Philip Lamantia (1927-2005), Στιγμές εξορίας

Αυτός είναι ο αέρας που δεν θα μας επιτρέψει να
αναπνεύσουμε.
Αυτή είναι η θάλασσα που δεν θα μας επιτρέψει να
κολυμπήσουμε.

Όμως θα περιστραφούμε τρελά στον αέρα
θα πάμε μακριά πέρα στην θάλασσα.

Μαχαίρια που διασχίζουν και ξαναδιασχίζουν τα
σώματά μας
κρυμμένες πληγές
λαγνεία προς την αγάπη
ομοίωμα μπροστά μου:
καρδιά από καρδιές
τόσο πλούσια κι όμως βιασμένη από άλογα
στον πύργο της αποξένωσης του αθλητή.

Κοιμόμαστε.

Απόψε θερμαινόμενο από την ομίχλη
μεγαλώνοντας σε λυσσασμένη σάρκα
ένα σύννεφο προς τον άνεμο:
δολοφονημένο στο σκοτάδι
αστράγαλος πάνω σε αστράγαλο
κοιμόμαστε
καθώς σπρώχνουν κάτω από την άμμο
τα λεπτά σου χέρια φωνάζουνε για να κοπούν.

Η αγάπη περιπλανιέται πάνω από τις τρίχες του
στόματός σου,
φιλήδονο παιδί
παιχνίδι που διαγράφει κύκλους στους αστερισμούς
της καρδιάς
εκπλήσσοντας το γρήγορο βλέμμα της σελήνης με
την ιδιοτροπία σου
στρογγυλεύοντας το βελούδινο μάτι
που είναι κρυμμένο από το φως
καθώς το αίμα σου ορμά κάτω προς την θάλασσα
κυλά ήρεμα πάνω από το νερό προς τα ψάρια,
φωτεινό, μπλεγμένα πτερύγια,
τα μάτια τους αναφλεγόμενα, να καίνε βαθιά μες στις
καρδιές μας,
τα κεφάλια τους να διαλύουν την ομίχλη,
οι ουρές τους να αστράφτουν σαν διαμάντια.
Ελευθερωμένα, γυροφέρνουν σιωπηλά
όπως κι εμείς αυτή την στιγμή· αναφλεγόμενοι στον
ύπνο μας
με τα μάτια μας ριγμένα σαν ζάρια πάνω στην άμμο
να κυλούν προς τα βράχια

πάνω από αυτά και μες στον ουρανό,
γυαλίζοντας, περιμένοντας τα σύννεφα να έρθουν να
τα πάρουν:
για να αναπνεύσουν, να αναστενάξουν,
να κολυμπήσουν
μέσα σε κρυμμένα σπήλαια, να αγαπηθούν.

Όμως όσο γρήγορα κι αν ήρθαμε απορροφηθήκαμε.
Δεν κοιμόμαστε τώρα
δεν υπάρχει μαχαίρι για να πληγώνει συνεχώς τις
καρδιές μας
ούτε χτένα για να ξεμπλέξει τα δηλητηριώδη μας
μαλλιά.

Αφυπνισμένοι τώρα, φυλακισμένοι στο βαθύ πηγάδι
της λαχτάρας,
μπορούμε να δούμε μέσα από τα πράσινα βρύα
τον αέρα που δεν θα μας επιτρέψει να αναπνεύσουμε
την θάλασσα που δεν θα μας επιτρέψει να κολυμπήσουμε.

*Το ποίημα είναι από τη συλλογή “Touch of the marvelous” (1966). Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος. Το πήραμε από το 1ο τεύχος (Σεπτέμβρης 2006) του περιοδικού “Κλήδονας” τηε Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών (σελ. 32-33).

