Κατερίνα Γώγου, Σ’ όσους σπάσανε σ’ όσους κρατάνε

10172797_4136738712980_76816053334591206_n

Κουρελιασμένοι απ’ τ’ αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρός
στο σκοτεινό θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απ’ το ξέφρενο κυνηγητό
της ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών.
Κι ανθρωποι δεν υπήρχανε.
Κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις…

elefthe

Γειά σου εργατιά

stein04

Γειά σου εργατιά με τα γερά και τ’ ατσαλένια χέρια,
με τα κορμιά τ’ αδάμαστα, την άδολη καρδιά.
Θάθελα το τραγούδι μου για σέναν’ ως τ’ αστέρια
να υψώνονταν, κι’ ακόμα πιο ψηλά.

Γειά σου εργατιά! Δε ζήτησες ποτέ σου εσύ να ζήσης
με την ψευτιά και την κλεψιά. Και μήτε να γλεντήσης
με ξένους πόνους κ’ ίδρωτες. Ζυμώνεις το ψωμί σου
με τον ιδρώ που χύνεται ποτάμι απ’ το κορμί σου.

Κηφήνες άνεργοι τρυγούν των κόπων σου το μέλι
και σαν αβδέλες λαίμαργες το αίμα σου ρουφούν.
Μα ήρθε καιρός να εκδικηθής των φαύλων την αγέλη,
καιρός τη δύναμή σου να αισθανθούν!

Γειά σου εργατιά! Περήφανη μπρος στους κηφήνες στάσου
και τη βαριά σου σήκωσε και σφίξε τη γροθιά,
και χτύπα, χτύπ’ αλύπητα και σπάσε τα δεσμά σου.
Την ευτυχία στα χέρια σου κρατείς, ώ εργατιά.

*Δεν ξέρουμε τον ακριβή συγγραφέα αυτού του ποιήματος. Όμως την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, το απήγγελνε σε εργατικές συγκεντρώσεις στο Βόλο ο αναρχοσυνδικαλιστής τσιγαράς, Γιώργης Κόσσυβας. Για τον ίδιο ξέρουμε ότι, συν τοις άλλοις, έγραφε και ποιήματα, οπότε ίσως είναι ο συγγραφέας.

Nanja Noterdaeme, The small series of the days

2399034-3x2-940x627-800x533

I
The postman arrived
He comes from far away
A letter in his hand
stretched out, “this is for you”!
Tiny letters on the envelope
I read small and concise
But I fight with the black dog
of a tall man
who struggles with himself
How many days more?
Tiny and concise,
I recognize the letters and
This letter is yours,
Signed: Little men

II
Socks in a tree dry.
Such a merry day for the socks tree
They watch us
fighting with the black dog.

III
A small series
The birds
The mother and the child
The man in front
They fly, walk, sit, live, watch
the small series of the days

IV
Of course it needs some premeditation
You just don’t do it lackadaisically
Something as an organized hullabaloo
would be more appropriate
The killing will look more like
you really needed a vengeance.
You kill them with a knife, others vote you.
You stab with a well-thought plan,
the plan of who gets away with it
unstained, in his suit and properly knotted tie,
while the bloody idiots lay in a disordered
street.
You of course are in your right
The right to kill and the right to reign,
to spoil lives, shout and cry in Parliaments,
Of course, you killers have the right to cry
On spilled beans, Ghosts united, void eyes.

V
Sweet words to the stabbed
Sweet deeds to the done away with,
the deprived of their future
Young and old and old youngsters
drowned in anachronisms

VI
The ones without the words

Shriek in the dark
Speak only with the lights out.
Somebody could hear them
The garden gate is sealed
The curtains hide their fantasies
haunting phantoms of an uncanny routine
Somebody could believe they exist

But they insist

They hate smiles
Smiles remind them of life
And they hate love because love is life
And you can lose

They’d rather have the universe
Telling them they’re right
And therefore the universe
Is at fault of being a universe
Because it doesn’t tell them anything
It just shows its stars
But light is a torture
For the brooding in the dark
.
They do not go out

They watch television
They encounter the phantoms of their past
In the darkness of long ago forsaken dreams
And broken days to come

The ones without the words

VII
In a curve
on the bike, the sudden knack
of the handlebars
and the twist of the front
wheel engaged into the lane
with a dog along your right pedal
drifting
your mind in a zigzag, on your sway
to the unknown.

