Dimitris Tsaloumas (1921 -2016), Driving North

9780702221132-us

Against the level sun and the screech of brakes
through porous sheets of blindness I gripped
the wheel and stopped above the great plain
till I saw him kindle the reefs of cloud
over the western ridge. Then, wire-strung,
set in the rim of the embankment down
the tumbling hill, I saw the dragon’s teeth
flash past against the fired sky.
Fence-posts, I thought: in dreamy lands
the reading of signs is unprofitable.
Yet in the nursery the monster sleeps.
He sighs and heaves oozing a greenness past
this green, where magic sword and holy spear
glint still unread in the flight of birds,
in the prophetic guts of oxen.

                                              Children,
please don’t retreat behind this sunset
yet. I carry the pterodactyl in the van,
the flying spider, bats big as babies.
Tyrannosaurus himself wanders about
bigger than old whales grazing across
the frozen seas, than tanks on the doorstep
of Nicaragua. Saw him through misty glass
this morning stalking the towns in the hills
when shivering just out of frosty night
I prayed until the sun who flickered in the woods
crept up the flanking conifers and hit the top
with a crash of cymbals.

                                         Night is falling
forever now over the roads in the North
of New South Wales. The blue-bright waters
of an undying day are seeping through
into perplexing memory. Scouting beams
sculpt shapes ahead from shifting shadows,
furbish up idols out of secret time
that rush surprised along the edge of light
back into populous darkness. This trip
is endless, the compass irrelevant. My riches
are now fetched by maps beyond the truth
of geography and the attraction of the poles.

*From the book “Falcon Drinking”.

tsaloumas-dimitris-ip-uqp-150w_original

Νικόλας Κάλας, Δύο ποιήματα

Felix Nussbaum, Gallows, 1930

Felix Nussbaum, Gallows, 1930

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΔΙΧΩΣ ΑΣΤΕΡΙΑ

Καθώς ή ανάμνηση τό νερό κάτω από τό καράβι καί ή ώρα
των πιό μεγάλων μυστικών
Τό όνομά σου είναι μπλε ένα μπλέ της φωτιάς καί της έλπίδας
Θά ’θελα νά τό αφανίσω
Νά κηλιδώσω τό ζεστό σου αίμα καί νά πνίξω την τόλμη μου
Τό αίμα χάθηκε στά μοιρολόγια
Έχασα τό κλειδί των όνειροπολήσεών σου
Σέ έχασα σά μιά πεντάρα ανάμεσα σέ εκατομμύρια άλλες
Ζήλευα τόν ίδιο μου τόν εαυτό
Καί την απεραντοσύνη των θαλασσών

’Αλλά είναι εσένα πού λυπάμαι
Τά ταξίδια σου χωρίς όνειρα
Τίς άγονές σου νύχτες
Τά μαλλιά σου πού παίζουν μόνα τους
Τά όνειρά σου χωρίς καθρέφτες παγωμένα όπως ή έπιθυμία ένός άλλου
Ίχνη αίματος καταυγάζουν τό πρόσωπο

Είμαι άπείρως περισσότερος από τό πλούσιο καί ηδυπαθές χρώμα
ένός εγκλήματος
Πέρα από ένας καθρέφτης γιά τά μάτια σου
Πέρα από τήν αναχώρησή σου
Πέρα από ένα αβέβαιο μέλλον
Περπατάω χωρίς ηχώ
Ή επιστροφή σου δέ θά προσέθετε τίποτα
Μαζί είμαστε πάρα πολλοί γιά μάς τούς ίδιους
Πάρα πολλοί σάν ένας στρατός σέ άτακτη υποχώρηση ή μιά κακή σοδειά
“Ολα μυρίζουν προδοσία ένα όνειρο πού διακόπτεται μιά σκέψη
πού ξεφεύγει απ’ τόν αέρα
Ή αναμονή έκ γενετής τυφλή
Πριν σέ γνωρίσω ή φωτιά ήτανε ιερή
Τώρα είναι ή γη πού καταρρέει
Θά επινοήσουμε κάτι άλλο
Μιά καρδιά πού νά λειτουργεί σά δαιμόνια μηχανή
Μιά ήμιτονοειδή ή έναν καινούργιο χαρταετό
‘Έναν καινούργιο χώρο ένα καινούργιο επίχρισμα γιά την αύγή
Δεν τά ’κλεψαν δλα ούτε τά καταβρόχθισαν
Ό ουρανός είναι απέραντος καί πέφτοντας τό πιό μικρό αστέρι
θά τρόμαζε τά μάτια σου

(Παρίσι 1939)

