανθισμένο μείγμα, κόσμοι σε διαλεκτική και συμπλοκή, αφετηρίες που μπερδεύονται στις προθέσεις και τους προσανατολισμούς, που αναδεικνύουν τον πολυδιάστατο τρόπο σκέψης του. Ορμητικός και αποφασισμένος, πληγωμένος και ευτυχής, ζωντανός δηλαδή, η ποίησή του χαράζει ένα δρόμο μέσα από την περισυλλογή και την διεκδίκηση αποπνέοντας ισχυρά μια ηθική της ανατροπής και την αντίστοιχη αισθητική. Φαίνεται αρκετά καθαρά αυτό το στίγμα στα ποιήματά του. 
 
Πνεύμα (σελ. 47)
 
Πνεύμα 
Είναι η ζωή
Κυλάει μέσα
Από τον θάνατο μου
Ασταμάτητα
Σαν ένα ποτάμι
Που δεν φοβάται
Να γίνει θάλασσα. 
 
Η φωνή του ποιητή, ιδιαίτερη και πολυκατευθυντική, συνθέτει τον εαυτό της μέσα από τα χαρακτηριστικά ποικίλων υφών και τρόπων. Πότε αυτοβιογραφικός, εξομολογητικός, αφηγηματικός, αλλά και αφαιρετικός, ποτέ κριτικός, αναλυτικός, αλλά και κατατοπιστικός συνομιλεί με όποιο σημείο αναγνωρίζει και προσπαθεί να το κατατάξει στο ιδιωτικό του σύμπαν συμπλέοντας με τρόπο ονειρικό,, αλλά και ενεργητικό ταυτόχρονα με τον ρημαγμένο – από τις πολλαπλές χρήσεις – χωροχρόνο. Αυτό είναι ένα από τα σπουδαία του επιτεύγματα. 
 
Θαλασσινή Ριμάδα (σελ. 56)
 
Η μάνα μου τη θάλασσα μισεί
Προπάντων τη δική μου
Της είπα αυτό να μην το κάνει
Αυτό μονάχα μπόρεσα
Μετά από χρόνια δύο
Η θάλασσα την έφαγε
Στο ακρογιάλι βρήκα μία παράξενη
Μα όμορφη τροφή
Ρώτησα τη θάλασσα άμα μπορούσα να τη φάω
Και η θάλασσα μου είπε ναι
– Ω, θάλασσα, τι ψάρια είναι ετούτα
Τόσο γλυκά και τρυφερά;
– Της μάνας σου τα πόδια.
 
Στον Κόρσο διαβάζω έναν τρόπο σκέψης που αναλαμβάνει να καταπιαστεί με μια ποιητική της ζωής και του ανθρώπου, της μνήμης και της φθοράς, της βιωμένης πραγματικότητας και της ανεξέλεγκτης βούλησης για ένα εκρηκτικό όραμα που διόλου δεν σχετίζεται με μεγαλεπήβολα σχέδια ή/και προγράμματα, αλλά μονάχα με την εμβάθυνση στη σκέψη και την κριτική παρατήρηση και συλλογή ως εναλλακτικό και συγκρουσιακό (ποιητικό) παράδειγμα ύπαρξης, τοποθέτησης και δράσης εντός του κόσμου. Η ποίηση του Κόρσο, ριζοσπαστική στην πρόθεση και την επιτέλεσή της, είναι γραφή για τον κόσμο, κοινωνική συσχέτιση μαζί του.

Ο Κόρσο προσπαθεί να αρθρώσει έναν λόγο υβριδικό από μια υβριδική πλευρά, απευθύνεται διαρκώς εκτός του κανονιστικού πλαισίου επαφής, απορρίπτει την ορατότητα που προσιδιάζει στη μηχανιστική ένταξη του υποκειμένου στις κυρίαρχες μεθόδους αλληλεπίδρασης και κραυγάζει διατυπώνοντας έναν αγνό αυθορμητισμό, έναν καθαρό και ριζοσπαστικό συναισθηματισμό (βλ. επίσης Κατσιγιάννης, 2024).
 
Σημείωση για ποίημα νωρίς το πρωί #3 (σελ. 55)
 
Ο άντρας είναι μυστικός
Μαγική η γυναίκα –
 
Ένα πνεύμα ελεύθερο
Είναι θείος χαλασμός.
 
Προχωρά ο Τυραννόσαυρος σαν άνθρωπος
Μέσα στην τερατώδη νύχτα.
Με τούτο το κτηνώδες είδος συγγενεύω
– περισσότερο απ’ όσο με τον θεό
Που μας δημιούργησε.
 
