Μανόλης Αναγνωστάκης, Άρχισε μια σιγανή βροχή…

30RRRRRRR

Έπεφτε μια κίτρινη παλιά βροχή…
Γ. Κ.

Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ.
Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδα
Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο
Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο—
Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια.
Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα
—Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα—
Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά
Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως
Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές.
Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα
Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα
Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι
Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι
Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι
Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής
Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.
…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος.
Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.

*Παρμένο από το ιστολόγιο της Μαρίας Πισιώτη στο http://hdyli.wordpress.com/

Janine Pommy Vega – Ποίηση όπως λέμε ακτιβισμός

vega_logoskaitexni

Η Janine Pommy Vega, σε ηλικία μόλις 16 ετών, πήγε από το Union City, New Jersey, όπου ζούσε, στη Νέα Υόρκη σε αναζήτηση της Beat Generation που είχε γνωρίσει μέσα από τα βιβλία που διάβαζε. Συνάντησε τον Gregory Corso, και μέσω αυτού και άλλους συγγραφείς. Μετά την αποφοίτησή της εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Νέα Υόρκη. Το φθινόπωρο του 1962 έφυγε από την Αμερική με τον Fernando Vega και ταξίδεψε μαζί του για τρία χρόνια στο Ισραήλ και την Ευρώπη. Μετά το θάνατό του το 1965 επέστρεψε στην Αμερική και ολοκλήρωσε το πρώτο της βιβλίο, “Poems to Fernando”, το οποίο δημοσιεύθηκε από την City Lights Books το 1965. Στο Σαν Φρανσίσκο  συναναστρέφεται με τους Diggers και τους Hell’s Angels, με τους συγγραφείς του North Beach, και έχασε τέσσερις συνεχόμενες φορές τα χειρόγραφα του δεύτερου βιβλίου του. 

Το 1971 έφυγε για 4 χρόνια για τη Νότια Αμερική και έζησε στο Περού, την Κολομβία και τη Βολιβία. Κατά την παραμονή της στο νησί του Ήλιου στη λίμνη Τιτικάκα στη Βολιβία, όπου τελείωσε “Journal of a Hermit” (Cherry Valley Editions, 1979) και “Morning Passage” (Telephone Books, 1976). Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη το 1975 άρχισε να διδάσκει ποίηση σε αγγλόφωνα και δίγλωσσα παιδιά στα δημόσια σχολεία και στους φυλακισμένους του Σωφρονιστικού Συστήματος της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Τα ταξίδια της σε όλη τη δεκαετία του ογδόντα και του ενενήντα ήταν η βάση για το “Drunk on a Glacier, Talking to Flies” (Tooth of Time Press, 1988); “Threading the Maze” (Cloud Mountain Press, 1992); “Red Bracelets” (Heaven Bone Press, 1992); “Tracking the Serpent: Journey to Four Continents” (City Lights, 1997); “Island of the Sun” (Longhouse, 1991) και “Mad dogs of Trieste” (Black Sparrow Press, 2000).

Διεύθυνε τη  Incision/Arts, μια οργάνωση που συγκεντρώνει συγγραφείς στη φυλακή. Μέλος της Επιτροπής PEN American Center’s Prison Writing Committee, ήταν συν-συγγραφέας με Hettie Jones του “Words over Walls”, ενός εγχειριδίου για την ενεργοποίηση των εργαστηρίων γραφής στις φυλακές. Η Janine Pommy Vega πέθανε στις 23 Δεκεμβρίου του 2010.