***

0 ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΣΩΘΕΝΤΩΝ

’Άς δημιουργήσουμε τό πεπρωμένο
“Ας θυμήσουμε στό άπειρο τό ρυθμό τοΰ θράσους
“Ας ξαναδώσουμε έρεισμα στό ένστικτο καί ζωή στή ζωή
Τό ρολόι δίχως δείκτες σ’ έναν φάρο σβηστό
Τό πλοίο πλέει σέ αργές σελίδες
Ή σκέψη έπεσε
‘Όλα γίνονται ιώδη καί τελετουργικά
Τό πεπρωμένο είναι έλεύθερο ταχύ βίαιο
Όλα αποκτούν τεράστιες διαστάσεις
Ό τοίχος σχίζεται αργά έπειτα βουλιάζει
Τό πεπρωμένο είναι φτιαγμένο άπό απειροελάχιστα στοιχεία
φρικτά διεσπαρμένα ‘
Όλα γίνονται τεράστια τεράστια ένας τεράστιος σβώλος ψωμιού
Καί κατευθύνεται πρός τό παράθυρο μέ θέα τήν τρέλα
Καί μιά πολύ μικρή αυλή όπου σαλεύει τό σαράκι
Κάθε χορός σταματά μετά ξαναρχίζει
Γύρω άπό τό παράθυρο πού τραγουδάει τό σαράκι

(’Αθήνα 1937 – Παρίσι 1938)

*Από το βιβλίο “Νικόλαος Κάλας – Δεκαέξι γαλλικά ποιήματα και Αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς”, Εκδόσεις “Ύψιλον”, Αθήνα 2002. Μετάφραση: Σπήλιος Αργυρόπουλος, Βασιλική Κολοκοτρώνη.

Κώστας Ρεούσης, Δύο ποιήματα

songofsolomonch1

ΑΝΤΙΜΙΚΡΟΜΑΝΙΦΕΣΤΟ 2

διασχίζοντας το ακαριαίο καλοκαίρι της εσχατιάς
ταραχοποιοί πολλαπλασιάζουν την επικινδυνότη-
τα του εδάφους ασχημάτιστες ομάδες οπισθοφυ-
λάκων σπέρνουν ασύνειδα εύοσμες αρμπαρόριζες
στη χέρσα γη των συνταξιοδοτικών συντεταγμένων
μια πρώην Σοβιετική και νυν Ρωσίδα μεταναστεύει
διεκδικώντας την αναλογία των κοινωνικών ασφαλίσεων
στη λαμπρή συμμετοχή της στην ανοικοδόμηση της
πουτανιάς ανειδίκευτοι κερασφόροι γιαρμάδες
εμφανίζονται στις λαϊκές αγορές εδωδίμων
τα αποικιακά ομολογούν το ρόλο του μαυραγορίτη
στους ατζέντηδες της νεοϊδρυθείσας τιμωρίας
ανακρίνοντας εκ νέου το ζύγι το κιτάπι τον άβακα
το γνώμονα και το μοιρογνωμόνιο διαβήτη στοιχειοθετούν
δικογραφία οι αστρόκοσμοι χαράζουν με διαμάντι
τα δαιμονικά στην καρωτίδα
Παντελή

***

ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΤΙΚΟΣ ΤΡΟΜΟΣ

τη στιγμή που μία γυναίκα αντικρίζει τη στύση
ενός ποιητή που κοιμάται ο θάνατος παρατηρεί
τις κινήσεις της περιττός αριθμός υπερπραγματικό
μεσημέρι στο κέντρο της Λευκωσίας τα τζιτζίκια
χλιμιντρίζουν καλώντας τις ανεράδες ενός αγγελικά
κολασμένου καλπασμού την ύλη που αφαίρεσα
πνοή ανέμου και νερό το νου που γέννησα γλώσσα
αφτί και μάτι η σάρκα που ενώθηκε τη θάλασσα
στη μύτη το χέρι να στραβώνει το πόδι που ως λύγισε
ο σκύλος σκύλο να δαγκώνει

*Από το βιβλίο “Ο κρατήρας του γέλιου μου”, Εκδόσεις ‘Φαρφουλάς”, Αθήνα 2009.

Γεωργία Τρούλη, Σαν άμωμος σύλληψη

7350_474011099476136_3291498188694650042_n

Έτσι αρπάχτηκε
Έτσι φυλακίστηκε ο κόσμος
Ολόκληρος μέσα στην σκέψη
Ενός αέρα
Που είχε φαρδύνει τις ράγες από ένα κλουβί
Ενώ κανείς δεν κατάλαβε πως δημιουργεί χώρο
Ή και διάθεση
Και κανένας άνθρωπος ποτέ δεν διέφυγε
Ποτέ δεν δραπέτευσε
Ή δεν θέλησε να δει
Πώς μπορεί να ζήσει έξω από το όριο
Και από την εικόνα σημασία των λέξεων
Να λιώσει το αλουμίνιο χρώμα
Να αποκτήσει την ελαφρότητα
Της πλήρους ακύρωσης
Να συλλάβει την ιδέα ενός κόσμου
Από την αρχή
Με όλα τα ύγρα των σωμάτων
Και των ματιών
Μια σύλληψη όχι άμωμος άμωρος
Και ασυνεχής
Αλλά όλο και πιο πολλαπλασιασμένη
Πολλαπλή και με σχάση
Με δύο ολόκληρα οροπέδια
Στην άκρη των Πυρηναίων
Να ζητάνε την ανακάλυψη από την αρχή
Από την αρχή των λέξεων
Που δεν ειπώθηκαν
Στις εσοχές των βουνών
Τότε που οι άνθρωποι θέλησαν να δουν
Πώς είναι να ζουν έξω από την εικόνα
Έξω από το όριο περίγραμμα μιας ηπείρου
Που δεν
Που δεν
Έλαβε όνομα
Οπότε έγινε Ανώνυμος Εταιρεία
Εισαγωγής ποίησης
Και εξαγωγής του κενού
Μεσόκαινος περίοδος