Η γραφή του, μια γραφή (ανα)στοχαστική που επιχειρεί να αντισταθεί σε οτιδήποτε δοσμένο, καμουφλαρισμένο και προαποφασισμένο. Μια γραφή που δεν αρκείται στο προφανές ακόμη κι όταν αυτό μοιάζει μάταιο και συχνά αυτοκαταστροφικό. Ο Κόρσο παίζει με τα επίπεδα και τις διαστάσεις της προσωπικότητάς του, με τις ποιότητες που συγκρότησαν τον άνθρωπο που είναι, που έγινε, τη λειτουργία που τελικά αποφάσισε να θέσει σε δράση. Ωστόσο, τα παιχνίδια αυτά δεν μοιάζει να συμβαίνουν στη βάση μιας μοιρολατρίας, απωθείται από μια απόλαυση του ντετερμινισμού ο ποιητής. Αυτό είναι πολύ κρίσιμο. Θα λέγαμε ότι η μεταμοντέρνα διαλεκτική του ποιητή με τα βιώματά του, οι ανοικτές σκέψεις του για το μέλλον και η σχέση αυτού με το παρελθόν και το παρόν του δεν συμβαίνει για την εξυπηρέτηση κάποιας μαρτυρικής, μυστικής, μεταφυσικής θέλησης. Δεν έχουμε να κάνουμε δηλαδή με μια κοινότυπη ενδοσκόπηση, με ένα τεχνοκρατικό ψυχογράφημα, με μια απλή, ουδέτερη, παθητική και στατική καταγραφή παλαιών, νεότερων και φανταστικών ερεθισμάτων.

Αντίθετα, αυτή η διαλεκτική του Κόρσο επιτελείται στη βάση της σύγκρουσης, είναι ένας πόλεμος για τη σημασία: μια κοινωνικο-πολιτισμική πρακτική. Είναι η αναμόχλευση διαφόρων (ετερόκλητων) λόγων, ο καθένας από τους οποίους συμβάλλει στην πολυσημική αντίληψη του κόσμου και του εαυτού του (του ποιητή δηλαδή), δρομολογώντας και διαμορφώνοντας έτσι την ανταπόκρισή του σε αυτούς. Με άλλα λόγια, βλέπει κανείς ότι η ποιητική του Κόρσο δημιουργείται όπως ακριβώς δημιουργείται ο ίδιος ο κόσμος – και ο κόσμος του καθενός (βλ. Foucault, 1982̇ Φουκώ, 1991̇ Μπέρκερ & Λούκμαν, 2003): ο ποιητής επανανοηματοδοτεί, επανακατασκευάζει και επανασυστήνει την (ιδιωτική και μη) πραγματικότητα (τις πραγματικότητες για την ακρίβεια) εν γένει.
 
Απόσπασμα από το ποίημα «Η πιο παλιά θύμηση» (σελ. 68)
 
Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θυμάσαι;
Πόσο χρονών ήσουν;
Και σε ποια ηλικία το αντιλήφθηκες;
Ή από πάντα το θυμόσουν;
 
Γειά (σελ. 19)
 
Είναι ολέθριο να είσαι ελάφι πληγωμένο.
Το πιο πληγωμένο είμαι ‘γώ, έρχονται οι λύκοι
Σα να μην έφταναν οι δικοί μου οι μπελάδες.
Η σάρκα μου πιάστηκε στον Γάντζο του Αναπόφευκτου!
Σαν παιδί είδα πολλά που δεν θα ήθελα να είμαι.
Είμαι εκείνος άραγε που δεν ήθελα να είμαι;
Εκείνος που παραμιλά;
Ο τρελός της διπλανή πόρτας;
Άραγε είμαι εκείνος που πλαγιάζει
Στα σκαλοπάτια του μουσείου;
Φοράω τα ρούχα ενός αποτυχημένου;
Είμαι ένας παράφρων;
Μες στη σπουδαία νυχτωδία των πραγμάτων,
Είμαι η πιο ξεγραμμένη αράδα;
 
Στην ποίηση του Κόρσο, όπως συμβαίνει με κάθε σημαντική και αξιόλογη ποίηση, υπάρχει ένα πρόβλημα που πρέπει να εξεταστεί, ένας γρίφος που πρέπει να (ανα)λυθεί. Και αυτό δεν είναι άλλο από την ίδια την ποίηση, την γραφή ως ζωή. Η γραφή του Κόρσο είναι μια διαρκής και μαχόμενη κατασκευή, έτσι νομίζω ότι πρέπει να γίνει αντιληπτή, που παράγει μετασχηματισμούς και προωθεί αρνήσεις, φιλοτεχνώντας ένα κολάζ αναπαραστάσεων σε κίνηση, που εντρυφά στην ένταση της σιωπής, στην τρομοκρατία που είναι η έκφραση και εναλλάσσεται στην εσωτερικότητα και την εξωτερικότητα. Στέκει, η γραφή του, πάντοτε στο όριο, δρα με ένα ρευστό συνειδησιακό μηχανισμό που κατεδαφίζει τους διαχωρισμούς και ενώνει τις ετερότητες.