VIII
I have some time
ago she said
deeply struggled
with the idea of death
Conciliation with it
was hard on me
For a while until
I made a colored engraving
On it a dead hand
holding a hammer
let the hammer fall
as a feather
into the light blue gaze
of the unknown.

IX
I hold the
time in my hands
My fingers
My arms
My body
dips in the grass
Holds a grass root to my lips
whistles and
goes dizzy with the sight
of ephemeral poppies
Look into the eyes of
A Caravaggio bloody red
Virgin,
Dig a hole for
The coming rosemary
Plant green babies
All around
Greet the
eyes of euphoric
Asteroids,
Listen to a symphony
of timeless class,
in a timeless space of
eudemonic grace.

X
So it is
IX tired me
Because time
Was passing by.
It took a watch out of its pocket,
And held it to my face.
I left, it was before the enemy struck.

Michael Wyndham, Kate Sharpley

kate-sharpley

1.
Φυλακισμένες μέρες χωρίς κατηγορία
σε ένα κελί βρώμικο
από τον ιδρώτα των μπάτσων
όπως με σφυροκοπούσαν
με γροθιές και ρόπαλα
μέχρι που η θέα του καθρέφτη γινόταν ένα σόου τρόμου
αλλά ο λοχίας χαμογέλασε
θα υπάρξουν περισσότερα απ’ τα ίδια
αν δει το «άσχημο αναρχικό μου πρόσωπο»
στους δρόμους ξανά.

2.
Γιατί περίμεναν να συμφωνήσω στη θλίψη
και στάθηκα περήφανα μπροστά στη βασίλισσα Μαίρη
καθώς μου καρφίτσωνε τα μετάλλιά της
για τον νεκρό πατέρα μου, τον αδελφό και τον εραστή μου
που τους περίμενα για πάντα
να είναι «εύθυμοι Tommies» κι εγκάρδιοι
να πεθαίνουν από σφαίρες σε πλήρη σύγχυση
παραμορφωμένοι από μίλια αγκαθωτού σύρματος
με μπράβο και χαμόγελα
για τον βασιλιά Γεώργιο που είναι δραστήριος
αγγλοποιώντας τους γερμανικούς τίτλους του.

3.
Έτσι πέταξα πίσω τα μετάλλια στο
κλαμένο πρόσωπο της Αυτής Μεγαλειότητος
που ήταν σαν κέρινο ομοίωμα:

“Αν σκέπτεστε τόσο πολύ γι’ αυτά, κρατήστε τα”.

Αλλά η Αγγλία η χωμένη στη λατρεία
της βασιλείας λύσσαξε: “Εξοργιστικό!”

γιατί το αίμα που ρέει αργά
στο μάγουλό της βασίλισσας
θεωρήθηκε μια πιο συγκλονιστική απώλεια
από το αίμα των νεκρών
πατεράδων, αδελφών και εραστών
που πνίγηκαν στα πεδία των μαχών της Ευρώπης


*Μετάφραση΅Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Η βασίλισσα Μαίρη απένειμε μετάλλια στο Greenwich, τα περισσότερα για τους νεκρούς στρατιώτες στον πόλεμο, που απονέμονταν στις συζύγους, αδελφές ή φιλενάδες τους. Σύμφωνα με τον τοπικό Τύπο ένα 22χρονο κορίτσι, “που βρισκόταν υπό την επιρροή αναρχικής προπαγάνδας”, έχοντας συγκεντρώσει μετάλλια για τους νεκρούς πατέρα, αδελφό και φίλο της, στη συνέχεια, τα πέταξε στο πρόσωπο της βασίλισσας, λέγοντας: “Αν σκέπτεστε τόσο πολύ γι’ αυτά, κρατήστε τα”. Το πρόσωπο της βασίλισσας καθώς και μιας συνοδού της γδάρθηκαν. Η αστυνομία και υπό την επίδραση της πατριωτικής προπαγάνδας, άρπαξε το κορίτσι και το χτύπησε επανειλημμένα. Όταν απελευθερώθηκε από το αστυνομικό τμήμα λίγες μέρες αργότερα, χωρίς κατηγορία, μόλις και μετά βίας αναγνωριζόταν” Ήταν η Kate Sharpley, από την οποία έχει πάρει το όνομά της και η αναρχική kate Sharpley Library στο Λονδίνο. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξετε στο http://www.katesharpleylibrary.net/0zpcq4