Φάνης Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

114_1

Δαιδαλική αυγή

Μια σειρά στιγμών είχε ενώσει
το μαύρο των ματιών με τα πλευρά της γης,
εκείνα που βρισκόταν καθισμένα γυμνά
έξω από το άγγιγμα του ήλιου
έξω από τα όρια.
Στο εύρος τους λέγεται ότι στέκει ο έρωτας,
ιδίως όταν πρόκειται για όρια-κη ανάσα
όρια-κο βήμα και τελικά όρια-κο αίμα και βλέμμα

Το ίχνος και η σκιά των ορίων
τοποθετούσαν εμπόδια στην κυκλοφορία
τόσο μεγάλα που μεγαλώνουν
καθώς αυξάνονται οι αποστάσεις
απομακρύνονται στην τύχη, οι μέρες ή οι ώρες
κυλιόμενες διαμέσου κρεβατιού
ώστε να κρίνονται περασμένες

δευτερόλεπτο ένα
τα σώματα μοιάζουν από έλξη
δευτερόλεπτο 138.001
αυτός να έχει τοποθετήσει τα χέρια στο στήθος του
αναζητώντας την ανάσα – πρέπει να έχανε την ζωή,
έφτιαξε μια φυλλωσιά με χάδια για να την βάλει μέσα
μάζεψε τις σκιές για να φαίνεται σημαντικότερος
και ένωσε τα ίχνη για να την βρει μέσα σε μια ευθεία

προχωρώντας χάθηκε μέσα στην πληθυντική διαδήλωση
ενώ τα ίχνη τον οδήγησαν σε δαιδαλική αυγή
το μόνο όριο που έβλεπε ήταν εκείνο της στεριάς
και εκείνο της θάλασσας

τοποθέτησε με προσοχή την θαλασσινή αύρα
στους πνεύμονές του
και σκόρπισε το σώμα του στη θάλασσα

***

Γράμμα στους μνηστήρες

Στο ισόγειο των αρωμάτων

αδειάζουν αντλίες σπαραγμούς και αρρώστιες

κόβουν τις πτώσεις από τα βάθρα

τα αγάλματα από τα βλέμματά τους

υφαίνονται τα δέρματα που κλωτσάνε το Θησέα
στα νέφη κρύβουν δόρατα

και εκεί πάνω φτιάχνουν κάστρα

καθώς οι πόλεις ξεμακραίνουν προς τον ουρανό

κι όμως

οι πρωινοί τοίχοι απλώθηκαν στα καλντερίμια
τα δολάρια ανθούσαν στέρεα στις μετώπες τους
και έμοιαζαν να κολυμπούν

έκαναν το πλήθος των μνηστήρων να μεθάει
τραβώντας τις από τα μαλλιά

***

Αγρύπνια

Έφτασε στην θάλασσα

της αφαίρεσε το περίβλημα
την γέμισε αστέρια και σκοτάδι
βγήκε στη νύχτα

τον είχε βιδώσει μέσα στη γη της

τη γη που εκείνη έλεγχε και μπορούσε να διαβαίνει
μονάχα εξείχε το πρόσωπό του, με τη μορφή ασφόδελου
του είχε κρεμάσει ένα κουδούνι

τον άκουγε να δροσίζεται

και εμπόδιζε το ομαλό βήμα του καλοκαιριού

η φωνή του έσμιγε με των ορνέων
εμποδίζοντας τις αλεξιπτωτήστριες

ήταν κόμβος κραυγών

και θερινής αλληλογραφίας

*Από τη συλλογή “Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα”, Εκδόσεις “Κουκούτσι”.

«Μέτρα λιτότητας»: Η νέα ελληνική ποίηση

cover-rendition-460

Της Ελένης Κεχαγιόγλου*

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Penguin μια ανθολογία της νέας ελληνικής ποίησης, σε επιμέλεια και μετάφραση της Karen Van Dyck. Η επιμελήτρια της έκδοσης —καθηγήτρια των ελληνικών σπουδών στην έδρα Κίμων Α. Δούκας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια— έχει ήδη επιμεληθεί, σε συνεργασία με τους Peter Bien, Peter Constantine and Edmund Keeley έναν τόμο για την ελληνική ποίηση από το 1900 έως το 2000 (A Century of Greek Poetry: 1900-2000, Cosmos, 2004), ενώ έχει επίσης μεταφράσει από τα ελληνικά το μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη Τα ψάθινα καπέλα (Three Summers) για λογαριασμό των εκδόσεων Κέδρος το 1995 και, τέλος, ανθολόγησε και μετάφρασε ποιήματα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ (The Scattered Papers of Penelope: New and Selected Poems by Katerina Anghelaki- Rook, Graywolf 2009).

