
Νύχτα βαθιά σαν πίσσα,
δίχως μια στάλα φως.
Ταιριάζει με την μαύρη πόλη,
που χει το πρόσωπο μιας χήρας.
Το σώμα αφυδατωμένο
και η γλώσσα διψασμένη πιο πολύ από ποτέ.
Η δύναμη εξαντλείται
και η πίστη παραμένει μισή.
Η μετακίνηση του βράχου
φέρνει μαζί του ματαίωση.
Μα πρέπει να βγει το φως.
Να σπάσει το κέλυφος της πέτρας.
Να ξυπνήσουν τα σώματα απ’ τον λήθαργο.