Κωστής Τριανταφύλλου, Το κόκκινο ποίημα

Οδηγία χρήσης:
για να γραφεί
αυτό το ποίημα
είναι αναγκαία
η συνεργασία
του αναγνώστη
ο οποίος
καλείται
να κλείσει
τα μάτια του
για ένα λεπτό
σκεπτόμενος
έντονα
το κόκκινο
χρώμα.

*

Ακόμη και
το μη ορατό χρώμα
στην πανχρωματική
λευκή έκρηξη
της αστραπής
έχει τη δύναμη
να επηρεάζει
την ψυχή μας

Hans Magnus Enzensberger, Ειρηνευτικό Συνέδριο

Το αεροπλάνο που προσγειώθηκε έχει εκατό ψεύτες
για επιβάτες
η πόλη τους υποδέχεται κρατώντας ανθοδέσμες
μια δυσοσμία από ναφθαλίνη κι ιδρώτα
κι έναν άνεμο απ’ τις κοιλάδες της Ασίας.


Κάτω από το φως των προβολέων
και σε πενήντα γλώσσες οι ψεύτες διαλαλούν:
“είμαστε κατά του πολέμου”
σιωπηλός δικαιώνω τους ψεύτες.
λένε την αλήθεια, ωστόσο γιατί να χρειάζονται
πενήντα ώρες
για μια μοναδική κουβέντα;


Μόλις απομακρυνθούν, τα λουλούδια μαραίνονται
τα τασάκια ξεχειλίζουν
από γόπες αλληλέγγυων
ακλόνητες άκρες πούρων
ακαταμάχητα αποτσίγαρα.


Μέσα στο πτυελοδοχείο η ειρήνη κολυμπά


ταυτόχρονα, στον Λευκό Οίκο
κάτω από το φως των προβολέων
οι ηθικοί ανακοινώνουν μιαν άλλη αλήθεια:
ο πόλεμος κλιμακώνεται.
μόνο οι ψεύτες παραμένουν ακλόνητο


στον Λευκό Οίκο τα λουλούδια είναι φρεσκοκομμένα
τα πτυελοδοχεία έχουν απολυμανθεί
και τα τασάκια λάμπουν από καθαριότητα
όπως κι οι βόμβες


άνεμος σηκώνεται πάνω από την πόλη
άνεμος απ’ τις κοιλάδες της Ασίας
άνεμος που σκορπάει κραυγές
σαν μια στραγγαλισμένη γυναίκα.


*Από το βιβλίο “Η υπεράσπιση των λύκων και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2025. Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης.

Άννα-Μαρία Καραγιώργη, Σάλσα

Φόβος φοβούμενος διαχέεται
όπως αντηχεί μια φωνή
μέσα στο φαράγγι.
Ποιος θα ζούσε μόνιμα εκεί;
Επίμονος και θρασύς συναγερμός
καταραμένου αυτοκινήτου επανωτίζει
τα λεπτά κελαηδίσματα.
Τα πουλιά της νύχτας υποφέρουν, σου λέω.
Ο γείτονας, παραταύτα
σφυρίζει ανέμελα κουβανέζικους ρυθμούς.
Θέλω να τον βρω
να τον ρωτήσω πως το κάνει. Ξέχασα πάλι
πως ρέει μια στιγμή.


*Σχετικός σύνδεσμος: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2026/01/07/σάλσα-άννα-μαρία-καραγιώργη/#like-7504

Kenneth Rexroth, Σύγχυση

Στη Νάνσυ Σορς

Περνώ απ΄ το σπίτι σου μια αργή κατακόκκινη αυγή,
Οι γρίλιες είναι κατεβασμένες, και τα παράθυρα ανοιχτά.
Το ελαφρύ αεράκι απ’ τη λίμνη
Είναι σαν την ανάσα σου πάνω στο μάγουλό μου.
Όλη την ημέρα περπατώ στη διακοπτόμενη βροχή.
Κόβω μια κατακόκκινη τουλίπα στο έρημο πάρκο,
Λαμπερές στάλες βαστιούνται στα πέταλα της.
Στις πέντε η ώρα είναι ένα μοναχικό χρώμα στην πόλη.
Περνώ απ’ το σπίτι σου ένα βροχερό απόγευμα,
Μπορώ να σε δω αμυδρά, να κινείσαι μεταξύ φωτισμένων τοίχων.
Αργά τη νύχτα κάθομαι μπροστά σε μια λευκή κόλα χαρτί,
Μέχρι ένα πεσμένο κατακόκκινο πέταλο να τρεμοπαίζει μπροστά μου.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Μουσών”, τεύχος 5, Οκτώβριος 2025-Μάρτιος 2026. Μετάφραση: Νίκος Παναγόπουλος.