Ο Γκρέγκορυ Κόρσο, ως πραγματικός ποιητής, πεθαίνει μέσα στο ποίημα, πράγμα που αυτό επιτάσσει για να υπάρξει (βλ. Blanchot, 2018), διασπάται σε χίλια κομμάτια, αποκεντρώνεται το όποιο νόημα, απορροφάται όχι στην πράξη της γραφής αλλά στην ύπαρξη αυτής, χάνεται μέσα στις ανάγκες της. Δεν είναι πια κανείς εκεί, η αλήθεια αναβάλλεται, η συζήτηση καταργείται, ο συνειρμός καταριέται το πλάσμα που συντροφεύει. Το ποίημα είναι άδειο από παρεμβάσεις πια, πεταμένο μέσα στο μεγάλο πλήθος, διαυγές, μόνο και τολμηρό μπροστά στο φως της ύπαρξης. Τι στιγμή που είναι αυτή! Η στιγμή του ποιήματος! Ο ποιητής, αλλού πια, περιπλανιέται στην ανυπαρξία, που είναι όμως η απόλυτη παρουσία, συντροφεύει πια το μεταίχμιο του λόγου, τη συνείδηση πιασμένη στη ροής της.

Θα κλείσω όπως άρχισα, γράφοντας τούτο: η λογοτεχνική γραφή γενικά και αυτή της ποίησης ειδικά δεν είναι μια ευχάριστη (με την κοινή σημασία) διαδικασία. Άλλωστε, αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουν πολλοί. Η ποίηση αποτελεί σίγουρα αναμέτρηση και κόπο μεγάλο (ιδιαίτερα πριν αρχίσει να συμβαίνει ως γραφή πριν πάρει τη μορφή της αποτύπωσης), βίωση χάους του υποκειμένου που δρα σε ένα αλλόκοτο βάθος, γεμάτο βάρη, εκπλήξεις και πάθη, η μορφή και το περιεχόμενο του οποίου όλο μεταβάλλεται και ο ποιητής αναγκάζεται να αναμετρηθεί τόσο με τον εαυτό και τον ρόλο του όσο και με φαντάσματα κυρίως με το να αφουγκράζεται τις διώξεις τους. Δεν είναι χαρά η γραφή μόνο, δίνει τεράστια βέβαια, αλλά είναι κίνδυνος κυρίως και απώλεια, κατακραυγή στο πρόσωπο που αρνείται να σωπάσει, που στέκεται εκεί (πάντα αλλού, πάντα εδώ) νομίζοντας ότι είναι αναλλοίωτη η ύπαρξή του, ακέραια η σκέψη του, ελεύθερη η βούλησή του. Ο ποιητής είναι αυτός που συνομιλεί με το πρόσωπο αυτό, το φωτίζει με φώτα άυλα, δραματικά και συχνά ορατά με μεθόδους που το καθιστούν δύστροπο, σίγουρα το φροντίζει σαν να ήταν το δικό του, και μάλλον ακόμη περισσότερο, πιο έντονα και το αποκεφαλίζει μετά, το επανασυναρμολογεί, το διασύρει παντού, το θάβει στον ύπνο και των δύο και έπειτα το φέρνει πάλι στη ζωή. Λίγοι το βιώνουν και το διδάσκουν αυτό με τον τρόπο που το κάνει ο ποιητής Γκρέγκορυ Κόρσο.
 
Βιβλιογραφία
Blanchot, M. (2018). Ο χώρος της λογοτεχνίας (Δ. Δημητριάδης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Foucault, M. (1982). Ιστορία της σεξουαλικότητας, 1: Η δίψα της γνώσης (Γ. Ροζάκη, Μτφρ.) Αθήνα: Εκδόσεις Ράππα.
Κατσιγιάννης, M. (2024). Η ποίηση ως άνθρωπος: Μια ντελεζιανή ανάγνωση στο θεωρητικό έργο του Γκρέγκορι Κόρσο. Διάστιχο. Ανακτήθηκε 4 Ιουνίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_74.html
Κόρσο, Γκ. (2010). Ποιήματα (Γ. Λειβαδάς, Μτφρ.). Ηριδανός.
Μπέρκερ, Π. Λ., & Λούκμαν, Τ. (2003). Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας (Κ. Αθανασίου, Μτφρ., Γ. Κουζέλης & Δ. Μακρυνιώτη, Επιμ.). Νήσος.
Ντελέζ, Ζ. (2025). Δύο καθεστώτα τρελών: Κείμενα και συνεντεύξεις 1975-1995 (Κ. Μπούντας, Μτφρ., Ντ. Λαπουζάντ, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
Φουκώ, Μ. (1991). Η Μικρο-φυσική της εξουσίας (μτφρ. Λ. Τρουλινού), Ύψιλον.
 
