Juan Gelman (1930 – 2014), Τρία ποιήματα

Arte Poética

Entre tantos oficios ejerzo éste que no es mío, como un amo implacable
me obliga a trabajar de día, de noche, con dolor, con amor,
bajo la lluvia, en la catástrofe,
cuando se abren los brazos de la ternura o del, alma, cuando la enfermedad hunde las manos.

A este oficio me obligan los dolores ajenos, las lágrimas, los pañuelos saludadores,
las promesas en medio del otoño o del fuego, los besos del encuentro, los besos del adiós,
todo me obliga a trabajar con las palabras, con la sangre.

Nunca fui el dueño de mis cenizas, mis versos,
rostros oscuros los escriben como tirar contra la muerte.

Ποιητική τέχνη

Ανάμεσα σε τόσα επαγγέλματα ασκώ αυτό που δεν είναι δικό
μου, σαν ένας αδιάλλακτος αφέντης
με υποχρεώνει να εργάζομαι τη μέρα, τη νύχτα, με πόνο, με αγάπη,
κάτω απ’ τη βροχή, μέσα στην καταστροφή,
όταν ανοίγονται τα μπράτσα της τρυφερότητας της ψυχής, όταν η αρρώστια καταβυθίζει τα χέρια μου.

Σ’ αυτό το επάγγελμα με εξαναγκάζουν οι ξένοι πόνοι, τα δάκρυα, τα μαντήλια των αποχαιρετισμών,
οι υποσχέσεις καταμεσής του φθινοπώρου της φωτιάς, τα φιλιά των ερωτικών συναντήσεων, τα φιλιά των αντίο,
όλα με υποχρεώνουν να δουλέψω με τις λέξεις, με το αίμα μου.

Ποτέ δεν ήμουν αφέντης των σταχτών μου, των στίχων μου,
πρόσωπα σκοτεινά τους γράφουν σαν να πυροβολούν ενάντια στο θάνατο.

*

El f r í o de los p o b r es

el frío de los pobres que un día triunfarán / cruje en el fondo del país / torturado / callado / crepita otoñando padeceres / se le caen
hojitas / olores secos / van al suelo / se pudren alimentando la furia que vendrá / alma mía que así crecés contra las bestias / dame
valor o fuego / pueda pudrirme / continuar / para que coma la victoria

Το κρύο των φτωχών

το κρύο των φτωχών που μια μέρα θα θριαμβεύσουν / διαπερνά συθέμελα τη χώρα / βασανιστικό / σιωπηλό / σπιθίζει
χειροτερεύοντας τα βάσανα / πέφτουν
μικρά φύλλα / στεγνά αρώματα / πέφτουν στο έδαφος / σαπίζουν θρέφοντας το πάθος που θα έρθει / ψυχή μου που έτσι ανδρώνεσαι ενάντια στα θηρία / δώσε μου
αξία η φωτιά / για να μπορέσω να αποσυντεθώ / και να συνεχίσω / ώστε να θραφεί η νίκη

*

Don Luis

Gracias, compañero Cernuda,
gracias por recordamos la nobleza humana en este tiempo de la despasión.
Gracias por recordarla con belleza, como sol que entra en una casa vacía. La llenás con la memoria de los sueños y más, con sueños y horizontes
que pueden volver.
Gracias por dejamos la palabra
que vuela en un claro de la tempestad a ciertas dichas, ciertas esperanzas.
Transparente de niños te fuiste, pero no. Bailamos nuestra danza contra clausuras de la nada.

Δον Λουίς

Ευχαριστώ, σύντροφε Θερνούδα,
ευχαριστώ που θυμήθηκες την ανθρώπινη ευγένεια σ’ αυτή την εποχή της απάθειας.
Ευχαριστώ που μας τη θύμησες με έναν όμορφο τρόπο, όπως ο ήλιος που μπαίνει σε ένα άδειο σπίτι.
Τη γεμίζεις με τη μνήμη των ονείρων
κι ακόμα περισσότερο, με όνειρα και ορίζοντες που μπορεί να επιστρέψουν.
Ευχαριστώ που μας άφησες τη λέξη
που υπερίπταται μέσα σε ένα ξέφωτο μες στην τρικυμία για κάποιες ευτυχίες, για κάποιες ελπίδες.
Διάφανος απ’ τα μικρά παιδιά έφυγες, αλλά όχι. Θα χορέψουμε το δικό μας χορό ενάντια στους εγκλεισμούς του τίποτα.

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.

**Από το περιοδικό ΠΟΛΥΜΝΙΑ, ARS POETICA, Nο 13, Αύγουστος 2025.

Leave a comment