https://www.facebook.com/michael.wyndham.5?fref=pb&hc_location=profile_browser

Sylvia Plath Reads Her Poetry: 23 Poems from the Last 6 Years of Her Life

In March of last year, Toronto collector Greg Gatenby auctioned off “some 1,700 LPs, 45s, and 10-inch discs”-worth of recorded literary history, containing readings by such canonical figures as “Auden and Atwood, Camus and Capote, Eliot, Faulkner, Kipling, Shaw and Yeats,” and the recordings featured here from Sylvia Plath. Gatenby’s entire collection went on sale for a buy-it-now price of $85,000 (I assume it’s sold by now), and while we might have preferred that he donated these artifacts to libraries, there may have been no need. Most of them are already, or we hope soon will be, digitized and free online. Sylvia Plath reading her poetry (now out of print) was originally released on vinyl and cassette in 1977 by prolific spoken word record label Caedmon, but of course the readings they document all took place over fifteen years earlier, some at least as early as 1959, the year before the publication of her first book, The Colossus and Other Poems.

Many of the poems here appeared in The Colossus, the only collection of poems Plath published in her lifetime. Some, like “November Graveyard”—first published in Mademoiselle in 1958—were collected late, in the Ted Hughes-edited Collected Poems in 1981, and the rest appeared in Ariel and other posthumous collections. Oddly, the title poem of her first book doesn’t appear, nor will you hear any of the poems that made Plath an infamous literary figure: no “Ariel,” no “Daddy,” no “Lady Lazarus,” though you can hear her read those poems elsewhere. Many of these poems are more lush, less visceral and personal, though no less rich with arresting and sometimes disturbing imagery. Several of these readings took place in February 1959 at Harvard’s Woodberry Poetry Room. The album’s official description tells us these are “selections from the last 6 years of her life,” and also include “readings for the BBC before she wrote her controversial novel, The Bell Jar.”

Before Caedmon collected these lesser-known poems recorded readings of “Daddy” and “Lady Lazarus” had already been released on the compilation record The Poet Speaks in 1965. Listening to Plath read these poems may prompt you to pull out your own editions to read them for yourself, whether again or for the first time.

*For this many thanks to comrade Eleni Dimitriadi.

Three Poems from Yannis Ritsos’s “Diaries of Exile”

Diaries of Exile cover

By: Yannis Ritsos
Translated By: Edmund Keeley, Karen Emmerich
Published on September 16, 2014

One of Greece’s most prolific and widely translated poets, Yannis Ritsos (1909-1999) was born in Monemvasia. He lost his mother and an older brother to tuberculosis when he was young, and later contracted the disease himself. A lifelong, committed communist, he fought in the Greek Resistance to the Axis occupation, sided with the communists in the Greek Civil War, and subsequently spent years in detention centers and camps for political prisoners. The dictatorship of 1967-1974 landed him in internal exile yet again. Despite these many obstacles, Ritsos wrote more than a hundred volumes of poetry, plays, and translations. In 1976 he was awarded the Lenin Peace Prize.

Karen Emmerich and Edmund Keeley are the 2014 recipients of the PEN Poetry in Translation Award for a book-length translation of poetry into English published in 2013.



Three Poems from Diaries of Exile



November 6

Evening. The bell for the evening meal.

Shouts from the boys playing soccer.

Was it yesterday?—I don’t remember;—a stunning sunset

so violet, so gold, so rosy.

We stood there. We watched. We talked
alone,
alone, tossing our voices into the wind

so as to tie things together, to unbind our hearts.

A letter arrived in the yard:

Panousis’s son was killed.

Our talk nestled against the walls.

The sunset suddenly nothing.

The night had no hours. The knot loosened.

Panousis’s aluminum plate grew cold on the table.

We lay down. We covered ourselves. We loved one another

around that untouched plate that no longer steamed.

Around midnight the black cat came in through the window

and ate some of Panousis’s food.

Then the moon came in

and hung motionless over the plate.

Panousis’s arm on the blanket

was a severed plane tree.

Well then—must we really be so sad

in order to love one another?

January 25

For a moment we took refuge

against the latrine wall.

The wind was cutting.

An old man stared at a cloud.

I looked at him smiling

in the light of that cloud—so peaceful,

so far removed from desire and pain—

I was jealous.

Old people agree with the clouds.

And it’s taking us a long time to get old.

May 11

After the rain the buildings and the stones

change colors.

Two old men sit on the bench. They don’t talk.

So much shouting and so much silence remains.

The newspapers age in an hour.

Stressed, unstressed, stressed, unstressed

the monotony of change-stressed;

unstressed, stressed, strophe, antistrophe

and neither rage nor sorrow.