Η κουζίνα σε καιρό πολέμου 

Σκέφτομαι τις γυναίκες του Γιάννη Ρίτσου
που βαδίζουν προς την κουζίνα στην πρώτη φήμη του πολέμου
Σκέφτομαι τη μυλόπετρα της γιαγιάς στο Jersey City,
μια μηλόπετρα που δεν θα μπορούσα ποτέ να παράξω, ενώ προχωρώ
με βήμα βελούδινο για να τρίψω το βασιλικό που μεγάλωσε
πέρυσι, βουρτσίσμα της γάτα, κόψιμο του σκόρδου
για να καρυκεύσεις τη σαλάτα.
Ασχολίες σκοπιμως ήσυχες, αν και θα μπορούσα να ξεκινήσω
να πετώ τις κατσαρόλες όπως η μητέρα μου, μπορώ να σου πω
που θα μπορούσα να κάνω μια τέτοια φασαρία που θα αναρωτηθείτε ποιος
έχει τρελαθεί, και είναι ο κόσμος
στις φωτογραφίες που δεν θα φέρω στο σπίτι,
στην μοχθηρή, χλεβαστική στάση ενός προέδρου
απατεώνα, τοποθετημένο εκεί από μια χούφτα των εταιρειών
Θα μπορούσα να σου δείξω πώς τα δάκρυα έσκαψαν στην καρδιά
μια τρύπα τόσο βαθιά όσο οι παντόφλες
όπου εκείνη βύθιζε τα πόδια της τα κρύα πολωνικά πρωινά
Έγινα ότι η γυναίκα babushka
μαρτυρας του μακελειού, κάθε αστείο είναι εκτός
τόπου, καθόλου αστεία σχετικά με σπασμένα παιδιά ή μητέρες
που ουρλιάζουν, οι νεκροί στρατιώτες είναι οι ίδιοι παιδιά
Καθόλου αστεία για παιδιά, τα παιδιά του καθενός
δεν χάνουν την σφαγή τους
το πετρελαίο τα όπλα ο χρυσός σε ψηλούς σωρούς όσο αυτό το σπίτι
δεν μπορούν να αγοράσουν το γελιο τους, δεν μπορουν να θάψουν τις κραυγές τους
τη νύχτα, εγώ κατηγορώ τους λευκούς γέρους πνίγμένη στην απληστία
των φονικών τους, θα παλέψω για κάθε κατσαρόλα και τηγάνι
που έχω στην κατοχή μου για έναν κόσμο απαλλαγμένο από τα χέρια τους.

Willow, Νέα Υόρκη, Απρίλιος 2003

*Μετάφραση στα Ιταλικά: Raffaella Marzano. Μετάφραση στα Ελληνικά: Κωνσταντίνος Κοκολογιάννης. Πηγή: http://www.casadellapoesia.org/ Εμείς το πήραμε από το ιστολόγιο Λόγος και Τέχνη στο http://logoskaitexni.blogspot.com

Πελαγία Φυτοπούλου, Λιμνάζοντα σιδερικά

10632760_364792817020693_172741909372500067_n

Ο πιστολέρο ξέρει

πως απ’ το δεύτερο φονικό

θα τον ερωτευθεί η μάνα του ΄

στο μαξιλάρι του γράφει:

”κι αν βλέπεις τα δακρυά μας

δεν είναι που έφυγες

είναι που μας αγάπησες πολύ”

στο μαξιλάρι της γράφει:

”σπρώξτε τις αγορές

τα γίδια τα βοσκάω και μόνη μου”

Ο πιστολέρο εκτελεί

την πρώτη φορά χέζεται πάνω του

τη δεύτερη αφαιρεί το πορτοφόλι του πεθαμένου
εκεί μέσα πάντα βρίσκεις μιά μάνα.

Θωμάς Γκόρπας, Απόφοιτοι Γυμνασίου

35196

Μνήμη Γιώργη Ζάρκου
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις
Όχι το μάθημα μα την αλήθεια
Σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε
Της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγουριά του αύριο.
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνάσιου
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε τραπέζια καφενείων
Καταχνιασμένων από την τσιγαρίλα
Και τις ανάσες πεινασμένων
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε μεγάλες πόρτες
Που Δε θ’ ανοίξουν ποτέ από μέσα.
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία
Και θα κάψει τις σημαίες των αρχόντων.
Και αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται
Με τ’ άλλο χαρτί που εσύ δεν έχεις
Μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.
Οι μέρες μας κυλούν σαν χειμωνιάτικα ποτάμια
Στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μίσους
Στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες
Καθώς απ’ τις γωνιές οι μισθοφόροι
Με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες.
Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδια.

*Στη φωτογραφία της ανάρτησης ο συγγραφέας Γιώργης Ζάρκος (1902-1967).
**Πάρθηκε από το http://poihtikostayrodromi.blogspot.gr

Χρήστος Τουμανίδης, Εφτά εκδοχές της σιωπής

wpid-20140725110507

(Με τον τρόπο του Χαϊκού)

1
Κοίτα στη Γάζα!
Σκοτωμένα παιχνίδια.
Ποιος να τα κλάψει;

2
Στην Παλαιστίνη.
Μέσα στα δάκρυα της.
Εκεί θα με βρεις.