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

ΚΑΜΙΑ ΑΦΙΣΑ Ή ΤΟΙΧΟΣ

Καμιά αφίσα ή τοίχος δε θα μαρτυρεί

το ελαφρό σου πέρασμα στη φλέβα.
Πέφτεις σα σιγανή βροχή ανύποπτη

ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα
Καμιά σκαπάνη μουσικού δε θα σε βρει

τόσο βαθιά στο αίμα.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα για ένα καλοκαίρι”.

***

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΥΡΩΝΑ

Το ξέρω, δεν αξίζει τόση επιμονή

μέσα στην εκμηδένιση. Και όμως, χρόνια

μετά, ο Μύρωνας θα γίνει μουσική και φώτα

αίμα και γέλιο ενός παιδιού, σπαρμένοι

αγροί και θάλασσες, κι όλα τα μάτια των παιδιών

θα τον θυμίζουν γέρνοντας σα στάχυα

από ψιλή βροχή στα πεζοδρόμια. Εκείνος

ανεπανάληπτη φωνή μέσα μου θα σωπαίνει

ανάβοντας την ομορφιά στο σκοτωμένο νόημα

που η ζωή περιέχει. Γιατί τον είδα πόσο

καρτερικά φυτεύτηκε για πάντα ψιθυρίζοντας

ήμουν πολύ νέος για θάνατο, θα επιστρέφω πάντα

τα καλοκαίρια, όσο υπάρχεις, κι ύστερα 

θα σταματήσουν όλα

Θεέ μου, ετοιμάζεις

κόσμο απατηλό, ατρικύμιστο για το χαμό μου

*Από τη συλλογή “Ο Δύσκολος Θάνατος” (1954).

No 49 (είμαι στο διπλανό τάφο)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

στο
σκοτάδι,
λαμπυρίζομαι
και στάζω από τη μνήμη θεούς,
στη φωλιά
του
βουνού,
θαμμένος στους αιώνες των ωρών μου,
κρατώντας
στην
επιθυμία την αιωνιότητα,
αναμένοντας
στο θόλο
των ψυχών,
την κατάρα της να μου
λύσει
~
(alexmil)
Photo: Sylvia Grav

View original post

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τρία ποιήματα

poleitai_elisavet

ΟΙ ΙΔΙΕΣ ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Σωροί τα προσωπεία
τα λόγια
και τα μυθεύματα
επί ευρέως μετώπου.
Δεν πρόκειται για θέατρο
για μίμηση
για υποκριτική.
Οι ίδιες οι μάσκες είναι και τα πρόσωπα.

***

ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΜΕ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΟΥ ΓΙΝΟΜΑΙ

Λογαριάζοντας
πώς χάθηκαν οι παλιοί άσειστοι φίλοι
αλλάζοντας τις μάσκες μία μία
ανάλογα με το βάθος της πολυθρόνας
το ύψος των οικοδομών
τις τιμές των αυτοκινήτων
τις νύχτες δεν μπορώ να κοιμηθώ
κομμάτια με τη μνήμη μου γίνομαι

***

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΚΑΘΕ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΚΑΙ ΛΥΣΣΑΝΕ

Δοκιμασμένα τα σκυλιά
κάθε μεσάνυχτα επιστρέφουν.
Φέρνουν μαζί τους κομμάτια φιλιών
πληγές ονείρων
αλαφιασμένα κι ασπαίροντα μηνύματα.
Με την καρδιά σφιγμένη
γεμάτα δέος
ξαναπατούν τα παλιά τους λημέρια.
Σκέφτονται το κόκαλο του κόσμου κι αγριεύουν
τραγούδια αιμόφυρτα θυμούνται κι αλυχτούν
τις σκόνες οσμίζονται και τους καπνούς
της ατέλειωτης μοναξιάς τους.
Παραμονεύουν
στήνουν αυτί
ακούν ψιθύρους ν’ ανεβαίνουν απ’ τα κάτω.
Τρίζοντας αδιάκοπα τα κοφτερά τους δόντια
με λαχτάρα κοιτάζουν τη γριά σελήνη
και λυσσάνε.