Η νεοελληνίστρια Karen Van Dyck —με σχετικές σπουδές στην Οξφόρδη και με τα επιστημονικά της ενδιαφέροντα να περιλαμβάνουν την ελληνική λογοτεχνία και την ελληνική λογοτεχνία της διασποράς, τα ζητήματα φύλου και τη μετάφραση— υπογράφει τώρα μια ανθολογία με την ποίηση της νέας χιλιετίας, όπως θα δείτε στο κείμενό της που ακολουθεί (Guardian, 23/3/2016) και το οποίο παρατίθεται ολόκληρο στη συνέχεια.

Το οποίο κείμενο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι δίνει μια εικόνα της σημερινής Ελλάδας όπως την προσλαμβάνει ένας άνθρωπος ξένος (παρ’ ότι η K. V. Dyck έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης τη δεκαετία του 1980) και δημοσιεύεται σε μια μεγάλη εφημερίδα του Λονδίνου. Ο σχολιασμός υπερβαίνει τη σύγχρονη ποιητική παραγωγή και περιγράφει το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή παράγεται, κατά τη γνώμη της επιμελήτριας της συλλογής.

Το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, κατά τη γνώμη μου είναι ότι επιχειρείται μια αντίστροφη ανάγνωση. Η «ζοφερή πραγματικότητα στην Αθήνα» όπως την περιγράφει η Κ. V. Dyck (ελλείψεις σε ρεύμα και νερό σε επίπεδα εμπόλεμης κατάστασης, τραγικές δολοφονίες και ληστείες καταλαμβάνουν στα μέσα τον ίδιο χρόνο με τις διαφημίσεις συστημάτων υψηλής ασφαλείας και άλλα παρόμοια, ενώ οι ποιητές διαβάζουν ποιήματα στις αλάνες) δίνουν μεν μια γραφική εικόνα για την πρωτεύουσα μιας χώρας σε κρίση, πλην όμως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Έχω την εντύπωση ότι, εν προκειμένω, η ανθολόγος-επιμελήτρια της συλλογής ερμηνεύει την πραγματικότητα μέσω της ποίησης και όχι την ποίηση αναφορικά με το πλαίσιο εντός του οποίου έχει παραχθεί. Και με τον τρόπο αυτό, οδηγείται σε μια παρανάγνωση (εσκεμμένη ή όχι) της πραγματικότητας. Για να αποφύγω ωστόσο τα βιαστικά συμπεράσματα, θα επανέλθω, αφότου διαβάσω την Εισαγωγή της ανθολογίας, στην οποία και θα δίνονται, φαντάζομαι, τα κλειδιά της επιλογής των ποιημάτων και του ερμηνευτικού σχήματος της K. V. Dyck, το έργο της οποίας, σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό. Και τότε, θα είμαι σε θέση, ίσως, να πω εάν, και κατά πόσον, στο εξώφυλλο μιας ποιητικής ανθολογίας έχει θέση μια φράση του οικονομολόγου Γιάνη Βαρουφάκη. Η θεωρία της λογοτεχνίας βέβαια, έχει —εδώ και χρόνια, και επί μακρόν— συζητήσει τέτοια θέματα…

Κατά τα άλλα, ανυπομονώ να πάρω στα χέρια μου το βιβλίο για να διαπιστώσω ποιοι νέοι ποιητές μας περιλαμβάνονται στις 496 σελίδες του και την αντιπροσωπευτικότητα της επιλογής αυτής ως προς την «επαναστητημένη μορφή τέχνης», σύμφωνα με τον Guardian. Σε κάθε περίπτωση, αυτό έχει σημασία: αέρα στα πανιά τους να έχουν οι ποιητές και οι πεζογράφοι μας και οι λέξεις της μικρής μας γλώσσας να βρίσκουν τρόπο να συναντούν κοινό εκτός συνόρων. Η ιδεολογική χρήση είναι μια άλλη, μεγάλη (και ίσως σε έναν βαθμό, αναπόφευκτη) ιστορία.

* * *

vandyke-330

—της Karen Van Dyck για τον Guardian | Μετάφραση για το dim/art: Γιώργος Θεοχάρης—

Στην πληττόμενη από τη φτώχεια Ελλάδα, η ποίηση γίνεται πλουσιότερη. Η Karen Van Dyck, επιμελήτρια μιας ανθολογίας για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, με τον τίτλο Austerity Measures: The New Greek Poetry (Μέτρα Λιτότητας: Η Νέα Ελληνική Ποίηση), εξετάζει μια επαναστατημένη μορφή τέχνης.