3
Καμένα φτερά.
«Παιδιά γερασμένα!» λες.
«Τι άλλο ζητούν;»

4
Πάνω στους τοίχους.
Στη χλωρίδα της Γάζας.
«Βόμβες σιωπής!» .

5
Μέσα στις λάμψεις.
Στων νεκρών την λαχτάρα!
Είδα το «τέλος».

6 Άψυχη μάνα.
Στου παιδιού της τα χέρια.
Χαμογελάει!

7
Στον Ιορδάνη,
τα πουλιά δεν κελαηδούν.
Σταυροκοπιούνται…

*Από τη συλλογή “Οι ελεγείες της Ανατολής”, διαδικτυακή έκδοση http://www.24grammata.com (2013).

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 709 (πεσμένα φύλλα)

Kieran Sperring από Surrealismo

Kieran Sperring από Surrealismo

μήνας,
από το χώμα
βγαλμένος, με αμυχές
στους φακούς της εστίασης,
χωρίς αγαλματίδια
στις παρέες των
γέλιων,
μόνο πλατύγυρα καπέλα
στα μισόκλειστα
μάτια
της υπόνοιας
και δάκτυλα εμπόλεμα
να πλέκουν συρματοπλέγματα κι εγώ,
να βλέπω την ουσία να βγάζει τον Νέρωνα,
ά ναι
και να γεμίζει
ο ομφαλός της μισάνοικτης
στέγης,
με θανατοποινίτες
του παραδείσου:
παράδοξα σε τυχαίους πλανήτες,
στα έσχατα
του υπογείου της αναμονής,
με τους ερημίτες
της σάρκας μου,
να αλυσοδένουν πινελιές ευτυχισμένων
λέξεων, φυσικά,
οι στίχοι είναι για να κλέβουν νοήματα,
από το
κενό της ψυχής
και να τα κάνουν απόπειρες,
για να γεμίζουν
φιάλες
αίματος,
για τα όνειρα
που υποφέρουν στις αμμοσπηλιές
της θεϊκής
μοχθηρίας,
γι’ αυτό,
θα με πιάσουν για κατοχή λέξεων παιδικών:
τους μορφασμούς
τρομοκρατούν,
τους
αυριανούς.

alexmil ©

Kieran Sperring από Surrealismo

Δήμητρα Καραφύλλη, Τρελή τυφλόμυγα

P5230353

Κλειδώνω.
Κλειδώνω καλά να φυλαχτώ από σένα, που
αθόρυβος, αθέατος, αδιάστατος
σχεδόν χωρίς αφή
μ’ αγγίζεις, με ζώνεις.
Φοράς τα χρώματα της ζωής μου
τη μυρωδιά των πραγμάτων μου
με ξεγελάς.
Τρελή τυφλόμυγα παίζω μαζί σου
ασυνείδητα.
Ξεχνιέμαι, σε ξεχνάω, ξεθαρρεύω.
Ας ήταν να ξεχνούσες μια φορά κι εσύ
φεύγοντας να με πονέσεις
φεύγοντας
να μη μου πάρεις τις στιγμές
να μη με λιγοστέψεις χρόνε,
απατεώνα.

*Από τη συλλογή “Τρελή τυγλόμυγα”, εκδόσεις Αρκαδικός Κήρυκας, 2013.

Τζούλια Φορτούνη, προληπτικά

Εκτός+Γραμμής

Πέμπτη σήμερα.
Νοτιάς. Θα βρέξει
να καθαρίσω όλα τα λούκια
από τις υδρορροές να μαζέψω
τα φύλλα των δέντρων
τα φύλλα της συκής
τα φύλλα ελέγχου
τα φύλλα των παραθύρων
τα φύλλα πορείας
τα φύλλα των εφημερίδων
κι εκείνα της καρδιάς

αειθαλής να μένει η ζωή
γιατί ό,τι φυλλορροεί
εύκολα σήπεται

*Από τη συλλογή, “Φυσικό αντίδοτο”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2013.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Φιλολαϊκό

1441190_635972979802808_1895550120_n

Η εναλλαγή των εποχών…
Πάντα σε βάρος των φτωχών
Που ‘χουν για κεραμίδι
Του ουρανού ΄να φρίδι…

Τώρα που το πετρέλαιο
Έγιν’ αιθέριο έλαιο…
Καίν΄ ό,τι βρουν μπροστά τους
Ψήνουν και τα σκυλιά τους…

Περήφανη φυλή!
Καπότα και τιμή
και αίμα στο σεντόνι
Που η μάνα σιδερώνει…

Βαριά βιομηχανία
και μέλλουσα κυρία…
Η χούντα άλλαξε ταμπόν
Το ’73!