Evening lights out;

just as heavy for the one who struck

as for the one he struck.

The men sit on the stone
s
pare their nails.

The others died.

We forgot them.
 
Excerpted from Diaries of Exile by Yannis Ritsos. Copyright © 1975 by Yannis Ritsos. Translation copyright © 2013 by Karen Emmerich and Edmund Keeley.
See more at: http://www.pen.org/translation/three-poems-diaries-exile#sthash.IUIVnDy7.dpuf

Wallace Stevens, Lebensweisheitspielerei

Φωτογραφία: Sotiris Lamprou

Φωτογραφία: Sotiris Lamprou

Όλο και πιο αδύναμο, γέρνει το φως του ήλιου

Το απόγευμα. Οι υπερήφανοι κι οι δυνατοιί
Έχουν αποχωρήσει.

Αυτοί που απόμειναν είναι οι ανολοκλήρωτοι,

Οι οριστικά ανθρώπινοι,

Κάτοικοι μιας φθίνουσας σφαίρας.

Η φτώχεια τους είναι μια φτώχεια

Φτώχεια φωτός,

Χλωμάδα άστρου στην άκρη κλωστής.

Λίγο-λίγο, η ένδεια

Του φθινοπωρινού χώρου γίνεται

Ένα βλεμμα, κάποιες ειπωμένες λέξεις.

Ο κάθε άνθρωπος μας αγγίζει βαθιά
Μ’ αυτό που είναι κι όπως είναι,

Στο ξεπεσμένο μεγαλείο του αφανισμού.

*Μετάφραση: Μάρω Παπαδημητρίου. παρμένο από τον τοίχο της Thalassa Mystica στο facebook.

Φωτογραφία Sotiris Lamprou

Ποίηση Βλαδιμίρ Μαγιακόφσκι

Φωτογραφία: Σοφία Αντωνακάκη

Φωτογραφία: Σοφία Αντωνακάκη

Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε

και κλέβουν ένα λουλούδι

από τον κήπο μας

και δε λέμε τίποτα.

Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον

περπατούνε στα λουλούδια,

σκοτώνουν το σκυλί μας

και δε λέμε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα

-την πιο διάφανη απ’ όλες-

μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας

ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.
Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα
Ποίηση:Βλαδ.Μαγιακόφσκι
Photo: Sofia Antonakaki.

Βασίλης Φαϊτάς, Ρους και ροή

rous

Στην ποιητική συλλογή Ρους και ροή του Βασίλη Φαϊτά συμβαίνουν ενδιαφέροντα πράγματα. Πρόκειται καταρχάς για ένα σύνολο 32 ποιημάτων, είναι δηλαδή αρκετά εκτενής ώστε να δώσει το στίγμα του ποιητή και να επιτρέψει στον αναγνώστη να αποκτήσει μια πιο σφαιρική εικόνα του ποιητικού σύμπαντος που ξεδιπλώνεται.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι μια δουλειά προσεγμένη τόσο λεξιλογικά όσο και δομικά γενικότερα, ο ποιητής έχει αφιερώσει τον απαραίτητο χρόνο για να φέρει τον στίχο του σε μια μορφή συνολικά άρτια. Τα περισσότερα ποιήματα είναι σύντομα με εξαίρεση το ομότιτλο που είναι και το εκτενέστερο, φωτίζοντας κατά κύριο λόγο την αναζήτηση του χρόνου στο διηνεκές, το στοιχείο δηλαδή που αποτελεί και τον κεντρικό άξονα της θεματολογίας του ποιητή. Η προσεγμένη γλώσσα εγκαθιδρύει ένα εννοιολογικά ενδιαφέρον «πλησίασμα των αντιθέτων», συναντά κανείς απρόσμενους συνδυασμούς που φαντάζομαι ενισχύουν την αίσθηση της έκπληξης, όμως ο ποιητής δεν αποφεύγει πάντα την παγίδα της ασάφειας: σε κάποιες περιπτώσεις, δείχνει να ερωτεύεται τις ίδιες του τις λέξεις.

Στο ποίημα «Γερνάει το σύμπαν» για παράδειγμα, οι στίχοι:

η αγωνία του τυχαίου να διαιωνίσει
έναν ανομολόγητο πόθο
αίσθηση ροής σε μια άδεια θάλασσα

στο τέλος προκαλούν μια αίσθηση απορίας, και ο αναγνώστης κινδυνεύει να χάσει την επαφή του με το κείμενο.

Ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία αυτής της συλλογής είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής επιχειρεί να κατανοήσει το πέρασμα του χρόνου, και στην προσπάθειά του αυτή τα όρια του χρόνου διαστέλλονται για να χάσουν το αρχικό τους περίγραμμα, βγαίνουν από την πεπατημένη και ακολουθούν πιο προσωπικά, εσωτερικά μονοπάτια. Το «εγώ» είναι πανταχού παρόν στο σύνολο των ποιημάτων, η ποίηση είναι σαφέστατα προσωποκεντρική χωρίς όμως να είναι εσωστρεφής, οι δίοδοι επικοινωνίας είναι σταθερά ανοιχτοί ανάμεσα στον ποιητή και τον αποδέκτη.

Είναι γεγονός ότι η αγωνία και το άγχος του θανάτου όπως σκιαγραφούνται για παράδειγμα στα ποιήματα «Ροή I» και «Συνομιλία με τη σκιά μου» δεν αποτελούν ιδιαίτερα πρωτότυπη προβληματική, ο ποιητής τελικά ανακαλύπτει ξανά γνωστά μονοπάτια. Από την άλλη μεριά, αυτό που εντυπωσιάζει είναι η εκκωφαντική σιωπή και απουσία του έρωτα και της γυναικείας φιγούρας, τόσο θεματικά όσο και στυλιστικά. Η έκφραση συναισθημάτων απέναντι στον Άλλον είναι σχεδόν ανύπαρκτη, το «εγώ» στο σύνολο αυτών των κειμένων πορεύεται μόνο του, με αποκλειστική συντροφιά κάποιες ισχυρές εικόνες που σίγουρα δεν στερούνται ομορφιάς.

Μερικά ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

Εντός ορίων

Όσο οι ψυχές γεννιούνται εντός ορίων
αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ
έξω απ’τη σιωπή των στίχων
ο αργοπορημένος θάνατος ταχυδρομεί τον εαυτό του
σ’αυτούς που έχουν κι όλας πεθάνει.

Ταξιδεύω
αλληγορία, αναρχικό φωνήεν
ανάμεσα σε ασύμβατα σύμφωνα
ιχνηλατώντας
ένα παντοτινό πρωινό
την παλίρροια αιώνες.

***
Ολότητα

Με το αίμα αντιστεκόμαστε στο θάνατο
με τη γλώσσα κατανοούμε το φως
το όνειρο πάντα προϋπήρχε
να προετοιμάσει την ένωση με την ροή.

***
Tο δάκρυ του παντός

Κάποιοι λένε πως έφτασα
από μια διακύμανση του άχρονου
απομεινάρι του ολοκαυτώματος της φαντασίας
λένε πως είμαι η φαντασία του εαυτού μου
ίχνος ανάμεσα στο πριν και στο μετά
όχημα της άγνοιας η συνείδηση
βρόχος πιθανοτήτων μεταλλάσσεται
ό,τι ονομάσαμε εδώ ή τώρα
ρίζα της κοίτης
δεν είναι πια εδώ
ένα δέντρο από διάστικτες ματαιότητες
πάλλεται όπως ο γλάρος που πετά
σε γενέθλιες φανταστικές διαστάσεις.

Όμως γιατί μ’αφήνει άγρυπνο αυτή η σκέψη
να’μουν κάτι άλλο απ’ό,τι είμαι
γιατί τα μάτια μου τα τυραννάει
αυτό το δάκρυ του παντός
καθώς μια παρουσία αόριστη ερχομού
μακρινός καταρράχτης και γύρω
της αιωνιότητας ο αφρός.

Κρις Λιβανίου

Ο Βασίλης Φαϊτάς

Ο Βασίλης Φαϊτάς

*Κείμενο, ποιήματα και φωτογραφίες αναδημοσιεύονται από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2014/10/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+%28%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85%29

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κέρματα IV

10626581_550642031702768_8933967336307529478_n

Δύει ο ήλιος.
Αρχίζει η αγρύπνια
της μοναξιάς μου.

***
Ψέματα λέω
πως έφυγες. Ακόμα σε
βλέπω παντού.

***
Tο τρένο φεύγει.
Πώς είσαι μέσα, αφού
μένεις μέσα μου;

***
Καλοκαιράκι,
κάποτε βρέχει κι εδώ
κι ανθίζουν πέτρες

***
Στα κλώνια καλούν
τζιτζίκια τα ταίρια τους
κι εγώ στη σκιά τους.