Όταν τα αγαθά μειώνονται και δεν επαρκούν, οι άνθρωποι παλεύουν, γίνονται αρπακτικοί, σκληραίνουν. Τον τελευταίο καιρό, η Ελλάδα και τα Βαλκάνια ζουν με περισσότερες στερήσεις από το μερίδιο που τους αναλογεί. Η πείνα, η ανεργία, οι περικοπές των συντάξεων και οι κατεστραμμένες επιχειρήσεις χαρακτηρίζουν τη ζοφερή πραγματικότητα στην Αθήνα. Οι ελλείψεις σε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό φτάνουν σε επίπεδα που συναντά κανείς σε χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Περισσότεροι από το 27% των Ελλήνων είναι άνεργοι. Το 55% των νέων, ιδιαίτερα εκείνων που (θα έπρεπε να) απασχολούνται στους τομείς της τεχνολογίας και της εκπαίδευσης, έχουν φύγει από την Ελλάδα για να βρουν δουλειά αλλού. Το 40% των παιδιών ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας το 2014, και το ποσοστό τώρα πλησιάζει το 50%. Το δημόσιο χρέος είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, πάνω από το 180% του ΑΕΠ, ενώ τα μέτρα λιτότητας κάνουν τη παραμονή στην ευρωζώνη τόσο δύσκολη όσο και το Grexit. Η ανάγκη για γρήγορες απαντήσεις ωθεί τους ψηφοφόρους στα πολιτικά άκρα. Οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις και η διαφθορά σε όλο το πολιτικό φάσμα επιφέρουν αβάσιμες καταγγελίες και μοιρολατρία. Σχεδόν κανείς δεν βάζει τα χρήματά του στις τράπεζες πια. Οι ειδήσεις για δολοφονίες και ληστείες μοιράζονται τον ίδιο χρόνο στα μέσα με τις διαφημίσεις για συστήματα ασφαλείας υψηλής τεχνολογίας. Εντωμεταξύ, οι πρόσφυγες που εγκαταλείπουν τη Συρία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ φτάνουν σε νησιά όπως η Λέσβος κατά εκατοντάδες, και ενίοτε κατά χιλιάδες· δεν θέλουν να παραμείνουν στην Ελλάδα, αλλά ούτε και μπορούν να φτάσουν σε χώρες με καλύτερες υπηρεσίες πρόνοιας. Και όπου προσαράζουν οι βάρκες με τους πρόσφυγες, σπεύδουν οι ντόπιοι ψαράδες, παρατάσσονται στην ακτή και τσακώνονται ποιος θα πρωτοπάρει τις εξωλέμβιες μηχανές για να τις πουλήσει αποκομίζοντας ένα κάποιο κέρδος. Περισσότεροι άνθρωποι, λιγότερα τα αγαθά κατά κεφαλή.

Η ποίηση, όμως, αφθονεί. Υπεραφθονεί. Ποιητές γράφουν γκράφιτι στους τοίχους, διαβάζουν δημοσίως σε πλατείες, θέατρα και αλάνες, απαγγέλουν σε φτωχογειτονιές, φωνάζουν συνθήματα και τραγουδούν σε συλλαλητήρια, μπλογκάρουν και ποστάρουν στο Διαδίκτυο, συνεργάζονται με καλλιτέχνες και μουσικούς, διδάσκουν παιδιά και μετανάστες σε εργαστήρια. Μέσα στην όλη δυστυχία και την αταξία, η νέα ποίηση βρίσκεται παντού. Όσα γράφονται είναι τόσο πολλά και ποικίλα που δεν χωρούν βολικά σε μία και μόνη πλευρά οποιουδήποτε ιδεολογικού ρεύματος. Μολονότι βιβλιοπωλεία συνεχώς κλείνουν και οι εκδότες δεν ξέρουν για πόσο ακόμα θα μπορούν να προμηθεύονται χαρτί, οι ποιητές καταφέρνουν και περνάνε τα ποιήματά τους στον κόσμο. Τα καθιερωμένα λογοτεχνικά περιοδικά ακμάζουν· οι μικροί εκδοτικοί οίκοι και τα νέα περιοδικά αφθονούν. Η παραγωγή ποίησης όχι μόνο αψηφά την οικονομική ύφεση, αλλά επίσης ξεπερνά και τις εθνικές, ταξικές και φυλετικές διακρίσεις. Τέτοια αφθονία νέας ποίησης έχει να σημειωθεί από την εποχή της στρατιωτικής χούντας, γνωστής ως η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ποιήτριες όπως η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, η Τζένη Μαστοράκη και η Παυλίνα Παμπούδη. Πράγματι, η ιστορική συγγένεια δεν σταματά εκεί: είναι και πάλι οι ποιητές που έχουν τη μερίδα του λέοντος στην καθοδήγηση της νέας γενιάς.

Η ανθολογία Austerity Measures (Μέτρα Λιτότητας) παρουσιάζει δείγματα αυτής της ζώσας παράδοσης και, πέρα από το ότι αντανακλά τις δυσκολίες της ζωής στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια σήμερα, κάνει αυτό που μόνο η ποίηση ξέρει να κάνει καλά: προσφέρει νέους τρόπους για να φανταστούμε ριζικά διαφορετικές πραγματικότητες. Από τα λυρικά ονειρικά αποσπάσματα της Άννας Γρίβα στον αποκαλυπτικό νεορεαλισμό του Στάθη Αντωνίου, κι από κει στα καυστικά μεταμοντέρνα πεζά ποιήματα του Θωμά Τσαλαπάτη, τίποτα εδώ δεν είναι όπως θα το περίμενε κανείς έχοντας κατά νου ακόμα και την ελληνική ποίηση του πρόσφατου παρελθόντος. Δεν υπάρχουν πολλά αγάλματα· ούτε και μύθοι, τουλάχιστον με την κλασική έννοια του όρου· ούτε πατριωτισμός· ούτε καν εκείνο το γνωστό έντονο φως ή οι αναφορές στη θάλασσα, όπως τις ξέρουμε από τους νομπελίστες ποιητές Γιώργο Σεφέρη και Οδυσσέα Ελύτη.