John Wieners (6/1/1934 – 1/3/2002), από το “Asylum Poems”

Τουλάχιστον ετούτες οι πληγές ανοίχθηκαν
από τον έρωτά σου που άφηνε τη βαθύτερη αρρώστια να εισέλθει,
μάλιστα, μπουμπούκιαζαν θρασεμένες και γιορτινές στη σκοτεινή
Σιωπή της καλοκαιρινής αγωνίας˙ όταν ο υποτιθέμενος έρωτας περιέβαλλε τους λόφους με
τα σκοτεινά κρινάκια που φύτρωσαν από κάτω και μόλυναν τον μίσχο
Έτσι δύο ή τρία χρόνια αργότερα, καταρρέω υπό το βάρος,
ο σκοτεινός έρωτας γιγαντώθηκε με κάποιου άλλου τη μορφή
Και σίγασε όλο το ολοκαύτωμα με την αφύπνισή του.
Μπελαντόνα του πρωινού, φθινοπωρινά σταφύλια για συμφωνία και πανσέδες
Αμέσως να ακολουθούν όπως η γέννηση στη θέση της ζωής τού δυσώδους μυαλού
Γιατί να συνεχίσεις˙ η λίστα ατέλειωτη του τι οι πληγές
που ο έρωτας σου άνοιξε, έθρεψαν.
Πρώτον, παραίσθηση προσωρινής ομορφιάς˙ δεύτερον, φωνές
σημαντικότητας του εαυτού, καθοδηγώντας και καλοπιάνοντας, ακυρώνοντας κάθε
σύνδεση με τη φύση˙ τρίτον, εσφαλμένο όραμα του έρωτα και
των φαρμακοβοτάνων του˙ τέταρτον, δολοφονική πρόκληση στο
χάραμα της σκέψης και φθόνο, ζήλια, οργή σαν
συμπληρώματα στην τέχνη.
Μερικές γυναίκες πλένουνε τα χέρια τους σε αυτά τα μπουμπούκια,
και τα φοράνε καρφιτσωμένα στα φρύδια τους, σαν αστέρια˙ άλλες
μυρώνουνε τα σώματά τους με τα πέταλα, ευφραινόμενες από το
άρωμα και πληρώνουνε τεράστια ποσά για τη
μυρωδιά του, γύρη μαζεμένη από κάθε απόληξη σαν τον θάνατο
όμως το χάος, το μεσουράνημα, η πυρκαγιά τού
τι θα έπρεπε να σημαίνει η ένωση των εραστών και μολαταύτα όχι
σύγχυσης μάστιγα απλά αποτελεί ενάντια στην ευταξία.


*John Wieners, “Asylum Poems”, Angel Hair 1969. Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Βαρκελώνη

Αφιέρωμα κι αποχαιρετισμός
[1975]


IV
Το τραγούδι μπορεί ν’ ακούγεται ακόμα
μα ο τραγουδιστής είναι χρόνια τώρα πεθαμένος.
Όλοι πουλάμε και κανείς δεν αγοράζει
έτσι το παλιατζίδικο ξεχείλισε
λόγια του φωνογράφου και της πιάτσας
τιμόνια καραβιών που χάσανε τη θάλασσα.
Τι θέλεις τώρα πια να μου πουλήσεις;
εγώ δεν κάνω τουρισμό σβήσε το δέρμα σου
σβήσε τις έναστρές σου διαφημίσεις
δώσε μου μόνο τα μεσάνυχτα μαλλιά σου.
…φεύγοντας κι απ’ την ποίηση δεν έχεις πού να πας
και τα ταξίδια τελειώνουνε μια μέρα
− γέρικα και κουτσά σκυλιά στο μονοπάτι
πάντα γυρίζουμε το σούρουπο στο σπίτι
πεθαίνουμε εκεί που γεννηθήκαμε.


*Από τη συλλογή «Υπό ξένην σημαίαν», Ποιήματα 1967-1988, συγκεντρωτική έκδοση: Ποιήματα (1962-2018), εκδ. Πανοπτικόν 2020. Προηγούμενη ανάρτηση αό το ίδιο ποίημα εδώ: https://tokoskino.me/2015/09/04/γεράσιμος-λυκιαρδόπουλος-βαρκελώνη-2/