Δώστ’ ένα κατσαβίδι
Στον Μάκη τον Βορίδη
να σφίξει κι άλλο το ρελέ
να γίνουμ’ όλοι φιλελέ

Στο μάρκετινγκ ταγμένοι
Να πάμε ευτυχισμένοι!

*Από τη συλλογή “Ευλύγιστες μελαγχολίες”, εκδόσεις Βακχικόν, 2014.


Georges Darien, Le bon dieu dans la merde

1896971_10201649445598289_4735761599124994532_n

Αν θες να είσαι ευτυχισμένος

που να πάρει ο διάολος

κρέμασε τον ιδιοκτήτη σου

κάνε κομμάτια τους παπάδες

που να πάρει ο διάολος

γκρέμισε τις εκκλησίες

και ρίξε τον θεούλη στα σκατά.

(Για το συγγραφέα του «Μπιριμπί» και του «Κλέφτη», Ζορζ Νταριέν, ο Αντρέ Μπρετόν έγραψε: «Κανείς δεν αψήφησε πιο πολύ τη ζωή του, δεν πήρε τόσο μεγάλο ρίσκο για να καταγγείλει το στρατιωτικό έγκλημα, τη θλιβερή παρωδία της θρησκείας και άλλες μορφές της αστικής ατιμίας».


Στο έργο του «Μπιριμπί», που εκδόθηκε το 1890, ο Νταριέν καταγγέλλει την απάνθρωπη ζωή στα κάτεργα της Γαλλίας, που τα γνώρισε από πρώτο χέρι ως καταδικασμένος για ανυποταξία το 1883. Τον Φεβρουάριο του 1903 προπαγανδίζει υπέρ της εξόντωσης των αστών και των στρατιωτικών.

*ΠΗΓΗ: dromos.wordpress.com

ΔΕΝ ΣΕ ΣΥΜΠΟΝΩ, ΠΤΩΜΑ!

Ένας σύντροφος στον πειθαρχικό λόχο, το «Biribi» του τίτλου του αριστουργήματος του Ζορζ Νταριέν, πεθαίνει σε ένα νοσοκομείο και θάβεται σε δύο καφάσια καρφωμένα μαζί. Ο αφηγητής Φρουασάρ δίνει διέξοδο σε μια κραυγή οργής του γαλλικού αναρχισμού του τέλους του δέκατου ένατου αιώνα:

«Ω φτωχέ στρατιώτη. Εσύ που πέθανες φωνάζοντας τη μάνα σου· εσύ που, στο ντελίριο σου, αντίκρισες ενώπιόν σου το όραμα της παράγκας σου. Θα κοιμηθείς εκεί σε ηλικία είκοσι τριών, φαγωμένος απ’ τα σκουλήκια της γης όπου τόσο υπέφερες· όπου πέθανες, μονάχος, εγκαταλειμένος από όλους, δίχως κάποιον να καθησυχάσει τους ύστατους φόβους σου, δίχως κάποιο χέρι να κλείσει τα μάτια σου εκτός από εκείνο του νοσοκόμου που σου ούρλιαζε κατά τη διάρκεια της νύχτας όταν οι απεγνωσμένες κραυγές σου τάραζαν τον ύπνο του. Ξέρω πολύ καλά γιατί η ασθένειά σου έγινε ανίατη. Ξέρω καλύτερα απ’ το γιατρό που ξέρανε το άχρηστο σώμα σου γιατί κείτεσαι στον τάφο. Και σε λυπάμαι μ’ όλη μου την καρδιά, αθώο θύμα, όπως λυπάμαι τη μάνα σου που ίσως σε περιμένει, μετρώντας τις μέρες, και που θα λάβει μια ξερή και βαριά γνωστοποίηση θανάτου.