Αυτό που κυρίως διακρίνει την ποίηση της νέας χιλιετίας απ’ ό,τι έχει προηγηθεί είναι, από τη μία πλευρά, η ποικιλομορφία της –δεν υπάρχουν σαφείς σχολές ή ομάδες– και, από την άλλη, οι πολιτισμικές συνθήκες που παίρνει ως δεδομένες. Χαλαρά συνδεδεμένοι, ζώντας στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και σε μικρότερες πόλεις όπως η Πάτρα, η Ξάνθη και η Σύρος, καθώς και έξω από την Ελλάδα, πολλοί από τους νέους ποιητές είχαν άμεση πρόσβαση σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και το Διαδίκτυο από την παιδική τους ηλικία. Η πραγματικότητα που επιδιώκουν να αναπαραστήσουν είναι εμποτισμένη από την εικονική πραγματικότητα, την οποία και έχει ενσωματώσει. Έχουν μεγαλώσει με την αντίληψη ότι τεράστια αποθέματα πληροφοριών και ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών γλωσσών δεν βρίσκονται παρά ένα κλικ μακριά τους. Ο αριθμός των γυναικών που γράφουν ποίηση σήμερα δεν έχει τον όμοιό του παρά μονάχα στην εποχή της δικτατορίας, ως εάν οι δύσκολοι καιροί να έχουν εξαλείψει την κατά τα άλλα ανισότητα.

Εντέλει, οι ποιητές αυτοί διερευνούν το τι μπορεί να σημαίνει για την ποίηση να είναι πολιτική, ή να είναι απολιτική, σε περιόδους κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Ζουν εντός των ορίων των κάπιταλ κοντρόλ και των μη αντιπροσωπευτικών δημοψηφισμάτων· αν ζουν στο εξωτερικό, βασίζονται στα νέα που τους μεταφέρουν η οικογένεια και οι φίλοι τους που ζουν εντός του παραπάνω πλαισίου· αλλά, σε κάθε περίπτωση, αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου γράφουν. Ακόμη και στο έργο των ποιητών που άρχισαν να δημοσιεύουν πριν από δέκα και πλέον χρόνια, η λιτότητα και το αβέβαιο μέλλον είναι, αναπόφευκτα, παρόντα.

Αλλά ποια είναι η σχέση της ποίησης με τον κόσμο εντός του οποίου δημιουργείται; Αν στην ποίηση, όπως λέει ο William Carlos Williams στους στίχους που έχω βάλει ως μότο στην ανθολογία, «οι άνθρωποι πεθαίνουν άθλια κάθε μέρα / από έλλειψη / αυτού που υπάρχει», τότε τι υπάρχει σε αυτή τη γραφή που θα μπορούσε να κάνει εκείνες τις υπάρξεις λιγότερο άθλιες, ή ακόμα και να τις σώσει; Αν είναι «δύσκολο να μάθεις τις ειδήσεις από ποιήματα», δεν σημαίνει αυτό ότι είναι, παρ’ όλα αυτά, κατά κάποιον τρόπο δυνατόν – ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με ποιήματα «με μικρή απόκλιση από το σύμπαν», όπως περιέγραψε ο E. M. Forster τα ποιήματα του Έλληνα της διασποράς Κ. Π. Καβάφη;

Τα μέτρα λιτότητας απαιτούν ταυτόχρονα και περικοπές και τη μεταστροφή των περιορισμένων πόρων σε νέους και δημιουργικούς σκοπούς. Από ποιητικής άποψης, κάτι τέτοιο συνήθως συνεπάγεται ομοιοκαταληξία και μέτρο. Η Α. Ε. Stallings δραματοποιεί αυτή την επινοητικότητα ανανοηματοδώντας έναν τίτλο είδησης, «Η Ελλάδα υποβαθμίστηκε ακόμα βαθύτερα μες στα σκουπίδια», και χρησιμοποιώντας την τελευταία λέξη ως μία από τις δύο επαναλαμβανόμενες ρίμες μιας βιλανέλας ενσωματωμένης σε ένα πεζό ποίημα. Παρομοίως, ο παραδοσιακός δεκαπεντασύλλαβος του δημοτικού τραγουδιού, ο οποίος διόλου τυχαία ονομάζεται «πολιτικός στίχος», ανιχνεύεται σε πολλά από τα ελληνικά στο πρωτότυπο ποιήματα αυτής της συλλογής, βγαίνοντας στην επιφάνεια στις πιο απρόσμενες στιγμές. Ο στοχασμός του Γιάννη Ευθυμιάδη για τις τελευταίες στιγμές ενός ανθρώπου που πέφτει από το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, στο «9/11 ή Ο άνθρωπος που πέφτει», παίρνει μία ακόμα πιο επινοητική μορφή, στο πνεύμα των 27σύλλαβων στίχων του, επεκτείνοντας τη σύντομη κάθοδο των 10 δευτερολέπτων σε μια σειρά από 27 ποιήματα.