Η έκδοση που ακολουθεί το κείμενο είναι η εξής: Κόρσο, Γκ. (2010). Ποιήματα (Γ. Λειβαδάς, Μτφρ.). Ηριδανός.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://tovivlio.net/για-τα-ποιήματα-του-γκρέγκορυ-κόρσο/

Μάρκος Μέσκος, Πέντε ποιήματα

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Σκέφτομαι πως μπορεί μέσα σε λίγην ώρα
να στολίζεις κι εσύ μια κόχη του Μουσείου,
ένα κάγκελο ή ένα πλακάκι με το κρανίο σου
με τα σπασμένα σου χέρια καθώς δυο σταυρωμένα σπαθιά
τα ίχνη σου από τα διαβολεμένα σύνεργα στις άκρες
των καλλίγραμμων ποδιών σου,
μπορεί, λέω, να στολίζεις
το Μουσείο ή την Πινακοθήκη του μεταγενέστερου ανθρώπου,
όταν απόλυτα λυτρωμένος και μ’ ενδιαφέρον διαβάζει
«Κόσμος του εικοστού αιώνα».

*Από το περιοδικό «Ο Λογοτέχνης», τ. 9, Μάιος 1957.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

Στα μάτια σου κοιμούνται οι μαργαρίτες, αδερφούλα,
ένα αστείο ρυάκι ήσαν τα λόγια σου
κι άγγελος μαζί όπου σε κάλεσε ο Θεός
να τραγουδείς τις πορφυρές αυγές Του…
Να πιστέψω δεν δύναμαι
πως το κατάμαυρο γεράκι εκεί ψηλά είναι θάνατος
αφού σηκώνει στις φτερούγες του τόσον ουρανό
ανθισμένο από τα λούλουδα που φύτεψες ‘κει πάνω…

*Όπως ο ίδιος αναφέρει σε υποσημείωσή του, στη μικρή του αδελφή, η οποία έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις δεκαπέντε μηνών.

**Από το περιοδικό «Νέα Εστία», τ. 723, Αύγουστος 1957.

ΓΡΑΜΜΑ Σ’ ΕΝΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Τα ποτάμια στέρεψαν – μη ζητήσεις άδεια,
μη σου φανεί παράξενο: τα δέντρα δεν άνθισαν φέτο–
η Βεατρίκη παντρεύτηκε –ο πατέρας σου δε χτυπάει
τη μάνα σου όταν γυρίζει μεσάνυχτα τύφλα στο μεθύσι.
Μη σου φανεί παράξενο: βρέχει στην πατρίδα, βρέχει
κι ο πελαργός περνώντας δεν κροτάλισε καλοκαίρια –
τι να την κάνεις την άδεια;

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Παράξενο! Χίλιες φορές παράξενο, να μην
ανθίσουν τα δέντρα, τα ποτάμια να στερέψουν,
καλοκαίρι τώρα στην πατρίδα να βρέχει, η Βεατρίκη μου να παντρευτεί
λες ο πατέρας μου να συνετίστηκε;

Τώρα που μεγάλωσε βουνό η νοσταλγία μου, θυμάμαι
πως γεννήθηκα κοντά σε ένα ποτάμι. Κι όταν ξεστρατευτώ από την πατρίδα
κουβαλώ ένα παγωμένο ποτάμι στη ράχη μου…
―Στείλε μου μωρέ το πυρωμένο μαχαίρι
να χαράξουν στην πλάτη μου τα πουλιά τα λιγοθυμισμένα
του καλοκαιριού!

ΕΝΑΣ ΓΑΜΟΣ

Αυτήν θαυμάζω περισσότερο. Μια γυναίκα μάλλον κοινή. Έφτασε δω
δούλα, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος έστελνε στην πατρίδα του
σωρούς τα χρυσά δώρα, καραβιές τους σκλάβους του Νείλου
μα έτυχε να δει τη λευτεριά της μόλις τώρα
παίρνοντας άντρα έναν τυφλό του τελευταίου πολέμου.
Και γνώριζε πως σ’ όλη τη ζωή, αυτή, η δούλα η λεύτερη πια
δε θα ‘βλεπε παρά έναν καμένο ουρανό μπροστά της
μέρα και νύχτα έναν φράχτη από ασβέστη!
(Ω, Θε μου, ρίξε τον κεραυνό σου και κάψε με
αφού λησμόνησα να ευχηθώ τ’ όνειρο της λεύτερης δούλας.
Να πέσει, λέει, αυτός ο κάτασπρος φράχτης και να φτάσουν στον καμένο
ουρανό γέλια και παιδικές φωνές!)

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ. 52 Ιούνιος 1959.