Δημήτρης Τρωαδίτης, Αγωνιούμε… 

Φωτογραφία: Leonard Freed

όταν μαζευόμαστε στο σπίτι τα βράδια γελάμε
και κανείς δεν κρατάει μούτρα στον άλλον
αφήνουμε τις χειμωνιάτικες ανάσες μας στο κατώφλι
τις νύχτες αναρωτιόμαστε μα δεν παίρνουμε απάντηση
τα καλοκαίρια είναι οι πιο σκληρές εποχές
οι οιμωγές μας τρίζουν απ’ την πολυκαιρία
λέμε συνεχώς ασύστολα ψέμματα
ύστερα εξαφανιζόμαστε σαν να τερμάτισε η αποστολή μας
τα χελιδόνια δεν μας επισκέφθηκαν φέτος
πήγαν αλλού να μοιράσουν τους θρήνους τους
τα σίριαλ της αναλγησίας μας θέλουν μεθυσμένους
μετά από μερικές δόσεις έχουμε παραδοθεί
ανάμεσα στα πεθαμένα κούτσουρα του τόπου μας
το στόμα μας χάσκει κατά το υπερπέραν
σαν να θέλουμε να ψαρεύσουμε κάτι
αλλά δεν έχουμε σύνεργα ψαρικής
ωστόσο αγωνιούμε να το κρατήσουμε δίπορτο
για το φόβο των Ιουδαίων…

George Vassilacopoulos, From “Ash poems”

You cοme to me
A couple of breaths away
I can hear them
In my mouth
Gasping your arrival
‘You exorcize God
With the smell of love’ you say
Filling me with your whispering
Emptying me into galaxies
Of floating glories

We are still far
From the stone the poet brought us
To measure the earth
Rolling it

*

How can I recite you
A poem
Made from ashes?
I wrote it with my finger
Surfing on their soft silence
They fell from the sky
Perhaps it was the afternoon light burning
Or human skin and bones
How can the poet tell?
I curved my palm to give a place
To their dark tiny crystals
Words magically appeared
Little ashmemories

*

You are
The morning secret
My night failed to decipher
Is it too late for another night?
Too late for the late comer that I am?
I will bring you ashmemories
And the fear that harnessed my name
From your lips

*“Ash poems”, re.press, Melbourne 2025.

Μανώλης Αναγνωστάκης, Πέντε μικρά θέματα

I
Μες στην κλειστή μοναξιά μου
Έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
Στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα τη χαμένη ψυχή μου.
Εμείς αγαπήσαμε. Εμείς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Εμείς
Μοιραστήκαμε το ψωμί και τον κόπο μας
Κι εγώ μέσα σε σένα και σ’ όλους.
II
Ίσκιοι βουβοί αραγμένοι στη σκάλα
Μάτια θολά που κράτησαν εικόνες θαλασσινές
Κύματα με τη γλυκιάν αγωνία στην κάτασπρη ράχη
Γυμνός κυλίστηκα μέσα στην άμμο μα δεν υποτάχτηκα
Και δεν αγάπησα μόνον εσένα που τόσο με κράτησες
Όπως αγάπησα τα ναυαγισμένα καράβια με τα τραγικά ονόματα
Τους μακρινούς φάρους, τα φώτα ενός απίθανου ορίζοντα
Τις νύχτες που γύρευα μόνος να βρω το χαμένο εαυτό μου
Τις νύχτες που μόνος γυρνούσα χωρίς κανείς να με νιώσει
Τις νύχτες πού σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αυταπάτη

IΙΙ
Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τούς ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.
(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε).

IV
Κάτω απ’ τα ρούχα μου δε χτυπά πια η παιδική μου καρδιά
Λησμόνησα την αγάπη που ’ναι μόνο αγάπη
Μερόνυχτα να τριγυρνώ χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου
Ορίζοντα λευκέ της αστραπής και του ονείρου
Ένιωσα το στήθος μου να σπάζει στη φυγή σου
Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
Λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη της σκέψης μου.

V
Χαρά, Χαρά, ζεστή αγαπημένη
Τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά
Στα γυμνά μου μπράτσα το είδωλό σου συντρίβω
Χαρά μακρινή, σα τη θάλασσα ατέλειωτη
Κουρέλι ακριβό της πικρής αναζήτησης
Άσε να φτύσω το φαρμάκι, της ψεύτρας σου ύπαρξης
Άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου
(Ανελέητε κύμα της νιότης μου).
Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη!

*Από τη συλλογή “Εποχές”, Θεσσαλονίκη 1945, ιδιωτική έκδοση.

Ξανθή Μηλίγγου-Γκλεζάκου, Χειμώνας

Χειμώνας.
Ίδιος με τους προηγούμενους,
μόνο που άγνωστοι άνεμοι φυσούσαν μέσα της.
Κάθε ριπή
παράσερνε κομμάτια από το σώμα της,
κι εκείνη όλο προσπαθούσε να πιαστεί
από μια λέξη που δεν έφτανε.
Ο πάγος έτριζε κάτω από τα πόδια της·
βαθιές ρωγμές μπροστά της.
Δεν έπεφτε.
Έμενε όρθια
από συνήθεια.
Δεν ένιωθε το κρύο.
Μόνο την έλλειψη
κάτι ξεχασμένου από καιρό
να της θυμίσει πως ζούσε.