Το ζήτημα αυτό της επινοητικότητας μπορεί επίσης να υποδηλώνει ένα γενικότερο ήθος ανακύκλωσης, που θυμίζει το άδειο καροτσάκι για τα ψώνια σε μια ευφάνταστη σειρά χρήσεων, όπως εμφανίζεται με αυξανόμενη συχνότητα σε σύγχρονες ελληνικές ταινίες, στην τέχνη, ακόμη και σε μια διαφήμιση της Τράπεζας Πειραιώς. Πολύ συχνά, σε αυτή την ποίηση, οι εικόνες ακριβώς της καθημερινότητας καθιστούν την κρίση απολύτως σαφή: για παράδειγμα, χαρτοκιβώτια του ΙΚΕΑ χρησιμεύουν ως στέγη στις «Λέξεις» του Jazra Khaleed, και μια κάμπια τρώγεται ζωντανή στο κέντρο της Αθήνας στο «Μαύρο χαϊκού» της Γιάννας Μπούκοβα. Εντωμεταξύ, στο «Η μαμά είναι ποιήτρια» η Γλυκερία Μπασδέκη μετατρέπει τις δουλειές του σπιτιού σε μάθημα γραμματικής («όλη τη μέρα μαγειρεύει κόμματα, σκουπίζει χρόνους») και, με τον τρόπο αυτό, καθιστά την ποίηση για την καθημερινότητα πολιτική: «κόμμα», στα ελληνικά, σημαίνει το σημείο στίξης αλλά και το πολιτικό κόμμα. Οι σχέσεις των ποιητών αυτών με την ιστορία και τα τρέχοντα γεγονότα είναι ένα παράδοξα ετερόκλητο συνονθύλευμα, κάποτε προκλητικό, άλλοτε υπαινικτικό, αλλά πάντοτε τραβηγμένο στα όρια της γλώσσας, το οποίο ζητά από τον αναγνώστη να διευρύνει το επίπεδο κατανόησής του, να γίνει πιο δεκτικός. Η εποχή προσφέρεται για να μιλήσει κανείς ενάντια στα δόγματα, στη διαίρεση και στη μονογλωσσία – και, επίσης, συνήθως για κάτι εξίσου σημαντικό: απλώς για να καταγραφεί η βιωμένη εμπειρία των Ελλήνων σήμερα, τα νέα που θα παραμείνουν νέα όταν τα πρωτοσέλιδα προχωρήσουν παρακάτω για να καλύψουν άλλα μέρη του κόσμου.

Η ανθολογία Austerity Measures: The New Greek Poetry, σε επιμέλεια της Karen Van Dyck, κυκλοφόρησε στις 28 Μαρτίου, από τις εκδόσεις Penguin.

*Από το http://dimartblog.com/2016/03/29/austerity-measures/

Τάσος Πορφύρης, Πέντε ποιήματα

ΤΑΞΗ

Εδώ τα βήματα ήταν βαριά και σίγουρα μετρημένα
Οι ανάσες χωρούσαν μέσα τους τον ορίζοντα τα σπίτια
Τα όνειρά τους τίποτα δεν περίσσευε αν αφαιρούσες
Μια πέτρα γκρεμιζόταν το σπίτι μια λέξη έπεφτε
Ο ουρανός.

***

ΡΗΜΑΓΜΑ

Ντουφεκιά στο δάσος διώχνοντας πουλιά
Ντουφεκιά στον ύπνο σκορπίζοντας όνειρα
Ντουφεκιά στη μνήμη σκοτώνοντας συντρόφους.

***

ΠΑΡΕΙΣΑΚΤΟΣ

Όταν απλώνεις το χέρι κι οι άλλοι
Κρατάνε το δικό τους στην τσέπη
Όταν τους κοιτάζεις στα μάτια κι
Εκείνοι αφοσιώνονται στον πίνακα
Τρία μέτρα δεξιά σου όταν εκλιπαρείς
Για μια λέξη κι ακούς την ηχώ
Την τρομαγμένη ηχώ της δικιάς σου
Φωνής κάποιος τότε ξαναστρώνει το
Μοναχικό σου κρεβάτι με τα κρύα
Σεντόνια της μοναξιάς.

***

ΧΡΟΝΟΙ

Διότι κακά τα ψέματα κανένας
Χρόνος δεν δουλεύει για μάς αντίθετα
Όλοι είναι εναντίον μας ο παρελθών
Με τις ανεπανόρθωτες ζημιές ο παρών
Να μας μαχαιρώνει πισώπλατα κι ο μέλλων
Α! ο μέλλων καμπούρης από το βάρος τόσων
Ελπίδων σέρνεται και μάς καταριέται.

***

ΕΡΩΤΗΜΑ

Πώς θ’ αντιδρούσαμε αν ύστερα από καθυστέρηση
Τόσων χρόνων χαμήλωνε επιτέλους ο Σταυραϊτός
Του Κρυστάλλη; Ποιος θ’ άντεχε το ύψος;

*Από τη συλλογή “Τα λαβωμένα”, Εκδόσεις “Έρασμος”, Αθήνα 1996.

