When the sun-fire burnt his throat
And the rivers could not calm the pain
He burnt his belongings
Murdered his kin
Opened his breast with a blade
To leave his heart open to all pleasure,
evil
and emotion
He entangled all his full veins
With the life-sap of all nature
And the brain of all creation
He became a Poet
He left home when the air seemed without weight
And words seemed like erotic butterflies
He crossed continents and plucked skulls
from cherry-blossoms
He fed on concrete in the cut belly
of a fish
He was stranded on black shores and lived
Hieronymus Bosch
When he died the first time the iron beak of a black
Bird opened is soul
And he saw damnation encarved
In a hunk of wood –
In dreams he chewed its roots
And with magical powers
Produced hallucinations
And found Beauty.
Όταν η φωτιά του ήλιου έκαψε το λαιμό του
Και τα ποτάμια δεν μπορούσαν να απαλύνουν τον πόνο
Έκαψε τα υπάρχοντά του
Δολοφόνησε τους δικούς του
Άνοιξε το στήθος του με ένα μαχαίρι
Για να αφήσει την καρδιά του ανοιχτή σε κάθε απόλαυση,
κακό
και συναίσθημα
Έπλεξε όλες τις γεμάτες φλέβες του
Με το ζωτικό χυμό όλης της φύσης
Και τον εγκέφαλο όλης της δημιουργίας
Έγινε Ποιητής
Έφυγε από το σπίτι όταν ο αέρας φαινόταν ελαφρύς
Και οι λέξεις έμοιαζαν με ερωτικές πεταλούδες
Διέσχισε ηπείρους και μάζεψε κρανία
από άνθη κερασιάς
Τράφηκε με σκυρόδεμα στην κομμένη κοιλιά
ενός ψαριού
Είχε ξεμείνει σε μαύρες ακτές και ζούσε
Hieronymus Bosch
Όταν πέθανε για πρώτη φορά,
το σιδερένιο ράμφος ενός μαύρου πουλιού
άνοιξε την ψυχή του
Και είδε την καταδίκη χαραγμένη
Σε ένα κομμάτι ξύλου –
Στα όνειρά του μασούσε τις ρίζες του
Και με μαγικές δυνάμεις
Δημιουργούσε παραισθήσεις
Και βρήκε την Ομορφιά.
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