Εν συνεχεία όμως πάλι, όχι: δεν σε συμπονώ, πτώμα! Εν συνεχεία όμως πάλι, όχι: δεν σε συμπονώ, μάνα! Δεν σας συμπονώ, μ’ ακούτε! Όχι περισσότερο απ’ όσο συμπονώ τους γιους που σκοτώνουν τους αιμοχαρείς, όχι περισσότερο από όσο λυπάμαι τις μάνες που κλαίνε πάνω από εκείνους που τους έστειλαν στο θάνατο. Ω σεις κακές γυναίκες που γεννάτε με πόνο μονάχα για να προσφέρετε τον καρπό των σπλάχνων σας στο Μινώταυρο που τον τρώει. Δεν ξέρετε πως οι λύκαινες προτιμούν να σφαγιαστούν απ’ το να εγκαταλείψουν τα νεογνά τους, και πως υπάρχουν ζώα που πεθαίνουν όταν τους παίρνουν τα μικρά τους; Δεν καταλαβαίνετε πως εάν δεν είχατε την τύχη να είστε στείρες θα ήταν καλλίτερα να ξεσχίζατε τους γιους σας με τα ίδια σας τα χέρια απ’ το να τους μεγαλώσετε σε ηλικία είκοσι ενός και εν συνεχεία να ριχτούν στα νύχια εκείνων που τους κάνουν οβίδες για κανόνια; Δεν έχετε νύχια στις άκρες των δαχτύλων σας για να υπερασπιστείτε τους γιους σας; Δεν έχετε δόντια να δαγκώσετε τα χέρια των καταραμένων δολοφόνων που τους έκλεψαν από σας; Εσείς επιτρέψατε να γίνει αυτό σε σας· δεν αντισταθήκατε. Και εν συνεχεία στη μαύρη μέρα της τραγωδίας θέλετε να σας συμπονάμε όταν τα οστά του παιδιού σας, που έπεσαν σε μια μακρινή γη, καταβροχθίστηκαν από τις ύαινες και άσπρισαν κάτω απ’ τον ήλιο εγκαταλειμένων νεκροταφείων. Θέλετε να σας συμπονάμε και να σεβαστούμε τα δάκρυά σας; Συγγνώμη, αλλά δεν συμπάσχω μαζί σας για τα βάσανά σας, και οι λυγμοί σας μ’ αφήνουν ψυχρό. Επειδή ξέρω πως δεν θα μαλακώσει με τα δάκρυά σας το είδωλο που απαιτεί το αίμα των γιων σας· επειδή ξέρω πως θα υποφέρετε από φόβο για όσο διάστημα δεν θα έχετε ξεσχιστεί με τα ίδια σας τα χέρια, για όσο διάστημα δεν θα έχετε βγάλει τη φανταχτερή μάσκα πίσω απ’ την οποία το φρικτό πρόσωπό τoυ είναι κρυμμένο. Και αν δεν με πιστεύεις, μάνα που το πτώμα που κείτεται εκεί φωνάζοντας επί τρία βράδια, έλα εδώ. Μίλα του απαλά και άκου πώς ανταποκρίνεται στην καρδιά σου, αν η καρδιά σου είναι σε θέση να το κατανοήσει. Και θα δεις αν δεν στο πει πως οφείλει το θάνατό του σε σένα, και πως είναι εξ αιτίας αυτού που το σκότωσε που εδώ στον τάφο του δόθηκε, σαν ένα ειρωνικά μακάβριο χαστούκι στο πρόσωπο στην αδυναμία σου, ο πανηγυρικός ενός ηλίθιου.

Εκείνο το βράδυ συναντώ τον Λακρουά. Στη μέση ενός κύκλου δεκαπέντε ή είκοσι ανδρών που ακούνε με το στόμα τους ορθάνοιχτο, διαβάζει και ξαναδιαβάζει τον επικήδειό του. Τα χειροκροτήματα πέφτουν βροχή.

“Αυτό ήτανε καταπληκτικό!”

“Θα έπρεπε να τ’ ακούγατε στο νεκροταφείο. Τί εντύπωση που έκανε”.

Ένας απ’ αυτούς με βλέπει και με ρωτά:
“Αυτό ήτανε πραγματικά καλό, ε, Φρουασάρ;

“Σκατά!”»
(1890)

*ΠΗΓΗ: eleutheriparos.blogspot.gr