Χρήστος Μπράβος, Δύο ποιήματα

Του λυπημένου

Σε φράχτη θα το δείτε το κεφάλι μου.

Σε καθαρή πετσέτα να το βάλετε
και να το πάτε.
Στάχτη και πριονίδι μη σκορπίσετε–
πίνουν το αίμα όχι τη φωνή του.

Δέστε το μαύρο άλογο που τρέχει
δέστε τ’ άσπρα φτερά του που χτυπούν·
κι ανοίξτε στη γριά με τ’ άγρια
δάχτυλα να μπήξει στο σανίδι
το καρφί της.

*Από τη συλλογή “Με των αλόγων τα φαντάσματα, Τυπογραφείο “Κείμενα’, Αθήνα 1985.

***

Α. Μάνθος

Όπου, στα 1923 ο επικυρηγμένος Θωμάς Γκαντάρας
ο ληστής, αποφασίζει να φωτογραφηθεί…

Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α. Μάνθος
έπαιρνε νύχτα τα στενά γυρνώντας σπίτι του
τους γάμους θα σκεφτότανε αλλά και τους θανάτους
που εκράτησε παντοτινά στο ακριβό χαρτί

Μα πιο πολύ θυμότανε το βράδυ του Αυγούστου
που πόρτες έκλεισε βαριά, έλυσε τα σκυλιά
κλέφτης μην έρθει κι έπεσε για του δικαίου τον ύπνο
κλέφτης μην έρθει κι έπεσε όπως κάθε φορά

Μήτε που άκουσε σκυλί, θυρόφυλο να τρίζει
και απ’ το φεγγίτη της σκεπής τον είδε να γλυστρά
από την άκρη Άγγελος, στα δόντια το μαχαίρι
Άγγελος, Εξάγγελος, μας ήρθε από μακριά

*Από το δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου (διασκευή-μελοποίηση), “Βραχνός προφήτης’, Lyra, 2000.

**Τα ποιήματα είναι από το Ποιείν http://www.poiein.gr σε επιλογή ΣπύρουΑραβανή και επίμετρο Θανάση Μαρκόπουλου.

Ομάδα από Ποίηση, Τρία ποιήματα

1453361_250386818461428_1520731160_n

ΟΙΚΟΣΙΤΟ

Είναι κακό σκυλί η ελευθερία
Απ’ όταν ήρθε, δεν κουνάει βήμα
Φταίω. Την τάισα. Και τώρα
δεν λέει να μάθει τρόπους
Ούτε την μπάλα πιάνει
ούτε γαβγίζει τους εχθρούς
Ο οίστρος της δεν ελέγχεται
Ακολουθεί όποιον την χαϊδέψει όμως
βρίσκει τον δρόμο πάντα για το σπίτι
Και κάθε μέρα με δαγκώνει
για να με πείσει
ότι μακριά της θα πεθάνω
Αυτή;
Ψόφο δεν έχει

***

QUEEN OF HEARTS

Ανεβοκατεβαίνω έξαλλη του παλατιού τις σκάλες
με τα φουστάνια μου στο χέρι
και πάω από τα νεύρα μου να σκάσω!
Κι ανάβω το ’να τσιγάρο πίσω από τ’ άλλο
χαστουκίζω υπηρέτριες και σπάω βάζα…

Δεν είμαι άκαρδη
αλλά δαιμονίζομαι
που βασιλεύω σε καρδιές χάρτινες
αίμα στις φλέβες τους δεν τρέχει
Σκορπίζονται με το παραμικρό
σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα
και τρέχουν στα συρτάρια τους να μπουν

Όχι, πείτε μου
αν ήσασταν βασίλισσα
δεν θα τους παίρνατε τα κεφάλια;

***

ΑΝΑΜΟΝΗ

Τους περιμένει
«Να ’ρθουν για να πλυθούν»

Έπλεξε όλο το μπαλκόνι περιμένοντας
Έγερνε ο ήλιος σκοτεινός
Κρέμονται, στάζουν του ήλιου οι μπιμπίλες
«Έκανα λάθος» λέει «δεν βλέπω»
και παρατάει τις βελόνες, το κουβάρι
και πιάνει πλέκει η σκοτεινιά φύλλωμα στο πρόσωπό μου
«Μη νοιάζεσαι» μαντεύει «θα το διορθώσω»

«Αύριο»

Άναψε το κερί
Ψέματα, εμένα λέει:

«Άναψε το κεράκι» «Για να βλέπεις» «Άναψέ το»

Τ’ άναψα και τους είδα

Εκείνη μπήκε μέσα πια, στην τηλεόραση

*Από το βιβλίο “Ομάδα Από Ποίηση, Υπέρ Ονειρίας ΙΙ”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2012. Δεν ξέρω ποιοι έγραψαν τα ποιήματα που (ανα)δημοσιεύονται εδώ, αλλά στο εν λόγω βιβλίο πήραν μέρος με ποιήματά τους οι Αντιόπη Αθανασιάδου, Αγγέλα Γαβρίλη, Λένα Καλλέργη, Μαρία Κατσοπούλου, Λία Μέξα, Πέννη Μηλιά και Ηλίας Σεφερλής.