*Από τη συλλογή “Απέναντι”, Εκδόσεις 24 Γράμματα, 2015.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Η τρύπα

b balkanikos polemos055

Οληνύχτα σκάβω

Σκάβω μια τρύπα ανοίγω

Βαθειά

Βρίσκω πετρέλαιο

Βρίσκω διαμάντια

Βρίσκω λίρες χρυσές θαμμένες

Μα όλα αυτά μου είναι αδιάφορα εννοείται

Βρίσκω κι εσέ τρελλό κορίτσι

Στον έρωτά σου πέφτω

Τίποτε δεν λογαριάζω

Ούτε τον μαντράχαλο τον αδελφό σου

Ούτε και τις μαύρες του ζώνες στο “βαράτε”
Και σκάβω και σκάβω

Βλέπω φως στο βάθος του τούνελ

Έλα βγαίνουμε
Βγαίνουμε

Στην άλλη μεριά της γης –
Στη Μαλακάσα,

στη συναυλία του Bob Dylan
Για δες! 

Κι η Αργυρώ εδώ!

Κι ο Σταμπάκης εδώ!
“Ooh, I ain’t gonna work on Maggie’s farm no more…”
(τσίου!)

Γρηγόρης Σακαλής, Καθαρτήριο

κατάλογος

Ξεκινούν τα καραβάνια
ατέλειωτοι άνθρωποι
απέραντη φρίκη
διασχίζουν ερήμους
περνάνε ποταμούς
κουβαλούν τον πόνο τους
πρόσωπα αυλακωμένα
από τις σφαίρες
και τη μοναξιά
μια ουτοπία στο μυαλό
τους κινεί μπροτά
εικόνες παραδεισένιες
η κόλαση είναι πίσω
γεμίζουνε καράβια
άλλοι πνίγονται
άλλοι επιβιώνουν
κι αφού συρθούνε στη στεριά
τους περιμένει καθαρτήριο
μια άλλη κόλαση
χωρίς καμιά υπόσχεση
γι’ αυτό που ψάχνουν.

*Από τη συλλογή ”Κυτίο κρυφών ονείρων”, Εκδόσεις “Ενδυμίων”.

Φιλολογικό Μνημόσυνο Δημήτρη Τσαλουμά στη Μελβούρνη

Dimitris Tsaloumas, A portrait by Nikos Kypreos

Dimitris Tsaloumas, A portrait by Nikos Kypreos

Φιλολογικό Μνημόσυνο οργανώνεται για τον αξέχαστο, διακεκριμένο ποιητή της παροικίας μας Δημήτρη Τσαλουμά, ο οποίος αποδήμησε πριν λίγο καιρό στην Ελλάδα.


Η εκδήλωση θα γίνει την Κυριακή, 24 Απριλίου 2016, στις 3.00μμ., στο Ελληνικό Κέντρο της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης, (mezzanine), 168 Lonsdale St., στο κέντρο της πόλης.


Το πρόγραμμα θα είναι δίγλωσσο και θα περιλαμβάνει ομιλίες, οπτικοακουστική παρουσίαση, τραγούδια σε στίχους Δημήτρη Τσαλουμά και ανάγνωση ποιημάτων του.


Την εκδήλωση συνδιοργανώνουν οι Ελληνοαυστραλιανός Πολιτιστικός Σύνδεσμος, Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης, Ελληνικό Σχολείο Μελβούρνης, Διεθνής Εταιρία Φίλων Ν. Καζαντζάκη (Τμήμα Μελβούρνης), Σύνδεσμος Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων Αυστραλίας, Τμήμα Ελληνικών Σπουδών Πανεπιστημίου La Trobe και Owl Publishing.

Tristan Tzara, Τραγούδι Dada

dada

Ι

To τραγούδι ενός ντανταϊστή

που είχε το νταντά μες στην καρδιά

κούραζε πολύ το μοτέρ του

που είχε νταντά μες στην καρδιά
το ασανσέρ κουβαλούσε ένα βασιλιά

βαρύ εύθραυστο φθινόπωρο

έκοψε το μεγάλο του δεξί μπράτσο

και τό ’στειλε στον πάπα στη Ρώμη
γι’ αυτό το λόγο

το ασανσέρ

δεν είχε πια νταντά μες στην καρδιά
να φάτε σοκολάτα

πλύνετε τον εγκέφαλό σας

νταντά

νταντά

πιείτε και νεράκι

ΙΙ

Το τραγούδι ενός ντανταϊστή

που ήταν όχι χαρούμενος

όχι και λυπημένος

και αγαπούσε μια ποδηλάτισσα

όχι χαρούμενη και όχι λυπημένη
μα την Πρωτοχρονιά ο σύζυγος
που όλα τα ήξερε μέσα σε μια κρίση
έστειλε στο Βατικανό

τα δυο κορμιά τους μέσα σε τρεις βαλίτσες
ούτε ο εραστής

ούτε η ποδηλάτισσα

δεν ήταν πια χαρούμενοι

ούτε και λυπημένοι
φάτε ωραία κεφαλάκια

πλύνετε το στρατιώτη σας

νταντά

νταντά

πιείτε και νεράκι

III

το τραγούδι ενός ποδηλάτη

που ήταν από καρδιάς νταντά

κι ήταν λοιπόν ντανταϊστής

όπως όλοι οι νταντά από καρδιάς
ένα φίδι φόραγε γάντια

έκλεισε γρήγορα την δικλείδα

έβαλε τα γάντια με το φιδίσια δέρμα

και πήγε τον πάπα ν’ αγκαλιάσει
είναι συγκινητικό

κοιλιά λουλουδιασμένη

δεν είχε πια νταντά μες στην καρδιά
να πιείτε γάλα των πουλιών

να πλύνετε τις σοκολάτες σας

νταντά

νταντά

φάτε και μοσχαράκι

*Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης. Από το Ποιείν http://www.poiein.gr

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Το ύψος των περιστάσεων

Το ύψος των περιστάσηων
επιβάλλει σύνεση
Και όμως
είναι βράδυ
κι εγώ σχεδιάζω
τις ηδονικές εκδρομές του αύριο
αδιαφορώντας παντελώς
για τις συνέπειες
μιας ακόμα λιποταξίας

Ψηλαφώντας τα όρια ανοχής του κράτους
νιώθω για στιγμές πως αγγίζω την ελευθερία

Και είναι αυτή
η ευγενής και ταπεινή ψευδαίσθηση
που με κάνει ακόμα
να δραπετεύω

*Από τη συλλογή “Η ιερουργία της ποίησης”, Εκδόσεις “Κουρσάλ”, Θεσσαλονίκη 2016.

Ειρήνη Γαβριλάκη, Από το “Οι νύχτες πριν”

images

17
Εδώ να παίξεις. Σ’ αυτόν τον χώρο.
Στο χώμα που μπορεί να γίνει λάσπη και σκόνη.
Μ’ ένα ξύλο, με μια πέτρα, να παίξεις.
Φτιάχνοντας ένα παιχνίδι ή μια διάθεση για παιχνίδι
κι ένα όνομα παιχνιδιού κι έναν φίλο.
Όχι πιο πέρα, εδώ. Εδώ είναι ο τόπος του παιχνιδιού.
Κι ο χρόνος, τώρα: αυτήν τη νύχτα
που εσωκλείει όλα τα παιχνίδια
κι όλες τις σκέψεις για παιχνίδια
κι όλους τους συντρόφους και τους κανόνες.
Παίζε. Συνέχισε να παίζεις.
Ύστερα θα ξημερώσει κι όλα θα είναι σοβαρά πάλι.
Καθόλου παιγνιώδη. Ανιαρά.

*”Οι νύχτες πριν”, Εκδόσεις “Ναυτίλος”, Θεσσαλονίκη, 2015.